Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Οι κόρες της Χελιδόνας

Μα­ρία Καρ­δα­ρά
«Φλου­ρί Κων­στα­ντι­νά­το»
Εκδό­σεις Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα
Νοέμ­βριος 2008

Η Χε­λι­δό­να, ο­ρει­νό χω­ριό της Ευ­ρυ­τα­νίας, δια­τη­ρεί, σύμ­φω­να με την α­πο­γρα­φή του 2001, 149 κα­τοί­κους. Ως τό­πος της λο­γο­τε­χνίας, ε­κτός α­πό δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια και α­να­φο­ρές σε ο­δοι­πο­ρι­κά, με­τρά­ει και δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα: «Τα παι­διά της Χε­λι­δό­νας» του Διο­νύ­ση Χα­ρι­τό­που­λου, που εκ­δό­θη­κε το 1983 και τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα έ­γι­νε κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ται­νία α­πό τον Κώ­στα Βρετ­τά­κο, και το «Φλου­ρί Κων­στα­ντι­νά­το» της Μα­ρίας Καρ­δα­ρά. Και οι δυο συγ­γρα­φείς συν­δέ­ο­νται με την Ευ­ρυ­τα­νία, πα­ρό­λο που αυ­τό το δέ­σι­μό τους α­κο­λού­θη­σε α­νά­στρο­φη πο­ρεία μέ­σα στο χρό­νο. Αθη­ναίος ο Χα­ρι­τό­που­λος, με μη­τέ­ρα α­πό την Ευ­ρυ­τα­νία, δη­λώ­νει σή­με­ρα ως τό­πο κα­τοι­κίας το Μι­κρό Χω­ριό. Γεν­νη­μέ­νη στη Χε­λι­δό­να η Καρ­δα­ρά, α­πό οι­κο­γέ­νεια Ευ­ρυ­τά­νων, σή­με­ρα κα­τοι­κεί στην Αθή­να. Για τον Χα­ρι­τό­που­λο, που πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε το 1976, συ­νι­στώ­ντας μια α­πό τις πρώι­μες πα­ρου­σίες της γε­νιάς του ’80, «Τα παι­διά της Χε­λι­δό­νας», εί­ναι το τρί­το βι­βλίο του και το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του. Στη συγ­γρα­φι­κή του δια­δρο­μή στά­θη­κε το πρώ­το, που ε­μπνεύ­στη­κε α­πό την Ευ­ρυ­τα­νία, ε­νώ το ε­πό­με­νο άρ­γη­σε. Εκδό­θη­κε το 1997, και ή­ταν το «Άρης ο αρ­χη­γός των α­τά­κτων». Όσο για το ε­μπνεύ­στη­κε, τρό­πος του λέ­γειν. Μάλ­λον το ό­νο­μα του χω­ριού του ά­ρε­σε για τίτ­λος μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στο βι­βλίο του, τα παι­διά της Χε­λι­δό­νας εί­ναι σκορ­πι­σμέ­να στα τέσ­σε­ρα ση­μεία του ο­ρί­ζο­ντα.
Για την Καρ­δα­ρά, αυ­τό εί­ναι το πρώ­το της βι­βλίο, το ο­ποίο και τι­μή­θη­κε με το πρώ­το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον ε­τή­σιο δια­γω­νι­σμό της Πα­νελ­λα­δι­κής Ένω­σης Λο­γο­τε­χνών. Όπως φαί­νε­ται, ξε­κί­νη­σε ως ποιή­τρια, ω­στό­σο, η ί­δια, στο βιο­γρα­φι­κό της δεν δί­νει συ­γκε­κρι­μέ­να στοι­χεία. Κι ό­μως, ο μο­να­δι­κός προο­ρι­σμός ε­νός βιο­γρα­φι­κού ση­μειώ­μα­τος εί­ναι η ε­πα­κρι­βής πλη­ρο­φό­ρη­ση, του­λά­χι­στον για ό­σα στοι­χεία δεν ε­μπί­πτουν στην ε­πί­φο­βη πε­ριο­χή των προ­σω­πι­κών δε­δο­μέ­νων. Πέ­ρυ­σι, πά­ντως, ποίη­μά της βρα­βεύ­τη­κε στον ε­τή­σιο δια­γω­νι­σμό της Εται­ρείας Λο­γο­τε­χνών και Συγ­γρα­φέων Ηπεί­ρου. Δυ­στυ­χώς, στις ε­φη­με­ρί­δες με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας δί­νε­ται ε­λά­χι­στος έως κα­θό­λου χώ­ρος σε πα­ρό­μοιους δια­γω­νι­σμούς και τις α­ντί­στοι­χες Εται­ρείες. Κι ό­μως, μπο­ρεί έ­να με­γά­λο τμή­μα του λο­γο­τε­χνι­κού κό­σμου να βρί­σκε­ται συ­γκε­ντρω­μέ­νο στην Εται­ρεία Συγ­γρα­φέων, ω­στό­σο, υ­πάρ­χουν πέ­ντε α­κό­μη Εται­ρείες με έ­δρα την Αθή­να και αρ­κε­τές άλ­λες, που συ­γκε­ντρώ­νουν τους συγ­γρα­φείς των ε­πί μέ­ρους δια­με­ρι­σμά­των της χώ­ρας. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, το μυ­θι­στό­ρη­μα της Καρ­δα­ρά, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, σχο­λιά­στη­κε μό­νο στον Τύ­πο της Ευ­ρυ­τα­νίας. Κα­κά τα ψέ­μα­τα, οι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές των Αθη­νών εμ­φα­νί­ζο­νται ι­διαί­τε­ρα ε­πιρ­ρε­πείς στις τά­σεις της ε­πο­χής. Τους α­πα­σχο­λεί κυ­ρίως η ξέ­νη λο­γο­τε­χνία, κι ό­ταν ε­πι­λέ­γουν το μυ­θι­στό­ρη­μα ε­νός πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου Έλλη­να συγ­γρα­φέα, βα­σι­κό κρι­τή­ριο εί­ναι η ε­πι­και­ρό­τη­τα του θέ­μα­τος. Προ­φα­νώς και προ­τι­μούν έ­να βι­βλίο, π.χ. για τους με­τα­νά­στες ή για τα αγ­χω­τι­κά α­διέ­ξο­δα του α­θη­ναϊκού ά­στεως, α­πό έ­να στο ο­ποίο πρω­τα­γω­νι­στής εί­ναι έ­νας μι­κρός τό­πος, ό­πως η Χε­λι­δό­να. Και πράγ­μα­τι, το μι­κρό αυ­τό χω­ριό της Ευ­ρυ­τα­νίας εί­ναι ο πρω­τα­γω­νι­στής στο βι­βλίο της Καρ­δα­ρά.
Ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χα­ρι­τό­που­λου θα ταί­ρια­ζε και στο δι­κό της βι­βλίο, α­φού μια κό­ρη της Χε­λι­δό­νας διη­γεί­ται τη ζωή της και ό­ταν, προς το τέ­λος, κου­ρά­ζε­ται, παίρ­νει το μί­το της α­φή­γη­σης η α­δελ­φή της και με­τά, για λί­γο μό­νο, η μά­να τους. Το “φλου­ρί κων­στα­ντι­νά­το”, που η συγ­γρα­φέ­ας προ­τί­μη­σε για τίτ­λο, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο έ­να θαυ­μα­τουρ­γό φυ­λα­χτό πα­ρά έ­να νό­μι­σμα. Ο παπ­πούς της α­φη­γή­τριας, πι­στεύει πως εί­ναι φτιαγ­μέ­νο α­πό το Τί­μιο Ξύ­λο. Όταν, λέει, η Αγία Ελέ­νη βρή­κε το Σταυ­ρό του Ιη­σού στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα, τον χώ­ρι­σε στα δυο. Από τα πριο­νί­δια, ο γιος της, ο Μέ­γας Κων­στα­ντί­νος, μη θέ­λο­ντας να τα πε­τά­ξει, τα α­νά­μι­ξε με μέ­ταλ­λο και έ­φτια­ξε τα ιε­ρά νο­μί­σμα­τα. Ο παπ­πούς ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως η γε­νιά τους κρα­τά­ει α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, εξ ου και το ε­πί­θε­τό τους Στα­μπο­λι­ταίοι α­πό το Ιστα­μπούλ. Άλλω­στε, Ευ­ρυ­τά­νες βρί­σκο­νται στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό τον 17ο αιώ­να και η Αδελ­φό­τη­τα Ευ­ρυ­τά­νων, ι­δρυ­μέ­νη το 1812, εί­ναι έ­νας α­πό τους πα­λαιό­τε­ρους συλ­λό­γους της Πό­λης.
Από τις πιο ά­γο­νες πε­ριο­χές η Ευ­ρυ­τα­νία, οι κά­τοι­κοί της κυ­νη­γού­σαν αλ­λού την τύ­χη τους. Διέρ­ρε­αν πα­ντού και στά­θη­καν α­νά­με­σα στους πρώ­τους με­τα­νά­στες. Τον 18ο και τον 19ο αιώ­να τρα­βού­σαν για την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, τη Σμύρ­νη και τις πα­ρα­δου­νά­βιες πε­ριο­χές. Στα τέ­λη του 19ου και τον 20ο έ­φευ­γαν για την Αμε­ρι­κή. Και αυ­τό, το δεύ­τε­ρο κύ­μα της με­τα­νά­στευ­σης κα­θό­ρι­σε τη ζωή της α­φη­γή­τριας. Μά­γει­ρας στην Αμε­ρι­κή πή­γε στο με­σο­πό­λε­μο ο πα­τέ­ρας της, αλ­λά δεν κα­ζά­ντι­σε. Πριν φύ­γει, στα­μά­τη­σε τις κό­ρες του α­πό το σχο­λείο, για να μεί­νουν στο πό­δι του και να α­να­λά­βουν τις δου­λειές. Η α­φη­γή­τρια πέ­ρα­σε την ε­φη­βεία δου­λεύο­ντας τη γη και βό­σκο­ντας τα ζω­ντα­νά. Από τη δι­κή της σκο­πιά κα­τα­γρά­φο­νται ο Πό­λε­μος, η Κα­το­χή, ο Εμφύ­λιος και η α­να­γκα­στι­κή ε­κτό­πι­ση, που α­κο­λού­θη­σε, ως α­νταρ­τό­πλη­κτοι στον κά­μπο του Αγρι­νίου, μέ­χρι το γυ­ρι­σμό τους στο χω­ριό, Μάη του 1950. Τα κα­το­πι­νά χρό­νια ήρ­θε και η δι­κή της α­πο­κα­τά­στα­ση με συ­νοι­κέ­σιο. Πι­στεύου­με πως το μυ­θι­στό­ρη­μα θα κέρ­δι­ζε, αν στα­μα­τού­σε σε αυ­τό το ση­μείο. Το α­σθε­νές, ό­μως, ση­μείο κά­θε πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου βρί­σκε­ται στην οι­κο­νο­μία που πρέ­πει να κά­νει στο δια­θέ­σι­μο βιω­μα­τι­κό υ­λι­κό. Όπως και να έ­χει, τό­τε το χω­ριό και ο­λό­κλη­ρη η Ευ­ρυ­τα­νία γνώ­ρι­σε νέο, μα­ζι­κό κύ­μα με­τα­νά­στευ­σης προς τα α­στι­κά κέ­ντρα, την Αμε­ρι­κή και την Αυ­στρα­λία. Αυ­τή τη φο­ρά έ­φευ­γαν ό­σα παι­διά δεν εί­χαν σκο­τω­θεί στον πό­λε­μο ή δεν εί­χαν πά­ει α­πό εμ­φύ­λιο βό­λι ή α­κό­μη, ό­σα δεν εί­χαν χα­θεί σε κά­ποια παι­δό­πο­λη της Βα­σι­λι­κής Πρό­νοιας. Πά­ντως, ως τό­πος στην κυ­ριο­λε­ξία εκ­κε­νώ­θη­κε.
Το μυ­θι­στό­ρη­μα, ξε­τυ­λί­γο­ντας την ι­στο­ρία της κο­πέ­λας και της οι­κο­γέ­νειάς της, πα­ρου­σιά­ζει τις πε­ρι­πέ­τειες ο­λό­κλη­ρου του χω­ριού. Το γε­γο­νός, μά­λι­στα, πως πρω­τα­γω­νι­στούν γυ­ναί­κες, εί­τε για­τί οι ά­ντρες πο­λε­μούν εί­τε για­τί εί­ναι α­νί­κα­νοι και κα­φε­νό­βιοι, προσ­δί­δει έ­ναν σχε­δόν η­ρωι­κό χα­ρα­κτή­ρα στον α­γώ­να τους για ε­πι­βίω­ση. Λ.χ., αν ε­πέ­ζη­σαν στην Κα­το­χή, έ­στω και χω­ρίς α­λά­τι και ζά­χα­ρη, ο­φει­λό­ταν στην ε­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα της μά­νας, που έ­φτια­χνε ψω­μί α­πό βε­λα­νί­δι και λιο­κού­κι, α­πό τριμ­μέ­νο κου­κού­τσι ε­λιάς. Ωστό­σο, δεν πρό­κει­ται για μια η­θο­γρα­φία της σκλη­ρής ζωής στο χω­ριό. Τη διή­γη­ση διαν­θί­ζουν α­να­δρο­μές στα ει­ρη­νι­κά χρό­νια και ό­νει­ρα, τα ο­ποία η α­φη­γή­τρια θεω­ρεί προ­φη­τι­κά για τα μελ­λού­με­να.
Μέ­σα α­πό την α­φή­γη­ση προ­βάλ­λει η μι­κροϊστο­ρία της Χε­λι­δό­νας. Εί­ναι ά­ξια προ­σο­χής, α­φού πρό­κει­ται για έ­να α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό χω­ριό, που εκ­φρά­ζει τον α­μι­γώς ο­ρει­νό κό­σμο και μια κλει­στή κοι­νό­τη­τα. Η συγ­γρα­φέ­ας δί­νει α­νά­γλυ­φη ει­κό­να του το­πίου, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το πέ­τρι­νο ε­κα­τό­χρο­νο σπί­τι της, τους τρεις μα­χα­λά­δες του χω­ριού και το βου­νό της Χε­λι­δό­νας. Πά­νω του βρί­σκε­ται σκαρ­φα­λω­μέ­νο το αλ­λο­τι­νό Λά­στο­βο, που, με τις με­το­νο­μα­σίες, έ­γι­νε Χε­λι­δό­να. Και α­κό­μη, το πο­τά­μι τους, ο Τρι­κε­ριώ­της, τα α­ντι­κρι­στά χω­ριά στις άλ­λες βου­νο­πλα­γιές, μέ­χρι το Μι­κρό Χω­ριό και τους δύο πύρ­γους του Κα­ραϊσκά­κη στον Προυσ­σό. Τη μι­κροϊστο­ρία της Χε­λι­δό­νας η Καρ­δα­ρά τη συν­θέ­τει, πα­ρου­σιά­ζο­ντας κά­ποια έ­θι­μα, ό­πως αυ­τά του γά­μου, που πα­ρα­τί­θε­νται με κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια. Ακό­μη, πε­ρι­γρά­φο­ντας ερ­γα­λεία, χρη­στι­κά α­ντι­κεί­με­να, ε­δέ­σμα­τα μέ­χρι την ε­σω­τε­ρι­κή ε­πί­πλω­ση και κα­τα­σκευή των σπι­τιών. Τέ­λος, πε­ρι­σώ­ζει το το­πι­κό ι­δίω­μα, πα­ρα­θέ­το­ντας και σχε­τι­κό γλωσ­σά­ρι. Και ό­λα αυ­τά χω­ρίς η α­φή­γη­ση να χά­νει σε γλα­φυ­ρό­τη­τα. Αντί­θε­τα, ζωη­ρεύει χά­ρις στις στι­χο­μυ­θίες και, σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, α­πο­κτά ε­λε­γεια­κούς τό­νους, κα­θώς εν­σω­μα­τώ­νο­νται στί­χοι α­πό δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια.
Μέ­νει να α­να­φερ­θού­με στα ε­μπό­λε­μα πά­θη, ι­διαί­τε­ρα τα εμ­φύ­λια. Αυ­τά α­νι­στο­ρού­νται, ό­πως α­κρι­βώς τα βίω­σε η α­φη­γή­τρια, με την α­γριό­τη­τα μοι­ρα­σμέ­νη και στις δυο πλευ­ρές. Ήταν “οι κε­φα­λές του χω­ριού”, που α­πο­φά­σι­σαν να υ­πο­δε­χτούν τους Γερ­μα­νούς “στο έ­μπα τ’ Αϊ-Γιάν­νη” με τσί­που­ρα, φο­βού­με­νοι τη φω­τιά και την α­τί­μω­ση. Και λί­γο αρ­γό­τε­ρα, οι ί­διοι α­πο­φά­σι­σαν, “σε μια οι­κο­γέ­νεια που ’χε δυο ά­ντρες, ο έ­νας να πά­ει α­ντάρ­της και ο άλ­λος στο στρα­τό”. Και πά­λι, για την α­σφά­λεια του χω­ριού. Εκεί­νο που μάλ­λον δεν προέ­βλε­ψαν ή­ταν το μί­σος, που οι ιν­στρού­χτο­ρες της κά­θε πλευ­ράς έ­σπει­ραν για να δη­μιουρ­γή­σουν αρ­ρα­γή μέ­τω­πα. Πά­ντως, η οι­κο­γέ­νεια της α­φη­γή­τριας, με γα­μπρό α­ντάρ­τη, βοή­θη­σε τους α­ντάρ­τες και α­ντι­με­τώ­πι­σε το μέ­νος των Μάυ­δων και των πα­ρα­κρα­τι­κών.
Ως μο­να­δι­κή η­ρωι­κή φι­γού­ρα προ­βάλ­λει ο Άρης Βε­λου­χιώ­της. “Έρχο­νται τα Χε­ρου­βείμ... και τα Σε­ρα­φείμ. Τάγ­μα­τα αγ­γέ­λων... Ο Αϊ-Γιώρ­γης έρ­χε­ται στ’ άσ­προ ά­λο­γο...” φώ­να­ζε ο πα­τέ­ρας της, που τό­τε έ­βγαι­νε α­πό ε­πι­δη­μία τύ­φου και “έ­λε­γε διά­φο­ρα πα­ρά­ξε­να”. Η α­φη­γή­τρια θυ­μά­ται τον Βε­λου­χιώ­τη, μαυ­ρο­γέ­νη, με το μά­τι του στυ­λω­μέ­νο στη Χε­λι­δό­να. “Πή­ραν τα ά­λο­γα και τον α­νή­φο­ρο για το βου­νό”. Πή­γαι­ναν προς το Μι­κρό Χω­ριό. Την ε­κεί μά­χη, η συγ­γρα­φέ­ας την συ­νο­ψί­ζει με το γνω­στό ά­σμα:
«Βα­ριά στε­νά­ζουν τα βου­νά/ κι ο ή­λιος συν­νε­φιά­ζει./ Λα­μπο­κο­πούν γυ­μνά σπα­θιά, / πέ­φτουν ντου­φέ­κια α­νά­ρια./ Ο Άρης κά­νει πό­λε­μο,/ μ’ α­ντάρ­τες πα­λι­κά­ρια.» Ήταν 18 Δε­κεμ­βρίου 1942, ό­ταν δια­κό­σιοι α­ντάρ­τες εί­χαν α­πέ­να­ντί τους δυο χι­λιά­δες Ιτα­λούς και τους κα­τα­τρό­πω­σαν. Στο βι­βλίο, πά­ντως, ο Βε­λου­χιώ­της μό­λις που πιά­νει δύο σε­λί­δες.
Το μυ­θι­στό­ρη­μα της Καρ­δα­ρά ζω­ντα­νεύει έ­ναν κό­σμο που έ­φυ­γε και μια ε­πο­χή που ε­τά­φει ο­ρι­στι­κά κά­τω α­πό τους νεω­τε­ρι­σμούς μιας άλ­λης. Κα­θό­λου τυ­χαία, ο Χα­ρι­τό­που­λος α­πο­κα­λεί την Χε­λι­δό­να Καρ­πε­νη­σίου “μι­κρή Ελβε­τία”. Αυ­τό εί­ναι για τον ση­με­ρι­νό Έλλη­να, που έρ­χε­ται ε­δώ ως ε­πι­σκέ­πτης, εί­τε για να προ­σκυ­νή­σει το Μο­να­στή­ρι του Προυσ­σού εί­τε για τα χει­με­ρι­νά σπορ που προ­σφέ­ρει η πε­ριο­χή. Πά­λι κα­λά, που κά­ποιες κό­ρες της Χε­λι­δό­νας α­νι­στο­ρούν τις διη­γή­σεις, με τις ο­ποίες με­γά­λω­σαν.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

«Το Δέντρο» Τεύχος 169-170 Άνοιξη-Καλοκαίρι 2009

Αφιέ­ρω­μα στον Γιάν­νη Ρί­τσο και με α­φορ­μή το φε­τι­νό ε­πε­τεια­κό έ­τος Ρί­τσου. Το τεύ­χος συ­νο­δεύε­ται α­πό CD, στο ο­ποίο το βα­ρύ πυ­ρο­βο­λι­κό της γε­νιάς του ’70, δε­κα­τέσ­σε­ρις τον α­ριθ­μό, και τρεις α­πό τις άλ­λες γε­νιές, Τί­τος Πα­τρί­κιος, Μά­νος Ελευ­θε­ρίου και Πα­ντε­λής Μπου­κά­λας, δια­βά­ζουν ποιή­μα­τά του. Στο κυ­ρίως σώ­μα του τεύ­χους, σα­ρά­ντα συγ­γρα­φείς γρά­φουν γι’ αυ­τόν. Ανά­με­σά τους, ο Τά­κης Σι­νό­που­λος και ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου. Το κεί­με­νο του Σι­νό­που­λου εί­ναι α­πό­σπα­σμα κρι­τι­κής του για δύο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές του Ρί­τσου, «Μαρ­τυ­ρίες» και «12 ποιή­μα­τα για τον Κα­βά­φη», δη­μο­σιευ­μέ­νης στο πε­ριο­δι­κό «Επο­χές», Μάιο 1964: «... Εί­ναι λοι­πόν “χαλ­κέ­ντε­ρος” ο Ρί­τσος. Γρά­φει μι­κρά, αλ­λά και με­γά­λα ποιή­μα­τα. Και πολ­λά. Πρό­κει­ται για μια διη­νε­κή, α­στα­μά­τη­τη ποιη­τι­κή ε­νέρ­γεια...».
Το κεί­με­νο του Αργυ­ρίου, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ένας συ­νο­πτι­κός -α­πο­δει­κτι­κός; -λό­γος για τον Ρί­τσο», θέ­τει ως εκ­κί­νη­ση το ε­ρώ­τη­μα, για­τί έ­νας ποιη­τής σαν τον Ρί­τσο, που σή­με­ρα ό­λοι κα­τα­τάσ­σουν στους με­γά­λους της ποίη­σης, πριν ε­ξή­ντα χρό­νια, στον κύ­κλο του πε­ριο­δι­κού «Νέα Γράμ­μα­τα», α­ντι­με­τω­πι­ζό­ταν με συ­γκα­τά­βα­ση. Πα­ρα­θέ­τει, μά­λι­στα, και μια α­νά­μνη­σή του α­πό τον και­ρό της Κα­το­χής. Τό­τε, εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει η συλ­λο­γή ποιη­μά­των του Ρί­τσου «Δο­κι­μα­σία». “Ο Ελύ­της έ­λε­γε ό­τι την πρώ­τη φο­ρά που τη διά­βα­σε εν­θου­σιά­στη­κε, ό­μως, ό­ταν την ξα­να­διά­βα­σε α­πο­γο­η­τεύ­θη­κε.” Ο Αργυ­ρίου κά­νει την υ­πό­θε­ση πως αυ­τή η α­ντί­δρα­ση του Ελύ­τη ο­φει­λό­ταν “στα φθαρ­τά υ­λι­κά”, με τα ο­ποία εί­ναι κα­ταρ­τι­σμέ­νη η ποίη­ση του Ρί­τσου, ό­πως, άλ­λω­στε, και ε­κεί­νη του Κα­βά­φη. Γι’ αυ­τό, ο Ελύ­της αλ­λά και ο Σε­φέ­ρης δεν τα πή­γαι­ναν κα­λά με την ποίη­ση του Αλε­ξαν­δρι­νού. Μια ποίη­ση με “φθαρ­τά υ­λι­κά” έ­δει­χνε “φθαρ­τή”. Στη συ­νέ­χεια ε­πι­κε­ντρώ­νει το εν­δια­φέ­ρον του σε έ­να ποίη­μα ε­κεί­νης της συλ­λο­γής του Ρί­τσου, το «Άνε­μοι στα δει­λι­νά προά­στια». Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος προ­χω­ρά στην α­νά­λυ­ση του ποιή­μα­τος, κα­τα­με­τρώ­ντας τα ου­σια­στι­κά και τα ρή­μα­τα, που συ­νι­στούν “τους φο­ρείς ση­μα­σίας” του ποιή­μα­τος. Το πό­ρι­σμά του εί­ναι το υ­ψη­λό πο­σο­στό “φο­ρέων ση­μα­σίας” έ­να­ντι της γυ­μνό­τη­τας α­πό ε­πί­θε­τα του ποιή­μα­τος. Και κα­τα­λή­γει πως ο ποιη­τι­κός λό­γος του Ρί­τσου εί­ναι λι­τός και α­πέ­ριτ­τος. Πα­ρο­τρύ­νει να ε­ξε­τα­στεί η ποίη­ση του Ρί­τσου α­πό αυ­τήν την σκο­πιά. Δια­βλέ­πο­ντας μια ποίη­ση ο­ρα­μα­τι­κή, υ­ψη­λής στάθ­μης.

Στρατηγικές του έρωτα και της αφήγησης

Δη­μή­τρης Αλε­ξίου
«Τέσ­σε­ρις ώ­ρες»
Ει­κο­νο­γρά­φη­ση
Δη­μή­τρης Τα­λα­γά­νης
Εκδό­σεις Ερι­φύ­λη
Μάιος 2009

Και πά­λι, ο λό­γος για διη­γή­μα­τα. Κι αυ­τό, για­τί πι­στεύου­με ό­τι, με­τά την ποίη­ση, εί­ναι το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος, στο ο­ποίο προ­βάλ­λει ευ­κρι­νέ­στε­ρα η ι­διο­προ­σω­πία της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Και αυ­τή τη φο­ρά, πρό­κει­ται για μια ο­λι­γο­σέ­λι­δη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, ως προς τον α­ριθ­μό των σε­λί­δων, κι­νού­νται στα ά­κρα, εί­τε ι­σχνές εί­τε ο­γκώ­δεις. Όπως φαί­νε­ται, οι συγ­γρα­φείς, ό­ταν α­πο­φα­σί­ζουν να συ­γκε­ντρώ­σουν τα διη­γή­μα­τά τους, χά­νουν το μέ­τρο. Άλλοι εμ­φα­νί­ζο­νται ά­κρως ε­πι­λε­κτι­κοί και άλ­λοι πε­ρι­συλ­λέ­γουν α­δια­κρί­τως ά­πα­ντα τα υ­πάρ­χο­ντα. Βε­βαίως, στην πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση, α­νή­κουν οι ο­λι­γο­γρά­φοι, που δεν γρά­φουν ι­στο­ρίες αλ­λά διη­γή­μα­τα, τα ο­ποία και κυο­φο­ρούν ε­πί μα­κρόν. Ενώ, στη δεύ­τε­ρη ο­μά­δα, α­νή­κουν κυ­ρίως οι νεό­τε­ροι, που εκ­δί­δουν τα βι­βλία τους σε με­γά­λους εκ­δο­τι­κούς οί­κους. Πιέ­ζο­νται να γρά­ψουν μυ­θι­στό­ρη­μα και κα­θώς α­δυ­να­τούν ή δεν τους βγαί­νει, φου­σκώ­νουν τις συλ­λο­γές τους σε μια α­πέλ­πι­δα προ­σπά­θεια να προ­σεγ­γί­σουν, του­λά­χι­στον ως προς τον α­ριθ­μό των σε­λί­δων, το στό­χο τους. Το συ­γκε­κρι­μέ­νο, ω­στό­σο, βι­βλίο α­νή­κει σε μια τρί­τη κα­τη­γο­ρία. Αυ­τήν των τυ­πο­τε­χνι­κά ω­ραίων εκ­δό­σεων, που ο­ρι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς έ­χουν τη δυ­να­τό­τη­τα να προ­σφέ­ρουν εις ε­αυ­τούς. Πρό­κει­ται για μια έκ­δο­ση, που θυ­μί­ζει πώς ή­ταν τα βι­βλία άλ­λο­τε· πο­λυ­το­νι­κά και χει­ρο­ποίη­τα.
Δό­κι­μος ποιη­τής της γε­νιάς του ’70 ο Δη­μή­τρης Αλε­ξίου, έ­χει εκ­δώ­σει και πα­λαιό­τε­ρα α­φη­γη­μα­τι­κά βι­βλία. Στο και­νού­ριό του βι­βλίο, συ­γκε­ντρώ­νει τέσ­σε­ρα διη­γή­μα­τα, γραμ­μέ­να, ό­πως δη­λώ­νει και με τον τίτ­λο της συλ­λο­γής, σε τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κές “ώ­ρες” της ζωής του. Πά­ντως, δεν πρό­κει­ται για δια­φο­ρε­τι­κές ε­πο­χές, α­φού και οι τέσ­σε­ρις το­πο­θε­τού­νται μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία του 20ου αιώ­να, πα­ρά μό­νο, ί­σως, για ξε­χω­ρι­στές πε­ρι­στά­σεις. Ο συγ­γρα­φέ­ας δα­νεί­ζει στον α­φη­γη­τή τις βιο­γρα­φι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες του, δη­λα­δή το μι­κρό του ό­νο­μα, τον τό­πο των παι­δι­κών του χρό­νων και το ε­πάγ­γελ­μά του. Ποιη­τής συ­στή­νε­ται και ο α­φη­γη­τής του. Μά­λι­στα, το υ­πο­γραμ­μί­ζει, ό­ταν πρό­κει­ται για μια και­νού­ρια γυ­ναι­κεία γνω­ρι­μία. Για­τί γνω­ρί­ζει α­πό την ε­μπει­ρία του πως αυ­τό εί­ναι έ­να α­πό τα κλει­διά, που α­νοί­γει τις ρο­μα­ντι­κές καρ­διές του έ­τε­ρου φύ­λου. Η ταυ­το­ποίη­ση, ω­στό­σο, συγ­γρα­φέα και α­φη­γη­τή δεν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το να ση­μαί­νει πως πρό­κει­ται, εν μέ­ρει ή πό­σω μάλ­λον εξ ο­λο­κλή­ρου, για προ­σω­πι­κά βιώ­μα­τα του συγ­γρα­φέα. Εί­ναι προ­φα­νές πως ο Αλε­ξίου συ­νε­χί­ζει δια της α­φη­γη­μα­τι­κής ο­δού το ποιη­τι­κό του η­με­ρο­λό­γιο. Στο γνώ­ρι­μο και α­πό την ποίη­σή του πραγ­μα­το­λο­γι­κό πλαί­σιο, πα­ρεμ­βαί­νει μυ­θο­πλα­στι­κά. Έτσι δη­μιουρ­γεί έ­ναν πρό­σθε­το “ε­πάλ­λη­λο μύ­θο”, για να θυ­μη­θού­με και τον τίτ­λο μιας πα­λαιό­τε­ρης ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του, την ο­ποία ο α­φη­γη­τής, στο πρώ­το διή­γη­μα, προ­σφέ­ρει με­τά α­φιε­ρώ­σεως σε μια και­νού­ρια γνω­ρι­μία του. Δεν α­πο­κα­λύ­πτει τα α­κρι­βή λό­για της α­φιέ­ρω­σης. Πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νο στο γε­νι­κό­λο­γο, “Η γνω­στή α­φιέ­ρω­ση, με τον γνω­στό τρό­πο”, με το ο­ποίο και υ­πο­νο­εί πως εί­ναι έ­μπει­ρος στην ε­ρω­τι­κή στρα­τη­γι­κή. Όπου, κα­τά τη ρή­ση, ο σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα, ε­πι­στρα­τεύει και την ποιη­τι­κή του ι­διό­τη­τα.
«Κο­ρί­να» εί­ναι ο τίτ­λος του πρώ­του διη­γή­μα­τος και το θέ­μα του εί­ναι η κα­τά­κτη­ση μιας γυ­ναί­κας ο­νό­μα­τι Κο­ρί­νας. Η α­φή­γη­ση πα­ρα­κο­λου­θεί τα τε­κται­νό­με­να α­πό τη δι­κή του ο­πτι­κή γω­νία. Ένας πα­ντρε­μέ­νος, που έ­χει προ πολ­λού βα­ρε­θεί την έγ­γα­μη ρου­τί­να, γνω­ρί­ζει έ­ναν “κο­ρί­τσα­ρο” και α­πο­φα­σί­ζει να τα τι­νά­ξει ό­λα στον αέ­ρα. Το διή­γη­μα, ό­μως, δεν ε­στιά­ζει στα υ­παρ­ξια­κά του δι­λήμ­μα­τα, αλ­λά στην εν­δε­δειγ­μέ­νη τα­κτι­κή κι­νή­σεων. Αρχι­κά ε­φαρ­μό­ζει πα­ρελ­κυ­στι­κές και διε­ρευ­νη­τι­κές κι­νή­σεις, για να κα­τα­λή­ξει σε α­πο­φα­σι­στι­κά και τολ­μη­ρά δια­βή­μα­τα. Αι­σθη­σια­κές οι πε­ρι­γρα­φές των πε­ρι­πτύ­ξεων, με τη γυ­ναί­κα να αν­θί­στα­ται και ε­κεί­νον να ε­πι­μέ­νει. Πα­ρό­τι ποιη­τής και πα­ρό­λο που αρ­χι­κά υ­πο­στη­ρί­ζει πως το ζη­τού­με­νο δεν εί­ναι να “κοι­μη­θεί μα­ζί της”, εν τέ­λει, το ε­ρω­τι­κό παι­χνί­δι ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται στε­ρεό­τυ­πο, χω­ρίς, ω­στό­σο, να χά­νει το εν­δια­φέ­ρον του.
Το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στην α­φή­γη­ση του Αλε­ξίου εί­ναι οι σύ­ντο­μες φρά­σεις. Αν δε­χτού­με πως η μο­νά­δα στην ποίη­ση εί­ναι η λέ­ξη και στην πρό­ζα η φρά­ση, πα­ραλ­λάσ­σο­ντας ε­λα­φρώς τη σε­φε­ρι­κή δια­τύ­πω­ση, τό­τε η φρά­ση του Αλε­ξίου α­ντα­να­κλά, τη θυ­μι­κή κα­τά­στα­ση του α­φη­γη­τή. Ιδιαί­τε­ρα σε αυ­τό το πρώ­το διή­γη­μα, ό­που το­νί­ζει το ρή­μα, προ­τάσ­σο­ντάς το, δεί­χνει τη νευ­ρι­κό­τη­τά του, κα­θώς κα­τα­στρώ­νει το σχέ­διο πο­λιορ­κίας, α­να­συ­ντάσ­σο­ντας τις δυ­νά­μεις του. Η διά­χυ­τη α­νυ­πο­μο­νη­σία του δί­νει έ­ναν τερ­πνό χα­ρα­κτή­ρα στην α­φή­γη­ση, κα­θώς, ου­σια­στι­κά, σκια­γρα­φεί μια αρ­χε­τυ­πι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά, ό­πως εί­ναι η αρ­σε­νι­κή α­δη­μο­νία για ό,τι μέλ­λε­ται να α­κο­λου­θή­σει.
Πλη­σιέ­στε­ρα στο ποιη­τι­κό σύ­μπαν του Αλε­ξίου βρί­σκε­ται το τέ­ταρ­το διή­γη­μα της συλ­λο­γής. Κι αυ­τό χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ε­ρω­τι­κό, μό­νο που σε αυ­τό υ­πε­ρι­σχύει η στο­χα­στι­κή διά­θε­ση. Ο τίτ­λος εί­ναι «Έτος 2001 μ.Χ.», ό­που ο α­φη­γη­τής ο­ρί­ζει ως αρ­χή του 21ου αιώ­να την πρω­το­χρο­νιά του 2001 και ό­χι του 2000, ό­πως πα­γκο­σμίως ε­ορ­τά­στη­κε. Το διή­γη­μα ε­κτυ­λίσ­σε­ται στο Σού­νιο, τό­πο προ­σφι­λή του ποιη­τι­κού “ο­δοι­πό­ρου” αλ­λά και του α­φη­γη­τή, α­φού α­πο­φα­σί­ζει να υ­πο­δε­χτεί ε­κεί τον και­νού­ριο αιώ­να. Το λυ­καυ­γές τον βρί­σκει να πε­ρι­δια­βαί­νει στο ναό του Πο­σει­δώ­να, α­να­φω­νώ­ντας τα ο­νό­μα­τα των γυ­ναι­κών της ζωής του. Κα­τα­λο­γά­δην φθά­νει τα 329, χω­ρι­σμέ­να σε έ­ξι ο­μά­δες και χω­ρίς ε­πα­να­λή­ψεις. Και πά­λι αυ­το­συ­στή­νε­ται ποιη­τής, ε­τών πε­νή­ντα, ο­μο­λο­γώ­ντας πως ζει με την ελ­πί­δα να βρει κι αυ­τός, ό­πως ό­λοι οι με­γά­λοι ποιη­τές, μια Λο­λί­τα. Εδώ εί­ναι διά­χυ­τος ο αυ­το­σαρ­κα­σμός. Από τό­ση προ­σπά­θεια που κα­τέ­βα­λε αυ­τός ο συ­στη­μα­τι­κός ε­ρα­στής για την κα­τά­κτη­ση του ω­ραίου φύ­λου, α­πέ­μει­ναν μό­νο ο­νό­μα­τα. Ακό­μη και μια νε­α­νι­κή α­γά­πη που εί­χε μεί­νει στις α­νεκ­πλή­ρω­τες ε­πι­θυ­μίες, δεν α­ντα­πο­κρί­θη­κε στο κά­λε­σμά του να υ­πο­δεχ­θούν συ­ντρο­φιά την και­νού­ρια χι­λιε­τία.
Υπάρ­χουν α­κό­μη δυο διη­γή­μα­τα. Στο έ­να, ο α­φη­γη­τής α­πο­πει­ρά­ται μια κα­τά­δυ­ση στην παι­δι­κή η­λι­κία, ε­νώ στο άλ­λο α­φη­γεί­ται έ­να ό­νει­ρο. Λυ­μέ­νοι οι λο­γι­κοί αρ­μοί, γνώ­ρι­μα στον ε­νυ­πνια­ζό­με­νο α­φη­γη­τή τα σκη­νι­κά, η α­φή­γη­ση, ό­μως, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νε­κτι­κή α­πό ό­σο θα ε­πέ­τρε­πε η ο­νει­ρι­κή α­προσ­διο­ρι­στία. Πά­ντως, στο πρώ­το κομ­μά­τι, το ε­ρω­τι­κό, οι ελ­λει­πτι­κές προ­τά­σεις α­πο­δί­δουν την αί­σθη­ση που α­φή­νει έ­να ό­νει­ρο. Τε­λι­κά, υ­πάρ­χουν ο­ρι­σμέ­νοι ποιη­τές, ι­διαί­τε­ρα κά­ποιοι της γε­νιάς του ’70, που, με τα λι­γο­στά πε­ζά τους, γεν­νούν το ε­ρώ­τη­μα, πό­σο κα­λοί πε­ζο­γρά­φοι θα γί­νο­νταν, αν εί­χαν ε­πι­δο­θεί συ­στη­μα­τι­κά, α­ντί της ποίη­σης, στην καλ­λιέρ­γεια της α­φή­γη­σης.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Μάκης Μωραΐτης «Ο Χρήστος Ευθυμίου από τα βάθη του ουρανού» Εκδόσεις Οδός Πανός Απρίλιος 2009

Με­τά “τον μέ­γι­στο των κω­μι­κώ­ν” Βα­σί­λη Λο­γο­θε­τί­δη, ο Μά­κης Μω­ραΐτης φέρ­νει “α­πό τα βά­θη του ου­ρα­νού” τον Χρή­στο Ευ­θυ­μίου. Σκη­νο­θέ­της και θεω­ρη­τι­κός του κι­νη­μα­το­γρά­φου ο Μω­ραΐτης, σε αυ­τές τις μο­νο­γρα­φίες λει­τουρ­γεί με την ευαι­σθη­σία του συγ­γρα­φέα. Για­τί μό­νο έ­νας μυ­θο­πλά­στης βιο­γρά­φος θα ξε­κι­νού­σε α­πό έ­να ό­νει­ρο, α­πό ε­κεί­να που βλέ­πει κα­νείς κο­ντά στα ξη­με­ρώ­μα­τα και με­τά, ό­λη την η­μέ­ρα τον κυ­νη­γά­νε. Ένας έ­ρη­μος σι­δη­ρο­δρο­μι­κός σταθ­μός, έ­να τρέ­νο που περ­νά­ει και α­νά­με­σα στους ε­πι­βά­τες έ­νας κο­ντό­χο­ντρος ά­ντρας, ο Χρή­στος Ευ­θυ­μίου. Ή, μάλ­λον, το φά­ντα­σμά του, πα­ρα­πο­νε­μέ­νο, α­φού κα­νέ­νας πια δεν τον θυ­μά­ται. Κι ό­μως, ή­ταν μέ­σα στην ε­κλε­κτή ε­πτά­δα των κω­μι­κώ­ν: Βα­σί­λης Λο­γο­θε­τί­δης, Βα­σί­λης Αυ­λω­νί­της, Ευ­θυ­μίου, Νί­κος Σταυ­ρί­δης, Κώ­στας Χατ­ζη­χρή­στος, Ντί­νος Ηλιό­που­λος και Θα­νά­σης Βέγ­γος. Η ιε­ράρ­χη­ση α­νή­κει στον συγ­γρα­φέα, την α­πο­δί­δει, ό­μως, στο φά­σμα του Ευ­θυ­μίου, που, σί­γου­ρα, θα την ε­πι­κρο­τού­σε.
Ο Μω­ραΐτης δεν πα­ρα­θέ­τει χρο­νο­λο­γίες. Δέ­νει α­να­με­τα­ξύ τους δια­φο­ρε­τι­κούς αν­θρώ­πους, για­τί έ­τυ­χε να γεν­νη­θούν ή να πε­θά­νουν τον ί­διο χρό­νο, κυ­ρίως, ό­μως, ε­πει­δή αυ­τός τους α­γά­πη­σε και τους συ­νέ­δε­σε στις συ­νειρ­μι­κές α­να­πο­λή­σεις του. Το 1900 γεν­νή­θη­κε ο Σε­φέ­ρης αλ­λά και ο Λο­γο­θε­τί­δης και ο Ευ­θυ­μίου. Το 1960 πέ­θα­νε ο Λο­γο­θε­τί­δης, στις 20 Φε­βρουα­ρίου, ε­νώ, στην αρ­χή της χρο­νιάς, στις 5 Ια­νουα­ρίου, μας θυ­μί­ζει πως εί­χε πε­θά­νει ο Αλ­μπέρ Κα­μύ. Τέσ­σε­ρις μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα προ­βαλ­λό­ταν στους α­θη­ναϊκούς κι­νη­μα­το­γρά­φους η με­γά­λη ε­πι­τυ­χία του Ευ­θυ­μίου, «Ένας βλά­κας και μι­σός». Ο Μω­ραΐτης ε­πι­λέ­γει να αρ­χί­σει τη βιο­γρα­φία α­πό μια φω­το­γρα­φία του 1960, τρα­βηγ­μέ­νη μή­να Ιού­νιο, στα γυ­ρί­σμα­τα της ται­νίας «Η Χιο­νά­τη και τα 7 γε­ρο­ντο­παλ­λή­κα­ρα». Εκεί­νη τη χρο­νιά, ο Ευ­θυ­μίου εί­χε γυ­ρί­σει δυο ε­πι­τυ­χη­μέ­νες κω­μω­δίες και ταυ­τό­χρο­να, εί­χε παί­ξει σε δυο θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις.
Με­τά α­πό αυ­τήν την μα­κριά ει­σα­γω­γή, ο συγ­γρα­φέ­ας σκια­γρα­φεί τη ζωή του Ευ­θυ­μίου. Αύ­γου­στο του 1900, γεν­νή­θη­κε στο Κω­στα­λέ­ξι Φθιώ­τι­δας. Γιος θε­α­τρί­νου, για τον ο­ποίο, α­πό ό,τι φαί­νε­ται, δεν υ­πάρ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεία. Τέ­λειω­σε το γυ­μνά­σιο στη Λα­μία και η στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία συ­νέ­πε­σε με την Μι­κρα­σια­τι­κή εκ­στρα­τεία. Ο Ευ­θυ­μίου υ­πη­ρε­τού­σε στο εκ­στρα­τευ­τι­κό σώ­μα, που α­πο­βι­βά­στη­κε στη Σμύρ­νη τον Μάιο του 1919. Δυ­στυ­χώς, δεν υ­πάρ­χουν πλη­ρο­φο­ρίες α­πό ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο, πά­ντως, αρ­γό­τε­ρα, του α­πο­νε­μή­θη­κε με­τάλ­λιο αν­δρείας. Τε­λείω­σε τη Νο­μι­κή Σχο­λή, αλ­λά, το 1924, θέ­λη­σε να γρα­φτεί στην νε­οϊδρυ­θεί­σα Επαγ­γελ­μα­τι­κή Σχο­λή Θεά­τρου. Σύμ­φω­να με τον Θεό­δω­ρο Συ­να­δι­νό, τον έ­γρα­ψαν χω­ρίς ε­ξε­τά­σεις, για­τί τους έ­πει­σε και μό­νο με την εμ­φά­νι­σή του, τις γκρι­μά­τσες και τον τρό­πο που τό­νι­ζε τις λέ­ξεις. Απο­φοί­τη­σε με­τά τρία χρό­νια με ά­ρι­στα. Σε σχε­τι­κό λήμ­μα του Κώ­στα Γεωρ­γου­σό­που­λου, φοί­τη­σε στη σχο­λή α­πό το 1925 μέ­χρι το 1929, με δά­σκα­λους τον Φώ­το Πο­λί­τη, τον Σπύ­ρο Με­λά και τον Αι­μί­λιο Βεά­κη. Στη συ­νέ­χεια, α­πό το 1931 μέ­χρι το 1955, α­νή­κε στο δυ­να­μι­κό του Εθνι­κού Θεά­τρου.
Ο Μω­ραΐτης α­να­κα­λεί τις με­γα­λύ­τε­ρες α­πό τις ε­πι­τυ­χίες του τό­σο στο θέ­α­τρο ό­σο και στον κι­νη­μα­το­γρά­φο. Τη με­γά­λη α­πό­φα­ση να βγει στο ε­λεύ­θε­ρο θέ­α­τρο, ο Ευ­θυ­μίου την πή­ρε το 1955. Τε­λι­κά, γρά­φτη­κε στις δέλ­τους του θεά­μα­τος ως ο πιο α­ξια­γά­πη­τος α­φε­λής. Πέ­θα­νε, ό­πως και ο Λο­γο­θε­τί­δης, α­πό α­να­κο­πή καρ­διάς, στις 3 Μαΐου 1971. Λί­γους μή­νες αρ­γό­τε­ρα πέ­θα­νε ο Σε­φέ­ρης. Το βι­βλίο του Μω­ραΐτη δεν εί­ναι μια στε­γνή κα­τα­γρα­φή. Ό,τι μπο­ρεί να χά­νει σε τεκ­μη­ρίω­ση και πλη­ρο­φο­ρίες, το κερ­δί­ζει με τους συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς τό­νους της α­φή­γη­σής του. Στα συν του βι­βλίου κα­τα­γρά­φε­ται και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση.

Ο στίχος έχει τη δική του ιστορία κάποιος τον έγραψε...

Ποιος στα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά χρό­νια μπο­ρεί να έ­μει­νε α­πα­θής και να μη ψέλ­λι­σε ή να μη χει­ρο­κρό­τη­σε σε συ­ναυ­λίες το τρα­γού­δι «Του ’παν θα βά­λεις το χα­κί/θα μπεις στην πρώ­τη τη γραμ­μή και ή­ρωας θα γί­νεις...»; Ή, πά­λι το ί­διο, αλ­λά αυ­τό πε­ρισ­σό­τε­ρο σε πο­λι­τι­κές συ­γκε­ντρώ­σεις και πο­ρείες δια­μαρ­τυ­ρίας, να πάλ­λε­ται συ­ναι­σθη­μα­τι­κά η α­τμό­σφαι­ρα, α­κού­γο­ντας στο δια­πα­σών α­π’ τα με­γά­φω­να το «Ο δρό­μος εί­χε τη δι­κή του ι­στο­ρία/κά­ποιος την έ­γρα­ψε στον τοί­χο με μπο­γιά./ Ήταν μια λέ­ξη μο­να­χά Ε­ΛΕΥ­ΘΕ­ΡΙΑ/κι έ­πει­τα εί­παν πως την έ­γρα­ψαν παι­διά...»;
Όσο α­φο­ρά τον συν­θέ­τη, εί­ναι μάλ­λον γνω­στός. Οι στί­χοι με­λο­ποιή­θη­καν α­πό τον πρόω­ρα χα­μέ­νο μου­σι­κο­συν­θέ­τη Μά­νο Λοΐζο και συ­γκα­τα­λέ­γο­νται στον κύ­κλο τρα­γου­διών με τίτ­λο «Τα τρα­γού­δια του δρό­μου». Σε έ­ναν άλ­λο κύ­κλο τρα­γου­διών, «Η πό­λη μας», του Λου­κια­νού Κη­λα­η­δό­νη, συ­να­ντά­με έ­να ε­ξί­σου γνω­στό και πο­λυ­τρα­γου­δι­σμέ­νο, το «Άσπρη μαύ­ρη η φω­το­γρα­φία/εί­χε έ­να χα­μό­γε­λο μι­σό/Στο δε­ξί πλευ­ρό του η κυ­ρία/και στο στή­θος του έ­να φυ­λα­χτό./ Μ’ έ­να γα­ρύ­φαλ­λο α­νοι­χτό στο μέ­ρος της καρ­διάς/τα ση­μα­δεύουν τα παι­διά τής κά­θε γει­το­νιάς...»
Από μια η­λι­κία και ά­νω, αυ­τή κυ­ρίως που ταυ­τί­ζε­ται με την πο­λι­τι­κή έ­ξα­ψη της πρώ­της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής πε­ριό­δου, τα εν λό­γω τρα­γού­δια και, ως έ­να βαθ­μό, οι συν­θέ­τες που τα με­λο­ποίη­σαν α­να­κα­λού­νται εύ­κο­λα στη μνή­μη. Βρί­σκε­ται, ό­μως, τό­σο πρό­χει­ρα και α­να­κα­λεί­ται με την ί­δια ευ­κο­λία, ή έ­στω και με μι­κρό­τε­ρη, το ό­νο­μα του στι­χουρ­γού; Μάλ­λον ό­χι. Εί­τε δί­καιο εί­τε ά­δι­κο ο λό­γος εί­ναι α­πλός. Από τη μία η α­συ­να­γώ­νι­στη α­κτι­νο­βο­λία του ε­κά­στο­τε τρα­γου­δι­στή και α­πό την άλ­λη το με­ρί­διο δια­ση­μό­τη­τας, που μπο­ρεί να α­πο­λαμ­βά­νει ο συν­θέ­της, ε­πι­σκιά­ζουν το ό­νο­μα του τρί­του σκέ­λους, δη­λα­δή του στι­χουρ­γού. Έτσι, μέ­σα α­πό την τρια­δι­κό­τη­τα του κά­θε τρα­γου­διού ο στι­χουρ­γός βγαί­νει πά­ντα ο πιο α­δι­κη­μέ­νος. Υπάρ­χουν, βε­βαίως, ε­ξαι­ρέ­σεις στι­χουρ­γών με α­ντο­χή και σχε­τι­κή α­να­γνώ­ρι­ση α­πό έ­να ευ­ρύ κοι­νό, ό­πως, π.χ. Λευ­τέ­ρης Πα­πα­δό­που­λος, Μά­νος Ελευ­θε­ρίου και έ­νας-δύο α­κό­μη. Μό­νο που οι ε­ξαι­ρέ­σεις δεν τα­ρά­ζουν ού­τε α­να­τρέ­πουν την κα­θιε­ρω­μέ­νη ει­κό­να για τους υ­πό­λοι­πους στι­χουρ­γούς, που δεν εί­ναι λί­γοι. Εάν, μά­λι­στα, στους ζώ­ντες προ­σθέ­σου­με και τους τε­θνεώ­τες, τό­τε φτά­νουν να με­τρούν δε­κά­δες. Ανά­με­σα σ’ αυ­τούς συ­να­ντά­με αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις, των ο­ποίων τους στί­χους ψελ­λί­σα­με κά­πο­τε εν­θου­σια­σμέ­νοι και ί­σως με νο­σταλ­γία να τους ψελ­λί­ζου­με μέ­χρι σή­με­ρα. Μια τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση εί­ναι η Κω­στού­λα Μη­τρο­πού­λου (Πει­ραιάς 1935 - Αθή­να 2004), στην ο­ποία α­νή­κουν οι τό­σο γνω­στοί στί­χοι, που μνη­μο­νεύ­σα­με πιο πά­νω.
Έτσι, ό­μως, στα ξαφ­νι­κά τη θυ­μη­θή­κα­με; Κα­θό­λου. Η α­δελ­φή της, Κά­τια Μη­τρο­πού­λου, συ­γκέ­ντρω­σε τους κα­τά και­ρούς με­λο­ποιη­μέ­νους στί­χους της και τους ε­ξέ­δω­σε σε έ­ναν τό­μο 360 σε­λί­δων με τίτ­λο «Τα τρα­γού­δια μου» (εκ­δό­σεις Μο­ντέρ­νοι Και­ροί, 2009). Εδώ, λοι­πόν, κα­τα­χω­ρεί­ται το σύ­νο­λο των στί­χων που έ­χουν με­λο­ποιη­θεί α­πό γνω­στούς συν­θέ­τες. Χρο­νο­λο­γι­κά, πρώ­τη στη σει­ρά το­πο­θε­τεί­ται η συμ­με­το­χή της Μη­τρο­πού­λου με ο­ρι­σμέ­νους στί­χους στον κύ­κλο τρα­γου­διών του Μά­νου Λοΐζου «Τα τρα­γού­δια του δρό­μου», το 1963. Το ε­πό­με­νο έ­τος έ­γρα­ψε το λι­μπρέ­το «Οδυσ­σέ­ας και Ναυ­σι­κά» σε μου­σι­κή Δη­μή­τρη Δρα­γα­τά­κη. Ακο­λου­θούν με­τά οι Χρή­στος Λε­ο­ντής, Γιάν­νης Μαρ­κό­που­λος, Λου­κια­νός Κη­λα­η­δό­νης, Χρή­στος Νι­κο­λό­που­λος και Σπύ­ρος Πα­πα­βα­σι­λείου. Στη χο­ρεία των λι­γό­τε­ρο γνω­στών συν­θε­τών, με τους ο­ποίους συ­νερ­γά­στη­κε, μπαί­νουν οι Ανα­κρέων Πα­πα­γεωρ­γίου, Γιώρ­γος Αλου­πο­γιάν­νης, Νί­κος Δα­νί­κας, Κώ­στας Μυ­λω­νάς, Άγγε­λος Σέ­μπος και Πά­νος Τρια­ντα­φυλ­λί­δης. Σ’ αυ­τήν την ο­μά­δα συν­θε­τών ε­ντάσ­σε­ται και έ­νας α­ριθ­μός με­λο­ποιη­μέ­νων στί­χων που α­κού­στη­καν μό­νο σε συ­ναυ­λίες. Με άλ­λα λό­για, δεν ευ­τύ­χη­σαν να κυ­κλο­φο­ρή­σουν σε δί­σκο. Πά­ντως, έ­να με­γά­λο πο­σο­στό, πά­νω α­πό το έ­να τρί­το του συ­νό­λου των στί­χων, εί­ναι με­λο­ποιή­σεις α­πό θε­α­τρι­κά έρ­γα. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για έ­να στοι­χείο που δεν πρέ­πει να μας ξε­νί­ζει, α­φού συ­νυ­φαί­νε­ται και α­πο­τε­λεί α­να­πό­σπα­στο μέ­ρος της υ­πό­λοι­πης συγ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας της Μη­τρο­πού­λου.
Ευ­και­ρία, λοι­πόν, να υ­πεν­θυ­μί­σου­με ό­τι η Κω­στού­λα Μη­τρο­πού­λου μπο­ρεί, φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον, να α­δι­κεί­ται ως στι­χουρ­γός, ω­στό­σο, αυ­τή η «α­δι­κία» α­ντι­σταθ­μί­ζε­ται. Πα­ρα­μέ­νει γνω­στή κυ­ρίως ως πε­ζο­γρά­φος και συγ­γρα­φέ­ας θε­α­τρι­κών έρ­γων. Πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται με α­φη­γη­μα­τι­κά κεί­με­να στη φι­λο­λο­γι­κή σε­λί­δα της «Βρα­δυ­νής» το 1955 (= ε­πο­χή που την ε­πι­με­λεί­ται ο Μπά­μπης Κλά­ρας, μι­κρό­τε­ρος α­δελ­φός του Θα­νά­ση) και λί­γο αρ­γό­τε­ρα, το 1958, εκ­δί­δει το πρώ­το της βι­βλίο, τη νου­βέ­λα «Η Χώ­ρα με τους ή­λιους». Την ί­δια πε­ρίο­δο, κά­που, δη­λα­δή, στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’60, έ­κα­νε ντε­μπού­το και ως θε­α­τρι­κή συγ­γρα­φέ­ας. Έκτο­τε και μέ­χρι το 2004, α­κο­λού­θη­σε μια πυ­κνή σει­ρά πε­ζών (μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, διη­γή­μα­τα, νου­βέ­λες) και θε­α­τρι­κών έρ­γων. Για την α­κρί­βεια, έ­χει εκ­δώ­σει συ­νο­λι­κά 47 τίτ­λους, ε­νώ με­τά θά­να­τον προ­στέ­θη­καν μα­ζί με «Τα τρα­γού­δια μου» άλ­λοι δύο. Αθροι­σμέ­νοι, δη­λα­δή τε­λι­κό σύ­νο­λο, με­τρά­με 49 τίτ­λους, α­ριθ­μός κα­θό­λου ευ­κα­τα­φρό­νη­τος.
Ολο­κλη­ρώ­νο­ντας, να ση­μειώ­σου­με ό­τι στις μι­κρές ελ­λεί­ψεις του τό­μου πρέ­πει να κα­τα­χω­ρη­θεί η α­που­σία ε­νη­με­ρω­τι­κού προ­λο­γι­κού κει­μέ­νου. Επί­σης, σε ό,τι α­φο­ρά τα ε­πι­μέ­ρους, α­που­σιά­ζουν οι χρο­νο­λο­γίες με­λο­ποίη­σης των στί­χων και οι πρε­μιέ­ρες, ό­ταν πρό­κει­ται για θε­α­τρι­κά τρα­γού­δια. Πό­τε, για πα­ρά­δειγ­μα, πού και πό­σες α­κρι­βώς πα­ρα­στά­σεις μπο­ρεί να έ­δω­σε το χο­ρό­δρα­μα «Οδυσ­σέ­ας και Αφρο­δί­τη» σε μου­σι­κή Δη­μή­τρη Δρα­γα­τά­κη και μου­σι­κή διεύ­θυν­ση Αργύ­ρη Κου­νά­δη; Ού­τε, βέ­βαια, εί­ναι α­νά­ξια υ­πό­μνη­σης η πλη­ρο­φο­ρία το πό­σους δί­σκους μπο­ρεί να έ­χει α­ριθ­μη­τι­κά φτά­σει «Ο Δρό­μος» του Μά­νου Λοΐζου ή «Η πό­λη μας», του Λου­κια­νού Κη­λα­η­δό­νη ως τη στιγ­μή της έκ­δο­σης του τό­μου. Μπο­ρεί ως πλη­ρο­φο­ρίες να θεω­ρού­νται δευ­τε­ρεύου­σας ση­μα­σίας και α­βα­σά­νι­στα να χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται πε­ριτ­τός φι­λο­λο­γι­σμός, έ­χουν, ό­μως, κά­ποια α­ξία, του­λά­χι­στον για αυ­τούς που με­λε­τούν με­θο­δι­κά τον το­μέα του ελ­λη­νι­κού τρα­γου­διού. Ενδέ­χε­ται, βε­βαίως, αυ­τές οι ε­πι­ση­μάν­σεις να ε­κλη­φθούν ως σχο­λα­στι­κι­σμός σε ε­που­σιώ­δεις α­δυ­να­μίες του τό­μου. Δεν α­πο­κλείε­ται, δη­λα­δή, να έ­χου­με πέ­σει σε μεμ­ψι­μοι­ρία, πα­ρα­βλέ­πο­ντας άλ­λα, πιο ου­σιώ­δη. Εάν τυ­χόν ι­σχύει, δι­κό μας λά­θος,
Πέ­τρος Κα­λα­βρός

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

Άλλος αντ’ άλλου

Η φω­το­γρα­φία, μα­ζί με τη λε­ζά­ντα της, δη­μο­σιεύ­τη­κε στον τό­μο «Εμφύ­λιος Πό­λε­μος. 60 χρό­νια α­πό τη λή­ξη του», που ε­ξέ­δω­σε ε­πε­τεια­κά η ε­φη­με­ρί­δα «Ελευ­θε­ρο­τυ­πία» (29/8/09). Μα­ζί με άλ­λες, ει­κο­νο­γρα­φού­σε ε­κτε­νές κεί­με­νο του Βα­σί­λη Κα­λα­μα­ρά, με τίτ­λο «Με­λά­νι α­πό αί­μα. Δια­νοού­με­νοι και λο­γο­τέ­χνες α­πέ­να­ντι στον Εμφύ­λιο». Στις 28 Σε­πτεμ­βρίου δη­μο­σιεύ­τη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα μια μάλ­λον θυ­μω­μέ­νη ε­πι­στο­λή του Ακα­δη­μαϊκού Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού, στην ο­ποία ε­πι­ση­μαί­νο­νται “λα­θρο­χει­ρίες“ του συ­ντά­κτη. Σχε­τι­κά με τη φω­το­γρα­φία πα­ρα­τη­ρεί: «Αλλά οι λα­θρο­χει­ρίες δεν στα­μα­τούν ε­δώ. Το άρ­θρο συ­νο­δεύουν πολ­λές φω­το­γρα­φίες συγ­γρα­φέων κυ­ρίως, για τους ο­ποίους γί­νε­ται κά­ποια μνεία σ’ αυ­τό. Ανά­με­σά τους και χω­ρίς κα­νέ­να λό­γο, υ­πάρ­χει πορ­τρέ­το του γνω­στού Ιτα­λού με­λε­τη­τή της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας Μά­ριο Βί­τι. Χω­ρίς κα­νέ­να λό­γο;»
Στη συ­νέ­χεια, α­ντι­γρά­φει τη λε­ζά­ντα και πα­ρα­θέ­τει το α­πό­σπα­σμα α­πό την «Ιστο­ρία της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας» του Βίτ­τι, ό­που γί­νε­ται α­να­φο­ρά στο ε­πί­μα­χο βι­βλίο του, το «Ορθο­κω­στά». Για να κα­τα­λή­ξει με το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο αυ­τές οι “λα­θρο­χει­ρίες” “ο­φεί­λο­νται σε α­να­γνω­στι­κή-α­ντι­λη­πτι­κή α­νε­πάρ­κεια του συ­ντά­κτη ή πρό­κει­ται για μια ε­σκεμ­μέ­νη δια­στρέ­βλω­ση”.
Η α­γα­νά­κτη­ση φαί­νε­ται πως θο­λώ­νει και το θρυ­λού­με­νο ως διαυ­γές πνεύ­μα ε­νός Ακα­δη­μαϊκού. Και μά­λι­στα, σε τέ­τοιο βαθ­μό ώ­στε να μην α­να­γνω­ρί­ζει την ό­μορ­φη κο­ψιά του Οδυσ­σέα Ελύ­τη. Πά­ντως, για την ι­στο­ρία, ε­κεί­νο το πρωι­νό, στο Πα­ρί­σι του 1951, ο Βίτ­τι βρι­σκό­ταν πί­σω α­πό το φω­το­γρα­φι­κό φα­κό και ό­χι αυ­τά­ρε­σκα έ­μπρο­σθέν του. Μά­λι­στα, την α­κρι­βή ταυ­τό­τη­τα της φω­το­γρα­φίας ο Βίτ­τι τη συ­μπλη­ρώ­νει στο φω­το­γρα­φι­κό του λεύ­κω­μα («Γρα­φείο με θέα. Φω­το­γρα­φίες 1948-1981») με το ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κό λο­γο­παί­γνιο: «Τον έ­στη­σα για να τον φω­το­γρα­φί­σω δί­πλα στον κλο­σάρ χά­ριν του “Ελύ­της/α­λή­της”.»
Ανα­δη­μο­σιεύου­με την φω­το­γρα­φία, ό­χι μό­νο προς α­πο­κα­τά­στα­ση του ει­κο­νι­ζό­με­νου προ­σώ­που και του φω­το­γρά­φου, αλ­λά και ε­πε­τεια­κά. Υπεν­θυ­μί­ζου­με, λοι­πόν, ό­τι στις 18 Οκτω­βρίου συ­μπλη­ρώ­νο­νται δυο δε­κα­ε­τίες α­πό την α­να­κοί­νω­ση της α­πο­νο­μής του βρα­βείου Νό­μπελ στον Ελύ­τη. Άντε μή­πως και τρι­τώ­σει, αλ­λά στην πε­ζο­γρα­φία αυ­τή τη φο­ρά, χω­ρίς ε­μπά­θειες και με κα­θα­ρό­τη­τα πνεύ­μα­τος.
Π. Κ.

Ανόθευτες όψεις από τη Σίφνο

Γιώρ­γος Κα­βαλ­λιε­ρά­κης
«Σίφ­νος α­πό πη­λό και σύν­νε­φο»
Επι­λο­γή κει­μέ­νω­ν: Θ. Θ. Νιάρ­χος
Λε­ζά­ντες φω­το­γρα­φιώ­ν:
Στ. Φα­σου­λής. Δί­γλωσ­ση έκ­δο­ση
(ελ­λη­νι­κά, αγ­γλι­κά). Δή­μος Σίφ­νου,
Εκδ. Κα­στα­νιώ­της, Ιού­νιος 2009

Τα λευ­κώ­μα­τα δεν έ­χουν α­νά­γκη του βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή, α­φού οι φω­το­γρα­φίες α­πό μό­νες τους συ­νι­στούν ι­σχυ­ρό δέ­λε­αρ. Εκτός κι αν πρό­κει­ται για ει­κα­στι­κό κρι­τι­κό, που προ­τί­θε­ται να α­πο­τι­μή­σει την αι­σθη­τι­κή τους. Ένας πα­ρό­μοιος δια­με­σο­λα­βη­τής θα μπο­ρού­σε να λει­τουρ­γή­σει ε­πι­κου­ρι­κά στην πε­ρί­πτω­ση που ο φω­το­γρά­φος δεν εί­ναι ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στός. Για­τί, κα­κά τα ψέ­μα­τα, μπο­ρεί να λέ­νε πως μια φω­το­γρα­φία α­ξί­ζει ό­σο χί­λιες λέ­ξεις, έ­να, ό­μως, διά­ση­μο ό­νο­μα με­τρά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο και α­πό χί­λιες φω­το­γρα­φίες. Ας μην λη­σμο­νού­με πως ζού­με στην ε­πο­χή που ξε­τρε­λαί­νε­ται με τις δια­ση­μό­τη­τες. Κυ­ρια­κή ε­κλο­γών σή­με­ρα και οι συ­μπο­λί­τες μας θα ψη­φί­σουν με το ό­ρα­μα να κα­λυ­φθούν κά­πο­τε τα έ­δρα­να της Βου­λής α­πό κά­θε εί­δους σταρ.
Εκτός, ό­μως, α­πό το ό­νο­μα του φω­το­γρά­φου, το εν­δια­φέ­ρον ε­νός λευ­κώ­μα­τος ε­ξαρ­τά­ται, σε με­γά­λο βαθ­μό, α­πό το θέ­μα των φω­το­γρα­φιών. Κι ό­ταν πρό­κει­ται για τό­πο, α­πό την ε­πω­νυ­μία, που κι αυ­τός με τη σει­ρά του α­πο­λαμ­βά­νει. Οπό­τε, αν ο τό­πος δεν α­νή­κει στα του­ρι­στι­κά θέ­ρε­τρα, με άλ­λα λό­για, στα προ­πύρ­για της λε­γό­με­νης βα­ριάς βιο­μη­χα­νίας του του­ρι­σμού, ο βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής θα πρέ­πει να πλέ­ξει ε­γκώ­μια, μή­πως και, μέ­σω του λευ­κώ­μα­τος, σπρώ­ξει τον εν λό­γω τό­πο ως κα­τα­να­λω­τι­κό α­γα­θό στην του­ρι­στι­κή α­γο­ρά.
Στην πε­ρί­πτω­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου λευ­κώ­μα­τος, ο φω­το­γρά­φος Γιώρ­γος Κα­βαλ­λιε­ρά­κης δεν α­νή­κει, προ­σώ­ρας του­λά­χι­στον, στη χο­ρεία των διά­ση­μων, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει πως δεν εί­ναι γνω­στός, ι­διαί­τε­ρα στο χώ­ρο της του­ρι­στι­κής φω­το­γρα­φίας. Επί­σης, η Σίφ­νος δεν κα­τα­χω­ρεί­ται α­πό τους διε­θνείς τα­ξι­διω­τι­κούς ο­δη­γούς στους του­ρι­στι­κούς πα­ρά­δει­σους της Ελλά­δας. Όσο για ε­μάς, που α­νή­κου­με στο, κα­τά γε­νι­κή ο­μο­λο­γία, πα­ρω­χη­μέ­νο εί­δος των βι­βλιο­πα­ρου­σια­στών, την μεν τέ­χνη του Κα­βαλ­λιε­ρά­κη εί­μα­στε α­ναρ­μό­διοι να την σχο­λιά­σου­με, α­νε­ξάρ­τη­τα αν κοι­τά­ζο­ντας τις φω­το­γρα­φίες του μας κα­τα­κλύ­ζει αί­σθη­μα γλυ­κιάς ευ­δαι­μο­νίας, την δε Σίφ­νο έ­χου­με τη διά­θε­ση μάλ­λον να την δυ­σφη­μί­σου­με πα­ρά να την κα­λο­συ­στή­σου­με, μή­πως και την κρα­τή­σου­με έ­ναν τό­πο μυ­στι­κό. Φτά­νουν τα πα­ρα­λη­ρού­ντα α­πό εν­θου­σια­σμό δη­μο­σιεύ­μα­τα ό­σων φι­λο­ξε­νού­νται στο νη­σί για δυο-τρεις μέ­ρες, συ­νή­θως με α­φορ­μή τα ε­γκαί­νια κά­ποιας κα­λο­και­ρι­νής έκ­θε­σης. Ήδη, πλη­θαί­νουν ε­πι­κίν­δυ­να οι του­ρί­στες, προ πά­ντων οι Αθη­ναίοι, που α­πο­βαί­νουν και οι πλέ­ον κα­τα­στρο­φι­κοί, δε­δο­μέ­νου ό­τι “κα­βά­λα πα­ν’ στην εκ­κλη­σιά, κα­βά­λα προ­σκυ­νά­νε”, ό­περ ε­στί με­θερ­μη­νευό­με­νον ε­πο­χού­με­νοι πα­ν’ στο νη­σί, ε­πο­χού­με­νοι το πε­ριέρ­χο­νται.
Πά­ντως, μας κα­θη­συ­χά­ζει το γε­γο­νός πως το συ­γκε­κρι­μέ­νο λεύ­κω­μα δεν φαί­νε­ται να ορ­μά­ται α­πό του­ρι­στι­κά κί­νη­τρα. Το έ­φτια­ξαν τρεις ε­πή­λυ­δες της Σίφ­νου, ο φω­το­γρά­φος και οι δύο ε­πι­με­λη­τές. Εί­ναι κά­τοι­κοι της πρω­τεύου­σας, που ε­ρω­τεύ­τη­καν το νη­σί και το ε­πέ­λε­ξαν ως προ­νο­μιού­χο τό­πο ξε­κού­ρα­σης. Γι’ αυ­τό και το λεύ­κω­μά τους πα­ρου­σιά­ζει μια Σίφ­νο, που δεν έ­χει α­κό­μη νο­θευ­τεί. Ο φω­το­γρα­φι­κός φα­κός ε­πι­λέ­γει προ­σε­κτι­κά τις ό­ψεις του νη­σιού, α­πο­φεύ­γο­ντας τις οι­κι­στι­κές αλ­λοιώ­σεις και τις του­ρι­στι­κές ε­πεμ­βά­σεις. Προ­τι­μά τις κο­ντι­νές λή­ψεις, ε­στιά­ζο­ντας στη λε­πτο­μέ­ρεια ή και στρε­φό­με­νος στα βρά­χια και τη θά­λασ­σα. Πα­ρα­κά­μπτει τις τραυ­μα­τι­σμέ­νες πλα­γιές, ι­διαί­τε­ρα τις βου­νο­κορ­φές, ό­που τα κτί­σμα­τα σαν νεό­κο­ποι βι­γλά­το­ρες κα­τα­στρέ­φουν την αρ­μο­νία των κα­μπυ­λό­γραμ­μων σχη­μά­των. Κα­τα­φεύ­γει στους δια­τη­ρη­τέ­ους οι­κι­σμούς και πά­λι, ό­μως, εκ του σύ­νεγ­γυς. Πα­ρα­δό­ξως, κα­τορ­θώ­νει α­κό­μη και οι λι­γο­στές στις φω­το­γρα­φίες αν­θρώ­πι­νες φι­γού­ρες να πα­ρου­σιά­ζο­νται σε ει­δυλ­λια­κά στιγ­μιό­τυ­πα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα οι φω­το­γρα­φίες α­πό το Βα­θύ, ό­που έ­να α­πό τα ε­κλε­κτά τέ­κνα της Σίφ­νου πραγ­μα­το­ποίη­σε το κο­ρυ­φαίο έρ­γο α­ξιο­ποίη­σης των τε­λευ­ταίων χρό­νων, με­τα­τρέ­πο­ντας έ­ναν θα­λε­ρό ε­λαιώ­να σε ξε­νο­δο­χείο πέ­ντε α­στέ­ρων με γή­πε­δα γκολ­φ-τέ­νις και πι­σί­να πα­ρά θι­ν’ α­λός. Κι ό­μως, οι φω­το­γρα­φίες υ­πό­σχο­νται “τον ε­πί γης πα­ρά­δει­σο”, που θυ­μά­ται ο Στα­μά­της Φα­σου­λής.
Την ψευ­δαι­σθη­σια­κή και τό­σο λυ­τρω­τι­κή ει­κό­να των φω­το­γρα­φιών συν­δρά­μει η αν­θο­λό­γη­ση των κει­μέ­νω­ν: ποιή­μα­τα, τα­ξι­διω­τι­κές ε­ντυ­πώ­σεις και με­λέ­τες για την αλ­λο­τι­νή Σύ­ρο. Στα α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κά προ­τάσ­σε­ται πο­λύ­στι­χο ποίη­μα α­πό τον 19ο αιώ­να, ύ­μνο στη φύ­ση και τους αν­θρώ­πους της θά­λασ­σας, του Αρι­στο­μέ­νη Προ­βε­λέγ­γιου. Εί­ναι ο σίφ­νιος ποιη­τής, που έ­χει α­φή­σει τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πτά ί­χνη στο νη­σί, α­πό το οι­κο­γε­νεια­κό του αρ­χο­ντι­κό στο κέ­ντρο της Σίφ­νου μέ­χρι το κε­λί στο μο­να­στή­ρι της Χρυ­σο­πη­γής, ό­που ρέμ­βα­ζε. Και α­κό­μη, οι­κο­γε­νεια­κά εκ­κλη­σί­δρια, α­φιε­ρω­μα­τι­κές ει­κό­νες και την προ­το­μή του στα Σχο­λεία, έρ­γο του φί­λου του Γιαν­νού­λη Χα­λε­πά. Στο κεί­με­νό του ο να­ξιώ­της συγ­γρα­φέ­ας Πέ­τρος Γλέ­ζος το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “μέ­τριο έρ­γο”, χρή­σι­μο μό­νο για να δι­δά­σκει στα παι­διά πως η ποίη­ση φέρ­νει δό­ξα. Ακο­λου­θούν δύο ποιή­μα­τα με­τα­γε­νέ­στε­ρα, δια­φο­ρε­τι­κής πνοής, του έ­τε­ρου σίφ­νιου ποιη­τή, του Ιωάν­νη Γρυ­πά­ρη. Και έ­να α­κό­μη, γε­μά­το νο­σταλ­γία, του νεό­τε­ρου σίφ­νιου ποιη­τή, α­νι­ψιού του Προ­βο­λέγ­γιου, Γιώρ­γου Λί­κου, γραμ­μέ­νο στο Πα­ρί­σι, το 1961. Απο­μέ­νει το ποίη­μα της Κο­ρα­λίας Θε­ο­το­κά. Πα­ρό­τι δεν υ­πήρ­ξε Σίφ­νια -ί­σως το έ­γρα­ψε πε­ρα­στι­κή α­πό το νη­σί, ό­ταν ερ­γα­ζό­ταν ως ξε­να­γός- το ποίη­μά της δεν υ­στε­ρεί σε λυ­ρι­κούς τό­νους. Στο λεύ­κω­μα φι­λο­ξε­νεί­ται έ­νας α­κό­μη σίφ­νιος ποιη­τής, του­λά­χι­στον στην κα­τα­γω­γή, ο Τί­τος Πα­τρί­κιος. Αυ­τός, ό­μως, δεν γρά­φει στί­χους, μό­νο θυ­μά­ται, τα­ξι­δεύο­ντας για Μύ­κο­νο, την Σίφ­νο των παι­δι­κών του χρό­νων . Τη νο­σταλ­γι­κή του διά­θε­ση την κα­τα­πο­λε­μά­ει με την αι­σιό­δο­ξη σκέ­ψη πως στα εν­διά­με­σα χρό­νια δεν έ­γι­ναν μό­νο κα­τα­στρο­φές.
Δε­δο­μέ­νου ό­τι το φυλ­λο­μέ­τρη­μα ε­νός λευ­κώ­μα­τος μπο­ρεί να ε­πέ­χει τη θέ­ση και μιας πρώ­της γνω­ρι­μίας με τον τό­πο, ως ει­σα­γω­γή και ε­πί­λο­γος στο λεύ­κω­μα, α­να­δη­μο­σιεύο­νται δυο κεί­με­να α­πό έ­να προ δε­κα­τριών ε­τών α­φιέ­ρω­μα στη Σίφ­νο: μια ι­στο­ρι­κή δια­δρο­μή α­πό τους βυ­ζα­ντι­νούς χρό­νους μέ­χρι σή­με­ρα του κα­τά το ή­μι­συ σίφ­νιου ι­στο­ριο­δί­φη Σί­μου Συ­μεω­νί­δη και μια α­να­φο­ρά στα σιφ­νιώ­τι­κα πα­νη­γύ­ρια α­πό τον κα­θη­γη­τή λα­ο­γρα­φίας Στέ­φα­νο Ημέλ­λο. Όσο για τα πε­ζά, κυ­ριαρ­χεί, σε τρεις συ­νέ­χειες, το τα­ξι­διω­τι­κό του Ηλία Βε­νέ­ζη, α­πό μια ε­πί­σκε­ψή του στο νη­σί το 1960, ε­νώ την πα­ρά­στα­ση κλέ­βει η Σίφ­νος του Πα­να­γιώ­τη Τέ­τση. Σε α­νά­λα­φρα ει­ρω­νι­κούς τό­νους πε­ρι­γρά­φει την ο­δύσ­σεια, που σή­μαι­νε το τα­ξί­δι στη νη­σί εν έ­τει 1964, για να φτά­σει στο ε­πό­με­νο πρωι­νό, ό­ταν πρω­το­α­ντί­κρυ­σε το “α­πολ­λώ­νιο φως” της Σίφ­νου. Αρκεί­ται σε έ­να μό­νο κά­δρο: το Κά­τω Πε­τά­λι στα χα­μη­λά της ρε­μα­τιάς και α­ρι­στε­ρά, στην κο­ρυ­φο­γραμ­μή ο Χρυ­σό­στο­μος της Φυ­τειάς, με τον γε­ρο­φοί­νι­κα α­κό­μη όρ­θιο, πριν ο­ρι­ζο­ντιω­θεί και πριν α­νε­γερ­θεί το ο­μώ­νυ­μο ξε­νο­δο­χείο. Μια ει­κα­στι­κή ό­ψη, που, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, δεν τόλ­μη­σε πο­τέ να α­πο­δώ­σει ζω­γρα­φι­κά, α­φή­νο­ντάς την στον χρω­στή­ρα της γρα­φί­δας του.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου