Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

ατυχής αφιέρωση


"Πόρφυρας" Τεύχος 126 Μάρτιος 2008 Κέρκυρα

Ολόκληρο το τεύχος καλύπτεται από ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στον γνωστό μουσικοσυνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Εκτός αφιερώματος, ως προσθήκη των τελευταίων σελίδων, δημοσιεύεται για πρώτη φορά ένα κείμενο του Θωμά Βελιανίτη, γραμμένο το 1950. Γ
τα βιογραφικά του Βελιανίτη πληροφορεί σημείωση στο τέλος του κειμένου. Γεννήθηκε στους Παξούς, το 1877, κ
πέθανε στην Αθήνα, το 1950. Σ
νομικά και υπηρέτησε στο υπουργείο Εσωτερικών. 1/4ταν απελευθερώθηκε η Πρέβεζα, στις 2 Νοεμβρίου 1912, α
τη θέση του Διοικητικού Επιτρόπου.

Το κείμενο του Βελιανίτη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αφορά σημαντικές προσωπικότητες της αφετηρίας του νεοελληνικού κράτους. Κατ' αρχάς,τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον κορυφαίο Ευρωπαίο διπλωμάτη της εποχής του και μέγα Έλληνα πολιτικό, όπως τον χαρακτηρίζει ο ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος στην προ δεκαετίας εκδοθείσα μονογραφία του. Ακολούθως, τον ποιητή και πρώτο στα καθ' ημάς μυθιστοριογράφο Παναγιώτη Σούτσο. Και τέλος, τον Αλέξανδρο Στούρτζα, φιλόλογο και διπλωμάτη, από τη μεγάλη ελληνική οικογένεια των βογιάρων της Μολδαβίας, που οι ρίζες της φθάνουν ως τον 13ο αιώνα, γιο του Σκαρλάτου Στούρτζα και της Σουλτάνας, το γένος Μουρούζη, πρωτίστως, όμως, αδελφό της Ρωξάνδρας Στούρτζα, του μεγάλου πλατωνικού έρωτα του Κυβερνήτη.

Πιο συγκεκριμένα, το κείμενο αναφέρεται στον πρώτο τόμο, "Ποιήσεις", του Παναγιώτη Σούτσου, που τυπώθηκε στο Ναύπλιο, στην Εθνική Τυπογραφία, το 1831. Π
, στον τρίτο τόμο της "Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού 1770-2000", ο Αλέξ
Πολίτης προσδιορίζει πως τυπώθηκε τον Ιανουάριο του 1831, σ
ταυτόχρονα με τον "Δήμο και Ελένη" του Α.Ρ.Ραγκαβή. Ωστόσο, κρίνοντας εκ των περιοχομένων, η έκδοση έγινε μεν εντός του 1831, α
, ασφαλώς, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, στις 27 Σεπτεμβρίου. Στον τόμο δημοσιεύεται το "ποίημα δραματικόν" "Οδοιπόρος" μαζί με άλλα ποιήματα, τιτλοφορούμενα "Ερωτικά" και "Ελεγεία". Μεταξύ αυτών, το ποίημα "Λείψανο του Ιωάννου Καποδίστρια". Ο Βελιανίτης παραθέτει μακριά αποσπάσματα από τον πρόλογο του Σούτσου, που δείχνουν τα εχθρικά του αισθήματα για τον Καποδίστρια, τον οποίο και θεωρεί τύραννο της πατρίδος. 1/4μως αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά, το ενδιαφέρον της δημοσίευσης βρίσκεται στην άστοχη αφιέρωση του τόμου "Ποιήσεις" στον Αλέξανδρο Στούρτζα.

Απορεί κανείς δεν γνώριζε ο Παναγιώτης Σούτσος τον στενό φιλικό δεσμό του Στούρτζα με τον Κυβερνήτη. Πώς θα ήταν ποτέ δυνατό να πιστεύει ότι με την αφιέρωση θα μπορούσε να προσεταιριστεί τον αδελφό της Ρωξάνδρας Σούρτζα. Ο Βελιανίτης περιορίζεται να αναφέρει πως ο Στούρτζας εργάστηκε στη ρωσική υπηρεσία και ήταν βοηθός του Καποδίστρια. Ακόμη πως αγαπούσε την Ελλάδα και εξέδωσε γαλλιστί το έργο, "Η Ελλάδα στα 1821". 1/4μως ο Στ
αντιπροσώπευε για τον Καποδίστρια πολύ περισσότερα πράγματα.

Πέντε χρόνια μικρότερος της Ρωξάνδρας, γεννηθείς το 1791
Ιάσιο της Μολδαβίας, στάθηκε μέχρι τέλους ο αγαπημένος της αδελφός και ταυτόχρονα, ο έμπιστος του Καποδίστρια. Η οικογένεια Στούρτζα γνώρισε τον Καποδίστρια το 1809, ό
εκείνος έφθασε στην Πετρούπολη, επίσημα προσκεκλημένος από τον Τσάρο, και διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών. Τότε η εικοσιτετράχρονη Ρωξάνδρα ήταν κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας. Οι ρομαντικές ψυχές μπορούν να φανταστούν τον κόμη και τη νεαρά κυρία επί των τιμών να στροβιλίζονται στα σαλόνια των ανακτόρων ή να πίνουν τσάι κουβεντιάζοντας για τα κυοφορούμενα στην Ελλάδα, ίσως τή παρουσία του μόλις δεκαοχτάχρονου εξαδέλφου της Ρωξάνδρας, πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη. Το σίγουρο είναι πως για τρία χρόνια, ο Καποδίστριας ήταν ο καθημερινός επισκέπτης της οικογένειας Στούρτζα. 1/4ταν έφυγε, ο Αλέξανδρος τον ακολούθησε. 1/4πως γράφει η Ελένη Κούκκου, στην εξαίρετη "ιστορική βιογραφία", "Ιωάννης Καποδίστριας - Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη", η ξαφνική αποστολή τού μόλις εικοσάχρονου μαθητευόμενου διπλωμάτη στο Βουκουρέστι και η τοποθέτησή του στο διπλωματικό γραφείο του Καποδίστρια είχε γίνει με πρωτοβουλία του ίδιου του Καποδίστρια, αφού, ως αδελφός της Ρωξάνδρας, αποτελούσε τον αναγκαίο κρίκο για να διατηρηθεί η επαφή με την αγαπημένη του. Και ο Αλέξανδρος παρέμεινε δίπλα στον Καποδίστρια μέχρι τέλους. Δικό του είναι και το "Σχέδιον περί εθνικής ανατροφής και δημοσίου παιδείας εις την Ελλάδα. Ιδέαι προκαταρκτικαί" για την οργάνωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που επιχειρούσε ο Καποδίστριας το 1829. Σ
συνέχεια παραστάθηκε στην αδελφή του, που πέθανε δεκατρία χρόνια αργότερα, στις 16 Ιανουαρίου 1844, η
Κυριακή, χωρίς ποτέ να συνέλθει από το θάνατό του Κυβερνήτη. Δέκα χρόνια αργότερα, πέθανε ο Αλέξανδρος Στούρτζας, το 1854.

Κ
επανερχόμαστε στην αφιέρωση του Παναγιώτη Σούτσου, την οποία αποποιείται αγανακτισμένος ο Στούρτζας, με επιστολή του από την Οδησσό, δημοσιευμένη στον "Αθηναϊκό Καθρέπτη" και χρονολογούμενη, 7 Αυγούστου 1832. Τ
, τα νέα αργούσαν να φθάσουν, πόσω μάλλον τα βιβλία. Ενδεικτικά, η είδηση της δολοφονίας του Καποδίστρια έκανε ένα μήνα για να φθάσει στις ευρωπαϊκές χώρες και κοντά δύο μήνες για να γίνει γνωστή στην Οδησσό, όπου κατοικούσε η Ρωξάνδρα. Στο ενδιάμεσο, αυτή έγραφε ανεπίδοτες επιστολές. 1/4πως θυμίζει ο Στούρτζας στην επιστολή του, αυτός μεσίτευσε στον Καποδίστρια για να διορισθεί ο Σούτσος, αρχικά, πρώτος γραμματέας της Εθνικής Συνέλευσης του Άργους και κατόπιν, στις 8 Φεβρουαρίου 1830, Γ
της Γερουσίας. Κι αν αργότερα ο Κυβερνήτης τον απομάκρυνε -τύποις παραιτήθηκε στις 8 Ιουλίου 1831- α
οφειλόταν στις δόλιες κινήσεις του Σούτσου, που ενδιαμέσως είχε ταχθεί με τους επαναστάτες της 3/4δρας και όπως απεκάλυψε η κατασχεθείσα αλληλογραφία του, τους είχε γνωστοποιήσει απαξάπασες τις ενέργειες και αποφάσεις της Γερουσίας.

Να σημειώσουμε πως όταν γραφόταν το κείμενο του Βελιανίτη, δεν είχε ακόμη ερευνηθεί από την Κούκκου το Αρχείο της οικογένειας Στούρτζα, που απεκάλυψε τις προσωπικότητες της Ρωξάνδρας και του Αλέξανδρου Στούρτζα, καθώς και τις στενές σχέσεις τους με τον Καποδίστρια. Ιστορικός με σημαντικό έργο η Ελένη Κούκκου, το οποίο στηρίχτηκε σε μακρόχρονες αρχειακές έρευνες. Παρ' όλα αυτά, ο προ έτους θάνατός της πέρασε μόνο στις καταχωρήσεις των κηδειών και οι λιγοστές νεκρολογίες δημοσιεύτηκαν πολύ αργότερα.

Αυτά για μια άστοχη αφιέρωση του 1831, σ
βιβλίο που, κατά τους φιλολόγους, οριοθετεί την επίσημο είσοδο του ρομαντισμού στην Ελλάδα. 1/4που γεννιέται το ερώτημα, πόσο εμφορούμενος από τις ιδέες του ρομαντισμού μπορεί να είναι ένας συγγραφέας ή και ποιητής, όταν συνθέτει ένα ποίημα που επιχαίρει για μια δολοφονία.

Μ. Θεοδοσοπούλου

ιντιάνος ποιητής και το κτήμα στα Αππαλάχια Όρη

Γιώργης Παυλόπουλος "Γράμματα από την Αμερική" Πρόλογος-επιμέλεια Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος Εκδόσεις Γαβριηλίδης Μάρτιος 2008

Από τότε που διαβάσαμε τα γράμματα του Νίκου Καχτίτση στον Γιώργη Παυλόπουλο, μας είχε γεννηθεί η απορία τι σόι επιστολογράφος να είναι ο Παυλόπουλος. Γιατί μια αλληλογραφία δεν είναι παρά ένας διάλογος, όπου το ένα σκέλος προκαλεί ή και παρασύρει το άλλο σε εκμυστηρεύσεις. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι προφανές πως ο Παυλόπουλος δεν αναθέρμαινε απλώς τις κοινές αναμνήσεις τους αλλά ερέθιζε τις φαντασιώσεις του Καχτίτση, εισχωρώντας στον φανταστικό του κόσμο ή ίσως ορθότερα, πλάθοντάς τον από κοινού μαζί του. 1/4πως κι αν έχει, ο αφηγηματικός λόγος του Παυλόπουλου παρέμενε ανοιχτός σε υποθέσεις, όπως συμβαίνει πάντοτε με τους ποιητές, εκτός κι αν κρατούν ημερολόγιο ή αλληλογραφούν μετά μανίας, όπως ο Σεφέρης. 1/4μως, παρόλο που ο Παυλόπουλος θαύμαζε τον Σεφέρη και ως ένα βαθμό, επηρεάστηκε από το παράδειγμά του, "Μέρες" δεν φαίνεται να έχει γράψει, αν και με ορισμένους ανθρώπους, που αποφεύγουν την προβολή, ποτέ δεν ξέρεις. Πάντως, το έχουμε πάρει απόφαση, πως επιστολές Παυλόπουλου προς Καχτίτση δεν θα διαβάσουμε. Ακόμη κι αν έχουν διασωθεί, θα πρέπει να βρίσκονται στα χέρια κληρονόμων, όπως και τα γράμματα του Καχτίτση προς Γονατά και λοιπούς παραλήπτες. Και ως γνωστόν, οι κληρονόμοι φυλάσσουν ως κέρβεροι τα κατάλοιπα των αποθανόντων. Κάτι σαν το χρυσό αυγό της ταλαίπωρης κότας που της έλαχε να συγγενέψει μαζί τους.
Στον "Οδυσσέα", εκείνο το περιοδικό, που μια παρέα από παιδιά φανατικά για γράμματα τύπωνε μέσα στην Κατοχή, όσο πρόλαβε πριν μπούνε τα Τάγματα Ασφαλείας στον Πύργο, δημοσιεύτηκαν τα πρώτα ποιήματα του Παυλόπουλου. Συνολικά τέσσερα, που μόνο εν μέρει διασώθηκαν στη συγκεντρωτική έκδοση, με τη σοδειά της τεσσαρακονταπενταετίας, 1943-1997. Από το π
, "Ο νεκρός Γ.Π.", στο τέταρτο τεύχος, Δεκέμβριο 1943, ο ε
στίχος και το δεύτερο μισό, στο ποίημα "Μετάσταση". Σε παραλλαγή το "Ερημόνησο" του διπλού τεύχους, άνοιξη 1944, μ

σημείωση, Φθινόπωρο 1943. Κ
από τα δυο ποιήματα του τελευταίου τεύχους, το πρώτο, "Στροφή θανάτου", κόπηκε, ενώ το δεύτερο, "Αποκαθήλωση" περισώθηκε, κι αυτό με ξεσκαρτάρισμα στίχων αλλά κρατώντας τον τίτλο του.

Στο περιοδικό, όμως, ο Παυλόπουλος δημοσίευσε και ένα διήγημα, "Το πουλάρι", με χρονολογία 1943. Ή
μάλιστα, η δεύτερη συνεργασία του, στο διπλό τεύχος, χειμώνα 1944. Έ
παράξενο ερωτικό παραμύθι, γραμμένο από ένα νέο, που τελικά προτίμησε να γίνει ποιητής. Ίσως, συνέτειναν όσα συνέβησαν τα αμέσως επόμενα χρόνια. Στα ποιήματα επανέρχεται το πουλάρι, άλογο πια, ενώ στα πεζόμορφα, ο αφηγητής μόλις που διακρίνεται. Κι έτσι έμενε ζητούμενο, πόσο παραμυθάς θα ήταν ο Παυλόπουλος, αν έρχονταν αλλιώς τα πράγματα και γινόταν πεζογράφος. Απρόσμενη η απάντηση, μας την προσφέρει έτερος ηλείος αλληλογράφος του, ο Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος, με την έκδοση επιστολών του προς αυτόν. Ένα βιβλιάριο, που ανοίγει με προλογικό σημείωμα, τιτλοφορούμενο "στον αναγνώστη", κατά τη συνήθεια παλαιότερων καιρών, από όπου πληροφορούμεθα πως ο Παυλόπουλος, στον προφορικό του λόγο, είναι ένας συναρπαστικός και ακούραστος αφηγητής, πως διαθέτει την μαγική ικανότητα να καταλύει κάθε έννοια χρόνου και χώρου, προσδίδοντας και στα πιο απτά και απλά συμβάντα διαστάσεις μύθου. Επιπροσθέτως, μάλιστα, πως πρόκειται για έναν συστηματικό και ακαταπόνητο αλληλογράφο, ανεξάρτητα αν, μέχρι σήμερα, από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, δεν έχει εκδοθεί κανένα επιστολικό του ίχνος.

Για του λόγου το ασφαλές, ο Παπαδημητρακόπουλος μας σερβίρει τρεις επιστολές του Παυλόπουλου εξ Αμερικής, σταλμένες προ είκοσι δύο ετών. Ακριβέστερα, φέρουν ημερομηνίες, 14.8.'85, 9.9.'85 και 7.10.'85, ενώ ως τ
γραφής τους, προσδιορίζεται, το Waynesboro, λατι
στο άνοιγμα των επιστολών, με διευκρινιστική σημείωση του επιμελητή πως πρόκειται για μικρή πόλη στη Βιρτζίνια των Ηνωμένων Πολιτειών, ακριβώς νότια της Ουάσινγκτον. 1/4πως φαίνεται, ο Παυλόπουλος, μετά της συζύγου του, με αφορμή μεταπτυχιακές σπουδές του γιου τους στο Πανεπιστήμιο του Μαίρυλαντ, έμεινε κοντά διόμιση μήνες στην Αμερική, όχι δίπλα στο Πανεπιστήμιο, ούτε στην Ουάσινγκτον αλλά στο "ήσυχο" Γουέϊνσμπορο, φιλοξενούμενοι του ψυχιάτρου Ντίνου Ηλιόπουλου. Φίλος τους, αλλά, για τον αναγνώστη, γνωστότερος ως καχτίτσειος ήρωας. Οι επιστολές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κάτι σαν ταξιδιωτικό στις ανατολικές πολιτείες. 1/4σο για τα του ταξιδιού στη Φλόριδα, που έκανε στη συνέχεια ο Παυλόπουλος, θα πρέπει να του τα αφηγήθηκε προφορικά, άμα τη επιστροφή του. Ένα συναρπαστικό, τω όντι, ταξιδιωτικό κι ας πρόκειται για μέρη, που δεν θα τα έλεγες και εξωτικά. 1/4μως, ως γνωστόν, το ταξιδιωτικό δεν το φτιάχνει ο τόπος αλλά η αφήγηση. Και ο Παυλόπουλος, δίνει στα μέρη από όπου περνά ή επισκέπτεται, από "τα πεύκα της Ρέας" μέχρι το κτήμα στα Αππαλάχια όρη, μυθικές διαστάσεις.

Στο πρώτο γράμμα, η ανιστόρηση της αναχώρησης και της άφιξης, όπου ανακατεύονται μνήμες από τον Καχτίτση του '50,
από το Σεσίλ της Κηφισιάς, παραμονεύοντας μια αινιγματική κυρία, με τις πρώτες εντυπώσεις από τον ιντιάνο ποιητή Ρόμπερτ Χεντ. Από μια άποψη, αυτός αποβαίνει ο κεντρικός ήρωας του ταξιδιωτικού ή τουλάχιστον, είναι αυτός που δίνει στις επίπεδες αμερικανικές πολιτείες, την τρίτη τους διάσταση, του χρόνου, τουτέστιν της ινδιάνικης παράδοσης. "Κοιλάδα των άπειρων άστρων" αποκαλείται στα ινδιάνικα η κοιλάδα, όπου βρίσκεται η πόλη του Γουέϊνσμπορο. Και ο Χεντ έχει γράψει ένα ποίημα για 1/4το Τρελό Άλογο, τον μεγάλο στρατηγό των Ιντιάνων1/2, που ξεκινά με το στίχο, "Από τότε που η Αμερική σκότωσε το Τρελό Άλογο / έκανε για πάντα το φάντασμά του αθάνατο".

Στο δεύτερο γράμμα, κατ' αρχήν εντυπώσεις από το σπίτι όπου φιλοξενείται ο Παυλόπουλος. Η οικία ενός συλλέκτη των πλέον ανόμοιων πραγμάτων, τόσο παράταιρων που λες, μήπως και τα επενόησε ο επιστολογράφος, επιζητώντας να εντυπωσιάσει τον παραλήπτη με έναν μπορχεσιανού τύπου κατάλογο. Άποψη που ενισχύεται από όσα ακολουθούν για το ξενοδοχειακό μεγαθήριο της πρωτεύουσας των ΗΠΑ, όπου οι περιγραφές θυμίζουν αφήγημα επιστημονικής φαντασίας, καθώς, μάλιστα, "εν ενυπνίω", συνομιλεί μετά του Πόε. Απότομη προσγείωση, με τη θλιβερή είδηση του θανάτου του μικρότερου εξαδέλφου του, Σάκη Καράγιωργα, στις 17 Αυγούστου εκείνου του έτους, συγκάτοικού του στο υπόγειο της Ιωάννου Θεολόγου, στις αρχές του '50,
που φιλοξενούσε και τον Καχτίτση. Και ο Παυλόπουλος συνεχίζει με τα χειρόγραφα περιοδικά, τον "Ρίψασπι" και τον "Λωτό", που του είχε στείλει ο Καχτίτσης, χειμώνα του 1952, α
το Μόντρεαλ. Ή, ίσως και να του τα είχε δώσει πριν την αναχώρησή του, πάντως ήταν "επίτηδες γραμμένα" για τον φίλο του, τον Γιώργη, τα οποία όμως, ατύχησαν στα χέρια "βαθειά νυχτωμένων" φιλολόγων, όπως άλλωστε τόσο συχνά συμβαίνει.

Στο τρίτο γράμμα πρωταγωνιστεί ο Χεντ, Ιντιάνος από τη φυλή των Σόνυ, όπως διευκρινίζει ο Παυλόπουλος. Η πρώτη επαφή τους είχε γίνει με ένα γράμμα του στον Έλληνα ποιητή, που έγραψε "Το Κατώγι". Στην πρώτη τους συνάντηση, στο σπίτι του Ηλιόπουλου, ήπιαν Μπουτάρη και μίλησαν για ποίηση και για τους Ιντιάνους, κυρίαρχους μιας ολόκληρης ηπείρου που τους ξέκαναν. Ο Χεντ και η σύντροφός του είχαν έρθει από το Λούισμπουργκ της Δυτικής Βιρτζίνιας με ένα σαραβαλάκι, όπου ανέμιζε σημαία της Ελληνικής Επανάστασης. Η συνέχεια ήταν μια εκδρομή στο χτήμα του Χεντ. Εδώ, ο Παυλόπουλος προσθέτει ένα ακόμη χτήμα στη σειρά με τα μυθοποιημένα χτήματα. Αν και μακράν της ελληνικής επικράτειας, χαμένο στα Αππαλάχια, συγγενεύει, έστω και μόνο αφηγηματικά, με τα πελοποννήσια του Διονυσίου Κόκκινου και του Παπαδημητρακόπουλου ή και το ρουμελιώτικο του Χάρη Μαυρομάτη (ένας από τους ταλαντούχους εφετεινούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς).

Πλέον μυστηριώδες και επίφοβο προβάλλει το χτήμα του Χεντ, δίπλα σε αδιάβατο δάσος, με ένα "σπίτι αερικό", όπου τα αγρίμια μπαινοβγαίνουν και στο δοκάρι του καθιστικού σταφυλιάζει μια σφηκοφωλιά, σύμβολο ειρήνης στη φυλή του Χεντ. Ο οικοδεσπότης τούς επιδεικνύει αρχαία βέλη από οψιδιανή πέτρα και τους σερβίρει ένα γνήσια ινδιάνικο γεύμα. Ο φιλοξενούμενος ποιητής ανταποδίδει το φίλεμα, διαβάζοντας το ποίημα "Έρωτας", που αρχίζει με τους στίχους: "Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος απόστασα και βγαίνοντας από το δάσος / ένα δέντρο μοναχό στο φως το κόβεις αύριο με τη σειρά του το λησμονάς..." Μετά, οι δυο ποιητές και ο συλλέκτης ψυχίατρος πήγαν δίπλα στο ποτάμι, εκεί που κάποτε άρχιζε το μονοπάτι των ξυλοκόπων. Θα πρέπει να νόμιζαν πως είχαν μπει μέσα στο ποίημα. Τι να απόγινε ο ιντιάνος ποιητής; Κατά τα άλλα, δεν αποκλείεται το βιβλιάριο να σηματοδοτεί την αρχή έκδοσης της επιστολογραφίας του Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλου, έτερου μυστήριου αλληλογράφου.

Ο ΕΡΩΤΑΣ

Πρός Ζόφον

Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος απόστασα και βγαίνοντας από

το δάσος

ένα δέντρο μοναχό στο φως το κόβεις αύριο με τη σειρά του

το λησμονάς

εκεί που έγειρα στη ρίζα του με πήρε ο ύπνος βλέπω πάλι

όνειρο το τσεκούρι μου

γινόταν φίδι τύλιγε το δέντρο απ' τον κορμό του χώθηκε

στα φύλλα

τότε κείνο άνθισε με σκέπαζαν τ' άνθη του ο ίσκιος του δροσιά

γυναίκας που μ' αγκάλιαζε με ξαναγύριζε στην πρώτη μου ζωή

πρόσωπο δεν έβλεπα μόνο το γιασεμί στα σκοτεινά μαλλιά της

βάθαινα

μέσα σε δάκρυα και φιλιά και μπαίνοντας στη νύχτα τώρα

του ονείρου ήταν

καράβι το δέντρο κι άλμπουρο το τσεκούρι κι απάνω του δεμένοι

με το φίδι για σκοινί

εγώ με τη γυναίκα να μας κόβει ο άνεμος γυμνούς καθώς

η πελώρια πλώρη

έστριβε αργά προς το μεγάλο σκοτάδι.



Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Εμμανουήλ Κριαράς "Αλληλογραφία Β΄

Εμμανουήλ Κριαράς
"Αλληλογραφία Β΄
Γράμματα λογοτεχνών
και επιστημόνων
του περασμένου αιώνα
1925-2001"
Εκδόσεις Πολύτυπο
Σεπτέμβριος 2007

Εκ πρώτης όψεως ένα επιστολικό σώμα, που δεν εξελίσσεται ως διάλογος δυο αλληλογράφων, προκαλεί μικρότερο ενδιαφέρον, καθώς οι πολλοί αποστολείς έναντι ενός παραλήπτου συνήθως προμηνύουν συμβατικές επιστολές ευγενείας, ιδιαίτερα όταν ο παραλήπτης τυγχάνει πανεπιστημιακός δάσκαλος. Αυτό, όμως, στην περίπτωση του νέου επιστολικού σώματος, που δημοσιοποιεί ο Εμμανουήλ Κριαράς, συνιστά τη μισή μόνο αλήθεια, καθώς κατορθώνει μέσω και του σχολιασμού να δώσει μια αίσθηση του κόσμου των λογίων, ιδιαίτερα όσων ανήκουν στον πανεπιστημιακό χώρο, σκιαγραφώντας τις αναμεταξύ τους σχέσεις και της αποδοχής που απολαύουν. Ενώ, παράλληλα, προσθέτει ψηφίδες στο μωσαϊκό της δικής του βιογραφίας, καθώς αποκαλύπτονται πτυχές της προσωπικής του ζωής και η απήχηση των βιβλίων του, δεδομένου ότι πολλές είναι οι ευχαριστήριες επιστολές άμα τη παραλαβή ενός τόμου του Λεξικού ή κάποιου μελετήματος, ακόμη και ανάτυπου.
Συνολικά, 458 επιστολές, όπου εννέα αχρονολόγητες, σε ένα διάστημα 75 ετών, με την πρώτη, στις 25 Ιουλίου 1925, και την τελευταία, 6 Μαΐου 2001. Ωστόσο, μόλις 34 ανήκουν στην προπολεμική εικοσιπενταετία, ενώ το κυρίως σώμα ισοκατανέμεται στις δυο μεταπολεμικές εικοσιπενταετίες, την προ και την μετά την Μεταπολίτευση. 1/4σο για τους αποστολείς, φθάνουν τους 108, όλοι αποθανόντες, σε αλφαβητική παράταξη, ενώ, εντός του επιστολικού σώματος του ιδίου αποστολέα, ακολουθείται η χρονολογική τάξη.
Το αρχαίο είδος της επιστολής, που ο τρέχων αιώνας τείνει να καταργήσει, είναι άκρως αποκαλυπτικό του γράφοντα, ακόμη και όταν περιορίζεται στα ελάχιστα και τυπικά. Παράδειγμα, οι 97 αποστολείς, που εμφανίζονται στον τόμο με λιγότερες από δέκα επιστολές, μέχρι τους 38 της μίας και μόνο επιστολής, οι οποίοι, ωστόσο, αφήνουν ένα κάποιο ίχνος της ιδιαιτερότητάς τους. Λ.χ., στη μια επιστολή του βυζαντινολόγου Μανόλη Χατζηδάκη, σταλμένη από την Αθήνα στο Παρίσι, στις 29 Δεκεμβρίου 1946, φανερώνεται το χιουμοριστικό ταμπεραμέντο τού αποστολέα. Ενώ, η επιστολή του Δημήτρη Χατζή, με ημερομηνία, 9.12.1980, δείχνει όλη την αγωνία του για το περιοδικό του, το "Πρίσμα", του οποίου μόλις είχε κυκλοφορήσει το πρώτο τεύχος.
Εντός της Αλληλογραφίας διακρίνονται ως νησίδες τα έντεκα επιστολικά σώματα με περισσότερες από δέκα επιστολές. Πρώτος μεταξύ αυτών, ο φίλος του Κριαρά, από τα νεανικά τους χρόνια, Γιώργος Σπυριδάκης, ανηψιός του Ελευθέριου Βενιζέλου, που δίδαξε για χρόνια νεοελληνική λογοτεχνία στη Σορβόννη και μαζί, η σύζυγός του Μαριάνθη Μαυροειδή, μαθήτρια του Ψυχάρη. Και ακολουθούν ο λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος, ο γλωσσολόγος και καθηγητής στις ΗΠΑ Δημήτρης Γεωργακάς, ο κύπριος μελετητής Κυριάκος Χατζηϊωάννου, ο Άγγελος Τερζάκης, ο μελετητής Μενέλαος Παρλαμάς, ο κλασικός φιλόλογος Κωνσταντίνος Τρυπάνης, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο καθηγητής φιλοσοφίας Γιώργος Μουρέλος και ο βυζαντινολόγος Ιωάννης Καραγιαννόπουλος.
Εκτενείς οι επιστολές του Λουκάτου, με ουσιαστικές παρατηρήσεις, τόσο για τις δικές του μελέτες όσο και του φίλου του Κριαρά. Μια επιστολή, της 27ης Ιανουαρίου 1963, μας φέρνει πίσω στους ιδανικούς αυτόχειρες και τον χαρακτήρα τους. Η αυτοκτονία μιας γυναίκας, που δεν αντέχει το θάνατο του συντρόφου της, δηλώνει άραγε το απόλυτο της αγάπης ή μια σχεδόν νοσηρή εξάρτηση. Η Φανή Σαρεγιάννη πεθαίνει παίρνοντας δόσεις αυτοκτονίας από κάποιο φάρμακο, τη νύχτα ύστερα απ' τα Χριστούγεννα, με τη συμπλήρωση του σαρανταήμερου από το θάνατο του γνωστού καβαφιστή Γιάννη Σαρεγιάννη, που πέθανε σε ηλικία 64 ετών, το 1962. Λαογράφος η Σαρεγιάννη, ίσως και να πίστευε στις δοξασίες, γι' αυτό και αναχώρησε, όταν η ψυχή του συζύγου της τελείωσε το σεργιάνι της στα εγκόσμια. Ενδιάμεσα, φρόντισε τα χειρόγραφά της, τιτλοφορώντας τις έτοιμες προς έκδοση εργασίες της. Μετά θάνατο, βρέθηκε ένα δέμα για τον φίλο της Λουκάτο, που τον επιφόρτιζε να μεριμνήσει για την τύχη τους.
Ακόμη μια επιστολή του αρχαιολόγου Δημήτρη Πάλλα, από την Παλαιά Κόρινθο, θυμίζει τον Συκουτρή. Ο Πάλλας προσκαλεί τον Κριαρά να επισκεφτεί τις ανασκαφές του και για να τον δελεάσει, υπόσχεται να τον ανεβάσει στο Ακροκόρινθο. "Και θα ιδείς θέα: Σχεδόν από τη Ναύπακτο -Βαρδούσια, Παρνασσό, Ελικώνα, Κιθαιρώνα - ως σχεδόν το Σούνιο". Τον Συκουτρή τον μνημονεύουν ευθέως ο μαθητής του Γιώργος Αλισανδράτος και ο ιστορικός Μιχαήλ Λάσκαρις, με αφορμή την κατάσταση στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, εν έτει 1956. "... Αλλά δεν παραπονούμαι^ τουναντίον πρέπει να είμαι ευτυχής ότι με αφήνουν να ζήσω, ενώ ο Συκουτρής ωδηγήθη εις τον τάφον, ο δε Δ. Βερναρδάκης κατέληξε να φυτεύη πατάτες στη Λέσβο..."
Αναμφιβόλως, το νέο επιστολικό σώμα θα πρέπει να διαβαστεί από κοινού και συμπληρωματικά με το προηγούμενο, που αναφέρεται στον πρόλογο πως εκδόθηκε από το Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη ως "Αλληλογραφία Α΄", καθώς, μάλιστα, μοιράζονται ορισμένους αποστολείς επιστολών. Να σημειώσουμε και δυο παραλήψεις στα βιογραφικά των αλληλογράφων. Ο Σπύρος Πλασκοβίτης, εκτός από σύμβουλος Επικρατείας και πολιτικός, ήταν, πρωτίστως, λογοτέχνης. Και ο Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης δεν υπήρξε μόνο δοκιμιογράφος και θεατρικός συγγραφέας αλλά και μυθιστοριογράφος. Εν κατακλείδι, οι επιστολές προς Κριαρά αποτυπώνουν μια ηθική τάξη πραγμάτων προ πολλού απωλεσθείσα. Παλαιότερα, ακόμη και μια χαριστική πράξη ή εκδούλευση μεταξύ συναδέλφων ακολουθούσε ένα τυπικό ευπρέπειας.

Μ. Θ.

Επιστολιμαίος Συκουτρής


"Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο (1922-1924)" Φιλολογική επιμέλεια Φάνης Ι. Κακριδής Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης Ιανουάριος 2008

Ανέκαθεν η δημοσιοποίηση ενός επιστολικού σώματος ήταν παρακινδυνευμένο εγχείρημα, καθώς ναι μεν ρίχνει φως στη ζωή μιας εξέχουσας μορφής, ταυτόχρονα, όμως, θίγει τα λεγόμενα προσωπικά δεδομένα, τα οποία, σήμερα πλέον, προστατεύουμε ως κόρην οφθαλμού. Πόσω μάλλον που στις αρχές του 21ου αιώνα οι συγγραφείς λυμαίνονται τις ιστορικές προσωπικότητες και η μυθιστορηματική ανάπλασή τους τείνει σε μόδα, ανεξάρτητα αν αποκαλύπτει έλλειμμα φαντασίας ή και νωθρότητα. Μόνο από μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο ενός διάσημου προσώπου θα πρέπει να διαβάζεται η αλληλογραφία του, ειδάλλως ρέπει κανείς στη σκανδαλολογία προς θήρα δημοσιότητας.
Προκαταρκτικοί ενδοιασμοί για την έκδοση μιας αλληλογραφίας, δεδομένου ότι ο Ιωάννης Συκουτρής είναι μια φυσιογνωμία, που θα μπορούσε να προκαλέσει το μυθιστοριογραφικό ενδιαφέρον. Και ύστερα, από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, πρόκειται για τα πρώτα δικά του γράμματα που δημοσιοποιούνται. Ο Συκουτρής δεν θα χαρακτηριζόταν απλώς κορυφαίος κλασικός φιλόλογος, αλλά ένας μύθος, με ακτινοβολία πολύ πέραν του επιστημονικού του χώρου. Σε αυτό συνετέλεσε και το τέλος του, ακριβώς όπως συνέβη και στην περίπτωση Καρυωτάκη. Κι αυτός ένας ιδανικός αυτόχειρας, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια από τον Ακροκόρινθο, στις 21 Σεπτεμβρίου 1937, εννέα έτη μετά τον Καρυωτάκη. Και οι δυο στην τέταρτη και ανθηρή δεκαετία του βίου τους^ τριάντα δύο ετών ο ποιητής, τριάντα έξι ο φιλόλογος.
Τελικά, ποιοι χαρακτήρες καταλήγουν στη λύση της αυτοκτονίας; Γιατί, σίγουρα, ορισμένοι χαρακτήρες έχουν μεγαλύτερη ροπή κι όταν προκύψουν οι ευνοϊκές προς απελπισμό περιστάσεις, επιχειρούν το απονενοημένο διάβημα. Οι επιστολές του Συκουτρή σκιαγραφούν έναν παρόμοιο χαρακτήρα. Απόλυτος στις απόψεις του, ακραίος στις θέσεις του, υπερδραστήριος, με την ολέθρια, κάποτε, συνήθεια της "αυτοπαρατηρησίας". Το πιθανότερο, αυτή η ενδελεχής εαυτού εξέταση να γινόταν και κατά τις μακριές ώρες πεζοπορίας. Ως συνήθης διασκέδαση αναφέρεται στα γράμματα η μετάβαση πεζή από Λάρνακα σε Λευκωσία, χιλιόμετρα σαράντα, καίτοι "η επαρχία Λάρνακος και Λευκωσίας είναι τα ασχημότερα μέρη της νήσου".
Παραλήπτης των επιστολών και βουβός συνομιλητής, αφού απουσιάζουν οι απαντητικές επιστολές, η συμφοιτήτρια και φίλη του Συκουτρή, 1/4λγα Κομνηνού, κατόπιν σύζυγος του συμφοιτητή και φίλου του Ιωάννη Κακριδή, του Γιαννάκη των γραμμάτων, αν και συνομήλικός του. Δεκατέσσερεις οι επιστολές στην 1/4λγα, έκτασης από δυο ως τριάντα μια σελίδες, πέντε εντός του 1922, η πρώτη στις 8 Νοεμβρίου, οκτώ του 1923 και μια τελευταία, στις 26.2.1924. 1/4λες από την Λάρνακα, όπου ο Συκουτρής παρέμεινε για δυο χρόνια ως καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας, ισοδύναμο της Ριζαρείου. Στη δέσμη των επιστολών, διασώθηκε και απόσπασμα επιστολής του από τον Πειραιά, λίγο πριν την αναχώρησή του για Κύπρο, προς τον Κακριδή, που παραθέριζε τότε στην Πάρο. Μάλλον θα πρέπει να μελετούσε το γλωσσικό ιδίωμα των Λευκών Πάρου, αφού, τρία χρόνια αργότερα, αυτό αποτέλεσε το θέμα της διατριβής του. Οι επιστολές εκδίδονται λεπτομερειακά σχολιασμένες και παντοιοτρόπως φροντισμένες από το γιο της 1/4λγας, τον Φάνη Κακριδή, ο οποίος και τις ανακάλυψε στα κατάλοιπά της. Στις τόσες διευκρινιστικές παρατηρήσεις του, το μόνο που παραλείπει είναι πληροφορίες για εκείνη^ ποια ήταν η σταδιοδρομία της μετά το 1926 που παντρεύτηκε και ακόμη, τη χρονολογία του θανάτου της.
Σημαντικό στοιχείο των γραμμάτων το ύφος. Παιχνιδιάρικα ειρωνικό έως καυστικό, τρυφερό και συνάμα από καθέδρας, αποκαλυπτικό σκέψης διεισδυτικής συνδυαζόμενης με ευφράδεια ρήτορα. 3/4φος ιδιάζον και χάρις στο γλωσσικό του ένδυμα. Κατά τον επιμελητή, μια ιδιότυπη καθαρεύουσα, όπου παρατηρούνται ασυνέπειες, ορθογραφικές αβλεψίες και δημοτικιστικές αποκλίσεις. Στο φιλολογικό μνημόσυνο του Συκουτρή, το 1938, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξαίρει τον ηρωϊσμό, που ενείχε για εκείνα τα χρόνια η θέση του Συκουτρή στο γλωσσικό. Ούτε ορθόδοξος καθαρευουσιάνος, ούτε δημοτικιστής, μη ενδίδοντας σε καμία από τις δυο παρατάξεις, παρά τα οφέλη που αυτό θα σήμαινε για την σταδιοδρομία του. Αυτή η νόθα γλώσσα, με το πλήθος των "αμάρτυρων" λέξεων της καθαρεύουσας και της δημοτικής, άλλες σχηματιζόμενες σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες και άλλες κατά παράβασή τους, φέρει το στοιχείο του ανοίκειου, που αποβαίνει γοητευτικό.
Ο Συκουτρής, σαν για να τονίσει το ύφος των επιστολών, υπογράφει με το ψευδώνυμό του στη φοιτητική συντροφιά της Αθήνας, Αντιφών, ο περιώνυμος αθηναίος ρήτορας. Ένας άλλος της παρέας, ο Βασίλης Τατάκης, στα "Απομνημονεύματά" του, περιγράφει τις εκδρομικές εξορμήσεις τους, όπου ο καθένας είχε, κατ' επιταγή του Συκουτρή, και ένα αρχαιοελληνικό παρωνύμιο. Δυστυχώς, ούτε ο Τατάκης ούτε ο επιμελητής μνημονεύουν τα ψευδώνυμα της 1/4λγας, του Γιαννάκη και των υπολοίπων, μόνο του Τατάκη, του φιλολόγου Κωνσταντίνου Σπυριδάκη και του Κ. Θ. Δημαρά. Νοησιοκρατικό χαρακτηρίζει ο Συκουτρής τον Δημαρά, με αφορμή τον ορισμό που εκείνος έδινε για την ευτυχία, συγχέοντάς την, κατά τη γνώμη του Συκουτρή, με την ηδονή. Πλείστα όσα φιλοσοφικά ερωτήματα δείχνει να τον απασχολούν, μερικά από αυτά με πρακτικές απολήξεις, όπως τα είδη του έρωτα, ο γάμος και η γυναίκα. Τριάντα χρόνια μετά τον Ροΐδη, και ο Συκουτρής δηλώνει "έμφυτη δυσπιστία για την διανοητικότητα της γυναικός", εξηγώντας στη φίλη του πως στην Κύπρο, "τους άνδρας τους λέγουν ανθρώπους, την έννοιαν δε του άνθρωπος εκφράζουν με το πλάσμα".
Χιώτης στην καταγωγή, γεννημένος στη Σμύρνη ο Συκουτρής, φέρει βαρέως την Καταστροφή του 1922. Τον Ιανουάριο του 1923, γράφει, "Μου έρχεται να ευχηθώ να καταστραφεί όλη η Ελλάς, δια να μη βλέπω Έλληνας με πατρίδα και τους ζηλεύω." Και παρακάτω, "Εδώ μόνος μου, που είμαι, αισθάνομαι τον πόνο βαθύτερα^ σε βεβαιώνω, αν ήξευρα θετικά, ότι και με το χασίς έστω θα κατόρθωνα να πιστεύσω επ' ολίγον τουλάχιστον ότι η Σμύρνη μας υπάρχει, θα έπινα χασίς." Σε αντίθεση, όμως, με τον ομήλικό του, επίσης Σμυρνιό, Σεφέρη, δεν βλέπει στην Κύπρο ένα υποκατάστατο της χαμένης πατρίδας. Με τα μελανότερα χρώματα παρουσιάζει την Κύπρο εκείνης της εποχής, στολίζοντας με αιχμηρές παρατηρήσεις τη φυγοπονία των μαθητών του και εν γένει, την υποτιθέμενη νωθρότητα του κυπριακού λαού. Εργατικοί μεν αλλά χωρίς πρωτοβουλία και ζωή, εύπιστοι και αγαθοί, θαυμάζοντες υπέρμετρα τους ξένους. Ούτε καν η φύση του νησιού δεν τον συγκινεί, πλην μιας τοποθεσίας που βρίσκει μαγευτική ως γνησίως ελλαδική. Ωστόσο, οι κρίσεις του για τις πόλεις, την γερασμένη Λάρνακα και την ωραία Λεμεσό, θα πρέπει να μην απέχουν πολύ από την πραγματικότητα εκείνων των χρόνων. Ο επιμελητής καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να απαλύνει τις εντυπώσεις, παραθέτοντας γνώμες άλλων, όπως, λ.χ., του, πάντοτε κόσμιου στις διατυπώσεις του, Τατάκη.
Διαφορετικό ταμπεραμέντο ο Συκουτρής, κρίνει τους άλλους, με την ίδια αυστηρότητα που επιφυλάσσει για τον εαυτό του. Ωστόσο, παρά τα αισθήματά του για το νησί, εργάζεται μανιωδώς, ζητώντας να ωφελήσει τους μαθητές του και τον τόπο. Πέραν των μαθημάτων του, για τα οποία προετοιμάζεται με ιδιαίτερη φιλοτιμία, ιδρύει και επιμελείται το περιοδικό "Κυπριακά Χρονικά", στο οποίο και δημοσιεύει τις ουκ ολίγες κυπριακές μελέτες του, συγκροτεί το Σύλλογο των Νέων, προβάλλοντας εαυτόν ως παράδειγμα στους ομηλίκους του μαθητές του, και το Φιλολογικό 1/4μιλο Λάρνακος, όπου δίνει σειρά διαλέξεων.
Στην Αθήνα επέστρεψε με την διακαή επιθυμία να σπουδάσει στη Γερμανία, πάση θυσία, ακόμη και νυμφευόμενος πολύφερνη δεσποινίδα. Οι προσδοκίες του ευοδώθηκαν. Ευτύχησε να γνωρίσει τη Γερμανία της δεκαετίας του 1920, όταν οι κλασικές σπουδές σε Λειψία και Βερολίνο βρίσκονταν στην ακμή τους, και μαζί τους άνθησε ο φιλόλογος Συκουτρής. Στη Γερμανία επέστρεψε το καλοκαίρι του 1937, αποζητώντας ηθικά ερείσματα, όταν κατακλυζόταν από την κακοβουλία στο Αθήνησι Πανεπιστήμιο, αλλά ο δάσκαλός του Βιλαμόβιτς είχε πεθάνει όπως και ο Πλάτωνας. Κατά τα άλλα, ο Συκουτρής στα χρόνια της Κύπρου περιγράφεται ως ένα "βραχύσωμον παιδάριον", είκοσι δυο ετών, ξανθωπό και διοπτροφόρο. Ίσως και λίγο στημένο, κατά τη μαρτυρία των φωτογραφιών. Αν, μάλιστα, οι επιστολές έπεφταν στα χέρια ενός μυθιστοριογράφου, ίσως αυτός, με το ασκημένο μάτι του, να ανακάλυπτε έως και ερωτικές ιδιορρυθμίες. Έκφραση, που, στην εποχή του πολιτικώς ορθού, μπορεί και να σημαίνει σχεδόν το οτιδήποτε.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Τυχαία συνάντηση Μανουήλ Πανσέληνου και Μαρίας Παλαιολογίνας


Αγάπη Καρακατσάνη "Μια τυχαία συνάντηση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά που καταλήγει σε περιδιάβαση στον 13ο αιώνα και τον Μανουήλ Πανσέληνο" Εκδόσεις Άγρα Μάρτιος 2008

Μαριάννα Κορομηλά "Η Μαρία των Μογγόλων" Εκδόσεις Πατάκη Φεβρουάριος 2008

Τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί δυο εκδοτικές μόδες. Αυτή των βιβλιαρίων παντός είδους, από νουβελίτσες και αφηγήματα έως κάποιο δημοσίευμα δοκιμιακού χαρακτήρα. Και η άλλη των τουρλού τουρλού αυτοβιογραφικών. Ορισμένα από τα βιβλιάρια έχουν ζουμί, αν και η αγοραστική τους τύχη εξαρτάται μόνο και μόνο από το όνομα του συγγραφέα. Για παράδειγμα, άλλη συγκίνηση προκαλεί στο πανελλήνιο ένας Τζωρτζ Στάϊνερ κι άλλη η Αγάπη Καρακατσάνη, παρόλο που όσα γράφει μας αφορούν πολύ περισσότερο. Λιγότερο ελκυστικά μας φαίνονται τα αυτοβιογραφικά κατασκευάσματα, τα οποία, ωστόσο, τυγχάνουν θερμής υποδοχής. 1/4πως, καλή ώρα, τα βιβλία της σειράς, "Η κουζίνα του συγγραφέα", που εμπνεύστηκε ο Μισέλ Φάϊς. Πάντως, η Μαριάννα Κορομηλά, που αναλαμβάνει την κουζίνα του εβδόμου τόμου, είναι μια δημοφιλής συγγραφέας και πέραν της σειράς, κι ας παραπονείται πως της λείπει το μυθιστορηματικό ταλέντο.
Εκ πρώτης όψεως, τα δυο βιβλία που αποφασίσαμε να συμπαρουσιάσουμε δεν έχουν κοινά σημεία. Μόνο προχωρώντας την ανάγνωση, προβάλλει ο συνδετικός τους κρίκος, τω όντι κάπως αναπάντεχος. Πρόκειται για τον τολμηρό και φιλόδοξο Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο, που τριανταπεντάχρονος, το 1259, στέφθηκε βασιλιάς του κράτους της Νίκαιας, παρακάμπτοντας τον νόμιμο διάδοχο, και δυο χρόνια αργότερα, στις 15 Αυγούστου 1261, εισήλθε θριαμβευτής στην ανακαταληφθείσα Κωνσταντινούπολη. Αυτός ο Παλαιολόγος αποβαίνει το κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση εργασίας της Καρακατσάνη για την εκ νέου χρονολόγηση των τοιχογραφιών του ναού του Πρωτάτου στο Άγιο 1/4ρος δια χειρός Μανουήλ Πανσέληνου. Κι αυτός, ως πατέρας της Μαρίας Κομνηνής Παλαιολογίνας, κατόπιν, κυράς των Μουγουλίων ή και απλούστερα, της Μαρίας των Μογγόλων, έχει πρώτο ρόλο, έστω του κακού, στο αφήγημα της Κορομηλά.
1/4πως φαίνεται, το βιβλίο της Καρακατσάνη προήλθε από μια σειρά τυχαίων συναντήσεων. Του νεότερου ζωγράφου Γιάννη Καστρίτση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά, αυτή όχι και τόσο τυχαία, αφού προοιωνιζόταν από την κοινή τους καταγωγή, που του ενέπνευσε τον πίνακα, "Τυχαία συνάντηση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά". Του Διονυσίου από το χωριό Φουρνά των Αγράφων με "τον κυρ Μανουήλ τον Πανσέληνο", που τον παρακίνησε να στολίσει, εν έτει 1711, με τοιχογραφίες το παρεκκλήσιο του κελλιού του στις Καρυές του Αγίου 1/4ρους και να συγγράψει λίγο αργότερα το εγχειρίδιο "Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης", που εκδόθηκε μόλις το 1909. Της Καρακατσάνη με τις τοιχογραφίες του Πρωτάτου, μετά τα ψηφιδωτά της Μονής Δαφνίου, που την ώθησε να ασχοληθεί με τον Πανσέληνο. Κυρίως, όμως, την τυχαία συνάντησή της με τον πίνακα του Καστρίτση, που μεταμόρφωσε το δοκίμιό της σε ένα ιδιαίτερα επιμελημένο βιβλιάριο.
Η Καρακατσάνη ανατρέχει τους αιώνες, αποτιμώντας τα παλαιολόγεια πρότυπα και την επιχειρούμενη, στις αρχές του 18ου αιώνα, αναβίωσή τους. Για να φτάσει στον Πανσέληνο, συνοψίζει την ιστορία του Βυζαντίου, ανάμεσα στην πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και την ανάκτησή της, εστιάζοντας στον τόπο της καταγωγής του, την συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, για την υπόθεση πως οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου δεν έγιναν γύρω στο 1290 αλλά μέσα στη δεκαετία 1262-1272, επικαλείται τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, μια και αυτός επισκεύασε το Πρωτάτο αμέσως μετά την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας, επιζητώντας να εδραιώσει τις καλές του σχέσεις με το Άγιο 1/4ρος. Και ο ίδιος, το 1282, όταν διαπραγματευόταν με τη Ρώμη την ένωση των Εκκλησιών, προκάλεσε την πυρπόλησή του. Μόνο που σύμφωνα με νεότερες έρευνες, οι καταστροφές από την πυρπόληση ήταν περιορισμένες και διογκώθηκαν από τους αγιορείτες πατέρες προς δυσφήμιση του αυτοκράτορα. Οπότε, οι τοιχογραφίες μπορεί και να έμειναν ανέπαφες, όπως είχαν φιλοτεχνηθεί, το πιθανότερο, κατά την ανακαίνιση, αφού ο ναός είχε πάρει τη μορφή δίρριχτης βασιλικής, καταργώντας τα ανοίγματα της οροφής. Σε αυτό το σημείο, η ιστορικός αποτολμά και μια δεύτερη μάλλον ευφάνταστη υπόθεση πως το Πανσέληνος δεν είναι το επίθετο του ζωγράφου αλλά προσωνύμιο, που του δόθηκε χάρις στις τοιχογραφίες, οι οποίες σαν να φώτισαν το σκοτεινιασμένο εσωτερικό του ναού. Ίσως, η Καρακατσάνη να επηρεάστηκε από τον μεταφορικό λόγο του Διονησίου, που θέλει τον κυρ Μανουήλ τον Πανσέληνο δίκην σελήνης λάμψαντα.
1/4σο για το βιβλίο της Κορομηλά, μας θύμισε κάτι γαστρονομικά πιάτα, όπου το κρέας σερβίρεται γαρνιρισμένο με κομπόστα. Οπότε, σε όσους πρωτόγονους αρέσουν οι αμιγείς γεύσεις, η μόνη λύση που μένει, είναι να δοκιμάσουν να τα ξεδιαλέξουν και να τα γευθούν μεμονωμένα. Κάπως έτσι διαβάσαμε και εμείς την αφήγησή της, χωριστά τη δική της ιστορία, κάτι σαν το κρέας του πιάτου, και χωριστά, τα πάθη της Παλαιολογίνας. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως η συγγραφέας υστερεί στις συρραφές και τα άλματα εις μήκος των αιώνων. Το αντίθετο, ως ιστορικός ανασκευάζει σφάλματα σχετικά με τις χρονικές και τοπικές συντεταγμένες, ενώ, ως φύση παραμυθάς διεκτραγωδεί την τύχη της θυγατέρας του Μιχαήλ Παλαιολόγου, που, δωδεκαετής, επειδή ο πατέρας της ήθελε να συνάψει συμμαχία με τους Μογγόλους, στάλθηκε στην Αυλή τους, στα βάθη της Ασίας, να παντρευτεί τον ηγεμόνα τους Χουλαγκού, αλλά μέχρι να φτάσει, ο νυμφίος πέθανε και αυτή ήρθε σε γάμου κοινωνία μετά του υιού του, Αμπακά. Ένα και το αυτό για τις διπλωματικές κινήσεις του Μιχαήλ, αν και για τη Μαρία, ένας τριαντάχρονος σύζυγος μπορεί να ήταν προτιμότερος, έστω κι αν πρόκειται για χαρέμι. 1/4πως κι αν έχει, ο έγγαμος βίος της κράτησε δεκαεπτά έτη, μέχρι που πέθανε ο Αμπακάς, και η Μαρία, ελεύθερη πλέον, επέστρεψε στα πάτρια εδάφη. Μόνο που κατά διαβολική σύμπτωση, τότε έλαχε να πεθάνει και ο Μιχαήλ, εκπνέοντος του 1282, οπότε το εθιμοτυπικό της Αυλής όριζε ως μόνη λύση γι' αυτήν το μοναστήρι. Ως φαίνεται, γύρω στα τριάντα χρόνια, η Μαρία μόνασε στο μοναστηράκι της Θεοτόκου της Παναγιωτίσσης, με θέα στον Κεράτιο. 1/4μως της έμελλε ένας περιπετειώδης θάνατος, γύρω στο 1307, όταν ο ετεροθαλής αδελφός της και αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ την έστειλε στην πολιορκημένη από τους Οσμανλήδες Νίκαια, μήπως και παρακινηθούν οι Μογγόλοι και προστρέξουν. Για το τέλος της αφήγησής της, αφήνει η Κορομηλά την δραματική αποκάλυψη πως η Μαρία ήταν νόθα κόρη του Μιχαήλ, αναφέροντας και μια δεύτερη νόθα κόρη του, την Ευφροσύνη, που κι αυτήν την έστειλε ο Μιχαήλ πεσκέσι σε έτερο μογγόλο ηγεμόνα. Σε αντίθεση με τους άγγλους, λ.χ., ιστορικούς, όπως ο Ντόναλντ Νίκολ ή ο Τζόναθαν Χάρρις, που δεν φορτίζουν συναισθηματικά τα γεγονότα αλλά μόνο, παρεμπιπτόντως, αναφέρουν πως δυο από τις νόθες κόρες του Μιχαήλ, η Μαρία, το 1265, και η Ευφροσύνη, τρία χρόνια αργότερα, κανονίστηκε να παντρευτούν Μογγόλους. Αν και ο Χάρρις διατείνεται πως η Ευφροσύνη ήταν νόμιμη κόρη του Μιχαήλ.
Εν τέλει, μπορεί η Κορομηλά να παθιάζεται με τη Μαρία των Μογγόλων ή την Ευφροσύνη και ίσως στο μέλλον να γράψει για μια τρίτη ή και τέταρτη Παλαιολογίνα, που είχε την ίδια τύχη, ωστόσο μένει ζητούμενο αν ο βίος τους στάθηκε δυστυχέστερος των κορασίδων, νόμιμων ή νόθων, που έμειναν στην Αυλή της Βασιλεύουσας. Τουλάχιστον η Μαρία γνώρισε την περιπέτεια, την οποία, μια ζωή, τηρουμένων των αναλογιών, φαίνεται να κυνηγά και η συγγραφέας. Κι αν δίνει τόση έκταση στην εξακρίβωση του οδοιπορικού της Μαρίας είναι γιατί ζητά πρόφαση για να διηγηθεί τις δικές της περιπλανήσεις.
Δυστυχώς, άναρχα και πλαγίως, αφηγείται τα καθέκαστα της ζωής της, εκκινώντας πάντοτε από τη Μαρία και ανοίγοντας μεγάλες παρενθέσεις. Χρειάζεται να φτάσεις στην 280η σελίδα για να συναντήσεις τον γενάρχη της οικογένειας Χατζηλάμπρο Κόσκορη, γνωστό με το προσωνύμιο Κορομηλάς, που, στη μάχη του Χαϊδαριού, Μάιο του 1826, τον κάρφωσαν οι Τούρκοι σε σταυρό και έμεινε τρία μερόνυχτα να αργοπεθαίνει. Και στη συνέχεια, τον γιο του Αντρέα, τον περιώνυμο τυπογράφο και εκδότη, και τα εγγόνιά του, τον Δημήτριο και τον Λάμπρο της "Εφημερίδος", του Θεάτρου ο πρώτος, του Μακεδονικού Αγώνα ο δεύτερος. Μένουμε με την εντύπωση πως η συγγραφέας σαν να υποτιμά τους ήρωες της δικής της ζωής. Τους συγγενείς εξ αίματος αλλά και τους μετέπειτα, τους εξ αγχιστείας, τους δασκάλους, μεταξύ άλλων τον Άλκη Αγγέλου, και τους φίλους. Δεν αρκεί η μνημόνευση επί τροχάδην κάποιων μικρών ονομάτων. 3/4στερα, σαν να παραβλέπει τη γοητεία των καταστάσεων που της έτυχε να ζήσει. Συνοπτικές οι αναφορές στο Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι ή στην Πολιτιστική Εταιρεία Πανόραμα και στις εκεί συναντήσεις. Το πιθανότερο, στο μέλλον, αν εξακολουθήσει την έρευνα, να βρει κι άλλες ψηφίδες για τη Μαρία και τις λοιπές αρχόντισσες των βυζαντινών χρόνων. 1/4μως για τα πρόσωπα που η ίδια γνώρισε, τους τόπους που επισκέφτηκε και την πολιτιστική αναγέννηση που έζησε κάποτε, οι νεότεροι περιμένουν από εκείνη να τα μάθουν. Και δη, αναλυτικά, χωρίς παραλήψεις, ειδάλλως θα δυσανασχετούν, όπως η Κορομηλά με τα κενά του Γεωργίου Παχυμέρη. 1/4πως κι αν έχει, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ενέπνευσε, έστω και εμμέσως, δυο καλογραμμένα βιβλία.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 18 Απριλίου 2008

Αγκότα Κρίστοφ "Η αναλφάβητη"

Αγκότα Κρίστοφ
"Η αναλφάβητη"
Μετ.: Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις Άγρα
Φεβρουάριος 2008

Πρόκειται για το πέμπτο βιβλίο της ουγγαρέζας συγγραφέως Άγκοτα Κρίστοφ που εκδόθηκε στα γαλλικά το 2004, λίγο πριν συμπληρώσει την έβδομη δεκαετία του βίου της. Μια αναδρομή, κατανεμημένη συστηματικά σε έντεκα κεφάλαια. Κεφάλαιο πρώτο, πώς άρπαξε την αθεράπευτη αρρώστια του διαβάσματος, σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών, λόγω δασκάλου πατέρα, στενότητας χώρου στο σπίτι και της παρουσίας ενός βρέφους αδιάκοπα άρρωστου. Κεφάλαιο δεύτερο, η αποκάλυψη πως από μικρή είχε μια αχαλίνωτη φαντασία, για την οποία και συνεχώς την τιμωρούσαν. 1/4πως κι αν έχει, η επιθυμία να γράψει της ήρθε, όταν βρέθηκε εσωτερική σε οικοτροφείο μιας άγνωστης πόλης, μακριά από γονείς και αδέλφια. Στο τρίτο κεφάλαιο αρχίζουν τα δύσκολα αλλά και τα ποιήματα, που γεννιούνται μόνα τους μέσα στη νύχτα, την ώρα που έρχεται ο ύπνος και οι λέξεις σαν να την νανουρίζουν. Δεκαετία του 1950, ο πατέρας στη φυλακή, η μητέρα εργάζεται, μένοντας σε ένα δωμάτιο με το μικρότερο αδελφό της. Τα δυο μεγάλα, σε κρατικά οικοτροφεία, σε διαφορετικές πόλεις, σχεδόν έγκλειστα, καθώς υποβάλλονται σε μια στρατιωτική πειθαρχία. Κεφάλαιο τέταρτο, η περιγραφή της φτώχειας, της δικής της, της οικογένειάς της και ολόκληρης της χώρας. Χωρίς δεύτερο ζευγάρι παπούτσια, όλα δανεικά, με τα σχολικά τετράδια και βιβλία στη σάκα μιας φίλης, την οποία, σε ανταπόδοση, κουβαλά. Προς επιβίωση, η μητέρα της γεμίζει σακουλάκια με ποντικοφάρμακο και η ίδια γράφει σκετς, που τα παίζει στα διαλείμματα. Το φόρτε της, η μίμηση των καθηγητών.
Στα δεκατέσσερα, το 1949, μπαίνει στο οικοτροφείο. Το έκτο κεφάλαιο τιτλοφορείται, "Ο θάνατος του Στάλιν", και πηδάει στον Μάρτιο του 1953, όταν πρέπει να γράψει μια έκθεση επί του θέματος και να πενθήσει. Εδώ, ο μίτος της γραμμικής στο χρόνο αφήγησης εγκαταλείπεται. Άλλωστε, έχει προηγηθεί ένα κεφάλαιο για την αναγκαστική πολυγλωσσία. Τη γερμανική, τη ρωσσική και τελικά, τη γαλλική, όλες αυτές τις εχθρικές γλώσσες, που σκότωσαν τη μητρική της. Σε ένα επόμενο κεφάλαιο, θυμάται πώς διέφυγε από την Ουγγαρία, το 1956, ήδη παντρεμένη δυο χρόνια, με ένα βρέφος τεσσάρων μηνών στην αγκαλιά.
Νοέμβριος του 1956, πρώτος σταθμός, μετά τη λαθραία διάβαση των αυστροουγγρικών συνόρων, ένα χωριό και ύστερα, η Βιέννη. Οι περιγραφές της Κρίστοφ, μικροπερίοδες και ακριβείς, αποτυπώνουν την οδύσσεια στο κέντρο προσφύγων, στο τρένο για την Ελβετία και στον καταυλισμό της Λωζάννης, κάτι μεταξύ στρατοπέδου συγκέντρωσης και ζωολογικού κήπου. Τελευταίος σταθμός, ένα σχολείο στη Ζυρίχη, μέσα στο δάσος, προς εκμάθηση της ξένης γλώσσας. Μετά οι πρόσφυγες διανέμονται ανά την Ελβετία και αυτή με την κόρη της βρίσκεται στο Νεσατέλ. Τον σύζυγο δεν τον ξανααναφέρει. Εργάζεται σε ένα εργοστάσιο ρολογιών και ζει σε ένα διαμέρισμα δυο δωματίων. Κι όμως, νοιώθει σαν να βρίσκεται στην έρημο. Μια έρημο κοινωνική και πολιτισμική. Κάποιοι δεν αντέχουν και επιστρέφουν στην πατρίδα, παρά την ποινή φυλάκισης που τους περιμένει. Κάποιοι άλλοι αυτοκτονούν. Η ίδια, κάποια στιγμή, γίνεται συγγραφέας. Πρώτα δημοσιεύει ποιήματα, μετά γράφει θεατρικά που παίζονται από ερασιτέχνες και τέλος, το 1985, ολοκληρώνει το πρώτο της μυθιστόρημα, "Το μεγάλο τετράδιο", που βραβεύτηκε και μεταφράστηκε.
Στην ερώτηση, "πώς γίνεσαι συγγραφέας", απαντά, "γράφοντας με υπομονή και επιμονή, χωρίς ποτέ να σταματάς να πιστεύεις σ' αυτό που γράφεις." Στο τελευταίο κεφάλαιο, επί τροχάδην αναφέρει πως έγραψε κι άλλα βιβλία και πως έκανε κι άλλα παιδιά. Εκείνο, όμως, που τονίζει, μακρηγορώντας, είναι πως κέρδισε το στοίχημα μιας "αναλφάβητης", που, στην περίπτωσή της, σήμαινε να γράφει στα γαλλικά. Γλώσσα, που την μίλησε σχετικά εύκολα αλλά, μόλις στα εικοσιέξι της, έμαθε να την γράφει και να την διαβάζει. Εν κατακλείδι, και η Κρίστοφ, όπως όλοι οι μετανάστες, ανεξάρτητα των συνθηκών που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, διατείνεται πως η ζωή στην πατρίδα της μπορεί να ήταν φτωχότερη και σκληρότερη αλλά, σίγουρα, θα ήταν λιγότερο μοναχική, ίσως και ευτυχισμένη.
Μ. Θ.

Ο Ροΐδης, ο Ξενόπουλος και οι γράφουσες


Ειρήνη Ριζάκη "Οι "γράφουσες" Ελληνίδες Σημειώσεις για τη γυναικεία λογιοσύνη του 19ου αιώνα" Εκδόσεις Κατάρτι Οκτώβριος 2007

Οι γραμματολογίες μετά βίας συγκρατούν επτά γυναίκες στο πάνθεον των λογοτεχνών του 19ου αιώνος, επαυξάνοντας τις μόλις τρεις που απαντώνται στις ιστορίες νεοελληνικής λογοτεχνίας, και αυτές συμψηφίζοντας επιμέρους αναφορές -δύο σε μία, από μία σε δύο άλλες- ενώ, κατά κανόνα, η γυναικεία παρουσία διαγράφεται ολοσχερώς, σε αυτήν την πρώιμη περίοδο. Η μνημονευόμενη επτάδα χωρίζεται σε δυο διακριτές ομάδες. Τρεις σχεδόν ομήλικες, γεννημένες στα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου, που έγραψαν στα χρόνια του Αγώνα^ την πρεσβύτερη, Μητιώ Σακελλαρίου, που υπογράφει την πρώτη επώνυμη μετάφραση κωμωδίας του Γκολντόνι, την λογία Ευανθία Καΐρη και την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, που η "Αυτοβιογραφία" της λογαριάζεται μεταξύ των πρώτων κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Και τέσσερις μεταγενέστερες, γεννημένες στα μέσα του 19ου αιώνα ή και λίγο αργότερα^ την Μαρία Μηχανίδου, που θεωρήθηκε ως η πρώτη μυθιστοριογράφος, την Καλλιρόη Παρρέν, κι αυτή μυθιστοριογράφος αλλά πρωτίστως, εκδότρια της μακρόβιας "Εφημερίδος των Κυριών" και τις δυο συνονόματες διηγηματογράφους, την Αθηναία Αρσινόη Παπαδοπούλου και την Κωνσταντινουπολίτισσα Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, που καταγράφονται στο δυναμικό της τελευταίας εικοσαετίας του 19ου αιώνα.
Αυτήν την περιορισμένη αναφορά έρχεται να ανατρέψει η μελέτη της Ειρήνης Ριζάκη, αναδεικνύοντας ένα μεγάλο αριθμό γυναικείων μορφών, ακόμη κι αν δεχτούμε πως οι περισσότερες παραπαίουν ανάμεσα στο αρσενικού γένους ουσιαστικό συγγραφεύς με τις παιγνιώδεις παραλλαγές του, θήλεια συγγραφεύς, συγγραφίς ή και συγγράφισσα, που εμφανίζονται ως νεολογισμοί ανδρικής εμπνεύσεως, και την μετοχή γράφουσα ή εναλλακτικά, γράψασα, συγγράψασα έως και ποιήσασα, που ζητά να δηλώσει αν όχι μια υποτυπώδη παρουσία, πάντως, σίγουρα, ερασιτεχνική ενασχόληση με τη γραφή. Δανειζόμενη η Ριζάκη, όπως και άλλη μελετήτρια πριν από αυτή, τον τίτλο του βιβλίου της από άρθρο του Ροΐδη, μπορεί να κερδίζει έναν χαρίεντα τίτλο ροΐδειας επινοητικότητας, ταυτόχρονα, όμως, φορτώνεται και την αδιαχώριστη σκωπτική του χροιά, την οποία αδυνατούν να απαλείψουν τα ανωφερή που προσθέτει στη λέξη γράφουσες. Οπότε, μπορεί κάπου να υποσκάπτει το εγχείρημά της, το οποίο σαφώς στοχεύει στην ανάδειξη της γυναικείας λογιοσύνης.
Ας παραμείνουμε, όμως, για λίγο στη φιλολογία γύρω από τον τίτλο, όπως αναπτύσσεται στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο της μελέτης. Το εν λόγω άρθρο του Ροΐδη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ακρόπολη", στις 28 Απριλίου 1896, ωστόσο την αποστροφή, που έτρεφε ο Συριανός, παρά την ευρωπαϊκή του παιδεία, για τη γυναικεία χειραφέτηση, την είχε εκφράσει πολύ νωρίτερα, υποστηρίζοντας πως η συγγραφική ενασχόληση ταιριάζει στις αδικημένες από τη φύση και τις μεγαλοκοπέλες. 1/4σο για τις νεότερες και τυχόν, χαριτωμένες γράφουσες, αυτές τις αποδεχόταν μόνο υπό τον όρο να περιορίζονται σε λεπταίσθητα έργα, συναφή με τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις και τα μητρικά τους καθήκοντα. Για τον Ροΐδη αλλά και για τη μεγαλύτερη μερίδα των διανοουμένων εκείνης της εποχής, προορισμός των γυναικών ήταν να εμπνέουν τους ποιητές, απέχοντας οι ίδιες έργων δημιουργικών. Ως καλές σύντροφοι, έπρεπε να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να τους εξασφαλίσουν τις αναγκαίες συνθήκες, ώστε εκείνοι γαλήνιοι και απερίσπαστοι να αφοσιώνονται στο γράψιμο. Πρότυπο συντρόφου για εκείνα τα χρόνια στάθηκε η σύζυγος του Σουρή, η, και γι' αυτό, τόσο προσφιλής του ποιητή, Μαρή. Ως παράδειγμα για την ενδεικνυόμενη γυναικεία γραφή, ο Ροΐδης προτείνει στο άρθρο του την Αρσινόη Παπαδοπούλου, εξαίροντας τη συλλογή διηγημάτων της, "Αθηναϊκά ανθύλλια", την οποία είχε εκδώσει στα τέλη του 1895. Αυτό το άρθρο στάθηκε το έναυσμα για τη διένεξη του Ροΐδη αρχικά με την Καλλιρόη Παρρέν και την εφημερίδα της, που, στη συνέχεια, εξελίχτηκε σε αντιπαράθεση του Ροΐδη και των ομοϊδεατών του με τις γράφουσες και τους υποστηρικτές τους.
Διαμάχη, που θα ήταν, τρόπον τινά, τιμητική για τις γράφουσες, αφού απασχόλησε τον Τύπο κι ένας Ροΐδης πρωτοστάτησε. Στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο και σε αυτήν την περίπτωση, για αντιπαράθεση δυο ανδρών, του Ροΐδη και του Ξενόπουλου, με αρχικό ερέθισμα, ένα δημοσίευμα του Ζακύνθιου στο "Άστυ", στις 25 Δεκεμβρίου 1895, με τίτλο, "Δυο γυναίκες συγγραφείς". Ο Ξενόπουλος συνέκρινε τα πρόσφατα διηγήματα των δυο Παπαδοπούλου, επαινώντας την πρωτοτυπία των διηγημάτων της νεότερης Αλεξάνδρας, ενώ έβρισκε πως τα διηγήματα της Αρσινόης δεν ήταν παρά φτωχή συνέχεια μιας σχολικής παράδοσης. 1/4πως γράφει στην αυτοβιογραφία του, εν μέρει και μεταμελημένος, όταν αργότερα έτυχε να γνωρίσει την αθηναία διηγηματογράφο, του εξομολογήθηκε πως εκείνη η κρίση του την είχε κάνει να κλάψει από στενοχώρια. Πιθανώς τα δάκρυά της, ίσως, όμως, και κάποια λανθάνοντα αισθήματα αντιπαλότητας να είχαν παρακινήσει το δημοσίευμα του Ροΐδη ως απάντηση, αν και απέφυγε να αναφερθεί στην Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, δικαιολογούμενος αργότερα, όταν τον πολιορκούσαν οι "κυρίες", πως αγνοούσε το βιβλίο της. 1/4πως κι αν έχει, ο χρόνος δικαίωσε την κρίση του Ξενόπουλου. 1/4σο για τη διαμάχη εκείνης της εποχής, κατά πόσο η γραφή έχει φύλο, απομένει ως τελεσίδικη η κρίση του Κωστή Παλαμά, ο οποίος απάντησε επιγραμματικά πως η Τέχνη δεν έχει γένος. Αν και τελικά, ίσως όχι και τόσο τελεσίδικη, καθώς, επί των ημερών μας, επανέρχονται οι φυλετικές κρίσεις και ομαδοποιήσεις.
Συστηματική η Ριζάκη, αναζητά τις γράφουσες στις αναγνώστριες, που άρχισαν να πληθαίνουν από τα μέσα του 19ου αιώνα και ύστερα, παρόλο που ακόμη μέχρι το 1879 το ποσοστό αναλφαβητισμού έφθανε το 93% για τις γυναίκες έναντι 63% για τον άρρενα πληθυσμό. Ωστόσο, ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους, οι γυναίκες είχαν δείξει την προτίμησή τους για τις μυθιστορίες και προς αυτές συνέχιζαν να ρέπουν και κατά τον 19ο αιώνα, καθώς πολλαπλασιάζονταν οι μεταφράσεις, αδιαφορώντας αν πλείστοι όσοι λόγιοι έκρουαν τον κώδωνα για το πόσο ψυχοφθόρες μπορούσαν να αποβούν. Μετά το πρώτο κεφάλαιο, το αφιερωμένο στις αναδυόμενες αναγνώστριες, που δραπέτευαν ή και νάρκωναν τον πόνο τους μετά εξ Εσπερίας ερχόμενα ρομάντσα, στο δεύτερο, η μελετήτρια ξεκινά μια εξαντλητική καταγραφή του γυναικείου περιοδικού Τύπου της εποχής. Κατά κανόνα, πρόκειται για βραχύβια έντυπα, με πολλά από αυτά να γράφονται κατ' αποκλειστικότητα από γυναίκες. Ενώ, παράλληλα εμφανίζονται οι πρώτες μεταφράστριες, ποιήτριες και πεζογράφοι.
Ωστόσο, το ψαχνό της μελέτης βρίσκεται στο τρίτο κεφάλαιο, όπου παρουσιάζονται οι προσπάθειες των Ελληνίδων να πείσουν πως η γραφή μπορεί να συνδυαστεί με τα καθήκοντα του φύλου τους και πως δεν συνιστά κίνδυνο για την οικογενειακή γαλήνη, ενώ, παράλληλα, σκιαγραφούνται οι κατακτήσεις των γραφουσών στην υπόλοιπη Ευρώπη. Με μακριά παραθέματα από δημοσιεύματα της εποχής, η Ριζάκη δείχνει πώς εκείνα τα αβρά και σχεδόν έγκλειστα πλάσματα άρχισαν να σκάνε μύτη, "υπό τον πέπλο της ανωνυμίας και της ψευδωνυμίας". Οι γράφουσες μπορεί να πλήθαιναν, όμως, ουσιαστικά, παρέμειναν άγνωστες. Έναν αιώνα αργότερα, μόνο για τις σημαντικότερες από αυτές διαθέτουμε ικανοποιητικά βιογραφικά στοιχεία. Τέλος, η Ριζάκη, με βάση τις υπάρχουσες βιβλιογραφίες, συντάσσει μια πρώτη βιβλιογραφία γυναικών συγγραφέων, όπου προτίμησε έναν κατάλογο ονομαστικό αντί του χρονολογικού, που πιστεύουμε πως θα έδινε ευκρινέστερη εικόνα. Άλλωστε, όταν ο χρονολογικός κατάλογος συνοδεύεται από ευρετήριο, ο ονομαστικός προκύπτει αυτόματα.
Η μελέτη της Ριζάκη θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια γυναικεία γραμματολογία, που προφανώς δεν θα στόχευε στον φυλετικό διαχωρισμό, αλλά θα έδειχνε μεγαλύτερη φροντίδα για τις θήλειες γραφίδες, ώστε να τους δοθεί στις μελλοντικές γραμματολογίες και ιστορίες νεοελληνικής λογοτεχνίας, η όποια θέση τους αντιστοιχεί.
Μ. Θεοδοσοπούλου