Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Περί Κάδμως II

Συ­νέ­χεια χω­ρίς συν­δε­τι­κό σχό­λιο α­πό το φύλ­λο της προ­η­γού­με­νης Κυ­ρια­κής.

Το βι­βλίο της Κάδ­μως α­πο­τε­λεί­ται α­πό 13 κε­φά­λαια ά­νι­σα σε έ­κτα­ση, με τίτ­λους που προϊδεά­ζουν για το πε­ριε­χό­με­νο. Το κα­θέ­να, με λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­γκε­κρι­μέ­νο χρο­νο­λο­γι­κό στίγ­μα ως προς την κύ­ρια α­να­κα­λού­με­νη πα­ρά­στα­ση, με α­πο­τέ­λε­σμα η χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη των κε­φα­λαίων να μην εί­ναι πά­ντο­τε εμ­φα­νής. Από τα βι­βλία της, α­να­κα­λού­νται οι θή­λειες υ­πάρ­ξεις, που πλά­στη­καν ως α­ντι­κα­το­πτρι­σμός των δι­κών της α­γα­πη­μέ­νων. “Όσα ε­σύ ε­κα­τα­σκεύα­σες ι­δίως πλή­θος γυ­ναί­κες, για­τί η γυ­ναί­κα προ­πα­ντός εί­ναι πλά­σμα πα­ρα­μυ­θέ­νιο”, λέει εις ε­αυ­τόν. Και ό­ταν μια φο­ρά, ό­λη κι ό­λη, α­νά­με­σα στις λέ­ξεις που δη­λώ­νουν θά­να­το, προ­βάλ­λει η λέ­ξη έ­ρω­τας, συ­νο­δεύε­ται α­πό την ει­κό­να “κά­ποιων γυ­ναι­κών που πάλ­λο­νται τα στή­θη τους α­πό την η­δο­νή”. 

Το πρώ­το κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Τα πράγ­μα­τα», α­να­φέ­ρε­ται σε πε­ρίο­δο της δε­κα­ε­τίας του ’30. Ξε­κι­νά­ει α­πό την πρώ­τη της κα­τοι­κία, “το η­μιυ­πό­γειο στην ο­δό Αρι­στο­τέ­λους”, ό­που βρέ­θη­κε κα­θι­σμέ­νη στο τρα­πέ­ζι με μια κό­λα ρι­γω­τό χαρ­τί μπρο­στά της, χω­ρίς ση­μειώ­σεις, και φτά­νει μέ­χρι την η­μέ­ρα, που “άρ­πα­ξε η μη­χα­νή” το πρώ­το γρα­φτό και το έ­κα­νε βι­βλίο, που ση­μαί­νει κά­τι τε­λε­σί­δι­κο, με τις λέ­ξεις “ά­σβη­στες”, μό­νο του να “τρέ­χει στο δρό­μο”. Αυ­τή εί­ναι η μία ση­μα­το­δό­τη­ση, με βά­ση το γρά­ψι­μο. “Σπου­δαία υ­πό­θε­ση το γρά­ψι­μο”, ό­πως ο έ­ρω­τας. Και στα δυο “πε­ρι­μέ­νεις να σου έρ­θει πρώ­τα η ε­πι­θυ­μία”. Μια ε­ρω­τι­κή θή­λεια ύ­παρ­ξη δί­νει τη δεύ­τε­ρη ση­μα­το­δό­τη­ση. Από τό­τε που “η Μπί­λιω έ­γει­ρε πά­νω στα μα­στι­χιά μα­ξι­λά­ρια” μέ­χρι τον πρόω­ρο θά­να­τό της, “μια μνή­μη κα­κή”. Στο ξε­κί­νη­μα του βι­βλίου, μέ­νει ζη­τού­με­νο, αν η Μπί­λιω α­νή­κει στΙς γυ­ναί­κες που έ­πλα­σε, ή σε ε­κεί­νες που α­γά­πη­σε. 

Το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Επι­στρά­τευ­ση», φέ­ρει το ευ­κρι­νέ­στε­ρο ό­λων χρο­νο­λο­γι­κό στίγ­μα, ί­σως για­τί ρό­λο α­φη­γη­τή α­να­λαμ­βά­νει έ­να ρο­λόι. “Ένα τε­ρά­στιο σι­δε­ρέ­νιο ρο­λόι, ο­λο­στρόγ­γυ­λο σαν το φεγ­γά­ρι, με δυο ψι­λού­τσι­κα πο­δα­ρά­κια”. Το ά­φη­ναν α­κούρ­δι­στο, α­φού υ­πήρ­χαν στο σπί­τι άλ­λα δυο, με­τα­γε­νέ­στε­ρης τε­χνι­κής: το έ­να “έ­βγαι­νε στο δρό­μο, στε­ρεω­μέ­νο πά­νω στο χέ­ρι της σπι­το­νοι­κο­κυ­ράς”, το άλ­λο, “πά­ντα δί­πλα της τη νύ­χτα, α­κου­μπι­σμέ­νο πά­νω στο μι­κρό τρα­πε­ζά­κι”. Χα­λά­ει το πρώ­το, παίρ­νει ε­κεί­νη το δεύ­τε­ρο, το χώ­νει στη τσά­ντα της. Κά­πο­τε, το δα­νεί­ζει σε μια κο­πέ­λα, “για τα πα­ρά­νο­μα ρα­ντε­βού, που δί­χως ρο­λόι, εί­ναι πράγ­μα α­δύ­να­το”. Τό­τε, κουρ­δί­ζει το τε­ρά­στιο ρο­λόι και μια Κυ­ρια­κή το βγά­ζει βόλ­τα “χω­μέ­νο μέ­σα σ’ έ­να τα­γά­ρι”. Ήταν χει­μώ­νας 1941, ό­ταν ε­κεί­νη, “ψη­λή, ξε­ρα­κια­νή, φο­ρώ­ντας έ­να χο­ντρό α­ντρι­κό παλ­τό, με κρε­μα­σμέ­νο στον ώ­μο της έ­να τε­ρά­στιο τα­γά­ρι”, χτύ­πη­σε το κου­δού­νι στο σπί­τι της οι­κο­γέ­νειας Ζέη. Ακο­λού­θη­σαν άλ­λες τρεις. “Κά­θε τέ­ταρ­το και α­πό μία”: Καί­τη Ζεύ­γου, Μα­ρία Σβώ­λου, Ηλέκ­τρα Απο­στό­λου, ό­πως συ­μπλη­ρώ­νει η Άλκη Ζέη, στην πρό­σφα­τη Αυ­το­βιο­γρα­φία της. 

Το τρί­το εί­ναι έ­να σύ­ντο­μο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Συ­νά­ντη­ση». Η α­φη­γή­τρια α­να­ζη­τά­ει το πα­ρελ­θόν στα αλ­λο­τι­νά βι­βλία της. Όταν βρι­σκό­ταν σε “τό­πους που δεν τους βλέ­πει πια η συ­νή­θεια”, τα εί­χε ξε­χά­σει. Στο σή­με­ρα, που γρά­φει, άρ­χι­σε και πά­λι να τα θυ­μά­ται. Ήρθαν οι η­ρωί­δες των βι­βλίων της να την συ­να­ντή­σουν. Για πρώ­τη φο­ρά, α­να­φέ­ρει την τε­τρά­δα, Άννα, Μα­ρία, Ισμή­νη, Κάδ­μω, που ε­πα­νέρ­χε­ται στην α­φή­γη­ση, ση­μα­το­δο­τώ­ντας τον μυ­θο­πλα­στι­κό κό­σμο της. Μέ­ρος του και “οι Μι­χα­λί­νες που συ­ντρό­φια­σε, ή την συ­ντρό­φια­σα­ν”. 

Στα ε­πό­με­να κε­φά­λαια, τα σπί­τια και οι θά­να­τοι δη­λώ­νουν το χρό­νο. Ως στα­θε­ρή α­να­φο­ρά, πα­ρα­μέ­νει το σπί­τι της Κάδ­μως. Μνη­μο­νεύο­νται δυο μό­νο έ­πι­πλα, τα ο­ποία α­ντι­στοι­χούν σε δυο στά­σεις της ί­διας. Το τρί­κλι­νο  τρα­πέ­ζι, ό­που κά­θε­ται και γρά­φει, και το κρε­βά­τι, ό­που, πά­λι κα­θι­στή, με τη ρά­χη α­κου­μπι­σμέ­νη στο μα­ξι­λά­ρι, θυ­μά­ται. Το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο, για τα μέ­τρα και σταθ­μά του βι­βλίου, ε­κτε­νές, με τον αό­ρι­στο τίτ­λο «Διά­φο­ρα», πη­γαι­νοέρ­χε­ται στο χρό­νο. Ανα­φέ­ρο­νται κα­τοι­κίες της και θά­να­τοι. Προσ­διο­ρι­στι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της κα­τοι­κίας μό­νο  το ο­νο­μα­το­λό­γιο των δρό­μω­ν: Αρι­στο­τέ­λους, Τι­μο­λέ­ο­ντος στο Α΄ Νε­κρο­τα­φείο, Κε­φαλ­λη­νίας, Γκου­φιέ στο Κου­κά­κι. Μια α­πο­θή­κη της ο­δού Μπε­νά­κη έ­γι­νε, με την α­να­χώ­ρη­σή της, η κα­τοι­κία των βι­βλίων της. Δύο οι θά­να­τοι, και οι δυο α­πό καρ­διά: του Πορ­φύ­ρη, που “έ­σπα­σε η καρ­διά του” στο δρό­μο και πέ­θα­νε στο νο­σο­κο­μείο, χω­ρίς να μά­θει πως ήρ­θε ο φα­σι­σμός. Προ­φα­νώς, ο Πορ­φύ­ρης Κο­νί­δης, ο Κ. Πορ­φύ­ρης της «Επι­θεώ­ρη­σης Τέ­χνης», που πέ­θα­νε στις 14 Μαΐ 1967. Και ο θά­να­τος της Λου­κίας, 28 χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Της Λου­κίας Φω­το­πού­λου, σύμ­φω­να με το σχό­λιο της ε­πι­με­λή­τριας. Που, ό­μως, συ­σκο­τί­ζει ο­ρι­σμέ­να ση­μεία. 

Σε ό­λο το βι­βλίο, οι πε­ρι­γρα­φές του γε­ρά­σμα­τος, φθά­νο­ντας μέ­χρι τη στα­δια­κή με­τα­μόρ­φω­ση του η­λι­κιω­μέ­νου σε α­ντι­κεί­με­νο, βαί­νουν σε πα­ραλ­λη­λία με τη φθο­ρά των α­ντι­κει­μέ­νων, κα­θώς προ­χω­ρά­ει έως την α­πο­σύν­θε­ση. Μέ­χρι και ο τρό­πος, που α­να­φέ­ρε­ται στην τύ­χη των κα­τά­λοι­πων ε­νός α­πο­θα­νό­ντος σε συγ­γε­νι­κά χέ­ρια, προ­κα­λεί με την κυ­νι­κή του γυ­μνό­τη­τα. Στο πέ­μπτο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Πα­ρα­δείγ­μα­τα», α­να­μη­ρυ­κά­ζει τους τό­πους της ε­ξο­ρίας της, πε­ρι­γρά­φο­ντας δυο συ­να­πα­ντή­μα­τα με ε­ξό­ρι­στους. Το έ­να στο Βε­ρο­λί­νο, με “τον πρώ­το γραμ­μα­τέα του ι­σπα­νι­κού κόμ­μα­τος”, και το δεύ­τε­ρο, με έ­ναν Βούλ­γα­ρο, που α­νή­κει στη δι­κή της μι­κροϊστο­ρία. 

