Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Επιστολιμαίος Συκουτρής


"Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο (1922-1924)" Φιλολογική επιμέλεια Φάνης Ι. Κακριδής Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης Ιανουάριος 2008

Ανέκαθεν η δημοσιοποίηση ενός επιστολικού σώματος ήταν παρακινδυνευμένο εγχείρημα, καθώς ναι μεν ρίχνει φως στη ζωή μιας εξέχουσας μορφής, ταυτόχρονα, όμως, θίγει τα λεγόμενα προσωπικά δεδομένα, τα οποία, σήμερα πλέον, προστατεύουμε ως κόρην οφθαλμού. Πόσω μάλλον που στις αρχές του 21ου αιώνα οι συγγραφείς λυμαίνονται τις ιστορικές προσωπικότητες και η μυθιστορηματική ανάπλασή τους τείνει σε μόδα, ανεξάρτητα αν αποκαλύπτει έλλειμμα φαντασίας ή και νωθρότητα. Μόνο από μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο ενός διάσημου προσώπου θα πρέπει να διαβάζεται η αλληλογραφία του, ειδάλλως ρέπει κανείς στη σκανδαλολογία προς θήρα δημοσιότητας.
Προκαταρκτικοί ενδοιασμοί για την έκδοση μιας αλληλογραφίας, δεδομένου ότι ο Ιωάννης Συκουτρής είναι μια φυσιογνωμία, που θα μπορούσε να προκαλέσει το μυθιστοριογραφικό ενδιαφέρον. Και ύστερα, από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, πρόκειται για τα πρώτα δικά του γράμματα που δημοσιοποιούνται. Ο Συκουτρής δεν θα χαρακτηριζόταν απλώς κορυφαίος κλασικός φιλόλογος, αλλά ένας μύθος, με ακτινοβολία πολύ πέραν του επιστημονικού του χώρου. Σε αυτό συνετέλεσε και το τέλος του, ακριβώς όπως συνέβη και στην περίπτωση Καρυωτάκη. Κι αυτός ένας ιδανικός αυτόχειρας, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια από τον Ακροκόρινθο, στις 21 Σεπτεμβρίου 1937, εννέα έτη μετά τον Καρυωτάκη. Και οι δυο στην τέταρτη και ανθηρή δεκαετία του βίου τους^ τριάντα δύο ετών ο ποιητής, τριάντα έξι ο φιλόλογος.
Τελικά, ποιοι χαρακτήρες καταλήγουν στη λύση της αυτοκτονίας; Γιατί, σίγουρα, ορισμένοι χαρακτήρες έχουν μεγαλύτερη ροπή κι όταν προκύψουν οι ευνοϊκές προς απελπισμό περιστάσεις, επιχειρούν το απονενοημένο διάβημα. Οι επιστολές του Συκουτρή σκιαγραφούν έναν παρόμοιο χαρακτήρα. Απόλυτος στις απόψεις του, ακραίος στις θέσεις του, υπερδραστήριος, με την ολέθρια, κάποτε, συνήθεια της "αυτοπαρατηρησίας". Το πιθανότερο, αυτή η ενδελεχής εαυτού εξέταση να γινόταν και κατά τις μακριές ώρες πεζοπορίας. Ως συνήθης διασκέδαση αναφέρεται στα γράμματα η μετάβαση πεζή από Λάρνακα σε Λευκωσία, χιλιόμετρα σαράντα, καίτοι "η επαρχία Λάρνακος και Λευκωσίας είναι τα ασχημότερα μέρη της νήσου".
Παραλήπτης των επιστολών και βουβός συνομιλητής, αφού απουσιάζουν οι απαντητικές επιστολές, η συμφοιτήτρια και φίλη του Συκουτρή, 1/4λγα Κομνηνού, κατόπιν σύζυγος του συμφοιτητή και φίλου του Ιωάννη Κακριδή, του Γιαννάκη των γραμμάτων, αν και συνομήλικός του. Δεκατέσσερεις οι επιστολές στην 1/4λγα, έκτασης από δυο ως τριάντα μια σελίδες, πέντε εντός του 1922, η πρώτη στις 8 Νοεμβρίου, οκτώ του 1923 και μια τελευταία, στις 26.2.1924. 1/4λες από την Λάρνακα, όπου ο Συκουτρής παρέμεινε για δυο χρόνια ως καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας, ισοδύναμο της Ριζαρείου. Στη δέσμη των επιστολών, διασώθηκε και απόσπασμα επιστολής του από τον Πειραιά, λίγο πριν την αναχώρησή του για Κύπρο, προς τον Κακριδή, που παραθέριζε τότε στην Πάρο. Μάλλον θα πρέπει να μελετούσε το γλωσσικό ιδίωμα των Λευκών Πάρου, αφού, τρία χρόνια αργότερα, αυτό αποτέλεσε το θέμα της διατριβής του. Οι επιστολές εκδίδονται λεπτομερειακά σχολιασμένες και παντοιοτρόπως φροντισμένες από το γιο της 1/4λγας, τον Φάνη Κακριδή, ο οποίος και τις ανακάλυψε στα κατάλοιπά της. Στις τόσες διευκρινιστικές παρατηρήσεις του, το μόνο που παραλείπει είναι πληροφορίες για εκείνη^ ποια ήταν η σταδιοδρομία της μετά το 1926 που παντρεύτηκε και ακόμη, τη χρονολογία του θανάτου της.
Σημαντικό στοιχείο των γραμμάτων το ύφος. Παιχνιδιάρικα ειρωνικό έως καυστικό, τρυφερό και συνάμα από καθέδρας, αποκαλυπτικό σκέψης διεισδυτικής συνδυαζόμενης με ευφράδεια ρήτορα. 3/4φος ιδιάζον και χάρις στο γλωσσικό του ένδυμα. Κατά τον επιμελητή, μια ιδιότυπη καθαρεύουσα, όπου παρατηρούνται ασυνέπειες, ορθογραφικές αβλεψίες και δημοτικιστικές αποκλίσεις. Στο φιλολογικό μνημόσυνο του Συκουτρή, το 1938, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξαίρει τον ηρωϊσμό, που ενείχε για εκείνα τα χρόνια η θέση του Συκουτρή στο γλωσσικό. Ούτε ορθόδοξος καθαρευουσιάνος, ούτε δημοτικιστής, μη ενδίδοντας σε καμία από τις δυο παρατάξεις, παρά τα οφέλη που αυτό θα σήμαινε για την σταδιοδρομία του. Αυτή η νόθα γλώσσα, με το πλήθος των "αμάρτυρων" λέξεων της καθαρεύουσας και της δημοτικής, άλλες σχηματιζόμενες σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες και άλλες κατά παράβασή τους, φέρει το στοιχείο του ανοίκειου, που αποβαίνει γοητευτικό.
Ο Συκουτρής, σαν για να τονίσει το ύφος των επιστολών, υπογράφει με το ψευδώνυμό του στη φοιτητική συντροφιά της Αθήνας, Αντιφών, ο περιώνυμος αθηναίος ρήτορας. Ένας άλλος της παρέας, ο Βασίλης Τατάκης, στα "Απομνημονεύματά" του, περιγράφει τις εκδρομικές εξορμήσεις τους, όπου ο καθένας είχε, κατ' επιταγή του Συκουτρή, και ένα αρχαιοελληνικό παρωνύμιο. Δυστυχώς, ούτε ο Τατάκης ούτε ο επιμελητής μνημονεύουν τα ψευδώνυμα της 1/4λγας, του Γιαννάκη και των υπολοίπων, μόνο του Τατάκη, του φιλολόγου Κωνσταντίνου Σπυριδάκη και του Κ. Θ. Δημαρά. Νοησιοκρατικό χαρακτηρίζει ο Συκουτρής τον Δημαρά, με αφορμή τον ορισμό που εκείνος έδινε για την ευτυχία, συγχέοντάς την, κατά τη γνώμη του Συκουτρή, με την ηδονή. Πλείστα όσα φιλοσοφικά ερωτήματα δείχνει να τον απασχολούν, μερικά από αυτά με πρακτικές απολήξεις, όπως τα είδη του έρωτα, ο γάμος και η γυναίκα. Τριάντα χρόνια μετά τον Ροΐδη, και ο Συκουτρής δηλώνει "έμφυτη δυσπιστία για την διανοητικότητα της γυναικός", εξηγώντας στη φίλη του πως στην Κύπρο, "τους άνδρας τους λέγουν ανθρώπους, την έννοιαν δε του άνθρωπος εκφράζουν με το πλάσμα".
Χιώτης στην καταγωγή, γεννημένος στη Σμύρνη ο Συκουτρής, φέρει βαρέως την Καταστροφή του 1922. Τον Ιανουάριο του 1923, γράφει, "Μου έρχεται να ευχηθώ να καταστραφεί όλη η Ελλάς, δια να μη βλέπω Έλληνας με πατρίδα και τους ζηλεύω." Και παρακάτω, "Εδώ μόνος μου, που είμαι, αισθάνομαι τον πόνο βαθύτερα^ σε βεβαιώνω, αν ήξευρα θετικά, ότι και με το χασίς έστω θα κατόρθωνα να πιστεύσω επ' ολίγον τουλάχιστον ότι η Σμύρνη μας υπάρχει, θα έπινα χασίς." Σε αντίθεση, όμως, με τον ομήλικό του, επίσης Σμυρνιό, Σεφέρη, δεν βλέπει στην Κύπρο ένα υποκατάστατο της χαμένης πατρίδας. Με τα μελανότερα χρώματα παρουσιάζει την Κύπρο εκείνης της εποχής, στολίζοντας με αιχμηρές παρατηρήσεις τη φυγοπονία των μαθητών του και εν γένει, την υποτιθέμενη νωθρότητα του κυπριακού λαού. Εργατικοί μεν αλλά χωρίς πρωτοβουλία και ζωή, εύπιστοι και αγαθοί, θαυμάζοντες υπέρμετρα τους ξένους. Ούτε καν η φύση του νησιού δεν τον συγκινεί, πλην μιας τοποθεσίας που βρίσκει μαγευτική ως γνησίως ελλαδική. Ωστόσο, οι κρίσεις του για τις πόλεις, την γερασμένη Λάρνακα και την ωραία Λεμεσό, θα πρέπει να μην απέχουν πολύ από την πραγματικότητα εκείνων των χρόνων. Ο επιμελητής καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να απαλύνει τις εντυπώσεις, παραθέτοντας γνώμες άλλων, όπως, λ.χ., του, πάντοτε κόσμιου στις διατυπώσεις του, Τατάκη.
Διαφορετικό ταμπεραμέντο ο Συκουτρής, κρίνει τους άλλους, με την ίδια αυστηρότητα που επιφυλάσσει για τον εαυτό του. Ωστόσο, παρά τα αισθήματά του για το νησί, εργάζεται μανιωδώς, ζητώντας να ωφελήσει τους μαθητές του και τον τόπο. Πέραν των μαθημάτων του, για τα οποία προετοιμάζεται με ιδιαίτερη φιλοτιμία, ιδρύει και επιμελείται το περιοδικό "Κυπριακά Χρονικά", στο οποίο και δημοσιεύει τις ουκ ολίγες κυπριακές μελέτες του, συγκροτεί το Σύλλογο των Νέων, προβάλλοντας εαυτόν ως παράδειγμα στους ομηλίκους του μαθητές του, και το Φιλολογικό 1/4μιλο Λάρνακος, όπου δίνει σειρά διαλέξεων.
Στην Αθήνα επέστρεψε με την διακαή επιθυμία να σπουδάσει στη Γερμανία, πάση θυσία, ακόμη και νυμφευόμενος πολύφερνη δεσποινίδα. Οι προσδοκίες του ευοδώθηκαν. Ευτύχησε να γνωρίσει τη Γερμανία της δεκαετίας του 1920, όταν οι κλασικές σπουδές σε Λειψία και Βερολίνο βρίσκονταν στην ακμή τους, και μαζί τους άνθησε ο φιλόλογος Συκουτρής. Στη Γερμανία επέστρεψε το καλοκαίρι του 1937, αποζητώντας ηθικά ερείσματα, όταν κατακλυζόταν από την κακοβουλία στο Αθήνησι Πανεπιστήμιο, αλλά ο δάσκαλός του Βιλαμόβιτς είχε πεθάνει όπως και ο Πλάτωνας. Κατά τα άλλα, ο Συκουτρής στα χρόνια της Κύπρου περιγράφεται ως ένα "βραχύσωμον παιδάριον", είκοσι δυο ετών, ξανθωπό και διοπτροφόρο. Ίσως και λίγο στημένο, κατά τη μαρτυρία των φωτογραφιών. Αν, μάλιστα, οι επιστολές έπεφταν στα χέρια ενός μυθιστοριογράφου, ίσως αυτός, με το ασκημένο μάτι του, να ανακάλυπτε έως και ερωτικές ιδιορρυθμίες. Έκφραση, που, στην εποχή του πολιτικώς ορθού, μπορεί και να σημαίνει σχεδόν το οτιδήποτε.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Τυχαία συνάντηση Μανουήλ Πανσέληνου και Μαρίας Παλαιολογίνας


Αγάπη Καρακατσάνη "Μια τυχαία συνάντηση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά που καταλήγει σε περιδιάβαση στον 13ο αιώνα και τον Μανουήλ Πανσέληνο" Εκδόσεις Άγρα Μάρτιος 2008

Μαριάννα Κορομηλά "Η Μαρία των Μογγόλων" Εκδόσεις Πατάκη Φεβρουάριος 2008

Τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί δυο εκδοτικές μόδες. Αυτή των βιβλιαρίων παντός είδους, από νουβελίτσες και αφηγήματα έως κάποιο δημοσίευμα δοκιμιακού χαρακτήρα. Και η άλλη των τουρλού τουρλού αυτοβιογραφικών. Ορισμένα από τα βιβλιάρια έχουν ζουμί, αν και η αγοραστική τους τύχη εξαρτάται μόνο και μόνο από το όνομα του συγγραφέα. Για παράδειγμα, άλλη συγκίνηση προκαλεί στο πανελλήνιο ένας Τζωρτζ Στάϊνερ κι άλλη η Αγάπη Καρακατσάνη, παρόλο που όσα γράφει μας αφορούν πολύ περισσότερο. Λιγότερο ελκυστικά μας φαίνονται τα αυτοβιογραφικά κατασκευάσματα, τα οποία, ωστόσο, τυγχάνουν θερμής υποδοχής. 1/4πως, καλή ώρα, τα βιβλία της σειράς, "Η κουζίνα του συγγραφέα", που εμπνεύστηκε ο Μισέλ Φάϊς. Πάντως, η Μαριάννα Κορομηλά, που αναλαμβάνει την κουζίνα του εβδόμου τόμου, είναι μια δημοφιλής συγγραφέας και πέραν της σειράς, κι ας παραπονείται πως της λείπει το μυθιστορηματικό ταλέντο.
Εκ πρώτης όψεως, τα δυο βιβλία που αποφασίσαμε να συμπαρουσιάσουμε δεν έχουν κοινά σημεία. Μόνο προχωρώντας την ανάγνωση, προβάλλει ο συνδετικός τους κρίκος, τω όντι κάπως αναπάντεχος. Πρόκειται για τον τολμηρό και φιλόδοξο Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο, που τριανταπεντάχρονος, το 1259, στέφθηκε βασιλιάς του κράτους της Νίκαιας, παρακάμπτοντας τον νόμιμο διάδοχο, και δυο χρόνια αργότερα, στις 15 Αυγούστου 1261, εισήλθε θριαμβευτής στην ανακαταληφθείσα Κωνσταντινούπολη. Αυτός ο Παλαιολόγος αποβαίνει το κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση εργασίας της Καρακατσάνη για την εκ νέου χρονολόγηση των τοιχογραφιών του ναού του Πρωτάτου στο Άγιο 1/4ρος δια χειρός Μανουήλ Πανσέληνου. Κι αυτός, ως πατέρας της Μαρίας Κομνηνής Παλαιολογίνας, κατόπιν, κυράς των Μουγουλίων ή και απλούστερα, της Μαρίας των Μογγόλων, έχει πρώτο ρόλο, έστω του κακού, στο αφήγημα της Κορομηλά.
1/4πως φαίνεται, το βιβλίο της Καρακατσάνη προήλθε από μια σειρά τυχαίων συναντήσεων. Του νεότερου ζωγράφου Γιάννη Καστρίτση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά, αυτή όχι και τόσο τυχαία, αφού προοιωνιζόταν από την κοινή τους καταγωγή, που του ενέπνευσε τον πίνακα, "Τυχαία συνάντηση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά". Του Διονυσίου από το χωριό Φουρνά των Αγράφων με "τον κυρ Μανουήλ τον Πανσέληνο", που τον παρακίνησε να στολίσει, εν έτει 1711, με τοιχογραφίες το παρεκκλήσιο του κελλιού του στις Καρυές του Αγίου 1/4ρους και να συγγράψει λίγο αργότερα το εγχειρίδιο "Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης", που εκδόθηκε μόλις το 1909. Της Καρακατσάνη με τις τοιχογραφίες του Πρωτάτου, μετά τα ψηφιδωτά της Μονής Δαφνίου, που την ώθησε να ασχοληθεί με τον Πανσέληνο. Κυρίως, όμως, την τυχαία συνάντησή της με τον πίνακα του Καστρίτση, που μεταμόρφωσε το δοκίμιό της σε ένα ιδιαίτερα επιμελημένο βιβλιάριο.
Η Καρακατσάνη ανατρέχει τους αιώνες, αποτιμώντας τα παλαιολόγεια πρότυπα και την επιχειρούμενη, στις αρχές του 18ου αιώνα, αναβίωσή τους. Για να φτάσει στον Πανσέληνο, συνοψίζει την ιστορία του Βυζαντίου, ανάμεσα στην πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και την ανάκτησή της, εστιάζοντας στον τόπο της καταγωγής του, την συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, για την υπόθεση πως οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου δεν έγιναν γύρω στο 1290 αλλά μέσα στη δεκαετία 1262-1272, επικαλείται τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, μια και αυτός επισκεύασε το Πρωτάτο αμέσως μετά την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας, επιζητώντας να εδραιώσει τις καλές του σχέσεις με το Άγιο 1/4ρος. Και ο ίδιος, το 1282, όταν διαπραγματευόταν με τη Ρώμη την ένωση των Εκκλησιών, προκάλεσε την πυρπόλησή του. Μόνο που σύμφωνα με νεότερες έρευνες, οι καταστροφές από την πυρπόληση ήταν περιορισμένες και διογκώθηκαν από τους αγιορείτες πατέρες προς δυσφήμιση του αυτοκράτορα. Οπότε, οι τοιχογραφίες μπορεί και να έμειναν ανέπαφες, όπως είχαν φιλοτεχνηθεί, το πιθανότερο, κατά την ανακαίνιση, αφού ο ναός είχε πάρει τη μορφή δίρριχτης βασιλικής, καταργώντας τα ανοίγματα της οροφής. Σε αυτό το σημείο, η ιστορικός αποτολμά και μια δεύτερη μάλλον ευφάνταστη υπόθεση πως το Πανσέληνος δεν είναι το επίθετο του ζωγράφου αλλά προσωνύμιο, που του δόθηκε χάρις στις τοιχογραφίες, οι οποίες σαν να φώτισαν το σκοτεινιασμένο εσωτερικό του ναού. Ίσως, η Καρακατσάνη να επηρεάστηκε από τον μεταφορικό λόγο του Διονησίου, που θέλει τον κυρ Μανουήλ τον Πανσέληνο δίκην σελήνης λάμψαντα.
1/4σο για το βιβλίο της Κορομηλά, μας θύμισε κάτι γαστρονομικά πιάτα, όπου το κρέας σερβίρεται γαρνιρισμένο με κομπόστα. Οπότε, σε όσους πρωτόγονους αρέσουν οι αμιγείς γεύσεις, η μόνη λύση που μένει, είναι να δοκιμάσουν να τα ξεδιαλέξουν και να τα γευθούν μεμονωμένα. Κάπως έτσι διαβάσαμε και εμείς την αφήγησή της, χωριστά τη δική της ιστορία, κάτι σαν το κρέας του πιάτου, και χωριστά, τα πάθη της Παλαιολογίνας. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως η συγγραφέας υστερεί στις συρραφές και τα άλματα εις μήκος των αιώνων. Το αντίθετο, ως ιστορικός ανασκευάζει σφάλματα σχετικά με τις χρονικές και τοπικές συντεταγμένες, ενώ, ως φύση παραμυθάς διεκτραγωδεί την τύχη της θυγατέρας του Μιχαήλ Παλαιολόγου, που, δωδεκαετής, επειδή ο πατέρας της ήθελε να συνάψει συμμαχία με τους Μογγόλους, στάλθηκε στην Αυλή τους, στα βάθη της Ασίας, να παντρευτεί τον ηγεμόνα τους Χουλαγκού, αλλά μέχρι να φτάσει, ο νυμφίος πέθανε και αυτή ήρθε σε γάμου κοινωνία μετά του υιού του, Αμπακά. Ένα και το αυτό για τις διπλωματικές κινήσεις του Μιχαήλ, αν και για τη Μαρία, ένας τριαντάχρονος σύζυγος μπορεί να ήταν προτιμότερος, έστω κι αν πρόκειται για χαρέμι. 1/4πως κι αν έχει, ο έγγαμος βίος της κράτησε δεκαεπτά έτη, μέχρι που πέθανε ο Αμπακάς, και η Μαρία, ελεύθερη πλέον, επέστρεψε στα πάτρια εδάφη. Μόνο που κατά διαβολική σύμπτωση, τότε έλαχε να πεθάνει και ο Μιχαήλ, εκπνέοντος του 1282, οπότε το εθιμοτυπικό της Αυλής όριζε ως μόνη λύση γι' αυτήν το μοναστήρι. Ως φαίνεται, γύρω στα τριάντα χρόνια, η Μαρία μόνασε στο μοναστηράκι της Θεοτόκου της Παναγιωτίσσης, με θέα στον Κεράτιο. 1/4μως της έμελλε ένας περιπετειώδης θάνατος, γύρω στο 1307, όταν ο ετεροθαλής αδελφός της και αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ την έστειλε στην πολιορκημένη από τους Οσμανλήδες Νίκαια, μήπως και παρακινηθούν οι Μογγόλοι και προστρέξουν. Για το τέλος της αφήγησής της, αφήνει η Κορομηλά την δραματική αποκάλυψη πως η Μαρία ήταν νόθα κόρη του Μιχαήλ, αναφέροντας και μια δεύτερη νόθα κόρη του, την Ευφροσύνη, που κι αυτήν την έστειλε ο Μιχαήλ πεσκέσι σε έτερο μογγόλο ηγεμόνα. Σε αντίθεση με τους άγγλους, λ.χ., ιστορικούς, όπως ο Ντόναλντ Νίκολ ή ο Τζόναθαν Χάρρις, που δεν φορτίζουν συναισθηματικά τα γεγονότα αλλά μόνο, παρεμπιπτόντως, αναφέρουν πως δυο από τις νόθες κόρες του Μιχαήλ, η Μαρία, το 1265, και η Ευφροσύνη, τρία χρόνια αργότερα, κανονίστηκε να παντρευτούν Μογγόλους. Αν και ο Χάρρις διατείνεται πως η Ευφροσύνη ήταν νόμιμη κόρη του Μιχαήλ.
Εν τέλει, μπορεί η Κορομηλά να παθιάζεται με τη Μαρία των Μογγόλων ή την Ευφροσύνη και ίσως στο μέλλον να γράψει για μια τρίτη ή και τέταρτη Παλαιολογίνα, που είχε την ίδια τύχη, ωστόσο μένει ζητούμενο αν ο βίος τους στάθηκε δυστυχέστερος των κορασίδων, νόμιμων ή νόθων, που έμειναν στην Αυλή της Βασιλεύουσας. Τουλάχιστον η Μαρία γνώρισε την περιπέτεια, την οποία, μια ζωή, τηρουμένων των αναλογιών, φαίνεται να κυνηγά και η συγγραφέας. Κι αν δίνει τόση έκταση στην εξακρίβωση του οδοιπορικού της Μαρίας είναι γιατί ζητά πρόφαση για να διηγηθεί τις δικές της περιπλανήσεις.
Δυστυχώς, άναρχα και πλαγίως, αφηγείται τα καθέκαστα της ζωής της, εκκινώντας πάντοτε από τη Μαρία και ανοίγοντας μεγάλες παρενθέσεις. Χρειάζεται να φτάσεις στην 280η σελίδα για να συναντήσεις τον γενάρχη της οικογένειας Χατζηλάμπρο Κόσκορη, γνωστό με το προσωνύμιο Κορομηλάς, που, στη μάχη του Χαϊδαριού, Μάιο του 1826, τον κάρφωσαν οι Τούρκοι σε σταυρό και έμεινε τρία μερόνυχτα να αργοπεθαίνει. Και στη συνέχεια, τον γιο του Αντρέα, τον περιώνυμο τυπογράφο και εκδότη, και τα εγγόνιά του, τον Δημήτριο και τον Λάμπρο της "Εφημερίδος", του Θεάτρου ο πρώτος, του Μακεδονικού Αγώνα ο δεύτερος. Μένουμε με την εντύπωση πως η συγγραφέας σαν να υποτιμά τους ήρωες της δικής της ζωής. Τους συγγενείς εξ αίματος αλλά και τους μετέπειτα, τους εξ αγχιστείας, τους δασκάλους, μεταξύ άλλων τον Άλκη Αγγέλου, και τους φίλους. Δεν αρκεί η μνημόνευση επί τροχάδην κάποιων μικρών ονομάτων. 3/4στερα, σαν να παραβλέπει τη γοητεία των καταστάσεων που της έτυχε να ζήσει. Συνοπτικές οι αναφορές στο Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι ή στην Πολιτιστική Εταιρεία Πανόραμα και στις εκεί συναντήσεις. Το πιθανότερο, στο μέλλον, αν εξακολουθήσει την έρευνα, να βρει κι άλλες ψηφίδες για τη Μαρία και τις λοιπές αρχόντισσες των βυζαντινών χρόνων. 1/4μως για τα πρόσωπα που η ίδια γνώρισε, τους τόπους που επισκέφτηκε και την πολιτιστική αναγέννηση που έζησε κάποτε, οι νεότεροι περιμένουν από εκείνη να τα μάθουν. Και δη, αναλυτικά, χωρίς παραλήψεις, ειδάλλως θα δυσανασχετούν, όπως η Κορομηλά με τα κενά του Γεωργίου Παχυμέρη. 1/4πως κι αν έχει, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ενέπνευσε, έστω και εμμέσως, δυο καλογραμμένα βιβλία.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 18 Απριλίου 2008

Αγκότα Κρίστοφ "Η αναλφάβητη"

Αγκότα Κρίστοφ
"Η αναλφάβητη"
Μετ.: Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις Άγρα
Φεβρουάριος 2008

Πρόκειται για το πέμπτο βιβλίο της ουγγαρέζας συγγραφέως Άγκοτα Κρίστοφ που εκδόθηκε στα γαλλικά το 2004, λίγο πριν συμπληρώσει την έβδομη δεκαετία του βίου της. Μια αναδρομή, κατανεμημένη συστηματικά σε έντεκα κεφάλαια. Κεφάλαιο πρώτο, πώς άρπαξε την αθεράπευτη αρρώστια του διαβάσματος, σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών, λόγω δασκάλου πατέρα, στενότητας χώρου στο σπίτι και της παρουσίας ενός βρέφους αδιάκοπα άρρωστου. Κεφάλαιο δεύτερο, η αποκάλυψη πως από μικρή είχε μια αχαλίνωτη φαντασία, για την οποία και συνεχώς την τιμωρούσαν. 1/4πως κι αν έχει, η επιθυμία να γράψει της ήρθε, όταν βρέθηκε εσωτερική σε οικοτροφείο μιας άγνωστης πόλης, μακριά από γονείς και αδέλφια. Στο τρίτο κεφάλαιο αρχίζουν τα δύσκολα αλλά και τα ποιήματα, που γεννιούνται μόνα τους μέσα στη νύχτα, την ώρα που έρχεται ο ύπνος και οι λέξεις σαν να την νανουρίζουν. Δεκαετία του 1950, ο πατέρας στη φυλακή, η μητέρα εργάζεται, μένοντας σε ένα δωμάτιο με το μικρότερο αδελφό της. Τα δυο μεγάλα, σε κρατικά οικοτροφεία, σε διαφορετικές πόλεις, σχεδόν έγκλειστα, καθώς υποβάλλονται σε μια στρατιωτική πειθαρχία. Κεφάλαιο τέταρτο, η περιγραφή της φτώχειας, της δικής της, της οικογένειάς της και ολόκληρης της χώρας. Χωρίς δεύτερο ζευγάρι παπούτσια, όλα δανεικά, με τα σχολικά τετράδια και βιβλία στη σάκα μιας φίλης, την οποία, σε ανταπόδοση, κουβαλά. Προς επιβίωση, η μητέρα της γεμίζει σακουλάκια με ποντικοφάρμακο και η ίδια γράφει σκετς, που τα παίζει στα διαλείμματα. Το φόρτε της, η μίμηση των καθηγητών.
Στα δεκατέσσερα, το 1949, μπαίνει στο οικοτροφείο. Το έκτο κεφάλαιο τιτλοφορείται, "Ο θάνατος του Στάλιν", και πηδάει στον Μάρτιο του 1953, όταν πρέπει να γράψει μια έκθεση επί του θέματος και να πενθήσει. Εδώ, ο μίτος της γραμμικής στο χρόνο αφήγησης εγκαταλείπεται. Άλλωστε, έχει προηγηθεί ένα κεφάλαιο για την αναγκαστική πολυγλωσσία. Τη γερμανική, τη ρωσσική και τελικά, τη γαλλική, όλες αυτές τις εχθρικές γλώσσες, που σκότωσαν τη μητρική της. Σε ένα επόμενο κεφάλαιο, θυμάται πώς διέφυγε από την Ουγγαρία, το 1956, ήδη παντρεμένη δυο χρόνια, με ένα βρέφος τεσσάρων μηνών στην αγκαλιά.
Νοέμβριος του 1956, πρώτος σταθμός, μετά τη λαθραία διάβαση των αυστροουγγρικών συνόρων, ένα χωριό και ύστερα, η Βιέννη. Οι περιγραφές της Κρίστοφ, μικροπερίοδες και ακριβείς, αποτυπώνουν την οδύσσεια στο κέντρο προσφύγων, στο τρένο για την Ελβετία και στον καταυλισμό της Λωζάννης, κάτι μεταξύ στρατοπέδου συγκέντρωσης και ζωολογικού κήπου. Τελευταίος σταθμός, ένα σχολείο στη Ζυρίχη, μέσα στο δάσος, προς εκμάθηση της ξένης γλώσσας. Μετά οι πρόσφυγες διανέμονται ανά την Ελβετία και αυτή με την κόρη της βρίσκεται στο Νεσατέλ. Τον σύζυγο δεν τον ξανααναφέρει. Εργάζεται σε ένα εργοστάσιο ρολογιών και ζει σε ένα διαμέρισμα δυο δωματίων. Κι όμως, νοιώθει σαν να βρίσκεται στην έρημο. Μια έρημο κοινωνική και πολιτισμική. Κάποιοι δεν αντέχουν και επιστρέφουν στην πατρίδα, παρά την ποινή φυλάκισης που τους περιμένει. Κάποιοι άλλοι αυτοκτονούν. Η ίδια, κάποια στιγμή, γίνεται συγγραφέας. Πρώτα δημοσιεύει ποιήματα, μετά γράφει θεατρικά που παίζονται από ερασιτέχνες και τέλος, το 1985, ολοκληρώνει το πρώτο της μυθιστόρημα, "Το μεγάλο τετράδιο", που βραβεύτηκε και μεταφράστηκε.
Στην ερώτηση, "πώς γίνεσαι συγγραφέας", απαντά, "γράφοντας με υπομονή και επιμονή, χωρίς ποτέ να σταματάς να πιστεύεις σ' αυτό που γράφεις." Στο τελευταίο κεφάλαιο, επί τροχάδην αναφέρει πως έγραψε κι άλλα βιβλία και πως έκανε κι άλλα παιδιά. Εκείνο, όμως, που τονίζει, μακρηγορώντας, είναι πως κέρδισε το στοίχημα μιας "αναλφάβητης", που, στην περίπτωσή της, σήμαινε να γράφει στα γαλλικά. Γλώσσα, που την μίλησε σχετικά εύκολα αλλά, μόλις στα εικοσιέξι της, έμαθε να την γράφει και να την διαβάζει. Εν κατακλείδι, και η Κρίστοφ, όπως όλοι οι μετανάστες, ανεξάρτητα των συνθηκών που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, διατείνεται πως η ζωή στην πατρίδα της μπορεί να ήταν φτωχότερη και σκληρότερη αλλά, σίγουρα, θα ήταν λιγότερο μοναχική, ίσως και ευτυχισμένη.
Μ. Θ.

Ο Ροΐδης, ο Ξενόπουλος και οι γράφουσες


Ειρήνη Ριζάκη "Οι "γράφουσες" Ελληνίδες Σημειώσεις για τη γυναικεία λογιοσύνη του 19ου αιώνα" Εκδόσεις Κατάρτι Οκτώβριος 2007

Οι γραμματολογίες μετά βίας συγκρατούν επτά γυναίκες στο πάνθεον των λογοτεχνών του 19ου αιώνος, επαυξάνοντας τις μόλις τρεις που απαντώνται στις ιστορίες νεοελληνικής λογοτεχνίας, και αυτές συμψηφίζοντας επιμέρους αναφορές -δύο σε μία, από μία σε δύο άλλες- ενώ, κατά κανόνα, η γυναικεία παρουσία διαγράφεται ολοσχερώς, σε αυτήν την πρώιμη περίοδο. Η μνημονευόμενη επτάδα χωρίζεται σε δυο διακριτές ομάδες. Τρεις σχεδόν ομήλικες, γεννημένες στα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου, που έγραψαν στα χρόνια του Αγώνα^ την πρεσβύτερη, Μητιώ Σακελλαρίου, που υπογράφει την πρώτη επώνυμη μετάφραση κωμωδίας του Γκολντόνι, την λογία Ευανθία Καΐρη και την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, που η "Αυτοβιογραφία" της λογαριάζεται μεταξύ των πρώτων κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Και τέσσερις μεταγενέστερες, γεννημένες στα μέσα του 19ου αιώνα ή και λίγο αργότερα^ την Μαρία Μηχανίδου, που θεωρήθηκε ως η πρώτη μυθιστοριογράφος, την Καλλιρόη Παρρέν, κι αυτή μυθιστοριογράφος αλλά πρωτίστως, εκδότρια της μακρόβιας "Εφημερίδος των Κυριών" και τις δυο συνονόματες διηγηματογράφους, την Αθηναία Αρσινόη Παπαδοπούλου και την Κωνσταντινουπολίτισσα Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, που καταγράφονται στο δυναμικό της τελευταίας εικοσαετίας του 19ου αιώνα.
Αυτήν την περιορισμένη αναφορά έρχεται να ανατρέψει η μελέτη της Ειρήνης Ριζάκη, αναδεικνύοντας ένα μεγάλο αριθμό γυναικείων μορφών, ακόμη κι αν δεχτούμε πως οι περισσότερες παραπαίουν ανάμεσα στο αρσενικού γένους ουσιαστικό συγγραφεύς με τις παιγνιώδεις παραλλαγές του, θήλεια συγγραφεύς, συγγραφίς ή και συγγράφισσα, που εμφανίζονται ως νεολογισμοί ανδρικής εμπνεύσεως, και την μετοχή γράφουσα ή εναλλακτικά, γράψασα, συγγράψασα έως και ποιήσασα, που ζητά να δηλώσει αν όχι μια υποτυπώδη παρουσία, πάντως, σίγουρα, ερασιτεχνική ενασχόληση με τη γραφή. Δανειζόμενη η Ριζάκη, όπως και άλλη μελετήτρια πριν από αυτή, τον τίτλο του βιβλίου της από άρθρο του Ροΐδη, μπορεί να κερδίζει έναν χαρίεντα τίτλο ροΐδειας επινοητικότητας, ταυτόχρονα, όμως, φορτώνεται και την αδιαχώριστη σκωπτική του χροιά, την οποία αδυνατούν να απαλείψουν τα ανωφερή που προσθέτει στη λέξη γράφουσες. Οπότε, μπορεί κάπου να υποσκάπτει το εγχείρημά της, το οποίο σαφώς στοχεύει στην ανάδειξη της γυναικείας λογιοσύνης.
Ας παραμείνουμε, όμως, για λίγο στη φιλολογία γύρω από τον τίτλο, όπως αναπτύσσεται στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο της μελέτης. Το εν λόγω άρθρο του Ροΐδη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ακρόπολη", στις 28 Απριλίου 1896, ωστόσο την αποστροφή, που έτρεφε ο Συριανός, παρά την ευρωπαϊκή του παιδεία, για τη γυναικεία χειραφέτηση, την είχε εκφράσει πολύ νωρίτερα, υποστηρίζοντας πως η συγγραφική ενασχόληση ταιριάζει στις αδικημένες από τη φύση και τις μεγαλοκοπέλες. 1/4σο για τις νεότερες και τυχόν, χαριτωμένες γράφουσες, αυτές τις αποδεχόταν μόνο υπό τον όρο να περιορίζονται σε λεπταίσθητα έργα, συναφή με τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις και τα μητρικά τους καθήκοντα. Για τον Ροΐδη αλλά και για τη μεγαλύτερη μερίδα των διανοουμένων εκείνης της εποχής, προορισμός των γυναικών ήταν να εμπνέουν τους ποιητές, απέχοντας οι ίδιες έργων δημιουργικών. Ως καλές σύντροφοι, έπρεπε να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να τους εξασφαλίσουν τις αναγκαίες συνθήκες, ώστε εκείνοι γαλήνιοι και απερίσπαστοι να αφοσιώνονται στο γράψιμο. Πρότυπο συντρόφου για εκείνα τα χρόνια στάθηκε η σύζυγος του Σουρή, η, και γι' αυτό, τόσο προσφιλής του ποιητή, Μαρή. Ως παράδειγμα για την ενδεικνυόμενη γυναικεία γραφή, ο Ροΐδης προτείνει στο άρθρο του την Αρσινόη Παπαδοπούλου, εξαίροντας τη συλλογή διηγημάτων της, "Αθηναϊκά ανθύλλια", την οποία είχε εκδώσει στα τέλη του 1895. Αυτό το άρθρο στάθηκε το έναυσμα για τη διένεξη του Ροΐδη αρχικά με την Καλλιρόη Παρρέν και την εφημερίδα της, που, στη συνέχεια, εξελίχτηκε σε αντιπαράθεση του Ροΐδη και των ομοϊδεατών του με τις γράφουσες και τους υποστηρικτές τους.
Διαμάχη, που θα ήταν, τρόπον τινά, τιμητική για τις γράφουσες, αφού απασχόλησε τον Τύπο κι ένας Ροΐδης πρωτοστάτησε. Στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο και σε αυτήν την περίπτωση, για αντιπαράθεση δυο ανδρών, του Ροΐδη και του Ξενόπουλου, με αρχικό ερέθισμα, ένα δημοσίευμα του Ζακύνθιου στο "Άστυ", στις 25 Δεκεμβρίου 1895, με τίτλο, "Δυο γυναίκες συγγραφείς". Ο Ξενόπουλος συνέκρινε τα πρόσφατα διηγήματα των δυο Παπαδοπούλου, επαινώντας την πρωτοτυπία των διηγημάτων της νεότερης Αλεξάνδρας, ενώ έβρισκε πως τα διηγήματα της Αρσινόης δεν ήταν παρά φτωχή συνέχεια μιας σχολικής παράδοσης. 1/4πως γράφει στην αυτοβιογραφία του, εν μέρει και μεταμελημένος, όταν αργότερα έτυχε να γνωρίσει την αθηναία διηγηματογράφο, του εξομολογήθηκε πως εκείνη η κρίση του την είχε κάνει να κλάψει από στενοχώρια. Πιθανώς τα δάκρυά της, ίσως, όμως, και κάποια λανθάνοντα αισθήματα αντιπαλότητας να είχαν παρακινήσει το δημοσίευμα του Ροΐδη ως απάντηση, αν και απέφυγε να αναφερθεί στην Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, δικαιολογούμενος αργότερα, όταν τον πολιορκούσαν οι "κυρίες", πως αγνοούσε το βιβλίο της. 1/4πως κι αν έχει, ο χρόνος δικαίωσε την κρίση του Ξενόπουλου. 1/4σο για τη διαμάχη εκείνης της εποχής, κατά πόσο η γραφή έχει φύλο, απομένει ως τελεσίδικη η κρίση του Κωστή Παλαμά, ο οποίος απάντησε επιγραμματικά πως η Τέχνη δεν έχει γένος. Αν και τελικά, ίσως όχι και τόσο τελεσίδικη, καθώς, επί των ημερών μας, επανέρχονται οι φυλετικές κρίσεις και ομαδοποιήσεις.
Συστηματική η Ριζάκη, αναζητά τις γράφουσες στις αναγνώστριες, που άρχισαν να πληθαίνουν από τα μέσα του 19ου αιώνα και ύστερα, παρόλο που ακόμη μέχρι το 1879 το ποσοστό αναλφαβητισμού έφθανε το 93% για τις γυναίκες έναντι 63% για τον άρρενα πληθυσμό. Ωστόσο, ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους, οι γυναίκες είχαν δείξει την προτίμησή τους για τις μυθιστορίες και προς αυτές συνέχιζαν να ρέπουν και κατά τον 19ο αιώνα, καθώς πολλαπλασιάζονταν οι μεταφράσεις, αδιαφορώντας αν πλείστοι όσοι λόγιοι έκρουαν τον κώδωνα για το πόσο ψυχοφθόρες μπορούσαν να αποβούν. Μετά το πρώτο κεφάλαιο, το αφιερωμένο στις αναδυόμενες αναγνώστριες, που δραπέτευαν ή και νάρκωναν τον πόνο τους μετά εξ Εσπερίας ερχόμενα ρομάντσα, στο δεύτερο, η μελετήτρια ξεκινά μια εξαντλητική καταγραφή του γυναικείου περιοδικού Τύπου της εποχής. Κατά κανόνα, πρόκειται για βραχύβια έντυπα, με πολλά από αυτά να γράφονται κατ' αποκλειστικότητα από γυναίκες. Ενώ, παράλληλα εμφανίζονται οι πρώτες μεταφράστριες, ποιήτριες και πεζογράφοι.
Ωστόσο, το ψαχνό της μελέτης βρίσκεται στο τρίτο κεφάλαιο, όπου παρουσιάζονται οι προσπάθειες των Ελληνίδων να πείσουν πως η γραφή μπορεί να συνδυαστεί με τα καθήκοντα του φύλου τους και πως δεν συνιστά κίνδυνο για την οικογενειακή γαλήνη, ενώ, παράλληλα, σκιαγραφούνται οι κατακτήσεις των γραφουσών στην υπόλοιπη Ευρώπη. Με μακριά παραθέματα από δημοσιεύματα της εποχής, η Ριζάκη δείχνει πώς εκείνα τα αβρά και σχεδόν έγκλειστα πλάσματα άρχισαν να σκάνε μύτη, "υπό τον πέπλο της ανωνυμίας και της ψευδωνυμίας". Οι γράφουσες μπορεί να πλήθαιναν, όμως, ουσιαστικά, παρέμειναν άγνωστες. Έναν αιώνα αργότερα, μόνο για τις σημαντικότερες από αυτές διαθέτουμε ικανοποιητικά βιογραφικά στοιχεία. Τέλος, η Ριζάκη, με βάση τις υπάρχουσες βιβλιογραφίες, συντάσσει μια πρώτη βιβλιογραφία γυναικών συγγραφέων, όπου προτίμησε έναν κατάλογο ονομαστικό αντί του χρονολογικού, που πιστεύουμε πως θα έδινε ευκρινέστερη εικόνα. Άλλωστε, όταν ο χρονολογικός κατάλογος συνοδεύεται από ευρετήριο, ο ονομαστικός προκύπτει αυτόματα.
Η μελέτη της Ριζάκη θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια γυναικεία γραμματολογία, που προφανώς δεν θα στόχευε στον φυλετικό διαχωρισμό, αλλά θα έδειχνε μεγαλύτερη φροντίδα για τις θήλειες γραφίδες, ώστε να τους δοθεί στις μελλοντικές γραμματολογίες και ιστορίες νεοελληνικής λογοτεχνίας, η όποια θέση τους αντιστοιχεί.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

Να ανθολογεί κανείς

"Η ελληνική ποίηση του 20ου αιώνα" Μια σύγχρονη ανθολογία Επιμέλεια - ανθολόγηση Ευριπίδης Γαραντούδης Εκδόσεις Μεταίχμιο Μάρτιος 2008

Κατά μια παράξενη συγκυρία, στον εκδοτικό χώρο, οι πρωτότυπες ιδέες πηγαίνουν δυο-δυο, ένα πράγμα σαν τους Χιώτες. Προς επίρρωσιν αυτού του εμπειρικού κανόνα, προέκυψαν δυο ανθολογίες ελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα. Η πρώτη των Κώστα Γ. Παπαγεωργίου και Βαγγέλη Χατζηβασιλείου προβλέπεται πεντάτομη, με τον πρώτο τόμο, που καλύπτει την πρώτη εικοσαετία του αιώνα, να εκδίδεται Νοέμβριο 2007 και η έκδοση των υπολοίπων να προγραμματίζεται ανά εξάμηνο. Ενώ, η δεύτερη του Ευριπίδη Γαραντούδη, σε ένα τόμο των εννιακοσίων σελίδων, εκδόθηκε Μάρτιο 2008, μόλις προλαβαίνοντας τους εορτασμούς της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης.
Θα ξεκινήσουμε με την επίτομη, αναβάλλοντας προσώρας την κυοφορούμενη πεντάτομη. Ο Γαραντούδης πρωτοτυπεί, παρατάσσοντας τα ποιήματα κατά το έτος της πρώτης δημοσίευσής τους. "Κατά το ανάπτυγμα του χρόνου", όπως ο ίδιος παρατηρεί στην εισαγωγή του, το οποίο και "αναδεικνύει τη συνύπαρξη των ποιητών και τη συλλειτουργία των έργων τους στη λογοτεχνική συγκυρία της εκάστοτε χρονικής στιγμής". Με άλλα λόγια, μια πρώτη ευτυχής επίδραση της ιστοριογραφικής μεθόδου του Αλέξ. Αργυρίου. Αν και ως χρόνος πρώτης δημοσίευσης δεν εννοείται η δημοσίευσή τους σε περιοδικό αλλά σε βιβλίο, οπότε αναγκαστικά εντός του έτους ακολουθείται η αλφαβητική σειρά των ποιητών. Ανθολόγηση που παρακάμπτει τη γενεαλογική ταξινόμηση, στην οποία ο Γαραντούδης καταφεύγει μόνο προς σύγκριση με τις προηγούμενες ανθολογίες, όπου και υιοθετεί, μέχρι τη μεταπολίτευση, τη γενεαλογική κατάταξη του Αργυρίου, ενώ, για την τελευταία τεσσαρακονταετία, παρά τους ενδοιασμούς του, τελικά παρακολουθεί το κόμοδο κόψιμο ανά δεκαετία.
Η Ανθολογία Γαραντούδη συνιστά έργο ιδιαίτερης επιμέλειας, από το κυρίως σώμα μέχρι τη φιλολογική πλαισίωση. Ωστόσο, με τις επιλογές της, θέτει, επιτακτικότερα από άλλες ανθολογίες, το ερώτημα, πόσο αντικειμενικός στάθηκε ο ανθολόγος ή και εναλλακτικά, πόσο τολμηρός, τόσο στο ξεσκαρτάρισμα των παλαιοτέρων που φτάνει μέχρι τους γεννηθέντες προ εκατόν πενήντα ετών όσο και στην παρακινδυνευμένη ανθολόγηση εικοσιπενταετών, με μια συλλογή στο ενεργητικό τους, κάτι σαν έλληνες Ρεμπώ. Αν και σε παρόμοιες περιπτώσεις, το πραγματικό ρίσκο βρίσκεται στην ανθολόγηση των ομηλίκων και των ολίγο μεγαλυτέρων.
Επί του προκειμένου. Ανθολογούνται 177 ποιητές (θα διορθώναμε 176, αφού ο Μανούσος Φάσσης δεν μπορεί να αυτονομηθεί, μια και έχει αποκαλυφθεί, εδώ και χρόνια, πως πρόκειται για ψευδώνυμο του Μανόλη Αναγνωστάκη), με συνολικά 997 ποιήματα (αν μετρούμε σωστά). Η κατ' έτος κατανομή των ανθολογουμένων ποιημάτων δεν δίνεται ούτε σχολιάζεται, πιστεύουμε όμως πως παρουσιάζει ενδιαφέρον, έτσι όπως κυμαίνεται από μόλις ένα έως δυο ποιήματα για κάποια χρόνια της πρώτης εικοσαετίας, όπου τα εμπόλεμα καλύπτονται μόνο με Καβάφη, που εξακολουθούσε να τυπώνει τα μονόφυλλά του, φθάνοντας τα 19 κατά το 1935, ενώ το 1980 ανθολογούνται 35 ποιήματα, που συνιστούν και τη μεγαλύτερη ετήσια δόση. Ακόμη ευκρινέστερη εικόνα δίνει η ανά δεκαετία κατανομή (κατά ερασιτεχνική ακρίβεια): 22 (1899-1909), 35 (1910-1919), 39 (1920-1929), 77 (1930-1939), 65 (1940-1949), 96 (1950-1959), 107 (1960-1969), 186 (1970-1979), 182 (1980-1989), 115 (1990-1999), 68 (2000-2007). Προφανώς, εκείνο που αποτυπώνεται είναι το εκδοτικό ενδιαφέρον για την ποίηση, μια και ο ανθολόγος στηρίχτηκε στα κατ' έτος εκδιδόμενα βιβλία, καθώς επίσης ο βαθμός της δικής του εμπλοκής. Μένει, όμως, ζητούμενο κατά πόσο σκιαγραφείται και το ποιητικό γίγνεσθαι, τουλάχιστον το ποιοτικό, που συνιστά και το στόχο μιας ανθολογίας.

Παραδοσιακοί

Σύμφωνα με την εισαγωγή, στους 176 ποιητές, οι παραδοσιακοί είναι 25, συμπεριλαμβανομένου του γραμματολογικά "ανέντακτου" Καβάφη, ήτοι αναλογία 1 προς 6. Ωστόσο, η αναλογία ανατρέπεται αν ληφθούν υπ' όψη τα ανθολογούμενα ποιήματα, ο αριθμός τους και η έκτασή τους, τουτέστιν οι σελίδες που δίνονται σε έναν έκαστο ποιητή. Προς διευκόλυνση, ας περιοριστούμε στον αριθμό των ποιημάτων. Κορυφαίος μεταξύ παραδοσιακών και μοντέρνων ο Καβάφης, ανθολογείται με 33 ποιήματα, με 19, οι έτεροι κορυφαίοι των παλαιοτέρων, Παλαμάς και Καρυωτάκης, ενώ εκτενέστερης παρουσίασης απολαμβάνουν οι μεταγενέστεροι^ Ελύτης (26), Σεφέρης (24), Ρίτσος (22), Σαχτούρης (21) και Αναγνωστάκης (20). Παραδόξως, το δίδυμο των υπερρεαλιστών δεν τιμάται ιδιαίτερα^ 18 ποιήματα για τον Εμπειρίκο και 13 για τον Εγγονόπουλο. 1/4σο για τους λοιπούς 22 παραδοσιακούς, προβλέπονται συνολικά 73 ποιήματα, ήτοι αναλογία 1 προς 12,5. Δίκην παιδιάς, σημειώνουμε πως οι δυο Χατζόπουλοι της ελληνικής ποίησης, σε ηλικιακή απόσταση μεταξύ τους κοντά έναν αιώνα, ανθολογούνται, ο πρεσβύτερος Κωνσταντίνος με δυο ποιήματα και ο νεότερος Θανάσης με πέντε. Ενώ ο Σικελιανός παρουσιάζεται με 8 ποιήματα.
Αναλυτικότερα, αυτοί οι 25 της παραδοσιακής ποίησης είναι οι δυο Επτανήσιοι (Λορέντζος Μαβίλης και Στέφανος Μαρτζώκης), εννέα ποιητές της γενιάς του 1880 (Παλαμάς, οι επτά "του άστεως", Δροσίνης, Πολέμης, Νιρβάνας, Μαλακάσης, Γρυπάρης, Παπαντωνίου, Πορφύρας, και ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος), τέσσερεις από "το νέο αίμα στην παράδοση", κατά την έκφραση του Στεργιόπουλου, (Απόστολος Μελαχρινός, Σικελιανός, Βάρναλης, Καζαντζάκης), ο Καβάφης, έξι από τους νεοσυμβολιστές (Ρώμος Φιλύρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης, Καρυωτάκης, Τέλλος Άγρας, Μήτσος Παπανικολάου) και ακόμη, η Μαρία Πολυδούρη και δυο "επίγονοι" (Καίσαρ Εμμανουήλ και Γιάννης Σκαρίμπας). Είναι προφανές πως ο Γαραντούδης δεν συγκινείται από τους ποιητές "χαμηλής φωνής", όταν προτείνει μια ανθολογία χωρίς Φώτο Γιοφύλλη, Ρήγα Γκόλφη, Γιώργο Κοτζιούλα ή και 1/4μηρο Μπεκέ. Ούτε, όμως, από τους σατιρικούς, αν και γεννάται το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να εξαιρεθεί από το λογοτεχνικό γίγνεσθαι της εποχής ένας Σουρής.

Γυναικεία παρουσία

Στη γενιά του '30 ανθολογούνται 22 από τους 28 νεωτερικούς ποιητές του Μεσοπολέμου, που επιλέγει ο Αργυρίου, προσθέτοντας τους Αλέξανδρο Μπάρα, Νίκο Καββαδία και Μάτση Χατζηλαζάρου. Στους "κομμένους", τους οποίους ο Γαραντούδης παραθέτει σε καταλόγους στα παραρτήματα της ανθολογίας, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο Ν. Γ. Πεντζίκης, ακόμη και η Μέλπω Αξιώτη της "Σύμπτωσης" του 1939. Ειδικότερα, όσο αφορά τις ποιήτριες, ο Γαραντούδης δηλώνει ευθύς εξ αρχής πως στάθηκε επιλεκτικός, μακράν από αυτόν οι όποιες ποσοστώσεις, μόλις 32 ανθολογούνται και ούτε μια παραδοσιακή, ούτε καν η Μυρτιώτισσα. Αν και στις κατοπινές γενιές καινοτομεί, ανθολογώντας ορισμένες ποιήτριες από τα παραλειπόμενα προγενέστερων ανθολογιών, όπως την Ανθή Μαρωνίτη και την Αλόη Σίδερη στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, την Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου στη γενιά του 1970, φτάνοντας στην πλήρη ισονομία για τη γενιά του 1990, με τέσσερις ποιήτριες και τέσσερις ποιητές. Και πάλι, όμως, όλες ανεξαιρέτως οι γυναίκες ανθολογούνται με μικρό δείγμα ποιημάτων. Πρώτη η Κική Δημουλά, με μόλις οκτώ ποιήματα, όταν υπάρχουν ποιητές της γενιάς της που ανθολογούνται με περισσότερα, 11 ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου και 10 ο Χριστιανόπουλος, ενώ ο Μέσκος με 9, ο Λεοντάρης και ο Μάρκογλου από 6. Μόλις με έξι ποιήματα ανθολογείται το δίδυμο Μελισσάνθη - Ζωή Καρέλλη, έναντι επτά της Τζένης Μαστοράκη, όπου γεννάται και πάλι το ερώτημα, αν σε μια ανθολογία που θέλει να παρακολουθήσει το λογοτεχνικό γίγνεσθαι και ο ανθολόγος να λειτουργήσει ως χρονογράφος, μπορεί να δίνεται ο πρώτος λόγος στο γούστο του ανθολόγου.

Πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική γενιά

Στην πρώτη μεταπολεμική γενιά ανθολογούνται 32 ποιητές έναντι 47 του Αργυρίου, όπου στον κατάλογο με τους "κομμένους" έχει διαλάθει το όνομα του Μηνά Δημάκη. Να συμφωνήσουμε πως εκείνη η παλαιότερη ομάδα ήθελε ξεδιάλεγμα, όχι όμως και να εξαιρεθούν η Λύντια Στεφάνου και ο Αντώνης Δεκαβάλλες. Μεγαλύτερες αποστάσεις από τις υπάρχουσες ανθολογίες παίρνει ο Γαραντούδης από τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά και ύστερα, διακινδυνεύοντας συζητήσιμες επιλογές και κυρίως, παράδοξους αποκλεισμούς. Στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά ανθολογούνται και πάλι 32 ποιητές έναντι των 45 των δυο προηγουμένων ανθολογιών, του Ανέστη Ευαγγέλου και του Κώστα Παπαγεωργίου, οι οποίοι ταυτίζονται μόνο ως προς το πλήθος των ανθολογουμένων αλλά διαφέρουν ως προς τις προτιμήσεις τους. Ας μακρηγορήσουμε λίγο ως προς αυτή τη βαρύνουσα σήμερα γενιά, μια και στο παράρτημα γίνεται σύγκριση μόνο με την ανθολογία Παπαγεωργίου κι αυτή ελλιπής. 3/4στερα, παρατηρούμε πως και οι τρεις ανθολόγοι ανακατεύουν κι άλλα κριτήρια πέραν των αισθητικών. 1/4πως κι αν έχει, συμφωνούν σε ένα σώμα 26 ποιητών (Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, Α. Αγγελάκης, Ν. Α. Ασλάνογλου, Θ. Γκόρπας, Γ. Δανιήλ, Ζ. Δαράκη, Τ. Δενέγρης, Κ. Δημουλά, Μ. Ελευθερίου, Α. Ευαγγέλου, Ν. Ησαΐα, Μ. Καραγιάννη, Μ. Κέντρου-Αγαθοπούλου, Τ. Κόρφης, Λ. Κούσουλας, Β. Λεοντάρης, Γ. Λυκιαρδόπουλος, Μ. Μαρκίδης, Π. Χ. Μάρκογλου, Μ. Μέσκος, Μ. Μουντές, Γ. Νεγρεπόντης, Τ. Νικηφόρου, Σπ. Τσακνιάς, Κ. Χαραλαμπίδης, Ν. Χριστιανόπουλος), στο οποίο οι Ευαγγέλλου και Παπαγεωργίου προσθέτουν ομοφωνούντες ακόμη δεκατρείς (Ο. Αλεξάκης, Τ. Γαλάτης, Ν. Γρηγοριάδης, Αλ. Ζακυνθηνός, Λ. Ζενάκος, Β. Καραβίτης, Χρ. Λάσκαρης, Γ. Μανουσάκης, Γ. Πέγκλη, Τ. Πορφύρης, Τ. Ρούσσος, Θ. Τζούλης, Λ. Χατζοπούλου-Καραβία), διιστάμενοι σε μια πρόσθετη εξάδα. Ο Ευαγγέλου επιλέγει τους Ν. Καρανικόλα, Κ. Πασβάντη, Παν. Πίστα, Κ. Ροδαράκη, Β. Ροζακέα, Χρ. Ρουμελιωτάκη, ενώ ο Παπαγεωργίου τους Γ. Γεωργούση, Δ. Δασκαλόπουλο, Ρ. Κακλαμανάκη, Ολ. Καράγιωργα, Σπ. Κατσίμη, Αιμιλία Τσακνιά. 1/4σο για τον Γαραντούδη, πέραν του corpus των 26, ανθολογεί κι αυτός τους Δασκαλόπουλο, Καράγιωργα, Αιμιλία Τσακνιά, προσθέτοντας τους Γ. Γιατρομανωλάκη, Α. Μαρωνίτη, Α. Σιδέρη. Απορούμε με τους αποκλεισμούς ποιητών, όπως ο Καραβίτης, και ο Πορφύρης, για να περιοριστούμε ενδεικτικά σε δυο.

Οι ποιητικές "φέτες" των '70, '80 και '90

Εξέχουσα θέση δίνει ο Γαραντούδης στη γενιά του 1970, ανθολογώντας το μέγιστο αριθμό ποιητών ανά γενιά, 43, έναντι 58 της ανθολογίας Δημήτρη Αλεξίου, η οποία, ωστόσο, έχει κριθεί μάλλον ως μητρώο της γενιάς παρά ως ανθολόγηση. 1/4πως κι αν έχει, οι δυο ανθολόγοι συμφωνούν σε ένα εύρωστο σώμα 36 ποιητών, στους οποίους ο Γαραντούδης προσθέτει τους Αμπατζοπούλου, Ε. Αρανίτση, Γ. Βέλτσο, Λ. Ζαφειρίου, Κ. Καναβούρη, Δ. Καψάλη και Ζ. Σιαφλέκη. Δεν θα σχολιάσουμε τους "κομμένους" της ανθολογίας Αλεξίου, όλοι τους ζώντες και πολλοί από αυτούς, μάχιμοι σε πλείστα όσα μέτωπα και πέραν της ποίησης, πλην του αποθανόντος Γιώργου Καραβασίλη. Ένας αξιόλογος ποιητής, που ο αποκλεισμός του προκαλεί έκπληξη. Να σημειώσουμε πως το πλήθος των ανθολογουμένων ποιημάτων ενός εκάστου δίνει μια πρώτη ιεράρχηση, που κι αυτή ξενίζει^ Μ. Πρατικάκης, (12), Μ. Γκανάς (11), Ν. Βαγενάς (8) και έπεται συνέχεια. Προφανώς και παρουσιάζει ενδιαφέρον ένας ανθολόγος να επισημαίνει ποιητικά αναστήματα, που προηγούμενοι είχαν αγνοήσει, αρκεί η αξιολόγηση να μην επηρεάζεται από την κοινωνική θέση του ποιητή. Παρεμπιπτόντως, η περίπτωση του Αρανίτση δείχνει την αστοχία του τεμαχισμού σε "φέτες", έτσι όπως καταλήγει μισός στη γενιά του 1970 και μισός στη γενιά του 1980.
Η επόμενη "φέτα", της γενιάς του 1980, παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς ο ανθολόγος έχει να αναμετρηθεί με τον εαυτό του και τις προ δεκαετίας επιλογές του. Τότε, ανθολογούσε 14, τώρα 11, τουτέστιν δέκα της προηγούμενης ανθολογίας του (Χ. Βλαβιανός, Σπ. Βρεττός, Στ. Ζαφειρίου, Η. Λάγιος, Γ. Μπλάνας, Π. Μπουκάλας, Β. Παπάς, Σ. Πασχάλης, Σ. Σερέφας, Θ. Χατζόπουλος) συν τον Δημήτρη Κοσμόπουλο. Ενώ, κατόπιν ωριμοτέρας ανάγνωσης, "κόβονται" οι Ν. Δαββέτας, Γ. Κακουλίδης, Σ. Τριβιζάς, Δ. Χουλιαράκης, παρόλο που οι δυο τελευταίοι παραμένουν καθαρόαιμοι ποιητές και μάλιστα, ο δεύτερος απέσπασε ενδιαμέσως το βραβείο ποίησης του "Διαβάζω". 1/4σο για το εύρος της ανθολόγησής τους παραμένει επί τα αυτά, κυμαινόμενος από δυο ποιήματα για τον Εδεσσαίο Παπά έως οκτώ για τον Βλαβιανό.
1/4πως ήδη αναφέραμε, στη γενιά του 1990 ανθολογούνται οκτώ ποιητές, που ακόμη δεν έχουν κριθεί. 1/4μως, όταν ένας ανθολόγος αποφασίζει να φθάσει την ανθολόγηση μέχρι το παρόν, σημαίνει πως θέλει να βάλει το δικό του στοίχημα με το χρόνο. Εκείνο που προβληματίζει είναι κατά πόσο σε μια κατ' έτος ανθολόγηση οι πρωτοεμφανιζόμενοι εξεικονίζουν το ποιητικό παρόν, και όχι οι βραβευμένοι ή όσοι κρίθηκαν ευμενώς από τους, έτσι κι αλλιώς, λιγοστούς που σήμερα έχουν βαρύνοντα λόγο στο χώρο της ποίησης. Λ.χ., εντός του 2007, οι Δ. Ν. Μαρωνίτης και Αλέξης Ζήρας επαίνεσαν την ποιητική συλλογή, "Χρονογραφία", του Γιώργου Γώτη και η Θεώνη Κοτίνη τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του περιοδικού "Διαβάζω". Για να περιοριστούμε σε δυο παραδείγματα από τα παραλειπόμενα των ανθολογιών.
Στην εισαγωγή, ο Γαραντούδης δηλώνει την εκτίμησή του για τα έργα των ακαδημαϊκών φιλολόγων έναντι των πονημάτων ποιητών και κριτικών. Θέση που δικαιώνει η ανθολογία του, με τον τρόπο παρουσίασης των ποιημάτων, καθώς συνοδεύονται από τις απαραίτητες φιλολογικές πληροφορίες, όπως η αναφορά της βιβλιογραφικής πηγής, οι χρόνοι γραφής και πρώτης δημοσίευσης, στην έκταση που εντοπίστηκαν, ακόμη μικρού σχήματος φωτογραφία με τις βιογραφικές συντεταγμένες του ποιητή (αν και πολλές φωτογραφίες ατύχησαν κατά τη εκτύπωση). Ακόμη, με τα παραρτήματα και τα ευρετήρια.

Το συνοδευτικό CD

Τέλος, ο τόμος συνοδεύεται από CD με τις φωνές 18 ποιητών, το οποίο, κατά τον Γαραντούδη, δεν ενέχει αξιολογική διάσταση αλλά έγινε με γνώμονα να καλύπτουν το ηλικιακό φάσμα και να μη υπάρχει ήδη καταγραμμένη η φωνή τους. Ωστόσο, μένει ζητούμενο πόσο αντιπροσωπευτικό είναι ένα ηλικιακό φάσμα με οκτώ ποιητές της γενιάς του 1970, τέσσερεις της δεύτερης, τρεις της πρώτης και τρεις της γενιάς του 1980. Αναλυτικότερα^ Δάλλας, Πατρικίος και ο μόλις αναχωρήσας Θανάσης Κωσταβάρας της πρώτης, το ζεύγος Δαράκη - Λεοντάρης, Ελευθερίου (μια όχι και άγνωστη φωνή, καταγραμμένη και στα CD του 1997) και Δασκαλόπουλος της δεύτερης, Μαστοράκη, Καλοκύρης, Κοντός, Πούλιος, Πρατικάκης, Βαγενάς, Γκανάς και Κυρτζάκη της γενιάς του 1970 και τέλος, Βλαβιανός, Πασχάλης και Χατζόπουλος της γενιάς του 1980. Και οι 18 κάτοικοι του αθηναϊκού άστεως, ούτε ένας επαρχιώτης.
3/4στερα, ως CD συνοδευτικό μιας ανθολογίας πανοραμικής στο χρόνο, θα έπρεπε να ακολουθεί γενεαλογική ιεράρχηση, ανεξάρτητα του πόσο ιδανικές και αγαπημένες μπορεί να είναι οι φωνές των Βαγενά και Βλαβιανού, που η αλφαβητική σύμπτωση προτάσσει. Τέλος, έμφαση στο συνοδευτικό CD δίνει και η σελίδα των περιεχομένων του, έτσι όπως τοποθετείται αμέσως μετά τη σελίδα τίτλου.
Είναι αυτονόητο ότι ο σχολιασμός, αν και εκτενής, παραμένει επιφανειακός, αφού δεν θίγει την ουσία των ίδιων των ποιημάτων.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

Συμπληρώματα

Σε μια τελευταία ενότητα του πρόσφατου τεύχους των "Παπαδιαμαντικών Τετραδίων", καταγράφονται οι παπαδιαμαντικές μνείες σε μελετήματα και πεζογραφήματα. Σε αυτά θα είχαμε να προσθέσουμε μερικά βιβλία, που εκδόθηκαν εντός του 2007. Ξεκινώντας από τα πεζογραφήματα, πέραν όσων αναφέρονται, δηλαδή του δεύτερου μυθιστορήματος της Νίκης Αναστασέα, "Επικράνθη δια χειρός Αλέξη Ραζή", όπου γίνεται αναφορά όχι μόνο στον Παπαδιαμάντη αλλά και στον Τριανταφυλλόπουλο, και των συλλογών διηγημάτων της Μαρίας Κοτοπούλη, "Χωρίς ωράριο στα όνειρα", και του Μάκη Καραγιάννη, "Ο καθρέφτης και το πρίσμα", εντός του 2007 εκδόθηκαν ακόμη, η συλλογή διηγημάτων του Μένη Κουμανταρέα, "Η γυναίκα που πετάει", όπου τη μνήμη του αφηγητή στοιχειώνει ο Παπαδιαμάντης, και το εξαίρετο "Διπλωμένα φτερά" του Γιάννη Ατζακά, με τις γραίες της Θάσου και το βόμβο της ντοπιολαλιάς τους. Ακόμη, δυο μυθιστοριογράφοι εμπνέονται ήρωες και σκηνές από τον παπαδιαμαντικό κόσμο, αν και κινούνται σε διαφορετικό πνεύμα από τους ομοτέχνους τους, που ήδη μνημονεύσαμε: Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος στο βιβλίο του "Η μεγάλη άμμος", όπου ο φονιάς περιπλανιέται στα βουνά και τις ακρογιαλιές μιας νήσου ως άλλη Φραγκογιαννού. Και ο Κώστας Ακρίβος, στο "Πανδαιμόνιο", όπου γίνεται λόγος περί Βαρλαάμ και πρωταγωνιστεί αγιορείτης μοναχός ονόματι Νήφων, κατά κόσμον Νικολάκης.
Αν και τελικά, περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη του Γιώργου Αριστηνού, "Νάρκισσος και Ιανός", που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2007, καθώς σχετίζεται άμεσα με τα δημοσιεύματα του τεύχους και συγκεκριμένα, με το κείμενο του Τριανταφυλλόπουλου. Ο Αριστηνός ανθολογεί εβδομήντα τρεις συγγραφείς, που θεωρεί πως συγκροτούν ένα corpus της νεωτερικής πεζογραφίας, όπως το χαρακτηρίζει. Τα κείμενα συνοδεύονται από σύντομα μελετήματα, τα οποία γράφουν δέκα τρεις μελετητές, με τον ίδιο να κρατά για το εαυτό του τη μερίδα του λέοντος, ήτοι τριάντα δυο συγγραφείς. Πέμπτος στη σειρά, μετά τον "Ανώνυμο του 1789", τη "Γυναίκα της Ζάκυθος" του Σολωμού, τον Ροΐδη και τον Βιζυηνό, παρουσιάζεται ο Παπαδιαμάντης, με απόσπασμα από το διήγημα "Έρως-ήρως". Να παρατηρήσουμε, δευτερευόντως, πως, δεδομένου ότι απαξάπαντες οι συγγραφείς ανθολογούνται με αποσπάσματα πεζών τους, καταργούνται σιωπηρά οι συνήθεις τρεις τελίτσες στην αρχή και το τέλος του κειμένου. Ωστόσο, τον απρόσεκτο αναγνώστη μπορεί να τον αιφνιδιάσει ένα παπαδιαμαντικό διήγημα, που ξεκινά με την φράση, "Τα κορίτσια δεν πρέπει να έχουν έρωτα". 1/4μως, ακριβώς, το απόσπασμα δεν επιλέγεται τυχαία, αλλά για να εξυπηρετήσει την ερμηνεία που ο μελετητής θέλει να δώσει στο έργο. Στην περίπτωση του Παπαδιαμάντη, ο Αριστηνός διατείνεται πως "πίσω από το φαινομενικά ηθογραφικής υφής, θρησκευτικής υπερπλασίας ή λαϊκισμού έργο του, υπάρχει μια δεσπόζουσα που αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο και εξασφαλίζει την ακεραιότητα της δομής του". Κι αυτή η δεσπόζουσα είναι "η αντισταθμιστική αντίδραση σε μια επίμονη και αγχώδη ερωτική ενόρμηση". Προηγουμένως έχει επισημάνει πως "στο πλήθος μελετών και ερμηνειών που στην υπερβολή και στο ζήλο του οδήγησε κάποιες στιγμές στον κατακερματισμό ή την αφαίμαξή του έργου του Παπαδιαμάντη", διακρίνοντας "ορισμένες συστηματικές ευμέθοδες και ολικές θεωρήσεις, οι οποίες ανέδειξαν τον αιρετικό, δαιμονιακό, ανορθόδοξο και εντέλει νεωτερικό χαρακτήρα του"
Στην υποσελίδια σημείωση, αναφέρονται πέντε τέτοιες θεωρήσεις, πιστεύουμε, όμως, πως ο Αριστηνός στηρίζεται ουσιαστικά μόνο στην πρώτη, δηλαδή, στο πρόσφατο βιβλίο του Σωνιέ, αφού οι άλλες τέσσερεις δεν φαίνεται να καταλήγουν σε παρόμοια ανατρεπτικά συμπεράσματα. Η προ εικοσαετίας μελέτη της Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη περιορίζεται στις αφηγηματικές τεχνικές στον Παπαδιαμάντη, οι θεωρήσεις των Γ. Κεχαγιόγλου και Οδυσσέα Ελύτη μπορεί μεν να υπαινίσσονται το νεωτερικό, απέχουν όμως των λοιπών χαρακτηριστικών και τέλος, η γνωστή μελέτη του Παν. Μουλλά περί του "αυτοβιογραφούμενου Παπαδιαμάντη" μόνο νεωτερικό χαρακτήρα δεν ανακαλύπτει. Ωστόσο, στην περίπτωση του Μουλλά, μας προλαβαίνει ο Αριστηνός, προχωρώντας σε ερμηνεία των ασύνειδων ή και ανομολόγητων προθέσεων του μελετητή. Αντιγράφουμε: "Εδώ πρόκειται για μια εξαιρετικά ευμέθοδη ψυχαναλυτική μελέτη που "επιδιώκει" να συρρικνώσει το έργο στο επίπεδο μιας τυπικής ηθογραφικής αναπαράστασης, όμως εκείνο που κατορθώνει είναι να αναδείξει το ψυχαναλυτικό βάθος του συγγραφέα. Μήπως το κείμενο του Παν. Μουλλά υπόκειται στην ερμηνευτική μέθοδο του Πωλ ντε Μαν που εξαίρει την εκρηκτική αντίφαση (contradiction eclatante) ανάμεσα στους ρητορικούς τρόπους και τη γραπτή έκφραση;"
Τελικά, το προφανές συμπέρασμα ακόμη και για τους γηγενείς που τυχόν δεν κατέχουν τη θεωρία του Πωλ ντε Μαν, είναι πως ο Τριανταφυλλόπουλος ματαιοπονεί ζητώντας να στήσει ανάχωμα στην κατά Σωνιέ ανάγνωση του Παπαδιαμάντη. Ως Χαλκιδαίος, θα έπρεπε να γνωρίζει πως σε φάση πλημμυρίδας σταυρώνεις τα χέρια και περιμένεις. Αν είσαι αισιόδοξος, περιμένεις, μια και τα λογοτεχνικά φαινόμενα απέχουν των φυσικών, και η άμπωτη μπορεί ποτέ να μην έρθει. Ως φαίνεται, πέραν των πολυπληθών μαθητών, Ελλήνων, Γάλλων και λοιπών, που ο Σωνιέ απέκτησε κατά τη δεκαετή θητεία του στη Σορβόννη, καθώς και των πολυάριθμων μεταπτυχιακών μελετών που διηύθυνε εκεί, έχει δημιουργηθεί και στην Ελλάδα μια σθεναρή ομάδα μελετητών, που υιοθετούν τις απόψεις του.
Και μεταξύ μας, αν έχει δίκιο ο Αριστηνός πως "ο Α. Παπαδιαμάντης ιδωμένος από τη σκοπιά της νατουραλιστικής ηθογραφίας και της ορθόδοξης πίστης που υποτίθεται πως διακονεί στα κείμενά του δεν είναι τίποτα. Είναι ένα ιδεολόγημα όπως το κρυφό σχολειό". Και πως αν αποδεχτούμε ως χαρακτηριστικό του "έναν αγγελικό δαιμονισμό" (το αγγελικός, προσθήκη μάλλον του Αριστηνού, προς απάλυνση του ουσιαστικού), γίνεται "ο πρόδρομος του Μοντερνισμού". Τότε, χαλάλι του. Ας κάνουμε ευαγγέλιο το βιβλίο του Σωνιέ, παραμερίζοντας φιλολογισμούς για ανακρίβειες και α-νόητες διατυπώσεις.
Μ. Θ.

Παπαδιαμαντολογίες


"Παπαδιαμαντικά Τετράδια" Τεύχος 8 Πρωτοχρονιά 2008 Επιμελητής έκδοσης: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος Εκδόσεις Δόμος

Οσονούπω αναμένεται ο Παπαδιαμάντης, με αφορμή πρόσφατο ανασκαφικό εύρημα, να γίνει, για μια ακόμη φορά, πρωτοσέλιδο στα πολιτιστικά των εφημερίδων. Και χωρίς, όμως, αυτό, πλείστοι όσοι και με κάθε ευκαιρία τον μνημονεύουν ως τον κλασικό των ελληνικών γραμμάτων. Οι δημοσιογράφοι προς στολισμό μιας λογοτεχνίζουσας είδησης, οι μελετητές, συνήθως μαζί με τον Βιζυηνό, ως το αξιανάγνωστο δίδυμο της πεζογραφικής μας παράδοσης, διαγράφοντας μονοκοντυλιά τους υπολοίπους, και πάνω απ' όλoυς, οι πεζογράφοι σαν απαραίτητο καρύκευμα μυθοπλασίας. Επίσης, εσχάτως, τον θυμήθηκαν και οι εκδότες και άρχισαν να τον σερβίρουν σε βιβλία του ενός διηγήματος. Παρά ταύτα, το ουσιαστικό ενδιαφέρον πιστεύουμε πως απουσιάζει. Απόδειξη, τα "Παπαδιαμαντικά Τετράδια", η μοναδική σχετική έκδοση, η οποία, ωστόσο, ούτε στον Τύπο προβάλλεται ούτε στην έκταση που της αναλογεί διαβάζεται. Κι αν επιβιώνει επί μια δεκαπενταετία, το οφείλει στο πεισματικό δίδυμο, επιμελητή και εκδότη, στο οποίο χρωστάμε και τα πεντάτομα Άπαντα.
Το πρώτο τεύχος, Πρωτοχρονιά 1992, άνοιγε με το "Νυχτερινό αντιπλώρισμα" του Πέτρου Κεφαλιακού, το πρόσφατο παραθέτει, δεύτερο στη σειρά, το ποίημα του ιδίου "Tempus Alexandri". Ενώ, σημερινοί εκδότες περιοδικών κόπτονται για βιογραφικά σημειώματα, με πολλαπλά δυσάρεστα επακόλουθα, μεταξύ των άλλων, τον αποκλεισμό των ψευδωνυμιών, τα "Παπαδιαμαντικά Τετράδια" αναμιγνύουν, άνευ σχολιασμού, ζώντες με τεθνεώτες και πραγματικούς με πλαστούς. Για τους μη γνωρίζοντες τον Πέτρο Κεφαλιακό, την ταυτότητά του προδίδουν τα λεγόμενα λεξιλογικά τεκμήρια και προπαντός εκείνη η Μαλθάκη - ποιος μπορεί να έχει εμπιστοσύνη σε μια τέτοια γυναίκα- πέραν του λαλίστατου αφιερωματικού μότο.
Το τεύχος ανοίγει με επιστολή του Δημήτρη Κουτρουμπή, γραμμένη τον Μάϊο του 1971, σε απάντηση επιστολής του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, της οποίας η δημοσίευση θα καθιστούσε σαφέστερες τις απόψεις που διατυπώνει ο επιστολογράφος, όπως η παρατήρηση πως "ο κυρ Αλέξανδρος ήταν ειδωλολάτρης άγιος μόνον υπό την έννοια υπό την οποία όλοι οι Ορθόδοξοι είναι ειδωλολάτρες και ελληνόφρονες" και ακόμη, "βαθύτατα ριζωμένος στη γη, την εκκλησιαστική και την ανθρώπινη, ώστε να καταλαβαίνει και να ξέρει ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι θεωρία και ιδεολογία αλλά αίσθησις του μεγάλου δέντρου του κόσμου". Αυτά, με αφορμή το διήγημα, "Στην Αγι-Αναστασά", κάνοντας λόγο και για τον κυρ Νίκο που μιλούσε για ανάσα και αναπνοή, προφανώς αναφερόμενος στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και το μόλις εκδοθέν τότε βιβλίο του, "Προς εκκλησιασμόν", που εφέτος επανεκδόθηκε και εμείς το μνημονεύσαμε την Κυριακή, 13 Ιανουαρίου, με αφορμή την εκατονταετηρίδα από τη γέννησή του. Στην εκλεκτή συντροφιά Παπαδιαμάντη και Πεντζίκη ανήκει ο Κουτρουμπής, γεννημένος δέκα χρόνια μετά το θάνατο του Σκιαθίτη και αναχωρών δέκα έτη πριν τον νεώτερό του Πεντζίκη, το 1983. Για τους μη μετέχοντες των θεολογικών συζητήσεων, η μεταθανάτια έκδοση, "Η χάρις της θεολογίας", προσφέρει την ευκαιρία μιας πρώτης γνωριμίας.
Γενικότερα, το περιοδικό προτάσσει τα κείμενα και εκ των υστέρων, στις τελευταίες σελίδες, δίνει "πλοηγό" ανάγνωσης. Δυο κείμενα αφορούν το παπαδιαμαντικό διήγημα, "Στο Χριστό, στο Κάστρο": Δοκίμιο του Γιώργου Θέμελη, δημοσιευμένο σε βιβλίο του για τη διδασκαλία των Νέων Ελληνικών του 1969, όταν ο Παπαδιαμάντης διδασκόταν ακόμη σε όλες τις τάξεις του γυμνασίου, πριν την αναθεώρηση της δεκαετίας του 1980, που τον περιόρισε στο ελάχιστο. Και δοκίμιο του Τριανταφυλλόπουλου, απαντητικό στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, "Εωσφόρος και άβυσσος", του Γκυ Σωνιέ. Κατά τον "πλοηγό", ως απάντηση στο Σωνιέ αναδημοσιεύεται και το κείμενο του Θέμελη, μια και ο γάλλος νεοελληνιστής διατείνεται πως "η συστηματική προβολή του εν λόγω διηγήματος σε σχολικά αναγνωστικά θα 'χει συμβάλει ουκ ολίγον στο να σχηματιστεί αρνητική εικόνα του συγγραφέα". Προσοχή στη διατύπωση, "θα 'χει" γράφει, όχι "έχει". Δηλαδή εικάζει, μετά τόσης όμως βεβαιότητας, ώστε να περιττεύει η προσκόμιση τεκμηρίων. Άλλωστε ολόκληρο το βιβλίο του, σύμφωνα με τον υπότιτλο, "ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη", μια υπόθεση εργασίας είναι, που θέλει τον Σκιαθίτη έρμαιο των γονικών του ειδώλων και τυφλό όργανο των παρορμήσεών του. Μια υπόθεση εργασίας, για τη στήριξη της οποίας επιστρατεύονται προκρούστειες μέθοδοι. Ωστόσο, απ' αφορμή τον Σωνιέ, ο Τριανταφυλλόπουλος συντάσσει ένα ακόμη από αυτά τα ιδιότυπα πεζά του, όπου δια της συρραφής αποσπασμάτων του υπό αμφισβήτηση κειμένου μαζί με ορθολογιστικές επαναδιατυπώσεις τους, φέρνει το ξένο κείμενο στα δικά του χωρία, μακράν των ψυχαναλυτικών συμφραζομένων, όπου και ασκεί εξαντλητική φιλολογική εξακρίβωση, αποκαλύπτοντας παρανοήσεις και στερούμενες νοήματος αποφάνσεις. Αν και το ιδιάζον χαρακτηριστικό, το οποίο μας ώθησε να αποκαλέσουμε το μελέτημά του, πεζό, είναι ο ζωηρός τρόπος που συνδιαλέγεται με το παπαδιαμάντειο κείμενο και περικείμενο, η γλωσσική πλησμονή και εκείνη η φαινομενικά καλοκάγαθη ειρωνεία του, που αποδεικνύεται εν τέλει ροΐδειας καυστικότητας.
Ακόμη στο τεύχος, ανασκαφικό εύρημα της Λαμπρινής Τριανταφυλλοπούλου, πιθανώς έλασσον, αφού μείζον χαρακτηρίζεται το αναμενόμενο, αλλά ουδόλως ευκαταφρόνητο. Στα τρία, γνωστά εορταστικά κείμενα, που τιτλοφορούνται "Χριστούγεννα", "Αγιοβασιλειάτικα", "Θεοφάνεια" και δημοσιεύονται κατά τις αντίστοιχες εορταστικές ημέρες του 1887 και 1888 στην "Εφημερίδα" των Κορομηλά, προσθέτει ένα προηγούμενο της 26ης Οκτωβρίου 1887, "Του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτου". Και τα τέσσερα φέρουν την υπογραφή Βυζαντινός, την οποία και σχολιάζουν οι Τριανταφυλλόπουλοι, αναφερόμενοι στον Γιώργο Βαλέτα, που πρώτος την απέδωσε στον Παπαδιαμάντη, και παρουσιάζοντας επαρκή τεκμήρια για τα τρία ήδη γνωστά. Γιατί, όμως, ένα κείμενο για τον Άγιο Δημήτριο και όχι, στη συνέχεια, και ένα για τον Άγιο Νικόλαο ή και μετέπειτα, για τον Άγιο Γεώργιο, τον οποίο και μνημονεύει ο αρθρογράφος; Μήπως, προς τιμή του ιδρυτή της "Εφημερίδας" και διευθυντή της μέχρι τον Δεκέμβριο του 1886, Δημήτριο Κορομηλά; Να θυμίσουμε πως την διετία 1887-1888, είχε αναλάβει την εφημερίδα ο μικρότερος αδελφός του Λάμπρος, που αποχώρησε τον Δεκέμβριο του 1888 για να επιδοθεί στη διπλωματία. Αυτός μετέτρεψε την εφημερίδα σε πολιτικό όργανο, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον υπό οθωμανική κυριαρχία βορειοελλαδικό χώρο και τη Θεσσαλονίκη, όπου, ως γενικός πρόξενος της Ελλάδος από το 1904, στάθηκε πρωταγωνιστικό πρόσωπο στον Μακεδονικό Αγώνα. Ακριβώς, η τελευταία παράγραφος του άρθρου αναφέρεται στη "συνάφεια του μάρτυρος προς την πόλιν Θεσσαλονίκην, ην ουχί άπαξ έσωσε από των επιδρομών των βαρβάρων απίστων", προσθέντοντας, "Και σήμερον ο περίκλυτος του μάρτυρος ναός βεβηλωθείς τυγχάνει προσκύνημα των μουσουλμάνων, αλλά περί τούτων ως και περί παρελθόντων και μελλόντων μνηστήρων της μεγαλοπόλεως Θεσσαλονίκης, ελπίζομεν να μη λάβωμεν ανάγκην ν' απασχολήσωμεν εις το μέλλον τους αναγνώστας της "Εφημερίδος"". Το πιθανότερο, το άρθρο να γράφτηκε από τον Παπαδιαμάντη, ωστόσο αυτή η κατακλείδα θα ταίριαζε σε διευθύνοντα εφημερίδος. Από την άλλη, ένας διευθυντής μπορεί και να εκχωρήσει το ψευδώνυμό του, όταν αυτόν άλλα έργα τον απασχολούν, όπως τον Λάμπρο Κορομηλά.
Το τεύχος συμπληρώνεται με μια παπαδιαμαντική μετάφραση από "Το Άστυ" του 1901, τη συνέχεια από το τρίτο τεύχος της μελέτης της Νίνας Δημητριάδου για "Τα σκιαθίτικα καφενεία" και άλλα εκτενέστερα και συντομότερα. Μεταξύ αυτών των τελευταίων, ένα κείμενο, του οποίου την ύπαρξη γνωρίζαμε από την Βιβλιογραφία Κατσίμπαλη αλλά πρώτη φορά έχουμε την ευκαιρία να το απολαύσουμε. Τιτλοφορείται "Τα παρατράγωδα" και δημοσιεύτηκε στην ημερήσια εφημερίδα του Βουκουρεστίου, "Πατρίς", στις 6 Απριλίου 1893. Παραδόξως, φαίνεται πως ο Κατσίμπαλης γνώριζε την εφημερίδα την περίοδο που εκδιδόταν στη Ρουμανία, ενώ, μετά το 1905, όταν ο ηπειρώτης εκδότης της, Σπυρίδωνας Σίμος, εκδιωχθείς από το Βουκουρέστι, μαζί με άλλους ομογενείς της εκεί ελληνικής κοινότητας, μετέφερε την εφημερίδα του στην Αθήνα, σταματά να την αποδελτιώνει. Τουλάχιστον αυτό δείχνει το ανασκαφικό εύρημα που μέλλεται να ανακοινωθεί. Αλλά αυτά προσεχώς. 1/4σο για "Τα παρατράγωδα", πρόκειται για ένα σαρκαστικό κείμενο στα όρια του λιβέλλου με αφορμή τη συνέντευξη του Παπαδιαμάντη στον Μποέμ, που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα του Κακλαμάνου, "Το Άστυ", στις 26-27 Μαρτίου 1893. Ο αρθρογράφος, που ξιφουλκεί εναντίον του Παπαδιαμάντη, του Μποέμ και όλων ανεξαιρέτως των οπαδών "του τερατώδους ιδιώματος του Ψυχάρη", υπογράφει με το ψευδώνυμο Θύρσις, το οποίο θα πρέπει να εμπνεύστηκε από την γλαφυρή περιγραφή, που ο Μποέμ παραθέτει εισαγωγικά για τον Παπαδιαμάντη, αποδίδοντάς του τη χάρη του Θεόκριτου. Να σημειώσουμε πως ο αρθρογράφος παρουσιάζει εαυτόν ως εκφράζοντα τον "έξω ελληνισμόν", "τον και περί γλώσσης, ως περί των λοιπών εθνικών συμφερόντων, διαυγεστέραν έχοντα την κρίσιν". Μήπως πίσω από την Θύρσιν κρύβεται ο ίδιος ο εκδότης και κατόπιν πολιτευτής, που έφτασε μέχρι το αξίωμα του υπουργού; Τότε, όμως, πως και δημοσίευσε εντός της πενταετίας 1905-1910, στην αθηναϊκή πλέον "Πατρίδα", την οποία εξακολουθούσε να διευθύνει, όχι ένα αλλά δυο διηγήματα του Παπαδιαμάντη;

Μ. Θεοδοσοπούλου