Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

Να ανθολογεί κανείς

"Η ελληνική ποίηση του 20ου αιώνα" Μια σύγχρονη ανθολογία Επιμέλεια - ανθολόγηση Ευριπίδης Γαραντούδης Εκδόσεις Μεταίχμιο Μάρτιος 2008

Κατά μια παράξενη συγκυρία, στον εκδοτικό χώρο, οι πρωτότυπες ιδέες πηγαίνουν δυο-δυο, ένα πράγμα σαν τους Χιώτες. Προς επίρρωσιν αυτού του εμπειρικού κανόνα, προέκυψαν δυο ανθολογίες ελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα. Η πρώτη των Κώστα Γ. Παπαγεωργίου και Βαγγέλη Χατζηβασιλείου προβλέπεται πεντάτομη, με τον πρώτο τόμο, που καλύπτει την πρώτη εικοσαετία του αιώνα, να εκδίδεται Νοέμβριο 2007 και η έκδοση των υπολοίπων να προγραμματίζεται ανά εξάμηνο. Ενώ, η δεύτερη του Ευριπίδη Γαραντούδη, σε ένα τόμο των εννιακοσίων σελίδων, εκδόθηκε Μάρτιο 2008, μόλις προλαβαίνοντας τους εορτασμούς της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης.
Θα ξεκινήσουμε με την επίτομη, αναβάλλοντας προσώρας την κυοφορούμενη πεντάτομη. Ο Γαραντούδης πρωτοτυπεί, παρατάσσοντας τα ποιήματα κατά το έτος της πρώτης δημοσίευσής τους. "Κατά το ανάπτυγμα του χρόνου", όπως ο ίδιος παρατηρεί στην εισαγωγή του, το οποίο και "αναδεικνύει τη συνύπαρξη των ποιητών και τη συλλειτουργία των έργων τους στη λογοτεχνική συγκυρία της εκάστοτε χρονικής στιγμής". Με άλλα λόγια, μια πρώτη ευτυχής επίδραση της ιστοριογραφικής μεθόδου του Αλέξ. Αργυρίου. Αν και ως χρόνος πρώτης δημοσίευσης δεν εννοείται η δημοσίευσή τους σε περιοδικό αλλά σε βιβλίο, οπότε αναγκαστικά εντός του έτους ακολουθείται η αλφαβητική σειρά των ποιητών. Ανθολόγηση που παρακάμπτει τη γενεαλογική ταξινόμηση, στην οποία ο Γαραντούδης καταφεύγει μόνο προς σύγκριση με τις προηγούμενες ανθολογίες, όπου και υιοθετεί, μέχρι τη μεταπολίτευση, τη γενεαλογική κατάταξη του Αργυρίου, ενώ, για την τελευταία τεσσαρακονταετία, παρά τους ενδοιασμούς του, τελικά παρακολουθεί το κόμοδο κόψιμο ανά δεκαετία.
Η Ανθολογία Γαραντούδη συνιστά έργο ιδιαίτερης επιμέλειας, από το κυρίως σώμα μέχρι τη φιλολογική πλαισίωση. Ωστόσο, με τις επιλογές της, θέτει, επιτακτικότερα από άλλες ανθολογίες, το ερώτημα, πόσο αντικειμενικός στάθηκε ο ανθολόγος ή και εναλλακτικά, πόσο τολμηρός, τόσο στο ξεσκαρτάρισμα των παλαιοτέρων που φτάνει μέχρι τους γεννηθέντες προ εκατόν πενήντα ετών όσο και στην παρακινδυνευμένη ανθολόγηση εικοσιπενταετών, με μια συλλογή στο ενεργητικό τους, κάτι σαν έλληνες Ρεμπώ. Αν και σε παρόμοιες περιπτώσεις, το πραγματικό ρίσκο βρίσκεται στην ανθολόγηση των ομηλίκων και των ολίγο μεγαλυτέρων.
Επί του προκειμένου. Ανθολογούνται 177 ποιητές (θα διορθώναμε 176, αφού ο Μανούσος Φάσσης δεν μπορεί να αυτονομηθεί, μια και έχει αποκαλυφθεί, εδώ και χρόνια, πως πρόκειται για ψευδώνυμο του Μανόλη Αναγνωστάκη), με συνολικά 997 ποιήματα (αν μετρούμε σωστά). Η κατ' έτος κατανομή των ανθολογουμένων ποιημάτων δεν δίνεται ούτε σχολιάζεται, πιστεύουμε όμως πως παρουσιάζει ενδιαφέρον, έτσι όπως κυμαίνεται από μόλις ένα έως δυο ποιήματα για κάποια χρόνια της πρώτης εικοσαετίας, όπου τα εμπόλεμα καλύπτονται μόνο με Καβάφη, που εξακολουθούσε να τυπώνει τα μονόφυλλά του, φθάνοντας τα 19 κατά το 1935, ενώ το 1980 ανθολογούνται 35 ποιήματα, που συνιστούν και τη μεγαλύτερη ετήσια δόση. Ακόμη ευκρινέστερη εικόνα δίνει η ανά δεκαετία κατανομή (κατά ερασιτεχνική ακρίβεια): 22 (1899-1909), 35 (1910-1919), 39 (1920-1929), 77 (1930-1939), 65 (1940-1949), 96 (1950-1959), 107 (1960-1969), 186 (1970-1979), 182 (1980-1989), 115 (1990-1999), 68 (2000-2007). Προφανώς, εκείνο που αποτυπώνεται είναι το εκδοτικό ενδιαφέρον για την ποίηση, μια και ο ανθολόγος στηρίχτηκε στα κατ' έτος εκδιδόμενα βιβλία, καθώς επίσης ο βαθμός της δικής του εμπλοκής. Μένει, όμως, ζητούμενο κατά πόσο σκιαγραφείται και το ποιητικό γίγνεσθαι, τουλάχιστον το ποιοτικό, που συνιστά και το στόχο μιας ανθολογίας.

Παραδοσιακοί

Σύμφωνα με την εισαγωγή, στους 176 ποιητές, οι παραδοσιακοί είναι 25, συμπεριλαμβανομένου του γραμματολογικά "ανέντακτου" Καβάφη, ήτοι αναλογία 1 προς 6. Ωστόσο, η αναλογία ανατρέπεται αν ληφθούν υπ' όψη τα ανθολογούμενα ποιήματα, ο αριθμός τους και η έκτασή τους, τουτέστιν οι σελίδες που δίνονται σε έναν έκαστο ποιητή. Προς διευκόλυνση, ας περιοριστούμε στον αριθμό των ποιημάτων. Κορυφαίος μεταξύ παραδοσιακών και μοντέρνων ο Καβάφης, ανθολογείται με 33 ποιήματα, με 19, οι έτεροι κορυφαίοι των παλαιοτέρων, Παλαμάς και Καρυωτάκης, ενώ εκτενέστερης παρουσίασης απολαμβάνουν οι μεταγενέστεροι^ Ελύτης (26), Σεφέρης (24), Ρίτσος (22), Σαχτούρης (21) και Αναγνωστάκης (20). Παραδόξως, το δίδυμο των υπερρεαλιστών δεν τιμάται ιδιαίτερα^ 18 ποιήματα για τον Εμπειρίκο και 13 για τον Εγγονόπουλο. 1/4σο για τους λοιπούς 22 παραδοσιακούς, προβλέπονται συνολικά 73 ποιήματα, ήτοι αναλογία 1 προς 12,5. Δίκην παιδιάς, σημειώνουμε πως οι δυο Χατζόπουλοι της ελληνικής ποίησης, σε ηλικιακή απόσταση μεταξύ τους κοντά έναν αιώνα, ανθολογούνται, ο πρεσβύτερος Κωνσταντίνος με δυο ποιήματα και ο νεότερος Θανάσης με πέντε. Ενώ ο Σικελιανός παρουσιάζεται με 8 ποιήματα.
Αναλυτικότερα, αυτοί οι 25 της παραδοσιακής ποίησης είναι οι δυο Επτανήσιοι (Λορέντζος Μαβίλης και Στέφανος Μαρτζώκης), εννέα ποιητές της γενιάς του 1880 (Παλαμάς, οι επτά "του άστεως", Δροσίνης, Πολέμης, Νιρβάνας, Μαλακάσης, Γρυπάρης, Παπαντωνίου, Πορφύρας, και ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος), τέσσερεις από "το νέο αίμα στην παράδοση", κατά την έκφραση του Στεργιόπουλου, (Απόστολος Μελαχρινός, Σικελιανός, Βάρναλης, Καζαντζάκης), ο Καβάφης, έξι από τους νεοσυμβολιστές (Ρώμος Φιλύρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης, Καρυωτάκης, Τέλλος Άγρας, Μήτσος Παπανικολάου) και ακόμη, η Μαρία Πολυδούρη και δυο "επίγονοι" (Καίσαρ Εμμανουήλ και Γιάννης Σκαρίμπας). Είναι προφανές πως ο Γαραντούδης δεν συγκινείται από τους ποιητές "χαμηλής φωνής", όταν προτείνει μια ανθολογία χωρίς Φώτο Γιοφύλλη, Ρήγα Γκόλφη, Γιώργο Κοτζιούλα ή και 1/4μηρο Μπεκέ. Ούτε, όμως, από τους σατιρικούς, αν και γεννάται το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να εξαιρεθεί από το λογοτεχνικό γίγνεσθαι της εποχής ένας Σουρής.

Γυναικεία παρουσία

Στη γενιά του '30 ανθολογούνται 22 από τους 28 νεωτερικούς ποιητές του Μεσοπολέμου, που επιλέγει ο Αργυρίου, προσθέτοντας τους Αλέξανδρο Μπάρα, Νίκο Καββαδία και Μάτση Χατζηλαζάρου. Στους "κομμένους", τους οποίους ο Γαραντούδης παραθέτει σε καταλόγους στα παραρτήματα της ανθολογίας, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο Ν. Γ. Πεντζίκης, ακόμη και η Μέλπω Αξιώτη της "Σύμπτωσης" του 1939. Ειδικότερα, όσο αφορά τις ποιήτριες, ο Γαραντούδης δηλώνει ευθύς εξ αρχής πως στάθηκε επιλεκτικός, μακράν από αυτόν οι όποιες ποσοστώσεις, μόλις 32 ανθολογούνται και ούτε μια παραδοσιακή, ούτε καν η Μυρτιώτισσα. Αν και στις κατοπινές γενιές καινοτομεί, ανθολογώντας ορισμένες ποιήτριες από τα παραλειπόμενα προγενέστερων ανθολογιών, όπως την Ανθή Μαρωνίτη και την Αλόη Σίδερη στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, την Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου στη γενιά του 1970, φτάνοντας στην πλήρη ισονομία για τη γενιά του 1990, με τέσσερις ποιήτριες και τέσσερις ποιητές. Και πάλι, όμως, όλες ανεξαιρέτως οι γυναίκες ανθολογούνται με μικρό δείγμα ποιημάτων. Πρώτη η Κική Δημουλά, με μόλις οκτώ ποιήματα, όταν υπάρχουν ποιητές της γενιάς της που ανθολογούνται με περισσότερα, 11 ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου και 10 ο Χριστιανόπουλος, ενώ ο Μέσκος με 9, ο Λεοντάρης και ο Μάρκογλου από 6. Μόλις με έξι ποιήματα ανθολογείται το δίδυμο Μελισσάνθη - Ζωή Καρέλλη, έναντι επτά της Τζένης Μαστοράκη, όπου γεννάται και πάλι το ερώτημα, αν σε μια ανθολογία που θέλει να παρακολουθήσει το λογοτεχνικό γίγνεσθαι και ο ανθολόγος να λειτουργήσει ως χρονογράφος, μπορεί να δίνεται ο πρώτος λόγος στο γούστο του ανθολόγου.

Πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική γενιά

Στην πρώτη μεταπολεμική γενιά ανθολογούνται 32 ποιητές έναντι 47 του Αργυρίου, όπου στον κατάλογο με τους "κομμένους" έχει διαλάθει το όνομα του Μηνά Δημάκη. Να συμφωνήσουμε πως εκείνη η παλαιότερη ομάδα ήθελε ξεδιάλεγμα, όχι όμως και να εξαιρεθούν η Λύντια Στεφάνου και ο Αντώνης Δεκαβάλλες. Μεγαλύτερες αποστάσεις από τις υπάρχουσες ανθολογίες παίρνει ο Γαραντούδης από τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά και ύστερα, διακινδυνεύοντας συζητήσιμες επιλογές και κυρίως, παράδοξους αποκλεισμούς. Στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά ανθολογούνται και πάλι 32 ποιητές έναντι των 45 των δυο προηγουμένων ανθολογιών, του Ανέστη Ευαγγέλου και του Κώστα Παπαγεωργίου, οι οποίοι ταυτίζονται μόνο ως προς το πλήθος των ανθολογουμένων αλλά διαφέρουν ως προς τις προτιμήσεις τους. Ας μακρηγορήσουμε λίγο ως προς αυτή τη βαρύνουσα σήμερα γενιά, μια και στο παράρτημα γίνεται σύγκριση μόνο με την ανθολογία Παπαγεωργίου κι αυτή ελλιπής. 3/4στερα, παρατηρούμε πως και οι τρεις ανθολόγοι ανακατεύουν κι άλλα κριτήρια πέραν των αισθητικών. 1/4πως κι αν έχει, συμφωνούν σε ένα σώμα 26 ποιητών (Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, Α. Αγγελάκης, Ν. Α. Ασλάνογλου, Θ. Γκόρπας, Γ. Δανιήλ, Ζ. Δαράκη, Τ. Δενέγρης, Κ. Δημουλά, Μ. Ελευθερίου, Α. Ευαγγέλου, Ν. Ησαΐα, Μ. Καραγιάννη, Μ. Κέντρου-Αγαθοπούλου, Τ. Κόρφης, Λ. Κούσουλας, Β. Λεοντάρης, Γ. Λυκιαρδόπουλος, Μ. Μαρκίδης, Π. Χ. Μάρκογλου, Μ. Μέσκος, Μ. Μουντές, Γ. Νεγρεπόντης, Τ. Νικηφόρου, Σπ. Τσακνιάς, Κ. Χαραλαμπίδης, Ν. Χριστιανόπουλος), στο οποίο οι Ευαγγέλλου και Παπαγεωργίου προσθέτουν ομοφωνούντες ακόμη δεκατρείς (Ο. Αλεξάκης, Τ. Γαλάτης, Ν. Γρηγοριάδης, Αλ. Ζακυνθηνός, Λ. Ζενάκος, Β. Καραβίτης, Χρ. Λάσκαρης, Γ. Μανουσάκης, Γ. Πέγκλη, Τ. Πορφύρης, Τ. Ρούσσος, Θ. Τζούλης, Λ. Χατζοπούλου-Καραβία), διιστάμενοι σε μια πρόσθετη εξάδα. Ο Ευαγγέλου επιλέγει τους Ν. Καρανικόλα, Κ. Πασβάντη, Παν. Πίστα, Κ. Ροδαράκη, Β. Ροζακέα, Χρ. Ρουμελιωτάκη, ενώ ο Παπαγεωργίου τους Γ. Γεωργούση, Δ. Δασκαλόπουλο, Ρ. Κακλαμανάκη, Ολ. Καράγιωργα, Σπ. Κατσίμη, Αιμιλία Τσακνιά. 1/4σο για τον Γαραντούδη, πέραν του corpus των 26, ανθολογεί κι αυτός τους Δασκαλόπουλο, Καράγιωργα, Αιμιλία Τσακνιά, προσθέτοντας τους Γ. Γιατρομανωλάκη, Α. Μαρωνίτη, Α. Σιδέρη. Απορούμε με τους αποκλεισμούς ποιητών, όπως ο Καραβίτης, και ο Πορφύρης, για να περιοριστούμε ενδεικτικά σε δυο.

Οι ποιητικές "φέτες" των '70, '80 και '90

Εξέχουσα θέση δίνει ο Γαραντούδης στη γενιά του 1970, ανθολογώντας το μέγιστο αριθμό ποιητών ανά γενιά, 43, έναντι 58 της ανθολογίας Δημήτρη Αλεξίου, η οποία, ωστόσο, έχει κριθεί μάλλον ως μητρώο της γενιάς παρά ως ανθολόγηση. 1/4πως κι αν έχει, οι δυο ανθολόγοι συμφωνούν σε ένα εύρωστο σώμα 36 ποιητών, στους οποίους ο Γαραντούδης προσθέτει τους Αμπατζοπούλου, Ε. Αρανίτση, Γ. Βέλτσο, Λ. Ζαφειρίου, Κ. Καναβούρη, Δ. Καψάλη και Ζ. Σιαφλέκη. Δεν θα σχολιάσουμε τους "κομμένους" της ανθολογίας Αλεξίου, όλοι τους ζώντες και πολλοί από αυτούς, μάχιμοι σε πλείστα όσα μέτωπα και πέραν της ποίησης, πλην του αποθανόντος Γιώργου Καραβασίλη. Ένας αξιόλογος ποιητής, που ο αποκλεισμός του προκαλεί έκπληξη. Να σημειώσουμε πως το πλήθος των ανθολογουμένων ποιημάτων ενός εκάστου δίνει μια πρώτη ιεράρχηση, που κι αυτή ξενίζει^ Μ. Πρατικάκης, (12), Μ. Γκανάς (11), Ν. Βαγενάς (8) και έπεται συνέχεια. Προφανώς και παρουσιάζει ενδιαφέρον ένας ανθολόγος να επισημαίνει ποιητικά αναστήματα, που προηγούμενοι είχαν αγνοήσει, αρκεί η αξιολόγηση να μην επηρεάζεται από την κοινωνική θέση του ποιητή. Παρεμπιπτόντως, η περίπτωση του Αρανίτση δείχνει την αστοχία του τεμαχισμού σε "φέτες", έτσι όπως καταλήγει μισός στη γενιά του 1970 και μισός στη γενιά του 1980.
Η επόμενη "φέτα", της γενιάς του 1980, παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς ο ανθολόγος έχει να αναμετρηθεί με τον εαυτό του και τις προ δεκαετίας επιλογές του. Τότε, ανθολογούσε 14, τώρα 11, τουτέστιν δέκα της προηγούμενης ανθολογίας του (Χ. Βλαβιανός, Σπ. Βρεττός, Στ. Ζαφειρίου, Η. Λάγιος, Γ. Μπλάνας, Π. Μπουκάλας, Β. Παπάς, Σ. Πασχάλης, Σ. Σερέφας, Θ. Χατζόπουλος) συν τον Δημήτρη Κοσμόπουλο. Ενώ, κατόπιν ωριμοτέρας ανάγνωσης, "κόβονται" οι Ν. Δαββέτας, Γ. Κακουλίδης, Σ. Τριβιζάς, Δ. Χουλιαράκης, παρόλο που οι δυο τελευταίοι παραμένουν καθαρόαιμοι ποιητές και μάλιστα, ο δεύτερος απέσπασε ενδιαμέσως το βραβείο ποίησης του "Διαβάζω". 1/4σο για το εύρος της ανθολόγησής τους παραμένει επί τα αυτά, κυμαινόμενος από δυο ποιήματα για τον Εδεσσαίο Παπά έως οκτώ για τον Βλαβιανό.
1/4πως ήδη αναφέραμε, στη γενιά του 1990 ανθολογούνται οκτώ ποιητές, που ακόμη δεν έχουν κριθεί. 1/4μως, όταν ένας ανθολόγος αποφασίζει να φθάσει την ανθολόγηση μέχρι το παρόν, σημαίνει πως θέλει να βάλει το δικό του στοίχημα με το χρόνο. Εκείνο που προβληματίζει είναι κατά πόσο σε μια κατ' έτος ανθολόγηση οι πρωτοεμφανιζόμενοι εξεικονίζουν το ποιητικό παρόν, και όχι οι βραβευμένοι ή όσοι κρίθηκαν ευμενώς από τους, έτσι κι αλλιώς, λιγοστούς που σήμερα έχουν βαρύνοντα λόγο στο χώρο της ποίησης. Λ.χ., εντός του 2007, οι Δ. Ν. Μαρωνίτης και Αλέξης Ζήρας επαίνεσαν την ποιητική συλλογή, "Χρονογραφία", του Γιώργου Γώτη και η Θεώνη Κοτίνη τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του περιοδικού "Διαβάζω". Για να περιοριστούμε σε δυο παραδείγματα από τα παραλειπόμενα των ανθολογιών.
Στην εισαγωγή, ο Γαραντούδης δηλώνει την εκτίμησή του για τα έργα των ακαδημαϊκών φιλολόγων έναντι των πονημάτων ποιητών και κριτικών. Θέση που δικαιώνει η ανθολογία του, με τον τρόπο παρουσίασης των ποιημάτων, καθώς συνοδεύονται από τις απαραίτητες φιλολογικές πληροφορίες, όπως η αναφορά της βιβλιογραφικής πηγής, οι χρόνοι γραφής και πρώτης δημοσίευσης, στην έκταση που εντοπίστηκαν, ακόμη μικρού σχήματος φωτογραφία με τις βιογραφικές συντεταγμένες του ποιητή (αν και πολλές φωτογραφίες ατύχησαν κατά τη εκτύπωση). Ακόμη, με τα παραρτήματα και τα ευρετήρια.

Το συνοδευτικό CD

Τέλος, ο τόμος συνοδεύεται από CD με τις φωνές 18 ποιητών, το οποίο, κατά τον Γαραντούδη, δεν ενέχει αξιολογική διάσταση αλλά έγινε με γνώμονα να καλύπτουν το ηλικιακό φάσμα και να μη υπάρχει ήδη καταγραμμένη η φωνή τους. Ωστόσο, μένει ζητούμενο πόσο αντιπροσωπευτικό είναι ένα ηλικιακό φάσμα με οκτώ ποιητές της γενιάς του 1970, τέσσερεις της δεύτερης, τρεις της πρώτης και τρεις της γενιάς του 1980. Αναλυτικότερα^ Δάλλας, Πατρικίος και ο μόλις αναχωρήσας Θανάσης Κωσταβάρας της πρώτης, το ζεύγος Δαράκη - Λεοντάρης, Ελευθερίου (μια όχι και άγνωστη φωνή, καταγραμμένη και στα CD του 1997) και Δασκαλόπουλος της δεύτερης, Μαστοράκη, Καλοκύρης, Κοντός, Πούλιος, Πρατικάκης, Βαγενάς, Γκανάς και Κυρτζάκη της γενιάς του 1970 και τέλος, Βλαβιανός, Πασχάλης και Χατζόπουλος της γενιάς του 1980. Και οι 18 κάτοικοι του αθηναϊκού άστεως, ούτε ένας επαρχιώτης.
3/4στερα, ως CD συνοδευτικό μιας ανθολογίας πανοραμικής στο χρόνο, θα έπρεπε να ακολουθεί γενεαλογική ιεράρχηση, ανεξάρτητα του πόσο ιδανικές και αγαπημένες μπορεί να είναι οι φωνές των Βαγενά και Βλαβιανού, που η αλφαβητική σύμπτωση προτάσσει. Τέλος, έμφαση στο συνοδευτικό CD δίνει και η σελίδα των περιεχομένων του, έτσι όπως τοποθετείται αμέσως μετά τη σελίδα τίτλου.
Είναι αυτονόητο ότι ο σχολιασμός, αν και εκτενής, παραμένει επιφανειακός, αφού δεν θίγει την ουσία των ίδιων των ποιημάτων.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

Συμπληρώματα

Σε μια τελευταία ενότητα του πρόσφατου τεύχους των "Παπαδιαμαντικών Τετραδίων", καταγράφονται οι παπαδιαμαντικές μνείες σε μελετήματα και πεζογραφήματα. Σε αυτά θα είχαμε να προσθέσουμε μερικά βιβλία, που εκδόθηκαν εντός του 2007. Ξεκινώντας από τα πεζογραφήματα, πέραν όσων αναφέρονται, δηλαδή του δεύτερου μυθιστορήματος της Νίκης Αναστασέα, "Επικράνθη δια χειρός Αλέξη Ραζή", όπου γίνεται αναφορά όχι μόνο στον Παπαδιαμάντη αλλά και στον Τριανταφυλλόπουλο, και των συλλογών διηγημάτων της Μαρίας Κοτοπούλη, "Χωρίς ωράριο στα όνειρα", και του Μάκη Καραγιάννη, "Ο καθρέφτης και το πρίσμα", εντός του 2007 εκδόθηκαν ακόμη, η συλλογή διηγημάτων του Μένη Κουμανταρέα, "Η γυναίκα που πετάει", όπου τη μνήμη του αφηγητή στοιχειώνει ο Παπαδιαμάντης, και το εξαίρετο "Διπλωμένα φτερά" του Γιάννη Ατζακά, με τις γραίες της Θάσου και το βόμβο της ντοπιολαλιάς τους. Ακόμη, δυο μυθιστοριογράφοι εμπνέονται ήρωες και σκηνές από τον παπαδιαμαντικό κόσμο, αν και κινούνται σε διαφορετικό πνεύμα από τους ομοτέχνους τους, που ήδη μνημονεύσαμε: Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος στο βιβλίο του "Η μεγάλη άμμος", όπου ο φονιάς περιπλανιέται στα βουνά και τις ακρογιαλιές μιας νήσου ως άλλη Φραγκογιαννού. Και ο Κώστας Ακρίβος, στο "Πανδαιμόνιο", όπου γίνεται λόγος περί Βαρλαάμ και πρωταγωνιστεί αγιορείτης μοναχός ονόματι Νήφων, κατά κόσμον Νικολάκης.
Αν και τελικά, περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη του Γιώργου Αριστηνού, "Νάρκισσος και Ιανός", που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2007, καθώς σχετίζεται άμεσα με τα δημοσιεύματα του τεύχους και συγκεκριμένα, με το κείμενο του Τριανταφυλλόπουλου. Ο Αριστηνός ανθολογεί εβδομήντα τρεις συγγραφείς, που θεωρεί πως συγκροτούν ένα corpus της νεωτερικής πεζογραφίας, όπως το χαρακτηρίζει. Τα κείμενα συνοδεύονται από σύντομα μελετήματα, τα οποία γράφουν δέκα τρεις μελετητές, με τον ίδιο να κρατά για το εαυτό του τη μερίδα του λέοντος, ήτοι τριάντα δυο συγγραφείς. Πέμπτος στη σειρά, μετά τον "Ανώνυμο του 1789", τη "Γυναίκα της Ζάκυθος" του Σολωμού, τον Ροΐδη και τον Βιζυηνό, παρουσιάζεται ο Παπαδιαμάντης, με απόσπασμα από το διήγημα "Έρως-ήρως". Να παρατηρήσουμε, δευτερευόντως, πως, δεδομένου ότι απαξάπαντες οι συγγραφείς ανθολογούνται με αποσπάσματα πεζών τους, καταργούνται σιωπηρά οι συνήθεις τρεις τελίτσες στην αρχή και το τέλος του κειμένου. Ωστόσο, τον απρόσεκτο αναγνώστη μπορεί να τον αιφνιδιάσει ένα παπαδιαμαντικό διήγημα, που ξεκινά με την φράση, "Τα κορίτσια δεν πρέπει να έχουν έρωτα". 1/4μως, ακριβώς, το απόσπασμα δεν επιλέγεται τυχαία, αλλά για να εξυπηρετήσει την ερμηνεία που ο μελετητής θέλει να δώσει στο έργο. Στην περίπτωση του Παπαδιαμάντη, ο Αριστηνός διατείνεται πως "πίσω από το φαινομενικά ηθογραφικής υφής, θρησκευτικής υπερπλασίας ή λαϊκισμού έργο του, υπάρχει μια δεσπόζουσα που αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο και εξασφαλίζει την ακεραιότητα της δομής του". Κι αυτή η δεσπόζουσα είναι "η αντισταθμιστική αντίδραση σε μια επίμονη και αγχώδη ερωτική ενόρμηση". Προηγουμένως έχει επισημάνει πως "στο πλήθος μελετών και ερμηνειών που στην υπερβολή και στο ζήλο του οδήγησε κάποιες στιγμές στον κατακερματισμό ή την αφαίμαξή του έργου του Παπαδιαμάντη", διακρίνοντας "ορισμένες συστηματικές ευμέθοδες και ολικές θεωρήσεις, οι οποίες ανέδειξαν τον αιρετικό, δαιμονιακό, ανορθόδοξο και εντέλει νεωτερικό χαρακτήρα του"
Στην υποσελίδια σημείωση, αναφέρονται πέντε τέτοιες θεωρήσεις, πιστεύουμε, όμως, πως ο Αριστηνός στηρίζεται ουσιαστικά μόνο στην πρώτη, δηλαδή, στο πρόσφατο βιβλίο του Σωνιέ, αφού οι άλλες τέσσερεις δεν φαίνεται να καταλήγουν σε παρόμοια ανατρεπτικά συμπεράσματα. Η προ εικοσαετίας μελέτη της Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη περιορίζεται στις αφηγηματικές τεχνικές στον Παπαδιαμάντη, οι θεωρήσεις των Γ. Κεχαγιόγλου και Οδυσσέα Ελύτη μπορεί μεν να υπαινίσσονται το νεωτερικό, απέχουν όμως των λοιπών χαρακτηριστικών και τέλος, η γνωστή μελέτη του Παν. Μουλλά περί του "αυτοβιογραφούμενου Παπαδιαμάντη" μόνο νεωτερικό χαρακτήρα δεν ανακαλύπτει. Ωστόσο, στην περίπτωση του Μουλλά, μας προλαβαίνει ο Αριστηνός, προχωρώντας σε ερμηνεία των ασύνειδων ή και ανομολόγητων προθέσεων του μελετητή. Αντιγράφουμε: "Εδώ πρόκειται για μια εξαιρετικά ευμέθοδη ψυχαναλυτική μελέτη που "επιδιώκει" να συρρικνώσει το έργο στο επίπεδο μιας τυπικής ηθογραφικής αναπαράστασης, όμως εκείνο που κατορθώνει είναι να αναδείξει το ψυχαναλυτικό βάθος του συγγραφέα. Μήπως το κείμενο του Παν. Μουλλά υπόκειται στην ερμηνευτική μέθοδο του Πωλ ντε Μαν που εξαίρει την εκρηκτική αντίφαση (contradiction eclatante) ανάμεσα στους ρητορικούς τρόπους και τη γραπτή έκφραση;"
Τελικά, το προφανές συμπέρασμα ακόμη και για τους γηγενείς που τυχόν δεν κατέχουν τη θεωρία του Πωλ ντε Μαν, είναι πως ο Τριανταφυλλόπουλος ματαιοπονεί ζητώντας να στήσει ανάχωμα στην κατά Σωνιέ ανάγνωση του Παπαδιαμάντη. Ως Χαλκιδαίος, θα έπρεπε να γνωρίζει πως σε φάση πλημμυρίδας σταυρώνεις τα χέρια και περιμένεις. Αν είσαι αισιόδοξος, περιμένεις, μια και τα λογοτεχνικά φαινόμενα απέχουν των φυσικών, και η άμπωτη μπορεί ποτέ να μην έρθει. Ως φαίνεται, πέραν των πολυπληθών μαθητών, Ελλήνων, Γάλλων και λοιπών, που ο Σωνιέ απέκτησε κατά τη δεκαετή θητεία του στη Σορβόννη, καθώς και των πολυάριθμων μεταπτυχιακών μελετών που διηύθυνε εκεί, έχει δημιουργηθεί και στην Ελλάδα μια σθεναρή ομάδα μελετητών, που υιοθετούν τις απόψεις του.
Και μεταξύ μας, αν έχει δίκιο ο Αριστηνός πως "ο Α. Παπαδιαμάντης ιδωμένος από τη σκοπιά της νατουραλιστικής ηθογραφίας και της ορθόδοξης πίστης που υποτίθεται πως διακονεί στα κείμενά του δεν είναι τίποτα. Είναι ένα ιδεολόγημα όπως το κρυφό σχολειό". Και πως αν αποδεχτούμε ως χαρακτηριστικό του "έναν αγγελικό δαιμονισμό" (το αγγελικός, προσθήκη μάλλον του Αριστηνού, προς απάλυνση του ουσιαστικού), γίνεται "ο πρόδρομος του Μοντερνισμού". Τότε, χαλάλι του. Ας κάνουμε ευαγγέλιο το βιβλίο του Σωνιέ, παραμερίζοντας φιλολογισμούς για ανακρίβειες και α-νόητες διατυπώσεις.
Μ. Θ.

Παπαδιαμαντολογίες


"Παπαδιαμαντικά Τετράδια" Τεύχος 8 Πρωτοχρονιά 2008 Επιμελητής έκδοσης: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος Εκδόσεις Δόμος

Οσονούπω αναμένεται ο Παπαδιαμάντης, με αφορμή πρόσφατο ανασκαφικό εύρημα, να γίνει, για μια ακόμη φορά, πρωτοσέλιδο στα πολιτιστικά των εφημερίδων. Και χωρίς, όμως, αυτό, πλείστοι όσοι και με κάθε ευκαιρία τον μνημονεύουν ως τον κλασικό των ελληνικών γραμμάτων. Οι δημοσιογράφοι προς στολισμό μιας λογοτεχνίζουσας είδησης, οι μελετητές, συνήθως μαζί με τον Βιζυηνό, ως το αξιανάγνωστο δίδυμο της πεζογραφικής μας παράδοσης, διαγράφοντας μονοκοντυλιά τους υπολοίπους, και πάνω απ' όλoυς, οι πεζογράφοι σαν απαραίτητο καρύκευμα μυθοπλασίας. Επίσης, εσχάτως, τον θυμήθηκαν και οι εκδότες και άρχισαν να τον σερβίρουν σε βιβλία του ενός διηγήματος. Παρά ταύτα, το ουσιαστικό ενδιαφέρον πιστεύουμε πως απουσιάζει. Απόδειξη, τα "Παπαδιαμαντικά Τετράδια", η μοναδική σχετική έκδοση, η οποία, ωστόσο, ούτε στον Τύπο προβάλλεται ούτε στην έκταση που της αναλογεί διαβάζεται. Κι αν επιβιώνει επί μια δεκαπενταετία, το οφείλει στο πεισματικό δίδυμο, επιμελητή και εκδότη, στο οποίο χρωστάμε και τα πεντάτομα Άπαντα.
Το πρώτο τεύχος, Πρωτοχρονιά 1992, άνοιγε με το "Νυχτερινό αντιπλώρισμα" του Πέτρου Κεφαλιακού, το πρόσφατο παραθέτει, δεύτερο στη σειρά, το ποίημα του ιδίου "Tempus Alexandri". Ενώ, σημερινοί εκδότες περιοδικών κόπτονται για βιογραφικά σημειώματα, με πολλαπλά δυσάρεστα επακόλουθα, μεταξύ των άλλων, τον αποκλεισμό των ψευδωνυμιών, τα "Παπαδιαμαντικά Τετράδια" αναμιγνύουν, άνευ σχολιασμού, ζώντες με τεθνεώτες και πραγματικούς με πλαστούς. Για τους μη γνωρίζοντες τον Πέτρο Κεφαλιακό, την ταυτότητά του προδίδουν τα λεγόμενα λεξιλογικά τεκμήρια και προπαντός εκείνη η Μαλθάκη - ποιος μπορεί να έχει εμπιστοσύνη σε μια τέτοια γυναίκα- πέραν του λαλίστατου αφιερωματικού μότο.
Το τεύχος ανοίγει με επιστολή του Δημήτρη Κουτρουμπή, γραμμένη τον Μάϊο του 1971, σε απάντηση επιστολής του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, της οποίας η δημοσίευση θα καθιστούσε σαφέστερες τις απόψεις που διατυπώνει ο επιστολογράφος, όπως η παρατήρηση πως "ο κυρ Αλέξανδρος ήταν ειδωλολάτρης άγιος μόνον υπό την έννοια υπό την οποία όλοι οι Ορθόδοξοι είναι ειδωλολάτρες και ελληνόφρονες" και ακόμη, "βαθύτατα ριζωμένος στη γη, την εκκλησιαστική και την ανθρώπινη, ώστε να καταλαβαίνει και να ξέρει ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι θεωρία και ιδεολογία αλλά αίσθησις του μεγάλου δέντρου του κόσμου". Αυτά, με αφορμή το διήγημα, "Στην Αγι-Αναστασά", κάνοντας λόγο και για τον κυρ Νίκο που μιλούσε για ανάσα και αναπνοή, προφανώς αναφερόμενος στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και το μόλις εκδοθέν τότε βιβλίο του, "Προς εκκλησιασμόν", που εφέτος επανεκδόθηκε και εμείς το μνημονεύσαμε την Κυριακή, 13 Ιανουαρίου, με αφορμή την εκατονταετηρίδα από τη γέννησή του. Στην εκλεκτή συντροφιά Παπαδιαμάντη και Πεντζίκη ανήκει ο Κουτρουμπής, γεννημένος δέκα χρόνια μετά το θάνατο του Σκιαθίτη και αναχωρών δέκα έτη πριν τον νεώτερό του Πεντζίκη, το 1983. Για τους μη μετέχοντες των θεολογικών συζητήσεων, η μεταθανάτια έκδοση, "Η χάρις της θεολογίας", προσφέρει την ευκαιρία μιας πρώτης γνωριμίας.
Γενικότερα, το περιοδικό προτάσσει τα κείμενα και εκ των υστέρων, στις τελευταίες σελίδες, δίνει "πλοηγό" ανάγνωσης. Δυο κείμενα αφορούν το παπαδιαμαντικό διήγημα, "Στο Χριστό, στο Κάστρο": Δοκίμιο του Γιώργου Θέμελη, δημοσιευμένο σε βιβλίο του για τη διδασκαλία των Νέων Ελληνικών του 1969, όταν ο Παπαδιαμάντης διδασκόταν ακόμη σε όλες τις τάξεις του γυμνασίου, πριν την αναθεώρηση της δεκαετίας του 1980, που τον περιόρισε στο ελάχιστο. Και δοκίμιο του Τριανταφυλλόπουλου, απαντητικό στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, "Εωσφόρος και άβυσσος", του Γκυ Σωνιέ. Κατά τον "πλοηγό", ως απάντηση στο Σωνιέ αναδημοσιεύεται και το κείμενο του Θέμελη, μια και ο γάλλος νεοελληνιστής διατείνεται πως "η συστηματική προβολή του εν λόγω διηγήματος σε σχολικά αναγνωστικά θα 'χει συμβάλει ουκ ολίγον στο να σχηματιστεί αρνητική εικόνα του συγγραφέα". Προσοχή στη διατύπωση, "θα 'χει" γράφει, όχι "έχει". Δηλαδή εικάζει, μετά τόσης όμως βεβαιότητας, ώστε να περιττεύει η προσκόμιση τεκμηρίων. Άλλωστε ολόκληρο το βιβλίο του, σύμφωνα με τον υπότιτλο, "ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη", μια υπόθεση εργασίας είναι, που θέλει τον Σκιαθίτη έρμαιο των γονικών του ειδώλων και τυφλό όργανο των παρορμήσεών του. Μια υπόθεση εργασίας, για τη στήριξη της οποίας επιστρατεύονται προκρούστειες μέθοδοι. Ωστόσο, απ' αφορμή τον Σωνιέ, ο Τριανταφυλλόπουλος συντάσσει ένα ακόμη από αυτά τα ιδιότυπα πεζά του, όπου δια της συρραφής αποσπασμάτων του υπό αμφισβήτηση κειμένου μαζί με ορθολογιστικές επαναδιατυπώσεις τους, φέρνει το ξένο κείμενο στα δικά του χωρία, μακράν των ψυχαναλυτικών συμφραζομένων, όπου και ασκεί εξαντλητική φιλολογική εξακρίβωση, αποκαλύπτοντας παρανοήσεις και στερούμενες νοήματος αποφάνσεις. Αν και το ιδιάζον χαρακτηριστικό, το οποίο μας ώθησε να αποκαλέσουμε το μελέτημά του, πεζό, είναι ο ζωηρός τρόπος που συνδιαλέγεται με το παπαδιαμάντειο κείμενο και περικείμενο, η γλωσσική πλησμονή και εκείνη η φαινομενικά καλοκάγαθη ειρωνεία του, που αποδεικνύεται εν τέλει ροΐδειας καυστικότητας.
Ακόμη στο τεύχος, ανασκαφικό εύρημα της Λαμπρινής Τριανταφυλλοπούλου, πιθανώς έλασσον, αφού μείζον χαρακτηρίζεται το αναμενόμενο, αλλά ουδόλως ευκαταφρόνητο. Στα τρία, γνωστά εορταστικά κείμενα, που τιτλοφορούνται "Χριστούγεννα", "Αγιοβασιλειάτικα", "Θεοφάνεια" και δημοσιεύονται κατά τις αντίστοιχες εορταστικές ημέρες του 1887 και 1888 στην "Εφημερίδα" των Κορομηλά, προσθέτει ένα προηγούμενο της 26ης Οκτωβρίου 1887, "Του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτου". Και τα τέσσερα φέρουν την υπογραφή Βυζαντινός, την οποία και σχολιάζουν οι Τριανταφυλλόπουλοι, αναφερόμενοι στον Γιώργο Βαλέτα, που πρώτος την απέδωσε στον Παπαδιαμάντη, και παρουσιάζοντας επαρκή τεκμήρια για τα τρία ήδη γνωστά. Γιατί, όμως, ένα κείμενο για τον Άγιο Δημήτριο και όχι, στη συνέχεια, και ένα για τον Άγιο Νικόλαο ή και μετέπειτα, για τον Άγιο Γεώργιο, τον οποίο και μνημονεύει ο αρθρογράφος; Μήπως, προς τιμή του ιδρυτή της "Εφημερίδας" και διευθυντή της μέχρι τον Δεκέμβριο του 1886, Δημήτριο Κορομηλά; Να θυμίσουμε πως την διετία 1887-1888, είχε αναλάβει την εφημερίδα ο μικρότερος αδελφός του Λάμπρος, που αποχώρησε τον Δεκέμβριο του 1888 για να επιδοθεί στη διπλωματία. Αυτός μετέτρεψε την εφημερίδα σε πολιτικό όργανο, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον υπό οθωμανική κυριαρχία βορειοελλαδικό χώρο και τη Θεσσαλονίκη, όπου, ως γενικός πρόξενος της Ελλάδος από το 1904, στάθηκε πρωταγωνιστικό πρόσωπο στον Μακεδονικό Αγώνα. Ακριβώς, η τελευταία παράγραφος του άρθρου αναφέρεται στη "συνάφεια του μάρτυρος προς την πόλιν Θεσσαλονίκην, ην ουχί άπαξ έσωσε από των επιδρομών των βαρβάρων απίστων", προσθέντοντας, "Και σήμερον ο περίκλυτος του μάρτυρος ναός βεβηλωθείς τυγχάνει προσκύνημα των μουσουλμάνων, αλλά περί τούτων ως και περί παρελθόντων και μελλόντων μνηστήρων της μεγαλοπόλεως Θεσσαλονίκης, ελπίζομεν να μη λάβωμεν ανάγκην ν' απασχολήσωμεν εις το μέλλον τους αναγνώστας της "Εφημερίδος"". Το πιθανότερο, το άρθρο να γράφτηκε από τον Παπαδιαμάντη, ωστόσο αυτή η κατακλείδα θα ταίριαζε σε διευθύνοντα εφημερίδος. Από την άλλη, ένας διευθυντής μπορεί και να εκχωρήσει το ψευδώνυμό του, όταν αυτόν άλλα έργα τον απασχολούν, όπως τον Λάμπρο Κορομηλά.
Το τεύχος συμπληρώνεται με μια παπαδιαμαντική μετάφραση από "Το Άστυ" του 1901, τη συνέχεια από το τρίτο τεύχος της μελέτης της Νίνας Δημητριάδου για "Τα σκιαθίτικα καφενεία" και άλλα εκτενέστερα και συντομότερα. Μεταξύ αυτών των τελευταίων, ένα κείμενο, του οποίου την ύπαρξη γνωρίζαμε από την Βιβλιογραφία Κατσίμπαλη αλλά πρώτη φορά έχουμε την ευκαιρία να το απολαύσουμε. Τιτλοφορείται "Τα παρατράγωδα" και δημοσιεύτηκε στην ημερήσια εφημερίδα του Βουκουρεστίου, "Πατρίς", στις 6 Απριλίου 1893. Παραδόξως, φαίνεται πως ο Κατσίμπαλης γνώριζε την εφημερίδα την περίοδο που εκδιδόταν στη Ρουμανία, ενώ, μετά το 1905, όταν ο ηπειρώτης εκδότης της, Σπυρίδωνας Σίμος, εκδιωχθείς από το Βουκουρέστι, μαζί με άλλους ομογενείς της εκεί ελληνικής κοινότητας, μετέφερε την εφημερίδα του στην Αθήνα, σταματά να την αποδελτιώνει. Τουλάχιστον αυτό δείχνει το ανασκαφικό εύρημα που μέλλεται να ανακοινωθεί. Αλλά αυτά προσεχώς. 1/4σο για "Τα παρατράγωδα", πρόκειται για ένα σαρκαστικό κείμενο στα όρια του λιβέλλου με αφορμή τη συνέντευξη του Παπαδιαμάντη στον Μποέμ, που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα του Κακλαμάνου, "Το Άστυ", στις 26-27 Μαρτίου 1893. Ο αρθρογράφος, που ξιφουλκεί εναντίον του Παπαδιαμάντη, του Μποέμ και όλων ανεξαιρέτως των οπαδών "του τερατώδους ιδιώματος του Ψυχάρη", υπογράφει με το ψευδώνυμο Θύρσις, το οποίο θα πρέπει να εμπνεύστηκε από την γλαφυρή περιγραφή, που ο Μποέμ παραθέτει εισαγωγικά για τον Παπαδιαμάντη, αποδίδοντάς του τη χάρη του Θεόκριτου. Να σημειώσουμε πως ο αρθρογράφος παρουσιάζει εαυτόν ως εκφράζοντα τον "έξω ελληνισμόν", "τον και περί γλώσσης, ως περί των λοιπών εθνικών συμφερόντων, διαυγεστέραν έχοντα την κρίσιν". Μήπως πίσω από την Θύρσιν κρύβεται ο ίδιος ο εκδότης και κατόπιν πολιτευτής, που έφτασε μέχρι το αξίωμα του υπουργού; Τότε, όμως, πως και δημοσίευσε εντός της πενταετίας 1905-1910, στην αθηναϊκή πλέον "Πατρίδα", την οποία εξακολουθούσε να διευθύνει, όχι ένα αλλά δυο διηγήματα του Παπαδιαμάντη;

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008

"Διαβάζω"

"Διαβάζω"
Τεύχος 483
Μάρτιος 2008

Βιβλιογραφικό σχόλιο

Με την ευκαιρία των επετειακών ετών, έχουμε κατ' επανάληψη επισημάνει πως η βιβλιογραφία δεν ευδοκιμεί στα καθ' ημάς και πως οι βιβλιογράφοι σπανίζουν. Οπότε, από μια άποψη, αναμενόμενο είναι να μην υπάρχει κριτικογραφία του Τύπου, ούτε του αθηναϊκού, πόσω μάλλον του επαρχιακού, ούτε του ημερήσιου ούτε καν του κυριακάτικου. Μοναδική εξαίρεση συνιστά η μόνιμη στήλη κριτικογραφίας του περιοδικού "Διαβάζω", που ξεκίνησε από το πρώτο τεύχος, τον Ιανουάριο του 1976, και συνεχίζει αδιαλείπτως μέχρι το τρέχον τεύχος. Αρχικά αποτελούσε μέρος μιας μεγαλύτερης ενότητας, με τον τίτλο "Χρονικά", που περιελάμβανε πολιτιστικό ημερολόγιο, κριτικογραφία και βιβλιογραφικό δελτίο. Ωστόσο, το ημερολόγιο εγκαταλείφθηκε ήδη από το 17ο τεύχος, το δελτίο, αν και μακροημέρευσε, τελικά διακόπηκε στο 457ο τεύχος, και μόνο η κριτικογραφία συνεχίστηκε.
Στα πρώτα τεύχη δεν αναφέρεται συντάκτης ούτε για το ημερολόγιο ούτε για την κριτικογραφία, μόνο στο δελτίο δίνεται το όνομα του επιμελητή. Πρώτος επώνυμος συντάκτης της κριτικογραφίας είναι η Κατερίνα Παπαλιβερίου, που την αναλαμβάνει στο 17ο τεύχος μέχρι και το 57ο, στη συνέχεια, την επωμίζονται, η Μαρία Τρουπάκη μέχρι και το 368ο τεύχος, ο Ηλίας Μαγκλίνης μέχρι και το 440ο, η Λίνα Πανταλέων μέχρι και το 457ο και τέλος, ο Θεόδωρος Πέρσης. Για πληρότητα σημειώνουμε πως το δελτίο, στο πρώτο τεύχος το συντάσσει ο Νίκανδρος Μηλιόπουλος, στο δεύτερο, ο ίδιος μαζί με τον Καίσαρα Άννινο, ο οποίος και συνεχίζει μόνος του μέχρι και το 11ο τεύχος, στη συνέχεια το αναλαμβάνουν, ο Γιώργος Σαρηγιάννης μέχρι και το 20ο τεύχος, η Νίκη Τσιλιγκίρογλου μέχρι και το 39ο, ενώ, ενδιαμέσως, το 36ο και 37ο φέρει το όνομα της Ελένης Κοροντζή, και τέλος, η Έφη Απάκη μέχρι και το 457ο.
1/4σο αφορά την κριτικογραφία, καλύπτει τριάντα δύο έτη και θα μπορούσε να πάρει και αυτοτελή μορφή. Σκέψη που φαίνεται πως δελέασε τους υπευθύνους του περιοδικού, καθώς από το 182ο τεύχος, Ιανουάριο 1988, μέχρι και το 259ο, Μάρτιο 1991, η κριτικογραφία μαζί με το βιβλιογραφικό δελτίο αποτέλεσαν ένα μικρού σχήματος ένθετο, το "Δελτίο", που καρφιτσωνόταν στο μέσο του περιοδικού και μπορούσε να αφαιρεθεί. Παρά τις αρχικές φιλόδοξες διακηρύξεις πως θα καλύπτεται ο ημερήσιος και περιοδικός Τύπος Αθήνας και Θεσσαλονίκης, η κριτικογραφία γινόταν ευθύς εξ αρχής κατ' επιλογή, εξαρτώμενη από τις αντοχές του εκάστοτε συντάκτη. Σε μια πρώτη περίοδο, αποδελτιώνονται εννέα εφημερίδες της Αθήνας, δυο της Θεσσαλονίκης και τέσσερα περιοδικά ("Νέα Εστία", "Νέα Πορεία", "Διαγώνιος", "Αιολικά Γράμματα"). Μια χρηστική καινοτομία σημειώνεται στο 40ο τεύχος, όπου, σε πλαίσιο, ως "υπόμνημα", αναγράφονται τα βιβλιογραφούμενα έντυπα και οι αναφερόμενοι κριτικοί. Δυστυχώς, στο 260ο τεύχος, με την κατάργηση του ενθέτου, καθώς η κριτικογραφία επανέρχεται στην αρχική της θέση, δηλαδή τις τελευταίες σελίδες κάθε τεύχους, εγκαταλείπεται το υπόμνημα και σιωπηρά, περιορίζονται τα αποδελτιούμενα έντυπα. Στη συνέχεια, προσδιορίζεται μόνο πως περιλαμβάνονται επώνυμες βιβλιοκριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις των ελληνικών εκδόσεων, που δημοσιεύονται στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Ούτε κατάλογος των εντύπων δίνεται ούτε, το βασικό, αν η αποδελτίωση είναι συνολική ή επί μέρους. Ωστόσο, είναι προφανές πως πρόκειται για αποδελτίωση κατ' επιλογή. Εκείνο, όμως, που δεν είναι καθόλου προφανές είναι με ποια κριτήρια, αισθητικά ή εμπορικά, γίνεται.
Επιμένουμε στις αδυναμίες της εν λόγω κριτικογραφίας, πρώτον, γιατί εξακολουθεί να παραμένει η μοναδική που διαθέτουμε, και δεύτερον, λόγω της νέας εκκίνησης του περιοδικού από το 458ο τεύχος και εδώθε, με σαφή ανανεωτική διάθεση. Πιστεύουμε πως προσφέρεται μια θαυμάσια ευκαιρία, το "Διαβάζω", και ως "επιθεώρηση του βιβλίου", να αναβαθμίσει την κριτικογραφία και να προσθέσει ένα επαρκές βιβλιογραφικό δελτίο, δεδομένου, μάλιστα, ότι επανέφερε το πολιτιστικό ημερολόγιο. Άλλωστε απαιτείται μικρή μόνο προσπάθεια, ώστε η αποδελτίωση να αποκτήσει έναν κάπως συστηματικότερο χαρακτήρα.
Κατά την τρέχουσα περίοδο, παρατηρούμε πως αποδελτιώνονται επιλεκτικά δεκατέσσερις αθηναϊκές εφημερίδες, έντεκα κυριακάτικες ("Αδέσμευτος Τύπος", "Απογευματινή", "Η Αυγή", "Το Βήμα", "Βραδυνή", "Έθνος", "Ελεύθερος Τύπος", "Ελευθεροτυπία", "Εξπρές", "Η Εποχή", "Πρώτο Θέμα", δυο σαββατιάτικες ("Ημερησία", "Τα Νέα") και την "Καθημερινή" της Τρίτης, επίσης, μια της Θεσσαλονίκης ("Αγγελιοφόρος της Κυριακής"), τρία περιοδικά ("Διαβάζω", "Αντί", "Ιστορία") και το δωρεάν διανεμόμενο "Lifo".
1/4σο αφορά το λογοτεχνικό βιβλίο, στο οποίο το "Διαβάζω" δίνει ιδιαίτερη θέση, η αποδελτίωση θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει τα, έτσι κι αλλιώς, λιγοστά λογοτεχνικά περιοδικά, καθώς και ένα αντιπροσωπευτικότερο δείγμα από τον Τύπο της συμπρωτεύουσας. Επίσης, παρατηρούμε πως η επιλογή συχνά, αφορά συγκεκριμένους συνεργάτες ενός περιοδικού, οπότε και θα μπορούσε να αποφεύγεται η επανειλημμένη αναφορά του ονόματος. Ειδάλλως, καταλήγει, λ.χ., για το μηνιαίο "Ιστορία", να καταγράφει οκτώ λήμματα του ιδίου συντάκτη. Τέλος, να σημειώσουμε πως η κριτικογραφία του "Διαβάζω" στάθηκε ανέκαθεν γενναιόδωρη με την εφημερίδα "Η Εποχή", μια και είναι η εφημερίδα με την μικρότερη κυκλοφορία που ανελλιπώς αποδελτιώνεται. Ωστόσο, ποτέ δεν μπορέσαμε να αποκρυπτογραφήσουμε τα κριτήρια με τα οποία μια κριτική καταγράφεται ενώ μια άλλη παραλείπεται, δεδομένου ότι πρόκειται για τον ίδιο συντάκτη και σχεδόν πάντοτε για ελληνική πεζογραφία. Για να περιοριστούμε στο συγκεκριμένο παράδειγμα του τρέχοντος τεύχους^ αναφέρεται η βιβλιοπαρουσίαση για τα πρόσφατα βιβλία της Ντόρας Γιαννακοπούλου και Μαρίας Μαλανδρίνου, ενώ παραλείπονται οι παρουσιάσεις των βιβλίων του Στρατή Χαβιαρά και της Ευτυχίας Καλλιτεράκη. Τέλος, αυτή η μηνιαία κριτικογραφία θα μπορούσε να συγκεντρωθεί σε μια αυτοτελή ετήσια μορφή.
Μ. Θ.

Ο μυθικός "Οδυσσέας"


"Οδυσσέας" Μηνιαία Έκδοση Λόγου και Τέχνης ακριβής φωτοαναστατική ανατύπωση της εκδόσεως του 1943-44 (τεύχη 1 έως 12) Δήμος Πύργου Δημοτικό Πολιτιστικό Κέντρο Οκτώβριος 2007

Ο "Οδυσσέας" έχει καταχωρηθεί ως ένα από τα λογοτεχνικά περιοδικά της Κατοχής, όχι, όμως, των μεγάλων αστικών κέντρων, Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, αλλά από τα λιγοστά της περιφέρειας. Σχετικά μακρόβιο, αφού πρόλαβε να εκδώσει δώδεκα τεύχη, έστω τα τέσσερα διπλά, όταν ο μέσος όρος εκείνων των χρόνων είναι κάτω των δέκα. Πρόκειται για το κατοχικό λογοτεχνικό περιοδικό του Πύργου της Ηλείας. Ένα περιοδικό, που έγινε θρύλος, καθώς οι μεταπολεμικοί θιασώτες της λογοτεχνίας ούτε ένα τεύχος του δεν είχαν την ευκαιρία να φυλλομετρήσουν, αλλά το γνώρισαν μέσα από αφηγήσεις, πλάγιες αναφορές και υποσελίδιες σημειώσεις, που πάντοτε τρέφουν τους μύθους.
"... Αλλά ΧΡΕΙΑΖΟΥΜΑΙ μερικά ντοκουμέντα, όχι ότι θα τα αντιγράψω, αλλά μου χρειάζονται. ΛΟΙΠΟΝ, μπορείς να μου στείλεις ΤΟ ΤΑΧΥΤΕΡΟ ένα χειρόγραφο που να πιάνει από μια μέχρι χίλιες σελίδες, πεζές, όπως θέλεις, γύρω από τη ζωή σου, από τότε που κατάλαβες τον εαυτό σου μέχρι τώρα; Τα Χανάκια (ναι, από μακρυά τα Χανάκια μου φέρνουν τρομερές φαντασιώσεις) τα Χανάκια, ο "Παρνασσός", ο "Οδυσσέας", οι μέρες της Αθήνας, οι έρωτές σου, όλα Γιώργη, τα χρειάζομαι θανάσιμα, έπειτα από μια νέα μέθοδο που ακολουθώ τώρα...", έγραφε ο Νίκος Καχτίτσης στον Γιώργη Παυλόπουλο, στις 21 Ιανουαρίου 1956, από το Μόντρεαλ. Άραγε, τού τα έστειλε, κι αν τού τα έστειλε, εκείνος πώς τα χρησιμοποίησε. Αναπάντητα ερωτήματα, που γεννά η χωλή αλληλογραφία Καχτίτση-Παυλόπουλου, αφού δημοσιεύτηκε μόνο το ένα σκέλος της κι αυτό, κατ' επιλογή. Ένα πρόσωπο, που μπορεί να δώσει πληροφορίες για τον Καχτίτση και όσα μνημονεύονται στην επιστολή, αλλά και γενικότερα, για πρόσωπα και πράγματα της εποχής, είναι ο Παυλόπουλος. Αυτός, όμως, αρκείται, σε λακωνικά σχόλια. Ας όψονται οι δημοσιογράφοι και οι εκδότες περιοδικών, που, ενώ τον τιμούν με αναφορές και αφιερώματα, δεν τον πολιορκούν μετά υπομονής και επιμονής.
Υπάρχουν, όμως, και άλλοι φίλοι του Καχτίτση, που τα ονόματά τους παρελαύνουν στην αλληλογραφία του με τον Παυλόπουλο. Μερικοί, μάλιστα, από αυτούς, όπως οι συνεργάτες του "Οδυσσέα", Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος και Θανάσης Εξαρχόπουλος, υπήρξαν και οι ίδιοι αλληλογράφοι του. Αλλά κι αυτοί σιωπούν. Μύθος, άλλωστε, και όλη η ανέκδοτη αλληλογραφία του Καχτίτση, όπως και εκείνη του Τάκη Σινόπουλου. Μπορεί να χάθηκαν, μπορεί και να λανθάνουν. Αλλά κι αν διασώζονται, πού να βρεθούν την σήμερον επιμελητές, διαθέσιμοι, οι οποίοι θα παραμερίσουν το προσωπικό έργο τους, για να φροντίσουν προγόνους, έστω και εκλεκτούς.
"Αργότερα, στην Κατοχή, μια ομάδα νέων, που έχει συμπήξει τον "Πυργιώτικο Παρνασσό"... εκδίδει το μηνιαίο περιοδικό "Οδυσσέας"...", έγραφε, με τη σειρά του, ο πύργειος πεζογράφος, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, πριν τριάντα χρόνια, νεκρολογώντας τον Τάκη Δόξα, που πέθανε στις 30 Οκτωβρίου 1976, στα εξήντα τρία του. Πέντε χρόνια αργότερα, Πάσχα του 1981, πέθανε ο Σινόπουλος, στα εξήντα τέσσερά του. Το 1913 γεννηθείς ο Δόξας, το 1917 ο Σινόπουλος. Ευτύχησε η πρωτεύουσα της Ηλείας, ο Πύργος, το άλλοτε ποτέ αστικό κέντρο, και σε λογοτέχνες και σε έντυπα, περιοδικά και εφημερίδες, ως η αιωνόβια "Πατρίς" Πύργου, που εμφανίστηκε την 7η Νοεμβρίου 1902, με εκδότη τον Λεωνίδα Βαρουξή, δημοσιογράφο της αθηναϊκής εφημερίδας "Ακρόπολις" του Βλάση Γαβριηλίδη και αδελφό του Κωνσταντίνου, εκδότη της πυργιώτικης "Αυγής" κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου.
Ο θρυλικός, λοιπόν, "Οδυσσέας" πρωτοκυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1943. Ένα εικοσάφυλλο τεύχος από το Τυπογραφείο της Μητρόπολης Ηλείας, το οποίο είχε παραχωρήσει στους νέους ο προοδευτικός δεσπότης Αντώνιος, λίγο πριν πάρει τα βουνά. Τρία τεύχη μέχρι τον Μάϊο του 1943 και μετά, άλλα εννέα τεύχη, τα τέσσερα διπλά, από τον Δεκέμβριο του 1943 μέχρι τον Αύγουστο του 1944. Είχε προηγηθεί "Το Βήμα των Νέων" στη δεκαετία του 1930 και ακολούθησε, το 1947, ο "Βωμός" Πύργου. Τρία περιοδικά, στα οποία πρωτοστάτησε ο Δόξας. Ίσως να υπήρξαν κι άλλα. Από όσο γνωρίζουμε, η ιστορία του ηλείου Τύπου μένει να γραφτεί. Πάντως, για τον "Οδυσσέα", η εποχή του μύθου είχε τελειώσει πολύ πριν πάρει την πρωτοβουλία το Δημοτικό Πολιτιστικό Κέντρο της πόλης του Πύργου να τον ανατυπώσει, όταν τον ανακάλυψαν οι μελετητές.
Ένα εξαντλητικό κεφάλαιο του αφιερώνει η Αλεξάνδρα Μπουφέα, στη βραβευμένη μελέτη της, "Τα λογοτεχνικά περιοδικά της Κατοχής". 1/4πως, μάλιστα, η Κατοχή φαίνεται, εσχάτως, να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των μελετητών, η Αγγέλα Καστρινάκη, στην επίσης βραβευμένη μελέτη της, "Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950", αναφέρεται στο περιοδικό, με αφορμή τον τίτλο του. Προσπαθώντας να στηρίξει την υπόθεση εργασίας, που θέλει το ταξίδι προνομιούχο λογοτεχνικό τόπο εκείνης της δεκαετίας, μνημονεύει ενδεικτικά την πειραϊκή "Αργώ" και τον "Οδυσσέα", αμφότερα εγχειρήματα διαπλασόπουλων. Από την πλευρά του, ο ιστορικός Αλέξανδρος Αργυρίου, που πρώτος αναδίφησε τα κατοχικά περιοδικά, στον τρίτο τόμο της Ιστορίας του, τον αφιερωμένο στην Κατοχή, από τα περιοδικά της περιφέρειας αναφέρει, κατ' εξαίρεση, τον "Οδυσσέα", δίνοντας και την προφορική μαρτυρία του Σινόπουλου πως ο ίδιος είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην ύλη του περιοδικού.
1/4σο, όμως, ακριβολόγοι κι αν είναι οι μελετητές, άλλη εικόνα δίνουν οι καταγραφές τους κι άλλη, το ίδιο το σώμα του περιοδικού, που αποκαλύπτει τον πρωτοποριακό χαρακτήρα του, καθώς εκείνοι οι πύργειοι νέοι (αν και ακριβέστερα, πρόκειται για Ηλείους, όμως πάντοτε οι πρωτεύουσες καταπίνουν την γύρω χώρα) κατόρθωσαν να συνδυάσουν τους νεωτερικούς τρόπους με τις παραδοσιακές μορφές. Καθόλου τυχαίo το ότι όλα τα τεύχη πλην ενός ανοίγουν με ποίημα ενός παλαιότερου. Άλλοτε πρόκειται για άρτι αποθανόντες ποιητές, όπως ο Ρώμος Φιλύρας, ο Παλαμάς και ο Λαπαθιώτης, με αντίστοιχα κείμενα, όχι νεκρολογίες αλλά από καρδιάς αποχαιρετισμούς, και άλλοτε για ζώντες πρεσβύτερους, όπως ο Ρήγας Γκόλφης, ο Σκαρίμπας, ο Λέων Κουκούλας, αλλά και ο Μανώλης Κανελλής, που τότε έχαιρε μεγάλης εκτίμησης, ενώ ένας ευαίσθητος ποιητής από τους πρεσβύτερους της εποχής, όπως ο Στέλιος Σπεράντζας φιλοξενείται με δυο μεν ποιήματα, αλλά σε εσωτερικές σελίδες, καθώς και ο Μανώλης Αλεξίου. Μόνο ένα τεύχος, το δεύτερο, ανοίγει με ποίημα του Βάσου Κύβελου, τον οποίο δεν γνωρίζουμε και η Μπουφέα δεν τον αναφέρει στους ηλείους συνεργάτες. Κατά μια εκδοχή, τον συνέστησε στο περιοδικό ο Μάριος Βαϊάνος, του οποίου το "Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας" διαφημίζεται σε πολλά τεύχη.
Στο περιοδικό, οι νέοι έδιναν την πρωτοκαθεδρία στην ποίηση και ιδιαίτερο βάρος στις μελέτες, με την πεζογραφία να έπεται. Ήδη, στα δυο πρώτα τεύχη, δημοσιεύονται οι "Σκέψεις για το έργο του Σεφέρη" του Σινόπουλου και ακολουθούν, δοκίμια για τον Παλαμά, ένα κείμενο "Περί ύφους" του Γιώργου Δέλιου, σκέψεις πάνω στον Νίτσε του Κ.Λ. Μεραναίου, ακόμη κείμενο για τον Ίψεν του Δημήτρη Σιατόπουλου. Κι όμως, τα πεζά του "Οδυσσέα" δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα. Μπορεί ορισμένοι από τους συγγραφείς τους να κρίθηκαν ως ελάσσονες, όμως, ακριβώς γι' αυτό, τα διηγήματά τους αποκτούν αξία, παρακινώντας σε μια δεύτερη ανάγνωση του έργου τους. Μεταξύ άλλων, ένα πολυσέλιδο διήγημα του πύργειου Διονύση Κόκκινου, τότε διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης, που ουδείς θυμήθηκε πέρυσι τα σαραντάχρονα από το θάνατό του. Ακόμη, διηγήματα του ποιητή Νίκου Πετιμεζά Λαύρα και του πειραιώτη Χρήστου Λεβάντα, ενώ η Τατιάνα Σταύρου δημοσιεύει απόσπασμα από μυθιστόρημά της. 1/4σο αφορά τους δυο πρωτεργάτες του περιοδικού, τον πρεσβύτερο Δόξα και τον νεότερο Παυλόπουλο, ο πρώτος δημοσιεύει διηγήματα και ο δεύτερος ποιήματα, κατ' εξαίρεση, όμως, και ένα διήγημα, "Το πουλάρι". Στις τελευταίες σελίδες κάθε τεύχους, υπό τον τίτλο, "Ο φιλολογικός μήνας", παρατίθενται σχόλια και βιβλιοκρισίες, όπου ένας σημερινός αναγνώστης μπορεί να αλιεύσει στοιχεία για την πνευματική κίνηση της εποχής, αλλά και να συμπληρώσει το βιογραφικό των ντόπιων λογοτεχνών. Λ.χ., ανακαλύπτουμε πως ο νεαρός Γιώργης Παυλόπουλος είχε και θεατρικές επιδόσεις, παίζοντας σε όλα σχεδόν τα έργα που ανέβαζε ο "Πυργιώτικος Παρνασσός".
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η φωτοαναστατική ανατύπωση του "Οδυσσέα" παρουσιάζει ενδιαφέρον πολύ πέραν του συλλεκτικού, γι' αυτό καλά θα κάνουν οι υπεύθυνοι της έκδοσης να στείλουν μερικά αντίτυπα και στα βιβλιοπωλεία της πρωτεύουσας.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008

Έτος Δημητρίου Βικέλα


Επτά πόλεις ερίζουν περί της καταγωγής του Ομήρου. Επτά, αν όχι και περισσότερες, θα αναμενόταν να ερίζουν, διεκδικώντας μερίδιο από τους εορτασμούς για το επετειακό έτος Δημητρίου Βικέλα. Στις 7 Ιουλίου 1908 πέθανε ο Βικέλας και εφέτος τιμούμε την εκατονταετηρίδα του. Αν, βεβαίως, οι υπεύθυνοι επί των πολιτιστικών πραγμάτων της χώρας εκτιμούσαν τον Βικέλα. Αλλά πολλοί εξ αυτών ούτε κατ' όνομα δεν φαίνεται να τον γνωρίζουν. Ως κάποιο λογοτέχνη της εποχής, αορίστως, τον είχε αναφέρει ένας υφυπουργός, προ δωδεκαετίας, κατά τους εορτασμούς για την εκατονταετηρίδα των Ολυμπιακών Αγώνων. Πόσω μάλλον η γαλλίς διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, όταν, μέσα στο γενικό αναβρασμό του Υπουργείου Πολιτισμού κατά τις πρώτες ημέρες του έτους, επειγόταν να ανακοινώσει δραστηριότητες. Έτσι προέκυψε έτος Καραγάτση το 2008 και μάλιστα, όχι με εξαγγελίες (αναφερόμαστε στην πρώτη ανακοίνωση του 1/4ακέφαλου1/2 ΕΚΕΒΙ κατά την 15η Ιανουαρίου 2008) για συνέδρια και βιβλιογραφικές εργασίες, που, λίγο-πολύ, όλοι οι έλληνες συγγραφείς έχουν ανάγκη, ακόμη και ο σχετικά μελετημένος Καραγάτσης, αλλά με την ανακοίνωση πως θα καταβληθεί προσπάθεια να καταστεί γνωστός ο Καραγάτσης με κινητές εκθέσεις στα σχολεία εντός και εκτός Ελλάδος. Υποθέτουμε πως εννοούσε σε όσες πόλεις και χωριά δεν φτάνει η τηλεόραση και τα παιδιά στερούνται της ευκαιρίας μέσω των τηλεοπτικών σειρών να εμπεδώσουν τον μυθιστορηματικό του κόσμο.
1/4πως κι αν έχει, για να τελειώνουμε με τις εφετινές εκατονταετηρίδες, εορταζόμενες και μη, δεκατέσσερις ημέρες πριν το θάνατο του Βικέλα στην Κηφισιά, συγκεκριμένα, στις 23 Ιουνίου 1908, σε κάποια κεντρική κλινική των Αθηνών, γεννιόταν ο Δημήτρης Ροδόπουλος, που έμελλε να μείνει στην ιστορία των γραμμάτων ως Μ. Καραγάτσης. Ενώ, τρεις μήνες και δέκα μέρες μετά το θάνατο του Βικέλα, συγκεκριμένα στις 27 Οκτωβρίου 1908, στην συμπρωτεύουσα, είδε το φως ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Αυτά, τουλάχιστον για τους μείζονες.
Αδικημένος πίστευε ο Άλκης Αγγέλου πως είναι ο Βικέλας, όπως έγραφε το 1997, καθώς συγκροτούσε τα οκτάτομα Άπαντά του, υπό την αιγίδα του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων. Κι αυτό, γιατί μια κυρίαρχη μορφή, με πολύπλευρη δράση, όπως αυτός, δεν μπορεί να χωρέσει σε μια ιστορία νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπου, κατ' ανάγκην, μνημονεύεται μόνο ο Βικέλας του "Λουκή Λάρα" και μερικών διηγημάτων. Χαρακτηριστικό είναι πως όσοι σήμερα τιμούν τον Βικέλα, ουσιαστικά παρακάμπτουν τον λογοτέχνη, εκθειάζοντας τον μειλίχιο και διαλλακτικό υπερασπιστή της ελληνικής υπόθεσης στη Λόντρα και τα Παρίσια. Μόνιμα εγκατεστημένος επί είκοσι τέσσερα έτη στην αγγλική πρωτεύουσα, από δεκαεπταετές μειράκιο, και επί δεκατρία, στη γαλλική, όταν, στα πενήντα του, η ψυχασθένεια της συζύγου του τον καθήλωσε στην πόλη των Φώτων, επέδειξε αξιοζήλευτη εθνωφελή δράση, ως είθισται να λέγεται.
Με 1/4νηφάλιο πάθος1/2, πρόβαλε δίπλα στην εθνική παλιγγενεσία το προεπαναστατικό και βυζαντινό παρελθόν, προώθησε τις 1/4έντιμες1/2 εθνικές διεκδικήσεις, συγχρωτίστηκε με ξένους λογίους και βοήθησε να διαμορφωθεί ένα καινούργιο πνεύμα φιλελληνισμού. Τέλος, είναι αυτός που πρότεινε να διεξαχθούν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα, εκπροσωπώντας την Ελλάδα στο παρισινό συνέδριο για την αναβίωσή τους. Κι όταν η πρόταση έγινε αποδεκτή, ήρθε στην Αθήνα και πρωτοστάτησε στην πραγματοποίησή τους, πείθοντας διστακτικούς και εναντίους. Ακόμη μνημονεύεται για τη δράση του κατά την τελευταία δωδεκαετία της ζωής του, όταν είχε πλέον εγκατασταθεί στην Αθήνα. Ίδρυσε τον "Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων", τον "Οίκο Τυφλών", την "Σεβαστοπούλειο Σχολή", δεν πρόλαβε, όμως, να στήσει το Ηρώον του Αγώνος στην κορυφή του Λυκαβηττού, μόνο να γράψει ένα άρθρο με αυτόν τον τίτλο, που δημοσιεύτηκε μετά θάνατον στο περιοδικό του Συλλόγου, "Μελέτη". Έκλεινε τα εβδομήντα τρία, στις 15 Φεβρουαρίου 1908, όταν εκδηλώθηκε ο καρκίνος του ήπατος. Κλινήρης υπαγόρευε αυτό το στερνό δημοσίευμα, περιγράφοντας το όραμά του για ένα Ηρώον της Επανάστασης, που θα έπρεπε να είναι έτοιμο για τους πανηγυρισμούς της εκατονταετηρίδας, το 1921.
Αυτός, σε γενικές γραμμές, είναι ο Βικέλας, που τίμησαν το 1996, με αφορμή τα εκατό χρόνια των Ολυμπιακών Αγώνων, αν όχι οι επτά πόλεις που θα έπρεπε να τον διεκδικούν, τουλάχιστον, όμως, οι τρεις ελληνικές? η αγαπημένη του Βέροια της μακεδονικής 1/4πατρογενιάς1/2 του, η γενέτειρα Ερμούπολη και τέλος, η Αθήνα, έστω και μόνο δίνοντας σε μια οδό το όνομά του. 1/4σο για την ελληνική λογοτεχνία, έχουμε τη δυσάρεστη εντύπωση πως γι' αυτήν μένει, ο 1/4Βικελάκος1/2, καταπώς κοροϊδευτικά τον αποκαλούσε ο δεύτερος εξάδελφός του, Ψυχάρης, όντας χολιασμένος με το Σύλλογο και τα καθαρευουσιάνικα, τουλάχιστον για τα δικά του γούστα, βιβλία που εξέδιδε.
Παρότι, αρχικά, το πρώτο και το σημαντικότερο πεζογράφημα του Βικέλα, ο "Λουκής Λάρας", που ξεκίνησε να γράφεται στο Παρίσι, σαν σήμερα, πριν εκατόν τριάντα χρόνια, και από το αναγνωστικό κοινό αγαπήθηκε και από την κριτική επαινέθηκε, γνωρίζοντας πολλαπλές εκδόσεις και μεταφράσεις, προϊόντος του χρόνου, όλο και περισσότερο, αδικείται, με επιστέγασμα την προ εξαετίας έκδοση του 37ου τόμου της Νεοελληνικής Βιβλιοθήκης του Ιδρύματος Ουράνη, "Λουκής Λάρας και διηγήματα", σε επιμέλεια Βαγγέλη Αθανασόπουλου. Αν και ως σημείο καμπής προβάλλει το 1973, όταν δημοσιεύτηκε η μελέτη του Απόστολου Σαχίνη, που ανασκευάζει την ευνοϊκή, έστω και μετά επιφυλάξεων, κριτική για τα πεζά του Βικέλα, τονίζοντας την έλλειψη δημιουργικής ή άλλως πως μυθοπλαστικής φαντασίας. Πάντως, την αδυναμία του να επινοεί πρωτότυπες ιστορίες δεν την έκρυβε ο Βικέλας, αντίθετα την εξομολογείται στα κείμενά του με κάθε ευκαιρία. Μάλιστα, στον "Λουκή Λάρα", παρέθεσε σύντομο προοίμιο, όπου διευκρίνιζε πως πρόκειται για χειρόγραφο, που βρέθηκε στα εγκατάλοιπα χίου εμπόρου, εγκατεστημένου στο Λονδίνο. Το προοίμιο υπάρχει στις πρώτες εκδόσεις, που έγιναν ζώντος του Βικέλα. Από μια άποψη, υπερβάλλουσα σεμνότης εκ μέρους του, που, όμως, επέτεινε την, έτσι κι αλλιώς, αυθόρμητη τάση των μελετητών να ανακαλύπτουν πανταχού συγγραφικά τεχνάσματα ερήμην των προσώπων και των συνθηκών της εποχής. Μόνο που ο Βικέλας δεν θόλωσε τα νερά, όπως πιθανώς και να έπραττε ένας σύγχρονος συγγραφέας, αλλά φρόντισε να διασώσει στο Αρχείο του το εν λόγω χειρόγραφο, του ομογενή Λουκά Τζίφου.
Μεταπολεμικά και μέχρι το 1990, τέσσερις τουλάχιστον φορές από διαφορετικούς εκδότες κυκλοφόρησε ο "Λουκής Λάρας", με τελευταία την έκδοσή του, ως 19ο τόμο, στη σειρά "Η πεζογραφική μας παράδοση" του Μανόλη Αναγνωστάκη, άνευ προοιμίου, διεκδικώντας μια θέση πολύ πέραν του ηθοπλαστικού πεζογραφήματος. Στη συνέχεια, όμως, το 1991, η Μαριάννα Δήτσα έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, ανασύροντας το χειρόγραφο από τους φακέλους και τις χαρτοθήκες του Αρχείου Βικέλα. Στον τόμο της Νέας Ελληνικής Βιβλιοθήκης του "Ερμή", ο "Λουκής Λάρας" παρουσιάζεται ομού μετά του χειρογράφου του Λουκά Τζίφου, σε πρώτη δημοσίευση. Λίγα χρόνια αργότερα, και ο Αγγέλου, στα Άπαντα, υπογραμμίζει και δη εισαγωγικά, την έλλειψη φαντασίας, την οποία, μάλιστα, θεωρεί και ως απουσία ισχυρού ταλέντου. 1/4Πουθενά το θείο αυτό δώρο δεν αγγίζει το σύνολο του έργου του1/2, γράφει χαρακτηριστικά. Για να φθάσουμε, αρχές του 21ου αιώνα, ο Αθανασόπουλος να επιμένει 1/4στην καθοριστική υποτονικότητα της φαντασίας του Βικέλα1/2, καταλήγοντας με την διαπίστωση πως ο Βικέλας υπήρξε πιστός 1/4μεταφραστής1/2 ξένων εμπειριών.
Γεγονός ότι ο "Λουκής Λάρας" στηρίχτηκε σε μια αληθινή ιστορία, όπως και "Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι", με τη διαφορά πως εδώ το πρωτότυπο ήταν μια γραπτή ιστορία, την οποία ο Τζίφος κάθισε και έγραψε υπακούοντας την επιθυμία του σεβαστού του φίλου, Βικέλα. Μια παραπλήσια ιστορία αναφέρει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, συντάσσοντας το λήμμα Θανάση Βαλτινού στη γραμματολογία Σοκόλη, όσο αφορά το "Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη", κι αυτό πρωτοδημοσιευμένο σε περιοδικό ογδόντα πέντε έτη μετά τον "Λουκή Λάρα". Και μόνο το παράδειγμα ενός καταξιωμένου συγγραφέα όπως ο Βαλτινός, για να μην θυμίσουμε τον έτερο ευκλεή 1/4μεταφραστή1/2 ξένων εμπειριών, τον Στρατή Δούκα και τη μοναδική "Ιστορία ενός αιχμαλώτου", θα έπρεπε να κάνει κάπως προσεκτικότερους τους μελετητές, όταν αποφθέγγονται περί φαντασίας, τεκμαίροντας το τάλαντο ενός εκάστου.
Ένα επετειακό έτος Βικέλα, που ουσιαστικά ποτέ δεν εορτάστηκε, θα έδινε την ευκαιρία να δούμε, μέσα από μια σημερινή ματιά, το πεζογραφικό του έργο, τον "Λουκή Λάρα", τα διηγήματα, την αυτοβιογραφία του, το εξαίρετο ταξιδιωτικό, "Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν", ακόμη τις ιστορικές του μελέτες, τις σαιξπήρειες μεταφράσεις του και ίσως, τον παραμελημένο όσο και μοναδικό επιστολογράφο Βικέλα. Ίσως ορισμένοι να θεωρούν, όπως ο ιστορικός μας Κ.Θ.Δημαράς, την αφήγηση του Βικέλα άνευρη και τις περιγραφές του άχρωμες. Ίσως, όμως, κάποιοι άλλοι να γοητεύονται από το αρρητόρευτο και αβίαστο ύφος του, αναγνωρίζοντάς του, πως, παρά τον μακροχρόνιο συγχρωτισμό του με Άγγλους, Γάλλους και λοιπούς, έγραψε 1/4διήγημα ελληνικόν1/2, σε εποχή που τα ξένα μεταφράσματα πλήθαιναν, δίνοντας το καλό παράδειγμα στους νεότερους του 1880, όπως παρατηρεί και ο Ξενόπουλος. Παρεμπιπτόντως, ας θυμίσουμε πως ο Ε.Χ.Γονατάς, θηρεύων 1/4ασυνήθιστες ιστορίες1/2, πριν είκοσι ένα χρόνια, ξεκίνησε την ομότιτλη σειρά του με διήγημα Βικέλα. Και μάλιστα, όχι με το γνωστότερο των δέκα συνολικά διηγημάτων του, τον "Παππά-Νάρκισσο" ούτε με τον "Φίλιππο Μάρθα", την "Άσχημη αδελφή" ή την "Ανάμνησιν", που παλαιότεροι και νεότεροι μελετητές κρίνουν ως επιτυχημένα, αλλά με το, κατά Σαχίνη, αναξιόλογο, "Τα δυο αδέλφια". Αναμφιβόλως εσκεμμένα, ζητώντας να παροτρύνει σε μια νέα ανάγνωση. 1/4πως εύστοχα παρατηρούσε προ τετραετίας ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, η μηχανή των επετείων έχει πάρει μπρος και δεν πρόκειται να σταματήσει, ας υπάρξει τουλάχιστον κάποιο όφελος και για την ίδια τη λογοτεχνία.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Συγγραφικά και ερωτικά πάθη

Θανάσης Χειμωνάς
"Ραγδαία επιδείνωση"
Εκδόσεις Πατάκη
Φεβρουάριος 2008
Από μια άποψη, εκπλήσσει η απαρέγκλιτη συγγραφική πορεία του Θανάση Χειμωνά. Εδώ και δέκα χρόνια, με εξαίρεση δυο διηγήματα δημοσιευμένα στην εφημερίδα "Τα Νέα" κατά το χρόνο της προθέρμανσης, εκδίδει μυθιστορήματα και μόνο μυθιστορήματα, με θαυμαστή τακτικότητα, κατά μέσο όρο κάθε δυο χρόνια και τέσσερις μήνες, ούτε ολιγοσέλιδα ούτε πολυσέλιδα, κατά μέσο όρο γύρω στις διακόσιες πενήντα σελίδες. Μυθιστορήματα του αθηναϊκού άστεως, αν και συνήθως προβλέπεται ένας αριθμός σελίδων κοσμοπολίτικης πνοής, χωρίς επιρροές, τουλάχιστον ορατές σε εμάς, ξένης λογοτεχνίας, πρωτίστως ψυχολογικού χαρακτήρα και δευτερευόντως κοινωνικού. Ιστορίες που κινούνται σε σταθερό θεματικό πλαίσιο, με ήρωες ενός ορισμένου χαρακτήρα. Ωστόσο, όντας συγγραφέας με μυθοπλαστική φαντασία, επινοεί κάθε φορά μια υπόθεση, ενώ έχει βρει έναν τρόπο, που ίσως εξελιχθεί και σε μανιέρα, να δομεί τα γεγονότα, ώστε να δημιουργείται σασπένς, όπως συμβαίνει σε μυθιστορήματα με πλοκή, μόνο που εδώ η κατάληξη αφήνει εσκεμμένα την αίσθηση του μετέωρου.
Παρά ταύτα, ο Θανάσης Χειμωνάς δεν θα χαρακτηριζόταν συγγραφικά στάσιμος. Το πρόσφατο, πέμπτο μυθιστόρημά του πόρρω απέχει από το πρώτο του 1998. Οι αφηγηματικοί του τρόποι εξελίσσονται αργά αλλά σταθερά, όπως συμβαίνει με τον μουσικό, που ασκείται συστηματικά σε ένα κομμάτι. Πιστεύουμε πως θα μπορούσε να γίνει ένας βιρτουόζος, μόνο που η εύκολη αναγνώριση ήδη από τον πρωτόλειο "Ραμόν" και στη συνέχεια η ευμενής, έως και ενθουσιαστική, υποδοχή των βιβλίων του ενέχουν τον κίνδυνο της μακαριότητας. Αν μέρος από τις θωπείες έρχεται από το οικογενειακό του όνομα, ούτε ο ίδιος θα πρέπει να το συνειδητοποιεί ούτε οι θωπεύοντες. Αυτά είναι επενέργειες ενός συλλογικού υποσυνειδήτου, του οποίου τις εκφάνσεις βλέπουμε όλο και συχνότερα.
Ενδίδοντας, όμως, στις κατακτημένες ευκολίες του, ίσως να μην γράψει το ένα βιβλίο με τα πάθη αυτού του μοναδικού ήρωα, που κυνηγά από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα. Της "ανεξιχνίαστης ψυχής", όπως ο ίδιος τον έχει αποκαλέσει, που επανέρχεται με διαφορετικά προσωπεία^ Ραμόν, ο ανώριμος νεαρός, Μιχάλης Παπανικολάου, ο ασκούμενος δικηγόρος σε φάση κατάθλιψης, Αποστόλης Αργυρόπουλος, ο μανιοκαταθλιπτικός άνεργος, Δημήτρης και Αντώνης Αδάμου, τα δυο αδέλφια, ο ενοχικός μικρός και ο ψυχικά άρρωστος μεγάλος, και τέλος, Βασίλης Οικονόμου, ο συγγραφέας με τις κρίσεις πανικού και την τάση αυτοκτονίας του πρόσφατου. Ο Γιώργος Χειμωνάς έγραφε πως ό,τι αξίζει στον άνθρωπο είναι να έχει να πει μια ιστορία. "Το μοναδικό χρέος που αναγνωρίζω σ' έναν άνθρωπο, είναι ν' αφηγηθεί μια ιστορία" (από το υποδειγματικό "Χρονολόγιο βίου και έργου Γιώργου Χειμωνά" του Ευριπίδη Γαραντούδη, συμπλήρωμα στην προ τριετίας επίτομη έκδοση του έργου του).
Ο Γιώργος Χειμωνάς, παρόλο που πέθανε νωρίς, λίγες ημέρες πριν τα εξηκοστά πρώτα γενέθλιά του (16.3.1939 - 27.2.2000), την είπε την ιστορία που είχε να πει. Μέλλει να φανεί αν ο Θανάσης Χειμωνάς αποφασίσει να διαρρήξει το κουκούλι της πεταλούδας.
Επί του προκειμένου, πέμπτου μυθιστορήματός του, κατ' εξαίρεση μετά αφιερώσεως, ο συγγραφέας υιοθετεί ορισμένα χαρακτηριστικά του τρίτου βιβλίου του, "Ανεξιχνίαστη ψυχή". Ένα επουσιώδες, το γυμνό του εξωφύλλου, πολύ εντυπωσιακότερο αυτή τη φορά, και ένα ουσιαστικό, την τριτοπρόσωπη αφήγηση μετατοπιζόμενης εστίασης. Ενώ, και εδώ, στα περισσότερα κεφάλαια (τα οκτώ από τα συνολικά δεκαοκτώ), η αφήγηση παρακολουθεί την οπτική γωνία μιας γυναίκας, της Έλιας.
Χαλαρή η υπόθεση, στρέφεται γύρω από το ένοχο μυστικό ενός ηλικιωμένου συγγραφέα, για το οποίο, όταν, μετά θάνατον, αποκαλύπτεται, ουδείς ενδιαφέρεται, μια και όλοι κατατρύχονται από τα δικά τους απωθημένα. Το μυθιστόρημα απαρτίζεται από διαδοχικές σκηνές, όπου, στις περισσότερες, η Έλια συνομιλεί με πρόσωπα του στενού της περιβάλλοντος, την οικιακή της βοηθό, τη φίλη της, τον σύντροφό της, τον φίλο του συντρόφου της, τη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, τη θεία της, αδελφή της πεθαμένης μητέρας της, και σε παρελθοντική αναδρομή, την άρρωστη μητέρα της. Να σημειώσουμε πως στις παρελθοντικές αναδρομές όλων των ηρώων πρωτοστατεί μια μητρική φιγούρα.
Σε έξι από τα υπόλοιπα κεφάλαια, η αφήγηση εστιάζει στον σύντροφο της Έλιας, Βασίλη Οικονόμου, συνομήλικο του Θανάση Χειμωνά. Κι αυτός ένας επιτυχημένος συγγραφέας, με δυο μυθιστορήματα στο ενεργητικό του, που έχει αναλάβει να φτιάξει μια ανθολογία με διηγήματα παραβατικής θεματολογίας. Εύρημα που δίνει την ευκαιρία για ένα μορφικό άνοιγμα, με την παράθεση δυο διηγημάτων. Το ένα είναι το παλαιό ημερολόγιο του ηλικιωμένου συγγραφέα, το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί και ως διήγημα. Ενώ, το άλλο το γράφει η φίλη της Έλιας, κι αυτή με συγγραφικές φιλοδοξίες, οιστρηλατούμενη από τον έρωτά της για το σύντροφο της Έλιας. Και τα δυο ένθετα πεζά αφηγούνται νοσηρές ιστορίες πάθους, στα όρια του μακάβριου. Εκκεντρικές συλλήψεις, που υφολογικά δεν διαφοροποιούνται από την κυρίως διήγηση, όπως θα αναμενόταν, τουλάχιστον για το ημερολόγιο, που γράφτηκε στο Παρίσι της δεκαετίας του 1970 ή και νωρίτερα.
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται μέσα σε τρεις ημέρες, τον πρώτο Αύγουστο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, στην Αθήνα, ακριβέστερα στο Κολωνάκι, όπου και λαμβάνουν χώρα οι ελάχιστες εξωτερικές σκηνές, ενώ, στις άλλες γειτονιές, όπως το Παγκράτι που κατονομάζεται, η δράση παραμένει εντός κλειστών χώρων. Δωμάτια διαμερισμάτων και κλινικών, μια σκηνή σε αυτοκίνητο και μια άλλη, στο Κέντρο Κράτησης Αλλοδαπών, αφού ο Χειμωνάς, σε αυτό το μυθιστόρημα, επανέρχεται στο μεταναστευτικό πρόβλημα. Αν και δεν πρόκειται για την πανσπερμία αλλοδαπών του δεύτερου βιβλίου του, "Σπασμένα ελληνικά", που τόσο ενθουσίασε την κριτική, αλλά μόνο για μια οικιακή βοηθό, που αναφέρεται εξωραϊστικά ως Καυκάσια.
Πιστεύουμε πως ο Χειμωνάς, όπως οι περισσότεροι άλλωστε συγγραφείς αλλά και επιφυλλιδογράφοι, που τους απασχολούν οι μετανάστες -γιατί τι πνευματικοί άνθρωποι θα ήταν, αν δεν τους απασχολούσαν- δεν έχει ουσιαστική επαφή μαζί τους, πέραν των μεμονωμένων ατόμων, που τυχαίνει να εργάζονται στο περιβάλλον του, γι' αυτό και καταλήγει σε στερεότυπα. Σχηματική η συμπεριφορά της Καυκάσιάς του, αρχικά δουλική και μετά επαναστατημένη, με το μίσος που γεννά η εκμετάλλευση. Σταθερά, όμως, έντιμη, κι ας εργάζεται σε σπίτι με πίνακες Ιακωβίδη στους τοίχους και τιμαλφή πεταμένα στις γωνίες.
Γενικότερα, ο Χειμωνάς ξεφεύγει από τις τυποποιημένες εκφράσεις, ιδίως εκείνους τους γραφικούς επιθετικούς προσδιορισμούς, και από τους κοινότοπους χαρακτήρες, όταν περιγράφει καταστάσεις, για τις οποίες έχει προσωπικές εμπειρίες. Λ.χ., η σκιρτώσα από ζωντάνια περιγραφή της πρωινής εξόδου του ηλικιωμένου συγγραφέα, που, συμβάλλοντος του καύσωνα, έμελλε να είναι και η τελευταία του. Τόσο ρεαλιστική που ο αναγνώστης σαν να βλέπει την πλατεία Κολωνακίου, τη δυσχερή, λόγω κυκλοφορίας και έργων, διάβαση, στην αρχή της Πατριάρχου Ιωακείμ, το παρακείμενο Γκούντις και την Εθνική Τράπεζα στην Σκουφά.
Μάλλον επί του πιεστηρίου θα πρέπει να προέκυψε η μετονομασία της Πατριάρχου Ιωακείμ σε οδό Καρνεάδου, έναν σχετικά ήσυχο δρόμο, χωρίς περίπτερο και εν γένει, μακράν των περιγραφομένων, αλλά εντός της τρέχουσας επικαιρότητας. Άλλωστε και στην επόμενη σκηνή, από τη Νεοφύτου Βάμβα ένας εποχούμενος δεν θα ήταν δυνατό να περάσει στην Ηρώδου Αττικού, ενώ, από την πλατεία Κολωνακίου, μέσω Κουμπάρη, δεν έχει παρά να ακολουθήσει τη ροή των αυτοκινήτων. Παρεμπιπτόντως, απορούμε πως ξεφεύγουν από τους διορθωτές παρόμοιες πραγματολογικές λεπτομέρειες. Ίδια απορία είχαμε εκφράσει για τις ταρακουνημένες ημερομηνίες του εκκλησιαστικού έτους στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Κώστα Ακρίβου.
Και ερχόμαστε στο ψυχογράφημα των ηρώων, που συνιστά και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του μυθιστορήματος. Κατ' αρχήν, σκιτσάρονται οι δευτερεύοντες ήρωες^ ένας ακόμη επίδοξος συγγραφέας, που αγωνιά για ένα επίκαιρο θέμα, και κάποια γυναικεία πρόσωπα, που δείχνουν ανερμάτιστα, καθώς εγκαταλείπουν τη βολή τους για φρούδες περιπέτειες. Ενώ, με δεξιότητα αναδεικνύεται το ζεύγος των πρωταγωνιστών. Η Έλια, νεαρά από εύπορη νησιωτική οικογένεια, άεργη και ανασφαλής, σχεδόν αγοραφοβική, που έχει αναγάγει τον σύντροφό της σε κέντρο του κόσμου. Και καθώς εκείνος συνεχώς φεύγει, αυτή υποφέρει από το άγχος της εγκατάλειψης, που καταλήγει σε κρίση, όταν μια κατσαρίδα εμφανίζεται στην κουζίνα της. Μόνο με την κατάληξη, που θέλει την Έλια να αναχωρεί, θα διαφωνούσαμε. Πιστεύουμε πως παρόμοιοι χαρακτήρες αφήνονται να εξευτελιστούν αλλά αδυνατούν να διαλύσουν μια σχέση. Πειστικότερη η ταραγμένη ψυχολογία του συντρόφου της, έτσι όπως προβάλλει μέσα από σκόρπιες ψηφίδες^ μια αναδρομή στην εφηβεία, τότε που ένιωσε για πρώτη φορά εντός του το υπαρξιακό κενό, τις κρίσεις πανικού τον μήνα Αύγουστο, όταν ακόμη και οι ψυχίατροι φεύγουν διακοπές, και ακόμη, το στρόβιλο των παραισθήσεων.
Ένας δευτερεύων χαρακτήρας, έτοιμος να πρωταγωνιστήσει στο δικό του μυθιστόρημα ή και νουβέλα, για να θυμηθούμε τα μυθοπλαστικά παίγνια του Αλέξανδρου Κοτζιά. Πάντως, σε αυτό το μυθιστόρημα, το μακρύ πλάνο του τελευταίου κεφαλαίου κλείνει και το πλάνο της ζωής του ήρωα. Τελικά, και μόνο την περιγραφή των συμμετρικών θανάτων, του πρώτου και του τελευταίου κεφαλαίου, αν συγκρατήσουμε, ο Θανάσης Χειμωνάς υπόσχεται πως κάποτε θα πει την ιστορία που έχει να πει.

Μ. Θεοδοσοπούλου