Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008

Ο μυθικός "Οδυσσέας"


"Οδυσσέας" Μηνιαία Έκδοση Λόγου και Τέχνης ακριβής φωτοαναστατική ανατύπωση της εκδόσεως του 1943-44 (τεύχη 1 έως 12) Δήμος Πύργου Δημοτικό Πολιτιστικό Κέντρο Οκτώβριος 2007

Ο "Οδυσσέας" έχει καταχωρηθεί ως ένα από τα λογοτεχνικά περιοδικά της Κατοχής, όχι, όμως, των μεγάλων αστικών κέντρων, Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, αλλά από τα λιγοστά της περιφέρειας. Σχετικά μακρόβιο, αφού πρόλαβε να εκδώσει δώδεκα τεύχη, έστω τα τέσσερα διπλά, όταν ο μέσος όρος εκείνων των χρόνων είναι κάτω των δέκα. Πρόκειται για το κατοχικό λογοτεχνικό περιοδικό του Πύργου της Ηλείας. Ένα περιοδικό, που έγινε θρύλος, καθώς οι μεταπολεμικοί θιασώτες της λογοτεχνίας ούτε ένα τεύχος του δεν είχαν την ευκαιρία να φυλλομετρήσουν, αλλά το γνώρισαν μέσα από αφηγήσεις, πλάγιες αναφορές και υποσελίδιες σημειώσεις, που πάντοτε τρέφουν τους μύθους.
"... Αλλά ΧΡΕΙΑΖΟΥΜΑΙ μερικά ντοκουμέντα, όχι ότι θα τα αντιγράψω, αλλά μου χρειάζονται. ΛΟΙΠΟΝ, μπορείς να μου στείλεις ΤΟ ΤΑΧΥΤΕΡΟ ένα χειρόγραφο που να πιάνει από μια μέχρι χίλιες σελίδες, πεζές, όπως θέλεις, γύρω από τη ζωή σου, από τότε που κατάλαβες τον εαυτό σου μέχρι τώρα; Τα Χανάκια (ναι, από μακρυά τα Χανάκια μου φέρνουν τρομερές φαντασιώσεις) τα Χανάκια, ο "Παρνασσός", ο "Οδυσσέας", οι μέρες της Αθήνας, οι έρωτές σου, όλα Γιώργη, τα χρειάζομαι θανάσιμα, έπειτα από μια νέα μέθοδο που ακολουθώ τώρα...", έγραφε ο Νίκος Καχτίτσης στον Γιώργη Παυλόπουλο, στις 21 Ιανουαρίου 1956, από το Μόντρεαλ. Άραγε, τού τα έστειλε, κι αν τού τα έστειλε, εκείνος πώς τα χρησιμοποίησε. Αναπάντητα ερωτήματα, που γεννά η χωλή αλληλογραφία Καχτίτση-Παυλόπουλου, αφού δημοσιεύτηκε μόνο το ένα σκέλος της κι αυτό, κατ' επιλογή. Ένα πρόσωπο, που μπορεί να δώσει πληροφορίες για τον Καχτίτση και όσα μνημονεύονται στην επιστολή, αλλά και γενικότερα, για πρόσωπα και πράγματα της εποχής, είναι ο Παυλόπουλος. Αυτός, όμως, αρκείται, σε λακωνικά σχόλια. Ας όψονται οι δημοσιογράφοι και οι εκδότες περιοδικών, που, ενώ τον τιμούν με αναφορές και αφιερώματα, δεν τον πολιορκούν μετά υπομονής και επιμονής.
Υπάρχουν, όμως, και άλλοι φίλοι του Καχτίτση, που τα ονόματά τους παρελαύνουν στην αλληλογραφία του με τον Παυλόπουλο. Μερικοί, μάλιστα, από αυτούς, όπως οι συνεργάτες του "Οδυσσέα", Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος και Θανάσης Εξαρχόπουλος, υπήρξαν και οι ίδιοι αλληλογράφοι του. Αλλά κι αυτοί σιωπούν. Μύθος, άλλωστε, και όλη η ανέκδοτη αλληλογραφία του Καχτίτση, όπως και εκείνη του Τάκη Σινόπουλου. Μπορεί να χάθηκαν, μπορεί και να λανθάνουν. Αλλά κι αν διασώζονται, πού να βρεθούν την σήμερον επιμελητές, διαθέσιμοι, οι οποίοι θα παραμερίσουν το προσωπικό έργο τους, για να φροντίσουν προγόνους, έστω και εκλεκτούς.
"Αργότερα, στην Κατοχή, μια ομάδα νέων, που έχει συμπήξει τον "Πυργιώτικο Παρνασσό"... εκδίδει το μηνιαίο περιοδικό "Οδυσσέας"...", έγραφε, με τη σειρά του, ο πύργειος πεζογράφος, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, πριν τριάντα χρόνια, νεκρολογώντας τον Τάκη Δόξα, που πέθανε στις 30 Οκτωβρίου 1976, στα εξήντα τρία του. Πέντε χρόνια αργότερα, Πάσχα του 1981, πέθανε ο Σινόπουλος, στα εξήντα τέσσερά του. Το 1913 γεννηθείς ο Δόξας, το 1917 ο Σινόπουλος. Ευτύχησε η πρωτεύουσα της Ηλείας, ο Πύργος, το άλλοτε ποτέ αστικό κέντρο, και σε λογοτέχνες και σε έντυπα, περιοδικά και εφημερίδες, ως η αιωνόβια "Πατρίς" Πύργου, που εμφανίστηκε την 7η Νοεμβρίου 1902, με εκδότη τον Λεωνίδα Βαρουξή, δημοσιογράφο της αθηναϊκής εφημερίδας "Ακρόπολις" του Βλάση Γαβριηλίδη και αδελφό του Κωνσταντίνου, εκδότη της πυργιώτικης "Αυγής" κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου.
Ο θρυλικός, λοιπόν, "Οδυσσέας" πρωτοκυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1943. Ένα εικοσάφυλλο τεύχος από το Τυπογραφείο της Μητρόπολης Ηλείας, το οποίο είχε παραχωρήσει στους νέους ο προοδευτικός δεσπότης Αντώνιος, λίγο πριν πάρει τα βουνά. Τρία τεύχη μέχρι τον Μάϊο του 1943 και μετά, άλλα εννέα τεύχη, τα τέσσερα διπλά, από τον Δεκέμβριο του 1943 μέχρι τον Αύγουστο του 1944. Είχε προηγηθεί "Το Βήμα των Νέων" στη δεκαετία του 1930 και ακολούθησε, το 1947, ο "Βωμός" Πύργου. Τρία περιοδικά, στα οποία πρωτοστάτησε ο Δόξας. Ίσως να υπήρξαν κι άλλα. Από όσο γνωρίζουμε, η ιστορία του ηλείου Τύπου μένει να γραφτεί. Πάντως, για τον "Οδυσσέα", η εποχή του μύθου είχε τελειώσει πολύ πριν πάρει την πρωτοβουλία το Δημοτικό Πολιτιστικό Κέντρο της πόλης του Πύργου να τον ανατυπώσει, όταν τον ανακάλυψαν οι μελετητές.
Ένα εξαντλητικό κεφάλαιο του αφιερώνει η Αλεξάνδρα Μπουφέα, στη βραβευμένη μελέτη της, "Τα λογοτεχνικά περιοδικά της Κατοχής". 1/4πως, μάλιστα, η Κατοχή φαίνεται, εσχάτως, να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των μελετητών, η Αγγέλα Καστρινάκη, στην επίσης βραβευμένη μελέτη της, "Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950", αναφέρεται στο περιοδικό, με αφορμή τον τίτλο του. Προσπαθώντας να στηρίξει την υπόθεση εργασίας, που θέλει το ταξίδι προνομιούχο λογοτεχνικό τόπο εκείνης της δεκαετίας, μνημονεύει ενδεικτικά την πειραϊκή "Αργώ" και τον "Οδυσσέα", αμφότερα εγχειρήματα διαπλασόπουλων. Από την πλευρά του, ο ιστορικός Αλέξανδρος Αργυρίου, που πρώτος αναδίφησε τα κατοχικά περιοδικά, στον τρίτο τόμο της Ιστορίας του, τον αφιερωμένο στην Κατοχή, από τα περιοδικά της περιφέρειας αναφέρει, κατ' εξαίρεση, τον "Οδυσσέα", δίνοντας και την προφορική μαρτυρία του Σινόπουλου πως ο ίδιος είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην ύλη του περιοδικού.
1/4σο, όμως, ακριβολόγοι κι αν είναι οι μελετητές, άλλη εικόνα δίνουν οι καταγραφές τους κι άλλη, το ίδιο το σώμα του περιοδικού, που αποκαλύπτει τον πρωτοποριακό χαρακτήρα του, καθώς εκείνοι οι πύργειοι νέοι (αν και ακριβέστερα, πρόκειται για Ηλείους, όμως πάντοτε οι πρωτεύουσες καταπίνουν την γύρω χώρα) κατόρθωσαν να συνδυάσουν τους νεωτερικούς τρόπους με τις παραδοσιακές μορφές. Καθόλου τυχαίo το ότι όλα τα τεύχη πλην ενός ανοίγουν με ποίημα ενός παλαιότερου. Άλλοτε πρόκειται για άρτι αποθανόντες ποιητές, όπως ο Ρώμος Φιλύρας, ο Παλαμάς και ο Λαπαθιώτης, με αντίστοιχα κείμενα, όχι νεκρολογίες αλλά από καρδιάς αποχαιρετισμούς, και άλλοτε για ζώντες πρεσβύτερους, όπως ο Ρήγας Γκόλφης, ο Σκαρίμπας, ο Λέων Κουκούλας, αλλά και ο Μανώλης Κανελλής, που τότε έχαιρε μεγάλης εκτίμησης, ενώ ένας ευαίσθητος ποιητής από τους πρεσβύτερους της εποχής, όπως ο Στέλιος Σπεράντζας φιλοξενείται με δυο μεν ποιήματα, αλλά σε εσωτερικές σελίδες, καθώς και ο Μανώλης Αλεξίου. Μόνο ένα τεύχος, το δεύτερο, ανοίγει με ποίημα του Βάσου Κύβελου, τον οποίο δεν γνωρίζουμε και η Μπουφέα δεν τον αναφέρει στους ηλείους συνεργάτες. Κατά μια εκδοχή, τον συνέστησε στο περιοδικό ο Μάριος Βαϊάνος, του οποίου το "Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας" διαφημίζεται σε πολλά τεύχη.
Στο περιοδικό, οι νέοι έδιναν την πρωτοκαθεδρία στην ποίηση και ιδιαίτερο βάρος στις μελέτες, με την πεζογραφία να έπεται. Ήδη, στα δυο πρώτα τεύχη, δημοσιεύονται οι "Σκέψεις για το έργο του Σεφέρη" του Σινόπουλου και ακολουθούν, δοκίμια για τον Παλαμά, ένα κείμενο "Περί ύφους" του Γιώργου Δέλιου, σκέψεις πάνω στον Νίτσε του Κ.Λ. Μεραναίου, ακόμη κείμενο για τον Ίψεν του Δημήτρη Σιατόπουλου. Κι όμως, τα πεζά του "Οδυσσέα" δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα. Μπορεί ορισμένοι από τους συγγραφείς τους να κρίθηκαν ως ελάσσονες, όμως, ακριβώς γι' αυτό, τα διηγήματά τους αποκτούν αξία, παρακινώντας σε μια δεύτερη ανάγνωση του έργου τους. Μεταξύ άλλων, ένα πολυσέλιδο διήγημα του πύργειου Διονύση Κόκκινου, τότε διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης, που ουδείς θυμήθηκε πέρυσι τα σαραντάχρονα από το θάνατό του. Ακόμη, διηγήματα του ποιητή Νίκου Πετιμεζά Λαύρα και του πειραιώτη Χρήστου Λεβάντα, ενώ η Τατιάνα Σταύρου δημοσιεύει απόσπασμα από μυθιστόρημά της. 1/4σο αφορά τους δυο πρωτεργάτες του περιοδικού, τον πρεσβύτερο Δόξα και τον νεότερο Παυλόπουλο, ο πρώτος δημοσιεύει διηγήματα και ο δεύτερος ποιήματα, κατ' εξαίρεση, όμως, και ένα διήγημα, "Το πουλάρι". Στις τελευταίες σελίδες κάθε τεύχους, υπό τον τίτλο, "Ο φιλολογικός μήνας", παρατίθενται σχόλια και βιβλιοκρισίες, όπου ένας σημερινός αναγνώστης μπορεί να αλιεύσει στοιχεία για την πνευματική κίνηση της εποχής, αλλά και να συμπληρώσει το βιογραφικό των ντόπιων λογοτεχνών. Λ.χ., ανακαλύπτουμε πως ο νεαρός Γιώργης Παυλόπουλος είχε και θεατρικές επιδόσεις, παίζοντας σε όλα σχεδόν τα έργα που ανέβαζε ο "Πυργιώτικος Παρνασσός".
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η φωτοαναστατική ανατύπωση του "Οδυσσέα" παρουσιάζει ενδιαφέρον πολύ πέραν του συλλεκτικού, γι' αυτό καλά θα κάνουν οι υπεύθυνοι της έκδοσης να στείλουν μερικά αντίτυπα και στα βιβλιοπωλεία της πρωτεύουσας.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008

Έτος Δημητρίου Βικέλα


Επτά πόλεις ερίζουν περί της καταγωγής του Ομήρου. Επτά, αν όχι και περισσότερες, θα αναμενόταν να ερίζουν, διεκδικώντας μερίδιο από τους εορτασμούς για το επετειακό έτος Δημητρίου Βικέλα. Στις 7 Ιουλίου 1908 πέθανε ο Βικέλας και εφέτος τιμούμε την εκατονταετηρίδα του. Αν, βεβαίως, οι υπεύθυνοι επί των πολιτιστικών πραγμάτων της χώρας εκτιμούσαν τον Βικέλα. Αλλά πολλοί εξ αυτών ούτε κατ' όνομα δεν φαίνεται να τον γνωρίζουν. Ως κάποιο λογοτέχνη της εποχής, αορίστως, τον είχε αναφέρει ένας υφυπουργός, προ δωδεκαετίας, κατά τους εορτασμούς για την εκατονταετηρίδα των Ολυμπιακών Αγώνων. Πόσω μάλλον η γαλλίς διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, όταν, μέσα στο γενικό αναβρασμό του Υπουργείου Πολιτισμού κατά τις πρώτες ημέρες του έτους, επειγόταν να ανακοινώσει δραστηριότητες. Έτσι προέκυψε έτος Καραγάτση το 2008 και μάλιστα, όχι με εξαγγελίες (αναφερόμαστε στην πρώτη ανακοίνωση του 1/4ακέφαλου1/2 ΕΚΕΒΙ κατά την 15η Ιανουαρίου 2008) για συνέδρια και βιβλιογραφικές εργασίες, που, λίγο-πολύ, όλοι οι έλληνες συγγραφείς έχουν ανάγκη, ακόμη και ο σχετικά μελετημένος Καραγάτσης, αλλά με την ανακοίνωση πως θα καταβληθεί προσπάθεια να καταστεί γνωστός ο Καραγάτσης με κινητές εκθέσεις στα σχολεία εντός και εκτός Ελλάδος. Υποθέτουμε πως εννοούσε σε όσες πόλεις και χωριά δεν φτάνει η τηλεόραση και τα παιδιά στερούνται της ευκαιρίας μέσω των τηλεοπτικών σειρών να εμπεδώσουν τον μυθιστορηματικό του κόσμο.
1/4πως κι αν έχει, για να τελειώνουμε με τις εφετινές εκατονταετηρίδες, εορταζόμενες και μη, δεκατέσσερις ημέρες πριν το θάνατο του Βικέλα στην Κηφισιά, συγκεκριμένα, στις 23 Ιουνίου 1908, σε κάποια κεντρική κλινική των Αθηνών, γεννιόταν ο Δημήτρης Ροδόπουλος, που έμελλε να μείνει στην ιστορία των γραμμάτων ως Μ. Καραγάτσης. Ενώ, τρεις μήνες και δέκα μέρες μετά το θάνατο του Βικέλα, συγκεκριμένα στις 27 Οκτωβρίου 1908, στην συμπρωτεύουσα, είδε το φως ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Αυτά, τουλάχιστον για τους μείζονες.
Αδικημένος πίστευε ο Άλκης Αγγέλου πως είναι ο Βικέλας, όπως έγραφε το 1997, καθώς συγκροτούσε τα οκτάτομα Άπαντά του, υπό την αιγίδα του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων. Κι αυτό, γιατί μια κυρίαρχη μορφή, με πολύπλευρη δράση, όπως αυτός, δεν μπορεί να χωρέσει σε μια ιστορία νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπου, κατ' ανάγκην, μνημονεύεται μόνο ο Βικέλας του "Λουκή Λάρα" και μερικών διηγημάτων. Χαρακτηριστικό είναι πως όσοι σήμερα τιμούν τον Βικέλα, ουσιαστικά παρακάμπτουν τον λογοτέχνη, εκθειάζοντας τον μειλίχιο και διαλλακτικό υπερασπιστή της ελληνικής υπόθεσης στη Λόντρα και τα Παρίσια. Μόνιμα εγκατεστημένος επί είκοσι τέσσερα έτη στην αγγλική πρωτεύουσα, από δεκαεπταετές μειράκιο, και επί δεκατρία, στη γαλλική, όταν, στα πενήντα του, η ψυχασθένεια της συζύγου του τον καθήλωσε στην πόλη των Φώτων, επέδειξε αξιοζήλευτη εθνωφελή δράση, ως είθισται να λέγεται.
Με 1/4νηφάλιο πάθος1/2, πρόβαλε δίπλα στην εθνική παλιγγενεσία το προεπαναστατικό και βυζαντινό παρελθόν, προώθησε τις 1/4έντιμες1/2 εθνικές διεκδικήσεις, συγχρωτίστηκε με ξένους λογίους και βοήθησε να διαμορφωθεί ένα καινούργιο πνεύμα φιλελληνισμού. Τέλος, είναι αυτός που πρότεινε να διεξαχθούν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα, εκπροσωπώντας την Ελλάδα στο παρισινό συνέδριο για την αναβίωσή τους. Κι όταν η πρόταση έγινε αποδεκτή, ήρθε στην Αθήνα και πρωτοστάτησε στην πραγματοποίησή τους, πείθοντας διστακτικούς και εναντίους. Ακόμη μνημονεύεται για τη δράση του κατά την τελευταία δωδεκαετία της ζωής του, όταν είχε πλέον εγκατασταθεί στην Αθήνα. Ίδρυσε τον "Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων", τον "Οίκο Τυφλών", την "Σεβαστοπούλειο Σχολή", δεν πρόλαβε, όμως, να στήσει το Ηρώον του Αγώνος στην κορυφή του Λυκαβηττού, μόνο να γράψει ένα άρθρο με αυτόν τον τίτλο, που δημοσιεύτηκε μετά θάνατον στο περιοδικό του Συλλόγου, "Μελέτη". Έκλεινε τα εβδομήντα τρία, στις 15 Φεβρουαρίου 1908, όταν εκδηλώθηκε ο καρκίνος του ήπατος. Κλινήρης υπαγόρευε αυτό το στερνό δημοσίευμα, περιγράφοντας το όραμά του για ένα Ηρώον της Επανάστασης, που θα έπρεπε να είναι έτοιμο για τους πανηγυρισμούς της εκατονταετηρίδας, το 1921.
Αυτός, σε γενικές γραμμές, είναι ο Βικέλας, που τίμησαν το 1996, με αφορμή τα εκατό χρόνια των Ολυμπιακών Αγώνων, αν όχι οι επτά πόλεις που θα έπρεπε να τον διεκδικούν, τουλάχιστον, όμως, οι τρεις ελληνικές? η αγαπημένη του Βέροια της μακεδονικής 1/4πατρογενιάς1/2 του, η γενέτειρα Ερμούπολη και τέλος, η Αθήνα, έστω και μόνο δίνοντας σε μια οδό το όνομά του. 1/4σο για την ελληνική λογοτεχνία, έχουμε τη δυσάρεστη εντύπωση πως γι' αυτήν μένει, ο 1/4Βικελάκος1/2, καταπώς κοροϊδευτικά τον αποκαλούσε ο δεύτερος εξάδελφός του, Ψυχάρης, όντας χολιασμένος με το Σύλλογο και τα καθαρευουσιάνικα, τουλάχιστον για τα δικά του γούστα, βιβλία που εξέδιδε.
Παρότι, αρχικά, το πρώτο και το σημαντικότερο πεζογράφημα του Βικέλα, ο "Λουκής Λάρας", που ξεκίνησε να γράφεται στο Παρίσι, σαν σήμερα, πριν εκατόν τριάντα χρόνια, και από το αναγνωστικό κοινό αγαπήθηκε και από την κριτική επαινέθηκε, γνωρίζοντας πολλαπλές εκδόσεις και μεταφράσεις, προϊόντος του χρόνου, όλο και περισσότερο, αδικείται, με επιστέγασμα την προ εξαετίας έκδοση του 37ου τόμου της Νεοελληνικής Βιβλιοθήκης του Ιδρύματος Ουράνη, "Λουκής Λάρας και διηγήματα", σε επιμέλεια Βαγγέλη Αθανασόπουλου. Αν και ως σημείο καμπής προβάλλει το 1973, όταν δημοσιεύτηκε η μελέτη του Απόστολου Σαχίνη, που ανασκευάζει την ευνοϊκή, έστω και μετά επιφυλάξεων, κριτική για τα πεζά του Βικέλα, τονίζοντας την έλλειψη δημιουργικής ή άλλως πως μυθοπλαστικής φαντασίας. Πάντως, την αδυναμία του να επινοεί πρωτότυπες ιστορίες δεν την έκρυβε ο Βικέλας, αντίθετα την εξομολογείται στα κείμενά του με κάθε ευκαιρία. Μάλιστα, στον "Λουκή Λάρα", παρέθεσε σύντομο προοίμιο, όπου διευκρίνιζε πως πρόκειται για χειρόγραφο, που βρέθηκε στα εγκατάλοιπα χίου εμπόρου, εγκατεστημένου στο Λονδίνο. Το προοίμιο υπάρχει στις πρώτες εκδόσεις, που έγιναν ζώντος του Βικέλα. Από μια άποψη, υπερβάλλουσα σεμνότης εκ μέρους του, που, όμως, επέτεινε την, έτσι κι αλλιώς, αυθόρμητη τάση των μελετητών να ανακαλύπτουν πανταχού συγγραφικά τεχνάσματα ερήμην των προσώπων και των συνθηκών της εποχής. Μόνο που ο Βικέλας δεν θόλωσε τα νερά, όπως πιθανώς και να έπραττε ένας σύγχρονος συγγραφέας, αλλά φρόντισε να διασώσει στο Αρχείο του το εν λόγω χειρόγραφο, του ομογενή Λουκά Τζίφου.
Μεταπολεμικά και μέχρι το 1990, τέσσερις τουλάχιστον φορές από διαφορετικούς εκδότες κυκλοφόρησε ο "Λουκής Λάρας", με τελευταία την έκδοσή του, ως 19ο τόμο, στη σειρά "Η πεζογραφική μας παράδοση" του Μανόλη Αναγνωστάκη, άνευ προοιμίου, διεκδικώντας μια θέση πολύ πέραν του ηθοπλαστικού πεζογραφήματος. Στη συνέχεια, όμως, το 1991, η Μαριάννα Δήτσα έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, ανασύροντας το χειρόγραφο από τους φακέλους και τις χαρτοθήκες του Αρχείου Βικέλα. Στον τόμο της Νέας Ελληνικής Βιβλιοθήκης του "Ερμή", ο "Λουκής Λάρας" παρουσιάζεται ομού μετά του χειρογράφου του Λουκά Τζίφου, σε πρώτη δημοσίευση. Λίγα χρόνια αργότερα, και ο Αγγέλου, στα Άπαντα, υπογραμμίζει και δη εισαγωγικά, την έλλειψη φαντασίας, την οποία, μάλιστα, θεωρεί και ως απουσία ισχυρού ταλέντου. 1/4Πουθενά το θείο αυτό δώρο δεν αγγίζει το σύνολο του έργου του1/2, γράφει χαρακτηριστικά. Για να φθάσουμε, αρχές του 21ου αιώνα, ο Αθανασόπουλος να επιμένει 1/4στην καθοριστική υποτονικότητα της φαντασίας του Βικέλα1/2, καταλήγοντας με την διαπίστωση πως ο Βικέλας υπήρξε πιστός 1/4μεταφραστής1/2 ξένων εμπειριών.
Γεγονός ότι ο "Λουκής Λάρας" στηρίχτηκε σε μια αληθινή ιστορία, όπως και "Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι", με τη διαφορά πως εδώ το πρωτότυπο ήταν μια γραπτή ιστορία, την οποία ο Τζίφος κάθισε και έγραψε υπακούοντας την επιθυμία του σεβαστού του φίλου, Βικέλα. Μια παραπλήσια ιστορία αναφέρει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, συντάσσοντας το λήμμα Θανάση Βαλτινού στη γραμματολογία Σοκόλη, όσο αφορά το "Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη", κι αυτό πρωτοδημοσιευμένο σε περιοδικό ογδόντα πέντε έτη μετά τον "Λουκή Λάρα". Και μόνο το παράδειγμα ενός καταξιωμένου συγγραφέα όπως ο Βαλτινός, για να μην θυμίσουμε τον έτερο ευκλεή 1/4μεταφραστή1/2 ξένων εμπειριών, τον Στρατή Δούκα και τη μοναδική "Ιστορία ενός αιχμαλώτου", θα έπρεπε να κάνει κάπως προσεκτικότερους τους μελετητές, όταν αποφθέγγονται περί φαντασίας, τεκμαίροντας το τάλαντο ενός εκάστου.
Ένα επετειακό έτος Βικέλα, που ουσιαστικά ποτέ δεν εορτάστηκε, θα έδινε την ευκαιρία να δούμε, μέσα από μια σημερινή ματιά, το πεζογραφικό του έργο, τον "Λουκή Λάρα", τα διηγήματα, την αυτοβιογραφία του, το εξαίρετο ταξιδιωτικό, "Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν", ακόμη τις ιστορικές του μελέτες, τις σαιξπήρειες μεταφράσεις του και ίσως, τον παραμελημένο όσο και μοναδικό επιστολογράφο Βικέλα. Ίσως ορισμένοι να θεωρούν, όπως ο ιστορικός μας Κ.Θ.Δημαράς, την αφήγηση του Βικέλα άνευρη και τις περιγραφές του άχρωμες. Ίσως, όμως, κάποιοι άλλοι να γοητεύονται από το αρρητόρευτο και αβίαστο ύφος του, αναγνωρίζοντάς του, πως, παρά τον μακροχρόνιο συγχρωτισμό του με Άγγλους, Γάλλους και λοιπούς, έγραψε 1/4διήγημα ελληνικόν1/2, σε εποχή που τα ξένα μεταφράσματα πλήθαιναν, δίνοντας το καλό παράδειγμα στους νεότερους του 1880, όπως παρατηρεί και ο Ξενόπουλος. Παρεμπιπτόντως, ας θυμίσουμε πως ο Ε.Χ.Γονατάς, θηρεύων 1/4ασυνήθιστες ιστορίες1/2, πριν είκοσι ένα χρόνια, ξεκίνησε την ομότιτλη σειρά του με διήγημα Βικέλα. Και μάλιστα, όχι με το γνωστότερο των δέκα συνολικά διηγημάτων του, τον "Παππά-Νάρκισσο" ούτε με τον "Φίλιππο Μάρθα", την "Άσχημη αδελφή" ή την "Ανάμνησιν", που παλαιότεροι και νεότεροι μελετητές κρίνουν ως επιτυχημένα, αλλά με το, κατά Σαχίνη, αναξιόλογο, "Τα δυο αδέλφια". Αναμφιβόλως εσκεμμένα, ζητώντας να παροτρύνει σε μια νέα ανάγνωση. 1/4πως εύστοχα παρατηρούσε προ τετραετίας ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, η μηχανή των επετείων έχει πάρει μπρος και δεν πρόκειται να σταματήσει, ας υπάρξει τουλάχιστον κάποιο όφελος και για την ίδια τη λογοτεχνία.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Συγγραφικά και ερωτικά πάθη

Θανάσης Χειμωνάς
"Ραγδαία επιδείνωση"
Εκδόσεις Πατάκη
Φεβρουάριος 2008
Από μια άποψη, εκπλήσσει η απαρέγκλιτη συγγραφική πορεία του Θανάση Χειμωνά. Εδώ και δέκα χρόνια, με εξαίρεση δυο διηγήματα δημοσιευμένα στην εφημερίδα "Τα Νέα" κατά το χρόνο της προθέρμανσης, εκδίδει μυθιστορήματα και μόνο μυθιστορήματα, με θαυμαστή τακτικότητα, κατά μέσο όρο κάθε δυο χρόνια και τέσσερις μήνες, ούτε ολιγοσέλιδα ούτε πολυσέλιδα, κατά μέσο όρο γύρω στις διακόσιες πενήντα σελίδες. Μυθιστορήματα του αθηναϊκού άστεως, αν και συνήθως προβλέπεται ένας αριθμός σελίδων κοσμοπολίτικης πνοής, χωρίς επιρροές, τουλάχιστον ορατές σε εμάς, ξένης λογοτεχνίας, πρωτίστως ψυχολογικού χαρακτήρα και δευτερευόντως κοινωνικού. Ιστορίες που κινούνται σε σταθερό θεματικό πλαίσιο, με ήρωες ενός ορισμένου χαρακτήρα. Ωστόσο, όντας συγγραφέας με μυθοπλαστική φαντασία, επινοεί κάθε φορά μια υπόθεση, ενώ έχει βρει έναν τρόπο, που ίσως εξελιχθεί και σε μανιέρα, να δομεί τα γεγονότα, ώστε να δημιουργείται σασπένς, όπως συμβαίνει σε μυθιστορήματα με πλοκή, μόνο που εδώ η κατάληξη αφήνει εσκεμμένα την αίσθηση του μετέωρου.
Παρά ταύτα, ο Θανάσης Χειμωνάς δεν θα χαρακτηριζόταν συγγραφικά στάσιμος. Το πρόσφατο, πέμπτο μυθιστόρημά του πόρρω απέχει από το πρώτο του 1998. Οι αφηγηματικοί του τρόποι εξελίσσονται αργά αλλά σταθερά, όπως συμβαίνει με τον μουσικό, που ασκείται συστηματικά σε ένα κομμάτι. Πιστεύουμε πως θα μπορούσε να γίνει ένας βιρτουόζος, μόνο που η εύκολη αναγνώριση ήδη από τον πρωτόλειο "Ραμόν" και στη συνέχεια η ευμενής, έως και ενθουσιαστική, υποδοχή των βιβλίων του ενέχουν τον κίνδυνο της μακαριότητας. Αν μέρος από τις θωπείες έρχεται από το οικογενειακό του όνομα, ούτε ο ίδιος θα πρέπει να το συνειδητοποιεί ούτε οι θωπεύοντες. Αυτά είναι επενέργειες ενός συλλογικού υποσυνειδήτου, του οποίου τις εκφάνσεις βλέπουμε όλο και συχνότερα.
Ενδίδοντας, όμως, στις κατακτημένες ευκολίες του, ίσως να μην γράψει το ένα βιβλίο με τα πάθη αυτού του μοναδικού ήρωα, που κυνηγά από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα. Της "ανεξιχνίαστης ψυχής", όπως ο ίδιος τον έχει αποκαλέσει, που επανέρχεται με διαφορετικά προσωπεία^ Ραμόν, ο ανώριμος νεαρός, Μιχάλης Παπανικολάου, ο ασκούμενος δικηγόρος σε φάση κατάθλιψης, Αποστόλης Αργυρόπουλος, ο μανιοκαταθλιπτικός άνεργος, Δημήτρης και Αντώνης Αδάμου, τα δυο αδέλφια, ο ενοχικός μικρός και ο ψυχικά άρρωστος μεγάλος, και τέλος, Βασίλης Οικονόμου, ο συγγραφέας με τις κρίσεις πανικού και την τάση αυτοκτονίας του πρόσφατου. Ο Γιώργος Χειμωνάς έγραφε πως ό,τι αξίζει στον άνθρωπο είναι να έχει να πει μια ιστορία. "Το μοναδικό χρέος που αναγνωρίζω σ' έναν άνθρωπο, είναι ν' αφηγηθεί μια ιστορία" (από το υποδειγματικό "Χρονολόγιο βίου και έργου Γιώργου Χειμωνά" του Ευριπίδη Γαραντούδη, συμπλήρωμα στην προ τριετίας επίτομη έκδοση του έργου του).
Ο Γιώργος Χειμωνάς, παρόλο που πέθανε νωρίς, λίγες ημέρες πριν τα εξηκοστά πρώτα γενέθλιά του (16.3.1939 - 27.2.2000), την είπε την ιστορία που είχε να πει. Μέλλει να φανεί αν ο Θανάσης Χειμωνάς αποφασίσει να διαρρήξει το κουκούλι της πεταλούδας.
Επί του προκειμένου, πέμπτου μυθιστορήματός του, κατ' εξαίρεση μετά αφιερώσεως, ο συγγραφέας υιοθετεί ορισμένα χαρακτηριστικά του τρίτου βιβλίου του, "Ανεξιχνίαστη ψυχή". Ένα επουσιώδες, το γυμνό του εξωφύλλου, πολύ εντυπωσιακότερο αυτή τη φορά, και ένα ουσιαστικό, την τριτοπρόσωπη αφήγηση μετατοπιζόμενης εστίασης. Ενώ, και εδώ, στα περισσότερα κεφάλαια (τα οκτώ από τα συνολικά δεκαοκτώ), η αφήγηση παρακολουθεί την οπτική γωνία μιας γυναίκας, της Έλιας.
Χαλαρή η υπόθεση, στρέφεται γύρω από το ένοχο μυστικό ενός ηλικιωμένου συγγραφέα, για το οποίο, όταν, μετά θάνατον, αποκαλύπτεται, ουδείς ενδιαφέρεται, μια και όλοι κατατρύχονται από τα δικά τους απωθημένα. Το μυθιστόρημα απαρτίζεται από διαδοχικές σκηνές, όπου, στις περισσότερες, η Έλια συνομιλεί με πρόσωπα του στενού της περιβάλλοντος, την οικιακή της βοηθό, τη φίλη της, τον σύντροφό της, τον φίλο του συντρόφου της, τη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, τη θεία της, αδελφή της πεθαμένης μητέρας της, και σε παρελθοντική αναδρομή, την άρρωστη μητέρα της. Να σημειώσουμε πως στις παρελθοντικές αναδρομές όλων των ηρώων πρωτοστατεί μια μητρική φιγούρα.
Σε έξι από τα υπόλοιπα κεφάλαια, η αφήγηση εστιάζει στον σύντροφο της Έλιας, Βασίλη Οικονόμου, συνομήλικο του Θανάση Χειμωνά. Κι αυτός ένας επιτυχημένος συγγραφέας, με δυο μυθιστορήματα στο ενεργητικό του, που έχει αναλάβει να φτιάξει μια ανθολογία με διηγήματα παραβατικής θεματολογίας. Εύρημα που δίνει την ευκαιρία για ένα μορφικό άνοιγμα, με την παράθεση δυο διηγημάτων. Το ένα είναι το παλαιό ημερολόγιο του ηλικιωμένου συγγραφέα, το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί και ως διήγημα. Ενώ, το άλλο το γράφει η φίλη της Έλιας, κι αυτή με συγγραφικές φιλοδοξίες, οιστρηλατούμενη από τον έρωτά της για το σύντροφο της Έλιας. Και τα δυο ένθετα πεζά αφηγούνται νοσηρές ιστορίες πάθους, στα όρια του μακάβριου. Εκκεντρικές συλλήψεις, που υφολογικά δεν διαφοροποιούνται από την κυρίως διήγηση, όπως θα αναμενόταν, τουλάχιστον για το ημερολόγιο, που γράφτηκε στο Παρίσι της δεκαετίας του 1970 ή και νωρίτερα.
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται μέσα σε τρεις ημέρες, τον πρώτο Αύγουστο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, στην Αθήνα, ακριβέστερα στο Κολωνάκι, όπου και λαμβάνουν χώρα οι ελάχιστες εξωτερικές σκηνές, ενώ, στις άλλες γειτονιές, όπως το Παγκράτι που κατονομάζεται, η δράση παραμένει εντός κλειστών χώρων. Δωμάτια διαμερισμάτων και κλινικών, μια σκηνή σε αυτοκίνητο και μια άλλη, στο Κέντρο Κράτησης Αλλοδαπών, αφού ο Χειμωνάς, σε αυτό το μυθιστόρημα, επανέρχεται στο μεταναστευτικό πρόβλημα. Αν και δεν πρόκειται για την πανσπερμία αλλοδαπών του δεύτερου βιβλίου του, "Σπασμένα ελληνικά", που τόσο ενθουσίασε την κριτική, αλλά μόνο για μια οικιακή βοηθό, που αναφέρεται εξωραϊστικά ως Καυκάσια.
Πιστεύουμε πως ο Χειμωνάς, όπως οι περισσότεροι άλλωστε συγγραφείς αλλά και επιφυλλιδογράφοι, που τους απασχολούν οι μετανάστες -γιατί τι πνευματικοί άνθρωποι θα ήταν, αν δεν τους απασχολούσαν- δεν έχει ουσιαστική επαφή μαζί τους, πέραν των μεμονωμένων ατόμων, που τυχαίνει να εργάζονται στο περιβάλλον του, γι' αυτό και καταλήγει σε στερεότυπα. Σχηματική η συμπεριφορά της Καυκάσιάς του, αρχικά δουλική και μετά επαναστατημένη, με το μίσος που γεννά η εκμετάλλευση. Σταθερά, όμως, έντιμη, κι ας εργάζεται σε σπίτι με πίνακες Ιακωβίδη στους τοίχους και τιμαλφή πεταμένα στις γωνίες.
Γενικότερα, ο Χειμωνάς ξεφεύγει από τις τυποποιημένες εκφράσεις, ιδίως εκείνους τους γραφικούς επιθετικούς προσδιορισμούς, και από τους κοινότοπους χαρακτήρες, όταν περιγράφει καταστάσεις, για τις οποίες έχει προσωπικές εμπειρίες. Λ.χ., η σκιρτώσα από ζωντάνια περιγραφή της πρωινής εξόδου του ηλικιωμένου συγγραφέα, που, συμβάλλοντος του καύσωνα, έμελλε να είναι και η τελευταία του. Τόσο ρεαλιστική που ο αναγνώστης σαν να βλέπει την πλατεία Κολωνακίου, τη δυσχερή, λόγω κυκλοφορίας και έργων, διάβαση, στην αρχή της Πατριάρχου Ιωακείμ, το παρακείμενο Γκούντις και την Εθνική Τράπεζα στην Σκουφά.
Μάλλον επί του πιεστηρίου θα πρέπει να προέκυψε η μετονομασία της Πατριάρχου Ιωακείμ σε οδό Καρνεάδου, έναν σχετικά ήσυχο δρόμο, χωρίς περίπτερο και εν γένει, μακράν των περιγραφομένων, αλλά εντός της τρέχουσας επικαιρότητας. Άλλωστε και στην επόμενη σκηνή, από τη Νεοφύτου Βάμβα ένας εποχούμενος δεν θα ήταν δυνατό να περάσει στην Ηρώδου Αττικού, ενώ, από την πλατεία Κολωνακίου, μέσω Κουμπάρη, δεν έχει παρά να ακολουθήσει τη ροή των αυτοκινήτων. Παρεμπιπτόντως, απορούμε πως ξεφεύγουν από τους διορθωτές παρόμοιες πραγματολογικές λεπτομέρειες. Ίδια απορία είχαμε εκφράσει για τις ταρακουνημένες ημερομηνίες του εκκλησιαστικού έτους στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Κώστα Ακρίβου.
Και ερχόμαστε στο ψυχογράφημα των ηρώων, που συνιστά και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του μυθιστορήματος. Κατ' αρχήν, σκιτσάρονται οι δευτερεύοντες ήρωες^ ένας ακόμη επίδοξος συγγραφέας, που αγωνιά για ένα επίκαιρο θέμα, και κάποια γυναικεία πρόσωπα, που δείχνουν ανερμάτιστα, καθώς εγκαταλείπουν τη βολή τους για φρούδες περιπέτειες. Ενώ, με δεξιότητα αναδεικνύεται το ζεύγος των πρωταγωνιστών. Η Έλια, νεαρά από εύπορη νησιωτική οικογένεια, άεργη και ανασφαλής, σχεδόν αγοραφοβική, που έχει αναγάγει τον σύντροφό της σε κέντρο του κόσμου. Και καθώς εκείνος συνεχώς φεύγει, αυτή υποφέρει από το άγχος της εγκατάλειψης, που καταλήγει σε κρίση, όταν μια κατσαρίδα εμφανίζεται στην κουζίνα της. Μόνο με την κατάληξη, που θέλει την Έλια να αναχωρεί, θα διαφωνούσαμε. Πιστεύουμε πως παρόμοιοι χαρακτήρες αφήνονται να εξευτελιστούν αλλά αδυνατούν να διαλύσουν μια σχέση. Πειστικότερη η ταραγμένη ψυχολογία του συντρόφου της, έτσι όπως προβάλλει μέσα από σκόρπιες ψηφίδες^ μια αναδρομή στην εφηβεία, τότε που ένιωσε για πρώτη φορά εντός του το υπαρξιακό κενό, τις κρίσεις πανικού τον μήνα Αύγουστο, όταν ακόμη και οι ψυχίατροι φεύγουν διακοπές, και ακόμη, το στρόβιλο των παραισθήσεων.
Ένας δευτερεύων χαρακτήρας, έτοιμος να πρωταγωνιστήσει στο δικό του μυθιστόρημα ή και νουβέλα, για να θυμηθούμε τα μυθοπλαστικά παίγνια του Αλέξανδρου Κοτζιά. Πάντως, σε αυτό το μυθιστόρημα, το μακρύ πλάνο του τελευταίου κεφαλαίου κλείνει και το πλάνο της ζωής του ήρωα. Τελικά, και μόνο την περιγραφή των συμμετρικών θανάτων, του πρώτου και του τελευταίου κεφαλαίου, αν συγκρατήσουμε, ο Θανάσης Χειμωνάς υπόσχεται πως κάποτε θα πει την ιστορία που έχει να πει.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008

Χριστόφορος Μηλιώνης

"Το βλέμμα της Μέδουσας"
Ερμηνευτικά δοκίμια
Εκδόσεις Σοκόλη
Νοέμβριος 2007

Αν μετρούμε σωστά, πρόκειται για το έβδομο βιβλίο του Χριστόφορου Μηλιώνη δοκιμιακού χαρακτήρα, με το πρώτο να εκδίδεται το 1976, μια συναγωγή νεοελληνικών διδακτικών δοκιμίων τεσσάρων συντέχνων και φίλων, τουλάχιστον για την ενδιάμεση τριακονταετία, των Λ. Κούσουλα, Γ. Παγανού, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου και του ιδίου. Ενώ, το πρώτο δοκιμιακό βιβλίο, αποκλειστικά δικό του, εκδίδεται το 1983, οι "Υποθέσεις", και ανοίγει με κείμενο για την "παθολογία" της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, στην οποία και ανήκει, τονίζοντας τη λειτουργία μιας "μπλοκαρισμένης" μνήμης και την καθοριστική παρουσία στη δεκαετία του 1960, όταν αυτή σκάει μύτη, των δυο προηγούμενων γενιών. Αν και ο υπότιτλος του καινούργιου βιβλίου, "ερμηνευτικά δοκίμια", το συνδέει με ένα προηγούμενο του 1991, που έφερε κι αυτό τίτλο μυθολογικής εμπνεύσεως, "Με το νήμα της Αριάδνης", και τον ίδιο υπότιτλο.
Εδώ, συγκεντρώνονται δέκα επτά κείμενα, κατανεμημένα σε δεκατρείς ενότητες, που αφορούν δώδεκα έλληνες συγγραφείς ενώ η τελευταία ενότητα είναι θεματική. Τα έντεκα είναι κείμενα ομιλιών ή και εισηγήσεων σε συνέδρια, τουλάχιστον στην πρώτη τους μορφή, καθώς τα πέντε από αυτά, στη συνέχεια, έτυχαν μιας πρώτης δημοσίευσης. Από τα υπόλοιπα έξι, τα τέσσερα συνιστούν συμμετοχές σε επετειακά αφιερώματα εντύπων. Ωστόσο, παρά τον δεσμευτικό χαρακτήρα παρόμοιων κειμένων, στην περίπτωση του Μηλιώνη, δεν πρόκειται για αγιογραφήσεις προσώπων και αντίστοιχη εξύμνηση των έργων τους. Εκ πρώτης όψεως, τα κείμενα καλύπτουν ένα μακρύ χρονικό διάστημα, με την πρώτη ομιλία να εκφωνείται τον Απρίλιο του 1978, ωστόσο το επόμενο είναι δημοσίευση του 1989, ενώ το κυρίως σώμα συγκεντρώνεται μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία. 1/4σο για την παράταξη των κειμένων στο βιβλίο, δεν ακολουθείται, ως συνήθως, η χρονική τάξη γραφής τους, ούτε, όμως, ιεραρχούνται κατά συγγραφέα, αν και προτάσσεται το κείμενο για τον μοναδικό εκπρόσωπο της παλαιότερης πεζογραφίας μας, τον Γεώργιο Βιζυηνό. Ωστόσο, μετά τον Βιζυηνό, έρχεται ένας συγγραφέας της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και έπονται οι μεσοπολεμικοί, με τελευταίο τον Καζαντζάκη. Αν και ο Μηλιώνης δεν σχολιάζει εισαγωγικά τη δομή του βιβλίου του, υποθέτουμε πως ακολούθησε τις προτιμήσεις του, προκρίνοντας παράταξη συγγραφικής συμπάθειας. Συνολικά γίνεται λόγος, πέραν του Θρακιώτη, για τρεις μεσοπολεμικούς, τους Καζαντζάκη, Κοσμά Πολίτη και Σεφέρη, πέντε της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τους Δημήτρη Χατζή, Αντρέα Φραγκιά, Μήτσο Αλεξανδρόπουλο, Αλέξανδρο Κοτζιά και Νίκο Μπακόλα και ακόμη, τρεις της δεύτερης μεταπολεμικής, τους Τόλη Καζαντζή, Σπύρο Τσακνιά και Λουκά Κούσουλα. Ενώ, στην τελευταία θεματική ενότητα, ο συγγραφέας εντοπίζει το μύθο του Προμηθέα, παραλλαγμένο, σε ένα παραμύθι, που είχε ακούσει από τη μητέρα του. Πιθανώς, ηπειρώτικο, μια και η μητέρα του μεγάλωσε σε χωριό του Πωγωνίου, ίσως όμως και κωνσταντινουπολίτικο, αφού, στη συνέχεια, έζησε στην Πόλη.
Ανεξάρτητα αν ο Μηλιώνης αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο βιβλίο ή συνολικά σε ένα συγγραφέα, εισαγωγικά σκιαγραφεί τις βασικές συνιστώσες ολόκληρου του έργου του, κι όταν εστιάζει σε συγκεκριμένο βιβλίο, το ερευνά τόσο θεματικά όσο και αφηγηματικά. Παρόλο που με κάθε ευκαιρία ειρωνεύεται τις νεόκοπες θεωρίες της λογοτεχνίας, η ανάλυσή του δείχνει πως και τις κατέχει και γνωρίζει πως να αποφεύγει τις υπερβολές, που απολιθώνουν το έργο, τοποθετώντας το σε στενά καλούπια. Με ένα λόγο, ο Μηλιώνης αποβαίνει ένας πειστικός κριτικός. Κι αυτό, για πλείστους όσους λόγους. Γιατί γνωρίζει σε βάθος τη λογοτεχνία, γιατί συμπάσχει με τους προς διερεύνηση συγγραφείς ως ομότεχνός τους, γιατί, όντας εκπαιδευτικός, κατέχει τους προσφυείς τρόπους παρουσίασης και ίσως, το σπουδαιότερο, γιατί διαθέτει τη γλώσσα ενός λογοτέχνη.
Με παιγνιώδη τρόπο, καταρρίπτει τις απόψεις παλαιότερων, που έβλεπαν τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό ως αυτοβιογραφούμενους ηθογράφους. Ενώ, παρεκβατικά, σε δυο ομιλίες του, αναφέρεται σε ηρωίδες ενός συγκεκριμένου τύπου. Λαϊκές γυναίκες με δυναμισμό, που υπερβαίνουν τα συνήθη μέτρα. Στυλοβάτες της οικογένειας, που φροντίζουν τους γύρω τους με αυταπάρνηση, πληρώνοντας πολλές φορές τις απερισκεψίες ή και τις ατυχίες των ανδρών τους. Πρόκειται για την άλλοτε ποτέ ελληνίδα μάνα, που εκλείποντας, λόγω και κοινωνικής αναγκαιότητας, άλλαξε η μορφή της ελληνικής οικογένειας ή, κατά μια εκδοχή, εξευρωπαΐστηκε. "Η Ρωμιά", σύμφωνα και με τον τίτλο της δεύτερης ομιλίας, που ο Μηλιώνης αφιερώνει στον Χατζή. Τον ίδιο τίτλο, στον πληθυντικό, "οι Ρωμιές", είχε υιοθετήσει, το 1976, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, αναφερόμενος σε τέσσερις λογοτέχνες που τίμησαν τη Ρωμιά. Λορεντζάτος και Μηλιώνης συμφωνούν στον πρώτο και τον τελευταίο συγγραφέα, τουτέστιν τον Παπαδιαμάντη και τον Χατζή, ενώ ο Λορεντζάτος μνημονεύει ενδιαμέσως τις Ρωμιές στο έργο του Καβάφη και του Σικελιανού, σε αντίθεση με τον Μηλιώνη, που, περιοριζόμενος στην πεζογραφία, αναφέρει τις μάνες σε Βιζυηνό και Τσίρκα. Πιστεύουμε πως και οι δυο μελέτες μπορούν να αποτελέσουν πρότυπο για τις ανθούσες, σήμερα, διδακτορικές κυρίως εργασίες γύρω από τις γυναίκες στο έργο διαφόρων συγγραφέων, με τις οποίες, κατά κανόνα, καταπιάνονται γυναίκες.
Από τα δοκίμια του τόμου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η διδακτική ανάλυση του διηγήματος "Ο Μοσκώβ Σελήμ" του Βιζυηνού, η εμβάθυνση στη μυθιστοριογραφία του Κοτζιά, που θα περιμέναμε να επανέλθει στην επικαιρότητα, καθώς ανάβει η συζήτηση γύρω από τη δεκαετία του '40 και τον εναγκαλισμό λογοτεχνίας και Ιστορίας και ακόμη, η ανάλυση του "Λοιμού" του Φραγκιά. Μυθιστόρημα ίσης αξίας, τουλάχιστον ως αλληγορία, με το "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου, το οποίο, ωστόσο, έχει πολύ λιγότερο απασχολήσει τους μελετητές και δεν έχει αγαπηθεί από το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Τέλος, συγκρατούμε το κεφάλαιο για τον Τόλη Καζαντζή, χάρις στην άρτια ανάπτυξή του αλλά και γιατί εφέτος, ο Καζαντζής θα έκλεινε τα εβδομήντα. Πραγματική απώλεια για την ελληνική πεζογραφία ο θάνατός του στις 24 Δεκεμβρίου 1991, παραμονή Χριστουγέννων.
Μ. Θ.

Στη χώρα της σάμπας

Γιώργος Κατηφόρης "Σάμπα και Κολέγιο" Εκδόσεις Μεταίχμιο Οκτώβριος 2007

Είναι γνωστό πως οι πανεπιστημιακοί έχουν πλείστες όσες ευκαιρίες για ταξίδια. Με τη δικαιολογία μιας ομιλίας ή και ενός σεμιναρίου, εξασφαλίζουν σχετικά εύκολα, ανάλογα και με τη χώρα προέλευσής τους ή μάλλον ακριβέστερα, τον τόπο εργασίας τους, μια ολιγοήμερη ή και πλέον παρατεταμένη φιλοξενία σε κάποιο Πανεπιστήμιο της αλλοδαπής. Μόνο που κατά κανόνα ελάχιστα εκμεταλλεύονται την περίσταση για να γνωρίσουν τη χώρα, ούτε καν την πόλη, στην οποία διαμένουν, καλά-καλά δεν περιηγούνται. Τουλάχιστον αυτά ίσχυαν για τους παλαιότερους, που ήταν απορροφημένοι στο επιστημονικό έργο τους, το οποίο και πρότασσαν των πάσης φύσεως απολαύσεων. Από μια άποψη, ο Γιώργος Κατηφόρης δεν συνιστά εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, ακόμη στις αρχές του 1985, κοντεύοντας να συμπληρώσει επί τόπου εικοσαετή θητεία, με τις διαψεύσεις των νεανικών οραμάτων να πληθαίνουν και την πλήξη να γίνεται απειλητική, μόλις εκφράζει την επιθυμία για ένα ταξίδι στη Βραζιλία, εξασφαλίζει πρόσκληση για μια πρώτη διαμονή τεσσάρων εβδομάδων. Πιστός, όμως, στα καθήκοντά του, ούτε που κουνιέται από την πόλη του Πανεπιστημίου, που τον κάλεσε και στο οποίο δίνει σειρά διαλέξεων. Και ναι μεν η εν λόγω πανεπιστημιούπολη είναι το Ρεσίφε, σημαντικό εμπορικό λιμάνι στην βορειοανατολική ακτή του Ατλαντικού, βρίσκεται, όμως, μακράν των θρυλικών βραζιλιάνικων πόλεων. Μόνο κατά την επιστροφή, πείθεται από τους ντόπιους συναδέλφους του για μια περιήγηση ολίγων ωρών στο Ρίο ντε Τζανέιρο, κι αυτό, λόγω απουσίας απευθείας πτήσης και υποχρεωτικής αλλαγής αεροπλάνου, που προϋποθέτει και αναγκαστική διανυκτέρευση. Θα χρειαστεί ένα δεύτερο ταξίδι, έξι χρόνια αργότερα, που προβλέπει παραμονή δυο μηνών, για να αποφασίσει, και πάλι με τις παραινέσεις των βραζιλιάνων φίλων και το πρόσχημα ομιλιών, να επισκεφθεί την περιοχή του μυθικού Αμαζονίου. 1/4σο για το τρίτο ταξίδι, το καλοκαίρι του 1993, όταν έχει εξασφαλίσει θέση καθηγητή-επισκέπτη για ένα ολόκληρο ακαδημαϊκό έτος και θα μπορούσε να γνωρίσει καλλίτερα τη χώρα, μια, και στο ενδιάμεσο, έχει μάθει και τη γλώσσα, αυτό διακόπτεται στο ξεκίνημά του, την παραμονή της έναρξης των μαθημάτων. Αρχές Σεπτεμβρίου του 1993, η Νέα Δημοκρατία έχει απωλέσει τους δυο προσκείμενους στον Αντώνη Σαμαρά βουλευτές και μένοντας με μόλις 150 αναγκάζεται εκών άκων να προκηρύξει εκλογές. Η ατυχία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη φέρνει και το άδοξο τέλος του ταξιδιού στη Βραζιλία, ανεξάρτητα αν για τον οικονομολόγο καθηγητή και σύμβουλο του Ανδρέα Παπανδρέου, Γιώργο Κατηφόρη, σημαίνει την αρχή της ευρωπαϊκής πολιτικής του σταδιοδρομίας.
1/4πως κι αν έχει, μια δεκαετία αργότερα, ξεμπερδεύοντας με τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, αποφασίζει να γράψει τις εντυπώσεις του από την Βραζιλία. Και το αποτέλεσμα, ανεξάρτητα αν έμεινε μερικούς μήνες και όχι όσο θα επιθυμούσε η ψυχή του, είναι εντυπωσιακό, καθώς, με το υλικό από τα διαδοχικά ταξίδιά του, σκαρώνει ένα αφήγημα, που διαθέτει όλες τις αρετές μυθιστορήματος και δη, συναρπαστικού. Αν παραμερίσουμε τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, ο αφηγητής, με τον τρόπο που παρουσιάζεται και δρα, θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένας χαριέστατος μυθιστορηματικός ήρωας, που συνδυάζει το πιθανώς και επίκτητο λονδρέζικο χιούμορ με το μεσογειακό του ταμπεραμέντο. Ενώ, ταυτόχρονα, εμφανίζεται βαθιά καλλιεργημένος. Από μια άποψη, ένας συμπαθής μαρξιστής παλαιάς κοπής, με ευαίσθητες κεραίες, που καταγράφουν και τους αμυδρότερους παλμούς της γεμάτης ιδιαιτερότητες βραζιλιάνικης κοινωνίας, καθώς εξέρχεται μουδιασμένη από ένα μακρύ αιώνα στρατοκρατίας.
Μια τεράστια χώρα φυλετικών επιμειξιών και χαοτικών κοινωνικών αντιθέσεων, στην οποία η αφήγηση δίνει μια σχεδόν σουρεαλιστική όψη. Τουλάχιστον έτσι φαντάζει στον έλληνα ταξιδιώτη, που μένει ενεός στο θέαμα του Ωκεανού και στο απειλητικό υπόκωφο βουητό του, καθώς το μέτρο σύγκρισης είναι η γενέθλια θάλασσα. Και συνάμα, εμβρόντητος στην προοπτική της συνεύρεσης με μια φλογερή Βραζιλιάνα, όπου, σε αυτή την περίπτωση, η σύγκριση γίνεται με το λονδρέζικο μη μου άπτου των γυναικών αλλά και τις πλήρεις αναστολών Αθηναίες των νεανικών του χρόνων. Οξυδερκής παρατηρητής, περιγράφει με γλαφυρότητα, χωρίς να πλατειάζει, στήνοντας σκηνές, που αποκαλύπτουν ανοίκειους σε αυτόν ηθικούς κώδικες συμπεριφοράς, μαζί με πρωτόγνωρους σε ένταση τρόπους διασκέδασης. Μέσα από τις μεμονωμένες περιπτώσεις των ανθρώπων, που συναναστρέφεται, δείχνει την αξιοθαύμαστη ζωτικότητα ενός λαού, που αντιτάσσει στη φτώχεια την καρναβαλίστικη όψη της ζωής.
Αυτοσαρκαζόμενος ο αφηγητής, καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να συνηθίσει στην ελευθεριότητα των ντόπιων γυναικών και στα ξεφαντώματα των Βραζιλιάνων, γλυστρώντας σε μια παράξενη ερωτική σχέση με μια "τρελλάρα" αρχιτεκτόνισσα. Ακριβώς, χάρις σε αυτήν τη δυναμική ηρωίδα, πραγματική ή επινοημένη, το πιθανότερο, αποκύημα της φαντασίας ενός ερωτευμένου, το πρώτο και εκτενέστερο μέρος του βιβλίου παίρνει τη μορφή απολαυστικού μυθιστορήματος ερωτικής διάπλασης. Ενώ, παράλληλα, με σχεδόν επιστημονική ακριβολογία, σκιαγραφείται το ευρύ κοινωνικό φάσμα, από τους πειναλέους στις παραγκουπόλεις μέχρι τους χορτάτους των κοσμικών πλαζ, σκιτσάροντας παραπλεύρως σαν μποέμικο απομεινάρι τον μικρόκοσμο της ντόπιας πανεπιστημιακής κοινότητας. Αν και την αφηγηματική του δεινότητα την επιδεικνύει κατά την περιγραφή της ιδιαίτερης φυλής, που συνιστούν οι ντόπιοι κομμουνιστές, καθώς τους πετυχαίνει την ώρα που μεταλλάσσονται από προλετάριοι σε αποκατεστημένοι αστοί. Τους αφιερώνει αρκετές σελίδες, με αφορμή ένα πάρτι του κομμουνιστικού κόμματος, όπου γνωρίζει πειθαρχημένα όσο και βολεμένα μέλη, ενώ οι ιδεολόγοι, που μένουν πιστοί στην Επανάσταση, απέχουν.
Σε αντίθεση με την τρέχουσα μυθιστοριογραφία, που χωλαίνει στο ιδεολογικό κομμάτι, στο αφήγημα του Κατηφόρη, όταν οι στιχομυθίες εξελίσσονται σε διαλόγους, πρόκειται για συζητήσεις ουσιαστικού χαρακτήρα, με την ανταλλαγή απόψεων και ιδεών, που αναδεικνύουν το ιστορικό και πολιτιστικό υπόβαθρο της Βραζιλίας. Αν και το πληροφορικό υλικό γύρω από την πολιτική κατάσταση της χώρας, όπως παρατίθεται στο δεύτερο και τρίτο μέρος του βιβλίου, ίσως και να υπερβαίνει την επιθυμητή για ένα μυθιστόρημα δοσολογία. Ωστόσο, είναι αναμενόμενο από το ταξιδιωτικό ενός καθηγητή οικονομίας. 3/4στερα, ως αντιστάθμισμα, δίνεται εναργής εικόνα της νέας πρωτεύουσας, της Μπραζίλιας, περιγράφοντας τον άψογο πολεοδομικό σχεδιασμό της και τα εντυπωσιακά αρχιτεκτονήματα. Ενώ, κατά την ξενάγηση στον Αμαζόνιο και την υπόλοιπη χώρα, υπερισχύουν των περιγραφών της φύσης οι παρατηρήσεις κοινωνιολογικού περιεχομένου και με την ευκαιρία σκιαγραφείται ένας χαρακτηριστικός τύπος μετανάστη. Πρόκειται για έναν γηραλέο έλληνα χρυσοθήρα, αξιωματικό του πολεμικού ναυτικού στον Εμφύλιο, που βρέθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '50 από την Κυψέλη μετανάστης στο Σάο Πάολο.
Κατά τα άλλα, ο αφηγητής διηγείται παραστατικά όσα καθημερινά του συμβαίνουν. Γκάφες, απρόοπτα, ερωτοδουλειές, ανακατεύοντας μνήμες από την Αθήνα των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, μαζί με σκηνές από παλιές βραζιλιάνικες ταινίες και σκοπούς αγαπημένων τραγουδιών, που στάθηκαν για τον αλλοτινό έφηβο τα πρώτα ίχνη εξοικείωσης με αυτήν την εξωτική χώρα. Ιδιαίτερα ευαίσθητος εμφανίζεται και απέναντι στην ξένη γλώσσα, την πορτογαλική, που γι' αυτόν συνιστά έναν ακόμη ανοίκειο τόπο, στον οποίο προσπαθεί να προσαρμοσθεί, παίζοντας με παράλληλες έννοιες και ηχητικούς συνειρμούς.
Συμπτωματικά, το αφήγημα του Κατηφόρη εκδόθηκε με τη συμπλήρωση σαράντα χρόνων από τον πρόωρο θάνατο του Νίκου Κατηφόρη. Το πατρικό γονίδιο άργησε αλλά αφυπνίστηκε. Το πρώτο βήμα έγινε. Να δούμε το επόμενο.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου 2008

"Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών"

"Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών"
Τόμος 16ος, Νοέμβριος 2007

Περιοδική έκδοση, χωρίς προσδιορισμό της συχνότητας, που παρουσιάζει η Εταιρεία Θεσσαλικών Ερευνών. Συγκρίνοντας τους πρώτους τόμους, που τυχαίνει να γνωρίζουμε, με τον πρόσφατο, που μας εστάλη, διαφαίνονται οι αλλαγές στη συγκρότηση της ύλης, όπως, επίσης, και οι σταθερές πλεύσης. Σύμφωνα με το προλογικό σημείωμα, στους τέσσερις τελευταίους τόμους, το πρώτο μέρος συνιστά αφιέρωμα σε μέλη της Εταιρείας. Συγκεκριμένα, στους Γιάννη Σακελλίων, Κίτσο Μακρή, Μένιο Μουρτζόπουλο και Νίκο Κολοβό. Με πολυσέλιδο αφιέρωμα στον τελευταίο από αυτούς ανοίγει ο πρόσφατος τόμος. Στον Νίκο Κολοβό, που πέθανε στις 12 Αυγούστου 2005, ενώ, αν προλάβαινε, θα γιόρταζε εφέτος τα εβδομήντα του. Γέννημα θρέμμα του Βόλου, δικηγόρος το επάγγελμα, σκιαγραφείται από τους συμμετέχοντες στο αφιέρωμα ως πολύπλευρη προσωπικότητα. Ευρύτερα γνωστός έγινε ως κινηματογραφικός κριτικός και μελετητής. Σύμφωνα με τον Γιάννη Μουγογιάννη, η ενασχόλησή του με τον κινηματογράφο ξεκίνησε το 1960, ιδρυτικό μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Βόλου, της οποίας χρημάτισε και πρόεδρος, χωρίς να προσδιορίζεται σε ποια ακριβώς περίοδο. Άλλωστε λείπει ένα βιογραφικό, ό,τι πολυτιμότερο μπορεί να προσφέρει ένα αφιέρωμα. Γιατί, καλές οι "αγιογραφίες", αλλά για να εκτιμήσουν οι αναγνώστες το εύρος ενός έργου, πρέπει οι γνωρίζοντες να παρέχουν τα ικανά και αναγκαία τεκμήρια. Πάντως, κριτικές του διαβάζαμε, επί σειρά ετών, και σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά. Επίσης, δίνεται η πληροφορία πως, εντός της δεκαετίας του 1990, εκπόνησε διδακτορική διατριβή, με θέμα, "Ο κινηματογράφος ως ΜΜΕ και τέχνη στο τέλος του εικοστού αιώνα". Αξιομνημόνευτες και οι μεταφραστικές επιδόσεις του, με βιβλία κοινωνιολογίας και φιλοσοφίας, από τις εκδόσεις "Πύλη", κατά τη δεκαετία του 1970. Μάλιστα, οι εισαγωγές του σε κάποια από αυτά συνιστούν αυτόνομα δοκίμια, όπως το κείμενό του στο βιβλίο του Βίλχελμ Ράϊχ "Ο Φρόϋντ κι εγώ". Μια διαφορετική όψη του βίου και του έργου του δείχνει ο Κώστας Λιάπης. Την αγάπη του Κολοβού για την πεζοπορία και τη συνεχή επίδοσή του στην ταξιδιωτική γραφή. Δυστυχώς, όπως φαίνεται, τα κείμενά του μένουν σκόρπια στις θεσσαλικές εφημερίδες και, εν τέλει, δυσεύρετα, όπως εκείνο το κείμενό του για τον Παπαδιαμάντη, δημοσιευμένο πριν κοντά μισό αιώνα.
Στο δεύτερο μέρος του τόμου, δημοσιεύονται δώδεκα μελέτες διαφορετικής θεματικής, προτάσσοντας την αρχαία Δημητριάδα. Ορισμένες μελέτες εντρυφούν στην τοπική ιστορία, όπως η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του βολιώτη γιατρού και διανοούμενου Δημητρίου Σαράτση και η ιστορία του Πτωχοκομείου Βόλου. Μεταξύ άλλων προβλέπονται και τρεις μελέτες που άπτονται της λογοτεχνίας. Η πρώτη του Μιλτιάδη Δ. Πολυβίου αφορά τον σκοπελίτη λόγιο και ποιητή του 18ου αιώνα, Κωνσταντίνο Δαπόντε, μετονομασθέντα μετά την κουρά του σε Καισάριο, ο οποίος γεννήθηκε το 1713 και πέθανε το 1784. Περίπου έναν αιώνα μετά το θάνατό του, όταν ο Λεγκράν επανέκδωσε τις "Δακικές Εφημερίδες", ένα από τα σημαντικότερα έργα του, ο πληθωρικός λόγιος άρχισε να απασχολεί τους ερευνητές. Κατά την τελευταία, μάλιστα, δεκαπενταετία του 20ου αιώνα, επανεκδόθηκαν ορισμένα βιβλία του και δημοσιεύθηκαν μελέτες γύρω από το έργο του. Μεταξύ αυτών, το 1992, η πρώτη μελέτη του Πολυβίου, ο οποίος επανέρχεται τώρα με καινούργια ερευνητικά στοιχεία. Ωστόσο, απορούμε πως και λησμόνησε να μνημονεύσει, έστω και στις υποσελίδιες σημειώσεις του, τον Γ. Π. Σαββίδη, που, με τις επανεκδόσεις των βιβλίων του Δαπόντε, πιστεύουμε πως τον κατέστησε γνωστό σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Θυμίζουμε το θαυμάσιο βιβλίο, "Κανών περιεκτικός πολλών εξαιρέτων πραγμάτων", που επανεξέδωσε το 1991, το "Η θυσία του Ιεφθάε και Ιστορία Σωσάννης", το 1993, και ακόμη, τον "Κήπο Χαρίτων" το 1995, το οποίο ανεξάρτητα επανεξέδωσε, δυο χρόνια αργότερα, και ο Άλκης Αγγέλου, στον οποίο και παραπέμπει ο Πολυβίου. Από μιας αρχής, οι έρευνες του Πολυβίου επικεντρώνονται στη σχέση του Δαπόντε με τη Μονή Ξηροποτάμου του Αγίου 1/4ρους, όπου ο Σκοπελίτης πρωτοπήγε το 1757, για την ανοικοδόμηση του Καθολικού της ανέλαβε περιοδεία ζητείας, σε αυτήν μόνασε από το 1765 έως το 1778 και εκεί πέθανε. 1/4μως ο Δαπόντε δεν αρκέστηκε στην εξεύρεση των αναγκαίων πόρων για την ανοικοδόμηση του Καθολικού της, αλλά πρωτοστάτησε και στην αγιογράφησή του, εμπλουτίζοντας τον γνωστό εικονογραφικό κύκλο με τις μορφές νεομαρτύρων. 1/4πως αποδεικνύεται, το μαρτυρολόγιο με 34 βίους, που εντοπίστηκε σε ρωσικό κώδικα, είναι ένα ακόμη δικό του έργο.
Από τον 18ο αιώνα, η επόμενη μελέτη του Γεωργίου Κοντομήτρου μας φέρνει στο 1921, όταν ο εκπαιδευτικός Παναγιώτης Παναγόπουλος δημοσίευσε δύο κείμενα "Ο Σολομός στο Πήλιον" και "Ζηλευτή αμάθεια", και τα δυο ταξιδιωτικά ποιητικής πνοής στο Πήλιο. 1/4μως, την κυρίως λογοτεχνική συμβολή του τόμου την καταθέτει η πρόεδρος της Εταιρείας, Μηλίτσα Ζαρλή-Καραθάνου, αναψηλαφώντας το ποίημα του Σεφέρη, "PIAZZA SAN NICOLO", ακριβέστερα τη σχέση ποιήματος και ποιητή με την πόλη του Βόλου και την πλατεία του Αγίου Νικολάου. Το ποίημα φέρει τον χρονοτοπικό προσδιορισμό, "Πήλιο-Κοριτσά, καλοκαίρι-φθινόπωρο '37", όταν ο έρωτας του ποιητή για την Μαρώ δοκιμαζόταν και μια άλλη γυναίκα έκανε ένα φευγαλέο πέρασμα από τη ζωή του. Η μελετήτρια επιχειρεί μια καινούργια ανάγνωση του ποιήματος, βασιζόμενη στο προ τριετίας άρθρο του βολιώτη ποιητή και βιβλιογράφου Γιώργου Α. Παναγιώτου, που είχε την θαυμάσια, αν και εκ των υστέρων προφανή, ιδέα να διακρίνει πίσω από το ποίημα τον Τζιόρτζιο ντε Κίρικο και τον ομότιτλο πίνακά του. Τέλος, μια παρατήρηση, μπορεί δευτερεύουσας σημασίας, όμως, αφορά γενικότερα τις μελέτες νεότερων γύρω από τον Σεφέρη. Στις παραπομπές τους ανακηρύσσουν σε ευαγγέλιο την βιογραφία Σεφέρη από τον Ρόντρικ Μπήτον, υποκαθιστώντας τις πρωτογενείς πηγές. Στην προκειμένη περίπτωση, η αλληλογραφία Σεφέρη-Γιώργου Αποστολίδη έχει εκδοθεί, οπότε περιττεύει η δια της παρακαμπτηρίου παραπομπή στη βιογραφία.
Συμπερασματικά, είναι δυσάρεστο αξιόλογες τοπικές εκδόσεις μόνο παρ' ελπίδα να φθάνουν στο αθηναϊκό άστυ.
Μάρη Θεοδοσοπούλου

Μοναχικοί και ανυπεράσπιστοι


Μοναχικοί και ανυπεράσπιστοι Ιερώνυμος Πολλάτος "Συνεχόμενοι λυγμοί" Εκδόσεις το Ροδακιό Οκτώβριος 2007
Ο Ιερώνυμος Πολλάτος, ένας ακόμη πρωτοεμφανιζόμενος ωρίμου ηλικίας, που αποκαλύπτεται με το πρώτο του βιβλίο σαν έτοιμος από καιρό, διαμορφώνει τα πεζογραφήματά του στα μέτρα των ιστοριών που θέλει να αφηγηθεί. Συνολικά, δεκαέξι πεζά, με το πρώτο και τελευταίο στην έκταση και την ποιότητα της νουβέλας, ενώ το κυρίως σώμα των δεκατεσσάρων ιστοριών παρουσιάζεται ως συλλογή διηγημάτων, που υπακούει στον τίτλο του βιβλίου, καθώς εκτυλίσσεται σαν συνεχόμενοι λυγμοί χωρίς διακοπή ή έστω, ανάπαυλα. Δράματα ολίγων σελίδων υψηλής συναισθηματικής ισχύος και συγκινησιακής φόρτισης, για τα οποία επινοείται μια πρωτότυπη μορφή, που κατορθώνει την επιθυμητή εκτόνωση και ταυτόχρονα διατηρεί τον πάντοτε συναρπαστικό απόηχο μιας τραγικής ιστορίας. 1/4σο για τη φωτογραφία του εξωφύλλου, δείχνει μάλλον σαν συγγραφικό τερτίπι. Μια νεαρά, καθώς βγαίνει τσίτσιδη από τη θάλασσα και αναζητά την πετσέτα ή έστω, κάποιο ρούχο, σύμφωνα και με το διήγημα που ενέπνευσε την επιλογή της. Σκυμμένη και η φωτογραφία τραβηγμένη από το πλάϊ. Θα λέγαμε πως ο συγγραφέας χειρίζεται πονηρά την κατάσταση^ καθώς ετοιμάζεται να σερβίρει στον αναγνώστη το ψυχοπλακωτικό του ανθρώπινου βίου σε όλο του το μεγαλείο, επιστρατεύει για παραπλάνηση τις εσαεί ηδονικές υποσχέσεις ενός γυναικείου γυμνού.
Κεφαλλονίτης ο Πολλάτος, τοποθετεί τις περισσότερες ιστορίες στο νησί του, χωρίς ωστόσο να το ονοματίζει, πλην από σκόρπια τοπωνύμια, τα οποία, έτσι κι αλλιώς, τα μοιράζονται πλείστα όσα ελληνικά νησιά και παράκτιες περιοχές. Ίσως και ορισμένες ιδιωματικές λέξεις, πάντως λιγοστές και χωρίς γλωσσάρι. Ως πρωταρχική συνιστώσα αναδεικνύεται ο χρόνος μιας ιστορίας. Στα δυο ακρινά πεζά, μένει απροσδιόριστος αναφερόμενος σε ένα ρευστό παρόν. Ενώ, στο κυρίως σώμα, επιστρατεύεται ως μορφικό στοιχείο της αφήγησης. Συνολικά στο βιβλίο, οι χρονικές αναφορές απλώνονται σε μια περίοδο γύρω στα σαράντα χρόνια. Από το 1935, όταν ένας κεφαλλονίτης ναυτικός έφερε στεφανωμένη την καλή του από την Οδησσό, μέχρι το 1975, που ο κομμουνιστής, με τις συνεχόμενες φυλακίσεις, από Εμφυλίου μέχρι Δικτατορίας, αποφασίζει να φασκελώσει ηθική και υποχρεώσεις.
Κατ' αρχήν, τα δυο μεγάλα πεζά, ας τα αποκαλέσουμε, έστω και καταχρηστικά, νουβέλες, στηρίζονται στα ιδιαίτερα εκτενή διαλογικά μέρη, μέσω των οποίων γίνεται η ψυχογράφηση των χαρακτήρων και η σκιαγράφηση των νοοτροπιών της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, κυρίως, όσο αφορά θέματα σεξουαλικής ηθικής. Το πρώτο εστιάζει στις αποκλίνουσες ερωτικές προτιμήσεις μιας φιλολόγου, διορισμένης σε κωμόπολη του νησιού, και το τελευταίο, στις κατά συρροή απιστίες και δη, επί χρήμασι, της συζύγου ενός ψαρά. Και στα δυο, ο συγγραφέας παίζει με το είναι και το φαίνεσθαι. Λ.χ., ο απατηθείς σύζυγος οργίζεται μόνο όταν το κεράτωμα γίνεται γνωστό στη γειτονιά, αφού προηγουμένως έχει ανεχθεί και ένα και δυο και τρία νόθα τέκνα. Ενώ, στο πρώτο, η καθηγήτρια δεν επικρίνεται για την ελευθεριάζουσα συμπεριφορά της αλλά, καθίσταται εύκολος στόχος εκβιασμού από τους ντόπιους που θέλουν να εξασφαλίσουν ένα απολυτήριο για τα βλαστάριά τους, αδιαφορώντας αν έχουν μείνει ξύλα απελέκητα.
Η πρώτη νουβέλα, με τίτλο, "Το φύλο των αγγέλων", θα μπορούσε να καταλάβει επίλεκτη θέση στην ανθούσα, επί των ημερών μας, πεζογραφία του Άλλου, μια και εμβαθύνει στην ετερότητα, πλάθοντας ένα δυνατό γυναικείο χαρακτήρα, με ψήγματα ρομαντισμού, που αρχικά γοητεύει, αν και στη συνέχεια, σαν να υπολείπεται, καθώς περιστοιχίζεται από δευτερεύοντα πρόσωπα, μάλλον στερεότυπα, όπως η άβγαλτη Λευκαδίτισσα, καθηγήτρια αγγλικών, που γίνεται το μήλον της Έριδος γυναικών, εφήβων και ανισόρροπων, ο άκακος "βλαμμένος" του χωριού, που αποκαλύπτεται το θύμα παλαιάς και τραγικής ιστορίας, ο ερωτύλος μαθητής και τέλος, ο σεξουαλικά πεινασμένος αλλά πάντοτε, κατά το πολιτικώς ορθό, έντιμος Αλβανός. Αν και σε επικουρία της αφήγησης έρχονται οι διακειμενικές αναφορές στη σαπφική ποίηση, κυρίως, όμως, στον Παπαδιαμάντη, από τον οποίο ο συγγραφέας εμπνέεται, έστω και κάπως σχηματικά, την καταληκτική σκηνή με τους πανηγυριστές και το επιπλέον σώμα του πνιγμένου. Το μοτίβο του πνιγμένου γίνεται πλέον παπαδιαμάντειο σε δυο από τα διηγήματα, όπου στο ένα, πνίγεται στη θάλασσα μια αθώα παιδίσκη και στο άλλο, βρίσκεται πνιγμένη σε στέρνα μια δαιμονισμένη έφηβη.
1/4σο για την καταληκτική νουβέλα, που διαδραματίζεται κατ' εξαίρεση στα Καμίνια του Πειραιά, συγκεκριμένα, στο κουρείο, "Το Τέλειον", της οδού Τετρακώμων, και δη, στο αδιέξοδο τέλος του δρόμου, μας θύμισε ένα άλλο κουρείο, "Το Βυζάντιον", σε οδό της Νεαπόλεως Αθηνών, από το νεανικό μυθιστόρημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου, "Νικόλας Σιγαλός". Αν και εδώ πρόκειται για διακειμενικότητα σαφώς ερήμην των συγγραφικών προθέσεων. Η εντύπωση μιας κάποιας συνομιλίας ανάμεσα στα δυο πεζογραφήματα δεν οφείλεται μόνο στο χώρο του κουρείου αφού, έτσι κι αλλιώς, στο αναμεταξύ Ξενόπουλου και Πολλάτου, έχουν παραταχθεί κι άλλα κουρεία στην ελληνική πεζογραφία, αλλά προπαντός, στη ζωηρή ατμόσφαιρα, που επικρατεί σε αυτά, με τις αθυρόστομες συζητήσεις μεταξύ κουρέα και πελατών καθώς και τις σκανδαλιστικές ιστορίες που αφηγούνται. Πάλι όμως, όπως σχεδόν σε όλες τις ιστορίες του βιβλίου, ο δεσπόζων χαρακτήρας δεν είναι ούτε ο ατακτούλης κουρέας ούτε ο πριάπειος πελάτης του, αλλά η γειτόνισσα Ζωζώ, μια ακόμη δυναμική γυναίκα, φαινομενικά ελευθερίων αρχών, αν και εν τέλει, τίμια στις δοσοληψίες της. Χυμώδεις οι διάλογοι, σε μια τρέχουσα αργκό, που φέρνει θυμηδία προς ελάφρυνση όσων, από μια άποψη, τραγικών συμβαίνουν.
Ωστόσο, πιστεύουμε πως το ψαχνό του βιβλίου βρίσκεται στα δεκατέσσερα συντομότερα πεζά, ας τα αποκαλέσουμε, έστω και καταχρηστικά, διηγήματα, που καινοτομούν μορφικά. Σε αυτά, το θέμα αναπτύσσεται σπονδυλωτά, με χαλαρή σύνδεση ανάμεσα στα επεισόδια, τα οποία εισάγονται με μια ημερομηνία και ως εμφατική πρόταξη του χρόνου. Συνήθως προβλέπονται τέσσερα με πέντε τμήματα, έκαστο κυμαινομένης έκτασης, σε χρονική παράταξη. Η αφήγηση μένει σταθερά εστιασμένη στο κορυφαίο πρόσωπο, του οποίου το όνομα στα περισσότερα διηγήματα τίθεται και ως τίτλος. Παρεμπιπτόντως, σε όλα τα πεζά του βιβλίου υπάρχει μότο, που, σε συνδυασμό με το Δελτίο Τύπου, δημιουργεί την εντύπωση πως πρόκειται για πραγματικές ιστορίες ή τουλάχιστον, πως η μαγιά τους βρίσκεται στις αναμνήσεις του συγγραφέα. Στοιχείο, εν τέλει, αδιάφορο για τον αναγνώστη. Πάντως, ο συγγραφέας καλλιεργεί μια πρόζα, που χωρά την πραγματικότητα, αληθινή ή επινοημένη, μαζί με την μυθική αύρα που προσφέρουν οι διηγήσεις, καθώς μεταδίδονται από τους γεροντότερους στους νεότερους. Σε αυτό συμβάλλει ο αποδραματοποιημένος χαρακτήρας της αφήγησης, που εστιάζει στα συμβάντα, ενθέτοντας και στίχους από δημώδη άσματα, ενώ παραθέτει αυτούσιους του διαλόγους.
Μοναχικοί και ανυπεράσπιστοι προβάλλουν οι ήρωες των διηγημάτων, χωρίς ελπίδα μπροστά σε ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον. Εντύπωση ενισχυόμενη από τα όνειρα, που, σαν εφιαλτικά σπαράγματα, προμηνύουν τα τρομερά μελλούμενα. Σε όλα τα διηγήματα, πλην ενός, το κορυφαίο πρόσωπο πεθαίνει, αν και ο θάνατός του δεν είναι πάντοτε τραγικός. Πέραν των σκοτωμών και των αυτοκτονιών, συμβαίνουν και ατυχήματα, ενώ κάποιοι πεθαίνουν λόγω γήρατος κι άλλοι από την επάρατο νόσο.
Σε αντίθεση, ο έρωτας, όταν υπεισέρχεται στην υπόθεση ενός διηγήματος, είναι πάντοτε βίαιος, με τη μορφή ασυγκράτητων σαρκικών ορμών, που φέρνουν τους ήρωες στο χείλος του γκρεμού, όταν δεν τους καταστρέφουν ολοσχερώς. Ο συγγραφέας έχει αδυναμία στις ακραίες καταστάσεις, καθώς και στα πρόσωπα που ξεφεύγουν από τα φυσιολογικά όρια. 1/4ταν, κατ' εξαίρεση, πρωταγωνιστούν άντρες, πρόκειται για καθυστερημένους και δόλιους, ενώ οι γυναίκες, που υπερτερούν, συχνά εμφανίζονται ως νυμφομανείς και λεσβίες. Ακόμη και στα τρία διηγήματα της εποχής των εμφυλιακών παθών, οι ήρωες, είτε γίνεται λόγος για αντιστασιακούς αριστερών φρονημάτων είτε για σκληροτράχηλους κομμουνιστές, σκιαγραφούνται ως εξαιρετικές περιπτώσεις. Πάντως, ο Πολλάτος προτιμά τα μεταφυσικά ανοίγματα από την εντρύφηση σε ιδεολογικές συγκρούσεις. Και επειδή, εν τέλει, το διήγημα είναι, σε μεγάλο βαθμό, υπόθεση ύφους, σημειώνουμε τις σύντομες προτάσεις, την εκτεταμένη χρήση της άνω τελείας και το στακάτο της έκφρασης, που δένουν με τον τελεσίδικο χαρακτήρα όσων ανιστορούνται.
Μ. Θεοδοσοπουλου