Στο έ­κτο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Μνή­μη», εμ­φα­νί­ζε­ται έ­να ί­χνος α­πό το σύν­δρο­μο της Ηλέκ­τρας, ο πα­τέ­ρας, τα κομ­μά­τια μου­σι­κής σε χο­ντρό χαρ­τί, που οι γυ­ναί­κες του σπι­τιού χρη­σι­μο­ποιούν για χαρ­τί πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τος. Δεν αρ­πά­ζε­ται α­πό την πα­ρη­γο­ριά της μνή­μης, α­ντί­θε­τα, κα­τα­λή­γει στη μα­ταιό­τη­τα κά­θε προ­σπά­θειας, φθά­νο­ντας στο δι­κό της θά­να­το. Η μνή­μη έ­χει τους δι­κούς της κα­νό­νες. Το κο­ντι­νό και το μα­κρι­νό δεν εί­ναι μό­νο συ­νάρ­τη­ση του χρό­νου, αλ­λά και του τρό­που που τα έ­ζη­σες. Στο ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Ει­κό­νες», το Βε­ρο­λί­νο εί­ναι ο τό­πος που “πριν τριά­ντα χρό­νια” εν­θου­σια­ζό­ταν ό­ταν το βομ­βάρ­δι­ζαν, αλ­λά και ο τό­πος κα­τοι­κίας της για χρό­νια. Στο τώ­ρα της Αθή­νας, νο­σταλ­γεί “Πα­ρί­σι, Βε­ρο­λί­νο, Βαρ­σο­βία”. Η α­φή­γη­ση αι­σθη­το­ποιεί τη γνω­στή ε­πω­δό, και “τό­τε χά­νεις την αί­σθη­ση του χρό­νου, την αί­σθη­ση του τό­που”.

Πα­ρό­τι το ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο έ­χει τίτ­λο «Πο­λι­τείες», η κυ­ρίαρ­χη πα­ρά­στα­ση εί­ναι τα σπί­τια. Αλλά­ζει ο μέ­τοι­κος τό­πο, αλ­λά­ζει σπί­τι, αλ­λά δεν έ­χει που­θε­νά έ­να σπί­τι, που για τους πολ­λούς ση­μαί­νει ι­διο­κτη­σία. Η Αξιώ­τη, γε­νι­κό­τε­ρα ο α­ρι­στε­ρός πα­λαιό­τε­ρων και­ρών, δεν εί­χε έ­ντο­νο το αί­σθη­μα της ι­διο­κτη­σίας. Εδώ, “πο­λι­τείες” εί­ναι τα μυ­κο­νιά­τι­κα σπί­τια των παπ­πού­δων και ε­κεί­νο το α­θη­ναϊκό της ο­δού Με­νάν­δρου, ό­που “γεν­νή­θη­κε, πα­ντρεύ­τη­κε, πέ­θα­νε η μη­τέ­ρα”, “το κολ­λη­τό με το Εθνι­κό Θέ­α­τρο”. Το κε­φά­λαιο, ό­που ζω­ντα­νεύει την τό­τε και την νυν γει­το­νιά ε­κεί­νου του σπι­τιού, το τιτ­λο­φο­ρεί «Στρο­φή», πι­θα­νώς για­τί δεί­χνει την με­ταλ­λα­γή στά­σεως των αλ­λο­τι­νών και των ση­με­ρι­νών κα­τοί­κων του. Το βα­σι­κό, ό­μως, που άλ­λα­ξε, εί­ναι ο ρυθ­μός του χρό­νου, “τό­τε στα­θε­ρός, τώ­ρα κου­τρου­βα­λά”. Ακό­μη και στο ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Επι­στρο­φή», κυ­ρίαρ­χη πα­ρά­στα­ση στην α­φη­γη­μα­τι­κή τα­ξι­νό­μη­ση έ­χουν τα σπί­τια, α­πό τα α­θη­ναϊκά μέ­χρι “τα τρο­μα­κτι­κά κτί­ρια” του Βε­ρο­λί­νου.

Και στα 13 κε­φά­λαια, σαν ε­κλάμ­ψεις σύλ­λη­ψης, που ση­μα­το­δο­τούν το χρό­νο, ε­πα­νέρ­χο­νται οι αλ­λη­γο­ρι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις του α­φη­γη­μα­τι­κού Εγώ. “Ήσουν έ­να φυ­τό... Ήσουν έ­να πη­γά­δι... Ήσουν έ­να η­φαί­στειο... οι ψυ­χές των πε­θα­μέ­νων σε κα­τοι­κού­νε”. Εκεί­νων που πε­ρισ­σό­τε­ρο α­γά­πη­σες. Ανα­φέ­ρε­ται ο ερ­γο­στα­σιάρ­χης ε­ρα­στής, που έ­κα­ψε το δέ­μα με τα ε­ρω­τι­κά γράμ­μα­τα που του έ­στελ­νες, ό­ταν ε­σύ ε­πι­στρα­τεύ­τη­κες ι­δε­ο­λο­γι­κά. Ακό­μη ο Αλέ­ξαν­δρος α­πό τις «Δύ­σκο­λες νύ­χτες», αλ­λά με το α­λη­θι­νό του ό­νο­μα. Όλο το πα­ρελ­θόν, πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα αλ­λά και οι μυ­θο­πλα­στι­κοί τους α­ντι­κα­το­πτρι­σμοί. Το βι­βλίο της Κάδ­μως, ό­μως, α­νοί­γει και κλεί­νει με την Μπί­λιω. Ποιο εί­ναι το α­λη­θι­νό ό­νο­μά της;  

Υπάρ­χει η Μπί­λιω του Μα­λα­κά­ση: “Η κό­ρη ε­νός θα­λασ­σι­νού κ’ ε­νός λι­μνιώ­τη η α­δερ­φή, / Κ’ η μο­σκο­θυ­γα­τέ­ρα, / ...Της Κυ­ρ’ Αννιώ η Μπί­λιω, / Πρώ­τη μου α­γά­πη...” Έτσι αρ­χί­ζει «Το Με­σο­λογ­γί­τι­κο», που ο ποιη­τής δη­μο­σίευ­σε το 1914. Ο εκ πα­τρός παπ­πούς, ο Πα­νά­γος Αξιώ­της, 25 χρό­νια πρε­σβύ­τε­ρος του ποιη­τή, τον εί­χε τα­κτι­κό προ­σκε­κλη­μέ­νο στο σπί­τι του στην Αθή­να, πι­θα­νώς να τον εί­χε φι­λο­ξε­νή­σει και στο νη­σί. Τον γνώ­ρι­ζε η εγ­γο­νή του. Η Κάδ­μω θυ­μά­ται: “«Και να με­τράς», μας εί­πε μια φο­ρά ο Μα­λα­κά­σης, «και νά ’ναι η Μπί­λιω τριά­ντα χρό­νια μες στη γη»”. Αν, α­ντί για 30 βά­λου­με 33, έ­χου­με το δί­στι­χο με το ο­ποίο κλεί­νει το γνω­στό­τε­ρο ποίη­μα του Μα­λα­κά­ση «Ο Τά­κη-Πλού­μας», μό­νο που ε­κεί­νος εί­ναι πλά­σμα της φα­ντα­σίας του ποιη­τή. Όχι, ό­μως, και η Μπί­λιώ του.

Υπάρ­χει και η Μπί­λιω του Σε­φέ­ρη: “Αργά μι­λού­σες μπρος στον ή­λιο / και τώ­ρα εί­ναι σκο­τά­δι / κι ή­σουν της μοί­ρας μου υ­φά­δι / συ, που θα λέ­γαν Μπί­λιω”.  Έτσι αρ­χί­ζει το δεύ­τε­ρο ποίη­μα, «Αργά μι­λού­σες», της πρώ­της συλ­λο­γής του, «Στρο­φή», που ε­ξέ­δω­σε το 1931. Αργό­τε­ρα, φα­νε­ρώ­θη­κε η Μπί­λιω του σε­φε­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, «Έξι νύ­χτες στην Ακρό­πο­λη», που εκ­δό­θη­κε το 1974, με­τά τον θά­να­το και του ποιη­τή και της Αξιώ­τη. Η Μπί­λιω της Κάδ­μως “εί­χε αρ­χί­σει να γρά­φει έ­να πε­λώ­ριο πι­θα­νόν βι­βλίο”, αλ­λά “πέ­θα­νε πο­λύ πρόω­ρα”, α­πό ε­κεί­νο το γρα­φτό έ­μει­νε μό­νο μια φρά­ση. Σε τρία κε­φά­λαια, μνη­μο­νεύε­ται ο θά­να­τός της. Σε τρία άλ­λα, ο θά­να­τος της Λου­κίας. Σύμ­φω­να με την α­φή­γη­ση, το σε­φε­ρι­κό «Άρνη­ση», με τους τό­σο γνω­στούς στί­χους, “Στο πε­ρι­γιά­λι το κρυ­φό κι άσ­προ σαν πε­ρι­στέ­ρι...” , γρά­φτη­κε για την Λου­κία. Τη Λου ή και Σα­λώ­μη ή και Μπί­λιω του Σε­φέ­ρη. Την Λου­κία Φω­το­πού­λου, δεύ­τε­ρη ε­ξα­δέλ­φη της Αξιώ­τη εκ μη­τρός. 

