Παρασκευή 30 Μαΐου 2008

Ενυπνιογράφοι και καταγραφείς ονείρων

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ "Τα όνειρα και οι μοίρες" Μετ.: Νίκος Δομαζάκης Εκδόσεις: Χατζηνικολή Απρίλιος 2008

Δημοσθένης Βουτυράς "Τα σύμβολα στα όνειρα" Εισαγωγή: Βάσιας Τσοκόπουλος Εκδόσεις: Φαρφουλάς Δεκέμβριος 2007

Δυο πρόσφατα βιβλία επαναφέρουν το θέμα των ονείρων, αμιγές, χωρίς φροϋδικές συνιστώσες, ή μάλλον ακριβέστερα, των δυο συμπαθών, αν και τελικά διαφορετικών, κατηγοριών συγγραφέων, των ενυπνιογράφων και των καταγραφέων ονείρων. Αναμφιβόλως συμπαθών, αφού κυνηγούν την γοητεία του ονείρου, όπου η διάκριση σε δυο ομάδες είναι απαραίτητη, έστω και ονοματίζοντάς τες κάπως αυθαίρετα, καθόσον υπάρχουν οι λογοτέχνες ενυπνιογράφοι, που εμπνέονται από το μυστήριο ή και τον παραλογισμό του ονείρου και το χρησιμοποιούν ως υλικό μυθοπλασίας και οι καταγραφείς ονείρων, λογοτέχνες και επιστήμονες, που σημειώνουν τις νυχτερινές τους περιπέτειες, με σκοπό να αναλύσουν τα χαρακτηριστικά τους, οι μεν λογοτέχνες προς κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής, αναγκαία για το πλάσιμο ενός ήρωα, οι δε επιστήμονες και λοιποί ενδιαφερόμενοι, για να προτείνουν ερμηνευτικά κλειδιά. Το στοιχείο που, στις δυο περιπτώσεις, διαφοροποιεί τα πεζά είναι η ελλειπτικότητα των λογοτεχνικών ενυπνιακών διηγήσεων έναντι των αναλυτικών καταγραφών των ονείρων. Εν προκειμένω, χαρακτηρίζουμε ενυπνιογράφο τον Δημοσθένη Βουτυρά και καταγραφέα ονείρων, όσο αφορά το συγκεκριμένο και μόνο βιβλίο, την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Δυο λογοτέχνες, από κάθε άποψη διαφορετικοί, σε μια συνάντηση λόγω του θέματος των πρόσφατων βιβλίων τους, που τυγχάνουν και επετειακά.
Πάλι, όμως, επέτειοι και ποιος, τελικά, είναι ο προορισμός τους; Κατά την ταπεινή μας γνώμη, της τιμής και της αντίχαρης για τη χάρη των αναγνωστικών εμπειριών που μας δίνουν τα βιβλία τους. 1/4σο για τις κριτικές αναθεωρήσεις του έργου τους, αυτές καλό είναι να γίνονται εκτός εορταστικών εκδηλώσεων. Στις 27 Μαρτίου συμπληρώθηκε πεντηκονταετία από τον θάνατο του Δημοσθένη Βουτυρά. Επέτειος, που θα αναμενόταν να συγκαταλέγεται στις εορταζόμενες του 2008, τουλάχιστον ως παράπλευρη, όπως τα πενηντάχρονα από το θάνατο του Ξενόπουλου. Αν και μετά την πρόσφατη καραγάτσια αποδόμηση, μακάριοι οι λησμονηθέντες. Στις 17 Δεκεμβρίου του παρελθόντος έτους έκλεισε εικοσαετία από το θάνατο της Γιουρσενάρ, ενώ η ελληνική έκδοση των "Ονείρων..." της γίνεται εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη του 1938. Και βεβαίως, η επέτειος της Γιουρσενάρ τιμήθηκε όχι μόνο στη χώρα της αλλά και στην πάντοτε γαλλόφωνη Αθήνα. Και οι δυο συγγραφείς άφησαν εκτεταμένο έργο, ίσως και γιατί αμφότεροι μακροημέρευσαν, πεθαίνοντας περί τα μέσα της δέκατης δεκαετίας του βίου τους. Στα 78 της η Γιουρσενάρ πρόλαβε να γίνει μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Στην ίδια περίπου ηλικία ήταν ο Βουτυράς, όταν προσπάθησε, εις μάτην, δυο φορές να εκλεγεί στην καθ' ημάς Ακαδημία.
Ακριβώς, για να τιμήσει επετειακά τον Βουτυρά, φτιάχνει το βιβλίο ο Βάσιας Τσοκόπουλος, όπως είχε αρχίσει προ δωδεκαετίας να καταρτίζει τα Άπαντά του, για να στεγάσει τα περισσότερα από πεντακόσια δημοσιευμένα διηγήματά του, τα οποία ποτέ δεν ολοκλήρωσε λόγω ανωτέρας, τουτέστιν εκδοτικής, βίας. Στην εισαγωγή του, θυμίζει πως με τον ύπνο και όχι με τον ξύπνιο αρχίζουν και "Ο Λαγκάς" του 1903, που λογαριάζεται ως το πρώτο εκτενές διήγημα του Βουτυρά και το ημιτελές τελευταίο του, ενώ, στο ενδιάμεσο, πλείστα όσα ανακατώνουν όνειρα στην αφήγηση, όταν δεν στηρίζονται καθ' ολοκληρίαν σε αυτά.
Στο βιβλίο αναδημοσιεύονται πέντε διηγήματα, παρατεταγμένα κατά τη χρονολογική σειρά της πρώτης τους δημοσίευσης, από το 1916 έως το 1937 (αν και στο ένα έχει παραληφθεί η χρονολογία), και ένα παρένθετο από τα πρώτα του 1902, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό του πειραιώτη φίλου και συμβούλου του κατά το συγγραφικό του ξεκίνημα, Γεράσιμου Βώκου. Ακόμη, ανθολόγιο με ενυπνιακά αποσπάσματα από τριάντα τέσσερα διηγήματα, που κατάρτισε ο Διαμαντής Καράβολας. Στα περισσότερα διηγήματα, συμβάντα της ζωής εναλλάσσονται με όνειρα, όπου ο Βουτυράς υιοθετεί την υποκειμενική οπτική, δίνοντας στις ενύπνιες περιπέτειες τη διάσταση του πραγματικού. Μόνο που σε αυτήν την πραγματικότητα χωρούν παράλογες ενέργειες και παραφυσικά φαινόμενα. Εντυπωσιακής ζωντάνιας δυο διηγήματα, που εκκινούν στο μέσον ενός ονείρου και μόνο στην τελευταία παράγραφο ο ενυπνιαστής επανέρχεται σε γνώριμες καταστάσεις, οπότε και συνειδητοποιεί τα ερεθίσματα που έφεραν τις ονειρικές παραισθήσεις. 1/4σο για την σταχυολόγηση αποσπασμάτων ορισμένης θεματικής, που επιχειρεί ο Καράβολας, δίνει μια πρώτη εντύπωση για την έκταση της ενυπνιογραφίας στα διηγήματα, όχι όμως και για την ποιότητά της.
Ο Τσοκόπουλος προτάσσει των διηγημάτων μια διάλεξη του Βουτυρά, με τίτλο, "Τα σύμβολα στα όνειρα", και υπότιτλο, "1/4νειρα Ψυχή", που είχε δημοσιευτεί αυτοτελής σε βιβλιάριο, το 1933, προσθέτοντας την πληροφορία πως η ομιλία είχε γίνει εντός του έτους σε μία κάποια τεκτονική στοά των Αθηνών. Κατά τον επιμελητή, ο Βουτυράς δεν θα πρέπει να ήταν τέκτονας, ο ίδιος όμως αναφέρει πως ο πατέρας του, ο Νικόλαος Βουτυράς, ήταν παλαιός τέκτονας της εποχής του πολιτικού και επίσης τέκτονα Επαμεινώνδα Δεληγιώργη. Η ομιλία του Βουτυρά εκκινεί με το αρχαίο όνειρο πατροκτονίας του Λάϊου, για να τονίσει πως οι ενύπνιες προρρήσεις αποδεικνύονται αλάθητες, ανεξάρτητα αν τα σύμβολα των ονείρων είναι συχνά δυσνόητα. Και συνεχίζει, αφηγούμενος, δίκην παραδείγματος, δικά του όνειρα ή και φίλων του, με σταθερή κατακλείδα την, αργά ή γρήγορα, επαλήθευσή τους. Σε κάποιο σημείο της διάλεξής του, αρχίζει να μιλάει περί ψυχής και περί δημιουργίας του ανθρώπου, εκθέτοντας πώς αντιλαμβάνεται την επικοινωνία με το επέκεινα. Αν, όμως, θεωρητικολογώντας χάνεται σε μεταφυσικούς δαιδάλους, λειτουργώντας ως συγγραφέας, δηλώνει ότι άρχισε από νωρίς να προσέχει τα όνειρά του, διδασκόμενος από αυτά πως να στήνει τις ενυπνιάσεις των ηρώων του.

Παρομοίως, και η Γιουρσενάρ εξομολογείται πως, από μικρή, έδινε μεγάλη προσοχή στα όνειρά της, αν και δεν προσδιορίζει από πότε άρχισε να κρατά σημειώσεις. Πάντως, είχε συγκεκριμένο ρεπερτόριο ονείρων, όπου τα ίδια πρόσωπα επανεμφανίζονταν, σε αναγνωρίσιμους, από προηγούμενα όνειρα, τόπους. Στη διάλεξή του ο Βουτυράς, κάνει μια πρώτη απόπειρα ταξινόμησης των ονείρων. Πλέον συστηματική δείχνει η η Γιουρσενάρ, διαχωρίζει, όμως, κι αυτή τα γνήσια, τρόπον τινά, όνειρα, από εκείνα που προκαλεί η δυσπεψία, όχι μόνο του στομάχου, αλλά και της μνήμης, όταν μπλοκάρεται στις καθημερινές εμμονές. Ο Βουτυράς δεν κρύβει πως αντιλαμβάνεται τα όνειρα σαν προμηνύματα της ψυχής ή και αγγελιοφόρους των νεκρών. Διαφορετικής παιδείας η Γιουρσενάρ, αρκείται να παραλληλίσει την εμπειρία του ενυπνιαστή με αυτήν του ποιητή. 1/4σο για τις θεωρίες περί ονείρων, από τον Αρτεμίδωρο μέχρι τον Φρόϋντ, τις συνοψίζει με τη διαπίστωση πως τα όνειρα συνιστούν σύστημα εικόνων, που μπορεί να μην προβλέπει το μέλλον του ενυπνιαζομένου αλλά αποκαλύπτει το παρόν και το παρελθόν του, τουτέστιν την ψυχοσύνθεσή του.
Ερχόμενοι στην ποιότητα των ονειρικών εικόνων, ο μεν Βουτυράς ουδόλως αναφέρεται στην χρωματική τους γκάμα, σαν να συμφωνεί με τους ψυχολόγους, που διατείνονται πως βλέπουμε ασπρόμαυρα όνειρα, σε αντίθεση με την Γιουρσενάρ, που πιστεύει στα έγχρωμα όνειρα και μάλιστα, υποστηρίζει πως η ένταση των χρωμάτων στις ονειρικές εικόνες είναι δείγμα της ποιότητας ενός ονείρου. 1/4πως φαίνεται, οι δυο συγγραφείς διαφωνούν και ως προς την ηχητική επένδυση των ονείρων. Παρόλο που δεν υπάρχει σχετικό σχόλιο του Βουτυρά, οι αφηγήσεις του ονείρων στηρίζονται στους διαλόγους, που, ίσως, να είναι και υπερβαλλόντως ζωηροί για τους διαμειβόμενους σε ένα ενύπνιο. Ενώ, σύμφωνα με την εμπειρία της Γιουρσενάρ, τα όνειρα είναι βουβά ή μάλλον ακριβέστερα, κατά την ανάκλησή τους τα λόγια που ανταλλάχτηκαν έχουν λησμονηθεί. Βαθιά χαραγμένες μένουν οι εντυπώσεις των ονείρων, συχνά συγχεόμενες με τις αναμνήσεις πραγματικών συμβάντων, καθώς κοινό χαρακτηριστικό ενυπνίου και μνημονικής ανάκλησης είναι ο αποσπασματικός χαρακτήρας τους, σαν σπαράγματα, που προβάλλονται σε εκείνο το ανυπόφορο λευκό της λήθης.
Για την Γιουρσενάρ, το όνειρο αντιπροσωπεύει το ανεξερεύνητο της ψυχής και χρειάζεται ένας Βάσκο ντε Γκάμα ή ένας Κολόμβος για να χαρτογραφήσει αυτές τις σκοτεινές περιοχές. Πίστευε πως ούτε ο Προυστ ούτε οι υπερρεαλιστές, παρά την εντατική τους ενασχόληση, φώτισαν τους ενύπνιους τόπους, μια και η κύρια έγνοιά τους ήταν πως να μεταμορφώσουν τους ονειρικούς συμβολισμούς σε λογοτεχνία. Γι΄ αυτό κι αυτή, προσπαθώντας να συμβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση, αφηγείται τα όνειρά της διεξοδικά, με εξαντλητικές περιγραφές, ιδιαίτερα των τοπίων. Στις διηγήσεις της, ο ενυπνιαστής βρίσκεται συνήθως μόνος, σπανιότερα, με ένα ακόμη άτομο, ενώ το πλήθος, όταν εμφανίζεται, συνιστά απειλή. Αυτή η εντύπωση ενισχύεται, καθώς, στο όνειρο, ο χώρος διαστέλλεται και οι διαφορετικές εποχές συγχέονται. Αναμφιβόλως, τα όνειρά της προβάλλουν σκοτεινότερα από τα ενύπνια του Βουτυρά, παρά την εντύπωση της εκ των υστέρων εκλογίκευσης, που δημιουργεί η αφήγηση.
Η έκδοση του βιβλίου της Γιουρσενάρ, όπως και του Βουτυρά, μπορεί να εκληφθεί ως επετειακή, από την άλλη, προσθέτει έναν ακόμη τόμο στα Άπαντά της, ελληνιστί, καθώς, με αυτό το βιβλίο, οι εκδόσεις Χατζηνικολή συμπληρώνουν μια τριαντακονταετία μεταφράζοντας Γιουρσενάρ, όπου μετρούμε τουλάχιστον δεκαοκτώ βιβλία, συν τον Καβάφη της, τα θεατρικά της και τα "Γράμματα σε φίλους και όχι μόνο". Η αρχή έγινε το φθινόπωρο του 1978, με το μπεστ σέλλερ της Γιουρσενάρ, "Αδριανού απομνημονεύματα", σε μετάφραση της ίδιας της Ιωάννας Χατζηνικολή, την οποία είχε επαινέσει και ο Κ.Θ.Δημαράς. Η Χατζηνικολή συνέχισε, με τη βοήθεια και άλλων, όπως η Κατερίνα Ζαρόκωστα στο "Χαριστική βολή", η Βάσω Ξανθάκη-Σολωμού στο "Με την επιφύλαξη της εξακρίβωσης", η Τερέζα Παναγιώτου στις εκδόσεις των τελευταίων χρόνων και ο Νίκος Δομαζάκης, αρχικά ως βοηθητικός στη "Σμίλη του χρόνου" και κατά αποκλειστικότητα στο πρόσφατο. Ίσως, κάποτε, η Χατζηνικολή να ανιστορήσει αυτήν τη σχέση αφοσίωσης με τους συγγραφείς του οίκου της, υπό την διπλή ιδιότητα, μεταφραστή και εκδότη.
Προφανώς, η Γιουρσενάρ δεν ήταν μόνο καταγραφέας ονείρων, αλλά, από μιας αρχής, και ενυπνιογράφος. Την ίδια χρονιά με τα "1/4νειρα...", το 1938, εξέδωσε και τα "Διηγήματα της Ανατολής", αφιερωμένα στον Ανδρέα Εμπειρίκο, σαν αποχαιρετισμό στα ταξίδιά τους. Μαζί του, στην Κωνσταντινούπολη, είχε αρχίσει τις "Φωτιές". Για να μνημονεύσουμε δυο από τα πρώτα βιβλία της, με ονειρικές σκηνές, όπως και τα "Απομνημονεύματα του Αδριανού" του 1951 και η "Άβυσσος" του 1968, από τα οποία αποσπάσματα τίθενται ως προμετωπίδα στη μεταθανάτια έκδοση των "Ονείρων..." του 1991. Σύμφωνα με δική της σημείωση του 1970, είχε πάντοτε την πρόθεση μιας δεύτερης έκδοσης, επαυξημένης με πιο πρόσφατα όνειρα. Αν, όμως, δεν προλάβαινε, όριζε την προμετωπίδα, ενώ συνεχώς συμπλήρωνε με σημειώσεις έναν φάκελλο προετοιμασίας. Μια επιλογή από αυτές δημοσιεύονται στο βιβλίο ως επίμετρο.
Εν κατακλείδι, στις ημέρες μας, ενυπνιογράφοι αλλά και καταγραφείς ονείρων φθίνουν. Διαβάζοντας, στα βιβλία νεότερων, αφηγήσεις ονείρων, αρχίζει κανείς να ανησυχεί μήπως και σταμάτησαν οι συγγραφείς να βλέπουν όνειρα.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

"Στήμονες οι ηδυπαθείς"

Ευαγγελία Κόσσυβα
"Στήμονες οι ηδυπαθείς"
Εκδόσεις Πλανόδιον
Δεκέμβριος 2007

Συνολικά τριάντα επτά πεζά, δημοσιευμένα κατά την τελευταία δεκαετία στις ημερήσιες εφημερίδες "Θάρρος" της Καλαμάτας και "Ημέρα" των Πατρών, καθώς και στα περιοδικά "Flash" της Κ
και "Πλανόδιον" των Αθηνών, σύμφωνα με την διευκρινιστική περί των πρώτων δημοσιεύσεων σημείωση στο τέλος του βιβλίου. Κατά μια σημερινή αντίληψη περί λογοτεχνικότητας, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν παλαιομοδίτικα, και θεματικά και υφολογικά. Κατ' αρχήν, θεματικά, καθώς ζωντανεύουν τρόπους διαβίωσης και οικογενειακούς δεσμούς αλληλοεξάρτησης παρελθοντικών εποχών, κυρίως, όμως, γιατί εξυμνούν ανθρώπινες αρετές, που έχουν προ πολλού απαξιωθεί, όπως, λ.χ., η αξιοπρέπεια. Επίσης, υφολογικά, δεδομένου ότι συνάδουν με ένα αλλοτινό λογοτεχνικό γούστο, που αρεσκόταν στην πληθώρα των καλολογικών στοιχείων και την αφθονία των σημείων στίξεως. Ωστόσο, αυτός ο, τρόπον τινά, παρωχημένος χαρακτήρας τους κατορθώνει να δημιουργήσει διάθεση νοσταλγίας, έτσι όπως αναδεύονται αισθήματα πικρίας και θλίψης, σπανιότερα και ευδαιμονίας. Μας θύμισε τα βιβλία δυο άλλων συγγραφέων, της Μαρίας Κοτοπούλη και της Μαρίας Πάλλα, όχι ακριβώς ομοιάζοντα, αλλά της ίδιας ευαισθησίας, με μια παραπλήσια μεταφυσική αγωνία.

Εκ πρώτης όψεως, τα πεζά είναι αυτοτελή, ωστόσο υπάρχουν υπόγειες διασυνδέσεις, που δημιουργούν επιμέρους ενότητες. Ανάμεσά τους, η μεγαλύτερη είναι αυτή της αρρώστιας και του θανάτου, έναντι μιας κατά πολύ μικρότερης των ερώτων. Σε παραλλαγές οι ασθένειες, κυρίως οι ανίατες, με έμφαση στην επάρατο νόσο, ενώ οι ιστορίες περιορίζονται σε κοινούς τόπους^ στο ένα τονίζεται η μητρική αφοσίωση, στο δεύτερο η συζυγική αδιαφορία, ενώ, σε δυο άλλα, παρουσιάζεται το σημερινό πρόσωπο της ιατρικής αντίκρυ στην αγωνία ενός στενού συγγενή, όταν για τον γιατρό ο ασθενής δεν είναι παρά μια απρόσωπη περίπτωση. Παρά την πλάγια οπτική που υιοθετεί η αφήγηση, δεν αποφεύγει τη συναισθηματική φόρτιση. Μόνο ένα πεζό, το "Οδός Ιατροπούλου", καταλήγει σε μια πρωτότυπη σύλληψη, δένοντας την απειλή του θανάτου με την ερωτική πρόκληση. Σε παραλλαγές και ο θάνατος. Σε ορισμένα πεζά, κατ' αναδρομή η αφήγηση, αρχίζει με την τελευτή του βίου, σκιαγραφώντας στο ένα τη δύσκολη μοίρα ενός μοναχικού ανθρώπου και σε δύο άλλα, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που αποκτά η ζωή, όταν κάποιος εμφορείται από αφοσίωση προς ένα πρόσωπο.

Περισσότερο φιλόδοξα τα πεζά που κινούνται στο μεταφυσικό πεδίο, όπως αυτά με τον γιο, που, μετά το θάνατο του πατέρα του, συνειδητά ή και ασύνειδα, σαν να επικοινωνεί μαζί του, επαναλαμβάνοντας μιμητικά κάποιες δικές του πράξεις ή και κινήσεις. Σε τρία πεζά, ο σκηνικός χώρος είναι το νεκροταφείο, εκεί όπου οι φροντίδες του ταφικού μνημείου έχουν χαρακτήρα τελετουργικό. Πράξεις που, ως επί το πλείστον, τελούνται μηχανιστικά, όταν δεν επαφίενται σε τρίτους επ' αμοιβή, εκτός κι αν ο πενθών ανήκει στη χορεία των πιστών, οπότε βιώνει μια επικοινωνία με τις ψυχές. Τα κάλαντα στο μνήμα και οι λιχουδιές, μελομακάρονο και κουραμπιές, που τοποθετούνται δίπλα στη φωτογραφία και το καντήλι, μας θύμισαν εκείνο το παραδοσιακό γεύμα στα μνήματα, που, τόσο παραστατικά, περιγράφει ο Κοσμάς Χαρπανίδης, σε ένα από τα πρώτα διηγήματά του.

Ορισμένα από τα υπολειπόμενα πεζά διαφεύγουν προς την παραμυθητική διήγηση, ενώ άλλα παίρνουν σπονδυλωτή μορφή, παρακολουθώντας μια συνειρμική αλληλουχία, που ξεκινά από ερεθίσματα της καθημερινής ζωής. Τα πλέον αδύναμα έχουν διδακτικό χαρακτήρα, με τα πιο εμπνευσμένα να εκφράζουν προσωπικά συναισθήματα, κυρίως ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Ενδιαφέρον στοιχείο ολόκληρης της συλλογής συνιστά η προνομιούχος επαφή με τη φύση, που έχει ως αποτέλεσμα έναν πηγαίο λυρισμό. Επαφή οικεία σε ανθρώπους της υπαίθρου, μεγαλωμένους δίπλα σε ένα δένδρο που φύτευσαν οι ίδιοι ή οι γεννήτορές τους, σχεδόν, όμως, εξωτική για τον κάτοικο του άστεως, για τον οποίο ένα φύλλο αρμπαρόριζας δεν ανακαλεί καμία αίσθηση ούτε καν εικόνα.

Τα καλύτερα της συλλογής διαδραματίζονται σε ένα χτήμα, χωρίς αναφορά γεωγραφικών συντεταγμένων, εκ των συμφραζομένων όμως πελοποννήσιο. Αφηγηματικά το χτήμα, με την πανδαισία χρωμάτων και αρωμάτων, προβάλλει ως θαυμαστός κόσμος. Για τον αθηναίο αναγνώστη, τα ονόματα ορισμένων φυτών μένουν άγνωστες λέξεις. Μόνο οι παπαρούνες, με τους "ηδυπαθείς στήμονες", μπορούν να του ξυπνήσουν κάποιες αναμνήσεις, μαζί με θλίψη, αφού, εδώ και χρόνια, οι ευαίσθητες παπαρούνες έχουν εγκαταλείψει το κλεινόν άστυ. Μόνο σε μέρη απόκεντρα, όπως οι γραμμές του ηλεκτρικού, προβάλλουν και πάλι αντέχουν λίγες μόνο ημέρες.

Ήδη ο τίτλος του βιβλίου, που μόλις μνημονεύσαμε, προϊδεάζει πως στα πεζά υπάρχει ένας ακόμη παράγοντας, η γλώσσα, που, σε ορισμένα γίνεται το κυρίως θέμα, καθώς παίζουν με ρηματικούς τύπους και λόγιες λέξεις, εκκινώντας από εκεί την αφήγηση ενός περιστατικού. Αν και η προφανής ευχέρεια στη χρήση της γλώσσας δεν καταλήγει πάντοτε προς όφελος της γραφής. Τα παρά προσδοκίαν επίθετα ή και οι μεταφορές μπορεί να διασκεδάζουν την αφήγηση, τα στερεότυπα όμως κοσμητικά επίθετα και οι πολυχρησιμοποιημένες μεταφορές την βαραίνουν. Το ίδιο συμβαίνει και με το ποιητικό ύφος, όταν δεν φαλτσάρει προς το ποιητικίζον. Η εύφορη γλώσσα της Κόσσυβα αναδεικνύεται στις περιγραφές, είτε πρόκειται για συναισθηματικές καταστάσεις είτε για τόπους και παραδοσιακές ασχολίες, όπως εκείνη η εκπληκτική στις λεπτομέρειές της ετοιμασία του καλαθιού με τα τρόφιμα και τα λοιπά καλούδια που στέλνει η μάννα από το χωριό στα παιδιά της στην Αθήνα. Ιεροτελεστία χαμένη στα χρόνια της αθωότητας της ελληνικής επαρχίας ή, από μια σύγχρονη οπτική, της υπανάπτυξης.

Μ. Θ.

ατυχής αφιέρωση


"Πόρφυρας" Τεύχος 126 Μάρτιος 2008 Κέρκυρα

Ολόκληρο το τεύχος καλύπτεται από ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στον γνωστό μουσικοσυνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Εκτός αφιερώματος, ως προσθήκη των τελευταίων σελίδων, δημοσιεύεται για πρώτη φορά ένα κείμενο του Θωμά Βελιανίτη, γραμμένο το 1950. Γ
τα βιογραφικά του Βελιανίτη πληροφορεί σημείωση στο τέλος του κειμένου. Γεννήθηκε στους Παξούς, το 1877, κ
πέθανε στην Αθήνα, το 1950. Σ
νομικά και υπηρέτησε στο υπουργείο Εσωτερικών. 1/4ταν απελευθερώθηκε η Πρέβεζα, στις 2 Νοεμβρίου 1912, α
τη θέση του Διοικητικού Επιτρόπου.

Το κείμενο του Βελιανίτη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αφορά σημαντικές προσωπικότητες της αφετηρίας του νεοελληνικού κράτους. Κατ' αρχάς,τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον κορυφαίο Ευρωπαίο διπλωμάτη της εποχής του και μέγα Έλληνα πολιτικό, όπως τον χαρακτηρίζει ο ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος στην προ δεκαετίας εκδοθείσα μονογραφία του. Ακολούθως, τον ποιητή και πρώτο στα καθ' ημάς μυθιστοριογράφο Παναγιώτη Σούτσο. Και τέλος, τον Αλέξανδρο Στούρτζα, φιλόλογο και διπλωμάτη, από τη μεγάλη ελληνική οικογένεια των βογιάρων της Μολδαβίας, που οι ρίζες της φθάνουν ως τον 13ο αιώνα, γιο του Σκαρλάτου Στούρτζα και της Σουλτάνας, το γένος Μουρούζη, πρωτίστως, όμως, αδελφό της Ρωξάνδρας Στούρτζα, του μεγάλου πλατωνικού έρωτα του Κυβερνήτη.

Πιο συγκεκριμένα, το κείμενο αναφέρεται στον πρώτο τόμο, "Ποιήσεις", του Παναγιώτη Σούτσου, που τυπώθηκε στο Ναύπλιο, στην Εθνική Τυπογραφία, το 1831. Π
, στον τρίτο τόμο της "Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού 1770-2000", ο Αλέξ
Πολίτης προσδιορίζει πως τυπώθηκε τον Ιανουάριο του 1831, σ
ταυτόχρονα με τον "Δήμο και Ελένη" του Α.Ρ.Ραγκαβή. Ωστόσο, κρίνοντας εκ των περιοχομένων, η έκδοση έγινε μεν εντός του 1831, α
, ασφαλώς, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, στις 27 Σεπτεμβρίου. Στον τόμο δημοσιεύεται το "ποίημα δραματικόν" "Οδοιπόρος" μαζί με άλλα ποιήματα, τιτλοφορούμενα "Ερωτικά" και "Ελεγεία". Μεταξύ αυτών, το ποίημα "Λείψανο του Ιωάννου Καποδίστρια". Ο Βελιανίτης παραθέτει μακριά αποσπάσματα από τον πρόλογο του Σούτσου, που δείχνουν τα εχθρικά του αισθήματα για τον Καποδίστρια, τον οποίο και θεωρεί τύραννο της πατρίδος. 1/4μως αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά, το ενδιαφέρον της δημοσίευσης βρίσκεται στην άστοχη αφιέρωση του τόμου "Ποιήσεις" στον Αλέξανδρο Στούρτζα.

Απορεί κανείς δεν γνώριζε ο Παναγιώτης Σούτσος τον στενό φιλικό δεσμό του Στούρτζα με τον Κυβερνήτη. Πώς θα ήταν ποτέ δυνατό να πιστεύει ότι με την αφιέρωση θα μπορούσε να προσεταιριστεί τον αδελφό της Ρωξάνδρας Σούρτζα. Ο Βελιανίτης περιορίζεται να αναφέρει πως ο Στούρτζας εργάστηκε στη ρωσική υπηρεσία και ήταν βοηθός του Καποδίστρια. Ακόμη πως αγαπούσε την Ελλάδα και εξέδωσε γαλλιστί το έργο, "Η Ελλάδα στα 1821". 1/4μως ο Στ
αντιπροσώπευε για τον Καποδίστρια πολύ περισσότερα πράγματα.

Πέντε χρόνια μικρότερος της Ρωξάνδρας, γεννηθείς το 1791
Ιάσιο της Μολδαβίας, στάθηκε μέχρι τέλους ο αγαπημένος της αδελφός και ταυτόχρονα, ο έμπιστος του Καποδίστρια. Η οικογένεια Στούρτζα γνώρισε τον Καποδίστρια το 1809, ό
εκείνος έφθασε στην Πετρούπολη, επίσημα προσκεκλημένος από τον Τσάρο, και διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών. Τότε η εικοσιτετράχρονη Ρωξάνδρα ήταν κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας. Οι ρομαντικές ψυχές μπορούν να φανταστούν τον κόμη και τη νεαρά κυρία επί των τιμών να στροβιλίζονται στα σαλόνια των ανακτόρων ή να πίνουν τσάι κουβεντιάζοντας για τα κυοφορούμενα στην Ελλάδα, ίσως τή παρουσία του μόλις δεκαοχτάχρονου εξαδέλφου της Ρωξάνδρας, πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη. Το σίγουρο είναι πως για τρία χρόνια, ο Καποδίστριας ήταν ο καθημερινός επισκέπτης της οικογένειας Στούρτζα. 1/4ταν έφυγε, ο Αλέξανδρος τον ακολούθησε. 1/4πως γράφει η Ελένη Κούκκου, στην εξαίρετη "ιστορική βιογραφία", "Ιωάννης Καποδίστριας - Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη", η ξαφνική αποστολή τού μόλις εικοσάχρονου μαθητευόμενου διπλωμάτη στο Βουκουρέστι και η τοποθέτησή του στο διπλωματικό γραφείο του Καποδίστρια είχε γίνει με πρωτοβουλία του ίδιου του Καποδίστρια, αφού, ως αδελφός της Ρωξάνδρας, αποτελούσε τον αναγκαίο κρίκο για να διατηρηθεί η επαφή με την αγαπημένη του. Και ο Αλέξανδρος παρέμεινε δίπλα στον Καποδίστρια μέχρι τέλους. Δικό του είναι και το "Σχέδιον περί εθνικής ανατροφής και δημοσίου παιδείας εις την Ελλάδα. Ιδέαι προκαταρκτικαί" για την οργάνωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που επιχειρούσε ο Καποδίστριας το 1829. Σ
συνέχεια παραστάθηκε στην αδελφή του, που πέθανε δεκατρία χρόνια αργότερα, στις 16 Ιανουαρίου 1844, η
Κυριακή, χωρίς ποτέ να συνέλθει από το θάνατό του Κυβερνήτη. Δέκα χρόνια αργότερα, πέθανε ο Αλέξανδρος Στούρτζας, το 1854.

Κ
επανερχόμαστε στην αφιέρωση του Παναγιώτη Σούτσου, την οποία αποποιείται αγανακτισμένος ο Στούρτζας, με επιστολή του από την Οδησσό, δημοσιευμένη στον "Αθηναϊκό Καθρέπτη" και χρονολογούμενη, 7 Αυγούστου 1832. Τ
, τα νέα αργούσαν να φθάσουν, πόσω μάλλον τα βιβλία. Ενδεικτικά, η είδηση της δολοφονίας του Καποδίστρια έκανε ένα μήνα για να φθάσει στις ευρωπαϊκές χώρες και κοντά δύο μήνες για να γίνει γνωστή στην Οδησσό, όπου κατοικούσε η Ρωξάνδρα. Στο ενδιάμεσο, αυτή έγραφε ανεπίδοτες επιστολές. 1/4πως θυμίζει ο Στούρτζας στην επιστολή του, αυτός μεσίτευσε στον Καποδίστρια για να διορισθεί ο Σούτσος, αρχικά, πρώτος γραμματέας της Εθνικής Συνέλευσης του Άργους και κατόπιν, στις 8 Φεβρουαρίου 1830, Γ
της Γερουσίας. Κι αν αργότερα ο Κυβερνήτης τον απομάκρυνε -τύποις παραιτήθηκε στις 8 Ιουλίου 1831- α
οφειλόταν στις δόλιες κινήσεις του Σούτσου, που ενδιαμέσως είχε ταχθεί με τους επαναστάτες της 3/4δρας και όπως απεκάλυψε η κατασχεθείσα αλληλογραφία του, τους είχε γνωστοποιήσει απαξάπασες τις ενέργειες και αποφάσεις της Γερουσίας.

Να σημειώσουμε πως όταν γραφόταν το κείμενο του Βελιανίτη, δεν είχε ακόμη ερευνηθεί από την Κούκκου το Αρχείο της οικογένειας Στούρτζα, που απεκάλυψε τις προσωπικότητες της Ρωξάνδρας και του Αλέξανδρου Στούρτζα, καθώς και τις στενές σχέσεις τους με τον Καποδίστρια. Ιστορικός με σημαντικό έργο η Ελένη Κούκκου, το οποίο στηρίχτηκε σε μακρόχρονες αρχειακές έρευνες. Παρ' όλα αυτά, ο προ έτους θάνατός της πέρασε μόνο στις καταχωρήσεις των κηδειών και οι λιγοστές νεκρολογίες δημοσιεύτηκαν πολύ αργότερα.

Αυτά για μια άστοχη αφιέρωση του 1831, σ
βιβλίο που, κατά τους φιλολόγους, οριοθετεί την επίσημο είσοδο του ρομαντισμού στην Ελλάδα. 1/4που γεννιέται το ερώτημα, πόσο εμφορούμενος από τις ιδέες του ρομαντισμού μπορεί να είναι ένας συγγραφέας ή και ποιητής, όταν συνθέτει ένα ποίημα που επιχαίρει για μια δολοφονία.

Μ. Θεοδοσοπούλου

ιντιάνος ποιητής και το κτήμα στα Αππαλάχια Όρη

Γιώργης Παυλόπουλος "Γράμματα από την Αμερική" Πρόλογος-επιμέλεια Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος Εκδόσεις Γαβριηλίδης Μάρτιος 2008

Από τότε που διαβάσαμε τα γράμματα του Νίκου Καχτίτση στον Γιώργη Παυλόπουλο, μας είχε γεννηθεί η απορία τι σόι επιστολογράφος να είναι ο Παυλόπουλος. Γιατί μια αλληλογραφία δεν είναι παρά ένας διάλογος, όπου το ένα σκέλος προκαλεί ή και παρασύρει το άλλο σε εκμυστηρεύσεις. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι προφανές πως ο Παυλόπουλος δεν αναθέρμαινε απλώς τις κοινές αναμνήσεις τους αλλά ερέθιζε τις φαντασιώσεις του Καχτίτση, εισχωρώντας στον φανταστικό του κόσμο ή ίσως ορθότερα, πλάθοντάς τον από κοινού μαζί του. 1/4πως κι αν έχει, ο αφηγηματικός λόγος του Παυλόπουλου παρέμενε ανοιχτός σε υποθέσεις, όπως συμβαίνει πάντοτε με τους ποιητές, εκτός κι αν κρατούν ημερολόγιο ή αλληλογραφούν μετά μανίας, όπως ο Σεφέρης. 1/4μως, παρόλο που ο Παυλόπουλος θαύμαζε τον Σεφέρη και ως ένα βαθμό, επηρεάστηκε από το παράδειγμά του, "Μέρες" δεν φαίνεται να έχει γράψει, αν και με ορισμένους ανθρώπους, που αποφεύγουν την προβολή, ποτέ δεν ξέρεις. Πάντως, το έχουμε πάρει απόφαση, πως επιστολές Παυλόπουλου προς Καχτίτση δεν θα διαβάσουμε. Ακόμη κι αν έχουν διασωθεί, θα πρέπει να βρίσκονται στα χέρια κληρονόμων, όπως και τα γράμματα του Καχτίτση προς Γονατά και λοιπούς παραλήπτες. Και ως γνωστόν, οι κληρονόμοι φυλάσσουν ως κέρβεροι τα κατάλοιπα των αποθανόντων. Κάτι σαν το χρυσό αυγό της ταλαίπωρης κότας που της έλαχε να συγγενέψει μαζί τους.
Στον "Οδυσσέα", εκείνο το περιοδικό, που μια παρέα από παιδιά φανατικά για γράμματα τύπωνε μέσα στην Κατοχή, όσο πρόλαβε πριν μπούνε τα Τάγματα Ασφαλείας στον Πύργο, δημοσιεύτηκαν τα πρώτα ποιήματα του Παυλόπουλου. Συνολικά τέσσερα, που μόνο εν μέρει διασώθηκαν στη συγκεντρωτική έκδοση, με τη σοδειά της τεσσαρακονταπενταετίας, 1943-1997. Από το π
, "Ο νεκρός Γ.Π.", στο τέταρτο τεύχος, Δεκέμβριο 1943, ο ε
στίχος και το δεύτερο μισό, στο ποίημα "Μετάσταση". Σε παραλλαγή το "Ερημόνησο" του διπλού τεύχους, άνοιξη 1944, μ

σημείωση, Φθινόπωρο 1943. Κ
από τα δυο ποιήματα του τελευταίου τεύχους, το πρώτο, "Στροφή θανάτου", κόπηκε, ενώ το δεύτερο, "Αποκαθήλωση" περισώθηκε, κι αυτό με ξεσκαρτάρισμα στίχων αλλά κρατώντας τον τίτλο του.

Στο περιοδικό, όμως, ο Παυλόπουλος δημοσίευσε και ένα διήγημα, "Το πουλάρι", με χρονολογία 1943. Ή
μάλιστα, η δεύτερη συνεργασία του, στο διπλό τεύχος, χειμώνα 1944. Έ
παράξενο ερωτικό παραμύθι, γραμμένο από ένα νέο, που τελικά προτίμησε να γίνει ποιητής. Ίσως, συνέτειναν όσα συνέβησαν τα αμέσως επόμενα χρόνια. Στα ποιήματα επανέρχεται το πουλάρι, άλογο πια, ενώ στα πεζόμορφα, ο αφηγητής μόλις που διακρίνεται. Κι έτσι έμενε ζητούμενο, πόσο παραμυθάς θα ήταν ο Παυλόπουλος, αν έρχονταν αλλιώς τα πράγματα και γινόταν πεζογράφος. Απρόσμενη η απάντηση, μας την προσφέρει έτερος ηλείος αλληλογράφος του, ο Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος, με την έκδοση επιστολών του προς αυτόν. Ένα βιβλιάριο, που ανοίγει με προλογικό σημείωμα, τιτλοφορούμενο "στον αναγνώστη", κατά τη συνήθεια παλαιότερων καιρών, από όπου πληροφορούμεθα πως ο Παυλόπουλος, στον προφορικό του λόγο, είναι ένας συναρπαστικός και ακούραστος αφηγητής, πως διαθέτει την μαγική ικανότητα να καταλύει κάθε έννοια χρόνου και χώρου, προσδίδοντας και στα πιο απτά και απλά συμβάντα διαστάσεις μύθου. Επιπροσθέτως, μάλιστα, πως πρόκειται για έναν συστηματικό και ακαταπόνητο αλληλογράφο, ανεξάρτητα αν, μέχρι σήμερα, από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, δεν έχει εκδοθεί κανένα επιστολικό του ίχνος.

Για του λόγου το ασφαλές, ο Παπαδημητρακόπουλος μας σερβίρει τρεις επιστολές του Παυλόπουλου εξ Αμερικής, σταλμένες προ είκοσι δύο ετών. Ακριβέστερα, φέρουν ημερομηνίες, 14.8.'85, 9.9.'85 και 7.10.'85, ενώ ως τ
γραφής τους, προσδιορίζεται, το Waynesboro, λατι
στο άνοιγμα των επιστολών, με διευκρινιστική σημείωση του επιμελητή πως πρόκειται για μικρή πόλη στη Βιρτζίνια των Ηνωμένων Πολιτειών, ακριβώς νότια της Ουάσινγκτον. 1/4πως φαίνεται, ο Παυλόπουλος, μετά της συζύγου του, με αφορμή μεταπτυχιακές σπουδές του γιου τους στο Πανεπιστήμιο του Μαίρυλαντ, έμεινε κοντά διόμιση μήνες στην Αμερική, όχι δίπλα στο Πανεπιστήμιο, ούτε στην Ουάσινγκτον αλλά στο "ήσυχο" Γουέϊνσμπορο, φιλοξενούμενοι του ψυχιάτρου Ντίνου Ηλιόπουλου. Φίλος τους, αλλά, για τον αναγνώστη, γνωστότερος ως καχτίτσειος ήρωας. Οι επιστολές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κάτι σαν ταξιδιωτικό στις ανατολικές πολιτείες. 1/4σο για τα του ταξιδιού στη Φλόριδα, που έκανε στη συνέχεια ο Παυλόπουλος, θα πρέπει να του τα αφηγήθηκε προφορικά, άμα τη επιστροφή του. Ένα συναρπαστικό, τω όντι, ταξιδιωτικό κι ας πρόκειται για μέρη, που δεν θα τα έλεγες και εξωτικά. 1/4μως, ως γνωστόν, το ταξιδιωτικό δεν το φτιάχνει ο τόπος αλλά η αφήγηση. Και ο Παυλόπουλος, δίνει στα μέρη από όπου περνά ή επισκέπτεται, από "τα πεύκα της Ρέας" μέχρι το κτήμα στα Αππαλάχια όρη, μυθικές διαστάσεις.

Στο πρώτο γράμμα, η ανιστόρηση της αναχώρησης και της άφιξης, όπου ανακατεύονται μνήμες από τον Καχτίτση του '50,
από το Σεσίλ της Κηφισιάς, παραμονεύοντας μια αινιγματική κυρία, με τις πρώτες εντυπώσεις από τον ιντιάνο ποιητή Ρόμπερτ Χεντ. Από μια άποψη, αυτός αποβαίνει ο κεντρικός ήρωας του ταξιδιωτικού ή τουλάχιστον, είναι αυτός που δίνει στις επίπεδες αμερικανικές πολιτείες, την τρίτη τους διάσταση, του χρόνου, τουτέστιν της ινδιάνικης παράδοσης. "Κοιλάδα των άπειρων άστρων" αποκαλείται στα ινδιάνικα η κοιλάδα, όπου βρίσκεται η πόλη του Γουέϊνσμπορο. Και ο Χεντ έχει γράψει ένα ποίημα για 1/4το Τρελό Άλογο, τον μεγάλο στρατηγό των Ιντιάνων1/2, που ξεκινά με το στίχο, "Από τότε που η Αμερική σκότωσε το Τρελό Άλογο / έκανε για πάντα το φάντασμά του αθάνατο".

Στο δεύτερο γράμμα, κατ' αρχήν εντυπώσεις από το σπίτι όπου φιλοξενείται ο Παυλόπουλος. Η οικία ενός συλλέκτη των πλέον ανόμοιων πραγμάτων, τόσο παράταιρων που λες, μήπως και τα επενόησε ο επιστολογράφος, επιζητώντας να εντυπωσιάσει τον παραλήπτη με έναν μπορχεσιανού τύπου κατάλογο. Άποψη που ενισχύεται από όσα ακολουθούν για το ξενοδοχειακό μεγαθήριο της πρωτεύουσας των ΗΠΑ, όπου οι περιγραφές θυμίζουν αφήγημα επιστημονικής φαντασίας, καθώς, μάλιστα, "εν ενυπνίω", συνομιλεί μετά του Πόε. Απότομη προσγείωση, με τη θλιβερή είδηση του θανάτου του μικρότερου εξαδέλφου του, Σάκη Καράγιωργα, στις 17 Αυγούστου εκείνου του έτους, συγκάτοικού του στο υπόγειο της Ιωάννου Θεολόγου, στις αρχές του '50,
που φιλοξενούσε και τον Καχτίτση. Και ο Παυλόπουλος συνεχίζει με τα χειρόγραφα περιοδικά, τον "Ρίψασπι" και τον "Λωτό", που του είχε στείλει ο Καχτίτσης, χειμώνα του 1952, α
το Μόντρεαλ. Ή, ίσως και να του τα είχε δώσει πριν την αναχώρησή του, πάντως ήταν "επίτηδες γραμμένα" για τον φίλο του, τον Γιώργη, τα οποία όμως, ατύχησαν στα χέρια "βαθειά νυχτωμένων" φιλολόγων, όπως άλλωστε τόσο συχνά συμβαίνει.

Στο τρίτο γράμμα πρωταγωνιστεί ο Χεντ, Ιντιάνος από τη φυλή των Σόνυ, όπως διευκρινίζει ο Παυλόπουλος. Η πρώτη επαφή τους είχε γίνει με ένα γράμμα του στον Έλληνα ποιητή, που έγραψε "Το Κατώγι". Στην πρώτη τους συνάντηση, στο σπίτι του Ηλιόπουλου, ήπιαν Μπουτάρη και μίλησαν για ποίηση και για τους Ιντιάνους, κυρίαρχους μιας ολόκληρης ηπείρου που τους ξέκαναν. Ο Χεντ και η σύντροφός του είχαν έρθει από το Λούισμπουργκ της Δυτικής Βιρτζίνιας με ένα σαραβαλάκι, όπου ανέμιζε σημαία της Ελληνικής Επανάστασης. Η συνέχεια ήταν μια εκδρομή στο χτήμα του Χεντ. Εδώ, ο Παυλόπουλος προσθέτει ένα ακόμη χτήμα στη σειρά με τα μυθοποιημένα χτήματα. Αν και μακράν της ελληνικής επικράτειας, χαμένο στα Αππαλάχια, συγγενεύει, έστω και μόνο αφηγηματικά, με τα πελοποννήσια του Διονυσίου Κόκκινου και του Παπαδημητρακόπουλου ή και το ρουμελιώτικο του Χάρη Μαυρομάτη (ένας από τους ταλαντούχους εφετεινούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς).

Πλέον μυστηριώδες και επίφοβο προβάλλει το χτήμα του Χεντ, δίπλα σε αδιάβατο δάσος, με ένα "σπίτι αερικό", όπου τα αγρίμια μπαινοβγαίνουν και στο δοκάρι του καθιστικού σταφυλιάζει μια σφηκοφωλιά, σύμβολο ειρήνης στη φυλή του Χεντ. Ο οικοδεσπότης τούς επιδεικνύει αρχαία βέλη από οψιδιανή πέτρα και τους σερβίρει ένα γνήσια ινδιάνικο γεύμα. Ο φιλοξενούμενος ποιητής ανταποδίδει το φίλεμα, διαβάζοντας το ποίημα "Έρωτας", που αρχίζει με τους στίχους: "Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος απόστασα και βγαίνοντας από το δάσος / ένα δέντρο μοναχό στο φως το κόβεις αύριο με τη σειρά του το λησμονάς..." Μετά, οι δυο ποιητές και ο συλλέκτης ψυχίατρος πήγαν δίπλα στο ποτάμι, εκεί που κάποτε άρχιζε το μονοπάτι των ξυλοκόπων. Θα πρέπει να νόμιζαν πως είχαν μπει μέσα στο ποίημα. Τι να απόγινε ο ιντιάνος ποιητής; Κατά τα άλλα, δεν αποκλείεται το βιβλιάριο να σηματοδοτεί την αρχή έκδοσης της επιστολογραφίας του Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλου, έτερου μυστήριου αλληλογράφου.

Ο ΕΡΩΤΑΣ

Πρός Ζόφον

Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος απόστασα και βγαίνοντας από

το δάσος

ένα δέντρο μοναχό στο φως το κόβεις αύριο με τη σειρά του

το λησμονάς

εκεί που έγειρα στη ρίζα του με πήρε ο ύπνος βλέπω πάλι

όνειρο το τσεκούρι μου

γινόταν φίδι τύλιγε το δέντρο απ' τον κορμό του χώθηκε

στα φύλλα

τότε κείνο άνθισε με σκέπαζαν τ' άνθη του ο ίσκιος του δροσιά

γυναίκας που μ' αγκάλιαζε με ξαναγύριζε στην πρώτη μου ζωή

πρόσωπο δεν έβλεπα μόνο το γιασεμί στα σκοτεινά μαλλιά της

βάθαινα

μέσα σε δάκρυα και φιλιά και μπαίνοντας στη νύχτα τώρα

του ονείρου ήταν

καράβι το δέντρο κι άλμπουρο το τσεκούρι κι απάνω του δεμένοι

με το φίδι για σκοινί

εγώ με τη γυναίκα να μας κόβει ο άνεμος γυμνούς καθώς

η πελώρια πλώρη

έστριβε αργά προς το μεγάλο σκοτάδι.



Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Εμμανουήλ Κριαράς "Αλληλογραφία Β΄

Εμμανουήλ Κριαράς
"Αλληλογραφία Β΄
Γράμματα λογοτεχνών
και επιστημόνων
του περασμένου αιώνα
1925-2001"
Εκδόσεις Πολύτυπο
Σεπτέμβριος 2007

Εκ πρώτης όψεως ένα επιστολικό σώμα, που δεν εξελίσσεται ως διάλογος δυο αλληλογράφων, προκαλεί μικρότερο ενδιαφέρον, καθώς οι πολλοί αποστολείς έναντι ενός παραλήπτου συνήθως προμηνύουν συμβατικές επιστολές ευγενείας, ιδιαίτερα όταν ο παραλήπτης τυγχάνει πανεπιστημιακός δάσκαλος. Αυτό, όμως, στην περίπτωση του νέου επιστολικού σώματος, που δημοσιοποιεί ο Εμμανουήλ Κριαράς, συνιστά τη μισή μόνο αλήθεια, καθώς κατορθώνει μέσω και του σχολιασμού να δώσει μια αίσθηση του κόσμου των λογίων, ιδιαίτερα όσων ανήκουν στον πανεπιστημιακό χώρο, σκιαγραφώντας τις αναμεταξύ τους σχέσεις και της αποδοχής που απολαύουν. Ενώ, παράλληλα, προσθέτει ψηφίδες στο μωσαϊκό της δικής του βιογραφίας, καθώς αποκαλύπτονται πτυχές της προσωπικής του ζωής και η απήχηση των βιβλίων του, δεδομένου ότι πολλές είναι οι ευχαριστήριες επιστολές άμα τη παραλαβή ενός τόμου του Λεξικού ή κάποιου μελετήματος, ακόμη και ανάτυπου.
Συνολικά, 458 επιστολές, όπου εννέα αχρονολόγητες, σε ένα διάστημα 75 ετών, με την πρώτη, στις 25 Ιουλίου 1925, και την τελευταία, 6 Μαΐου 2001. Ωστόσο, μόλις 34 ανήκουν στην προπολεμική εικοσιπενταετία, ενώ το κυρίως σώμα ισοκατανέμεται στις δυο μεταπολεμικές εικοσιπενταετίες, την προ και την μετά την Μεταπολίτευση. 1/4σο για τους αποστολείς, φθάνουν τους 108, όλοι αποθανόντες, σε αλφαβητική παράταξη, ενώ, εντός του επιστολικού σώματος του ιδίου αποστολέα, ακολουθείται η χρονολογική τάξη.
Το αρχαίο είδος της επιστολής, που ο τρέχων αιώνας τείνει να καταργήσει, είναι άκρως αποκαλυπτικό του γράφοντα, ακόμη και όταν περιορίζεται στα ελάχιστα και τυπικά. Παράδειγμα, οι 97 αποστολείς, που εμφανίζονται στον τόμο με λιγότερες από δέκα επιστολές, μέχρι τους 38 της μίας και μόνο επιστολής, οι οποίοι, ωστόσο, αφήνουν ένα κάποιο ίχνος της ιδιαιτερότητάς τους. Λ.χ., στη μια επιστολή του βυζαντινολόγου Μανόλη Χατζηδάκη, σταλμένη από την Αθήνα στο Παρίσι, στις 29 Δεκεμβρίου 1946, φανερώνεται το χιουμοριστικό ταμπεραμέντο τού αποστολέα. Ενώ, η επιστολή του Δημήτρη Χατζή, με ημερομηνία, 9.12.1980, δείχνει όλη την αγωνία του για το περιοδικό του, το "Πρίσμα", του οποίου μόλις είχε κυκλοφορήσει το πρώτο τεύχος.
Εντός της Αλληλογραφίας διακρίνονται ως νησίδες τα έντεκα επιστολικά σώματα με περισσότερες από δέκα επιστολές. Πρώτος μεταξύ αυτών, ο φίλος του Κριαρά, από τα νεανικά τους χρόνια, Γιώργος Σπυριδάκης, ανηψιός του Ελευθέριου Βενιζέλου, που δίδαξε για χρόνια νεοελληνική λογοτεχνία στη Σορβόννη και μαζί, η σύζυγός του Μαριάνθη Μαυροειδή, μαθήτρια του Ψυχάρη. Και ακολουθούν ο λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος, ο γλωσσολόγος και καθηγητής στις ΗΠΑ Δημήτρης Γεωργακάς, ο κύπριος μελετητής Κυριάκος Χατζηϊωάννου, ο Άγγελος Τερζάκης, ο μελετητής Μενέλαος Παρλαμάς, ο κλασικός φιλόλογος Κωνσταντίνος Τρυπάνης, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο καθηγητής φιλοσοφίας Γιώργος Μουρέλος και ο βυζαντινολόγος Ιωάννης Καραγιαννόπουλος.
Εκτενείς οι επιστολές του Λουκάτου, με ουσιαστικές παρατηρήσεις, τόσο για τις δικές του μελέτες όσο και του φίλου του Κριαρά. Μια επιστολή, της 27ης Ιανουαρίου 1963, μας φέρνει πίσω στους ιδανικούς αυτόχειρες και τον χαρακτήρα τους. Η αυτοκτονία μιας γυναίκας, που δεν αντέχει το θάνατο του συντρόφου της, δηλώνει άραγε το απόλυτο της αγάπης ή μια σχεδόν νοσηρή εξάρτηση. Η Φανή Σαρεγιάννη πεθαίνει παίρνοντας δόσεις αυτοκτονίας από κάποιο φάρμακο, τη νύχτα ύστερα απ' τα Χριστούγεννα, με τη συμπλήρωση του σαρανταήμερου από το θάνατο του γνωστού καβαφιστή Γιάννη Σαρεγιάννη, που πέθανε σε ηλικία 64 ετών, το 1962. Λαογράφος η Σαρεγιάννη, ίσως και να πίστευε στις δοξασίες, γι' αυτό και αναχώρησε, όταν η ψυχή του συζύγου της τελείωσε το σεργιάνι της στα εγκόσμια. Ενδιάμεσα, φρόντισε τα χειρόγραφά της, τιτλοφορώντας τις έτοιμες προς έκδοση εργασίες της. Μετά θάνατο, βρέθηκε ένα δέμα για τον φίλο της Λουκάτο, που τον επιφόρτιζε να μεριμνήσει για την τύχη τους.
Ακόμη μια επιστολή του αρχαιολόγου Δημήτρη Πάλλα, από την Παλαιά Κόρινθο, θυμίζει τον Συκουτρή. Ο Πάλλας προσκαλεί τον Κριαρά να επισκεφτεί τις ανασκαφές του και για να τον δελεάσει, υπόσχεται να τον ανεβάσει στο Ακροκόρινθο. "Και θα ιδείς θέα: Σχεδόν από τη Ναύπακτο -Βαρδούσια, Παρνασσό, Ελικώνα, Κιθαιρώνα - ως σχεδόν το Σούνιο". Τον Συκουτρή τον μνημονεύουν ευθέως ο μαθητής του Γιώργος Αλισανδράτος και ο ιστορικός Μιχαήλ Λάσκαρις, με αφορμή την κατάσταση στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, εν έτει 1956. "... Αλλά δεν παραπονούμαι^ τουναντίον πρέπει να είμαι ευτυχής ότι με αφήνουν να ζήσω, ενώ ο Συκουτρής ωδηγήθη εις τον τάφον, ο δε Δ. Βερναρδάκης κατέληξε να φυτεύη πατάτες στη Λέσβο..."
Αναμφιβόλως, το νέο επιστολικό σώμα θα πρέπει να διαβαστεί από κοινού και συμπληρωματικά με το προηγούμενο, που αναφέρεται στον πρόλογο πως εκδόθηκε από το Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη ως "Αλληλογραφία Α΄", καθώς, μάλιστα, μοιράζονται ορισμένους αποστολείς επιστολών. Να σημειώσουμε και δυο παραλήψεις στα βιογραφικά των αλληλογράφων. Ο Σπύρος Πλασκοβίτης, εκτός από σύμβουλος Επικρατείας και πολιτικός, ήταν, πρωτίστως, λογοτέχνης. Και ο Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης δεν υπήρξε μόνο δοκιμιογράφος και θεατρικός συγγραφέας αλλά και μυθιστοριογράφος. Εν κατακλείδι, οι επιστολές προς Κριαρά αποτυπώνουν μια ηθική τάξη πραγμάτων προ πολλού απωλεσθείσα. Παλαιότερα, ακόμη και μια χαριστική πράξη ή εκδούλευση μεταξύ συναδέλφων ακολουθούσε ένα τυπικό ευπρέπειας.

Μ. Θ.

Επιστολιμαίος Συκουτρής


"Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο (1922-1924)" Φιλολογική επιμέλεια Φάνης Ι. Κακριδής Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης Ιανουάριος 2008

Ανέκαθεν η δημοσιοποίηση ενός επιστολικού σώματος ήταν παρακινδυνευμένο εγχείρημα, καθώς ναι μεν ρίχνει φως στη ζωή μιας εξέχουσας μορφής, ταυτόχρονα, όμως, θίγει τα λεγόμενα προσωπικά δεδομένα, τα οποία, σήμερα πλέον, προστατεύουμε ως κόρην οφθαλμού. Πόσω μάλλον που στις αρχές του 21ου αιώνα οι συγγραφείς λυμαίνονται τις ιστορικές προσωπικότητες και η μυθιστορηματική ανάπλασή τους τείνει σε μόδα, ανεξάρτητα αν αποκαλύπτει έλλειμμα φαντασίας ή και νωθρότητα. Μόνο από μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο ενός διάσημου προσώπου θα πρέπει να διαβάζεται η αλληλογραφία του, ειδάλλως ρέπει κανείς στη σκανδαλολογία προς θήρα δημοσιότητας.
Προκαταρκτικοί ενδοιασμοί για την έκδοση μιας αλληλογραφίας, δεδομένου ότι ο Ιωάννης Συκουτρής είναι μια φυσιογνωμία, που θα μπορούσε να προκαλέσει το μυθιστοριογραφικό ενδιαφέρον. Και ύστερα, από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, πρόκειται για τα πρώτα δικά του γράμματα που δημοσιοποιούνται. Ο Συκουτρής δεν θα χαρακτηριζόταν απλώς κορυφαίος κλασικός φιλόλογος, αλλά ένας μύθος, με ακτινοβολία πολύ πέραν του επιστημονικού του χώρου. Σε αυτό συνετέλεσε και το τέλος του, ακριβώς όπως συνέβη και στην περίπτωση Καρυωτάκη. Κι αυτός ένας ιδανικός αυτόχειρας, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια από τον Ακροκόρινθο, στις 21 Σεπτεμβρίου 1937, εννέα έτη μετά τον Καρυωτάκη. Και οι δυο στην τέταρτη και ανθηρή δεκαετία του βίου τους^ τριάντα δύο ετών ο ποιητής, τριάντα έξι ο φιλόλογος.
Τελικά, ποιοι χαρακτήρες καταλήγουν στη λύση της αυτοκτονίας; Γιατί, σίγουρα, ορισμένοι χαρακτήρες έχουν μεγαλύτερη ροπή κι όταν προκύψουν οι ευνοϊκές προς απελπισμό περιστάσεις, επιχειρούν το απονενοημένο διάβημα. Οι επιστολές του Συκουτρή σκιαγραφούν έναν παρόμοιο χαρακτήρα. Απόλυτος στις απόψεις του, ακραίος στις θέσεις του, υπερδραστήριος, με την ολέθρια, κάποτε, συνήθεια της "αυτοπαρατηρησίας". Το πιθανότερο, αυτή η ενδελεχής εαυτού εξέταση να γινόταν και κατά τις μακριές ώρες πεζοπορίας. Ως συνήθης διασκέδαση αναφέρεται στα γράμματα η μετάβαση πεζή από Λάρνακα σε Λευκωσία, χιλιόμετρα σαράντα, καίτοι "η επαρχία Λάρνακος και Λευκωσίας είναι τα ασχημότερα μέρη της νήσου".
Παραλήπτης των επιστολών και βουβός συνομιλητής, αφού απουσιάζουν οι απαντητικές επιστολές, η συμφοιτήτρια και φίλη του Συκουτρή, 1/4λγα Κομνηνού, κατόπιν σύζυγος του συμφοιτητή και φίλου του Ιωάννη Κακριδή, του Γιαννάκη των γραμμάτων, αν και συνομήλικός του. Δεκατέσσερεις οι επιστολές στην 1/4λγα, έκτασης από δυο ως τριάντα μια σελίδες, πέντε εντός του 1922, η πρώτη στις 8 Νοεμβρίου, οκτώ του 1923 και μια τελευταία, στις 26.2.1924. 1/4λες από την Λάρνακα, όπου ο Συκουτρής παρέμεινε για δυο χρόνια ως καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας, ισοδύναμο της Ριζαρείου. Στη δέσμη των επιστολών, διασώθηκε και απόσπασμα επιστολής του από τον Πειραιά, λίγο πριν την αναχώρησή του για Κύπρο, προς τον Κακριδή, που παραθέριζε τότε στην Πάρο. Μάλλον θα πρέπει να μελετούσε το γλωσσικό ιδίωμα των Λευκών Πάρου, αφού, τρία χρόνια αργότερα, αυτό αποτέλεσε το θέμα της διατριβής του. Οι επιστολές εκδίδονται λεπτομερειακά σχολιασμένες και παντοιοτρόπως φροντισμένες από το γιο της 1/4λγας, τον Φάνη Κακριδή, ο οποίος και τις ανακάλυψε στα κατάλοιπά της. Στις τόσες διευκρινιστικές παρατηρήσεις του, το μόνο που παραλείπει είναι πληροφορίες για εκείνη^ ποια ήταν η σταδιοδρομία της μετά το 1926 που παντρεύτηκε και ακόμη, τη χρονολογία του θανάτου της.
Σημαντικό στοιχείο των γραμμάτων το ύφος. Παιχνιδιάρικα ειρωνικό έως καυστικό, τρυφερό και συνάμα από καθέδρας, αποκαλυπτικό σκέψης διεισδυτικής συνδυαζόμενης με ευφράδεια ρήτορα. 3/4φος ιδιάζον και χάρις στο γλωσσικό του ένδυμα. Κατά τον επιμελητή, μια ιδιότυπη καθαρεύουσα, όπου παρατηρούνται ασυνέπειες, ορθογραφικές αβλεψίες και δημοτικιστικές αποκλίσεις. Στο φιλολογικό μνημόσυνο του Συκουτρή, το 1938, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξαίρει τον ηρωϊσμό, που ενείχε για εκείνα τα χρόνια η θέση του Συκουτρή στο γλωσσικό. Ούτε ορθόδοξος καθαρευουσιάνος, ούτε δημοτικιστής, μη ενδίδοντας σε καμία από τις δυο παρατάξεις, παρά τα οφέλη που αυτό θα σήμαινε για την σταδιοδρομία του. Αυτή η νόθα γλώσσα, με το πλήθος των "αμάρτυρων" λέξεων της καθαρεύουσας και της δημοτικής, άλλες σχηματιζόμενες σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες και άλλες κατά παράβασή τους, φέρει το στοιχείο του ανοίκειου, που αποβαίνει γοητευτικό.
Ο Συκουτρής, σαν για να τονίσει το ύφος των επιστολών, υπογράφει με το ψευδώνυμό του στη φοιτητική συντροφιά της Αθήνας, Αντιφών, ο περιώνυμος αθηναίος ρήτορας. Ένας άλλος της παρέας, ο Βασίλης Τατάκης, στα "Απομνημονεύματά" του, περιγράφει τις εκδρομικές εξορμήσεις τους, όπου ο καθένας είχε, κατ' επιταγή του Συκουτρή, και ένα αρχαιοελληνικό παρωνύμιο. Δυστυχώς, ούτε ο Τατάκης ούτε ο επιμελητής μνημονεύουν τα ψευδώνυμα της 1/4λγας, του Γιαννάκη και των υπολοίπων, μόνο του Τατάκη, του φιλολόγου Κωνσταντίνου Σπυριδάκη και του Κ. Θ. Δημαρά. Νοησιοκρατικό χαρακτηρίζει ο Συκουτρής τον Δημαρά, με αφορμή τον ορισμό που εκείνος έδινε για την ευτυχία, συγχέοντάς την, κατά τη γνώμη του Συκουτρή, με την ηδονή. Πλείστα όσα φιλοσοφικά ερωτήματα δείχνει να τον απασχολούν, μερικά από αυτά με πρακτικές απολήξεις, όπως τα είδη του έρωτα, ο γάμος και η γυναίκα. Τριάντα χρόνια μετά τον Ροΐδη, και ο Συκουτρής δηλώνει "έμφυτη δυσπιστία για την διανοητικότητα της γυναικός", εξηγώντας στη φίλη του πως στην Κύπρο, "τους άνδρας τους λέγουν ανθρώπους, την έννοιαν δε του άνθρωπος εκφράζουν με το πλάσμα".
Χιώτης στην καταγωγή, γεννημένος στη Σμύρνη ο Συκουτρής, φέρει βαρέως την Καταστροφή του 1922. Τον Ιανουάριο του 1923, γράφει, "Μου έρχεται να ευχηθώ να καταστραφεί όλη η Ελλάς, δια να μη βλέπω Έλληνας με πατρίδα και τους ζηλεύω." Και παρακάτω, "Εδώ μόνος μου, που είμαι, αισθάνομαι τον πόνο βαθύτερα^ σε βεβαιώνω, αν ήξευρα θετικά, ότι και με το χασίς έστω θα κατόρθωνα να πιστεύσω επ' ολίγον τουλάχιστον ότι η Σμύρνη μας υπάρχει, θα έπινα χασίς." Σε αντίθεση, όμως, με τον ομήλικό του, επίσης Σμυρνιό, Σεφέρη, δεν βλέπει στην Κύπρο ένα υποκατάστατο της χαμένης πατρίδας. Με τα μελανότερα χρώματα παρουσιάζει την Κύπρο εκείνης της εποχής, στολίζοντας με αιχμηρές παρατηρήσεις τη φυγοπονία των μαθητών του και εν γένει, την υποτιθέμενη νωθρότητα του κυπριακού λαού. Εργατικοί μεν αλλά χωρίς πρωτοβουλία και ζωή, εύπιστοι και αγαθοί, θαυμάζοντες υπέρμετρα τους ξένους. Ούτε καν η φύση του νησιού δεν τον συγκινεί, πλην μιας τοποθεσίας που βρίσκει μαγευτική ως γνησίως ελλαδική. Ωστόσο, οι κρίσεις του για τις πόλεις, την γερασμένη Λάρνακα και την ωραία Λεμεσό, θα πρέπει να μην απέχουν πολύ από την πραγματικότητα εκείνων των χρόνων. Ο επιμελητής καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να απαλύνει τις εντυπώσεις, παραθέτοντας γνώμες άλλων, όπως, λ.χ., του, πάντοτε κόσμιου στις διατυπώσεις του, Τατάκη.
Διαφορετικό ταμπεραμέντο ο Συκουτρής, κρίνει τους άλλους, με την ίδια αυστηρότητα που επιφυλάσσει για τον εαυτό του. Ωστόσο, παρά τα αισθήματά του για το νησί, εργάζεται μανιωδώς, ζητώντας να ωφελήσει τους μαθητές του και τον τόπο. Πέραν των μαθημάτων του, για τα οποία προετοιμάζεται με ιδιαίτερη φιλοτιμία, ιδρύει και επιμελείται το περιοδικό "Κυπριακά Χρονικά", στο οποίο και δημοσιεύει τις ουκ ολίγες κυπριακές μελέτες του, συγκροτεί το Σύλλογο των Νέων, προβάλλοντας εαυτόν ως παράδειγμα στους ομηλίκους του μαθητές του, και το Φιλολογικό 1/4μιλο Λάρνακος, όπου δίνει σειρά διαλέξεων.
Στην Αθήνα επέστρεψε με την διακαή επιθυμία να σπουδάσει στη Γερμανία, πάση θυσία, ακόμη και νυμφευόμενος πολύφερνη δεσποινίδα. Οι προσδοκίες του ευοδώθηκαν. Ευτύχησε να γνωρίσει τη Γερμανία της δεκαετίας του 1920, όταν οι κλασικές σπουδές σε Λειψία και Βερολίνο βρίσκονταν στην ακμή τους, και μαζί τους άνθησε ο φιλόλογος Συκουτρής. Στη Γερμανία επέστρεψε το καλοκαίρι του 1937, αποζητώντας ηθικά ερείσματα, όταν κατακλυζόταν από την κακοβουλία στο Αθήνησι Πανεπιστήμιο, αλλά ο δάσκαλός του Βιλαμόβιτς είχε πεθάνει όπως και ο Πλάτωνας. Κατά τα άλλα, ο Συκουτρής στα χρόνια της Κύπρου περιγράφεται ως ένα "βραχύσωμον παιδάριον", είκοσι δυο ετών, ξανθωπό και διοπτροφόρο. Ίσως και λίγο στημένο, κατά τη μαρτυρία των φωτογραφιών. Αν, μάλιστα, οι επιστολές έπεφταν στα χέρια ενός μυθιστοριογράφου, ίσως αυτός, με το ασκημένο μάτι του, να ανακάλυπτε έως και ερωτικές ιδιορρυθμίες. Έκφραση, που, στην εποχή του πολιτικώς ορθού, μπορεί και να σημαίνει σχεδόν το οτιδήποτε.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Τυχαία συνάντηση Μανουήλ Πανσέληνου και Μαρίας Παλαιολογίνας


Αγάπη Καρακατσάνη "Μια τυχαία συνάντηση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά που καταλήγει σε περιδιάβαση στον 13ο αιώνα και τον Μανουήλ Πανσέληνο" Εκδόσεις Άγρα Μάρτιος 2008

Μαριάννα Κορομηλά "Η Μαρία των Μογγόλων" Εκδόσεις Πατάκη Φεβρουάριος 2008

Τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί δυο εκδοτικές μόδες. Αυτή των βιβλιαρίων παντός είδους, από νουβελίτσες και αφηγήματα έως κάποιο δημοσίευμα δοκιμιακού χαρακτήρα. Και η άλλη των τουρλού τουρλού αυτοβιογραφικών. Ορισμένα από τα βιβλιάρια έχουν ζουμί, αν και η αγοραστική τους τύχη εξαρτάται μόνο και μόνο από το όνομα του συγγραφέα. Για παράδειγμα, άλλη συγκίνηση προκαλεί στο πανελλήνιο ένας Τζωρτζ Στάϊνερ κι άλλη η Αγάπη Καρακατσάνη, παρόλο που όσα γράφει μας αφορούν πολύ περισσότερο. Λιγότερο ελκυστικά μας φαίνονται τα αυτοβιογραφικά κατασκευάσματα, τα οποία, ωστόσο, τυγχάνουν θερμής υποδοχής. 1/4πως, καλή ώρα, τα βιβλία της σειράς, "Η κουζίνα του συγγραφέα", που εμπνεύστηκε ο Μισέλ Φάϊς. Πάντως, η Μαριάννα Κορομηλά, που αναλαμβάνει την κουζίνα του εβδόμου τόμου, είναι μια δημοφιλής συγγραφέας και πέραν της σειράς, κι ας παραπονείται πως της λείπει το μυθιστορηματικό ταλέντο.
Εκ πρώτης όψεως, τα δυο βιβλία που αποφασίσαμε να συμπαρουσιάσουμε δεν έχουν κοινά σημεία. Μόνο προχωρώντας την ανάγνωση, προβάλλει ο συνδετικός τους κρίκος, τω όντι κάπως αναπάντεχος. Πρόκειται για τον τολμηρό και φιλόδοξο Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο, που τριανταπεντάχρονος, το 1259, στέφθηκε βασιλιάς του κράτους της Νίκαιας, παρακάμπτοντας τον νόμιμο διάδοχο, και δυο χρόνια αργότερα, στις 15 Αυγούστου 1261, εισήλθε θριαμβευτής στην ανακαταληφθείσα Κωνσταντινούπολη. Αυτός ο Παλαιολόγος αποβαίνει το κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση εργασίας της Καρακατσάνη για την εκ νέου χρονολόγηση των τοιχογραφιών του ναού του Πρωτάτου στο Άγιο 1/4ρος δια χειρός Μανουήλ Πανσέληνου. Κι αυτός, ως πατέρας της Μαρίας Κομνηνής Παλαιολογίνας, κατόπιν, κυράς των Μουγουλίων ή και απλούστερα, της Μαρίας των Μογγόλων, έχει πρώτο ρόλο, έστω του κακού, στο αφήγημα της Κορομηλά.
1/4πως φαίνεται, το βιβλίο της Καρακατσάνη προήλθε από μια σειρά τυχαίων συναντήσεων. Του νεότερου ζωγράφου Γιάννη Καστρίτση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά, αυτή όχι και τόσο τυχαία, αφού προοιωνιζόταν από την κοινή τους καταγωγή, που του ενέπνευσε τον πίνακα, "Τυχαία συνάντηση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά". Του Διονυσίου από το χωριό Φουρνά των Αγράφων με "τον κυρ Μανουήλ τον Πανσέληνο", που τον παρακίνησε να στολίσει, εν έτει 1711, με τοιχογραφίες το παρεκκλήσιο του κελλιού του στις Καρυές του Αγίου 1/4ρους και να συγγράψει λίγο αργότερα το εγχειρίδιο "Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης", που εκδόθηκε μόλις το 1909. Της Καρακατσάνη με τις τοιχογραφίες του Πρωτάτου, μετά τα ψηφιδωτά της Μονής Δαφνίου, που την ώθησε να ασχοληθεί με τον Πανσέληνο. Κυρίως, όμως, την τυχαία συνάντησή της με τον πίνακα του Καστρίτση, που μεταμόρφωσε το δοκίμιό της σε ένα ιδιαίτερα επιμελημένο βιβλιάριο.
Η Καρακατσάνη ανατρέχει τους αιώνες, αποτιμώντας τα παλαιολόγεια πρότυπα και την επιχειρούμενη, στις αρχές του 18ου αιώνα, αναβίωσή τους. Για να φτάσει στον Πανσέληνο, συνοψίζει την ιστορία του Βυζαντίου, ανάμεσα στην πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και την ανάκτησή της, εστιάζοντας στον τόπο της καταγωγής του, την συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, για την υπόθεση πως οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου δεν έγιναν γύρω στο 1290 αλλά μέσα στη δεκαετία 1262-1272, επικαλείται τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, μια και αυτός επισκεύασε το Πρωτάτο αμέσως μετά την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας, επιζητώντας να εδραιώσει τις καλές του σχέσεις με το Άγιο 1/4ρος. Και ο ίδιος, το 1282, όταν διαπραγματευόταν με τη Ρώμη την ένωση των Εκκλησιών, προκάλεσε την πυρπόλησή του. Μόνο που σύμφωνα με νεότερες έρευνες, οι καταστροφές από την πυρπόληση ήταν περιορισμένες και διογκώθηκαν από τους αγιορείτες πατέρες προς δυσφήμιση του αυτοκράτορα. Οπότε, οι τοιχογραφίες μπορεί και να έμειναν ανέπαφες, όπως είχαν φιλοτεχνηθεί, το πιθανότερο, κατά την ανακαίνιση, αφού ο ναός είχε πάρει τη μορφή δίρριχτης βασιλικής, καταργώντας τα ανοίγματα της οροφής. Σε αυτό το σημείο, η ιστορικός αποτολμά και μια δεύτερη μάλλον ευφάνταστη υπόθεση πως το Πανσέληνος δεν είναι το επίθετο του ζωγράφου αλλά προσωνύμιο, που του δόθηκε χάρις στις τοιχογραφίες, οι οποίες σαν να φώτισαν το σκοτεινιασμένο εσωτερικό του ναού. Ίσως, η Καρακατσάνη να επηρεάστηκε από τον μεταφορικό λόγο του Διονησίου, που θέλει τον κυρ Μανουήλ τον Πανσέληνο δίκην σελήνης λάμψαντα.
1/4σο για το βιβλίο της Κορομηλά, μας θύμισε κάτι γαστρονομικά πιάτα, όπου το κρέας σερβίρεται γαρνιρισμένο με κομπόστα. Οπότε, σε όσους πρωτόγονους αρέσουν οι αμιγείς γεύσεις, η μόνη λύση που μένει, είναι να δοκιμάσουν να τα ξεδιαλέξουν και να τα γευθούν μεμονωμένα. Κάπως έτσι διαβάσαμε και εμείς την αφήγησή της, χωριστά τη δική της ιστορία, κάτι σαν το κρέας του πιάτου, και χωριστά, τα πάθη της Παλαιολογίνας. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως η συγγραφέας υστερεί στις συρραφές και τα άλματα εις μήκος των αιώνων. Το αντίθετο, ως ιστορικός ανασκευάζει σφάλματα σχετικά με τις χρονικές και τοπικές συντεταγμένες, ενώ, ως φύση παραμυθάς διεκτραγωδεί την τύχη της θυγατέρας του Μιχαήλ Παλαιολόγου, που, δωδεκαετής, επειδή ο πατέρας της ήθελε να συνάψει συμμαχία με τους Μογγόλους, στάλθηκε στην Αυλή τους, στα βάθη της Ασίας, να παντρευτεί τον ηγεμόνα τους Χουλαγκού, αλλά μέχρι να φτάσει, ο νυμφίος πέθανε και αυτή ήρθε σε γάμου κοινωνία μετά του υιού του, Αμπακά. Ένα και το αυτό για τις διπλωματικές κινήσεις του Μιχαήλ, αν και για τη Μαρία, ένας τριαντάχρονος σύζυγος μπορεί να ήταν προτιμότερος, έστω κι αν πρόκειται για χαρέμι. 1/4πως κι αν έχει, ο έγγαμος βίος της κράτησε δεκαεπτά έτη, μέχρι που πέθανε ο Αμπακάς, και η Μαρία, ελεύθερη πλέον, επέστρεψε στα πάτρια εδάφη. Μόνο που κατά διαβολική σύμπτωση, τότε έλαχε να πεθάνει και ο Μιχαήλ, εκπνέοντος του 1282, οπότε το εθιμοτυπικό της Αυλής όριζε ως μόνη λύση γι' αυτήν το μοναστήρι. Ως φαίνεται, γύρω στα τριάντα χρόνια, η Μαρία μόνασε στο μοναστηράκι της Θεοτόκου της Παναγιωτίσσης, με θέα στον Κεράτιο. 1/4μως της έμελλε ένας περιπετειώδης θάνατος, γύρω στο 1307, όταν ο ετεροθαλής αδελφός της και αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ την έστειλε στην πολιορκημένη από τους Οσμανλήδες Νίκαια, μήπως και παρακινηθούν οι Μογγόλοι και προστρέξουν. Για το τέλος της αφήγησής της, αφήνει η Κορομηλά την δραματική αποκάλυψη πως η Μαρία ήταν νόθα κόρη του Μιχαήλ, αναφέροντας και μια δεύτερη νόθα κόρη του, την Ευφροσύνη, που κι αυτήν την έστειλε ο Μιχαήλ πεσκέσι σε έτερο μογγόλο ηγεμόνα. Σε αντίθεση με τους άγγλους, λ.χ., ιστορικούς, όπως ο Ντόναλντ Νίκολ ή ο Τζόναθαν Χάρρις, που δεν φορτίζουν συναισθηματικά τα γεγονότα αλλά μόνο, παρεμπιπτόντως, αναφέρουν πως δυο από τις νόθες κόρες του Μιχαήλ, η Μαρία, το 1265, και η Ευφροσύνη, τρία χρόνια αργότερα, κανονίστηκε να παντρευτούν Μογγόλους. Αν και ο Χάρρις διατείνεται πως η Ευφροσύνη ήταν νόμιμη κόρη του Μιχαήλ.
Εν τέλει, μπορεί η Κορομηλά να παθιάζεται με τη Μαρία των Μογγόλων ή την Ευφροσύνη και ίσως στο μέλλον να γράψει για μια τρίτη ή και τέταρτη Παλαιολογίνα, που είχε την ίδια τύχη, ωστόσο μένει ζητούμενο αν ο βίος τους στάθηκε δυστυχέστερος των κορασίδων, νόμιμων ή νόθων, που έμειναν στην Αυλή της Βασιλεύουσας. Τουλάχιστον η Μαρία γνώρισε την περιπέτεια, την οποία, μια ζωή, τηρουμένων των αναλογιών, φαίνεται να κυνηγά και η συγγραφέας. Κι αν δίνει τόση έκταση στην εξακρίβωση του οδοιπορικού της Μαρίας είναι γιατί ζητά πρόφαση για να διηγηθεί τις δικές της περιπλανήσεις.
Δυστυχώς, άναρχα και πλαγίως, αφηγείται τα καθέκαστα της ζωής της, εκκινώντας πάντοτε από τη Μαρία και ανοίγοντας μεγάλες παρενθέσεις. Χρειάζεται να φτάσεις στην 280η σελίδα για να συναντήσεις τον γενάρχη της οικογένειας Χατζηλάμπρο Κόσκορη, γνωστό με το προσωνύμιο Κορομηλάς, που, στη μάχη του Χαϊδαριού, Μάιο του 1826, τον κάρφωσαν οι Τούρκοι σε σταυρό και έμεινε τρία μερόνυχτα να αργοπεθαίνει. Και στη συνέχεια, τον γιο του Αντρέα, τον περιώνυμο τυπογράφο και εκδότη, και τα εγγόνιά του, τον Δημήτριο και τον Λάμπρο της "Εφημερίδος", του Θεάτρου ο πρώτος, του Μακεδονικού Αγώνα ο δεύτερος. Μένουμε με την εντύπωση πως η συγγραφέας σαν να υποτιμά τους ήρωες της δικής της ζωής. Τους συγγενείς εξ αίματος αλλά και τους μετέπειτα, τους εξ αγχιστείας, τους δασκάλους, μεταξύ άλλων τον Άλκη Αγγέλου, και τους φίλους. Δεν αρκεί η μνημόνευση επί τροχάδην κάποιων μικρών ονομάτων. 3/4στερα, σαν να παραβλέπει τη γοητεία των καταστάσεων που της έτυχε να ζήσει. Συνοπτικές οι αναφορές στο Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι ή στην Πολιτιστική Εταιρεία Πανόραμα και στις εκεί συναντήσεις. Το πιθανότερο, στο μέλλον, αν εξακολουθήσει την έρευνα, να βρει κι άλλες ψηφίδες για τη Μαρία και τις λοιπές αρχόντισσες των βυζαντινών χρόνων. 1/4μως για τα πρόσωπα που η ίδια γνώρισε, τους τόπους που επισκέφτηκε και την πολιτιστική αναγέννηση που έζησε κάποτε, οι νεότεροι περιμένουν από εκείνη να τα μάθουν. Και δη, αναλυτικά, χωρίς παραλήψεις, ειδάλλως θα δυσανασχετούν, όπως η Κορομηλά με τα κενά του Γεωργίου Παχυμέρη. 1/4πως κι αν έχει, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ενέπνευσε, έστω και εμμέσως, δυο καλογραμμένα βιβλία.
Μ. Θεοδοσοπούλου