Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Ο Παπαδιαμάντης, η ατραξιόν και το άνωθεν μήνυμα

Τε­λι­κά, ο Πα­πα­δια­μά­ντης προ­σφέ­ρε­ται για κά­θε χρή­ση. Ατρα­ξιόν, μό­δα, χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο έ­θι­μο, πα­ρη­γο­ρία ψυ­χής, α­στεί­ρευ­τη πη­γή α­πό­λαυ­σης, ε­ξα­γώ­γι­μο κε­φά­λαιο. Ό,τι μπο­ρεί να βά­λει ο νους του αν­θρώ­που και λί­γα εί­ναι. Αν και Σκια­θί­της, εί­ναι ο με­γά­λος συγ­γρα­φέ­ας της πό­λης των Αθη­νών. Το μό­νο που έ­λει­πε ή­ταν έ­νας τό­πος προ­σκυ­νή­μα­τος. Ένα σπί­τι δι­κό του, μια κά­μα­ρη, ο­τι­δή­πο­τε τε­λο­σπά­ντων, που το ά­ο­κνο Υπουρ­γείο Πο­λι­τι­σμού θα α­να­κή­ρυτ­τε σε μνη­μείο. Προ ε­τών, ο σύλ­λο­γος φί­λων Πα­πα­δια­μά­ντη, ή ό­πως αλ­λιώς λέ­γε­ται, προ­σπά­θη­σε να κα­λύ­ψει το κε­νό. Ανα­καί­νι­σε εκ βά­θρων τον Άγιο Ελισ­σαίο, το εκ­κλη­σί­δριο, ό­που ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­ψαλ­λε, και άρ­χι­σε να διορ­γα­νώ­νει α­γρυ­πνίες. Όμως, ό­πως και να το κά­νου­με, κά­τι τέ­τοια, δεν συ­νά­δουν με το κο­σμι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο του Αθη­ναίου. Ύστε­ρα, ε­νι­σχύουν το προ­φίλ του κο­σμο­κα­λό­γε­ρου, που εί­ναι α­πευ­κταίο για έ­να με­γά­λο λο­γο­τέ­χνη στην ε­πο­χή της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης.
Τη λύ­ση, ό­πως γί­νε­ται με ό­λα τα σο­βα­ρά θέ­μα­τα στη χώ­ρα μας, την έ­δω­σε η ι­διω­τι­κή πρω­το­βου­λία, κα­τορ­θώ­νο­ντας να κά­νει τον Πα­πα­δια­μά­ντη, πρω­το­σέ­λι­δο στους του­ρι­στι­κούς ο­δη­γούς της Αθή­νας. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης ό­σο ζού­σε, μπο­ρεί να μην α­πέ­κτη­σε σπί­τι στην πό­λη μας, εί­χε, ό­μως, στέ­κια. Πή­ραν, λοι­πόν, και α­να­καί­νι­σαν το διώ­ρο­φο Σαρ­ρή και Αγίων Αναρ­γύ­ρων γω­νία. Τι το α­να­καί­νι­σαν, δη­λα­δή, του άλ­λα­ξαν τα φώ­τα. Πώς αλ­λιώς θα με­τα­μορ­φω­νό­ταν “σε χώ­ρο υ­ψη­λής αι­σθη­τι­κής”. Κα­φέ μπαρ ε­στια­τό­ριο, «Στού Κα­χρι­μά­νη», ό­πως το α­πο­κά­λε­σαν. Οι δε δια­φη­μι­στι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις σπεύ­δουν να ε­νη­με­ρώ­σουν πως σε αυ­τό το σπί­τι, ε­πί ε­ξή­ντα συ­να­πτά έ­τη, στε­γα­ζό­ταν το μπα­κά­λι­κο του Κα­χρι­μά­νη, ό­που ο διά­ση­μος συγ­γρα­φέ­ας ε­μπνεύ­στη­κε με­ρι­κά α­πό τα με­γα­λύ­τε­ρα έρ­γα του. Για να δια­σω­θεί, λέει, το πνεύ­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, έ­γι­ναν “χει­ρο­ποίη­τες δια­κο­σμη­τι­κές ε­πεμ­βά­σεις”, έ­φυ­γε το πά­τω­μα του πρώ­του ο­ρό­φου, στο κου­φω­μέ­νο ε­σω­τε­ρι­κό δη­μιουρ­γή­θη­κε μπαλ­κο­νά­τος χώ­ρος ε­στία­σης, προ­στέ­θη­καν κα­θρέ­φτες, κη­ρο­πή­για και ό,τι άλ­λο δη­μιουρ­γεί α­τμό­σφαι­ρα. Ωστό­σο, η α­τρα­ξιόν του μα­γα­ζιού δεν εί­ναι ού­τε η ε­νη­με­ρω­μέ­νη κά­βα ού­τε η ζω­ντα­νή μου­σι­κή, αλ­λά το δεί­πνο που προ­σφέ­ρε­ται υ­πό το βλέμ­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Και μην πά­ει ο νους σας σε ε­κεί­νη τη φω­το­γρα­φία του Νιρ­βά­να, με το παλ­τό και τα σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια. Κου­στου­μα­ρι­σμέ­νος μο­στρά­ρει στη φω­το­γρα­φία ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­σορ­τί με το χώ­ρο, ό­πως τον α­πα­θα­νά­τι­σε ο ζω­γρά­φος Γιώρ­γος Χατ­ζό­που­λος. Στους πλη­βείους, που δεν μπο­ρούν να δια­θέ­σουν ού­τε 50 ευ­ρώ για έ­να γεύ­μα, μέ­νει η α­πο­ρία αν η με­σο­γεια­κή κου­ζί­να του σεφ προ­βλέ­πει κά­ποιο πιά­το α­λά Πα­πα­δια­μά­ντη. Λ.χ., “φα­σου­λά­δα με ψω­μία”, ή, ως σπε­σια­λι­τέ του κα­τα­στή­μα­τος, “κρέ­ας με κο­λο­κυ­θά­κια προ­φα­ντά”, που α­κού­γε­ται και λί­γο ι­τα­λι­κό.
Μό­δα στο χώ­ρο της δια­σκέ­δα­σης έ­χει γί­νει ο με­γά­λος συγ­γρα­φέ­ας της πό­λης μας. Πα­ρών ό­χι μό­νο «Στού Κα­χρι­μά­νη» αλ­λά και σε θέ­α­τρα, σε γκα­λε­ρί και βε­βαίως, σε βι­βλιο­πω­λεία. Μό­νο μπλου­ζά­κια δεν κυ­κλο­φό­ρη­σαν α­κό­μη με στά­μπα την κε­φα­λή του και το σύν­θη­μα, «Μνη­μο­νεύε­τε Πα­πα­δια­μά­ντη». Θέ­α­τρο μπο­ρεί να μην έ­γρα­ψε, αλ­λά τα διη­γή­μα­τά του, το έ­να με­τά το άλ­λο, δρα­μα­το­ποιού­νται, τα δη­μο­φι­λέ­στε­ρα, μά­λι­στα, σε πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιάς εκ­δο­χές. Ωστό­σο, θα πρέ­πει να πα­ρα­δε­χτού­με πως αν δεν υ­πήρ­χαν ε­μπνευ­σμέ­νοι θε­α­τρώ­νες, οι θε­α­τρι­κές δια­σκευές θα εί­χαν πέ­σει προ πολ­λού στην α­φά­νεια. Για­τί, ναι μεν, οι πά­ντες α­να­γνω­ρί­ζουν πως τα διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη εί­ναι “έρ­γα ε­ξαι­ρε­τι­κής δρα­μα­τι­κής πυ­κνό­τη­τας”, ω­στό­σο, έ­να θε­α­τρι­κό έρ­γο, που δεν έ­χει το χα­ρα­κτή­ρα του σπα­ράγ­μα­τος και του συμ­φύρ­μα­τος, α­δυ­να­τεί να κα­λύ­ψει τις α­νά­γκες του ση­με­ρι­νού θε­α­τρό­φι­λου. Ενώ τα ποτ­που­ρί διη­γη­μά­των, που ε­πι­νοή­θη­καν, φαί­νε­ται πως συ­γκι­νούν βα­θύ­τα­τα τις με­τα­μο­ντέρ­νες ι­διο­συ­γκρα­σίες. Και εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, α­φού ε­πι­λέ­γο­νται ε­κλε­κτά κομ­μά­τια α­πό δυο, τρία ή και πε­ρισ­σό­τε­ρα διη­γή­μα­τα και α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­να α­πό τον α­φη­γη­μα­τι­κό τους ειρ­μό, α­να­κα­τώ­νο­νται προς δη­μιουρ­γία του σκη­νι­κού ε­φέ. Για να μην α­να­φερ­θού­με στο και­νο­τό­μο μίγ­μα των τρει­σή­μι­συ διη­γη­μά­των ή το ρη­ξι­κέ­λευ­θο α­μάλ­γα­μα Πα­πα­δια­μά­ντη-Μαρ­κές. Με κά­τι τέ­τοια, ο με­γά­λος συγ­γρα­φέ­ας γί­νε­ται μπρο­στά­ρης ό­χι μό­νο στο νεω­τε­ρι­κό θέ­α­τρο αλ­λά και στην α­να­βάθ­μι­ση των πε­ρι­θω­ριο­ποιη­μέ­νων συ­νοι­κιών. Για­τί ας μην ξε­χνά­με, η ση­με­ρι­νή θε­α­τρι­κή πρω­το­πο­ρία α­παι­τεί πρω­τό­τυ­πους χώ­ρους, ό­πως α­πο­θή­κες, υ­πό­γεια, συ­νερ­γεία και άλ­λα πα­ρό­μοια, που μό­νο στο πά­λαι πο­τέ υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νο κέ­ντρο της πό­λης βρί­σκο­νται.
Αλλά και οι συ­νοι­κίες της υ­ψη­λής κοι­νω­νίας διεκ­δι­κούν τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Αφού, έ­τσι που τα ή­θε­λε η τύ­χη του, το κρα­σά­κι του το ή­πιε και στού Ψυρ­ρή και στο Κο­λω­νά­κι. Μπο­ρεί η προ­το­μή του να εί­ναι ε­ντοι­χι­σμέ­νη σε μια πα­ρά­με­ρη γω­νιά της Δε­ξα­με­νής, α­φή­νο­ντας το πλά­τω­μα στο ά­γαλ­μα του Ελύ­τη, ό­μως οι γύ­ρω χώ­ροι τέ­χνης τον Πα­πα­δια­μά­ντη τι­μούν. Αν και ο ί­διος ου­δέ­πο­τε α­σχο­λή­θη­κε με τη ζω­γρα­φι­κή, πλεί­στοι ό­σοι καλ­λι­τέ­χνες ε­μπνεύ­στη­καν και ε­ξα­κο­λου­θούν να ε­μπνέ­ο­νται, αυ­θορ­μή­τως ή κα­τά πα­ραγ­γε­λία, α­πό τη μορ­φή του και το έρ­γο του. Βο­η­θά­ει, βέ­βαια, και η ευ­ρυ­χω­ρία της πε­ζο­γρα­φίας του. Νη­σιω­τι­κά το­πία, γει­το­νιές, η­λιό­λου­στα, βρο­χε­ρά ή χιο­νι­σμέ­να μέ­ρη, νέ­οι, γριές, τα­λαι­πω­ρη­μέ­νοι, σχε­δόν τα πά­ντα μπο­ρούν να ε­κλη­φθούν ως ε­μπνευ­σμέ­να α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Κι αν το θέ­μα ε­νός πί­να­κα εί­ναι ο­λωσ­διό­λου ξέ­νο προς τον κό­σμο του, ο καλ­λι­τέ­χνης έ­χει την ευ­χέ­ρεια να προ­σθέ­σει στον τίτ­λο τη λέ­ξη Πα­πα­δια­μά­ντης, και πά­ραυ­τα, προ­κύ­πτει έ­νας α­κό­μη πί­να­κας με το σπέρ­μα του Σκια­θί­τη.
Αν, ό­μως, μα­γα­ζά­το­ρες, θε­α­τρώ­νες, γκα­λε­ρί­στες α­πο­δει­κνύο­νται ευ­ρη­μα­τι­κοί, πό­σω μάλ­λον οι εκ­δό­τες, στους ο­ποίους πρω­τί­στως α­νή­κει το ε­θνι­κό κε­φά­λαιο Πα­πα­δια­μά­ντης. Ακού­ρα­στοι ε­πα­νεκ­δί­δουν συλ­λο­γές διη­γη­μά­των του, δο­κι­μά­ζο­ντας χρο­ντρό­τε­ρο δέ­σι­μο και ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρο ε­ξώ­φυλ­λο, σε μια προ­σπά­θεια να πιά­σουν την αύ­ρα του κλα­σι­κού. Το ε­πι­πλέ­ον κό­στος το ε­ξοι­κο­νο­μούν, κα­ταρ­γώ­ντας την ε­πι­μέ­λεια. Έτσι κι αλ­λιώς, α­χρεία­στη. Στα α­κα­τα­λα­βί­στι­κα του Πα­πα­δια­μά­ντη, ποιός γυ­ρεύει ψύλ­λους στ’ ά­χυ­ρα, αρ­κεί που δια­βά­ζει “μια κα­θα­για­σμέ­νη γλώσ­σα”. Επι­προ­σθέ­τως, πλου­τί­ζουν τις πα­ρα­δο­σια­κές συλ­λο­γές με νέες, που πα­ρα­με­ρί­ζουν τα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα και τα λα­μπριά­τι­κα και αν­θο­λο­γούν τα α­πο­κα­λού­με­να “σκο­τει­νά”. Τε­λευ­ταία προέ­κυ­ψε και η μό­δα των το­μι­δίων. Ισχνά βι­βλιά­ρια των τριών, των δυο, α­κό­μη καλ­λί­τε­ρα, του ε­νός διη­γή­μα­τος.
Και έρ­χε­ται κα­νείς και α­πο­ρεί ή, του­λά­χι­στον, ό­σοι πι­στοί με­τα­ξύ η­μών θα έ­πρε­πε να α­πο­ρούν και να α­να­λο­γί­ζο­νται. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­πό ε­κεί πά­νω που βρί­σκε­ται και τα βλέ­πει ό­λα αυ­τά, μα­κρο­θυ­μεί ή μή­πως και ορ­γί­ζε­ται, με τους αν­θρώ­πους του, που δεν τον προ­φυ­λάσ­σουν α­πό τον σα­ρω­τι­κό ά­νε­μο της με­τα­νεω­τε­ρι­κής ε­πο­χής. Και το διή­γη­μα για­τί μας το έ­στει­λε; Για­τί, δεν μπο­ρεί, αυ­τός μας το έ­στει­λε. Εβδο­μή­ντα χρό­νια κοι­μό­μα­στε ή­συ­χοι με τη βι­βλιο­γρα­φία Κα­τσί­μπα­λη και ξαφ­νι­κά, μια σκα­πά­νη, που άλ­λη Τροία α­να­ζη­τού­σε, έ­φε­ρε στο φως το διή­γη­μα. Αν αυ­τό δεν εί­ναι θαύ­μα, τι εί­ναι; Μή­πως ά­νω­θεν ση­μείο για να φα­νε­ρω­θεί η ο­λι­γω­ρία των αν­θρώ­πων του; Κά­τω α­πό τη μύ­τη τους ή­ταν το διή­γη­μα και κα­νείς δεν έ­κα­νε τον κό­πο να το α­να­ζη­τή­σει. Αντ’ αυ­τού, άν­θρω­ποι και πό­λεις ε­ρί­ζουν για την κλη­ρο­νο­μιά του. Μή­πως, στέλ­νο­ντάς μας το διή­γη­μα, ο κο­σμο­κα­λό­γε­ρος μας μη­νά­ει πως το ση­μα­ντι­κό δεν εί­ναι πού θα ε­ορ­τα­στεί η ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα της θα­νής του αλ­λά τι θα ει­πω­θεί σε αυ­τό το Τρί­το Συ­νέ­δριο; Ποια και­νούρ­για σύν­δρο­μα θα του προ­σά­ψουν οι θεω­ρη­τι­κοί; Πό­σο θα τον πα­ρα­μορ­φώ­σουν, εν ο­νό­μα­τι “του δι­κού τους Πα­πα­δια­μά­ντη”, οι συγ­γρα­φείς; Ποια κοι­νο­το­πία θα α­να­μα­σή­σουν οι κα­θ’ έ­ξιν ο­μι­λη­τές για να μην λεί­ψουν α­πό τη φιέ­στα; Αν και ί­σως, ε­κεί­νο που φο­βά­ται η ψυ­χή του να εί­ναι τα ά­δεια χέ­ρια πολ­λών α­πό τους αν­θρώ­πους του.
M. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Το λανθάνον διήγημα

Μάλ­λον ο­φεί­λου­με μια ε­ξή­γη­ση για τον ι­σχυ­ρι­σμό μας πως το μέ­χρι χθες λαν­θά­νον διή­γη­μα, «Το για­λό­ξυ­λο», δη­μο­σιευ­μέ­νο στην ε­φη­με­ρί­δα «Πα­τρίς», τα Χρι­στού­γεν­να του 1905, βρι­σκό­ταν κυ­ριο­λε­κτι­κά κά­τω α­πό τη μύ­τη των με­λε­τη­τών. Ανή­κου­στο α­πο­κά­λε­σαν το διή­γη­μα, κυ­ριο­λε­κτώ­ντας, ως πα­ντε­λώς ά­γνω­στο, ού­τε δη­μο­σιευ­μέ­νο ού­τε α­να­φε­ρό­με­νο ως τίτ­λος α­νεύ­ρε­του διη­γή­μα­τος. Ωστό­σο, στον χα­ρα­κτη­ρι­σμό λαν­θά­νει και η τρέ­χου­σα ση­μα­σία της λέ­ξης, το α­δια­νό­η­το ή και το ε­ξω­φρε­νι­κό. Ανή­κου­στο το διή­γη­μα, για­τί δεν το βι­βλιο­γρά­φη­σε ο Κα­τσί­μπα­λης και οι συ­νε­χι­στές του. Πράγ­μα­τι, πα­ρά­ξε­νο που ξέ­φυ­γε του Κα­τσί­μπα­λη, ό­ταν, μά­λι­στα, στα συ­μπλη­ρώ­μα­τα της Βι­βλιο­γρα­φίας του, που εκ­δό­θη­καν το 1938, τέσ­σε­ρα χρό­νια με­τά την κυ­ρίως Βι­βλιο­γρα­φία, υ­πάρ­χει λήμ­μα, σχε­τι­κό με δη­μο­σίευ­μα στην ε­φη­με­ρί­δα «Πα­τρίς». Γε­γο­νός που δεί­χνει πως έ­γι­νε και έ­νας δεύ­τε­ρος έ­λεγ­χος του ε­ντύ­που. Ωστό­σο, το συ­γκε­κρι­μέ­νο δη­μο­σίευ­μα α­νή­κει στην πρώ­τη πε­ρίο­δο της ε­φη­με­ρί­δας, δη­λα­δή την δε­κα­ε­ξα­ε­τία (1 Δε­κεμ­βρίου 1889-26 Οκτω­βρίου 1905), που η «Πα­τρίς» ή­ταν κα­θη­με­ρι­νή πρωι­νή ε­φη­με­ρί­δα του Βου­κου­ρε­στίου. Επο­μέ­νως, θα μπο­ρού­σε κα­νείς να υ­πο­θέ­σει πως η α­τε­λής α­πο­δελ­τίω­ση α­φο­ρά την α­θη­ναϊκή πε­ρίο­δο της ε­φη­με­ρί­δος, που ξε­κί­νη­σε με το φύλ­λο της 20ης Νο­εμ­βρίου 1905 και έ­κλει­σε τον Αύ­γου­στο του 1936 με την ε­πι­βο­λή της δι­κτα­το­ρίας του Με­τα­ξά. Κα­θώς, μά­λι­στα, το διή­γη­μα δη­μο­σιεύε­ται τα Χρι­στού­γεν­να του 1905, μια ει­κα­σία θα ή­ταν πως έ­λει­παν α­πό το σώ­μα της ε­φη­με­ρί­δος που α­πο­δελ­τίω­νε ο Κα­τσί­μπα­λης τα πρώ­τα φύλ­λα. Χω­ρίς να α­πο­κλείε­ται, βε­βαίως, να ή­ταν α­πλώς α­φη­ρη­μέ­νος. Λι­γό­τε­ρο πα­ρά­ξε­νο μας φαί­νε­ται που δεν το ε­ντό­πι­σαν οι συ­νε­χι­στές του. Αλή­θεια, ποιοι συ­νε­χι­στές; Ο Βα­λέ­τας; Για­τί οι υ­πό­λοι­ποι, αν δεν σφάλ­λου­με, βι­βλιο­γρα­φού­σαν, κα­τά κα­νό­να, συ­γκαι­ρι­νά τους έ­ντυ­πα.
Από μια ά­πο­ψη, το γε­γο­νός πως δεν υ­πήρ­ξε συ­νε­χι­στής του Κα­τσί­μπα­λη μοιά­ζει α­νή­κου­στο. Ού­τε καν τα γνω­στά έ­ντυ­πα, στα ο­ποία ο Κα­τσί­μπα­λης εί­χε ε­ντο­πί­σει διη­γή­μα­τα τού Πα­πα­δια­μά­ντη, δεν φαί­νε­ται να α­πο­δελ­τιώ­θη­καν εκ νέ­ου, του­λά­χι­στον ό­χι συ­στη­μα­τι­κά. Κι ό­μως, οι ε­φη­με­ρί­δες, στις ο­ποίες δη­μο­σίευ­σε ο Πα­πα­δια­μά­ντης διη­γή­μα­τα, δεν υ­περ­βαί­νουν τις δέ­κα, και τα πε­ριο­δι­κά, τα εί­κο­σι. Όσο κι αν α­κού­γε­ται ως α­νέκ­δο­το, ό­χι μό­νο βι­βλιο­γρα­φία Πα­πα­δια­μά­ντη δεν υ­πάρ­χει, αλ­λά ού­τε καν ερ­γο­γρα­φία του. Δια­φο­ρε­τι­κός, ό­μως, εί­ναι ο λό­γος που ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε πως το διή­γη­μα βρι­σκό­ταν κά­τω α­πό τη μύ­τη των ε­ρευ­νη­τών. Απλού­στα­τα, για­τί θα αρ­κού­σε για τον ε­ντο­πι­σμό του α­κό­μη και μό­νο μια ε­πι­λε­κτι­κή α­να­ζή­τη­ση. Λ.χ., η βι­βλιο­γρά­φη­ση των ε­ορ­τα­στι­κών και μό­νο διη­γη­μά­των του Πα­πα­δια­μά­ντη, τα ο­ποία έ­χουν και τό­ση ζή­τη­ση κά­θε Χρι­στού­γεν­να και Πά­σχα. Μια μα­τιά στον χρο­νο­λο­γι­κό πί­να­κα δη­μο­σίευ­σης των διη­γη­μά­των δεί­χνει, για πα­ρά­δειγ­μα, πως κα­τά την τε­λευ­ταία δια­μο­νή του στην Αθή­να, Οκτώ­βριο 1904 – Μάρ­τιο 1909, δη­μο­σίευ­σε τρία χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα το 1904 και δυο, το 1906. Θα αρ­κού­σε κά­ποιος να α­να­ρω­τη­θεί για­τί να μην υ­πάρ­χουν δη­μο­σιεύ­σεις τα Χρι­στού­γεν­να του 1905 ή του 1907 και να α­να­τρέ­ξει στα έ­ντυ­πα ε­κεί­νων και μό­νο των χρό­νων με τα ο­ποία ο Πα­πα­δια­μά­ντης δια­τη­ρού­σε κά­ποια σχέ­ση.
Ένα άλ­λο ε­ρώ­τη­μα, που θα μπο­ρού­σε να λει­τουρ­γή­σει ως μπού­σου­λας, εί­ναι ποιες ή­ταν οι σχέ­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη με τα έ­ντυ­πα, στα ο­ποία δη­μο­σίευε τα διη­γή­μα­τά του. Τα μι­σά διη­γή­μα­τα δη­μο­σιεύ­τη­καν σε ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά, ό­που ερ­γα­ζό­ταν ως με­τα­φρα­στής («Εφη­με­ρίς» 10, «Ακρό­πο­λις» και «Νέ­ον Πνεύ­μα» 24, «Το Άστυ» και το «Νέ­ον Άστυ» 22, «Πα­να­θή­ναια» 21). Αρκε­τά, σε μα­κρό­βια έ­ντυ­πα, στα ο­ποία δη­μο­σίευε με κά­ποια τα­κτι­κό­τη­τα, ό­πως το Ημε­ρο­λό­γιο Σκό­κου και η «Εστία» (πε­ριο­δι­κό + ε­φη­με­ρί­δα). Ει­δάλ­λως, φαί­νε­ται πως προ­τι­μού­σε τα έ­ντυ­πα φί­λων ή ε­κεί­να, στα ο­ποία κά­ποιοι γνω­στοί μπο­ρού­σαν να χρη­σι­μεύ­σουν ως εν­διά­με­σοι, ε­ξα­σφα­λί­ζο­ντάς του την α­μοι­βή. Όχι, ό­πως συ­νέ­βη με το πε­ριο­δι­κό της Σμύρ­νης «Κό­σμος», ό­που δεν γνώ­ρι­ζε κα­νέ­να και κω­λυ­σιερ­γού­σαν την α­μοι­βή του για το έ­να και μο­να­δι­κό διή­γη­μα που τους εί­χε στεί­λει.
Με αυ­τό το σκε­πτι­κό, πρώ­τος και καλ­λί­τε­ρος με­τα­ξύ των φί­λων προ­βάλ­λει ο Γε­ρά­σι­μος Βώ­κος. Και στα δυο πε­ριο­δι­κά που ε­ξέ­δω­σε ο Βώ­κος, «Το Πε­ριο­δι­κό μας» (1900-1901) και «Ο Καλ­λι­τέ­χνης» (1910-1912), δη­μο­σιεύ­τη­καν διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη, τέσ­σε­ρα στο πρώ­το και εν­νέα, με­τα­θα­να­τίως, στο δεύ­τε­ρο. Αλλά και πέ­ραν αυ­τών, στις ε­φη­με­ρί­δες που ερ­γα­ζό­ταν ο Βώ­κος, δη­μο­σιεύ­τη­καν διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ανά­με­σα σε αυ­τές και η «Πα­τρίς» του Σπύ­ρου Σί­μου. Συ­νο­μί­λη­κοι ο Βώ­κος και ο Σί­μος, εκ Πα­τρών ο πρώ­τος, εξ Ηπεί­ρου ο δεύ­τε­ρος, συ­να­ντή­θη­καν γυ­μνα­σιό­παι­δες στον Πει­ραιά και ξα­νά­σμι­ξαν, ό­ταν ο Σί­μος ε­πέ­στρε­ψε α­πό το Βου­κου­ρέ­στι. Ο Βώ­κος εμ­φα­νί­ζε­ται α­νά­με­σα στους πρώ­τους α­θη­ναίους συ­νερ­γά­τες της «Πα­τρί­δος», ε­ξα­σφα­λί­ζο­ντας για το πρώ­το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο φύλ­λο της το διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Μέ­νει η α­πο­ρία, για­τί ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν συ­νερ­γά­στη­κε στε­νό­τε­ρα με την «Πα­τρί­δα» πα­ρά έ­δω­σε μό­νο έ­να α­κό­μη διή­γη­μα, «Το μυ­ρο­λό­γι της φώ­κιας», δυο και πλέ­ον χρό­νια αρ­γό­τε­ρα.

Μ. Θ.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΡΙΣΙΑΔΗΣ - Μακρύ σχόλιο περί αρχειακής φωτογραφίας και αφανών συμμοριτών

Η φω­το­γρα­φία εί­ναι πα­γιω­μέ­νος τό­πος, χώ­ρος και χρό­νος. Απα­θα­να­τί­ζει το στιγ­μιαίο και, ε­κτός α­πό μελ­λο­ντι­κή μνή­μη, το με­τα­μορ­φώ­νει κα­μία φο­ρά σε φω­το­γρα­φι­κή ή κοι­νω­νι­κή α­ξία εμ­βλη­μα­τι­κή. Πα­ρα­δείγ­μα­τα υ­πάρ­χουν πολ­λά, με πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά το πορ­τρέ­το του Γκε­βά­ρα α­πό τον κου­βα­νό φω­το­γρά­φο Αλμπέρ­ντο Κόρ­ντα ή ε­κεί­νη, την ε­ξί­σου διά­ση­μη φω­το­γρα­φία του Ρό­μπερτ Κά­πα, με τον δη­μο­κρα­τι­κό πο­λι­το­φύ­λα­κα που δέ­χε­ται κα­τά­στη­θα τη θα­να­τη­φό­ρα βο­λή έ­ξω α­πό την Κόρ­ντο­βα και η ο­ποία α­πο­τέ­λε­σε έ­να α­πό τα εί­δω­λα του α­ντι­φα­σι­στι­κού α­γώ­να.
Εξ αυ­τού συ­νά­γε­ται ό­τι κά­θε φω­το­γρα­φι­κή α­πει­κό­νι­ση φέ­ρει δι­πλή νο­η­μα­το­δο­τι­κή και α­ξια­κή διά­στα­ση. Η μία εί­ναι η γε­νε­σιουρ­γός αι­τία, ο λό­γος, δη­λα­δή, που προέ­κυ­ψε και η άλ­λη το κι­νούν αί­τιο που ω­θεί στη δια­τή­ρη­σή της. Με το τε­λευ­ταίο, δη­λα­δή τη δια­τή­ρη­ση, το ε­κά­στο­τε “πα­ρό­ν” α­πο­κα­θι­στά ο­πτι­κή ε­πα­φή και συν­δια­λέ­γε­ται με το “πα­ρελ­θό­ν”. Σε πε­ρί­πτω­ση που τα πολ­λά ντα­ρα­βέ­ρια με το πα­ρελ­θόν θεω­ρού­νται α­νε­πι­θύ­μη­τα και η φω­το­γρα­φία πα­ρα­με­λεί­ται ή κα­τα­στρέ­φε­ται, τό­τε οι ο­πτι­κοί δε­σμοί α­πο­κό­πτο­νται και κα­νέ­να άλ­λο αρ­χεια­κό μέ­σο, ό­πως π.χ. το γρα­πτό τεκ­μή­ριο, δεν μπο­ρεί να τους υ­πο­κα­τα­στή­σει. Με λί­γα λό­για, η α­πώ­λεια δεν α­ντι­σταθ­μί­ζε­ται.
Ως προς το πό­σο, αλ­λά και το πώς δια­φυ­λάσ­σει έ­νας λαός τα πά­σης φύ­σεως αρ­χεία του, α­νά­με­σά τους και τα φω­το­γρα­φι­κά, λέ­γε­ται ό­τι α­ντα­να­κλά σε με­γά­λο βαθ­μό και τον πο­λι­τι­σμό του. Μοιά­ζει σαν χρο­ντρο­κομ­μέ­νος α­φο­ρι­σμός, ε­μπε­ριέ­χει, ό­μως, και μια δό­ση α­λή­θειας. Εάν, δη­λα­δή, υ­πο­θέ­σου­με ό­τι δεν υ­πάρ­χει μέ­ρι­μνα δια­φύ­λα­ξης και α­πό α­δια­φο­ρία κα­τα­λή­γουν στη χω­μα­τε­ρή ή, στο ό­νο­μα κά­ποιων ε­φή­με­ρων σκο­πι­μο­τή­των, ό­πως κα­κή ώ­ρα με τους φα­κέ­λους το 1989, πα­ρα­δί­δο­νται η­θε­λη­μέ­να στην κα­τα­στρο­φή, τό­τε δεν α­πέ­χει πο­λύ σε νοο­τρο­πία α­πό ε­κεί­νη των Τα­λι­μπάν, που έ­κα­ναν σκό­νη τα γι­γά­ντια γλυ­πτά του Βού­δα πριν α­πό με­ρι­κά χρό­νια. Συ­νε­πώς, η δια­φύ­λα­ξη των φω­το­γρα­φι­κών τεκ­μη­ρίων υ­περ­βαί­νει την ε­κά­στο­τε ροή των πο­λι­τι­κών ή κοι­νω­νι­κών συν­θη­κών και προσ­λαμ­βά­νει δια­χρο­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα.
Ας το κά­νου­με ό­μως πιο α­πτό, κα­τα­φεύ­γο­ντας σε πα­ρά­δειγ­μα. Υπο­θέ­του­με, λοι­πόν, ό­τι ο φω­το­γρά­φος Δη­μή­τρης Χα­ρι­σιά­δης, α­ντί α­στός, ό­πως ο­νο­μα­τί­ζα­με άλ­λο­τε τους τα­ξι­κά α­ντί­πα­λους, ή­ταν α­ρι­στε­ρών φρο­νη­μά­των φω­το­γρά­φος και ό­τι έ­να μέ­ρος α­πό τις 120.000 αρ­νη­τι­κά του αρ­χείου του πε­ριερ­χό­ταν, ύ­στε­ρα α­πό “κα­τ’ οί­κον έ­ρευ­να”, στα χέ­ρια στης Ασφά­λειας. Κρι­νό­ταν, στη συ­νέ­χεια, α­π’ τους “πε­παι­δευ­μέ­νους” α­σφα­λί­τες ως “ε­πι­κίν­δυ­νης κομ­μου­νι­στι­κής προ­πα­γάν­δας” και α­ντί να αρ­θεί η κα­τά­σχε­ση, εν­σω­μα­τω­νό­ταν και πα­ρέ­με­νε κα­τα­κρα­τη­μέ­νο στο φά­κε­λό του. Το πού θα κα­τέ­λη­γε αρ­γό­τε­ρα, με τη “σο­φή” υ­πουρ­γι­κή α­πό­φα­ση του 1989, εί­ναι αυ­το­νό­η­το. Θα του ε­ξα­σφά­λι­ζε μία και κα­λή την ευ­θα­να­σία ή, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, μια θέ­ση σε ε­μπο­ρι­κό πά­γκο του Μο­να­στη­ρα­κίου.
Ευ­τυ­χώς πρό­κει­ται μό­νο για α­πλή υ­πό­θε­ση. Το αρ­χείο δια­σώ­ζε­ται και πα­ρα­μέ­νει α­κέ­ραιο, ό­χι μό­νο λό­γω α­στι­κής κα­τα­γω­γής του φω­το­γρά­φου. Προ­ε­κτεί­νο­ντας, ό­μως, την πλα­σμα­τι­κή υ­πό­θε­ση σε πραγ­μα­τι­κά ο­νό­μα­τα αρ­χείων, ό­χι μό­νο φω­το­γρα­φι­κών, τα ο­ποία λό­γω α­μέ­λειας ή και ά­γνοιας ε­ξα­νε­μί­στη­καν, τό­τε το θέ­μα αρ­χί­ζει να γί­νε­ται ε­πώ­δυ­νο. Κα­λύ­τε­ρα, ό­μως, να το κλεί­σου­με ε­δώ, για­τί θα μας πά­ει μα­κριά. Εκεί­νο, πά­ντως, που προέ­χει εί­ναι η διά­σω­ση των φω­το­γρα­φι­κών τεκ­μη­ρίων και πο­λύ λι­γό­τε­ρο ο τρό­πος που η κά­θε ε­πο­χή ει­σχω­ρεί στο σχο­λια­σμό τους.
Με το τε­λευ­ταίο, δη­λα­δή το σχο­λια­σμό, μπή­κα­με κιό­λας σε έ­να άλ­λο ε­πί­μα­χο πε­δίο. Ποιο; Αστός ή μη α­στός ο Χα­ρι­σιά­δης, πα­ρα­μέ­νει μάλ­λον α­διά­φο­ρο, για­τί ε­μπί­πτει πε­ρισ­σό­τε­ρο στον τρό­πο “α­νά­γνω­σης” των φω­το­γρα­φιών του και πο­λύ λι­γό­τε­ρο στις φω­το­γρα­φι­κές του προ­θέ­σεις. Πό­σο δια­φο­ρε­τι­κά, ας πού­με για πα­ρά­δειγ­μα ο Σπύ­ρος Με­λετ­ζής, θα κα­δρά­ρι­ζε τους αιχ­μά­λω­τους α­ντάρ­τες του Καρ­πε­νη­σίου με­τά την α­να­κα­τά­λη­ψη της πό­λης α­πό τον Κυ­βερ­νη­τι­κό Στρα­τό; Δί­νο­ντας έμ­φα­ση με κο­ντι­νό­τε­ρη λή­ψη στα πρό­σω­πα; Πο­λύ πι­θα­νόν, αλ­λά μό­νο εάν το α­νώ­μα­λο της πε­ρί­στα­σης του ά­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια να πλη­σιά­σει τους “συμ­μο­ρί­τες”. Όμως και πά­λι, με το α­νό­μοιο στον τρό­πο λή­ψης, μή­πως θα έ­παιρ­νε πιο ευ­νοϊκή τρο­πή η τύ­χη που τους πε­ρί­με­νε στο Στρα­το­δι­κείο της Λα­μίας; Ού­τως ή άλ­λως, η πο­ρεία τους με­τά την αιχ­μα­λω­σία ή­ταν προ­δια­γε­γραμ­μέ­νη. Κα­τ’ ε­πι­τα­γήν των κυ­βερ­νη­τι­κών και του έ­κρυθ­μου της κα­τά­στα­σης, στους πε­ρισ­σό­τε­ρους θα α­παγ­γελ­λό­ταν θα­να­τι­κή κα­τα­δί­κη και με­τά, προς ε­κτέ­λε­ση της ποι­νής, θα ο­δη­γού­ντο ά­γρια χα­ρά­μα­τα στην Ξη­ριώ­τισ­σα.
Εί­τε, λοι­πόν, λή­ψη του Με­λετ­ζή εί­τε του Χα­ρι­σιά­δη, μέ­νει ως κέρ­δος, εάν βε­βαίως το θεω­ρή­σου­με κέρ­δος, η φω­το­γρα­φι­κή τους α­πει­κό­νι­ση. Αυ­τήν, άλ­λος την κά­νει ει­κό­νι­σμα, ό­πως του Γκε­βά­ρα, κι άλ­λος την πε­τά­ει να μην τη βλέ­πει. Το ου­σιώ­δες, πά­ντως, εί­ναι ό­τι υ­πάρ­χει, έ­στω και αν α­θέ­α­τος πί­σω της κρύ­βε­ται έ­νας α­στός φω­το­ρε­πόρ­τερ. Εξάλ­λου, δεν πρέ­πει να ξε­χνά­με ό­τι αυ­τό υ­πά­γε­ται στους ε­ξω­φω­το­γρα­φι­κούς πα­ρά­γο­ντες. Ό,τι, δη­λα­δή, έ­χει να μας “πει”, μας το “λέει” η ί­δια η φω­το­γρα­φία και ό­χι το ποιος την τρά­βη­ξε. Το για­τί ο φω­το­γρά­φος υ­πο­σκε­λί­ζε­ται και περ­νά­ει σε δευ­τε­ρεύου­σα θέ­ση εί­ναι πο­λύ α­πλό. Ο χρό­νος που με­σο­λά­βη­σε κα­θι­στά σή­με­ρα α­δρα­νείς τις αρ­χι­κές φω­το­γρα­φι­κές προ­θέ­σεις του. Άλλη, δη­λα­δή, ση­μα­σία προ­σέ­λα­βε η εν λό­γω φω­το­γρα­φία μέ­σα σε κεί­νους τους μι­σε­ρούς και­ρούς και ε­ντε­λώς άλ­λη α­πο­κτά σή­με­ρα. Όχι, βε­βαίως, πως προ­δί­δει ή έ­χει α­πο­βάλ­λει την ε­πο­χή της ή, α­κό­μη, ό­τι α­πο­στρέ­φε­ται τους πρώ­τους με­ρο­λη­πτι­κούς της δε­σμούς. Αντι­θέ­τως, πα­ρα­μέ­νει α­πό­λυ­τα πι­στή, αλ­λά ε­κεί­νοι οι αρ­χι­κοί λό­γοι ύ­παρ­ξης, μέ­σα α­πό τους ο­ποίους προέ­κυ­ψε, έ­χουν πλέ­ον ε­κλεί­ψει και α­πο­τε­λούν 60χρο­νο πα­ρελ­θόν. Ή, για να το πού­με δια­φο­ρε­τι­κά, οι πλη­γές του Εμφυ­λίου, του­λά­χι­στον φαι­νο­με­νι­κά έ­χουν κλεί­σει. Έτσι σκύ­βο­ντας σή­με­ρα πά­νω της, πα­σχί­ζου­με να συλ­λά­βου­με, ό­χι μό­νο ο­πτι­κά, έ­να α­πει­ρο­στό α­πό το γε­νι­κό ά­θροι­σμα του εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κού φαι­νο­μέ­νου. Με άλ­λα λό­για, γι­νό­μα­στε α­πο­δέ­κτες και κα­τα­νο­εί­ται, στο βαθ­μό που μπο­ρεί να κα­τα­νο­εί­ται, το φω­το­γρα­φι­κό της πε­ριε­χό­με­νο. Αυ­τή α­κρι­βώς εί­ναι και η α­ξία τής κά­θε αρ­χεια­κής φω­το­γρα­φίας. Το αν για κά­ποιον ή για κά­ποιους η α­πτό­η­τη α­με­τα­κι­νη­σία του φω­το­γρα­φι­κού ει­δώ­λου μπο­ρεί να προσ­λαμ­βά­νει κα­μιά φο­ρά ε­πί­και­ρο χα­ρα­κτή­ρα, αυ­τό σχε­τί­ζε­ται με το ει­κο­νι­ζό­με­νο εί­δω­λο. Εδώ, ό­μως, πέ­σα­με σε ει­δι­κή πε­ρί­πτω­ση. Βρέ­θη­κε ίν­δαλ­μα, ό­πως π.χ ο Βε­λου­χιώ­της του Με­λετ­ζή ή ο Γκε­βά­ρα του Κόρ­ντα και πρό­κει­ται για τη λε­γό­με­νη α­πό τους ει­δή­μο­νες α­να­νο­η­μα­το­δό­τη­ση της φω­το­γρα­φίας. Δεν έ­χουν, ό­μως, ό­λες οι φω­το­γρα­φίες το ί­διο σου­ξέ. Οι δυο προ­η­γού­με­νες συ­γκα­τα­λέ­γο­νται α­νά­με­σα στις ευ­τυ­χείς ε­ξαι­ρέ­σεις, που κα­τα­ξιώ­νο­νται λό­γω του συμ­βο­λι­κού φορ­τίου των ει­κο­νι­ζό­με­νων προ­σώ­πων. Στη με­γά­λη τους πλειο­ψη­φία δια­γρά­φουν έ­ναν φω­τει­νό κύ­κλο, λά­μπουν έ­να διά­στη­μα ό­πως οι διάτ­το­ντες α­στέ­ρες και με­τά η δό­ξα τους σβή­νει μέ­σα σε σκο­τει­νά ντου­λά­πια αρ­χείων. Εάν πο­τέ τις ξε­θά­ψει κα­νείς α­π’ τα σκο­τά­δια, τό­τε ξα­να­λά­μπουν, δια­φο­ρε­τι­κά μέ­νουν σε πα­ρα­τε­τα­μέ­νη α­φά­νεια. Έτσι, πά­ντως, α­να­κυ­κλώ­νε­ται η αρ­χεια­κή φω­το­γρα­φία και εμ­φα­νί­ζε­ται εν νέ­ου ως ε­νερ­γή α­ξία. Μό­νο που σ’ αυ­τήν την α­να­κύ­κλω­ση δια­φο­ρε­τι­κή ση­μα­σία α­πο­κτά έ­να στιγ­μιό­τυ­πο του Ζα­χα­ριά­δη την ί­δια ε­πο­χή στο Γράμ­μο, α­πό τους “συμ­μο­ρί­τες” του Καρ­πε­νη­σίου, που δεν ή­ταν πα­ρά η “ψι­λή μα­ρί­δα” στο αι­μο­βό­ρο το­πίο του Εμφυ­λίου. Ιε­ραρ­χι­κά τα­ξι­νο­μού­νται σε υ­πο­δεέ­στε­ρη βαθ­μί­δα, ε­πει­δή ως βα­σι­κός συ­ντε­λε­στής ει­σέρ­χε­ται έ­νας α­κό­μη ε­ξω­φω­το­γρα­φι­κός πα­ρά­γο­ντας. Η τα­ξι­νό­μη­ση γί­νε­ται με σα­φείς υ­πο­δεί­ξεις της Κλειώς (Μού­σα της Ιστο­ρίας) και ό­πως φαί­νε­ται δεν της πε­ρισ­σεύει κα­θό­λου χώ­ρος για την “ψι­λή μα­ρί­δα”, πα­ρά μό­νο κα­τά προ­σέγ­γι­ση στα­τι­στι­κά α­θροί­σμα­τα μα­ζί με πα­ρή­γο­ρες η­θι­κο­λο­γίες. Βε­βαίως, η ι­σχύου­σα ι­στο­ριο­γρα­φι­κή λο­γι­κή δεν μι­λά­ει με χρη­σμούς. Απο­φαί­νε­ται πιο ξε­κά­θα­ρα και λέει ό­τι πρό­σω­πα και πρά­ξεις α­ξιο­λο­γού­νται, φω­τί­ζο­νται και προ­βάλ­λο­νται δια­φο­ρε­τι­κά. Τό­σο α­πλά, τό­σο δη­μο­κρα­τι­κά μέ­νουν α­πέ­ξω, α­πο­τε­λώ­ντας ο έ­νας ι­στο­ρι­κό κε­φά­λαιο και ε­κεί­νοι α­πρό­σω­πα στα­τι­στι­κά νού­με­ρα.
Εάν πά­λι μπού­με στην ί­δια τη φω­το­γρα­φία και τους α­να­ζη­τή­σου­με με α­μι­γείς φω­το­γρα­φι­κούς ό­ρους, ού­τε ε­κεί έ­χουν κα­λύ­τε­ρη τύ­χη. Πρό­κει­ται μεν για άρ­τια, αλ­λά μάλ­λον α­νε­πι­τή­δευ­τη λή­ψη. Φω­το­γρα­φι­κά ε­ντάσ­σε­ται στο γε­νι­κού χα­ρα­κτή­ρα πε­ρι­γρα­φι­κό στιγ­μιό­τυ­πο. Το βλέμ­μα βρί­σκει στα­θε­ρό ση­μείο πα­ρα­τή­ρη­σης και πε­ριερ­γά­ζε­ται τον συ­μπα­γή ό­γκο του στρα­τιω­τι­κού τζαίη­μς, με μια ά­μορ­φη μά­ζα στοι­βαγ­μέ­νων αν­θρώ­πων. Λό­γω ο­πί­σθιας λή­ψης, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι εί­ναι πλά­τη. Σε ό­σους λί­γους ε­ντο­πί­ζο­νται πρό­σω­πα, δύ­σκο­λα α­νι­χνεύο­νται α­το­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Το χιο­νι­σμέ­νο σκη­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον, οι φλου­τα­ρι­σμέ­νοι ό­γκοι άλ­λων ο­χη­μά­των της στρα­τιω­τι­κής φά­λαγ­γας, κα­θώς και μια όρ­θια φι­γού­ρα α­ρι­στε­ρά, α­πο­τε­λούν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά στοι­χεία. Έχου­με, βε­βαίως, α­πει­κό­νι­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ό­πως α­κρι­βώς ή­ταν, αλ­λά, η­θε­λη­μέ­να ή ό­χι, α­που­σιά­ζουν οι δρα­μα­τι­κοί τό­νοι. Εάν, μά­λι­στα, ε­ξα­λει­φθεί και ο τίτ­λος, τό­τε δια­γρά­φε­ται κά­θε υ­πο­νοού­με­νο και φω­το­γρα­φι­κά το θέ­μα α­πο­δρα­μα­το­ποιεί­ται πλή­ρως. Το μό­νο που α­πο­μέ­νει εί­ναι η α­νε­παί­σθη­τη ε­λε­γεια­κή με­λαγ­χο­λία του χιο­νιού και το δυσ­διά­κρι­το προ­φίλ δύο γυ­ναι­κών στα α­ρι­στε­ρά της κα­ρό­τσας. Οπό­τε, ού­τε φω­το­γρα­φι­κά μέ­νουν κερ­δι­σμέ­νοι. Εν ο­λί­γοις, βγαί­νουν α­πό πα­ντού χα­μέ­νοι.
Δί­καιο ή ά­δι­κο, πρό­κει­ται, πά­ντως, για το βα­ρύ πα­ρα­πέ­τα­σμα που πέ­φτε και α­πο­κρύ­πτει τη μά­ζα των α­φα­νών. Το ό,τι ε­δώ φω­το­γρα­φι­κά α­πό­μει­ναν τα ί­χνη τους εί­ναι, α­κό­μη κι αυ­τό, α­πό κα­θα­ρή σύ­μπτω­ση. Στάθ­μευ­σε για λί­γο στη χιο­νι­σμέ­νη πλα­τεία της πό­λης το τζαίη­μς με τα ε­πι­νί­κια θη­ρά­μα­τα του Κυ­βερ­νη­τι­κού Στρα­τού, το πή­ρε χα­μπά­ρι ή ει­δο­ποιή­θη­κε ο Χα­ρι­σιά­δης, α­κρο­βο­λί­στη­κε στα 4-5 μέ­τρα και με δια­γώ­νια σκό­πευ­ση έ­κα­νε μια λή­ψη. Για­τί λί­γο πιο κο­ντι­νή, ώ­στε να κερ­δί­σει κά­τι ευ­κρι­νέ­στε­ρο α­πό τα πρό­σω­πα, εί­ναι έ­να ε­ρώ­τη­μα. Πι­θα­νόν να του “μπού­κω­νε” την ό­λη σύν­θε­ση του κά­δρου ή να μην του “έ­βγαι­να­ν” οι συμ­με­τρίες. Ή μή­πως εν­συ­νεί­δη­τα και ό­χι α­πό φω­το­γρα­φι­κό έν­στι­κτο κρά­τη­σε α­πό­στα­ση α­σφά­λειας, α­πο­στα­σιο­ποίη­σης ό­πως λέ­γε­ται, α­πό το θέ­μα; Κα­νείς δεν ξέ­ρει και ού­τε θα μά­θου­με πο­τέ ποια πα­ρά­με­τρος τον δέ­σμευε και στά­θη­κε α­πο­τρε­πτι­κή. Οποια­δή­πο­τε ό­μως και να ή­ταν, μπή­κε τε­λι­κά στη μέ­ση και ό­λοι μα­ζί οι “ά­ξε­στοι κα­τσα­πλιά­δες” του Καρ­πε­νη­σίου βυ­θί­στη­καν α­πρό­σω­πα στο βα­θύ χά­ος της α­νω­νυ­μίας.
Κα­κά τα ψέ­μα­τα, αλ­λά εί­τε το θέ­λου­με εί­τε ό­χι, α­πο­τε­λού­σαν τους κο­μπάρ­σους ή, πιο σω­στά, το με­γά­λο χο­ρό στο εμ­φύ­λιο δρά­μα που παί­χτη­κε. Οι πρω­τα­γω­νι­στές ή­ταν άλ­λοι και ως προς αυ­τό ο θε­α­τρι­κός, ο ι­στο­ρι­κός και γε­νι­κώς ο ο­ποιοσ­δή­πο­τε κα­νό­νας δε δέ­χε­ται πα­ρεκ­κλί­σεις. Έτσι, εί­τε το θέ­λου­με εί­τε ό­χι, έ­χουν ε­ξο­ρι­στεί και α­νή­κουν στο με­γά­λο βα­σί­λειο των α­νω­νύ­μων. Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι εκ φύ­σεως ο άν­θρω­πος δια­τη­ρεί βα­θιές ρί­ζες στην α­νω­νυ­μία. Ευ­τυ­χώς, για­τί αν ό­λοι α­νε­ξαι­ρέ­τως έ­μπαι­ναν σε πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο και α­πο­θεώ­νο­νταν ως ση­μαί­νου­σες δια­ση­μό­τη­τες, τό­τε ο κό­σμος θα κα­τα­ντού­σε ε­πι­κίν­δυ­νο φρε­νο­κο­μείο. Δό­ξα, λοι­πόν, και τι­μή σε ό­λους τους ρι­ζω­μέ­νους βα­θιά στην α­νω­νυ­μία του ελ­λη­νι­κού Εμφυ­λίου.
Πέ­τρος Κα­λα­βρός

Υ. Γ.: Ου­δείς αρ­νεί­ται ό­τι οι ά­ση­μοι “συμ­μο­ρί­τες” του Καρ­πε­νη­σίου μπο­ρεί να ι­δω­θούν και υ­πό άλ­λο πρί­σμα, για­τί κά­θε φω­το­γρα­φι­κή α­πει­κό­νι­ση υ­πο­κρύ­πτει στοι­χεία, που ό­σο και να πα­σχί­ζου­με να τα συλ­λά­βου­με, ε­κεί­να δια­φεύ­γουν. Εξαρ­τά­ται ό­μως, και εί­ναι ευ­θέως α­νά­λο­γο με το πού θα δώ­σει ο κά­θε α­πο­δέ­κτης το βά­ρος. Πά­ντως, δεν κρί­να­με, ού­τε συμ­ψη­φί­σα­με το αι­σθη­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα. Αυ­τό εί­ναι άλ­λο θέ­μα ή αλ­λου­νού παπ­πά ευαγ­γέ­λιο. Επί­σης, δεν ε­πε­κτα­θή­κα­με κα­θό­λου στον ί­διο το Χα­ρι­σιά­δη για δύο λό­γους. Ο έ­νας εί­ναι ε­πει­δή ο χώ­ρος της σε­λί­δας σπα­τα­λή­θη­κε σχο­λιά­ζο­ντας μό­νο μια φω­το­γρα­φία και ο άλ­λος, ε­πει­δή η­με­ρή­σιος και πε­ριο­δι­κός Τύ­πος του ε­πι­φύ­λα­ξε την ο­φει­λό­με­νη υ­πο­δο­χή. Ένα α­κό­μη γε­νι­κό­λο­γο κεί­με­νο το θεω­ρή­σα­με πε­ριτ­τή φλυα­ρία. Εξάλ­λου, στο χο­ντρό παι­χνί­δι της πλη­ρο­φό­ρη­σης εί­μα­στε α­πό χέ­ρι χα­μέ­νοι. Του ο­φεί­λου­με, πά­ντως, χά­ρη, για­τί ως φω­το­γρά­φος συ­γκρά­τη­σε, έ­στω και ως θο­λές σκιές, το ε­φή­με­ρο ε­κεί­νων των ο­ρε­σί­βιων υ­πάρ­ξεων μέ­σα στο τρα­γι­κό σκη­νι­κό του Εμφυ­λίου. Πλη­ρο­φο­ρια­κά μό­νο ση­μειώ­νου­με ό­τι η έκ­θε­σή του στο Μου­σείο Μπε­νά­κη (κτή­ριο ο­δού Πει­ραιώς 138) λει­τουρ­γεί έως τις 18 Απρι­λίου. Τη συ­νο­δεύει και σχε­τι­κή πο­λυ­σέ­λι­δη μο­νο­γρα­φία - λεύ­κω­μα (Φω­το­γρα­φι­κόν Πρα­κτο­ρείον «Δ. Α. Χα­ρι­σιά­δης»). Αυ­τή α­κρι­βώς έ­δω­σε την πρώ­τη α­φορ­μή και α­πό ε­κεί α­πορ­ρέει ο σχοι­νο­τε­νής σχο­λια­σμός.
Π. Κ.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Κείμενα εξόχως ενδιαφέροντα

Βι­βλιο­λο­γι­κό Εργα­στή­ρι «Φί­λιπ­πος Ηλιού»
«ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕ­ΝΟΥΣ ΤΟΝ ΦΩ­ΤΙ­ΣΜΟΝ.
Αγγε­λίες προ­ε­πα­να­στα­τι­κών ε­ντύ­πων (1734-1821)
Από τα κα­τά­λοι­πα του Φί­λιπ­που Ηλιού»
Επι­μέ­λεια Πό­πη Πο­λέ­μη
Με τη συ­νερ­γα­σία της Άννας Ματ­θαίου και της Ει­ρή­νης Ρι­ζά­κη
Μου­σείο Μπε­νά­κη Δε­κέμ­βριος 2008

Σε ποιο, ά­ρα­γε, α­να­γνω­στι­κό κοι­νό α­πευ­θύ­νε­ται αυ­τός ο, α­πό κά­θε ά­πο­ψη, ά­ψο­γος τό­μος των ε­ξα­κο­σίων σε­λί­δων με τον κι­νέ­ζι­κο τίτ­λο; Ιδού το ε­ρώ­τη­μα. Προ δω­δε­κα­ε­τίας, που ο αι­θε­ρο­βά­μων Φί­λιπ­πος Ηλιού εί­χε α­ναγ­γεί­λει την έκ­δο­σή του, ί­σως και να βρι­σκό­ταν α­κό­μη μια δρά­κα α­να­γνω­στών κά­ποιας ε­γκυ­κλο­παι­δι­κής παι­δείας, που δεν θα θεω­ρού­σε α­κα­τα­λα­βί­στι­κο τον τίτ­λο. Πά­ντως, η ε­ξί­σου αι­θε­ρο­βά­μων Πό­πη Πο­λέ­μη, που πραγ­μα­το­ποίη­σε ως ά­ξιος συ­νε­χι­στής την ε­ξαγ­γελ­θεί­σα έκ­δο­ση, ευελ­πι­στεί, σύμ­φω­να με τα προ­λο­γι­κά της, πως υ­πάρ­χουν α­κό­μη α­να­γνώ­στες, στους ο­ποίους ό­χι μό­νο ο τίτ­λος κά­τι θα λέει αλ­λά και τα κεί­με­να θα προ­σφέ­ρουν τέρ­ψη και στο­χα­σμό. Εί­θε. Πά­ντως, εί­ναι ευ­τύ­χη­μα για τους ό­ποιους εν­δια­φε­ρό­με­νους και κυ­ρίως, για το μέλ­λον της ι­στο­ριο­γρα­φίας, που ε­πι­βιώ­νουν στις η­μέ­ρες μας ε­πί­γο­νοι των Ζω­σι­μά­δων και έ­να πα­ρό­μοιο εγ­χεί­ρη­μα δεν έ­χει α­νά­γκη τους εκ­δο­τι­κούς οί­κους ή την κρα­τι­κή α­ρω­γή.
Αλλά, ας ε­πα­νέλ­θου­με στον χα­ρα­κτη­ρι­σμό κι­νέ­ζι­κος, που χρη­σι­μο­ποιή­σα­με για τον τίτ­λο, μη και δη­μιουρ­γη­θεί η ε­ντύ­πω­ση πως εί­ναι ξε­νό­γλωσ­σος, ό­πως συ­νη­θί­ζε­ται τε­λευ­ταία σε κά­θε εί­δους βι­βλία. Ελλη­νι­κός εί­ναι, ελ­λη­νι­κό­τα­τος, μό­νο που η λέ­ξη Γέ­νος, κα­θώς, μά­λι­στα, το κε­φά­λαιο γά­μα α­φα­νί­ζε­ται στην κε­φα­λαιο­γράμ­μα­τη γρα­φή, που υιο­θε­τεί­ται τό­σο στο ε­ξώ­φυλ­λο ό­σο και στις ε­σω­τε­ρι­κές σε­λί­δες, την σή­με­ρον, ση­μαί­νει ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο πλην της άλ­λο­τε πο­τέ φυ­λής των Ελλή­νων. Όσο για τη λό­για έκ­φρα­ση “Δια του Γέ­νους τον φω­τι­σμό­ν”, και τις συ­να­φείς της, ό­πως η ε­ναλ­λα­κτι­κώς χρη­σι­μο­ποιού­με­νη, “προς φω­τι­σμόν της πα­τρί­δος”, αυ­τές έ­χουν πε­ρι­πέ­σει προ πολ­λού σε α­χρη­σία. Για­τί, ας μην λη­σμο­νού­με, πως το Γέ­νος τό­σον ε­φω­τί­σθη, που κα­τέ­λη­ξε α­πό ε­τε­ρό­φω­το αυ­τό­φω­το.
Οπό­τε, προς φω­τι­σμόν του α­να­γνώ­στη, μέ­νει ο υ­πό­τιτ­λος “αγ­γε­λίες”, ο ο­ποίος και υ­πο­κα­θι­στά τον τίτ­λο στις ε­σω­τε­ρι­κές σε­λί­δες του τό­μου. Την “αγ­γε­λία” ά­γνω­στη λέ­ξη δεν θα την έ­λε­γες, αλ­λά έ­να νο­η­μα­τι­κό με­τα­κύ­λι­σμα το έ­χει πά­θει, δε­δο­μέ­νου ό­τι σή­με­ρα έ­χει κα­τα­ντή­σει συ­νώ­νυ­μη με τις “μι­κρές αγ­γε­λίες”, ό­ταν δεν πρό­κει­ται για αγ­γε­λία γά­μου ή θα­νά­του. Εδώ, ό­μως, διευ­κρι­νί­ζε­ται πως πρό­κει­ται για “αγ­γε­λίες προ­ε­πα­να­στα­τι­κών ε­ντύ­πω­ν”, δη­λα­δή βι­βλίων, πε­ριο­δι­κών και ε­φη­με­ρί­δων. Με άλ­λα λό­για, βρι­σκό­μα­στε μπρο­στά στις πρώ­τες εκ­φάν­σεις της δια­φη­μι­στι­κής κα­τα­χώ­ρη­σης, που, δυο αιώ­νες αρ­γό­τε­ρα, κα­τέ­λη­ξε εκ των ων ουκ ά­νευ για την προώ­θη­ση πά­σης φύ­σεως ε­ντύ­πων. Μό­νο που, σή­με­ρα, ου­δείς θα δια­νο­εί­το να εκ­δώ­σει συλ­λο­γή δια­φη­μι­στι­κών κα­τα­χω­ρή­σεων, μια και το πε­ριε­χό­με­νό τους ε­ξαν­τλεί­ται στη στε­ρεό­τυ­πη ε­πα­νά­λη­ψη πο­μπω­δών φρά­σεων, λες και α­πευ­θύ­νο­νται σε κοι­νό πά­σχον νο­η­τι­κά.
Τα προ­ε­πα­να­στα­τι­κά, ό­μως, χρό­νια φαί­νε­ται πως υ­πήρ­χε έ­να κοι­νό που ό­χι μό­νο γνώ­ρι­ζε α­νά­γνω­ση αλ­λά εί­χε και με­γά­λες προσ­δο­κίες α­πό μια έκ­δο­ση. Ο Ηλιού, στα «Προ­λε­γό­με­να» του πρώ­του τό­μου της «Ελλη­νι­κής Βι­βλιο­γρα­φίας του 19ου αιώ­να», σχο­λιά­ζει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Οι Αγγε­λίες εί­ναι, πο­λύ συ­χνά, κεί­με­να ε­ξό­χως εν­δια­φέ­ρο­ντα, κα­θώς εκ­θέ­τουν, με συ­ντο­μία, το σκε­πτι­κό που τους ο­δή­γη­σε στην έκ­δο­ση και τις υ­ψη­λές σκο­πι­μό­τη­τες τις ο­ποίες θεω­ρούν ό­τι υ­πη­ρε­τούν με το έρ­γο τους...» Για του λό­γου το α­σφα­λές εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει 262 αγ­γε­λίες της πε­ριό­δου 1749-1821, τις ο­ποίες και ε­τοι­μα­ζό­ταν να εκ­δώ­σει, αλ­λά τον πρό­λα­βε έ­νας πρόω­ρος θά­να­τος. Τε­λι­κά, πα­ρου­σιά­ζο­νται 336 αγ­γε­λίες αυ­τής της πε­ριό­δου συν μια, κα­τα­χω­νια­σμέ­νη στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες ε­νός βι­βλίου θε­ο­λο­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα του 1734, η ο­ποία και α­φο­ρά τα ά­πα­ντα του Ιωάν­νου του Χρυ­σο­στό­μου. Ού­τως ή άλ­λως, το χρο­νι­κό εύ­ρος δεί­χνει κά­πως σχη­μα­τι­κό, α­φού βα­σι­κή πη­γή για τις συ­γκε­ντρω­μέ­νες αγ­γε­λίες στά­θη­κε ο γνω­στός προ­ε­πα­να­στα­τι­κός Τύ­πος. Υπο­θέ­του­με πως το σύ­νο­λο των αγ­γε­λιών, ι­δίως για τις πε­ριό­δους, που δεν υ­πάρ­χουν ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά, θα πρέ­πει να α­πο­βαί­νει πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο των συ­γκε­ντρω­μέ­νων. Και εί­ναι λο­γι­κό μια χει­ρό­γρα­φη αγ­γε­λία ή και αυ­τό­νο­μα εκ­δι­δό­με­νη να λαν­θά­νει ευ­κο­λό­τε­ρα. Ακό­μη και οι εν­σω­μα­τω­μέ­νες σε ποι­κί­λα βι­βλία ή και δη­μο­σιευ­μέ­νες σε αλ­λό­τρια, κά­πο­τε και ξε­νό­γλωσ­σα, έ­ντυ­πα δυ­σκο­λό­τε­ρα ε­ντο­πί­ζο­νται. Ενώ, ο προ­ε­πα­να­στα­τι­κός Τύ­πος προ­σφέ­ρε­ται για μια συ­στη­μα­τι­κή α­πο­δελ­τίω­ση. Πά­ντως, το κυ­ρίως σώ­μα των συ­γκε­κρι­μέ­νων αγ­γε­λιών συ­γκε­ντρώ­νε­ται στην πρώ­τη ει­κο­σα­ε­τία του 19ου αιώ­να και μό­νο 59 αγ­γε­λίες έρ­χο­νται α­πό τον 18ο και πά­λι, κυ­ρίως, α­πό την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, ό­που το έ­τος 1800 κα­τα­χω­ρεί­ται στον 18ο.
Κά­πως πο­μπώ­δες φα­ντά­ζει αυ­τό το προ­ε­πα­να­στα­τι­κός Τύ­πος, ό­ταν, ε­ξαι­ρώ­ντας τις μη ευο­δω­θεί­σες προ­σπά­θειες και κά­ποιες θνη­σι­γε­νείς, πρό­κει­ται μό­νο για τρία έ­ντυ­πα και α­κό­μη, τέσ­σε­ρα βρα­χύ­βια, στις πα­ρα­μο­νές της Επα­νά­στα­σης. Και ο τό­πος έκ­δο­σής τους εί­ναι ου­σια­στι­κά έ­νας, η Βιέν­νη, ά­ντε και το Πα­ρί­σι, που, ό­ντας έ­δρα του Κο­ραή, φι­λο­ξέ­νη­σε τρία α­πό τα ο­λι­γό­ζωα. Ένα πα­ρά­πλευ­ρο κέρ­δος α­πό την συ­να­γω­γή των αγ­γε­λιών εί­ναι οι πλη­ρο­φο­ρίες που δί­νουν για το ι­στο­ρι­κό της έκ­δο­σης των ί­διων των ε­ντύ­πων, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­νων άλ­λων που η έκ­δο­σή τους ναυά­γη­σε. Ένα τέ­τοιο πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η ελ­λη­νι­κή ε­φη­με­ρί­δα, που ή­θε­λε να εκ­δώ­σει ο Δη­μή­τρης Θε­ο­χα­ρί­δης, με τον τίτ­λο «Εφη­με­ρίς». Ο ε­πί­δο­ξος εκ­δό­της και την ά­δεια εί­χε ε­ξα­σφα­λί­σει α­πό τις αυ­στρια­κές αρ­χές και αγ­γε­λία κα­τα­χώ­ρη­σε και δη, τρεις φο­ρές, στη «Wiener Zeitung», τον Μάϊο του 1789, ό­μως η έκ­δο­σή της δεν πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε. Ωστό­σο, με τον ί­διο τίτ­λο και α­πό το ί­διο τυ­πο­γρα­φείο, του Μπά­ου­μαϊστε­ρ, εκ­δό­θη­κε η ε­φη­με­ρί­δα των α­δελ­φών Μαρ­κι­δών Πού­λιου, φί­λων του Ρή­γα. Ένα μο­νό­φυλ­λο, στις 16 Οκτω­βρίου 1790, κοι­νο­ποιεί την προ­σε­χή έκ­δο­σή της. Ενώ, ως αγ­γε­λία, πα­ρα­τί­θε­ται στον τό­μο το κύ­ριο άρ­θρο του πρώ­του τεύ­χους, με η­με­ρο­μη­νία 31 Δε­κεμ­βρίου 1790. Οι αυ­στρια­κές αρ­χές την σφρά­γι­σαν στις 2 Φε­βρουα­ρίου 1798, α­φού προ­η­γου­μέ­νως εί­χαν συλ­λά­βει τον μι­κρό­τε­ρο α­δελ­φό για ε­πα­να­στα­τι­κή δρά­ση. Η α­πο­δελ­τίω­ση της «Εφη­με­ρί­δος» α­πέ­φε­ρε τε­λι­κά 43 αγ­γε­λίες, δη­λα­δή το κυ­ρίως σώ­μα των αγ­γε­λιών για τον 18ο αιώ­να, α­πό τις ο­ποίες 19 α­φο­ρούν την ί­δια την ε­φη­με­ρί­δα και έ­ξι, εκ­δό­σεις του Ρή­γα.
Το δεύ­τε­ρο χρο­νο­λο­γι­κά έ­ντυ­πο, μάλ­λον πε­ριο­δι­κό πα­ρά ε­φη­με­ρί­δα, εί­ναι ο «Ερμής ο Λό­γιος», που κά­λυ­ψε την προ­ε­πα­να­στα­τι­κή δε­κα­ε­τία. Δε­κα­πεν­θή­με­ρη έκ­δο­ση, με ε­μπνευ­στή τον Κο­ραή, χο­ρη­γό τον μη­τρο­πο­λί­τη Ιγνά­τιο Ουγ­γρο­βλα­χίας που ή­ταν ε­πι­κε­φα­λής της νε­ο­σύ­στα­της τό­τε Φι­λο­λο­γι­κής Εται­ρείας του Βου­κου­ρε­στίου και ε­πί τό­που διευ­θυ­ντή, τα πρώ­τα χρό­νια, τον Άνθι­μο Γα­ζή. Κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό την 1η Ια­νουα­ρίου 1811 μέ­χρι την 1η Μαΐου 1821, που σφρα­γί­στη­κε κι αυ­τό α­πό τις αυ­στρια­κές αρ­χές, με μια εν­διά­με­ση δια­κο­πή ε­νός έ­τους, το 1815, ό­ταν α­πε­χώ­ρη­σε ο Γα­ζής και μέ­χρι να α­να­λά­βουν δυο άλ­λοι α­φο­σιω­μέ­νοι ο­πα­δοί του Κο­ραή, ο Θεό­κλη­τος Φαρ­μα­κί­δης και ο Κων­στα­ντί­νος Κοκ­κι­νά­κης. Τις οι­κο­νο­μι­κές δυ­σχέ­ρειες που α­ντι­με­τώ­πι­ζε το πε­ριο­δι­κό, κα­θώς και τις προ­σπά­θειες του Γα­ζή να βρει τον κα­τάλ­λη­λο α­ντι­κα­τα­στά­τη, τις δί­νουν οι ί­διες οι αγ­γε­λίες. Συ­νο­λι­κά α­πο­δελ­τιώ­νο­νται 111 και 18 α­να­δη­μο­σιεύ­σεις α­πό τα συ­νυ­πάρ­χο­ντα ε­κεί­να τα χρό­νια έ­ντυ­πα, ό­που 19 α­φο­ρούν το ί­διο το πε­ριο­δι­κό και τέσ­σε­ρις εί­ναι α­να­κοι­νώ­σεις για την προ­σε­χή έκ­δο­ση άλ­λων ε­ντύ­πων.
Τρί­το μα­κρο­χρό­νιο έ­ντυ­πο, που κα­λύ­πτει την ί­δια χρο­νι­κή πε­ρίο­δο με τον «Λό­γιο Ερμή», αν και αυ­τό ε­πέ­δει­ξε με­γα­λύ­τε­ρη προ­σαρ­μο­στι­κό­τη­τα, γι΄ αυ­τό και κα­τόρ­θω­σε να ε­πι­βιώ­σει με­τε­πα­να­στα­τι­κά, μέ­χρι το 1836, εί­ναι η ε­φη­με­ρί­δα, «Ελλη­νι­κός Τη­λέ­γρα­φος», του τυρ­να­βιώ­τη για­τρού Δη­μή­τρη Αλε­ξαν­δρί­δη, η ο­ποία δια­δέχ­θη­κε μια βρα­χύ­βια ε­φη­με­ρί­δα με τίτ­λο «Ει­δή­σεις δια τα Ανα­το­λι­κά Μέ­ρη». Εκδι­δό­ταν δυο φο­ρές την ε­βδο­μά­δα και ξε­κί­νη­σε στις αρ­χές Ια­νουα­ρίου του 1812. Από το 1817 εί­χε και φι­λο­λο­γι­κό πα­ράρ­τη­μα, τον «Φι­λο­λο­γι­κό Τη­λέ­γρα­φο». Πα­ρα­πλή­σια εί­ναι η σο­δειά αγ­γε­λιών, που α­πέ­φε­ρε, 115 αγ­γε­λίες και 8 α­να­δη­μο­σιεύ­σεις, ό­που 44 α­φο­ρούν την ε­φη­με­ρί­δα και το φι­λο­λο­γι­κό της πα­ράρ­τη­μα και ε­πτά τον «Λό­γιο Ερμή», κα­θώς συ­ζη­τιό­ταν να α­πο­κτή­σουν τον ί­διο διευ­θυ­ντή.
Ο προ­ε­πα­να­στα­τι­κός Τύ­πος συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τα έ­ντυ­πα τις τε­λευ­ταίας τριε­τίας. Το βιεν­νέ­ζι­κο, δε­κα­πεν­θή­με­ρο πε­ριο­δι­κό «Καλ­λιό­πη», που εκ­δό­θη­κε την 1η Ια­νουα­ρίου 1819, ως α­ντί­πα­λο δέ­ος προς τον «Λό­γιο Ερμή», με ε­μπνευ­στή τον Πα­να­γιώ­τη Κο­δρι­κά και διευ­θυ­ντή τον κα­θη­γη­τή Αθα­νά­σιο Στα­γει­ρί­τη. Συ­νέ­χι­σε να εκ­δί­δε­ται μέ­χρι την έ­κρη­ξη της Επα­νά­στα­σης και α­πο­φέ­ρει 13 αγ­γε­λίες και πέ­ντε α­να­δη­μο­σιεύ­σεις α­πό τον «Λό­γιο Ερμή» και τον «Φι­λο­λο­γι­κό Τη­λέ­γρα­φο». Την ί­δια πε­ρίο­δο, αλ­λά σε ά­τα­κτα χρο­νι­κά δια­στή­μα­τα, εκ­δό­θη­κε στο Πα­ρί­σι α­πό τον Σπυ­ρί­δω­να Κόν­δο το πε­ριο­δι­κό «Μέ­λισ­σα», φί­λα κεί­με­νο προς τον Κο­ραή, και τα πλέ­ον βρα­χύ­βια «Αθη­νά» και «Μου­σείον» του Πά­νου Ιωαν­νί­δη, έ­ξι τεύ­χη το πρώ­το και ως συ­νέ­χειά του, έ­να τεύ­χος το δεύ­τε­ρο. Απο­δί­δουν πέ­ντε αγ­γε­λίες η «Μέ­λισ­σα», δυο η «Αθη­νά» και τρεις το «Μου­σείον». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ό­σο α­φο­ρά την α­πο­δελ­τίω­ση των ε­ντύ­πων, αν στο ευ­ρε­τή­ριο του τό­μου γι­νό­ταν προ­σε­κτι­κό­τε­ρος δια­χω­ρι­σμός των σε­λί­δων, στις ο­ποίες έ­να έ­ντυ­πο α­να­φέ­ρε­ται ως πη­γή α­πό τις γε­νι­κές α­να­φο­ρές σε αυ­τό, ο α­να­γνώ­στης θα εί­χε ει­κό­να του α­ριθ­μού των αγ­γε­λιών που αν­τλή­θη­καν α­πό κά­θε έ­ντυ­πο. Σε αυ­τό θα βο­η­θού­σε η πα­ρά­θε­ση ε­νός σχε­τι­κού πί­να­κα. Χρή­σι­μα στοι­χεία, αν υ­πο­θέ­σου­με πως οι α­πο­δελ­τιώ­σεις των ε­ντύ­πων εί­ναι πλή­ρεις. Την συ­να­γω­γή κλεί­νει μια αγ­γε­λία ερ­χό­με­νη α­πό την Ελλά­δα. Πρό­κει­ται για την “α­να­κή­ρυ­ξη” του εκ­δό­τη της «Ελλη­νι­κής Σάλ­πιγ­γος» Φαρ­μα­κί­δη, δη­μο­σιευ­μέ­νη στο πρώ­το φύλ­λο της ε­φη­με­ρί­δας, που κυ­κλο­φό­ρη­σε την 1η Αυ­γού­στου 1821, στην Κα­λα­μά­τα. Αυ­τή α­νή­κει στο με­γα­λύ­τε­ρο σώ­μα αγ­γε­λιών, το α­πλω­μέ­νο έως το 1850, που εί­χε κα­τά νου να εκ­δώ­σει ο Ηλιού.
Ωστό­σο, η πη­γή των αγ­γε­λιών εν­δια­φέ­ρει κυ­ρίως τους ι­στο­ρι­κούς και ως στοι­χείο για την α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα των συ­γκε­ντρω­μέ­νων αγ­γε­λιών. Όσο α­φο­ρά τον τό­μο, το ου­σια­στι­κό εί­ναι κα­τά πό­σο οι αγ­γε­λίες συμ­βάλ­λουν κι αυ­τές με τη σει­ρά τους ως κεί­με­να, στον ε­πι­διω­κό­με­νο τό­τε φω­τι­σμό του Γέ­νους, ό­πως οι εκ­δό­σεις που προ­α­ναγ­γέλ­λουν και για την ευό­δω­ση των ο­ποίων ζη­τούν να εγ­γρά­ψουν συν­δρο­μη­τές. Με βά­ση τον κα­τα­το­πι­στι­κό πρό­λο­γο της Πο­λέ­μη, η α­πή­χη­ση των αγ­γε­λιών δεί­χνει αμ­φίρ­ρο­πη, α­φού οι μι­σές αγ­γε­λίες κα­τέ­λη­ξαν σε έκ­δο­ση και οι άλ­λες μι­σές ναυά­γη­σαν. Πά­ντως, σκια­γρα­φούν τις α­ξίες και τις προ­τε­ραιό­τη­τες των λο­γίων σε ε­κεί­νες τις δε­κα­ε­τίες και κυ­ρίως, το θε­μα­τι­κό εύ­ρος των εκ­δό­σεων. Εκτός α­πό τις αγ­γε­λίες που έ­χουν ως θέ­μα τον ί­διο τον Τύ­πο, προ­α­ναγ­γέλ­λο­νται ι­στο­ρι­κά και ε­γκυ­κλο­παι­δι­κά λε­ξι­κά, βι­βλία αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας και ελ­λη­νι­στι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ι­στο­ρι­κά και ε­πι­στη­μο­νι­κά συγ­γράμ­μα­τα, εγ­χει­ρί­δια για την ελ­λη­νι­κή και ξε­νό­γλω­σα λε­ξι­κά και α­κό­μη, παι­δι­κά και θε­ο­λο­γι­κά βι­βλία. Επί­σης, δεν λεί­πει το λο­γο­τε­χνι­κό βι­βλίο, έ­στω κι αν δεν α­ξιο­λο­γεί­ται ως ε­πεί­γον για το Γέ­νος. Μι­κρό αλ­λά α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό το δείγ­μα που με­τα­φρά­ζε­ται α­πό “τα πο­λυ­θρύλ­λη­τα της φι­λο­λο­γίας των φω­τι­σμέ­νων ε­θνώ­ν”· Ο Τη­λέ­μα­χος του Φε­νε­λόν, ο Αγά­θων του Βει­λάν­δου, ο Γιλ Βλας του Λε Σα­ζ, τα “η­θι­κά διη­γή­μα­τα” του Βερ­να­δί­νου Σαι­μπιέρ­ρου. Εκδί­δο­νται, ε­πί­σης, τα φι­λό­πο­να έρ­γα των γη­γε­νών, ό­πως ο «Νέ­ος Ερω­τό­κρι­τος» του Διο­νυ­σίου Φω­τει­νού και τα ποιη­τι­κά του Μι­χά­λη Περ­δι­κά­ρη και του Δη­μη­τρίου Γου­ζέ­λη, για τα ο­ποία κα­τα­χω­ρού­νται αγ­γε­λίες στον «Φι­λο­λο­γι­κό Τη­λέ­γρα­φο». Συ­νταγ­μέ­νες οι αγ­γε­λίες α­πό τους συγ­γρα­φείς, πα­ρό­τι α­κο­λου­θούν έ­να στε­ρεό­τυ­πο εκ­φρα­στι­κά σχή­μα, δί­νουν ευ­κρι­νή ει­κό­να των πε­ριε­χο­μέ­νων, κα­θώς κα­τα­βάλ­λουν προ­σπά­θειες ό­χι μό­νο να κι­νή­σουν το εν­δια­φέ­ρον αλ­λά και να διε­γεί­ρουν τη φι­λο­τι­μία για οι­κο­νο­μι­κή α­ρω­γή. Για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη, πα­ρα­τί­θε­νται διε­ξο­δι­κά βι­βλιο­γρα­φι­κά στοι­χεία ως συ­νο­δευ­τι­κά κα­θε­μίας αγ­γε­λίας.
Ο Ηλιού, και κα­τά τη συλ­λο­γή των αγ­γε­λιών, α­κο­λού­θη­σε τη γραμ­μή Κο­ραή, πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας το θρη­σκευ­τι­κό βι­βλίο ή του­λά­χι­στον, το κομ­μά­τι του που α­ντι­μα­χό­ταν τον Δια­φω­τι­σμό. Εξ ου και ο τίτ­λος του βι­βλίου, που, σή­με­ρα, μπο­ρεί να φαί­νε­ται κι­νέ­ζι­κος, τό­τε, ό­μως, κυ­ριο­λε­κτού­σε. Αγγε­λίες μό­νο για βι­βλία που προο­ρί­ζο­νταν για τον φω­τι­σμόν του Γέ­νους, δη­λα­δή κο­σμι­κά και ό­σα θρη­σκευ­τι­κά έρ­χο­νταν α­πό λό­γιο πε­ρι­βάλ­λον, ό­πως αυ­τό των πα­ρα­δου­νά­βιων πε­ριο­χών. Ανε­ξάρ­τη­τα αν συν­δρο­μη­τές εγ­γρά­φο­νταν και για τα άλ­λα, τα, τρό­πον τι­νά, ψυ­χο­φθό­ρα κα­τά τους δια­φω­τι­στές. Μά­λι­στα, αυ­τά φαί­νε­ται πως μο­νο­πω­λού­σαν το εν­δια­φέ­ρον των α­να­γνω­στών στην κυ­ρίως Ελλά­δα. Ανά­με­σα στα αυ­τόχ­θο­να μπε­στ σέλ­λερ της ε­πο­χής α­να­φέ­ρο­νται και τα έρ­γα του Νι­κό­δη­μου του Αγιο­ρεί­τη. Για πα­ρά­δειγ­μα, τρεις με­τα­θα­νά­τιες εκ­δό­σεις, που έ­γι­ναν το 1819 στη Βε­νε­τία, ο «Κή­πος Χα­ρί­των», το «Επι­στο­λαί Παύ­λου» και ο «Νέ­ος Συ­να­ξα­ρι­στής», σε τρεις τό­μους, ε­ξα­σφά­λι­σαν 1894 συν­δρο­μη­τές για 3715 α­ντί­τυ­πα.
Πι­θα­νο­λο­γού­με πως θα υ­πήρ­ξαν και σχε­τι­κές αγ­γε­λίες, που δεν α­πο­κλείε­ται και να δη­μο­σιεύ­θη­καν στον Τύ­πο, πέ­ρα α­πό τα μο­νό­φυλ­λα, που μπο­ρεί να κυ­κλο­φό­ρη­σαν. Τώ­ρα, αν στό­χος της συλ­λο­γής των αγ­γε­λιών και γε­νι­κό­τε­ρα των βι­βλιο­γρα­φή­σεων εί­ναι η συγ­γρα­φή, εν ευ­θέ­τω χρό­νω, μιας πο­λι­τι­σμι­κής ι­στο­ρίας, τό­τε μάλ­λον θα πρέ­πει να λη­φθούν υ­πό­ψη ό­λες οι συ­νι­στώ­σες, α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κές και κα­θη­λω­τι­κές. Πά­ντως, μια και ε­φέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 200 χρό­νια α­πό το θά­να­το του Νι­κό­δη­μου, του­λά­χι­στον η νε­ο­ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία τού ο­φεί­λει μια τι­μη­τι­κή μνεία για ό­σους συγ­γρα­φείς ε­νέ­πνευ­σε. Ένας α­πό αυ­τούς, αλ­λά ό­χι και ο μο­να­δι­κός, εί­ναι ο Ν. Γ. Πε­ντζί­κης. Αν, βε­βαίως, το Γέ­νος δεν εί­χε φω­τι­στεί, δεν θα ή­ταν σε θέ­ση να ε­κτι­μή­σει έ­ναν Πε­ντζί­κη.
Τέ­λος, οι αγ­γε­λίες εί­ναι α­ξια­νά­γνω­στες και για έ­ναν ε­πι­πλέ­ον λό­γο. Αντα­να­κλούν πώς ο ελ­λη­νι­κός δη­μο­σιο­γρα­φι­κός Τύ­πος έ­μα­θε, α­πό τα γεν­νο­φά­σκιά του, στη ρη­το­ρεία και τον δι­πλω­μα­τι­κό ε­λιγ­μό. Από κά­θε ά­πο­ψη, λοι­πόν, πρό­κει­ται για έ­να α­κό­μη πο­λύ­τι­μο βι­βλίο “α­πό τα κα­τά­λοι­πα του Φί­λιπ­που Ηλιού.”

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Διερευνήσεις της γυναικείας καλλιτεχνικής ταυτότητας

Πρακτικά Ημερίδας
«Η γυναικεία εικαστική
και λογοτεχνική παρουσία
στα περιοδικά λόγου και τέχνης (1900-1940)»
Επιμέλεια Σοφία Ντενίση
Εκδόσεις Gutenberg
Μάιο 2008

Σε διημερίδα γύρω από το Φύλο, που έγινε πέρυσι τέτοια εποχή, η δεύτερη ημέρα, όπως και θα αναμενόταν, ήταν αφιερωμένη στο “δεύτερο φύλο” και συγκεκριμένα, στην παρουσία των γυναικών στα περιοδικά λόγου και τέχνης, που κυκλοφόρησαν κατά τις πρώτες τέσσερις δεκαετίες του 20ου αιώνα. Οι συνολικά έξι εισηγήσεις αυτού του δεύτερου σκέλους της διημερίδας συγκεντρώνονται στον τόμο των Πρακτικών, με εισαγωγή της Σοφίας Ντενίση, η οποία και διευθύνει τα σχετικά ερευνητικά προγράμματα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών πάνω σε αυτό το θέμα και τα οποία ξεκίνησαν το 2005. Στο πλαίσιο αυτών των προγραμμάτων, μετά μακρόχρονη έρευνα, επιλέχθηκαν 130 περιοδικά λόγου και τέχνης, που εκδίδονταν στην Ελλάδα, την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια, με κριτήριο τη μεγαλύτερη ή μικρότερη, σε αυτά, γυναικεία παρουσία. Να θυμίσουμε πως η βιβλιογραφία Χ. Λ. Καράογλου καταγράφει, μόνο για την Αθήνα, 258 περιοδικά. Τα 130 που προκρίθηκαν, αποδελτιώθηκαν και συνάχθηκαν πληροφορίες για τις συνεργάτριές τους. Στα Πρακτικά δίνεται η λίστα των περιοδικών κατά αλφαβητική σειρά, αν και πιστεύουμε πως θα χρειαζόταν κι ένας δεύτερος, χρονολογικός κατάλογος, που θα απέβαινε χρήσιμος σε όσες επιμέρους έρευνες περιορίζουν το χρονικό πλαίσιο.
Στην πρώτη εισήγηση, η Ντενίση τονίζει την παντελή έλλειψη ιστοριών της γυναικείας γραφής, θυμίζοντας πως οι ιστορίες τόσο της τέχνης όσο και της λογοτεχνίας περιορίζονται σε καμιά δεκαριά ονόματα. Σε αυτό το σημείο νομίζουμε πως υπερβάλλει, καθώς υπάρχουν ιστορίες, όπως, λ.χ., η ιστορία του Νίκου Παππά, που αφιερώνουν ιδιαίτερο κεφάλαιο στις γυναίκες δημιουργούς, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον κατάλογο των δέκα ονομάτων. Αλλά και μια πρόσφατή γραμματολογία, όπως αυτή του Σοκόλη, συγκρατεί περισσότερες συγγραφείς, πόσω μάλλον που η Ντενίση λησμονεί και κάποιες πολύ γνωστές, όπως, για παράδειγμα, την Έλλη Αλεξίου. Ύστερα, μάλλον αδικεί ορισμένες συγγραφείς, με τον ισχυρισμό πως μνημονεύονται κυρίως ως σύζυγοι, θυγατέρες και ερωμένες. Όπου, η προσωνυμία ερωμένη για την Σοφία Λασκαρίδου, θα λέγαμε πως συνιστά σχεδόν ύβρι για έναν έρωτα όπως ο δικός της και του Περικλή Γιαννόπουλου. Η Ντενίση αναλαμβάνει να δείξει το ξεκίνημα των γυναικείων διεκδικήσεων, γι’ αυτό και περιορίζεται στις δυο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και κυρίως, στην περιβόητη «Εφημερίδα των Κυριών», που ξεκίνησε να εκδίδει η Καλλιρρόη Παρρέν, εικοσιεξαετίς, το 1887, και την κράτησε μάχιμη κοντά ένα τρίτο του αιώνα. Με την ευκαιρία, μνημονεύει κι αυτή τη διαμάχη του Ροΐδη με τις “γράφουσες” Ελληνίδες, που είχαμε σχολιάσει, με αφορμή τη μελέτη της Ειρήνης Ριζάκη. Όπου και υποστηρίζαμε πως δεν ήταν παρά μια ακόμη αντιπαράθεση, που πυροδοτήθηκε από την αντίθεση δυο ανδρών, του Ροΐδη και του Ξενόπουλου.
Ακολουθούν οι δυο εισηγήσεις που καλύπτουν το χώρο της τέχνης. Της Έλενας Χαμαλίδη για τις εικαστικούς στην καμπή του 19ου προς τον 20ο αιώνα και κατά το μεσοπόλεμο, όπου το κυρίως βάρος δίνεται στις δυο γνωστότερες, την Θάλεια Φλωρά-Καραβία και την Σοφία Λασκαρίδου. Και της Βασιλικής Σαρακατσιάνου για την κριτική υποδοχή της γυναικείας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Όπως αναφέρει και η Ριζάκη, τόσο στην τέχνη όσο και στη λογοτεχνία, η ομορφιά και η χάρις μιας δημιουργού, εκείνα τα χρόνια, βάραιναν κατά την κρίση του έργου τους. Πάντως, για να είμαστε ειλικρινείς, μια κάποια ευαισθησία για τις “εύμορφες” την δείχνουν οι κριτές όλων, ανεξαιρέτως, των εποχών.
Κατά την απογευματινή συνεδρία, η λογοτεχνία μονοπώλησε το ενδιαφέρον των τριών ομιλητριών. Η Μαρία Νικολοπούλου σχολιάζει την κριτική που ασκείται στην γυναικεία λογοτεχνική παραγωγή, κυρίως τα αυτοτελή έργα αλλά και τα κείμενα που δημοσιεύονται στα περιοδικά της τεσσαρακονταετίας. Η Πέρσα Αποστολή διακρίνει εκείνα τα περιοδικά, που οι γυναίκες μετέχουν καθοριστικά ως εκδότριες, διευθύντριες ή έστω μέλη της συντακτικής επιτροπής τους. Εισαγωγικά αναφέρεται στην “εφημερίδα” της Παρρέν και παραθέτει έναν κατάλογο με αντίστοιχες προσπάθειες κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όπου, κατά κύριο λόγο, πρόκειται για περιοδικά που απευθύνονται στο γυναικείο κοινό. Στη συνέχεια, ξεδιαλέγει είκοσι δυο περιοδικά από τα 130, όπου οι γυναίκες έχουν το πρόσταγμα. Επτά από αυτά δεν συμπληρώνουν χρόνο, έξι φτάνουν τη διετία, ενώ μερικά μακροημερεύουν, όπως η «Ιόνιος Ανθολογία» της Μαριέττας Μινώτου, μάλλον λόγω της επτανήσιας εντοπιότητας και όχι χάρις στη διευθύντριά του, ή ακόμη, ο «Παντογνώστης», η «Αλεξανδρινή Τέχνη» και οι «Νέοι Πρωτοπόροι», στα οποία, όμως, οι γυναίκες δεν παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο κι ας κρατούν για ένα μικρό διάστημα τη διεύθυνση. Σε αντίθεση με το κωνσταντινουπολίτικο περιοδικό, «Βοσπορίς», που εκδίδεται από το 1899 μέχρι το Μάρτιο του 1907, ίσως και το 1908, με ιδιοκτήτρια την Κορνηλία Πρεβεζιώτου. Η μελετήτρια συντάσσει ένα χορταστικό λήμμα για την Πρεβεζιώτου και ένα δεύτερο για την Αρτεμισία Λανδράκη, που υπήρξε εκδότρια του βραχύβιου περιοδικού των Χανίων «Σπινθήρ». Τέλος, η Ματρώνα Παλαιού ασχολείται με ορισμένες πεζογράφους, που εμφανίζονται στα περιοδικά λόγου και τέχνης από τις αρχές του αιώνα μέχρι το 1922. Παραδόξως, αναφέρει πως μελέτησε 53 περιοδικά από τα 130, ενώ ο αρχικός πίνακας δίνει 64 γι’ αυτήν την περίοδο.
Από τα Πρακτικά φαίνεται η σημασία που έχουν τα συγκεκριμένα ερευνητικά προγράμματα, τα οποία και συνεχίζονται, πολιορκώντας πλείστα όσα ενδιαφέροντα ερωτήματα.

Μ. Θεοδοσοπουλου

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

Κατάστιχα μνήμης ζώντων και τεθνεώτων

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης «Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής» Επιμέλεια-σχόλια-επίμετρο Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης Εκδόσεις Άγρα Δεκέμβριος 2008 Τη συγγραφή του βιβλίου την ξεκίνησε ο αφηγητής σε μια κρίση απελπισίας, όπως εκείνες που τον βασάνιζαν πριν το γάμο του. Κάτι τέτοιες ώρες ένοιωθε να χάνεται στο χάος, οπότε το γράψιμο γινόταν επιτακτική ανάγκη. Γι’ αυτό και το αποκαλούσε εργασία, κι ας μην του απέφερε ούτε χρήματα ούτε φήμη. Απαιτούσε μεγάλη καταπόνηση, ήταν, όμως, μια μοναδική πηγή αισιοδοξίας, στοιχείο απαραίτητο για τη συνέχιση της ζωής, όπως τονίζει στην πρώτη φράση της πρώτης σελίδας. Ειδάλλως, τα πάντα σαρώνονται από μια αίσθηση ματαιότητας, που κάποτε φθάνει να απειλεί και τη γραφή, όταν αυτή δεν κομίζει αποδείξεις της ωφελιμότητάς της. Κι αυτές οι αποδείξεις, κατά τον αφηγητή, δεν μπορεί παρά να στηρίζονται σε ιδέες. Όχι, όμως, οποιεσδήποτε ιδέες, αλλά ιδέες, με σώμα και υπόσταση, ικανές να πείσουν τις αισθήσεις, καθώς είναι οι πλατωνικές. Άρα, φύσει σκοτεινές, αφού κρύβουν ένα μυστήριο, όπως τα έμβια όντα, το μυστήριο της γέννησής τους. Οπότε ο αφηγητής καταλήγει πως η ιδέα μπορεί να είναι το άνθος της ψυχής, που το κάθε υποκείμενο καλλιεργεί εντός του, καθώς δέχεται και με τις πέντε αισθήσεις του ερεθίσματα από τον έξω κόσμο. «Μια αγάπη ή φύση είναι και ο κόσμος των ιδεών που προβάλλει ο Πλάτων.» (Αναγκαίο το διαζευκτικό, που αλλοίωσε ο δαίμων του τυπογραφείου, ώστε να δηλωθεί η ταυτότητα γενεσιουργού αγάπης και φύσης.) Κι αν, όμως, γεμίσει ο αφηγητής τη σκέψη του με τις πλατωνικές ιδέες, ποιο το όφελος, αναρωτιέται έντρομος, αφού θα μαραθούν κι αυτές όπως τα κομμένα λουλούδια. Σε αυτό το σημείο, μόνο η επίκληση του Θεού, ο οποίος, στη νεκρή γη, επέτρεψε να “επανθήσει το φως”, μπορεί να φέρει αισιοδοξία.
Αυτά γράφει ο Πεντζίκης στο πρώτο κεφάλαιο, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο 7ο τεύχος, για το τρίμηνο Φεβρουάριος-Μάρτιος-Απρίλιος 1955, του περιοδικού «Σημερινά Γράμματα», που εξέδιδε ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος από το προηγούμενο έτος, όταν συνταξιοδοτήθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών, επωφελούμενος από το εφάπαξ του. Εκεί το διάβασε ο Τάκης Σινόπουλος, που, εκτός από κριτικός του περιοδικού, έκανε και τις τυπογραφικές διορθώσεις, όπως αποκαλύπτει επιστολή του προς τον Πεντζίκη της Μεγάλης Παρασκευής του 1955, όπου εκμυστηρεύεται τη γοητεία, που ασκούν ορισμένες φράσεις του κειμένου στην αποδεσμευμένη από το λογικό ενδοχώρα του. Κι όμως, όλες αυτές οι παρομοιώσεις, που δεν στέκονται στις εξωτερικές συσχετίσεις αλλά ζητούν βαθύτερους δεσμούς, με τις οποίες και προχωρά ο αφηγητής, θα λέγαμε πως δεν στερούνται λογικής συνέπειας. Όπως, λ.χ., η σύγκριση λουλουδιών και θαλάσσας στο δεύτερο κεφάλαιο, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Καινούρια Εποχή», το καλοκαίρι του 1959. Μνημονεύοντας ο αφηγητής τον Όμηρο, καταλήγει πως ο ρυθμός είναι το ουσιώδες, κοινό γνώρισμα ανθέων, κυμάτων και ομηρικών στίχων. Αν στα έμβια όντα αυτός ο ρυθμός είναι υπόγειος, στη θάλασσα και το έπος αποβαίνει πρωταρχικός για τις αισθήσεις μας. “Αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα πού δεν ησυχάζει ποτέ”, εξομολογείται ο Ιερομόναχος Διονύσιος δια γραφίδος Διονυσίου Σολωμού. Η φράση απαντάται και στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», στο Σχεδίασμα Β και όχι το Γ, όπως εκ παραδρομής σημειώνεται.
Αισθηματίας ο αφηγητής, έχει τη συνήθεια να φυλάει κάθε λογής αναμνηστικά και πολλές φωτογραφίες διαφορετικών εποχών σε ένα μεγάλο χαρτοκούτι. Με αυτό το υλικό προτίθεται να συνθέσει μια πεζή διήγηση. Ενώ, όμως, όλα αυτά τα πρόσωπα των φωτογραφιών και τα μικροπράγματα, όταν συνόδευαν την καθημερινότητα της ζωής του, είχαν μια θαυμαστή τάξη, τώρα τού φαίνονται σαν λίθοι, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα. Είναι ράκη του παρελθόντος και όπως τα ανασκαλεύει, έχει την αίσθηση πως περιπλανιέται σε κοιμητήριο. Μόνο που μια αφήγηση, πόσω μάλλον ένα ερωτικό μυθιστόρημα, όπως αυτό που έχει κατά νου να γράψει, διαβάζοντας και τη μυθιστορία του Αχιλλέως Τατίου «Τα κατά Κλειτοφώντα και Λευκίππην», απαιτεί χρονολογική σειρά και συνέχεια, που τα ενθύμια τού κουτιού δεν έχουν συγκρατήσει.
Στην προσπάθειά του να βάλει σε τάξη το χάος του κουτιού, καταγράφει το περιεχόμενό του σε τετράδια, καταρτίζοντας μακρείς πίνακες, χωρισμένους σε στήλες ομοειδών προσώπων και πραγμάτων, τα οποία και απαριθμεί. Στη συνέχεια, ισχυρίζεται πως καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να απομονωθεί από τους περισπασμούς των γύρω του, για να αφοσιωθεί στη σκέψη των απόντων. Επιδίωξή του είναι η ολοκληρωτική βύθιση στη μνήμη, την οποία εκλαμβάνει σαν κάθοδο στον Κάτω Κόσμο. Ενδιαμέσως, παρασύρεται στη δίνη των συνειρμών του, ανασύροντας διάσπαρτα συμβάντα, που τού εντυπώθηκαν, άγνωστο γιατί, καθώς δεν συγκαταλέγονται ανάμεσα στα σημαντικά του βίου του. Αυτό το παιχνίδι μεταξύ μνήμης και λήθης του αφηγητή απλώνεται σε τριάντα δυο κεφάλαια. Ασύνδετα μεταξύ τους τα πρόσωπα, που εμφανίζονται σε αυτά, κολοβές οι ιστορίες, σαν σπαράγματα μιας ζωής, μένουν μακράν της αρχιτεκτονικής μιας κλασικότροπης μυθιστορίας. Τελικά, το μόνο, που φαίνεται να επιτυγχάνει ο αφηγητής με τα υπολείμματα της σκόρπιας ζωής του, είναι η προεργασία για μια μυθοπλασία. Παρόλα αυτά, ο Πεντζίκης κατέληξε σε ένα ρηξικέλευθο, για την εποχή του, μυθιστόρημα, που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα νεωτερικά μυθιστορήματα, με θέμα, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, την περιδιάβαση του αφηγητή σε παρόν, παρελθόν και μέλλον.
Στο μυθιστόρημα, οι γυναίκες και οι φίλοι του αφηγητή, όπως αναδύονται μέσα από τις αναμνήσεις του, περιβάλλονται από μια αλλόκοτη αύρα σαν να πρόκειται για μυθικά όντα, που έρχονται από ένα βαθύ παρελθόν. Ως αντίστιξη στη γήινη παρουσία της συζύγου του αφηγητή, στης οποίας την αγκαλιά έχει εναποθέσει ολόκληρη τη ζωή του, προβάλλουν οι ερωτικές γυναίκες άλλων καιρών, καθεμία με τον αύξοντα αριθμό που της αντιστοιχεί στη στήλη των γυναικών. Όπου, ο αριθμός ένα δίνεται σε δεσποινίδα με το ψευδώνυμο Αλεπού, που ο επιμελητής της παρούσας έκδοσης αδυνατεί ή και δεν θέλει να ταυτίσει με κάποιο υπαρκτό πρόσωπο, όπως κάνει με άλλες γυναίκες, που κι αυτές αναφέρονται κρυπτογραφικά στη στήλη των γυναικών. Όλες τους νέα πλάσματα, όπως η μακαρίτισσα κυρία Αναστασία, που πέθανε στα σαράντα πέντε της, αλλά ο αφηγητής την θυμάται, όπως την είχε δει μικρό παιδί στη θάλασσα, όταν ξεθηλυκώθηκε το μαγιό της και έλαμψε γυμνό το άσπρο της βυζί. Μια παρόμοια ανάμνηση σώζει και ο Χριστόφορος Μηλιώνης στο διήγημά του «Το λιθάρι», όπου και οι δυο συγγραφείς αναφέρουν το δημοτικό τραγούδι για την κλεφτοπούλα που περπατούσε και έπαιζε με αρματωλούς και κλέφτες. Σε δυο παραλλαγές σώζεται το δημοτικό άσμα, τις οποίες και μοιράζονται· ο ένας παίρνει τη μια και ο άλλος την άλλη.
Σε αυτές τις απαριθμήσεις, προβλέπονται άλλες στήλες για κορίτσια και άλλες για παντρεμένες, επίσης, άλλες για εφήβους και άλλες για άνδρες. Δέκατο τέταρτο στη στήλη των εφήβων κατατάσσει, παραδόξως, ο αφηγητής τον φίλο του Νίκο Καχτίτση, κι ας είναι ήδη τότε εικοσιπενταετής. Κι αυτό, όπως σπεύδει να εξηγήσει, γιατί εξακολουθεί να βιώνει “τις δραματικές ψυχολογικές συγκρούσεις ενός εφήβου”. Αν και ο αφηγητής απορεί, κατά πόσο αυτό οφείλεται στην καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία ή μήπως, ακριβώς αυτή δεν είναι παρά συνέπεια της παρατεταμένης εφηβείας του. Αυτός ο φίλος είχε ένα μοναδικό τρόπο να δημιουργεί γύρω του ατμόσφαιρα μυστηρίου, έτσι όπως αντιλαμβανόταν τα πράγματα, αρνούμενος τη λογοτεχνική τους διύλιση, προς την οποία στρεφόταν πάντοτε ο αφηγητής. Ωστόσο, ούτε μια σελίδα από όσες γράφει ο Πεντζίκης, δεν δημιουργεί, τουλάχιστον σήμερα, την εντύπωση κατασκευής. Τόσους έλληνες συγγραφείς αναφέρει ο αφηγητής στο μυθιστόρημα, με τόσους επιφανείς της ξένης λογοτεχνίας συνομιλεί, από τόσους, γηγενείς και παγκόσμιους, μύθους πορίζεται, ούτε, ίχνος, όμως, διακειμενικών ή άλλων συναφών μετανεωτερικής πνοής προθέσεων γίνεται αντιληπτό. Κι αυτό, γιατί κατορθώνει το πόνημά του να βλασταίνει σαν σαπρόφυτο πάνω στα πεσμένα φύλλα δένδρων και θάμνων που σώριασαν τα έτη.
Ο Πεντζίκης αντλεί υλικό από τα βιογραφικά του και κυρίως, από την καθημερινή ζωή του κατά το εξάμηνο της συγγραφής, που εικάζεται πως αρχίζει Σεπτέμβριο 1952, ίσως και λίγο νωρίτερα, και ολοκληρώνεται Μάρτιο 1953, όπου, ενδιαμέσως, στις 20 Νοεμβρίου 1952, αποκτά τον μονογενή υιό του. Δισυπόστατος εισέρχεται ο ίδιος στο μυθιστόρημά του, ως αφηγητής και ως Κωνσταντίνος, alter ego, το οποίο και φεύγει από τη ζωή εξαθλιωμένο, το 1948, που συμπίπτει με το σωτήριον έτος, κατά το οποίο ο συγγραφέας ήλθε εις γάμου κοινωνίαν. Ατόφια πραγματιστική η φαντασία του αφηγητή, αδυνατεί να εξατμίσει την ύλη των αναμνήσεών του, γι’ αυτό και επιμένει σε δευτερεύοντα χαρακτηριστικά και λεπτομέρειες, διασκεδάζοντας τις πνευματικές ανησυχίες του με παραμυθικές διηγήσεις. Όπως εκείνη με τον ιταλό γιατρό, ο οποίος εγχειρίζει ένα νέο, αντικαθιστώντας την κακή ψυχή, που είχε εμφωλεύσει εντός του, με την παρελθούσα αγαθή, η οποία κατόπιν ατυχήματος περιίπτατο ως πεταλούδα. Μια ιστορία, που παραλλαγές της, λιγότερο ή περισσότερο ευφάνταστες, βρίσκουμε σε αρκετά μυθιστορήματα.
Αλληλέγγυος με τον έμβιο κόσμο ο συγγραφέας, στο προηγούμενο βιβλίο του, που μόλις είχε τελειώσει το 1952, «Το μυθιστόρημα της κύριας Έρσης», φαντασιώνει εαυτόν μεταμορφωμένο από τη μέση και κάτω σε φιδόχορτο. Σε αυτό το βιβλίο, νοιώθει το σκωληκόμορφο ζώο της θάλασσας, το ολοθούριο ή γαλλιστί, beche-de-mer, που φέρει την κοινή ονομασία ψώλος, σαν υποκατάστατο του γενετικού του οργάνου. Τελικά, μόνο ένας “παίζων” συγγραφέας μπορεί να πλησιάσει τη μυστικιστική εμπειρία και με τις πέντε αισθήσεις του. Σε καινούργια έκδοση το μυθιστόρημα, εκατό έτη από γεννήσεως Πεντζίκη και σαράντα πέντε από την πρώτη έκδοσή του, είναι φροντισμένο από το γιο του, που, όπως φαίνεται, αποφάσισε τελικά να μοιράσει τα σχολιασμένα Άπαντα Πεντζίκη σε δυο εκδοτικούς οίκους. Να θυμίσουμε πως από τις εκδόσεις «Ίνδικτος» κυκλοφόρησε, τον Οκτώβριο του 2007, ως πρώτος τόμος των Απάντων, σχολιασμένο το «Προς Εκκλησιασμό».

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

Ιζήματα εφημεριδογραφίας

Αλέξανδρος Αργυρίου
«Εκκρεμότητες.
Προτάσεις για επισφαλή ζητούμενα»
Σειρά: Σκέψη,
Χρόνος και Δημιουργοί
Εκδόσεις Καστανιώτης
Σεπτέμβριος 2008

Από μια άποψη, τα σημαντικότερα κεφάλαια της νεοελληνικής λογοτεχνίας βρίσκονται σε εκκρεμότητα και το πιθανότερο, έτσι και να παραμείνουν, μια και οι προϋποθέσεις για τη διευθέτησή τους, στο μέλλον φαίνεται πως θα λείπουν ακόμη περισσότερο. Καίριος, λοιπόν, ο τίτλος του καινούργιου βιβλίου του Αλέξ. Αργυρίου, έστω κι αν θα πρέπει να προέκυψε συμπτωματικά από έναν επιμέρους τίτλο. Πάντως, η ευστοχία του επαυξάνεται, καθώς συνοδεύεται από έναν ακριβόλογο και συνάμα, σεμνό, ως προς τις συγγραφικές προθέσεις, υπότιτλο. Γι’ αυτά τα επισφαλή ζητούμενα, τα τόσο αβέβαια, και σε κάποιες εποχές, όχι μόνο τις παρελθοντικές αλλά και του παρόντος, έως και επικίνδυνα, ο Αργυρίου δεν διατείνεται πως παρέχει απαντήσεις αλλά μόνο πως διατυπώνει προτάσεις. Και, κατά την εκτίμησή μας, αυτές οι προτάσεις, παρά την παρέλευση κάποιων δεκαετιών, δεν θα χαρακτηρίζονταν καθόλου παρωχημένες.
Συνολικά, στο βιβλίο συγκεντρώνονται πενήντα κείμενα, επιλεγμένα από ένα μεγαλύτερο αριθμό επιφυλλίδων, που δημοσιεύτηκαν σε δυο διαφορετικές χρονικές περιόδους. Στην πρώτη περίοδο, τη διετία 1971-1973, ανήκουν είκοσι κείμενα, δημοσιευμένα στην εφημερίδα «Το Βήμα», συν ένα, γραμμένο με αφορμή την κατάληψη της Νομικής, 21 Φεβρουαρίου 1973, που αποσύρθηκε από την εφημερίδα και δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος, Μάρτιο 1973, του ολιγόζωου περιοδικού «Συνέχεια». Στη δεύτερη περίοδο, τα χρόνια 1980-1984, δημοσιεύτηκαν τα επόμενα είκοσι πέντε κείμενα στην ίδια πάντοτε εφημερίδα, ενώ τα τέσσερα τελευταία δημοσιεύτηκαν στην αδελφή εφημερίδα «Τα Νέα», στη διάρκεια του 1985. Το βιβλίο συμπληρώνεται με την απαραίτητη εισαγωγή, ειδικά γραμμένη για την έκδοση, που τιτλοφορείται, “προειδοποίηση του αναγνώστη”. Με το κάπως κρυπτικό χιούμορ, που επιστρατεύει ο Αργυρίου όταν αναφέρεται στους παλαιότερους καιρούς, εξηγεί πώς αυτός, ένας κριτικός των λογοτεχνικών περιοδικών και των εφημερίδων της Αριστεράς, βρέθηκε ξαφνικά επιφυλλιδογράφος μεγάλης εφημερίδας. Κατά την εκτίμησή του, αυτός και οι δυο φίλοι του, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς και ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, δεν επιλέχτηκαν από τον τότε διευθυντή της εφημερίδας, Λέοντα Καραπαναγιώτη, για το όποιο καλό όνομα διέθεταν στο χώρο της λογοτεχνίας, αλλά, κυρίως, ως συντάκτες των «Δεκαοκτώ κειμένων». Με την ευκαιρία, θυμίζει τη στάση, που είχαν κρατήσει οι συγγραφείς στα πρώτα χρόνια της Δικτατορίας, την αρχική εκδοτική τους αποχή, τη “Δήλωση” Σεφέρη, φθάνοντας στον εκδοτικό θρίαμβο των «Δεκαοχτώ κειμένων», και την έκδοση, με τα συγκεντρωμένα χρήματα, του περιοδικού «Συνέχεια», όπου, ως κατά νόμο υπεύθυνοι εκδότες, εμφανίζονταν οι τρεις νεόκοποι συνεργάτες του «Βήματος», οι οποίοι και είχαν, ενδιαμέσως, σταματήσει να δημοσιεύουν στην εφημερίδα. Μόνο ο Μαρωνίτης θα επιστρέψει, μετά την αποφυλάκισή του, για να αναδειχθεί ο μακροβιότερος επιφυλλιδογράφος της εφημερίδος, ίσως και ολόκληρου του ελληνικού Τύπου.
Και ερχόμαστε στις “εκκρεμότητες”, που θίγουν οι επιφυλλίδες του Αργυρίου κατά την πρώτη περίοδο. Όπως σημειώνει και ο ίδιος, κείμενα γραμμένα στο αντιδικτατορικό πνεύμα, εξ ου και ο κάποιος εγκυκλοπαιδικός τους χαρακτήρας, ώστε, με την παράθεση πραγματολογικών στοιχείων, να καταστούν τερπνά αλλά και ωφέλιμα. Εν αρχή, δυο επιφυλλίδες για τον Σολωμό και τη μυθολογία του. Όπως γράφει ο Αργυρίου, αν εξαιρέσουμε ένα μικρό ποσοστό ειδικών, που έχουν ασχοληθεί με τα προβλήματα δομής του ποιητικού του λόγου, ο Σολωμός ήταν άγνωστος και παραμένει. Αυτά, το 1971, στο ενδιάμεσο, οι περισσότεροι μελετητές του απεβίωσαν, καινούργιοι δεν τους αντικατέστησαν, και το ενδιαφέρον φαίνεται να κερδίζει ένας “σκοτεινός”, μυθιστορηματική αδεία, Σολωμός. Η πρόταση του κριτικού στο “επισφαλές ζητούμενο” του αποσπασματικού σολωμικού έργου συνοψίζεται στην έλλειψη βιωματικής εμπειρίας του ποιητή. Με πληροφορίες για την Επανάσταση γράφει τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» και στη συνέχεια, δουλεύει με ιδέες και όχι “βιώσεις”, με εξαίρεση τη «Γυναίκα της Ζάκυθος».
Επόμενο “ανοιχτό θέμα” ο Κάλβος, κι ας ανασύρθηκε στην επιφάνεια και ακόμη μέχρι σήμερα ερευνάται. Όσα στοιχεία συγκεντρώνονται, μέχρι τις «Τελευταίες θρησκευτικές μεταφράσεις» του, που εξέδωσε πέρυσι ο Γιώργος Ανδρειωμένος, συμπληρώνουν τα βιογραφικά του, αλλά δεν λύνουν το ποιητικό αίνιγμα Κάλβου. Ο Αργυρίου αναρωτιέται για τις εκπλήξεις που θα επεφύλασσαν τυχόν χειρόγραφά του, τονίζοντας την πεποίθησή του πως “ένας ποιητής, αν είναι, δεν σταματά να έχει πηγές έμπνευσης”, εκτός κι αν “εσωτερικοί λόγοι” τον εμποδίζουν να εκφραστεί. Παραδόξως, κανένα μεταμοντέρνο πνεύμα δεν επινόησε έναν “σκοτεινό” Κάλβο. Σε αντίθεση με την επόμενη ¼“εκκρεμότητα” του βιβλίου, τον Μακρυγιάννη.
Στις ημέρες μας, ο ρουμελιώτης Στρατηγός προβάλλει ως ένα, κατ’ εξοχήν, επισφαλές ζητούμενο. Όταν έγραφε τις επιφυλλίδες του ο Αργυρίου, ο Μακρυγιάννης εθεωρείτο ακόμη ένας από τους καπεταναίους του Αγώνα, που κράτησε καθαρό το ήθος του μέσα στη σύγχυση των μετεπαναστατικών χρόνων, και έγραψε τα «Απομνημονεύματά» του, “ένα μοναδικό μνημείο ήθους και ύφους”. Μετά την πρώτη επιφυλλίδα του Αργυρίου, έστειλε επιστολή ο Σεφέρης, δημοσιευμένη στις 10 Ιουλίου 1971, εκφράζοντας την αγωνία του για την τύχη των χειρογράφων του Μακρυγιάννη. Ακολουθούν δυο επιφυλλίδες με πληροφορίες για την επικείμενη έκδοση του δεύτερου βιβλίου του Μακρυγιάννη, «Οράματα και Θάματα», που τελικά πραγματοποιήθηκε το 1983. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος έδειξε, με το βιβλίο του, «Διαβάζοντας τον Μακρυγιάννη», το πώς κατασκευάστηκε ο μύθος του Μακρυγιάννη, με τη συνεργεία του δημοτικιστή Βλαχογιάννη, των δυο στυλοβατών της γενιάς του ’30, Σεφέρη και Θεοτοκά, και ακόμη του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Όσο για τη γλώσσα του Μακρυγιάννη, την ένταση της φράσης του, την κυριολεξία της, που συνιστά ίδιον του δυναμικού της λαϊκής γλώσσας, ή και την αίσθηση του περιττού που διαθέτει, για να απαριθμήσουμε τις αρετές της γλώσσας του ακολουθώντας τη σειρά του Αργυρίου, αυτές πέρασαν σε δεύτερη μοίρα και εξαλείφθηκαν κατά την μετανεωτερική ανάγνωση, που παραμέρισε γενικότερα τα αισθητικά κριτήρια.
Ακριβώς, στις “εκκρεμότητες” της δεύτερης περιόδου, γίνεται λόγος για τα αισθητικά κριτήρια. Κατά τον Αργυρίου, τα μόνα ικανά να απαντήσουν στο καίριο πρόβλημα: ποιοι λόγοι στοιχειοθετούν την αξία ενός λογοτεχνικού έργου. Ενώ, οι όποιες κοινωνιολογικές, ιστορικές και λοιπές προσεγγίσεις έχουν “παραπληρωματικό” και μόνο χαρακτήρα. Σήμερα, η ιεράρχηση φαίνεται να έχει πλήρως αντιστραφεί. Το βάρος πλέον δίνεται στα προβλήματα, με τα οποία ασχολείται ένα έργο, κοινωνικά, πολιτικά ή και ιστορικά, αφήνοντας σε υποδεέστερη θέση την αισθητική του κειμένου. Από την πλευρά του, ο Αργυρίου τονίζει πως τα αισθητικά κριτήρια είναι επισφαλή, αφού επαφίενται σε υποκειμενικές εκτιμήσεις. Όπου παρεμβαίνει μια άλλη, βασική, “εκκρεμότητα”, στην οποία και συχνά επανέρχεται, η γηγενής λογοτεχνική κριτική. Στις επιφυλλίδες αναφέρεται σε κάποιους εξέχοντες έλληνες κριτικούς, με πρώτο τον Παλαμά και μετά, το Φώτο Πολίτη και τον Τέλλο Άγρα. Κατά τα άλλα, στα μεταπολεμικά χρόνια, πιστεύει πως η κριτική χαρακτηρίζεται από ερασιτεχνισμό, δεν επιδεικνύει ανανεωτικό πνεύμα, ενώ γνωμοδοτεί με ύφος αυθεντίας. Χαρακτηριστικά που θα λέγαμε πως ισχύουν μέχρι σήμερα, όπως και η παρατήρησή του πως από την κριτική των “εντυπώσεων” ελάχιστα είναι εκείνα τα στοιχεία που διασώζονται, κι αυτά εξαρτώνται από την αξία εκείνου που την ασκεί.
Να παρατηρήσουμε πως, τα τελευταία χρόνια, οι συναγωγές κειμένων, είτε πρόκειται για δοκίμια είτε για πεζά απαξιώνονται, καθώς το ενδιαφέρον ειδημόνων και αναγνωστικού κοινού στρέφεται, όλο και περισσότερο, στις “μεγάλες αφηγήσεις”. Οπότε όσοι σχολιαστές θέλουν να υπερασπιστούν τις συναγωγές, τονίζουν τον σπονδυλωτό χαρακτήρα τους ή επισημαίνουν θεματικούς άξονες. Από την πλευρά μας, θα θέλαμε να διευκρινίσουμε πως η επιμονή μας στις “εκκρεμότητες” δεν οφείλεται σε παρόμοιες στρατηγικές αλλά εκφράζει μόνο τις δικές μας ανησυχίες. Όσο για τις επιφυλλίδες του Αργυρίου, δεν είναι θεματικά σκόρπιες ούτε αντανακλούν την επικαιρότητα της εποχής, αν και συχνά εκμεταλλεύονται τα ερεθίσματα που αυτή προσφέρει για τη μνημόνευση ενός προσώπου. Περισσότερο μοιάζουν με ημιτελή κεφάλαια μιας ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τα οποία, μάλιστα, παρατίθενται σε χρονολογική σειρά. Το άνοιγμα ορίζεται από τον Σολωμό και τον Κάλβο μέχρι και την πρώτη μεταπολεμική γενιά, ενώ η έμφαση δίνεται στην ποίηση. Μεμονωμένες είναι οι επιφυλλίδες, που αφιερώνονται σε σημαντικά ιστορικά μυθιστορήματα και ορισμένες μορφές πεζογράφων, όπως ο Ροΐδης και ο Παπαδιαμάντης ή οι μεταγενέστεροι, Τερζάκης και Τσίρκας. Αντιθέτως, ο Αργυρίου ψηλαφεί, εκ του σύνεγγυς, το σώμα της ποίησης, σταθμίζοντας τις γενιές με τη μεγάλη απήχηση, όπως την Αθηναϊκή Σχολή του 1880, των συμβολιστών του 1909, την αυτοανακηρυχθείσα γενιά του ’30, μέχρι και τη γενιά των συνομηλίκων του. Σε ιδιαίτερα κεφάλαια αναπτύσσει τις απόψεις του για τον ελεύθερο στίχο και τη νεωτερική ποίηση, καθώς και τις εκτιμήσεις του για ορισμένους ποιητές, όπως ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και ο Σικελιανός. Η έγνοια του κριτικού είναι η συσχέτιση των εθνικών και των πολιτικών περιπετειών με το λογοτεχνικό γίγνεσθαι, με άλλα λόγια, η τοποθέτηση των συγγραφέων μέσα στην εποχή τους. Άλλωστε ορισμένες επιφυλλίδες δεν τις γράφει ο κριτικός Αργυρίου αλλά ο ενεργός πολίτης, ο αριστερός, όπως θα λέγαμε παλαιότερα. Κείμενα “υπέρ ανωνύμων”, για όσους πέθαναν πρώτοι και πρόωρα, που θα χαρακτηρίζονταν συναισθηματικά φορτισμένα, στο βαθμό, βεβαίως, που ένας ορθολογιστής επιτρέπει στο λόγο του συγκινησιακές παρεκτροπές.
Πέραν των θεμάτων που διαπραγματεύονται οι επιφυλλίδες, λιγότερο ή περισσότερο ενδιαφέροντα, εκείνο που τις διασώζει στο χρόνο, όπως άλλωστε κάθε κείμενο, πιστεύουμε πως είναι ο τρόπος γραφής τους. Ποτέ τελεσίδικος, πάντοτε ανοιχτός σε νέες σκοπεύσεις, χωρίς πλατειασμούς, με αδιάκοπη την έγνοια της συντόμευσης, όπου ο γράφων προτιμά να περιορίζει τις παρεκβάσεις, αναβάλλοντας μια εκτενέστερη εξέταση, ενώ ποτέ δεν παραλείπει να παρεμβάλλει οξυδερκείς παρατηρήσεις, για τη χρήση ενός όρου ή για την αξιολόγηση ενός προσώπου. Πολύ απασχολεί τον Αργυρίου στα κείμενά του το θέμα της γλώσσας, και ακριβώς, η δική του, αποτελεί το μεγάλο ατού του βιβλίου, όπως, εν τέλει, και κάθε βιβλίου. Είναι το γλωσσικό όργανο ενός θετικού επιστήμονα, με ίχνη μαθηματικής ορολογίας, και ταυτόχρονα, ενός ενθουσιώδους αναγνώστη της ελληνικής ποίησης, ο οποίος μπορεί να προτιμά και δεν το κρύβει Σεφέρη και υπερρεαλιστές, αλλά ξέρει απέξω Καρασούτσα και Βασιλειάδη, όχι μόνο στίχους τους αλλά ποιήματα ολόκληρα. Τέλος, ακριβολογεί, όταν το μεγάλο κουσούρι της ελληνικής κριτικής, αυτής των “εντυπώσεων”, το οποίο λησμονεί ή και ευγενώς αποφεύγει να επισημάνει ο Αργυρίου, είναι ο χαλαρός και ασαφής λόγος.
Μ. Θεοδοσοπούλου