Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Η παρέα του Λουμίδη

Σε έ­να το­μί­διο για τον Αλέ­ξαν­δρο Αργυ­ρίου, το δεύ­τε­ρο στη νεό­τευ­κτη σει­ρά, «Τι­μής έ­νε­κεν», της Βι­βλιο­θή­κης του Μου­σείου Μπε­νά­κη, η ο­ποία συ­νι­στά το έ­ντυ­πο ί­χνος α­ντί­στοι­χων εκ­δη­λώ­σεων (το πρώ­το το­μί­διο ή­ταν α­φιε­ρω­μέ­νο στον Χα­ρά­λα­μπο Μπού­ρα), δη­μο­σιεύο­νται οι ε­πτά ο­μι­λίες της εκ­δή­λω­σης και συ­νο­πτι­κά τα βιο­ερ­γο­γρα­φι­κά του. Και τα δυο το­μί­δια εί­ναι εκ­δό­σεις του 2009, με τις εκ­δη­λώ­σεις ε­ντός του 2008. Αρχι­τέ­κτο­νας ο Μπού­ρας, πο­λι­τι­κός μη­χα­νι­κός ο Αργυ­ρίου, αλ­λά τι­μή­θη­κε ως λο­γο­τε­χνι­κός κρι­τι­κός. Για­τί, α­λή­θεια, το 1939, ο Αλέ­κος Κου­μπής, χω­ρίς πα­τρι­κή πίε­ση, α­φού ο κα­πε­τά­νιος Στα­μά­της Κου­μπής εί­χε α­να­χω­ρή­σει νω­ρίς, ε­πέ­λε­ξε το Ε­ΜΠ; Στην  τι­μη­τι­κή εκ­δή­λω­ση πά­ντως, στις 11 Μαρ. 2008, τε­λείω­σε τον σύ­ντο­μο χαι­ρε­τι­σμό του με έ­να πε­ρι­στα­τι­κό του 1931. Δε­κα­ε­τής τό­τε, τον α­νέ­βα­σε ο πα­τέ­ρας του στην Ακρό­πο­λη, για μία πρώ­τη ε­πί­σκε­ψη, κα­θώς την ί­δια χρο­νιά εί­χαν με­τοι­κή­σει α­πό τον Πει­ραιά στην Αθή­να. Ο πα­τέ­ρας του, σε στιγ­μή έ­ξα­ψης, εί­χε α­νε­βεί σε έ­να μάρ­μα­ρο και α­πήγ­γελ­λε στί­χους του Σπυ­ρί­δω­νος Βα­σι­λειά­δη. Αυ­τό ε­ντυ­πώ­θη­κε στην παι­δι­κή μνή­μη και  υ­πό μία έν­νοια, μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί α­φε­τη­ρια­κό συμ­βάν μύη­σης στη λο­γο­τε­χνία. 
Ο Αλέξ. Αργυ­ρίου, ξε­κι­νώ­ντας με κα­θυ­στέ­ρη­ση και συ­νε­χί­ζο­ντας με αρ­γούς ρυθ­μούς τη συ­γκέ­ντρω­ση των ο­μοιο­γε­νών κει­μέ­νων του, δη­μο­σιευ­μέ­νων α­πό το 1947, έ­φθα­σε τα εν­νέα βι­βλία, με πρώ­το το 1983 και τε­λευ­ταίο το 2009, δί­πλα στους ο­κτώ τό­μους της Ιστο­ρίας του 2001-2007,  και τους άλ­λους ο­κτώ, με δι­κές του ει­σα­γω­γές. Η πρώ­τη ει­σα­γω­γή ε­ντο­πί­ζε­ται σε αν­θο­λο­γία του 1957. Σε τρεις α­πό αυ­τές α­να­λαμ­βά­νει και την αν­θο­λό­γη­ση προ­σώ­πων και ποιη­μά­των. Στην τε­λευ­ταία, το 2000, στη σει­ρά «Ανθο­λό­γος Ερμής», ε­πι­λέ­γει να πα­ρου­σιά­σει τον Δημ. Πα­παρ­ρη­γό­που­λο, φί­λο του Βα­σι­λειά­δη και το άλ­λο μι­σό του ρο­μα­ντι­κού δι­δύ­μου της  πρώ­της Αθη­ναϊκής Σχο­λής.    
Σχε­τι­κά μι­κρή η συ­γκο­μι­δή, λό­γω της ε­στία­σης κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία στη συγ­γρα­φή της Ιστο­ρίας. Αντι­στοί­χως, δεν α­πή­λαυ­σε και πολ­λές δια­κρί­σεις. Μό­λις το 1999 α­να­γο­ρεύ­θη­κε ε­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας της Φι­λο­σο­φι­κής Σχο­λής του Αρι­στο­τε­λείου Πα­νε­πι­στη­μίου. Με­τρη­μέ­νες και οι βρα­βεύ­σεις, το 1984, Α΄ Κρα­τι­κό Βρα­βείο Δο­κι­μίου και το 1998, Με­γά­λο Κρα­τι­κό Βρα­βείο. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, θα τρί­τω­ναν οι βρα­βεύ­σεις, εάν η Ακα­δη­μία Αθη­νών του α­πέ­νει­με το Εθνι­κό Αρι­στείο. Έναν αιώ­να τώ­ρα, α­πό το 1926 που ι­δρύ­θη­κε η Ακα­δη­μία, το Εθνι­κόν Αρι­στείον, πρώην Βα­σι­λι­κόν Με­τάλ­λιον των Γραμ­μά­των και των Κα­λών Τε­χνών, δί­νε­ται α­πό αυ­τήν α­νά τε­τρα­ε­τία: θε­τι­κές  ε­πι­στή­μες, γράμ­μα­τα, ι­στο­ρι­κές και κοι­νω­νι­κές ε­πι­στή­μες, κα­λές τέ­χνες. Οι βρα­βεύ­σεις των Γραμ­μά­των συ­μπί­πτουν με τα δί­σε­κτα έ­τη. Ως εί­θι­σται, ε­φέ­τος, κα­τά την πα­νη­γυ­ρι­κή συ­νε­δρία της 25ης Μαρ­τίου, προ­κη­ρύ­χτη­κε το ε­πό­με­νο Αρι­στείο, που θα α­πο­νε­μη­θεί την 25η Μαρ­τίου 2017. Ο Αργυ­ρίου προ­τά­θη­κε το δί­σε­κτο 2008 και αν εί­χε προ­κρι­θεί, μό­λις που θα προ­λά­βαι­νε την α­πο­νο­μή. Κρί­μα, για­τί ο συ­νυ­πο­ψή­φιος, 16 χρό­νια μι­κρό­τε­ρος, εί­χε ό­λο το χρό­νο μπρο­στά του, αλ­λά και λι­γό­τε­ρο έρ­γο στον α­μι­γή χώ­ρο των Γραμ­μά­των.
Όπως και να έ­χει, αυ­τός ο συ­νυ­πο­ψή­φιος για το Αρι­στείο 2008, το ο­ποίο τε­λι­κά δεν α­πο­νε­μή­θη­κε, ή­ταν ο μό­νος με αρ­κε­τά μα­κριά μνή­μη, ώ­στε να θυ­μη­θεί, νε­κρο­λο­γώ­ντας τον Αργυ­ρίου, “την πο­λύ­τι­μη Ανθο­λο­γία των Με­τα­πο­λε­μι­κών Ποιη­τών των Γεν­να­τά-Γεωρ­γού­δη, στην ο­ποία ο Αργυ­ρίου εί­χε γρά­ψει προ­δρο­μι­κό ε­μπε­ρί­στα­το πρό­λο­γο – τον πρώ­το γι’ αυ­τή τη γε­νιά”. Αυ­τά, σύμ­φω­να με τον δι­κό του σχο­λια­σμό, ό­που συ­μπλή­ρω­νε: “Έχουν πε­ρά­σει ή­δη, φευ, 55 χρό­νια.” Όσο για τη νε­κρο­λο­γία, την κλεί­νει με στί­χο Κάλ­βου. Με­τα­θα­να­τίως, η γεν­ναιο­δω­ρία πε­ρισ­σεύει, ό­πως και οι πα­ρα­δρο­μές της μνή­μης. Δεν ή­ταν πριν 55 χρό­νια, αλ­λά το 1957, και αν­θο­λό­γοι ή­ταν οι Γιωρ­γού­δης - Γεν­να­τάς. Ερχό­με­νος, ό­μως, α­πό το χώ­ρο του θεά­τρου ο συ­νυ­πο­ψή­φιος, πρό­τα­ξε τον η­θο­ποιό Κώ­στα Γεν­να­τά, πα­τέ­ρα του η­θο­ποιού Γε­ρά­σι­μου Γεν­να­τά. Ο έ­τε­ρος εί­ναι Ντί­νος Γιωρ­γού­δης και ό­χι Γεωρ­γού­δης.
Οι κρι­τι­κοί λο­γο­τε­χνίας, συ­νή­θως, προ­κύ­πτουν υ­πό ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­στά­σεις και α­πό αυ­τές, στη συ­νέ­χεια της πο­ρείας τους, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται. Έτσι υ­πάρ­χουν πα­νε­πι­στη­μια­κοί κρι­τι­κοί ή και λο­γο­τέ­χνες κρι­τι­κοί, ό­που, και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, με την κρι­τι­κο­γρα­φία ε­πι­ζη­τούν να διευ­ρύ­νουν το κύ­ρος τους. Ακό­μη, κρι­τι­κοί ταυ­τι­σμέ­νοι με έ­ναν συγ­γρα­φέα, κα­θώς  το με­γα­λύ­τε­ρο τμή­μα του έρ­γου τους ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε αυ­τόν. Κα­τά κα­νό­να, πρό­κει­ται για κά­ποιον πρε­σβύ­τε­ρο, του ο­ποίου ε­πω­μί­στη­καν τη φρο­ντί­δα των κα­τά­λοι­πών του, ό­πως, λ.χ., ο Κ. Στερ­γιό­που­λος του Τέλ­λου Άγρα. Επί­σης, μπο­ρεί ε­ξαρ­χής να έ­χουν συν­δε­θεί με έ­να έ­ντυ­πο, εί­τε ε­παγ­γελ­μα­τι­κά με μία ε­φη­με­ρί­δα εί­τε στο ξε­κί­νη­μά τους με έ­να λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, που ση­μαί­νει κυο­φο­ρία στο λε­γό­με­νο πα­λαιό­τε­ρα, φυ­τώ­ριο του πε­ριο­δι­κού. Κρι­τι­κός που να προέ­κυ­ψε α­πό μια συ­ντρο­φιά, άλ­λος α­πό τον Αλέξ. Αργυ­ρίου δεν μας έρ­χε­ται στο νου. Πι­θα­νώς, για­τί μία πα­ρέα έ­χει χα­λα­ρό χα­ρα­κτή­ρα, χω­ρίς συ­γκε­κρι­μέ­νο στό­χο. 
Η πα­ρέα, ό­μως, α­πό την ο­ποία ξε­κί­νη­σε ο Αργυ­ρίου εί­χε δια­φο­ρε­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Δεν συ­γκε­ντρώ­νο­νταν στο  στέ­κι ε­νός γνω­στού προ­σώ­που, συ­μπα­ρα­σύ­ρο­ντας ο φί­λος τον φί­λο, ό­πως συ­νέ­βαι­νε με κα­φε­νεία και τα­βέρ­νες τα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια. Τό­τε, στα φοι­τη­τι­κά χρό­νια του Αργυ­ρίου, μέ­σα δε­κα­ε­τίας του ’40, υ­πήρ­χαν οι νε­ο­λαίες των πο­λι­τι­κών πα­ρα­τά­ξεων, που έ­παιρ­ναν πα­ρό­μοιες πρω­το­βου­λίες. Βέ­βαια, οι πλέ­ον δρα­στή­ριες και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές, ι­διαί­τε­ρα στους πα­νε­πι­στη­μια­κούς χώ­ρους, ή­ταν ε­κεί­νες της Αρι­στε­ράς. Επρό­κει­το για τα­κτι­κή διεύ­ρυν­σης του κύ­κλου ε­πιρ­ροής τους, η ο­ποία συ­νε­χί­στη­κε στις με­τέ­πει­τα ει­ρη­νι­κές πε­ριό­δους, πι­θα­νώς πιο συ­στη­μα­τι­κά αλ­λά με μι­κρό­τε­ρο ζή­λο. 
Σε μία, φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον, αυ­το­σχέ­δια φοι­τη­τι­κή λέ­σχη, δη­λα­δή ο­μά­δα φοι­τη­τών, με λο­γο­τε­χνι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα ή και α­πλώς φι­λο­δο­ξίες, α­ρι­στε­ρής ι­δε­ο­λο­γίας ή και μό­νο, λό­γω ε­πο­χής, ευε­πί­φο­ροι μιας κο­μου­νι­στι­κής πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κής προ­πα­γάν­δας, ο, έ­τσι και αλ­λιώς, φα­να­τι­κός της α­νά­γνω­σης φοι­τη­τής του Ε­ΜΠ Αλέ­κος Κου­μπής εκ­δή­λω­σε την έ­φε­σή του στο γρά­ψι­μο  και κυ­ρίως, την κρι­τι­κή του διά­θε­ση. Οι πιο μα­νιώ­δεις πε­ρί τη λο­γο­τε­χνία ε­κεί­νης της ο­μά­δας συ­νέ­πτυ­ξαν μία στε­νό­τε­ρη πα­ρέα, που κυ­κλο­φό­ρη­σε ι­δίοις α­να­λώ­μα­σιν κά­ποια έ­ντυ­πα, τα ο­ποία μνη­μο­νεύο­νται ως πε­ριο­δι­κά του ε­νός, το πο­λύ δυο τευ­χών. Στην Ιστο­ρία του, ο Αργυ­ρίου α­να­φέ­ρει ά­τυ­πες ο­μά­δες σε Αθή­να και Θεσ­σα­λο­νί­κη “νέων λο­γο­τε­χνών της Αρι­στε­ράς, που κρα­τού­σαν α­πο­στά­σεις α­πό τον σο­σια­λι­στι­κό ρε­α­λι­σμό”. Ανά­με­σα σε αυ­τούς ο Κου­μπής, που με­τα­φυ­τεύ­θη­κε α­πό τους πρώ­τους στο φοι­τη­τι­κό πε­ριο­δι­κό, το ο­ποίο έ­στη­σε η ο­μά­δα. Επρό­κει­το για την ε­βδο­μα­διαία «Φοι­τη­τι­κή Φω­νή», συ­νω­μο­τι­κά «Φι­φή», που ξε­κί­νη­σε μέ­σα στο 1945 και συ­νε­χί­στη­κε μέ­χρι το 1948. Πα­ρό­λο που ε­πρό­κει­το για έ­ντυ­πο της Αρι­στε­ράς, ό­πως, λ.χ., τα «Ελεύ­θε­ρα Γράμ­μα­τα», δεν εί­χε κομ­μα­τι­κές ε­ξαρ­τή­σεις, με α­πο­τέ­λε­σμα να μην ι­σχύ­σει γι’ αυ­τό η α­πα­γό­ρευ­ση κυ­κλο­φο­ρίας, με την ο­ποία έ­κλει­σαν, 19 Οκτ. 1947, τις ε­φη­με­ρί­δες «Ρι­ζο­σπά­στη» και «Ελεύ­θε­ρη Ελλά­δα».
Όντας ο Κου­μπής, ή­δη α­πό δευ­τε­ρο­ε­τής φοι­τη­τής ορ­γα­νω­μέ­νος στη νε­ο­λαία, τον τε­λευ­ταίο χρό­νο της «Φι­φής», α­νέ­λα­βε υ­πεύ­θυ­νος των λο­γο­τε­χνι­κών σε­λί­δων. Από τα δι­κά του κρι­τι­κά ση­μειώ­μα­τα, με την υ­πο­γρα­φή Αλέ­κος Ευ­στα­θίου, στην Ιστο­ρία του  α­να­φέ­ρει μό­νο δυο, για τον Βρετ­τά­κο (7/2/1947) και τον Ανα­γνω­στά­κη (5/5/1947). Από ε­κεί, στα χρό­νια του Εμφυ­λίου, πέ­ρα­σε ως Αλέξ. Αργυ­ρίου, στα πε­ριο­δι­κά «Ελεύ­θε­ρα Γράμ­μα­τα» (1947-1950) και «Ποιη­τι­κή Τέ­χνη» του Φρί­ξου Ηλιά­δη (15/12/1948-1/4/1949).  Όσο α­φο­ρά την ε­φη­με­ρι­δο­γρα­φία του κρι­τι­κού Αργυ­ρίου, εί­χε την τύ­χη του κά­θε α­ρι­στε­ρού συ­νερ­γά­τη, συ­νέ­πα­σχε με τα δει­νά της ε­φη­με­ρί­δας: Στον «Δη­μο­κρα­τι­κό Τύ­πο», αρ­χές 1950-αρ­χές 1952, στην βρα­χύ­βια «Δη­μο­κρα­τι­κή» το 1951, και α­κό­μη, στην «Ημέ­ρα» του Σο­φο­κλή Βε­νι­ζέ­λου, το 1952. 
Ωστό­σο, το 1953-54 θα βρε­θεί κρι­τι­κός στην «Αγγλο­ελ­λη­νι­κή Επι­θεώ­ρη­ση», τρι­μη­νιαία κα­τά τη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο, ό­ταν διευ­θυ­ντής ή­ταν ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, Όπως ο ί­διος σχο­λιά­ζει: Η συ­νερ­γα­σία του με το εν λό­γω έ­ντυ­πο θεω­ρή­θη­κε προ­σχώ­ρη­ση στον ε­χθρό. Το 1956-1957, συ­νερ­γά­στη­κε με την ε­πί­σης τρι­μη­νιαία «Και­νού­ρια Επο­χή» του Γιάν­νη Γου­δέ­λη. Το τε­λευ­ταίο δη­μο­σίευ­μά του σε αυ­τό το πε­ριο­δι­κό, χει­μώ­να 1957, «Διά­γραμ­μα ει­σα­γω­γής στην ποίη­ση του Γ. Σε­φέ­ρη», με αν­θο­λό­γη­ση ποιη­μά­των α­πό κοι­νού με τον  Σαβ­βί­δη, κυ­κλο­φό­ρη­σε και σε α­νά­τυ­πο των 100 α­ντι­τύ­πων. Αυ­τό α­πο­τέ­λε­σε και το πρώ­το του “αυ­το­τε­λές δη­μο­σίευ­μα”. 
Εντός του ί­διου έ­τους προέ­κυ­ψε και έ­να δεύ­τε­ρο “αυ­το­τε­λές δη­μο­σίευ­μα”. Πρό­κει­ται για την πρώ­τη ει­σα­γω­γή σε αν­θο­λο­γία, την ο­ποία μνη­μο­νεύ­σα­με ή­δη. Η ε­πό­με­νη εί­ναι γραμ­μέ­νη με­τά 20 χρό­νια, για την αν­θο­λο­γία - γραμ­μα­το­λο­γία «Νεω­τε­ρι­κοί ποιη­τές του Με­σο­πο­λέ­μου», που κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό τις εκ­δό­σεις Σο­κό­λη το 1979. Ακο­λού­θη­σε, στην ί­δια γραμ­μα­το­λο­γία, η ει­σα­γω­γή για την «Πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά», που κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1982. Σε αυ­τές τις δυο εί­ναι και αν­θο­λό­γος, ε­νώ στην πρώ­τη, ε­κεί­νη του 1957, οι αν­θο­λο­γού­με­νοι εί­ναι δε­δο­μέ­νοι. Πρό­κει­ται για μία αν­θο­λο­γία αρ­κε­τά πρω­τό­τυ­πη στη σύλ­λη­ψή της, κα­θώς προ­κύ­πτει α­πό μια ο­μά­δα συγ­γρα­φέων της Αρι­στε­ράς ή έ­στω φί­λα κεί­με­νους προς αυ­τήν, με συν­δε­τι­κό στοι­χείο, ό­τι εί­ναι θα­μώ­νες συ­γκε­κρι­μέ­νου κα­φε­νείου, που έ­γι­νε τό­σο γνω­στό στέ­κι, ώ­στε να α­να­φέ­ρε­ται και σε α­να­μνη­στι­κό λεύ­κω­μα. “Το 1938, ε­γκαι­νιά­στη­κε το κα­τά­στη­μα Λου­μί­δη στην ο­δό Στα­δίου, δί­πλα στο Βι­βλιο­πω­λείον της «Εστίας». Εκτός α­πό τον χώ­ρο του ι­σο­γείου, ό­που μπο­ρού­σε κά­ποιος να πιει τον κα­φέ του και να φά­ει κά­τι ε­λα­φρύ, υ­πήρ­χε και το γνω­στό σε ό­λους «Πα­τά­ρι του Λου­μί­δη».” Ο Αργυ­ρίου σχο­λιά­ζει πως “οι ε­πι­με­λη­τές της έκ­δο­σης πε­ριέ­λα­βαν σχε­δόν χω­ρίς α­πο­κλει­σμούς ό­λους τους ποιη­τές που κυ­κλο­φο­ρού­σαν κου­βε­ντιά­ζο­ντας στα βι­βλιο­πω­λεία (της Εστίας) και τα πα­τά­ρια των κα­φε­νείων (του Λου­μί­δη).”
Κα­τά τον Λεω­νί­δα Χρη­στά­κη: “Στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1950 με­ρι­κοί θα­μώ­νες ξε­κί­νη­σαν μέ­σα στο cafe Λου­μί­δη να συλ­λέ­ξουν αρ­κε­τά ποιή­μα­τα, με σκο­πό να κά­νουν μια Ανθο­λο­γία Με­τα­πο­λε­μι­κών Ποιη­τών. Τα πρό­σω­πα, κι αυ­τοί θα­μώ­νες του πα­τα­ριού του Λου­μί­δη, που μά­ζε­ψαν τα ποιή­μα­τα, ή­σαν ο φι­λό­λο­γος εξ Αι­γύ­πτου Ντί­νος Γιωρ­γού­δης και ο η­θο­ποιός Κώ­στας Γεν­να­τάς. Οι συμ­με­τέ­χο­ντες ποιη­τές εί­χαν δι­καίω­μα συμ­με­το­χής τεσ­σά­ρων σε­λί­δων α­πο­κλει­στι­κά με στί­χους κι ε­νός σύ­ντο­μου βιο­γρα­φι­κού. Η προ­σπά­θεια στα­μά­τη­σε και μό­νο με την δι­κή μου οι­κο­νο­μι­κή συμ­βο­λή ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε. Συ­μπε­ρι­λάμ­βα­νε ε­ξή­ντα έ­ναν (61) ποιη­τές ό­λους θα­μώ­νες α­πο­κλει­στι­κά του πα­τα­ριού.” 
“Τυ­πώ­θη­κε σε 800 α­ντί­τυ­πα” και “κα­τά το συμ­φω­νη­τι­κό, ο κα­θο­ρι­σμός της ύ­λης θα γι­νό­ταν α­πό τους ί­διους τους ποιη­τές.” Ο Αργυ­ρίου την χα­ρα­κτη­ρί­ζει “ερ­γα­σία ψευ­δε­πί­γρα­φη”, κα­θώς, στους 61 ποιη­τές, υ­πήρ­χαν και 6 με­σο­πο­λε­μι­κοί, που, ω­στό­σο, το ώ­ρι­μο έρ­γο τους  εκ­δό­θη­κε με­τα­πο­λε­μι­κά. Ενό­σω η αν­θο­λο­γία τυ­πω­νό­ταν, με τους ποιη­τές σε αλ­φα­βη­τι­κή τά­ξη και πρό­λο­γο του Γιωρ­γού­δη, στο πε­ριο­δι­κό του Γου­δέ­λη, στο κα­λο­και­ρι­νό τεύ­χος του 1956, ο Αργυ­ρίου, πα­ρου­σιά­ζο­ντας τις πρό­σφα­τες ποιη­τι­κές συλ­λο­γές των Μ. Δη­μά­κη, Α. Δι­κταίου και Τ. Σι­νό­που­λου, πρό­τασ­σε έ­να κεί­με­νο γε­νι­κό­τε­ρης α­ξιο­λό­γη­σης των με­τα­πο­λε­μι­κών ποιη­τών. Αυ­τό α­γα­νά­κτη­σε, μπο­ρεί και να φό­βι­σε, κά­ποιους α­πό τους “ποιη­τές του πα­τα­ριού” που συμ­με­τεί­χαν στην Ανθο­λο­γία, για­τί, κα­τ’ αυ­τούς, πα­ρα­βια­ζό­ταν ο βα­σι­κός ό­ρος της σύμ­βα­σης, που ή­ταν η ι­σό­τι­μη πα­ρου­σία­ση.
Όπως και να έ­χει, ο Αργυ­ρίου, στην ει­σα­γω­γή του, α­ντι­με­τώ­πι­σε μό­νο τους πρε­σβύ­τε­ρους α­να­λυ­τι­κά και κρι­τι­κά, ε­νώ, στους με­τα­πο­λε­μι­κούς, αρ­κέ­στη­κε να προσ­διο­ρί­σει τον χα­ρα­κτή­ρα της ποίη­σης ε­νός ε­κά­στου. Αυ­τή η δια­φο­ρε­τι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση σχο­λιά­στη­κε δυ­σμε­νώς α­πό τον Βά­σο Βα­ρί­κα στην πα­ρου­σία­ση της αν­θο­λο­γίας. Ο Γιωρ­γού­δης, ω­στό­σο, στον πρό­λο­γο, το­νί­ζει πως “η ό­λη έκ­δο­ση προ­σπά­θη­σε να α­πο­φύ­γει έ­να φι­λο­λο­γι­κό και γραμ­μα­το­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα.” Αυ­τή η πρώ­τη ει­σα­γω­γή στην με­τα­πο­λε­μι­κή ποίη­ση, ό­πως τιτ­λο­φο­ρεί­ται, εκ­κι­νεί α­πό το 1933, που ο Αργυ­ρίου το πα­ρου­σιά­ζει ως έ­τος σταθ­μό. Εδώ, συν­δυά­ζει δυο λο­γο­τε­χνι­κά συμ­βά­ντα. Έναν θά­να­το, του Κα­βά­φη, και μία έκ­δο­ση ποιη­τι­κής συλ­λο­γής, με τίτ­λο «Ποιή­μα­τα», ε­νός πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου, του Νι­κό­λα­ου Κα­λα­μά­ρη, που υ­πέ­γρα­φε με το ψευ­δώ­νυ­μο Νι­κή­τας Ρά­ντος. Ο Αργυ­ρίου θεω­ρεί ό­τι εί­ναι η πρώ­τη υ­περ­ρε­α­λι­στι­κή ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, που εκ­δί­δε­ται στην Ελλά­δα. Επί­σης, ό­τι ο θά­να­τος του Κα­βά­φη α­πο­τε­λού­σε και τον θά­να­το της πα­ρά­δο­σης. Με αυ­τήν την α­πό­φαν­ση και ιε­ραρ­χι­κά, α­να­φέ­ρε­ται στην “ευ­ρύ­τε­ρης α­πή­χη­σης” τριά­δα, Σι­κε­λια­νό - Κα­ρυω­τά­κη - Βάρ­να­λη και στην ο­μά­δα “πε­ριο­ρι­σμέ­νης ε­πιρ­ροής”, Με­λα­χρι­νό - Γρυ­πά­ρη - Πορ­φύ­ρα - Μα­λα­κά­ση - Ου­ρά­νη - Άγρα. Με­τά ε­πα­νέρ­χε­ται στον Ρά­ντο, για να κα­τα­θέ­σει τις ε­κτι­μή­σεις του για τον Σε­φέ­ρη και τους υ­περ­ρε­α­λι­στές, Εμπει­ρί­κο - Εγγο­νό­που­λο - Ελύ­τη, συ­νε­χί­ζο­ντας με ι­διαί­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις, ό­πως των Σα­ρα­ντά­ρη, Δρί­βα, Αντω­νίου, Γκά­τσου, Αξιώ­τη, Οι­κο­νό­μου. Αντι­δια­στέλ­λει τον Ρί­τσο α­πό τον Βρετ­τά­κο, ως δυο ποιη­τές με έρ­γο δια­φο­ρε­τι­κής υ­φής. Και κα­τα­λή­γει αυ­τόν τον, τρό­πο τι­νά, πρό­λο­γο, μνη­μο­νεύο­ντας Με­λισ­σάν­θη, Βα­φό­που­λο και ι­διαί­τε­ρα, την με­ταιχ­μια­κή πε­ρί­πτω­ση του Πα­πατ­ζώ­νη. Αυ­τούς τους 15 και άλ­λους 13 θα συ­γκε­ντρώ­σει στην αν­θο­λο­γία των νεω­τε­ρι­κών του Με­σο­πο­λέ­μου.
Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον πως το κυ­ρίως θέ­μα του, “τους ποιη­τές, που εμ­φα­νί­ζο­νται με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση”, τους χω­ρί­ζει σε τρεις ο­μά­δες, τις ο­ποίες α­ντι­στοι­χεί σε τρία πε­ριο­δι­κά: τον «Κο­χλία» με τη σχο­λή Θεσ­σα­λο­νί­κης (Πε­ντζί­κη, Κα­ρέλ­λη, Θέ­με­λη, Στο­γιαν­νί­δη), το «Τε­τρά­διο», ως συ­νέ­χεια των «Νέων Γραμ­μά­των» και των νεω­τε­ρι­κών ποιη­τών, και τα «Ελεύ­θε­ρα Γράμ­μα­τα», ό­που εμ­φα­νί­ζε­ται ο “κύ­κλος των α­ντι­στα­σια­κών ποιη­τώ­ν”. Η ει­σα­γω­γή, ε­ξαι­ρε­τι­κά σύ­ντο­μη, ό­πως ο ί­διος πα­ρα­τη­ρεί, κα­τα­λή­γει με τους με­τα­πο­λε­μι­κούς αν­θο­λο­γού­με­νους, που πα­ρα­μέ­νουν προ­σκολ­λη­μέ­νοι, ως προς τη φόρ­μα, στους πα­λαιούς εκ­φρα­στι­κούς τρό­πους. 
Όταν, στο τέ­λος της δε­κα­ε­τίας του ’70, θα κα­ταρ­τί­σει τις δυο αν­θο­λο­γίες Σο­κό­λη, θα συ­μπε­ρι­λά­βει 47 ποιη­τές στην πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά, ό­που οι 27 εί­ναι α­πό τους 61 ποιη­τές του “πα­τα­ριού του Λου­μί­δη”. Να ση­μειώ­σου­με πως στους 61 συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και οι πέ­ντε πα­λαιό­τε­ροι, οι τέσ­σε­ρις του «Κο­χλία» και η Με­λισ­σάν­θη. Επί­σης, τρεις της δεύ­τε­ρης με­τα­πο­λε­μι­κής γε­νιάς (Χρι­στια­νό­που­λος, Ασλά­νο­γλου, Ζε­νά­κος).  Οπό­τε, οι με­τα­πο­λε­μι­κοί των δυο αν­θο­λο­γιών, του 1957 και του 1982, έ­χουν έ­να κοι­νό σώ­μα 27 ποιη­τών, στο ο­ποίο η πρώ­τη αν­θο­λό­γη­ση προ­σθέ­τει 25 και η δεύ­τε­ρη 20. Σε αυ­τούς τους 25, βρί­σκου­με ό­λες τις ποιή­τριες, με ε­ξαί­ρε­ση την Ε. Βα­κα­λό. Άλλη μία έν­δει­ξη πως, ε­ξαρ­χής, τον α­πω­θεί η συ­ναι­σθη­μα­τι­κό­τη­τα της γυ­ναι­κείας ποίη­σης. Απου­σιά­ζουν, ό­μως, και α­πό τις δυο αν­θο­λο­γή­σεις, οι Γ. Κα­φτα­ντζής, Θαν. Φω­τιά­δης, Γ. Λί­κος, Κ. Κου­λου­φά­κος.
Ιδιαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρου­σα εί­ναι μία κα­τα­λη­κτι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση στην Ανθο­λο­γία του 1982: “Αν ή­θε­λα να μεί­νω στην αυ­στη­ρά προ­σω­πι­κή μου ε­κτί­μη­ση, ο α­ριθ­μός των 47 θα πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε 20. Που ση­μαί­νει ό­τι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό 25 θα μπο­ρού­σαν να πα­ρα­λει­φθούν, χω­ρίς με­γά­λη α­πώ­λεια του α­πο­τε­λέ­σμα­τος ή να α­ντι­κα­τα­στα­θούν α­πό άλ­λους 25. Αν πρό­σθε­σα τε­λι­κά τους συ­γκε­κρι­μέ­νους εί­ναι για­τί για το έρ­γο τους έ­χο­με πε­ρισ­σό­τε­ρες κρί­σεις.”
Και πράγ­μα­τι, ο Αργυ­ρίου ε­λά­χι­στα μό­νο φαί­νε­ται να με­τα­το­πί­ζε­ται. Ίσως με τα χρό­νια να γί­νε­ται πιο α­νοι­χτός στις κρί­σεις των άλ­λων και αυ­τό ι­σχύει α­πό το ι­δε­ο­λο­γι­κό μέ­χρι το λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο. Γε­νι­κό­τε­ρα, ο Αργυ­ρίου, ό­ταν πα­ρα­με­ρί­ζει τους φό­βους του για το πώς θα α­ντι­δρά­σουν οι άλ­λοι, εί­τε ο κρι­νό­με­νος συγ­γρα­φέ­ας εί­τε ο φι­λι­κός χώ­ρος στις ε­πι­λο­γές του, προ­τάσ­σει τη φόρ­μα, πα­ρά­δειγ­μα η πε­ρί­πτω­ση Πα­πατ­ζώ­νη.  Με άλ­λα λό­για, πα­ρα­μέ­νει ε­ξαρ­χής θια­σώ­της των νέων εκ­φρα­στι­κών τρό­πων, πα­ρά­δειγ­μα η α­να­φο­ρά ως ο­ρια­κό έ­τος το 1933. Θε­μα­τι­κά πά­λι, μέ­νει προ­ση­λω­μέ­νος στους λε­γό­με­νους κοι­νω­νι­κούς ποιη­τές. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/7/2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια: