<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800</id><updated>2012-01-18T04:29:20.823-08:00</updated><category term='Μαΐστρος'/><category term='ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ'/><category term='ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ'/><category term='Συγγραφικά και ερωτικά πάθη'/><category term='Το νόημα'/><category term='Κριτική βιβλίου Θεοδοσοπούλου Ραζικότσικας'/><category term='Στη χώρα της σάμπας'/><category term='Λαϊνά'/><category term='Στην ιδιαίτερη πατρίδα τα Πατήσια'/><category term='Γιώργος Κατηφόρης'/><category term='Θανάσης Χειμωνάς'/><category term='Ο μυθικός &quot;Οδυσσέας&quot;'/><category term='Θεοδοσοπούλου Η άδεια καρέκλα'/><category term='Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών'/><category term='Μακρόπουλος'/><category term='&quot;Διαβάζω&quot;'/><category term='Το βλέμμα της Μέδουσας'/><category term='Χριστόφορος Μηλιώνης'/><category term='Πολλάτος'/><category term='Βικέλας'/><category term='Προσωπογραφία ενός αγωνιστή'/><category term='Σβολόπουλος'/><category term='Παπαδιαμαντολογίες'/><category term='Μοναχικοί και ανυπεράσπιστοι'/><category term='Μάρη Θεοδοσοπούλου'/><category term='Ρίκα Σεϊζάνη'/><title type='text'>EX LIBRIS</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><link rel='next' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default?start-index=101&amp;max-results=100'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>182</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-5023332126558216969</id><published>2012-01-18T04:25:00.000-08:00</published><updated>2012-01-18T04:29:20.840-08:00</updated><title type='text'>Έρωτες της μιας νύχτας</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Vivant Denon&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«Χω­ρίς ε­παύ­ριον»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Με­τά­φρα­ση Ανδρέ­ας Στάϊκος&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Με­τά­φρα­ση ει­σα­γω­γι­κών κει­μέ­νων&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;και ε­πί­με­τρου Ιωάν­να Λεκ­κά­κου&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Εκδό­σεις Άγρα&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Νοέμ­βριος 2011&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Σελ. 169&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 189px; height: 200px;" src="http://1.bp.blogspot.com/-kN7zxHzYvjU/Txa62-Fl1GI/AAAAAAAAAUM/Btwv6avthAc/s200/1512012.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5698947832026092642" /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Υπάρ­χουν πολ­λών ει­δών έ­ρω­τες. Στο έ­να ά­κρο βρί­σκο­νται οι μα­κρο­χρό­νιοι, με α­πο­δυ­να­μω­μέ­νο το ε­ρω­τι­κό πά­θος, και στο άλ­λο οι έ­ρω­τες της μίας νύ­χτας, με το πά­θος να πε­ρισ­σεύει. Για δια­φο­ρε­τι­κούς λό­γους, και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις η α­βρό­τη­τα υ­πο­χω­ρεί και οι λε­πτο­μέ­ρειες στην καλ­λιέρ­γεια της σα­γή­νης, που προ­η­γεί­ται της α­πό­λαυ­σης, πα­ρα­με­ρί­ζο­νται. Τις α­πώ­λειες σε η­δο­νή των ε­ρα­στών τις θυ­μί­ζει αυ­τή η ε­ξαί­σια νου­βέ­λα η­λι­κίας κο­ντά δυό­μι­σι αιώ­νων και έ­κτα­σης πε­ρί τις τριά­ντα σε­λί­δες. Αν α­πα­λει­φθούν οι τίτ­λοι ευ­γε­νείας των η­ρώων, θα μπο­ρού­σε να εί­χε γρα­φτεί σή­με­ρα α­πό κά­ποιον, στον ο­ποίο να ται­ριά­ζει το πα­ρω­νύ­μιο Φαύ­νος, που α­πέ­δι­δαν στον συγ­γρα­φέα της νου­βέ­λας οι κυ­ρίες της Αυ­λής των Λου­δο­βί­κων, ό­λες, α­νε­ξαι­ρέ­τως η­λι­κίας, θύ­μα­τα της γο­η­τείας του. Αν και μια σύγ­χρο­νη εκ­δο­χή, πι­θα­νώς, να μην α­κο­λου­θού­σε τις δυο πα­ραλ­λα­γές- την πρώ­τη του 1777 και την δεύ­τε­ρη του 1812- που α­να­δη­μο­σιεύο­νται στον τό­μο, αλ­λά να α­πέ­κλι­νε προς τις εν­διά­με­σες ε­πα­να­γρα­φές, που χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν πιο ε­λευ­θε­ριά­ζου­σες.   &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η νου­βέ­λα μας θύ­μι­σε έ­να γκρά­φι­τι σε τοί­χο των Εξαρ­χείω­ν: «Ο ρό­λος του έ­ρω­τα εί­ναι να ε­πι­νο­εί την α­νοι­κειό­τη­τα μι­κρή μου.» Αυ­τό, α­κρι­βώς, ε­πι­τυγ­χά­νουν οι ε­ρα­στές της νου­βέ­λας. Μό­νο που γι’ αυ­τήν την αλ­χη­μεία, α­παι­τεί­ται ο έ­νας να παί­ζει το ρό­λο του μύ­στη. Με άλ­λα λό­για, να υ­πάρ­χει δια­φο­ρά η­λι­κίας α­νά­με­σα στους δυο, ό­πως υ­πο­νο­εί η τρυ­φε­ρή ε­πω­δός του γκρά­φι­τι και ό­πως συμ­βαί­νει στη νου­βέ­λα. Εκεί, ό­μως, κα­τ’ α­ντι­στρο­φή, α­φού ε­κεί­νη εί­ναι μια κυ­ρία κά­ποιας η­λι­κίας και ε­κεί­νος μό­λις ει­κο­σα­ε­τής. Σή­με­ρα, που ό­χι μό­νο οι ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις αλ­λά και οι εκ­φρά­σεις έ­χουν χά­σει την α­βρό­τη­τά τους, τη σχέ­ση των δυο ε­ρα­στών της νου­βέ­λας θα την α­πο­κα­λού­σα­με λα­θρο­γα­μία και δη, στο γό­να­το, α­φού και οι δυο εί­ναι δε­σμευ­μέ­νοι. Εκεί­νη, μά­λι­στα, δι­πλά, έ­χο­ντας σύ­ζυ­γο και ε­ρα­στή. Ενώ, ε­κεί­νος εί­ναι ε­ρω­τευ­μέ­νος με μια κυ­ρία της α­ρι­στο­κρα­τίας, ε­πί­σης δι­πλά δε­σμευ­μέ­νη, α­φού δια­τη­ρεί, πλην του νε­α­ρού, δε­σμό με δυο ε­ρα­στές. Στη νου­βέ­λα, η γυ­ναί­κα πε­ρι­γρά­φε­ται πλα­νεύ­τρα α­πό τη φύ­ση της και πρω­τέ­ας στην αλ­λα­γή των προ­σω­πείων, σκη­νο­θέ­τις μιας συ­νεύ­ρε­σης, που εί­ναι η α­πο­θέω­ση του αι­σθη­σια­σμού. Στη με­τα­φε­μι­νί­ζου­σα ε­πο­χή, οι α­ντί­στοι­χες κυ­ρίες με κοι­νω­νι­κό κύ­ρος - λ.χ., μια γιά­πισ­σα- μπο­ρεί να εμ­φα­νί­ζουν πα­ρα­πλή­σια συ­μπε­ρι­φο­ρά, μό­νο που τον έ­ρω­τα, ό­πως και τα λοι­πά του βίου, α­πλώς τα δια­χει­ρί­ζο­νται, χω­ρίς ι­διαί­τε­ρη φα­ντα­σία. Και μό­νο, λοι­πόν, γι’ αυ­τό το λό­γο, η νου­βέ­λα συ­νι­στά έ­να μο­να­δι­κό δώ­ρο για τις κυ­ρίες της καρ­διάς σας, μή­πως και ε­πα­να­κτή­σουν τον αι­σθη­σια­σμό, που α­πο­στέ­γνω­σαν τρέ­χο­ντα μπε­στ σέ­λερ και δια­χει­ρι­ζό­με­νες σχέ­σεις. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πα­ρα­πλα­νη­τι­κός ο ελ­λη­νι­κός τίτ­λος του βι­βλίου, θα τις θέλ­ξει, κα­θώς ται­ριά­ζει σε δρα­μα­τι­κά ρο­μά­ντσα για μοι­ραίους έ­ρω­τες, ε­ξαρ­χής κα­τα­δι­κα­σμέ­νους, α­λά Ρω­μαίος και Ιου­λιέ­τα. Και μά­λι­στα, ρο­μά­ντσα ε­πο­χής, χά­ρις στη λό­για ε­πί­φα­ση, που προσ­δί­δει ε­κεί­νο το ε­παύ­ριον έ­να­ντι του αύ­ριο. Ένας ω­ραίος τίτ­λος, που συμ­φω­νεί και με τον α­ντί­στοι­χο αγ­γλι­κό, αλ­λά ί­σως και να προ­δί­δει το πνεύ­μα του πρω­τό­τυ­που τίτ­λου, ο ο­ποίος βρί­σκε­ται σε αρ­μο­νία με το μύ­θο της νου­βέ­λας. Πώς, ό­μως, να α­πο­δο­θεί στη γλώσ­σα μας το «Point de lendemain»; Πά­ντως, στον τίτ­λο του πρω­τό­τυ­που, που α­ντα­να­κλά την κα­τα­κλεί­δα της ι­στο­ρίας, δεν υ­πάρ­χει η δυ­στυ­χία ε­νός ο­ρι­στι­κού α­πο­χαι­ρε­τι­σμού. Άλλω­στε, στη δεύ­τε­ρη εκ­δο­χή της νου­βέ­λας, ό­ταν η κυ­ρία α­πο­χαι­ρε­τά τον νε­α­ρό ε­ρα­στή ε­κεί­νης της νύ­χτας, δεν προ­σθέ­τει το με­λο­δρα­μα­τι­κό “για πά­ντα” της πρώ­της γρα­φής. Επί­σης, ας μην λη­σμο­νού­με, ό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν ει­κο­σά­ρη, έμ­μο­να προ­σκολ­λη­μέ­νο σε μια άλ­λη κυ­ρία, ο ο­ποίος, ω­στό­σο, την προ­η­γού­με­νη νύ­χτα, γνώ­ρι­σε την η­δο­νή των αι­σθή­σεων. Εκεί­νο, λοι­πόν, που τον α­πα­σχο­λεί στο τα­ξί­δι της ε­πι­στρο­φής, εί­ναι το δί­δαγ­μα αυ­τής της ε­μπει­ρίας, που του έ­δει­ξε ό­τι η ου­σία εί­ναι η η­δο­νή και μά­λι­στα, ό­ταν εί­ναι α­πηλ­λαγ­μέ­νη α­πό τον ψυ­χα­να­γκα­σμό του έ­ρω­τα. Αυ­τό το εκ της πεί­ρας μά­θη­μα θα εί­ναι το ε­πό­με­νο ση­μείο των ε­ρω­τι­κών του α­να­ζη­τή­σεων.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ποιος, ό­μως, εί­ναι ο συγ­γρα­φέ­ας αυ­τής της πε­ριώ­νυ­μης στα γαλ­λι­κά γράμ­μα­τα νου­βέ­λας, που ο γνω­στός γάλ­λος κρι­τι­κός Σαι­ντ-Μπε­β, στα «Λο­γο­τε­χνι­κά Πορ­τραί­τα» του, την χα­ρα­κτη­ρί­ζει το μο­να­δι­κό πραγ­μα­τι­κά κομ­ψό δείγ­μα στο εί­δος του ε­ρω­το­γρα­φή­μα­τος; Για δε­κα­ε­τίες οι γνώ­μες δι­χά­ζο­νταν. Άλλοι την α­πέ­δι­δαν στον Κλω­ντ Ζο­σέφ Ντο­ρά και άλ­λοι στον Ντο­μι­νίκ Βι­βάν ντε Νον ή και Ντε­νόν. Το ε­ρώ­τη­μα α­πα­ντή­θη­κε ο­ρι­στι­κά, το 1864, με την λε­πτο­με­ρή ε­ξέ­τα­ση του ι­στο­ρι­κού των πρώ­των εκ­δό­σεων. Στην πρό­σφα­τη ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση, δί­νο­νται οι σχε­τι­κές πλη­ρο­φο­ρίες και μά­λι­στα, πολ­λα­πλώς, κα­θώς, ε­κτός α­πό τις ση­μειώ­σεις, α­να­δη­μο­σιεύο­νται δυο πρό­λο­γοι α­πό γαλ­λι­κές εκ­δό­σεις της νου­βέ­λας κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­πε­ντα­ε­τία, του συγ­γρα­φέα Ζου­λιέν Σε­ντρές και του με­λε­τη­τή των ι­δεών του 18ου αιώ­να, Μι­σέλ Ντε­λόν. Επί­σης, ως ε­πί­με­τρο, προ­στί­θε­νται κεί­με­να των Ανα­τόλ Φρα­νς και Μί­λαν Κού­ντε­ρα, κα­θώς και χρο­νο­λό­γιο. Εξ ό­λων αυ­τών συ­νά­γε­ται ό­τι συγ­γρα­φέ­ας της νου­βέ­λας εί­ναι ο Ντε­νόν. Μό­νο που τα αλ­λη­λο­κα­λυ­πτό­με­να στοι­χεία δη­μιουρ­γούν την υ­πό­νοια ό­τι ο πρε­σβύ­τε­ρός του και φί­λος του Ντο­ρά μπο­ρεί και να την σφε­τε­ρί­στη­κε. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, η νου­βέ­λα δη­μο­σιεύ­τη­κε για πρώ­τη φο­ρά το 1777, υ­πο­γε­γραμ­μέ­νη με τα αρ­χι­κά του Ντε­νόν, στην πα­ρι­σι­νή μη­νιαία «Εφη­με­ρί­δα των Κυ­ριών», που ε­ξέ­δι­δε μια κυ­ρία, στης ο­ποίας το λο­γο­τε­χνι­κό σα­λό­νι σύ­χνα­ζε ο Ντε­νόν. Αρχι­συ­ντά­κτης ή­ταν ο Ντο­ρά, ο ο­ποίος και ση­μειώ­νει προ­λο­γι­κά ό­τι η ι­στο­ρία του φά­νη­κε πνευ­μα­τώ­δης και πρω­τό­τυ­πη, γι’ αυ­τό και την συ­μπε­ριέ­λα­βε. Την ξα­να­τύ­πω­σε ο ί­διος ο Ντο­ρά, το 1780, σε δί­το­μα α­νά­λε­κτα έρ­γων δι­κών του και άλ­λων λο­γίων, ό­λα δη­μο­σιευ­μέ­να στην «Εφη­με­ρί­δα των Κυ­ριών». Εκεί, η νου­βέ­λα δεν φέ­ρει υ­πο­γρα­φή. Πι­θα­νώς για­τί τα αρ­χι­κά της πρώ­της υ­πο­γρα­φής, M.D.G.O.D.R., του­τέ­στιν M. Denon Gentilhomme Ordinaire du Roi, δεν άρ­μο­ζαν στο δι­πλω­μα­τι­κό πό­στο, που ο Ντε­νόν εί­χε εν­δια­μέ­σως ε­ξα­σφα­λί­σει στην Ιτα­λία. Το ί­διο έ­τος, ό­μως, η νου­βέ­λα ξα­να­τυ­πώ­θη­κε στα Άπα­ντα του Ντο­ρά. Μό­νο που, αυ­τή τη φο­ρά, δεν εί­χε ε­κεί­νος την πρω­το­βου­λία, α­φού εί­χε στο με­τα­ξύ – συ­γκε­κρι­μέ­να, στις 29 Απρι­λίου - α­πο­δη­μή­σει. Η πρω­το­βου­λία κα­θώς και η ε­πι­μέ­λεια α­νή­κουν σε  έ­ναν συγ­γε­νή του, στον ο­ποίο φαί­νε­ται να ο­φεί­λε­ται και η έκ­δο­ση του 1802, και πά­λι σε τό­μο με έρ­γα του Ντο­ρά. Θα πρέ­πει, ε­δώ να α­να­φερ­θεί, ό­τι ο Ντο­ρά ή­ταν έ­νας μάλ­λον μέ­τριος θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας και πε­ζο­γρά­φος, που φρό­ντι­ζε ό­μως ι­διαί­τε­ρα τα της προ­βο­λής του. Όπως φαί­νε­ται, ο Ντε­νόν α­δια­φό­ρη­σε για το πρώ­το τύ­πω­μα της νου­βέ­λας του, ό­ντας πο­λύ α­πα­σχο­λη­μέ­νος με την ε­παγ­γελ­μα­τι­κή του στα­διο­δρο­μία. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, μαρ­τυ­ρία, ό­τι την έκ­δο­ση της δεύ­τε­ρης εκ­δο­χής της νου­βέ­λας, του 1812, και πά­λι α­νώ­νυ­μη, την ε­πι­με­λή­θη­κε ο ί­διος. Σύμ­φω­να με μαρ­τυ­ρίες, με­τα­ξύ αυ­τών και του  Μπαλ­ζά­κ, στη διάρ­κεια ε­νός πρι­γκι­πι­κού δεί­πνου, ό­ταν ήρ­θε η συ­ζή­τη­ση στο α­νε­ξάν­τλη­το θέ­μα της γυ­ναι­κείας πα­νουρ­γίας, ο Ντε­νόν α­φη­γή­θη­κε την ι­στο­ρία, γο­η­τεύο­ντας το α­κρο­α­τή­ριό του. Έσπευ­σε, μά­λι­στα, την ε­παύ­ριον του δεί­πνου, να την τυ­πώ­σει σε βι­βλιά­ριο για να έ­χει την ευ­χα­ρί­στη­ση να την προ­σφέ­ρει με­τά α­φιε­ρώ­σεως στην ο­λι­γο­με­λή και ε­κλε­κτή ο­μή­γυ­ρη ε­κεί­νου του δεί­πνου. Ει­κά­ζε­ται ό­τι τυ­πώ­θη­καν 25 με 30 α­ντί­τυ­πα. Εκεί­νο, πά­ντως, που κα­τα­τέ­θη­κε στην Αυ­το­κρα­το­ρι­κή Βι­βλιο­θή­κη, φέ­ρει, κά­τω α­πό το α­πο­στο­λι­κό α­πό­φθεγ­μα, “το γαρ γράμ­μα α­πο­κτέν­νει, το δε πνεύ­μα ζωο­ποιεί”, που προ­στέ­θη­κε ως μό­το, υ­πο­γρα­φή με τα αρ­χι­κά του ο­νό­μα­τός του.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Το μό­νο σί­γου­ρο για τον α­ναμ­φί­βο­λα πο­λυ­τά­λα­ντο αλ­λά και πο­λύ ά­σχη­μο, του­λά­χι­στον κα­τά τη θη­λυ­κή ε­τυ­μη­γο­ρία της ε­πο­χής του, Ντε­νόν εί­ναι ό­τι ή­ταν έ­νας πνευ­μα­τώ­δης συ­ζη­τη­τής, που γνώ­ρι­ζε το πως να γο­η­τεύει τους άλ­λους, α­νε­ξαρ­τή­τως φύ­λου και κοι­νω­νι­κής τά­ξης. Προ πα­ντός, τους ευ­γε­νείς και τους α­ξιω­μα­τού­χους, πα­ρό­τι προ­ερ­χό­ταν α­πό την ε­κτός Πα­ρι­σιού ευ­κα­τά­στα­τη αλ­λά χα­μη­λό­βαθ­μη α­ρι­στο­κρα­τία. Χά­ρις στους κομ­ψούς και θελ­κτι­κούς του τρό­πους ε­πέ­πλευ­σε στην γαλ­λι­κή α­ρι­στο­κρα­τία πα­ρα­πά­νω α­πό μι­σό, ι­διαί­τε­ρα τα­ρα­χώ­δη, αιώ­να. Από το 1769, σε η­λι­κία εί­κο­σι δυο ε­τών, που κά­νει το ντε­μπού­το του στην Αυ­λή του Λου­δο­βί­κου ΙΕ΄ μέ­χρι το 1825, που πε­θαί­νει ως έ­νας τι­μη­μέ­νος πρε­σβύ­της στην Αυ­λή του Κά­ρο­λο Ι΄. Ως χα­ρά­κτης συ­στή­νε­ται στον πρώ­το Λου­δο­βί­κο, ως δι­πλω­μά­της πε­ρι­φέ­ρε­ται στην Ευ­ρώ­πη, α­πό την Ρω­σία στην Ελβε­τία και την Ιτα­λία, ε­πί βα­σι­λείας του ε­πό­με­νου Λου­δο­βί­κου, του Ι­ΣΤ΄, ως καλ­λι­τέ­χνης και ε­πι­στή­μο­νας, ό­χι μό­νο ε­πι­βιώ­νει, αλ­λά και προο­δεύει στα χρό­νια της Γαλ­λι­κής Επα­νά­στα­σης. Υπό την προ­στα­σία του Ρο­βε­σπιέ­ρου γί­νε­ται χα­ρά­κτης της Δη­μο­κρα­τίας, ως σύ­ντρο­φος του Μπα­ράς κυ­κλο­φο­ρεί στα γαλ­λι­κά σα­λό­νια την πε­ρίο­δο του Διευ­θυ­ντη­ρίου, δεν κα­τα­πο­ντί­ζε­ται ό­μως με­τ’ αυ­τού, α­φού βρί­σκε­ται ή­δη υ­πό την προ­στα­σία του Να­πο­λέ­ο­ντα. Τό­τε, σε η­λι­κία πε­νή­ντα ε­τών, ξε­κι­νά το κύ­ριο και λα­μπρό­τε­ρο στά­διο της ζωής του. Ακο­λου­θεί τον Να­πο­λέ­ο­ντα στην εκ­στρα­τεία του στην Αί­γυ­πτο, κο­μί­ζο­ντας σχέ­δια και ε­κα­το­ντά­δες χα­ρα­κτι­κά, τα ο­ποία και ει­κο­νο­γρα­φούν την α­νι­στό­ρη­ση του «Τα­ξι­διού στην Κά­τω και Άνω Αί­γυ­πτο». Πρό­κει­ται για έ­να βι­βλίο, που κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1802 και προ­κά­λε­σε αί­σθη­ση στην τα­ραγ­μέ­νη Ευ­ρώ­πη. Πρώ­τος αι­γυ­πτιο­λό­γος ο βα­ρώ­νος πλέ­ον Ντε­νόν, γί­νε­ται ο πρώ­τος διευ­θυ­ντής του Κε­ντρι­κού Μου­σείου των Τε­χνών, το ο­ποίο, το 1803, με­το­νο­μά­ζε­ται σε Μου­σείο Να­πο­λέ­ο­ντος. Το 1770, ο Λου­δο­βί­κος ΙΕ΄ τον εί­χε το­πο­θε­τή­σει φύ­λα­κα της συλ­λο­γής πο­λύ­τι­μων λί­θων της κυ­ρίας ντε Πο­μπα­ντού­ρ, τριά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, α­πα­ξά­πα­ντες οι καλ­λι­τε­χνι­κοί θη­σαυ­ροί της χώ­ρας βρί­σκο­νται στη δι­καιο­δο­σία του. Κι ε­κεί­νος, ό­χι μό­νο τους φυ­λάσ­σει, αλ­λά με ζή­λο τους πολ­λα­πλα­σιά­ζει. Ακο­λου­θεί τον Να­πο­λέ­ο­ντα στις εκ­στρα­τείες του σε Ιτα­λία, Γερ­μα­νία, Αυ­στρία, Ισπα­νία, κα­τα­γρά­φο­ντας  ε­πί τό­που τα έρ­γα τέ­χνης, τα ο­ποία ε­πι­τάσ­σο­νται και λα­φυ­ρα­γω­γού­νται. Το 1814, ό­ταν το Μου­σείο Να­πο­λέ­ο­ντος με­το­νο­μά­ζε­ται σε Βα­σι­λι­κό Μου­σείο και το Συ­νέ­δριο της Βιέν­νης α­πο­φα­σί­ζει την ε­πι­στρο­φή των έρ­γων τέ­χνης, ο Ντε­νόν πα­ραι­τεί­ται. Ο Σε­ντρές, προ­λο­γί­ζο­ντας την πρώ­τη έκ­δο­ση του 21ου αιώ­να, τον α­πο­κα­λεί λω­πο­δύ­τη. Υπάρ­χει, ό­μως, και η ά­πο­ψη ό­τι μόχ­θη­σε για έ­να με­γά­λο μου­σείο τέ­χνης α­ντά­ξιο ο­λό­κλη­ρης της Ευ­ρώ­πης, ό­που θα φυ­λάσ­σο­νταν και οι θη­σαυ­ροί των άλ­λων η­πεί­ρων, προ­στα­τευ­μέ­νοι α­πό τις το­πι­κές συ­γκρού­σεις. Το 1870, που πή­ρε τε­λι­κά το ό­νο­μα Εθνι­κό Μου­σείο του Λού­βρου, ή­ταν κα­τά πο­λύ φτω­χό­τε­ρο.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Επει­δή, στην Ελλά­δα, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα γί­νο­νται α­προ­γραμ­μά­τι­στα και λί­γο τυ­χαία, α­ντί να γνω­ρί­σου­με τον Ντε­νόν α­πό τα πε­ρί Τέ­χνης βι­βλία του, μας συ­στή­νε­ται με το έ­να και μο­να­δι­κό λο­γο­τε­χνι­κό του πά­ρερ­γο. Τη νου­βέ­λα, που το βά­θος του μύ­θου της εί­ναι πραγ­μα­τι­κό, ό­πως βε­βαιώ­νει ο Ντο­ρά στο ει­σα­γω­γι­κό μό­το της πρώ­της δη­μο­σίευ­σής της στο πε­ριο­δι­κό που διευ­θύ­νει. Τι, α­κρι­βώς, εν­νο­εί; Πως μπο­ρεί να εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό μια α­λη­θι­νή ι­στο­ρία ή ό­τι α­ντα­να­κλά μια τρέ­χου­σα σε ε­κεί­νη την ε­πο­χή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα; Πά­ντως, ο Ντε­νόν, ό­ταν δεν βρι­σκό­ταν υ­πό την προ­στα­σία ι­σχυ­ρών αν­δρών, κα­τέ­φευ­γε στα σα­λό­νια κυ­ριών, κο­σμι­κών ή λο­γίων, ή, στις ευ­τυ­χείς πε­ρι­πτώ­σεις, κο­σμι­κών λο­γίων ό­πως η Κερ­κυ­ραία Ισα­βέλ­λα Θε­ο­τό­κη, με­τέ­πει­τα κό­μισ­σα Αλμπρί­τσι. Η ε­ρω­τι­κή τους σχέ­ση ξε­κί­νη­σε ταυ­τό­χρο­να με την Επα­νά­στα­ση και χά­ρις σε αυ­τήν, ό­ταν βρέ­θη­κε α­πο­κομ­μέ­νος στη Βε­νε­τία. Σα­ρα­ντά­ρης ε­κεί­νος, ού­τε τριά­ντα η Ισα­βέλ­λα. Πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­μως, εν­δια­φέ­ρου­σα εί­ναι μια άλ­λη ε­ρω­τι­κή ι­στο­ρία της Ισα­βέλ­λας, λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με έ­ναν άλ­λο συγ­γρα­φέα, τό­τε α­κό­μη έ­φη­βο, τον Ού­γκο Φώ­σκο­λο. Εκεί­νη η ι­στο­ρία θυ­μί­ζει τη νου­βέ­λα. Ήταν χω­ρίς ε­παύ­ριον, ό­χι, ό­μως, και της μιας νύ­χτας, α­φού η  Ισα­βέλ­λα φέ­ρε­ται ως μού­σα των πρώ­των έρ­γων του Φώ­σκο­λου. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αν κά­ποιος εκ­δό­της γο­η­τευ­θεί α­πό τη νου­βέ­λα, θα μπο­ρού­σε να μας προ­σφέ­ρει σαν συ­νέ­χεια τις ε­πι­στο­λές του Ντε­νόν προς την Ισα­βέλ­λα. Κι αν οι κο­ντά 300 σε­λί­δες τους φαί­νο­νται πολ­λές, δε­δο­μέ­νου ό­τι κρά­τη­σε μέ­χρι το 1816, ας κά­νει μια ε­πι­λο­γή των πρώ­των και πλέ­ον πε­ρι­πα­θών. Επί­σης, πα­ρεν­θε­τι­κά, α­πο­ρού­με πώς γί­νε­ται ο σχε­δια­στής και ε­πι­με­λη­τής της έκ­δο­σης να πα­ρα­κά­μπτει τον  Ντε­νόν,  ε­πι­λέ­γο­ντας για ει­κό­να ε­ξω­φύλ­λου πί­να­κα ε­νός άλ­λου γάλ­λου ζω­γρά­φου, του λί­γο πρε­σβύ­τε­ρου Ζαν Ονο­ρέ Φρα­γκο­νάρ. Αναμ­φι­βό­λως, το λεύ­κω­μα, που εκ­δό­θη­κε το 2006 για την δια­κο­σιε­τη­ρί­δα α­πό τον θά­να­το του Φρα­γκο­νά­ρ, με τα σχέ­δια και τους πί­να­κες, που ε­κεί­νος εί­χε ε­τοι­μά­σει για τα πα­ρα­μύ­θια του Λα Φο­νταίν, προ­σφέ­ρε­ται για ει­κο­νο­γρά­φη­ση της νου­βέ­λας του Ντε­νόν, αλ­λά και τα δι­κά του, έ­στω χω­ρίς χρώ­μα, δεν υ­στε­ρούν.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/1/2012&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Λεζάντα φωτογραφίας: Αυτοπροσωπογραφία σε πολλαπλά πρόσωπα του Ντομινίκ Βιβάν Ντενόν.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-5023332126558216969?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/5023332126558216969/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=5023332126558216969' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/5023332126558216969'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/5023332126558216969'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2012/01/blog-post_18.html' title='Έρωτες της μιας νύχτας'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-kN7zxHzYvjU/Txa62-Fl1GI/AAAAAAAAAUM/Btwv6avthAc/s72-c/1512012.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-4404132760431259275</id><published>2012-01-13T01:58:00.000-08:00</published><updated>2012-01-13T02:01:38.689-08:00</updated><title type='text'>Διασταύρωση επετείων</title><content type='html'>&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-hvEY1APyvBA/TxAAtF30f0I/AAAAAAAAAUA/ObkQ-q1Ov_U/s1600/mari712011.png"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 205px; height: 320px;" src="http://3.bp.blogspot.com/-hvEY1APyvBA/TxAAtF30f0I/AAAAAAAAAUA/ObkQ-q1Ov_U/s320/mari712011.png" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5697054303294095170" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div&gt;&lt;i&gt;Λεζάντα φωτογραφίας: Από τα επετειακά κατορθώματα της 6ης Δεκεμβρίου. Ο Παπαδιαμάντης ως αόμματος (Φωτ. Κ. Λιόντης).&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Χρι­στού­γεν­να 2011 ε­ξέ­πνευ­σε το έ­τος Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη. Πρω­το­χρο­νιά 2012 α­νέ­τει­λε το έ­τος Κα­ρό­λου Ντί­κε­νς. Το πρώ­το, ού­τε καν ε­πι­σή­μως α­πό την ελ­λη­νι­κή πο­λι­τεία α­να­κη­ρύ­χτη­κε έ­τος Πα­πα­δια­μά­ντη. Αντι­θέ­τως, το δεύ­τε­ρο ε­ξαγ­γέλ­θη­κε, με­τά φα­νών και λα­μπά­δων, ως πα­γκό­σμιο έ­τος Ντί­κε­νς, με τις προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νες εκ­δη­λώ­σεις να φτά­νουν μέ­χρι τα πέ­ρα­τα της άλ­λο­τε πο­τέ γη­ραιάς Αλβιώ­νος. Το χο­ρό των ε­ορ­τα­σμών θα σύ­ρει η πό­λη του Ντί­κε­νς, το Λον­δί­νο. Κα­τά κα­λή τύ­χη της πρω­τεύου­σας του Ηνω­μέ­νου Βα­σι­λείου, η δια­κο­σιε­τη­ρί­δα του Ντί­κε­νς συ­νέ­πε­σε με τη διε­ξα­γω­γή στην πό­λη των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων. Ως τη βα­σι­κή πο­λι­τι­στι­κή α­τρα­ξιόν ε­τοι­μά­ζο­νται οι Λον­δρέ­ζοι να προ­βάλ­λουν τον κο­ρυ­φαίο κλα­σι­κό τους συγ­γρα­φέα. Έχουν ή­δη α­να­και­νί­σει το μου­σείο του, στο κέ­ντρο της πό­λης, και κα­τα­στρώ­σει πλού­σιο πρό­γραμ­μα εκ­δη­λώ­σεων. Το μου­σείο στε­γά­ζε­ται σε έ­να α­πό τα σπί­τια, στα ο­ποία έ­ζη­σε ο Ντί­κε­νς. Λι­γό­τε­ρο α­πό τρία χρό­νια έ­μει­νε σε αυ­τό, ή­ταν ό­μως η πρώ­τη κα­τοι­κία με­σο­α­στι­κών προ­δια­γρα­φών που α­πέ­κτη­σε, μό­λις εί­χε αρ­χί­σει να κα­τα­ξιώ­νε­ται ως δη­μο­σιο­γρά­φος και έ­κα­νε τα πρώ­τα του συγ­γρα­φι­κά βή­μα­τα. Εκεί έ­γρα­ψε τον «Όλι­βερ Τουί­στ». Εί­ναι, πά­ντως, το μο­να­δι­κό κτί­σμα, που έ­φθα­σε α­κέ­ραιο μέ­χρι τον 20ο  αιώ­να. Δρα­στή­ριος ο Σύλ­λο­γος Ντί­κε­νς, που έ­χει συ­στα­θεί α­πό το 1902, το διέ­σω­σε α­πό την κα­τε­δά­φι­ση και το με­τέ­τρε­ψε σε μου­σείο, το ο­ποίο λει­τουρ­γεί α­πό το 1925. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Σε α­ντί­θε­ση, ο Πα­πα­δια­μά­ντης, μια ε­ντοι­χι­σμέ­νη προ­το­μή, ό­λη κι ό­λη, ευ­τύ­χη­σε να α­πο­κτή­σει στην Αθή­να, στην πλα­τεία Δε­ξα­με­νής, στο Κο­λω­νά­κι, ό­που έ­ζη­σε τα τε­λευ­ταία χρό­νια της α­θη­ναϊκής του με­τοι­κε­σίας.  Κι αυ­τής, ό­μως, της βγά­λα­με τα μά­τια ή, ε­πί το α­κρι­βέ­στε­ρο, έ­πε­σε θύ­μα πρό­σφα­του βαν­δα­λι­σμού. Κα­τά τα άλ­λα, σύμ­φω­να με τις πο­μπώ­δεις εκ­φρά­σεις των υ­πουρ­γών Πο­λι­τι­σμού, η Αθή­να μας, με το κλέ­ος των α­γαλ­μά­των της, συ­νι­στά α­κρο­γω­νιαίο λί­θο της βα­ριάς βιο­μη­χα­νίας της χώ­ρας μας, που εί­ναι ο του­ρι­σμός. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όσο για τα υ­πό­λοι­πα του έ­τους Ντί­κε­νς, ο Σύλ­λο­γός του έ­χει ή­δη α­ναγ­γεί­λει το Συ­νέ­δριο Ντί­κε­νς του 2012, προ­κρί­νο­ντας ως τό­πο διε­ξα­γω­γής τη γε­νέ­τει­ρά του, το Πόρ­τσμουθ. Σε α­ντί­θε­ση με την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μά­ντη, που φαί­νε­ται να νιώ­θει κά­θε φο­ρά συ­μπλεγ­μα­τι­κά να πραγ­μα­το­ποιή­σει το Συ­νέ­δριο στη Σκιά­θο. Να ση­μειώ­σου­με, ε­πί­σης, ό­τι ο Σύλ­λο­γος Ντί­κε­νς έ­χει ή­δη α­ναγ­γεί­λει το πρό­γραμ­μα του Συ­νε­δρίου, προσ­διο­ρί­ζο­ντας το χρό­νο και ό­λες τις λε­πτο­μέ­ρειες σχε­τι­κά και με τη συμ­με­το­χή σε αυ­τό, τις ο­ποίες α­να­κοι­νώ­νει στον διε­θνή Τύ­πο, ώ­στε το Συ­νέ­δριο να εί­ναι α­νοι­χτό για κά­θε εν­δια­φε­ρό­με­νο α­πα­ντα­χού της γης. Και πά­λι, σε α­ντί­θε­ση με την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μά­ντη, που δεν δη­μο­σιο­ποιεί ευ­ρύ­τε­ρα τις α­πο­φά­σεις της, τις ο­ποίες, ού­τως ή άλ­λως, παίρ­νει στο πα­ρά πέ­ντε. Τέ­λος, πα­ρό­λο που ο Ντί­κε­νς, ε­κτός α­πό Σύλ­λο­γο, έ­χει και νεό­τε­ρη Εται­ρεία, έ­να μό­νο διε­θνές Συ­νέ­δριο προ­γραμ­μα­τί­ζε­ται, στις 9 με 14 Αυ­γού­στου, και θα α­φο­ρά τον Ντί­κε­νς και το έρ­γο του, χω­ρίς θε­μα­τι­κούς πε­ριο­ρι­σμούς.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;b&gt;Δια­φο­ρές&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η δια­φο­ρά στην α­ντι­με­τώ­πι­ση των δυο συγ­γρα­φέων, ό­σο α­φο­ρά τη διε­θνή κοι­νό­τη­τα, εί­ναι συ­νάρ­τη­ση πολ­λών πα­ρα­γό­ντων, με κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο ε­κεί­νο της γλώσ­σας. Πέ­ραν, ό­μως, των πε­ριο­ρι­σμέ­νων ο­ρίων της ελ­λη­νι­κής, βα­σι­κός συ­ντε­λε­στής εί­ναι και το εί­δος της λο­γο­τε­χνίας, που καλ­λιέρ­γη­σαν οι δυο συγ­γρα­φείς. Όσο πε­ριο­ρι­στι­κή α­πο­βαί­νει η γλώσ­σα γρα­φής, α­ντί­στοι­χα δε­σμευ­τι­κό στην α­πή­χη­ση ε­νός συγ­γρα­φέα εί­ναι το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος του διη­γή­μα­τος ή και γε­νι­κό­τε­ρα της σύ­ντο­μης φόρ­μας έ­να­ντι του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Κο­ρυ­φαίος μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ο Ντί­κε­νς, ψυ­χα­γώ­γη­σε με τα βι­βλία του και τις με­τα­μορ­φώ­σεις τους σε ται­νίες, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές και τη­λε­ο­πτι­κές, σε θε­α­τρι­κά έρ­γα μέ­χρι και σε κό­μι­κς, ό­λες τις η­λι­κίες και ό­λες τις γε­νιές α­πό την ε­πο­χή του και του­λά­χι­στον μέ­χρι την η­λεκ­τρο­νι­κή ε­πέ­λα­ση. Ενώ, ο Πα­πα­δια­μά­ντης κω­δι­κο­ποιεί­ται ως διη­γη­μα­το­γρά­φος και α­να­λο­γι­κά πα­ρα­μέ­νει, πε­ρισ­σό­τε­ρο σή­με­ρα, δυσ­πρό­σι­τος στο ευ­ρύ κοι­νό.  Αυ­τή η δια­φο­ρά, ω­στό­σο, δεν ση­μα­το­δο­τεί και δια­φο­ρά α­να­στή­μα­τος. Ο Ντί­κε­νς έ­χει μεν κα­τα­χω­ρη­θεί ως κλα­σι­κός συγ­γρα­φέ­ας των αγ­γλι­κών γραμ­μά­των, αλ­λά η κρι­τι­κή, κα­τά και­ρούς, του κα­τα­λό­γι­σε συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό έως και με­λο­δρα­μα­τι­σμό, χα­ο­τι­κή δο­μή και ρε­α­λι­σμό νο­θευ­μέ­νο με ε­ξω­πραγ­μα­τι­κά στοι­χεία ρο­μα­ντι­κής προέ­λευ­σης. Με βά­ση ό­λα αυ­τά, οι Άγγλοι μο­ντερ­νι­στές τον ε­ξαί­ρε­σαν α­πό τον λο­γο­τε­χνι­κό Κα­νό­να που κα­τάρ­τι­σαν. Μέ­νει ζη­τού­με­νο, ποια μπο­ρεί να ή­ταν η ά­πο­ψή τους για τα διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;b&gt;Πρώ­τες με­τα­φρά­σεις&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μια γε­νιά χω­ρί­ζει τον Σκια­θί­τη α­πό τον λον­δρέ­ζο ο­μό­τε­χνό του. Εφέ­τος ε­ορ­τά­ζο­νται τα 200 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Ντί­κε­νς, στις 7 Φε­βρουα­ρίου 1812. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης γεν­νή­θη­κε 39 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στις 4 Μαρ­τίου 1851. Το 2011, συ­μπλη­ρώ­θη­κε έ­νας αιώ­νας α­πό το θά­να­τό του, στις 2 Ια­νουα­ρίου 1911. Κυ­ρια­κή γεν­νή­θη­κε και Κυ­ρια­κή πέ­θα­νε, λί­γο πριν κλεί­σει τα 60. Σε πα­ρα­πλή­σια η­λι­κία, έ­χο­ντας συ­μπλη­ρώ­σει τα 58, πέ­θα­νε ο Ντί­κε­νς, στις 8 Ιου­νίου 1870. Αμφό­τε­ροι χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται και κοι­νω­νι­κοί συγ­γρα­φείς. Κυ­ρίως κοι­νω­νι­κός συγ­γρα­φέ­ας ο Ντί­κε­νς, πε­ριέ­γρα­ψε και ε­πέ­κρι­νε ό­ψεις του βι­κτω­ρια­νού κό­σμου, μέ­σα στον ο­ποίο έ­ζη­σε. Όταν α­νέ­βη­κε στο θρό­νο η δε­κα­ο­χτά­χρο­νη Βι­κτω­ρία, το 1837, ε­κεί­νος ή­ταν ή­δη έ­νας δη­μο­φι­λής συγ­γρα­φέ­ας, πα­ρό­τι εί­χε εκ­δώ­σει μό­λις έ­να βι­βλίο τον προ­η­γού­με­νο χρό­νο. Το έ­τος της εν­θρό­νι­σής της δη­μο­σίευ­σε σε συ­νέ­χειες τον «Όλι­βερ Τουί­στ». Όταν πέ­θα­νε η Βα­σί­λισ­σα, το 1901, ε­κεί­νος εί­χε ή­δη ει­σέλ­θει στο πάν­θεο των κλα­σι­κών. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Δια βίου και σε ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο του, ο Ντί­κε­νς στά­θη­κε υ­πε­ρα­σπι­στής του λα­ού. Ανέ­δει­ξε αυ­τούς που δεν έ­χουν στον ή­λιο μοί­ρα, ορ­φα­νά και πα­ρίες, γε­λοιο­γρα­φώ­ντας τους τύ­ποις ε­νά­ρε­τους και κα­ταγ­γέλ­λο­ντας τους εκ­με­ταλ­λευ­τές. Με­τα­ξύ άλ­λων, πλά­θει στον «Όλι­βερ Τουί­στ» έ­ναν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό τύ­πο φι­λο­χρή­μα­του κα­κούρ­γου στον υ­πό­κο­σμο του Λον­δί­νου, τον Εβραίο Φέϊγκιν. Εί­ναι αρ­χη­γός                                                                                                                                συμ­μο­ρίας, που έ­χει στή­σει “σχο­λή” πορ­το­φο­λά­δων, ό­που εκ­παι­δεύει κα­ταλ­λή­λως ό­σα παι­διά πέ­φτουν στα χέ­ριά του. Αυ­τός ο ή­ρωας πο­λύ του κό­στι­σε του Ντί­κε­νς και ό­χι μό­νο με­τα­θα­να­τίως, ό­πως ο Σάϋλωκ του Σαίξ­πηρ. Οι κα­τη­γο­ρίες για α­ντι­ση­μι­τι­σμό ε­πη­ρέ­α­σαν α­κό­μη και το πλά­σι­μο, α­πό έ­να ση­μείο και ύ­στε­ρα, του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, κα­θώς γρα­φό­ταν και δη­μο­σιευό­ταν σε συ­νέ­χειες. Ο Ντί­κε­νς, ως προς τις πο­λι­τι­κές του α­ντι­λή­ψεις, πα­ρέ­μει­νε έ­νας α­στός της ε­πο­χής του. Γνη­σιό­τε­ρα λαϊκός υ­πήρ­ξε ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Μα­κράν, πά­ντως, και των δυο, οι ρι­ζο­σπα­στι­κές ι­δέες. Κι ό­μως, σε έ­ναν ρι­ζο­σπά­στη, που εν­θου­σιά­στη­κε με την κοι­νω­νι­κή κρι­τι­κή, που α­σκεί ο Ντί­κε­νς, πο­λύ πι­θα­νόν να ο­φεί­λε­ται η πρώ­τη με­τά­φρα­ση βι­βλίου του στα ελ­λη­νι­κά. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αυ­τό το πρώ­το βι­βλίο του Ντί­κε­νς εί­ναι το κοι­νω­νι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα «Τα δύ­σκο­λα χρό­νια». Εκδό­θη­κε το 1887 α­πό το πε­ριο­δι­κό «Εβδο­μάς», χω­ρίς ό­νο­μα με­τα­φρα­στή. Προ­η­γου­μέ­νως, εί­χε δη­μο­σιευ­θεί σε συ­νέ­χειες στο εν λό­γω πε­ριο­δι­κό. Το ε­πό­με­νο έ­τος, εκ­δό­θη­κε έ­να δεύ­τε­ρο βι­βλίο του, «Το Άσμα των Χρι­στου­γέν­νων», ό­πως α­πο­δό­θη­κε ο πρω­τό­τυ­πος τίτ­λος, τα «Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα κά­λα­ντα». Αυ­τή τη φο­ρά, με ό­νο­μα με­τα­φρα­στή. Πρό­κει­ται για τον Πα­να­γιώ­τη Πα­νά, έ­να α­πό τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα πρό­σω­πα, αν ό­χι το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο,  του ελ­λη­νι­κού ρι­ζο­σπα­στι­σμού κα­τά τον 19ο αι. Έχου­με αρ­κε­τές εν­δεί­ξεις, που ο­δη­γούν στην ει­κα­σία ό­τι ε­κεί­νος εί­ναι ο με­τα­φρα­στής και του πρώ­του βι­βλίου. Υπέρ αυ­τού συ­νη­γο­ρεί, ε­κτός α­πό το θέ­μα του βι­βλίου, και το ό­τι ο Πα­νάς πα­ρα­μέ­νει μό­νι­μος συ­νερ­γά­της του πε­ριο­δι­κού, κυ­ρίως ως με­τα­φρα­στής, α­πό το 1884.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο Ντί­κε­νς, ό­μως, εί­ναι α­πό πο­λύ νω­ρί­τε­ρα δη­μο­φι­λής και στη χώ­ρα μας. Ήδη α­πό τα μέ­σα του 19ου αι. γί­νε­ται γνω­στός στο ελ­λη­νι­κό κοι­νό ως δη­μο­σιο­γρά­φος, ι­δίως με με­τα­φρά­σεις τα­ξι­διω­τι­κών του κει­μέ­νων. Η θαυ­μα­στι­κή μνη­μό­νευ­σή του, το 1891, α­πό τον Ιωάν­νη Κα­μπού­ρο­γλου, εκ­δό­τη της ε­φη­με­ρί­δας «Νέα Εφη­με­ρίς», δεί­χνει την ε­ξέ­χου­σα θέ­ση που κα­τέ­χει στην ε­κτί­μη­ση των λο­γίων της ε­πο­χής. Ο Κα­μπού­ρο­γλου τον α­να­φέ­ρει για να κα­λο­συ­στή­σει τον Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­θώς δη­μο­σιεύει αγ­γε­λία για την προ­σε­χή έκ­δο­ση συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του, με τίτ­λο, «Θα­λασ­σι­νά Ει­δύλ­λια»: “Αμε­ρι­κα­νός σχε­δόν εις τα διη­γή­μα­τά του, ω­σάν τον Πόε, ω­σάν τον Δίκ­κε­νς τον άγ­γλον εί­νε ο κ. Πα­πα­δια­μά­ντης”. Στις πρώ­τες δε­κα­ε­τίες του 20ου αιώ­να, πά­ντως, για τις ο­ποίες έ­χου­με κά­πως κα­λύ­τε­ρη ει­κό­να του πε­ριο­δι­κού Τύ­που, ο Ντί­κε­νς εμ­φα­νί­ζε­ται με με­τρη­μέ­να διη­γή­μα­τα. Όσο για τις με­τα­φρά­σεις βι­βλίων του, λεί­πει, και στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, συ­στη­μα­τι­κή βι­βλιο­γρα­φι­κή κα­τα­γρα­φή. Μια πρώ­τη α­πό­πει­ρα έ­κα­νε ο Θο­δω­ρής Πε­τρό­που­λος, ε­πι­κε­ντρώ­νο­ντας το εν­δια­φέ­ρον του στα πιο προ­σι­τά με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια. Δη­μο­σιεύ­θη­κε το 1989, στο μο­να­δι­κό, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, α­φιέ­ρω­μα πε­ριο­δι­κού στον Ντί­κε­νς, του «Δια­βά­ζω», σε ε­πι­μέ­λεια Γιώρ­γου Γα­λά­ντη. Ένας α­πό τους πρώ­τους με­τα­φρα­στές του Ντί­κε­νς, κα­τά την πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή δε­κα­ε­τία, εί­ναι ο πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νος Γιώρ­γος Κοτ­ζιού­λας, ο ο­ποίος και προ­τάσ­σει στη με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος «Με­γά­λες προσ­δο­κίες» ε­γκω­μια­στι­κό πρό­λο­γο. Εκεί, πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι το συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα εί­χε προ­κρι­θεί σε έ­ρευ­να των αρ­χών του ’50 για το κα­λύ­τε­ρο ευ­ρω­παϊκό μυ­θι­στό­ρη­μα. Τε­λι­κά, πολ­λές εί­ναι οι με­τα­φρά­σεις, κυ­ρίως διη­γη­μά­των, του Ντί­κε­νς, που δη­μο­σιεύο­νται χω­ρίς ό­νο­μα με­τα­φρα­στή. Ωστό­σο, ου­δείς έ­χει α­πο­δώ­σει κά­ποια α­πό αυ­τές στον Πα­πα­δια­μά­ντη. Αν και πρό­σφα­τα, σε εκ­πο­μπή της ε­πε­τεια­κής για τον Πα­πα­δια­μά­ντη σει­ράς «Το σκο­τει­νό τρυ­γό­νι», το ι­σχυ­ρί­στη­κε ο ι­στο­ρι­κός τέ­χνης Μά­νος Στε­φα­νί­δης. Αλλά, το πι­θα­νό­τε­ρο, ε­πρό­κει­το για lapsus linguae.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;b&gt;Εκλε­κτι­κή συγ­γέ­νεια&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; Ανά­με­σα στον Πα­πα­δια­μά­ντη και τον Ντί­κε­νς υ­πάρ­χει μια κά­ποια ε­κλε­κτι­κή συγ­γέ­νεια ό­σο α­φο­ρά την α­γά­πη τους για τον κό­σμο των παι­διών, στο πλά­σι­μο του ο­ποίου και οι δυο α­ντα­να­κλούν δι­κά τους βιώ­μα­τα. Ενώ, αμ­φό­τε­ροι δεί­χνουν προ­τί­μη­ση στους τα­πει­νούς και τους πα­ρίες των πό­λεων. Ο κα­τ’ ε­ξο­χήν, ό­μως, λο­γο­τε­χνι­κός τό­πος στον ο­ποίο συ­να­ντιού­νται, δεν εί­ναι το κοι­νω­νι­κό πε­ζό αλ­λά το ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα. Ο Ντί­κε­νς θεω­ρεί­ται ο ει­ση­γη­τής του χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου διη­γή­μα­τος. Από το 1843 μέ­χρι το 1867 δη­μο­σίευε κά­θε χρό­νο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τα στα πε­ριο­δι­κά, που ε­ξέ­δι­δε ο ί­διος, Στη συ­νέ­χεια, συ­γκέ­ντρω­νε τα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τά του σε τό­μους, ε­νώ, τα πρώ­τα χρό­νια, ε­ξέ­δω­σε και πέ­ντε ε­κτε­νείς ι­στο­ρίες, που θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν με­γά­λες νου­βέ­λες. Η πρώ­τη εί­ναι τα «Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα κά­λα­ντα», που α­πο­δό­θη­κε στα ελ­λη­νι­κά «Το Άσμα των Χρι­στου­γέν­νων». &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο Ντί­κε­νς συ­νέ­βα­λε στην κα­θιέ­ρω­ση του χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου διη­γή­μα­τος και στην Ελλά­δα. Πολ­λοί εί­ναι οι έλ­λη­νες συγ­γρα­φείς που δη­μο­σίευ­σαν χρι­στου­γεν­νιά­τι­κες ι­στο­ρίες. Μό­νο, ό­μως, ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­κο­λού­θη­σε το πα­ρά­δειγ­μά του, δη­μο­σιεύο­ντας με πα­ρό­μοια τα­κτι­κό­τη­τα. Ξε­κί­νη­σε εί­κο­σι χρό­νια α­φό­του ε­κεί­νος στα­μά­τη­σε, τα Χρι­στού­γεν­να του 1887, ό­ταν έ­κα­νε την εμ­φά­νι­σή του ο πρώ­τος Ντί­κε­νς στα ελ­λη­νι­κά βι­βλιο­πω­λεία. Οι δια­φο­ρές, ω­στό­σο, α­νά­με­σα στον Σκια­θί­τη και τον Λον­δρέ­ζο εί­ναι ση­μα­ντι­κές. Ο Ντί­κε­νς εί­ναι ο ει­ση­γη­τής του χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου διη­γή­μα­τος, αλ­λά ό­χι κα­θο­λι­κά και του ε­ορ­τα­στι­κού. Ανέ­στη­σε μεν το πνεύ­μα των Χρι­στου­γέν­νων για τους Άγγλους και τους Αμε­ρι­κα­νούς, αλ­λά συγ­γρα­φι­κά δεν τον α­πα­σχό­λη­σε κα­μία άλ­λη θρη­σκευ­τι­κή ε­ορ­τή. Ίσως για­τί ή­ταν Αγγλι­κα­νός στο θρή­σκευ­μα και το Πά­σχα εί­ναι ε­ορ­τή της Ορθο­δο­ξίας. Αλλά και ο ορ­θό­δο­ξος Ντο­στο­γιέφ­σκι, που δη­μο­σίευ­σε ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα, μό­νο για τα Χρι­στού­γεν­να έ­γρα­ψε. Οπό­τε εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης ε­κεί­νος που ε­γκαι­νιά­ζει ευ­ρύ­τε­ρα το ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα. Δυ­στυ­χώς, ό­μως, για ε­κεί­νον ή μάλ­λον ορ­θό­τε­ρα, για την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, “Άγγλοι ή Γερ­μα­νοί ή Γάλ­λοι” α­ξιο­λο­γούν το εί­δος, ό­χι, ό­μως, “οι Γρα­κύ­λοι της σή­με­ρο­ν”, του­λά­χι­στον κα­τα­πώς συ­νά­γε­ται α­πό τα δη­μο­σιεύ­μα­τά τους. Αυ­τοί, ό­ταν δεν του βγά­ζουν τα μά­τια, του βά­ζουν τα γυα­λιά ή μάλ­λον, μα­το­γυά­λια εξ Εσπε­ρίας ερ­χό­με­να. Βε­βαίως, αυ­τή εί­ναι η κυ­ρίαρ­χη ο­πτι­κή και α­πο­κα­λεί­ται ευ­ρω­παϊκή α­να­βά­πτι­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αλλά κι αν πε­ριο­ρι­στού­με στο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο διή­γη­μα, του Πα­πα­δια­μά­ντη δια­φέ­ρει ου­σια­στι­κά α­πό ε­κεί­νο του Ντί­κε­νς. Φα­ντα­στι­κά και η­θο­ποιη­τι­κά έ­χουν χα­ρα­κτη­ρι­στεί τα διη­γή­μα­τα του Ντί­κε­νς. Το κύ­ριο, ό­μως, γνώ­ρι­σμά τους εί­ναι η προ­βο­λή της οι­κο­γέ­νειας και του χα­ρού­με­νου ε­ορ­τα­σμού στους κόλ­πους της. Σε α­ντί­θε­ση με του Πα­πα­δια­μά­ντη, που α­γκα­λιά­ζουν ο­λό­κλη­ρη την κοι­νό­τη­τα, με προ­ε­ξάρ­χον σε ο­ρι­σμέ­να το εκ­κλη­σια­στι­κό τε­λε­τουρ­γι­κό. Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά το πε­ριε­χό­με­νο, για­τί ει­δο­λο­γι­κά, ού­τε φα­ντα­στι­κά εί­ναι, πλην ε­νός που έ­χει πα­ρα­μυ­θι­τι­κή μορ­φή («Άνθος του Για­λού»), ού­τε η­θο­ποιη­τι­κά, του­λά­χι­στον ό­χι με τον προ­φα­νή τρό­πο ε­κεί­νων του Ντί­κε­νς.  &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;b&gt;Δια­κει­με­νι­κό­τη­τα&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν φαί­νε­ται να ε­πη­ρεά­στη­κε, του­λά­χι­στον ά­με­σα,  α­πό το έρ­γο του Ντί­κε­νς, ού­τε στα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τα ού­τε γε­νι­κό­τε­ρα. Αν και πρό­σφα­τα ε­πι­ση­μάν­θη­κε μια πρω­τό­τυ­πη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Σε δη­μο­σίευ­μα κυ­ρια­κά­τι­κης ε­φη­με­ρί­δας, α­νή­με­ρα το Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο, ο Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος α­φή­νει α­νοι­χτό το εν­δε­χό­με­νο ο Πα­πα­δια­μά­ντης να δα­νεί­στη­κε μια φρά­ση α­πό τον «Όλι­βερ Τουί­στ». Για μια ο­ποια­δή­πο­τε φρά­ση, ό­σο ποιη­τι­κή ή άλ­λως πώς ε­ντυ­πω­σια­κή κι αν εί­ναι, δεν θα ά­ξι­ζε να γί­νει λό­γος. Πρό­κει­ται, ό­μως, για τη δια­ση­μό­τε­ρη φρά­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη α­πό το γνω­στό­τε­ρο έρ­γο του, την «Φό­νισ­σα». Συ­γκε­κρι­μέ­να, την κα­τα­κλεί­δα: «...Η γραία Χα­δού­λα εύ­ρε τον θά­να­τον... εις το ή­μι­συ του δρό­μου, με­τα­ξύ της θείας και της αν­θρώ­πι­νης δι­καιο­σύ­νης.» Ο Ρα­πτό­που­λος ε­ντο­πί­ζει τη φρά­ση σε έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια του «Όλι­βερ Τουί­στ», ε­κεί που πε­ρι­γρά­φε­ται ο θά­να­τος του πρω­το­πα­λί­κα­ρου της συμ­μο­ρίας του Φέϊγκιν, του Μπιλ Σάϊκς. Στη με­τά­φρα­ση, που έ­πε­σε στα χέ­ριά του, δια­βά­ζει «...Ο φο­νιάς τι­νά­χτη­κε α­πελ­πι­σμέ­να και τα πό­δια του συ­σπά­στη­καν στο κε­νό. Κι έ­μει­νε ε­κεί κρε­μα­σμέ­νος, με το μα­χαί­ρι α­νοι­χτό στη σφιγ­μέ­νη του πα­λά­μη. Εκεί έ­μει­νε, με­τέω­ρος, α­νά­με­σα στη θεία και την αν­θρώ­πι­νη δι­καιο­σύ­νη.»&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο Ρα­πτό­που­λος, πι­θα­νώς μη α­ντι­λαμ­βα­νό­με­νος τη ση­μα­σία ε­νός πα­ρό­μοιου δα­νείου, δεν α­να­τρέ­χει στο πρω­τό­τυ­πο του «Όλι­βερ Τουί­στ» προς διευ­κρί­νι­ση. Αφή­νει τη σκιά της “λο­γο­κλο­πής” να πλα­νιέ­ται πά­νω α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη, για να σώ­σει την ε­πι­φυλ­λί­δα του ή μάλ­λον τον τίτ­λο της, «Εις το ή­μι­συ του δρό­μου». Να δια­λύ­σου­με, λοι­πόν, τη σκιά. Στο πρω­τό­τυ­πο δεν υ­πάρ­χει η ε­πί­μα­χη φρά­ση. Άρα πρό­κει­ται για προ­σθή­κη του με­τα­φρα­στή. Ο Ρα­πτό­που­λος α­να­ρω­τιέ­ται, μή­πως ή­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης ε­κεί­νος που με­τέ­φρα­σε το βι­βλίο. Κι ό­μως, ό­πως μας πλη­ρο­φο­ρεί, τη με­τά­φρα­ση υ­πο­γρά­φει ο/η ά­γνω­στος/στη Ε. ΠΟ­ΛΙ­ΤΟΥ και εί­ναι ε­πα­νέκ­δο­ση του 2000, που κυ­κλο­φο­ρεί α­πό τις εκ­δό­σεις DeAgostini Hellas. Γνω­στές οι εν λό­γω εκ­δό­σεις σε ευ­ρω­παϊκό ε­πί­πε­δο, με πο­ρεία 110 χρό­νων, έ­χουν πά­ρει το ό­νο­μά τους α­πό τον ι­τα­λό γεω­γρά­φο Τζιο­βά­νι Ντε Αγκο­στί­νι. Στην Ελλά­δα, ω­στό­σο, εμ­φα­νί­στη­καν το 1995. Οι εκ­δό­σεις τους βι­βλίων του Ντί­κε­νς στη­ρί­χτη­καν σε πα­λαιό­τε­ρες με­τα­φρά­σεις άλ­λων εκ­δο­τών. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη εί­ναι των εκ­δό­σεων Μί­νωας του 1968. Την α­να­φέ­ρει ο Πε­τρό­που­λος στη βι­βλιο­γρα­φία του, μό­νο που γρά­φει τον με­τα­φρα­στή Κ. Πο­λί­του. Όπως και να έ­χει, ε­μάς ο με­τα­φρα­στής δεν μας φαί­νε­ται και τό­σο ά­γνω­στος. Θα μπο­ρού­σε να πρό­κει­ται για την νε­ο­ελ­λη­νί­στρια Ελέ­νη Πο­λί­του-Μαρ­μα­ρι­νού, που, πι­θα­νώς, τό­τε α­κό­μη να μην εί­χε α­πο­κτή­σει το δεύ­τε­ρο ε­πί­θε­το ού­τε να εί­χε γί­νει κα­θη­γή­τρια. Μπο­ρεί να μην εί­χε καν φύ­γει για τις με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δές στο Λον­δί­νο. Φαί­νε­ται, πά­ντως, πως α­γα­πού­σε α­πό τό­τε τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Από τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα, που βάλ­θη­κε να ι­χνη­λα­τή­σει και με τη βοή­θεια της τε­χνο­λο­γίας τον με­τα­φρα­στή Πα­πα­δια­μά­ντη. Από ό­σο γνω­ρί­ζου­με και αν η ει­κα­σία μας ευ­στα­θεί, εί­ναι το πρώ­το πα­ρά­δειγ­μα πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γου, που λει­τουρ­γεί με­τα­φρα­στι­κά κα­τά το πρό­τυ­πο του Πα­πα­δια­μά­ντη.    &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/1/2012.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-4404132760431259275?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/4404132760431259275/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=4404132760431259275' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/4404132760431259275'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/4404132760431259275'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2012/01/blog-post.html' title='Διασταύρωση επετείων'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-hvEY1APyvBA/TxAAtF30f0I/AAAAAAAAAUA/ObkQ-q1Ov_U/s72-c/mari712011.png' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-9137908133671942539</id><published>2011-12-09T06:11:00.000-08:00</published><updated>2011-12-09T06:15:00.291-08:00</updated><title type='text'>Απάντων Παπαδιαμάντη τέλος</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«Άπα­ντα»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Έκδο­ση «ΤΟ ΒΗ­ΜΑ βι­βλιο­θή­κη»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 200px; height: 250px;" src="http://2.bp.blogspot.com/-hESuEHmrtq4/TuIX1rtDmQI/AAAAAAAAAT0/C1QmQmgmInE/s320/mari11122011.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5684131890727196930" /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Συ­νέ­χεια σχο­λια­σμού α­πό την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Οι προ­λο­γι­στές, λοι­πόν,  ξε­κι­νούν και τε­λειώ­νουν με μια γε­νι­κευ­τι­κή α­ξιο­λό­γη­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη και του έρ­γου του, ε­κτός α­πό ε­κεί­νους που εκ­κι­νούν ε­στιά­ζο­ντας σε έ­να διή­γη­μα, ο­πό­τε τους μέ­νει το κλεί­σι­μο. Όσο γε­νι­κευ­τι­κές τό­σο και δο­ξα­στι­κές αυ­τές οι ε­κτι­μή­σεις, δια­τυ­πώ­νο­νται με τον α­πό­λυ­το τρό­πο της αυ­θε­ντίας. Πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­νη που α­πο­φαί­νε­ται ό­τι “η σύγ­χρο­νη ευ­ρω­παϊκή λο­γο­τε­χνία θα πα­ρα­μεί­νει φτω­χό­τε­ρη ό­σο α­δυ­να­τεί να κοι­νω­νή­σει το έρ­γο και το πνεύ­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη”. Κα­τά κα­νό­να, πά­ντως, οι προ­λο­γι­στές φρο­ντί­ζουν να α­να­φέ­ρουν τη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο, κα­τά την ο­ποία δη­μο­σιεύ­τη­καν τα διη­γή­μα­τα του τό­μου. Με βά­ση αυ­τό το δε­δο­μέ­νο, ω­στό­σο, δεν ε­πε­κτεί­νο­νται στις κοι­νω­νι­κές και λο­γο­τε­χνι­κές συν­θή­κες της ε­πο­χής, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν, αλ­λά πε­ριο­ρί­ζο­νται να σχο­λιά­σουν τη συγ­γρα­φι­κή φά­ση, στην ο­ποία βρι­σκό­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης, σε σχέ­ση και με την η­λι­κία του. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, ο Άγγε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος, στον πρό­λο­γο του έ­βδο­μου τό­μου, με τα δη­μο­σιευ­μέ­να ε­ντός του 1892 διη­γή­μα­τα, κά­νει σύ­ντο­μη μνεία στην πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση της χώ­ρας ε­πί Χα­ρί­λα­ου Τρι­κού­πη. Ού­τε, βέ­βαια, πα­ρα­βάλ­λουν τον Πα­πα­δια­μά­ντη με άλ­λους ο­μό­τε­χνούς του κα­τά την ί­δια πε­ρίο­δο. Απου­σιά­ζει, δη­λα­δή, τε­λείως, μια συγ­χρο­νι­κή ει­κό­να, έ­στω α­δρο­με­ρής, που θα βο­η­θού­σε τον α­να­γνώ­στη να το­πο­θε­τή­σει τον Πα­πα­δια­μά­ντη στο πε­ρι­βάλ­λον της πε­ζο­γρα­φι­κής πα­ρά­δο­σης. Πλην ε­νός ρη­το­ρι­κού πα­ραλ­λη­λι­σμού της γλώσ­σας με ε­κεί­νη των Ροΐδη, Βι­ζυη­νού και Μω­ραϊτί­δη, που ε­πι­χει­ρεί προς α­γλαϊσμόν και πά­λι ο Κα­λο­γε­ρό­που­λος, στο δεύ­τε­ρο πρό­λο­γό του, ε­κεί­νον του εν­δέ­κα­του τό­μου. Επί­σης, οι προ­λο­γι­στές δεν προ­βαί­νουν σε συ­γκρί­σεις με με­τα­γε­νέ­στε­ρους συγ­γρα­φείς, των ο­ποίων τα έρ­γα τυ­χόν συ­νο­μι­λούν με ο­ρι­σμέ­να πα­πα­δια­μα­ντι­κά διη­γή­μα­τα, ώ­στε να δια­φαί­νο­νται οι α­πα­ραί­τη­τοι δε­σμοί συ­νέ­χειας. Εκτός α­πό τον Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λο, στον ε­πί­λο­γο, που α­πο­πει­ρά­ται συ­σχέ­τι­ση των α­φη­γη­μα­τι­κών του τρό­πων με ε­κεί­νους δυο με­τα­γε­νέ­στε­ρων πε­ζο­γρά­φων, των Ν. Γ. Πε­ντζί­κη και Νί­κου Κα­χτί­τση, οι ο­ποίοι α­πο­τε­λούν προ­σφι­λή του συγ­γρα­φι­κά πρό­σω­πα. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ορι­σμέ­νες δια­πι­στώ­σεις των προ­λο­γι­στών α­ναι­ρού­νται α­πό το ί­διο το έρ­γο. Πα­ρά­δειγ­μα, η α­πό­φαν­ση του Άγγε­λου Μα­ντά, ό­τι το 1887 “ο Πα­πα­δια­μά­ντης ε­γκα­τα­λεί­πει ο­ρι­στι­κά και α­με­τά­κλη­τα το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος”. Ενώ, υ­πάρ­χουν τα δυο “κοι­νω­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα”, το 1903 «Η Φό­νισ­σα» και το 1907 «Τα Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια». Αν ε­πρό­κει­το για ά­πο­ψη του προ­λο­γι­στή, θα ή­ταν α­πο­δε­κτή ως μια φι­λο­λο­γι­κή ε­κτί­μη­ση. Εκεί­νος, ό­μως, α­πο­φθέγ­γε­ται για τις προ­θέ­σεις του συγ­γρα­φέα, α­πο­φαι­νό­με­νος ό­τι η στρο­φή του στο διή­γη­μα συ­νι­στά “κί­νη­ση αυ­το­συ­νει­δη­σίας”. Προϋπάρ­χει, βε­βαίως, η θεω­ρία πε­ρί πα­πα­δια­μα­ντι­κής πα­λι­νω­δίας του Στέ­λιου Ράμ­φου, αλ­λά, εί­κο­σι πέ­ντε χρό­νια με­τά, αυ­τή α­παι­τεί ε­πα­νε­ξέ­τα­ση. Συ­νη­θέ­στε­ρες, πά­ντως, εί­ναι ε­κεί­νες οι ε­κτι­μή­σεις, οι ο­ποίες, μέ­σα στη γε­νι­κο­λο­γία τους, κα­τα­λή­γουν να χά­νουν μέ­ρος του ό­ποιου νοή­μα­τος ε­μπε­ριέ­χουν. Πα­ρά­δειγ­μα, η ά­πο­ψη του Στέ­λιου Πα­πα­θα­να­σίου ό­τι το διή­γη­μα «Η Φαρ­μα­κο­λύ­τρια» εί­ναι “πη­γή α­κέ­νω­τος ο­ντο­λο­γι­κών, θε­ο­λο­γι­κών, κοι­νω­νιο­λο­γι­κών και ψυ­χο­λο­γι­κών κα­τη­γο­ριώ­ν” ή, του ι­δίου, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης εί­ναι “ο με­γά­λος τρα­γι­κός του νέ­ου ελ­λη­νι­σμού”. Επί­σης, η δια­πί­στω­ση του Μα­ντά, ό­τι “ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­παρ­νεί­ται τη με­τω­νυ­μι­κό­τη­τα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος και α­φο­σιώ­νε­ται στη με­τα­φο­ρι­κό­τη­τα των μι­κρών συν­θέ­σεω­ν”, της ο­ποίας το α­κρι­βές νό­η­μα θα δυ­σκο­λευό­ταν να συλ­λά­βει α­κό­μη και έ­νας θεω­ρη­τι­κός της λο­γο­τε­χνίας. Πα­ρό­μοιες ε­ντυ­πω­σια­κής σύλ­λη­ψης φρά­σεις πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι για το πλα­τύ κοι­νό μέ­νουν σα­γη­νευ­τι­κά σκο­τει­νές.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Για ο­ρι­σμέ­νους προ­λο­γι­στές, η καλ­λιέ­πεια του κει­μέ­νου δεί­χνει ως αυ­το­σκο­πός. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, δε­δο­μέ­νου ό­τι η υ­φο­λο­γι­κή εκ­ζή­τη­ση έρ­χε­ται ως πα­ρε­πό­με­νο της γε­νί­κευ­σης, ο πρό­λο­γος, που προ­κύ­πτει, θα μπο­ρού­σε να συ­νο­δεύει τον οιον­δή­πο­τε τό­μο ή και ο­λό­κλη­ρα τα «Άπα­ντα». Ένας α­δαής στους τρό­πους της ρη­το­ρείας δεν μπο­ρεί πα­ρά να α­πο­ρεί με ο­ρι­σμέ­νες δια­τυ­πώ­σεις. Πα­ρά­δειγ­μα, η Τα­σού­λα Κα­ρα­γεωρ­γίου, που πα­ρα­δο­μέ­νη στον ποιη­τι­κό της οί­στρο, κά­νει λό­γο πε­ρί “α­φε­λούς α­θωό­τη­τας”, “ποιη­τι­κής δη­μο­κρα­τίας” ή και “δη­μο­κρα­τίας του πο­λυε­πί­πε­δου ύ­φους”. Νεό­τε­ροι ποιη­τές, ό­πως η Κα­ρα­γεωρ­γίου και ο Δη­μή­τρης Κο­σμό­που­λος, στην δο­κι­μιο­γρα­φία τους, ε­πι­τεί­νουν την φρα­στι­κή α­ο­ρι­στία με τον φόρ­το των ε­πι­θέ­των. Το πλή­θος των κο­σμη­τι­κών στοι­χείων, κα­θώς και η ε­πα­νά­λη­ψη των ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρων εξ αυ­τών, τεί­νει να τα κα­τα­στή­σει α­βα­ρή. Μπο­ρεί, λ.χ., ο Ελύ­της να α­να­φέ­ρε­ται “στη μα­γεία του Πα­πα­δια­μά­ντη”, ω­στό­σο η συ­νε­χής α­να­φο­ρά στο μα­γι­κό και το μα­γευ­τι­κό, στη μα­γεία και το θαύ­μα, λει­τουρ­γεί σε βά­ρος της ό­ποιας ποιη­τι­κό­τη­τας του λό­γου. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Στους προ­λό­γους, ως κεί­με­να δο­κι­μια­κού μάλ­λον χα­ρα­κτή­ρα πα­ρά ει­σα­γω­γι­κού, γί­νο­νται α­να­φο­ρές σε άλ­λους με­λε­τη­τές, κα­θώς και πα­ρα­πο­μπές σε δη­μο­σιεύ­μα­τα και βι­βλία. Δυ­στυ­χώς, για τις πη­γές δεν έ­χει προ­βλε­φθεί ε­νιαίος τρό­πος βι­βλιο­γρα­φι­κής κα­τα­γρα­φής. Άλλο­τε οι πα­ρα­πο­μπές εν­σω­μα­τώ­νο­νται στο κεί­με­νο, άλ­λο­τε κα­τα­χω­ρί­ζο­νται σε υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, ε­νώ, συ­χνό­τε­ρα, πα­ρα­λεί­πο­νται Όσο α­φο­ρά το ποιόν αυ­τών των ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κών συ­σχε­τί­σεων και α­να­φο­ρών, δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση, ό­τι οι προ­λο­γι­στές α­πευ­θύ­νο­νται σε κοι­νό­τη­τα ει­δη­μό­νων, α­δια­φο­ρώ­ντας για το πλα­τύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, πά­ντως, αυ­τές οι μνείες δεί­χνουν πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν κα­ρύ­κευ­μα του λό­γου και λι­γό­τε­ρο ως α­να­γκαία πα­ρά­θε­ση για την α­νά­πτυ­ξη της ό­ποιας συλ­λο­γι­στι­κής. Όπως και να το κά­νου­με, μια α­να­φο­ρά στον Βιτ­τγκεν­στάιν ή τον Μι­χαήλ Μπα­χτίν, ό­ταν, μά­λι­στα, αυ­τή δεν γί­νε­ται ά­πα­ξ, αλ­λά ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται δις και τρις, προσ­δί­δει δια­φο­ρε­τι­κό κύ­ρος σε έ­να κεί­με­νο. Λ.χ., ο Πα­πα­θα­να­σίου, για να έ­χει την ευ­και­ρία να α­να­φερ­θεί στην κα­τά Μπα­χτίν ερ­μη­νεία του Ντο­στο­γιέφ­σκι, πα­ρα­κά­μπτει –  ε­κτός κι αν του δια­φεύ­γει - την αυ­το­νό­η­τη δια­φο­ρά με­τα­ξύ κυ­ριο­λε­κτι­κής και με­τα­φο­ρι­κής χρή­σης της λέ­ξης “χα­μά­λης”, που κά­νει ο Πα­πα­δια­μά­ντης σε δυο διη­γή­μα­τα. Ως γνω­στόν, οι ά­ρι­στοι των φι­λο­λό­γων εί­ναι ε­κεί­νοι που κά­πο­τε υ­πο­πί­πτουν στο ο­λί­σθη­μα της υ­πε­ρερ­μη­νείας. Αντί­στοι­χο ρό­λο, πά­ντως, με ε­κεί­νον του Μπα­χτίν φαί­νε­ται να ε­πι­φυ­λάσ­σουν οι ελ­λη­νο­κε­ντρι­κοί στον Ζή­σι­μο Λο­ρε­ντζά­το.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Απο­μέ­νει η τρί­τη ε­νό­τη­τα, με τους προ­λό­γους των δυο τε­λευ­ταίων τό­μων, στους ο­ποίους δη­μο­σιεύο­νται τα ποιη­τι­κά και τα μη λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να του Πα­πα­δια­μά­ντη, και ο ε­πί­λο­γος. Τους προ­λό­γους, τους α­να­λαμ­βά­νουν οι κα­θ’ ύ­λην αρ­μό­διοι. Ο Κο­σμό­που­λος, ως ποιη­τής, τα «Ποιη­τι­κά και άλ­λα κεί­με­να», ο Δη­μή­τρης Μαυ­ρό­που­λος, ως θε­ο­λό­γος, τα θρη­σκευ­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται στον τε­λευ­ταίο τό­μο «Η Δί­ψα του Δαυϊδ και άλ­λα κεί­με­να». Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος δεν θη­ρεύει λε­κτι­κούς και άλ­λους ε­ντυ­πω­σια­σμούς. Σχο­λιά­ζει κά­ποια ση­μεία, που, σή­με­ρα πλέ­ον, δεν εί­ναι αυ­το­νό­η­τα, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, η διά­κρι­ση Εκκλη­σίας και Θρη­σκείας. Ακό­μη, ε­πι­μέ­νει σε ο­ρι­σμέ­να βιο­γρα­φι­κά του Πα­πα­δια­μά­ντη, τα ο­ποία τεί­νουν να δια­γρα­φούν. Έτσι, φω­τί­ζει τις συγ­γρα­φι­κές προ­θέ­σεις. Τέ­λος, τον ε­πί­λο­γο α­να­λαμ­βά­νει ο Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος, που εί­ναι και ο μό­νος α­μι­γής πε­ζο­γρά­φος της ο­μά­δας και ά­ρα, ο στε­νό­τε­ρος “συγ­γε­νής” του Πα­πα­δια­μά­ντη.   Το κεί­με­νό του εί­ναι το α­να­με­νό­με­νο α­πό έ­ναν διη­γη­μα­το­γρά­φο, που στέ­κει θαυ­μα­στι­κός προς τον μα­κρι­νό πρό­γο­νο. Ίσως, ό­μως και να υ­περ­βάλ­λει, του­λά­χι­στον φρα­στι­κά, στο “ε­γκώ­μιο του διη­γη­μα­το­γρά­φου”, ερ­χό­με­νος σε πα­ρα­φω­νία τό­σο με το δι­κό του α­φη­γη­μα­τι­κό ύ­φος ό­σο και με ε­κεί­νο του τι­μώ­με­νου. Το βα­σι­κό, ό­μως, κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, εί­ναι ό­τι α­δι­κεί τις εν­δια­φέ­ρου­σες πα­ρα­τη­ρή­σεις ε­πί του συ­νό­λου του έρ­γου, που συ­γκε­ντρώ­νει και οι ο­ποίες θα χρειά­ζο­νταν ε­κτε­νέ­στε­ρη και συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρη α­νά­πτυ­ξη.  &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πρέ­πει, με­τα­ξύ άλ­λων, να λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι τα δε­κα­πέ­ντε ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να και ο ε­πί­λο­γος δεν λει­τουρ­γούν α­νε­ξάρ­τη­τα. Συ­νι­στούν ψη­φί­δες, των ο­ποίων η συ­νέ­νω­ση προ­σφέ­ρει την ει­κό­να του συ­νο­λι­κού έρ­γου. Οπό­τε γεν­νά­ται το ε­ρώ­τη­μα, ποιος εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, που πα­ρου­σιά­ζουν. Με άλ­λα λό­για, ποιος εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, που σχη­μα­τί­ζουν σαν σε κο­λάζ οι λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο γε­νι­κευ­τι­κές α­πο­φάν­σεις των δέ­κα κει­με­νο­γρά­φων. Κα­τ’ αρ­χάς, αυ­τός ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεί­χνει σαν έ­νας γρα­φι­κός πε­ρι­θω­ρια­κός, έ­τσι ό­πως ο Κα­λο­γε­ρό­που­λος συ­νο­ψί­ζει τα του βίου του, στον πρό­λο­γο του έ­βδο­μου τό­μου: “Η προ­σω­πι­κή του ζωή κι­νεί­ται με­τα­ξύ των γρα­φείων της «Ακρο­πό­λεως», της τα­βέρ­νας του Κα­χρι­μά­νη και των ναΐσκων της Αθή­νας και των πε­ρι­χώ­ρω­ν”. Φρά­ση, προ­σφυώς δια­τυ­πω­μέ­νη, ώ­στε να ε­ξυ­πα­κούε­ται η γε­νί­κευ­σή της, με αλ­λα­γή ε­φη­με­ρί­δας και τα­βέρ­νας. Επι­προ­σθέ­τως, πρό­κει­ται για έ­ναν Πα­πα­δια­μά­ντη πε­νό­με­νο ή και “πέ­νη”, κα­τά τα γρα­φό­με­να των Πα­πα­θα­να­σίου και Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου. Αυ­τήν την ει­κό­να την συν­θέ­τουν με φρά­σεις, που α­λιεύουν α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία του Πα­πα­δια­μά­ντη με τους γο­νείς του, της ο­ποίας η α­νά­γνω­ση, ο έ­νας του­λά­χι­στον ο­μο­λο­γεί ό­τι τον “συ­γκλο­νί­ζει”. Δια της με­θό­δου της κο­πτο­ρα­πτι­κής δια­στέλ­λουν τα γρα­φό­με­να ε­πί το δρα­μα­τι­κό­τε­ρο. Για πα­ρά­δειγ­μα, στις 15 Φε­βρουα­ρίου 1881, ο Πα­πα­δια­μά­ντης γρά­φει:«Με 6 χιλ. δραχ­μάς διε­τη­ρή­θην ε­γώ εις τας Αθή­νας ε­πί 10 έ­τη, πό­τε νη­στι­κός και πό­τε χορ­τά­τος.» Και ο προ­λο­γι­στής γε­νι­κεύει:«...έ­ζη­σε στην Αθή­να πε­ρί­που 35 χρό­νια, “πό­τε νη­στι­κός και πό­τε χορ­τά­τος”, κα­τά τα λε­γό­με­νά του...» Ή, ε­πί­σης, στις 18 Αυ­γού­στου 1889, γρά­φει: «Ευ­ρί­σκο­μαι χω­ρίς λε­πτόν, διό­τι ε­πλή­ρω­σα τα χρέη μου και έ­κα­μα και ρού­χα. Αλλ’ αν τυ­χόν έ­χε­τε α­νά­γκην α­πό λε­πτά, πα­ρα­κα­λώ τον κ. Αλέξ. Μω­ραϊτί­δην, όν α­σπά­ζο­μαι, να σας δώ­ση πε­νή­ντα δραχ­μάς, και ά­μα έλ­θη εις Αθή­νας τά­χι­στα συν Θεώ, θα τω τας α­πο­δώ­σω.» Και ο ε­πι­λο­γι­στής με­τα­πλά­θει: «...ό­ταν (για πολ­λο­στή φο­ρά) γρά­φει ό­τι “βρί­σκο­μαι χω­ρίς λε­πτό”  και να πα­ρα­κα­λέ­σουν τον Μω­ραϊτί­δη για δα­νει­κά, έ­χει πα­τή­σει τα 38...» Και ως κα­τα­κλεί­δα, ο ε­πι­λο­γι­στής α­νά­γει τη “στέ­ρη­ση” σε “δρα­μα­τι­κή συ­νι­στώ­σα του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου”. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αν σε αυ­τά τα κεί­με­να διο­γκώ­νο­νται τα βιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, υ­πάρ­χουν και ση­μεία άλ­λων κει­μέ­νων, που πα­ρερ­μη­νεύο­νται. Λ.χ., ο Σταύ­ρος Ζου­μπου­λά­κης, στον πρό­λο­γο του δέ­κα­του τρί­του τό­μου, ό­που συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα 25 α­πό τα 32 διη­γή­μα­τα, που δη­μο­σιεύ­τη­καν με­τά θά­να­το, α­πο­πει­ρά­ται να α­ναι­ρέ­σει το χα­ρα­κτη­ρι­σμό του “κα­τ’ α­πο­κο­πήν διη­γη­μα­το­γρά­φου”, με το σκε­πτι­κό ό­τι πε­ρί­που το 20% των διη­γη­μά­των δη­μο­σιεύ­θη­κε με­τα­θα­νά­τια. Άρα, κα­τα­λή­γει, τα φύ­λα­γε στο συρ­τά­ρι του. Λη­σμο­νεί, ω­στό­σο, ό­τι τα δέ­κα εξ αυ­τών έ­μει­ναν στην τσά­ντα του Δη­μη­τρίου Κα­κλα­μά­νου, ό­ταν ε­κεί­νος ε­γκα­τέ­λει­ψε το «Νέ­ον Άστυ» για τα δι­πλω­μα­τι­κά πό­στα. Ενώ κά­ποια α­πό τα υ­πό­λοι­πα πρέ­πει να τα ε­τοί­μα­ζε για συ­γκε­κρι­μέ­να έ­ντυ­πα. Πα­ρά­δειγ­μα, το δεύ­τε­ρο πε­ριο­δι­κό του φί­λου του Γε­ρά­σι­μου Βώ­κου, «Ο Καλ­λι­τέ­χνης», που εί­χε ξε­κι­νή­σει Απρί­λιο 1910. Εκεί δη­μο­σιεύο­νται εν­νέα με­τα­θα­νά­τια.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Κα­τά τα άλ­λα, για το τι ε­ξαί­ρε­ται α­πό το έρ­γο του, μια πρώ­τη α­πά­ντη­ση δί­νουν τα διη­γή­μα­τα, που τιτ­λο­φο­ρούν τους τό­μους. Μια δεύ­τε­ρη, ε­κεί­να που ε­πι­λέ­γουν να σχο­λιά­σουν δια μα­κρών οι προ­λο­γι­στές. Και μια τρί­τη, ό­σα ε­κεί­νοι ρη­τά ξε­χω­ρί­ζουν. Σε γε­νι­κές γραμ­μές, υ­πε­ρι­σχύει η τρέ­χου­σα ε­πα­να­ξιο­λό­γη­ση του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου. Πα­ρά­δειγ­μα, ο Ζου­μπου­λά­κης, στον πρό­λο­γο του ό­γδοου τό­μου, με 14 διη­γή­μα­τα, με­τα­ξύ των ο­ποίων τα «Λα­μπριά­τι­κος Ψάλ­της», «Η Νο­σταλ­γός», «Η Γλυ­κο­φι­λού­σα», «Ο Έρω­τας στα χιό­νια», προ­κρί­νει το «Πα­τέ­ρα στο σπί­τι!». Κι αυ­τό, ό­πως ε­ξη­γεί, για­τί προ­τάσ­σει το θέ­μα, πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας “τα αι­σθη­τι­κά του κρι­τή­ρια”. Ένα θέ­μα κοι­νω­νι­κό, που α­πο­δί­δε­ται, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, συ­γκι­νη­σια­κά φορ­τι­σμέ­νο. Και οι α­να­γνώ­στες, κα­θώς και οι κρι­τι­κοί, που, με το ί­διο σκε­πτι­κό, α­να­κη­ρύσ­σουν σε μπε­στ σέλ­λε­ρ, κα­θώς και σε βρα­βεύ­σι­μο, α­πό τη σο­δειά του 2010, το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Τα σα­κιά», θα συμ­φω­νή­σουν μα­ζί του. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Για την προ­βο­λή ε­νός Πα­πα­δια­μά­ντη σύμ­φω­νου με τα ση­με­ρι­νά γού­στα, δεν γί­νο­νται υ­πο­κει­με­νι­κές α­να­γνώ­σεις μό­νο των ε­πι­στο­λών αλ­λά και των διη­γη­μά­των. Για πα­ρά­δειγ­μα, το προοί­μιο του «Λα­μπριά­τι­κου ψάλ­τη» κα­τα­λή­γει με τη δια­βε­βαίω­ση του α­φη­γη­τή ό­τι θα ε­ξα­κο­λου­θή­σει “να ζω­γρα­φεί με­τά στορ­γής τα γνή­σια ελ­λη­νι­κά ή­θη”. Και ο προ­λο­γι­στής συ­μπε­ραί­νει, δη­λα­δή τα “α­γνά, α­νό­θευ­τα, γη­γε­νή”. Τα δυο τε­λευ­ταία ε­πί­θε­τα, πράγ­μα­τι, συ­νι­στούν ερ­μη­νεία του “γνή­σια”, αλ­λά ε­κεί­νο το “α­γνά”, πό­θεν τεκ­μαί­ρε­ται;  Δεί­χνει, μά­λι­στα, ο προ­λο­γι­στής να δια­φω­νεί ό­τι εί­ναι “γνή­σια ελ­λη­νι­κά ή­θη” τα έ­θι­μα του αρ­ρα­βώ­να, έ­τσι ό­πως πα­ρα­στα­τι­κά πε­ρι­γρά­φο­νται στο διή­γη­μα «Τα Συ­χα­ρί­κια», ε­πει­δή, σή­με­ρα, το μό­νο που μπο­ρού­με να α­ντι­λη­φθού­με σε αυ­τά εί­ναι “δει­σι­δαι­μο­νία” και “συμ­βο­λι­κή βία κα­τά των γυ­ναι­κώ­ν”. Ο ί­διος προ­λο­γι­στής, συ­νο­ψί­ζο­ντας την υ­πό­θε­ση του διη­γή­μα­τος, «Τα Βε­νέ­τι­κα», πα­ρου­σιά­ζει τους τρεις ή­ρωες, τους δυο ευ­σε­βείς νέ­ους και τον Γιαν­νιό, τον ο­πα­δό της Με­γά­λης Ιδέ­ας, πα­ρεμ­βάλ­λο­ντας την πα­ρα­τή­ρη­ση: «Όλη η φα­ντα­σιό­πλη­κτη Ελλά­δα πα­ρού­σα ε­δώ, σε τού­τη τη μι­κρή πα­ρέα.» Έτσι, ό­μως, δη­μιουρ­γεί­ται σύγ­χυ­ση α­νά­με­σα στις προ­θέ­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη και την ερ­μη­νεία του με­λε­τη­τή, ε­πει­δή ο τε­λευ­ταίος πα­ρα­γνω­ρί­ζει τα συμ­φρα­ζό­με­να της ε­πο­χής, αυ­τά που θεω­ρού­νται ως προ­εόρ­τια των Βαλ­κα­νι­κών πο­λέ­μων. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πο­λύ φο­βό­μα­στε, ό­τι το σύ­νο­λο των συ­νο­δευ­τι­κών κει­μέ­νων δεί­χνει μάλ­λον σαν κο­λάζ προ­σω­πι­κών α­πό­ψεων, ό­που χω­λαί­νει το πραγ­μα­το­λο­γι­κό μέ­ρος, το ο­ποίο και θα α­να­πλή­ρω­νε το κε­νό του φι­λο­λο­γι­κού σχο­λια­σμού. Προ­σο­μοιά­ζει με τις συ­να­γω­γές κει­μέ­νων ή και με τα α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών, που κα­ταρ­τί­ζο­νται για έ­ναν τι­μώ­με­νο συγ­γρα­φέα. Πρό­θε­ση αυ­τού του σχο­λια­σμού δεν εί­ναι να μειώ­σει την ό­ποια α­ξία των νέων «Απά­ντων», αλ­λά να κα­τα­στή­σει σα­φές ό­τι δεν πρό­κει­ται για την χρη­στι­κή έκ­δο­ση ε­νός κλα­σι­κού έρ­γου. Ου­δό­λως κα­τα­νοού­με τον ε­πι­με­λη­τή, που δια­τεί­νε­ται ό­τι η εν λό­γω έκ­δο­ση θα πρέ­πει να λη­φθεί υ­πό­ψη κα­τά την κα­τάρ­τι­ση μιας μελ­λο­ντι­κής διορ­θω­μέ­νης έκ­δο­σης, εί­τε κρι­τι­κή εί­ναι αυ­τή εί­τε χρη­στι­κή. Όπως και να έ­χει, η χρη­στι­κή έκ­δο­ση, που θα ε­τοί­μα­ζε έ­νας εκ­δο­τι­κός οί­κος, μη γι­νό­με­νη υ­πό το άγ­χος του χρό­νου, θα εί­χε α­πο­φύ­γει τα ο­ποία τυ­πο­γρα­φι­κά λά­θη, θα εί­χε δια­φο­ρε­τι­κά φρο­ντί­σει το γλωσ­σά­ρι, θα εί­χε συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρα α­φαι­ρέ­σει τα νό­θα κεί­με­να και προ­σθέ­σει τα με­τα­γε­νέ­στε­ρα ευ­ρή­μα­τα: το μο­να­δι­κό α­νευ­ρε­θέν διή­γη­μα, τα και­νο­φα­νή γνή­σια  και τις, α­πό πα­λαιό­τε­ρα γνω­στές, τρο­πο­ποιή­σεις σε δυο διη­γή­μα­τα. Μια α­νά­λο­γη έκ­δο­ση, στο­χεύο­ντας μα­κρο­πρό­θε­σμα να α­πο­τε­λέ­σει προ­σφο­ρά στα γράμ­μα­τα, δεν θα εί­χε α­νά­γκη ά­γρας ε­ντυ­πώ­σεων. Θα αρ­κεί­το σε έ­να ε­κτε­νές ε­πί­με­τρο, στο ο­ποίο θα δί­νο­νταν με α­κρί­βεια ο­ρι­σμέ­να α­πα­ραί­τη­τα φι­λο­λο­γι­κά στοι­χεία. Τε­λι­κά, η πρό­σφα­τη έκ­δο­ση δεν εί­ναι ού­τε η χρη­στι­κή ε­νός κλα­σι­κού έρ­γου ού­τε, α­ναμ­φί­βο­λα, μια σει­ρά πε­ρι­πτέ­ρου. Έχει τον νό­θο χα­ρα­κτή­ρα πολ­λών ση­με­ρι­νών εκ­δο­τι­κών εγ­χει­ρη­μά­των, που με­τεω­ρί­ζο­νται με­τα­ξύ λο­γο­τε­χνίας και κα­τα­να­λω­τι­κού προϊό­ντος, και τα ο­ποία, χά­ρις α­κρι­βώς σε αυ­τόν το χα­ρα­κτή­ρα τους, φαί­νε­ται να ευ­δο­κι­μούν στην α­γο­ρά. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/12/2011.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-9137908133671942539?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/9137908133671942539/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=9137908133671942539' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/9137908133671942539'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/9137908133671942539'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/12/blog-post_09.html' title='Απάντων Παπαδιαμάντη τέλος'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-hESuEHmrtq4/TuIX1rtDmQI/AAAAAAAAAT0/C1QmQmgmInE/s72-c/mari11122011.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-5753439772698207867</id><published>2011-12-02T02:32:00.001-08:00</published><updated>2011-12-02T02:35:33.083-08:00</updated><title type='text'>Απάντων Παπαδιαμάντη συνέχεια</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«Άπα­ντα»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Έκδο­ση «ΤΟ ΒΗ­ΜΑ βι­βλιο­θή­κη»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 120px; height: 177px;" src="http://1.bp.blogspot.com/-pm9s52jSCck/TtipzkvYQtI/AAAAAAAAATo/pVbqM_3BPRY/s320/mari4122011.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5681477633428701906" /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Συ­νε­χί­ζου­με τον σχο­λια­σμό των νέων «Απά­ντων» Πα­πα­δια­μά­ντη, που εί­χα­με ξε­κι­νή­σει την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή. Όπως ή­δη α­να­φέ­ρα­με, πρό­κει­ται για μια α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες σει­ρές, αν ό­χι τη ση­μα­ντι­κό­τε­ρη, εν μέ­σω των σει­ρών, υ­πό μορ­φή  βι­βλίω­ν-προ­σφο­ρών, που έ­χει εκ­δώ­σει, μέ­χρι σή­με­ρα, η ε­φη­με­ρί­δα «Το Βή­μα» και τις ο­ποίες φι­λό­δο­ξα α­πο­κα­λεί «Βι­βλιο­θή­κη». Θυ­μί­ζου­με ό­τι αυ­τή η δε­κα­πε­ντά­το­μη σει­ρά προέ­κυ­ψε ως πα­ρά­γω­γο α­πό την πε­ντά­το­μη κρι­τι­κή έκ­δο­ση των «Απά­ντων» του εκ­δο­τι­κού οί­κου «Δό­μος». Πα­λαιό ό­νει­ρο του εκ­δό­τη Δη­μή­τρη Μαυ­ρό­που­λου και του ε­πι­με­λη­τή Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου ή­ταν η έκ­δο­ση της χρη­στι­κής έκ­δο­σης των «Απά­ντων». Ένα ό­νει­ρο θε­ρι­νής νυ­κτός, δε­δο­μέ­νου ό­τι την κρι­τι­κή έκ­δο­ση εί­χαν αρ­χί­σει να την ε­τοι­μά­ζουν α­πό το 1979 και για την ο­λο­κλή­ρω­σή της α­παι­τή­θη­κε κο­ντά μια δε­κα­ε­τία. Κι ό­μως, χά­ρις στο νέο εκ­δό­τη, μέ­σα στο ε­ορ­τα­στι­κό του Πα­πα­δια­μά­ντη έ­α­ρ, το ό­νει­ρό τους με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε ο­νει­ρε­μέ­νο θε­ρι­νό α­νά­γνω­σμα για χι­λιά­δες Έλλη­νες. Σύμ­φω­να με τον ε­πι­με­λη­τή και πρώ­τον τη τά­ξει πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γο, η εν λό­γω έκ­δο­ση α­ξιο­λο­γεί­ται ως η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη προ­σφο­ρά στη μνή­μη του Πα­πα­δια­μά­ντη για τα ε­κα­τό χρό­νια α­πό το θά­να­τό του. Δια­πί­στω­ση που συ­νι­στά μέ­γα έ­παι­νο για την ε­φη­με­ρί­δα, η ο­ποία εί­χε την ι­δέα και βε­βαίως, διέ­θε­τε τα μέ­σα για την υ­λο­ποίη­σή της, αλ­λά, άρ­ρη­τα, και ψό­γο για τους εκ­δο­τι­κούς οί­κους, που δεν έ­πρα­ξαν τα κα­τά δύ­να­μη και πε­ριο­ρί­στη­καν σε ε­πα­νεκ­δό­σεις ή και εκ του προ­χεί­ρου, αν­θο­λο­γίες διη­γη­μά­των. Με αυ­τά ως προοί­μιο, συ­νε­χί­ζου­με τον σχο­λια­σμό α­πό το ση­μείο που τον εί­χα­με α­φή­σει, δη­λα­δή την προ­σθή­κη Προ­λο­γι­κού Ση­μειώ­μα­τος σε κά­θε τό­μο και Επί­με­τρου στο συ­νο­λι­κό έρ­γο.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πρό­λο­γοι και ε­πί­λο­γος α­πο­τε­λούν έ­να σύ­νο­λο δε­καέ­ξι κει­μέ­νων, ε­νώ οι συγ­γρα­φείς τους συ­νι­στούν μια μι­κρό­τε­ρη, δε­κα­με­λή ο­μά­δα, κα­θώς ο ε­πι­με­λη­τής α­να­λαμ­βά­νει τρεις προ­λό­γους και τέσ­σε­ρις συ­νερ­γά­τες α­πό δυο. Πρό­κει­ται  για συ­στη­μα­τι­κούς με­λε­τη­τές του Πα­πα­δια­μά­ντη, αλ­λά και για συγ­γρα­φείς μίας ή δύο σχε­τι­κών με­λε­τών, α­κό­μη και κα­μίας. Ωστό­σο, εί­ναι οι ε­παγ­γελ­μα­τι­κές και λοι­πές ι­διό­τη­τές τους, αυ­τές που τους κα­θι­στούν κα­τάλ­λη­λους για τη συγ­γρα­φή ε­νός πα­ρό­μοιου κει­μέ­νου, το ο­ποίο α­πευ­θύ­νε­ται στο πλα­τύ κοι­νό. Επτά α­πό αυ­τούς θή­τευ­σαν ή και θη­τεύουν στη Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Εκπαί­δευ­ση. Δύο, μά­λι­στα, εί­ναι εν ε­νερ­γεία σχο­λι­κοί σύμ­βου­λοι. Ο έ­νας εξ αυ­τών τυγ­χά­νει μέ­λος της ο­μά­δας συγ­γρα­φής του βι­βλίου «Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Λο­γο­τε­χνία» για την Τρί­τη Λυ­κείου, στο ο­ποίο ο Πα­πα­δια­μά­ντης συ­νι­στά τη μια α­πό τις ε­πτά κύ­ριες ε­νό­τη­τες. Πέ­ντε εί­ναι ποιη­τές. Δύο εί­ναι βρα­βευ­μέ­νοι διη­γη­μα­το­γρά­φοι. Δύο εί­ναι θε­ο­λό­γοι. Δυο εί­ναι εκ­δό­τες του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο έ­νας της μη­τρι­κής έκ­δο­σης. Σχε­δόν ό­λοι α­πο­λαμ­βά­νουν υ­πό­λη­ψης έ­γκρι­του δο­κι­μιο­γρά­φου. Προ­φα­νώς, ό­πως συμ­βαί­νει κα­τά κα­νό­να σή­με­ρα με τους πνευ­μα­τι­κούς αν­θρώ­πους, οι συγ­γρα­φείς των κει­μέ­νων έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας ι­διό­τη­τες. Γε­γο­νός που θα πρέ­πει να λει­τούρ­γη­σε κα­θο­ρι­στι­κά στην ε­πι­λο­γή τους α­πό τον ε­πι­με­λη­τή. Από την άλ­λη, αυ­τό, α­κρι­βώς, με­γε­θύ­νει τις προσ­δο­κίες για έ­να ό­χι συμ­βα­τι­κό κεί­με­νο, αλ­λά για έ­ναν πρό­λο­γο, που θα πα­ρα­κι­νεί ε­κεί­νον, που δεν γνω­ρί­ζει κα­λά ή και κα­θό­λου τον Πα­πα­δια­μά­ντη, να ξε­κι­νή­σει την α­νά­γνω­ση ε­νός τό­μου. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, ο κά­θε πρό­λο­γος έ­χει και ει­δι­κό­τε­ρο, διτ­τό στό­χο. Αφε­νός μεν θα πρέ­πει να προϊδεά­ζει για το κύ­ριο μέ­ρος του συ­γκε­κρι­μέ­νου τό­μου και α­φε­τέ­ρου να λει­τουρ­γεί ως υ­πο­κα­τά­στα­το του φι­λο­λο­γι­κού σχο­λια­σμού της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, ο ο­ποίος α­φαι­ρέ­θη­κε χά­ριν ευ­χρη­στίας.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η πα­ρου­σία­ση μιας συ­να­γω­γής κει­μέ­νων εί­ναι πά­ντο­τε δυ­σχε­ρής, πό­σω μάλ­λον ό­ταν πρό­κει­ται για προ­λό­γους ε­πι­μέ­ρους τμη­μά­των συ­γκε­κρι­μέ­νου έρ­γου. Προς διευ­κό­λυν­ση, α­κο­λου­θού­με τον υ­πάρ­χο­ντα χω­ρι­σμό των τό­μων σε ε­κτε­νή πε­ζά, διη­γή­μα­τα, ποιη­τι­κά και μη λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να. Ορι­σμέ­νοι προ­λο­γι­στές (συ­νο­λι­κά τρεις), ό­πως ε­πί­σης ο ε­πι­λο­γι­στής, τιτ­λο­φο­ρούν ό­λα ή κά­ποια α­πό τα κεί­με­νά τους, δί­νο­ντάς έ­τσι σε έ­ξι κεί­με­να την υ­πό­στα­ση αυ­το­τε­λούς άρ­θρου, ε­νώ οι υ­πό­λοι­ποι αρ­κού­νται στον τίτ­λο του Προ­λο­γι­κού Ση­μειώ­μα­τος. Μια πρώ­τη ε­νό­τη­τα α­πο­τε­λούν οι πρό­λο­γοι των πέ­ντε πρώ­των τό­μων με τα ε­κτε­νή πε­ζά. Τους προ­λό­γους των τριών εξ αυ­τών, ε­κεί­νους με πε­ριτ­τό αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό, γρά­φει ο ε­πι­με­λη­τής («Η Φό­νισ­σα»-«Χρή­στος Μη­λιό­νης», «Οι Έμπο­ροι των Εθνών», «Η Γυ­φτο­πού­λα»). Του δεύ­τε­ρου («Τα Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια»-«Βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα»), τον α­να­λαμ­βά­νει ο Λου­κάς Κού­σου­λας, τρό­πον τι­νά δι­καιω­μα­τι­κά, α­φού, ή­δη α­πό το Πρώ­το Συ­νέ­δριο Πα­πα­δια­μά­ντη, το 1991, τον α­πα­σχο­λεί ο πρό­λο­γος στα «Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια». Ενώ, του τέ­ταρ­του, για το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Η Με­τα­νά­στις», τον ε­πω­μί­ζε­ται ο Δη­μή­τρης Κο­σμό­που­λος. Και οι τρεις προσ­διο­ρί­ζουν το χρό­νο γρα­φής των πε­ζών, σχο­λιά­ζουν το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος στο ο­ποίο α­νή­κουν και συ­νο­ψί­ζουν την υ­πό­θε­ση, εν­θέ­το­ντας πα­ρα­θέ­μα­τα. Εδώ, αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα στους προ­λό­γους, λό­γω με­ρι­κής α­να­τρο­πής της χρο­νο­λο­γι­κής σει­ράς κα­τά την πα­ρά­τα­ξη των πε­ζών, πα­ρα­τη­ρού­νται ε­πι­κα­λύ­ψεις. Στους δυο προ­λό­γους, του Κού­σου­λα και του Κο­σμό­που­λου, ο σχο­λια­σμός μύ­θου και η­ρώων α­πο­τε­λεί το κυ­ρίως θέ­μα. Αντι­θέ­τως, ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος δί­νει βά­ρος στην πρόσ­λη­ψη του έρ­γου, πα­ρα­θέ­το­ντας σχε­τι­κά στοι­χεία. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Κα­λή ι­δέα, την ο­ποία μό­νο έ­νας προ­λο­γι­στής με γνώ­ση του θέ­μα­τος μπο­ρεί να πραγ­μα­τώ­σει. Θα α­να­με­νό­ταν, ω­στό­σο, να ε­πι­λέ­ξει τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες με­λέ­τες, δί­νο­ντας προ­σι­τές σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό και με κά­ποια πλη­ρό­τη­τα πα­ρα­πο­μπές. Για πα­ρά­δειγ­μα, το “δο­κί­μιο”  του Κω­στή Μπα­στιά «Ο Πα­πα­δια­μά­ντης» εί­ναι μεν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό του 1962, που εκ­δό­θη­κε, αλ­λά δεν εί­ναι το μό­νο, ώ­στε να α­να­φέ­ρε­ται και στα τέσ­σε­ρα πε­ζά ως η βα­σι­κή πα­ρα­πο­μπή και μά­λι­στα, σε έ­να εξ αυ­τών, τους «Εμπό­ρους των Εθνών», η α­να­σκευή ά­πο­ψης του Μπα­στιά να κα­τα­λαμ­βά­νει σχε­δόν το έ­να τρί­το του προ­λό­γου. Μάλ­λον ο προ­λο­γι­στής πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό τον πρό­λο­γο της ε­πα­νέκ­δο­σης του βι­βλίου του Μπα­στιά, που, ό­πως έ­χει ε­ξαγ­γελ­θεί, ε­τοι­μά­ζει εκ πα­ραλ­λή­λου. Πα­ρα­σύ­ρε­ται, ό­μως, και α­πό το ευ­ρύ γνω­στι­κό του πε­δίο, θεω­ρώ­ντας ως αυ­το­νό­η­τα πρό­σω­πα και έ­ντυ­πα. Λ.χ., σχο­λιά­ζο­ντας τη «Φό­νισ­σα», α­να­φέ­ρει πα­ρα­τή­ρη­ση του Β. Ν. Μπό­νου, ά­νευ λοι­πών στοι­χείων. Πό­σοι, ό­μως, γνω­ρί­ζουν τον ευ­βοέα ποιη­τή και την ε­να­σχό­λη­σή του με τον σκια­θί­τη γεί­το­νά του; Κα­τά τα άλ­λα, στις τρεις, ό­λες κι ό­λες, πα­ρα­πο­μπές, που δί­νει γι’ αυ­τό το ση­μα­ντι­κό πε­ζό, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει άρ­θρο σε α­ξιό­λο­γο μεν αλ­λά μι­κρής εμ­βέ­λειας εκ­κλη­σια­στι­κό πε­ριο­δι­κό. Ενώ, για τη «Γυ­φτο­πού­λα», πα­ρα­πέ­μπει σε με­λέ­τη­μά του, δί­νο­ντας ως πη­γή ε­ξαν­τλη­μέ­νο βι­βλίο του 1992, πα­ρό­τι α­κέ­ραιο το κεί­με­νο έ­χει α­να­δη­μο­σιευ­τεί, του­λά­χι­στον άλ­λες δύο φο­ρές, σε βι­βλία της τε­λευ­ταίας ε­ξα­ε­τίας. Πα­ρα­σύ­ρε­ται, ε­πί­σης, α­πό τον οί­στρο του, κα­τα­λή­γο­ντας έ­ναν εκ των προ­λό­γων με το ρη­το­ρι­κό αλ­λά σκο­τει­νό για τους πολ­λούς ε­ρώ­τη­μα: «Ο Πα­πα­δια­μά­ντης ού­τε αν­θελ­λη­νι­κός ή­ταν ού­τε α­νελ­λή­νι­στος – μα τι λέω τώ­ρα;» Πράγ­μα­τι, τι λέει;, α­πο­ρεί και ο δύ­σμοι­ρος α­να­γνώ­στης, ποιος και πό­τε α­πο­κά­λε­σε τον Πα­πα­δια­μά­ντη αν­θελ­λη­νι­κό και α­νελ­λή­νι­στο;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Από την άλ­λη, α­ξιο­ση­μείω­τες εί­ναι  οι α­σα­φείς εκ­φρά­σεις στον πρό­λο­γο του πρώ­του τό­μου της σει­ράς, στις ο­ποίες α­να­γκά­ζε­ται να κα­τα­φύ­γει αυ­τός ο α­κρι­βο­λό­γος φι­λό­λο­γος: «Οι αυ­το­τε­λείς εκ­δό­σεις της Φό­νισ­σας εί­ναι πά­μπολ­λες...Το πλή­θος των εκ­δό­σεων, που μάλ­λον δεν έ­χουν κα­τα­γρα­φεί, το α­ντα­γω­νί­ζο­νται οι α­πει­ρά­ριθ­μες και ε­πί­σης βι­βλιο­γρα­φι­κά α­νυ­πό­τα­κτες με­λέ­τες...» Κι αυ­τό, λό­γω α­που­σίας Βι­βλιο­γρα­φίας Πα­πα­δια­μά­ντη. Αυ­τό το “μέ­γα κα­λό και πρώ­το στη φι­λο­λο­γία”, που ο ί­διος στον “ει­κο­σι­πε­ντά­χρο­νο πλου­ν” του δεν θεώ­ρη­σε ως πρώ­το μέ­λη­μα. Και κα­λά ως πρώ­το μέ­λη­μα, αλ­λά για­τί ό­χι ως δεύ­τε­ρο, υ­πό τη μορ­φή προ­τρο­πής προς νεό­τε­ρους, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κής χά­ρις στο γό­η­τρο που, ε­δώ και χρό­νια, α­πο­λαμ­βά­νει; Πι­στεύου­με ό­τι τη μομ­φή για τη μη κα­τάρ­τι­ση Βι­βλιο­γρα­φίας κα­τά την με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή τρια­κο­ντα­πε­ντα­ε­τία την μοι­ρά­ζε­ται δι­καιω­μα­τι­κά με τους δυο τρεις πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γους, που κα­τεί­χαν ή κα­τέ­χουν πα­νε­πι­στη­μια­κούς θώ­κους.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ερχό­μα­στε στη δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα, αυ­τή των διη­γη­μά­των, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται στους ο­κτώ ε­πό­με­νους τό­μους (6-13). Πρό­κει­ται για 167 διη­γή­μα­τα, στα ο­ποία συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται και το προ διε­τίας ε­ντο­πι­σθέν. Μα­ζί με τα δυο “κοι­νω­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα”  («Η Φό­νισ­σα» και «Τα Ρο­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια) και τα δυο ε­κτε­νή πε­ζά αλ­λά ό­χι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα («Χρή­στος Μη­λιό­νης» και «Βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα») φθά­νουν τα 171 και α­πο­τε­λούν το διη­γη­μα­τι­κό σώ­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Κα­τά το μοί­ρα­σμα σε τό­μους, ρυθ­μι­στι­κός πα­ρά­γων στά­θη­κε η α­νά­γκη πα­ρα­πλή­σιου α­ριθ­μού σε­λί­δων α­νά τό­μο. Εί­ναι, ω­στό­σο, εμ­φα­νές, ό­τι υ­πήρ­χε η δυ­να­τό­τη­τα να δια­τη­ρη­θούν ο­ρι­σμέ­νες του­λά­χι­στον χρο­νο­λο­γι­κές ε­νό­τη­τες, ό­πως δη­μιουρ­γού­νται α­πό την πα­ρά­τα­ξη των κει­μέ­νων. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι η δια­τά­ρα­ξή τους φαί­νε­ται να μην γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή α­πό ο­ρι­σμέ­νους προ­λο­γι­στές, ε­νώ, α­ντι­θέ­τως, σε  μια πε­ρί­πτω­ση, γί­νε­ται κα­τά α­παί­τη­σή του. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, στον έ­κτο τό­μο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται τα 17 διη­γή­μα­τα της πε­ριό­δου Χρι­στού­γεν­να 1887-Χρι­στού­γεν­να 1891, στον ε­πό­με­νο τα ε­πτά α­πό τα ο­κτώ διη­γή­μα­τα του 1892. Ενώ, στον με­θε­πό­με­νο, σύμ­φω­να με τον προ­λο­γι­στή, Σταύ­ρο Ζου­μπου­λά­κη, δε­κα­τέσ­σε­ρα, δη­μο­σιευ­μέ­να α­πό τα τέ­λη του 1893 ως την 1 Ια­νουα­ρίου 1896. Άρα, εί­τε έ­χου­με κε­νό γρα­φής εί­τε πα­ρά­λει­ψη διη­γη­μά­των. Τί­πο­τα α­πό τα δύο. Στον τό­μο, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο του 1892, «Οι ε­λα­φροΐσκιω­τοι», που πε­ρίσ­σε­ψε α­πό τον προ­η­γού­με­νο, κα­θώς και τα δύο των πρώ­των μη­νών του 1893. Ο γρά­φων μάλ­λον πρό­σε­ξε μό­νο το προ­τασ­σό­με­νο διή­γη­μα, ό­που και τον πα­ρέ­συ­ρε η δια­φο­ρά στις η­με­ρο­μη­νίες γρα­φής και πρώ­της δη­μο­σίευ­σης. Πα­ρο­μοίως, ο προ­λο­γι­στής του δω­δέ­κα­του τό­μου, Τα­σού­λα Κα­ρα­γεωρ­γίου, δια­τεί­νε­ται ό­τι τα 30 διη­γή­μα­τα του τό­μου εί­ναι δη­μο­σιευ­μέ­να την πε­ρίο­δο 1907-1912, ε­νώ τα δυο πρώ­τα δη­μο­σιεύ­τη­καν Δε­κέμ­βριο 1906. Αντι­θέ­τως, ο προ­λο­γι­στής του έ­να­του τό­μου, Στέ­λιος Πα­πα­θα­να­σίου, για να υ­πο­στη­ρί­ξει τα συ­μπε­ρά­σμα­τά του πα­ρεμ­βαί­νει σε βά­ρος της χρο­νο­λο­γι­κής ε­νό­τη­τας. Ο συ­γκε­κρι­μέ­νος τό­μος, με δυο ε­πι­πλέ­ον διη­γή­μα­τα, θα κά­λυ­πτε α­κέ­ραια τα έ­τη 1896 έως και 1900. Εξαι­ρού­νται, ό­μως, το πρώ­το διή­γη­μα του 1896 και το τε­λευ­ταίο του 1900. Έτσι, προ­κύ­πτει έ­νας τό­μος, ό­που το πρώ­το διή­γη­μα εί­ναι «Ο Ξε­πε­σμέ­νος Δερ­βί­σης» και το τε­λευ­ταίο, «Ο Γεί­το­νας με το λα­γού­το». Σε αυ­τήν τη διά­τα­ξη, στη­ρί­ζει ο Πα­πα­θα­να­σίου τον πρό­λο­γό του, ε­ξαί­ρο­ντας το πρώ­το ως το κα­λύ­τε­ρο των α­θη­ναϊκών και υ­πο­βι­βά­ζο­ντας το τε­λευ­ταίο. Επι­προ­σθέ­τως, το τε­λευ­ταίο του 1900, «Η Φαρ­μα­κο­λύ­τρια», ως ε­ναρ­κτή­ριο του ε­πό­με­νου τό­μου, το κα­θι­στά α­κρο­γω­νιαίο λί­θο του δεύ­τε­ρου προ­λό­γου, που συγ­γρά­φει.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Και μό­νο αυ­τά τα πα­ρα­δείγ­μα­τα δεί­χνουν ό­τι τα συ­γκε­κρι­μέ­να διη­γή­μα­τα ε­νός τό­μου δεν εί­ναι το κυ­ρίως θέ­μα των προ­λό­γων. Αντί για το corpus των διη­γη­μά­των, που κλή­θη­κε έ­κα­στος να πα­ρου­σιά­σει, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι σχο­λιά­ζουν έ­να διή­γη­μα, κά­νο­ντας α­να­φο­ρά, δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, σε δυο-τρία α­πό τα υ­πό­λοι­πα ή και σε διη­γή­μα­τα άλ­λων τό­μων, ό­ταν τα λοι­πά διη­γή­μα­τα του τό­μου δεν ται­ριά­ζουν με τις προ­τι­μή­σεις τους. Κα­τά κα­νό­να, προ­βάλ­λουν το διή­γη­μα, με το ο­ποίο τιτ­λο­φο­ρεί­ται ο τό­μος. Κι αυ­τό ό­χι ως α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό της ο­μά­δας, αλ­λά ως το, κα­τά τη γνώ­μη τους, κο­ρυ­φαίο. Άλλω­στε, πι­θα­νώς, με βά­ση τις προ­τι­μή­σεις τους και με τη σύμ­φω­νη γνώ­μη του ε­πι­με­λη­τή, να έ­γι­νε η ε­πι­λο­γή του. Όπως και να έ­χει, θυ­μί­ζουν τον Λά­κη Προ­γκί­δη, αν δεν πα­τούν στα βή­μα­τά του, ο ο­ποίος α­να­κή­ρυ­ξε τον Πα­πα­δια­μά­ντη μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο ε­φά­μιλ­λο των Ευ­ρω­παίων με βά­ση έ­να και μο­να­δι­κό διή­γη­μα. Ακό­μη, ό­μως, και τρεις εξ αυ­τών, που θεω­ρούν ό­τι ε­πι­βάλ­λε­ται να σχο­λιά­σουν πε­ρισ­σό­τε­ρα και λει­τουρ­γώ­ντας ως φι­λό­τι­μοι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, γρά­φουν α­πό μια φρά­ση για με­ρι­κά α­κό­μη, τα α­ντι­με­τω­πί­ζουν με­μο­νω­μέ­να, σκια­γρα­φώ­ντας την υ­πό­θε­ση ε­νός ε­κά­στου. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ού­τε καν τους ε­νο­ποιη­τι­κούς δε­σμούς, που προ­κύ­πτουν α­πό την πα­ρά­τα­ξη των διη­γη­μά­των κα­τά τη χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά της πρώ­της δη­μο­σίευ­σης, φαί­νε­ται να λαμ­βά­νουν υ­πό­ψη. Εκτός κι αν τους πα­ρα­κά­μπτουν σκο­πί­μως. Πα­ρά­δειγ­μα, ο έ­κτος τό­μος, ό­που, α­πό τα 17 διη­γή­μα­τα, τα 11 εί­ναι ε­ορ­τα­στι­κά, και ο ό­γδοος, με 8 ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα α­πό τα 14. Αυ­τόν τον εμ­φα­νή συν­δε­τι­κό ι­στό, οι δυο προ­λο­γι­στές, ο Άγγε­λος Μα­ντάς και ο Ζου­μπου­λά­κης, δεν τον σχο­λιά­ζουν. Αντ’ αυ­τού, α­να­πτύσ­σουν θέ­μα­τα, που δεί­χνουν να συν­δέ­ο­νται με τα προ­σω­πι­κά τους εν­δια­φέ­ρο­ντα. Ο πρώ­τος δεν α­να­φέ­ρε­ται σε κα­νέ­να ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα, ού­τε καν σε ε­κεί­νο του τίτ­λου, «Η Στα­χο­μα­ζώ­χτρα», αλ­λά ε­πι­λέ­γει ως κυ­ρίως θέ­μα έ­να α­πό τα πέ­ντε υ­πο­λει­πό­με­να, «Η Μαυ­ρο­μα­ντη­λού», που τον α­πα­σχο­λεί ε­δώ και χρό­νια, κα­θώς α­πο­τέ­λε­σε μι­κρό ο­λί­σθη­μα της δι­δα­κτο­ρι­κής του δια­τρι­βής. Ο δεύ­τε­ρος ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται μεν σε έ­να ε­ορ­τα­στι­κό, το «Λα­μπριά­τι­κος ψάλ­της», αλ­λά δεν τον ελ­κύει αυ­τό κα­θ’ αυ­τό το διή­γη­μα ή, έ­στω, το πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο προοί­μιο. Ακό­μη και την η­με­ρο­μη­νία πρώ­της δη­μο­σίευ­σής του φαί­νε­ται να τη λη­σμο­νεί. Ο λό­γος εί­ναι πρό­σφα­το φι­λο­λο­γι­κό εύ­ρη­μα, για το ο­ποίο ο εν­θου­σια­σμός του εί­ναι α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρος, κα­θώς η α­να­κοί­νω­σή του έ­γι­νε στο πε­ριο­δι­κό, που ο ί­διος διευ­θύ­νει. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, εί­ναι α­ξιο­ση­μείω­το, ό­τι, στα δε­καέ­ξι συ­νο­λι­κά έν­θε­τα κεί­με­να, σε κα­νέ­να δεν α­να­φέ­ρε­ται, ού­τε ως πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­γρα­ψε ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, ό­τι, με αυ­τά ξε­κί­νη­σε και με αυ­τά πο­ρεύ­τη­κε μέ­χρι σχε­δόν το τέ­λος του 19ου αι. Δη­λα­δή, μια με­γά­λη πε­ρίο­δο, που α­ντι­στοι­χεί στα δύο τρί­τα του συγ­γρα­φι­κού του βίου. Επί­σης, κα­νέ­νας τό­μος δεν τιτ­λο­φο­ρεί­ται με τίτ­λο ε­ορ­τα­στι­κού, πλην του έ­κτου, «Η Στα­χο­μα­ζώ­χτρα και άλ­λα διη­γή­μα­τα», στη ε­πι­λο­γή του ο­ποίου, ό­μως, θα πρέ­πει να βά­ρυ­νε η κοι­νω­νιο­λο­γι­κή συ­νι­στώ­σα...&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Συ­νέ­χεια και Τέ­λος την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt; Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Λε­ζά­ντα φω­το­γρα­φίας: Πορ­τραί­το (ξυ­λο­γρα­φία) του Πα­πα­δια­μά­ντη, το πρώ­το (1941) α­πό τα δύο, που φι­λο­τέ­χνη­σε ο χα­ρά­κτης Α. Τάσ­σος.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 4/12/2011.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-5753439772698207867?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/5753439772698207867/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=5753439772698207867' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/5753439772698207867'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/5753439772698207867'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/12/blog-post.html' title='Απάντων Παπαδιαμάντη συνέχεια'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-pm9s52jSCck/TtipzkvYQtI/AAAAAAAAATo/pVbqM_3BPRY/s72-c/mari4122011.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-1163593218786124359</id><published>2011-11-25T04:18:00.000-08:00</published><updated>2011-11-25T04:22:54.573-08:00</updated><title type='text'>ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Σχόλια στα νέα Άπαντα</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«Άπα­ντα»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Έκδο­ση «ΤΟ ΒΗ­ΜΑ βι­βλιο­θή­κη»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 200px; height: 257px;" src="http://3.bp.blogspot.com/-4g7bZntkGwU/Ts-IYJcZpbI/AAAAAAAAATc/XmInNXVZYlQ/s320/mari27112011.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5678907603570763186" /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Εφέ­τος το κα­λο­καί­ρι, συ­γκε­κρι­μέ­να κά­θε Πα­ρα­σκευή, α­πό τις 22 Μαΐου μέ­χρι τις 27 Αυ­γού­στου, κυ­κλο­φο­ρού­σε και α­πό έ­νας τό­μος των «Απά­ντων» Πα­πα­δια­μά­ντη. Πρό­κει­ται για μια δε­κα­πε­ντά­το­μη έκ­δο­ση της ε­φη­με­ρί­δας «Το Βή­μα». Εντάσ­σε­ται στις εκ­δό­σεις βι­βλίω­ν-προ­σφο­ρών της ε­φη­με­ρί­δας, με τον γε­νι­κό τίτ­λο «Βι­βλιο­θή­κη». Η έκ­δο­ση έ­γι­νε με α­φορ­μή το ε­φε­τι­νό «Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη». Ως γνω­στόν, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι προ­σφο­ρές έ­χουν α­πο­δειχ­θεί με­γά­λο κε­φά­λαιο για τις ε­φη­με­ρί­δες, στο βαθ­μό να τεί­νουν να τις υ­πο­κα­τα­στή­σουν. Όλο και συ­χνό­τε­ρα, η ε­πι­λο­γή μιας ε­φη­με­ρί­δας α­πό τον α­να­γνώ­στη δεν γί­νε­ται με  κρι­τή­ριο  αυ­τήν κα­θ’ ε­αυ­τήν την ε­φη­με­ρί­δα αλ­λά τις προ­σφο­ρές της. Τα βι­βλία-προ­σφο­ρές, εί­τε συ­νο­δεύουν μα­ζί με πρό­σθε­τα έν­θε­τα, CD και DVD το πλή­ρες, δι­πλά­σιας τι­μής, κυ­ρια­κά­τι­κο φύλ­λο, εί­τε πω­λού­νται στα πε­ρί­πτε­ρα, άλ­λο­τε με κου­πό­νια, που προ­σφέ­ρει η ε­φη­με­ρί­δα, συν πρό­σθε­το α­ντί­τι­μο κι άλ­λο­τε α­νε­ξάρ­τη­τα. Αυ­τά τα τε­λευ­ταία παίρ­νουν τη θέ­ση τους δί­πλα στις ε­βδο­μα­διαίες ε­φη­με­ρί­δες και ε­πι­στρέ­φο­νται στο πρα­κτο­ρείο μα­ζί με αυ­τές στο τέ­λος της ε­βδο­μά­δας. Τα δι­καιώ­μα­τα ε­πα­νέκ­δο­σης, που ε­ξα­σφα­λί­ζουν οι ε­φη­με­ρί­δες α­πό τους εκ­δο­τι­κούς οί­κους, δεν ε­πι­τρέ­πουν, στη συ­νέ­χεια, τη διά­θε­σή τους και στα βι­βλιο­πω­λεία. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Κα­τά κα­νό­να, στα βι­βλία-προ­σφο­ρές, το με­ρί­διο της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας εί­ναι μι­κρό, κα­θώς το εν­δια­φέ­ρον ελ­κύουν οι τα­ξι­διω­τι­κοί ο­δη­γοί, τα βι­βλία Τέ­χνης και α­πό τη λο­γο­τε­χνία, η α­φρό­κρε­μα της ξε­νό­γλωσ­σης. Ακό­μη μι­κρό­τε­ρο εί­ναι το κομ­μά­τι της πα­λαιό­τε­ρης ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας, κα­θώς προ­τι­μώ­νται, α­να­λο­γι­κά, οι πο­λυ­δια­βα­σμέ­νοι του με­σο­πο­λέ­μου. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, προ διε­τίας, ά­νοι­ξη 2009, η ε­φη­με­ρί­δα «Το Βή­μα» εί­χε ξε­κι­νή­σει τη «Βι­βλιο­θή­κη Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γραμ­μα­τείας», με πα­λαιό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους. Η σει­ρά εί­χε δια­φη­μι­στεί ό­τι θα διαρ­κού­σε ο­λό­κλη­ρο το κα­λο­καί­ρι και οι τό­μοι θα κυ­κλο­φο­ρού­σαν σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση ως προ­σφο­ρά, που θα συ­νό­δευε το κα­θη­με­ρι­νό, τό­τε α­κό­μη, φύλ­λο της ε­φη­με­ρί­δας. Τε­λι­κά, η σει­ρά δια­κό­πη­κε στα μέ­σα Ιου­λίου, φθά­νο­ντας στον 56ο τό­μο. Ο εκ­δο­τι­κός οί­κος, α­πό τον ο­ποίον εί­χαν α­γο­ρα­στεί τα δι­καιώ­μα­τα, ή­ταν οι εκ­δό­σεις «Πε­λε­κά­νος», ό­που η συ­γκε­κρι­μέ­νη σει­ρά, με τίτ­λο «Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Γραμ­μα­τεία», φθά­νει τους 172 τό­μους. Σε ε­κεί­νη τη σει­ρά, με­τα­ξύ των βι­βλίων “της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης”, υ­πάρ­χουν και ο­κτώ τό­μοι του Πα­πα­δια­μά­ντη. Στους 56 τό­μους, που ε­πα­νεκ­δό­θη­καν ως προ­σφο­ρά α­πό το «Βή­μα», συ­μπε­ρι­λή­φθη­καν οι έ­ξι. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η ε­φε­τι­νή προ­σφο­ρά της ε­φη­με­ρί­δας δεν ε­πι­δέ­χε­ται σύ­γκρι­ση με την προ­πέρ­σι­νη. Τώ­ρα πρό­κει­ται για ε­πα­νέκ­δο­ση ο­λό­κλη­ρου του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου. Και μά­λι­στα, ό­χι α­πό μια ο­ποια­δή­πο­τε μη­τρι­κή έκ­δο­ση, αλ­λά α­πό την πε­ντά­το­μη των «Απά­ντων» του εκ­δο­τι­κού οί­κου «Δό­μος», που θεω­ρεί­ται ως η πιο έ­γκρι­τη. Αναμ­φι­βό­λως, α­πο­τε­λεί μια α­πό τις κα­λύ­τε­ρες σει­ρές βι­βλίω­ν–προ­σφο­ρών. Σω­στό δια­μά­ντι α­νά­με­σα στα βι­βλία πε­ρι­πτέ­ρου, που θα ά­ξι­ζε δια­φο­ρε­τι­κή μοί­ρα α­πό ε­κεί­νη της διά­θε­σης των τό­μων μό­νο για μια ε­βδο­μά­δα. Η σει­ρά, πά­ντως, έ­τυ­χε ε­ξαι­ρε­τι­κής προ­βο­λής. Ήδη, α­πό το δι­σέ­λι­δο σα­λό­νι, που α­φιέ­ρω­σε η ε­φη­με­ρί­δα στο φύλ­λο της 15ης Μαΐου, προ­α­ναγ­γελ­λό­ταν ως η α­να­με­νό­με­νη “χρη­στι­κή έκ­δο­ση” των «Απά­ντων». Και έ­τσι συ­νέ­χι­σε να δια­φη­μί­ζε­ται ο­λό­κλη­ρο το κα­λο­καί­ρι. Πα­ρεν­θε­τι­κά, να ση­μειώ­σου­με, ό­τι μο­νί­μως στη δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια χρη­σι­μο­ποιεί­το το έ­να α­πό τα δυο χα­ρα­κτι­κά πορ­τραί­τα (ξυ­λο­γρα­φίες) του Πα­πα­δια­μά­ντη, που φι­λο­τέ­χνη­σε ο χα­ρά­κτης Α. Τάσ­σος, χω­ρίς ού­τε μια φο­ρά να α­να­φερ­θεί το ό­νο­μά του.  &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Βε­βαίως, οι δια­φη­μι­στι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις λει­τουρ­γούν πά­ντο­τε δια της με­γα­λη­γο­ρίας. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη, ω­στό­σο, πε­ρί­πτω­ση, ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός του έρ­γου ως “χρη­στι­κή έκ­δο­ση”, την ο­ποία ο­νει­ρεύο­νταν, ε­δώ και χρό­νια, ο εκ­δό­της και ο ε­πι­με­λη­τής της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, ε­πι­κυ­ρώ­θη­κε α­πό τους ί­διους, κα­τά την ε­πί­ση­μη πα­ρου­σία­ση του έρ­γου, που διορ­γά­νω­σε, την 6η Ιου­νίου, ο νέ­ος εκ­δό­της στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής. Και προ­σε­πι­κυ­ρώ­θη­κε, τέσ­σε­ρις μή­νες αρ­γό­τε­ρα, με την τε­λι­κή α­πο­τί­μη­ση της έκ­δο­σης α­πό τον ε­πι­με­λη­τή της σε σχε­τι­κό κεί­με­νο στο «Βή­μα» (9/10). Για την α­κρί­βεια, ό­χι μό­νο την ο­νει­ρεύο­νταν, αλ­λά και την εί­χαν ε­ντά­ξει στο εκ­δο­τι­κό πρό­γραμ­μα του «Δό­μου», ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στο «Απάν­θι­σμα Διη­γη­μά­των», που εί­χαν εκ­δώ­σει το 2001. Με βά­ση αυ­τά, α­να­κύ­πτει το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο πρό­κει­ται πράγ­μα­τι για τη “χρη­στι­κή έκ­δο­ση” της πλέ­ον έ­γκρι­της έκ­δο­σης των «Απά­ντων» Πα­πα­δια­μά­ντη. Δε­δο­μέ­νου ό­τι για μια έκ­δο­ση υ­ψη­λών α­παι­τή­σεων, ό­πως οι χρη­στι­κές εκ­δό­σεις κλα­σι­κών έρ­γων, δεν αρ­κούν οι προ­θέ­σεις. Μια πα­ρό­μοια έκ­δο­ση υ­πό­κει­ται σε ο­ρι­σμέ­νες προ­δια­γρα­φές, οι ο­ποίες α­παι­τούν, πρώ­τα α­π’ ό­λα, ι­κα­νό χρό­νο α­πό τον σχε­δια­σμό τους μέ­χρι την πε­ραίω­σή τους. Η έκ­δο­ση, ό­πως γρά­φτη­κε, έ­γι­νε εν μια νυ­κτί. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να· μή­να Μάρ­τιο έ­κα­νε την πρό­τα­ση ο νέ­ος εκ­δό­της στον πα­λαιό. Από τη στιγ­μή που συμ­φω­νή­θη­κε, το σύ­νο­λο του έρ­γου σχε­διά­στη­κε και υ­λο­ποιή­θη­κε ε­ντός δύο-τριών μη­νών. Ενίο­τε, ό­μως, έ­νας πο­λυ­δύ­να­μος μη­χα­νι­σμός κά­νει θαύ­μα­τα. Ας δού­με, λοι­πόν, με με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή τη συ­γκε­κρι­μέ­νη έκ­δο­ση. Έτσι κι αλ­λιώς, το Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη, του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας, δεν έ­χει ευ­τυ­χή­σει σε έ­ντυ­πες εκ­δό­σεις. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Κα­τ’ αρ­χάς, ως προς τον σχε­δια­σμό της σει­ράς, δεν υιο­θε­τή­θη­κε  το μι­κρό σχή­μα βι­βλίου τσέ­πης, με μα­λα­κό ε­ξώ­φυλ­λο, ό­πως ε­κεί­νο της προ­πέρ­σι­νης προ­σφο­ράς της «Βι­βλιο­θή­κης Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γραμ­μα­τείας». Η σει­ρά των «Απά­ντων» εί­ναι σχή­μα­τος λί­γο με­γα­λύ­τε­ρου του κα­θιε­ρω­μέ­νου α­πό τους εκ­δο­τι­κούς οί­κους για βι­βλία πε­ζο­γρα­φίας. Οι τό­μοι εί­ναι χαρ­τό­δε­τοι, αλ­λά με σκλη­ρό ε­ξώ­φυλ­λο, στο ο­ποίο οι εκ­δό­τες κα­τα­φεύ­γουν συ­νή­θως για να δη­μιουρ­γή­σουν ε­ντύ­πω­ση πο­λυ­τε­λούς έκ­δο­σης. Όπως συ­νη­θί­ζε­ται σε πα­ρό­μοιες εκ­δό­σεις, το ε­ξώ­φυλ­λο φέ­ρει κα­λαί­σθη­τη κου­βερ­τού­ρα. Σύμ­φω­να με το προ­τασ­σό­με­νο σε ό­λους τους τό­μους Ση­μείω­μα για την Έκδο­ση, το κεί­με­νο λαμ­βά­νε­ται ως έ­χει α­πό τη μη­τρι­κή έκ­δο­ση, με ο­ρι­σμέ­νες διορ­θώ­σεις γρα­φών, που εί­χαν ει­σαχ­θεί στο «Απάν­θι­σμα Διη­γη­μά­των». Επί­σης, πα­ρα­λεί­πε­ται η στι­χα­ρίθ­μη­ση, ο­πό­τε τυ­χόν λά­θη πε­ριο­ρί­ζο­νται στην α­να­διά­τα­ξη των α­ρά­δων. Και βε­βαίως, μπο­ρούν να πα­ρει­σφρή­σουν στις και­νού­ριες σε­λί­δες πε­ριε­χο­μέ­νων, που α­παι­τή­θη­καν. Σε αυ­τές υ­πάρ­χουν μι­κρές αλ­λα­γές των τίτ­λω­ν: σε έ­ξι πε­ρι­πτώ­σεις, τα πρώ­τα γράμ­μα­τα των λέ­ξεων με­τα­πί­πτουν α­πό κε­φα­λαία σε μι­κρά ή και α­ντι­στρό­φως, το «Φώ­τα Ολό­φω­τα» α­πο­κτά ε­νώ­τιο, το «Πά­σχα Ρω­μέι­κο» δια­λυ­τι­κά, «Η Καλ­λι­κατ­ζού­να» χά­νει το έ­να λάμ­δα, «Το Ιδιό­κτη­το» α­πο­κτά α­νω­φε­ρή, «Στο Χρι­στό στο Κά­στρο» προ­στί­θε­ται κόμ­μα. Δυο α­πό τις αλ­λα­γές έ­χουν υιο­θε­τη­θεί και στο «Απάν­θι­σμα Διη­γη­μά­των». Αν πρό­κει­ται, λοι­πόν, για η­θε­λη­μέ­νες αλ­λα­γές, δε­δο­μέ­νου ό­τι ό­λες, πλην μιας, δια­τη­ρού­νται στον πί­να­κα πε­ριε­χο­μέ­νων του τε­λευ­ταίου τό­μου, θα α­να­με­νό­ταν αι­τιο­λό­γη­ση. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Επί­σης, χά­ριν ευ­χρη­στίας, το κεί­με­νο α­πο­γυ­μνώ­νε­ται α­πό τον φι­λο­λο­γι­κό σχο­λια­σμό της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, του­τέ­στιν πα­ρα­λεί­πο­νται το κρι­τι­κό υ­πό­μνη­μα, το υ­πό­μνη­μα πη­γών, οι πί­να­κες προ­σώ­πων και το­πω­νυ­μίων και τα βι­βλιο­γρα­φι­κά. Δια­σώ­ζε­ται ο γε­νι­κός πί­να­κας πε­ριε­χο­μέ­νων, στον ο­ποίο έ­χει προ­στε­θεί πί­να­κας λοι­πών κει­μέ­νων ε­κτός διη­γη­μά­των και μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Εί­ναι ο κα­νό­νας σε πα­ρό­μοιους πί­να­κες να πα­ρει­σφρύουν πη­δή­μα­τα κα­τά την αλ­φα­βη­τι­κή πα­ρά­θε­ση. Με δε­δο­μέ­νη τη στε­νό­τη­τα χρό­νου, τέσ­σε­ρις α­βλε­ψίες στην πα­ρά­θε­ση και τη σε­λι­δα­ρίθ­μη­ση εί­ναι κα­τόρ­θω­μα. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η μο­να­δι­κή σω­ζό­με­νη πλη­ρο­φο­ρία σχε­τι­κά με πα­λαιό­τε­ρες δη­μο­σιεύ­σεις ε­νός κει­μέ­νου εί­ναι το έ­τος πρώ­της δη­μο­σίευ­σης στο τέ­λος κά­θε πε­ζού. Δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τό, ως συ­νο­δευ­τι­κό των πε­ζών, λαμ­βά­νε­ται ως έ­χει α­πό τη μη­τρι­κή έκ­δο­ση, δεν υ­πάρ­χει πε­ρι­θώ­ριο λά­θους. Έτσι, ό­μως, μπο­ρεί να ε­πα­να­λη­φθούν τυ­χόν υ­πάρ­χου­σες α­βλε­ψίες. Πα­ρά­δειγ­μα, το διή­γη­μα «Ο Αντί­κτυ­πος του νου» δη­μο­σιεύε­ται και πά­λι με χρο­νο­λο­γία πρώ­της δη­μο­σίευ­σης το 1912. Ωστό­σο, στον πρό­λο­γο του ε­πό­με­νου τό­μου, το λά­θος διορ­θώ­νε­ται σιω­πη­ρά. Εκεί προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι η πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση αυ­τού του η­μι­τε­λούς διη­γή­μα­τος έ­γι­νε σε δυο τμή­μα­τα, το 1910 και το 1929. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όπως και στη μη­τρι­κή έκ­δο­ση, το κυ­ρίως σώ­μα κά­θε τό­μου συ­μπλη­ρώ­νε­ται με γλωσ­σά­ρι, το ο­ποίο, σε σύ­γκρι­ση με το αρ­χι­κό, εί­ναι συ­νε­πτυγ­μέ­νο. Ενώ, σε μια έκ­δο­ση, που α­πευ­θύ­νε­ται στο πλα­τύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, θα α­να­με­νό­ταν να συμ­βαί­νει α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Ο πε­ριο­ρι­σμός δεν α­φο­ρά το πλή­θος των λέ­ξεων ό­σο τις ε­πε­ξη­γή­σεις και τις βι­βλιο­γρα­φι­κές πα­ρα­πο­μπές. Αυ­τές, ω­στό­σο, δεν έ­χουν μό­νο φι­λο­λο­γι­κό εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, εί­ναι α­να­γκαία η διά­κρι­ση της ι­διω­μα­τι­κής χρή­σης α­πό την κα­νο­νι­κή και ε­πί­σης, του σκια­θί­τι­κου ι­διό­λε­κτου α­πό ε­κεί­νο του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ένα πρό­χει­ρο πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η ερ­μη­νεία του α­δια­φό­ρε­τος ως μα­κα­ρί­της, που, χω­ρίς ε­πε­ξή­γη­ση, εν­δέ­χε­ται να προ­κα­λέ­σει σύγ­χυ­ση σε έ­να νεό­τε­ρο α­να­γνώ­στη.  Όσο για το γε­νι­κό γλωσ­σά­ρι της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, φαί­νε­ται ό­τι θεω­ρή­θη­κε φι­λο­λο­γι­κός φόρ­τος. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ένα βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό μιας πα­ρό­μοιας έκ­δο­σης, ό­ταν, βε­βαίως,  πρό­κει­ται για έ­να κλα­σι­κό έρ­γο, ό­που μια χρη­στι­κή έκ­δο­ση πρέ­πει να μέ­νει πι­στή στο πρω­τό­τυ­πο, εί­ναι η πα­ρά­τα­ξη των κει­μέ­νων. Στα «Άπα­ντα» Πα­πα­δια­μά­ντη της έκ­δο­σης του «Δό­μου» α­κο­λου­θεί­ται η χρο­νο­λο­γία πρώ­της δη­μο­σίευ­σης. Δυ­στυ­χώς, η νέα σει­ρά ε­νέ­δω­σε στις συ­νή­θεις ε­μπο­ρι­κές σκο­πι­μό­τη­τες. Ως γνω­στόν, στις σει­ρές των βι­βλίω­ν-προ­σφο­ρών δί­νε­ται ι­διαί­τε­ρο βά­ρος στην ε­πι­λο­γή των πρώ­των τό­μων, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τοί λει­τουρ­γούν ως κρά­χτης της δια­φη­μι­στι­κής κα­μπά­νιας. Όπως, λοι­πόν, μια σει­ρά βι­βλίων Τέ­χνης προ­βάλ­λει ως δέ­λε­αρ τον Μι­χαήλ Άγγε­λο, έ­τσι και μια σει­ρά της “πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης”, εί­τε πρό­κει­ται για μία, ό­πως η προ­πέρ­σι­νη, χω­ρίς ι­διαί­τε­ρες τυ­πο­τε­χνι­κές α­ξιώ­σεις, εί­τε για την ε­φε­τι­νή, υ­ψη­λών προ­δια­γρα­φών, το δέ­λε­αρ εί­ναι η «Φό­νισ­σα». Σε αυ­τήν, προς συ­μπλή­ρω­ση των σε­λί­δων του πρώ­του τό­μου, προ­στέ­θη­κε το «Χρή­στος Μη­λιό­νης». Η δια­τά­ρα­ξη, ό­μως, της μη­τρι­κής πα­ρά­τα­ξης ε­πε­κτά­θη­κε και στους δυο ε­πό­με­νους τό­μους. Στο δεύ­τε­ρο τό­μο, προ­τι­μή­θη­κε το πε­ζό, στο ο­ποίο, προ δε­κα­ε­τίας, εί­χε στη­ριχ­θεί η “ευ­ρω­παϊκή α­να­βά­πτι­σή” του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Τα Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια», συ­μπλη­ρω­μέ­νο με το «Βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα». Ενώ, για τον τρί­το, ε­πι­λέχ­θη­κε το μυ­θι­στό­ρη­μα «Οι Έμπο­ροι των Εθνών», κα­θώς θεω­ρή­θη­κε γνω­στό­τε­ρο του χρο­νο­λο­γι­κά πρώ­του, «Η Με­τα­νά­στις». Κα­τά τα άλ­λα, α­πό τον τέ­ταρ­το τό­μο και ε­φε­ξής α­κο­λου­θεί­ται η σει­ρά των τεσ­σά­ρων πρώ­των τό­μων της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, χω­ρίς, ω­στό­σο, κά­ποια υ­πο­ση­μείω­ση για τη θέ­ση που εί­χαν στην αρ­χι­κή πα­ρά­τα­ξη τα πέ­ντε πε­ζά που προ­τάχ­θη­καν. Εκτε­τα­μέ­νη α­να­διά­τα­ξη έ­γι­νε στα ποιη­τι­κά και στα μη λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να του πέ­μπτου τό­μου.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ένα α­πό τα desiderata, που λέ­νε οι φι­λό­λο­γοι, μιας α­να­θεω­ρη­μέ­νης ή μιας χρη­στι­κής έκ­δο­σης των «Απά­ντων» Πα­πα­δια­μά­ντη εί­ναι να λη­φθούν υ­πό­ψη τα νέα στοι­χεία, που προέ­κυ­ψαν στο μα­κρύ διά­στη­μα μιας ει­κο­σα­ε­τίας. Όσο α­φο­ρά το κυ­ρίως έρ­γο, η συ­γκο­μι­δή εί­ναι φτω­χή. Προ­στί­θε­ται έ­να διή­γη­μα, «Το Για­λό­ξυ­λο», που ε­ντο­πί­στη­κε πρό­περ­σι α­πό τον Βα­σί­λειο Τω­μα­δά­κη, και γί­νο­νται αλ­λα­γές σε δυο διη­γή­μα­τα α­πό τα δη­μο­σιευ­θέ­ντα με­τά το θά­να­το του Πα­πα­δια­μά­ντη. Στο η­μι­τε­λές «Ο Αντί­κτυ­πος του νου» και στο ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο αλ­λά ά­τιτ­λο, που δη­μο­σιευό­ταν με τον “θε­τό” τίτ­λο «Ο Κα­λού­μπας» και ε­δώ α­πο­κτά τον πλα­γίως τεκ­μη­ριω­μέ­νο τίτ­λο, «Το Θε­ο­πό­ντι». &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες αλ­λα­γές α­φο­ρούν τα μη λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να του Πα­πα­δια­μά­ντη και α­να­φέ­ρο­νται α­να­λυ­τι­κά σε Ση­μείω­μα για τους τό­μους 14 και 15, δη­μο­σιευ­μέ­νο στον 14ο τό­μο. Ως νό­θα α­φαι­ρού­νται έ­ξι α­νυ­πό­γρα­φα δη­μο­σιεύ­μα­τα στην ε­φη­με­ρί­δα «Εφη­με­ρίς», δυο στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις», το έ­να α­νυ­πό­γρα­φο και το άλ­λο και με την υ­πο­γρα­φή Πμ., και έ­να στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις Εσπε­ρι­νή» με την υ­πο­γρα­φή Πδμ. Αντ’ αυ­τών, προ­στί­θε­νται πέ­ντε νέα ευ­ρή­μα­τα, γνή­σια κα­τά τους ε­ρευ­νη­τές, πα­ρό­λο που τα δυο α­πό αυ­τά φέ­ρουν υ­πο­γρα­φή Α.Π.. Στην πε­ρί­πτω­ση που η πα­τρό­τη­τα συ­νά­γε­ται μό­νο α­πό την υ­πο­γρα­φή,  η τεκ­μη­ρίω­ση δεν εί­ναι ε­παρ­κής, δε­δο­μέ­νου ό­τι μπο­ρεί να α­νή­κει σε άλ­λο συ­νερ­γά­τη με τα ί­δια αρ­χι­κά. Όπως και να έ­χει, σε μια α­πό τις πα­ρα­πο­μπές για τα α­πο­δει­κτι­κά στοι­χεία, ο δαί­μων του τυ­πο­γρα­φείου αλ­λοίω­σε τον α­ριθ­μό τεύ­χους α­πό 1799 σε 1709.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Και ε­πα­νερ­χό­μα­στε στην α­να­διά­τα­ξη του πέ­μπτου τό­μου της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, ο ο­ποίος α­πο­τε­λεί­ται α­πό εν­νέα ε­νό­τη­τες. Οι τρεις πρώ­τες, Ποιή­μα­τα, Υμνο­γρα­φή­μα­τα και Σα­τι­ρι­κά, ε­ντάχ­θη­καν στον 14ο τό­μο, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται  «Ποιη­τι­κά και άλ­λα κεί­με­να». Μό­νο που τα­ξι­νο­μή­θη­καν σε δυο ε­νό­τη­τες, ό­που τα Σα­τι­ρι­κά εν­σω­μα­τώ­θη­καν στα Υμνο­γρα­φή­μα­τα, με κρι­τή­ριο το ο­μό­τρο­πο της γρα­φής, πα­ρα­βλέ­πο­ντας τη θε­μα­τι­κή α­νο­μοιό­τη­τα. Η τέ­ταρ­τη  ε­νό­τη­τα με τα Θρη­σκευ­τι­κά Άρθρα (28, μείον έ­ξι νό­θα συν τρία νέα) α­πο­τέ­λε­σε τον κυ­ρίως κορ­μό του τε­λευ­ταίου τό­μου. Ενώ, οι υ­πό­λοι­πες πέ­ντε ε­νό­τη­τες, Διορ­θω­τι­κά (3), Μου­σι­κο­λο­γι­κά (4), Φι­λο­λο­γι­κά (15, μείον δυο νό­θα), Διά­φο­ρα (12) και Νε­κρο­λο­γίες (9, μείον έ­να νό­θο), δια­μοι­ρά­στη­καν στους δυο τό­μους, με στό­χο να συ­γκε­ντρω­θούν στον τε­λευ­ταίο τό­μο ά­πα­ντα τα θρη­σκευ­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου κεί­με­να. Έτσι, για τον 14ο τό­μο, α­πέ­μει­να­ν: έ­να α­πό τα Διορ­θω­τι­κά, δυο α­πό τα Μου­σι­κο­λο­γι­κά, ό­λα τα Φι­λο­λο­γι­κά πλην του «Η Έννοια του Θε­ού και ο υ­λι­σμός», ό­λα τα Διά­φο­ρα πλην μια σύ­ντο­μης ε­πι­στο­λής και πα­ρα­δό­ξως, ο­λό­κλη­ρη η ε­νό­τη­τα Νε­κρο­λο­γίες, πα­ρό­τι δυο α­να­φέ­ρο­νται σε πρό­σω­πα της Εκκλη­σίας. Άστο­χη δεί­χνει και η τα­ξι­νό­μη­ση αυ­τών των κει­μέ­νων. Αντί του αρ­χι­κού ει­δο­λο­γι­κού κρι­τη­ρίου, προ­τι­μή­θη­κε ε­κεί­νο της έ­κτα­σης κά­θε κει­μέ­νου, με α­πο­τέ­λε­σμα τα κεί­με­να να κα­τα­νε­μη­θούν σε δυο ε­νό­τη­τες: Εκτε­τα­μέ­να Πε­ζά και Διά­φο­ρα Μι­κρά Κεί­με­να. Αυ­τή η κα­τά­τα­ξη δη­μιουρ­γεί α­πί­θα­νες γειτ­νιά­σεις, ό­πως ε­κεί­νη της ευ­τρά­πε­λης “Γνώ­μης δια τον Σού­ρη­ν” με τη νε­κρο­λο­γία για τον Πα­πα-Αδα­μά­ντιο, Οι­κο­νό­μο.     &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη και­νο­το­μία των νέων «Απά­ντων»  εί­ναι η προ­σθή­κη Προ­λο­γι­κού Ση­μειώ­μα­τος σε κά­θε τό­μο και στο τέ­λος, Επί­με­τρου για το συ­νο­λι­κό έρ­γο. Δεν γνω­ρί­ζου­με άλ­λη έκ­δο­ση Απά­ντων με προ­λό­γους δια­φο­ρε­τι­κών προ­σώ­πων σε κά­θε τό­μο. Συ­νή­θως προ­βλέ­πε­ται πρό­λο­γος και ε­πί­με­τρο του ό­λου έρ­γου.  Εννοού­με έκ­δο­ση Απά­ντων α­πό κα­νο­νι­κό εκ­δο­τι­κό οί­κο, για­τί, στα βι­βλία-προ­σφο­ρές, ό­λα παί­ζουν.  Θα ε­πα­νέλ­θου­με ...&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Λεζάντα φωτογραφίας: Πορτραίτο (ξυλογραφία) του Παπαδιαμάντη. Φιλοτεχνήθηκε από τον χαράκτη &lt;/i&gt;&lt;i&gt;Α. Τάσσο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Σκιαθίτη.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/11/2011&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-1163593218786124359?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/1163593218786124359/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=1163593218786124359' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/1163593218786124359'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/1163593218786124359'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/11/blog-post_25.html' title='ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Σχόλια στα νέα Άπαντα'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-4g7bZntkGwU/Ts-IYJcZpbI/AAAAAAAAATc/XmInNXVZYlQ/s72-c/mari27112011.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-1070074950812272748</id><published>2011-11-18T02:00:00.000-08:00</published><updated>2011-11-18T02:02:22.711-08:00</updated><title type='text'>Τινά ταπεινά περί Σεφέρη</title><content type='html'>&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-uGCDOzo5uds/TsYtIvdHX5I/AAAAAAAAATQ/mREU9jeYBxU/s1600/mari20112011.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 150px; height: 162px;" src="http://2.bp.blogspot.com/-uGCDOzo5uds/TsYtIvdHX5I/AAAAAAAAATQ/mREU9jeYBxU/s320/mari20112011.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5676274008547876754" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Eνας βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής της τρέ­χου­σας σή­με­ρα λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρα­γω­γής σπα­νίως και με­τά με­γά­λης προ­σο­χής κα­τα­φεύ­γει στη χρή­ση του ό­ρου λο­γο­κλο­πή. Κα­τά και­ρούς, ω­στό­σο, τον ε­κτο­ξεύουν ε­να­ντίον κά­ποιου νεό­τε­ρου συγ­γρα­φέα συ­νο­μή­λι­κοι ο­μό­τε­χνοί του, χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νοι, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, α­πό έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, ως ε­μπα­θείς. Αυ­τό, για­τί α­νέ­κα­θεν η κα­θα­ρή κλο­πή στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, αν δεν πρό­κει­ται για κλε­ψί­τυ­πη α­να­πα­ρα­γω­γή  α­κέ­ραιου έρ­γου, δύ­σκο­λα α­πο­δει­κνύε­ται. Άπαξ και έ­νας συγ­γρα­φέ­ας α­πο­λαμ­βά­νει της υ­πό­λη­ψης του λο­γο­τέ­χνη, κά­θε εί­δους δά­νεια, πα­ντα­χό­θεν ερ­χό­με­να, θεω­ρού­νται ως θε­μι­τά. Γι’ αυ­τό, εάν κα­μιά φο­ρά τύ­χει και σπά­σει το πό­δι του ο διά­βο­λος και έ­νας συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­πεμ­φθεί στη δι­καιο­σύ­νη για λο­γο­κλο­πή, α­ντί να προ­σπα­θεί να δεί­ξει ό­τι δεν πρό­κει­ται για ι­διο­ποίη­ση ξέ­νης πνευ­μα­τι­κής ι­διο­κτη­σίας, υ­πε­ρα­μύ­νε­ται της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας του βι­βλίου του. Και ε­πει­δή πα­ρό­μοια α­πό­δει­ξη στο χώ­ρο της τέ­χνης εί­ναι μάλ­λον α­νέ­φι­κτη, ε­πι­κα­λεί­ται την αυ­θε­ντία της κρι­τι­κής, προ­σκο­μί­ζο­ντας βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις α­πό ό­σο το δυ­να­τόν πιο έ­γκρι­τες υ­πο­γρα­φές και έ­ντυ­πα. Όλοι γνω­ρί­ζουν πό­σο αίο­λες εί­ναι πα­ρό­μοιες μαρ­τυ­ρίες, ε­ντού­τοις αυ­τές προ­σφέ­ρουν στο βι­βλίο το status του λο­γο­τε­χνι­κού και ο συγ­γρα­φέ­ας α­θωώ­νε­ται. Οι μό­νες πε­ρι­πτώ­σεις, που μπο­ρεί να κρι­θεί κα­τα­δι­κα­στέ­ος, εί­ναι ό­ταν θί­γο­νται ευ­θέως συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα. Πά­ντως, ο­ποια­δή­πο­τε κα­τά­λη­ξη και να έ­χει δι­κα­στι­κά η υ­πό­θε­ση, α­μαυ­ρώ­νε­ται η υ­πό­λη­ψή του. Όμως, την σή­με­ρον, πα­ρό­μοιες σκιές γρή­γο­ρα α­το­νούν με τη βοή­θεια της δια­φη­μι­στι­κής προ­βο­λής των ε­πό­με­νων έρ­γων του. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αν, ό­μως, α­νέ­κα­θεν, η κα­τη­γο­ρία της λο­γο­κλο­πής προ­σέ­κρουε στην πε­ρι­πε­πλεγ­μέ­νη σχέ­ση λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας και δα­νείων, πό­σω μάλ­λον, σή­με­ρα, που, με την ε­πι­κρά­τη­ση του με­τα­μο­ντέρ­νου, ό­χι μό­νο αμ­φι­σβη­τή­θη­κε η ι­σχύς του πρω­τό­τυ­που, αλ­λά και κα­το­χυ­ρώ­θη­κε ως κα­νό­νας το μυ­θι­στό­ρη­μα χα­λα­ρής δο­μής και συ­χνά, α­κό­μη χα­λα­ρό­τε­ρης νο­η­μα­τι­κής συ­νο­χής. Αντί, λοι­πόν, έ­νας νου­νε­χής βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής να α­να­φέ­ρε­ται σε λο­γο­κλο­πή, πα­ρου­σιά­ζει τις ό­ποιες ο­μοιό­τη­τες με άλ­λα έρ­γα ε­ντο­πί­ζει, κα­τα­φεύ­γο­ντας στη χρή­ση ό­ρων, που να συ­νά­δουν προς τη δη­μιουρ­γι­κή δια­δι­κα­σία. Βέ­βαια, στο θέ­μα της ο­ρο­λο­γίας παί­ζει ρό­λο και η η­λι­κία του βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή. Ένας με­γα­λύ­τε­ρος ι­χνη­λα­τεί ε­πι­δρά­σεις και υ­παι­νίσ­σε­ται “συ­νο­μι­λίες” με πρό­γο­νους ή και αλ­λο­ε­θνείς σύγ­χρο­νους. Ενώ, έ­νας νεό­τε­ρος υιο­θε­τεί τον φροϋδι­κής ε­μπνεύ­σεως ό­ρο δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, που σαν ο­μπρέ­λα κα­λύ­πτει συ­νει­δη­τές και α­σύ­νει­δες συ­νο­μι­λίες τό­σο των συγ­γρα­φέων ό­σο και των κει­μέ­νων. Με αυ­τήν την κά­πως α­σα­φή γλώσ­σα, πα­ρου­σιά­ζε­ται έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που δα­νεί­ζε­ται αυ­τού­σια χω­ρία αλ­λό­τριων πη­γών, ή και α­πο­τε­λεί­ται εξ ο­λο­κλή­ρου α­πό αυ­τά. Η δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση πε­ρι­γρά­φε­ται συ­νή­θως με πλειά­δα ε­ξε­ζη­τη­μέ­νων ό­ρων, α­πό τον βυ­ζα­ντι­νής κα­τα­γω­γής ό­ρο κέ­ντρω­νας μέ­χρι τους γαλ­λι­κούς πα­στίς και κο­λάζ. Η μο­να­δι­κή δια­κρι­τι­κή ευ­χέ­ρεια του βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή εί­ναι να ε­πι­χει­ρή­σει την α­ντι­δια­στο­λή μιας μο­ντερ­νί­στι­κης σύν­θε­σης, ό­που υ­πει­σέρ­χε­ται η συγ­γρα­φι­κή με­του­σίω­ση, και μιας με­τα­μο­ντέρ­νας, που δη­μιουρ­γεί την αί­σθη­ση της ελ­λι­πούς α­φο­μοίω­σης. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Με ό­λα αυ­τά ως αυ­το­νό­η­τα και δε­δο­μέ­να, πο­λύ α­πο­ρή­σα­με, δια­βά­ζο­ντας στο κα­λο­και­ρι­νό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο» το κεί­με­νο του Τά­σου Γου­δέ­λη πε­ρί “λο­γο­κλο­πίας”. Το τεύ­χος φι­λο­ξε­νεί ε­κτε­νές α­φιέ­ρω­μα στον Πα­πα­δια­μά­ντη, αλ­λά το συ­γκε­κρι­μέ­νο κεί­με­νο δη­μο­σιεύε­ται στην κα­τα­λη­κτι­κή ε­νό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού «Τα Φύλ­λα». Ωστό­σο, θα μπο­ρού­σε να ε­νταχ­θεί στο σώ­μα του α­φιε­ρώ­μα­τος, ό­πως ε­πί­σης και σε ε­κεί­νο του α­νοι­ξιά­τι­κου τεύ­χους, για τον Σε­φέ­ρη, α­φού εί­ναι ο Σε­φέ­ρης που εμ­φα­νί­ζε­ται ως λο­γο­κλό­πος. Αυ­τή τη φο­ρά, ό­χι του Έλιοτ ή του Βαλ­λε­ρύ, ως εί­θι­σται α­πό την ε­πο­χή της βρά­βευ­σής του, πι­θα­νώς και νω­ρί­τε­ρα, αλ­λά του Πα­πα­δια­μά­ντη. Βε­βαίως, ό­πως συμ­βαί­νει και με τον Σαίξ­πη­ρ, πα­ρό­μοιες κα­τη­γο­ρίες ε­λά­χι­στα ε­πη­ρεά­ζουν την πρόσ­λη­ψη του έρ­γου του. Σε έ­να, ό­μως, πε­ριο­ρι­σμέ­νο κοι­νό, α­κό­μη και ό­ταν πα­ρό­μοιες μομ­φές δεν συ­ζη­τού­νται, βα­ραί­νουν. Ιδιαί­τε­ρα, ό­ταν έρ­χο­νται α­πό έ­ναν κρι­τι­κό. Βα­ραί­νουν, μά­λι­στα, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­ταν δη­μο­σιεύο­νται σε τεύ­χη ε­πε­τεια­κών α­φιε­ρω­μά­των για τα 100 χρό­νια α­πό το θά­να­το του Πα­πα­δια­μά­ντη και τα 40 α­πό ε­κεί­νον του Σε­φέ­ρη. Αφιε­ρώ­μα­τα, που προ­σβλέ­πουν, ό­πως δη­λώ­νουν οι εκ­δό­τες, σε “νέες α­να­γνώ­σεις” και ε­πα­νε­κτι­μή­σεις. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο Γου­δέ­λης δεν τεκ­μη­ριώ­νει ό­τι ο Σε­φέ­ρης “α­ντέ­γρα­ψε” Πα­πα­δια­μά­ντη. Ου­σια­στι­κά, δεν τον α­πα­σχο­λούν οι δυο πα­λαιό­τε­ροι, αλ­λά έ­νας ο­μή­λι­κός του, ο Νά­σος Βα­γε­νάς. Ει­δι­κό­τε­ρα, ο Βα­γε­νάς ως με­λε­τη­τής του σε­φε­ρι­κού έρ­γου. Στο άρ­θρο του, με τίτ­λο, «Μια πα­ρά­δο­ξη (;) σχέ­ση», πε­ρι­γρά­φει τη σχέ­ση Βα­γε­νά-Σε­φέ­ρη. Ή, ό­πως ο ί­διος συ­νο­ψί­ζει εκ των υ­στέ­ρων, “πε­ρι­γρά­φει τη σχι­ζο­φρε­νι­κή σχέ­ση του θαυ­μα­στή και του ει­δώ­λου του”. Ξε­κι­νά­ει α­πό τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή, που υ­πέ­βα­λε ο Βα­γε­νάς στο Καί­μπριτζ το 1979, «Ο ποιη­τής και ο χο­ρευ­τής. Μια ε­ξέ­τα­ση της ποιη­τι­κής και της ποίη­σης του Σε­φέ­ρη», και κα­τα­λή­γει στο πρό­σφα­το βι­βλίο του, «Κι­νού­με­νος στό­χος». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, α­πο­ρού­με, για­τί το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “το­μί­διο”, ό­ταν πρό­κει­ται για βι­βλίο 268 σε­λί­δων, ό­που α­να­δη­μο­σιεύο­νται 29 “κρι­τι­κά κεί­με­να”, με­τα­ξύ των ο­ποίων έ­ξι ε­κτε­νείς συμ­με­το­χές σε συλ­λο­γι­κές εκ­δό­σεις και συ­νέ­δρια. Στο βι­βλίο δη­μο­σιεύο­νται και έ­ξι κεί­με­να, που α­φο­ρούν τον Σε­φέ­ρη. Ο Γου­δέ­λης α­να­φέ­ρε­ται σε δυο α­πό αυ­τά, για να ε­πι­κε­ντρω­θεί, τε­λι­κά, σε έ­να. Πρό­κει­ται για μια α­πό τις εί­κο­σι Επι­φυλ­λί­δες του Βα­γε­νά, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται στο βι­βλίο, με τίτ­λο, «Σε­φέ­ρης-Πα­πα­δια­μά­ντης: Ο έ­ρω­τας στην ο­μί­χλη». Σύμ­φω­να με τον Γου­δέ­λη, σε αυ­τήν α­πο­δει­κνύε­ται η “λο­γο­κλο­πία” του Σε­φέ­ρη. Αυ­τήν την “λο­γο­κλο­πία”, ο ί­διος δεν την ε­λέγ­χει ού­τε την αμ­φι­σβη­τεί. Αντι­θέ­τως, την ε­πι­κρο­τεί, κά­νο­ντας λό­γο για “κραυ­γα­λέες ο­μοιό­τη­τες” με­τα­ξύ πρω­τό­τυ­που και “α­ντί­γρα­φου”. Άλλω­στε, ε­κεί­νος εί­ναι που κά­νει χρή­ση του ό­ρου “λο­γο­κλο­πία”. Ο Βα­γε­νάς δια­τεί­νε­ται ό­τι δεί­χνει, “δε­σμούς ό­χι μό­νο συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς και ευ­ρύ­τε­ρα δια­κει­με­νι­κούς, αλ­λά –ό­πως δεί­χνουν αρ­κε­τές ει­κό­νες και λε­πτο­μέ­ρειες ει­κό­νων των δυο κει­μέ­νω­ν– σχέ­σεις γε­νε­τι­κής φύ­σεως”. Στο πρό­σφα­το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού, α­φιε­ρω­μέ­νο στην ξέ­νη ποίη­ση, δη­μο­σιεύε­ται ε­κτε­νής α­πά­ντη­ση του Βα­γε­νά και πα­ράλ­λη­λος σχο­λια­σμός της α­πά­ντη­σής του α­πό τον Γου­δέ­λη. Ο Βα­γε­νάς α­να­σκευά­ζει πει­στι­κά τη μομ­φή πε­ρί “συ­νη­γο­ρίας υ­πέρ του Σε­φέ­ρη, σε βαθ­μό ε­ξι­δα­νι­κευ­τι­κό” και ε­πι­μέ­νει στην α­νάρ­μο­στη χρή­ση της λέ­ξης “λο­γο­κλο­πία”. Ενώ, ο Γου­δέ­λης ε­πα­να­λαμ­βά­νει και ε­παυ­ξά­νει τις αρ­χι­κές δια­πι­στώ­σεις του. Σαν, δη­λα­δή, να α­πα­ξιοί να συ­νε­χί­σει τον διά­λο­γο, που ο ί­διος ξε­κί­νη­σε, α­πα­ντώ­ντας στις εν­στά­σεις του βαλ­λό­με­νου. Αυ­τό προς με­γά­λη α­πο­γοή­τευ­ση των α­να­γνω­στών, που μέ­νουν με τις α­πο­ρίες τους. Με­τα­ξύ άλ­λων, ποια μπο­ρεί να  εί­ναι η “λο­γο­κλο­πία” του Σε­φέ­ρη, με την ο­ποία ο Βα­γε­νάς α­σχο­λεί­ται στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της δια­τρι­βής του. Όπως και να έ­χει, χά­ρις στις εκ­κρε­μείς α­πο­ρίες μας, εί­χα­με το κέρ­δος μιας δεύ­τε­ρης α­νά­γνω­σης ε­κεί­νης της πρώ­της με­λέ­της, με την ο­ποία εμ­φα­νί­στη­κε το άλ­λο πρό­σω­πο του ποιη­τή Βα­γε­νά, ε­κεί­νο του θεω­ρη­τι­κού της λο­γο­τε­χνίας.  &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Μέ­νει, ό­μως, α­νοι­κτό το θέ­μα της “λο­γο­κλο­πίας” Σε­φέ­ρη α­πό Πα­πα­δια­μά­ντη. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η “λο­γο­κλο­πία” α­φο­ρά το πα­πα­δια­μα­ντι­κό διή­γη­μα «Ο έ­ρω­τας στα χιό­νια» και το σε­φε­ρι­κό ποίη­μα «Fog». Τα Χρι­στού­γεν­να του 2005, που εί­χα­με δια­βά­σει την Επι­φυλ­λί­δα Βα­γε­νά, μας εί­χαν γεν­νη­θεί ο­ρι­σμέ­νες α­πο­ρίες. Το κεί­με­νο του Γου­δέ­λη, λό­γω των α­κραίων θέ­σεών του, τις α­να­κί­νη­σε. Τις πα­ρα­θέ­του­με για την α­ξία που μπο­ρεί να έ­χουν οι α­πο­ρίες ε­νός α­να­γνώ­στη. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Κα­τ’ αρ­χάς, ο Βα­γε­νάς ε­πι­ση­μαί­νει τις α­να­λο­γίες στη δο­μή των δυο κει­μέ­νων. Για το διή­γη­μα ε­πι­κα­λεί­ται την “τρια­δι­κή κα­τα­νο­μή” των με­ρών του, που έ­χει προ­τεί­νει ο Γ. Κε­χα­γιό­γλου. Όπως ε­κεί­νος έ­γρα­φε προ τρια­κο­ντα­ε­τίας, “το κεί­με­νο του διη­γή­μα­τος α­πο­τε­λεί­ται α­πό τρία ά­νι­σα μέ­ρη (δια­χω­ρί­ζο­νται με κε­νό διά­στη­μα)”. Ωστό­σο, σε ό­λες τις δη­μο­σιεύ­σεις του, το κεί­με­νο χω­ρί­ζε­ται με κε­νά δια­στή­μα­τα σε πέ­ντε μέ­ρη. Από αυ­τά προ­κύ­πτουν τα τρία του Κε­χα­γιό­γλου δια συ­νε­νώ­σεως πρώ­του και δεύ­τε­ρου, τρί­του και τέ­ταρ­του. Η α­ντί­στοι­χη “τρι­με­ρής α­νά­πτυ­ξη των στρο­φώ­ν” του ποιή­μα­τος “ση­μαί­νε­ται με την ε­πω­δι­κή ε­πα­νά­λη­ψη του στί­χου ε­νός ε­λα­φρού ε­ρω­τι­κού τρα­γου­διού στην αρ­χή του κά­θε μέ­ρους («Πες της το μ’ έ­να γιου­κα­λί­λι»)”. Ο με­λε­τη­τής προ­σθέ­τει ό­τι “α­νά­λο­γα ε­πω­δι­κή εί­ναι η ε­πα­νά­λη­ψη των δη­μο­τι­κό­τρο­πων ε­ρω­τι­κών δι­στί­χων που τρα­γου­δά­ει ο ή­ρωας του διη­γή­μα­τος”. Όχι α­κρι­βώς. Τα δυο συ­νο­λι­κά δί­στι­χα του διη­γή­μα­τος δεν τί­θε­νται στην αρ­χή του κά­θε μέ­ρους της τρια­δι­κής δο­μής. Συ­γκε­κρι­μέ­να, και τα δυο μα­ζί, εν σει­ρά, κλεί­νουν το πρώ­το μέ­ρος της πε­ντα­δι­κής δο­μής, ε­νώ μό­νο του, το πρώ­το, κλεί­νει το τρί­το μέ­ρος της.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Επι­προ­σθέ­τως, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι “και στα δυο κεί­με­να οι στί­χοι των τρα­γου­διών α­πευ­θυ­νό­με­νοι προς το α­ντι­κεί­με­νο του πό­θου των πρω­τα­γω­νι­στών τους συ­νο­ψί­ζουν το αί­σθη­μά τους”. Αυ­τό ι­σχύει για το έ­να δί­στι­χο του διη­γή­μα­τος. Όσο για το ποίη­μα, ο στί­χος του τρα­γου­διού, το ο­ποίο παί­ζει έ­νας “φω­νο­γρά­φος”, α­πευ­θύ­νε­ται στον πρω­τα­γω­νι­στή. Όπως πλη­ρο­φο­ρεί η Πο­λί­να Τα­μπα­κά­κη, στην πρω­τό­τυ­πη με­λέ­τη της «Η “μου­σι­κή ποιη­τι­κή” του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη», πρό­κει­ται για έ­να τρα­γού­δι του Φρανκ Κρά­μι­τ, που έ­γι­νε με­γά­λη ε­πι­τυ­χία α­μέ­σως μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1924. Το ποίη­μα, ε­κτός α­πό αγ­γλι­κό τίτ­λο, φέ­ρει ως υ­πό­τιτ­λο τον αγ­γλι­κό τίτ­λο του τρα­γου­διού και συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τον προσ­διο­ρι­σμό «Λον­δί­νο, Χρι­στού­γεν­να 1924», προσ­λαμ­βά­νο­ντας έ­τσι έ­να ε­πι­και­ρι­κό πλαί­σιο.  Σύμ­φω­να με τον Ρό­ντρικ Μπή­τόν, ο αρ­χι­κός υ­πό­τιτ­λος ή­ταν «Μια αυ­το­προ­σω­πο­γρα­φία του Λον­δί­νου».&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Στη συ­νέ­χεια, ο με­λε­τη­τής ε­πι­ση­μαί­νει “ο­ρι­σμέ­να κοι­νά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στην πε­ρι­γρα­φή της γυ­ναί­κας: «Πο­λυ­λο­γού και ψεύ­τρα» εμ­φα­νί­ζε­ται στο διή­γη­μα, φλύα­ρη και α­να­ξιό­πι­στη «Λό­για για λό­για, κι άλ­λα λό­για» τη βλέ­που­με στο «Fog»”. Εδώ, η α­πο­ρία εί­ναι για­τί α­πο­δί­δει στη γυ­ναί­κα το δεύ­τε­ρο στί­χο του πρώ­του τε­τρά­στι­χου του δεύ­τε­ρου μέ­ρους, που, συ­μπλη­ρω­μέ­νος με το ε­ρω­τη­μα­τι­κό, α­κο­λου­θεί τον πρώ­το, ε­κεί­νον του τρα­γου­διού. Κά­τι σαν ε­ρω­τη­μα­τι­κή α­πά­ντη­ση στην πα­ρό­τρυν­ση του τρα­γου­διού. Ο Μπή­τον ε­ντο­πί­ζει, σε ε­πι­στο­λή του Σε­φέ­ρη προς τον πα­τέ­ρα του, τη φρά­ση, “έ­χω βα­ρε­θεί τα λό­για και λό­για που μέ­νουν μό­νο λό­για”. Εκεί­να τα Χρι­στού­γεν­να, ο Σε­φέ­ρης ή­ταν θυ­μω­μέ­νος με τον πα­τέ­ρα του, για­τί του εί­χε α­πα­γο­ρέ­ψει να πε­ρά­σει τις ε­ορ­τά­σι­μες η­μέ­ρες στο Πα­ρί­σι με την κα­λή του.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο Βα­γε­νάς προ­σθέ­τει ό­τι “και στα δυο κεί­με­να η φι­λα­ρέ­σκεια της γυ­ναί­κας δη­λώ­νε­ται με τον γυα­λι­στε­ρό καλ­λω­πι­σμό της (Πα­πα­δια­μά­ντης: «το γυά­λι­σμά της, το βερ­νί­κι και το κοκ­κι­νά­δι της»· Σε­φέ­ρης: «Βλέ­πω τα κόκ­κι­να της νύ­χια / μπρος στη φω­τιά πώς θα γυα­λί­ζουν»)”. Ωστό­σο, οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι δυο στί­χοι του Σε­φέ­ρη, α­πό το τρί­το μέ­ρος του ποιή­μα­τος, το ο­ποίο α­πο­τε­λεί­ται α­πό έ­να μό­νο τε­τρά­στι­χο, πα­ρεμ­βάλ­λο­νται α­νά­με­σα στον πρώ­το στί­χο, ε­κεί­νο του τρα­γου­διού, και το στί­χο, «και τη θυ­μά­μαι με το βή­χα.» Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι αυ­τός ο τε­λευ­ταίος στί­χος δί­νει δια­φο­ρε­τι­κό νό­η­μα σε ο­λό­κλη­ρο το τε­τρά­στι­χο. Σε ε­πι­στο­λή του Σε­φέ­ρη προς την α­δελ­φή του, με η­με­ρο­μη­νία 28 Οκτω­βρίου 1922, υ­πάρ­χει σε πο­λύ­στι­χο ποίη­μα, γραμ­μέ­νο για ε­κεί­νη, ο στί­χος: «το βή­χα σου πά­λι θ’ α­κού­σω μό­νος μου σε ά­δειο τριό­δι». Η Ιωάν­να Τσά­τσου δί­νει την πρό­σθε­τη πλη­ρο­φο­ρία ό­τι της το ξα­νά­στει­λε “α­πό τη Λό­ντρα δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στις 25 Νο­εμ­βρίου του 1924”. Εδώ, ω­στό­σο, η α­πο­ρία εί­ναι κα­τά πό­σο ο πρω­τα­γω­νι­στής του ποιή­μα­τος, ως προ­σω­πείο του ει­κο­σι­τε­τρά­χρο­νου ποιη­τή, τρε­λά ε­ρω­τευ­μέ­νου με δε­κα­ο­χτά­χρο­νη Πα­ρι­ζιά­να, α­να­φέ­ρει τα κόκ­κι­να νύ­χια σαν στοι­χείο φι­λα­ρέ­σκειας και ό­χι γο­η­τείας. Και πά­λι, σύμ­φω­να με τον βιο­γρά­φο του Σε­φέ­ρη, το «Fog» εί­ναι το τε­λευ­ταίο ποίη­μα της ε­νό­τη­τας «Νυ­χτιά­τι­κα», που εί­χε αρ­χί­σει να γρά­φει στο Πα­ρί­σι. Σύμ­φω­να με τις ε­πι­στο­λές του προς την α­δελ­φή του αυ­τά τα ποιή­μα­τα τα σχε­δία­ζε α­πό το χει­μώ­να του 1922.