Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

Ανθρωπάκι παντός καιρού


Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης "Η εφεύρεση της σκιάς" Εκδόσεις Καστανιώτη Ιούνιος 2008
Oπως συνέβη με τη δεκαετία του '40, που τροφοδότησε πρώτα τους συγκαιρινούς της, τους συνυπάρχοντες με τα γεγονότα, μετά, τους έχοντες εφηβικές ή και παιδικές μνήμες, και τέλος, τις φουρνιές των τότε ακόμη αγέννητων, ήρθε η σειρά και της τελευταίας Δικτατορίας να περάσει από τους συγγραφείς εκείνης της εποχής, τότε ενήλικες ή και νεοσσούς, στους γεννηθέντες εντός της επταετίας και ευρισκόμενους σήμερα σε ώριμη ηλικία. Μεσούσης της Δικτατορίας, το 1970, είδε το φως της ημέρας ο Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, πρωτοεμφανισθείς το 2001 με το ψευδώνυμο Κωνσταντίνος Δ. Νούλας, που, πιθανώς, και να δήλωνε κρίση ανασφάλειας, η οποία, όμως, τάχιστα ξεπεράστηκε, αφού, το ίδιο έτος, εξέδωσε έτερο βιβλιάριο με το πραγματικό του όνομα. Και μεσούσης της Δικτατορίας, συγκεκριμένα, την 28η Απριλίου 1970, εκκινεί το έκτο βιβλίο του, όπου η Δικτατορία διαγράφεται με τον τρόπο που προσώρας ιστοριογραφείται. Αναφέρονται ορισμένα στερεότυπα απολυταρχικών καθεστώτων, όπως οι πανταχού παρόντες ένστολοι και η βία της αστυνομίας, συνοδευόμενα από κάποια ιδιαίτερα γνωρίσματα της Ελληνικής Δικτατορίας, όπως μια ομάδα δυσαρεστημένων ανώτερων αξιωματικών, ως υπόλειμμα της επίδοξης Χούντας των Στρατηγών, και μια άλλη, αντιστασιακών, με αρχηγό Έλληνα εκ Παρισίων. Ιστορικά πρόσωπα δεν εμπλέκονται στο μυθιστόρημα, μόνο ο τότε ηγέτης της χώρας, και αυτός πλαγίως, διαμέσου ορισμένων χαρακτηριστικών του, ως ο μύστακας, το κοντόσωμο και οι γκριμάτσες. 1/4πως φαίνεται, δεν ήρθε η ώρα για την αποδομητική αναθεώρηση της εποχής ελέω μυθοπλασίας. Μάλλον θα πρέπει πρώτα να εξαντληθεί η δεκαετία του '40 και ο μύθος του Πολυτεχνείου να ξεφτίσει εκ των έσω, ώστε, όπως έγινε με τον Εμφύλιο, οι ίδιοι οι θιασώτες του να αποδεχθούν μια Ορθοκωστά της απριλιανής Δικτατορίας, όπου θα αναδεικνύεται η σκοπιά του ασφαλίτη.
1/4πως κι αν έχει, το θέμα του Τζαμιώτη δεν είναι η δραματοποίηση και η ανατομία της Δικτατορίας, ούτε καν η παραφορά της εξουσίας, που συσκοτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη οδηγώντας την αμετάκλητα στην συναισθηματική απογύμνωση, όπως υποστηρίζει το σημείωμα στο οπισθόφυλλο. Αλλά, πιστεύουμε, το πλάσιμο ενός ήρωα, όπου επίθετα όπως φίλαυτος και φιλόδοξος, χωρίς, να είναι παράταιρα, δεν αρκούν για να αποδώσουν αυτό το "ανθρωπάκι", κατά την έκφραση του αφηγητή, που, τον καιρό της Δικτατορίας, αντιπροσώπευε ένα ουδόλως ευκαταφρόνητο κομμάτι του πληθυσμού και το οποίο, θα λέγαμε πως τείνει να γίνει διαχρονικό. Το σίγουρο είναι πως η φαντασία του Τζαμιώτη δεν χρειάζεται ιστορικά υποστυλώματα, αφού η μέχρι σήμερα συγγραφική του πορεία αποδεικνύει πως είναι ιδιαίτερα επινοητικός, κινούμενος με άνεση μεταξύ φανταστικού και πραγματικού. Αυτή τη φορά, ανατρέχει στο 1970, όταν το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας μετονομάζεται και επισήμως σε Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, ξεκινώντας μεγαλόπνοη φάση αναμόρφωσης. Τότε, μεταξύ άλλων καινοτομιών, προστίθεται και δελτίο ειδήσεων για κωφαλάλους. Η φαεινή ιδέα του Τζαμιώτη έγκειται στον άνθρωπο που υποτίθεται πως αναλαμβάνει το καινοφανές πόστο του παρουσιαστή. Ένας τριανταδυάχρονος, με σπουδές ανθρωπολογίας στο Παρίσι, που βιοπορίζεται ως δάσκαλος νοηματικής, καλλιεργώντας, μέσω των επαγγελματικών του προσβάσεων, σχέσεις με τους ισχυρούς, κατά τον γλοιώδη τρόπο, που αυτό συνήθως γίνεται. Και ακριβώς, χάρις στον πατέρα μαθήτριάς του, που τυγχάνει στυλοβάτης του καθεστώτος, αναρριχάται στη θέση.
Τετραμερής η δομή του μυθιστορήματος, θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί η άνοδος και η πτώση ενός καιροσκόπου, καθώς τα δυο πρώτα κεφάλαια περιγράφουν την μεταμόρφωσή του σε διασημότητα δεδομένης της τηλεοπτικής και γενικότερης πολιτιστικής ένδειας της εποχής, ενώ τα δυο τελευταία και εκτενέστερα παρακολουθούν την καθοδική του πορεία. Βασισμένη στα νοήματα η γλώσσα των κωφαλάλων, χωρίς τις φιοριτούρες του προφορικού λόγου, απογυμνώνει τα πρόσωπα. Εξαίροντας κατ' ανάγκην, προς πληρέστερη κατανόηση, τα κουσούριά τους, προσβάλλει τους υψηλά ιστάμενους, οπότε πίπτει βαρύς ο πέλεκυς της λογοκρισίας. Περιδεής ο δάσκαλος πειθαρχεί, θίγεται όμως ο επαγγελματισμός του, για τον οποίο τόσο επαίρεται, και ανταποδίδει στα μουλλωχτά, επεμβαίνοντας στις ειδήσεις. Αν και κατ' αντίστροφο της συνήθους φορά, αφού, στις ήδη παραφθαρμένες ειδήσεις, αποκαθιστά τις νοθευμένες πληροφορίες. Κατεργαριά που γρήγορα βαριέται, μια και το μοναδικό κίνητρο είναι ο τραυματισμένος του εγωισμός, και την εγκαταλείπει, πιστεύοντας πως ουδείς τον μυρίστηκε. Εν τέλει, ωστόσο, πλείστοι όσοι τον έχουν αντιληφθεί, από την κωφάλαλη μαθήτριά του μέχρι ομάδες αντικαθεστωτικών ποικίλων ιδεολογικών πεποιθήσεων και διαθέσεων, οπότε και αρχίζουν παρακολουθήσεις, ανακρίσεις, εκβιασμοί.
Δεν είναι, όμως, οι σκηνές δράσης που κερδίζουν το ενδιαφέρον, αλλά ο τρόπος που στοιχειοθετείται η ψυχοσύνθεση του ήρωα. Από μια άποψη, πρότυπο πρακτικού ανθρώπου. Πολιτικά αμέτοχος, εκτιμώντας πως οι ιδεολογίες φέρνουν μπελάδες. Συναισθηματικά αδιάφορος, φοβούμενος πως οι δεσμεύσεις εμποδίζουν την προσωπική ευδοκίμηση. Ένας άνθρωπος δειλός και μονόχνοτος, που καταφεύγει σε φανταστικές ιστορίες για το παρελθόν του, προσπαθώντας να συγκινήσει τις νεόκοπες κοινωνικές του σχέσεις. Χωρίς φίλους και ερωτικές συντρόφους, μόνο τις πολυπόθητες υψηλά ιστάμενες γνωριμίες και τις κατακτήσεις του στο γυναικείο φύλο, καθόσον ευπαρουσίαστος, προς σεξουαλική και μόνο ικανοποίηση.
Αυτόν τον ήρωα βάζει στο μικροσκόπιο ο Τζαμιώτης με την αφηγηματική τεχνική που αναπτύσσει. Διατηρώντας τη δοκιμιακή εκφορά του λόγου των προηγούμενων πεζογραφημάτων του, ουσιαστικά παντρεύει δυο αφηγηματικούς τρόπους. Έναν που κυριαρχεί, με μακριές προτάσεις, όπου γίνεται εκτεταμένη χρήση της άνω τελείας, και μεταφορά των συνομιλιών σε πλάγιο λόγο. Και έναν βοηθητικό, για τις πολυπρόσωπες σκηνές, με σύντομες προτάσεις, σαν σκηνικές οδηγίες θεατρικού έργου, που περιγράφουν χώρους και κινήσεις. Η ιδανική τεχνική, σε συνδυασμό με τη γλώσσα, για να δημιουργηθεί μια αίσθηση αποστασιοποίησης του αφηγητή. Παντεπόπτης, στο ρόλο του παρατηρητή, εναλλάσσει οπτικές γωνίες, αν και εστιάζει κυρίως στον ήρωα, επιστρατεύοντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο για να εκφράσει τις απαξιωτικές κρίσεις του, ενώ διατυπώνει ψυχολογικές και κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, που φανερώνουν εμβάθυνση στα ανθρώπινα. Μόνο που ο κοινωνιολογικός σχολιασμός, με τα περιστατικά που συγκεντρώνει, ιδίως, στο δεύτερο μέρος, όπου ζητά να δείξει την νέα κοινωνική ζωή του ήρωα, δείχνει να βαραίνει την οικονομία του μυθιστορήματος. 1/4πως, εν μέρει, και οι ιστορίες για πρωτόγονους λαούς, στις οποίες έχει ιδιαίτερη αδυναμία ο ήρωας και στις οποίες καταφεύγει κάθε φορά που ο περίγυρος γίνεται απειλητικός. Συνολικά στο μυθιστόρημα παρατίθενται έντεκα παρόμοιες αφηγήσεις για ισάριθμες φυλές. Φανταστικές οι φυλές και οι ιστορίες επινοημένες, δεν στερούνται πρωτοτυπίας, αν και ορισμένες δείχνουν βεβιασμένες. Ο Τζαμιώτης, με τις νουβέλες του, έχει δείξει πως αντιλαμβάνεται τι σημαίνει οικονομία ενός πεζογραφήματος. Οπότε, υποθέτουμε, πως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αγωνίζεται να προσαρμόσει την έκταση του μυθιστορήματός του σε κάποιες ανομολόγητες αλλά ίσως υπαρκτές, εκδοτικές προδιαγραφές.
Τέλος, την ειρωνική ματιά του αφηγητή δείχνει η βγαλμένη από τη ζωή κατάληξη του μυθιστορήματος. Τους πάσης φύσεως αντικαθεστωτικούς και τις πόρνες φοβάται ο ήρωας πως θα του την φέρουν, αλλά είναι οι ευυπόληπτες που αποδεικνύονται "πουτάνες". Κατά τα άλλα, ως γνωστόν, τα "ανθρωπάκια" στα καθ' υμάς ποτέ δεν χάνονται. Οπότε, μένει ανοιχτό το ενδεχόμενο, ο ήρωας να επανέλθει στα χρόνια της μεταπολίτευσης ως μέγας επιχειρηματίας, που, με τη σειρά του, θα καταχράται το δημόσιο χρήμα, όπως και οι προκάτοχοί του επί Δικτατορίας.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

Οι τρεις Γιώργηδες

Χ. Λ. Καράογλου- Αμαλία Ξυνογαλά
"Γ. Θεοτοκάς-
Γ. Κ. Κατσίμπαλης Αλληλογραφία (1930-1966)"
Εκδόσεις Εστία Απρίλιος 2008

Oπως σε εκείνο το παιδικό παιχνίδι, που ενώνεις τις τελίτσες με γραμμές και προκύπτουν γεωμετρικά σχήματα, έτσι και εμείς, με την έκδοση της αλληλογραφίας Θεοτοκά-Κατσίμπαλη, τραβήξαμε μια δεύτερη γραμμή, ενώνοντάς την με την πρώτη της αλληλογραφίας Θεοτοκά-Σεφέρη. Μας λείπει η τρίτη για να σχηματιστεί το τρίγωνο των "τριών Γιώργηδων". Αν και εντέλει, πρόκειται για ένα ασύλληπτο σχεδιαστικά σκαληνό τρίγωνο, με τις δυο πλευρές του περίπου ίσες και την τρίτη εξαπλάσια, αν όχι και επταπλάσια. Οι τρεις Γιώργηδες^ Γιώργος Κατσίμπαλης, Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Θεοτοκάς, γεννηθέντες, αντιστοίχως, το 1899, το 1900, το 1905, και αποθανόντες, κατά αντίστροφη σειρά, το 1978, το 1971, το 1966. Οι τρεις Γιώργηδες^ ο βιβλιογράφος, μοναδικός τίτλος που διεκδικούσε ο Κατσίμπαλης, ο ποιητής, ο πεζογράφος. Για τους δυο λογοτέχνες γνωρίζουμε πολλά, για τον Κατσίμπαλη υπάρχουν διάσπαρτες ψηφίδες, από τις οποίες προβάλλει μια μάλλον γραφική φιγούρα, η οποία δίνει μυθικές διαστάσεις στον άνθρωπο, επισκιάζοντας τη συμβολή του στη γενιά του '30, όπου δικαιούται μιάς κεντρικής θέσης, αντίστοιχης με αυτήν που καταλαμβάνει στην ιστορική τους φωτογραφία.
Η αλληλογραφία Θεοτοκά-Σεφέρη είναι η πρώτη αλληλογραφία Σεφέρη που εκδόθηκε, το 1975, με επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδη. Με τη συγκατάθεση της Κοραλίας Θεοτοκά, που αυτοκτόνησε λίγους μήνες αργότερα κατά τη συμπλήρωση δεκαετίας από το θάνατο του Θεοτοκά, και της Μαρώς Σεφέρη, εκδόθηκαν συνολικά 56 επιστολικά κείμενα (επιστολές, κάρτες, τηλεγραφήματα), 25 του Θεοτοκά και 31 του Σεφέρη, όπου ο επιμελητής πίστευε πως λανθάνουν ή και χάθηκαν επιστολές. Για την πρόσφατη αλληλογραφία Θεοτοκά-Κατσίμπαλη συναινούν και φροντίζουν η αδελφή του Θεοτοκά, Λιλή Αλεβιζάτου και ο θετός γιος του Κατσίμπαλη, Γιώργος Κατσίμπαλης. Συνολικά, 65 επιστολικά κείμενα, 49 του Θεοτοκά και 16 του Κατσίμπαλη, όπου, και πάλι, οι επιμελητές εικάζουν πως δεν αποτελούν το σύνολο της αλληλογραφίας τους. Και στις δυο αλληλογραφίες συμπεριλαμβάνονται αφιερώσεις βιβλίων τους, τουλάχιστον όσες εντοπίστηκαν. Από τα 33 βιβλία, που εξέδωσε ο Θεοτοκάς, καταγράφονται είκοσι αφιερώσεις προς Σεφέρη και εννέα προς Κατσίμπαλη, όπου μια δεκάτη, του δεύτερου τόμου των "Θεατρικών" του, γράφεται από τους οικείους του μεταθανατίως. Γενικότερα, σε ορισμένες επιστολές και αφιερώσεις συναποδέκτες είναι οι εκάστοτε σύζυγοι^ του Θεοτοκά, η Ναυσικά Στεργίου, από το γάμο τους, το 1948, μέχρι το θάνατό της, το 1959, και η Κοραλία Ανδρειάδη, τους λίγους μήνες που συνυπήρξαν, και του Κατσίμπαλη, η Ασπασία Σακοράφου, μετά το γάμο τους, το 1939. Κατ' εξαίρεση, από αυτήν την αλληλογραφία Σεφέρη απουσιάζει η Μαρώ.
Το τερματικό έτος και για τις δυο αλληλογραφίες το καθορίζει ο θάνατος του Θεοτοκά, στις 30 Οκτωβρίου 1966. Τελευταίο δώρημα του Θεοτοκά προς Σεφέρη, ένα αφιερωμένο αντίτυπο του πρώτου τόμου των "Θεατρικών" του, με ευχές για την πρωτοχρονιά του 1966, ενώ η τελευταία επιστολή προς Κατσίμπαλη έχει ημερομηνία 2 Οκτωβρίου 1966. Συμπτωματικά, ή και σημαδιακά, αμφότερες οι αλληλογραφίες αρχίζουν το σωτήριον έτος 1930, λες και οροθετούν το ξεκίνημα της γενιάς. Γιατί όχι, αφού το σάλπισμα δόθηκε με την έκδοση του πρώτου βιβλίου του Θεοτοκά, το "Ελεύθερο πνεύμα", το φθινόπωρο του 1929, που τον έκανε, εν μία νυκτί, γνωστό, φέρνοντας καινούργιες γνωριμίες. Μεταξύ αυτών που θέλησαν να τον γνωρίσουν ο Κατσίμπαλης, "πρόσωπο σημαντικό, παλαιός πολεμιστής του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, και πρωτοπαλίκαρο με μαγκούρα του βενιζελισμού και του παλαμισμού", σύμφωνα με περιγραφή του Θεοτοκά, γραμμένη τριάντα πέντε χρόνια αργότερα. 1/4σο για τη γνωριμία του με τον Σεφέρη, που συνέπεσε την ίδια εποχή, την έφερε η φιλία του με τα αδέλφιά του, τον Άγγελο και την Ιωάννα. Μαζί στη νομική Αθηνών με καθηγητή τον Στυλιανό Σεφεριάδη, παρέα στο Λονδίνο, άνοιξη του 1929, με την Ιωάννα ενθουσιώδη αναγνώστρια του χειρογράφου, διαβλέποντας πρώτη πως το "Ελεύθερο πνεύμα" τους αφορούσε όλους, κάτι σαν σημαία της γενιάς τους.
Άνιση χαρακτηρίζει ο Σαββίδης τη χρονολογική κατανομή των επιστολών Θεοτοκά και Σεφέρη, καθώς λογαριάζει πως αντιστοιχούν κάτι λιγότερο από 2,3 επιστολές το χρόνο, με δώδεκα έτη κενά. Ακόμη περισσότερο άνιση φαίνεται η κατανομή της πρόσφατης αλληλογραφίας, με κάτι περισσότερο από μιάμιση επιστολή το χρόνο και δεκαέξι έτη κενά. Ουσιαστικά, η αλληλογραφία Θεοτοκά-Κατσίμπαλη συγκεντρώνεται στην πρώτη δεκαετία (23 γράμματα) και στην τριετία 1952-1954 (17), όπου τοποθετούνται και τα ταξείδια στο εξωτερικό των δυο αλληλογράφων. Η μακριά παραμονή του Κατσίμπαλη στο Παρίσι, λόγω της ασθένειας του πατέρα του, από τον Ιούλιο του 1936 μέχρι το θάνατο του Κωνσταντίνου Κατσίμπαλη, τέλη (;) Μαρτίου 1937. Και τα ταξείδια αμφοτέρων στις ΗΠΑ^ το 1952 του Θεοτοκά, ακολουθώντας την περιοδεία του Εθνικού Θεάτρου ως διευθυντής του, και το 1954 του Κατσίμπαλη, για το ιστορικό του οποίου δεν δίνονται πληροφορίες.
Γενικότερα, ο σχολιασμός της αλληλογραφίας μπατάρει προς την πλευρά του Θεοτοκά, κι αυτό, σίγουρα, χρεώνεται στον καλό άγγελο του αρχείου του, ωστόσο οι επιμελητές, αντί να φροντίσουν την άλλη πλευρά, συνέβαλαν στο ανισομερές του αποτελέσματος με ένα εκτενές επίμετρο αφιερωμένο στον Θεοτοκά. Ανεξάρτητα αν πρόκειται για άγνωστα κείμενα από τους θησαυρούς του αρχείου του, όπως τα δυο πολιτικά "χρονικά" του, που δεν δημοσιεύθηκαν τελικά στα "Νέα Γράμματα", μια επιστολή του Πέτρου Χάρη και κείμενα περί το Εθνικό Θέατρο, όλα βοηθητικά για την ανάγνωση της αλληλογραφίας.
Κατά τα άλλα, οι υποσελίδιες σημειώσεις δίνουν πλήρεις βιογραφικές συντεταγμένες για τα αναφερόμενα πρόσωπα και ικανές πληροφορίες για τα θέματα που συζητούνται. Υπάρχουν, όμως, πάντοτε στη σχέση δυο ανθρώπων τα ευκόλως εννοούμενα που παραλείπονται ως προφανή αλλά δεν είναι ουδόλως ευνόητα για τους παρείσακτους. Και οι αναγνώστες, κακά τα ψέματα, παρείσακτοι είναι σε μια ιδιωτική συνομιλία. Αφού, όμως, οι επιμελητές υπερκέρασαν τους δισταγμούς τους και τους προσκάλεσαν, θα πρέπει να τα εξηγήσουν όλα με το νι και με το σίγμα. Λ.χ., σε μια επιστολή του 1937, επαινώντας ο Κατσίμπαλης τη στάση του Θεοτοκά "στο ζήτημα της προτομής Παλαμά", γράφει: "... σε χώρα όπου βασιλεύέι "παμπουστισμός" (κατά την έκφραση του ναυάρχου Κουρμούλη) χειρονομίες όπως η δική σου αποτελούν παρά φύσιν ανωμαλίες..." 1/4που η υποσελίδια σημείωση διευκρινίζει πως ο υποναύαρχος Τηλέμαχος Κουρμούλης γεννήθηκε το 1886 στο Τολό Αργολίδας και πέθανε το 1950 στην Αθήνα.
Στις επιστολές Θεοτοκά-Σεφέρη, ο Σαββίδης διαπιστώνει διακυμάνσεις της συναισθηματικής θερμοκρασίας. Από μια άποψη αναμενόμενο, μια και δυο λογοτέχνες, έστω και ασύνειδα, όλο και κάτι έχουν να μοιράσουν. 3/4στερα, οι λογοτεχνικές εκτιμήσεις, ακόμη και έμμεσα διατυπωμένες, μπορούν να επηρεάσουν τα φιλικά αισθήματα. Για παράδειγμα, στις 11 Μαρτίου 1937, ο Θεοτοκάς γράφει στον Κατσίμπαλη πως ο Σεφέρης στα μετά το "Μυθιστόρημα" γραφόμενά του δεν του φαίνεται σε καλό δρόμο και αναρωτιέται, μήπως τελικά αποδειχθεί ο Αντωνίου ο καλύτερος ποιητής της "νέας ποίησης". Αντιθέτως, στην αλληλογραφία Θεοτοκά- Κατσίμπαλη οι τόνοι παραμένουν θερμά οικείοι, παρά τις συχνά διιστάμενες απόψεις τους για πρόσωπα και καταστάσεις, όπως, για παράδειγμα, η περίπτωση του Ανδρέα Καραντώνη, στις δυνατότητες του οποίου πίστευε ο Κατσίμπαλης, σε αντίθεση με τον Θεοτοκά, που τον θεωρούσε λίγο. 3/4στερα, οι επιστολές έχουν έναν μάλλον πρακτικό χαρακτήρα, ίσως και γιατί γράφονται, είτε στη διάρκεια ταξιδιών προς ανταλλαγή ειδήσεων είτε για τη διευθέτηση εκκρεμοτήτων γύρω από το περιοδικό τους, "Τα Νέα Γράμματα". 1/4πως κι αν έχει, δεν ψυχραίνονται ούτε το 1937, που ο Θεοτοκάς διακόπτει τη συνεργασία με το περιοδικό και αρχίζει να δημοσιεύει στο περιοδικό "Νεοελληνικά Γράμματα". Κι όμως, ο Κατσίμπαλης αρκείται στη διαβεβαίωση: "... Σε παρακολουθώ κ' εκεί πέρα με την επιμονή βιβλιογράφου που θα ανασκάλευε και σε ντενεκέ σκουπιδιών για να πλουτίσει τις παραπομπές του..."
Επετειακή η έκδοση της αλληλογραφίας κι ας μην αναφέρεται, καθώς στις 25 Ιουλίου συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από το θάνατο του Κατσίμπαλη. Γενάρχης της ελληνικής βιβλιογραφίας, που την ξεκίνησε, το 1932, με την παλαμική βιβλιογραφία, και το 1934, με τον Παπαδιαμάντη, παραμένει μέχρι και σήμερα ο βασικός εκπρόσωπός της. Δια βίου ερασιτέχνης, ορίζει το ιδεώδες πρότυπο τού συστηματικά και υπεύθυνα εργαζομένου, χωρίς ωράριο, το μέγιστο δυνατό του χρόνου, όχι επί χρήμασι αλλά προς ιδίαν ευχαρίστησιν. Στη νεκρολογία του, ο Σαββίδης σκιαγραφεί μια ρομαντική προσωπικότητα, που αγαπούσε με έναν τρόπο απόλυτο τον τόπο του, χωρίς ιδιοτέλεια, αποφεύγοντας την προσωπική του προβολή.
Ενδεικτική η δυσκολία, με την οποία παραχώρησε στον Σαββίδη τις επιστολές του προς Σεφέρη για δημοσίευση. Ωστόσο, οι επιστολές του Κατσίμπαλη συνιστούν το μοναδικό τεκμήριο της μαρτυρημένης χάρης, που είχε ο προφορικός του λόγος. Η αλληλογραφία Θεοτοκά-Κατσίμπαλη δίνει μια πρώτη γεύση, καθώς το γνωστό παιγνιώδες ύφος του Θεοτοκά διακόπτεται από τον ορμητικό λόγο του Κατσίμπαλη, άλλοτε οιστρήλατο κι άλλοτε αποκαρδιωμένο, πάντοτε, όμως, ευθύ, χωρίς περιστροφές. Ίσως, το ντόμπρος να ταιριάζει καλλίτερα.
Κλινήρης, τα Χριστούγεννα του 1977, παρότρυνε τον Σαββίδη να βιαστεί: "Θέλω να είμαι ζωντανός όταν θα τα τυπώσεις, για να σ' τα ψάλλω κι εγώ όπως σου τα 'ψαλαν για την αλληλογραφία Θεοτοκά-Σεφέρη. Γιατί βέβαια σου απαγορεύω να κόψεις το παραμικρό. Ούτε ο Σεφέρης ούτε εγώ έχουμε τίποτε να φοβηθούμε από την αλήθεια -την πάσα αλήθεια! Λάθη ασφαλώς εκάναμε στη ζωή μας^ ατιμίες όμως όχι, ούτε μπαμπεσιές!" Δεν πρόλαβε, ούτε ο Σαββίδης πρόλαβε, κι όλας δεκατρία χρόνια η αλληλογραφία βρίσκεται ανέκδοτη στα χέρια του επιφανέστερου των διαδόχων του Κατσίμπαλη. Πάει κι ο "ανάπηρος" 20ος αιώνας και δεν θα πρέπει να απέμεινε κανείς για να τα ψάλλει στον επιμελητή.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2008

Τι ζητούν οι συγγραφείς

Ισίδωρος Ζουργός
"Η αηδονόπιτα"
Εκδόσεις Πατάκη
Απρίλιος 2008

Τα τελευταία χρόνια, οι συγγραφείς, που δοκιμάζουν την τύχη τους στο ιστορικό μυθιστόρημα ή και γενικότερα, σε μυθιστορήματα που ανατρέχουν και σε παλαιότερες εποχές, φαίνεται να γνωρίζουν πως κινούνται μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης, από τη μια η ρετσινιά του εθνικιστή ή, στην καθ' ημάς εκδοχή της, του ελληναρά, τόσο σπιλωτική όσο, μια φορά κι έναν καιρό, ο χαρακτηρισμός κομμουνιστής, και από την άλλη, το ισοπεδωτικό τέρας της πολιτικής ορθότητας. Γι' αυτό και καταβάλλουν φιλότιμες προσπάθειες να ισορροπήσουν κάπου στο ενδιάμεσο, με συχνά παράδοξες έως και ευρηματικές μυθοπλαστικές επινοήσεις. Αν και από την πλευρά τους οι κριτικοί, που υποτίθεται πως αποτελούν το αντίπαλον δέος, δεν ανοίγουν παρόμοιες συζητήσεις, αφού ως προς αυτό το θέμα, βρίσκονται στην ίδια δυσχερή όσο και επισφαλή θέση με τους συγγραφείς. Λαμπρό παράδειγμα το καινούργιο μυθιστόρημα του Δημοσθένη Κούρτοβικ, όπου οι παρουσιάσεις διυλίζουν δευτερεύοντα χαρακτηριστικά και για την ταμπακιέρα ούτε λέξη.
Αντί του επίκαιρου Μακεδονικού ζητήματος, που ερέθισε τον Κούρτοβικ, την Ελληνική Επανάσταση, που ήδη βρίσκεται στη φάση της ιστορικής απομυθοποίησης, επέλεξε ο Ισίδωρος Ζουργός για το μυθιστόρημά του. Στο σημείωμα του συγγραφέα, το οποίο συνηθίζει να παραθέτει στις τελευταίες σελίδες των βιβλίων του, μαζί με το γλωσσάρι και τις πηγές, μια ακόμη ένδειξη του συστηματικού τρόπου, με τον οποίο εργάζεται, δηλώνει την πρόθεσή του να μιλήσει "για εκείνη τη Ρωμιοσύνη", χωρίς "ομφαλόψυχους εθνικισμούς" και, κυρίως, χωρίς την "συλλήβδην δαιμονοποίηση των αντιπάλων της εποχής". Αντιπάλων, όχι Τούρκων ή Οθωμανών, ως ένα πρώτο δείγμα των πολιτικώς ορθών επιλογών του, και το ίδιο προσεκτικός στις διατυπώσεις του παραμένει από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος. 1/4πως εξομολογείται, ξεκινώντας τη συγγραφή, μια φράση του Μιχαήλ Περάνθη, "σύριζε στ' αυτιά του", "το είκοσι ένα δεν έχει ανάγκη από μύθους γιατί είναι από μόνο του ένας μύθος". Κι αυτός, συνδυάζοντας διαβάσματα και καρπερή φαντασία, μηχανεύτηκε μια μυθοπλασία, που ανασυσταίνει μεν την εποχή και μάλιστα, "στην ώρα του πολέμου και του αίματος", παρακάμπτει, όμως, το μύθο της. Με πρώτο και καθοριστικό στοιχείο την επιλογή του κεντρικού προσώπου. Αντί του έλληνα πατριώτη, ένας αλλοδαπός εθελοντής, και πάλι, όμως, όχι ένας από τους πολλούς Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς, που έρχονταν κατά παρέες, επηρεασμένοι από τα συμφέροντα της χώρας τους ή και από το ρομαντισμό της εποχής, και τραβούσαν για Ρούμελη και Μωριά, αλλά κάποιον ξέμπαρκο, από μια χώρα, που ενδιαφερόταν περισσότερο για την εύνοια του σουλτάνου, όπως η Αμερική, τόσο μακρινή, ώστε, μετά βίας, να φθάνουν τους δεκαπέντε οι αμερικανοί εθελοντές στα χρόνια του Αγώνα. Έναν αρχαιολάτρη, αν και όχι ακριβώς φιλέλληνα. Τότε, όμως, γιατί να έρθει στο στόμα του Τούρκου; Πέραν του ρομαντισμού, σύμφυτο με αυτόν, το μοναδικό αίσθημα που έσπρωχνε ανέκαθεν τον άνθρωπο σε κουτουράδες, ή έστω σε παράτολμα εγχειρήματα, ήταν ο έρωτας.
Σαν έναν Δον Κιχώτη παρουσιάζει τον ήρωά του ο Ζουργός, που, όταν η Δουλτσινέα του παντρεύεται άλλον, παίρνει των ομματιών του, αναζητώντας στην άλλη πλευρά του ωκεανού τα φαντάσματα των αρχαίων Ελλήνων, όπως τα γνώρισε στο Χάρβαρντ. Πάσχα του 2006, που άρχισε το γράψιμο ο Ζουργός, μόλις είχε κυκλοφορήσει η δεύτερη λογοτεχνικής χροιάς μελέτη της Παυλίνας Νάσιουτζικ, "Μυστικές εταιρείες και ελληνικά πάθη", όπου αναμιγνύονται ο Χέρμαν Μέλβιλ και ο Έντουαρντ Έβερετ, ο γνωστός φιλέλληνας καθηγητής στη νεοσύστατη τότε έδρα ελληνικής φιλολογίας του Χάρβαντ, ενώ, εν εκτάσει, αναφέρονται τα ταξίδιά τους στην Ελλάδα, του Μέλβιλ το 1857 και το προ της Επαναστάσεως πολύχρονο ευρωπαϊκό του Έβερετ, στο οποίο γνώρισε τον Μπάϋρον και τον Κοραή και, κατά το τελευταίο έτος, το 1819, περιηγήθηκε την Ελλάδα. Ίσως και επηρεασμένος ο Ζουργός, ορίζει τον ήρωά του, αγαπημένο φοιτητή του Έβερετ, τριτοετή το 1821, να αρχίζει το ταξιδιωτικό του ημερολόγιο με την πρώτη φράση του "Μόμπι Ντικ", προσαρμοσμένη στην περίσταση, "Λέγε με Γαβριήλ", ενώ φαντασιώνεται κατά τον διάπλου του Ατλαντικού έναν φαλαινοθήρα και κουτσό καπετάνιο. Κατά τα άλλα, στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του ανακαλούνται πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας και του Ομήρου, και το Αιγαίο Πέλαγος αποκαλείται Λευκή Θάλασσα, όπως και στο μυθιστόρημα του Βλάσση Τρεχλή, "Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα", που μόλις είχε κυκλοφορήσει.
Ο Ζουργός χωρίζει το μυθιστόρημα, σε τέσσερα μέρη και 46 κεφάλαια, μοιράζοντάς το σε δυο φωνές, ενός πανόπτη αφηγητή και του αμερικανού ταξιδιώτη, ενώ εκκινεί κι αυτός με μυστικές εταιρείες σε Μασσαλία και Θεσσαλονίκη. Ως ελάσσων ποιητής αυτοσυστήνεται ο ήρωας και έχει για ίδαλμά του τον Λόρδο Μπάϋρον και τα άσματα του "Τσάϊλντ Χάροντ" σαν ευαγγέλιο. Η μια και μοναδική συνάντησή τους τοποθετείται στο Μεσολόγγι, στις αρχές Φεβρουαρίου του 1824, μόλις δύο μήνες πριν το θάνατο του Λόρδου, όταν ο Μπάϋρον σχεδίαζε την εκστρατεία κατά της Ναυπάκτου. Ίσως, το μόνο πρόσωπο, που κρίνει ο συγγραφέας υπεράνω κάθε απομυθοποίησης, καθώς περιγράφει έναν θρυλικό Μπάϋρον, καθισμένο στο γραφείο του και όχι κλινήρη, όπως τον αναφέρει, λ.χ., στην αφήγησή του, ο Ουίλλιαμ Πάρι, ο ειδικός σε θέματα πυροβολικού απεσταλμένος της Επιτροπής του Λονδίνου, που φτάνει στο Μεσολόγγι τις ίδιες ημέρες με τον μυθιστορηματικό ήρωα και έχει κι αυτός μια πολύωρη συνάντηση μαζί του.
Πέραν, όμως, του φάσματος του Μπάϋρον που κυριαρχεί στο ημερολόγιο και χρεώνεται πλείστες όσες πλατειαστικές παρεκβάσεις, πλοηγός στις περιπλανήσεις του ήρωα στέκεται ένας συνομήλικός του αγωνιστής του '21, Μακεδόνας όπως και ο συγγραφέας, ο Νικόλαος Κασομούλης. Τον πρωτοσυναντά στη Νάξο, το πρώτο ελληνικό λιμάνι στο ταξίδι του από τη Μασσαλία, Ιανουάριο 1822. Για δεύτερη φορά, σμίγουν τον ίδιο χρόνο, σε σπηλιά του Ολύμπου, τη σκήτη του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω, κοντά στο μοναστήρι του Αγίου, παραμονές Πάσχα. Για να τριτώσει στο Μεσολόγγι, Αύγουστο του 1825, όπου πολεμούν, δίπλα-δίπλα, στις ντάπιες, βρίσκονται μαζί κατά την Έξοδο, την Κυριακή των Βαΐων, και συγκαταλέγονται αμφότεροι στους επιζώντες. Πολλά οφείλει το μυθιστόρημα στα "Απομνημονεύματα" Κασομούλη, ιδιαίτερα την ανασύσταση της Ρωμιοσύνης "στην ώρα του πολέμου και του αίματος", που υποσχέθηκε ο συγγραφέας, και ακόμη, το πλάσιμο, ως ένα βαθμό, του ιδιόλεκτου της εποχής, μέχρι και το πλήθεμα των προσώπων με χαρακτηριστικούς τύπους εκτός των ιστορικών φυσιογνωμιών. 1/4πως η ναξιώτισσα "κοκκώνα ντουντού", που ο επιμελητής των "Απομνημονευμάτων", Γιάννης Βλαχογιάννης, διατείνεται πως είχε κλέψει το νου του Κασομούλη. 1/4πως κι αν έχει, τις συναντήσεις στον πύργο της, τις είχε γράψει με περισσή ενάργεια ο Κασομούλης για τον Ζουργό. Βοηθητικά τα "Απομνημονεύματα" και για τις σκηνές χωρίς τον μακεδόνα οπλαρχηγό, που εκτυλίσσονται στα λημέριά του, σε 1/4λυμπο και Ρούμελη. Και αναμφιβόλως, χρήσιμη πηγή για το Μεσολόγγι, όπου εκτυλίσσεται το τρίτο και εκτενέστερο μέρος του μυθιστορήματος, ουσιαστικά το μισό βιβλίο. Αποτέλεσμα, σε κάποια συμβάντα, ο ήρωας καταλήγει να έχει τις ίδιες με τον Κασομούλη ανακριβείς εντυπώσεις, όπως στις περιπτώσεις του λαγουμιτζή Κώστα Χορμόβα ή και Χαρμοβίτη και ακόμη, του μηχανικού των οχυρωματικών έργων, Χιώτη Μιχαήλ Κοκκίνη. Άλλοτε πάλι, ο συγγραφέας τσιμπά μια σκηνή, αφαιρώντας τους ηρωικούς της τόνους, όπως με το "σεργιάνι" στις ντάπιες του Κοζανίτη Νίκου Τζιάρα, που, από γιουρούσι εναντίον των Τούρκων, γίνεται αργόσχολος περίπατος για κουβεντούλα και φουμάρισμα. Κατά τα άλλα, ο συγγραφέας κάνει τις δικές του επιλογές, απομυθοποιώντας ήρωες του αναστήματος ενός Καραϊσκάκη έναντι άλλων, δευτεραγωνιστών. Επίσης, μόλις που αναφέρει τον εμφύλιο των οπλαρχηγών και ουδόλως σχολιάζει τον ρόλο του "πρίντζιπα" Μαυροκορδάτου. Τέλος, ο μεσολογγίτης στρατηγός Θανάσης Ραζικότσικας εντυπωσιάζει τον ήρωα μόνο ως όμορφος άντρας, ούτε ηγετικό ρόλο ούτε ηρωισμό του προσμετρά. Ίσως η θέαση να άλλαζε με τη σχετική μονογραφία του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, που, όμως, κυκλοφόρησε πέρυσι τον χειμώνα, όταν το μυθιστόρημα είχε πια ολοκληρωθεί. Πάντως, η θαρραλέα απάντηση του Μεσολογγίτη στον πασά, "Τα κλειδιά της πόλης είναι κρεμασμένα στις μπούκες των κανονιών", επιλέγεται ως τίτλος του τρίτου μέρους του βιβλίου.
Αν και όλα αυτά δεν συνιστούν παρά πινελιές μιας πολιτικώς ορθής ανασύστασης του '21, καθώς περισσότερο ρηξικέλευθη φαίνεται μια ορισμένη σύλληψη κατά το πλέξιμο του ερωτικού ρομάντσου. Γιατί, βεβαίως, ένα βιβλίο μόνο με Κασομούλη και Ραζικότσικα δεν θα μπορούσε να γίνει ευπώλητο άμα τη εμφανίσει του στην αγορά. Ενώ, λοιπόν, ο Αμερικανός γράφει τις μακροσκελέστατες επιστολές του, δίκην ημερολογίου, μια και μένουν ανεπίδοτες, προς την υπερπόντια Δουλτσινέα του, χρήζει καλή της καρδιάς του μια θεσσαλονικιά αρχοποντούλα, βιασθείσα από τους Τούρκους, κατά τις ταραχές του Απριλίου του 1821. Αν και η αφήγηση αναφέρει αορίστως ως δράστες τέσσερις από τον όχλο, αποφεύγοντας και εδώ τα δαιμονοποιά επίθετα.
Το ερωτικό τρίγωνο, μια γυναίκα δύο άντρες, δημιουργείται από τις πρώτες σελίδες, καθώς ο πατέρας της φροντίζει να την παντρέψει, υποσχόμενος τρανταχτή προίκα, με έναν καπετάνιο, που χρειάζεται εσπευσμένως παράδες για "μπιστόλες και μπαρουτόβολα". Στη συνέχεια, τα ερωτικά πάθη φουσκώνουν πολύ πέραν των πατριωτικών. Ο συγγραφέας, όμως, δεν αρκείται σε αυτά, ζητά φιλοσοφικές προεκτάσεις στη σχέση του ανθρώπου με το Θεό διαμέσου και των παιδιών. Οπότε, η αρχοντοπούλα, μετά το θάνατο του ενός παιδιού από τον έναν άνδρα και της αποβολής του δεύτερου από τον άλλο, υιοθετεί ένα ελληνάκι και δυο τουρκόπουλα. Αυθορμήτως, χωρίς ούτε καν μερικές σελίδες ψυχικής πάλης για να ξεπεραστεί το μίσος εναντίον της φάρας των βιαστών της, σε ένα μυθιστόρημα που δεν φείδεται συναισθηματικών περιγραφών.
1/4μως, βασικό χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος είναι η αγαθότητα των ηρώων. Σχεδόν όλοι, ακόμη και οι διαπράττοντες πανουργίες, καθώς η αφήγηση ανατρέχει στον προηγούμενο βίο τους, αποδεικνύονται καλοί και χρηστοί, μέχρι την αγγελόψυχη αρχοντοπούλα. Ωστόσο, υπάρχει ένα και μοναδικό κακό πρόσωπο. Ένας άγγλος αρχαιοκάπηλος, που πλάθεται στο πρότυπο του Λόρδου Έλγιν και πρωταγωνιστεί στο ταξίδι τόσο του ερχομού του ήρωα στην Ελλάδα όσο και της επιστροφής του στην Αμερική. Αν και η αποδοκιμασία των εμπλεκομένων Ελλήνων στη λαφυραγώγηση αρχαίων παραμένει ήπια, ουδεμία σχέση με την σκωπτική κριτική του Τάκη Θεοδωρόπουλου στο πρόσφατο μυθιστόρημά του.
Συνοψίζοντας, το καινούργιο μυθιστόρημα του Ζουργού θα χαρακτηριζόταν, πέραν από πολιτικώς ορθό, χορταστικό, με ένα πρωτότυπο τίτλο, "η αηδονόπιτα", κάτι σαν την γλαρόσουπα, και όχι με χάππυ έντ, αλλά με ένα μακάριο τέλος, όπου η αγάπη δεν υπερβαίνει μόνο τα φυλετικά πάθη αλλά και τον ίδιο τον θάνατο, χάρις στη βαθιά πίστη των ηρώων που κλείνουν ραντεβού στην Άλλη Ζωή. Τέλος, να σημειώσουμε μια υφολογική συνάντηση δυο συνομηλίκων συγγραφέων, του Ζουργού και του Γιώργου Παναγιωτίδη. Στα μυθιστορήματα του Ζουργού και στο πρώτο του Παναγιωτίδη, "Ερώτων και αοράτων", υπάρχει μια τάση προς τον μεγαλοπρεπή λόγο, η οποία, εν μέρει μόνο, δικαιολογείται από το ρομαντικό κλίμα στο βιβλίο του πρώτου και το υπερφυσικό στο μυθιστόρημα του δεύτερου. Και οι δυο Βορειοελλαδίτες και δάσκαλοι. Άραγε πρόκειται για σύμπτωση ή μήπως είναι απότοκο μιας ορισμένης παιδείας;
Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 30 Μαΐου 2008

Ενυπνιογράφοι και καταγραφείς ονείρων

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ "Τα όνειρα και οι μοίρες" Μετ.: Νίκος Δομαζάκης Εκδόσεις: Χατζηνικολή Απρίλιος 2008

Δημοσθένης Βουτυράς "Τα σύμβολα στα όνειρα" Εισαγωγή: Βάσιας Τσοκόπουλος Εκδόσεις: Φαρφουλάς Δεκέμβριος 2007

Δυο πρόσφατα βιβλία επαναφέρουν το θέμα των ονείρων, αμιγές, χωρίς φροϋδικές συνιστώσες, ή μάλλον ακριβέστερα, των δυο συμπαθών, αν και τελικά διαφορετικών, κατηγοριών συγγραφέων, των ενυπνιογράφων και των καταγραφέων ονείρων. Αναμφιβόλως συμπαθών, αφού κυνηγούν την γοητεία του ονείρου, όπου η διάκριση σε δυο ομάδες είναι απαραίτητη, έστω και ονοματίζοντάς τες κάπως αυθαίρετα, καθόσον υπάρχουν οι λογοτέχνες ενυπνιογράφοι, που εμπνέονται από το μυστήριο ή και τον παραλογισμό του ονείρου και το χρησιμοποιούν ως υλικό μυθοπλασίας και οι καταγραφείς ονείρων, λογοτέχνες και επιστήμονες, που σημειώνουν τις νυχτερινές τους περιπέτειες, με σκοπό να αναλύσουν τα χαρακτηριστικά τους, οι μεν λογοτέχνες προς κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής, αναγκαία για το πλάσιμο ενός ήρωα, οι δε επιστήμονες και λοιποί ενδιαφερόμενοι, για να προτείνουν ερμηνευτικά κλειδιά. Το στοιχείο που, στις δυο περιπτώσεις, διαφοροποιεί τα πεζά είναι η ελλειπτικότητα των λογοτεχνικών ενυπνιακών διηγήσεων έναντι των αναλυτικών καταγραφών των ονείρων. Εν προκειμένω, χαρακτηρίζουμε ενυπνιογράφο τον Δημοσθένη Βουτυρά και καταγραφέα ονείρων, όσο αφορά το συγκεκριμένο και μόνο βιβλίο, την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Δυο λογοτέχνες, από κάθε άποψη διαφορετικοί, σε μια συνάντηση λόγω του θέματος των πρόσφατων βιβλίων τους, που τυγχάνουν και επετειακά.
Πάλι, όμως, επέτειοι και ποιος, τελικά, είναι ο προορισμός τους; Κατά την ταπεινή μας γνώμη, της τιμής και της αντίχαρης για τη χάρη των αναγνωστικών εμπειριών που μας δίνουν τα βιβλία τους. 1/4σο για τις κριτικές αναθεωρήσεις του έργου τους, αυτές καλό είναι να γίνονται εκτός εορταστικών εκδηλώσεων. Στις 27 Μαρτίου συμπληρώθηκε πεντηκονταετία από τον θάνατο του Δημοσθένη Βουτυρά. Επέτειος, που θα αναμενόταν να συγκαταλέγεται στις εορταζόμενες του 2008, τουλάχιστον ως παράπλευρη, όπως τα πενηντάχρονα από το θάνατο του Ξενόπουλου. Αν και μετά την πρόσφατη καραγάτσια αποδόμηση, μακάριοι οι λησμονηθέντες. Στις 17 Δεκεμβρίου του παρελθόντος έτους έκλεισε εικοσαετία από το θάνατο της Γιουρσενάρ, ενώ η ελληνική έκδοση των "Ονείρων..." της γίνεται εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη του 1938. Και βεβαίως, η επέτειος της Γιουρσενάρ τιμήθηκε όχι μόνο στη χώρα της αλλά και στην πάντοτε γαλλόφωνη Αθήνα. Και οι δυο συγγραφείς άφησαν εκτεταμένο έργο, ίσως και γιατί αμφότεροι μακροημέρευσαν, πεθαίνοντας περί τα μέσα της δέκατης δεκαετίας του βίου τους. Στα 78 της η Γιουρσενάρ πρόλαβε να γίνει μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Στην ίδια περίπου ηλικία ήταν ο Βουτυράς, όταν προσπάθησε, εις μάτην, δυο φορές να εκλεγεί στην καθ' ημάς Ακαδημία.
Ακριβώς, για να τιμήσει επετειακά τον Βουτυρά, φτιάχνει το βιβλίο ο Βάσιας Τσοκόπουλος, όπως είχε αρχίσει προ δωδεκαετίας να καταρτίζει τα Άπαντά του, για να στεγάσει τα περισσότερα από πεντακόσια δημοσιευμένα διηγήματά του, τα οποία ποτέ δεν ολοκλήρωσε λόγω ανωτέρας, τουτέστιν εκδοτικής, βίας. Στην εισαγωγή του, θυμίζει πως με τον ύπνο και όχι με τον ξύπνιο αρχίζουν και "Ο Λαγκάς" του 1903, που λογαριάζεται ως το πρώτο εκτενές διήγημα του Βουτυρά και το ημιτελές τελευταίο του, ενώ, στο ενδιάμεσο, πλείστα όσα ανακατώνουν όνειρα στην αφήγηση, όταν δεν στηρίζονται καθ' ολοκληρίαν σε αυτά.
Στο βιβλίο αναδημοσιεύονται πέντε διηγήματα, παρατεταγμένα κατά τη χρονολογική σειρά της πρώτης τους δημοσίευσης, από το 1916 έως το 1937 (αν και στο ένα έχει παραληφθεί η χρονολογία), και ένα παρένθετο από τα πρώτα του 1902, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό του πειραιώτη φίλου και συμβούλου του κατά το συγγραφικό του ξεκίνημα, Γεράσιμου Βώκου. Ακόμη, ανθολόγιο με ενυπνιακά αποσπάσματα από τριάντα τέσσερα διηγήματα, που κατάρτισε ο Διαμαντής Καράβολας. Στα περισσότερα διηγήματα, συμβάντα της ζωής εναλλάσσονται με όνειρα, όπου ο Βουτυράς υιοθετεί την υποκειμενική οπτική, δίνοντας στις ενύπνιες περιπέτειες τη διάσταση του πραγματικού. Μόνο που σε αυτήν την πραγματικότητα χωρούν παράλογες ενέργειες και παραφυσικά φαινόμενα. Εντυπωσιακής ζωντάνιας δυο διηγήματα, που εκκινούν στο μέσον ενός ονείρου και μόνο στην τελευταία παράγραφο ο ενυπνιαστής επανέρχεται σε γνώριμες καταστάσεις, οπότε και συνειδητοποιεί τα ερεθίσματα που έφεραν τις ονειρικές παραισθήσεις. 1/4σο για την σταχυολόγηση αποσπασμάτων ορισμένης θεματικής, που επιχειρεί ο Καράβολας, δίνει μια πρώτη εντύπωση για την έκταση της ενυπνιογραφίας στα διηγήματα, όχι όμως και για την ποιότητά της.
Ο Τσοκόπουλος προτάσσει των διηγημάτων μια διάλεξη του Βουτυρά, με τίτλο, "Τα σύμβολα στα όνειρα", και υπότιτλο, "1/4νειρα Ψυχή", που είχε δημοσιευτεί αυτοτελής σε βιβλιάριο, το 1933, προσθέτοντας την πληροφορία πως η ομιλία είχε γίνει εντός του έτους σε μία κάποια τεκτονική στοά των Αθηνών. Κατά τον επιμελητή, ο Βουτυράς δεν θα πρέπει να ήταν τέκτονας, ο ίδιος όμως αναφέρει πως ο πατέρας του, ο Νικόλαος Βουτυράς, ήταν παλαιός τέκτονας της εποχής του πολιτικού και επίσης τέκτονα Επαμεινώνδα Δεληγιώργη. Η ομιλία του Βουτυρά εκκινεί με το αρχαίο όνειρο πατροκτονίας του Λάϊου, για να τονίσει πως οι ενύπνιες προρρήσεις αποδεικνύονται αλάθητες, ανεξάρτητα αν τα σύμβολα των ονείρων είναι συχνά δυσνόητα. Και συνεχίζει, αφηγούμενος, δίκην παραδείγματος, δικά του όνειρα ή και φίλων του, με σταθερή κατακλείδα την, αργά ή γρήγορα, επαλήθευσή τους. Σε κάποιο σημείο της διάλεξής του, αρχίζει να μιλάει περί ψυχής και περί δημιουργίας του ανθρώπου, εκθέτοντας πώς αντιλαμβάνεται την επικοινωνία με το επέκεινα. Αν, όμως, θεωρητικολογώντας χάνεται σε μεταφυσικούς δαιδάλους, λειτουργώντας ως συγγραφέας, δηλώνει ότι άρχισε από νωρίς να προσέχει τα όνειρά του, διδασκόμενος από αυτά πως να στήνει τις ενυπνιάσεις των ηρώων του.

Παρομοίως, και η Γιουρσενάρ εξομολογείται πως, από μικρή, έδινε μεγάλη προσοχή στα όνειρά της, αν και δεν προσδιορίζει από πότε άρχισε να κρατά σημειώσεις. Πάντως, είχε συγκεκριμένο ρεπερτόριο ονείρων, όπου τα ίδια πρόσωπα επανεμφανίζονταν, σε αναγνωρίσιμους, από προηγούμενα όνειρα, τόπους. Στη διάλεξή του ο Βουτυράς, κάνει μια πρώτη απόπειρα ταξινόμησης των ονείρων. Πλέον συστηματική δείχνει η η Γιουρσενάρ, διαχωρίζει, όμως, κι αυτή τα γνήσια, τρόπον τινά, όνειρα, από εκείνα που προκαλεί η δυσπεψία, όχι μόνο του στομάχου, αλλά και της μνήμης, όταν μπλοκάρεται στις καθημερινές εμμονές. Ο Βουτυράς δεν κρύβει πως αντιλαμβάνεται τα όνειρα σαν προμηνύματα της ψυχής ή και αγγελιοφόρους των νεκρών. Διαφορετικής παιδείας η Γιουρσενάρ, αρκείται να παραλληλίσει την εμπειρία του ενυπνιαστή με αυτήν του ποιητή. 1/4σο για τις θεωρίες περί ονείρων, από τον Αρτεμίδωρο μέχρι τον Φρόϋντ, τις συνοψίζει με τη διαπίστωση πως τα όνειρα συνιστούν σύστημα εικόνων, που μπορεί να μην προβλέπει το μέλλον του ενυπνιαζομένου αλλά αποκαλύπτει το παρόν και το παρελθόν του, τουτέστιν την ψυχοσύνθεσή του.
Ερχόμενοι στην ποιότητα των ονειρικών εικόνων, ο μεν Βουτυράς ουδόλως αναφέρεται στην χρωματική τους γκάμα, σαν να συμφωνεί με τους ψυχολόγους, που διατείνονται πως βλέπουμε ασπρόμαυρα όνειρα, σε αντίθεση με την Γιουρσενάρ, που πιστεύει στα έγχρωμα όνειρα και μάλιστα, υποστηρίζει πως η ένταση των χρωμάτων στις ονειρικές εικόνες είναι δείγμα της ποιότητας ενός ονείρου. 1/4πως φαίνεται, οι δυο συγγραφείς διαφωνούν και ως προς την ηχητική επένδυση των ονείρων. Παρόλο που δεν υπάρχει σχετικό σχόλιο του Βουτυρά, οι αφηγήσεις του ονείρων στηρίζονται στους διαλόγους, που, ίσως, να είναι και υπερβαλλόντως ζωηροί για τους διαμειβόμενους σε ένα ενύπνιο. Ενώ, σύμφωνα με την εμπειρία της Γιουρσενάρ, τα όνειρα είναι βουβά ή μάλλον ακριβέστερα, κατά την ανάκλησή τους τα λόγια που ανταλλάχτηκαν έχουν λησμονηθεί. Βαθιά χαραγμένες μένουν οι εντυπώσεις των ονείρων, συχνά συγχεόμενες με τις αναμνήσεις πραγματικών συμβάντων, καθώς κοινό χαρακτηριστικό ενυπνίου και μνημονικής ανάκλησης είναι ο αποσπασματικός χαρακτήρας τους, σαν σπαράγματα, που προβάλλονται σε εκείνο το ανυπόφορο λευκό της λήθης.
Για την Γιουρσενάρ, το όνειρο αντιπροσωπεύει το ανεξερεύνητο της ψυχής και χρειάζεται ένας Βάσκο ντε Γκάμα ή ένας Κολόμβος για να χαρτογραφήσει αυτές τις σκοτεινές περιοχές. Πίστευε πως ούτε ο Προυστ ούτε οι υπερρεαλιστές, παρά την εντατική τους ενασχόληση, φώτισαν τους ενύπνιους τόπους, μια και η κύρια έγνοιά τους ήταν πως να μεταμορφώσουν τους ονειρικούς συμβολισμούς σε λογοτεχνία. Γι΄ αυτό κι αυτή, προσπαθώντας να συμβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση, αφηγείται τα όνειρά της διεξοδικά, με εξαντλητικές περιγραφές, ιδιαίτερα των τοπίων. Στις διηγήσεις της, ο ενυπνιαστής βρίσκεται συνήθως μόνος, σπανιότερα, με ένα ακόμη άτομο, ενώ το πλήθος, όταν εμφανίζεται, συνιστά απειλή. Αυτή η εντύπωση ενισχύεται, καθώς, στο όνειρο, ο χώρος διαστέλλεται και οι διαφορετικές εποχές συγχέονται. Αναμφιβόλως, τα όνειρά της προβάλλουν σκοτεινότερα από τα ενύπνια του Βουτυρά, παρά την εντύπωση της εκ των υστέρων εκλογίκευσης, που δημιουργεί η αφήγηση.
Η έκδοση του βιβλίου της Γιουρσενάρ, όπως και του Βουτυρά, μπορεί να εκληφθεί ως επετειακή, από την άλλη, προσθέτει έναν ακόμη τόμο στα Άπαντά της, ελληνιστί, καθώς, με αυτό το βιβλίο, οι εκδόσεις Χατζηνικολή συμπληρώνουν μια τριαντακονταετία μεταφράζοντας Γιουρσενάρ, όπου μετρούμε τουλάχιστον δεκαοκτώ βιβλία, συν τον Καβάφη της, τα θεατρικά της και τα "Γράμματα σε φίλους και όχι μόνο". Η αρχή έγινε το φθινόπωρο του 1978, με το μπεστ σέλλερ της Γιουρσενάρ, "Αδριανού απομνημονεύματα", σε μετάφραση της ίδιας της Ιωάννας Χατζηνικολή, την οποία είχε επαινέσει και ο Κ.Θ.Δημαράς. Η Χατζηνικολή συνέχισε, με τη βοήθεια και άλλων, όπως η Κατερίνα Ζαρόκωστα στο "Χαριστική βολή", η Βάσω Ξανθάκη-Σολωμού στο "Με την επιφύλαξη της εξακρίβωσης", η Τερέζα Παναγιώτου στις εκδόσεις των τελευταίων χρόνων και ο Νίκος Δομαζάκης, αρχικά ως βοηθητικός στη "Σμίλη του χρόνου" και κατά αποκλειστικότητα στο πρόσφατο. Ίσως, κάποτε, η Χατζηνικολή να ανιστορήσει αυτήν τη σχέση αφοσίωσης με τους συγγραφείς του οίκου της, υπό την διπλή ιδιότητα, μεταφραστή και εκδότη.
Προφανώς, η Γιουρσενάρ δεν ήταν μόνο καταγραφέας ονείρων, αλλά, από μιας αρχής, και ενυπνιογράφος. Την ίδια χρονιά με τα "1/4νειρα...", το 1938, εξέδωσε και τα "Διηγήματα της Ανατολής", αφιερωμένα στον Ανδρέα Εμπειρίκο, σαν αποχαιρετισμό στα ταξίδιά τους. Μαζί του, στην Κωνσταντινούπολη, είχε αρχίσει τις "Φωτιές". Για να μνημονεύσουμε δυο από τα πρώτα βιβλία της, με ονειρικές σκηνές, όπως και τα "Απομνημονεύματα του Αδριανού" του 1951 και η "Άβυσσος" του 1968, από τα οποία αποσπάσματα τίθενται ως προμετωπίδα στη μεταθανάτια έκδοση των "Ονείρων..." του 1991. Σύμφωνα με δική της σημείωση του 1970, είχε πάντοτε την πρόθεση μιας δεύτερης έκδοσης, επαυξημένης με πιο πρόσφατα όνειρα. Αν, όμως, δεν προλάβαινε, όριζε την προμετωπίδα, ενώ συνεχώς συμπλήρωνε με σημειώσεις έναν φάκελλο προετοιμασίας. Μια επιλογή από αυτές δημοσιεύονται στο βιβλίο ως επίμετρο.
Εν κατακλείδι, στις ημέρες μας, ενυπνιογράφοι αλλά και καταγραφείς ονείρων φθίνουν. Διαβάζοντας, στα βιβλία νεότερων, αφηγήσεις ονείρων, αρχίζει κανείς να ανησυχεί μήπως και σταμάτησαν οι συγγραφείς να βλέπουν όνειρα.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

"Στήμονες οι ηδυπαθείς"

Ευαγγελία Κόσσυβα
"Στήμονες οι ηδυπαθείς"
Εκδόσεις Πλανόδιον
Δεκέμβριος 2007

Συνολικά τριάντα επτά πεζά, δημοσιευμένα κατά την τελευταία δεκαετία στις ημερήσιες εφημερίδες "Θάρρος" της Καλαμάτας και "Ημέρα" των Πατρών, καθώς και στα περιοδικά "Flash" της Κ
και "Πλανόδιον" των Αθηνών, σύμφωνα με την διευκρινιστική περί των πρώτων δημοσιεύσεων σημείωση στο τέλος του βιβλίου. Κατά μια σημερινή αντίληψη περί λογοτεχνικότητας, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν παλαιομοδίτικα, και θεματικά και υφολογικά. Κατ' αρχήν, θεματικά, καθώς ζωντανεύουν τρόπους διαβίωσης και οικογενειακούς δεσμούς αλληλοεξάρτησης παρελθοντικών εποχών, κυρίως, όμως, γιατί εξυμνούν ανθρώπινες αρετές, που έχουν προ πολλού απαξιωθεί, όπως, λ.χ., η αξιοπρέπεια. Επίσης, υφολογικά, δεδομένου ότι συνάδουν με ένα αλλοτινό λογοτεχνικό γούστο, που αρεσκόταν στην πληθώρα των καλολογικών στοιχείων και την αφθονία των σημείων στίξεως. Ωστόσο, αυτός ο, τρόπον τινά, παρωχημένος χαρακτήρας τους κατορθώνει να δημιουργήσει διάθεση νοσταλγίας, έτσι όπως αναδεύονται αισθήματα πικρίας και θλίψης, σπανιότερα και ευδαιμονίας. Μας θύμισε τα βιβλία δυο άλλων συγγραφέων, της Μαρίας Κοτοπούλη και της Μαρίας Πάλλα, όχι ακριβώς ομοιάζοντα, αλλά της ίδιας ευαισθησίας, με μια παραπλήσια μεταφυσική αγωνία.

Εκ πρώτης όψεως, τα πεζά είναι αυτοτελή, ωστόσο υπάρχουν υπόγειες διασυνδέσεις, που δημιουργούν επιμέρους ενότητες. Ανάμεσά τους, η μεγαλύτερη είναι αυτή της αρρώστιας και του θανάτου, έναντι μιας κατά πολύ μικρότερης των ερώτων. Σε παραλλαγές οι ασθένειες, κυρίως οι ανίατες, με έμφαση στην επάρατο νόσο, ενώ οι ιστορίες περιορίζονται σε κοινούς τόπους^ στο ένα τονίζεται η μητρική αφοσίωση, στο δεύτερο η συζυγική αδιαφορία, ενώ, σε δυο άλλα, παρουσιάζεται το σημερινό πρόσωπο της ιατρικής αντίκρυ στην αγωνία ενός στενού συγγενή, όταν για τον γιατρό ο ασθενής δεν είναι παρά μια απρόσωπη περίπτωση. Παρά την πλάγια οπτική που υιοθετεί η αφήγηση, δεν αποφεύγει τη συναισθηματική φόρτιση. Μόνο ένα πεζό, το "Οδός Ιατροπούλου", καταλήγει σε μια πρωτότυπη σύλληψη, δένοντας την απειλή του θανάτου με την ερωτική πρόκληση. Σε παραλλαγές και ο θάνατος. Σε ορισμένα πεζά, κατ' αναδρομή η αφήγηση, αρχίζει με την τελευτή του βίου, σκιαγραφώντας στο ένα τη δύσκολη μοίρα ενός μοναχικού ανθρώπου και σε δύο άλλα, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που αποκτά η ζωή, όταν κάποιος εμφορείται από αφοσίωση προς ένα πρόσωπο.

Περισσότερο φιλόδοξα τα πεζά που κινούνται στο μεταφυσικό πεδίο, όπως αυτά με τον γιο, που, μετά το θάνατο του πατέρα του, συνειδητά ή και ασύνειδα, σαν να επικοινωνεί μαζί του, επαναλαμβάνοντας μιμητικά κάποιες δικές του πράξεις ή και κινήσεις. Σε τρία πεζά, ο σκηνικός χώρος είναι το νεκροταφείο, εκεί όπου οι φροντίδες του ταφικού μνημείου έχουν χαρακτήρα τελετουργικό. Πράξεις που, ως επί το πλείστον, τελούνται μηχανιστικά, όταν δεν επαφίενται σε τρίτους επ' αμοιβή, εκτός κι αν ο πενθών ανήκει στη χορεία των πιστών, οπότε βιώνει μια επικοινωνία με τις ψυχές. Τα κάλαντα στο μνήμα και οι λιχουδιές, μελομακάρονο και κουραμπιές, που τοποθετούνται δίπλα στη φωτογραφία και το καντήλι, μας θύμισαν εκείνο το παραδοσιακό γεύμα στα μνήματα, που, τόσο παραστατικά, περιγράφει ο Κοσμάς Χαρπανίδης, σε ένα από τα πρώτα διηγήματά του.

Ορισμένα από τα υπολειπόμενα πεζά διαφεύγουν προς την παραμυθητική διήγηση, ενώ άλλα παίρνουν σπονδυλωτή μορφή, παρακολουθώντας μια συνειρμική αλληλουχία, που ξεκινά από ερεθίσματα της καθημερινής ζωής. Τα πλέον αδύναμα έχουν διδακτικό χαρακτήρα, με τα πιο εμπνευσμένα να εκφράζουν προσωπικά συναισθήματα, κυρίως ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Ενδιαφέρον στοιχείο ολόκληρης της συλλογής συνιστά η προνομιούχος επαφή με τη φύση, που έχει ως αποτέλεσμα έναν πηγαίο λυρισμό. Επαφή οικεία σε ανθρώπους της υπαίθρου, μεγαλωμένους δίπλα σε ένα δένδρο που φύτευσαν οι ίδιοι ή οι γεννήτορές τους, σχεδόν, όμως, εξωτική για τον κάτοικο του άστεως, για τον οποίο ένα φύλλο αρμπαρόριζας δεν ανακαλεί καμία αίσθηση ούτε καν εικόνα.

Τα καλύτερα της συλλογής διαδραματίζονται σε ένα χτήμα, χωρίς αναφορά γεωγραφικών συντεταγμένων, εκ των συμφραζομένων όμως πελοποννήσιο. Αφηγηματικά το χτήμα, με την πανδαισία χρωμάτων και αρωμάτων, προβάλλει ως θαυμαστός κόσμος. Για τον αθηναίο αναγνώστη, τα ονόματα ορισμένων φυτών μένουν άγνωστες λέξεις. Μόνο οι παπαρούνες, με τους "ηδυπαθείς στήμονες", μπορούν να του ξυπνήσουν κάποιες αναμνήσεις, μαζί με θλίψη, αφού, εδώ και χρόνια, οι ευαίσθητες παπαρούνες έχουν εγκαταλείψει το κλεινόν άστυ. Μόνο σε μέρη απόκεντρα, όπως οι γραμμές του ηλεκτρικού, προβάλλουν και πάλι αντέχουν λίγες μόνο ημέρες.

Ήδη ο τίτλος του βιβλίου, που μόλις μνημονεύσαμε, προϊδεάζει πως στα πεζά υπάρχει ένας ακόμη παράγοντας, η γλώσσα, που, σε ορισμένα γίνεται το κυρίως θέμα, καθώς παίζουν με ρηματικούς τύπους και λόγιες λέξεις, εκκινώντας από εκεί την αφήγηση ενός περιστατικού. Αν και η προφανής ευχέρεια στη χρήση της γλώσσας δεν καταλήγει πάντοτε προς όφελος της γραφής. Τα παρά προσδοκίαν επίθετα ή και οι μεταφορές μπορεί να διασκεδάζουν την αφήγηση, τα στερεότυπα όμως κοσμητικά επίθετα και οι πολυχρησιμοποιημένες μεταφορές την βαραίνουν. Το ίδιο συμβαίνει και με το ποιητικό ύφος, όταν δεν φαλτσάρει προς το ποιητικίζον. Η εύφορη γλώσσα της Κόσσυβα αναδεικνύεται στις περιγραφές, είτε πρόκειται για συναισθηματικές καταστάσεις είτε για τόπους και παραδοσιακές ασχολίες, όπως εκείνη η εκπληκτική στις λεπτομέρειές της ετοιμασία του καλαθιού με τα τρόφιμα και τα λοιπά καλούδια που στέλνει η μάννα από το χωριό στα παιδιά της στην Αθήνα. Ιεροτελεστία χαμένη στα χρόνια της αθωότητας της ελληνικής επαρχίας ή, από μια σύγχρονη οπτική, της υπανάπτυξης.

Μ. Θ.

ατυχής αφιέρωση


"Πόρφυρας" Τεύχος 126 Μάρτιος 2008 Κέρκυρα

Ολόκληρο το τεύχος καλύπτεται από ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στον γνωστό μουσικοσυνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Εκτός αφιερώματος, ως προσθήκη των τελευταίων σελίδων, δημοσιεύεται για πρώτη φορά ένα κείμενο του Θωμά Βελιανίτη, γραμμένο το 1950. Γ
τα βιογραφικά του Βελιανίτη πληροφορεί σημείωση στο τέλος του κειμένου. Γεννήθηκε στους Παξούς, το 1877, κ
πέθανε στην Αθήνα, το 1950. Σ
νομικά και υπηρέτησε στο υπουργείο Εσωτερικών. 1/4ταν απελευθερώθηκε η Πρέβεζα, στις 2 Νοεμβρίου 1912, α
τη θέση του Διοικητικού Επιτρόπου.

Το κείμενο του Βελιανίτη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αφορά σημαντικές προσωπικότητες της αφετηρίας του νεοελληνικού κράτους. Κατ' αρχάς,τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον κορυφαίο Ευρωπαίο διπλωμάτη της εποχής του και μέγα Έλληνα πολιτικό, όπως τον χαρακτηρίζει ο ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος στην προ δεκαετίας εκδοθείσα μονογραφία του. Ακολούθως, τον ποιητή και πρώτο στα καθ' ημάς μυθιστοριογράφο Παναγιώτη Σούτσο. Και τέλος, τον Αλέξανδρο Στούρτζα, φιλόλογο και διπλωμάτη, από τη μεγάλη ελληνική οικογένεια των βογιάρων της Μολδαβίας, που οι ρίζες της φθάνουν ως τον 13ο αιώνα, γιο του Σκαρλάτου Στούρτζα και της Σουλτάνας, το γένος Μουρούζη, πρωτίστως, όμως, αδελφό της Ρωξάνδρας Στούρτζα, του μεγάλου πλατωνικού έρωτα του Κυβερνήτη.

Πιο συγκεκριμένα, το κείμενο αναφέρεται στον πρώτο τόμο, "Ποιήσεις", του Παναγιώτη Σούτσου, που τυπώθηκε στο Ναύπλιο, στην Εθνική Τυπογραφία, το 1831. Π
, στον τρίτο τόμο της "Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού 1770-2000", ο Αλέξ
Πολίτης προσδιορίζει πως τυπώθηκε τον Ιανουάριο του 1831, σ
ταυτόχρονα με τον "Δήμο και Ελένη" του Α.Ρ.Ραγκαβή. Ωστόσο, κρίνοντας εκ των περιοχομένων, η έκδοση έγινε μεν εντός του 1831, α
, ασφαλώς, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, στις 27 Σεπτεμβρίου. Στον τόμο δημοσιεύεται το "ποίημα δραματικόν" "Οδοιπόρος" μαζί με άλλα ποιήματα, τιτλοφορούμενα "Ερωτικά" και "Ελεγεία". Μεταξύ αυτών, το ποίημα "Λείψανο του Ιωάννου Καποδίστρια". Ο Βελιανίτης παραθέτει μακριά αποσπάσματα από τον πρόλογο του Σούτσου, που δείχνουν τα εχθρικά του αισθήματα για τον Καποδίστρια, τον οποίο και θεωρεί τύραννο της πατρίδος. 1/4μως αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά, το ενδιαφέρον της δημοσίευσης βρίσκεται στην άστοχη αφιέρωση του τόμου "Ποιήσεις" στον Αλέξανδρο Στούρτζα.

Απορεί κανείς δεν γνώριζε ο Παναγιώτης Σούτσος τον στενό φιλικό δεσμό του Στούρτζα με τον Κυβερνήτη. Πώς θα ήταν ποτέ δυνατό να πιστεύει ότι με την αφιέρωση θα μπορούσε να προσεταιριστεί τον αδελφό της Ρωξάνδρας Σούρτζα. Ο Βελιανίτης περιορίζεται να αναφέρει πως ο Στούρτζας εργάστηκε στη ρωσική υπηρεσία και ήταν βοηθός του Καποδίστρια. Ακόμη πως αγαπούσε την Ελλάδα και εξέδωσε γαλλιστί το έργο, "Η Ελλάδα στα 1821". 1/4μως ο Στ
αντιπροσώπευε για τον Καποδίστρια πολύ περισσότερα πράγματα.

Πέντε χρόνια μικρότερος της Ρωξάνδρας, γεννηθείς το 1791
Ιάσιο της Μολδαβίας, στάθηκε μέχρι τέλους ο αγαπημένος της αδελφός και ταυτόχρονα, ο έμπιστος του Καποδίστρια. Η οικογένεια Στούρτζα γνώρισε τον Καποδίστρια το 1809, ό
εκείνος έφθασε στην Πετρούπολη, επίσημα προσκεκλημένος από τον Τσάρο, και διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών. Τότε η εικοσιτετράχρονη Ρωξάνδρα ήταν κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας. Οι ρομαντικές ψυχές μπορούν να φανταστούν τον κόμη και τη νεαρά κυρία επί των τιμών να στροβιλίζονται στα σαλόνια των ανακτόρων ή να πίνουν τσάι κουβεντιάζοντας για τα κυοφορούμενα στην Ελλάδα, ίσως τή παρουσία του μόλις δεκαοχτάχρονου εξαδέλφου της Ρωξάνδρας, πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη. Το σίγουρο είναι πως για τρία χρόνια, ο Καποδίστριας ήταν ο καθημερινός επισκέπτης της οικογένειας Στούρτζα. 1/4ταν έφυγε, ο Αλέξανδρος τον ακολούθησε. 1/4πως γράφει η Ελένη Κούκκου, στην εξαίρετη "ιστορική βιογραφία", "Ιωάννης Καποδίστριας - Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη", η ξαφνική αποστολή τού μόλις εικοσάχρονου μαθητευόμενου διπλωμάτη στο Βουκουρέστι και η τοποθέτησή του στο διπλωματικό γραφείο του Καποδίστρια είχε γίνει με πρωτοβουλία του ίδιου του Καποδίστρια, αφού, ως αδελφός της Ρωξάνδρας, αποτελούσε τον αναγκαίο κρίκο για να διατηρηθεί η επαφή με την αγαπημένη του. Και ο Αλέξανδρος παρέμεινε δίπλα στον Καποδίστρια μέχρι τέλους. Δικό του είναι και το "Σχέδιον περί εθνικής ανατροφής και δημοσίου παιδείας εις την Ελλάδα. Ιδέαι προκαταρκτικαί" για την οργάνωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που επιχειρούσε ο Καποδίστριας το 1829. Σ
συνέχεια παραστάθηκε στην αδελφή του, που πέθανε δεκατρία χρόνια αργότερα, στις 16 Ιανουαρίου 1844, η
Κυριακή, χωρίς ποτέ να συνέλθει από το θάνατό του Κυβερνήτη. Δέκα χρόνια αργότερα, πέθανε ο Αλέξανδρος Στούρτζας, το 1854.

Κ
επανερχόμαστε στην αφιέρωση του Παναγιώτη Σούτσου, την οποία αποποιείται αγανακτισμένος ο Στούρτζας, με επιστολή του από την Οδησσό, δημοσιευμένη στον "Αθηναϊκό Καθρέπτη" και χρονολογούμενη, 7 Αυγούστου 1832. Τ
, τα νέα αργούσαν να φθάσουν, πόσω μάλλον τα βιβλία. Ενδεικτικά, η είδηση της δολοφονίας του Καποδίστρια έκανε ένα μήνα για να φθάσει στις ευρωπαϊκές χώρες και κοντά δύο μήνες για να γίνει γνωστή στην Οδησσό, όπου κατοικούσε η Ρωξάνδρα. Στο ενδιάμεσο, αυτή έγραφε ανεπίδοτες επιστολές. 1/4πως θυμίζει ο Στούρτζας στην επιστολή του, αυτός μεσίτευσε στον Καποδίστρια για να διορισθεί ο Σούτσος, αρχικά, πρώτος γραμματέας της Εθνικής Συνέλευσης του Άργους και κατόπιν, στις 8 Φεβρουαρίου 1830, Γ
της Γερουσίας. Κι αν αργότερα ο Κυβερνήτης τον απομάκρυνε -τύποις παραιτήθηκε στις 8 Ιουλίου 1831- α
οφειλόταν στις δόλιες κινήσεις του Σούτσου, που ενδιαμέσως είχε ταχθεί με τους επαναστάτες της 3/4δρας και όπως απεκάλυψε η κατασχεθείσα αλληλογραφία του, τους είχε γνωστοποιήσει απαξάπασες τις ενέργειες και αποφάσεις της Γερουσίας.

Να σημειώσουμε πως όταν γραφόταν το κείμενο του Βελιανίτη, δεν είχε ακόμη ερευνηθεί από την Κούκκου το Αρχείο της οικογένειας Στούρτζα, που απεκάλυψε τις προσωπικότητες της Ρωξάνδρας και του Αλέξανδρου Στούρτζα, καθώς και τις στενές σχέσεις τους με τον Καποδίστρια. Ιστορικός με σημαντικό έργο η Ελένη Κούκκου, το οποίο στηρίχτηκε σε μακρόχρονες αρχειακές έρευνες. Παρ' όλα αυτά, ο προ έτους θάνατός της πέρασε μόνο στις καταχωρήσεις των κηδειών και οι λιγοστές νεκρολογίες δημοσιεύτηκαν πολύ αργότερα.

Αυτά για μια άστοχη αφιέρωση του 1831, σ
βιβλίο που, κατά τους φιλολόγους, οριοθετεί την επίσημο είσοδο του ρομαντισμού στην Ελλάδα. 1/4που γεννιέται το ερώτημα, πόσο εμφορούμενος από τις ιδέες του ρομαντισμού μπορεί να είναι ένας συγγραφέας ή και ποιητής, όταν συνθέτει ένα ποίημα που επιχαίρει για μια δολοφονία.

Μ. Θεοδοσοπούλου

ιντιάνος ποιητής και το κτήμα στα Αππαλάχια Όρη

Γιώργης Παυλόπουλος "Γράμματα από την Αμερική" Πρόλογος-επιμέλεια Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος Εκδόσεις Γαβριηλίδης Μάρτιος 2008

Από τότε που διαβάσαμε τα γράμματα του Νίκου Καχτίτση στον Γιώργη Παυλόπουλο, μας είχε γεννηθεί η απορία τι σόι επιστολογράφος να είναι ο Παυλόπουλος. Γιατί μια αλληλογραφία δεν είναι παρά ένας διάλογος, όπου το ένα σκέλος προκαλεί ή και παρασύρει το άλλο σε εκμυστηρεύσεις. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι προφανές πως ο Παυλόπουλος δεν αναθέρμαινε απλώς τις κοινές αναμνήσεις τους αλλά ερέθιζε τις φαντασιώσεις του Καχτίτση, εισχωρώντας στον φανταστικό του κόσμο ή ίσως ορθότερα, πλάθοντάς τον από κοινού μαζί του. 1/4πως κι αν έχει, ο αφηγηματικός λόγος του Παυλόπουλου παρέμενε ανοιχτός σε υποθέσεις, όπως συμβαίνει πάντοτε με τους ποιητές, εκτός κι αν κρατούν ημερολόγιο ή αλληλογραφούν μετά μανίας, όπως ο Σεφέρης. 1/4μως, παρόλο που ο Παυλόπουλος θαύμαζε τον Σεφέρη και ως ένα βαθμό, επηρεάστηκε από το παράδειγμά του, "Μέρες" δεν φαίνεται να έχει γράψει, αν και με ορισμένους ανθρώπους, που αποφεύγουν την προβολή, ποτέ δεν ξέρεις. Πάντως, το έχουμε πάρει απόφαση, πως επιστολές Παυλόπουλου προς Καχτίτση δεν θα διαβάσουμε. Ακόμη κι αν έχουν διασωθεί, θα πρέπει να βρίσκονται στα χέρια κληρονόμων, όπως και τα γράμματα του Καχτίτση προς Γονατά και λοιπούς παραλήπτες. Και ως γνωστόν, οι κληρονόμοι φυλάσσουν ως κέρβεροι τα κατάλοιπα των αποθανόντων. Κάτι σαν το χρυσό αυγό της ταλαίπωρης κότας που της έλαχε να συγγενέψει μαζί τους.
Στον "Οδυσσέα", εκείνο το περιοδικό, που μια παρέα από παιδιά φανατικά για γράμματα τύπωνε μέσα στην Κατοχή, όσο πρόλαβε πριν μπούνε τα Τάγματα Ασφαλείας στον Πύργο, δημοσιεύτηκαν τα πρώτα ποιήματα του Παυλόπουλου. Συνολικά τέσσερα, που μόνο εν μέρει διασώθηκαν στη συγκεντρωτική έκδοση, με τη σοδειά της τεσσαρακονταπενταετίας, 1943-1997. Από το π
, "Ο νεκρός Γ.Π.", στο τέταρτο τεύχος, Δεκέμβριο 1943, ο ε
στίχος και το δεύτερο μισό, στο ποίημα "Μετάσταση". Σε παραλλαγή το "Ερημόνησο" του διπλού τεύχους, άνοιξη 1944, μ

σημείωση, Φθινόπωρο 1943. Κ
από τα δυο ποιήματα του τελευταίου τεύχους, το πρώτο, "Στροφή θανάτου", κόπηκε, ενώ το δεύτερο, "Αποκαθήλωση" περισώθηκε, κι αυτό με ξεσκαρτάρισμα στίχων αλλά κρατώντας τον τίτλο του.

Στο περιοδικό, όμως, ο Παυλόπουλος δημοσίευσε και ένα διήγημα, "Το πουλάρι", με χρονολογία 1943. Ή
μάλιστα, η δεύτερη συνεργασία του, στο διπλό τεύχος, χειμώνα 1944. Έ
παράξενο ερωτικό παραμύθι, γραμμένο από ένα νέο, που τελικά προτίμησε να γίνει ποιητής. Ίσως, συνέτειναν όσα συνέβησαν τα αμέσως επόμενα χρόνια. Στα ποιήματα επανέρχεται το πουλάρι, άλογο πια, ενώ στα πεζόμορφα, ο αφηγητής μόλις που διακρίνεται. Κι έτσι έμενε ζητούμενο, πόσο παραμυθάς θα ήταν ο Παυλόπουλος, αν έρχονταν αλλιώς τα πράγματα και γινόταν πεζογράφος. Απρόσμενη η απάντηση, μας την προσφέρει έτερος ηλείος αλληλογράφος του, ο Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος, με την έκδοση επιστολών του προς αυτόν. Ένα βιβλιάριο, που ανοίγει με προλογικό σημείωμα, τιτλοφορούμενο "στον αναγνώστη", κατά τη συνήθεια παλαιότερων καιρών, από όπου πληροφορούμεθα πως ο Παυλόπουλος, στον προφορικό του λόγο, είναι ένας συναρπαστικός και ακούραστος αφηγητής, πως διαθέτει την μαγική ικανότητα να καταλύει κάθε έννοια χρόνου και χώρου, προσδίδοντας και στα πιο απτά και απλά συμβάντα διαστάσεις μύθου. Επιπροσθέτως, μάλιστα, πως πρόκειται για έναν συστηματικό και ακαταπόνητο αλληλογράφο, ανεξάρτητα αν, μέχρι σήμερα, από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, δεν έχει εκδοθεί κανένα επιστολικό του ίχνος.

Για του λόγου το ασφαλές, ο Παπαδημητρακόπουλος μας σερβίρει τρεις επιστολές του Παυλόπουλου εξ Αμερικής, σταλμένες προ είκοσι δύο ετών. Ακριβέστερα, φέρουν ημερομηνίες, 14.8.'85, 9.9.'85 και 7.10.'85, ενώ ως τ
γραφής τους, προσδιορίζεται, το Waynesboro, λατι
στο άνοιγμα των επιστολών, με διευκρινιστική σημείωση του επιμελητή πως πρόκειται για μικρή πόλη στη Βιρτζίνια των Ηνωμένων Πολιτειών, ακριβώς νότια της Ουάσινγκτον. 1/4πως φαίνεται, ο Παυλόπουλος, μετά της συζύγου του, με αφορμή μεταπτυχιακές σπουδές του γιου τους στο Πανεπιστήμιο του Μαίρυλαντ, έμεινε κοντά διόμιση μήνες στην Αμερική, όχι δίπλα στο Πανεπιστήμιο, ούτε στην Ουάσινγκτον αλλά στο "ήσυχο" Γουέϊνσμπορο, φιλοξενούμενοι του ψυχιάτρου Ντίνου Ηλιόπουλου. Φίλος τους, αλλά, για τον αναγνώστη, γνωστότερος ως καχτίτσειος ήρωας. Οι επιστολές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κάτι σαν ταξιδιωτικό στις ανατολικές πολιτείες. 1/4σο για τα του ταξιδιού στη Φλόριδα, που έκανε στη συνέχεια ο Παυλόπουλος, θα πρέπει να του τα αφηγήθηκε προφορικά, άμα τη επιστροφή του. Ένα συναρπαστικό, τω όντι, ταξιδιωτικό κι ας πρόκειται για μέρη, που δεν θα τα έλεγες και εξωτικά. 1/4μως, ως γνωστόν, το ταξιδιωτικό δεν το φτιάχνει ο τόπος αλλά η αφήγηση. Και ο Παυλόπουλος, δίνει στα μέρη από όπου περνά ή επισκέπτεται, από "τα πεύκα της Ρέας" μέχρι το κτήμα στα Αππαλάχια όρη, μυθικές διαστάσεις.

Στο πρώτο γράμμα, η ανιστόρηση της αναχώρησης και της άφιξης, όπου ανακατεύονται μνήμες από τον Καχτίτση του '50,
από το Σεσίλ της Κηφισιάς, παραμονεύοντας μια αινιγματική κυρία, με τις πρώτες εντυπώσεις από τον ιντιάνο ποιητή Ρόμπερτ Χεντ. Από μια άποψη, αυτός αποβαίνει ο κεντρικός ήρωας του ταξιδιωτικού ή τουλάχιστον, είναι αυτός που δίνει στις επίπεδες αμερικανικές πολιτείες, την τρίτη τους διάσταση, του χρόνου, τουτέστιν της ινδιάνικης παράδοσης. "Κοιλάδα των άπειρων άστρων" αποκαλείται στα ινδιάνικα η κοιλάδα, όπου βρίσκεται η πόλη του Γουέϊνσμπορο. Και ο Χεντ έχει γράψει ένα ποίημα για 1/4το Τρελό Άλογο, τον μεγάλο στρατηγό των Ιντιάνων1/2, που ξεκινά με το στίχο, "Από τότε που η Αμερική σκότωσε το Τρελό Άλογο / έκανε για πάντα το φάντασμά του αθάνατο".

Στο δεύτερο γράμμα, κατ' αρχήν εντυπώσεις από το σπίτι όπου φιλοξενείται ο Παυλόπουλος. Η οικία ενός συλλέκτη των πλέον ανόμοιων πραγμάτων, τόσο παράταιρων που λες, μήπως και τα επενόησε ο επιστολογράφος, επιζητώντας να εντυπωσιάσει τον παραλήπτη με έναν μπορχεσιανού τύπου κατάλογο. Άποψη που ενισχύεται από όσα ακολουθούν για το ξενοδοχειακό μεγαθήριο της πρωτεύουσας των ΗΠΑ, όπου οι περιγραφές θυμίζουν αφήγημα επιστημονικής φαντασίας, καθώς, μάλιστα, "εν ενυπνίω", συνομιλεί μετά του Πόε. Απότομη προσγείωση, με τη θλιβερή είδηση του θανάτου του μικρότερου εξαδέλφου του, Σάκη Καράγιωργα, στις 17 Αυγούστου εκείνου του έτους, συγκάτοικού του στο υπόγειο της Ιωάννου Θεολόγου, στις αρχές του '50,
που φιλοξενούσε και τον Καχτίτση. Και ο Παυλόπουλος συνεχίζει με τα χειρόγραφα περιοδικά, τον "Ρίψασπι" και τον "Λωτό", που του είχε στείλει ο Καχτίτσης, χειμώνα του 1952, α
το Μόντρεαλ. Ή, ίσως και να του τα είχε δώσει πριν την αναχώρησή του, πάντως ήταν "επίτηδες γραμμένα" για τον φίλο του, τον Γιώργη, τα οποία όμως, ατύχησαν στα χέρια "βαθειά νυχτωμένων" φιλολόγων, όπως άλλωστε τόσο συχνά συμβαίνει.

Στο τρίτο γράμμα πρωταγωνιστεί ο Χεντ, Ιντιάνος από τη φυλή των Σόνυ, όπως διευκρινίζει ο Παυλόπουλος. Η πρώτη επαφή τους είχε γίνει με ένα γράμμα του στον Έλληνα ποιητή, που έγραψε "Το Κατώγι". Στην πρώτη τους συνάντηση, στο σπίτι του Ηλιόπουλου, ήπιαν Μπουτάρη και μίλησαν για ποίηση και για τους Ιντιάνους, κυρίαρχους μιας ολόκληρης ηπείρου που τους ξέκαναν. Ο Χεντ και η σύντροφός του είχαν έρθει από το Λούισμπουργκ της Δυτικής Βιρτζίνιας με ένα σαραβαλάκι, όπου ανέμιζε σημαία της Ελληνικής Επανάστασης. Η συνέχεια ήταν μια εκδρομή στο χτήμα του Χεντ. Εδώ, ο Παυλόπουλος προσθέτει ένα ακόμη χτήμα στη σειρά με τα μυθοποιημένα χτήματα. Αν και μακράν της ελληνικής επικράτειας, χαμένο στα Αππαλάχια, συγγενεύει, έστω και μόνο αφηγηματικά, με τα πελοποννήσια του Διονυσίου Κόκκινου και του Παπαδημητρακόπουλου ή και το ρουμελιώτικο του Χάρη Μαυρομάτη (ένας από τους ταλαντούχους εφετεινούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς).

Πλέον μυστηριώδες και επίφοβο προβάλλει το χτήμα του Χεντ, δίπλα σε αδιάβατο δάσος, με ένα "σπίτι αερικό", όπου τα αγρίμια μπαινοβγαίνουν και στο δοκάρι του καθιστικού σταφυλιάζει μια σφηκοφωλιά, σύμβολο ειρήνης στη φυλή του Χεντ. Ο οικοδεσπότης τούς επιδεικνύει αρχαία βέλη από οψιδιανή πέτρα και τους σερβίρει ένα γνήσια ινδιάνικο γεύμα. Ο φιλοξενούμενος ποιητής ανταποδίδει το φίλεμα, διαβάζοντας το ποίημα "Έρωτας", που αρχίζει με τους στίχους: "Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος απόστασα και βγαίνοντας από το δάσος / ένα δέντρο μοναχό στο φως το κόβεις αύριο με τη σειρά του το λησμονάς..." Μετά, οι δυο ποιητές και ο συλλέκτης ψυχίατρος πήγαν δίπλα στο ποτάμι, εκεί που κάποτε άρχιζε το μονοπάτι των ξυλοκόπων. Θα πρέπει να νόμιζαν πως είχαν μπει μέσα στο ποίημα. Τι να απόγινε ο ιντιάνος ποιητής; Κατά τα άλλα, δεν αποκλείεται το βιβλιάριο να σηματοδοτεί την αρχή έκδοσης της επιστολογραφίας του Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλου, έτερου μυστήριου αλληλογράφου.

Ο ΕΡΩΤΑΣ

Πρός Ζόφον

Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος απόστασα και βγαίνοντας από

το δάσος

ένα δέντρο μοναχό στο φως το κόβεις αύριο με τη σειρά του

το λησμονάς

εκεί που έγειρα στη ρίζα του με πήρε ο ύπνος βλέπω πάλι

όνειρο το τσεκούρι μου

γινόταν φίδι τύλιγε το δέντρο απ' τον κορμό του χώθηκε

στα φύλλα

τότε κείνο άνθισε με σκέπαζαν τ' άνθη του ο ίσκιος του δροσιά

γυναίκας που μ' αγκάλιαζε με ξαναγύριζε στην πρώτη μου ζωή

πρόσωπο δεν έβλεπα μόνο το γιασεμί στα σκοτεινά μαλλιά της

βάθαινα

μέσα σε δάκρυα και φιλιά και μπαίνοντας στη νύχτα τώρα

του ονείρου ήταν

καράβι το δέντρο κι άλμπουρο το τσεκούρι κι απάνω του δεμένοι

με το φίδι για σκοινί

εγώ με τη γυναίκα να μας κόβει ο άνεμος γυμνούς καθώς

η πελώρια πλώρη

έστριβε αργά προς το μεγάλο σκοτάδι.



Μ. Θεοδοσοπούλου