Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

Ο φωτογράφος του χωριού

«Φω­το­γρα­φείον
“Το Μά­νε­σι” Ιω. Π. Κα­ρα­μά­νου»
Επι­μέ­λεια Βά­λια Κα­ρα­μά­νου
Έκδο­ση Δή­μος Μι­δέ­ας -
Γα­βριη­λί­δης, 2009

Το θέ­μα “φω­το­γρα­φία” στη χώ­ρα μας εί­ναι αρ­κε­τά πα­ρε­ξη­γη­μέ­νο. Ενώ λει­τουρ­γούν πα­νε­πι­στη­μια­κές σχο­λές φω­το­γρα­φίας και τα τε­λευ­ταία 10-20 χρό­νια γκα­λε­ρί και μου­σεία κα­τα­κλύ­ζο­νται α­πό έ­να πλή­θος φω­το­γρα­φι­κών εκ­θέ­σεων, βι­βλιο­γρα­φι­κά το πα­ρελ­θόν της ελ­λη­νι­κής φω­το­γρα­φίας βρί­σκε­ται σε δυ­σα­νά­λο­γα χα­μη­λή στάθ­μη. Μα­ζί με α­να­δρο­μι­κές ή α­το­μι­κές εκ­θέ­σεις φω­το­γρά­φων εκ­δί­δο­νται, βε­βαίως, σχε­τι­κές μο­νο­γρα­φίες, αλ­λά δεν εί­ναι πα­ρά κόκ­κος άμ­μου μέ­σα στην α­νε­ξε­ρεύ­νη­τη έ­ρη­μο της γη­γε­νούς φω­το­γρα­φίας. Όσον α­φο­ρά το πα­ρελ­θόν της, το ο­ποίο και πά­σχει, οι πά­ντες κα­τα­φεύ­γουν προς ε­νη­μέ­ρω­ση στην «Ιστο­ρία της Ελλη­νι­κής Φω­το­γρα­φίας 1839-1970» του Άλκη Ξ. Ξαν­θά­κη. Εί­ναι η μό­νη υ­πάρ­χου­σα και πα­ρά τις α­δυ­να­μίες της θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως μια πρώ­τη ει­σα­γω­γή στο θέ­μα. Σ’ αυ­τό το πα­ρά­δο­ξο έρ­χε­ται να προ­στε­θεί ο δο­κι­μιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα σχο­λια­σμός γύ­ρω α­πό τη φω­το­γρα­φία, ο ο­ποίος, σε α­ντί­θε­ση προς την αρ­χεια­κή έ­ρευ­να, βρί­σκε­ται σε πλή­ρη άν­θη­ση. Τι α­κρι­βώς λει­τουρ­γεί ως α­ντι­πε­ρι­σπα­σμός, λ.χ. στις πα­νε­πι­στη­μια­κές σχο­λές και τις α­να­χαι­τί­ζει στην ε­ξε­ρεύ­νη­ση του φω­το­γρα­φι­κού πα­ρελ­θό­ντος, πα­ρα­μέ­νει ζη­τού­με­νο. Πά­ντως, η πλέ­ον α­δι­κη­μέ­νη σ’ αυ­τόν τον το­μέα εί­ναι η πε­ρι­φέ­ρεια. Μπο­ρεί α­φο­ρι­στι­κή ως δια­τύ­πω­ση, ω­στό­σο ε­πι­βε­βαιώ­νε­ται α­πό την τρέ­χου­σα εκ­θε­σια­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Στις πο­λυά­ριθ­μες φω­το­γρα­φι­κές εκ­θέ­σεις των τε­λευ­ταίων ε­τών μό­νο δύο εκ­θέ­σεις, ευ­τυ­χώς υ­ψη­λών προ­δια­γρα­φών, μπο­ρού­με να μνη­μο­νεύ­σου­με για α­φα­νείς φω­το­γρά­φους ε­κτός Αθη­νών. Η πρώ­τη, με τίτ­λο «Φω­το­γρα­φι­κά πορ­τρέ­τα α­πό την Κα­στο­ριά και την πε­ριο­χή της την πε­ρίο­δο του Μα­κε­δο­νι­κού Αγώ­να», ό­που ε­κτέ­θη­καν φω­το­γρα­φίες α­πό γυά­λι­νες πλά­κες του κα­στο­ρια­νού φω­το­γρά­φου Λεω­νί­δα Πα­πά­ζο­γλου (1872-1918), ορ­γα­νώ­θη­κε στο Μου­σείο Φω­το­γρα­φίας Θεσ­σα­λο­νί­κης (27/10-5/12/04) α­πό τον πρό­σφα­τα θα­νό­ντα συλ­λέ­κτη-ε­ρευ­νη­τή Γιώρ­γο Γκο­λο­μπία. Εί­χε το ε­πι­πλέ­ον προ­σόν να συ­νο­δεύε­ται με υ­πο­δειγ­μα­τι­κή στην τεκ­μη­ρίω­σή της έκ­δο­ση (κα­τά­λο­γο). Επρό­κει­το, εν ο­λί­γοις, για ε­ντυ­πω­σια­κή α­πο­κά­λυ­ψη ε­νός ε­ντε­λώς ά­γνω­στου φω­το­γρά­φου του βο­ρειο­ελ­λα­δι­κού χώ­ρου. Η δεύ­τε­ρη πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα (13/12/06 - 14/1/07) στο Μου­σείο Μπε­νά­κη. Έφε­ρε τον τίτ­λο «Πά­νος Ηλιό­που­λος. Η πε­ρι­πέ­τεια της ζωής και η ποίη­ση της φω­το­γρα­φίας» και α­φο­ρού­σε πά­λι έ­ναν εν α­φα­νεία ε­παγ­γελ­μα­τία φω­το­γρά­φο α­πό τα Φι­λια­τρά Μεσ­ση­νίας, ο ο­ποίος ερ­γά­στη­κε τη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο 1934-1964, δια­τη­ρώ­ντας για έ­να διά­στη­μα φω­το­γρα­φείο και στην Κυ­πα­ρισ­σία. Τον ε­πί­σης άρ­τια τεκ­μη­ριω­μέ­νο κα­τά­λο­γο της έκ­θε­σης συ­νό­δευε Αυ­το­βιο­γρα­φία του Ηλιό­που­λου, στην ο­ποία α­φη­γεί­ται τα ό­σα δια­δρα­μα­τί­στη­καν στην προ φω­το­γρα­φίας πε­ρίο­δο της ζωής του. Σύμ­φω­να με την αυ­το­βιο­γρα­φία του, ή­ταν γό­νος πάμ­φτω­χης α­γρο­τι­κής οι­κο­γέ­νειας α­πό ο­ρει­νό χω­ριό της Μεσ­ση­νίας και υ­πη­ρέ­τη­σε ως κλη­ρω­τός (1917), φτά­νο­ντας (1919-22) μέ­χρι το Σαγ­γά­ριο, ε­νώ με­τά την α­πό­λυ­σή του βρέ­θη­κε λα­θραία με­τα­νά­στης στο Ντι­τρόιτ των Η­ΠΑ. Εκεί έ­μα­θε φω­το­γρα­φία σε σχο­λή του Σι­κά­γου, αλ­λά λό­γω της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης ε­πι­στρέ­φει (1830) και α­νοί­γει φω­το­γρα­φείο στα Φι­λια­τρά. Εδώ α­κρι­βώς ε­ντο­πί­ζε­ται το κρυ­φό νή­μα που τον συν­δέει με τον φω­το­γρά­φο Γιάν­νη Κα­ρα­μά­νο, ε­πί­σης Πε­λο­πον­νή­σιο, αλ­λά α­πό το χω­ριό Μά­νε­ση Αργο­λί­δος και με αρ­κε­τά πιο πρώι­μη εμ­φά­νι­ση (1915) στη φω­το­γρα­φία. Στα μη κοι­νά με­τα­ξύ τους πρέ­πει να προ­στε­θεί το ε­ξαι­ρε­τι­κά τολ­μη­ρό για την ε­πο­χή του ό­τι ερ­γά­ζε­ται, ό­χι σε α­στι­κό κέ­ντρο, αλ­λά σε α­πό­κε­ντρο η­μιο­ρει­νό χω­ριό με “κά­που τριά­ντα κα­λυ­βό­σπι­τα”. Εάν γυ­ρί­σου­με σ’ ε­κεί­να τα χρό­νια, δη­λα­δή στις αρ­χές του 20ου αι. και λά­βου­με υ­πό­ψη τις συ­νή­θειες που ε­πι­κρα­τού­σαν, μοιά­ζει ε­ντε­λώς ε­ξω­πραγ­μα­τι­κό. Διό­λου α­πί­θα­νο να μην υ­πάρ­χει άλ­λη α­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση τό­σο πρώι­μου φω­το­γρά­φου στον ελ­λη­νι­κό α­γρο­τι­κό χώ­ρο.
Ποια, ό­μως, εί­ναι τα δύο βα­σι­κά κοι­νά ση­μεία, τα ο­ποία τους συν­δέ­ου­ν; Την α­πό­φα­ση να α­σχο­λη­θεί ε­παγ­γελ­μα­τι­κά με τη φω­το­γρα­φία, ο Γιάν­νης Κα­ρα­μά­νος την πή­ρε στα εί­κο­σι πέ­ντε του χρό­νια, μό­λις εί­χε γυ­ρί­σει α­πό τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους. Ωστό­σο, λί­γα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, θέ­λο­ντας να ξε­φύ­γει α­πό την α­θλιό­τη­τα της α­γρο­τι­κής ζωής, βρέ­θη­κε μα­ζί με τον πα­τέ­ρα του με­τα­νά­στης στο Πόρτ­λα­ντ του Όρε­γκον. Εργα­ζό­ταν, ό­πως ο με­γα­λύ­τε­ρος α­ριθ­μός των τό­τε με­τα­να­στών, στο στρώ­σι­μο σι­δη­ρο­δρο­μι­κών γραμ­μών. Φύ­σει κοι­νω­νι­κός και πα­ρά το κυ­νη­γη­τό του πα­τέ­ρα του, ξα­νοί­χτη­κε ε­κεί σε συ­να­να­στρο­φές, κα­τα­φέρ­νο­ντας, ε­κτός α­πό το να παί­ζει α­κορ­ντεόν και μπου­ζού­κι, να βγά­ζει και φω­το­γρα­φίες. Αυ­τή ή­ταν η αρ­χή, ό­πως ε­κεί­νη του Ηλιό­που­λου και μιας σει­ράς άλ­λων φω­το­γρά­φων, που ε­πέ­στρε­ψαν ύ­στε­ρα α­πό φω­το­γρα­φι­κή μα­θη­τεία σε α­στι­κά κέ­ντρα των Η­ΠΑ. Ο Γιάν­νης Κα­ρα­μά­νος συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στο πρώ­το με­γά­λο κύ­μα με­τα­νά­στευ­σης στην Αμε­ρι­κή. Επέ­στρε­ψε μα­ζί με άλ­λους για να κα­τα­τα­γεί ε­θε­λο­ντής στους πο­λέ­μους 1912-13. Εν ο­λί­γοις, ο πό­λε­μος και η μα­θη­τεία τους στην Αμε­ρι­κή, αλ­λά κα­τά α­ντί­στρο­φη διά­τα­ξη, εί­ναι τα κοι­νά τους ση­μεία. Από ε­κεί και με­τά, ο έ­νας νω­ρί­τε­ρα και ο άλ­λος λί­γο αρ­γό­τε­ρα, βη­μα­τί­ζουν στα­θε­ρά στο πε­δίο της ε­παρ­χια­κής φω­το­γρα­φίας
Στο ε­παγ­γελ­μα­τι­κό του ξε­κί­νη­μα ο Γιάν­νης Κα­ρα­μά­νος - χω­ρίς πο­τέ να ε­γκα­τα­λεί­ψει τις α­γρο­τι­κές του ερ­γα­σίες - άρ­χι­σε να α­πο­κο­μί­ζει κά­ποια οι­κο­νο­μι­κά κέρ­δη ως φω­το­γρά­φος α­πό το 1916 και με­τά. Αυ­τό συ­νέ­βη, ό­ταν ξαφ­νι­κά ε­πι­κρά­τη­σε η συ­νή­θεια να φω­το­γρα­φί­ζουν, κά­νο­ντας μά­λι­στα κο­ντι­νές λή­ψεις, τους νε­κρούς κα­τά την ώ­ρα της κη­δείας. Σ’ αυ­τό προ­στέ­θη­καν τα δη­μο­τι­κά σχο­λεία και οι νεό­πα­ντροι της ευ­ρύ­τε­ρης πε­ριο­χής, που α­πλώ­νε­ται με­τα­ξύ Αρα­χναίου ό­ρους και Φί­χτια. Δού­λευε, δη­λα­δή, ως πλα­νό­διος φω­το­γρά­φος και μά­λι­στα η ζή­τη­ση ή­ταν σχε­τι­κά με­γά­λη, α­φού ε­κεί­να τα μα­κρι­νά χρό­νια δεν υ­πήρ­χε άλ­λος στην αρ­γο­λι­κή αυ­τή πε­ριο­χή. Εί­ναι η “η­ρωι­κή” ε­πο­χή με τις βα­ριές μη­χα­νές και τα γυά­λι­να αρ­νη­τι­κά των 13Χ18 εκ., α­πό τα ο­ποία γί­νο­νταν, εάν βε­βαίως ζη­τού­ντο, και οι με­γε­θύν­σεις. Στις δύο προ­η­γού­με­νες κα­τη­γο­ρίες πε­λα­τών ήρ­θε, προς τα τέ­λη της ε­πό­με­νης δε­κα­ε­τίας, να προ­στε­θεί και μια τρί­τη. Ένα διά­ταγ­μα (1928;) δέ­σμευε τους κα­πνο­πα­ρα­γω­γούς και τους υ­πο­χρέω­νε να κα­πνί­ζουν τον κα­πνό τους μό­νο με ά­δεια της Πε­ρι­φε­ρεια­κής Εφο­ρίας Κα­πνού. Προς έκ­δο­ση της ά­δειας χρειά­ζο­νταν δύο φω­το­γρα­φίες 3Χ4 εκ., οι ο­ποίες έ­πρε­πε να α­να­νεώ­νο­νται κά­θε διε­τία. Στά­θη­κε η πλέ­ον προ­σο­δο­φό­ρα πη­γή για τον φω­το­γρά­φο, α­φού ό­λα τα χω­ριά της γύ­ρω πε­ριο­χής δια­τη­ρού­σαν ως κύ­ρια γεωρ­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα την κα­πνο­καλ­λιέρ­γεια. Μπαί­νο­ντας στη δε­κα­ε­τία του ’30, αρ­χί­ζουν να γί­νο­νται μό­δα οι με­γε­θύν­σεις. Κοι­νο­τι­κά συμ­βού­λια ζη­τούν φω­το­γρά­φι­ση σε στιγ­μή συ­νε­δρίας, για­τί θέ­λουν να α­ναρ­τή­σουν φω­το­γρα­φίες στα κοι­νο­τι­κά γρα­φεία, ε­νώ συγ­γε­νείς προ­σώ­πων που σκο­τώ­θη­καν στους Βαλ­κα­νι­κούς ή και κα­τά την Μι­κρα­σια­τι­κή Εκστρα­τεία κά­νουν το ί­διο. Γε­νι­κώς, η φω­το­γρα­φία αυ­τήν την πε­ρίο­δο α­να­βαθ­μί­ζε­ται και ό­πως αλ­λού στην Ελλά­δα, ε­πέρ­χε­ται αύ­ξη­ση στη ζή­τη­ση με­γε­θύν­σεων, κα­θώς στη νέα μό­δα μπαί­νουν οι ο­μα­δι­κές φω­το­γρα­φίες της κά­θε οι­κο­γέ­νειας ως α­πα­ραί­τη­το στό­λι­σμα στο “κα­λό δω­μά­τιο” του σπι­τιού. Με­τά τα μι­σά της δε­κα­ε­τίας του ’30, οι φαν­φά­ρες του με­τα­ξι­κού κα­θε­στώ­τος έ­δω­σαν α­κό­μη μια ώ­θη­ση στις φω­το­γρα­φι­κές πα­ραγ­γε­λίες. Η κοι­νω­νι­κή ζωή, α­γρο­τι­κή και α­στι­κή, α­πο­κτά δια­φο­ρε­τι­κή διά­στα­ση. Παίρ­νει πο­μπώ­δη χα­ρα­κτή­ρα και ό­λες α­νε­ξαι­ρέ­τως οι δη­μό­σιες εκ­δη­λώ­σεις, οι ο­ποίες δεν ή­ταν και λί­γες, ε­ξυ­μνούν την 4η Αυ­γού­στου και α­πα­θα­να­τί­ζο­νται για προ­πα­γαν­δι­στι­κούς σκο­πούς.
Τα με­τα­ξι­κά χρό­νια ταυ­τί­ζο­νται με την τε­λευ­ταία φά­ση της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ακ­μής του Γιάν­νη Κα­ρα­μά­νου. Στον πό­λε­μο και στα χρό­νια της Κα­το­χής, που α­κο­λού­θη­σαν, η φω­το­γρα­φία με­τα­βάλ­λε­ται σε πο­λυ­τέ­λεια. Ποιος, άλ­λω­στε, έ­χει διά­θε­ση να πο­ζά­ρει και μά­λι­στα μπρο­στά στην “ε­βδο­μα­διαία” μη­χα­νή! Το μό­νο που α­πο­μέ­νει εί­ναι οι μι­κρές φω­το­γρα­φίες των ταυ­το­τή­των. Έτσι, α­π’ ό­λα τα σύ­νερ­γα του φω­το­γρά­φου γλι­τώ­νει το ξε­πού­λη­μα μό­νο η “στιγ­μιαία”. Με αυ­τήν τη μη­χα­νή θα ε­πι­χει­ρή­σει α­κό­μη δυο-τρεις ε­ξορ­μή­σεις, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό α­νά­γκη, μή­πως βγει κά­τι φα­γώ­σι­μο, α­φού συ­μπί­πτουν με την τρα­γι­κή πε­ρίο­δο της με­γά­λης πεί­νας (1941). Κα­τα­πτο­η­μέ­νος και με χα­μέ­νη την πα­λιά διά­θε­ση, νιώ­θει τό­τε και την α­νά­γκη ε­νός βο­η­θού. Εμπι­στεύε­ται γι’ αυ­τόν τον ρό­λο και τον α­να­θέ­τει στον δεύ­τε­ρο γιο του, τον δε­κα­πε­ντά­χρο­νο Γιώρ­γο, που έ­χει ή­δη μυη­θεί στη φω­το­γρα­φία. Έτσι, ε­πι­στρέ­φο­ντας α­πό την τε­λευ­ταία φω­το­γρα­φι­κή ε­ξόρ­μη­ση, του πα­ρα­χω­ρεί εν λευ­κώ τη μη­χα­νή. Αν και το βά­ρος της εί­ναι α­σή­κω­το για τους ε­φη­βι­κούς του ώ­μους, τη δου­λεύει μέ­χρι το 1949, που φεύ­γει στρα­τιώ­της. Στο με­τα­ξύ, πριν α­πό την στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία, προ­σπα­θώ­ντας να ρι­ζώ­σει ε­παγ­γελ­μα­τι­κά στην Αθή­να, ερ­γά­ζε­ται έ­να διά­στη­μα ως βο­η­θός στους α­δελ­φούς Γα­ζιά­δη, στους ο­ποίους ε­πα­νέρ­χε­ται και με­τά την α­πό­λυ­σή του. Αυ­τήν την πε­ρίο­δο εμ­φα­νί­ζο­νται στους κε­ντρι­κούς δρό­μους της Αθή­νας, ό­πως και των άλ­λων με­γα­λου­πό­λεων, οι “στρα­σα­δό­ροι”, που φω­το­γρα­φί­ζουν εν κι­νή­σει α­νώ­νυ­μα πρό­σω­πα, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας πλα­στι­κά φιλμ με δυ­να­τό­τη­τα 36 λή­ψεων. Γο­η­τευ­μέ­νος α­πό την νέα τε­χνι­κή, χα­ρί­ζει τη “στιγ­μιαία” μη­χα­νή και ε­φο­διά­ζε­ται με μια “τρια­ντα­ε­ξά­ρα” Κό­ντακ Ρε­τί­να. Με αυ­τήν κα­τέ­φυ­γε, γύ­ρω στα 1952 και δού­λε­ψε έ­να μι­κρό διά­στη­μα στη Νί­καια του Πει­ραιά. Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι οι γε­νι­κό­τε­ρες συν­θή­κες, ο χα­ρα­κτή­ρας και κά­ποιοι άλ­λοι προ­σα­να­το­λι­σμοί δεν τον ά­φη­σαν να ρι­ζώ­σει ως φω­το­γρά­φος στην Αθή­να. Επι­στρέ­φει στην πα­τρί­δα του και κα­θώς με­ρι­κά χρό­νια νω­ρί­τε­ρα έ­χει αρ­χί­σει να φλερ­τά­ρει με τη δη­μο­σιο­γρα­φία, το 1956 α­να­λαμ­βά­νει α­ντα­πο­κρι­τής της Ακρό­πο­λις και της Απο­γευ­μα­τι­νής για την Αργο­λί­δα. Και ό­πως γρά­φει ο ί­διος στο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό ση­μείω­μα του τό­μου: «Συ­νε­χί­ζω τη φω­το­γρα­φι­κή για λί­γο α­κό­μη, αλ­λά, σαν έ­χω τυ­πώ­σει πα­ράλ­λη­λα και τα πρώ­τα βι­βλία μου, έ­χω ξα­νοι­χτεί σε άλ­λο κε­φά­λαιο που με α­πο­μα­κρύ­νει πλέ­ον α­πό την ε­παγ­γελ­μα­τι­κή φω­το­γρα­φία, για να πα­ρα­μεί­νω έως και σή­με­ρα πε­ρι­στα­σια­κός ε­ρα­σι­τέ­χνης.»
Η θη­τεία του Γιώρ­γου Κα­ρα­μά­νου στη λο­γο­τε­χνία και ι­δίως στο ευ­θυ­μο­γρά­φη­μα, εί­ναι έ­να άλ­λο, ξε­χω­ρι­στό και εν­δια­φέ­ρον κε­φά­λαιο. Πριν α­πό λί­γα χρό­νια δη­μο­σιεύ­τη­κε στην Ε­ΠΟ­ΧΗ (1 Φεβ. 2004) ο­λο­σέ­λι­δη πα­ρου­σία­ση-κρι­τι­κή για την τε­λευ­ταία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του «Γυ­ρεύο­ντας το πρό­σω­πο». Εδώ, ό­μως, δεν υ­πάρ­χουν πε­ρι­θώ­ρια ε­κτε­νούς α­να­φο­ράς στη συγ­γρα­φι­κή του πα­ρου­σία. Πρέ­πει, ω­στό­σο, να ση­μειω­θεί, ό­τι έ­να α­πό τα 11 συ­νο­λι­κά βι­βλία του, η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των με τίτ­λο «Ο φω­το­γρά­φος του χω­ριού» (1984), η ο­ποία έ­γι­νε και με­γά­λη τη­λε­ο­πτι­κή ε­πι­τυ­χία α­πό την κρα­τι­κή τη­λεό­ρα­ση, δια­σώ­ζει συμ­βά­ντα και λε­πτο­μέ­ρειες α­πό τον φω­το­γρα­φι­κό βίο του πα­τέ­ρα του κυ­ρίως, αλ­λά και του ι­δίου ως πα­ρα­τη­ρη­τή ή συ­νερ­γού. Μέ­σα α­πό τη λο­γο­τε­χνι­κή α­νά­πλα­ση α­να­δύο­νται με σπαρ­τα­ρι­στούς τό­νους ά­φθο­να στοι­χεία, κα­θώς και νοο­τρο­πίες γύ­ρω α­πό την ε­παρ­χια­κή φω­το­γρα­φία, ό­ταν η κά­θε φω­το­γρά­φι­ση έ­φτα­νε να α­πο­τε­λεί στις α­γρο­τι­κές κοι­νό­τη­τες, ό­χι α­διά­φο­ρο, αλ­λά ε­ξαι­ρε­τι­κό γε­γο­νός.
Επί πολ­λά χρό­νια δού­λευε, ε­τοι­μά­ζο­ντας την έκ­δο­ση αυ­τού του λευ­κώ­μα­τος ο Γιώρ­γος Κα­ρα­μά­νος. Δεν έ­μελ­λε, ό­μως, να το ο­λο­κλη­ρώ­σει. “Μι­κρό κα­νό­νι ε­κρέ­πα­ρε, μα ξαρ­μα­τώ­θει κά­στρο”, α­πο­φαί­νε­ται έ­να μα­νιά­τι­κο μοι­ρο­λόι. Εγκα­τέ­λει­ψε τον ε­γκό­σμιο βίο, α­φή­νο­ντας τα­ξι­νό­μη­ση και τεκ­μη­ρίω­ση του πο­λύ­τι­μου φω­το­γρα­φι­κού υ­λι­κού, τα ο­ποία μό­νο ε­κεί­νος γνώ­ρι­ζε, μι­σο­τε­λειω­μέ­να. Έτσι, χά­θη­κε ο­ρι­στι­κά η πα­τρό­τη­τα ο­ρι­σμέ­νων φω­το­γρα­φιών, η α­κρι­βής χρο­νο­λό­γη­σή τους και, ε­πί­σης, η α­να­γνώ­ρι­ση προ­σώ­πων. Ο κλή­ρος για να πά­ρει το λεύ­κω­μα τη ση­με­ρι­νή του μορ­φή, έ­πε­σε στην κό­ρη του, Βά­λια Κα­ρα­μά­νου.
Πα­τέ­ρας και γιός μοι­ρά­ζο­νται σχε­δόν εξ η­μι­σείας τις σε­λί­δες του τό­μου, ε­νώ τα ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να στον κα­θέ­να, ό­πως και ο­ρι­σμέ­νες ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κές λε­ζά­ντες, α­πο­τε­λούν μέ­ρος της προ­ε­τοι­μα­σίας που ά­φη­σε ο δεύ­τε­ρος. Μέ­σα α­πό τις 150 πε­ρί­που ασ­πρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φίες πα­ρε­λαύ­νουν “βα­σα­νι­σμέ­να” πρό­σω­πα της αρ­γο­λι­κής υ­παί­θρου, α­φού η αν­θρώ­πι­νη πα­ρου­σία εί­ναι πα­ντού πα­ρού­σα. Κα­τα­λαμ­βά­νει δε­σπό­ζου­σα θέ­ση, ε­νώ, α­ντί­στρο­φα η φύ­ση ή, σω­στό­τε­ρα, το το­πίο μέ­νει κα­τά κα­νό­να ως δια­κο­σμη­τι­κό φό­ντο. Τό­σο οι λή­ψεις του Με­σο­πο­λέ­μου, ό­σο και ε­κεί­νες κα­τά τα πρώ­τα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια, προ­σφέ­ρουν ό­ψεις της ελ­λη­νι­κής υ­παί­θρου α­πό μια ά­γνω­στη ε­πο­χή. Με άλ­λα λό­για, εί­ναι α­πει­κο­νί­σεις, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα οι φου­στα­νε­λο­φό­ροι του α­γρο­τι­κού χώ­ρου, που προσ­λαμ­βά­νουν σή­με­ρα μυ­θι­κή χροιά.
Ο χώ­ρος της φι­λό­ξε­νης σε­λί­δας ξο­δεύ­τη­κε με το πλη­ρο­φο­ρια­κό μέ­ρος του λευ­κώ­μα­τος και κα­θώς εί­ναι με α­κρί­βεια λέ­ξεως με­τρη­μέ­νος, δεν α­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια ε­κτε­νέ­στε­ρης α­να­φο­ράς στις φω­το­γρα­φίες. Το να γυ­ρέ­ψου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο χώ­ρο, εί­ναι μάλ­λον α­γέ­νεια. Πό­σο τώ­ρα, που οι πά­ντες και τα πά­ντα φλέ­γο­νται μέ­σα στον προ­ε­κλο­γι­κό πυ­ρε­τό. Έτσι, ο σχο­λια­σμός τους μέ­νει η­μι­τε­λής. Σώ­ζε­ται, πά­ντως, στον σκλη­ρό δί­σκο του Η/Υ και ί­σως με κά­ποιο πρό­σχη­μα να ε­πα­νέλ­θου­με.
Κω­στής Λιό­ντης

Ταπεινή της κόττας η λοφιά

Με­γά­λο κε­φά­λαιο οι προ­σφο­ρές για τις ε­φη­με­ρί­δες. Από τρο­χο­φό­ρα 4x4 και τα­χύ­πλοα μέ­χρι βι­βλία και σι­ντί, τεί­νουν να κα­λύ­ψουν το σύ­νο­λο των κα­τα­να­λω­τι­κών α­γα­θών. Το έ­να ε­κα­το­στό της ε­φευ­ρε­τι­κό­τη­τας που δεί­χνουν στον το­μέα των προ­σφο­ρών, αν διο­χέ­τευαν στην κα­τάρ­τι­ση της ύ­λης, μπο­ρεί να μην εί­χε α­πο­δε­κα­τι­στεί το α­να­γνω­στι­κό τους κοι­νό. Δεν θα πρέ­πει, ω­στό­σο, να βά­ζου­με ό­λες τις προ­σφο­ρές στο ί­διο τσου­βά­λι. Ιδιαί­τε­ρα τα τε­λευ­ταία χρό­νια, που πα­ρα­τη­ρεί­ται με­τα­τό­πι­ση α­πό τα α­μι­γώς κα­τα­να­λω­τι­κά α­γα­θά στα προ­σφέ­ρο­ντα πνευ­μα­τι­κή τρο­φή και πρω­τί­στως, στο βι­βλίο. Οι ε­φη­με­ρί­δες φαί­νε­ται να έ­χουν ε­πι­δο­θεί σε μια ευ­γε­νή ά­μιλ­λα ποια θα μορ­φώ­σει κα­λύ­τε­ρα το α­να­γνω­στι­κό της κοι­νό, κα­ταρ­τί­ζο­ντας πά­σης φύ­σεως σει­ρές. Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε βι­βλία τέ­χνης, δη­λα­δή ό­τι δί­νουν βά­ρος στην αι­σθη­τι­κή καλ­λιέρ­γεια. Πι­θα­νώς και θεω­ρώ­ντας τη λο­γο­τε­χνι­κή κα­τάρ­τι­ση των α­να­γνω­στών τους ως δε­δο­μέ­νη. Όπως και να έ­χει, λι­γο­στές εί­ναι οι προ­σφο­ρές σει­ρών στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας και δη της ελ­λη­νι­κής. Σε αυ­τόν, α­κρι­βώς, τον το­μέα, λα­μπρή ε­ξαί­ρε­ση συ­νι­στά η ε­φη­με­ρί­δα «Το Βή­μα», που α­νέ­κα­θεν έ­δι­νε με­γά­λη ση­μα­σία στο ελ­λη­νι­κό βι­βλίο. Η τε­λευ­ταία προ­σφο­ρά της ε­φη­με­ρί­δας ή­ταν η Βι­βλιο­θή­κη Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γραμ­μα­τείας, που ξε­κί­νη­σε την ά­νοι­ξη και υ­πο­σχό­ταν να ε­πε­κτα­θεί και στους κα­λο­και­ρι­νούς μή­νες. Μά­λι­στα, αρ­κε­τοί λά­τρες της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας εί­χαν ελ­πί­σει πως δεν θα χρεια­ζό­ταν να κου­βα­λή­σουν βι­βλία στον τό­πο του πα­ρα­θε­ρι­σμού και πως μό­λις με δυο ευ­ρώ θα κά­λυ­πταν τις α­νά­γκες ε­νη­μέ­ρω­σης και α­να­γνω­στι­κής α­πό­λαυ­σης. Ατύ­χη­σαν, ό­μως, κα­θώς οι ι­θύ­νο­ντες της ε­φη­με­ρί­δας α­πο­φά­σι­σαν πως η νε­ο­ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία και δη η πα­λαιό­τε­ρη, στην ο­ποία ε­πι­κε­ντρω­νό­ταν η σει­ρά, θα έ­πε­φτε βα­ριά μέ­σα στο κα­τα­κα­λό­και­ρο. Χω­ρίς προ­ει­δο­ποίη­ση και πα­ρά τη δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια, που εί­χε προ­η­γη­θεί, για πλη­ρό­τη­τα της σει­ράς, στα μέ­σα Ιου­λίου την στα­μά­τη­σαν, α­ντι­κα­θι­στώ­ντας την με πλέ­ον εύ­πε­πτα α­να­γνώ­σμα­τα. Ολί­γον Γιάν­νη Μα­ρή με ο­λί­γον Ζε­ράρ ντε Βιλ­λιέ. Όπως και να έ­χει, η σει­ρά έ­φτα­σε αι­σίως στον 56ο τό­μο με τις ι­στο­ρίες του Αργύ­ρη Εφτα­λιώ­τη. Στον εν λό­γω τό­μο, πι­θα­νώς προς πα­ρη­γο­ρία ό­σων α­να­γνω­στών τυ­χόν θα ή­θε­λαν να συ­νε­χί­σουν την ε­ντρύ­φη­ση στην πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση, δη­μο­σιεύ­τη­κε ο κα­τά­λο­γος της σει­ράς Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γραμ­μα­τείας των εκ­δό­σεων Πε­λε­κά­νος, στην ο­ποία στη­ρί­χτη­καν οι α­να­δη­μο­σιεύ­σεις των τό­μων που πρό­σφε­ρε η ε­φη­με­ρί­δα. Ο εν λό­γω κα­τά­λο­γος φθά­νει τους 172 τό­μους, στους ο­ποίους πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα α­γω­νι­στών της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης, που αυ­τά, σί­γου­ρα, θα έ­πε­φταν βα­ριά στο ση­με­ρι­νό α­να­γνω­στι­κό κοι­νό.
Αρκεί μια σύ­ντο­μη μα­τιά στις δυο σει­ρές, την “κου­τσή” του «Βή­μα­τος» και την “μη­τρι­κή” του «Πε­λε­κά­νου», για να φα­νεί η ε­ξέ­χου­σα θέ­ση που έ­δω­σε η ε­φη­με­ρί­δα στον Πα­πα­δια­μά­ντη. Με αυ­τόν ε­πέ­λε­ξε να ξε­κι­νή­σει και ό­λους τους τό­μους Πα­πα­δια­μά­ντη της σει­ράς του «Πε­λε­κά­νου» τους α­να­τύ­πω­σε. Πλην δυο, με χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα και πα­σχα­λι­νά διη­γή­μα­τα, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, δεν ται­ριά­ζουν στον νεό­κο­πο, μο­δά­το Πα­πα­δια­μά­ντη. Πρώ­τος τό­μος της σει­ράς του «Βή­μα­τος» εί­ναι «Η με­τα­νά­στις», α­κο­λου­θούν «Οι έ­μπο­ροι των ε­θνών», «Η φό­νισ­σα», «Η γυ­φτο­πού­λα» και έ­νας τε­λευ­ταίος, ο 51ος, ο «Χρή­στος Μη­λιό­νης». Δη­λα­δή, ο­λό­κλη­ρος ο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός Πα­πα­δια­μά­ντης. Εν μέ­σω αυ­τών, πα­ρεμ­βάλ­λε­ται έ­νας τό­μος με “23 α­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κά διη­γή­μα­τα” του Σκια­θί­τη. Βε­βαίως, το πα­πα­δια­μα­ντι­κό κεί­με­νο δει­νο­πα­θεί ε­λα­φρώς, κα­θώς α­φαι­ρού­νται κά­ποιοι πρό­λο­γοι, που ί­σως να δυ­σκό­λευαν τον α­να­γνώ­στη, ε­νώ πα­ρει­σφρέ­ουν ουκ ο­λί­γα τυ­πο­γρα­φι­κά λά­θη. Από την άλ­λη, α­φή­νε­ται να κο­λυ­μπή­σει μό­νο του. Ού­τε γλωσ­σά­ρι για τυ­χόν α­νε­ξοι­κείω­τους στην πα­πα­δια­μα­ντι­κή γλώσ­σα προ­βλέ­πε­ται ού­τε συ­νο­δευ­τι­κά κεί­με­να ει­δη­μό­νων. Υπό αυ­τούς τους ό­ρους, ο «Χρή­στος Μη­λιό­νης», που πολ­λοί θεω­ρούν νου­βέ­λα και ό­χι μυ­θι­στό­ρη­μα, δεν φτά­νει ού­τε για έ­να ι­σχνό το­μί­διο, ό­πως ε­κεί­νο της «Φό­νισ­σας». Γι’ αυ­τό προ­στί­θε­ται ως συ­νο­δευ­τι­κό έ­να διή­γη­μα α­πό “τα με­τά θά­να­το­ν” δη­μο­σιευ­μέ­να, «Ο Γά­μος του Κα­ραχ­μέ­τη». Το 1885, δυο χρό­νια πριν το πρώ­το κα­θα­ρό­αι­μο διή­γη­μα «Το Χρι­στό­ψω­μο», δη­μο­σιεύ­τη­κε ο «Χρή­στος Μη­λιό­νης», το 1910 πι­θα­νο­λο­γεί­ται πως γρά­φτη­κε «Ο Γά­μος του Κα­ραχ­μέ­τη». Η ε­πι­λο­γή του διη­γή­μα­τος θα μπο­ρού­σε να ο­φεί­λε­ται στο χρό­νο δρά­σης. Και τα δυο δια­δρα­μα­τί­ζο­νται στα προ­ε­πα­να­στα­τι­κά χρό­νια. Γε­γο­νός που δεν εκ­πλήσ­σει ό­σο α­φο­ρά τον «Χρή­στο Μη­λιό­νη», α­φού ό­λα τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­κτυ­λίσ­σο­νται σε πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές, οι ι­στο­ρίες, ό­μως, των διη­γη­μά­των εί­ναι οι πε­ρισ­σό­τε­ρες συ­γκαι­ρι­νές του Πα­πα­δια­μά­ντη, με ε­ξαί­ρε­ση κά­ποια α­πό τα ό­ψι­μά του, ό­πως το συ­γκε­κρι­μέ­νο.
Κα­τά τα άλ­λα, και χω­ρίς να αμ­φι­σβη­τού­με τις α­ρε­τές του διη­γή­μα­τος, τολ­μού­με να ι­σχυ­ρι­στού­με πως συ­νι­στά κά­κι­στη ε­πι­λο­γή. Ό,τι εί­χε αρ­χί­σει να ε­δραιώ­νε­ται η φή­μη ε­νός πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νου Πα­πα­δια­μά­ντη, τό­σο με το χει­με­ρι­νό θε­α­τρι­κό δρώ­με­νο, ό­που σερ­βι­ρι­ζό­ταν σά­ντουι­τς με τον νο­μπε­λί­στα Μαρ­κές, ό­σο και με τα ποι­κί­λα δη­μο­σιεύ­μα­τα, που το­νί­ζουν, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, και τον α­νε­ξί­θρη­σκο χα­ρα­κτή­ρα των διη­γη­μά­των του. Δεν χρεια­ζό­ταν να προ­βλη­θεί έ­να διή­γη­μα, που θα μπο­ρού­σε να του κο­στί­σει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του μι­σο­γύ­νη, α­κό­μη χει­ρό­τε­ρο και α­πό αυ­τόν του κο­σμο­κα­λό­γε­ρου, ο ο­ποίος, σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση, ε­νέ­χει και μια δό­ση γρα­φι­κό­τη­τας. Και κα­θό­λου δεν τον σώ­ζει η δι­καιο­λο­γία που προ­βάλ­λει ο α­φη­γη­τής πως τά­χα­τες δεν εί­ναι δι­κής του έ­μπνευ­σης η ι­στο­ρία και πως αυ­τός α­πλώς την α­να­διη­γεί­ται ό­πως την ά­κου­σε. Οι α­να­γνώ­στριες, που θα ξε­κοκ­κα­λί­σουν το βι­βλίο του πα­ρά θι­ν’ α­λός εί­ναι δια­βα­σμέ­νες και δεν χά­φτουν πα­ρό­μοια μορ­φι­κά ε­φευ­ρή­μα­τα.
Μι­σο­γύ­νης, λοι­πόν, ο Πα­πα­δια­μά­ντης, για­τί ναι μεν στα προ­ε­πα­να­στα­τι­κά χρό­νια ί­σχυε η πλή­ρης “υ­πο­τα­γή της θη­λείας εις τον άρ­ρε­να”, αλ­λά ο ή­ρωάς του, ο Κου­μπής του Νι­κο­λέ­του το πα­ρά­κα­νε. Ευ­κα­τά­στα­τος Σκια­θί­της δε­σπο­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, γύ­ρω στα πε­νή­ντα, δε­κα­πέ­ντε χρό­νια πα­ντρε­μέ­νος με την σα­ρα­ντά­ρα Σε­ραϊνώ, δεν εί­χε α­πο­κτή­σει παι­διά. Στέρ­φα η Σε­ραϊνώ, ό­πως και η α­τυ­χής Δια­λε­χτή στο πρώ­το διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Το Χρι­στό­ψω­μο». Εκεί­νη προ­σπά­θη­σε να την δη­λη­τη­ριά­σει η πε­θε­ρά της, την Σε­ραϊνώ την πε­ρι­ποιή­θη­κε ο σύμ­βιός της. Παλ­λα­κί­δα δεν α­πέ­κτη­σε, για­τί τι­μού­σε, λέει, το στε­φά­νι του. Στε­φα­νώ­θη­κε, ό­μως, με πα­πά και με κου­μπά­ρο την τρια­ντά­χρο­νη γει­τό­νισ­σά τους, την Λε­λού­δα, ό­νο­μα και πράγ­μα, χω­ρίς να χα­λά­σει το πρώ­το του στε­φά­νι. Χρη­σι­μο­ποιώ­ντας ο α­θεό­φο­βος ως συ­νερ­γό την α­πο­νή­ρευ­τη Σε­ραϊνώ α­πή­γα­γε τη Λε­λού­δα, την “ε­πή­γε α­πά­νω στην φρε­γά­δα τη Τούρ­κι­κη, που ή­ταν α­ραγ­μέ­νη ε­κεί κά­τω, στο Μέ­γα-Για­λό, κ’ ε­πή­ρ’ έ­ναν πα­πά με το στα­νιό να τον στε­φα­νώ­σει”. Και ό­λα αυ­τά, για­τί τα εί­χε κα­λά με τον Κα­πε­τάν Πα­σά, τον Κα­ρά-Αχμέ­τι. Έτσι του βγή­κε και το πα­ρα­τσού­κλι Κα­ραχ­μέ­της, που έ­μει­νε και σε ο­λό­κλη­ρο το σόι του, κα­τα­πώς διη­γεί­ται ο μπάρ­μπα-Γιώρ­γης σε έ­να άλ­λο διή­γη­μα, «Τα Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια», που δη­μο­σιεύ­τη­κε το 1908.
Όπως μας πλη­ρο­φο­ρεί η Μα­ρία Γκα­σού­κα, που έ­χει α­σχο­λη­θεί με την κοι­νω­νι­κή θέ­ση των γυ­ναι­κών στο έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο ι­σχύων, τό­τε, Ποι­νι­κός Νό­μος α­ντι­με­τώ­πι­ζε με ε­πιεί­κεια πα­ρό­μοιες πε­ρι­πτώ­σεις, πε­ριο­ρι­ζό­με­νος σε ε­πι­βο­λές μι­κρών χρη­μα­τι­κών προ­στί­μων. Κα­τά τα άλ­λα, ο α­φη­γη­τής τάσ­σε­ται με τη Σε­ραϊνώ, που ό­χι μό­νο, τα α­πο­δέ­χε­ται ό­λα αλ­λά και ζη­τά να πα­ρα­μεί­νει κά­τω α­πό την ί­δια στέ­γη για να του με­γα­λώ­σει τα παι­διά του, “Αγία ψυ­χή”, πα­ρα­δέ­χε­ται ο ί­διος ο Κου­μπής. Όχι μό­νο με­τα­φο­ρι­κώς, ό­πως ε­νίο­τε λέ­γε­ται για κά­ποιες γυ­ναί­κες μέ­χρι και σή­με­ρα, αλ­λά και κυ­ριο­λε­κτώ­ντας, α­φού πε­θαί­νει δέ­κα ή δώ­δε­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και κα­τά την α­να­κο­μι­δή των λει­ψά­νων της, τρία χρό­νια με­τά, “τα κόκ­κα­λά της εί­χαν ευω­διά­σει”. Αντι­θέ­τως, ο α­φη­γη­τής κα­θ’ ό­λη τη διή­γη­ση ει­ρω­νεύε­ται τον Κου­μπή και ου­δό­λως α­να­φέ­ρε­ται στο τέ­λος του. Ακρι­βώς, ό­πως α­πο­σιω­πά τι α­πέ­γι­νε ο ε­ξω­μό­της Κα­μπό­σος στον «Χρή­στο Μη­λιό­νη». Πά­για τα­κτι­κή του Πα­πα­δια­μά­ντη για τους δό­λιους ή αρ­νη­τι­κούς ή­ρωες, ό­πως λέ­με σή­με­ρα. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ε­ξω­μό­της εί­ναι και ο κου­μπά­ρος στον γά­μο του Κα­ραχ­μέ­τη. Ένας έ­ξυ­πνος Γραι­κός, γραμ­μα­τέ­ας του Κα­πε­τάν Πα­σά, που τυ­χαί­νει Φα­να­ριώ­της. Πα­ρό­λο που το διή­γη­μα θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν δρα­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, η σκη­νή του στε­φα­νώ­μα­τος πά­νω στη τουρ­κι­κή φρε­γά­δα εί­ναι μια α­πό τις α­πο­λαυ­στι­κό­τε­ρες του Πα­πα­δια­μά­ντη.
Αυ­τή η με­τα­θα­νά­τια δι­καίω­ση της Σε­ραϊνώς μάλ­λον δεν θα α­πα­λύ­νει τη δυ­σά­ρε­στη ε­ντύ­πω­ση ό­τι πρό­κει­ται σα­φώς για έ­ναν μι­σο­γύ­νη συγ­γρα­φέα. Κά­πως έ­τσι, μια ση­με­ρι­νή α­να­γνώ­στρια, που θα ξε­κι­νή­σει το το­μί­διο α­πό το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, πα­ρα­κι­νη­μέ­νη α­πό τον τίτ­λο του αλ­λά και τη συ­ντο­μία του, το πι­θα­νό­τε­ρο να το πε­τά­ξει, χω­ρίς να δια­βά­σει την α­να­πλα­σμέ­νη ι­στο­ρία του κλέ­φτη της Ρού­με­λης, τον ο­ποίο ού­τε κα­τ’ ό­νο­μα δεν έ­χει α­κου­στά. Κι ό­μως, η η­ρωί­δα του «Χρή­στου Μη­λιό­νη», η Βα­σί­λω, η “α­να­δε­κτή” του Χρή­στου Μη­λιό­νη, ε­πι­δει­κνύει με­τά την αρ­πα­γή της α­πό τον Χα­λήλ Αγά τόλ­μη α­ντί­στοι­χη με αυ­τή που α­να­μέ­νε­ται α­πό έ­ναν ά­ντρα. Δεν δι­στά­ζει να με­ταμ­φιε­στεί σε Τούρ­κο έ­φη­βο και ό­χι μό­νο δρα­πε­τεύει α­πό το χα­ρέ­μι αλ­λά και μπαί­νει στο α­πό­σπα­σμα που κα­τα­δίω­κε το νο­νό της. Όπως και η γριά Σκεύω που ντύ­θη­κε ά­ντρας για να πά­ει “βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα” να πα­ρα­στα­θεί στο γιο της. Αν και θεω­ρη­τι­κώς ο­μι­λού­ντες, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί η Μαί­ρη Μι­κέ, που κα­τα­γρά­φει τις με­ταμ­φιέ­σεις στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία των δυο τε­λευ­ταίων αιώ­νων, στην πε­ρί­πτω­ση της Βα­σί­λως, η τόλ­μη πε­ρισ­σεύει, κα­θό­σον πρό­κει­ται πε­ρί “δι­πλής πα­ρεν­δυ­σίας”: α­πό γυ­ναί­κα σε ά­ντρα και α­πό Ελλη­νί­δα σε Τούρ­κο.
Τε­λι­κά, πι­στεύου­με πως ό­ποιος δια­βά­σει ο­λό­κλη­ρο το το­μί­διο θα θαυ­μά­σει τις Ρω­μιές του Πα­πα­δια­μά­ντη, που δεν έ­κα­ναν σκό­ντο στα αι­σθή­μα­τά τους προς ί­διον ό­φε­λος. “Κα­νέ­νας δεν μί­λη­σε για τη Ρω­μιά ό­πως ο Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης”, έ­γρα­φε ο Ζή­σι­μος Λο­ρε­ντζά­τος. Στο ο­μό­τιτ­λο δο­κί­μιό του, α­να­φέ­ρει λι­γο­στά ο­νό­μα­τα πα­πα­δια­μα­ντι­κών η­ρωί­δων, α­νά­με­σα σε αυ­τά και το Σε­ραϊνώ, που α­πα­ντά­ται μια μό­νο φο­ρά, στον «Γά­μο του Κα­ραχ­μέ­τη». Να δια­βά­ζου­με Άγγλους, Γάλ­λους, Πορ­το­γά­λους, α­κό­μη και σε δύ­σπε­πτες με­τα­φρά­σεις, ποιος λέει ό­χι! Να δια­βά­ζου­με τους νεό­τε­ρους Έλλη­νες, α­λί­μο­νο! Όμως και λί­γη πε­ζο­γρα­φι­κή πα­ρά­δο­ση δεν βλά­πτει. Αντι­θέ­τως, βο­η­θά τις συ­γκρί­σεις, σταθ­μί­ζο­ντας τις αλ­λα­γές.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2009

Βόλος, εν έτει 1908

«Αρχείο Θεσ­σα­λι­κών Με­λε­τών»
Τό­μος 17ος, Δεκ. 2008

Χα­ρά­λα­μπος Γ. Χα­ρί­τος
«Στιγ­μές του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος στο Βό­λο (1907-1918)»,
Δεκ. 2008


Γιώρ­γος Κο­ντο­μή­τρος
«Η πό­λι της γκαρ­ντέ­νιας»
Μάρ­τιος 2009
Εκδό­σεις της Εται­ρείας
Θεσ­σα­λι­κών Ερευ­νών, Βό­λος

Πολ­λά συ­νέ­βη­σαν στην Ελλά­δα το σω­τή­ριον έ­τος 1908. Συ­να­ντά­με πο­λι­τι­κά γε­γο­νό­τα ευ­ρύ­τε­ρης εμ­βέ­λειας ό­πως η κή­ρυ­ξη α­νε­ξαρ­τη­σίας στην Κρή­τη, η ί­δρυ­ση του Στρα­τιω­τι­κού Συν­δέ­σμου στην Αθή­να και το κί­νη­μα των Νεό­τουρ­κων στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Αλλά και πέ­ραν της πο­λι­τι­κής, στον κοι­νω­νι­κό χώ­ρο, δυο ση­μα­ντι­κές πρω­το­βου­λίες έ­λα­βαν χώ­ρα στο Βό­λο. Εί­ναι η δη­μιουρ­γία του πρώ­του στην Ελλά­δα Εργα­τι­κού Κέ­ντρου και η ί­δρυ­ση του πρώ­του Ανώ­τε­ρου Δη­μο­τι­κού Παρ­θε­να­γω­γείου. Αν και στο Βό­λο, το δεύ­τε­ρο λι­μά­νι της τό­τε Ελλά­δας, δεν πραγ­μα­το­ποιή­θη­καν ε­κεί­νο το έ­τος μό­νο αυ­τές οι δυο και­νο­το­μίες, οι υ­πό­λοι­πες, ω­στό­σο, δεν εί­χαν α­ντί­στοι­χο πα­νελ­λή­νιο α­ντί­κτυ­πο.
Όπως και να έ­χει, το έ­τος 1908 στά­θη­κε κα­θο­ρι­στι­κό για την πό­λη, κά­τι σαν ο­ρό­ση­μο ε­νη­λι­κίω­σης. Γι’ αυ­τό και η περ­σι­νή ε­πέ­τειος των ε­κα­τό χρό­νων φαί­νε­ται πως ε­ορ­τά­στη­κε δεό­ντως. Συμ­με­τέ­χο­ντας η Εται­ρεία Θεσ­σα­λι­κών Ερευ­νών α­φιέ­ρω­σε τον 17ο τό­μο της πε­ριο­δι­κής της έκ­δο­σης στο Βό­λο του 1908, εκ­δί­δο­ντας ταυ­τό­χρο­να και δυο σχε­τι­κές με­λέ­τες. Όπως η Εται­ρεία Σπου­δών Νε­ο­ελ­λη­νι­κού Πο­λι­τι­σμού και Γε­νι­κής Παι­δείας διορ­γά­νω­σε η­με­ρί­δες με τον γε­νι­κό τίτ­λο «Εν έ­τει...» προς ε­ντρύ­φη­ση σε “ό­σα δεν μας λέει η με­γά­λη ι­στο­ρία”, έ­τσι και η Θεσ­σα­λι­κή Εται­ρεία κα­τήρ­τι­σε τρεις τό­μους το­πι­κής ι­στο­ρίας προς ε­μπλου­τι­σμό της ε­θνι­κής. Μό­νο που η πρώ­τη, με έ­δρα στα βό­ρεια προά­στια των Αθη­νών, με ό,τι κι αν α­σχο­λεί­ται, το έρ­γο της προ­βάλ­λε­ται στον Τύ­πο, ε­νώ οι εκ­δό­σεις της δεύ­τε­ρης περ­νά­νε στα ψι­λά, του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά τον α­θη­ναϊκό Τύ­πο.
Δια­φο­ρε­τι­κά ή­ταν ό­μως τα πράγ­μα­τα εν έ­τει 1908. Σύμ­φω­να με τη με­λέ­τη του Γιώρ­γου Κο­ντο­μή­τρου, το εν­δια­φέ­ρον της τό­τε ελ­λη­νι­κής πρω­τεύου­σας ει­δι­κά για το Βό­λο ή­ταν πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο. Ο με­λε­τη­τής α­πο­δελ­τίω­σε τα δη­μο­σιεύ­μα­τα του α­θη­ναϊκού Τύ­που ε­κεί­νου του έ­τους, που α­φο­ρούν τον Βό­λο και την ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή του. Συ­νο­λι­κά ε­ρεύ­νη­σε ε­πτά α­θη­ναϊκές ε­φη­με­ρί­δες (Σκρι­π, Εμπρός, Ακρό­πο­λις, Εστία, Και­ροί, Αλή­θεια, Νου­μάς) και τρεις το­πι­κές α­πό τις έ­ντε­κα που κυ­κλο­φο­ρού­σαν στο Βό­λο το 1908: την μα­κρό­βια «Θεσ­σα­λία», τον «Κή­ρυ­κα» του Δη­μο­σθέ­νη Κούρ­το­βικ και τον ο­λι­γό­χρο­νο «Εργά­τη» του Κων­στα­ντί­νου Ζά­χου. Με τα ευ­ρή­μα­τά του συ­ντάσ­σει έ­να πρω­τό­τυ­πο η­με­ρο­λό­γιο, χω­ρι­σμέ­νο σε δώ­δε­κα κε­φά­λαια, έ­να για κά­θε μή­να, στα ο­ποία και α­να­διη­γεί­ται ό­σα κα­τά η­με­ρο­λο­για­κή σει­ρά γε­γο­νό­τα έ­φθα­σαν να α­πα­σχο­λή­σουν τον Τύ­πο.
Πι­στεύου­με πως το βι­βλίο του Κο­ντο­μή­τρου έ­χει τις α­ρε­τές ε­νός ψυ­χα­γω­γι­κού α­να­γνώ­σμα­τος. Κα­τ’ αρ­χήν, έ­ναν ρο­μα­ντι­κό τίτ­λο, που έ­χει αν­τλη­θεί α­πό άρ­θρο του Πλά­τω­να Ρο­δο­κα­νά­κη στην «Ακρό­πο­λη». Και ύ­στε­ρα, μια στρω­τή α­φή­γη­ση, που γί­νε­ται γλα­φυ­ρή με την εύ­στο­χη ε­πι­λο­γή πα­ρα­θε­μά­των α­πό τα δη­μο­σιεύ­μα­τα. Ση­μα­ντι­κό α­τού της έκ­δο­σης εί­ναι η ει­κο­νο­γρά­φη­ση με αρ­χεια­κές φω­το­γρα­φίες και οι ε­κτε­νείς υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Ενώ, το ευ­ρε­τή­ριο κύ­ριων ο­νο­μά­των (ό­που θα έ­πρε­πε να α­να­φέ­ρο­νται α­νελ­λι­πώς τα μι­κρά ο­νό­μα­τα) βο­η­θά τον α­να­γνώ­στη με ει­δι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα. Ακό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο βο­η­θη­τι­κό θα α­πέ­βαι­νε έ­να θε­μα­τι­κό ευ­ρε­τή­ριο, για κά­ποιον που θα ή­θε­λε, λ.χ., να ε­νη­με­ρω­θεί για τον α­ντί­κτυ­πο στον Τύ­πο του Παρ­θε­να­γω­γείου ή ε­νός ο­ποιου­δή­πο­τε άλ­λου θέ­μα­τος. Εν ο­λί­γοις, μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως ο με­λε­τη­τής δεν α­να­δει­κνύει ό­σο θα μπο­ρού­σε το πο­λύ­τι­μο υ­λι­κό που εί­χε την υ­πο­μο­νή και ε­πι­μο­νή να συλ­λέ­ξει.
Η δεύ­τε­ρη με­λέ­τη, του Χα­ρά­λα­μπου Χα­ρί­του, σκια­γρα­φεί το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα στο Βό­λο α­πό το 1907, τη χρο­νιά που ι­δρύ­θη­κε ο Πα­νερ­γα­τι­κός Σύν­δε­σμος «Η Αδελ­φό­της», πρό­δρο­μο σω­μα­τείο του Εργα­τι­κού Κέ­ντρου, και εκ­δό­θη­κε η ε­φη­με­ρί­δα «Ο Εργά­της», μέ­χρι το 1918, έ­τος ί­δρυ­σης της ΓΣΕΕ. Πα­ρό­τι δεν συ­νι­στά έ­να και­νούρ­γιο κεί­με­νο, κα­θώς ο Χα­ρί­τος στη­ρί­χτη­κε σε συ­νο­λι­κά δώ­δε­κα πα­λαιό­τε­ρα κεί­με­νά του, α­πο­φεύ­γο­νται οι ε­πι­κα­λύ­ψεις και δί­νε­ται μια συ­νο­λι­κή ει­κό­να, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την πό­λη του Βό­λου, που άρ­χι­σε να εμ­φα­νί­ζε­ται ως α­στι­κό κέ­ντρο κά­που στα μέ­σα της τέ­ταρ­της δε­κα­ε­τίας του 19ου αιώ­να. Σε έ­να ε­κτε­νές κε­φά­λαιο για τις α­παρ­χές του Εργα­τι­κού Κέ­ντρου Βό­λου, μνη­μο­νεύει τους πρω­τερ­γά­τες, εμ­μέ­νο­ντας σε μια φρά­ση του Ζά­χου: «Ου­δείς θα δυ­νη­θεί να ο­νο­μα­σθεί ι­δρυ­τής του Εργα­τι­κού Κέ­ντρου του Βό­λου, ού­τε οι συλ­λά­βο­ντες την ι­δέ­αν ερ­γά­ται, ού­τε ο Σα­ρά­τσης, ού­τε ο Μου­σού­ρης, ού­τε ε­γώ· το Εργα­τι­κό Κέ­ντρο του Βό­λου, το ί­δρυ­σεν η κοι­νω­νι­κή α­νά­γκη».
Ωστό­σο, αυ­τή η τριά­δα, των δυο δι­κη­γό­ρων, Σπύ­ρου Μου­σού­ρη και Κων­στα­ντί­νου Ζά­χου, και του για­τρού Δη­μή­τρη Σα­ρά­τση, υ­πήρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κή στη δη­μιουρ­γία του Κέ­ντρου. Για τον Μου­σού­ρη γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ο Κούρ­το­βι­κ: «... ο­λί­γον ποιη­τής, φι­λό­σο­φος, συ­νο­μι­λών κα­θ’ ε­κά­στην με τους ερ­γά­τας τους έ­πει­θε ό­τι πρέ­πει ν’ α­να­πτυχ­θούν πνευ­μα­τι­κώς προς βελ­τίω­σιν της τύ­χης των...» Σε ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο πα­ρα­τί­θε­ται το πρώ­το Κα­τα­στα­τι­κό του Κέ­ντρου. Όσο για τα ε­γκαί­νια του Κέ­ντρου, έ­γι­ναν την Κυ­ρια­κή, 14 Δε­κεμ­βρίου 1908. Ο με­λε­τη­τής κα­τα­λή­γει, α­να­φέ­ρο­ντας τους Βο­λιώ­τες που συμ­με­τεί­χαν δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα στη συ­γκρό­τη­ση της ΓΣΕΕ και του ΣΕ­ΚΕ. Ενώ, σε έ­να τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, α­να­φέ­ρε­ται στην τύ­χη κά­ποιων πο­λύ­τι­μων για το το­πι­κό ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα αρ­χείων, κυ­ρίως, ό­μως, στους λό­γους που δεν γρά­φτη­κε η ι­στο­ρία του Εργα­τι­κού Κέ­ντρου Βό­λου, πα­ρά τη συ­μπλή­ρω­ση ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δας α­πό την ί­δρυ­σή του. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει το κε­φά­λαιο σχε­τι­κά με τις μορ­φω­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες του Κέ­ντρου, ό­που σχο­λιά­ζε­ται ε­κτε­νώς η α­νά­γνω­ση του μο­νό­πρα­κτου δρά­μα­τος «Γή­ταυ­ρος» σε μια φι­λο­λο­γι­κή βρα­διά, που διορ­γα­νώ­θη­κε την Κυ­ρια­κή, 6 Φε­βρουα­ρίου 1911. Ήταν μια α­νά­γνω­ση που έ­μελ­λε να έ­χει βα­ριές συ­νέ­πειες, α­φού χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε στο κα­τη­γο­ρη­τή­ριο κα­τά τη δί­κη των Αθεϊκών, που ο­δή­γη­σε στο κλεί­σι­μο του Παρ­θε­να­γω­γείου και α­νέ­κο­ψε τη λει­τουρ­γία του Κέ­ντρου. Συγ­γρα­φέ­ας του «Γή­ταυ­ρου» ή­ταν ο καρ­πε­νη­σιώ­τι­κης κα­τα­γω­γής Με­σο­λογ­γί­της συμ­βο­λαιο­γρά­φος Δη­μή­τρης Δη­μη­τριά­δης, γεν­νη­θείς το 1888 και α­πο­θα­νών την 1η Ια­νουα­ρίου 1958, που γρά­φτη­κε στις δέλ­τους της λο­γο­τε­χνίας ως Ρή­γας Γκόλ­φης. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η περ­σι­νή δι­πλή ε­πέ­τειος αυ­τού του τό­σο ευαί­σθη­του λυ­ρι­κού ποιη­τή πέ­ρα­σε στα ψι­λά.
Με κεί­με­να των Κο­ντο­μή­τρου και Χα­ρί­του, α­πό­το­κα των βι­βλίων τους, α­νοί­γει ο α­φιε­ρω­μα­τι­κός τό­μος, ε­νώ για το Εργα­τι­κό Κέ­ντρο Βό­λου προ­βλέ­πε­ται και έ­να δεύ­τε­ρο κεί­με­νο του Σταύ­ρου Κα­τσού­ρα. Το ε­πό­με­νο κεί­με­νο α­φο­ρά τον Δι­κη­γο­ρι­κό Σύλ­λο­γο Βό­λου, που ι­δρύ­θη­κε πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να με την προ­σάρ­τη­ση της Θεσ­σα­λίας στην Ελλά­δα. Ωστό­σο, ό­πως διευ­κρι­νί­ζει ο πρό­ε­δρος του Συλ­λό­γου και συγ­γρα­φέ­ας του κει­μέ­νου Ανα­στά­σιος Απ. Βο­λιώ­της, μό­λις στις 23 Δε­κεμ­βρίου 1908 υ­πο­γρά­φτη­κε το νο­μο­σχέ­διο για την ί­δρυ­ση Δι­κη­γο­ρι­κών Συλ­λό­γων ως Νο­μι­κών Προ­σώ­πων Δη­μο­σίου Δι­καίου, ο­πό­τε το 1908 εί­ναι το έ­τος που τα α­νά την Ελλά­δα σω­μα­τεία των δι­κη­γό­ρων προ­βι­βά­ζο­νται θε­σμι­κά. Ακο­λου­θεί το κεί­με­νο του Ρα­φαήλ Φρε­ζή για την ισ­ρα­η­λί­τι­κη κοι­νό­τη­τα Βό­λου, με ε­κτε­νή α­να­φο­ρά στην Εριουρ­γία «Λε­βιά­θα­ν-Μουρτ­ζού­κου», που ι­δρύ­θη­κε το 1908. Με τα ε­κλε­κτά γυ­ναι­κεία υ­φά­σμα­τα της εν λό­γω βιο­μη­χα­νίας ντύ­θη­καν πολ­λές Βο­λιώ­τισ­σες, ι­δίως ό­σες προέρ­χο­νταν α­πό λι­γό­τε­ρο ευ­κα­τά­στα­τες οι­κο­γέ­νειες και το βα­λά­ντιό τους δεν ε­παρ­κού­σε για πα­ρι­ζιά­νι­κες τουα­λέ­τες.
Το θέ­μα της αμ­φίε­σης των δε­σποι­νών και δε­σποι­νί­δων του Βό­λου και ό­χι μό­νο, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τις α­παρ­χές της πό­λης και φθά­νο­ντας μέ­χρι το 1908, κα­λύ­πτει η Μη­λί­τσα Ζαρ­λή-Κα­ρα­θά­νου. Πο­λύ­πλευ­ρη η κοι­νω­νιο­λο­γι­κή με­λέ­τη της, διαν­θί­ζε­ται με εν­δια­φέ­ρου­σες λε­πτο­μέ­ρειες, κα­θώς προ­χω­ρά α­πό την αμ­φίε­ση στην κοι­νω­νι­κή τά­ξη, την ερ­γα­σία και την εκ­παί­δευ­ση. Λ.χ., θυ­μί­ζει πως σταθ­μός στο γυ­ναι­κείο χώ­ρο στά­θη­κε η ρα­πτο­μη­χα­νή, που προέ­κυ­ψε κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία του 19ου αιώ­να. Όπως, σή­με­ρα, ο πρω­θυ­πουρ­γός δω­ρί­ζει σε άρ­ρε­νες και θή­λεα η­λεκ­τρο­νι­κούς υ­πο­λο­γι­στές, τό­τε, η βα­σί­λισ­σα Όλγα μοί­ρα­ζε ρα­πτο­μη­χα­νές, αν και ε­κεί­νη πε­ριό­ρι­ζε το κου­βαρ­ντα­λί­κι της στα ά­πο­ρα κο­ρί­τσια. Όσο α­φο­ρά το ε­πε­τεια­κό έ­τος 1908, η Ζαρ­λή πα­ρου­σιά­ζει τις πρώ­τες συ­σπει­ρώ­σεις, ε­νώ­σεις και α­δελ­φό­τη­τες, μνη­μο­νεύο­ντας τις ε­πι­φα­νείς Βο­λιώ­τισ­σες, που εί­χαν αρ­χί­σει να αρ­θρο­γρα­φούν στα γυ­ναι­κεία έ­ντυ­πα της ε­πο­χής. Ερευ­νώ­ντας το βίο της γυ­ναί­κας μέ­σα στην το­πι­κή κοι­νω­νία, της δί­νε­ται η ευ­και­ρία να σχο­λιά­σει ευ­ρύ­τε­ρα και την πο­λι­τι­στι­κή ζωή της πό­λης, που, εν πολ­λοίς, α­που­σιά­ζει α­πό τον τό­μο. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί η μου­σι­κή δια­σκέ­δα­ση, στην ο­ποία α­να­φέ­ρε­ται σε ι­διαί­τε­ρο άρ­θρο η Μα­ρία Σπα­νού. Κι αυ­τό λό­γω της Μου­σι­κής Εται­ρείας Βό­λου, που άν­θι­σε κα­τά την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του 20ου αιώ­να.
Τον τό­μο συ­μπλη­ρώ­νουν το κεί­με­νο της Αί­γλης Δη­μό­γλου για το Βό­λο της πρώ­της τρια­κο­ντα­ε­τίας, 1881-1908, που θα έ­πρε­πε μάλ­λον να προ­τάσ­σε­ται, το κεί­με­νο των Από­στο­λου Ατσιά και Κο­ντο­μή­τρου για την το­πι­κή εκ­παί­δευ­ση και το κεί­με­νο της Βα­σι­λι­κής Αδρύ­μη-Σι­σμά­νη για το Αρχαιο­λο­γι­κό Μου­σείο Βό­λου, που συ­μπλη­ρώ­νει 100 χρό­νια λει­τουρ­γίας. Τέ­λος, δη­μο­σιεύο­νται και δυο κεί­με­να που α­φο­ρούν πε­ρι­στα­τι­κά, στα ο­ποία πρω­τα­γω­νί­στη­σε ο νεό­κο­πος τό­τε Μη­τρο­πο­λί­της Δη­μη­τριά­δος Γερ­μα­νός Μαυ­ρομ­μά­της. Το έ­να α­φο­ρά τη δι­κή με­τά το κλεί­σι­μο του Παρ­θε­να­γω­γείου, γνω­στή ως δί­κη των Αθεϊκών, που έ­γι­νε στο Πε­ντα­με­λές Εφε­τείο Ναυ­πλίου, το 1914, με κύ­ριους κα­τη­γο­ρού­με­νους τον Αλέ­ξαν­δρο Δελ­μού­ζο και τον Δη­μή­τρη Σα­ρά­τση, στον ο­ποίο α­νή­κε η πρω­το­βου­λία για την ί­δρυ­ση του Παρ­θε­να­γω­γείου. Το ό­λο ι­στο­ρι­κό της δι­κα­στι­κής πε­ρι­πέ­τειας υ­πο­γρά­φε­ται α­πό τον Γιάν­νη Μου­γο­γιάν­νη, ο ο­ποίος πα­ρα­θέ­τει σχό­λια των ε­φη­με­ρί­δων και α­νέκ­δο­τα κεί­με­να α­πό το Αρχείο Δελ­μού­ζου. Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο α­να­φέ­ρε­ται στις τα­ρα­χές που ξέ­σπα­σαν στη Σκιά­θο τον Δε­κέμ­βριο του 1908, με α­φορ­μή την θαυ­μα­τουρ­γή ει­κό­να της Πα­να­γίας Κου­νί­στρας, την ο­ποία, ο μεν Μη­τρο­πο­λί­της ζη­τού­σε να βγά­λει σε πε­ρι­φο­ρά για τη συ­γκέ­ντρω­ση χρη­μά­των προς α­νέ­γερ­ση Επι­σκο­πι­κού Οί­κου, ο δε σκια­θί­τι­κος λαός, με πρω­το­στά­τη τον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη, πα­ρέ­με­νε α­γω­νι­στι­κά α­νέν­δο­τος στη με­τα­κί­νη­σή της α­πό τον κα­θε­δρι­κό ναό των «Τριών Ιε­ραρ­χών». Ας υ­πεν­θυ­μί­σου­με ό­τι μπρος στη λαϊκή ορ­γή ο Μη­τρο­πο­λί­της α­να­δι­πλώ­θη­κε και την “έ­κα­νε” νύ­χτα. Επι­βι­βά­στη­κε σε βάρ­κα κι έ­φυ­γε λά­θρα α­πό τη Σκιά­θο. Το χρο­νι­κό του μάλ­λον ά­γνω­στου αυ­τού εκ­κλη­σια­στι­κού συμ­βά­ντος το υ­πο­γρά­φει ο Δη­μή­τρης Τσι­λι­βί­δης, ο ο­ποίος στη­ρί­ζε­ται βι­βλιο­γρα­φι­κά σε ό­σα σχε­τι­κά γρά­φει ο πρώ­τος συ­στη­μα­τι­κός με­λε­τη­τής του σκια­θί­τη διη­γη­μα­το­γρά­φου, ο Γεώρ­γιος Βα­λέ­τας.
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, το βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των κει­μέ­νων του τό­μου εί­ναι πως, ε­νώ α­να­δει­κνύουν συ­γκε­κρι­μέ­νες πτυ­χές του αλ­λο­τι­νού Βό­λου, κα­τορ­θώ­νουν να δώ­σουν μια γε­νι­κό­τε­ρη ει­κό­να της πό­λης και της ευ­ρύ­τε­ρης πε­ριο­χής της Μα­γνη­σίας. Και, λί­γο-πο­λύ, ο­λό­κλη­ρης της Ελλά­δος εν έ­τει 1908.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2009

Ο βίος και η πολιτεία του Εμμανουήλ Κριαρά

Εμμα­νουήλ Κρια­ράς
«Μα­κράς ζωής α­γω­νί­σμα­τα»
Έκδο­ση: Οι φί­λοι του πε­ριο­δι­κού «Αντί»,
Φε­βρουά­ριος 2009

Με­τά μια ο­ρι­σμέ­νη η­λι­κία, ο α­πο­λο­γι­σμός ζωής, α­κό­μη κι ό­ταν δεν συ­ντάσ­σε­ται, κα­ταρ­τί­ζε­ται νο­ε­ρά. Μό­νο που σκέ­ψεις και αι­σθή­μα­τα, α­κό­μη και τα γε­γο­νό­τα, δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται ό­πως τα ζή­σα­με αλ­λά κα­τα­πώς τα θυ­μό­μα­στε. Ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, ό­πως θέ­λου­με να τα θυ­μό­μα­στε. Ο Εμμα­νουήλ Κρια­ράς, ω­στό­σο, δεί­χνει να εί­ναι α­ντι­κει­με­νι­κός. Κι αυ­τό φαί­νε­ται να το ε­πι­τυγ­χά­νει, ξε­κα­θα­ρί­ζο­ντας τα αι­σθή­μα­τά του και κα­τα­στα­λά­ζο­ντας στις α­πό­ψεις του για πρό­σω­πα και κα­τα­στά­σεις. Με θαυ­μα­στή α­κρι­βο­λο­γία, πα­ρα­θέ­τει τα τεκ­μή­ρια της μέ­χρι σή­με­ρα πο­ρείας του, χω­ρίς α­πο­σιω­πή­σεις, σαν έ­ναν εις ε­αυ­τόν α­πο­λο­γι­σμό. Πρό­κει­ται για μια λο­γο­δο­σία, που α­πο­φεύ­γει τις α­σά­φειες και πα­ρα­λεί­ψεις, σκια­γρα­φώ­ντας, με ευ­κρί­νεια, λη­σμο­νη­μέ­νες ή και ά­γνω­στες στους νεό­τε­ρους κοι­νω­νι­κές και πο­λι­τι­κές κα­τα­στά­σεις. Συ­στη­μα­τι­κός ο λό­γος του, συ­στή­νει, εν συ­ντο­μία, πλή­θος προ­σώ­πων α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς χώ­ρους, με κυ­ριό­τε­ρους, αυ­τούς της α­κα­δη­μαϊκής κοι­νό­τη­τας και της λο­γο­τε­χνίας. Αν και ε­πι­κε­ντρω­μέ­νος ο α­πο­λο­γι­σμός στον αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νο και τους γύ­ρω του, δί­νει μια πα­νο­ρα­μι­κή ει­κό­να του 20ου αιώ­να. Με­τα­ξύ άλ­λων, δεί­χνει και πό­σο λί­γο ή έ­στω, πό­σο δύ­σκο­λα, αλ­λά­ζουν οι νοο­τρο­πίες, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­νες τα­κτι­κές, ό­πως η υ­πο­νό­μευ­ση των α­ξιό­τε­ρων. Η αυ­το­βιο­γρα­φία του Κρια­ρά μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποιη­θεί ως βι­βλίο α­να­φο­ράς χά­ρις στο πλή­θος και την α­κρί­βεια των πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων Μπο­ρεί, ό­μως, να δια­βα­στεί και ως ι­στο­ρι­κό α­φή­γη­μα. Στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, α­να­πό­φευ­κτα, ο α­να­γνώ­στης συ­γκρα­τεί τα ση­μα­ντι­κά γι’ αυ­τόν. Δί­νου­με πε­ρί­λη­ψη της δι­κής μας ε­ντρύ­φη­σης, δε­δο­μέ­νου ό­τι μια τυ­πι­κή πα­ρου­σία­ση ε­νός πα­ρό­μοιου βι­βλίου θα πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε γε­νι­κό­λο­γες α­πο­φάν­σεις, που μάλ­λον α­πω­θούν πα­ρά πα­ρα­κι­νούν σε α­νά­γνω­ση.
Γεν­νη­μέ­νος ο Κρια­ράς στον Πει­ραιά, έ­ζη­σε μέ­χρι την ε­νη­λι­κίω­σή του, πρώ­τα στη Μή­λο και με­τά στην Κρή­τη. Κα­τά­γε­ται α­πό ε­κεί­νους τους Κρη­τι­κούς, που, κυ­νη­γη­μέ­νοι, στα πρώ­τα χρό­νια του 19ου αιώ­να, ε­γκα­τέ­λει­ψαν τα Σφα­κιά και ε­γκα­τα­στά­θη­καν στη Μή­λο, ι­δρύο­ντας τον Αδά­μα­ντα, που εί­ναι το ση­με­ρι­νό ε­πί­νειο του νη­σιού. Η πρώ­τη ε­ρευ­νη­τι­κή με­λέ­τη του α­φο­ρά τα νε­ο­ελ­λη­νι­κά πα­ρω­νύ­μια των δυο νη­σιών. Ναυ­τι­κοί το ε­πάγ­γελ­μα ή­ταν και οι δυο ε­κα­τέ­ρω­θεν παπ­πού­δες του, ό­πως και ο πα­τέ­ρας του. Ενδια­φέ­ρου­σα εί­ναι η πλη­ρο­φο­ρία, πως ο έ­νας α­πό τους δυο μι­κρό­τε­ρους α­δελ­φούς του, ο δευ­τε­ρό­το­κος Παύ­λος, ή­ταν συ­νο­μή­λι­κος και φί­λος με τον Μι­χά­λη Ρά­πτη, γνω­στό και με το ε­πα­να­στα­τι­κό ψευ­δώ­νυ­μο Πά­μπλο, το ο­ποίο, σύμ­φω­να με τον Κρια­ρά, μπο­ρεί και να το ε­μπνεύ­στη­κε α­πό τον α­δελ­φό του.
Ο Κρια­ράς ο­νο­μα­τί­ζει τους κα­θη­γη­τές του στο γυ­μνά­σιο των Χα­νίων, μνη­μο­νεύο­ντας ι­διαί­τε­ρα τον Εμμα­νουήλ Γε­νε­ρά­λι, που τον μύη­σε στα αρ­χαία γράμ­μα­τα, και τον Ιωάν­νη Μο­σχό­που­λο της Ευαγ­γε­λι­κής Σχο­λής της Σμύρ­νης, που τους μι­λού­σε για το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα και τη σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνία. Ακό­μη, α­να­φέ­ρει τους συμ­μα­θη­τές του, τον Στέ­λιο Κα­ψω­μέ­νο και τον Νί­κο Τω­μα­δά­κη, κα­θώς και τις πνευ­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες ε­κεί­νων των χρό­νων. Στην τρί­τη γυ­μνα­σίου εί­χαν ι­δρύ­σει τον πνευ­μα­τι­κό ό­μι­λο «Εγκυ­κλο­παι­δι­κός Κύ­κλος των Νέων» και στην τε­λευ­ταία τά­ξη, τον «Κρη­τι­κό Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο» και το πε­ριο­δι­κό «Αυ­γε­ρι­νός». Νο­νός του πε­ριο­δι­κού και υ­πεύ­θυ­νος ύ­λης για τον πρώ­το χρό­νο ή­ταν ο ί­διος. Σε αυ­τό δη­μο­σίευ­σε με­τα­φρά­σμα­τα και δυο βι­βλιο­κρι­σίες, για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ξε­νό­που­λου «Η τρί­μορ­φη γυ­ναί­κα» και για την αν­θο­λο­γία του Πα­πα­δή­μα «Νέ­οι Διη­γη­μα­το­γρά­φοι». Πο­λύ θα θέ­λα­με να δια­βά­σου­με την ά­πο­ψη του νε­α­ρού Κρια­ρά για ε­κεί­νους τους “νέ­ους διη­γη­μα­το­γρά­φους”. Μια άλ­λη συ­ντρο­φιά στα Χα­νιά, με ε­πι­κε­φα­λής τον φί­λο του, Κα­ψω­μέ­νο, έ­βγα­ζε το πε­ριο­δι­κό «Λο­γο­τε­χνι­κές Σε­λί­δες».
Μέ­σα α­πό τα στοι­χεία της αυ­το­βιο­γρα­φίας, ο Κρια­ράς προ­βάλ­λει ως έ­νας συ­ναι­σθη­μα­τι­κός έ­φη­βος, πει­θαρ­χη­μέ­νος και ερ­γα­τι­κός, με πνευ­μα­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα. Ένας νε­α­ρός, που δεν δια­θέ­τει χρό­νο για παι­χνί­δια, ού­τε και για πολ­λές συ­να­να­στρο­φές. Χω­ρίς ε­πι­δό­σεις στα α­θλη­τι­κά, αλ­λά με έ­φε­ση στις ξέ­νες γλώσ­σες. Ανα­κα­λεί τα πρώ­τα δια­βά­σμα­τά του, ε­κεί­να που ε­ξέ­θρε­ψαν τον δη­μο­τι­κι­σμό του. Ανά­με­σα σε αυ­τά και τα διη­γή­μα­τα του Πέ­τρου Πι­κρού, ε­κεί­να του πρώ­του βι­βλίου του, τα «Χα­μέ­να κορ­μιά», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Χρι­στού­γεν­να του 1922. Οι α­να­μνή­σεις α­πό τα σχο­λι­κά του χρό­νια τε­λειώ­νουν με τη διά­λε­ξη, που έ­δω­σε ο Ψυ­χά­ρης στο Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο Χα­νίων. Στον Ψυ­χά­ρη ε­πα­νέρ­χε­ται συ­χνά, ό­πως μαρ­τυ­ρούν και οι πα­ρα­πο­μπές στο ευ­ρε­τή­ριο, που υ­πε­ρέ­χουν ό­λων των άλ­λων α­να­φε­ρό­με­νων προ­σώ­πων, με δεύ­τε­ρο τον Πα­λα­μά. Τον Ψυ­χά­ρη τον θαύ­μα­ζε, ό­πως γρά­φει, χω­ρίς, ό­μως, και να υιο­θε­τεί ό­λες τις θέ­σεις του. Τον Πα­λα­μά τον α­ντί­κρι­σε πρώ­τη φο­ρά, ό­ταν ή­ταν φοι­τη­τής, στην κη­δεία του κα­θη­γη­τή της Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής Γεώρ­γιου Δέρ­βου. “Τον πα­ρα­κο­λού­θη­σε κα­θώς έ­βγαι­νε α­πό την εκ­κλη­σία του Αγίου Γεωρ­γίου Κα­ρύ­τση έως να φτά­σει στο σπί­τι του στην ο­δό Ασκλη­πιού με το ρυθ­μό του δι­κού του βα­δί­σμα­τος”. Αυ­τή η πε­ρι­γρα­φή της εκ του μα­κρό­θεν προ­σή­λω­σης θα ταί­ρια­ζε και σε μια δι­κή μας α­νά­μνη­ση α­πό έ­ναν άλ­λο με­γά­λο ποιη­τή, Θεσ­σα­λο­νι­κιό κρη­τι­κής κα­τα­γω­γής, κα­μιά ε­βδο­μη­ντα­ριά χρό­νια νεό­τε­ρο. Όσο κι αν α­πέ­χουν οι άν­θρω­ποι, τε­λι­κά, οι συ­μπε­ρι­φο­ρές τους ε­λά­χι­στα δια­φο­ρο­ποιού­νται.
Η πε­ντα­ε­τία των πα­νε­πι­στη­μια­κών του σπου­δών, 1924-1929, στην ο­ποία πα­ρεμ­βλή­θη­κε, λό­γω οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας, η στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία, εί­ναι α­νά­με­σα στα πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα κε­φά­λαια. Κι αυ­τό, για­τί σκια­γρα­φεί το ι­δε­ο­λο­γι­κό το­πίο στον πα­νε­πι­στη­μια­κό χώ­ρο, ε­πε­κτεί­νο­ντας την ε­πο­πτι­κή ει­κό­να, που δί­νει, για τον 19ο αιώ­να, ο Κώ­στας Λάπ­πας στη με­λέ­τη του, «Πα­νε­πι­στή­μιο και φοι­τη­τές στην Ελλά­δα κα­τά τον 19ο αιώ­να». Στην εν λό­γω πε­ντα­ε­τία γι­νό­ταν μια προ­σπά­θεια α­να­νέω­σης των κα­θη­γη­τών και νεό­τε­ροι ε­πι­στή­μο­νες με φι­λο­δη­μο­τι­κι­στι­κές ι­δέες κα­τα­λάμ­βα­ναν έ­δρες. Ο Κρια­ράς τα­ξι­νο­μεί τους κα­θη­γη­τές ως προς τις γλωσ­σι­κές τους α­ντι­λή­ψεις, κα­λύ­πτο­ντας ο­λό­κλη­ρο το φά­σμα. Υπήρ­χαν οι ρι­ζο­σπα­στι­κοί, που α­σπά­ζο­νταν τις γλωσ­σι­κές αρ­χές του δη­μο­τι­κι­σμού. Οι με­τριο­πα­θείς, δια­φο­ρε­τι­κών, ό­μως, δια­βαθ­μί­σεων. Δη­λα­δή, ό­σοι κα­τά βά­θος ή­ταν δη­μο­τι­κι­στές χω­ρίς να το δια­κη­ρύσ­σουν και οι άλ­λοι, που εμ­φα­νί­ζο­νταν α­νε­κτι­κοί, αλ­λά πα­ρέ­με­ναν κα­θα­ρευου­σιά­νοι. Ακό­μη, οι σιω­πη­λοί και α­πέ­χο­ντες, που, έ­με­ναν, ό­μως, πι­στοί στο γε­νι­κό γλωσ­σα­μυ­ντο­ρι­κό πνεύ­μα της Σχο­λής. Και τέ­λος, οι α­διάλ­λα­κτοι, που μά­χο­νταν κα­τά του δη­μο­τι­κι­στι­κού κι­νή­μα­τος. Συ­γκρα­τού­με το πρώ­το ό­νο­μα που μνη­μο­νεύει, τον κα­θη­γη­τή της αρ­χαίας ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας Πα­να­γή Λο­ρε­ντζά­το, τον ο­ποίο και χα­ρα­κτη­ρί­ζει θαρ­ρα­λέο υ­πε­ρα­σπι­στή της δη­μο­τι­κής γλώσ­σας.
Ο Κρια­ράς πα­ρου­σιά­ζει γε­νι­κό­τε­ρα το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα σε ε­κεί­να τα χρό­νια. Τό­τε που ο ί­διος έ­κα­νε κά­ποιες προ­σπά­θειες στην ποίη­ση και γνώ­ρι­ζε τους πρώ­τους λο­γο­τέ­χνες. Με­τα­ξύ άλ­λων, την ε­πο­χή που υ­πη­ρε­τού­σε στο Ναυ­τι­κό συν­δέ­θη­κε φι­λι­κά με τον Δ.Ι. Αντω­νίου και ως φοι­τη­τής, στο υ­πό­γειο Μπά­γκειο, συ­νά­ντη­σε τον Να­πο­λέ­ο­ντα Λα­πα­θιώ­τη. Φί­λος α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή ή­ταν ο Κ.Θ.Δη­μα­ράς. Μας θυ­μί­ζει τις πα­νε­πι­στη­μια­κές του α­τυ­χίες, που έρ­χο­νται σε α­ντί­θε­ση με την ε­πι­κρα­τού­σα σή­με­ρα ει­κό­να ε­νός κα­τ’ ε­ξο­χήν α­κα­δη­μαϊκού δα­σκά­λου. Ξε­κί­νη­σε α­πό την ια­τρι­κή, στρά­φη­κε στη φι­λο­λο­γία, ό­που πή­ρε το πτυ­χίο και έ­κα­νε το δι­δα­κτο­ρι­κό του με πολ­λών χρό­νων κα­θυ­στέ­ρη­ση, δεν κα­τέ­λα­βε κα­μία έ­δρα σε κα­νέ­να πα­νε­πι­στή­μιο, μό­νο δί­δα­ξε στο Νε­ο­ελ­λη­νι­κό Ινστι­τού­το της Σορ­βό­νης. Τέ­λος, ό­ταν στα ο­γδό­ντα του έ­θε­σε υ­πο­ψη­φιό­τη­τα στην Ακα­δη­μία για την κε­νή έ­δρα στην Τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών, οι τριά­ντα πέ­ντε Ακα­δη­μαϊκοί, στις 15 Μαρ­τίου 1984, του έ­δω­σαν μό­λις εν­νέα ψή­φους και μια α­κό­μη, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση.
Το 1930, τε­λειώ­νο­ντας τις σπου­δές του ο Κρια­ράς, διο­ρί­στη­κε στο ελ­λη­νι­κό γυ­μνά­σιο στο Γα­λά­ζι της Ρου­μα­νίας. Το τα­ξί­δι, ό­μως, το μα­ταίω­σε η α­πό­φα­ση της Ακα­δη­μίας Αθη­νών να ι­δρύ­σει Με­σαιω­νι­κό Αρχείο, με α­πώ­τε­ρο σκο­πό τη συ­γκρό­τη­ση Λε­ξι­κού της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας α­πό την ί­δρυ­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης έως το 1880. Ένα με­γα­λό­πνοο σχέ­διο, που ξε­κι­νού­σε, ως εί­θι­σται στα κα­θ’ η­μάς, χω­ρίς σχε­δια­σμό. Πά­ντως, προ­κη­ρύ­χτη­κε δια­γω­νι­σμός για τρεις θέ­σεις, προ­βλέ­πο­ντας και ε­ξά­μη­νη μα­θη­τεία στο Μό­να­χο. Οπό­τε, ο Κρια­ράς, ως έ­νας α­πό τους τρεις υ­πό­τρο­φους, πή­ρε το βά­πτι­σμα στη λε­ξι­κο­γρά­φη­ση, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας ε­πί τό­που τη σύ­ντα­ξη του «Λε­ξι­κού των βαυα­ρι­κών και αυ­στρια­κών δια­λέ­κτων». Επι­στρέ­φο­ντας στα η­μιυ­πό­γεια της Ακα­δη­μίας, άρ­χι­σε α­πό την κρη­τι­κή λο­γο­τε­χνία των χρό­νων της ε­νε­το­κρα­τίας.
Στον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο του, διά­βα­ζε Ίω­να Δρα­γού­μη στα τρα­πε­ζά­κια της «Αί­γλης» του Ζαπ­πείου. Εκεί σύ­χνα­ζαν α­ρι­στε­ροί δια­νοού­με­νοι, ό­πως ο Αση­μά­κης Παν­σέ­λη­νος. Και πα­λαιό­τε­ρα, στα Χα­νιά, έ­κα­νε πα­ρέα με νέ­ους ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου ι­δε­ο­λο­γι­κού φά­σμα­τος. Κά­πως έ­τσι, α­πέ­κτη­σε κι αυ­τός το συ­νο­δευ­τι­κό του “φά­κε­λο”. Όταν, το 1935, ζή­τη­σε μια δεύ­τε­ρη υ­πο­τρο­φία για σπου­δές στο ε­ξω­τε­ρι­κό, πα­ρά τις ά­ρι­στες συ­στά­σεις, που εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει, η αί­τη­σή του α­πορ­ρί­φθη­κε. Η τό­τε πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση ευ­νοού­σε τους συ­κο­φά­ντες, που τον κα­τη­γό­ρη­σαν πως ή­ταν μέ­λος “της υ­πό τον Γλη­νόν κο­μου­νι­στι­κής Φοι­τη­τι­κής Συ­ντρο­φιάς”. Το 1938, που τε­λι­κά πή­ρε την υ­πο­τρο­φία, χρειά­στη­κε να συ­να­ντη­θεί αυ­το­προ­σώ­πως με τον δια­βό­η­το υ­φυ­πουρ­γό α­σφα­λείας Κων­στα­ντί­νο Μα­νια­δά­κη, τον ο­ποίο και α­να­γκά­στη­κε να ξα­να­ε­πι­σκε­φτεί, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, για το διο­ρι­σμό του ως διευ­θυ­ντής του Με­σαιω­νι­κού Αρχείου. Το 1940, ό­μως, με την κή­ρυ­ξη του πο­λέ­μου, δεν κα­τόρ­θω­σε να α­πο­τρέ­ψει τη με­τα­φο­ρά του σε στρα­τό­πε­δο κο­μου­νι­στών στρα­τιω­τών στην Τρί­πο­λη Αρκα­δίας. Ενώ, ως ι­τα­λο­μα­θής, προο­ρι­ζό­ταν για το Μέ­τω­πο, πα­ρέα με τον Γιάν­νη Μπε­ρά­τη και τον Κα­ψω­μέ­νο. Κα­τά τα άλ­λα, έ­κα­νε και ο Κρια­ράς το τα­ξί­δι με το «Μα­τα­ρό­α», το φθι­νό­πω­ρο του 1945, μα­ζί με τους α­ρι­στε­ρών φρο­νη­μά­των υ­πό­τρο­φους του γαλ­λι­κού κρά­τους. Αυ­τός, α­πό σπό­ντα, χά­ρις σε έ­να υ­πό­λοι­πο υ­πο­τρο­φίας α­πό το 1939.
Τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, με τίτ­λο, «Με­λε­τή­μα­τα πε­ρί τας πη­γάς του Ερω­το­κρί­του», την υ­πέ­βα­λε το 1938 στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή Αθη­νών και α­ρί­στευ­σε. Ωστό­σο, άρ­γη­σε να κα­τα­λά­βει πα­νε­πι­στη­μια­κή έ­δρα. Υπέ­βα­λε, εις μά­την, υ­πο­ψη­φιό­τη­τα το 1939 για ε­πί­κου­ρος στην έ­δρα νεό­τε­ρης και με­σαιω­νι­κής ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στην Αθή­να, το 1944, για την έ­δρα νέ­ας ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και πά­λι, για την ί­δια έ­δρα, το 1948. Τε­λι­κά, την έ­δρα κα­τέ­λα­βε ο Λί­νος Πο­λί­της. Η πε­ρί­πτω­ση θυ­μί­ζει ό­σα γρά­φα­με πρό­σφα­τα, με α­φορ­μή τις λο­γο­τε­χνι­κές βρα­βεύ­σεις, το­νί­ζο­ντας πως α­πέ­χει ο γιος του Σο­λω­μού α­πό το γιο του Λά­μπρου, υ­πη­ρέ­τη του Σο­λω­μού. Ο τό­τε κα­θη­γη­τής της Σχο­λής Μι­χαήλ Λά­σκα­ρις έ­γρα­φε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στον Κρια­ρά: «Τον υιόν του Πο­λί­του ποιος θα τον κα­τα­ψη­φί­σει;»
Κα­τό­πιν πιέ­σεων, ο Κρια­ράς υ­πέ­βα­λε υ­πο­ψη­φιό­τη­τα για την έ­δρα της βυ­ζα­ντι­νής φι­λο­λο­γίας στο Αρι­στο­τέ­λειο, ό­που και ε­κλέ­χτη­κε. Και πά­λι, ό­μως, λό­γω “φα­κέ­λου”, μια και αυ­τά συμ­βαί­νουν το σω­τή­ριον έ­τος 1950, άρ­γη­σε να δη­μο­σιευ­τεί ο διο­ρι­σμός του. Εν τέ­λει, α­πο­λύ­θη­κε α­πό το α­πρι­λια­νό κα­θε­στώς στις 15.1.1968. Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, σε έ­να με­γά­λο μέ­ρος της αυ­το­βιο­γρα­φίας, πρω­τα­γω­νι­στεί το Λε­ξι­κό με­σαιω­νι­κής δη­μώ­δους γραμ­μα­τείας, το έρ­γο ζωής του Κρια­ρά. Ενώ, στο βίο του, ή­δη α­πό τα φοι­τη­τι­κά του χρό­νια, στέ­κε­ται δί­πλα του η κα­θη­γή­τρια ψυ­χο­τε­χνι­κής και παι­δα­γω­γι­κής Αι­κα­τε­ρί­νη Στρι­φτού. Γεν­νη­μέ­νοι και οι δυο το 1906, πα­ντρεύ­τη­καν στις 8 Μαρ­τίου 1936 και έ­μει­ναν μα­ζί μέ­χρι το θά­να­τό της, την 1η Μαΐου 2000. Κα­θό­λου τυ­χαία, τα ε­πό­με­να ο­κτώ χρό­νια, που κα­λύ­πτει η αυ­το­βιο­γρα­φία, τα α­πο­κα­λεί “χρό­νια ε­πι­βίω­σης”. Συ­νο­ψί­ζο­ντας την συ­νο­λι­κή ε­ντύ­πω­ση α­πό το βι­βλίο, δυο τι­νά θα πρέ­πει να συμ­βαί­νου­ν: Εί­τε ο Κρια­ράς εί­ναι τέ­ρας μνή­μης εί­τε το συ­γκε­κρι­μέ­νο “α­γώ­νι­σμα” της βιο­γρα­φι­κής διή­γη­σης το έ­κα­νε συ­στη­μα­τι­κά και με ι­διαί­τε­ρη ε­πι­μέ­λεια. Ού­τως ή άλ­λως, και τα δυο συ­νι­στούν βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ο­λό­κλη­ρου του έρ­γου του.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

«Δέλτος» - Τεύχος 34-36 Δεκέμβριος 2007-2008

Μια συ­νέ­χεια στα ό­νει­ρα δί­νει ο Η.Χ.Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος, περ­νώ­ντας στο χώ­ρο της ποίη­σης. Μνη­μο­νεύει τον ποιη­τή Τά­κη Σι­νό­που­λο, που “κα­θό­ταν στο γρα­φείο του μέ­χρι πο­λύ αρ­γά... Κι ε­κεί ει­σχω­ρού­σαν, αρ­γά και ε­πί­μο­να, οι φω­νές των ε­νυ­πνίων –κι ε­κεί δε­χό­ταν, ε­πί έ­τη και έ­τη, τους προ­σω­πι­κούς του ή­σκιους... Εκεί θα συ­ναχ­θού­νε σι­γά σι­γά ό­λοι οι του Κά­τω Κό­σμου, κι ε­κεί ο Σι­νό­που­λος... θα γρά­ψει το α­ρι­στούρ­γη­μά του”, τον «Νε­κρό­δει­πνο».
Κα­τά τα άλ­λα, στο τεύ­χος δη­μο­σιεύο­νται τα “πρα­κτι­κά της πρώ­της Αμφι­κτυο­νίας Εται­ρειών και Συλ­λό­γων Ιστο­ρίας Ια­τρι­κής και Ηθι­κής Δε­ο­ντο­λο­γίας”, α­πό τη συ­νά­ντη­ση στο Ιππο­κρά­τειο Ίδρυ­μα, στην Κω, 26-29 Μαΐου 2007. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η πρώ­τη ει­σή­γη­ση, με θέ­μα την α­πά­θεια ως μορ­φή ψυ­χο­θε­ρα­πείας κα­τά τους βυ­ζα­ντι­νούς χρό­νους. Συγ­γρα­φείς, ό­πως ο Γεώρ­γιος Πα­χυ­μέ­ρης του 13ου αιώ­να ή ο Ιω­σήφ Κα­λό­θε­τος, έ­ναν αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, υ­πο­στη­ρί­ζουν πως οι ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τές ή­ταν τό­τε αρ­κε­τά δια­δε­δο­μέ­νοι. Σε πα­ραλ­λη­λία με τους με­τέ­πει­τα φροϋδι­κούς, το α­συ­νεί­δη­το το α­πο­κα­λού­σαν θυ­μι­κό, το προ­συ­νει­δη­τό ε­πι­θυ­μη­τι­κό και το συ­νει­δη­τό λο­γι­κό. Πί­στευαν πως τα πά­θη προέρ­χο­νται α­πό την ε­πε­ξερ­γα­σία των λο­γι­σμών. “Η πα­θο­λο­γι­κή σκέ­ψη χρη­σι­μο­ποιεί ό,τι φέρ­νουν οι αι­σθή­σεις στο νου ή ε­πι­στρα­τεύουν την φα­ντα­σία και την μνή­μη και προ­σβάλ­λουν τον άν­θρω­πο στο σύ­νο­λό του.” Δη­λα­δή, ο λο­γι­σμός φέρ­νει την α­μαρ­τία και το πά­θος. Οι Πα­τέ­ρες, που, ό­πως φαί­νε­ται, ή­ταν οι ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τές της ε­πο­χής, θεω­ρού­σαν πως η θε­ρα­πεία γί­νε­ται μό­νο μέ­σω του λό­γου. Κα­τ’ αυ­τούς, η υ­γεία της ψυ­χής εί­ναι συ­νώ­νυ­μη με την α­πά­θεια. “Μέ­σω της α­πά­θειας ο άν­θρω­πος ξε­περ­νά­ει την η­δο­νή που συν­δέε­ται με τα πά­θη και την με­τα­τρέ­πει σε α­νώ­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή. Μέ­σω της α­πά­θειας το ε­γώ και το υ­πε­ρε­γώ κυ­ριαρ­χούν έ­να­ντι του α­συ­νει­δή­του.” Μια άλ­λη ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κή μέ­θο­δος ή­ταν και ο η­συ­χα­σμός, γνω­στή και πριν το χρι­στια­νι­σμό. Ασκη­τι­κή τε­χνι­κή, κα­τά την ο­ποία ο νους γυ­ρί­ζει προς τον ε­αυ­τό του και δεν σκορ­πί­ζε­ται μέ­σω των αι­σθή­σεων προς τα έ­ξω.
Επί­σης, στο τεύ­χος, δη­μο­σιεύο­νται: Μια “συ­ζή­τη­ση στρογ­γυ­λής τρά­πε­ζας” για την σπογ­γα­λιεία στο Αι­γαίο Πέ­λα­γος, κα­τά τον 19ο και τις αρ­χές του 20ου αιώ­να. Το θε­α­τρι­κό έρ­γο του Τά­κη Λάπ­πα «Ο Κο­μπο­γιαν­νί­της», συ­νο­δευό­με­νο α­πό τις πι­θα­νές ε­τυ­μο­λο­γή­σεις της λέ­ξης κο­μπο­γιαν­νί­της. Και α­κό­μη, έ­νας ε­ξορ­κι­σμός του 18ου αιώ­να, που, τό­τε, α­πο­τε­λού­σε “ια­τρο­σό­φιον ω­φέ­λι­μο­ν”. Το τεύ­χος α­νοί­γει με κεί­με­νο στη μνή­μη του κρη­τι­κού για­τρού Μα­νώ­λη Δε­το­ρά­κη. Ενώ, α­να­δη­μο­σιεύε­ται και μέ­ρος πο­νή­μα­τος του 1882, το ο­ποίο ε­κεί­νος εί­χε ε­πα­νεκ­δώ­σει, με τίτ­λο, «Ει­κών υ­γιει­νής πα­σών των η­λι­κιών του αν­θρώ­που». Ο συγ­γρα­φέ­ας του εί­ναι κρη­τι­κός για­τρός, ο­νό­μα­τι Μ. Π. Πε­ρί­δης. Αντι­γρά­φου­με τα πε­ρί κα­πνί­σμα­τος:
«Πά­ντες οι κα­πνί­ζο­ντες κα­τά το μάλ­λον και ήτ­τον δυ­σπε­πτού­σιν, α­νο­ρε­κτού­σι, δυ­σπνοού­σι, πά­σχου­σι κε­φα­λαλ­γίας συ­χνάς και ζά­λας, α­δυ­να­μίαν και τρό­μον των ά­κρων, ε­πιρ­ρέ­πειαν πρός λει­πο­θυ­μίας, ε­νίο­τε κλό­νους των σκε­λών ή και ό­λου του σώ­μα­τος, αι­μω­δίας πολ­λα­χού, συ­χνό­τα­τα καρ­διό­κτυ­πον πο­λύν και αιφ­νί­διον και κα­τά πα­ρο­ξυ­σμούς, βά­ρος προ­κάρ­διον, πό­νους κα­τά την ρά­χιν, κα­τάρ­ρουν του λά­ρυγ­γος, κα­τάρ­ρους των πνευ­μό­νων χρο­νίους, α­δυ­να­μίαν της ο­ρά­σεως και της μνή­μης. Πά­ντες δε ού­τοι εί­ναι α­να­φρο­δι­τό­τε­ροι των μή κα­πνι­ζό­ντων. Αφού δε η με­τρία χρή­σις του κα­πνού βλά­πτει το­σού­τον, πό­σον η κα­τά­χρη­σις εί­ναι ο­λε­θρία; Ωφε­λεί δε κα­τά τι (αν δύ­να­ται τις να εί­πη ό­τι δη­λη­τή­ριον δρα­στή­ριον και θα­να­τη­φό­ρον ω­φε­λεί) μό­νον τούς πα­χυ­σάρ­κους...».

Μ.Θ.

Σχόλια περί ονείρων

«Βι­βλιο­αμ­φιά­στης»
Τό­μος 3
Έκδο­ση της Ελλη­νι­κής
Εται­ρείας Βι­βλιο­δε­σίας
Αθή­να 2008

Για άλ­λη μιά φο­ρά, ο λό­γος έρ­χε­ται στα ό­νει­ρα και τα ο­νεί­ρα­τα ε­νυ­πνια­ζο­μέ­νων αλ­λά και γρη­γο­ρού­ντων. Πρό­σφα­τα, εί­χα­με α­να­φερ­θεί στο «Ενύ­πνιον» του Λου­κια­νού και σε έ­να άλ­λο ό­νει­ρο, το ο­ποίο γρά­φτη­κε με την ί­δια α­φη­γη­μα­τι­κή στρα­τη­γι­κή, το «Όνει­ρον», που προ­τάσ­σε­ται στα «Λυ­ρι­κά» του Αθα­να­σίου Χρι­στό­που­λου και το ο­ποίο, το πι­θα­νό­τε­ρο, το έ­γρα­ψε ο λό­γιος και α­γω­νι­στής του 1821, Στέ­φα­νος Κα­νέλ­λος. Σή­με­ρα, ε­πα­νερ­χό­μα­στε στα ε­νύ­πνια των βι­βλίων, με α­φορ­μή το κεί­με­νο του Γιώρ­γου Θ. Κα­λό­φω­νου, «Το ό­νει­ρο στο βι­βλίο και το βι­βλίο στο ό­νει­ρο». Τε­ρά­στιο ό­σο και εν­δια­φέ­ρον το θέ­μα, ού­τε καν α­κρο­θι­γώς δεν θα μπο­ρού­σε να κα­λυ­φθεί σε έ­να κεί­με­νο λί­γων σε­λί­δων. Βυ­ζα­ντι­νο­λό­γος, ό­μως, ο με­λε­τη­τής, έ­χει κα­τά νου, ει­δι­κό­τε­ρα, το ό­νει­ρο στο Βυ­ζά­ντιο, για το ο­ποίο ό­λα ό­σα γνω­ρί­ζου­με, τα γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό βι­βλία, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ει­σα­γω­γι­κά. Γε­νι­κή η α­πό­φαν­σή του, ι­σχύει και για το ό­νει­ρο στην ελ­λη­νι­κή αρ­χαιό­τη­τα ή και στους ρω­μαϊκούς χρό­νους. Αφού δεν εί­ναι μό­νο η βυ­ζα­ντι­νή γραμ­μα­τεία διά­σπαρ­τη α­πό κα­τα­γρα­φές ο­νεί­ρων, αλ­λά και τα ο­μη­ρι­κά έ­πη και οι αρ­χαίοι τρα­γι­κοί μέ­χρι τα ελ­λη­νι­στι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Εκεί­νο, που φαί­νε­ται να αλ­λά­ζει, α­πό πε­ρίο­δο σε πε­ρίο­δο, εί­ναι η προ­φη­τι­κή α­ξία που α­πο­δι­δό­ταν στα ό­νει­ρα. Την ε­πο­χή του βυ­ζα­ντι­νού χρο­νο­γρά­φου Ιωάν­νη Μα­λά­λα, στον ο­ποίο α­να­φέ­ρε­ται, για δεύ­τε­ρη φο­ρά, ο Κα­λό­φω­νος, δη­λα­δή κα­τά τον 6ο μ.Χ. αιώ­να, στην πε­ριο­χή της Αντιό­χειας, ό­που και έ­γρα­ψε τα δε­κα­ο­κτώ βι­βλία της Χρο­νο­γρα­φίας του, το ό­νει­ρο εί­χε με­γά­λο συμ­βο­λι­κό βά­ρος. Όπως, ό­μως, δεί­χνει ο με­λε­τη­τής, με δυο άλ­λα πα­ρα­δείγ­μα­τα α­πό τα κα­το­πι­νά χρό­νια, η α­ξία του ο­νεί­ρου ε­ξαρ­τά­ται και α­πό τον ε­νυ­πνια­ζό­με­νο. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Μι­χαήλ Εφέ­σιος, άν­θρω­πος πρα­κτι­κός, ό­πως δη­λώ­νει και η ε­να­σχό­λη­σή του με τον Αρι­στο­τέ­λη, του ο­ποίου υ­πήρ­ξε έ­νας α­πό τους πα­ρα­γω­γι­κό­τε­ρους σχο­λια­στές, δεν θα έ­δι­νε πο­τέ ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία σε έ­να ό­νει­ρο. Γι΄αυ­τό και στο βι­βλίο του, «Πε­ρί ο­νεί­ρων του Αρι­στο­τέ­λη», ε­ξη­γεί πως τα ό­νει­ρα ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό τις ε­πι­θυ­μίες μας. Ενώ, ο Νεό­φυ­τος ο Έγκλει­στος, πα­ρό­λο που έ­ζη­σε δυο αιώ­νες με­τά τον Εφέ­σιο, στον 12ο αιώ­να, ύ­στε­ρα α­πό έ­να ό­νει­ρο, το ο­ποίο ερ­μή­νευ­σε ως θεό­πνευ­στο, άρ­χι­σε α­μέ­σως να συγ­γρά­φει το έρ­γο του, «Ερμη­νεία της Εξα­η­μέ­ρου». Αυ­τός, ό­μως, ή­ταν έ­νας α­σκη­τής, ε­νώ ο Εφέ­σιος υ­πήρ­ξε λό­γιος και ε­πι­στή­μο­νας.
Το 1991 εί­χε διορ­γα­νω­θεί έ­νας κύ­κλος δια­λέ­ξεων για τις “ό­ψεις” των ο­νεί­ρων, που συ­γκε­ντρώ­θη­καν και σε βι­βλίο. Τώ­ρα, στον τρί­το τό­μο της πε­ριο­δι­κής έκ­δο­σης για την ελ­λη­νι­κή βι­βλιο­δε­σία, τον «Βι­βλιο­αμ­φιά­στη», στον ο­ποίο δη­μο­σιεύο­νται τα πρα­κτι­κά διε­θνούς συ­νε­δρίου, που έ­γι­νε στην Αθή­να, στις 13-16 Οκτω­βρίου 2005, με θέ­μα, «Το βι­βλίο στο Βυ­ζά­ντιο. Βυ­ζα­ντι­νή και με­τα­βυ­ζα­ντι­νή βι­βλιο­δε­σία», βρέ­θη­κε χώ­ρος και για το ό­νει­ρο, αν και σα­φώς ε­κτός θέ­μα­τος, κα­θώς οι συ­νο­λι­κά εί­κο­σι έ­ξι ο­μι­λίες ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στη βι­βλιο­δε­σία ή, με την ο­ρο­λο­γία πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών, στις στα­χώ­σεις.
Βε­βαίως, κά­ποιος ρο­μα­ντι­κός θα μπο­ρού­σε να ι­σχυ­ρι­στεί πως μό­νο χά­ρις σε θεό­πνευ­στα ό­νει­ρα εύ­ρι­σκαν οι βι­βλιο­δέ­τες ή και στα­χω­τές, οι ο­ποίοι ε­νίο­τε α­πο­κα­λού­νταν ε­πί το ε­πι­ση­μό­τε­ρον και βι­βλιο­αμ­φιά­στες, την υ­πο­μο­νή που α­παι­τού­σε η δου­λειά τους. “Εκτός α­πό την κλω­στή για να ρά­ψει, την κόλ­λα για να κολ­λή­σει, το δέρ­μα για να ε­πεν­δύ­σει” και τα πα­λαιά χει­ρό­γρα­φα, α­να­κυ­κλω­μέ­να και συ­μπιε­σμέ­να, για χαρ­τό­νι, στη θέ­ση του ση­με­ρι­νού πολ­τού, ο στα­χω­τής χρεια­ζό­ταν και ό­νει­ρο. Οπό­τε οι στα­χώ­σεις δεν εί­ναι μό­νο “α­πο­θέ­τες ι­στο­ρι­κού υ­λι­κού”, ό­πως δεί­χνει στο ε­ξαι­ρε­τι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος κεί­με­νό του ο Δη­μή­τρης Απο­στο­λό­που­λος, αλ­λά και α­πο­θέ­τες ο­ρα­μά­των. Μό­νο που αυ­τά τα τε­λευ­ταία δεν τα α­να­κα­λύ­πτεις ξυ­λώ­νο­ντας τη στά­χω­ση σπά­νιων α­ντι­τύ­πων, ό­πως κά­νει ο φι­λο­πε­ρίερ­γος με­λε­τη­τής, αλ­λά σπου­δά­ζο­ντας τις βιο­γρα­φίες των αν­θρώ­πων. Ποιών αν­θρώ­πων, ό­μως, ό­ταν οι στα­χω­τές ε­κεί­νων των χρό­νων έ­με­ναν λί­γο πο­λύ α­νώ­νυ­μοι, ό­πως οι α­ντι­γρα­φείς ή και οι με­τα­φρα­στές.
Και για να ε­πα­νέλ­θου­με στο θέ­μα του Κα­λό­φω­νου, το ό­νει­ρο στο βι­βλίο, αυ­τό ως θέ­μα, ό­σα άρ­θρα κι αν γρα­φούν, ό­σα βι­βλία κι αν εκ­δο­θούν, πα­ρα­μέ­νει α­νε­ξάν­τλη­το, πα­ρό­λο που η ε­πο­χή μας προ­σπα­θεί να το πε­ριο­ρί­σει στα φροϋδι­κά πλαί­σια. Ο συγ­γρα­φέ­ας θυ­μί­ζει τον με­γά­λο ε­ξη­γη­τή των ο­νεί­ρων του 2ου μ.Χ. αιώ­να, τον Αρτε­μί­δω­ρο τον Δαλ­δια­νό. Σύμ­φω­να με τα «Ονει­ρο­κρι­τι­κά» του, το βι­βλίο στον ύ­πνο σου ση­μαί­νει τη ζωή σου, ί­σως, ό­μως, να πρό­κει­ται και για υ­πεν­θύ­μι­ση πα­λαιών πραγ­μά­των. Αν, ε­πι­προ­σθέ­τως, δεις πως τρως βι­βλίο, ση­μαί­νει γρή­γο­ρο θά­να­το. Εκτός κι αν α­νή­κεις στην ε­κλε­κτή κά­στα ό­σων κερ­δί­ζουν το ψω­μί τους α­πό τον έ­ντε­χνο λό­γο και το βι­βλίο, ο­πό­τε ση­μαί­νει πως κά­τι κα­λό θα σου συμ­βεί. Η βι­βλιο­φα­γία στο ό­νει­ρο ο­δη­γεί στα α­πο­κα­λυ­πτι­κά και λοι­πά χρι­στια­νι­κά κεί­με­να, κα­θώς και στις Από­κρυ­φες Πρά­ξεις των Απο­στό­λων. Στον τό­μο του «Βι­βλιο­αμ­φιά­στη», υ­πάρ­χει ει­δι­κό κεί­με­νο για την ει­κο­νο­γρα­φία της βι­βλιο­φα­γίας α­πό την Μά­γδα Παρ­χα­ρί­δου-Ανα­γνώ­στου.
Ένα ει­δι­κό­τε­ρο θέ­μα εί­ναι το ό­νει­ρο στο μυ­θι­στό­ρη­μα, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τα υ­πο­βλη­τι­κά σε πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα ό­νει­ρα του Χα­ρί­τω­να, του Ηλιό­δω­ρου ή και του Αχιλ­λέα Τά­τιου και φθά­νο­ντας μέ­χρι τον Πα­πα­δια­μά­ντη, τον Ν.Γ.Πε­ντζί­κη ή α­κό­μη, και μέ­χρι τους ση­με­ρι­νούς συγ­γρα­φείς. Λ.χ., στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Τά­τιου «Τα κα­τά Λευ­κίπ­πην και Κλει­το­φώ­ντα», ο Κλει­το­φών βλέ­πει έ­να ό­νει­ρο, ό­που εί­ναι ε­νω­μέ­νος μέ­χρις ομ­φα­λού με το σώ­μα μιας κό­ρης, ε­νώ ο α­φη­γη­τής του Πε­ντζί­κη, στο «Μυ­θι­στό­ρη­μα της κυ­ρίας Έρσης», εί­ναι μέ­χρις ομ­φα­λού με­τα­μορ­φω­μέ­νος σε φι­δό­χορ­το. Τα ποι­κί­λα προ­μη­νύ­μα­τα, που ε­πι­στρά­τευαν τα ελ­λη­νι­στι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα για να προω­θή­σουν την υ­πό­θε­ση, ό­πως χρη­σμοί, οιω­νοί, ό­νει­ρα, ό­λα πέ­ρα­σαν σε α­χρη­στία, ε­κτός α­πό τα ό­νει­ρα, που δια­σώ­θη­καν μέ­χρι σή­με­ρα, α­νε­ξάρ­τη­τα αν ο Αρτε­μί­δω­ρος ως ερ­μη­νευ­τής έ­σβη­σε, για να κυ­ριαρ­χή­σει η ψυ­χα­να­λυ­τι­κή ερ­μη­νεία. Η βα­σι­κή, ό­μως, δια­φο­ρά βρί­σκε­ται στους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους, με τους ο­ποίους α­πο­δί­δε­ται έ­να ό­νει­ρο. Όσο περ­νά­ει ο και­ρός, οι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι πα­ρα­θέ­τουν τα ό­νει­ρα ό­πως και τα πραγ­μα­τι­κά συμ­βά­ντα· στρογ­γυ­λε­μέ­να και ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­να. Υπο­λεί­πο­νται πολ­λά α­κό­μη, για μια άλ­λη ί­σως φο­ρά.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Ευμένης ο εξ Αγράφων

Ελένη Λαδιά
«Ταραντούλα»
Εκδόσεις Εστίας
Οκτώβριος 2008

Το 1973, ο Ζακ Λα­κα­ριέρ ε­ξέ­δω­σε το βι­βλίο του για τους «Γνω­στι­κούς». Την ί­δια χρο­νιά, η Ελέ­νη Λα­διά εμ­φα­νί­στη­κε στην πε­ζο­γρα­φία με μια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Ο Λα­κα­ριέρ έ­γρα­φε εκ πε­ρι­τρο­πής με­λέ­τες και βι­βλία μυ­θο­πλα­σίας. Στο βαθ­μό, βε­βαίως, που έρ­γα, ό­πως το πρώ­το του βι­βλίο, «Οι έν­θε­οι», ή και «Οι Γνω­στι­κοί», μπο­ρούν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν δο­κι­μια­κά. Και ο ή­ρωας του και­νούρ­γιου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Λα­διά εί­ναι έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, που γρά­φει πό­τε με­λε­τή­μα­τα και πό­τε λο­γο­τε­χνία. Σαν συγ­γρα­φι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο, ό­μως, δεν μοιά­ζει με τον Λα­κα­ριέρ. Εμφα­νί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο δια­νο­η­τι­κός πα­ρά διο­νυ­σια­κός. Το μυ­θι­στό­ρη­μα της Λα­διά το­πο­θε­τεί­ται στο πα­ρόν και ο ή­ρωάς της, ό­ταν α­πο­φα­σί­ζει να γρά­ψει έ­να βι­βλίο για τους Γνω­στι­κούς, εί­ναι ή­δη φτα­σμέ­νος συγ­γρα­φέ­ας “μέ­σης η­λι­κίας”. Νέ­ος, στα χρό­νια των σπου­δών του, εί­χε ε­πι­σκε­φτεί την Αί­γυ­πτο. Όταν, μά­λι­στα, βρέ­θη­κε, για πρώ­τη φο­ρά, στην Αλε­ξάν­δρεια, εί­χε το πα­ρά­ξε­νο συ­ναί­σθη­μα, πως, σε μια προ­η­γού­με­νη ζωή του, κά­που γύ­ρω στον πρώ­το ή και δεύ­τε­ρο με­τα­χρι­στια­νι­κό αιώ­να, την ε­πο­χή, δη­λα­δή, που η θε­ο­σο­φι­κή κί­νη­ση του γνω­στι­κι­σμού άρ­χι­ζε να δυ­να­μώ­νει, εί­χε κα­τοι­κή­σει, ως νέ­ος, σε αυ­τήν την πό­λη. Το πι­θα­νό­τε­ρο, σαν έ­νας Γνω­στι­κός ε­κεί­νου του και­ρού. Πα­ρό­μοια αι­σθή­μα­τα συγ­γέ­νειας με τους Γνω­στι­κούς, ό­πως και με τους α­σκη­τές της α­φρι­κα­νι­κής ε­ρή­μου, εί­χε ε­ξο­μο­λο­γη­θεί και ο Λα­κα­ριέρ.
Στην Άνω Αί­γυ­πτο, στην πε­ριο­χή του Χη­νο­βο­σκίου ή και Να­γκ Χαμ­μά­ντι, που βρί­σκε­ται στη δυ­τι­κή όχ­θη του Νεί­λου, α­να­κα­λύ­φθη­καν οι πά­πυ­ροι με τους κώ­δι­κες γνω­στι­κών κει­μέ­νων μα­ζί με ερ­μη­νευ­τι­κά σχό­λια του 2ου και 3ου μ.Χ. αιώ­να. Αυ­τά ο­φεί­λο­νταν στους Κό­πτες, που α­ντέ­γρα­ψαν τα ελ­λη­νι­κά πρω­τό­τυ­πα. Η α­να­κά­λυ­ψη των πά­πυ­ρων του Να­γκ Χαμ­μά­ντι έ­γι­νε το 1945, προς το τέ­λος του Β΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου. Ει­κο­σά­χρο­νος, τό­τε, ο Λα­κα­ριέ­ρ, μό­λις εί­χε φτά­σει στο Πα­ρί­σι. Ζού­σε στη Στέ­γη των Γραμ­μά­των, “σε μιαν α­πί­θα­νη α­τμό­σφαι­ρα ε­λευ­θε­ρίας και δη­μιουρ­γίας”, α­κού­γο­ντας δια­λέ­ξεις του Αλμπέρ Κα­μύ, του Ρε­η­μό­ντ Κε­νώ και του Ρο­λάν Μπαρτ. Ήταν η ε­πο­χή που βα­πτί­στη­κε στο πνεύ­μα του υ­περ­ρε­α­λι­σμού. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα τα­ξί­δε­ψε στην Ελλά­δα και την Αί­γυ­πτο. Μπο­ρεί να ε­πι­σκέ­φτη­κε και το Να­γκ Χαμ­μά­ντι. Πά­ντως, ο ή­ρωας της Λα­διά, το 1945, μό­λις που θα εί­χε γεν­νη­θεί. Τα γνω­στι­κά κεί­με­να τα με­λέ­τη­σε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα “στο κο­πτι­κό κέ­ντρο πα­τε­ρι­κών με­λε­τών του Καΐρου” και τον σα­γή­νευ­σαν δια­νο­η­τι­κά. Γι’ αυ­τό και τιτ­λο­φο­ρεί τη με­λέ­τη του «Η Λο­γι­κή των αν­θρώ­πων», νοώ­ντας τη λο­γι­κή σαν α­ντί­πα­λο δέ­ος της πί­στης.
Κα­τά τα άλ­λα, ως συγ­γρα­φείς, ο Λα­κα­ριέρ και η Λα­διά δεν συγ­γε­νεύουν. Η Λα­διά μοιά­ζει με τον ή­ρωά της και το και­νούρ­γιό της μυ­θι­στό­ρη­μα δεί­χνει, εκ πρώ­της ό­ψεως, σαν μια ε­γκε­φα­λι­κή κα­τα­σκευή. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι πως α­πο­βαί­νει ευ­χά­ρι­στο και ψυ­χω­φε­λές, ό­πως και οι βίοι των αι­ρε­τι­κών, που α­να­διη­γεί­ται. Κι αν το α­πο­κα­λέ­σα­με κα­τα­σκευή και δη, δια­νο­η­τι­κή, αυ­τό ο­φεί­λε­ται στην ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή με την ο­ποία φαί­νε­ται δο­μη­μέ­νο. Ου­σια­στι­κά συ­νυ­φαί­νο­νται τρία α­φη­γη­μα­τι­κά νή­μα­τα. Ο κυ­ρίως κορ­μός, ό­που η τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στον ή­ρωα, τον συγ­γρα­φέα. Και δυο δευ­τε­ρεύο­ντα νή­μα­τα, τα ο­ποία πα­ρα­κο­λου­θούν, κε­φά­λαιο προς κε­φά­λαιο, τα βι­βλία, που ε­κεί­νος γρά­φει ταυ­τό­χρο­να και ε­ναλ­λάξ. Το με­λέ­τη­μά του για τους αι­ρε­τι­κούς και έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Έντε­κα κε­φά­λαια το πρώ­το, εν­νέα το δεύ­τε­ρο. Ενώ η μη­τρι­κή α­φή­γη­ση, δη­λα­δή ο κορ­μός, χω­ρί­ζε­ται σε δώ­δε­κα κε­φά­λαια, στα ο­ποία εν­θέ­το­νται, με δια­φο­ρε­τι­κά τυ­πο­γρα­φι­κά στοι­χεία, τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα δυο βι­βλία. Πα­ρό­μοιες μορ­φι­κές και­νο­το­μίες συ­νη­θί­ζο­νται τα τε­λευ­ταία χρό­νια, α­φού τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τύ­που “πλε­ξί­δα” και ευ­κο­λό­τε­ρα γρά­φο­νται και σε με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση μπο­ρούν να α­πλω­θούν. Όμως, αυ­τή η μη­χα­νι­στι­κή α­ντί­λη­ψη εί­ναι ξέ­νη προς την Λα­διά. Τα τρία μέ­ρη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός της εί­ναι σφι­χτά δε­μέ­να με­τα­ξύ τους, κι αυ­τό, ό­χι ε­πι­φα­νεια­κά, με κά­ποια μυ­θο­πλα­στι­κά πρό­σω­πα να μπαι­νο­βγαί­νουν α­πό το έ­να στο άλ­λο, αλ­λά σε έ­να βα­θύ­τε­ρο ε­πί­πε­δο.
Ο συγ­γρα­φέ­ας-ή­ρωάς της α­πο­κα­λεί­ται Ευ­μέ­νης, ό­νο­μα που ση­μαί­νει κα­λο­προ­αί­ρε­τος, ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, πα­ρα­πέ­μπει στους ελ­λη­νι­στι­κούς χρό­νους, δη­λα­δή και στην ε­πο­χή των Γνω­στι­κών. Ωστό­σο, έ­τσι ο­νο­μά­ζο­νται και ο­ρι­σμέ­νες σκου­ρό­χρω­μες σφή­κες με κί­τρι­νες κη­λί­δες, που φτιά­χνουν τη φω­λιά τους στο χώ­μα και τρέ­φο­νται με τις προ­νύμ­φες της πε­τα­λού­δας. Ακρι­βώς ό­πως η λο­γι­κή ευ­δο­κι­μεί, πνί­γο­ντας τη φα­ντα­σία. Από μια ά­πο­ψη, το ί­διο θέ­λη­σε να κά­νει και ο ή­ρωας, ό­ταν α­πο­φά­σι­σε να μην γρά­ψει ξα­νά μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρά μό­νο με­λέ­τες. Τε­λι­κά, ό­μως, ε­νέ­δω­σε στον πει­ρα­σμό.
Κα­τά τα άλ­λα, ο Ευ­μέ­νης εί­ναι έ­νας συ­γκαι­ρι­νός μας, που δυ­σα­να­σχε­τεί με την Αθή­να ό­που ζει. Τον ε­νο­χλούν τό­σο οι κλι­μα­το­λο­γι­κές συν­θή­κες ό­σο και το α­να­κά­τω­μα αν­θρώ­πων με δια­φο­ρε­τι­κή γλώσ­σα και θρή­σκευ­μα, που α­να­γκά­ζο­νται να συμ­βιώ­νουν. Γι’ αυ­τό και α­πο­φα­σί­ζει να με­τα­κο­μί­σει στο ο­ρει­νό χω­ριό του πα­τέ­ρα του. Στη λί­μνη Πλα­στή­ρα, το το­πο­θε­τεί η Λα­διά, χω­ρίς να το κα­το­νο­μά­ζει. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για κρα­σο­χώ­ρι, με α­μπέ­λια και οι­νο­πα­ρα­γω­γούς, ό­που, το δε­κα­πε­νταύ­γου­στο, η γιορ­τή της Πα­να­γίας συ­μπί­πτει με το πα­νη­γύ­ρι του κρα­σιού. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, που πα­ρα­πέ­μπουν στο ι­στο­ρι­κό χω­ριό των Αγρά­φων, τον Με­σε­νι­κό­λα. Αυ­τό, ό­μως, ε­λά­χι­στα εν­δια­φέ­ρει, α­φού το μό­νο που εκ­με­ταλ­λεύε­ται η συγ­γρα­φέ­ας εί­ναι το πα­νη­γύ­ρι και το χο­ρό. Ιδιαί­τε­ρα, το χο­ρό, που α­πο­κα­λύ­πτει την άλ­λη ό­ψη των αν­θρώ­πων.
Τα πά­θη, ό­πως εκ­δη­λώ­νο­νται στο χο­ρό, θα μπο­ρού­σε να υ­πο­θέ­σει κα­νείς πως εί­ναι το κυ­ρίως θέ­μα του βι­βλίου. Ωστό­σο, ο κε­ντρι­κός ή­ρωας α­ρέ­σκε­ται στην τά­ξη και προ­βάλ­λει ως έ­νας άν­θρω­πος χω­ρίς πά­θη. Επί­σης, δεν χο­ρεύει, κι ας θέ­τει ως προ­με­τω­πί­δα στο με­λέ­τη­μά του τη ρή­ση, «Ο μη χο­ρεύων / α­γνο­εί το γι­νό­με­νον», δα­νει­σμέ­νη α­πό τις α­πό­κρυ­φες «Πρά­ξεις του Ιωάν­νου». Ως δη­μιουρ­γός, ό­μως, του μυ­θο­πλα­στι­κού σύ­μπα­ντος, βά­ζει τους ή­ρωές του να χο­ρεύουν. Τό­σο τους Γνω­στι­κούς, α­φού κι αυ­τοί, τε­λι­κά, ως ή­ρωες μυ­θι­στο­ρή­μα­τος προ­βάλ­λουν, ό­σο και τους φα­ντα­στι­κούς του κα­θ’ αυ­τό μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του. Απο­στα­σιο­ποιη­μέ­νος τους ε­λέγ­χει, αν και υ­πο­βό­σκει το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο έ­νας συγ­γρα­φέ­ας ε­λέγ­χει τα δη­μιουρ­γή­μα­τά του.
Όπως και να έ­χει, ο ή­ρωας της Λα­διά συγ­γρά­φει στον ε­πά­νω ό­ρο­φο του πα­τρο­γο­νι­κού του το με­λέ­τη­μα και στον κά­τω, το μυ­θι­στό­ρη­μα. Κά­πως σαν την φροϋδι­κή χω­ρο­τα­ξία του υ­πε­ρε­γώ και του α­συ­νεί­δη­του. Το μυ­θι­στό­ρη­μά του το τιτ­λο­φο­ρεί τα­ρα­ντού­λα α­πό την ο­μώ­νυ­μη χο­ντρό­σω­μη α­ρά­χνη της νό­τιας Ιτα­λίας, που οι πα­λαιό­τε­ροι θεω­ρού­σαν πως το δά­γκω­μά της έ­φερ­νε υ­στε­ρι­κή κρί­ση, συ­νο­δευό­με­νη με ξέ­φρε­νο χο­ρό και θρη­νω­δίες. Ο τα­ρα­ντου­λι­σμός, ό­πως τον α­πο­κά­λε­σαν. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Ευ­μέ­νη, οι ή­ρωες έ­χουν ξε­σπά­σμα­τα τα­ρα­ντου­λι­σμού, χο­ρεύο­ντας σαν μα­νια­σμέ­νοι. Ο χο­ρός τους μας θύ­μι­σε το διή­γη­μα, «Ο χο­ρός του Κα­ρουά­να», του Πά­νου Τσί­ρου. Και σε ε­κεί­νο, ο χο­ρός πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ε­κτό­νω­ση συ­ναι­σθη­μα­τι­κών ε­ντά­σεων.
Στο έν­θε­το μυ­θι­στό­ρη­μα «Τα­ρα­ντού­λα», ο ψυ­χι­κός κό­σμος των η­ρώων προ­σεγ­γί­ζε­ται μέ­σα α­πό τους μύ­θους του αρ­χαίου κό­σμου, συ­νο­μι­λώ­ντας πλα­γίως με τα κε­φά­λαια του με­λε­τή­μα­τος, που εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­να στους Γνω­στι­κούς. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το με­λέ­τη­μα θα μπο­ρού­σε να αυ­το­νο­μη­θεί σε α­νε­ξάρ­τη­το βι­βλίο, ο­πό­τε οι Γνω­στι­κοί της Λα­διά θα έρ­χο­νταν να στα­θούν δί­πλα σε αυ­τούς του Λα­κα­ριέρ. Ο Σί­μων ο Μά­γος, ο Βα­σι­λεί­δης, ο Βα­λε­ντί­νος, ο Μά­νης και ό­λοι οι υ­πό­λοι­ποι, έ­χο­ντας α­πέ­να­ντί τους ως κρι­τές και διώ­κτες τους, τους πρώ­τους Πα­τέ­ρες της Εκκλη­σίας, με πρω­το­στά­τη, τον Επι­φά­νιο. Αναμ­φι­βό­λως, τα δύο βι­βλία δια­φέ­ρουν. Η Λα­διά προ­τάσ­σει την πο­λε­μι­κή των Πα­τέ­ρων και με­τά δί­νει το λό­γο στους μα­χη­τές της θρη­σκείας, σαν εμ­μέ­σως να τάσ­σε­ται με την πλευ­ρά τους. Ο Λα­κα­ριέρ κλεί­νει το βι­βλίο του με έ­να προ­σω­πι­κό κε­φά­λαιο, που τιτ­λο­φο­ρεί, «Προς έ­ναν Νέο Γνω­στι­κι­σμό». Πα­ρο­μοίως, προ­σω­πι­κό εί­ναι και το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο της Λα­διά, ή μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, του ή­ρωά της, συγ­γρα­φέα. Ανα­φέ­ρε­ται σε μια πα­λαιό­τε­ρη ε­πο­χή α­πό ε­κεί­νη των Γνω­στι­κών και α­φο­ρά το βι­βλίο του Ιώβ. Τον Ευ­μέ­νη δεν τον είλ­κυ­σε η λο­γο­τε­χνι­κή α­ξία του βι­βλίου του Ιώ­β, το ο­ποίο τό­σους και τό­σους ε­νέ­πνευ­σε, αλ­λά το ε­πί­μα­χο ζή­τη­μα της θε­ο­δι­κίας. Ως άλ­λος Ιώβ ο Ευ­μέ­νης, α­πο­ρεί, για­τί να ευ­τυ­χεί ο ά­δι­κος και να πά­σχει ο δί­καιος;

Μ. Θεοδοσοπούλου