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ακο­λου­θούν κά­ποια α­πό τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ά­ντρα, που ο Βα­γε­νάς θεω­ρεί κοι­νά στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, ε­νώ ε­πι­ση­μαί­νει τις συ­μπτώ­σεις στους ρη­μα­τι­κούς τύ­πους, με τους ο­ποίους ε­κεί­νοι α­να­φέ­ρουν πα­ρελ­θο­ντι­κούς έ­ρω­τες και πα­ρο­ντι­κή μο­να­ξιά. Ωστό­σο, κα­τά τον με­λε­τη­τή, τη συ­νο­μι­λία του ποιή­μα­τος με το διή­γη­μα την κα­θι­στά “α­διαμ­φι­σβή­τη­τη” η ο­μοιό­τη­τα δυο ει­κό­νων. “Η πρώ­τη ει­κό­να εί­ναι το πε­ριε­χό­με­νο της «ο­νει­ρι­κό­τη­τας», την ο­ποία βιώ­νουν οι δυο ή­ρωες· η αί­σθη­ση ε­νός βυ­θού, ό­που βρί­σκο­νται ναυα­γι­σμέ­νοι”. Πα­ρό­μοιες ει­κό­νες, ω­στό­σο, υ­πάρ­χουν και σε ε­πι­στο­λές του Σε­φέ­ρη προς τον α­δελ­φό του, αλ­λά και προς την α­δελ­φή του. Από το Πα­ρί­σι, στις 4 Φε­βρουα­ρίου 1923, της γρά­φει: “Εί­μαι ο σκά­φαν­δρος, με κα­τέ­βα­σαν στο βυ­θό του ω­κε­α­νού, βρή­κα τα πο­λύ­τι­μα α­νεί­πω­τα πε­τρά­δια της χα­μέ­νης Ατλα­ντί­δος… Κό­βω το σκοι­νί που με βα­στά και τον α­να­πνευ­στι­κό σω­λή­να, και μέ­νω κά­τω…”&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;“Η δεύ­τε­ρη ει­κό­να εί­ναι ε­κεί­νη ε­νός μα­ρα­ζω­μέ­νου (Σε­φέ­ρης) / μα­ρα­σμέ­νου (Πα­πα­δια­μά­ντης) και ά­σφαι­ρου ε­ρω­τι­δέα (ε­ρω­τι­δέων), που προ­σπα­θεί, μέ­σα στο λευ­κό το­πίο, να χτυ­πή­σει, σαν να ή­ταν που­λιά, τις καρ­διές / ψυ­χές των αν­θρώ­πω­ν”. Εδώ, η α­πο­ρία εί­ναι διτ­τή. Ο ή­ρωας του Πα­πα­δια­μά­ντη θα μπο­ρού­σε να α­πο­κλη­θεί ε­ρω­τι­δέ­ας, δε­δο­μέ­νου ό­τι υ­πήρ­ξε έ­νας ε­ρω­τύ­λος κα­πε­τά­νιος. Επί­σης, ά­σφαι­ρος, λό­γω η­λι­κίας και μέ­θης. Για τον ή­ρωα, ό­μως, του ποιή­μα­τος δεν υ­πάρ­χουν α­ντί­στοι­χα ε­σω­κει­με­νι­κά στοι­χεία. Όσο για τον ποιη­τή, στο βαθ­μό που προ­βάλ­λει βιώ­μα­τά του, ι­σχύει α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Εκεί­να τα χρό­νια της νεό­τη­τας, δεί­χνει σαν α­κρά­τη­τος ε­ρω­τι­δέ­ας. Το δεύ­τε­ρο σκέ­λος της α­πο­ρίας μας α­φο­ρά το πώς πιά­νο­νται το χει­μώ­να τα κοσ­σύ­φια και οι τσί­χλες. Πό­θεν τεκ­μαί­ρε­ται ό­τι ο Σε­φέ­ρης μα­θαί­νει τον τρό­πο α­πό το διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη; Για­τί να μην τον γνώ­ρι­ζε, ό­πως το γνω­ρί­ζουν α­κό­μη ως σή­με­ρα ό­σοι κά­ποιας η­λι­κίας προέρ­χο­νται εξ ε­παρ­χίας; Η ί­δια α­πο­ρία ι­σχύει για την ει­κό­να της νε­α­ρής γυ­ναί­κας της «Έγκω­μης», που ο με­λε­τη­τής πι­στεύει ό­τι προέ­κυ­ψε α­πό πα­πα­δια­μα­ντι­κά υ­λι­κά και συ­γκε­κρι­μέ­να, α­πό την ει­κό­να της Μο­σχού­λας στο «Όνει­ρο στο κύ­μα». Για­τί να μην υ­πο­θέ­σου­με ό­τι ε­δώ ε­μπνέε­ται, ό­πως βέ­βαια και ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­πό το «Άσμα Ασμά­των», το ο­ποίο, μά­λι­στα, με­τέ­φρα­ζε ε­κεί­να τα χρό­νια; &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Τέ­λος, μια ε­ξω­κει­με­νι­κή α­πο­ρία. Η συ­γκρι­τι­κή α­νά­γνω­ση του Βα­γε­νά δέ­χε­ται ως αυ­το­νό­η­τη τη γνω­ρι­μία του Σε­φέ­ρη με το έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη. Κι αν ό­χι τη γνω­ρι­μία με ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο του, σί­γου­ρα τη κα­λή γνώ­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου διη­γή­μα­τος. Εί­ναι, ό­μως, αυ­τή τό­σο αυ­το­νό­η­τη, ό­ταν πρό­κει­ται για τον ει­κο­σι­τε­τρά­χρο­νο Σε­φέ­ρη του 1924; Κα­τ’ αρ­χάς, βρί­σκο­νταν βι­βλία του Πα­πα­δια­μά­ντη στα α­θη­ναϊκά βι­βλιο­πω­λεία της ε­πο­χής και ποια; Θυ­μί­ζου­με ό­τι το διή­γη­μα πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στην «Ακρό­πο­λη», στο φύλ­λο της 1ης Ια­νουα­ρίου 1896. Όπως ορ­θά πα­ρα­τη­ρεί ο Βα­γε­νάς, πα­ρό­λο που εί­ναι και χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο και πρω­το­χρω­νιά­τι­κο και των Φώ­των, λό­γω της δις ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νης ε­πω­δού, «Χρι­στού­γεν­να, Άις-Βα­σί­λης, Φώ­τα», συ­χνά α­που­σιά­ζει α­πό τους τό­μους με τα ε­ορ­τα­στι­κά. Να συ­μπλη­ρώ­σου­με, ω­στό­σο, ό­τι συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στους τό­μους των ε­ρω­τι­κών. Μια πρώ­τη α­να­δη­μο­σίευ­σή του έ­γι­νε στον πρώ­το α­πό τους συ­νο­λι­κά έ­ντε­κα τό­μους του Φέ­ξη, «Η Μά­γισ­σες» του 1912, και δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στα «Πρω­το­χρο­νιά­τι­κα Διη­γή­μα­τα» του Δι­καίου. Απου­σιά­ζει, ω­στό­σο, α­πό τους τό­μους του Ελευ­θε­ρου­δά­κη, που αρ­χί­ζουν να εκ­δί­δο­νται το 1924. Ο Σε­φέ­ρης βρί­σκε­ται μέ­χρι το 1914 στη Σμύρ­νη. Από ε­κεί­νο το κα­λο­καί­ρι και μέ­χρι το κα­λο­καί­ρι του 1918, κα­τοι­κεί στην Αθή­να. Στη συ­νέ­χεια, ζει στο Πα­ρί­σι μέ­χρι το κα­λο­καί­ρι του 1924, που α­να­χω­ρεί για το Λον­δί­νο. Συ­χνά, α­πό το Πα­ρί­σι, ζη­τά­ει α­πό την α­δελ­φή του να του στεί­λει ελ­λη­νι­κά βι­βλία. Όχι, ό­μως, Πα­πα­δια­μά­ντη. Οπό­τε, θα πρέ­πει να υ­πο­θέ­σου­με ό­τι, α­νά­με­σα στα 14 και τα 18, έ­πε­σε στα χέ­ρια του, πι­θα­νώς ε­ντό­πι­σε στην πα­τρι­κή βι­βλιο­θή­κη, το βι­βλιά­ριο του Φέ­ξη ή του Δι­καίου ή και τα δύο, και τα πή­ρε μα­ζί του στο Πα­ρί­σι. Το να λει­τούρ­γη­σε μό­νο α­πό τη δε­ξα­με­νή της μνή­μης, φαί­νε­ται μάλ­λον α­πί­θα­νο. Ύστε­ρα, τί­θε­ται και το ε­ρώ­τη­μα, ποια μπο­ρεί να ή­ταν η γνώ­μη του Σε­φέ­ρη για την πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση, ό­ταν, την ί­δια ε­πο­χή α­πό το Πα­ρί­σι, έ­γρα­φε στην α­δελ­φή του: «Στην ελ­λη­νι­κή, ε­κτός α­πό αι­σθή­μα­τα βου­νί­σια ή χω­ρια­νέϊκα δεν μπο­ρού­με να πού­με τί­πο­τα για την ώ­ρα, γι’ αυ­τό και τα πιο πο­λι­τι­σμέ­να ποιή­μα­τα που έ­χουν γρα­φεί στην ελ­λη­νι­κή μυ­ρί­ζουν μυτ­ζή­θρα...» Στα θε­ρι­στι­κά πυ­ρά της σκλη­ρό­καρ­δης αυ­τής δια­τύ­πω­σης μέ­νει ά­ρα­γε ε­κτός στό­χου ο Πα­πα­δια­μά­ντης; Μι­λά­ει, βέ­βαια, για ποίη­ση, αλ­λά μοιά­ζει α­πί­θα­νο, εάν α­να­λο­γι­στού­με ό­τι θα μπο­ρού­σε, για πα­ρά­δειγ­μα, να τον α­ντι­δια­στεί­λει ως α­να­σχε­τι­κό στοι­χείο.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;  Επι­λο­γι­κά να ση­μειώ­σου­με το αυ­το­νό­η­το: Σχε­δόν ό­λες μας οι α­πο­ρίες έ­χουν νό­η­μα, ε­φό­σον α­σπα­στού­με την ι­σχύ του βιο­γρα­φι­σμού, ή, έ­στω, ό­τι υ­πάρ­χουν στο βά­θος κά­ποια στοι­χεία βιο­γρα­φι­σμού. Σε α­ντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση, ό­λα εί­ναι πε­ριτ­τή φι­λο­λο­γία.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/11/2011.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-1070074950812272748?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/1070074950812272748/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=1070074950812272748' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/1070074950812272748'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/1070074950812272748'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/11/blog-post_18.html' title='Τινά ταπεινά περί Σεφέρη'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-uGCDOzo5uds/TsYtIvdHX5I/AAAAAAAAATQ/mREU9jeYBxU/s72-c/mari20112011.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-1076442491119546573</id><published>2011-11-10T02:58:00.000-08:00</published><updated>2011-11-10T03:00:29.581-08:00</updated><title type='text'>Περί δολοφόνων και “αναγνωρισιμότητας”</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Τά­σος Ανα­στα­σίου&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«Συ­νε­σταλ­μέ­νος δο­λο­φό­νος»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Εκδό­σεις Κουκ­κί­δα&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Αθή­να, Ια­νουά­ριος 2011&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο τίτ­λος του πρώ­του πε­ζο­γρα­φι­κού βι­βλίου του Τά­σου Ανα­στα­σίου καλ­λιερ­γεί την προσ­δο­κία του α­στυ­νο­μι­κού. Δη­λα­δή, γε­νι­κό­τε­ρα, ε­νός α­να­γνώ­σμα­τος, που να στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό ε­γκλή­μα­τα και την ε­ξι­χνία­σή τους. Στο βι­βλίο, ω­στό­σο, ε­γκλή­μα­τα δεν δια­πράτ­το­νται. Ού­τε ε­γκλή­μα­τα αν­θρω­πο­κτο­νίας ού­τε α­ξιό­ποι­νες πρά­ξεις, που να χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ως ε­γκλή­μα­τα. Τα μό­να ε­γκλή­μα­τα, που ε­ξι­χνιά­ζο­νται, εί­ναι ο­ρι­σμέ­νες συ­μπε­ρι­φο­ρές, οι ο­ποίες δεί­χνουν κοι­νό­το­πες, αλ­λά θα μπο­ρού­σαν να α­πο­κλη­θούν ε­γκλη­μα­τι­κές, με την τρέ­χου­σα εμ­φα­τι­κή χρή­ση της λέ­ξης, λό­γω των βλα­πτι­κών συ­νε­πειών που έ­χουν για τον α­πο­δέ­κτη τους. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, βε­βαίως, ε­κεί­νο που εν­δια­φέ­ρει δεν εί­ναι ο δρά­στης, μια και αυ­τός εί­ναι εξ αρ­χής γνω­στός, αλ­λά τα αί­τια της συ­μπε­ρι­φο­ράς του. Εδώ, ό­μως, ι­σχύει το κοι­νώς λε­γό­με­νο, ά­βυσ­σος η ψυ­χή του αν­θρώ­που. Πό­σω μάλ­λον, ό­ταν πρό­κει­ται, ό­πως α­πο­κα­λύ­πτει εκ προοι­μίου ο τίτ­λος, για έ­ναν συ­νε­σταλ­μέ­νο δο­λο­φό­νο. Προ­σο­χή, ό­χι έ­ναν δει­λό, ο ο­ποίος φο­βά­ται να α­ντι­με­τω­πί­σει τις δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις, αλ­λά έ­ναν α­να­σφα­λή, που ό­ταν βρί­σκε­ται σε μη οι­κείο πε­ρι­βάλ­λον, ε­νώ­πιον πε­ρισ­σό­τε­ρων αν­θρώ­πων δεν έ­χει ά­νε­ση λό­γων και κι­νή­σεων. Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος μπο­ρεί θαυ­μά­σια να α­ντι­με­τω­πί­σει προ­βλη­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις και ό­ταν βρί­σκε­ται μό­νος με τον άλ­λον, τον ο­ποίο θεω­ρεί ως υ­παί­τιο, δεί­χνει το πραγ­μα­τι­κό του πρό­σω­πο.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Τό­τε, αυ­τός ο συ­νε­σταλ­μέ­νος α­πο­βαί­νει πιο ε­πι­κίν­δυ­νος, για­τί οι πρά­ξεις του υ­πο­κι­νού­νται α­πό α­νε­ξι­χνία­στα αι­σθή­μα­τα κα­τω­τε­ρό­τη­τας. Από αυ­τά, που οι ει­δή­μο­νες τα­ξι­νο­μούν στα συ­μπλέγ­μα­τα. Ταυ­τό­χρο­να, εμ­φα­νί­ζε­ται πιο α­πο­φα­σι­σμέ­νος, ι­δίως ό­ταν πρό­κει­ται για ε­γκλη­μα­τι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές στο ε­ρω­τι­κό πε­δίο. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, δρα με πρό­θε­ση και κυ­ρίως, με δό­λο, αιφ­νι­διά­ζο­ντας τον άλ­λο. Μέ­χρι και την ψυ­χι­κή του ι­σορ­ρο­πία μπο­ρεί να κα­τα­στρέ­ψει, αν αυ­τός ο δεύ­τε­ρος εί­ναι έ­να ά­το­μο φύ­σει ή και θέ­σει ευά­λω­το. Έναν πα­ρό­μοιο δο­λο­φό­νο πλά­θει ο Ανα­στα­σίου, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας ψη­φί­δα – ψη­φί­δα τον ε­ρω­τι­κό του δε­σμό με το, α­πό μια ά­πο­ψη, θύ­μα. Με αυ­τόν τον τρό­πο, σκια­γρα­φεί έ­ναν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τύ­πο σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κής συ­νύ­παρ­ξης, που έ­χει ως κα­τά­λη­ξη έ­ναν χω­ρι­σμό, α­ντί­στοι­χης συ­ναι­σθη­μα­τι­κής ι­σορ­ρο­πίας. Η γυ­ναί­κα πε­ρι­γρά­φε­ται ως ά­το­μο καλ­λιερ­γη­μέ­νο και α­πό κα­λή οι­κο­γέ­νεια. Εί­ναι, ό­μως, μια “α­σχη­μο­μού­ρα χο­ντρή”. Προ­σκολ­λά­ται στο σύ­ντρο­φό της α­πό την πρώ­τη νύ­χτα, που, υ­πο­κλέ­πτο­ντάς τον α­πό μια φί­λη, περ­νά­νε μα­ζί και ε­πί μια τριε­τία. Γνω­ρί­ζει δί­πλα του τη δυ­στυ­χία δυο εκ­τρώ­σεων, α­ντί του έγ­γα­μου βίου και της ευ­τυ­χούς α­πό­κτη­σης δυο τέ­κνων. Μέ­χρι που ε­κεί­νος α­πο­φα­σί­ζει να φύ­γει. Αρχι­κά, προ­σπα­θεί να ε­πι­τύ­χει την α­πα­γκί­στρω­σή του κοι­νή συ­ναι­νέ­σει. Εκεί­νη, ό­μως, βρί­σκε­ται σε κα­τά­στα­ση πλή­ρους ψυ­χι­κής ε­ξάρ­τη­σης. Η ε­πι­μο­νή της τον σπρώ­χνει σε βίαια συ­μπε­ρι­φο­ρά και ε­κεί­νη μέ­νει α­δρα­νής σαν να α­πο­λαμ­βά­νει τον ε­ξευ­τε­λι­σμό της. Φα­ντα­σιώ­νε­ται, μά­λι­στα, ό­τι εί­ναι η ί­δια που κα­θο­ρί­ζει τη συ­μπε­ρι­φο­ρά του, σε μια πλή­ρη σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κή α­ντι­στρο­φή. Όταν ορ­θο­φρο­νεί, ω­στό­σο, τον βλέ­πει σαν έ­ναν ε­πηρ­μέ­νο φαλ­λό. Από την πλευ­ρά του, ο “συ­νε­σταλ­μέ­νος δο­λο­φό­νος” φα­ντα­σιώ­νε­ται συμ­βο­λι­κούς φό­νους. Τε­λι­κά, δο­λο­φο­νεί ε­μπρά­κτως τα τε­λευ­ταία γυ­ναι­κεία σκιρ­τή­μα­τα. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αυ­τός, ό­μως, δεν εί­ναι ο μο­να­δι­κός ή­ρωας του Ανα­στα­σίου, πα­ρά μό­νο ο κε­ντρι­κός χα­ρα­κτή­ρας του ο­μό­τιτ­λου διη­γή­μα­τος, α­φού δεν πρό­κει­ται για μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά, ό­πως δη­λώ­νε­ται και στο ε­ξώ­φυλ­λο, για συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Συ­γκε­κρι­μέ­να, ο­κτώ ε­κτε­νών πε­ζών, τα ο­ποία, έ­τσι ό­πως χω­ρί­ζο­νται σε α­ριθ­μη­μέ­να υ­πο­κε­φά­λαια, δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση μί­νι μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Αυ­τήν την ε­ντύ­πω­ση  ε­πι­τεί­νει η α­νά­πτυ­ξη του α­φη­γη­μα­τι­κού ι­στού σε πολ­λα­πλά ε­πί­πε­δα χρό­νου και τό­που. Για πε­ζά πα­ρό­μοιας έ­κτα­σης, ε­πι­στρα­τεύε­ται συ­νή­θως ο ό­ρος νου­βέ­λα, που έ­χει κα­τα­λή­ξει πα­σπαρ­τού, έ­τσι ό­πως δεν προσ­διο­ρί­ζο­νται πρό­σθε­τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά σχε­τι­κά με την πλο­κή και τους χα­ρα­κτή­ρες. Στα ο­κτώ διη­γή­μα­τα, ο συγ­γρα­φέ­ας πολ­λα­πλα­σιά­ζει τους δο­λο­φό­νους. Σχε­δόν ό­λοι τους εμ­φα­νί­ζο­νται συ­νε­σταλ­μέ­νοι, με τις ι­στο­ρίες τους να κα­λύ­πτουν έ­να με­γά­λο φά­σμα κα­θη­με­ρι­νών ε­γκλη­μα­τι­κών συ­μπε­ρι­φο­ρών. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ένα βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι ο τρό­πος, που πε­ρι­γρά­φο­νται οι συ­μπε­ρι­φο­ρές αυ­τού του τύ­που. Δεν α­πο­τε­λούν πα­ρά α­πό­το­κα των κα­θη­με­ρι­νών σχέ­σεων των η­ρώων, ό­πως αυ­τές κλι­μα­κώ­νο­νται α­πό τη διέ­νε­ξη στην προ­στρι­βή, η ο­ποία, α­νά­λο­γα με την ο­ξύ­τη­τά της, μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε φι­λο­νι­κία ή α­κό­μη και σύ­γκρου­ση. Αν και οι πλέ­ον ε­πώ­δυ­νες συ­μπε­ρι­φο­ρές για τον βαλ­λό­με­νο εί­ναι ε­κεί­νες που μέ­νουν α­να­ντα­πό­δο­τες, χω­ρίς την α­να­κου­φι­στι­κή ε­κτό­νω­ση, με δέ­σμιο το συ­ναι­σθη­μα­τι­κό φορ­τίο να κα­τα­χω­νιά­ζε­ται στα ε­σώ­τε­ρα. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, ως δι­κλεί­δα α­σφα­λείας, λει­τουρ­γεί η διο­χέ­τευ­ση της ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας σε τρί­τους. Ο συγ­γρα­φέ­ας εμ­βα­θύ­νει στον ψυ­χι­σμό των η­ρώων του μέ­σα α­πό έ­να σχε­δόν ψυ­χα­να­λυ­τι­κό πρί­σμα. Πα­ρά το ξε­κί­νη­μά του α­πό την ποίη­ση, η γρα­φή του έ­χει μια δο­κι­μια­κή στε­ρεό­τη­τα. Πι­στεύου­με, ω­στό­σο, ό­τι θα κέρ­δι­ζε αν συν­δυα­ζό­ταν με το υ­παι­νι­κτι­κό στοι­χείο της ποίη­σης ή, μάλ­λον, με έ­ναν πυ­κνό­τε­ρο και λι­γό­τε­ρο πε­ρι­φρα­στι­κό λό­γο. Όταν πρά­ξεις και α­ντι­δρά­σεις πε­ρι­γρά­φο­νται με ε­πάρ­κεια, πε­ριτ­τεύουν οι ε­πε­ξη­γή­σεις, που χα­λα­ρώ­νουν την α­φή­γη­ση. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο “συ­νε­σταλ­μέ­νος δο­λο­φό­νος” δεν εί­ναι σε ό­λα τα διη­γή­μα­τα ο με­γα­λύ­τε­ρος και ο δυ­να­τό­τε­ρος. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο πρώ­το, εί­ναι έ­νας έ­φη­βος, ε­νώ το τρό­πον τι­νά θύ­μα του εί­ναι ο α­δελ­φός της μη­τέ­ρας του και ο μο­να­δι­κός α­ρι­στε­ρός στο σόϊ της. Η ι­στο­ρία ξε­κι­νά α­πό τις ε­πι­πλή­ξεις του θείου και τα αμ­φί­θυ­μα αι­σθή­μα­τα του α­νι­ψιού για να με­τα­πη­δή­σει στη σύ­γκρου­ση του θείου με έ­ναν άλ­λο συγ­γε­νή, κι αυ­τός θείος, αλ­λά ε­θνι­κό­φρων, ε­νώ στα­θε­ρός πα­ρα­μέ­νει ο “χο­ρός”, τον ο­ποίο σχη­μα­τί­ζει γύ­ρω τους η οι­κο­γέ­νεια, προ­σαυ­ξη­μέ­νη με τους γεί­το­νες. Ως τό­πος δρά­σης, σε αυ­τό το διή­γη­μα, ε­πι­λέ­γε­ται η Άμφισ­σα, ό­που η τα­ρα­χώ­δης ι­στο­ρία της κα­τά την Αντί­στα­ση και τον Εμφύ­λιο χρη­σι­μεύει στην α­φή­γη­ση ως βά­θος πε­δίου. Σε α­ντί­θε­ση με το ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη δυα­δι­κή σχέ­ση, δεί­χνο­ντας τις ψυ­χο­γρα­φι­κές δε­ξιό­τη­τες του συγ­γρα­φέα, ε­δώ υ­πε­ρι­σχύει η ο­πτι­κή του α­φη­γη­τή, η ο­ποία πα­ρα­μέ­νει η ί­δια και σε άλ­λα διη­γή­μα­τα, πα­ρό­τι αλ­λά­ζουν τα προ­σω­πεία του.  Εί­ναι αυ­τή του α­ρι­στε­ρού εκ­συγ­χρο­νι­στή, με τις εμ­μο­νές του να δεί­χνουν σαν α­νε­στραμ­μέ­νο εί­δω­λο ε­κεί­νων ε­νός συ­ντη­ρη­τι­κού πα­λαιό­τε­ρου. Κά­πως έ­τσι προ­κύ­πτει το διή­γη­μα, «Το χα­μό­γε­λο του Τούρ­κου», με μια αμ­φί­θυ­μη ο­πτι­κή, πα­ρα­πλή­σια με ε­κεί­νη του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μά του «Ο πα­λαι­στής και ο δερ­βί­σης». Ο θε­μα­τι­κός πυ­ρή­νας της α­ντι­πα­λό­τη­τας “αν­θέλ­λη­να” και φί­λα κεί­με­νου προς τους με­τα­νά­στες ε­πα­νέρ­χε­ται και σε άλ­λα διη­γή­μα­τα. Πα­ρο­μοίως, η προ­νο­μιού­χος θέ­ση, που δί­νε­ται σή­με­ρα στη νεό­τη­τα έ­να­ντι της γη­ραιάς η­λι­κίας, σε α­ντί­θε­ση με προ­γε­νέ­στε­ρες ε­πο­χές, ε­μπνέει το διή­γη­μα «Πε­ρι­στα­τι­κό με χιό­νι». Σε αυ­τό, ο μα­θη­τής φέρ­νει με τις ε­ρω­τή­σεις του σε δύ­σκο­λη θέ­ση τον κα­θη­γη­τή, ό­πως συμ­βαί­νει και στο μυ­θι­στό­ρη­μα της ε­πί­σης πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νης Βα­σι­λι­κής Πέ­τσα, «Θυ­μά­μαι».&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Υπάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­να διη­γή­μα­τα, που α­πο­κλί­νουν α­πό την ψυ­χο­γρα­φία των η­ρώων προς μια α­πο­τύ­πω­ση της ελ­λη­νι­κής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας νε­ο­ρε­α­λι­στι­κού τύ­που. Και σε αυ­τό το πε­δίο, ο Ανα­στα­σίου δεν τα κα­τα­φέρ­νει και ά­σχη­μα, ε­πι­δει­κνύο­ντας χιού­μορ και διεισ­δυ­τι­κό­τη­τα, ό­πως εί­χε πα­ρα­τη­ρή­σει η Ρού­λα Γεωρ­γα­κο­πού­λου, συ­γκρα­τώ­ντας το βι­βλίο του στις ε­πι­λο­γές της. Εμείς, ω­στό­σο, πι­στεύου­με ό­τι θα χρεια­ζό­ταν να τι­θα­σεύ­σει κά­πως τον οί­στρο του, φρο­ντί­ζο­ντας για την οι­κο­νο­μία του συ­νό­λου. Όσο ε­πώ­δυ­νο και να εί­ναι για τον οιον­δή­πο­τε γρά­φο­ντα το α­πο­λέ­πι­σμα του δη­μιουρ­γή­μα­τός του, αυ­τό α­πο­βαί­νει, κα­τά κα­νό­να, προς ό­φε­λός του. Εί­τε, για να α­να­δειχ­θεί σε έ­να διή­γη­μα, ό­πως το «Φελ­λί­νι my ass (ρε!)», το θέ­α­τρο του πα­ρα­λό­γου, που παί­ζε­ται κα­θη­με­ρι­νά στο στή­σι­μο ε­νός ε­ντύ­που, ε­φη­με­ρί­δας ή πε­ριο­δι­κού. Εί­τε, ό­πως στα διη­γή­μα­τα «Οι ε­λευ­θέ­ριοι» και «Η στιγ­μή του κλά­μα­τος», για να προ­βάλ­λουν πιο ξε­κά­θα­ρα οι ι­λα­ρές και τρα­γι­κές ό­ψεις, που εμ­φα­νί­ζουν οι ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις, ε­λευ­θέ­ριες και έγ­γα­μες. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όπως και να έ­χει, ο Τά­σος Ανα­στα­σίου εί­ναι έ­νας πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του σω­τή­ριου έ­τους 2011, που ε­ξέ­δω­σε έ­να εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο, το ο­ποίο δεν έ­τυ­χε α­ντί­στοι­χης προ­βο­λής. Όπως, ό­μως, συμ­βαί­νει σε ό­λους τους χώ­ρους, έ­τσι και στο χώ­ρο του βι­βλίου, η προ­βο­λή εί­ναι συ­νάρ­τη­ση πλεί­στων ό­σων πα­ρα­γό­ντων. Όσο για το βι­βλίο, αυ­τό κα­θ’ ε­αυ­τό, α­πλώς α­πο­τε­λεί έ­ναν α­πό αυ­τούς. Μέ­νει, μά­λι­στα, ζη­τού­με­νο, αν εί­ναι ο πρω­ταρ­χι­κός. Πιο κα­θο­ρι­στι­κή της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας του κει­μέ­νου α­πο­βαί­νει η “α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα”, που α­πο­λαμ­βά­νει ο συγ­γρα­φέ­ας. Άλλω­στε, μέ­χρι και στη Βου­λή ή και στα υ­πουρ­γι­κά έ­δρα­να με βά­ση την “α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα” προω­θεί­ται κά­ποιος. Ύστε­ρα, έρ­χε­ται ο εκ­δό­της. Η δι­κή του “α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα”, αλ­λά και τι έ­χει ε­πεν­δύ­σει σε έ­ναν συ­γκε­κρι­μέ­νο συγ­γρα­φέα. Οι με­γά­λοι εκ­δό­τες εκ­δί­δουν πολ­λούς συγ­γρα­φείς. Εκ των πραγ­μά­των, εί­ναι α­να­γκα­σμέ­νοι να πο­ντά­ρουν σε δυο-τρεις. Αυ­τούς θα προ­βάλ­λουν με κα­νο­νι­κή ή και γκρί­ζα δια­φή­μι­ση. Με­τά, έρ­χε­ται το ε­πάγ­γελ­μα του συγ­γρα­φέα. Αν ο συγ­γρα­φέ­ας έ­χει έ­να “χρή­σι­μο για τους συ­ναν­θρώ­πους του ε­πάγ­γελ­μα”, ό­λο και κά­ποιοι ει­δή­μο­νες και ε­ξέ­χο­ντες θα υ­πάρ­ξουν που θα ξε­πλη­ρώ­σουν υ­πο­χρεώ­σεις. Την σή­με­ρον, εί­ναι βα­θιά νυ­χτω­μέ­νοι ό­σοι πι­στεύουν ό­τι έ­νας συγ­γρα­φέ­ας αρ­κεί να γρά­ψει το βι­βλίο του. Πρέ­πει να α­να­πτύ­ξει και τις α­να­γκαίες υ­πο­στη­ρι­κτι­κές δη­μό­σιες σχέ­σεις, για­τί, κα­τά το κοι­νώς λε­γό­με­νο, το έ­να χέ­ρι νί­βει το άλ­λο και τα δυο το πρό­σω­πο. Λα­μπρή α­πό­δει­ξη ό­λων αυ­τών, η πε­ρί­πτω­ση Τά­σου Ανα­στα­σίου. Σχε­τι­κά μι­κρός ο εκ­δο­τι­κός οί­κος, αν δεν α­πα­τώ­με­θα, μό­λις πρό­σφα­τα ει­σήλ­θε στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Κα­θη­γη­τής Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης ο συγ­γρα­φέ­ας. Ού­τε πο­λι­τι­κός, ού­τε με­γα­λο­για­τρός ή με­γα­λο­ε­πι­χει­ρη­μα­τίας, ού­τε μέ­λος συλ­λό­γων και ε­ται­ρειών, ώ­στε να καλ­λιερ­γή­σει σχέ­σεις με υ­ψη­λά ι­στά­με­νους. Μό­λις έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, που φαί­νε­ται να συ­νι­στά ε­ξαί­ρε­ση στην ομ­φα­λο­σκο­πού­με­νη γε­νιά του ’80, ε­πε­σή­μα­νε το βι­βλίο τού, θέ­λου­με να πι­στεύου­με α­γνώ­στου του, Ανα­στα­σίου. Τε­λι­κά, το μο­να­δι­κό ση­μείο που στά­θη­κε τυ­χε­ρός ο Ανα­στα­σίου, εί­ναι ως προς το χρό­νο έκ­δο­σης του βι­βλίου του. Ετών 35, το 2011, μό­λις που πρό­λα­βε το ό­ριο η­λι­κίας του νέ­ου θε­σμο­θε­τη­μέ­νου κρα­τι­κού βρα­βείου για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φείς. Τώ­ρα, για­τί, ως ο­ρια­κή η­λι­κία για την πρώ­τη εμ­φά­νι­ση, ε­πι­λέχ­θη­κε ε­κεί­νη των 35 ε­τών και ό­χι των 30 ή και των 40, που ι­σχύει για το πρώ­το θε­σμο­θε­τη­μέ­νο βρα­βείο του εί­δους, τρέ­χα γύ­ρευε. Δεν ευ­τυ­χή­σα­με πο­τέ οι υ­πουρ­γοί Πο­λι­τι­σμού να έ­χουν κά­ποια σχέ­ση με το χώ­ρο του βι­βλίου. Πλην των πρώ­των. Συ­γκε­κρι­μέ­να, του δεύ­τε­ρου στη σει­ρά, Δη­μή­τρη Τσά­κω­να, των τριών βρα­χύ­βιων που τον α­κο­λού­θη­σαν Κων­στα­ντί­νου Τσά­τσου, Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λου, Κων­στα­ντί­νου Τρυ­πά­νη και ε­νός έ­βδο­μου, λί­γο πιο μα­κρό­βιου, του   Δη­μή­τριου Νιά­νια. Οι υ­πό­λοι­ποι, εί­τε εν­δια­φέ­ρο­νταν για έ­ναν άλ­λο πο­λι­τι­στι­κό χώ­ρο σε τέ­τοιο βαθ­μό που ο χώ­ρος του βι­βλίου να εμ­φα­νί­ζε­ται ως ο φτω­χός α­δελ­φός, εί­τε α­δια­φο­ρού­σαν συ­νο­λι­κά για τα πο­λι­τι­σμι­κά πράγ­μα­τα, γνω­ρί­ζο­ντας μό­νο α­πό πο­δό­σφαι­ρο. Στην έ­ρευ­να, πό­σα βι­βλία δια­βά­ζουν το χρό­νο, μάλ­λον θα έ­πρε­πε να α­πα­ντή­σουν ου­δέν. Υπάρ­χει, βε­βαίως, και ο Υπουρ­γός, που, ε­πί των η­με­ρών του, ι­δρύ­θη­κε το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου. Αυ­τό, ό­μως, εί­ναι μια άλ­λη, με­γά­λη ι­στο­ρία.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;b&gt;&lt;span class="Apple-style-span" &gt;ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟ­ΠΟ ΤΟΥ&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;Όπου και να τα­ξι­δέ­ψω η Ελλά­δα με πλη­γώ­νει&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;ΓΙΩΡ­ΓΟΣ ΣΕ­ΦΕ­ΡΗΣ&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;«Με τον τρό­πο  του Γ.Σ.»&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Εις μνή­μην...&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Σαν σκό­τω­σαν οι Πραί­το­ρες το α­γέ­νειο παι­δί&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;–οι ά­φρο­νες γο­νείς του πώς δεν του ’παν&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;του προ­κομ­μέ­νου τους, γό­νου της κα­λής τά­ξεως,&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;να μη γυρ­νά σε λά­θος τό­πο λά­θος ώ­ρα;–&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;o πε­ρι­σπού­δα­στος Παυ­λί­στω­ρ, τρα­νός μας υ­πουρ­γός&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;–της ε­ξου­σίας μας δό­ξα, αί­μα των Κα­ρα­μαν­λι­δώ­ν–&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;α­μέ­σως α­πε­φάν­θη, με τη δει­νή του ευ­φρά­δεια,&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;σ’ αυ­τούς που του ζη­τού­σαν έ­να σχό­λιο:&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;«Με­μο­νω­μέ­νο ή­ταν το πε­ρι­στα­τι­κόν».&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Και πρό­σθε­σε κα­τό­πιν, μει­λί­χιος ό­πως πά­ντα:&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;«Αν πά­λι γί­νει κά­πως –κά­τι βε­βαίως που α­πεύ­χο­μαι–&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;τό­τε θα εί­ναι δύο τυ­χαία γε­γο­νό­τα.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Κι αν πά­λι κά­νει ο διά­ο­λος και ε­πα­να­λη­φθεί &lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;τό­τε θα κά­μω λό­γον διά σπά­νια συμ­βά­ντα.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Κι αν ο­λωσ­διό­λου τρε­λα­θούν οι Πραί­το­ρες - άν­θρω­ποι εί­με­θα δα!–&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;κι έ­χουν πυ­ρο­βο­λή­σει κο­ντά κα­μιά δε­κά­δα,&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;φρο­νώ πως θα μου γεν­νη­θεί έ­ντο­νη α­νη­συ­χία».&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Σο­φό, ό­πως συ­νή­θως, το σχό­λιό του κρί­να­με.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Εξαίφ­νης λί­γες μέ­ρες κα­τό­πιν σ’ ό­νει­ρό του&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;ο πε­ρι­σπού­δα­στος Παυ­λί­στωρ εί­δε&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;της Ιστο­ρίας τον άγ­γε­λο με πύ­ρι­νη ρομ­φαία &lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;να πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζει στις έ­ρη­μες ο­δούς &lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;και να φω­τί­ζει ά­γριος την πα­γω­μέ­νη νύ­χτα.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Βα­θέως  α­νη­σύ­χη­σε τον υ­πουρ­γό το πράγ­μα·&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;τι ά­ρα­γε να σή­μαι­νεν ο πυ­ρο­φό­ρος άγ­γε­λος;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Aσφα­λώς ά­σχε­τα εί­ναι τα δύο γε­γο­νό­τα:&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;To σκο­τει­νό το ε­νύ­πνιο και του νε­α­ρού το α­τύ­χη­μα.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Ωστό­σο προ­σπα­θού­με – και θα ε­ξα­κο­λου­θή­σου­με, &lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;ύ­στε­ρα α­π’ τις δι­κές του, τις αυ­στη­ρές συ­στά­σεις–&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;κά­ποια ερ­μη­νεία να δώ­σου­με στο ό­νει­ρο ε­κεί­νο.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Ευ­ρι­πί­δης Γα­ρα­ντού­δης&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;«Ονει­ρεύ­τη­κα τη Genova»&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Εκδό­σεις Με­λά­νι, Ιού­λιος 2011&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή", στις 13/11/2011.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-1076442491119546573?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/1076442491119546573/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=1076442491119546573' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/1076442491119546573'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/1076442491119546573'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/11/blog-post_10.html' title='Περί δολοφόνων και “αναγνωρισιμότητας”'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-7156645882773171217</id><published>2011-11-03T03:49:00.000-07:00</published><updated>2011-11-03T03:56:08.854-07:00</updated><title type='text'>Μεταξύ άλλων και Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«Οδός Πα­νός»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Τεύ­χος 154&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Οκτώ­βριος – Δε­κέμ­βριος 2011&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/--UfCaJx4sx0/TrJy1MZqL-I/AAAAAAAAAS0/csMqz-3wqy4/s1600/mari6112011.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img src="http://3.bp.blogspot.com/--UfCaJx4sx0/TrJy1MZqL-I/AAAAAAAAAS0/csMqz-3wqy4/s320/mari6112011.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5670721139000356834" style="float: left; margin-top: 0px; margin-right: 10px; margin-bottom: 10px; margin-left: 0px; cursor: pointer; width: 298px; height: 320px; " /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Με α­φιέ­ρω­μα στον Ρό­μπερτ Λούις Στή­βεν­σον α­νοί­γει το χει­μω­νιά­τι­κο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού. Σε χα­λε­πούς και­ρούς, η ρο­μα­ντι­κή φα­ντα­σία του  Ρό­μπερτ Λούις Μπάλ­φουρ Στή­βεν­σον, ό­πως εί­ναι το πλή­ρες ό­νο­μά του, με την προ­σθή­κη και του μη­τρι­κού του ε­πω­νύ­μου, εί­ναι ό,τι κα­λύ­τε­ρο. Πα­ρό­τι ως ε­πε­τεια­κό έ­τος Στή­βεν­σον ε­ορ­τά­στη­κε, ό­σο ε­ορ­τά­στη­κε ε­κτός Ελλά­δος α­πό τον αγ­γλό­φω­νο κό­σμο, το 2010, κα­τά το ο­ποίο συ­μπλη­ρώ­θη­καν 160 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Όμως, πέ­ρυ­σι, το πε­ριο­δι­κό τι­μού­σε στα τέσ­σε­ρα τεύ­χη του, Κα­βά­φη, Μπων­τλαί­ρ, Από­στο­λο Καλ­δά­ρα και Ζυ­ράν­να Ζα­τέ­λη. Όπως και να έ­χει, στον Στή­βεν­σον ται­ριά­ζει έ­να χει­μω­νιά­τι­κο τεύ­χος. Στις 13 Νο­εμ­βρίου γεν­νή­θη­κε και το κρύο τον κυ­νη­γού­σε ε­φ’ ό­ρου ζωής, ό­πως θυ­μί­ζει &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;η λα­ρι­σαία ποιή­τρια  Γλυ­κε­ρία Μπασ­δέ­κη στο ει­σα­γω­γι­κό της κεί­με­νο. Κα­τά δια­στή­μα­τα, ω­στό­σο, διέ­φυ­γε α­πό το υ­γρό κρύο του γε­νέ­θλιου Εδιμ­βούρ­γου και άλ­λων βο­ρείων τό­πων και προς το τέ­λος, φαι­νό­ταν να έ­χει ο­ρι­στι­κά γλι­τώ­σει, κα­θώς, στα σα­ρά­ντα του, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στη νή­σο Σα­μόα, α­πο­λαμ­βά­νο­ντας το τρο­πι­κό κλί­μα του νό­τιου Ει­ρη­νι­κού. Αλλά μπο­ρεί να διέ­φυ­γε του κρύου, ό­χι, ό­μως και του Χά­ρο­ντα, που ήρ­θε αιφ­νι­δια­στι­κά με μια ε­γκε­φα­λι­κή αι­μορ­ρα­γία α­ντί με αι­μο­πτύ­σεις και ε­πι­δεί­νω­ση της φυ­μα­τίω­σης, ό­πως τον α­νέ­με­νε α­πό τα χρό­νια της ε­φη­βείας του. Ο Στή­βεν­σον, τε­λι­κά, πα­ρέ­μει­νε παι­δί του χει­μώ­να. Χει­μώ­να γεν­νή­θη­κε και χει­μώ­να πέ­θα­νε, στις 3 Δε­κεμ­βρίου 1894. Ανε­ξαρ­τή­τως, πά­ντως, ε­πε­τείων και ε­πο­χής, ο Στή­βεν­σον, για ό­σους τον έ­χουν δια­βά­σει, εί­ναι πά­ντα ε­πί­και­ρος ή, με άλ­λα λό­για, κλα­σι­κός.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;“Από τα παι­δι­κά μου χρό­νια, ο Στή­βεν­σον στά­θη­κε για μέ­να μια α­πό τις μορ­φές της ευ­τυ­χίας”, ι­σχυ­ρι­ζό­ταν ο Μπόρ­χες. Και πράγ­μα­τι, τα παι­διά του 20ου αιώ­να, του­λά­χι­στον ό­σα γεν­νή­θη­καν πριν το Μάη τού ’68 ή, στα κα­θ’ η­μάς, πριν τη Με­τα­πο­λί­τευ­ση, συ­νέ­δε­σαν με τα δι­κά του μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και με­ρι­κών α­κό­μη, γάλ­λων και άγ­γλων συγ­γρα­φέων του 19ου αιώ­να, το ρί­γος της πε­ρι­πέ­τειας, ό­πως το α­πο­λαμ­βά­νει κα­νείς μέ­σα στην α­σφα­λή θαλ­πω­ρή της α­νά­γνω­σης. Ωστό­σο, ο χι­μαι­ρι­κός ο­νει­ρο­πό­λος συγ­γρα­φέ­ας, που ζει σε έ­να κό­σμο φα­ντα­σίας, α­φη­γού­με­νος κα­τά τον πλέ­ον ρε­α­λι­στι­κό τρό­πο ε­ξω­πραγ­μα­τι­κές πε­ρι­πέ­τειες και δί­νο­ντας με αυ­τές υ­πό­στα­ση σε ευ­φά­ντα­στες ρο­μα­ντι­κές συλ­λή­ψεις, δεν εί­ναι πα­ρά η μια πλευ­ρά του ι­διό­τυ­που σκω­τσέ­ζου συγ­γρα­φέα, που υ­πήρ­ξε ο Στή­βεν­σον. Αυ­τή εί­ναι η πλευ­ρά, που έ­λα­βαν υ­πό­ψη οι πρώ­τοι μο­ντέρ­νοι της Γη­ραιάς Αλβιώ­νος και τον υ­πο­βί­βα­σαν σε συγ­γρα­φέα ε­φη­βι­κών βι­βλίων, ε­ξαι­ρώ­ντας τον α­πό το δι­δα­σκό­με­νο “κα­νό­να” της λο­γο­τε­χνίας τους.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Υπάρ­χει ό­μως και η άλ­λη πλευ­ρά, ε­κεί­νη του μο­ντέρ­νου συγ­γρα­φέα, που ε­κτί­μη­σαν ο­ρι­σμέ­νοι συ­γκαι­ρι­νοί του αγ­γλό­φω­νοι συγ­γρα­φείς, ό­πως ο λί­γο με­γα­λύ­τε­ρός του Χέν­ρυ Τζαίη­μς και o κά­πως νεό­τε­ρός του Τζό­ζεφ Κόν­ρα­ντ. Αυ­τοί ή­ταν που τον α­νέ­δει­ξαν. Κα­θιε­ρώ­θη­κε, ω­στό­σο, πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, πε­ρί­που στα χρό­νια που γεν­νιό­νταν τα παι­διά μιας νέ­ας ε­πο­χής, που δεν θα τα συ­γκι­νού­σε ο ρο­μα­ντι­κός ρε­α­λι­σμός του. Αυ­τό, με­τα­φε­ρό­με­νο και πά­λι στα κα­θ’ η­μάς, ση­μαί­νει τα παι­διά, που δεν θα διά­βα­ζαν «Κλασ­σι­κά Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να» και που πο­τέ δεν θα α­να­κά­λυ­πταν «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», «Το μαύ­ρο βέ­λος» ή «Το κλεμ­μέ­νο παι­δί», που εί­ναι το πρώ­το “ε­πει­σό­διο” α­πό το ρο­μα­ντι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα «Οι πε­ρι­πέ­τειες του Νταίη­βι­ντ Μπάλ­φουρ». Κα­τά τα φαι­νό­με­να, ο Μπάλ­φουρ εί­ναι έ­νας ή­ρωας ι­διαί­τε­ρα προ­σφι­λής στον Στή­βεν­σον, για να του δί­νει το ε­πώ­νυ­μο της μη­τέ­ρας του και έ­τσι να τον ο­ρί­ζει εξ αί­μα­τος συγ­γε­νή του. Δυ­στυ­χώς, το δεύ­τε­ρο “ε­πει­σό­διο” α­πό τις πε­ρι­πέ­τειες του Μπάλ­φου­ρ, το «Κα­τριό­να», που ο Στή­βεν­σον έ­γρα­ψε έ­ξι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, δεν πή­ρε τη μορ­φή «Κλασ­σι­κού Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νου». Ευ­τύ­χη­σε, ω­στό­σο, με­τα­φρα­στι­κά στα χέ­ρια του Μπά­μπη Λυ­κού­δη. Όπως και να έ­χει, ό­ταν ο Στή­βεν­σον έ­παιρ­νε τη θέ­ση του στο πάν­θεο της λε­γό­με­νης “σο­βα­ρής λο­γο­τε­χνίας”, οι έ­φη­βοι στην Ελλά­δα διά­βα­ζαν πλέ­ον κό­μι­κς.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο μαέ­στρος της α­φή­γη­σης Στή­βεν­σον, που ε­πι­δει­κνύει τη δη­μιουρ­γι­κή του φα­ντα­σία στο χώ­ρο του πα­ρά­δο­ξου, παίρ­νει τη σκυ­τά­λη α­πό τον Έντγκαρ Άλλαιν Πόε. Σαν συ­νη­γο­ρία της φα­ντα­στι­κής τους σκυ­τα­λο­δρο­μίας, θα μπο­ρού­σαν να λη­φθούν τα δια­δο­χι­κά έ­τη, κα­τά τα ο­ποία α­πε­βίω­σε ο πρώ­τος και γεν­νή­θη­κε ο δεύ­τε­ρος, το 1849 και το 1850, α­ντί­στοι­χα. Τη συγ­γρα­φι­κή τους συγ­γέ­νεια ε­δραιώ­νουν πε­ραι­τέ­ρω τα δύο αλ­λη­γο­ρι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που ο Στή­βεν­σον έ­γρα­ψε με­τά «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», «Η πα­ρά­ξε­νη υ­πό­θε­ση του Δρος Τζέ­κυλ και Κου Χάϋντ» και το λι­γό­τε­ρο γνω­στό, «Ο άρ­χο­ντας του Μπάλ­λα­ντρε». Με θέ­μα την ε­πι­κρά­τεια του Κα­λού, α­ντα­γω­νι­στι­κής προς ε­κεί­νη του Κα­κού, συ­νι­στούν πρώ­τες εκ­φάν­σεις εν­νοιών της ψυ­χα­νά­λυ­σης, ό­πως το δι­χα­σμέ­νο Εγώ και η δια­πά­λη Υπε­ρε­γώ και Ασυ­νει­δή­του. Προ­δρο­μι­κές συλ­λή­ψεις, α­φού η ψυ­χα­νά­λυ­ση α­να­δύε­ται με την έκ­δο­ση του δο­κι­μίου του Φρόϋντ «Με­λέ­τες για την Υστε­ρία», που εκ­δό­θη­κε το 1895, έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­το του Στή­βεν­σον.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Σαν συ­μπλή­ρω­μα του μο­ντέρ­νου  συγ­γρα­φέα Στή­βεν­σον, υ­πάρ­χει μια λι­γό­τε­ρο γνω­στή στα κα­θ’ η­μάς πτυ­χή του, ε­κεί­νη του αρ­θρο­γρά­φου και δο­κι­μιο­γρά­φου, με τις συ­χνά ρη­ξι­κέ­λευ­θες για την ε­πο­χή του ι­δέες. Να θυ­μί­σου­με ό­τι στη σει­ρά «Στις πη­γές της γνώ­σης» των εκ­δό­σεων PRINTA, την ο­ποία κα­ταρ­τί­ζει ο Εμμα­νουήλ Καρ­τά­κης, εκ­δό­θη­κε το 2005, το «Πε­ρί της η­θι­κής του συγ­γρα­φι­κού ε­παγ­γέλ­μα­τος», και μα­ζί, στη μι­κρό­σχη­μη σει­ρά του μη­τρι­κού εκ­δο­τι­κού οί­κου «ΡΟ­ΕΣ», το «Για τον έ­ρω­τα και το γά­μο». Ορι­σμέ­νες α­πό τις α­πό­ψεις του α­πο­κτούν στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία ι­διαί­τε­ρη ε­πι­και­ρό­τη­τα. Ο θε­τός γιος του, παι­δί της α­με­ρι­κα­νί­δας συ­ζύ­γου του α­πό τον πρώ­το της γά­μο, Λόϋντ Όσμπορν, στην ει­σα­γω­γή του σε μια με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση ο­ρι­σμέ­νων ε­ξαί­ρε­των ι­στο­ριών, που δι­καίως τιτ­λο­φο­ρή­θη­καν «Νέες χί­λιες και μία νύ­χτες» και εκ­δό­θη­καν σε δύο τό­μους το 1882 και 1884, γρά­φει:&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;“Ο Στή­βεν­σον μι­σού­σε τον υ­λι­σμό. Θεω­ρού­σε ό­τι ή­ταν ο με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος κι η κα­τά­ρα του πο­λι­τι­σμού μας –αυ­τός ο ά­νε­τος κα­λο­θρεμ­μέ­νος αυ­τά­ρε­σκος υ­λι­σμός ε­να­ντίον του ο­ποίου πά­ντο­τε ε­ξα­πέ­λυε ύ­βρεις. Κα­νέ­νας σο­σια­λι­στής δεν χρη­σι­μο­ποίη­σε τη λέ­ξη μπουρ­ζουα­ζία με πε­ρισ­σό­τε­ρη πε­ρι­φρό­νη­ση α­πό αυ­τόν. Πί­στευε πως τό­σο οι κα­τώ­τε­ρες ό­σο και οι α­νώ­τε­ρες τά­ξεις μπο­ρού­σαν να εν­θου­σιά­ζο­νται ε­ξί­σου με τα υ­ψη­λά ι­δα­νι­κά, αλ­λά πως η μά­ζα της με­σαίας τά­ξης ή­ταν σχε­δόν α­νέλ­πι­δα α­ντα­γω­νι­στι­κή προς την αν­θρώ­πι­νη πρόο­δο. Η α­λό­γι­στη αυ­τα­ρέ­σκειά της, η εκ­με­τάλ­λευ­ση του α­βοή­θη­του, η υ­πο­κρι­τι­κή της η­θι­κο­λο­γία, η κα­τα­πίε­ση των γυ­ναι­κών, η α­νε­λεύ­θε­ρη στά­ση προς την τέ­χνη και τη λο­γο­τε­χνία, ό­λα αυ­τά α­πο­τε­λού­σαν γι’ αυ­τόν μια σει­ρά α­συγ­χώ­ρη­των προ­σβο­λών...” Για πε­ρισ­σό­τε­ρα στην ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση των δύο τό­μων (το 1985 ο πρώ­τος, σε με­τά­φρα­ση Τά­σου Δε­νέ­γρη, δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα ο δεύ­τε­ρος, σε με­τά­φρα­ση Παλ­μύ­ρας Ισμυ­ρί­δου, α­πό τις εκ­δό­σεις Α­ΓΡΑ). &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πι­θα­νώς, αυ­τές οι ι­δέες του Στή­βεν­σον, μα­ζί με το ρο­μα­ντι­σμό του να είλ­κυ­σαν τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού, ω­θώ­ντας τον να α­φιε­ρώ­σει στον «Ρό­μπερτ Λούις Στή­βεν­σον και το Εδιμ­βούρ­γο του» το τρί­το τεύ­χος του τρέ­χο­ντος έ­τους. Όπου, στο πρώ­το, συ­μπτω­μα­τι­κά ή μη, υ­πάρ­χει α­φιέ­ρω­μα στον Πόε. Το εν­διά­με­σο –δι­πλό τεύ­χος– μοι­ρά­ζε­ται σε δύο γη­γε­νείς τε­θνεώ­τες. “Στον Παύ­λο Σι­δη­ρό­που­λο – 21 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του” και στον Δη­μή­τρη Λα­λέ­τα– έ­ξι μή­νες α­πό το θά­να­τό του. Παί­ζο­ντας με τις η­με­ρο­λο­για­κές συ­μπτώ­σεις, θυ­μί­ζου­με τους πρόω­ρους θα­νά­τους των τεσ­σά­ρων τι­μώ­με­νων α­πό το πε­ριο­δι­κό κα­τά το 2011. Σα­ρά­ντα ε­πτά ε­τών ή­ταν ο Λα­λέ­τας, σα­ρά­ντα τεσ­σά­ρων ο Σι­δη­ρό­που­λος, ε­νώ, ού­τε οι δύο με­γά­λοι της λο­γο­τε­χνίας εί­χαν συ­μπλη­ρώ­σει την πέ­μπτη δε­κα­ε­τία του βίου τους– σα­ρά­ντα ο Πόε, σα­ρά­ντα τεσ­σά­ρων ο Στή­βεν­σον. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Άρα­γε πρό­κει­ται για το πρώ­το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού στον Στή­βεν­σο­ν; Δυ­στυ­χώς, η μνή­μη μας δεν βο­η­θά­ει και οι βι­βλιο­γρα­φή­σεις δεν α­πα­σχο­λούν τους νεό­τε­ρους. Κι ό­μως, έ­να πε­ριο­δι­κό με 31ε­τή συ­νε­χή πα­ρου­σία δι­καιού­ται, αν δεν ε­πι­βάλ­λε­ται να έ­χει, τη βι­βλιο­γρα­φία του. Ήταν το μα­κρι­νό 1981, που έ­μελ­λε να ταυ­τι­στεί με την ά­νο­δο στην ε­ξου­σία του ΠΑ­ΣΟΚ με­τά τη συ­ντρι­πτι­κή νί­κη του στις ε­κλο­γές της 18ης Οκτω­βρίου, ό­που ε­ξα­σφά­λι­σε το 48% των ψή­φων και 172 έ­δρες σε μια τρί­χρω­μη Βου­λή. Εί­χε προ­η­γη­θεί, την 1η Ια­νουα­ρίου 1981, η έ­ντα­ξη της χώ­ρας στην Ευ­ρω­παϊκή Ένω­ση. Εκεί­νο τον Ια­νουά­ριο εμ­φα­νί­στη­καν δύο λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, που α­πο­δείχ­θη­καν σθε­να­ρό­τε­ρα κομ­μά­των και θε­σμών. Το «Οδός Πα­νός» και  «Η Λέ­ξη». Εί­ναι δυο α­πό τα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά α­θη­ναϊκά πε­ριο­δι­κά, που κυ­κλο­φο­ρούν μέ­χρι σή­με­ρα. Ένα τρί­το εί­ναι «Το Δέ­ντρο», που εί­χε προ­η­γη­θεί κα­τά μία τριε­τία. Από μιας αρ­χής, το «Οδός Πα­νός» στά­θη­κε έρ­γο του Γιώρ­γου Χρο­νά, του ο­ποίου η αι­σθη­τι­κή κα­θο­ρί­ζει τη φυ­σιο­γνω­μία του πε­ριο­δι­κού. Ενώ, «Η Λέ­ξη» της διαρ­χίας Θα­νά­ση Νιάρ­χου- Αντώ­νη Φω­στιέ­ρη. «Το Δέ­ντρο» πα­ρου­σία­σε την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα να ξε­κι­νή­σει το πρώ­το τεύ­χος,  Μάρ­τιο 1978, με έ­ναν εκ­δό­τη, τον Κώ­στα Μαυ­ρου­δή, να προ­στε­θεί στο ε­πό­με­νο δεύ­τε­ρος, ο Μι­χά­λης Γκα­νάς, και στο με­θε­πό­με­νο, τρί­τος, ο Γιάν­νης Πα­τί­λης, αλ­λά, α­πό το φθι­νο­πω­ρι­νό, να ε­πα­νέλ­θει  η αρ­χι­κή μο­ναρ­χία, η ο­ποία και κρά­τη­σε μέ­χρι και το 1982, για να προ­κύ­ψει και σε αυ­τό, διαρ­χία εκ­δο­τών. Ένα τέ­ταρ­το εί­ναι το «Πλα­νό­διον», που ξε­κί­νη­σε το 1986 ο Πα­τί­λης, αυ­τή τη φο­ρά, μό­νος του. Απα­ξά­πα­ντες εί­ναι ποιη­τές της γε­νιάς του ’70. Ένας έ­κτος, α­πό την ί­δια ποιη­τι­κή οι­κο­γέ­νεια, εί­ναι ο Κώ­στας Πα­πα­γεωρ­γίου, που ξε­κί­νη­σε το 1982  το «Γράμ­μα­τα και Τέ­χνες», το ο­ποίο, ό­μως, έ­κλει­σε τον κύ­κλο του το 1998. Μάλ­λον δεν έ­χει δο­θεί η α­νά­λο­γη προ­σο­χή σε αυ­τό το ση­μα­ντι­κό πά­ρερ­γο των ποιη­τών της γε­νιάς της αμ­φι­σβή­τη­σης, στο ο­ποίο διο­χέ­τευ­σαν έ­να μέ­ρος της αμ­φι­σβη­τη­τι­κής τους διά­θε­σης. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η α­πο­ρία, πά­ντως, σχε­τι­κά με την τύ­χη του Στή­βεν­σον στον ελ­λη­νι­κό πε­ριο­δι­κό Τύ­πο πα­ρα­μέ­νει. Σύμ­φω­να με τη μο­να­δι­κή βι­βλιο­γρα­φία για “τεύ­χη –α­φιε­ρώ­μα­τα” πε­ριο­δι­κών της Μάρ­θας Καρ­πό­ζη­λου, δεν υ­πάρ­χει ού­τε έ­να α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος κα­τά τη μα­κριά πε­ρίο­δο 1879-1997. Δη­μο­σιεύο­νται μό­νο σκόρ­πια διη­γή­μα­τά του. Ωστό­σο, τα δη­μο­σιευ­μέ­να διη­γή­μα­τά του, α­πό τις αρ­χές του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να μέ­χρι τις πα­ρα­μο­νές του Β΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου, με­τριού­νται στα δά­χτυ­λα του ε­νός χε­ριού, με το πρώ­το, μό­λις στα τέ­λη της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας. Ωστό­σο, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, σε έ­να πε­ριο­δι­κό, ο Στή­βεν­σον έ­χει την τι­μη­τι­κή του. Πρό­κει­ται για το μη­νιαίο, «Φι­λι­κή Εται­ρία», που κυ­κλο­φό­ρη­σε κα­τά το πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1925, χω­ρίς ό­νο­μα εκ­δό­τη, με α­να­φο­ρά μό­νο του ε­πι­με­λη­τή. Εί­ναι ο Φώ­της Κό­ντο­γλου και κα­τ’ ου­σία συ­νι­στά την ψυ­χή του πε­ριο­δι­κού.  Σε αυ­τό δη­μο­σίευ­σε σε πέ­ντε συ­νέ­χειες (το τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού εί­ναι δι­πλό) τη με­τά­φρα­ση μέ­ρους α­πό «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών». Πρό­κει­ται για τα 12 πρώ­τα κε­φά­λαια και την αρ­χή του ε­πό­με­νου (η λά­θος α­ρίθ­μη­ση του δεύ­τε­ρου, που α­να­γρά­φε­ται ως τρί­το, συ­νε­χί­στη­κε και στα ε­πό­με­να, με α­πο­τέ­λε­σμα το η­μι­τε­λές να φέ­ρε­ται ως το δέ­κα­το τέ­ταρ­το). Το γε­γο­νός ό­τι δια­κό­πτε­ται η με­τά­φρα­ση στη μέ­ση κε­φα­λαίου, με την έν­δει­ξη “Έχει συ­νέ­χεια”,  δεί­χνει ό­τι η δια­κο­πή έκ­δο­σης του πε­ριο­δι­κού α­πο­φα­σί­στη­κε ξαφ­νι­κά. Ο Αϊβα­λιώ­της Κό­ντο­γλου, γεν­νη­μέ­νος έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­το του Στή­βεν­σον, νιώ­θει στον  φα­ντα­στι­κό κό­σμο του Στή­βεν­σον σαν στο σπί­τι του. Ζω­γρά­φος, ε­πω­μι­σμέ­νος με την ει­κο­νο­γρά­φη­ση του τεύ­χους, κο­σμεί με δι­κά του σχέ­δια τη με­τά­φρα­ση. Σε βι­βλίο η με­τά­φρα­ση εκ­δό­θη­κε το 1942 και πι­θα­νο­λο­γεί­ται α­πό την Φρ. Αμπατ­ζο­πού­λου, που γρά­φει το ε­πί­με­τρο της ε­πα­νέκ­δο­σης του 1988, ό­τι έ­γι­νε α­πό την πρώ­τη γαλ­λι­κή με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Μέ­νει η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο εί­ναι η πρώ­τη με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι, μέ­σα στον 19ο αιώ­να, με­τα­φρά­στη­κε μό­νο έ­να βι­βλίο του Στή­βεν­σον και αυ­τό δεν εί­ναι «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», αλ­λά «Η πα­ρά­ξε­νη υ­πό­θε­ση του Δρος Τζέ­κυλ και Κου Χάϋντ», το 1893. Εί­χε προ­η­γη­θεί η δη­μο­σίευ­ση ε­νός διη­γή­μα­τός του. Αν δεν πρό­κει­ται για το πρώ­το, σί­γου­ρα εί­ναι α­νά­με­σα στα πρώ­τα. Τέ­λος, να θυ­μί­σου­με ό­τι ο Στή­βεν­σον, ε­κτός α­πό μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και δο­κι­μιο­γρά­φος, ή­ταν και ποιη­τής. Δυο ποιή­μα­τά του προ­τί­μη­σε να με­τα­φρά­σει έ­να κα­θό­λου τυ­χαίο πρό­σω­πο της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ο Τέλ­λος Άγρας, προς το τέ­λος του Με­σο­πο­λέ­μου.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Λεζάντα φωτογραφίας:  Ο κουρ­σά­ρος Φλί­ντ, πρω­τα­γω­νι­στι­κό πρό­σω­πο στο «Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», ό­πως τον α­πέ­δω­σε ως φυ­σιο­γνω­μία ο Φώ­της Κό­ντο­γλου, ει­κο­νο­γρα­φώ­ντας τη με­τά­φρα­ση του ο­μό­τιτ­λου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που μέ­ρος της δη­μο­σίευ­σε σε συ­νέ­χειες στο βρα­χύ­βιο πε­ριο­δι­κό «Φι­λι­κή Εται­ρία». Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι αυ­τό το σχέ­διο α­που­σιά­ζει α­πό την αυ­το­τε­λή με­τά έκ­δο­ση της με­τά­φρα­σης α­πό τον Ι. Ζα­χα­ρό­που­λο. Πρό­κει­ται για εξ­πρε­σιο­νι­στι­κών τό­νων σχέ­διο με με­λά­νι. Μα­ζί με άλ­λα σχέ­δια της ί­διας πε­ριό­δου, ο­ριο­θε­τεί τη στρο­φή του εν­δια­φέ­ρο­ντος του Κό­ντο­γλου α­πό την ει­κο­νο­γρά­φη­ση βι­βλίων α­πο­κλει­στι­κά στη ζω­γρα­φι­κή.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large; "&gt;ΣΤΡΑΤΕΜΜΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;&lt;b&gt;Ρ. Λ. Στήβενσον &lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;Κάτω στο δρόμο, ως πέρα φέγγουν τα φανάρια,&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;κάθε περπατησιά, στη γειτονιά, σβησμένη,&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;το γαλανό σκοτάδι αγάλια κατεβαίνει&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;στους κήπους, στα κρεμάμενα χλωρά κλωνάρια&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;Στης παραστιάς την κώχη, η φλόγα καταπέφτει,&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;και τώρα η κόκκινη φωτιά βάφει το δώμα·&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;ως το ταβάνι πάει, που αντιχτυπά τη ζέστη,&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;και στων βιβλίων τις ράχες σά να παίζη ακόμα.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;Πύργοι, καμπαναριά, ιδές! Στρατός που πηγαίνει,&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;τόποι που πυρκαγιά τους καίει, και χώρες στάχτη…&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;Κ’ έπειτα (ως που να ιδή το μάτι μας, που αστράφτει)&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;σκοτεινιάζει ο στρατός – η αναλαμπή πεθαίνει.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;Μα νά την, η λαμπρή σπίθα ξανά γυρίζει,&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;της πολιτείας το φάντασμα και πάλι αναύει.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;Ξαναπαίρνει φωτιά εκεί κάτω, το λαγκάδι&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;και το στράτεμμα ξαναπροβοδίζει.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;–Στάχτες άφτερες, πήτε μου την αλήθεια:&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;τι παρασταίνει αυτός ο τόπος; τίνος μοιάζει;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;και κατά πού ο στρατός πορεύεται έτσι πλήθεια&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;και ακέρια μέσα στο καμίνι σας βουλιάζει;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left; "&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μετάφραση  Τέλλου Άγρα&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/11/2011.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-7156645882773171217?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/7156645882773171217/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=7156645882773171217' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/7156645882773171217'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/7156645882773171217'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/11/blog-post.html' title='Μεταξύ άλλων και Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/--UfCaJx4sx0/TrJy1MZqL-I/AAAAAAAAAS0/csMqz-3wqy4/s72-c/mari6112011.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-6814032627095159055</id><published>2011-10-21T03:53:00.000-07:00</published><updated>2011-10-21T03:58:28.764-07:00</updated><title type='text'>Βραβεία Λογοτεχνίας</title><content type='html'>&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-tD0LOzHAZ_4/TqFQQ1ZC7eI/AAAAAAAAASo/_5YjL75ZgwQ/s1600/mari23102011.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 284px; height: 320px;" src="http://1.bp.blogspot.com/-tD0LOzHAZ_4/TqFQQ1ZC7eI/AAAAAAAAASo/_5YjL75ZgwQ/s320/mari23102011.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5665898056349052386" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αρκε­τά α­σχο­λη­θή­κα­με με τα λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία της αλ­λο­δα­πής. Κα­λό το Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνίας. Πρα­κτι­κοί οι Σουη­δοί, σε και­ρούς δύ­σκο­λους, βρά­βευ­σαν έ­ναν δι­κό τους άν­θρω­πο. Τον ποιη­τή Τού­μας Τραν­στρέ­μερ. Εί­ναι ο έ­βδο­μος σουη­δός νο­μπε­λί­στας, 102 χρό­νια με­τά την πρώ­τη σουη­δή βρα­βευ­μέ­νη Σά­ρα Λά­γκερ­λεφ. Κα­λό και το Μπού­κε­ρ, που δό­θη­κε, τε­λι­κά, στον Τζού­λιαν Μπάρ­νς. Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με ό­τι πρό­κει­ται για έ­να μί­νι μυ­θι­στό­ρη­μα μό­λις 150 σε­λί­δων. Κα­λύ­τε­ρο, ό­μως, δεί­χνει το α­ντι-Μπού­κε­ρ, που μό­λις θε­σπί­στη­κε και το ο­ποίο βά­πτι­σαν Βρα­βείο Λο­γο­τε­χνίας. Εί­ναι, ό­μως, και­ρός να α­σχο­λη­θού­με και με τα του οί­κου μας. Εδώ, ό­λα μπο­ρεί να βαί­νουν κα­τά κρη­μνών, πλην των ε­φε­τι­νών κρα­τι­κών βρα­βείων. Τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία 2011, που θα κρί­νουν τις περ­σι­νές εκ­δό­σεις, θα τα διέ­πει η και­νούρ­για νο­μο­θε­σία. Ο Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού και Του­ρι­σμού Παύ­λος Γε­ρου­λά­νος πραγ­μα­το­ποίη­σε τη δέ­σμευ­σή του να εκ­συγ­χρο­νί­σει το θε­σμό των Κρα­τι­κών Βρα­βείων. Στα τέ­λη του 2010, ο νέ­ος νό­μος κα­ταρ­τί­στη­κε και υ­περ­ψη­φί­στη­κε α­πό τα κόμ­μα­τα της κε­ντρο­δε­ξιάς και της κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς. Βε­βαίως, ο ευαγ­γε­λι­ζό­με­νος εκ­συγ­χρο­νι­σμός θα προ­κύ­ψει εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, δε­δο­μέ­νου ό­τι στα κα­θ’ η­μάς οι δια­κη­ρύ­ξεις πε­ρισ­σεύουν. Ο Νό­μος α­να­μέ­νε­ται δια της ε­φαρ­μο­γής του να α­πο­κα­τα­στή­σει το κύ­ρος των Κρα­τι­κών Βρα­βείων. Ανε­ξάρ­τη­τα αν οι Κασ­σάν­δρες του χώ­ρου του βι­βλίου θεω­ρούν το κύ­ρος τους χα­μέ­νη υ­πό­θε­ση. Όπως και να έ­χει, για ό­σους, μέ­σα στη λαί­λα­πα των κα­κου­χιών, έ­χουν λη­σμο­νή­σει τις σχε­τι­κές νο­μο­θε­τι­κές αλ­λα­γές, α­ντι­γρά­φου­με ο­ρι­σμέ­νες α­πό τις νέες  δια­τά­ξεις α­πό την α­να­κοί­νω­ση του ΥΠ.ΠΟΤ., με η­με­ρο­μη­νία 12/1/2011. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αυ­τές έ­χουν κα­τά λέ­ξη ως ε­ξής: &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;«1. Θέ­σπι­ση νέων Βρα­βείων&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Το Βρα­βείο Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, που θα α­πο­νέ­με­ται σε νέ­ους δη­μιουρ­γούς μέ­χρι 35 ε­τών. Η θέ­σπι­ση του εν λό­γω Βρα­βείου έρ­χε­ται να προ­στε­θεί στη δέ­σμη μέ­τρων που προω­θεί το ΥΠ.ΠΟ.Τ. για τη στή­ρι­ξη της νέ­ας δη­μιουρ­γίας στον χώ­ρο του βι­βλίου μέ­σω του Προ­γράμ­μα­τος Δρά­σης του Ε.ΚΕ.ΒΙ. (κα­θιέ­ρω­ση υ­πο­τρο­φιών για νέ­ους συγ­γρα­φείς, διορ­γά­νω­ση Φε­στι­βάλ Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων και Νέων Συγ­γρα­φέων, α­ξιο­ποίη­ση ε­νός «βή­μα­τος ι­δεών» στο ι­στο­λό­γιο του Ε.ΚΕ.ΒΙ. για νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς).&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Και έ­να Ει­δι­κό Θε­μα­τι­κό Βρα­βείο που θα α­πο­νέ­με­ται σε λο­γο­τε­χνι­κό βι­βλίο το ο­ποίο προά­γει τον διά­λο­γο για ευαί­σθη­το κοι­νω­νι­κό ζή­τη­μα. Στοι­χεία που θα πρέ­πει να λά­βει υ­πό­ψη της η ε­πι­τρο­πή για την α­πο­νο­μή του βρα­βείου αυ­τού εί­ναι η τόλ­μη και η πρω­το­τυ­πία με την ο­ποία ο συγ­γρα­φέ­ας δια­πραγ­μα­τεύε­ται το εν λό­γω ζή­τη­μα κα­θώς και ο βαθ­μός στον ο­ποίο το βι­βλίο του συμ­βάλ­λει στην ευαι­σθη­το­ποίη­ση της κοι­νής γνώ­μης.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;2. Αλλα­γές στη δια­δι­κα­σία: ε­νί­σχυ­ση της δια­φά­νειας, του κύ­ρους και του παι­δα­γω­γι­κού ρό­λου των Βρα­βείων, του πλου­ρα­λι­σμού και της α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τας των Επι­τρο­πών βρά­βευ­σης&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Για πρώ­τη φο­ρά κα­θο­ρί­ζε­ται χρό­νος έ­ναρ­ξης των ερ­γα­σιών των Επι­τρο­πών (Μάιος), χρό­νος α­να­κοί­νω­σης βρα­χειών λι­στών (Οκτώ­βριος) και χρό­νος α­να­κοί­νω­σης (Νοέμ­βριος) και α­πο­νο­μής των Βρα­βείων (Δε­κέμ­βριος). Πα­ράλ­λη­λα με την α­να­κοί­νω­ση των βρα­χειών λι­στών κα­θιε­ρώ­νε­ται η υ­πο­χρέω­ση δη­μο­σίευ­σης αι­τιο­λο­γη­μέ­νης έκ­θε­σης η ο­ποία α­ξιο­λο­γεί τη στάθ­μη και τις τά­σεις της ε­τή­σιας λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρα­γω­γής. Επι­πλέ­ον, λαμ­βά­νε­ται μέ­ρι­μνα ώ­στε με την α­να­κοί­νω­ση των Βρα­βείων να δη­μο­σιεύε­ται το σκε­πτι­κό των αρ­μο­δίων Επι­τρο­πών κα­θώς και η γνώ­μη της μειο­ψη­φίας. Έτσι, α­φε­νός δί­νε­ται έμ­φα­ση στον παι­δα­γω­γι­κό ρό­λο του θε­σμού των Κρα­τι­κών Λο­γο­τε­χνι­κών Βρα­βείων, κι α­φε­τέ­ρου δια­σφα­λί­ζο­νται οι μέ­γι­στες δυ­να­τές συν­θή­κες δια­φά­νειας και εύ­ρυθ­μης λει­τουρ­γίας των Επι­τρο­πών, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να κα­θί­στα­ται δυ­να­τή η πρό­σβα­ση του πο­λί­τη σε κά­θε φά­ση της δια­δι­κα­σίας βρά­βευ­σης.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Τρο­πο­ποιεί­ται ε­ξάλ­λου η σύν­θε­ση των Επι­τρο­πών ώ­στε να α­πο­δε­σμευ­θούν α­πό α­γκυ­λώ­σεις, να γί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο πλου­ρα­λι­στι­κές και α­νοι­χτές στην κοι­νω­νία και, ι­δίως, τις νέες τά­σεις στον χώ­ρο του βι­βλίου.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;3. Άλλες ση­μα­ντι­κές αλ­λα­γές&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Δυ­νά­μει της νέ­ας νο­μο­θε­σίας, τα Κρα­τι­κά Λο­γο­τε­χνι­κά Βρα­βεία μπο­ρούν πλέ­ον να α­πο­νέ­μο­νται τό­σο σε Έλλη­νες πνευ­μα­τι­κούς δη­μιουρ­γούς ό­σο και σε δη­μιουρ­γούς που δεν έ­χουν την ελ­λη­νι­κή υ­πη­κοό­τη­τα αλ­λά γρά­φουν στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, συμ­βάλ­λο­ντας έ­τσι στον ε­μπλου­τι­σμό αλ­λά και τη διά­δο­ση της ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Επι­πλέ­ον, το Με­γά­λο Βρα­βείο Λο­γο­τε­χνίας με­το­νο­μά­ζε­ται σε «Με­γά­λο Βρα­βείο Γραμ­μά­των» ώ­στε να εί­ναι δυ­να­τή η α­πο­νο­μή του ε­κτός α­πό λο­γο­τέ­χνες και σε με­τα­φρα­στές για τη συ­νο­λι­κή τους προ­σφο­ρά στα Γράμ­μα­τα.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Επί­σης, για πρώ­τη φο­ρά α­πο­δε­σμεύο­νται οι Επι­τρο­πές α­πό την υ­πο­χρέω­ση να λαμ­βά­νουν υ­πό­ψη τους μό­νο βι­βλία που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στον κα­τά­λο­γο της Εθνι­κής Βι­βλιο­θή­κης. Διευ­ρύ­νε­ται, έ­τσι, η βά­ση των κρι­νό­με­νων βι­βλίων ώ­στε να α­ξιο­λο­γεί­ται, ει δυ­να­τόν, το σύ­νο­λο της λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρα­γω­γής κά­θε έ­τους. Απα­ραί­τη­τες προϋπο­θέ­σεις για να λη­φθεί υ­πό­ψη βι­βλίο το ο­ποίο δεν πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στον κα­τά­λο­γο της Εθνι­κής Βι­βλιο­θή­κης εί­ναι α. αί­τη­ση κά­θε εν­δια­φε­ρό­με­νου (τρί­του ή μέ­λους της Επι­τρο­πής) και β. να προ­κύ­πτει με βε­βαιό­τη­τα η χρο­νο­λο­γία έκ­δο­σής του και να φέ­ρει στο ο­πι­σθό­φυλ­λό του α­ριθ­μό κα­τα­χώ­ρι­σης (ISBN).»&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Σύμ­φω­να με αυ­τήν την α­να­κοί­νω­ση, οι βρα­χείες λί­στες θα έ­πρε­πε να εί­χαν ή­δη κοι­νο­ποιη­θεί. Πα­ρά τις δια­κη­ρύ­ξεις και τη δη­μό­σια δέ­σμευ­ση, φαί­νε­ται ό­τι ο φόρ­τος ερ­γα­σίας κρί­θη­κε υ­περ­βο­λι­κός, γι’  αυ­τό και δό­θη­κε πα­ρά­τα­ση δύο μη­νών. Έτσι, τα Βρα­βεία του 2011, για τα βι­βλία του 2010, θα γνω­στο­ποιη­θούν το 2012. Εν ο­λί­γοις, μια α­πό τα ί­δια. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, εί­ναι ό­τι βρα­χείες λί­στες και βρα­βεύ­σεις θα συ­νο­δεύο­νται α­πό αι­τιο­λο­γη­μέ­νη έκ­θε­ση. Βε­βαίως, με τον προ­η­γού­με­νο νό­μο, οι Επι­τρο­πές υ­πο­χρε­ού­ντο να κρα­τούν α­να­λυ­τι­κά πρα­κτι­κά α­νά συ­νε­δρία. Εθι­μι­κά, ό­μως, η ε­φαρ­μο­γή αυ­τού του κα­νο­νι­σμού α­τό­νη­σε. Αντ’ αυ­τού, ε­πι­κρά­τη­σε η συ­νή­θεια έ­κα­στο μέ­λος της Επι­τρο­πής να συ­νο­ψί­ζει εκ των υ­στέ­ρων τι εί­χε προ­φο­ρι­κά υ­πο­στη­ρί­ξει κα­τά τις συ­νε­δρίες και, εκ των ε­νό­ντων, να γί­νε­ται το μα­γεί­ρε­μα των πρα­κτι­κών. Τα πρα­κτι­κά δεν δη­μο­σιο­ποιού­ντο. Μπο­ρού­σαν, ό­μως, οι ά­με­σα εν­δια­φε­ρό­με­νοι, κα­τό­πιν αι­τή­σεως, να πλη­ρο­φο­ρη­θούν τα α­πο­σπά­σμα­τα που τους α­φο­ρού­σαν. Έμπλε­καν, ό­μως, στη χρο­νο­βό­ρα δια­δι­κα­σία του ελ­λη­νι­κού δη­μο­σίου. Πέ­ραν αυ­τού, το εν­δια­φε­ρό­με­νο κοι­νό έ­με­νε χω­ρίς ε­νη­μέ­ρω­ση της ό­λης δια­δι­κα­σίας, με πα­ρε­πό­με­νο να ορ­γιά­ζει η πα­ρα­πλη­ρο­φό­ρη­ση.   &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πλην της αι­τιο­λο­γη­μέ­νης έκ­θε­σης, αυ­τή τη φο­ρά, θα έ­χου­με και δυο και­νού­ρια βρα­βεία. Ωστό­σο, εκ­πλήσ­σει η θέρ­μη, που ε­πέ­δει­ξε ο Υπουρ­γός, για την υ­πο­στή­ρι­ξη η­λι­κια­κά νέων συγ­γρα­φέων. Δό­ξα τω Θεώ, δεν πά­σχει η χώ­ρα α­πό την έλ­λει­ψη, του­λά­χι­στον α­ριθ­μη­τι­κή, νε­α­ρών συγ­γρα­φέων. Μάλ­λον μέ­τρα για την α­να­χαί­τι­ση του συρ­μού θα έ­πρε­πε να λη­φθούν. Εκτός κι αν η Κυ­βέρ­νη­ση έ­χει πει­στεί, ό­τι πά­σα άλ­λη πα­ρα­γω­γι­κή α­σχο­λία έ­χει ε­κλεί­ψει. Αλλά και το δεύ­τε­ρο και­νού­ριο βρα­βείο μας πα­ρα­ξε­νεύει, κα­θώς δεί­χνει να στη­ρί­ζε­ται κυ­ρίως σε ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κούς πα­ρά­γο­ντες. Το γε­γο­νός, πά­ντως, ό­τι για την α­πο­νο­μή ο­ποιου­δή­πο­τε βρα­βείου δεν θα α­παι­τεί­ται η ελ­λη­νι­κή υ­πη­κοό­τη­τα συ­νι­στά έ­να λα­μπρό μέ­τρο για την α­να­χαί­τι­ση της μα­ζι­κής ε­ξό­δου α­πό την χώ­ρα των με­τα­να­στών, που πα­ρα­τη­ρεί­ται ε­σχά­τως. Δεν εί­ναι, ω­στό­σο, το ί­διο σί­γου­ρο, ό­τι θα α­πο­βεί ε­π’ ω­φε­λεία του θε­σμού η με­το­νο­μα­σία του Με­γά­λου Βρα­βείου Λο­γο­τε­χνίας. Ιδίως, αν έ­γι­νε, ό­πως διευ­κρι­νί­ζε­ται, για να συ­μπε­ρι­λη­φθούν οι με­τα­φρα­στές. Αν η πα­λαιό­τε­ρη ο­νο­μα­σία α­πέ­κλειε κά­ποιους, αυ­τοί δεν ή­ταν οι με­τα­φρα­στές αλ­λά οι με­λε­τη­τές. Αρκε­τοί εί­ναι οι πρε­σβύ­τες των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των, που δεν τυ­χαί­νουν βρά­βευ­σης στο μέ­τρο της προ­σφο­ράς τους. Όσο για την α­πο­δέ­σμευ­ση των Επι­τρο­πών α­πό τους Κα­τα­λό­γους της Εθνι­κής Βι­βλιο­θή­κης, αυ­τό δεν εί­ναι άλ­λο πα­ρά η πλή­ρης α­πα­ξίω­ση του μο­να­δι­κού αυ­τού κρα­τι­κού θε­σμού, ε­πει­δή α­νέ­κα­θεν ο­ρι­σμέ­νοι σνο­μπ λη­σμο­νούν να κα­τα­θέ­σουν, ό­πως υ­πο­χρε­ού­νται βά­ση του Νό­μου, τα εκ­δο­θέ­ντα βι­βλία. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Εκεί­νη η πα­ρά­γρα­φος του νέ­ου Νό­μου, που μέ­νει μάλ­λον θο­λή, πι­θα­νώς λό­γω της ρη­το­ρι­κής εκ­φο­ράς της, εί­ναι η σχε­τι­κή με την σύν­θε­ση της Επι­τρο­πής. Δό­θη­καν, ω­στό­σο, πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρι­νί­σεις κα­τά την α­να­κοί­νω­ση της σύν­θε­σής της, στις 14/7/2011. Τις  α­ντι­γρά­φου­με κι αυ­τές, μή­πως και φω­τι­στού­με: &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;«Κα­τά τη συ­γκρό­τη­ση των ε­πι­τρο­πών, η ο­ποία γί­νε­ται για πρώ­τη φο­ρά με βά­ση τη νέα νο­μο­θε­σία που διέ­πει τον θε­σμό των Κρα­τι­κών Βρα­βείων (άρ. 40 ν. 3905/2010), δό­θη­κε προ­τε­ραιό­τη­τα στην α­νά­γκη ρι­ζι­κής α­να­νέω­σης της σύν­θε­σης των ε­πι­τρο­πών, στην α­νά­γκη να εκ­προ­σω­πού­νται σε αυ­τές ό­σο το δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρες γε­νιές και «σχο­λές» κρι­τι­κών λο­γο­τε­χνίας, πα­νε­πι­στη­μια­κών, συγ­γρα­φέων, με­τα­φρα­στών και ει­κο­νο­γρά­φων, κα­θώς και την α­νά­γκη να προ­αχ­θεί η δια­φά­νεια, η α­ξιο­κρα­τία και η ε­ξω­στρέ­φεια του θε­σμού.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Υπεν­θυ­μί­ζε­ται ό­τι κά­θε ε­πι­τρο­πή α­πο­τε­λεί­ται α­πό εν­νέα μέ­λη τα ο­ποία διο­ρί­ζο­νται με διε­τή θη­τεία.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η σύν­θε­ση των νέων ε­πι­τρο­πών έ­χει ως ε­ξής:&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Επι­τρο­πή για τα Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας, το Με­γά­λο Βρα­βείο Γραμ­μά­των και το Βρα­βείο Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου Συγ­γρα­φέα, το Ει­δι­κό Θε­μα­τι­κό Βρα­βείο και τα Βρα­βεία Δο­κι­μίου-Μαρ­τυ­ρίας.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πρό­ε­δρος: Νί­κος Δαβ­βέ­τας, Κρι­τι­κός Λο­γο­τε­χνίας, Συγ­γρα­φέ­ας/ Αντι­πρό­ε­δρος: Λί­ζυ Τσι­ρι­μώ­κου, Κα­θη­γή­τρια Αρι­στο­τε­λείου Πα­νε­πι­στη­μίου Θεσ­σα­λο­νί­κης/ Μέ­λη: Χρή­στος Αστε­ρίου, Συγ­γρα­φέ­ας/ Άννα Κα­ρα­κα­τσού­λη, Επί­κου­ρη Κα­θη­γή­τρια Εθνι­κού και Κα­πο­δι­στρια­κού Πα­νε­πι­στη­μίου Αθη­νώ­ν/ Δη­μή­τρης Καρ­γιώ­της, Επί­κου­ρος Κα­θη­γη­τής Πα­νε­πι­στη­μίου Ιωαν­νί­νω­ν/ Τί­να Μαν­δη­λα­ρά, Κρι­τι­κός Λο­γο­τε­χνίας/ Δη­μή­τρης Μίγ­γας, Συγ­γρα­φέ­ας/ Λί­να Πα­ντα­λέων, Κρι­τι­κός Λο­γο­τε­χνίας /Ανδρέ­ας Μή­τσου, Συγ­γρα­φέ­ας.»&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Κα­τ’ αρ­χήν, τα πε­ρί ρι­ζι­κής α­να­νέω­σης της Επι­τρο­πής δεν κα­θί­στα­νται προ­φα­νή α­πό τη συ­γκε­κρι­μέ­νη σύν­θε­ση. Εννε­α­με­λής ή­ταν στο πα­ρελ­θόν η Επι­τρο­πή και εν­νε­α­με­λής πα­ρα­μέ­νει. Ο προ­η­γού­με­νος Νό­μος πρό­βλε­πε τρι­με­λή εκ­προ­σώ­πη­ση α­πό τους χώ­ρους της κρι­τι­κής, της λο­γο­τε­χνίας και τον πα­νε­πι­στη­μια­κό α­ντί­στοι­χα. Κα­θώς υ­πάρ­χούν πά­ντα μέ­λη με πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας ι­διό­τη­τες, λαμ­βα­νό­ταν υ­πό­ψη  η ελ­λεί­που­σα ι­διό­τη­τα, ώ­στε να ε­ξι­σορ­ρο­πεί­ται η προ­βλε­πό­με­νη εκ­προ­σώ­πη­ση. Πα­ρά την ε­λα­στι­κό­τη­τα του νέ­ου Νό­μου ως προς αυ­τό το ση­μείο, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι υ­πήρ­ξε φρο­ντί­δα για τρι­με­λή εκ­προ­σώ­πη­ση. Και σε αυ­τήν την Επι­τρο­πή υ­πάρ­χουν τρεις κρι­τι­κοί λο­γο­τε­χνίας, τρεις συγ­γρα­φείς και τρεις πα­νε­πι­στη­μια­κοί, κα­θώς ο Πρό­ε­δρος δη­λώ­νει δι­πλή ι­διό­τη­τα, προ­τάσ­σο­ντας ε­κεί­νη  του κρι­τι­κού. Άλλω­στε, τι κύ­ρος θα εί­χε έ­νας πρό­ε­δρος έ­χο­ντας μό­νο την ι­διό­τη­τα του συγ­γρα­φέα.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όσο α­φο­ρά την πλή­θυν­ση των γε­νιών, δεν φαί­νε­ται να έ­γι­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρες. Απλώς με­τα­κι­νή­θη­κε το η­λι­κια­κό φά­σμα προς μι­κρό­τε­ρες η­λι­κίες, α­πο­κλείο­ντας τη δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά και τη γε­νιά του ’70. Ως ου­σια­στι­κή δια­φο­ρο­ποίη­ση θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί η ε­πι­λο­γή του προέ­δρου. Πρό­κει­ται για τον σχε­τι­κά νεό­τε­ρο πρό­ε­δρο των τε­λευ­ταίων ε­τών, ο ο­ποίος, για πρώ­τη φο­ρά, δεν εί­ναι πα­νε­πι­στη­μια­κός. Η αρ­χή του πα­νε­πι­στη­μια­κού προέ­δρου ε­φαρ­μο­ζό­ταν α­πα­ρέ­γκλι­τα. Ακό­μη κι ό­ταν μέ­λος της Επι­τρο­πής ή­ταν ο Αλέξ. Αργυ­ρίου, τον ο­ποίο ο χώ­ρος του βι­βλίου θεω­ρού­σε πρύ­τα­νη της λο­γο­τε­χνι­κής κρι­τι­κής. Ωστό­σο, ό­ποιος γνω­ρί­ζει την ι­στο­ρία των Κρα­τι­κών Βρα­βείων, θα πρέ­πει να θυ­μά­ται, ό­τι ο πρώ­τος Πρό­ε­δρος, ο κα­θη­γη­τής με­σαιω­νι­κής και νε­ο­ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας Γεώρ­γιος Ζώ­ρας, ή­ταν,  το 1958 που προή­δρευε, κα­τά έ­να χρό­νο νεό­τε­ρος του νυν προέ­δρου. Ενώ, ο Άλκης Θρύ­λος, α­πλό μέ­λος ε­κεί­νης της πρώ­της Επι­τρο­πής, εί­χε πα­τή­σει τα ε­ξή­ντα δύο. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; Το θέ­μα, ό­μως, δεν εί­ναι η η­λι­κία, αλ­λά το ε­κτό­πι­σμα των με­λών, το γε­νι­κό­τε­ρο και το ει­δι­κό­τε­ρο στο χώ­ρο του βι­βλίου. Όσο για την τε­λευ­ταία ε­ξαγ­γε­λία πε­ρί εκ­προ­σώ­πη­σης πε­ρισ­σό­τε­ρων σχο­λών κρι­τι­κών λο­γο­τε­χνίας, πα­νε­πι­στη­μια­κών και συγ­γρα­φέων, εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο να δια­πι­στω­θεί κα­τά πό­σο ευο­δώ­θη­κε. Για τις σχο­λές κρι­τι­κής, οι τρεις της Επι­τρο­πής, που α­σχο­λού­νται συ­στη­μα­τι­κά με τη βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, δη­λα­δή η α­ντι­πρό­ε­δρος και οι δυο νεό­τε­ρες κρι­τι­κοί, προ­σώ­ρας, μό­νο της πρώ­της το στίγ­μα εί­ναι σα­φές. Για τις σχο­λές πα­νε­πι­στη­μια­κών, πρό­κει­ται για δυο νεό­τα­τα μέ­λη της κοι­νό­τη­τας, με πε­ριο­ρι­σμέ­νο και σε ει­δι­κή πε­ριο­χή έρ­γο. Μέ­νουν οι σχο­λές συγ­γρα­φέων. Όσο μπο­ρού­με να κρί­νου­με, με βά­ση το πε­ζο­γρα­φι­κό τους έρ­γο, θα τους το­πο­θε­τού­σα­με στην ί­δια σχο­λή.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; Απο­μέ­νει το ευ­χο­λό­γιο του Υπουρ­γού και των συμ­βού­λων του, κα­τά την κα­τάρ­τι­ση του Νό­μου, να προ­αχ­θεί, με την ι­σχύου­σα πλέ­ον νο­μο­θε­σία, η δια­φά­νεια, η α­ξιο­κρα­τία και η ε­ξω­στρέ­φεια του θε­σμού. Γε­νι­κώς, ό­ταν κά­τι βρί­σκε­ται πλη­σίον του μη­δε­νός, εύ­κο­λα προά­γε­ται  και α­κό­μη ευ­κο­λό­τε­ρα ε­ξαγ­γέλ­λε­ται ό­τι θα προ­αχ­θεί. Ωστό­σο, δο­μι­κό στοι­χείο ε­δώ εί­ναι οι νοο­τρο­πίες, οι ο­ποίες, ό­πως α­πο­δει­κνύε­ται, δεν α­πο­τε­λούν συ­νάρ­τη­ση ού­τε της η­λι­κίας ού­τε της ε­πο­χής.  Εί­θε, για μια πρώ­τη φο­ρά, κα­τά την κρί­ση, να λη­φθούν υ­πό­ψη μό­νο τα προς βρά­βευ­ση βι­βλία. Ού­τε η φυ­σι­κή, κοι­νω­νι­κή, ε­παγ­γελ­μα­τι­κή υ­πό­στα­ση του συγ­γρα­φέα ού­τε, ε­πί­σης, η μαυ­λι­στι­κή ή εκ­φο­βι­στι­κή στά­ση των εκ­δο­τών  και των συμ­βού­λων τους, ού­τε, τέ­λος, ο κύ­κλος φί­λων και γνω­στών ε­κά­στου κρι­τή, που α­να­θερ­μαί­νουν σχέ­σεις και συ­σφίγ­γουν δε­σμούς με τον κα­τέ­χο­ντα αυ­τήν την ε­ξου­σία, πρέ­πει να λαμ­βά­νο­νται υ­πό­ψη. Όλα αυ­τά, ό­μως, θα σχο­λια­στούν στην ώ­ρα τους. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; Αν, πά­ντως, ε­μείς σπεύ­σα­με να σχο­λιά­σου­με τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία, εί­ναι για να γλυ­κά­νου­με τους α­να­γνώ­στες μας. Αντί να μαυ­ρί­ζει η ψυ­χή τους, πε­ρι­μέ­νο­ντας τους κό­λα­φους Άγγλων, Γάλ­λων, Πορ­το­γά­λων, που θα έ­λε­γε και ο κα­ρα­γκιό­ζης, ας προ­σβλέ­πουν στα α­να­βα­πτι­σμέ­να  Κρα­τι­κά Βρα­βεία.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 23/10/2011&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-6814032627095159055?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/6814032627095159055/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=6814032627095159055' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/6814032627095159055'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/6814032627095159055'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/10/blog-post_21.html' title='Βραβεία Λογοτεχνίας'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-tD0LOzHAZ_4/TqFQQ1ZC7eI/AAAAAAAAASo/_5YjL75ZgwQ/s72-c/mari23102011.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-2720528785537203678</id><published>2011-10-14T02:53:00.000-07:00</published><updated>2011-10-14T02:56:35.697-07:00</updated><title type='text'>Παπαδιαμαντικοί πνιγμοί ή Κοκκώνες, σαρανταλείτουργα και θαύματα</title><content type='html'>&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-CgQXivd25Ck/TpgHQpt_EmI/AAAAAAAAASQ/5OAkY2GEX4o/s1600/mari16102011.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 239px;" src="http://4.bp.blogspot.com/-CgQXivd25Ck/TpgHQpt_EmI/AAAAAAAAASQ/5OAkY2GEX4o/s320/mari16102011.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5663284514076430946" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, με α­φορ­μή το με­λέ­τη­μα της Στέλ­λας Χε­λι­δώ­νη, «Μια εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση κρυμ­μέ­νη στο “Κοι­νω­νι­κόν Μυ­θι­στό­ρη­μα” του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη Η Φό­νισ­σα», δη­μο­σιευ­μέ­νο στο τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Κον­δυ­λο­φό­ρος», εί­χα­με σχο­λιά­σει την τυ­χόν δια­κει­με­νι­κή συγ­γέ­νεια α­νά­με­σα στους κα­τά συρ­ροή πνιγ­μούς, που συμ­βαί­νουν στη «Φό­νισ­σα», με το θαύ­μα της σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό που α­πα­ντά­ται σε ο­ρι­σμέ­νες α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις. Το συ­γκε­κρι­μέ­νο θαύ­μα ε­ντάσ­σε­ται στο συμ­βο­λι­σμό του μυ­στη­ρίου του βα­πτί­σμα­τος, που α­να­φέ­ρε­ται στον κύ­κλο γέν­νη­σης-βά­πτι­σης-α­νά­στα­σης και ταυ­τί­ζε­ται  με τις ε­ορ­τές των Θε­ο­φα­νείων και του Πά­σχα. Οπό­τε η “συ­νο­μι­λία” της «Φό­νισ­σας» με τις συ­γκε­κρι­μέ­νες α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις, ό­χι μό­νο α­πο­κα­λύ­πτει στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη το λαν­θά­νον συμ­βο­λι­κό φορ­τίο της βά­πτι­σης, αλ­λά και το κα­τα­τάσ­σει, έ­στω και πλα­γίως, στα ε­ορ­τα­στι­κά του. Εάν, μά­λι­στα, λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι η κυ­ρίως δρά­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ε­ντο­πί­ζε­ται στο διά­στη­μα α­πό την Κυ­ρια­κή των Βαΐων μέ­χρι την Κυ­ρια­κή με­τά του Θω­μά, τό­τε η «Φό­νισ­σα» βρί­σκει τη θέ­ση της στα πα­σχα­λι­νά του. Πα­ρό­τι στο μυ­θι­στό­ρη­μα, σε α­ντί­θε­ση με τα πα­σχα­λι­νά του διη­γή­μα­τα, δεν υ­πάρ­χει κα­μία πε­ρι­γρα­φή πα­σχα­λι­νού ε­ορ­τα­σμού, ού­τε α­να­φο­ρά στο Πά­σχα.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; Θυ­μί­ζου­με ό­τι τα πα­σχα­λι­νά διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη εί­ναι έ­ντε­κα τον α­ριθ­μό και έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί στο διά­στη­μα α­πό το Πά­σχα του 1888 μέ­χρι τον Ιού­νιο του 1907. Η «Φό­νισ­σα» δη­μο­σιεύ­τη­κε σε συ­νέ­χειες στο δε­κα­πεν­θή­με­ρο πε­ριο­δι­κό «Πα­να­θή­ναια» το πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1903, ο­πό­τε η δη­μο­σίευ­σή της συ­μπί­πτει με ε­κεί­νη του προ­τε­λευ­ταίου πα­σχα­λι­νού, που εί­ναι το διή­γη­μα «Ο Αλι­βά­νι­στος», δη­μο­σιευ­μέ­νο τον Απρί­λιο του 1903. Όσο α­φο­ρά, ό­μως, τους πνιγ­μούς και το συ­σχε­τι­σμό τους με την βά­πτι­ση, που α­πα­ντώ­νται στη «Φό­νισ­σα», α­πό τα έ­ντε­κα πα­σχα­λι­νά, το μό­νο που στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τα ί­δια θέ­μα­τα και εμ­φα­νί­ζε­ται συγ­γε­νι­κό με το μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι το πρώ­το, δη­μο­σιευ­μέ­νο το Πά­σχα του 1888. Δε­δο­μέ­νου ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης ξε­κί­νη­σε τη διη­γη­μα­το­γρα­φία του με το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο του 1887, «Το χρι­στό­ψω­μο», το πρώ­το πα­σχα­λι­νό τού 1888, «Η τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή», εί­ναι το τρί­το δη­μο­σιευ­μέ­νο διή­γη­μά του και το δεύ­τε­ρο ε­ορ­τα­στι­κό του. Με αυ­τά τα δυο διη­γή­μα­τα ξε­κί­νη­σε να κα­λύ­πτει το ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα για την ε­φη­με­ρί­δα του Δη­μη­τρίου Κο­ρο­μη­λά, «Εφη­με­ρίς», και συ­νέ­χι­σε μέ­χρι το Πά­σχα του 1892, ο­πό­τε και άλ­λα­ξε στέ­γη, ε­γκαι­νιά­ζο­ντας ε­κεί­νο το ί­διο Πά­σχα, τού 1892, τα ε­ορ­τα­στι­κά της ε­φη­με­ρί­δας «Ακρό­πο­λις», τα ο­ποία και συ­νέ­χι­σε με θαυ­μα­στή τα­κτι­κό­τη­τα να δη­μο­σιεύει μέ­χρι τα Χρι­στού­γεν­να του 1896, ε­πα­νερ­χό­με­νος με έ­να τε­λευ­ταίο τα Χρι­στού­γεν­να του 1899.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πι­θα­νώς και να μα­κρη­γο­ρού­με πε­ρί των ε­ορ­τα­στι­κών διη­γη­μά­των του Πα­πα­δια­μά­ντη. Το κά­νου­με, ό­μως, ε­σκεμ­μέ­να, μή­πως α­να­χαι­τί­σου­με, έ­στω και κα­τά το ε­λά­χι­στο, την ε­πι­κρα­τού­σα τά­ση ε­ξα­λεί­ψεώς τους. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα, η ε­φε­τι­νή, λε­γό­με­νη χρη­στι­κή, έκ­δο­ση των Απά­ντων του, ό­που οι “προ­λο­γι­στές” α­πο­φεύ­γουν ό­πως ο διά­βο­λος το λι­βά­νι τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό ε­ορ­τα­στι­κά. Ακό­μη και ε­κεί­νος του έ­κτου τό­μου, στον ο­ποίο συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα δε­κα­ε­πτά πρώ­τα διη­γή­μα­τα, των τεσ­σά­ρων πρώ­των χρό­νων, α­πό τα ο­ποία τα έ­ντε­κα εί­ναι ε­ορ­τα­στι­κά. Στον πρό­λο­γό του σχο­λιά­ζει διά μα­κρών έ­να μη ε­ορ­τα­στι­κό, ε­νώ α­να­φέ­ρει α­κό­μη έ­να ε­πί­σης μη ε­ορ­τα­στι­κό, κα­θώς και δυο, που δη­μο­σιεύο­νται σε άλ­λους τό­μους. Ενώ, ου­δό­λως μνη­μο­νεύει ό­τι ο διη­γη­μα­το­γρά­φος Πα­πα­δια­μά­ντης ξε­κί­νη­σε με ε­ορ­τα­στι­κά.  &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όσο α­φο­ρά το πρώ­το πα­σχα­λι­νό του διή­γη­μα, το θεω­ρού­με ση­μα­ντι­κό λό­γω της ό­λως ι­διαί­τε­ρης, σε σχέ­ση με τα άλ­λα πα­σχα­λι­νά, θε­μα­τι­κής του, η ο­ποία α­πέ­κτη­σε ε­πι­πλέ­ον εν­δια­φέ­ρον χά­ρις στη δια­κει­με­νι­κή α­νά­γνω­ση της Χε­λι­δώ­νη για τη «Φό­νισ­σα». Ο τίτ­λος και ο υ­πό­τιτ­λος του διη­γή­μα­τος, “πρω­τό­τυ­πον πα­σχα­λι­νόν διή­γη­μα”, υ­πο­γραμ­μί­ζουν, εκ προοι­μίου, το συ­σχε­τι­σμό σε αυ­τό της βά­πτι­σης με το Πά­σχα. Συ­σχε­τι­σμός, που, στη «Φό­νισ­σα», προ­κύ­πτει πλα­γίως και α­να­δει­κνύε­ται μέ­σω της “συ­νο­μι­λίας” του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος με τις α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις. Στο διή­γη­μα, πά­ντως, ου­δό­λως μνη­μο­νεύε­ται το μυ­στή­ριο του βα­πτί­σμα­τος, μό­νο α­να­φέ­ρο­νται οι βα­πτί­σεις, που έ­χει κά­νει η η­ρωί­δα, η θεια-Σο­φού­λα. Αυ­τή πε­ρι­γρά­φε­ται ως “σε­βα­σμία οι­κο­δέ­σποι­να ε­βδο­μη­κο­ντα­ε­τής”, δη­λα­δή πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κη της Φρα­γκο­γιαν­νούς, η ο­ποία ναι μεν α­να­φέ­ρε­ται ει­σα­γω­γι­κά στη «Φό­νισ­σα» ως “ε­ξη­κο­ντού­τις”, αλ­λά βά­σει των στοι­χείων που δί­νο­νται στη συ­νέ­χεια της α­φή­γη­σης, προ­κύ­πτει να εί­ναι 67 ε­τών. Όπως και να έ­χει, η θεια-Σο­φού­λα, σε α­ντί­θε­ση με την Φρα­γκο­γιαν­νού, δεν θρη­νο­λο­γεί για την ά­δι­κη μοί­ρα των γυ­ναι­κών, κα­θώς πρό­κει­ται για τη σύ­ζυ­γο ε­νός σχε­τι­κά ευ­κα­τά­στα­του κτη­μα­τία. Γε­γο­νός που τεκ­μαί­ρε­ται, ό­χι μό­νο α­πό τις ουκ ο­λί­γες βα­πτί­σεις, αλ­λά και α­πό τις πα­σχα­λι­νές ε­τοι­μα­σίες, τις ο­ποίες έ­κα­νε “κα­τ’ έ­τος την Μ. Πέ­μπτη­ν”. Σύμ­φω­να με το έ­θι­μο, ε­κεί­νη την η­μέ­ρα της Με­γά­λης Εβδο­μά­δος, οι νοι­κο­κυ­ρές συ­νη­θί­ζουν να βά­φουν τα κόκ­κι­να αυ­γά. Η θεια-Σο­φού­λα, ε­πι­προ­σθέ­τως, ζύ­μω­νε την Μ. Πέ­μπτη και ό­χι το Μ. Σάβ­βα­το, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στα σκια­θί­τι­κα έ­θι­μα, τις λα­μπριά­τι­κες κου­λού­ρες για τα βα­φτι­στή­ριά της και μα­ζί, “δια τους εγ­γό­νους και τα δι­σέγ­γο­να”. Τις πε­ρί­φη­μες κοκ­κώ­νες, που πλά­θο­νταν σε σχή­μα παι­διού και εί­χαν για κε­φα­λή το κόκ­κι­νο αυ­γό. Και μά­λι­στα, ε­κτός α­πό τις κοκ­κώ­νες “πα­ρε­σκεύα­ζε δια τας συ­ντέ­κνισ­σας, δια τας α­νε­ψιάς και δι­σε­ξα­δέλ­φας” τις με­γα­λύ­τε­ρες κου­λού­ρες. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, δεν εί­ναι η μο­να­δι­κή φο­ρά, που ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­να­φέ­ρε­ται στις κοκ­κώ­νες και τις λα­μπριά­τι­κες κου­λού­ρες. Επι­βάλ­λε­ται να θυ­μί­σου­με και τα άλ­λα διη­γή­μα­τα, για να μην ε­πι­κρα­τή­σει ο μύ­θος του ξε­νη­στι­κω­μέ­νου και βου­λι­μι­κού Πα­πα­δια­μά­ντη, που πε­ρι­γρά­φει μό­νο γκιου­βέ­τσια και ο­βε­λίες. Στο με­θε­πό­με­νο πα­σχα­λι­νό, το «Παι­δι­κή Πα­σχα­λιά» του 1891, η “προ­κομ­μέ­νη μή­τη­ρ, καί­τοι ά­γου­σα ή­δη τον έ­βδο­μον μή­να της ε­γκυ­μο­σύ­νης της” Με­γά­λη Πέ­μπτη, ζύ­μω­νε μι­κρές κοκ­κώ­νες για τα δυο τέ­κνα της και κου­λού­ρες με­τ’ αυ­γών για τους υ­πό­λοι­πους. Πα­ρα­δό­ξως, σε αυ­τό το διή­γη­μα, στην πρό­σφα­τη χρη­στι­κή έκ­δο­ση των Απά­ντων, οι κοκ­κώ­νες γρά­φο­νται με έ­να κά­πα, σε α­ντί­θε­ση με τα Άπα­ντα Βα­λέ­τα και Σε­φερ­λή. Δεν πρό­κει­ται για α­πλο­ποιη­μέ­νη γρα­φή, κα­θώς α­κο­λου­θού­νται τα μη­τρι­κά Άπα­ντα. Πά­ντως, η ση­με­ρι­νή γρα­φή εί­ναι με ό­μι­κρον και έ­να κά­πα, ό­πως α­πα­ντά­ται η λέ­ξη και στο βι­βλίο του Γεωρ­γίου Ρή­γα για τον λαϊκό πο­λι­τι­σμό της Σκιά­θου. Όπως και να έ­χει, στο εν λό­γω διή­γη­μα, αυ­τή ή­ταν η τε­λευ­ταία φο­ρά, που η μη­τέ­ρα της Μόρ­φως και του Ευαγ­γε­λι­νού ζύ­μω­σε κοκ­κώ­νες, μια και πέ­θα­νε κα­τά τη γέν­να μα­ζί με το βρέ­φος. Σε έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία πα­σχα­λι­νά, το «Χω­ρίς στε­φά­νι» του 1896, η Χρι­στί­να η Δα­σκά­λα, ό­ντας α­στε­φά­νω­τη και ά­κλη­ρη, τη Με­γά­λη Πέ­μπτη ζύ­μω­νε μό­νο κου­λού­ρες “κ’ ε­νέ­πη­γε σταυ­ρο­ει­δώς ε­πά­νω τα κόκ­κι­να αυ­γά”. Άλλες δυο φο­ρές ο Πα­πα­δια­μά­ντης χρη­σι­μο­ποιεί τη λέ­ξη κοκ­κώ­να και μά­λι­στα, την α­νυ­ψώ­νει και στους τίτ­λους. Δεν πρό­κει­ται, ό­μως, για κου­λού­ρες αλ­λά για θη­λυ­κές ο­ντό­τη­τες. Η μια εί­ναι η ό­μορ­φη πο­λί­τισ­σα Κοκ­κώ­να-Αννί­κα στο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο διή­γη­μα «Της Κοκ­κώ­νας το σπί­τι» και η άλ­λη, η θά­λασ­σα στο «Κοκ­κώ­να θά­λασ­σα», ως υ­πο­κα­τά­στα­το της Κοκ­κώ­νας του κα­πε­τάν Τζώ­νη, που του βγή­κε γκρι­νιά­ρα. Χά­ρη στη δι­ση­μία της λέ­ξης κοκ­κώ­να, το­νί­ζε­ται, αν χρειά­ζε­ται να το­νι­στεί, η τά­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη να πε­ρι­γρά­φει τα ό­μορ­φα πράγ­μα­τα.  &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Και ε­πα­νερ­χό­μα­στε. Εκεί­νο το στοι­χείο, που κα­θι­στά το διή­γη­μα «Η τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή» συγ­γε­νι­κό με τη «Φό­νισ­σα» εί­ναι το κυ­ρίως θέ­μα του. Το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της α­φή­γη­σης στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τον πνιγ­μό “της τε­λευ­ταίας βα­πτι­στι­κής” της θεια-Σο­φού­λας, που έ­χει πά­ρει και το ό­νο­μά της. Οι τρεις πνιγ­μοί στη «Φό­νισ­σα» και ο έ­νας στην «Τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή» εί­ναι οι μο­να­δι­κοί πνιγ­μοί κο­ρα­σί­δων σε πη­γά­δι, δη­λα­δή σε γλυ­κό νε­ρό, μέ­σα σε ο­λό­κλη­ρη τη διη­γη­μα­το­γρα­φία του, ό­που ε­ντάσ­σου­με και τη «Φό­νισ­σα», καί­τοι μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­χι κα­τα­χρη­στι­κά, αλ­λά για­τί θεω­ρού­με ό­τι συ­να­πο­τε­λεί μα­ζί με τα διη­γή­μα­τα το κυ­ρίως έρ­γο του. Εκτός α­πό τη θε­μα­τι­κή συγ­γέ­νεια, αυ­τές κα­θ’ αυ­τές οι α­φη­γή­σεις του πνιγ­μού της διε­τούς Σο­φού­λας στο διή­γη­μα και της ε­πτα­ε­τούς Ξε­νού­λας στη «Φό­νισ­σα» βαί­νουν σε πα­ραλ­λη­λία: Η Σο­φού­λα “εί­δεν ε­πί του ύ­δα­τος ει­κο­νι­ζο­μέ­νην την αγ­γε­λι­κήν ξαν­θήν μορ­φήν της” ή, στη «Φό­νισ­σα», παι­διά της γει­το­νιάς “έ­κυ­πταν εις το φρέ­α­ρ, Νάρ­κισ­σοι δια να ι­δούν την σκιάν των εις το ύ­δω­ρ”. Η σα­νί­δα του φρέ­α­τος ή­ταν “στιλ­πνή ως εκ της συ­χνής προ­στρι­βής του σχοι­νίου” ή, ε­ναλ­λα­κτι­κά, “ο­λι­σθη­ρά φα­γω­μέ­νη α­πό την προ­στρι­βή του σχοι­νίου του κου­βά”. Κα­τά την α­πό­πει­ρα διά­σω­σης της Σο­φού­λας, “η Αθη­νιώ ε­σή­κω­σε τα φου­στά­νια της υ­πε­ρά­νω του γό­να­τος, και πα­τού­σα εις τας γνω­στάς αυ­τή ε­σο­χάς του ε­σω­τε­ρι­κού λι­θο­κτί­στου του φρέ­α­τος, τας ε­πί­τη­δες κα­τα­σκευα­ζο­μέ­νας εις πά­σαν ο­ρυ­χήν φρέ­α­τος, κα­τήλ­θε μέ­χρι της ε­πι­φα­νείας του ύ­δα­τος”, ή, κα­τά τη φα­ντα­σίω­ση της Φρα­γκο­γιαν­νούς, “η Κρι­νιώ θα ή­ταν ι­κα­νή να κα­τέλ­θη ξυ­πό­λυ­τη εις το νε­ρόν – διό­τι το πη­γά­δι, ό­πως συ­νή­θως συμ­βαί­νει, εί­χε πα­τή­μα­τα εις τους ε­σω­τε­ρι­κούς τοί­χους, ε­σο­χάς ε­ντός του κτι­ρίου των λί­θων, αν και ί­σως πο­λύ ε­πι­κιν­δύ­νους και ο­λι­σθη­ράς”. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η γε­φύ­ρω­ση, που προ­τεί­νει η Χε­λι­δώ­νη, των πνιγ­μών στη «Φό­νισ­σα» με το θαύ­μα σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό των α­γιο­λο­γι­κών διη­γή­σεων, γί­νε­ται πιο πρό­δη­λη στο διή­γη­μα. Σε αυ­τό, δεν υ­πάρ­χει μό­νο ευ­θεία α­να­φο­ρά στο μυ­στή­ριο της βά­πτι­σης, αλ­λά εί­ναι η ί­δια η βα­πτι­στι­κή, ε­κεί­νη που κα­τα­δύε­ται στο ύ­δωρ για δεύ­τε­ρη φο­ρά. Μπο­ρεί αυ­τή “η τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή” να μην σώ­ζε­ται του πνιγ­μού χά­ρις στη θεία πα­ρέμ­βα­ση, ό­πως στις α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις, ω­στό­σο το διή­γη­μα κλεί­νει με την πε­ρι­γρα­φή ε­νός θαύ­μα­τος, ό­χι ε­κεί­νου της σω­τη­ρίας, αλ­λά του πα­ρεμ­φε­ρούς, της μυ­ρο­βλυ­σίας. Εδώ, δεν μο­σχο­βο­λά το χώ­μα στον τά­φο της Σο­φού­λας, ό­πως συμ­βαί­νει με “τον πτω­χό Τσό­μπα­νο”, που μαρ­τύ­ρη­σε α­πό τους Αγα­ρη­νούς για τη σω­τη­ρία του Κά­στρου. Το ό­νο­μά του μπο­ρεί να λη­σμο­νή­θη­κε και ως “φτω­χός Άγιος” δο­ξο­λο­γία μεν να μην έ­χει, έ­γι­νε ό­μως θέ­μα σκια­θί­τι­κης πα­ρά­δο­σης και τε­λι­κά, α­πέ­κτη­σε και διή­γη­μα. Ού­τε φυ­τρώ­νει “ι­τσιά, γε­μά­τη α­π’ ω­ραία ασ­προ­κί­ντρι­να λου­λου­δά­κια”, ό­πως στον τά­φο της Ου­ρα­νί­τσας, που βρί­σκε­ται στο «Νη­σί της Ου­ρα­νί­τσας». Πα­ρό­τι φαρ­μα­κώ­θη­κε α­πό μό­νη της η Ου­ρα­νί­τσα, α­γία­σε. Αυ­τή εί­ναι η, κα­τά Πα­πα­δια­μά­ντη, αί­σθη­ση του δι­καίου, που, πολ­λές φο­ρές, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν πλά­θει τις ι­στο­ρίες των η­ρωί­δων του, βαί­νει ε­νά­ντια στα κα­θιε­ρω­μέ­να, εί­τε κοι­νω­νι­κά εί­τε εκ­κλη­σια­στι­κά. Στην πε­ρί­πτω­ση της Σο­φού­λας “η α­νε­ξή­γη­τος ευω­δία α­νήρ­χε­το α­πό του ύ­δα­τος” του φρέ­α­τος, ά­παξ του χρό­νου, την Κυ­ρια­κή του Πά­σχα, ό­ταν, με­τά την α­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γία, η νο­νά της “έρ­ρι­πτεν εις το ύ­δωρ την κοκ­κώ­ναν και τα κόκ­κι­να αυ­γά”. Δί­νει, μά­λι­στα, ο Πα­πα­δια­μά­ντης στην πε­ρι­γρα­φή τη χροιά των, πε­ρί θαυ­μά­των, α­φη­γή­σεων, “η ευω­δία α­νήρ­χε­το… ως θυ­μία­μα α­θώας ψυ­χής α­νε­βαί­νον προς τον θεάν­θρω­πον Πλά­στη­ν”.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, στο διή­γη­μα, δεν ε­πι­λέ­γει τυ­χαία α­ριθ­μούς και χρο­νο­λο­γίες. “Η τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή” δεν εί­ναι η τε­λευ­ταία, για­τί πνί­γη­κε και η θεια-Σο­φού­λα δεν ξα­να­βά­πτι­σε, αλ­λά, έ­τσι κι αλ­λιώς, ε­πρό­κει­το να εί­ναι η τε­λευ­ταία ως η τεσ­σα­ρα­κο­στή. Αριθ­μός, σύμ­φω­να με τις λαϊκές δο­ξα­σίες, συν­δε­δε­μέ­νος με τις κα­κο­ποιές δυ­νά­μεις. Σα­ρά­ντα μέ­ρες προ­φυ­λάσ­σο­νται η λε­χώ­να και το βρέ­φος, τεσ­σα­ρά­κο­ντα η­μέ­ρες διαρ­κεί η πε­ρι­πλά­νη­ση της ψυ­χής στα γνω­στά της μέ­ρη. Σα­ρά­ντα λει­τουρ­γίες τε­λούν στη σει­ρά ή, ε­ναλ­λα­κτι­κά, σα­ρά­ντα άρ­τους μοι­ρά­ζουν, προς α­νά­παυ­ση της ψυ­χής του νε­κρού. Εί­ναι τα λε­γό­με­να σα­ρα­ντα­λεί­τουρ­γα, τα ο­ποία συ­νη­θί­ζο­νται και για τους ζω­ντα­νούς προς ία­ση εί­τε του σώ­μα­τος εί­τε της ψυ­χής. Αντ’ αυ­τών, η θεια–Σο­φού­λα, “προς α­νά­παυ­σιν της συ­νει­δή­σεώς της”, εί­χε τά­ξει να α­πο­κτή­σει σα­ρά­ντα βα­πτι­στή­ρια. Όσο για το χρό­νο που το­πο­θε­τεί­ται η «Τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή», προσ­διο­ρί­ζε­ται πλα­γίως ό­τι ο πνιγ­μός συ­νέ­βη την Με­γά­λη Πέ­μπτη του 1851. Στις 4 Μαρ­τίου 1851, γεν­νή­θη­κε ο Πα­πα­δια­μά­ντης και στις 9 Απρι­λίου, την Δευ­τέ­ρα του Πά­σχα, βα­πτί­στη­κε. Υπάρ­χει, μά­λι­στα, μαρ­τυ­ρία του Γ. Ρή­γα, ό­τι κα­τά την βά­πτι­σή του συ­νέ­βη το ε­ξής θαυ­μα­τουρ­γό, “ε­νώ ο βα­πτί­ζων αυ­τόν πα­πά Νι­κό­λας έρ­ρι­πτε το έ­λαιον εις την κο­λυμ­βή­θραν, έ­τυ­χε να σχη­μα­τι­σθή αυ­το­μά­τως ε­πί του ύ­δα­τος αυ­τής σταυ­ρός διά του ε­λαίου”. Τό­τε, ο ιε­ρέ­ας προ­φή­τε­ψε ό­τι “αυ­τό το παι­δί θα γί­νη με­γά­λος”.  Έγι­νε, τε­λι­κά, ο “με­γά­λος” της νε­ο­ελ­λη­νι­κής διη­γη­μα­το­γρα­φίας.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Λεζάντα φωτογραφίας: Η θεια-Σοφούλα, “άμα επέστρεφε το πρωί από της λειτουργίας της Αναστάσεως ήνοιγε, τότε μόνον, το άχρηστον μείναν φρέαρ και έρριπτεν εις το ύδωρ την κοκκώναν και τα κόκκινα αυγά της μικράς Σοφούλας της”. Σχέδιο του Παύλου Βαλασάκη για το διήγημα «Η τελευταία βαπτιστική».&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/10/2011.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-2720528785537203678?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/2720528785537203678/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=2720528785537203678' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/2720528785537203678'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/2720528785537203678'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/10/blog-post_14.html' title='Παπαδιαμαντικοί πνιγμοί ή Κοκκώνες, σαρανταλείτουργα και θαύματα'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-CgQXivd25Ck/TpgHQpt_EmI/AAAAAAAAASQ/5OAkY2GEX4o/s72-c/mari16102011.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-1672513010739122211</id><published>2011-10-07T03:31:00.000-07:00</published><updated>2011-10-07T03:35:07.973-07:00</updated><title type='text'>Παπαδιαμαντική παιδοκτονία ή Μια πρωτότυπη διακειμενικότητα</title><content type='html'>&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-xr4Bagg3kCw/To7VbUrJrXI/AAAAAAAAASI/eZQW8ZSgTt0/s1600/mari9102011.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 213px; height: 320px;" src="http://3.bp.blogspot.com/-xr4Bagg3kCw/To7VbUrJrXI/AAAAAAAAASI/eZQW8ZSgTt0/s320/mari9102011.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5660696447034174834" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πολ­λές ερ­μη­νευ­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις έ­χουν, κα­τά και­ρούς, δια­τυ­πω­θεί για το “κοι­νω­νι­κόν μυ­θι­στό­ρη­μα” «Η Φό­νισ­σα» του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ορι­σμέ­νοι με­λε­τη­τές α­κο­λου­θούν κά­ποιο συ­γκε­κρι­μέ­νο θεω­ρη­τι­κό πλαί­σιο, ε­νώ άλ­λοι προ­τεί­νουν δια­κει­με­νι­κές α­να­γνώ­σεις με έρ­γα ελ­λη­νι­κής και ξέ­νης λο­γο­τε­χνίας. Στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, οι α­νι­χνευό­με­νες “συ­νο­μι­λίες” της «Φό­νισ­σας» μπο­ρεί να δη­λώ­νουν ε­πι­δρά­σεις, που δέ­χτη­κε ο Πα­πα­δια­μά­ντης, μπο­ρεί, ό­μως, να πρό­κει­ται και για συ­μπτω­μα­τι­κές συ­σχε­τί­σεις. Μια πρω­τό­τυ­πη δια­κει­με­νι­κή α­νά­γνω­ση προ­τεί­νει η Στέλ­λα Χε­λι­δώ­νη στο με­λέ­τη­μά της «Μια εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση κρυμ­μέ­νη στο “κοι­νω­νι­κόν μυ­θι­στό­ρη­μα” του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη Η Φό­νισ­σα», που δη­μο­σιεύε­ται στο τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Κον­δυ­λο­φό­ρος». Την α­πο­κα­λού­με πρω­τό­τυ­πη, κα­θώς δεν ε­ντο­πί­ζει το δια­κει­με­νι­κό της στοι­χείο στη λο­γο­τε­χνία. Του­λά­χι­στον ό­χι στη λο­γο­τε­χνία, με την στε­νή έν­νοια, που α­πο­κλείει τις πα­λαιό­τε­ρες διη­γή­σεις της βυ­ζα­ντι­νής και με­τα­βυ­ζα­ντι­νής πε­ριό­δου, κα­θώς και ε­κεί­νες που α­νή­κουν σε δια­φο­ρε­τι­κούς ει­δο­λο­γι­κούς κλά­δους πέ­ραν του α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κού. Πρω­τό­τυ­πη, λοι­πόν, αλ­λά κα­θό­λου εκ­πλήτ­του­σα, α­φού ξε­κι­νά­ει α­πό μια, κα­τ’ ε­ξο­χήν, φί­λια προς τον Πα­πα­δια­μά­ντη πε­ριο­χή, αυ­τήν των α­γιο­λο­γι­κών κει­μέ­νων. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όπως θυ­μί­ζει η Χε­λι­δώ­νη, ο πνιγ­μός α­πο­τε­λεί τον θε­μα­τι­κό ι­στό της «Φό­νισ­σας». Αφε­νός μεν, ως τρό­πος θα­νά­τω­σης, κα­θώς συμ­βαί­νουν πέ­ντε συ­νο­λι­κά πνιγ­μοί, δυο βρε­φών και τριών κο­ρα­σί­δων. Αν και τον πνιγ­μό μιας α­πό τις κο­ρα­σί­δες δεν τον δια­πράτ­τει η Φρα­γκο­γιαν­νού, α­πλώς τον εύ­χε­ται με­γα­λο­φώ­νως. Και α­φε­τέ­ρου, ως τρό­πος θα­νά­του της ί­διας. Όσο α­φο­ρά τους πνιγ­μούς των δυο βρε­φών, ο Πα­πα­δια­μά­ντης στη­ρί­ζε­ται στην πρα­κτι­κή ια­τρι­κή της ε­πο­χής του. Ει­δι­κά, στις Σπο­ρά­δες, οι α­πο­κα­λού­με­νοι και κο­μπο­γιαν­νί­τες ε­πι­βιώ­νουν και στα χρό­νια που στην υ­πό­λοι­πη Ελλά­δα έ­χουν α­να­λά­βει πλή­ρως το ια­τρι­κό έρ­γο ε­πι­στή­μο­νες. Έτσι, η Φρα­γκο­γιαν­νού “σκά­ζει” το πρώ­το βρέ­φος. Όπου το “σκά­ζω”, στη δη­μώ­δη χρή­ση του, δεν προέρ­χε­ται α­πό το με­σαιω­νι­κό σκά­ζω, που ση­μαί­νει χω­λαί­νω, αλ­λά α­πό το αρ­χαίο σχά­ζω, που ε­δώ δη­λώ­νει το σχί­σι­μο δια των δα­κτύ­λων της υα­λο­ει­δούς μεμ­βρά­νης, η ο­ποία ε­νίο­τε α­να­πτύσ­σε­ται στο φά­ρυγ­γα του βρέ­φους. Πρό­κει­ται για θε­ρα­πευ­τι­κή πρα­κτι­κή, μό­νο που η η­ρωί­δα του Πα­πα­δια­μά­ντη δεν την ε­φαρ­μό­ζει προς διευ­κό­λυν­ση της α­να­πνοής αλ­λά για να προ­κα­λέ­σει το ο­ρι­στι­κό σκά­σι­μο και σύμ­φω­να με το δι­κό της νο­ση­ρό σκε­πτι­κό, την ο­ρι­στι­κή α­να­κού­φι­ση. Το δεύ­τε­ρο βρέ­φος δεν το “σκά­ζει”, μό­νο ε­πι­κα­λεί­ται, ό­ντας πρα­κτι­κή γιά­τρισ­σα, το “σκά­σι­μο” ως δι­καιο­λο­γία των κι­νή­σεών της, προ­τι­μώ­ντας, ως βο­λι­κό­τε­ρη λύ­ση, να του φρά­ξει το στό­μα.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, αν θέ­λου­με να κά­νου­με λό­γο για δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, αυ­τή α­πο­κα­θί­στα­ται με την λαϊκή πα­ρά­δο­ση. Δη­λα­δή, τις λαϊκές δο­ξα­σίες και πρα­κτι­κές, με τις ο­ποίες με­γά­λω­σε ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, η “συ­νο­μι­λία” της «Φό­νισ­σας» με τη δη­μώ­δη ια­τρι­κή έ­χει διε­ρευ­νη­θεί α­πό τον για­τρό και πε­ζο­γρά­φο Γε­ρά­σι­μο Ρη­γά­το. Η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, την ο­ποία πρώ­τη ε­πι­ση­μαί­νει η Χε­λι­δώ­νη, α­φο­ρά τους πνιγ­μούς των τριών κο­ρα­σί­δων και α­να­φέ­ρε­ται σε θρη­σκευ­τι­κές διη­γή­σεις. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η με­λε­τή­τρια συ­σχε­τί­ζει τις σκη­νές των πνιγ­μών με  α­ντί­στοι­χες σκη­νές, που α­πα­ντώ­νται σε α­νι­στο­ρή­σεις με θέ­μα το θαύ­μα της σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πα­ρα­θέ­τει τα σχε­τι­κά α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τέσ­σε­ρις διη­γή­σεις, τις ο­ποίες αν­τλεί α­πό τη βυ­ζα­ντι­νή γραμ­μα­τεία και τη με­τα­γε­νέ­στε­ρη των α­γιο­λο­γι­κών εκ­δό­σεων. Από αυ­τές, οι δυο εί­ναι γνω­στές και σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό. Η πρώ­τη και πα­λαιό­τε­ρη, α­πό τον 5ο αιώ­να μ.Χ., εί­ναι α­πό το «Βίος Αγίου Πορ­φυ­ρίου Επι­σκό­που Γά­ζης» του Μάρ­κου Δια­κό­νου. Απο­τε­λεί έ­να α­πό τα αρ­χαιό­τε­ρα κεί­με­να του κλά­δου της Βυ­ζα­ντι­νής Λο­γο­τε­χνίας που α­πο­κα­λεί­ται Αγιο­λο­γία. Αυ­τή εί­ναι και η μό­νη α­πό τις τέσ­σε­ρις διη­γή­σεις, την ο­ποία μπο­ρεί ο α­να­γνώ­στης να δια­βά­σει αυ­τού­σια, κα­θώς το βι­βλίο ε­πα­νεκ­δό­θη­κε, το 2003, στην ε­ξαί­ρε­τη σει­ρά «Βυ­ζα­ντι­νοί Συγ­γρα­φείς» των εκ­δό­σεων Ζή­τρος, την ο­ποία διευ­θύ­νει ο κα­θη­γη­τής Βυ­ζα­ντι­νής Φι­λο­λο­γίας Βα­σί­λης Κα­τσα­ρός. Γνω­στή, ό­χι ό­μως δια­θέ­σι­μη σε πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, εί­ναι και η τέ­ταρ­τη διή­γη­ση, που α­νή­κει στη με­τα­γε­νέ­στε­ρη πα­ρά­δο­ση βι­βλίων με θαύ­μα­τα και βίους α­γίων. Πρό­κει­ται για α­πό­σπα­σμα α­πό το «Βι­βλίον ω­ραιό­τα­τον κα­λού­με­νον Αμαρ­τω­λών σω­τη­ρία» του Αγα­πίου Λάν­δου, που εκ­δό­θη­κε το 1641. Τον λό­γιο μο­να­χό, του ο­ποίου οι συ­να­ξα­ρι­στι­κές α­φη­γή­σεις γοή­τευ­σαν τον Νι­κό­δη­μο Αγιο­ρεί­τη αλ­λά και τον Κα­βά­φη, έ­χει πα­ρου­σιά­σει ο Γιώρ­γος Κε­χα­γιό­γλου, στη δί­το­μη «Πε­ζο­γρα­φι­κή Ανθο­λο­γία», που εί­χε εκ­δώ­σει προ δε­κα­ε­τίας. Εκεί, αν­θο­λο­γεί α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το εν λό­γω βι­βλίο, που α­πο­τέ­λε­σε, σύμ­φω­να τον Κ. Θ. Δη­μα­ρά, το μπε­στ σέ­λερ κα­τά την πε­ρίο­δο της τουρ­κο­κρα­τίας. Ο Κε­χα­γιό­γλου, ό­μως, προ­τι­μά α­πο­σπά­σμα­τα α­πό άλ­λους βίους και θαύ­μα­τα.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Στη συ­νέ­χεια, η Χε­λι­δώ­νη πα­ρου­σιά­ζει με­λέ­τη­μα του κα­θη­γη­τή Κα­τσα­ρού, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 2006, το ο­ποίο της έ­δω­σε την ι­δέα για την συ­γκε­κρι­μέ­νη δια­κει­με­νι­κή α­νά­γνω­ση της «Φό­νισ­σας». Σύμ­φω­να με τον θε­ο­λο­γι­κό σχο­λια­σμό, η σω­τη­ρία α­πό πνιγ­μό μέ­σω της θείας πα­ρέμ­βα­σης ε­ντάσ­σε­ται στο μυ­στή­ριο της βά­πτι­σης. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, υ­πάρ­χουν δυο στά­δια, το πρώ­το της κα­τά­δυ­σης στο νε­ρό και το δεύ­τε­ρο της α­νά­δυ­σης. Όπου, κα­τά έ­ναν προ­χρι­στια­νι­κό συμ­βο­λι­σμό, που ε­μπλου­τι­σμέ­νος έ­δω­σε την χρι­στια­νι­κή ση­μειο­λο­γία, το πρώ­το συμ­βο­λί­ζει το θά­να­το και το δεύ­τε­ρο την κά­θαρ­ση και την α­να­γέν­νη­ση. Η με­λε­τή­τρια, κα­τά την πα­ράλ­λη­λη α­νά­γνω­ση αυ­τών των θαυ­μα­τουρ­γών διη­γή­σεων και της «Φό­νισ­σας», ε­ντο­πί­ζει τα κοι­νά στοι­χεία αλ­λά και την εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­τη κα­τά­λη­ξη. Υπο­στη­ρί­ζει ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης γνω­ρί­ζει και εκ­με­ταλ­λεύε­ται τη συ­γκε­κρι­μέ­νη εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση μέ­σω της ποιη­τι­κής της α­ντί­θε­σης. Στη «Φό­νισ­σα», κα­τά το δεύ­τε­ρο στά­διο, α­ντί της θεϊκής πα­ρέμ­βα­σης, ε­μπλέ­κε­ται ο πα­ρα­λο­γι­σμέ­νος νους και α­ντί α­να­γέν­νη­σης υ­πάρ­χει μό­νο θά­να­τος. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, σε άλ­λες διη­γή­σεις του Λάν­δου με θέ­μα τον πνιγ­μό, η θεϊκή πα­ρέμ­βα­ση δεν εί­ναι σω­τή­ρια αλ­λά κα­τα­δι­κα­στι­κή, κα­θώς, σε ε­κεί­νες, ο Θεός εμ­φα­νί­ζε­ται ως τι­μω­ρός των α­μαρ­τω­λών. Έτσι κι αλ­λιώς, κι Εκεί­νος την τά­ξη α­πο­κα­θι­στά, ό­πως και η Φρα­γκο­γιαν­νού, με την δι­κή της αρ­ρω­στη­μέ­νη α­ντί­λη­ψη πε­ρί του σω­στού. Πό­σο, ά­ρα­γε, δια­φέ­ρει το στρε­βλό σκε­πτι­κό της α­πό ε­κεί­νο πα­λαιό­τε­ρων λαών, στους ο­ποίους α­πο­τε­λού­σε θε­σμό η α­παλ­λα­γή α­πό τις α­δύ­να­τες και εν γέ­νει, χω­λαί­νου­σες υ­πάρ­ξεις, αλ­λά και α­πό την ευ­θα­να­σία, που προ­ηγ­μέ­νες κοι­νω­νίες θέ­λουν να κα­τα­στή­σουν θε­σμό και η ο­ποία υ­πο­τί­θε­ται ό­τι μέ­ρι­μνα για το κα­λό τό­σο του πά­σχο­ντα ό­σο και  του πε­ρί­γυ­ρού του!&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Μια ε­πι­πλέ­ον α­πό­δει­ξη ό­τι το θαύ­μα της σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό συν­δέε­ται στε­νά με το μυ­στή­ριο του βα­πτί­σμα­τος δί­νει η ει­κο­νο­γρα­φι­κή πα­ρά­δο­ση, ό­που το θαύ­μα α­πο­τε­λεί μέ­ρος α­πό το α­φη­γη­μα­τι­κό συ­μπλή­ρω­μα της ι­στό­ρη­σης της βά­πτι­σης, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, το λου­τρό του βρέ­φους Ιη­σού της γνω­στής πα­ρά­στα­σης της γέν­νη­σης. Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό δείγ­μα εν­σω­μά­τω­σης του θαύ­μα­τος προ­σφέ­ρει η τοι­χο­γρα­φία της βά­πτι­σης στην Πα­λαιά Μη­τρό­πο­λη Βε­ροίας, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει διε­ξο­δι­κά ο Κα­τσα­ρός στο με­λέ­τη­μά του. Απο­ρού­με μό­νο για τον ι­σχυ­ρι­σμό ό­τι πρό­κει­ται για το μο­να­δι­κό σω­ζό­με­νο τεκ­μή­ριο.   &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Επα­νερ­χό­με­νη η Χε­λι­δώ­νη στη «Φό­νισ­σα», ε­πι­ση­μαί­νει έ­να ε­πι­πλέ­ον στοι­χείο ταύ­τι­σης με τις θρη­σκευ­τι­κές διη­γή­σεις που πα­ρέ­θε­σε, το ο­ποίο, ε­πί­σης, υ­πα­κούει στην ποιη­τι­κή της α­ντί­θε­σης. Πρό­κει­ται για τους σκη­νι­κούς χώ­ρους, που στή­νει ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Στις α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις, που προ­α­να­φέρ­θη­καν, πε­ρι­γρά­φο­νται να­οί, ευ­ρι­σκό­με­νοι πλη­σίον του τό­που του θαύ­μα­τος. Αυ­τοί οι να­οί εί­ναι και­νού­ριοι, με τις τοι­χο­γρα­φίες να έ­χουν μό­λις α­πο­κα­τα­στα­θεί. Αντι­θέ­τως, στη «Φό­νισ­σα», το “μο­νύ­δριο­ν”, ο Άι Γιάν­νης ο Κρυ­φός, ό­που προ­σκυ­νά η Φρα­γκο­γιαν­νού πριν τον πνιγ­μό των δύο πρώ­των κο­ρα­σί­δων, εί­ναι έ­νας “ναΐσκος”, “έ­ρη­μος και α­λει­τούρ­γη­τος”. Επι­προ­σθέ­τως, “αι ο­λί­γαι τοι­χο­γρα­φίαι εί­χαν φθα­ρεί α­πό την υ­γρα­σίαν και τα πρό­σω­πα των Αγίων δεν διε­κρί­νο­ντο πλέ­ο­ν”. Η με­λε­τή­τρια προ­χω­ρά λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο τη συλ­λο­γι­στι­κή της, κα­θώς, α­πό τη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρι­κο­πή της «Φό­νισ­σας», συ­μπε­ραί­νει ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης γνώ­ρι­ζε εν­δε­λε­χώς την ει­κο­νο­γρα­φία της Βά­πτι­σης, μέ­χρι τις λε­πτο­μέ­ρειες ε­νός πα­ρό­μοιου μάλ­λον σπα­νί­ζο­ντος α­φη­γη­μα­τι­κού στοι­χείου. Επί­σης, το κά­πως ι­διό­τυ­πο σκη­νι­κό του τρί­του πνιγ­μού, ε­κεί­νου που ο­φεί­λε­ται σε α­τύ­χη­μα, δη­λα­δή την ευ­ρεία αυ­λή, με την πε­λώ­ρια ξύ­λι­νη κα­ρού­τα ως Κι­βω­τό του Νώε και τους σταυ­ρο­ει­δώς δια­τε­ταγ­μέ­νους κλώ­νους της μο­ρέ­ας, ει­κά­ζει ό­τι συ­νι­στά α­να­φο­ρά στο ναό της Πα­να­γίας των Χαλ­κο­πρα­τείων της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, ό­που συ­νέ­βη το θαύ­μα της σω­τη­ρίας στη δεύ­τε­ρη α­γιο­λο­γι­κή διή­γη­ση. Δη­λα­δή, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης στο­χεύει με το συ­γκε­κρι­μέ­νο σκη­νι­κό σε μνη­μό­νευ­ση του εν λό­γω θε­ο­μη­το­ρι­κού να­ού. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ένα τε­λευ­ταίο ε­πι­χεί­ρη­μα της Χε­λι­δώ­νη για το ε­μπρό­θε­το της δια­κει­με­νι­κό­τη­τας εί­ναι το χρο­νι­κό ά­πλω­μα της «Φό­νισ­σας», α­πό τα Θε­ο­φά­νεια μέ­χρι την Κυ­ρια­κή με­τά του Θω­μά, στο ο­ποίο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το τρί­πτυ­χο Γέν­νη­ση-Βά­πτι­ση-Ανά­στα­ση. Δη­λα­δή, α­ντι­στοι­χεί στο συμ­βο­λι­κό ά­νοιγ­μα του μυ­στη­ρίου του βα­πτί­σμα­τος και δεν μπο­ρεί να ε­πι­λέ­χτη­κε τυ­χαία.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όπως και να έ­χει, εί­τε πρό­κει­ται για ε­μπρό­θε­τη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα εί­τε για συ­μπτω­μα­τι­κή, δη­λα­δή “συ­νο­μι­λία” των κει­μέ­νων - στο βαθ­μό, βε­βαίως, που “συ­νο­μι­λού­ν” - ε­ρή­μην του Πα­πα­δια­μά­ντη, ε­μείς θα την χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με πρω­τό­τυ­πη ό­σο και εν­δια­φέ­ρου­σα, κα­θώς διε­ρευ­νά χώ­ρους πέ­ραν των συ­νη­θι­σμέ­νων, του λο­γο­τε­χνι­κού και του ψυ­χα­να­λυ­τι­κού. Στα των πνιγ­μών και του βα­πτί­σμα­τος στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Πα­πα­δια­μά­ντη θα ε­πα­νέλ­θου­με. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Λεζάντα φωτογραφίας: «...’Ωθησε τα κοράσια με μεγάλην βίαν...» Σχέδιο από την εικονογράφηση &lt;/i&gt;&lt;i&gt;των Απάντων Παπαδιαμάντη σε έκδοση Π. Κουτσουμπός Α.Ε., 1967. &lt;/i&gt;&lt;i&gt;Η εικονογράφηση της έκδοσης έγινε από τον ζωγράφο-χαράκτη Παύλο Βαλασάκη, &lt;/i&gt;&lt;i&gt;ο οποίος, από το 1960, ασχολήθηκε με επιτυχία στην εικονογράφηση βιβλίων, &lt;/i&gt;&lt;i&gt;κυρίως παιδικών.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/2/2011.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-1672513010739122211?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/1672513010739122211/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=1672513010739122211' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/1672513010739122211'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/1672513010739122211'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/10/blog-post.html' title='Παπαδιαμαντική παιδοκτονία ή Μια πρωτότυπη διακειμενικότητα'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-xr4Bagg3kCw/To7VbUrJrXI/AAAAAAAAASI/eZQW8ZSgTt0/s72-c/mari9102011.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-8580585217356205941</id><published>2011-09-30T03:57:00.000-07:00</published><updated>2011-09-30T04:02:16.866-07:00</updated><title type='text'>Από τα ελάσσονα των ποιητών στον λιχανό των μεταφραστών</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«Κον­δυ­λο­φό­ρος»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Ετή­σια έκ­δο­ση&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;νεό­τε­ρης&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;ελ­λη­νι­κής &lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;φι­λο­λο­γίας&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Τεύ­χος 9, 2010&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Εκδό­σεις University&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Studio Press&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;img src="http://4.bp.blogspot.com/-pN32Idofljw/ToWgyv3yM4I/AAAAAAAAASA/1XMk5atKqr8/s320/mari2102011.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5658105300565242754" style="float: left; margin-top: 0px; margin-right: 10px; margin-bottom: 10px; margin-left: 0px; cursor: pointer; width: 320px; height: 233px; " /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πριν τρεις ε­βδο­μά­δες, την Κυ­ρια­κή 11 Σε­πτεμ­βρίου, συ­μπλη­ρώ­θη­κε έ­νας χρό­νος α­πό το θά­να­το του Πά­νου Μουλ­λά. Το τεύ­χος α­νοί­γει με το α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριο κεί­με­νο της φί­λης και συ­να­δέλ­φου του Λί­ζυς Τσι­ρι­μώ­κου. Μια φι­λία σα­ρά­ντα χρό­νων, που ξε­κί­νη­σε “στην ό­α­ση του Νε­ο­ελ­λη­νι­κού Ινστι­τού­του της Σορ­βόν­νης”. Εκεί­νη, με­τα­πτυ­χια­κή φοι­τή­τρια και ε­κεί­νος, α­πό τους βα­σι­κούς συ­νερ­γά­τες του Κ.Θ. Δη­μα­ρά, ε­τοί­μα­ζε τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του. Η Τσι­ρι­μώ­κου σκια­γρα­φεί την άλ­λη ό­ψη του αυ­στη­ρού φι­λό­λο­γου και ι­στο­ρι­κού. “Ήταν αι­σιό­δο­ξος, φι­λό­γε­λως, χα­ρι­τω­μέ­νος άν­θρω­πος, έ­τοι­μος να α­κού­σει ή να με­τα­φέ­ρει το α­στείο, να σκα­ρώ­σει το λο­γο­παί­γνιο, να εν­δια­φερ­θεί για τα μι­κρά ή τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα του δι­πλα­νού του”.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;span class="Apple-style-span" &gt;Κ&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;αι σε αυ­τό το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού υ­πε­ρι­σχύουν τα δη­μο­σιεύ­μα­τα για την ποίη­ση: Σο­λω­μός, Κάλ­βος, Κα­βά­φης, Κα­ρυω­τά­κης. Εν αρ­χή, ο Σο­λω­μός. Η Κα­τε­ρί­να Τι­κτο­πού­λου α­να­ζη­τά­ει την πρώ­τη έκ­δο­ση ε­νός α­πό τα έ­ξι ι­τα­λι­κά ποιή­μα­τα, που έ­γρα­ψε ο Σο­λω­μός κα­τά την τριε­τία 1815-1818, ό­ντας φοι­τη­τής στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Πα­βίας. Πρό­κει­ται για την «Ωδή για Πρώ­τη Λει­τουρ­γία», ό­που ως Πρώ­τη Λει­τουρ­γία νο­εί­ται η πρώ­τη ε­πί­ση­μη Λει­τουρ­γία, που τε­λεί έ­νας κα­θο­λι­κός ιε­ρέ­ας με­τά τη χει­ρο­το­νία του. Αυ­τήν την Ωδή διά­βα­σε ο Σο­λω­μός στον Σπυ­ρί­δω­να Τρι­κού­πη, σε ε­κεί­νη την πρώ­τη τους συ­νά­ντη­ση, που εί­χε ως ε­πα­κό­λου­θο την ο­ρι­στι­κή στρο­φή του στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα και στι­χουρ­γία. Η Ωδή, ό­πως α­πο­κα­λύ­πτε­ται, εκ­δό­θη­κε πε­ρί τα ε­ξή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1877, στην Βι­τσέ­ντσα της πε­ρι­φέ­ρειας Βέ­νε­το, χά­ρις σε δυο ση­μα­ντι­κούς λο­γίους. Γνω­στό­τε­ρος σε μας εί­ναι ο Ιωάν­νης Βε­λού­δης, α­δελ­φός του τυ­πο­γρά­φου Σπυ­ρί­δω­να Βε­λού­δη, κι αυ­τός ε­πι­με­λη­τής εκ­δό­σεων, αλ­λά και κα­θη­γη­τής στην Φλαγ­γί­νειο Σχο­λή και αρ­γό­τε­ρα, διευ­θυ­ντής της Μαρ­κια­νής Βι­βλιο­θή­κης. Η με­λε­τή­τρια συ­γκρί­νει τις χει­ρό­γρα­φες μορ­φές της Ωδής με την, σε πρό­ζα, με­τά­φρα­σή της α­πό τον Λί­νο Πο­λί­τη και δη­μο­σιεύει α­ντι­κρι­στά ι­τα­λι­κό πρω­τό­τυ­πο και με­τά­φρα­ση.ελ­λη­νι­κού Ινστι­τού­του της Σορ­βόν­νης”. Εκεί­νη, με­τα­πτυ­χια­κή φοι­τή­τρια και ε­κεί­νος, α­πό τους βα­σι­κούς συ­νερ­γά­τες του Κ.Θ. Δη­μα­ρά, ε­τοί­μα­ζε τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του. Η Τσι­ρι­μώ­κου σκια­γρα­φεί την άλ­λη ό­ψη του αυ­στη­ρού φι­λό­λο­γου και ι­στο­ρι­κού. “Ήταν αι­σιό­δο­ξος, φι­λό­γε­λως, χα­ρι­τω­μέ­νος άν­θρω­πος, έ­τοι­μος να α­κού­σει ή να με­τα­φέ­ρει το α­στείο, να σκα­ρώ­σει το λο­γο­παί­γνιο, να εν­δια­φερ­θεί για τα μι­κρά ή τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα του δι­πλα­νού του”.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;span class="Apple-style-span" &gt;Σ&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;τον Κάλ­βο α­να­φέ­ρε­ται το κεί­με­νο της Αγγέ­λας Γιώ­τη. Ει­δι­κό­τε­ρα, α­να­συν­θέ­τει τον Κάλ­βο του Νι­κό­λα Κά­λας. Του τρι­συ­πό­στα­του Νί­κου Κα­λα­μά­ρη, ό­πως τον α­πο­κα­λεί ο Αλέξ. Αργυ­ρίου, ο ο­ποίος, με­τα­ξύ άλ­λων, τον θεω­ρεί ως τον πρώ­το συ­νει­δη­τά μο­ντέρ­νο ποιη­τή μας. Ως Νι­κή­τας Ρά­ντος υ­πο­γρά­φει τα ποιή­μα­τά του, ως Μ. Σπιέ­ρος (ψευ­δώ­νυ­μο ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό τον Ρο­βε­σπιέ­ρο) τα θεω­ρη­τι­κά του κεί­με­να, ε­νώ, στην ι­στο­ρία της λο­γο­τε­χνίας, κα­τα­γρά­φε­ται με τη γαλ­λι­κή σύ­ντμη­ση του ο­νό­μα­τός του, α­φού έ­ζη­σε για χρό­νια στο Πα­ρί­σι και εν συ­νε­χεία, στη Νέα Υόρ­κη, ό­που, α­πό το 1945, πο­λι­το­γρα­φή­θη­κε Αμε­ρι­κα­νός πο­λί­της. Η με­λε­τή­τρια στη­ρί­ζε­ται κυ­ρίως σε τρία κεί­με­να του Κά­λας: μια συ­νέ­ντευ­ξη, Μάη 1933, ό­που α­να­φέ­ρει ως τον με­γα­λύ­τε­ρο ποιη­τή του 19ου αιώ­να τον Κάλ­βο, μια διά­λε­ξη του ί­διου έ­τους, με τίτ­λο, «Η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του συ­ναι­σθή­μα­τος στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή ποίη­ση», και έ­να άρ­θρο στο πε­ριο­δι­κό «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα», δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, για τον Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη, στο ο­ποίο ο­ρί­ζει “τα τρία στά­δια της λυ­ρι­κής μας ε­ξε­λί­ξεως”: Κάλ­βος, Κα­βά­φης, Πα­πα­τσώ­νης. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η Γιώ­τη παίρ­νει ως μέ­τρο σύ­γκρι­σης τον Κάλ­βο του Θε­ο­το­κά, ό­πως αυ­τός σκια­γρα­φεί­ται στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό ποίη­μα, «Γέ­ρος α­ε­τός», γραμ­μέ­νο στο Πα­ρί­σι το 1934. Αλλά και τον Κάλ­βο ο­ποιου­δή­πο­τε άλ­λου συγ­γρα­φέα του με­σο­πο­λέ­μου αν ε­πέ­λε­γε, η α­πό­στα­ση θα ή­ταν το ί­διο με­γά­λη. Για­τί ο Κά­λας δεν εί­ναι μό­νο έ­νας α­πό τους πρώ­τους υ­περ­ρε­α­λι­στές ποιη­τές, αλ­λά φοι­τη­τής α­κό­μη, στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’20, στρα­τεύε­ται στην κο­μου­νι­στι­κή α­ρι­στε­ρά για να προ­σχω­ρή­σει την ε­πό­με­νη δε­κα­ε­τία στους τρο­τσκι­στές, ε­νώ, τα ί­δια χρό­νια, α­πο­δέ­χε­ται τη φροϋδι­κή ψυ­χα­νά­λυ­ση. Όλα αυ­τά ερ­μη­νεύουν το για­τί, α­ντί για τον πα­τριω­τι­κό ποιη­τή Κάλ­βο, βλέ­πει τον πά­σχο­ντα άν­θρω­πο, που πο­τέ δεν ξε­πέ­ρα­σε τον πρόω­ρο χω­ρι­σμό α­πό τη μη­τέ­ρα του, αλ­λά και τον ε­πα­να­στα­τη­μέ­νο ποιη­τή, που κα­τόρ­θω­σε μια εξ­πρε­σιο­νι­στι­κά ρε­α­λι­στι­κή α­πό­δο­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Σε αυ­τόν τον Κάλ­βο, ο Κά­λας α­να­γνω­ρί­ζει έ­ναν πρό­γο­νο στην ποίη­ση. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει το τε­λευ­ταίο μέ­ρος της με­λέ­της της Γιώ­τη, που α­να­φέ­ρε­ται σε έ­να δη­μο­σίευ­μα σχε­τι­κό με τον Κάλ­βο, το ο­ποίο βρέ­θη­κε στο Αρχείο Κά­λας. Πρό­κει­ται για την ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση α­πό τον κα­θη­γη­τή Γεώρ­γιο Ζώ­ρα της «Απο­λο­γίας της αυ­το­κτο­νίας» του Κάλ­βου. Ει­κά­ζε­ται ό­τι το κεί­με­νο γρά­φτη­κε πριν την α­να­χώ­ρη­ση του Κάλ­βου α­πό την Ιτα­λία. Στα ι­τα­λι­κά πρω­το­δη­μο­σιεύ­θη­κε το 1916 και η ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­σή του, το 1937. Τό­τε, οι με­λε­τη­τές του Κάλ­βου, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του με­τα­φρα­στή, α­ντι­με­τώ­πι­σαν με α­μη­χα­νία το κεί­με­νο. Αντί­θε­τα, για τον Κά­λας φαί­νε­ται ό­τι α­πο­τέ­λε­σε την ελ­λεί­που­σα ψη­φί­δα στην ει­κό­να του Κάλ­βου που εί­χε φα­ντα­στεί. Κα­τά τον Κά­λας: «...Ο Κάλ­βος σκο­τώ­νει τον ε­αυ­τό του, σκο­τώ­νο­ντας το κα­λύ­τε­ρο και πιο ση­μα­ντι­κό στοι­χείο του ε­αυ­τού του, την ποίη­σή του· ο Κάλ­βος σε η­λι­κία 34 ε­τών αυ­το­κτό­νη­σε...»&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;span class="Apple-style-span" &gt;Ο&lt;/span&gt;&lt;/b&gt; Κα­βά­φης α­να­φέ­ρε­ται με α­φορ­μή έ­να πε­ζό κεί­με­νο, το «Χρί­στος και ό­χι Χρή­στος», που τυ­πώ­θη­κε α­νω­νύ­μως στην ε­φη­με­ρί­δα «Τη­λέ­γρα­φος» της Αλε­ξάν­δρειας, Δε­κέμ­βριο 1901. Το κεί­με­νο βρέ­θη­κε στο Αρχείο του, με α­πο­τέ­λε­σμα να θεω­ρη­θεί α­πό ο­ρι­σμέ­νους με­λε­τη­τές ως δι­κό του έρ­γο. Συ­γκε­κρι­μέ­να, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα «Πε­ζά» του, στην έκ­δο­ση Φέ­ξη του 1963, που πα­ρου­σία­σε ο Γιώρ­γος Πα­που­τσά­κης και στην έκ­δο­ση Ίκα­ρου του 2003, που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Μι­χά­λης Πιε­ρής. Το κεί­με­νο, ω­στό­σο, δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα έρ­γα του Κα­βά­φη, που συ­γκέ­ντρω­σε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, ού­τε πο­τέ α­να­φέ­ρε­ται α­πό ε­κεί­νον. Η Κα­τε­ρί­να Γκί­κα διε­ρευ­νά τη πα­τρό­τη­τα του κει­μέ­νου, για να κα­τα­λή­ξει ό­τι δεν α­νή­κει στον Κα­βά­φη, αλ­λά γρά­φτη­κε α­πό τον δη­μο­τι­κι­στή γλωσ­σο­λό­γο Μέ­νο Φι­λή­ντα. Εξ ου και ο τίτ­λος της με­λέ­της της, «Με­νε­λά­ου και ό­χι Κων­στα­ντί­νου». &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;span class="Apple-style-span" &gt;Η&lt;/span&gt;&lt;/b&gt; Να­τα­λία Δε­λη­γιαν­νά­κη α­πο­πει­ρά­ται μια “τυ­πο­λα­τρι­κή α­πό­πει­ρα χαρ­το­γρά­φη­σης της ο­μοιο­κα­τα­λη­ξίας του Κα­ρυω­τά­κη”. Συ­ντάσ­σει, μά­λι­στα, με­τά ε­πι­μο­νής και υ­πο­μο­νής, «Ρι­μά­ριο Κ. Γ. Κα­ρυω­τά­κη». Στα δη­μο­σιεύ­μα­τα για την ποίη­ση του τεύ­χους, ε­ντάσ­σε­ται και η πα­ρου­σία­ση της χει­ρό­γρα­φης αν­θο­λο­γίας του Αλέ­ξαν­δρου Ρί­ζου Δορ­μού­ση α­πό την Στέ­ση Αθή­νη. Δεύ­τε­ρης ή ί­σως και τρί­της γε­νιάς με­τα­νά­στης στην Πέ­στη α­πό τον Τύρ­να­βο της Θεσ­σα­λίας ο Δορ­μού­σης, ερ­γα­ζό­με­νος στην οι­κο­γε­νεια­κή του ε­πι­χεί­ρη­ση, ξε­κί­νη­σε για προ­σω­πι­κή του α­να­ψυ­χή την αν­θο­λο­γία στα 35 του, το 1795, και την ε­γκα­τέ­λει­ψε κο­ντά 40 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1832. Θυ­μί­ζει τις φα­να­ριώ­τι­κες μι­σμά­γιες, με λυ­ρι­κά στι­χουρ­γή­μα­τα, υ­μνη­τι­κά και πα­τριω­τι­κά ά­σμα­τα, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό με­λο­δρά­μα­τα κ.ά. Η με­λε­τή­τρια δί­νει α­να­λυ­τι­κή πε­ρι­γρα­φή των πε­ριε­χο­μέ­νων της. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;span class="Apple-style-span" &gt;Σ&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;τα δη­μο­σιεύ­μα­τα του τεύ­χους τα σχε­τι­κά με την πε­ζο­γρα­φία, ο Γιώρ­γος Καλ­λί­νης α­να­σύ­ρει α­πό τους θη­σαυ­ρούς των Αρχείων  τρεις ε­πι­στο­λές και έ­να ε­πι­σκε­πτή­ριο του Κο­σμά Πο­λί­τη προς τον Αλκι­βιά­δη Γιαν­νό­που­λο, α­πό την τριε­τία, Νοέμ­βριος 1934 - Δε­κέμ­βριος 1937, σκια­γρα­φώ­ντας στην ει­σα­γω­γή του μια ει­κό­να της σχέ­σης τους. Πι­στεύου­με, ω­στό­σο, ό­τι θα έ­πρε­πε να δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεία για την ι­διαί­τε­ρη κα­τά­στα­ση, στην ο­ποία βρι­σκό­ταν ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο ο Κο­σμάς Πο­λί­της, ει­δάλ­λως οι ε­πι­στο­λές του δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση ό­τι άλ­λο­τε α­ντι­φά­σκει και άλ­λο­τε ψεύ­δε­ται, με α­πο­τέ­λε­σμα να μην τον κα­λο­συ­σταί­νουν. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο Καλ­λί­νης θυ­μί­ζει ό­τι το Σε­πτέμ­βριο του 1934, ο Πο­λί­της με­τα­τί­θε­ται στην Πά­τρα ως διευ­θυ­ντής του ε­κεί υ­πο­κα­τα­στή­μα­τος της Ιο­νι­κής Τρά­πε­ζας. “Το 1934 ξε­λο­γιά­ζε­ται με κά­ποια, ε­γκα­τα­λεί­πει σπί­τι, γυ­ναί­κα και παι­δί (στην ε­φη­βεία του), με­τα­τί­θε­ται στην Πά­τρα και ξε­κό­βει ε­ντε­λώς για πολ­λά χρό­νια α­πό την οι­κο­γέ­νειά του”, γρά­φει μάλ­λον ει­ρω­νι­κά η Νό­ρα Ανα­γνω­στά­κη. Ενώ, μια νεό­τε­ρη με­λε­τή­τρια, η Αγγέ­λα Κα­στρι­νά­κη, στην περ­σι­νή ε­πα­νέκ­δο­ση του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Πο­λί­τη, «Λε­μο­νό­δα­σος», υιο­θε­τεί τον ί­διο ει­ρω­νι­κό τό­νο.  “Το 1934 θα α­φή­σει την οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία για την Πά­τρα και τα ε­ρω­τι­κά της θέλ­γη­τρα.” Προ­βλη­μα­τι­κή, ό­μως, ή­ταν και η κα­τά­στα­ση του συγ­γρα­φέα Πο­λί­τη, ό­που το πρώ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα χει­ρο­κρο­τή­θη­κε, ε­νώ το ε­πό­με­νο, «Εκά­τη», α­ντι­με­τω­πί­στη­κε ως πρω­τό­λειο, ό­πως συ­νο­ψί­ζει και πά­λι η Ανα­γνω­στά­κη. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Στα χρό­νια της Πά­τρας, ο Πο­λί­της γρά­φει τα ε­πό­με­να τρία έρ­γα του, τις δυο νου­βέ­λες, «Η κυ­ρία Ελε­ο­νώ­ρα» και «Μα­ρί­να», και το μυ­θι­στό­ρη­μα «Eroica», τα ο­ποία και δη­μο­σιεύει σε συ­νέ­χειες στα «Νέα Γράμ­μα­τα». Οι ε­πι­στο­λές του δεί­χνουν ό­τι της ό­ποιας ε­ρω­τι­κής έ­ξα­ψης εί­χε υ­πε­ρι­σχύ­σει η συγ­γρα­φι­κή α­πο­τυ­χία. Στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή, α­πο­κα­λεί την Πά­τρα “αιχ­μη­ρή έ­ρη­μο” και ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι θα πε­ρά­σει πο­λύς και­ρός προ­τού α­πο­φα­σί­σει να ξα­να­γρά­ψει. Στην δεύ­τε­ρη, του 1935, δη­λώ­νει ό­τι α­πεχ­θά­νε­ται το βι­βλιο­δε­τη­μέ­νο έ­ντυ­πο χαρ­τί σαν το διά­βο­λο το λι­βά­νι. Ενώ, στην τρί­τη, του 1937, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι η «Eroica» “γρά­φε­ται μέ­ρα με τη μέ­ρα, σαν ε­πι­φυλ­λί­δα, και κά­πως βια­στι­κά”. Επι­προ­σθέ­τως, δια­τεί­νε­ται ό­τι, πα­ρό­λο που λεί­πουν μό­νο δυο κε­φά­λαια, δεν ξέ­ρει το τέ­λος. Δη­λα­δή, με άλ­λα λό­για, η «Eroica» γρά­φτη­κε ε­πί του πιε­στη­ρίου. Ισχυ­ρι­σμός, που για το συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα μάλ­λον εκ­πλήσ­σει. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αφορ­μή της ε­πι­στο­λο­γρα­φίας τους στά­θη­κε η α­πο­στο­λή α­πό τον Γιαν­νό­που­λο, κα­τά ο­κτώ χρό­νια νεό­τε­ρο του Πο­λί­τη και συ­νά­δελ­φό του τρα­πε­ζι­κό, του πρώ­του του βι­βλίου. Ήταν η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Κε­φά­λια στη σει­ρά». Σχε­τι­κά με την κρι­τι­κή του Πο­λί­τη για τα διη­γή­μα­τα, ο Καλ­λί­νης τον συλ­λαμ­βά­νει ψευ­δό­με­νο. Στον μεν Γιαν­νό­που­λο γρά­φει ό­τι βρί­σκει τέσ­σε­ρα α­πό τα συ­νο­λι­κά έ­ντε­κα διη­γή­μα­τά του α­λη­θι­νά α­ρι­στουρ­γή­μα­τα, ε­νώ, σε ε­πι­στο­λή του στον Αντρέα Κα­τα­ντώ­νη, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι εί­ναι φλύα­ρα. Αυ­τό, ό­μως, α­νή­κει στην κα­τη­γο­ρία των κα­τά συν­θή­κη ψευ­δών, που συ­νη­θί­ζο­νται α­πό α­νέ­κα­θεν στο λο­γο­τε­χνι­κό σι­νά­φι, το πι­θα­νό­τε­ρο για λό­γους α­βρό­τη­τας.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Στον τό­μο, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και δυο κεί­με­να για δυο με­τα­πο­λε­μι­κούς πε­ζο­γρά­φους. Ο Αλέξ. Μπα­ζού­κης γρά­φει για “τον ά­βο­λο με­τεω­ρι­σμό ε­νός φι­λε­λεύ­θε­ρου δια­νοού­με­νου στη δε­κα­ε­τία του 1950”, του Ρό­δη Ρού­φου. Ενώ, ο Μιχ. Μπα­κο­γιάν­νης βι­βλιο­γρα­φεί με­ρι­κώς τον με­τα­φρα­στή Άγγε­λο Βλά­χο, κα­τα­γρά­φο­ντας τις με­τα­φρά­σεις του λο­γο­τε­χνι­κών έρ­γων στο πε­ριο­δι­κό «Εστία» την πε­ρίο­δο 1876-1895. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;span class="Apple-style-span" &gt;Τ&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;ην ταυ­τό­τη­τα του έλ­λη­να με­τα­φρα­στή στον 19ο αιώ­να α­να­ζη­τά­ει ο Φί­λιπ­πος Παπ­πάς. Πρό­κει­ται για α­να­κοί­νω­ση σε συ­νέ­δριο στη Γρα­νά­δα, του 2010, και μάλ­λον για την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση του με­λε­τη­τή στον «Κον­δυ­λο­φό­ρο», που ση­μα­το­δο­τεί και την εί­σο­δο σε αυ­τόν μιας τρί­της γε­νιάς φι­λο­λό­γων. Ενδια­φέ­ρων ο δια­χω­ρι­σμός που προ­τεί­νει: «Από τη μια με­ριά, κά­τι που θυ­μί­ζει κλει­στή λέ­σχη ε­πώ­νυ­μων κλα­σι­κι­ζό­ντων με­τα­φρα­στών και α­πό την άλ­λη, έ­νας α­νοι­χτός ξε­νώ­νας α­νω­νύ­μων. Οι πρώ­τοι μοιά­ζουν με οι­κο­δε­σπό­τες, οι δεύ­τε­ροι με με­τα­φο­ρείς.» Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πα­ρό­μοιες α­πο­φάν­σεις εί­ναι ε­πι­σφα­λείς λό­γω του α­πό­λυ­του χα­ρα­κτή­ρα τους. Ας μη λη­σμο­νού­με ό­τι υ­πάρ­χουν ο­ρι­σμέ­νοι με­τα­φρα­στές που με­τέ­χουν και στις δυο ο­μά­δες. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν στά­θη­κε κα­θ’ ό­λον τον με­τα­φρα­στι­κό του βίο “έ­νας α­νώ­νυ­μος ερ­γά­της υ­πο­γείου ε­φη­με­ρί­δας”, ό­πως τον α­να­φέ­ρει.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Την προ­η­γού­με­νη ά­νοι­ξη, έ­γκρι­τος κρι­τι­κός α­πο­φαι­νό­ταν με τον ί­διο κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό τρό­πο, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης ή­ταν έ­νας ε­παγ­γελ­μα­τίας με­τα­φρα­στής, που ερ­γά­στη­κε ε­πί χρό­νια με κα­λές α­μοι­βές στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο. Ο κρι­τι­κός α­να­φε­ρό­ταν στην πρό­σφα­τη τό­τε έκ­δο­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Ουέλ­λς «Ο αό­ρα­τος άν­θρω­πος». Μια α­πό τις α­νώ­νυ­μες με­τα­φρά­σεις, που α­πο­δό­θη­καν στον Πα­πα­δια­μά­ντη, ό­πως, με­τά βε­βαιό­τη­τας, α­πο­δό­θη­κε και ε­κεί­νη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Μπραμ Στόου­κε­ρ, «Ο Δρά­κου­λας», που, κα­τά τα φαι­νό­με­να, θα κυ­κλο­φο­ρή­σει στο κλεί­σι­μο του τρέ­χο­ντος έ­τους Πα­πα­δια­μά­ντη. Πα­ρα­τη­ρεί­ται μια τά­ση προς τις α­πό­λυ­τες δια­τυ­πώ­σεις τό­σο γε­νι­κό­τε­ρα ό­σο και ει­δι­κό­τε­ρα στην πε­ρί­πτω­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη. Εί­τε πρό­κει­ται για τα του βίου του εί­τε για την πα­τρό­τη­τα των με­τα­φρά­σεών του, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πο­φαί­νο­νται συ­χνά με προ­κλη­τι­κή σι­γου­ριά. Ανε­ξάρ­τη­τα αν τα ι­σχνά δε­δο­μέ­να ε­πι­βάλ­λουν, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, με­τριο­πά­θεια. Χά­θη­κε, δη­λα­δή, κά­ποιος τρο­πι­κός ε­πιρ­ρη­μα­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός αμ­φι­βο­λίας ή και φι­λο­λο­γι­κής ε­γκρά­τειας;   &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Στον Πα­πα­δια­μά­ντη ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται και η με­λέ­τη της Στέλ­λας Χε­λι­δώ­νη, με τίτ­λο, «Μια εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση κρυμ­μέ­νη στο “Κοι­νω­νι­κόν Μυ­θι­στό­ρη­μα” του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­νά­ντη Η Φό­νισ­σα». &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Λεζάντα φωτογραφίας: Ο Νικόλας Κάλας σε νεαρή ηλικία.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/10/2011.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-8580585217356205941?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/8580585217356205941/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=8580585217356205941' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/8580585217356205941'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/8580585217356205941'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/09/blog-post_30.html' title='Από τα ελάσσονα των ποιητών στον λιχανό των μεταφραστών'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-pN32Idofljw/ToWgyv3yM4I/AAAAAAAAASA/1XMk5atKqr8/s72-c/mari2102011.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-767498988188043755</id><published>2011-09-24T04:41:00.001-07:00</published><updated>2011-09-24T04:45:31.766-07:00</updated><title type='text'>Η άνοιξη των λογοτεχνικών περιοδικών</title><content type='html'>&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-FLj9zeu5htA/Tn3CVuW0udI/AAAAAAAAAR4/VOTlys9I4AU/s1600/mari2592011.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 204px;" src="http://2.bp.blogspot.com/-FLj9zeu5htA/Tn3CVuW0udI/AAAAAAAAAR4/VOTlys9I4AU/s320/mari2592011.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5655890385524013522" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Στην τρέ­χου­σα οι­κο­νο­μι­κή δυσ­πρα­γία, που λέ­γε­ται ό­τι έ­χει ε­πη­ρεά­σει και το χώ­ρο του βι­βλίου, τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά πε­ριέρ­γως φαί­νε­ται να θάλ­λουν. Εμφα­νί­ζο­νται κα­τά τα­κτά δια­στή­μα­τα, με πλού­σια ύ­λη και ο­ρι­σμέ­να α­πό αυ­τά, χω­ρίς δια­φη­μι­στι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις. Του­λά­χι­στον αυ­τήν την ει­κό­να δί­νει η κα­λο­και­ρι­νή σο­δειά, μέ­ρος μό­νο της ο­ποίας βρί­σκε­ται πά­νω στο γρα­φείο μας, α­φού, α­πό τό­τε που η στή­λη “πε­ρί­πτε­ρα” της σε­λί­δας α­τό­νη­σε, κά­ποια πε­ριο­δι­κά έ­πα­ψαν να φτά­νουν στα χέ­ρια μας. Και πά­λι ό­χι α­κρι­βώς η κα­λο­και­ρι­νή σο­δειά, μια και λό­γω θε­ρι­νών δια­κο­πών της ε­φη­με­ρί­δας,  ο­ρι­σμέ­να πε­ριο­δι­κά έ­χουν μεί­νει στα τεύ­χη του Ιου­νίου. Όμως τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, ό­πως και τα βι­βλία, δεν εί­ναι ντο­μα­τά­κια για να χα­λά­σουν. Αντί­θε­τα, πολ­λά εί­ναι τα τεύ­χη αρ­κε­τών πε­ριο­δι­κών, που, εί­τε χά­ρις σε έ­να α­φιέ­ρω­μα εί­τε λό­γω ε­νός ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων α­ξιο­πρό­σε­κτων δη­μο­σιευ­μά­των, διεκ­δι­κούν μια μό­νι­μη θέ­ση στη βι­βλιο­θή­κη. Πα­ρά­δειγ­μα, το προ­τε­λευ­ταίο τεύ­χος του θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κου πε­ριο­δι­κού «Εντευ­κτή­ριο», ό­που, ε­κτός της κα­θιε­ρω­μέ­νης ύ­λης – πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, ποιή­μα­τα, βι­βλιο­κρι­σίες και το φω­το­γρα­φι­κό 16σέ­λι­δο «Camera Obscura»– υ­πάρ­χουν οι “σε­λί­δες για τον Κώ­στα Αξε­λό”. Άξιες να κρα­τη­θούν οι εν λό­γω σε­λί­δες για τον έλ­λη­να στο­χα­στή, που κα­τέ­λα­βε με το φι­λο­σο­φι­κό έρ­γο του ε­ξέ­χου­σα θέ­ση στην γαλ­λι­κή και ευ­ρύ­τε­ρα ευ­ρω­παϊκή σκέ­ψη, κα­θώς πε­ρι­λαμ­βά­νουν ε­κτε­νές χρο­νο­λό­γιο, που κα­τήρ­τι­σε η σύ­ντρο­φός του Κα­τε­ρί­να Δα­σκα­λά­κη, κεί­με­να Γάλ­λων και Ελλή­νων, που α­πο­τι­μούν τον άν­θρω­πο και το έρ­γο του, ερ­γο­γρα­φία και ως ά­νοιγ­μα, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το βι­βλίο του, «Αυ­τό που ε­πέρ­χε­ται», που εκ­δό­θη­κε στα γαλ­λι­κά τον Μάρ­τιο του 2009. Θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Αξε­λός, γεν­νη­μέ­νος το 1924, πέ­θα­νε στις 4 Φε­βρουα­ρίου 2010. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Μα­ζί με τα πε­ριο­δι­κά θάλ­λει και η ποίη­ση. Για το α­λη­θές του λό­γου, το πιο πο­λυ­σέ­λι­δο πε­ριο­δι­κό της σο­δειάς εί­ναι το “ε­ξα­μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό για την τέ­χνη της ποίη­σης”, «Ποιη­τι­κή». Πρό­κει­ται για τη συ­νέ­χεια του πε­ριο­δι­κού «Ποίη­ση», που συ­μπλη­ρώ­νει του χρό­νου εί­κο­σι έ­τη συ­νε­χούς εκ­δο­τι­κής πα­ρου­σίας. Το τρέ­χον τεύ­χος προ­τεί­νει 300 σε­λί­δες με ελ­λη­νι­κή και ξέ­νη ποίη­ση. Ποιή­μα­τα του Θα­νά­ση Χατ­ζό­που­λου, του Πά­νου Κυ­πα­ρίσ­ση, της Φοί­βης Γιαν­νί­ση της Μα­ρίας Το­πά­λη και εν μέ­σω αυ­τών, τα «Τέσ­σε­ρα Κουαρ­τέ­τα» του Τ. Σ. Έλιο­τ, σε με­τά­φρα­ση του ε­μπνευ­στή και ε­σα­εί διευ­θυ­ντή του πε­ριο­δι­κού Χά­ρη Βλα­βια­νού. Πρω­τό­τυ­πο εί­ναι το α­φιέ­ρω­μα του τεύ­χους, με τίτ­λο, «Κα­τά μό­νας ει­μί ε­γώ», σε ε­πι­μέ­λεια Λέ­νιας Ζα­φει­ρο­πού­λου. Για τους α­δύ­να­τους στην ποίη­ση και τα θρη­σκευ­τι­κά κεί­με­να, θυ­μί­ζου­με ό­τι ο τίτ­λος εί­ναι δά­νειο α­πό τους Ψαλ­μούς του Δα­βί­δ, ο ο­ποίος α­πευ­θύ­νε­ται στον Κύ­ριο του. Εκεί­νος εί­χε του­λά­χι­στον α­πό πού να κρα­τη­θεί. Δεν γνώ­ρι­σε τη μο­να­ξιά των ποιη­τών και των μι­σάν­θρω­πων. Στο α­φιέ­ρω­μα πα­ρα­τί­θε­ται ε­κτε­νές α­πάν­θι­σμα α­πό Πε­τράρ­χη και Σαίξ­πη­ρ, Μπάϋρον και Κη­τς, Μπων­τλαί­ρ, Ρε­μπώ, αλ­λά και Γκαί­τε:  «Όποιος στη μο­να­ξιά πα­ρα­δο­θεί, / αχ! τού­τος γρή­γο­ρα θα μεί­νει μό­νος /… / Αχ, να ’ρθει και για μέ­να μια φο­ρά / της μο­να­ξιάς του μνή­μα­τος ο χρό­νος, / τό­τε πραγ­μα­τι­κά θα μεί­νω μό­νος!» Συ­γκρα­τού­με α­κό­μη α­πό το τεύ­χος το κεί­με­νο του α­να­το­λι­κο­γερ­μα­νού ποιη­τή Ντου­ρς Γκρήν­μπαϊν, «Για­τί να ζού­με χω­ρίς να γρά­φου­με». Αν δεν σφάλ­λου­με, πα­ρα­μέ­νει α­με­τά­φρα­στος στα ελ­λη­νι­κά. Εκπλήσ­σει, πά­ντως, ευ­χά­ρι­στα με το χιού­μορ και τις ο­ξυ­δερ­κείς πα­ρα­τη­ρή­σεις του. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Σε “έ­ναν σπου­δαίο ευ­ρω­παίο ποιη­τή”: τον Πωλ Τσε­λάν α­να­φέ­ρε­ται το α­φιέ­ρω­μα του δέ­κα­του τεύ­χους του πε­ριο­δι­κού «Ορο­πέ­διο», που τυ­πώ­νε­ται στην Αθή­να αλ­λά η καρ­διά του χτυ­πά στην Ολυ­μπία Ηλείας. Δη­μιούρ­γη­μα κι αυ­τό ε­νός αν­θρώ­που, του Δη­μή­τρη Κα­νελ­λό­που­λου. Το α­φιέ­ρω­μα ε­τοί­μα­σε ο Συ­μεών Στα­μπου­λού. Το τεύ­χος α­νοί­γει με ποίη­μα του Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη, «Βα­θέ­ος Γή­ρα­τος. Χα­ρί­κλεια Π. Κα­βά­φη + 4-2-1899: «… τι τυ­χε­ρή γυ­ναί­κα / στον θρή­νο της προ­σήλ­θε / έ­νας Κα­βά­φης.» Κα­τά μια ά­πο­ψη, τι τυ­χε­ρός ο Γιάν­νης Βαρ­βέ­ρης, στο θρή­νο του δεν προ­σήλ­θε μεν έ­νας Κα­βά­φης, για­τί πού να βρε­θεί στην ε­πο­χή μας, αλ­λά προ­σήλ­θε σχε­δόν σύσ­σω­μη  η λο­γο­τε­χνι­κή Αθή­να. Κα­τά μια άλ­λη ά­πο­ψη, τι ά­τυ­χος. Ήταν 56 ε­τών, ε­νώ η Χα­ρί­κλεια Κα­βά­φη, σύ­ζυ­γος Πέ­τρου Κα­βά­φη, το γέ­νος Φω­τιά­δη, 65. Ηλι­κία, που στα τέ­λη του 19ου αιώ­να λο­γα­ρια­ζό­ταν ως βα­θύ γή­ρας. Ενώ, στις αρ­χές του 21ου, η η­λι­κία των 56 ε­τών, του­λά­χι­στον για τους άν­δρες, λο­γα­ριά­ζε­ται ως δεύ­τε­ρη νεό­τη­τα. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;    Με δώ­δε­κα ποιή­μα­τα του Βαρ­βέ­ρη, α­πό την ί­δια ποιη­τι­κή ε­νό­τη­τα του «Βα­θέ­ος Γή­ρα­τος», α­νοί­γει και το τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Πλα­νό­διον». Σύμ­φω­να με υ­πο­ση­μείω­ση, τα εί­χε δώ­σει ο ί­διος ο ποιη­τής για δη­μο­σίευ­ση. Εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­να α­πό την η­λι­κιω­μέ­νη μη­τέ­ρα του, που “ευ­τύ­χη­σε” να πε­θά­νει έ­να μή­να πριν α­πό ε­κεί­νον. Το ό­τι δυο πε­ριο­δι­κά α­νοί­γουν με ποίη­ση Βαρ­βέ­ρη, δεν α­πο­τε­λεί έκ­πλη­ξη, α­φού ο θά­να­τός του εί­χε α­ντί­κτυ­πο σε ό­λα σχε­δόν τα έ­ντυ­πα. Ού­τε, ό­μως, και σύ­μπτω­ση, το γε­γο­νός ό­τι προέρ­χο­νται α­πό την ί­δια ποιη­τι­κή ε­νό­τη­τα. Ο εκ­δό­της του πρώ­του υ­πήρ­ξε ε­πί μα­κρόν συ­νερ­γά­της του δεύ­τε­ρου, το ο­ποίο εί­χε και ως πρό­τυ­πο κα­τά το σχε­δια­σμό του δι­κού του πε­ριο­δι­κού. Ευ­τυ­χώς, συν το χρό­νω, φαί­νε­ται να α­πο­κτά την ι­διο­προ­σω­πία του. Όσο για το «Πλα­νό­διον», τέ­κνο α­πο­κλει­στι­κά του Γιάν­νη Πα­τί­λη, με αυ­τό το τεύ­χος συ­μπλη­ρώ­νει 25 χρό­νια εκ­δο­τι­κής πα­ρου­σίας και 50 τεύ­χη. Εορ­τά­ζει την ε­πέ­τειο με α­φιέ­ρω­μα στο «Αμε­ρι­κα­νι­κό Μπον­ζάϊ», ό­πως έ­χει α­πο­δώ­σει ο εκ­δό­της του τον αγ­γλι­κό ό­ρο “flash fiction”. Αν και το μπον­ζάϊ δεν εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα μιας έ­κλαμ­ψης, αλ­λά ε­πί­πο­νης διερ­γα­σίας. Το “flash fiction” και το μπον­ζάϊ συ­μπί­πτουν μό­νο ως προς το μέ­γε­θος. Με ε­πι­μέ­λεια Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, αν­θο­λο­γού­νται “43 «Μι­κρά Διη­γή­μα­τα» α­με­ρι­κα­νών συγ­γρα­φέω­ν”.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Από την Κέρ­κυ­ρα έρ­χε­ται στα­θε­ρά ο «Πόρ­φυ­ρας». Στο τεύ­χος για το τρί­μη­νο Ιού­λιος – Σε­πτέμ­βριος συ­γκε­ντρώ­νο­νται με­λέ­τες, που α­νι­χνεύουν τη “δια­χεί­ρι­ση” της ποίη­σης, της ποιη­τι­κό­τη­τας και της ποιη­τι­κής α­πό τις τέ­χνες και ει­δι­κό­τε­ρα, α­πό τη μου­σι­κή. Εξ ου και ο τίτ­λος, «Με ε­πί­κε­ντρο την ποίη­ση». Για να α­νοί­ξου­με την ό­ρε­ξη των α­να­γνω­στών, α­ντι­γρά­φου­με τίτ­λους: «Οι ρό­λοι της μου­σι­κής και της ποίη­σης μέ­σα α­πό τις ε­ξε­λισ­σό­με­νες θεω­ρίες του Ρί­χαρ­ντ Βά­γκνερ» (Ανα­στα­σία Σιώ­ψη), «Schubert, Liszt, Μά­ντζα­ρος: τρεις συν­θέ­τες του 19ου αιώ­να με­λο­ποιούν Πε­τράρ­χη» (Κώ­στας Καρ­δά­μης), «Το έ­ντε­χνο τρα­γού­δι φο­ρέ­ας της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ποίη­σης» (Δη­μή­τρης Μπρό­βας), «Η αι­σθη­τι­κή α­ξία της “δί­χως λό­για” μου­σι­κής» (Νι­κό­λας Μαρ­τί­νος). Εκτός α­φιε­ρώ­μα­τος, υ­πάρ­χει το εν­δια­φέ­ρον κεί­με­νο του Γιώρ­γου Δ. Πα­να­γιώ­του με “πραγ­μα­το­λο­γι­κά και ερ­μη­νευ­τι­κά σχό­λια στο ποίη­μα του Σε­φέ­ρη «Μυ­θι­στό­ρη­μα»”. Σχε­τι­κά με τον Σε­φέ­ρη, στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες του πε­ριο­δι­κού, ε­κεί­νες που ε­πι­χει­ρούν έ­ναν “πε­ρί­πλου” στα γράμ­μα­τα, προ­α­ναγ­γέλ­λε­ται συ­νέ­δριο για τα 40 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του. Το διορ­γα­νώ­νει η Εται­ρεία Κερ­κυ­ραϊκών Σπου­δών. Προ­γραμ­μα­τί­ζε­ται για τον Νοέμ­βριο, στο χώ­ρο του σπι­τιού, ό­που ο Σο­λω­μός έ­ζη­σε τα τε­λευ­ταία εί­κο­σι χρό­νια της ζωής του. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Από τα Άσπρα Σπί­τια Βοιω­τίας έρ­χε­ται το κα­λο­και­ρι­νό «Εμβό­λι­μον», με ποιή­μα­τα, πε­ζά, δο­κί­μια και με­τα­φρά­σμα­τα γνω­στών και λι­γό­τε­ρο γνω­στών συγ­γρα­φέων. Δια­βά­ζου­με τα και­νού­ρια ποιή­μα­τα των γνω­στών σε ε­μάς ποιη­τών, Τά­σου Πορ­φύ­ρη, Αλε­ξάν­δρας Μπα­κο­νί­κα, Κώ­στα Ρι­ζά­κη, Χρί­στου Πα­πα­γεωρ­γίου. Από τα πε­ζά συ­γκρα­τού­με το διή­γη­μα της Μα­ρίας Κου­γιουμτ­ζή, «Ήθε­λα τα πράγ­μα­τα να εί­ναι α­πλά», μα­γιά για την ε­πό­με­νη, τρί­τη συλ­λο­γή της. Στα δο­κί­μια ξε­χω­ρί­ζου­με το κεί­με­νο, «Η Ελλά­δα ως ομ­φα­λός και ο Δι­κέ­φα­λος Αε­τός», του Φοί­βου Πιο­μπί­νου. Μια διε­ξο­δι­κή με­λέ­τη πε­ρί συμ­βό­λων, ό­πως αυ­τά του ομ­φα­λού και του Δι­κέ­φα­λου Αε­τού, η ο­ποία δια­λύει ποι­κί­λες ε­σφαλ­μέ­νες α­ντι­λή­ψεις, κυ­ρίως ως προς το δεύ­τε­ρο. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Μέ­νουν τα κα­λο­και­ρι­νά τεύ­χη, για το δί­μη­νο Ιου­λίου – Αυ­γού­στου, της «Νέ­ας Ευ­θύ­νης» και της «Νέ­ας Εστίας». Πράγ­μα­τι νέο το πρώ­το, στο 6ο τεύ­χος του, ε­πι­γέν­νη­μα της «Ευ­θύ­νης». Στο 1846ο τεύ­χος το δεύ­τε­ρο, κο­ντεύει να κλεί­σει δε­κα­πε­ντα­ε­τία α­πό την τε­λευ­ταία αλ­λα­γή σκυ­τά­λης και την α­νά­λη­ψη της διεύ­θυν­σης α­πό τον Σταύ­ρο Ζου­μπου­λά­κη. Δυο τεύ­χη, που δεν προ­τεί­νουν κά­ποιο α­φιέ­ρω­μα, αλ­λά στη­ρί­ζο­νται στα εν­δια­φέ­ρο­ντα ποιή­μα­τα, πε­ζά και δο­κί­μια που συ­γκε­ντρώ­νουν. Επί­σης, στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες με συ­ντο­μό­τε­ρα κεί­με­να και βι­βλιο­κρι­σίες: τους «Προ­σα­να­το­λι­σμούς», ό­πως α­πο­κα­λού­νται του πρώ­του, και το «Μη­νο­λό­γιο» του δεύ­τε­ρου. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Επι­προ­σθέ­τως, η «Νέα Ευ­θύ­νη» έ­χει ξε­κι­νή­σει σε­λί­δες με ε­πι­στο­λές, που α­να­σύ­ρο­νται α­πό αρ­χεία ε­πι­φα­νών. Σε αυ­τό το τεύ­χος, δη­μο­σιεύο­νται πέ­ντε ε­πι­στο­λές του Στρα­τή Τσίρ­κα προς τον Τί­μο Μα­λά­νο. Η πρώ­τη ε­πι­στο­λή έ­χει η­με­ρο­μη­νία 6.8.1934, ε­νώ οι άλ­λες τέσ­σε­ρις εί­ναι της πε­ριό­δου 1955-1958: δύο στις 14.10.1955 (τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος, η δεύ­τε­ρη εί­ναι της 19ης Οκτω­βρίου), 21.2.1958 και 1.5.1958. Οι ε­πι­στο­λές στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό τον Κα­βά­φη και το σχε­τι­κό βι­βλίο του Τσίρ­κα, «Ο Κα­βά­φης και η ε­πο­χή του», που εκ­δό­θη­κε τον Σε­πτέμ­βριο του 1958, ό­πως ση­μειώ­νει και ο Δη­μή­τρης Αγγε­λής στην προ­τασ­σό­με­νη στις ε­πι­στο­λές ει­σα­γω­γή. Συ­γκε­κρι­μέ­να, σύμ­φω­να με τη Βι­βλιο­γρα­φία Κα­βά­φη του Δη­μή­τρη Δα­σκα­λό­που­λου, τυ­πώ­θη­κε με­τα­ξύ  7 Ιου­λίου και 7 Σε­πτεμ­βρίου. Άρα οι ε­πι­στο­λές προ­η­γού­νται της έκ­δο­σης. Οι δύο, ω­στό­σο, έ­πο­νται της με­λέ­της Μα­λά­νου, «Ο ποιη­τής Κ. Π. Κα­βά­φης. Ο άν­θρω­πος και το έρ­γο του. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά σχό­λια. Απ’ τα κα­βα­φι­κά μου τε­τρά­δια. Η μυ­θο­λο­γία της κα­βα­φι­κής πο­λι­τείας.» Πρό­κει­ται για έκ­δο­ση συ­μπλη­ρω­μέ­νη και ο­ρι­στι­κή, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ο Δα­σκα­λό­που­λος. Κρί­νο­ντας α­πό τις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις της, θα πρέ­πει να τυ­πώ­θη­κε τέ­λη του 1957. Πι­στεύου­με ό­τι για να κα­τα­νο­η­θούν κα­λύ­τε­ρα οι ε­πι­στο­λές Τσίρ­κα, θα χρειά­ζο­νταν πα­ράλ­λη­λα και οι ε­πι­στο­λές Μα­λά­νου, στις ο­ποίες, ω­στό­σο, γί­νε­ται α­να­φο­ρά στις υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις.  &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ας ελ­πί­σου­με η ά­νοι­ξη των πε­ριο­δι­κών να ε­πε­κτα­θεί στο φθι­νό­πω­ρο και τον χει­μώ­να.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Λεζάντα φωτογραφίας: Ο Στρατής Τσίρκας στο γραφείο του στην Αίγυπτο.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;b&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;Τσίρ­κας προς Μα­λά­νο&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αλε­ξάν­δρεια, 6.8.1934&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;  Αγα­πη­τέ κύ­ριε Μα­λά­νο, &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;  Όπως σας υ­πο­σχέ­θη­κα σας γρά­φω πα­ρα­κά­τω ό,τι μπό­ρε­σα να συ­γκρα­τή­σω α­πό κεί­να που μου εί­πε ο Κα­βά­φης, τον Ιού­λιο του 1930, σχε­τι­κά με το ποίη­μά του «Ένας θεός των».&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Κου­βε­ντιά­ζα­με, θυ­μά­μαι, για τον Jean Cocteau. Ο Κα­βά­φης α­πο­ρού­σε για τη φή­μη αυ­τού του ποιη­τή. Δεν τον εύ­ρι­σκε τί­πο­τα. Μου α­νά­φε­ρε ό­τι σε κά­ποια εγ­γλέ­ζι­κη αν­θο­λο­γία, που βγαί­νει μιά ή δυό φο­ρές το χρό­νο και πού η ύ­λη της δια­λέ­γε­ται με την με­γα­λύ­τε­ρη αυ­στη­ρό­τη­τα, εί­χαν τυ­πώ­σει έ­να τρα­γού­δι του Cocteau (γαλ­λι­κά) και το «Ένας θεός των» του Κα­βά­φη με­τα­φρα­σμέ­νο στα εγ­γλέ­ζι­κα α­πό τον Βα­λα­σό­που­λο (αν θυ­μά­μαι κα­λά). &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πρώ­τη κου­βέ­ντα του Κα­βά­φη, ά­μα έ­φε­ρε την αν­θο­λο­γία αυ­τή να μου τη δεί­ξει, ή­ταν να μου πει ό­τι η με­τά­φρα­ση δεν τον ι­κα­νο­ποιεί. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η λέ­ξη «α­φθαρ­σία» (στο στί­χο: «Με τη χα­ρά της α­φθαρ­σίας μες στα μά­τια») που για τον Κα­βά­φη α­πο­τε­λού­σε το «κλει­δί» ό­λου του ποιή­μα­τος και που εί­χε μια μα­γι­κή, σα να λέ­με, χά­ρη, δεν μπό­ρε­σε να α­πο­δο­θεί κυ­ριο­λε­κτι­κά στην αγ­γλι­κή: Η λέ­ξη immortality που βά­ζει ο Βα­λα­σό­που­λος δεν εί­ναι αυ­τή που ή­θε­λε να πει ο Κα­βά­φης. Τώ­ρα θυ­μά­μαι ό­τι μου εί­χε πει πε­ρί­που αυ­τά: Έβα­λε τη λέ­ξη α­φθαρ­σία ό­χι μο­νά­χα για­τί πρό­κει­ται για έ­να Θεό, έ­ναν α­θά­να­το, μα κυ­ρίως για­τί ή­θε­λε να υ­πο­γραμ­μί­σει το γε­γο­νός ό­τι αυ­τός ο «τέ­λεια ω­ραίος έ­φη­βος» ή­ταν μα­κρυά α­πό κά­θε κίν­δυ­νο φθο­ράς δο­κι­μά­ζο­ντας «κά­θε εί­δους μέ­θη και λα­γνεία» και «ύ­πο­πτες α­πο­λαύ­σεις». &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ύστε­ρα έ­πια­σε να μου ερ­μη­νεύει το ποίη­μα α­πό την αρ­χή. Με λό­για ξε­ρά, με τον πιο πε­ζό και σύ­ντο­μο τρό­πο μου πα­ρου­σία­σε την α­γο­ρά της Σε­λεύ­κειας, κα­θό­ρι­σε την ώ­ρα, πε­ρί­γρα­ψε τον έ­φη­βο με με­τρη­μέ­να ε­πί­θε­τα (ο­λι­γώ­τε­ρα α­πό κεί­να που βά­ζει στο ποίη­μα), ξα­να­στά­θη­κε στη λέ­ξη α­φθαρ­σία, πε­ρί­γρα­ψε με χει­ρο­νο­μίες αό­ρι­στες (πού δεν άλ­λα­ζαν πο­λύ α­πό τις συ­νη­θι­σμέ­νες του χει­ρο­νο­μίες) τους δια­βά­τες πού ρω­τού­σαν και τους άλ­λους που πα­ρα­μέ­ρι­ζαν ε­νώ ο έ­φη­βος χα­νό­ταν κά­τω α­π’ τις στοές. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;«Αλλά με­ρι­κοί, που με πε­ρισ­σο­τέ­ρα προ­σο­χή πα­ρα­τη­ρού­σαν, ε­κα­τα­λάμ­βα­ναν και πα­ρα­μέ­ρι­ζαν». Ο Κα­βά­φης ξα­να­γυρ­νώ­ντας στη λέ­ξη «α­φθαρ­σία» μου εί­πε πώς οι προ­σε­χτι­κοί δια­βά­τες α­πό τα μά­τια κα­τα­λα­βαί­ναν το Θεό. Ο Θεός αυ­τός, κα­τά τον Κα­βά­φη, δεν μπο­ρού­σε να εί­ναι άλ­λος α­πό τους τρεις ελ­λη­νι­κούς θε­ούς: Ερμή, Διό­νυ­σο ή Απόλ­λω­να.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Τε­λειώ­νο­ντας συ­σχέ­τι­σε τους ελ­λη­νι­κούς Θε­ούς με τα όρ­για της συ­νοι­κίας «που τη νύ­χτα μο­νά­χα ζει» και έ­κλει­σε την κου­βέ­ντα πά­νω σ’ αυ­τό το ποίη­μα με την α­κό­λου­θη φρά­ση: – Εγώ εί­μαι Ελλη­νι­κός– προ­σο­χή ό­χι Έλλην ού­τε ελ­λη­νί­ζων – αλ­λά Ελλη­νι­κός. Πο­λύ ελ­λη­νι­κός!&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αυ­τά εί­χα να σας γρά­ψω. Θα εί­μαι πο­λύ ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος αν, πα­ρ’ ό­λο το στρυφ­νό μου ύ­φος και τη συ­ντο­μία μου αυ­τό το χαρ­τί σας βο­η­θή­σει στη δου­λειά που έ­χε­τε ή­δη α­να­λά­βει με τό­ση ε­πι­τυ­χία για να μας δώ­σε­τε έ­ναν καλ­λι­τέ­χνη Κα­βά­φη α­παλ­λαγ­μέ­νο α­πό μύ­θους. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;&lt;b&gt;Με πολ­λήν α­γά­πη και θαυ­μα­σμό&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;&lt;b&gt;Γιάν­νης Χατ­ζηα­ντρέ­ας&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 25/9/2011&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-767498988188043755?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/767498988188043755/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=767498988188043755' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/767498988188043755'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/767498988188043755'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/09/blog-post_24.html' title='Η άνοιξη των λογοτεχνικών περιοδικών'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-FLj9zeu5htA/Tn3CVuW0udI/AAAAAAAAAR4/VOTlys9I4AU/s72-c/mari2592011.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-5619240629849375526</id><published>2011-09-04T07:30:00.000-07:00</published><updated>2011-09-04T07:33:00.409-07:00</updated><title type='text'>Ο Δάσκαλος, ο Μητροπολίτης και ο Παπαδιαμάντης</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Έφη Γα­ζή&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«“Πα­τρίς Θρη­σκεία Οι­κο­γέ­νεια”&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Ιστο­ρία ε­νός συ­ν­θή­μα­τος&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;(1880-1930)»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Εκδό­σεις Πό­λις&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Φε­βρουά­ριος 2011&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;img src="http://4.bp.blogspot.com/-uDIckP8FFG4/TmOMD3cP4MI/AAAAAAAAARw/zM4PYWFe95o/s320/2472011.jpg" style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 230px; height: 320px;" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5648512355702661314" /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Oπως α­να­φέ­ρα­με στο δη­μο­σίευ­μα της προ­η­γού­με­νης Κυ­ρια­κής, η με­λέ­τη της Έφης Γα­ζή α­φη­γεί­ται την ι­στο­ρία του συ­ν­θή­μα­τος “Πα­τρίς, Θρη­σκεία, Οι­κο­γέ­νεια”, κα­λύ­πτο­ντας μι­σό αιώ­να ι­δε­ο­λο­γι­κών συ­γκρού­σεων. Στο πρώ­το κε­φά­λαιο, που τι­τ­λο­φο­ρεί­ται «Ο Χρι­στια­νι­σμός ως κοι­νω­νι­κός α­να­μο­ρ­φω­τής», α­να­φέ­ρε­ται στις τρεις πρώ­τες δε­κα­ε­τίες, ξε­κι­νώ­ντας γύ­ρω στο 1880 και φθά­νο­ντας μέ­χρι το 1908. Σε αυ­τήν την κο­ντά τρια­κο­ντα­ε­τία, η α­φή­γη­ση ε­στιά­ζει σε δυο ο­μί­λους: το Σύ­λ­λο­γο «Η Ανά­πλα­σις», που ι­δρύε­ται το 1886 και την «Εται­ρεία της υ­πέρ των Πα­τρίων Αμύ­νης», γνω­στής ως τα «Πά­τρια», που ι­δρύ­θη­κε την 1η Οκτω­βρίου του 1900. Ο μεν Σύ­λ­λο­γος κυ­κλο­φό­ρη­σε έ­να χρό­νο α­ρ­γό­τε­ρα ο­μώ­νυ­μο πε­ριο­δι­κό, που εί­ναι το πα­λαιό­τε­ρο και μα­κρο­βιό­τε­ρο έ­ντυ­πο χρι­στια­νι­κού συ­λ­λό­γου, ε­πι­βιώ­νο­ντας μέ­χρι του­λά­χι­στον το 2005. Πα­ρο­μοίως και η Εται­ρεία κυ­κλο­φό­ρη­σε έ­να χρό­νο α­ρ­γό­τε­ρα ο­μώ­νυ­μη ε­φη­με­ρί­δα, η ο­ποία ό­μως δεν μα­κρο­η­μέ­ρευ­σε, κα­θώς δια­κό­πη­κε αι­φ­νί­δια το 1916, λό­γω πο­λι­τι­κής δίω­ξης του βε­νι­ζε­λι­κού διευ­θυ­ντή της. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πρω­τε­ρ­γά­τες του Συ­λ­λό­γου στά­θη­καν ο σί­φ­νιος θε­ο­λό­γος Κω­ν­στα­ντί­νος Δια­λη­σμάς και ο κα­λύ­μνιος νο­μι­κός Μι­χαήλ Γα­λα­νός. Ανα­φέ­ρου­με τους τό­πους κα­τα­γω­γής, για­τί τό­τε έ­παι­ζαν ση­μα­ντι­κό ρό­λο στις πε­ρι­πέ­τειες του βίου. Για πα­ρά­δει­γ­μα, ο Γα­λα­νός, που δι­κη­γο­ρού­σε στη γε­νέ­τει­ρά του, διώ­χ­θη­κε για έ­να φι­λο­βα­σι­λι­κό ά­ρ­θρο του κι έ­τσι βρέ­θη­κε στην Αθή­να το 1893 να διευ­θύ­νει το πε­ριο­δι­κό μέ­χρι το θά­να­το του Δια­λη­σμά, το 1921, ό­ταν και ο ί­διος α­να­χώ­ρη­σε για την Αμε­ρι­κή ό­που και διέ­πρε­ψε ως ιε­ρο­κή­ρυ­κας και δη­μο­σιο­γρά­φος στον ε­κεί ε­κ­κλη­σια­στι­κό Τύ­πο.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ενώ, στην συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή της ε­φη­με­ρί­δας συ­μ­με­τεί­χε, με­τα­ξύ ά­λ­λων ε­πι­φα­νών, ο γλω­σ­σο­λό­γος Γεώ­ρ­γιος Χα­τ­ζι­δά­κις και ο Κω­ν­στα­ντι­νου­πο­λί­της Σταύ­ρος Βου­τυ­ράς. Αξί­ζει να θυ­μί­σου­με τον τε­λευ­ταίο, μιας και ε­φέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 170 χρό­νια α­πό την γέ­ν­νη­σή του. Στην Κω­ν­στα­ντι­νού­πο­λη, ε­ξέ­δι­δε την ε­φη­με­ρί­δα «Νε­ο­λό­γος» α­πό τις 20 Οκτω­βρίου 1866 μέ­χρι την α­πέ­λα­σή του, στις 9 Απρι­λίου 1897, τέ­σ­σε­ρις η­μέ­ρες με­τά την κή­ρυ­ξη του ε­λ­λη­νο­του­ρ­κι­κού πο­λέ­μου του 1897. Ερχό­με­νος στην Αθή­να, ε­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε τον «Νε­ο­λό­γο», α­πό τις 19 Σε­πτε­μ­βρίου 1897 μέ­χρι τις 31 Δε­κε­μ­βρίου 1899. Ενώ, τα «Πά­τρια» ά­ρ­χι­σαν να ε­κ­δί­δο­νται α­πό την 1η Οκτω­βρίου 1900. Ο Βου­τυ­ράς εί­ναι έ­να α­πό τα πρό­σω­πα της με­λέ­της της Γα­ζή, που συ­ν­δέ­ο­νται με την Κω­ν­στα­ντι­νού­πο­λη. Δεν θα ή­ταν α­πί­θα­νο, στα έ­ντυ­πα της Κω­ν­στα­ντι­νού­πο­λης να λα­ν­θά­νουν πα­ρα­φυά­δες, που μπο­ρεί να συ­νέ­βα­λαν στην με­τά­πλα­ση των τριών ε­ν­νοιών σε συ­ν­θη­μα­τι­κή φρά­ση. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Διευ­θυ­ντής, ω­στό­σο, της ε­φη­με­ρί­δας ή­ταν ο κα­λός διη­γη­μα­το­γρά­φος Ιωά­ν­νης Δα­μ­βέ­ρ­γης, που α­πα­ξιώ­θη­κε τό­σο α­πό τους συ­γ­χρό­νους του ό­σο και α­πό τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους. Τον α­ν­θο­λο­γεί, ω­στό­σο, ο Ε. Χ. Γο­να­τάς στις «Ασυ­νή­θι­στες ι­στο­ρίες» του. Σε σχε­τι­κό λή­μ­μα Γρα­μ­μα­το­λο­γίας του 1997, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι “ε­ξέ­δι­δε και διέ­νε­με δω­ρεάν, με τη χρη­μα­τι­κή ε­νί­σχυ­ση ι­δίως Ελλή­νων του ε­ξω­τε­ρι­κού, το ε­βδο­μα­διαίο υ­πε­ρ­συ­ντη­ρη­τι­κό ε­θνι­κι­στι­κό φυ­λ­λά­διο «Πά­τρια»”. Ακραία δια­τύ­πω­ση, που δεν συ­μ­βά­λ­λει στην κα­τα­νό­η­ση της ε­πο­χής. Αντι­θέ­τως, η Γα­ζή α­να­πα­ρά­γει το σκο­πό της ε­φη­με­ρί­δας, ό­πως ο­ρί­ζε­ται α­πό τους ι­δρυ­τές της. Κι αυ­τός εί­ναι “η ε­νί­σχυ­ση της ε­λ­λη­νο­πρε­πούς α­να­τρο­φής των νέων και η υ­πο­στή­ρι­ξη της πα­τρίου θρη­σκείας και γλώ­σ­σης”. Όπως και να έ­χει, για κο­ντά μια δε­κα­ε­τία, τα «Πά­τρια» υ­πε­ρα­σπί­στη­καν την κα­θα­ρεύου­σα, α­ντι­πα­λεύο­ντας τους δη­μο­τι­κι­στές του «Νου­μά». Κυ­ρίως υ­πε­ρα­μύ­ν­θη­καν του τρί­πτυ­χου “Εκκλη­σία, Πα­τρίς, Οι­κο­γέ­νεια”, με­τα­φέ­ρο­ντάς το και στις ε­λ­λη­νι­κές κοι­νό­τη­τες της Μι­κράς Ασίας.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; Πριν, ό­μως, την ί­δρυ­ση των δύο ο­μί­λων, στη μα­κριά πε­ρίο­δο ζυ­μώ­σεων, κο­ντά μια ει­κο­σα­ε­τία, που προ­η­γή­θη­κε, πρω­το­στά­τη­σε ο θε­ο­λό­γος Από­στο­λος Μα­κρά­κης. Σύ­μ­φω­να με τη Γα­ζή, αυ­τός εί­ναι ο πρώ­τος που πρό­τει­νε έ­να “πρό­γρα­μ­μα α­να­μό­ρ­φω­σης της κοι­νω­νίας με βά­ση τη χρι­στια­νι­κή δι­δα­σκα­λία, το ο­ποίο α­πο­κρυ­στα­λ­λώ­θη­κε σε συ­γκε­κρι­μέ­νες ο­ρ­γα­νι­κές δο­μές”. Στη με­λέ­τη της πε­ρι­γρά­φο­νται η προ­σω­πι­κό­τη­τά του, οι φι­λο­σο­φι­κές α­ρ­χές της δι­δα­σκα­λίας του, κα­θώς και η με­γά­λη α­πή­χη­ση που εί­χαν οι ι­δέες του. Διο­ρ­θω­τι­κά να α­να­φέ­ρου­με ό­τι ο Μα­κρά­κης δεν γε­ν­νή­θη­κε στην Κω­ν­στα­ντι­νού­πο­λη, α­λ­λά ή­ταν γέ­ν­νη­μα θρέ­μ­μα Σί­φ­νιος. Ας τον θυ­μί­σου­με, α­φού το 2011 εί­ναι και γι’ αυ­τόν ε­πε­τεια­κό έ­τος, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 180 χρό­νια α­πό τη γέ­ν­νη­σή του. Ο Μα­κρά­κης, στη Σί­φ­νο γε­ν­νή­θη­κε και ε­κεί ο­λο­κλή­ρω­σε τις ε­γκύ­κλιες σπου­δές του. Στην Κω­ν­στα­ντι­νού­πο­λη πή­γε δε­κα­πε­ντα­ε­τής, το 1846, ό­που και φοί­τη­σε ως υ­πό­τρο­φος στη Με­γά­λη του Γέ­νους Σχο­λή. Απο­φοι­τώ­ντας ε­ρ­γά­στη­κε ως γρα­μ­μα­τέ­ας του Μη­τρο­πο­λί­τη Μη­θύ­μνης Αγα­θά­γ­γε­λου και στη συ­νέ­χεια, ως δά­σκα­λος, α­ρ­χί­ζο­ντας, α­πό το 1858, να ε­κ­δί­δει πρα­γ­μα­τείες και συ­γ­γρά­μ­μα­τα. Πρά­γ­μα­τι, πή­γε στο Πα­ρί­σι το 1862, ως παι­δα­γω­γός των τέ­κνων έ­λ­λη­να τρα­πε­ζί­τη, α­λ­λά πα­ρέ­μει­νε ε­κεί μό­λις δυο χρό­νια. Επι­στρέ­φο­ντας, μά­λι­στα, στην Κω­ν­στα­ντι­νού­πο­λη, το 1864, πε­ρα­στι­κός α­πό την Αθή­να, ε­κ­φώ­νη­σε τρεις λό­γους στο Πα­νε­πι­στή­μιο, με θέ­μα τα πο­λι­τι­κά του Πλά­τω­να. Ορι­στι­κά ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Αθή­να το 1866 και ά­ρ­χι­σε να α­ρ­θρο­γρα­φεί στην “ε­φη­με­ρί­δα ε­λ­λη­νι­κών α­ρ­χώ­ν” και θρη­σκευ­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα «Δι­καιο­σύ­νη». Από τις σε­λί­δες της προ­τεί­νει να κα­τα­ρ­γη­θεί το “α­κά­θα­ρ­τον, δυ­τι­κόν και με­μια­σμέ­νο­ν” Σύ­ντα­γ­μα. Τον Σε­πτέ­μ­βριο του 1867 α­πο­χώ­ρη­σε α­πό τη συ­ντα­κτι­κή ο­μά­δα της ε­φη­με­ρί­δας και τον Μά­ρ­τιο του 1868, ί­δρυ­σε τη «Σχο­λή του Λό­γου» και στη συ­νέ­χεια, σει­ρά συ­λ­λό­γων. Μπο­ρεί ο Μα­κρά­κης να διώ­χ­θη­κε α­πό την Εκκλη­σία, ω­στό­σο κα­τα­γρά­φη­κε ως “ση­μα­ντι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα της χρι­στια­νι­κής δια­νό­η­σης”. Ενώ, ο μα­κρα­κι­σμός υ­πή­ρ­ξε μια υ­πο­λο­γί­σι­μη πρώ­τη προ­σπά­θεια ε­δραίω­σης του χρι­στια­νι­σμού ως κοι­νω­νι­κού α­να­μο­ρ­φω­τή, με πο­λ­λούς ε­πι­γό­νους, με­τα­ξύ ά­λ­λων και την  Αδε­λ­φό­τη­τα Θε­ο­λό­γων «Η Ζωή», στην ο­ποία α­φιε­ρώ­νει η Γα­ζή το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο της με­λέ­της της. Τον ί­διο τον Μα­κρά­κη, πέ­ραν των γρα­πτών του, μέ­νει να τον θυ­μί­ζει η προ­το­μή του σε κε­ντρι­κή πλα­τεία της γε­νέ­θλιας νή­σου, ό­που βρί­σκε­ται και ο τά­φος του. Πα­ρα­δό­ξως, ό­μως, ά­φη­σε τα ί­χνη του και στην ε­λ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Πα­πα­δια­μά­ντη, του ο­ποίου τα 160 χρό­νια α­πό τη γέ­ν­νη­σή του ε­ο­ρ­τά­ζου­με ε­φέ­τος,&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ένας α­πό τους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς τύ­πους των α­θη­ναϊκών διη­γη­μά­των του Πα­πα­δια­μά­ντη, εί­ναι “ο Αει­πλά­νη­τος”. “Κα­μα­ρό­τος της πρώ­της θέ­σεως εις τα βα­πό­ρια της «Εται­ρείας»”, εί­χε πά­ρει σύ­ντα­ξη “κ’ ε­κοί­τα­ζε πώς να σώ­σει την ψυ­χή του· εν Αθή­ναις ε­σύ­χνα­ζεν εις του Μα­κρά­κη”. Σύ­μ­φω­να με το ο­μό­τι­τ­λο διή­γη­μα του 1903, “έ­τρε­φε κά­ποιαν υ­πό­λη­ψι­ν” για τον α­φη­γη­τή, γι’ αυ­τό και τον ε­ρώ­τη­σε τι φρο­νεί πε­ρί Μα­κρά­κη και Μα­κρα­κι­σμού. Και ε­κεί­νος του α­πά­ντη­σε δι­πλω­μα­τι­κά: “Δεν υ­πά­ρ­χει α­μ­φι­βο­λία, κυ­ρ-Γιά­ν­νη, ό­τι πο­λ­λοί των Μα­κρα­κι­στών εί­ναι κα­λοί ά­ν­θρω­ποι, και ό­τι ο Μα­κρά­κης θα ή­τον πο­λύ κα­λός και ω­φέ­λι­μος… Αλλά, τι να σου πω κ’ ε­γώ, «νό­μω κα­λόν, νό­μω κα­κόν». Εάν, πα­ρα­δεί­γ­μα­τος χά­ριν, το δεί­να σπί­τι ε­κη­ρύ­σ­σε­το α­ρ­μο­δίως υ­πό των ια­τρών χο­λε­ρια­σμέ­νον ή βλο­για­σμέ­νον, θα εί­χες πο­τέ την τό­λ­μην να πα­τή­σης την κα­ρα­ντί­να και να ει­σέ­λ­θης εις αυ­τό;”&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ακό­μη πε­ρι­σ­σό­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή εί­ναι “η Μα­κρα­κι­στί­να” του ο­μό­τι­τ­λου, και πά­λι α­θη­ναϊκού, διη­γή­μα­τος, δη­μο­σιευ­μέ­νου α­κρι­βώς έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­το του Μα­κρά­κη, που α­πο­δή­μη­σε στις 24 Δε­κε­μ­βρίου 1905. Πρό­κει­ται για την κυ­ρα-Γιω­ρ­γού­λα, μια α­πό τις πιο δο­λε­ρές η­ρωί­δες του Πα­πα­δια­μά­ντη. Εί­ναι “Αρτι­νή, ε­πι­τη­δεία πο­λύ, οι­κο­νό­μος, μα­γεί­ρι­σ­σα, α­να­γνώ­στρια, ψά­λ­τρια”, τα­κτι­κή στις συ­να­θροί­σεις της «Σχο­λής του Λό­γου». Ο Πα­πα­δια­μά­ντης, πά­ντως, πα­ρά τις συ­νε­χείς διώ­ξεις του Μα­κρά­κη, δεν στέ­κε­ται α­πό­λυ­τα κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κός. Στο προ­η­γού­με­νο διή­γη­μα του 1903, γρά­φει: “Οι α­ρ­μό­διοι, δηλ. η Ιε­ρά Σύ­νο­δος, τον ε­κή­ρυ­ξε κα­κό­δο­ξον και αι­ρε­τι­κόν. Μέ­χρις α­πο­δεί­ξεως του ε­να­ντίου, και πριν α­νώ­τε­ρον τι δι­κα­στή­ριον, φέ­ρ’ ει­πείν η Με­γά­λη Εκκλη­σία και τ’ ά­λ­λα Πα­τρια­ρ­χεία, α­κυ­ρώ­σουν την πρά­ξιν της Ιε­ράς Συ­νό­δου της Ελλά­δος, και κη­ρύ­ξουν τον Μα­κρά­κην υ­γιαί­νο­ντα πε­ρί την πί­στιν και ο­ρ­θό­δο­ξον, πας χρι­στια­νός ο­φεί­λει να πει­θα­ρ­χή εις τους ο­ρα­τούς α­ντι­προ­σώ­πους της Εκκλη­σίας, εί­τε α­μα­ρ­τω­λοί εί­ναι ού­τοι εί­τε ά­γιοι, και να μην πλη­σιά­ζη εις τον Μα­κρά­κη­ν”. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πο­λ­λά χρό­νια πριν, το κα­λο­καί­ρι του 1891, ό­ταν ο Μα­κρά­κης έ­κα­νε μια με­γά­λη πε­ριο­δεία σε Χα­λ­κί­δα, Σκιά­θο, Βό­λο, Λά­ρι­σα, Τρί­κα­λα, Κα­ρ­δί­τσα, Στυ­λί­δα, Λα­μία, ε­κ­φω­νώ­ντας ο­μι­λίες, ο πα­τήρ Πα­πα­δια­μά­ντης, ο ιε­ρέ­ας Αδα­μά­ντιος Εμμα­νουή­λ, πα­ρε­νέ­βη­κε δυ­να­μι­κά, προ­σπα­θώ­ντας να μα­ταιώ­σει τον προ­ση­λυ­τι­σμό του λα­ού σε μι­σα­λ­λό­δο­ξες δο­ξα­σίες. Τό­τε προ­κλή­θη­κε “το μα­κρά­κιον ε­πει­σό­διο­ν”, γνω­στό έως σή­με­ρα χά­ρις στα δυο α­γα­να­κτι­σμέ­να ά­ρ­θρα του Πα­πα­δια­μά­ντη, δη­μο­σιευ­μέ­να υ­πό τη μο­ρ­φή ε­πι­στο­λών προς την «Ακρό­πο­λιν» και το «Άστυ», το κα­λο­καί­ρι του 1891. Σε αυ­τά, υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νος ε­αυ­τόν α­πό τις ε­πι­θέ­σεις της ε­φη­με­ρί­δας του Μα­κρά­κη, γρά­φει: “Εγώ εί­μαι τέ­κνον γνή­σιον της Ορθο­δό­ξου Εκκλη­σίας, ε­κ­προ­σω­που­μέ­νης υ­πό των ε­πι­σκό­πων της. Εάν δε τυ­χόν πο­λ­λοί τού­των εί­ναι α­μα­ρ­τω­λοί, α­ρ­μο­δία να κρί­νη εί­ναι μό­νη η Εκκλη­σία…” Αυ­τήν την τε­λευ­ταία ά­πο­ψη την ε­ν­σω­μα­τώ­νει έ­ντε­χνα, ό­πως εί­δα­με, στο προ­α­να­φε­ρ­θέν διή­γη­μα του 1903. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ακό­μη νω­ρί­τε­ρα, Ια­νουά­ριο 1888, στη νε­κρο­λο­γία του εκ μη­τρός πρό­γο­νού του, ιε­ρο­μό­να­χου Διο­νυ­σίου Επι­φα­νιά­δη, γνω­στού ως Γέ­ρο­ντα, γιού του δι­δά­σκα­λου του Γέ­νους Επι­φα­νίου Δη­μη­τριά­δη, γρά­φει: “Ο Διο­νύ­σιος α­νή­κεν εις την α­ρ­χαιο­πρε­πή ε­κεί­νην τά­ξιν των μο­να­χών, των Κο­λ­λυ­βά­δων κα­λου­μέ­νων, ης ή­το ο τε­λευ­ταίος σχε­δόν α­ντι­πρό­σω­πος. Πα­ρά των Κο­λ­λυ­βά­δων τού­των η­θέ­λη­σε και ο κ. Μα­κρά­κης να μι­μη­θή τι­να έ­θι­μα…” Επί­σης, πα­ρα­τη­ρεί: “Πο­λ­λοί α­πα­τη­θέ­ντες συ­νέ­χε­ον τον γη­ραιόν πνευ­μα­τι­κόν προς τους μα­κρα­κι­στάς και ε­νό­μι­σαν, ό­τι ο Διο­νύ­σιος ή­το ο­πα­δός του συ­ντά­κτου του «Λό­γου»… Ο σε­βά­σμιος α­γω­νι­στής της Ορθο­δο­ξίας ή­το κα­τά γε­νεάν ό­λην πρε­σβύ­τε­ρος του κ. Μα­κρά­κη…” Πε­ρι­σ­σό­τε­ρα για “τα πα­λαιά έ­θι­μα”, που θέ­λη­σε να οι­κειο­ποιη­θεί ο Μα­κρά­κης α­λ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα για τη σχέ­ση του με “την α­ρ­χαιο­πρε­πή κοι­νό­τη­τα” των Κο­λ­λυ­βά­δων, τα α­να­πλά­θει σε έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα σκια­θί­τι­κα διη­γή­μα­τά του. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο Γέ­ρο­ντας Διο­νύ­σιος ή­ταν και ο α­να­και­νι­στής της Μο­νής της Πα­να­γίας της Κου­νί­στρας ή Κου­νί­στριας, στην δυ­τι­κή α­κτή του νη­σιού. Κα­τά την θρη­σκευ­τι­κή πα­ρά­δο­ση, πή­ρε την ο­νο­μα­σία της α­πό ει­κό­να της Πα­να­γίας, που βρέ­θη­κε στην εν λό­γω το­πο­θε­σία, “κου­νά­με­νη” α­πό τον αέ­ρα σε κλα­διά πεύ­κου. Αυ­τή η ει­κό­να της Πα­να­γίας στά­θη­κε η α­φο­ρ­μή  να συ­γκρου­σθεί ο Πα­πα­δια­μά­ντης με έ­τε­ρο πρω­τα­γω­νι­στή της με­λέ­της της Γα­ζή, τον Μη­τρο­πο­λί­τη Δη­μη­τριά­δος Γε­ρ­μα­νό. Αυ­τή τη φο­ρά, ό­χι μό­νο δια της γρα­φί­δας του, α­λ­λά και αυ­το­προ­σώ­πως, στην πό­λη της Σκιά­θου, και συ­γκε­κρι­μέ­να, στο Ναό των Τριών Ιε­ρα­ρ­χών, ό­που φυ­λα­σ­σό­ταν η ει­κό­να. Το ι­στο­ρι­κό της σύ­γκρου­σης Πα­πα­δια­μά­ντη-Γε­ρ­μα­νού το α­φη­γεί­ται ο θε­ο­λό­γος Δη­μή­τρης Τσι­βι­λί­δης στον τό­μο «Βό­λος 1908» του «Αρχείου Θε­σ­σα­λι­κών Με­λε­τών», ο ο­ποίος και λει­του­ρ­γεί συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά στον βίο και την πο­λι­τεία του Μη­τρο­πο­λί­τη Δη­μη­τριά­δος, ό­πως αυ­τός σκια­γρα­φεί­ται στη με­λέ­τη. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Γε­ν­νη­μέ­νος στα Ψα­ρά, το 1872, ο κα­τά κό­σμον Γε­ρ­μα­νός Μαυ­ρο­μ­μά­της, α­πο­φοί­τη­σε α­πό το γυ­μνά­σιο Χίου και ως δι­δά­κτωρ θε­ο­λο­γίας, χει­ρο­το­νή­θη­κε διά­κο­νος στην Αθή­να και α­νέ­λα­βε διευ­θυ­ντής των γρα­φείων του Πα­τρια­ρ­χείου της Αλε­ξά­ν­δρειας. Εκεί, πρω­το­συ­νά­ντη­σε την πέ­τρα του σκα­ν­δά­λου των “Αθεϊκώ­ν” Πη­νε­λό­πη Χρι­στά­κου. Σε ε­πι­στο­λή του ο Δε­λ­μού­ζος προς την Πη­νε­λό­πη Δέ­λ­τα γρά­φει: «…προ­στα­τευό­με­νη του Πα­γώ­νη η Χρι­στά­κου, ε­νός θα­νά­σι­μου ε­χ­θρού του Σε­βα­σμιω­τά­του, που τον εί­χε διώ­ξει α­πό τα Πα­τρια­ρ­χεία της Αλε­ξα­ν­δρείας, ως ρω­σ­σό­φρο­να…» Δεν χά­θη­κε, πά­ντως, ο ε­κ­διω­χ­θείς ιε­ρω­μέ­νος. Αντι­θέ­τως. Αρχι­κά ε­ρ­γά­στη­κε ως ιε­ρο­κή­ρυ­κας στην Ηλεία και με­τά, στην Δη­μη­τριά­δα. Εκεί, με­τά το θά­να­το του Μη­τρο­πο­λί­τη, ό­ντας τό­τε Αρχι­μα­ν­δρί­της, κα­τέ­λα­βε τον ε­πι­σκο­πι­κό θρό­νο. Μό­νο που ο α­πο­θα­νών προ­κά­το­χός του εί­χε δω­ρί­σει και τον Μη­τρο­πο­λι­τι­κό οί­κο και τα γρα­φεία στην Φι­λό­πτω­χο Αδε­λ­φό­τη­τα Βό­λου. Μα­χη­τι­κός ο νέ­ος Μη­τρο­πο­λί­της, α­πο­φά­σι­σε α­νέ­γε­ρ­ση νέων και προς συ­λ­λο­γή οι­κο­νο­μι­κών πό­ρων, εί­χε την έ­μπνευ­ση, ως ά­λ­λος Και­σά­ριος Δα­πό­ντε, να κα­τα­φύ­γει σε ζη­τεία διά της πε­ρι­φο­ράς μιας θαυ­μα­του­ρ­γής ει­κό­νας. Μια α­πό τις δια­θέ­σι­μες της ε­πι­σκο­πι­κής του ε­πι­κρά­τειας ή­ταν και ε­κεί­νη της Πα­να­γίας της Κου­νί­στρας. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αμ’ έ­πος αμ έ­ρ­γον. Στα μέ­σα Δε­κε­μ­βρίου του 1908, ε­πι­σκέ­φθη­κε τη Σκιά­θο, τά­χα­τες για να γνω­ρί­σει το ποί­μνιό του, στην πρα­γ­μα­τι­κό­τη­τα για να υ­φα­ρ­πά­ξει την θαυ­μα­του­ρ­γή ει­κό­να. Λο­γά­ρια­ζε, ό­μως, χω­ρίς τον ξε­νο­δό­χο. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης, που, τον μή­να Μά­ρ­τιο, φω­το­γρα­φι­ζό­ταν στη Δε­ξα­με­νή γα­λή­νιος ως α­σκη­τής, σχε­δόν υ­πε­ρ­κό­σμιος, αυ­τός ο “γλυ­κύς της Ελλά­δος μας Άντε­ρ­σεν, ο σταυ­ρο­κο­πού­με­νος”, κα­τά τον ει­ρω­νι­κό σχο­λια­σμό του Δη­μο­σθέ­νη Κού­ρ­το­βικ , “πρω­το­στα­τεί σαν α­λη­θι­νός α­ντά­ρ­της και δη­με­γέ­ρ­της στον ξε­ση­κω­μό του Σκια­θί­τι­κου λα­ού”. “Την ψυ­χή μας μπο­ρεί να πά­ρε­τε ό­χι ό­μως την ει­κό­να”, δη­λώ­νει ευ­θα­ρ­σώς στον Μη­τρο­πο­λί­τη. Νύ­κτα φυ­γα­δεύ­τη­κε ο Δη­μη­τριά­δος για να γλυ­τώ­σει α­πό την μή­νιν του πλή­θους. Και βε­βαίως, ά­πρα­κτος, χω­ρίς πο­τέ να πρα­γ­μα­το­ποιή­σει το ό­νει­ρό του για τον νέο Μη­τρο­πο­λι­τι­κό Οί­κο. Θα ε­πα­νέ­λ­θει, ω­στό­σο, στο προ­σκή­νιο με τα “Αθεϊκά”, τη χρο­νιά που πε­θαί­νει ο Πα­πα­δια­μά­ντης. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ολο­κλη­ρώ­νο­ντας αυ­τήν την α­νυ­πό­φο­ρα πλα­τεια­στι­κή βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, έ­να ση­μείο που θα πρέ­πει να το­νι­στεί  εί­ναι τα θο­λά ό­ρια με­τα­ξύ προϊστο­ρίας και ι­στο­ρίας του συ­ν­θή­μα­τος. Πό­τε, δη­λα­δή, το τρί­πτυ­χο των ε­ν­νοιών α­πό ι­δε­ο­λο­γι­κό πι­στεύω γί­νε­ται σύ­ν­θη­μα α­μι­γώς προ­πα­γα­ν­δι­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Ένα κα­λό πα­ρά­δει­γ­μα των θο­λών ο­ρίων, κα­θώς και γεύ­ση α­πό τις ε­ν­δο­θρη­σκευ­τι­κές δια­μά­χες, μας δί­νει ο Πα­πα­δια­μά­ντης. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Φωτο:  Ο σίφνιος θεολόγος Απόστολος Μακράκης.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/7/2011.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-5619240629849375526?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/5619240629849375526/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=5619240629849375526' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/5619240629849375526'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/5619240629849375526'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/09/blog-post_562.html' title='Ο Δάσκαλος, ο Μητροπολίτης και ο Παπαδιαμάντης'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-uDIckP8FFG4/TmOMD3cP4MI/AAAAAAAAARw/zM4PYWFe95o/s72-c/2472011.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-5505258123785231399</id><published>2011-09-04T07:27:00.000-07:00</published><updated>2011-09-04T07:30:27.929-07:00</updated><title type='text'>Ο άνθρωπος επιβιώνει  πρωτίστως με συνθήματα</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Έφη Γα­ζή&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«“Πα­τρίς Θρη­σκεία Οι­κο­γέ­νεια”&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Ιστο­ρία ε­νός συν­θή­μα­τος&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;(1880-1930)»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Εκδό­σεις Πό­λις&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Φε­βρουά­ριος 2011&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; &lt;/div&gt;&lt;img src="http://4.bp.blogspot.com/-PaN5nUvqrgc/TmOLbVmtkuI/AAAAAAAAARo/VnAspenhWbw/s320/1772011-1.jpg" style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 234px; height: 320px;" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5648511659424977634" /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Εάν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι η Έφη Γα­ζή εί­χε εκ­δώ­σει τη με­λέ­τη της στο γύ­ρι­σμα του 21ου αιώ­να, αυ­τή θα α­ντι­με­τω­πι­ζό­ταν ως α­μι­γώς ι­στο­ρι­κή με­λέ­τη, ε­ντασ­σό­με­νη στην ι­στο­ρία του συ­ντη­ρη­τι­σμού ως έ­να ε­πι­μέ­ρους κε­φά­λαιό της. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, χω­ρίς να χά­νει το ι­στο­ρι­κό της εν­δια­φέ­ρον, α­πο­κτά μια α­να­πά­ντε­χα ε­πι­και­ρι­κή διά­στα­ση. Το 2000, οι τρεις έν­νοιες που α­παρ­τί­ζουν το σύν­θη­μα “Πα­τρίς Θρη­σκεία Οι­κο­γέ­νεια”, με το ι­στο­ρι­κό του ο­ποίου  κα­τα­πιά­στη­κε η με­λε­τή­τρια, θεω­ρού­νταν α­πό τον κυ­ρίαρ­χο λό­γο πα­ρω­χη­μέ­νες ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, ι­στο­ρι­κής μό­νο α­ξίας. Τό­τε, έ­πνεε ού­ριος ο ά­νε­μος της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, με κυ­ρίαρ­χο το πνεύ­μα της α­νε­ξι­θρη­σκίας και της ε­λευ­θε­ριό­τη­τας. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, οι τρεις έν­νοιες ε­πα­νέρ­χο­νται, του­λά­χι­στον κα­τά μό­νας, κα­θώς φαί­νε­ται να ε­πα­να­κτούν, για ο­ρι­σμέ­να κοι­νω­νι­κά σύ­νο­λα, έ­να μέ­ρος της συ­γκολ­λη­τι­κής τους ι­σχύος. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο ό­ρος συ­ντη­ρη­τι­σμός προέ­κυ­ψε στα κα­θ’ η­μάς με κα­θυ­στέ­ρη­ση ως με­τά­φρα­ση του α­ντί­στοι­χου αγ­γλι­κού, μό­λις στα τέ­λη του 19ου αιώ­να. Δη­λα­δή, την ε­πο­μέ­νη του α­τυ­χούς πο­λέ­μου του 1897, ό­ταν θρα­σο­μα­νού­σε η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση και ή­ταν διά­χυ­τη η κοι­νω­νι­κή δυ­σφο­ρία. Μέ­χρι τό­τε πα­ρα­πλή­σιες στά­σεις χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν ως πι­στές στην πα­ρά­δο­ση. Πι­θα­νώς και κά­πως σχη­μα­τι­κά, η τρέ­χου­σα οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, το ο­ξύ με­τα­να­στευ­τι­κό πρό­βλη­μα μέ­χρι και η ε­λευ­θε­ριό­τη­τα ή έ­στω, το κό­στος που προϋπο­θέ­τει, τό­σο οι­κο­νο­μι­κής φύ­σεως ό­σο και ψυ­χο­λο­γι­κής, φέρ­νουν, και πά­λι με κα­θυ­στέ­ρη­ση, έ­ναν πα­ρα­πλή­σιο ό­ρο, αυ­τόν του νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμού, που θα μπο­ρού­σε να α­ντι­κα­τα­στα­θεί και α­πό την εύ­ση­μη έκ­φρα­ση “ε­πι­στρο­φή στην πα­ρά­δο­ση”. Βε­βαίως, αυ­τή η ε­πα­να­φο­ρά των τριών εν­νοιών δεν ση­μαί­νει, σώ­νει και κα­λά, α­να­βίω­ση του τρι­με­ρούς συν­θή­μα­τος υ­πό τη μορ­φή του ι­δε­ο­λο­γή­μα­τος, με την ο­ποία εί­χε στον και­ρό του χρη­σι­μο­ποιη­θεί. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, για κά­θε συν­θη­μα­τι­κή φρά­ση εί­ναι, κα­τ’ αρ­χήν, η κυο­φο­ρία της, κα­τά την ο­ποία α­να­νο­η­μα­το­δο­τού­νται και ταυ­τό­χρο­να, κω­δι­κο­ποιού­νται οι λέ­ξεις που την α­παρ­τί­ζουν και στη συ­νέ­χεια, η ε­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση της, που την κα­θι­στά ευ­κό­λως α­να­κλη­τή. Από ε­κεί και πέ­ρα, δο­θεί­σης της α­νά­γκης ή και της ευ­και­ρίας ε­πα­νέρ­χε­ται. Άλλω­στε, σύμ­φω­να και με το εύ­στο­χο μό­το της με­λέ­της, δά­νειο α­πό τον Ρό­μπερτ Λούι Στή­βεν­σο­ν: «Ο άν­θρω­πος εί­ναι έ­να πλά­σμα, που δεν ε­πι­βιώ­νει μό­νο με άρ­το αλ­λά, πρω­τί­στως, με συν­θή­μα­τα». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ε­δώ χρειά­ζε­ται να θυ­μί­σου­με σε ό­σους α­γνοούν τα α­πο­φθεγ­μα­τι­κά κεί­με­να του Στή­βεν­σον, α­πό τα ο­ποία αν­τλή­θη­κε η φρά­ση, ό­τι ε­κεί­νος δεν α­να­φέ­ρε­ται α­κρι­βώς σε συν­θή­μα­τα αλ­λά μάλ­λον σε λαϊκές ρή­σεις. Το θέ­μα που τον α­πα­σχο­λεί εί­ναι οι δυ­σκο­λίες συμ­βίω­σης δύο έγ­γα­μων, που προέρ­χο­νται α­πό την γνώ­μη, την ο­ποία ο κα­θέ­νας α­πό τους δυο έ­χει σχη­μα­τί­σει για το άλ­λο φύ­λο μέ­σα α­πό θυ­μό­σο­φες εκ­φρά­σεις, οι ο­ποίες ε­λά­χι­στα α­ντα­πο­κρί­νο­νται στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Αν, ό­μως, κά­τι ι­σχύει για το κύτ­τα­ρο της οι­κο­γέ­νειας, σε με­γα­λύ­τε­ρα σύ­νο­λα δεν μπο­ρεί πα­ρά να ε­παυ­ξά­νε­ται η ι­σχύς του. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όπως και να έ­χει, την Γα­ζή δεν την α­πα­σχο­λεί η φά­ση χρή­σης του συν­θή­μα­τος. Δη­λα­δή, οι δυο μεί­ζο­νες δι­κτα­το­ρίες του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να: η προ­πο­λε­μι­κή του Με­τα­ξά και η με­τα­πο­λε­μι­κή των Συ­νταγ­μα­ταρ­χών. Ωστό­σο, στον ε­πί­λο­γο της με­λέ­της της α­να­τρέ­χει στον λό­γο του Ιωάν­νη Με­τα­ξά στην Μα­ράσ­λειο Παι­δα­γω­γι­κή Ακα­δη­μία τον Ιού­νιο του 1937 (α­πο­κλείε­ται, πά­ντως, την 31η του μη­νός), που τε­λειώ­νει ως ε­ξής: “Χρειά­ζο­νται δυο πράγ­μα­τα δια να φέ­ρε­τε εις πέ­ρας το έρ­γο τού­το: Πί­στις προς τα με­γά­λα ι­δα­νι­κά της Πα­τρί­δος, της Θρη­σκείας και της οι­κο­γέ­νειας και α­γά­πη και α­φο­σίω­σις προς αυ­τά”. Με “το έρ­γο τού­το” πρέ­πει να εν­νο­εί, κα­τα­πώς εί­χε δια μα­κρών α­να­πτύ­ξει, την υ­πο­χρέω­ση των δα­σκά­λων να πλά­σουν “σώ­μα­τα και προ­πα­ντός ψυ­χάς ελ­λη­νι­κάς”.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η με­λε­τή­τρια θυ­μί­ζει αυ­τήν την κο­ρώ­να του με­τα­ξι­κού λό­γου, σχο­λιά­ζο­ντας ό­τι θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να ι­σχυ­ρι­στεί ό­τι “μια φρά­ση λέει αυ­τό που λέει την ώ­ρα που λέ­γε­ται”. Το ί­διο, α­κρι­βώς, θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να ι­σχυ­ρι­στεί και για την πα­ρα­πλή­σια συν­θη­μα­τι­κή φρά­ση της α­πρι­λια­νής δι­κτα­το­ρίας: «Ελλάς Ελλή­νων Χρι­στια­νών». Η, εν λό­γω, φρά­ση εί­ναι φαι­νο­με­νι­κά δι­με­ρής, κα­θώς το τρί­το σκέ­λος, αυ­τό της οι­κο­γέ­νειας α­πο­δί­δε­ται πλα­γίως δια της χρή­σεως της γε­νι­κής πτώ­σεως. Η ί­δια, πά­ντως, δεν αρ­κέ­στη­κε σε έ­ναν πα­ρό­μοιο, ε­πι­φα­νεια­κό ι­σχυ­ρι­σμό, αλ­λά έ­θε­σε ως υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας την ει­κα­σία ό­τι υ­πήρ­ξε μια μα­κριά πε­ρίο­δος κυο­φο­ρίας αυ­τών των συν­θη­μα­τι­κών φρά­σεων, την ο­ποία και άρ­χι­σε να ε­ρευ­νά. Με βά­ση το υ­λι­κό, που συ­γκέ­ντρω­σε, έ­πλε­ξε μια εν­δια­φέ­ρου­σα α­φή­γη­ση για την προϊστο­ρία τους. Βε­βαίως, ό­πως κα­τά κα­νό­να συμ­βαί­νει, η α­φή­γη­ση του ι­στο­ρι­κού ε­ξαρ­τά­ται α­πό το συ­γκε­ντρω­μέ­νο υ­λι­κό και ε­κεί­νο, με τη σει­ρά του, εί­ναι συ­νάρ­τη­ση της ο­πτι­κής της έ­ρευ­νας, στην ο­ποία κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο παί­ζουν οι προϋπάρ­χου­σες έ­ρευ­νες, που ε­ντάσ­σο­νται στο ί­διο ευ­ρύ­τε­ρο θε­μα­τι­κό πε­δίο.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη με­λέ­τη, ο χώ­ρος άν­τλη­σης του υ­λι­κού ο­ρί­ζε­ται α­φε­νός μεν α­πό τις ορ­θό­δο­ξες χρι­στια­νι­κές α­δελ­φό­τη­τες, που το­πο­θε­τού­νται ε­κτός Εκκλη­σίας, κά­πο­τε σε α­ντί­πα­λο προς αυ­τήν ρό­λο, συ­χνό­τε­ρα ό­μως σε υ­πο­στη­ρι­κτι­κό, και α­φε­τέ­ρου, α­πό τους ποι­κί­λους συλ­λό­γους πα­τριω­τι­κού και η­θο­πλα­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Στα­χυο­λο­γώ­ντας α­πό την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία των ε­ντύ­πων τους, στοι­χειο­θε­τεί­ται εν μέ­ρει η α­φή­γη­ση. Δε­δο­μέ­νου ό­τι το εν λό­γω σύν­θη­μα έ­χει συ­χνά συ­σχε­τι­στεί με τον εκ­κλη­σια­στι­κό χώ­ρο, θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να εκ­φρά­σει την α­πο­ρία, για­τί να μην ε­πε­κτα­θεί η έ­ρευ­να και στα εκ­κλη­σια­στι­κά έ­ντυ­πα. Αν δεν σφάλ­λου­με, αυ­τά α­πο­τε­λούν, του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας, terra incognita. Επί­σης, σε πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές, το σύν­θη­μα εί­χε συν­δε­θεί με τον, άλ­λο­τε πο­τέ, α­λυ­τρω­τι­σμό, ο­πό­τε κά­ποιος θα μπο­ρού­σε να προ­τεί­νει ε­πέ­κτα­ση της έ­ρευ­νας σε έ­ντυ­πα πέ­ραν του ελ­λα­δι­κού χώ­ρου, στις ο­θω­μα­νι­κές πε­ριο­χές και τον πα­ροι­κια­κό ελ­λη­νι­σμό. Άλλω­στε, μια πα­ρό­μοια διεύ­ρυν­ση φαί­νε­ται να την υ­πα­γο­ρεύει και το με­γά­λο χρο­νι­κό ά­νοιγ­μα του ε­ρευ­νη­τι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος. Ιδιαί­τε­ρα φι­λό­δο­ξη η α­φή­γη­ση κα­λύ­πτει μια ο­λό­κλη­ρη πε­ντη­κο­ντα­ε­τία. Αδρο­με­ρώς, α­πό την προ­σάρ­τη­ση της Θεσ­σα­λίας, ό­ταν η “πα­τρίς”  άρ­χι­σε να ε­πε­κτεί­νε­ται, μέ­χρι το έ­τος, που σύρ­θη­κε σε δί­κη ο Κα­ζα­ντζά­κης “ε­πί χλευα­σμώ της θρη­σκείας” και δό­θη­κε δι­καίω­μα ψή­φου στις γυ­ναί­κες. Πα­ρό­λο που το δι­καίω­μα α­φο­ρού­σε μό­νο δη­μο­τι­κές και κοι­νο­τι­κές ε­κλο­γές, στά­θη­κε, ού­τως ή άλ­λως, μια κα­κή αρ­χή, που έ­θε­σε σε κίν­δυ­νο το τρί­το σκέ­λος, αυ­τό της οι­κο­γέ­νειας. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ωστό­σο, στον μι­σό αιώ­να, α­πό το 1880 έως το 1930, που κα­λύ­πτει η α­φή­γη­ση υ­πήρ­ξαν φά­σεις πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρης συ­ναι­σθη­μα­τι­κής φόρ­τι­σης του κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος α­πό ε­κεί­νη της δί­κης του Κα­ζα­ντζά­κη ή της πε­ριο­ρι­σμέ­νης γυ­ναι­κείας ψή­φου. Φά­σεις τέ­τοιας έ­ντα­σης, ώ­στε να α­πει­λεί­ται η κοι­νω­νι­κή τά­ξη. Πρό­κει­ται για πε­ριό­δους πραγ­μα­τι­κού “η­θι­κού πα­νι­κού”, έ­τσι ό­πως η κα­τά­στα­ση σύγ­χυ­σης φορ­τί­στη­κε, ε­πι­δέ­ξια και δο­λίως, α­πό τον Τύ­πο. Ως γνω­στόν, σε κά­θε κα­τά­στα­ση “η­θι­κού πα­νι­κού” υ­πάρ­χουν οι υ­πο­κι­νη­τές και οι φτω­χο­διά­βο­λοι που τον υ­φί­στα­νται. Από ε­κεί και πέ­ρα, ο φέ­ρων την ευ­θύ­νη συ­χνά εί­ναι το θύ­μα. Η με­λέ­τη της Γα­ζή α­φιε­ρώ­νει συ­ναρ­πα­στι­κές σε­λί­δες στον “η­θι­κό πα­νι­κό”  του 1911, ό­ταν ξέ­σπα­σαν τα λε­γό­με­να “Αθεϊκά” του Βό­λου και α­ντι­στοί­χως, το 1925, με τα “Μα­ρασ­λεια­κά” της Αθή­νας. Πρω­ταί­τιος σε αμ­φό­τε­ρα στά­θη­κε ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος, ο ο­ποίος και πρω­τα­γω­νι­στεί στις μέ­χρι σή­με­ρα ι­στο­ρι­κές α­φη­γή­σεις. Όχι, ό­μως, σε αυ­τήν της Γα­ζή. Εκεί­νο που κα­θο­ρί­ζει, εν πολ­λοίς, μια α­φή­γη­ση, α­πό ι­στο­ρι­κή έως μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή, εί­ναι τα πρό­σω­πα που πρω­τα­γω­νι­στούν. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, η με­λέ­τη της Γα­ζή έ­χει το α­τού των μο­ντερ­νί­στι­κων μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Δεν ε­στιά­ζει στους ή­ρωες αλ­λά στους α­ντιή­ρωες. Κι αυ­τοί, στα “Αθεϊκά”, ή­ταν ο Μη­τρο­πο­λί­της Δη­μη­τριά­δος Γερ­μα­νός και ο αρ­χι­συ­ντά­κτης της ε­φη­με­ρί­δας «Κή­ρυξ» Δη­μο­σθέ­νης Κούρ­το­βι­κ, στην ε­πο­χή του έ­νας α­πό τους πλέ­ον τα­λα­ντού­χους της γρα­φί­δας. Ενώ, στα “Μα­ρασ­λεια­κά”, ο Βο­ρειο­η­πει­ρώ­της, με­τέ­πει­τα κα­θη­γη­τής παι­δα­γω­γι­κής, Σπυ­ρί­δων Καλ­λιά­φας. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Το εν­δια­φέ­ρον κερ­δί­ζουν και δύο γυ­ναί­κες, που δεν πρω­τα­γω­νι­στούν μεν στα συμ­βά­ντα, αλ­λά α­πο­τέ­λε­σαν την πέ­τρα του σκαν­δά­λου, συμ­βάλ­λο­ντας στους δυο “η­θι­κούς ποι­νι­κούς”. Στα “Αθεϊκά”, ή­ταν η δα­σκά­λα Πη­νε­λό­πη Χρι­στά­κου και στα “Μα­ρασ­λεια­κά” η Ρό­ζα Ιμβριώ­τη. Την τά­ξη της Χρι­στά­κου ε­πέ­λε­ξε να ε­πι­σκε­φθεί ο Μη­τρο­πο­λί­της για να δια­πι­στώ­σει ι­δίοις όμ­μα­σι τον σφα­λε­ρό τρό­πο λει­τουρ­γίας του Παρ­θε­να­γω­γείου. Ενώ, ο μη ε­θνι­κός τρό­πος που δί­δα­σκε την ι­στο­ρία της Επα­νά­στα­σης του 1821 η Ιμβριώ­τη ή­ταν η θρυαλ­λί­δα για τα “Μα­ρασ­λεια­κά”. Κα­τά σύ­μπτω­ση, μια σχε­τι­κά πρό­σφα­τη κα­τά­στα­ση “η­θι­κού πα­νι­κού” με α­φορ­μή δι­δα­κτι­κό εγ­χει­ρί­διο Ιστο­ρίας εί­χε και πά­λι ως πέ­τρα του σκαν­δά­λου μια εκ­παι­δευ­τι­κό. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όπως και να έ­χει, οι α­ντιή­ρωες της Γα­ζή δεν ε­ξαν­τλού­νται με ό­σους α­να­φέ­ρα­με. Οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι πρω­τα­γω­νι­στούν μό­νο στο δεύ­τε­ρο και το τρί­το κε­φά­λαιο της με­λέ­της της, που α­φιε­ρώ­νο­νται στα συ­γκε­κρι­μέ­να κομ­βι­κά συμ­βά­ντα, τα ο­ποία α­πεί­λη­σαν το status quo του κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος. Συμ­βά­ντα, που, βε­βαίως, δεν α­φο­ρού­σαν μό­νο την αρ­μό­ζου­σα στο έ­θνος γλώσ­σα, δη­λα­δή το λε­γό­με­νο γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα, αλ­λά και τις σο­σια­λι­στι­κές ι­δέες. Με την ί­δρυ­ση, το 1908, του Ανώ­τε­ρου Δη­μο­τι­κού Παρ­θε­να­γω­γείου Βό­λου, ε­στία των “Αθεϊκώ­ν”, συν­δέ­θη­κε το Εργα­τι­κό Κέ­ντρο Βό­λου, που ι­δρύ­θη­κε το ί­διο έ­τος. Ενώ, των “Μα­ρασ­λεια­κώ­ν” προ­η­γή­θη­κε το «Εθνι­κόν Συ­νέ­δριον», που ορ­γά­νω­σε στις αρ­χές του 1925 η Εται­ρεία «Ελλη­νι­σμός» του Νε­ο­κλή Κα­ζά­ζη, ο ο­ποίος στην ε­ναρ­κτή­ρια ο­μι­λία του τό­νι­σε την α­πει­λή της κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης και του μπολ­σε­βι­κι­σμού. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Σε αυ­τά τα κε­φά­λαια, πά­ντως, ο πα­τριω­τι­κός και θρη­σκευ­τι­κός χώ­ρος, καί­τοι ε­πι­τί­θε­ται, ου­σια­στι­κά βρί­σκε­ται σε θέ­ση ά­μυ­νας. Σε α­ντί­θε­ση με το πρώ­το και το τε­λευ­ταίο, τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο της με­λέ­της, στα ο­ποία σύλ­λο­γοι, ε­ται­ρείες και α­δελ­φό­τη­τες έ­χουν την πρω­το­βου­λία και εμ­φα­νί­ζο­νται ως κοι­νω­νι­κοί α­να­μορ­φω­τές. Σε αυ­τά, πρω­το­στα­τούν νέ­οι α­ντιή­ρωες, σή­με­ρα, μάλ­λον λη­σμο­νη­μέ­νοι, του­λά­χι­στον οι πα­λαιό­τε­ροι. Ένας α­πό αυ­τούς και μα­ζί του ο Μη­τρο­πο­λί­της Γερ­μα­νός ή­ταν τα πρό­σω­πα που μας είλ­κυ­σαν, του­λά­χι­στον αρ­χι­κά, να α­σχο­λη­θού­με με τη με­λέ­τη της Γα­ζή, καί­τοι α­πα­ρά­σκευοι. Δεν μας εν­δια­φέ­ρει τό­σο ο βίος και η πο­λι­τεία αυ­τών των προ­σώ­πων, ό­σο το γε­γο­νός ό­τι έ­τυ­χε να συ­γκρου­σθούν, α­κρι­βώς την χρο­νι­κή πε­ρίο­δο που α­πα­σχο­λούν τη Γα­ζή, με έ­ναν λο­γο­τέ­χνη α­πό τους ε­κλε­κτούς “της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης”. Τον, εν λό­γω, λο­γο­τέ­χνη δεν τον α­να­φέ­ρει η Γα­ζή και κα­λά κά­νει. Ως γνή­σιος λο­γο­τέ­χνης, ού­τε με συν­θή­μα­τα ού­τε, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, με ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα έ­χει σχέ­ση. Ωστό­σο, τα γρα­πτά του, λο­γο­τε­χνι­κά και μη λο­γο­τε­χνι­κά, κο­μί­ζουν ε­πι­πλέ­ον στοι­χεία για κά­ποια πρό­σω­πα της με­λέ­της. Θα ε­πα­νέλ­θου­με. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Φωτο: Ο Αλέξανδρος Δελμούζος, το πρώτο θύμα στα Αθεϊκά του Βόλου.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/7/2011.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-5505258123785231399?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/5505258123785231399/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=5505258123785231399' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/5505258123785231399'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/5505258123785231399'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/09/blog-post_8044.html' title='Ο άνθρωπος επιβιώνει  πρωτίστως με συνθήματα'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-PaN5nUvqrgc/TmOLbVmtkuI/AAAAAAAAARo/VnAspenhWbw/s72-c/1772011-1.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-1804381559883013769</id><published>2011-09-04T07:22:00.000-07:00</published><updated>2011-09-04T07:27:45.954-07:00</updated><title type='text'>Για μια φωτογραφία του Κλείτου Κύρου</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«Κλεί­τος Κύ­ρου&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«Ψήγ­μα­τα μνή­μης.&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Φω­το­γρα­φίες 1936-2000»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Μ.Ι.Ε.Τ., Απρί­λιος 2011&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;img src="http://2.bp.blogspot.com/-uUJIpn7HxWM/TmOKmXNL5zI/AAAAAAAAARg/ROFnPwj4F8M/s320/1072011-2.jpg" style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 211px;" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5648510749321717554" /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Επα­νερ­χό­μα­στε στον φω­το­γρά­φο Κλεί­το Κύ­ρου μέ­σα α­πό τα έρ­γα του ποιη­τή. “Εί­ναι πα­ρά­ξε­νο πό­σα ε­λά­χι­στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά κεί­με­να βρί­σκο­νται για την ο­μά­δα των κοι­νω­νι­κών, με­τα­πο­λε­μι­κών ποιη­τών της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Για τον Ανα­γνω­στά­κη, τον Θα­σί­τη, τον Κύ­ρου, τη θαυ­μα­στή τρι­πλέ­τα ή και την ε­πι­θε­τι­κή πε­ντά­δα αν θέ­λε­τε, για να θυ­μη­θού­με και τον α­γνο­η­μέ­νο Φω­τιά­δη και τον ά­νι­σο Κα­φτα­ντζή. Ξε­κι­νούν ό­λοι μα­ζί, τον Φε­βρουά­ριο του 1944, με το πρώ­το τεύ­χος του φοι­τη­τι­κού πε­ριο­δι­κού «Ξε­κί­νη­μα»…” Έτσι αρ­χί­ζει την ο­μι­λία του ο πε­ζο­γρά­φος μιας με­τα­γε­νέ­στε­ρης γε­νιάς Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης, τον Δε­κέμ­βριο του 2001, για την πα­ρου­σία­ση του αυ­το­βιο­γρα­φι­κού βι­βλίου του Κύ­ρου, που προέ­κυ­ψε α­πό τις ρα­διο­φω­νι­κές του α­να­μνή­σεις. Τό­τε εί­χαν φύ­γει οι δυο της πε­ντά­δας: ο πρε­σβύ­τε­ρος Κα­φτα­ντζής στις 12 Μαρ­τίου 1998 και πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, κα­λο­καί­ρι 1989, ο συ­νο­μή­λι­κος του Κύ­ρου, Φω­τιά­δης. Στην δε­κα­ε­τία, που με­σο­λά­βη­σε α­πό ε­κεί­νη τη διά­λε­ξη, έ­φυ­γαν και οι άλ­λοι τρεις. Πρώ­τα, ο νεό­τε­ρος Ανα­γνω­στά­κης, στις 23 Ιου­νίου του 2005, με­τά ο Κύ­ρου, στις 10 Απρι­λίου του 2006 και τε­λευ­ταίος ο Θα­σί­της, τον Αύ­γου­στο του 2008. Στις 7 Νο­εμ­βρίου 2008, τους α­κο­λού­θη­σε ο ο­μι­λη­τής.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ας ε­πα­νέλ­θου­με ό­μως στο ξε­κί­νη­μά τους α­πό το «Ξε­κί­νη­μα». Τον Φε­βρουά­ριο του 1944 ο Εκπο­λι­τι­στι­κός Όμι­λος Πα­νε­πι­στη­μίου, “κα­θ’ ό­λα νό­μι­μο σω­μα­τείο της… πα­ρά­νο­μης Ε­ΠΟ­Ν”, ό­πως σχο­λιά­ζει με χιού­μορ ο Κύ­ρου, κυ­κλο­φό­ρη­σε το πρώ­το τεύ­χος ε­νός φοι­τη­τι­κού πε­ριο­δι­κού, που ξε­κί­νη­σε ως δε­κα­πεν­θή­με­ρο, ήλ­πι­σε να γί­νει μη­νιαίο, αλ­λά ε­ξέ­πνευ­σε στο πρώ­το τεύ­χος του δεύ­τε­ρου χρό­νου, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας ε­ντός του 1944 δε­κα­τρία τεύ­χη, α­πό τα ο­ποία τα τρία δι­πλά. Ωστό­σο, κα­τά τον Κύ­ρου, ά­φη­σε ε­πο­χή, τα­ρά­ζο­ντας τα στε­κού­με­να νε­ρά της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρώ­τος υ­πεύ­θυ­νος έκ­δο­σης ο Φω­τιά­δης, αλ­λά, α­πό το δεύ­τε­ρο τεύ­χος και μέ­χρι τέ­λους, α­να­λαμ­βά­νει ο Ανα­γνω­στά­κης. Το χρο­νι­κό της έκ­δο­σής του μας το δί­νει η Αλε­ξάν­δρα Μπου­φέα στη μο­να­δι­κή με­λέ­τη της για τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά της Κα­το­χής. Την ά­δεια έκ­δο­σης α­πό τη λο­γο­κρι­σία την ε­ξα­σφά­λι­σε ο Κα­φτα­ντζής χά­ρις σε έ­ναν συ­ντο­πί­τη του, που ή­ταν υ­πάλ­λη­λος στο Γρα­φείο Τύ­που του Τμή­μα­τος Προ­πα­γάν­δας Θεσ­σα­λο­νί­κης. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Σε κά­θε τεύ­χος πα­ρου­σιά­ζε­ται και α­πό έ­νας ποιη­τής της πε­ντά­δας. Τις εμ­φα­νί­σεις τους κα­τα­γρά­φει ο ι­στο­ρι­κός της γε­νιάς τους, Αλέξ. Αργυ­ρίου. Στο πρώ­το τεύ­χος πα­ρου­σιά­ζε­ται ο Θα­σί­της κα­λυμ­μέ­νος πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Νι­κό­λας Νάρ­βας. Στο δεύ­τε­ρο, ο Φω­τιά­δης με το ό­νο­μά του. Ψευ­δώ­νυ­μο χρη­σι­μο­ποιεί στη με­λέ­τη για τον Ελύ­τη και στις κρι­τι­κές ει­κα­στι­κών και θεά­τρου, που δη­μο­σιεύει σε με­τέ­πει­τα τεύ­χη. Στο τρί­το, δη­μο­σιεύει ποίη­μά του ο Ανα­γνω­στά­κης. Γι’ αυ­τόν δεν εί­ναι η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση. Έχει ή­δη δη­μο­σιεύ­σει ποίη­μά του, πριν δυο χρό­νια, στα «Πει­ραϊκά Γράμ­μα­τα». Εκεί­νο, ό­μως, εί­ναι πα­ρα­δο­σια­κό, ε­νώ, αυ­τό, στο «Ξε­κί­νη­μα» εί­ναι νεω­τε­ρι­κό. Στο δι­πλό τεύ­χος 6-7, Ιού­νιο 1944, εμ­φα­νί­ζε­ται και ο με­τα­φρα­στής Ανα­γνω­στά­κης με Απολ­λι­ναίρ.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Από τους πρώ­τους της συ­ντρο­φιάς που στε­ρέω­σε το «Ξε­κί­νη­μα» ο Κύ­ρου, άρ­γη­σε να κά­νει την εμ­φά­νι­σή του. Μό­λις στο δι­πλό τεύ­χος 9-10, που κυ­κλο­φό­ρη­σε 30 Ιου­λίου 1944, δη­μο­σιεύει σε με­τά­φρα­ση α­πό τα γαλ­λι­κά το ποίη­μα του Λόρ­κα  «Ψυ­χή φε­βγά­τη». &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Για τον τε­λευ­ταίο της πε­ντά­δας, που λη­σμο­νεί η Ιστο­ρία, τον Κα­φτα­ντζή, μας πλη­ρο­φο­ρεί η Μπου­φέα. Ήταν μεν ο πρω­τερ­γά­της της έκ­δο­σης, αλ­λά, λό­γω της α­ντι­στα­σια­κής του δρά­σης, συμ­με­τεί­χε μό­νο στα πρώ­τα τεύ­χη. Δη­μο­σιεύει δύο ποιή­μα­τα, με­τα­ξύ άλ­λων συ­νερ­γα­σιών, με το ψευ­δώ­νυ­μο Γιώρ­γος Παρ­θέ­νης. &lt;/div&gt;&lt;img src="http://3.bp.blogspot.com/-7WMFtht9vt0/TmOKTzVeltI/AAAAAAAAARY/MbFUi_9fXc0/s320/1072011-1.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5648510430455174866" style="float: left; margin-top: 0px; margin-right: 10px; margin-bottom: 10px; margin-left: 0px; cursor: pointer; width: 216px; height: 320px; " /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Το «Ξε­κί­νη­μα» κυ­κλο­φο­ρεί έ­να τε­λευ­ταίο τεύ­χος τον Νοέμ­βριο του 1944. Τρεις μή­νες αρ­γό­τε­ρα, Μάρ­τιο 1945, η ί­δια συ­ντρο­φιά ξε­κι­νά­ει το μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό «Ο Φοι­τη­τής», του ο­ποίου κυ­κλο­φο­ρούν τέσ­σε­ρα τεύ­χη μέ­χρι τον Ιού­νιο του 1945. Στο τρί­το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού, Μάϊο 1945, κά­νει την πρώ­τη του εμ­φά­νι­ση ως ποιη­τής ο Κύ­ρου με το ό­νο­μά του. Έχει, ό­μως, προ­η­γη­θεί η παρ­θε­νι­κή εμ­φά­νι­ση του φω­το­γρά­φου. Αυ­τός δεν πα­ρου­σιά­ζε­ται ού­τε με το ό­νο­μά του ού­τε με ψευ­δώ­νυ­μο. Λαν­θά­νει στην α­νω­νυ­μία. Εί­ναι, ό­μως, γνω­στό τοις πά­σι ό­τι αυ­τός εί­ναι ο αυ­τουρ­γός των δυο δη­μο­σιευ­μέ­νων φω­το­γρα­φιών α­πό την ε­πέ­τειο της 25ης Μαρ­τίου του 1943. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στο δεύ­τε­ρο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού, Απρί­λιο 1945, γί­νε­ται α­να­φο­ρά στην ε­πέ­τειο της 25ης Μαρ­τίου και τον πρό­σφα­το ε­ορ­τα­σμό της με α­φορ­μή δυο α­πο­διο­πο­μπαίους της πα­νε­πι­στη­μια­κής κοι­νό­τη­τας. Εξ ου και ο τίτ­λος του άρ­θρου «Απο­διο­πο­μπαίοι». Ο πρώ­τος εί­ναι ο Άνθι­μος Χατ­ζηαν­θί­μου, που του α­πα­γο­ρεύ­θη­κε να συμ­με­τά­σχει στην πα­ρέ­λα­ση. Ας μην ξε­χνά­με, ό­τι βρι­σκό­μα­στε στη με­τά τη Βάρ­κι­ζα ε­πο­χή. Η πα­ρά­δο­ση των ό­πλων έ­χει ο­λο­κλη­ρω­θεί και η λε­γό­με­νη Λευ­κή Τρο­μο­κρα­τία βρί­σκε­ται στο α­πό­γειό της. Ο δεύ­τε­ρος α­πο­διο­πο­μπαίος εί­ναι ο κα­θη­γη­τής φι­λο­σο­φίας του Αρι­στο­τέ­λειου Χα­ρά­λα­μπος Θε­ο­δω­ρί­δης, ο ο­ποίος ή­δη τό­τε υ­φί­στα­ται διώ­ξεις και τον ε­πό­με­νο χρό­νο α­πο­λύ­θη­κε. Το άρ­θρο συ­νο­δεύουν δυο φω­το­γρα­φίες. Η μία εί­ναι ε­κεί­νη της κα­τά­θε­σης στε­φά­νου α­πό τον Χατ­ζηαν­θί­μου. Η άλ­λη εί­ναι η έ­κτη φω­το­γρα­φία που τρά­βη­ξε ε­κεί­νη την η­μέ­ρα ο Κύ­ρου κα­τά τη διάρ­κεια πο­ρείας με­τά την κα­τά­θε­ση του στε­φά­νου και ει­κο­νί­ζει τον κα­θη­γη­τή.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Γι΄ αυ­τήν την έ­κτη φω­το­γρα­φία, ο Κύ­ρου, στις α­να­μνή­σεις του, δεν κά­νει λό­γο. Η φω­το­γρα­φία, πά­ντως, έ­τυ­χε έ­κτο­τε αρ­κε­τών α­να­δη­μο­σιεύ­σεων και το συμ­βάν που α­πα­θα­να­τί­ζει αρ­κε­τών α­να­διη­γή­σεων. Η γνω­στό­τε­ρη α­να­δη­μο­σίευ­ση εί­ναι ε­κεί­νη στο α­φιέ­ρω­μα της «Επι­θεώ­ρη­σης Τέ­χνης» στην Αντί­στα­ση, Μάρ­τιο-Απρί­λιο 1962. Η πα­ρά­λει­ψη της α­να­φο­ράς του ο­νό­μα­τος του φω­το­γρά­φου προ­κά­λε­σε τό­τε σει­ρά δη­μο­σιευ­μά­των. Ο Κου­μα­ρί­δης τα α­να­φέ­ρει λε­πτο­με­ρώς, μνη­μο­νεύο­ντας και ο­ρι­σμέ­νες α­να­δη­μο­σιεύ­σεις της φω­το­γρα­φίας κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία. Όσο α­φο­ρά τις α­να­διη­γή­σεις του συμ­βά­ντος, μια πρώ­τη δί­νει ο Φω­τιά­δης στο εν λό­γω άρ­θρο της «Επι­θεώ­ρη­σης Τέ­χνης». Με­τά την κα­τά­θε­ση του στε­φα­νιού, “το πλή­θος δεν δια­λύε­ται· θέ­λου­με να στε­φα­νώ­σου­με ό­σους πιο πολ­λούς γί­νε­ται ή­ρωες και τρα­βού­με για τον Τσά­μη Κα­ρα­τάσ­σο, ή­ρωα της πα­λιγ­γε­νε­σίας. Περ­νού­με α­π’ έ­ξω α­πό το σπί­τι του κα­θη­γη­τή Χαρ. Θε­ο­δω­ρί­δη και ζη­τού­με να μας μι­λή­σει α­πό το μπαλ­κό­νι. Αυ­τός, δά­σκα­λος α­λη­θι­νά του Γέ­νους, φέρ­νει τη Ση­μαία και μας την ρί­χνει. Ήταν α­πό τις ο­μορ­φό­τε­ρες στιγ­μές της ορ­μη­τι­κής ε­κεί­νης ε­πο­χής. Βά­λα­με μπρος τη ση­μαία και γυ­ρί­ζα­με ό­λη την πό­λη ως τη στιγ­μή που οι Γερ­μα­νοί της Γκε­στα­πό με τα πέ­τα­λα στο στή­θος μας διέ­λυ­σαν με τη βία…”&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Πολ­λά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το πε­ρι­στα­τι­κό το α­φη­γεί­ται έ­νας άλ­λος της πε­ντά­δας, ο Κα­φτα­ντζής. Το βρί­σκου­με στο βι­βλίο του, «Το Πα­νε­πι­στή­μιο της Θεσ­σα­λο­νί­κης στον και­ρό της Κα­το­χής», που κυ­κλο­φό­ρη­σε τη χρο­νιά του θα­νά­του του, το 1998: …“Από το ά­γαλ­μα του Βό­τση α­νη­φο­ρί­σα­με για το Πα­νε­πι­στή­μιο. Περ­νώ­ντας την ο­δό Πο­λω­νίας, βγά­λα­με με τις φω­νές και τα τρα­γού­δια μας τον κα­θη­γη­τή Θε­ο­δω­ρί­δη στο μπαλ­κό­νι του. Δεν μπο­ρού­σε να μι­λή­σει α­πό συ­γκί­νη­ση, μό­νο χαι­ρε­τού­σε δα­κρυ­σμέ­νος. Και σε μια στιγ­μή φέρ­νει την κρυμ­μέ­νη ελ­λη­νι­κή ση­μαία του σπι­τιού του και μας την πε­τά­ει. Την πή­ρα­με, γο­να­τί­σα­με ό­λοι και ψά­λα­με τον ε­θνι­κό ύ­μνο. Ύστε­ρα κι­νή­σα­με να τυ­λί­ξου­με με τη ση­μαία αυ­τή το ά­γαλ­μα του Μα­κε­δό­να ή­ρωα του ’21 Κα­ρα­τάσ­σου, α­πέ­να­ντι α­π’ το Πα­νε­πι­στή­μιο…”&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όσο για τον ι­στο­ρι­κό, πα­ρα­τη­ρεί. Η έ­κτη α­πει­κο­νί­ζει “τον Θε­ο­δω­ρί­δη μα­ζί με την κό­ρη του να κρα­τούν την ελ­λη­νι­κή ση­μαία στο μπαλ­κό­νι του σπι­τιού τους στη βο­ρειο­δυ­τι­κή γω­νία των ο­δών Αλε­ξάν­δρου Σβώ­λου και Ιππο­δρο­μίου. Ο Θε­ο­δω­ρί­δης στη συ­νέ­χεια πέ­τα­ξε τη ση­μαία στο συ­γκε­ντρω­μέ­νο πλή­θος το ο­ποίο α­φού έ­ψα­λε τον ε­θνι­κό ύ­μνο δέ­χτη­κε ε­πί­θε­ση α­πό τους Γερ­μα­νούς…”&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Οι δυο αυ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες, Φω­τιά­δης και Κα­φτα­ντζής, δια­φο­ρο­ποιού­νται ε­λα­φρώς, α­φού κα­τα­γρά­φουν το γε­γο­νός σε δια­φο­ρε­τι­κούς χρό­νους και ως γνω­στόν, η σχέ­ση της μνή­μης με τον χρό­νο εί­ναι μια ά­κρως ευαί­σθη­τη σχέ­ση. Ο ι­στο­ρι­κός γνω­ρί­ζει ό­χι μό­νο τις δυο μαρ­τυ­ρίες, αλ­λά και άλ­λες πρό­σθε­τες, στις ο­ποίες και πα­ρα­πέ­μπει. Συ­ντάσ­σει, ω­στό­σο, το κεί­με­νό του με τον ορ­θο­λο­γι­σμό της ε­πι­στή­μης του. Το δι­κό του πλή­θος δεν πάλ­λε­ται. Πά­ντως, εν γέ­νει, α­κρι­βο­λο­γεί. Στον λό­γο της μαρ­τυ­ρίας και της Ιστο­ρίας προ­στί­θε­ται ο λό­γος του μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου. «Ανη­φό­ρι­σαν για το πα­νε­πι­στή­μιο. Περ­νώ­ντας α­πό την ο­δό Αγγε­λά­κη, στά­θη­καν κά­τω α­πό το μπαλ­κό­νι του κα­θη­γη­τή της Ιστο­ρίας Χα­ρά­λα­μπου Νι­κη­φο­ρί­δη. Ο κα­θη­γη­τής ά­κου­σε τα τρα­γού­δια, τις φω­νές, τα έ­βγα έ­ξω, δά­σκα­λε, και πρό­βα­λε στο μπαλ­κό­νι με τις πιτ­ζά­μες. Κά­τω α­π’ τα γυα­λιά με τους χο­ντρούς φα­κούς έ­στα­ζαν  δά­κρυα. Μί­λα, δά­σκα­λε, φώ­να­ζαν οι πυρ­πο­λη­μέ­νοι φοι­τη­τές. Ο Νι­κη­φο­ρί­δης μπή­κε ξα­νά στο σπί­τι. Έβγα­λε στο μπαλ­κό­νι τη ση­μαία του, την ά­πλω­σε ν’ α­νε­μί­ζει στα κά­γκε­λα, α­λά­λα­ξαν οι μα­θη­τές του. Ύστε­ρα, με μια κί­νη­ση, την πέ­τα­ξε στο πλή­θος…»&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Το α­πό­σπα­σμα εί­ναι α­πό το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα της Σο­φίας Νι­κο­λαΐδου «Από­ψε δεν έ­χου­με φί­λους». Θα μπο­ρού­σε να έ­χει γρα­φτεί κοι­τά­ζο­ντας τη φω­το­γρα­φία του Κλεί­του Κύ­ρου. Κρί­μα, που δεν έ­πλα­σε και έ­ναν α­ντί­στοι­χο ή­ρωα, φοι­τη­τή και φω­το­γρά­φο. Πά­ντως, ε­πα­λη­θεύει, έ­στω στο πε­ρί­που, κι αυ­τή με τη σει­ρά της, ό­τι μια φω­το­γρα­φία ι­σο­δυ­να­μεί με πολ­λές λέ­ξεις. Δί­πλα σε αυ­τές τις έ­ξι φω­το­γρα­φίες του Κύ­ρου υ­πάρ­χουν κι άλ­λες φω­το­γρα­φίες-ντο­κου­μέ­ντα: Από το συλ­λα­λη­τή­ριο για την τα­φή των νε­κρών της 9ης Μαΐου 1936, που έ­γι­νε την ε­πο­μέ­νη. Του Νί­κου Ζα­χα­ριά­δη και του Μή­τσου Παρ­τσα­λί­δη α­πό τον Αύ­γου­στο του 1945 στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Αλλά και του Ανα­γνω­στά­κη στις φυ­λα­κές Επτα­πυρ­γίου, τέ­λη του Εμφυ­λίου. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;b&gt;Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;1η φωτο: 25 Μαρ­τίου 1943. Ο κα­θη­γη­τής φι­λο­σο­φίας του Αρι­στο­τέ­λειου Χα­ρά­λα­μπος Θε­ο­δω­ρί­δης. Σύμ­φω­να με τον Γ. Κα­φτα­ντζή, συ­γκι­νη­μέ­νος στο μπαλ­κό­νι του φέρ­νει την κρυμ­μέ­νη ελ­λη­νι­κή ση­μαία του σπι­τιού του και τους την πε­τά­ει.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;2η φωτο: 25 Μαρ­τίου 1943. Κα­τά­θε­ση στε­φά­νου α­πό την Ε­ΠΟΝ του Πα­νε­πι­στη­μίου Θεσ­σα­λο­νί­κης στην προ­το­μή του ναυάρ­χου Νι­κό­λα­ου Βό­τση. Εμπρός ο Άνθι­μος Χατ­ζηαν­θί­μου, φοι­τη­τής της Νο­μι­κής, που έ­κα­νε την κα­τά­θε­ση εκ μέ­ρους των φοι­τη­τών, που δια­κρί­νο­νται γύ­ρω, κα­θώς ψάλ­λουν τον ε­θνι­κό ύ­μνο.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/7/2011.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6814651712146464800-1804381559883013769?l=maritheodo.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://maritheodo.blogspot.com/feeds/1804381559883013769/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6814651712146464800&amp;postID=1804381559883013769' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/1804381559883013769'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6814651712146464800/posts/default/1804381559883013769'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://maritheodo.blogspot.com/2011/09/blog-post_04.html' title='Για μια φωτογραφία του Κλείτου Κύρου'/><author><name>Μάρη Θεοδοσοπούλου</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11849684640784316315</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-uUJIpn7HxWM/TmOKmXNL5zI/AAAAAAAAARg/ROFnPwj4F8M/s72-c/1072011-2.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6814651712146464800.post-8810110859565502820</id><published>2011-09-04T07:16:00.000-07:00</published><updated>2011-09-04T07:21:51.604-07:00</updated><title type='text'>O φωτογράφος Κλείτος Κύρου</title><content type='html'>&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«Κλεί­τος Κύ­ρου&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;«Ψήγ­μα­τα μνή­μης.&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Φω­το­γρα­φίες 1936-2000»&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;Μ.Ι.Ε.Τ., Απρί­λιος 2011&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;img src="http://4.bp.blogspot.com/-JwvckECtvXo/TmOJCvtMycI/AAAAAAAAARI/9xR1ANQd1NI/s320/372011-1.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5648509037911525826" style="float: left; margin-top: 0px; margin-right: 10px; margin-bottom: 10px; margin-left: 0px; cursor: pointer; width: 320px; height: 218px; " /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Με τον Κλεί­το Κύ­ρου, δη­λα­δή με τη δη­μο­σίευ­ση του έρ­γου του, νο­μί­ζα­με ό­τι εί­χα­με τε­λειώ­σει. Εγκα­τέ­λει­ψε τα ε­γκό­σμια στις 10 Απρι­λίου 2006, ω­στό­σο το έρ­γο του το εί­χε ο ί­διος φρο­ντί­σει κο­ντά μια δε­κα­ε­τία νω­ρί­τε­ρα. “Στα 1997 κυ­κλο­φό­ρη­σε σ’έ­ναν τό­μο τρια­κο­σίων πε­νή­ντα σε­λί­δων το σύ­νο­λο, σχε­δόν, της ποιη­τι­κής δου­λειάς μου με τον τίτ­λο «Εν ό­λω –Συ­γκο­μι­δή 1943-1997» α­πό τις εκ­δό­σεις «Άγρα». Την ί­δια ε­πο­χή κυ­κλο­φό­ρη­σε πά­λι α­πό την «Άγρα» έ­να δί­φυλ­λο με το ποίη­μά μου «Σχο­λές Τυ­φλών».” Αυ­τά α­να­φέ­ρει στις εν­θυ­μή­σεις του, ό­πως τις εί­χε α­πό ρα­διο­φώ­νου ξε­τυ­λί­ξει στις α­παρ­χές του τρέ­χο­ντος αιώ­να. Ενώ, ως με­τα­φρα­στής, εί­χε εκ­δώ­σει το 1990 τον τε­λευ­ταίο Έλιο­τ, «Η ρη­μαγ­μέ­νη γη», σε δί­γλωσ­ση έκ­δο­ση και τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, μια τε­λευ­ταία με­τά­φρα­ση θε­α­τρι­κού, «Οι Τσέ­ντσι» του Σέλ­λεϋ, για την ο­ποία και τι­μή­θη­κε με το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Με­τά­φρα­σης, ε­νώ η βρά­βευ­ση της ποίη­σής του πα­ρέ­μει­νε έ­να ε­σα­εί χρω­στού­με­νο.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ιδού, ό­μως, που ο Κύ­ρου έρ­χε­ται και πά­λι να μας α­πα­σχο­λή­σει με μια δια­φο­ρε­τι­κή μορ­φή δη­μιουρ­γι­κής έκ­φρα­σης, αυ­τήν του φω­το­γρά­φου. Η ε­να­σχό­λη­σή του με τη φω­το­γρα­φία δεν ή­ταν κά­τι ε­ντε­λώς ά­γνω­στο. Κλεί­νει, μά­λι­στα τις α­να­μνή­σεις του, μνη­μο­νεύο­ντάς τη­ν: “Τι να πω, για το πά­θος που εί­χα για τη φω­το­γρα­φία α­πό τα δε­κα­πέ­ντε μου, που με κα­τα­δίω­κε ό­που κι αν πή­γαι­να!” Το ό­τι δεν υ­περ­βάλ­λει, το α­πο­δει­κνύει το φω­το­γρα­φι­κό αρ­χείο που ά­φη­σε. Όπως φαί­νε­ται, α­νέρ­χε­ται σε πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό 10.000 αρ­νη­τι­κά, 1.380 δια­φά­νειες, αλ­λά και τυ­πώ­μα­τα μι­κρών δια­στά­σεων, τα ο­ποία α­σα­φώς α­να­φέ­ρε­ται ό­τι α­νέρ­χο­νται σε χι­λιά­δες, κα­θώς και δυο λευ­κώ­μα­τα. Και το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο για το ο­ποιο­δή­πο­τε αρ­χείο εί­ναι ό­τι ο ί­διος φρό­ντι­σε να το τα­κτο­ποιή­σει, κά­νο­ντας τα­ξι­νό­μη­ση και τεκ­μη­ρίω­ση. Πα­ρα­πο­νιό­ταν, ό­μως, μέ­χρι τέ­λους, ό­τι οι φω­το­γρα­φίες του δη­μο­σιεύο­νται κα­τά και­ρούς “χω­ρίς την πα­ρα­μι­κρή α­να­φο­ρά του φω­το­γρά­φου”.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αυ­τή η α­πο­σιώ­πη­ση ί­σχυε γε­νι­κό­τε­ρα μέ­χρι πρό­τι­νος. Τα τε­λευ­ταία, ό­μως, χρό­νια η φω­το­γρα­φία α­να­δύ­θη­κε και στη χώ­ρα μας ως η κα­τ’ ε­ξο­χήν τέ­χνη. Μό­νο που, ό­ντας έ­νας λαός των ά­κρων, κα­τα­λή­ξα­με στην υ­περ­βο­λή. Μας κα­τέ­κλυ­σαν οι εκ­θέ­σεις φω­το­γρα­φίας του κά­θε ε­πώ­νυ­μου, που α­πο­φα­σί­ζει να ε­πι­δεί­ξει το χό­μπι του. Αλλά ου­δέν κα­κόν α­μι­γές κα­λού. Ανα­δείχ­θη­καν και ο­ρι­σμέ­να α­ξιό­λο­γα αρ­χεία. Ένα α­πό αυ­τά το αρ­χείο του Κλεί­του Κύ­ρου, το ο­ποίο εί­χε την κα­λή τύ­χη να α­ξιο­ποιη­θεί α­μέ­σως με­τά την τα­κτο­ποίη­σή του. Ιδού, λοι­πόν, που ο Κύ­ρου, αυ­τή τη φο­ρά, μας α­πα­σχο­λεί με έ­να φω­το­γρα­φι­κό λεύ­κω­μα, το ο­ποίο έρ­χε­ται ως συ­νο­δευ­τι­κό σχε­τι­κής έκ­θε­σης στο Μ.Ι.Ε.Τ. της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρό­κει­ται για έ­ναν τό­μο στον ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζε­ται μια ε­πι­λο­γή 108 φω­το­γρα­φιών της πε­ριό­δου 1936-2000. Αναμ­φι­βό­λως η έκ­δο­ση κα­λο­συ­σταί­νει τον φω­το­γρά­φο. Βε­βαίως, α­πό τον τό­μο δεν μπο­ρεί να κρι­θεί η συ­νο­λι­κή α­ξία του αρ­χείου. Για να δο­θεί η γε­νι­κή ει­κό­να, εί­ναι α­πα­ραί­τη­το έ­να κεί­με­νο, το ο­ποίο να πε­ρι­γρά­φει το αρ­χείο, τό­σο πο­σο­τι­κά ό­σο και ποιο­τι­κά.  Σε ό,τι, μά­λι­στα, α­φο­ρά την αι­σθη­τι­κή των φω­το­γρα­φιών, θα α­παι­τεί­το κεί­με­νο ει­δι­κού, που να α­πο­τι­μά την αι­σθη­τι­κή του συ­νό­λου. Στο λεύ­κω­μα του Κύ­ρου πα­ρό­μοια κεί­με­να α­που­σιά­ζουν. Αντ’ αυ­τών, υ­πάρ­χει έ­να κα­τα­το­πι­στι­κό κεί­με­νο για τον φω­το­γρά­φο Κλεί­το Κύ­ρου α­πό το νέο ι­στο­ρι­κό Γιώρ­γο Κου­μα­ρί­δη, το ο­ποίο α­να­με­νό­με­νο εί­ναι να δί­νει έμ­φα­ση στη φω­το­γρα­φία ως ντο­κου­μέ­ντο. Και έ­να βο­η­θη­τι­κό του με­λε­τη­τή Ξ. Α. Κο­κό­λη, που α­να­ζη­τά­ει τα ί­χνη της φω­το­γρα­φίας στην ποίη­ση του Κύ­ρου.&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ο τίτ­λος του φω­το­γρα­φι­κού λευ­κώ­μα­τος α­νή­κει στον ί­διο τον Κύ­ρου. Μό­νο που ε­κεί­νος τον χρη­σι­μο­ποιεί ως τίτ­λο μιας α­φή­γη­σης, στην ο­ποία προ­σπα­θεί πράγ­μα­τι να κρα­τή­σει κά­ποια “ψήγ­μα­τα μνή­μης”. Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι, ως τίτ­λος ε­νός φω­το­γρα­φι­κού λευ­κώ­μα­τος, το α­δι­κεί. Λέ­γε­ται ό­τι μια φω­το­γρα­φία ι­σο­δυ­να­μεί με χί­λιες λέ­ξεις. Σχή­μα λό­γου, ε­νίο­τε ό­μως ι­σχύει για μια ε­πι­τυ­χη­μέ­νη φω­το­γρα­φία. Όπως και να έ­χει, οι φω­το­γρα­φίες του τό­μου διεκ­δι­κούν έ­να πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι μνή­μης α­πό ε­κεί­νο του ρι­νί­σμα­τος. Εί­ναι πολ­λά τα εν­στα­ντα­νέ, που δια­σώ­ζουν την α­τμό­σφαι­ρα πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών. Ανα­σταί­νουν α­στι­κά και υ­παί­θρια το­πία, με κυ­ρίαρ­χο το αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κο. Μά­λι­στα, μια φω­το­γρα­φία α­πό την Σκύ­ρο του 1964 δέ­νει με πί­να­κες του συ­νο­μή­λι­κου ζω­γρά­φου Στέ­λιου Ανα­στα­σιά­δη, φι­λο­τε­χνη­μέ­νους α­πό την ί­δια ο­πτι­κή γω­νία και την ί­δια ε­πο­χή. Εκτός α­πό το­πία, α­να­σταί­νουν αν­θρώ­πους, κα­τορ­θώ­νο­ντας να συλ­λά­βουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές εκ­φρά­σεις τους. Όχι, λοι­πόν, ψήγ­μα­τα μνή­μης, αλ­λά εν­στα­ντα­νέ, που α­πα­θα­νά­τι­σαν μορ­φές μέ­σα στο χρό­νο.&lt;/div&gt;&lt;img src="http://2.bp.blogspot.com/-bCHUL8V5WYw/TmOJIDV0xFI/AAAAAAAAARQ/GoW0-s8RaP8/s320/372011-2.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5648509129081537618" style="float: left; margin-top: 0px; margin-right: 10px; margin-bottom: 10px; margin-left: 0px; cursor: pointer; width: 320px; height: 217px; " /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Το “ψήγ­μα­τα μνή­μης” ται­ριά­ζει στις μνή­μες α­πό συμ­βά­ντα, για τα ο­ποία δια­σώ­θη­καν μό­νο χρο­νο­λο­γίες, κι αυ­τές ό­ταν δια­σώ­θη­καν,  και πε­ρί δια­γραμ­μά­των πε­ρι­γρα­φές. Για πα­ρά­δειγ­μα, πώς έ­γι­νε και πα­ρου­σιά­στη­κε πρώ­τος με δη­μο­σίευ­μα σε πε­ριο­δι­κό ο με­τα­φρα­στής Κλεί­τος Κύ­ρου, με­τά ο φω­το­γρά­φος και τε­λευ­ταίος, ο ποιη­τής. Ή, πώς έ­τυ­χε να εμ­φα­νι­στεί και πά­λι πρώ­τος με βι­βλίο ο με­τα­φρα­στής, δεύ­τε­ρος, αυ­τή τη φο­ρά, ο ποιη­τής και τε­λευ­ταίος, με­τά θά­να­το – για την α­κρί­βεια πέ­ντε συ­να­πτά έ­τη με­τά θά­να­το – ο φω­το­γρά­φος. Συ­γκε­ντρώ­νο­ντας τα “ψήγ­μα­τα μνή­μης”, που δί­νουν ο ί­διος, οι φί­λοι του και ο ι­στο­ρι­κός που προ­λο­γί­ζει το λεύ­κω­μα, σχη­μα­τί­ζε­ται έ­να μω­σαϊκό με ψη­φί­δες  δια­φο­ρε­τι­κών ε­πο­χών. &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Γνω­στό­τε­ρο εί­ναι το ι­στο­ρι­κό εμ­φά­νι­σης των πρώ­των βι­βλίων του Κύ­ρου. Το πώς, δη­λα­δή, ο με­τα­φρα­στής προ­η­γή­θη­κε του ποιη­τή. Ήταν την ά­νοι­ξη του 1945, που τρεις φί­λοι α­πο­φά­σι­σαν να κά­νουν ο­μα­δι­κή εμ­φά­νι­ση στα Γράμ­μα­τα. Την τριά­δα α­πο­τε­λού­σαν ο Κύ­ρου, τό­τε 24 ε­τών, ο συ­νο­μή­λι­κός του και συμ­φοι­τη­τής του στη Νο­μι­κή Σχο­λή Θα­νά­σης Φω­τιά­δης και ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης, τέσ­σε­ρα χρό­νια μι­κρό­τε­ρος, φοι­τη­τής της Ια­τρι­κής. Ο Φω­τιά­δης, ω­στό­σο,  εί­χε ή­δη εκ­δώ­σει μια πρω­τό­λεια συλ­λο­γή. Τε­λι­κά, το 1945, ε­ξέ­δω­σε μια δεύ­τε­ρη, με τον τίτ­λο «Αντί­στα­ση» και ο Ανα­γνω­στά­κης το πρώ­το του ποιη­τι­κό βι­βλίο, τις «Επο­χές». Τα ποιή­μα­τα, ό­μως, του Κύ­ρου κρί­θη­καν α­πό τη συ­ντρο­φιά λί­γα για μια πρώ­τη εμ­φά­νι­ση. Έτσι πή­ρε το βά­πτι­σμα της δη­μο­σιό­τη­τας ως με­τα­φρα­στής. Εκεί­νη τη χρο­νιά ε­ξέ­δω­σε το «Νέ­οι Άγγλοι ποιη­τές». Ως ποιη­τής εμ­φα­νί­στη­κε τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1949, με τη συλ­λο­γή «Ανα­ζή­τη­ση», α­ξιο­πρε­πούς έ­κτα­σης δυο τυ­πο­γρα­φι­κών, του­τέ­στιν τριά­ντα δύο σε­λί­δων. Κα­τά πα­ραί­νε­ση ε­νός τέ­ταρ­του ε­κεί­νης της πα­ρέ­ας, του Σερ­ραίου Γιώρ­γου Κα­φτα­ντζή, το βι­βλίο του δεν εκ­δό­θη­κε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη αλ­λά στις Σέρ­ρες. Χαι­ρε­τί­στη­κε, πά­ντως, με του­λά­χι­στον δυο κρι­τι­κές μέ­σα στο ί­διο έ­τος. Του Αλέξ. Αργυ­ρίου στα «Ελεύ­θε­ρα Γράμ­μα­τα» και του Άρη Δι­κταίου στο πε­ριο­δι­κό «Ο Αιώ­νας μας». Στη δεύ­τε­ρη υ­πάρ­χει μια φρά­ση, που έ­μελ­λε να α­πο­δει­χτεί γε­νι­κό­τε­ρης ι­σχύος και με­γα­λύ­τε­ρης χρο­νι­κής εμ­βέ­λειας: «Ενώ η πρω­τεύου­σα φλυα­ρεί, η Θεσ­σα­λο­νί­κη ο­μι­λεί.»&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;