“Στο σπί­τι της ο­δού Καρ­νεά­δου, απ’ ό­που βγά­λα­νε τη Λου­κία νε­κρή”. Πράγ­μα­τι, Ιούλ. 1939, που πε­θαί­νει η Φω­το­πού­λου, κα­τοι­κού­σε με τη μη­τέ­ρα και την κό­ρη της στην ο­δό Καρ­νεά­δου, έ­χο­ντας ε­γκα­τα­λεί­ψει α­πό χρό­νια τη συ­ζυ­γι­κή στέ­γη του ζω­γρά­φου και α­γιο­γρά­φου Ανα­στά­σιου Λου­κί­δη. Πού πέ­θα­νε η Λου­κία; Σύμ­φω­να με το σχό­λιο, που συμ­φω­νεί με την πε­ρι­γρα­φή της α­φή­γη­σης, στους Δελ­φούς. Σύμ­φω­να με άλ­λη πη­γή, στην Ύδρα. Το σί­γου­ρο εί­ναι πως η Λου­κία της Κάδ­μως “μπή­κε νε­κρή μέ­σα στην πο­λι­τεία, πά­νω στα γό­να­τα του ζω­ντα­νού αν­θρώ­που που την συ­νο­δεύει.” “Δεν άν­θε­ξε η καρ­διά της”. Η συγ­γρα­φέ­ας δεν θέ­λει να μι­λή­σει για τους ε­ρα­στές, ού­τε της Λου­κίας, ού­τε της Μπί­λιως. Δεν την εν­δια­φέ­ρει, ποιος εί­ναι ο “ζω­ντα­νός άν­θρω­πος” που τε­λευ­ταίος την α­γκά­λια­σε. Ποιη­τής; Ζω­γρά­φος; Και τα δυο; Αυ­τά στο βι­βλίο της Μπί­λιως,  που δεν γρά­φτη­κε, αλ­λά που, πι­θα­νώς, αν γρα­φό­ταν, να ή­ταν ε­λευ­θε­ριά­ζον, ό­πως ε­κεί­νο που η Κάδ­μω θυ­μά­ται πως πο­λύ ά­ρε­σε στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’30. Να εί­χε ά­ρα­γε δια­βά­σει η Αξιώ­τη το “ρω­μά­ντσο” της Ντό­ρας Ρω­ζέτ­τη «Η ε­ρω­μέ­νη της»; Λί­ζα ο­νο­μά­ζει τη φί­λη της α­φη­γή­τριας στις «Δύ­σκο­λες νύ­χτες», και αυ­τή ά­τα­κτη, ό­χι ό­μως στον ί­διο βαθ­μό με τη Λί­ζα της Ρω­ζέτ­τη. Ωστό­σο, μια κά­ποια ε­ρω­τι­κή α­τμό­σφαι­ρα πλα­νά­ται στη σχέ­ση των δυο κο­ρι­τσιών. Σύ­μπτω­ση; 

Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση, αν ό­χι τη βε­βαιό­τη­τα, ό­τι η «Κάδ­μω» εί­ναι το πιο βα­σα­νι­στι­κά α­πο­σταγ­μέ­νο βι­βλίο της Αξιώ­τη. Μέ­σα ό­μως στην α­πό­στα­ξη, ε­κεί­νη κι­νεί­ται, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τα προ­γε­νέ­στε­ρα βι­βλία της, σαν δυσ­διά­κρι­τη σκιά. Εύ­στο­χα ή ά­στο­χα, πά­ντως α­νί­χνευ­ση αυ­τής της σκιάς ε­πι­χει­ρή­σα­με. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, ό­χι ό­μως ά­σχε­τα, να ση­μειώ­σου­με ό­τι ε­κεί­νο που α­που­σιά­ζει και στην πε­ρί­πτω­ση της Αξιώ­τη, εί­ναι μια εν­δε­λε­χής βι­βλιο­γρα­φία.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/7/2016.

Φωτο: Η Αξιώτη σε σκίτσο του Αντώνη Πρωτοπάτση, γνωστού και με την γαλλόγλωσση συγκοπή Pazzi.

Δεν υπάρχουν σχόλια: