Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

Ημερολόγιο 2010 Κρήτη

Οι εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο συ­νε­χί­ζουν και ε­φέ­τος τη νεό­τευ­κτη σει­ρά των η­με­ρο­λο­γίων “πα­τρι­δο­γνω­σίας”. Με­τά το περ­σι­νό για την “πέ­τρι­νη” Ήπει­ρο, έρ­χε­ται το η­με­ρο­λό­γιο της θα­λάσ­σιας Κρή­της. Πρό­κει­ται και πά­λι για έ­να γνή­σιο η­με­ρο­λό­γιο πα­τρι­δο­γνω­σίας, που φι­λο­δο­ξεί να προ­σφέ­ρει κα­λύ­τε­ρη γνω­ρι­μία με την Με­γα­λό­νη­σο α­πό πλεί­στες ό­σες πλευ­ρές· ι­στο­ρι­κή, γεω­γρα­φι­κή, λα­ο­γρα­φι­κή, πο­λι­τι­σμι­κή. Απλω­μέ­νη η Κρή­τη α­νά­με­σα στις τρεις η­πεί­ρους του Πα­λαιού Κό­σμου, σύμ­φω­να και με τη σχο­λι­κή πα­τρι­δο­γνω­σία, κλεί­νει προς Νό­το το Αι­γαίο Πέ­λα­γος και με τη νή­σο Γαύ­δο κα­τέ­χει το νο­τιό­τε­ρο ά­κρο της Ευ­ρω­παϊκής Ηπεί­ρου. “Ένα κα­ρά­βι τρι­κά­ταρ­το” το νη­σί, ό­πως εί­ναι και ο τίτ­λος του Ημε­ρο­λο­γίου, δα­νει­σμέ­νος α­πό τον Νί­κο Κα­ζα­ντζά­κη, που έ­γρα­φε, “Ένα κα­ρά­βι τρι­κά­ταρ­το ή­ταν η Κρή­τη, με τις τρεις α­ψη­λές βου­νο­κορ­φές, τα Λευ­κά Όρη, τον Ψη­λο­ρεί­τη, τη Δί­χτη, κι αρ­μέ­νι­ζε μέ­σα στους α­φρούς”. Για­τί ό­μως “ή­τα­ν” και ό­χι “εί­ναι”; Τα Λευ­κά Όρη ή Μα­δά­ρες, ο Ψη­λο­ρεί­της ή Ίδη και η λί­γο χα­μη­λό­τε­ρη Δί­χτη ή Λα­σι­θιώ­τι­κα Όρη βρί­σκο­νται πά­ντο­τε στη θέ­ση τους, κα­θώς προ­χω­ρού­με α­πό Δυ­σμάς προς Ανα­το­λάς. Μέ­νει, ω­στό­σο, ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο η Με­γα­λό­νη­σος ε­ξα­κο­λου­θεί να αρ­με­νί­ζει κα­τα­πώς έ­κα­νε τα πα­λαιά χρό­νια, έ­χο­ντας εν­σω­μα­τω­θεί α­πό την 1η Δε­κεμ­βρίου 1913, σύμ­φω­να και με το χρο­νο­λό­γιο του Ημε­ρο­λο­γίου, στον ελ­λα­δι­κό κορ­μό. Η Κρή­τη α­πο­τε­λεί πε­ρί­που το 6% της ελ­λη­νι­κής ε­πι­κρά­τειας, ε­νώ δια­τη­ρεί πλη­θυ­σμια­κά έ­να λί­γο μι­κρό­τε­ρο πο­σο­στό.
Γέν­νη­μα θρέμ­μα Κρη­τι­κός ο ε­πι­με­λη­τής του Ημε­ρο­λο­γίου, Δη­μή­τρης Χατ­ζη­κων­στα­ντί­νου, γνω­ρί­ζει κα­λά τον τό­πο και αυ­τό φαί­νε­ται α­πό τη με­γά­λη ποι­κι­λία του υ­λι­κού, που συ­γκε­ντρώ­νει: Ιδιό­λε­κτες “κρη­τι­κο­πού­λες” λέ­ξεις. Ένα πλή­θος α­πό μα­γει­ρι­κές συ­ντα­γές, πα­ρου­σια­σμέ­νες α­πό τις γυ­ναί­κες, που τις α­κο­λου­θούν μέ­χρι σή­με­ρα, πα­ρα­σκευά­ζο­ντας τις το­πι­κές λι­χου­διές. Κα­τα­λό­γους εν­δη­μι­κών α­ρω­μα­τι­κών φυ­τών και πε­ρι­γρα­φές κά­ποιων α­πό αυ­τά, ό­πως ο δί­κτα­μος, το φυ­τό του ό­ρους Δί­κτη, που λέ­γε­ται και Έρω­ντας και το ο­ποίο οι Σφα­κια­νοί πε­ρι­συλ­λέ­γουν σε α­πρό­σι­τους γκρε­μνούς. Πε­ρι­γρα­φές ντό­πιων φο­ρε­σιών συ­νο­δευό­με­νες α­πό φω­το­γρα­φίες. Στί­χους τρα­γου­διών και πε­ρι­γρα­φές χο­ρών. Ακό­μη, πα­ροι­μίες, παι­χνί­δια έως και για­τρο­σό­φια. Άλλα πο­λύ­πλο­κα και άλ­λα τε­λείως κα­θη­με­ρι­νά, ό­πως η ο­με­λέ­τα με τυ­ρί, που πί­στευαν πως στα­μα­τού­σε την αι­μορ­ρα­γία της λε­χώ­νας. Μέ­χρι και γε­λοιο­γρα­φίες α­πό ε­φη­με­ρί­δες πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­νη που εί­χε δη­μο­σιεύ­σει, εν έ­τει 1897, η βρε­τα­νι­κή «Punch», με τη λε­ζά­ντα: “Η κυ­ρά-Ευ­ρώ­πη προς τη μι­κρή Κρή­τη: «Μην κλαις, κα­λό μου· πα­ρα­κά­λε­σα αυ­τόν τον κα­λό κι ευ­γε­νι­κό τούρ­κο χω­ρο­φύ­λα­κα να μεί­νει ε­δώ, να σε φρο­ντί­ζει.»”
Διεκ­δι­κώ­ντας ο ε­πι­με­λη­τής, α­πό τις αρ­χές του τρέ­χο­ντος αιώ­να, θέ­ση στην ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία, ή­δη με τρία βι­βλία στο ε­νερ­γη­τι­κό του, πα­ρα­θέ­τει ως κορ­μό του Ημε­ρο­λο­γίου αν­θο­λό­γιο λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων κρη­τι­κών συγ­γρα­φέων. Ωστό­σο, πα­ρό­λο που εί­ναι δά­σκα­λος το ε­πάγ­γελ­μα, δεν εμ­φα­νί­ζε­ται κα­θό­λου σχο­λα­στι­κός στον τρό­πο πα­ρά­θε­σης του υ­λι­κού. Σε κά­θε σε­λί­δα δη­μιουρ­γεί έ­να ευ­φά­ντα­στο κο­λά­ζ, συν­δυά­ζο­ντας κεί­με­να, φω­το­γρα­φίες και μι­κρά έγ­χρω­μα κα­ρε­δά­κια για ό,τι θέ­λει να ε­ξά­ρει. Αυ­τός ο τρό­πος πα­ρά­θε­σης κι­νεί το εν­δια­φέ­ρον ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου κοι­νού, ί­σως, ό­μως, να δυ­σκο­λέ­ψει έ­ναν φι­λο­μα­θή. Για πα­ρά­δειγ­μα, τα σύ­ντο­μα βιο­γρα­φι­κά ση­μειώ­μα­τα, που προ­βλέ­πο­νται για τους πα­λαιό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, δεν πα­ρα­κο­λου­θούν τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα έρ­γα τους. Επί­σης, στην πα­ρά­τα­ξη των λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων, ι­δίως ε­κεί­νων που κα­τα­λαμ­βά­νουν μια ο­λό­κλη­ρη σε­λί­δα, δεν δια­τη­ρεί­ται η γε­νε­α­λο­γι­κή σει­ρά. Αντί­θε­τα, οι πρώ­τοι έ­σο­νται τε­λευ­ταίοι. Λ.χ., στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες, εμ­φα­νί­ζε­ται ο Βι­τσέ­ντζος Κορ­νά­ρος με τον «Ερω­τό­κρι­το» και ο Γεώρ­γιος Χορ­τά­τσης, αυ­τός χω­ρίς την «Ερω­φί­λη». Όπως και να έ­χει, οι συγ­γρα­φι­κές προ­τι­μή­σεις εί­ναι σα­φείς. Ο α­δια­φι­λο­νί­κη­τος συγ­γρα­φέ­ας της Κρή­της εί­ναι ο Κα­ζα­ντζά­κης. Ενώ, α­πό τον Ιωάν­νη Κον­δυ­λά­κη ή τον Πα­ντε­λή Πρε­βε­λά­κη και την Έλλη Αλε­ξίου προ­κρί­νει τους νεό­τε­ρους, της γε­νιάς του ’70 και τους κα­το­πι­νούς, μέ­χρι τους νεό­τα­τους, που εμ­φα­νί­στη­καν μα­ζί με αυ­τόν τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Με­τα­ξύ άλ­λων, πε­ρι­λαμ­βά­νει και α­πο­σπά­σμα­τα α­πό ε­κλε­κτά πε­ζά, ό­πως, λ.χ., το «Flora Mirabilis» της Κλαί­ρης Μι­τσο­τά­κη και τα διη­γή­μα­τα της Νί­κης Τρουλ­λι­νού. Πά­ντως, ι­διαί­τε­ρη θέ­ση ε­πι­φυ­λάσ­σει στην Ρέα Γα­λα­νά­κη. Απο­ρού­με, ω­στό­σο, για­τί πα­ρα­κά­μπτει το κα­τ’ ε­ξο­χήν κρη­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μά της, «Αμί­λη­τα, βα­θιά νε­ρά. Η α­πα­γω­γή της Τα­σού­λας».
Εκτός α­πό λο­γο­τέ­χνες, πα­ρου­σιά­ζει ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα και σχε­δόν σε ί­ση έ­κτα­ση, μου­σι­κούς. Το μό­νο που α­που­σιά­ζει εί­ναι η με­τα­βυ­ζα­ντι­νή τέ­χνη της Κρή­της και οι ζω­γρά­φοι της. Χω­ρίς αυ­τή η πα­ρά­λει­ψη να δεί­χνει α­ντιεκ­κλη­σια­στι­κό πνεύ­μα, α­φού πα­ρα­τί­θε­νται βίοι α­γίων και στο Ημε­ρο­λό­γιο υ­πάρ­χει το κα­θη­με­ρι­νό ε­ορ­το­λό­γιο που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, πα­ρα­λεί­πε­ται συ­στη­μα­τι­κά. Το Ημε­ρο­λό­γιο συ­μπλη­ρώ­νε­ται με α­κρι­βές Χρο­νο­λό­γιο Κρή­της και τη σχε­τι­κή κρη­τι­κή βι­βλιο­γρα­φία. Όσο α­φο­ρά το ει­κο­νο­γρα­φι­κό υ­λι­κό, το Ημε­ρο­λό­γιο α­πο­κτά τη διά­στα­ση λευ­κώ­μα­τος ε­πο­χής, χά­ρις και στα 42 οι­κο­γε­νεια­κά άλ­μπου­μ, που α­να­φέ­ρει ό­τι εί­χε στη διά­θε­σή του ο ε­πι­με­λη­τής. Ένα εν­δια­φέ­ρον ε­πι­τρα­πέ­ζιο η­με­ρο­λό­γιο που μπο­ρεί να δώ­σει τα ε­ρε­θί­σμα­τα για έ­να τα­ξί­δι στη Λε­βε­ντο­γέν­να Κρή­τη, ό­πως την α­πο­κα­λού­σε, με μια χροιά αυ­το­σαρ­κα­σμού, έ­νας κρη­τι­κής κα­τα­γω­γής φί­λος ζω­γρά­φος.
Για το νέο έ­τος, οι εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο δεν ε­τοί­μα­σαν λο­γο­τε­χνι­κό η­με­ρο­λό­γιο. Προέ­κυ­ψε έ­τσι κε­νό στην εν­δια­φέ­ρου­σα σει­ρά η­με­ρο­λο­γίων, «Ο λό­γος των δη­μιουρ­γών», που εί­χε ξε­κι­νή­σει το 2004. Εκεί­νο το έ­τος ε­ξέ­πνευ­σε, με έ­να τε­λευ­ταίο η­με­ρο­λό­γιο α­φιε­ρω­μέ­νο στον Όμη­ρο, η σει­ρά λο­γο­τε­χνι­κών η­με­ρο­λο­γίων των χαλ­κι­δαίων εκ­δό­σεων «Διά­με­τρος», που εί­χε αρ­χί­σει το 1997 και στην ο­ποία κα­τευ­θυ­ντή­ριος μο­χλός ή­ταν ο Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος. Θα πρέ­πει κα­νείς να συ­μπε­ρά­νει πως, πα­ρά το παν­θο­μο­λο­γού­με­νο εν­δια­φέ­ρον του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού για την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, τα λο­γο­τε­χνι­κά η­με­ρο­λό­για δεν φτου­ρά­νε. Συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας ε­δώ και το μο­να­δι­κό η­με­ρο­λό­γιο τοί­χου, που έ­φτια­χνε με με­ρά­κι και λο­γο­τε­χνι­κή ε­πάρ­κεια η Βά­σω Κυ­ρια­ζά­κου και κυ­κλο­φο­ρού­σε α­πό τις εκ­δό­σεις Γα­βριη­λί­δης, το ο­ποίο, ε­πί­σης, έ­χει στα­μα­τή­σει.

Μ.Θ.

«Οδός Πανός» Τεύχος 147 Ιανουάριος- Μάρτιος 2010

Μνη­μο­νεύο­ντας Κα­βά­φη, ξε­κί­νη­σε το πε­ριο­δι­κό, το 1981. Και στον Αλε­ξαν­δρι­νό ε­πα­νήλ­θε, δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με α­φιέ­ρω­μα. Το δεύ­τε­ρο α­φιέ­ρω­μα στον Κα­βά­φη ση­μα­το­δο­τεί την έ­ναρ­ξη της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας του τρέ­χο­ντος αιώ­να και συ­νο­δεύε­ται α­πό cd, που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Αντώ­νης Μπο­σκοΐτης. Ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη α­παγ­γέλ­λουν ο Ντί­νος Χρι­στια­νό­που­λος και ο Γιώρ­γος Χρο­νάς, κα­θώς και οι η­θο­ποιοί, Κα­ρυο­φυλ­λιά Κα­ρα­μπέ­τη και Θά­νος Σα­μα­ράς. Το εν λό­γω α­φιέ­ρω­μα έρ­χε­ται α­πό την Θεσ­σα­λο­νί­κη και κα­θώς αρ­μό­ζει σε πνευ­μα­τι­κό α­γα­θό, εκ­πο­ρευό­με­νο α­πό την συ­μπρω­τεύου­σα, α­νοί­γει με κεί­με­νο του Χρι­στια­νό­που­λου, με τίτ­λο, «Το χω­ριό της μη­τέ­ρας μου και ο­λί­γα κα­βα­φι­κά». Η μη­τέ­ρα του ή­ταν α­πό το Χα­ρά­κι της Κυ­ζί­κου, χω­ριό κο­ντά στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, το ο­ποίο ο Κα­βά­φης α­να­φέ­ρει σε με­λέ­τη του, δη­μο­σιευ­μέ­νη α­νω­νύ­μως στις 21 Δε­κεμ­βρίου 1901 στον «Τη­λέ­γρα­φο» της Αλε­ξάν­δρειας. Τίτ­λος της με­λέ­της: «Χρί­στος και ό­χι Χρή­στος». Δε­κα­ο­κτα­ε­τής πη­γαί­νει ο Κα­βά­φης στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και έ­χει την οι­κο­νο­μι­κή ά­νε­ση να τα­ξι­δέ­ψει στις γύ­ρω πε­ριο­χές. “Εις το χω­ρίον Χα­ρά­κι της Κυ­ζί­κου ή­κου­σα και το ό­νο­μα Λύ­γη­ρος, εκ του λυ­γη­ρός ε­ξά­πα­ντος”, γρά­φει. Συ­μπέ­ρα­σμα, η ελ­λη­νι­κή α­νε­βά­ζει τον τό­νο σε με­ρι­κές λέ­ξεις, με­τα­τρέ­πο­ντάς τες σε κύ­ρια ο­νό­μα­τα. Εξ ου το Χρί­στος α­πό το Χρι­στός. Έκκε­ντρο ως προς το κυ­ρίως θέ­μα το ει­σα­γω­γι­κό κεί­με­νο, γι’ αυ­τό και πε­ρισ­σό­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον.
Επι­με­λη­τής του α­φιε­ρώ­μα­τος ο Διο­νύ­σης Στερ­γιού­λας, συμ­με­τέ­χει και ο ί­διος στο α­φιέ­ρω­μα με με­λέ­τη, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται, «Το τε­λευ­ταίο ποίη­μα του Κα­βά­φη», και η ο­ποία θα μπο­ρού­σε κάλ­λι­στα να α­πο­τε­λέ­σει α­ντι­κεί­με­νο αυ­το­τε­λούς βι­βλίου. Με­τά την ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νη ει­σα­γω­γή για τα ι­στο­ρι­κά ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη και τι συμ­βο­λί­ζουν τα ι­στο­ρι­κά προ­σω­πεία σύμ­φω­να με τους με­λε­τη­τές του Αλε­ξαν­δρι­νού, δια­χω­ρί­ζει τα ποιή­μα­τα που α­να­φέ­ρο­νται στον Ιου­λια­νό: πέ­ντε δη­μο­σιευ­μέ­να ό­σο ζού­σε ο Κα­βά­φης και το ύ­στα­το, «Εις τα πε­ρί­χω­ρα της Αντιό­χειας», στα κα­τά­λοι­πά του αλ­λά έ­τοι­μο προς δη­μο­σίευ­ση. Υπάρ­χει και έ­να πρώ­το, του 1896, «Ο Ιου­λια­νός εν τοις Μυ­στη­ρίοις», το ο­ποίο ο με­λε­τη­τής ε­ξαι­ρεί α­πό τη συλ­λο­γι­στι­κή του. Με βά­ση αυ­τά, δια­τυ­πώ­νει και τεκ­μη­ριώ­νει την υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας ό­τι ο Κα­βά­φης, μέ­σω του Ιου­λια­νού, α­να­φέ­ρε­ται στον Ελευ­θέ­ριο Βε­νι­ζέ­λο, τον ο­ποίο και α­ντι­πα­θού­σε σφό­δρα.
Άλλοι συ­νερ­γά­τες α­πό τη Θεσ­σα­λο­νί­κη εί­ναι ο Δη­μή­τρης Κό­κο­ρης, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη στά­ση του ποιη­τή Καί­σα­ρα Εμμα­νουήλ α­πέ­να­ντι στην κα­βα­φι­κή ποίη­ση, ο Πα­να­γιώ­της Γού­τας, που, ό­ντας και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, α­να­ζη­τά “τα κρε­βά­τια στην ποίη­ση του Αλε­ξαν­δρι­νού” και ο Βα­σί­λης Ιωαν­νί­δης, με κεί­με­νο ε­φ’ ό­λης της ύ­λης. Στα ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να του α­φιε­ρώ­μα­τος, με­τά τον Χρι­στια­νό­που­λο α­κο­λου­θεί ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας, με πα­λαιό­τε­ρο κεί­με­νό του, γραμ­μέ­νο ε­πε­τεια­κά, το 1983. Τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ένας Θεός μου» και ξε­κι­νά α­πό τον Κα­βά­φη, ό­πως του τον πρω­το­δί­δα­ξε, εν έ­τει 1948, στη σχο­λή Μπερ­ζάν, ε­κτός “ω­ρο­λο­γίου προ­γράμ­μα­τος”, ο νε­α­ρός τό­τε, μό­λις τρια­ντα­κο­ντα­ε­τής, φι­λό­λο­γος Οδυσ­σέ­ας Λαμ­ψί­δης, ο κα­το­πι­νός γνω­στός βυ­ζα­ντι­νο­λό­γος. Όπως φαί­νε­ται, για τους εμ­φυ­λια­κούς νε­α­ρούς, ο Κα­βά­φης “ή­ταν ο ψυ­χα­να­λυ­τής της Ιστο­ρίας και τις Ερω­τι­κής τους διά­θε­σης”. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας θυ­μά­ται τα λό­για του Άγγε­λου Τερ­ζά­κη, “κα­λύ­τε­ρα να γρά­φεις α­πε­ρί­σπα­στος μα­κριά α­πό κά­θε ε­πάγ­γελ­μα που θα σε α­νά­γκα­ζε να προ­δί­νεις την λο­γο­τε­χνία”. Όπως έ­κα­νε ο Κα­βά­φης, πα­ρα­μέ­νο­ντας δια βίου υ­πάλ­λη­λος στην Υπη­ρε­σία Αρδεύ­σεων.
Συμ­με­τέ­χουν στο α­φιέ­ρω­μα οι Α. Πα­γου­λά­τος («Η ε­πί­δρα­ση του Νί­τσε στην ποίη­ση του Κ.Π.Κα­βά­φη»), Φ. Φι­λίπ­που («Πώς ο Κα­βά­φης έ­γι­νε ή­ρωας μυ­θι­στο­ρή­μα­τος»), Φ. Θα­λασ­σι­νός («Φω­νές»), Κ. Μπού­ρας («Στο ντι­βά­νι του Κα­βά­φη»), Ε. Ντα­νού­ρα («Η Αντιό­χεια στο έρ­γο του Κα­βά­φη»), Π. Γα­λα­νο­πού­λου («Κρι­τι­κές και σχό­λια α­πό ρώ­σους δια­νοού­με­νους για τον ποιη­τή Κα­βά­φη») και Χρ. Κρε­μνιώ­της («Το Κε­νό και ο έ­ρω­τας»). Ενώ, α­να­δη­μο­σιεύο­νται εί­κο­σι ε­πτά ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη κα­τ’ ε­πι­λο­γή του Στερ­γιού­λα και α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το λι­βε­λο­γρά­φη­μα του Γλαύ­κου Αλι­θέρ­ση, που εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει στην Αλε­ξάν­δρεια έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­το του ποιη­τή.
Εντός α­φιε­ρώ­μα­τος, μια ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη ε­πι­φυ­λάσ­σει ο Θά­νος Φω­σκα­ρί­νης, πα­ρου­σιά­ζο­ντας την ποιή­τρια, με­τα­φρά­στρια και μου­σι­κό Μαρ­γα­ρί­τα Δαλ­μά­τη και τον Κα­βά­φη της. Όπως α­να­φέ­ρα­με και την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, η Δαλ­μά­τη πέ­θα­νε στις 20 Ιου­λίου 2009, το τεκ­μη­ριώ­νει μια μο­να­δι­κή νε­κρο­λο­γία στον Τύ­πο, αυ­τή της Ελέ­νης Μπί­στι­κα στη στή­λη της στην «Κα­θη­με­ρι­νή», κα­θώς και ο Ν.Δ.Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος στο τρέ­χον τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού του, «Τα Νε­φού­ρια». Στην «Ανθο­λο­γία ευ­βοέων ποιη­τών», που πα­ρου­σιά­ζα­με πέ­ρυ­σι, η Δαλ­μά­τη αν­θο­λο­γεί­ται με ποιή­μα­τα α­πό τις δυο πρώ­τες ποιη­τι­κές της συλ­λο­γές, του 1952 και του 1958, αλ­λά έ­λει­πε το έ­τος γέν­νη­σής της. Γεν­νη­μέ­νη στην Χαλ­κί­δα, το 1921, σπού­δα­σε μου­σι­κή στην Ιτα­λία και ή­ταν η πρώ­τη που με­τέ­φρα­σε Μο­ντά­λε και Λού­τσι στα ελ­λη­νι­κά. Όταν ή­ταν στην Ιτα­λία με­τέ­φρα­σε μα­ζί με τον Ν. Ρί­ζι Κα­βά­φη στα ι­τα­λι­κά, ε­νώ οι σκέ­ψεις και τα ε­ρω­τή­μα­τα, που προέ­κυ­ψαν στη διάρ­κεια της με­τά­φρα­σης, α­πο­τέ­λε­σαν μέ­ρος της με­λέ­της της, «Κα­βά­φης», που εκ­δό­θη­κε το 1962 α­πό την Εται­ρεία Ελλη­νι­κών Εκδό­σεων. Απο­σπά­σμα­τα της με­λέ­της α­να­δη­μο­σιεύο­νται στο τεύ­χος.
Ένα χορ­τα­στι­κό α­φιέ­ρω­μα για να έ­χου­με να πο­ρευό­μα­στε έως το ε­πε­τεια­κό 2013.

Ημερολόγιο 2010 «Ο Πειραιάς αθλείται και θυμάται...»

Εφέ­τος το ε­τή­σιο η­με­ρο­λό­γιο του «Λι­μα­νιού της Αγω­νίας» ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στον α­θλη­τι­σμό του Πει­ραιά. Ανα­τρέ­χει στο πα­ρελ­θόν και προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για το μέλ­λον. Ση­μείο έ­ναρ­ξης εί­ναι η 15η Ιου­νίου 1885, ό­ταν ι­δρύ­θη­κε, με βα­σι­λι­κό διά­ταγ­μα του Γεωρ­γίου Α΄, ο Όμι­λος Ερε­τών Φα­λή­ρου. Η πρω­το­βου­λία α­νή­κε στον εκ Γαλ­λίας ερ­χό­με­νο Παύ­λο Δα­μα­λά, α­πό την α­ρι­στο­κρα­τι­κή χιώ­τι­κη οι­κο­γέ­νεια των Δα­μα­λά­δων. Τό­τε το Φά­λη­ρο ή­ταν το νε­ο­πα­γές θέ­ρε­τρο της εκ­κο­λα­πτό­με­νης α­στι­κής τά­ξης, στην ο­ποία και ταί­ρια­ζε το ά­θλη­μα της κω­πη­λα­σίας. Την ε­πό­με­νη χρο­νιά διορ­γα­νώ­θη­καν οι πρώ­τοι κω­πη­λα­τι­κοί α­γώ­νες, ό­που συμ­με­τεί­χαν και τα πλη­ρώ­μα­τα των πο­λε­μι­κών πλοίων Άγγλων, Γάλ­λων και Ρώ­σων, που ναυ­λο­χού­σαν ε­κεί­να τα χρό­νια στον Φα­λη­ρι­κό Όρμο. Στα μέ­λη του συλ­λό­γου συ­γκα­τα­λε­γό­ταν η α­φρό­κρε­μα του τό­που. Τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1888, ο σύλ­λο­γος ε­πα­νι­δρύ­θη­κε ως Όμι­λος Ερε­τών και έ­κτι­σε τη μό­νι­μη στέ­γη του στο Πα­σα­λι­μά­νι. Δια­τη­ρη­τέο το κτί­ριο, α­να­και­νί­στη­κε στους Πρώ­τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες του 1896.
Στη συ­νέ­χεια, ι­δρύ­θη­καν και άλ­λοι α­θλη­τι­κοί σύλ­λο­γοι: το 1891, ο Όμι­λος Πο­δη­λα­τών Πει­ραιώς, το 1893 ο γυ­μνα­στι­κός ό­μι­λος «Τα Ολύ­μπια» και ο Όμι­λος Πε­ζο­πό­ρων Πει­ραιώς, το 1894 ο Πει­ραϊκός Σύν­δε­σμος και ο Όμι­λος Κυ­νη­γών Πει­ραιώς, το 1895 η Πο­δη­λα­τι­κή Ένω­σις Πει­ραιώς, το 1899 ο Κο­λυμ­βη­τι­κός Όμι­λος Πει­ραιώς-Αθη­νών και το 1903 ο Ναυ­τι­κός Όμι­λος Νέ­ου Φα­λή­ρου. Κο­ρυ­φαίο σω­μα­τείο για την πό­λη στά­θη­κε ο Πει­ραϊκός Σύν­δε­σμος, που ι­δρύ­θη­κε α­πό μια συ­ντρο­φιά μου­σι­κό­φι­λων. Από αυ­τόν προέ­κυ­ψε, το 1903, το Ωδείο Πει­ραιώς, με διευ­θυ­ντές τους Με­νέ­λαο Παλ­λά­ντιο και Κων­στα­ντί­νο Κυ­δω­νιά­τη, αλ­λά και το πρώ­το γυ­μνα­στή­ριο, το 1896. Λέ­γε­ται πως α­πό τα φυ­τώ­ρια του Πει­ραϊκού Συν­δέ­σμου ξε­πή­δη­σαν και οι πρώ­τοι ά­σοι του πο­δο­σφαί­ρου, ό­πως οι α­δελ­φοί Ανδρια­νό­που­λοι.
Όπως και να έ­χει, το ά­θλη­μα της κω­πη­λα­σίας, κα­θώς και αυ­τά της πε­ζο­πο­ρίας, της πο­δη­λα­σίας ή του κυ­νη­γιού, ά­φη­νε α­διά­φο­ρα τα χα­μη­λά κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα του Πει­ραιά. Δη­λα­δή, το πλή­θος των ερ­γα­ζο­μέ­νων στις νεό­τευ­κτες βιο­μη­χα­νίες, ε­πι­χει­ρή­σεις και μη­χα­νουρ­γεία. Το δι­κό τους ά­θλη­μα ή­ταν το πο­δό­σφαι­ρο. Το εν λό­γω ά­θλη­μα εμ­φα­νί­στη­κε στα λι­μά­νια της χώ­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, Πά­τρα, Πει­ραιά) λί­γο πριν εκ­πνεύ­σει ο 19ος αιώ­νας και το έ­φε­ραν οι ναύ­τες των αγ­γλι­κών πο­λε­μι­κών πλοίων. Σε ώ­ρες ε­ξό­δου, έ­παι­ζαν πο­δό­σφαι­ρο στις πα­ρα­λια­κές πε­ριο­χές. Εδώ, μάλ­λον ται­ριά­ζει το ου­δέν κα­κό α­μι­γές κα­λού. Από τον Πει­ραϊκό Σύν­δε­σμο προέ­κυ­ψαν οι πρώ­τες πο­δο­σφαι­ρι­κές ο­μά­δες.
Η ο­μά­δα του Πει­ραιά, ο Ολυ­μπια­κός, άρ­γη­σε σχε­τι­κά να εμ­φα­νι­στεί. Ιδρύ­θη­κε το 1925, με τη συγ­χώ­νευ­ση δυο πα­λαιό­τε­ρων πο­δο­σφαι­ρι­κών ο­μί­λων, που εί­χαν ι­δρυ­θεί στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 1920. Σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να ι­δρύ­θη­κε και ο Εθνι­κός Πει­ραιώς. Ως νου­νός της ο­μά­δας του Ολυ­μπια­κού φέ­ρε­ται έ­νας α­νώ­τα­τος α­ξιω­μα­τι­κός του Πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού, ο Νό­της Κα­μπέ­ρος, που θέ­λη­σε έ­ναν τίτ­λο δη­λω­τι­κό α­θλη­τι­κής ι­σχύος και ή­θους, ό­πως το ο­λυ­μπια­κό ι­δεώ­δες. Στο η­με­ρο­λό­γιο α­νι­στο­ρεί­ται η α­θλη­τι­κή πο­ρεία του Ολυ­μπια­κού, κα­θώς και το ι­στο­ρι­κό του γη­πέ­δου του. Για τους πρώ­τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες εί­χε δια­μορ­φω­θεί το Πο­δη­λα­το­δρό­μιο, το ο­ποίο άρ­χι­σε να χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως γή­πε­δο α­πό ε­ρα­σι­τέ­χνες πο­δο­σφαι­ρι­στές και δυο δε­κα­ε­τίες αρ­γό­τε­ρα, κα­το­χυ­ρώ­θη­κε ε­πί­ση­μα ως πο­δο­σφαι­ρι­κό γή­πε­δο. Πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του 1960, προ­στέ­θη­κε και στί­βος. Τό­τε, α­πέ­κτη­σε και τη γνω­στή ως σή­με­ρα ο­νο­μα­σία, γή­πε­δο Κα­ραϊσκά­κη, προς τι­μή του ρου­με­λιώ­τη στρα­τη­γού. Αυ­τά, μέ­χρι τις γνω­στές αλ­λα­γές, που έ­γι­ναν κα­τά τους πρό­σφα­τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες. Πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­μως, εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η πλη­ρο­φο­ρία πως, αρ­χι­κά, το σω­μα­τείο φρό­ντι­ζε και για την πνευ­μα­τι­κή καλ­λιέρ­γεια των με­λών του, ό­πως του­λά­χι­στον δεί­χνει η αλ­λη­λο­γρα­φία των ε­πι­κε­φα­λής της ο­μά­δας με τον Λο­γο­τε­χνι­κό – Καλ­λι­τε­χνι­κό Όμι­λο, που συ­στά­θη­κε έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, το 1926.
Εκτός, ό­μως, α­πό το ε­πί­ση­μο πο­δό­σφαι­ρο, το πει­ραιώ­τι­κο η­με­ρο­λό­γιο πα­ρου­σιά­ζει και τα α­θλη­τι­κά σω­μα­τεία, που άν­θι­σαν στις γει­το­νιές του Πει­ραιά και τις ο­μά­δες που κλο­τσού­σαν τη μπά­λα στις α­λά­νες. Στα Κα­μί­νια, ι­δρύ­θη­κε, το 1926, ο Ατρό­μη­τος, α­πό τον ο­ποίο ξε­κί­νη­σε ο Γιώρ­γος Σι­δέ­ρης, γνω­στός τοις πά­σι. Και τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ο Κέ­νταυ­ρος, ε­νώ, το 1972, προέ­κυ­ψε ο Ολυ­μπια­κός Κα­μι­νίων. Πα­ρο­μοίως, με­τα­πο­λε­μι­κά, ι­δρύ­θη­καν οι πο­δο­σφαι­ρι­κές ο­μά­δες των συ­νοι­κιών της Αγίας Σο­φίας, του Προ­φή­τη Ηλία Κα­στέ­λας και της Πα­λιάς Κοκ­κι­νιάς.
Ιδιαί­τε­ρης μνείας χρή­ζει ο Πο­δο­σφαι­ρι­κός και Αθλη­τι­κός Όμι­λος της Φρε­ατ­τύ­δας, που πή­ρε το ό­νο­μά του α­πό τον ποιη­τή Λά­μπρο Πορ­φύ­ρα. Όχι, ό­τι ή­ταν α­θλη­τι­κός τύ­πος ο Πορ­φύ­ρας ή Δη­μή­τρης Σύ­ψω­μος, ό­πως ή­ταν το ό­νο­μά του. Γεν­νη­μέ­νος στη Χίο, ήρ­θε πε­ντα­ε­τής στον Πει­ραιά, το 1884, και ε­κεί τε­λείω­σε το γυ­μνά­σιο. Εγκα­τα­στά­θη­κε και πά­λι στην πό­λη κα­τά τη δε­κα­ε­τία του 1920. Τό­τε, έ­κα­νε πε­ρι­πά­τους κα­τά μή­κος της Φρε­ατ­τύ­δας και σύ­χνα­ζε στις ε­κεί τα­βέρ­νες. Πέ­θα­νε το 1932. Στην πλα­τεία Φρε­ατ­τύ­δας στή­θη­κε η προ­το­μή του, έρ­γο του να­ξιώ­τη γλύ­πτη Γρη­γό­ρη Ζευ­γώ­λη. Μπρο­στά της έ­παι­ζαν τα παι­διά της γει­το­νιάς πο­δό­σφαι­ρο και εξ αυ­τού προέ­κυ­ψε η ο­νο­μα­σία του Ομί­λου. Ως νου­νός της ο­μά­δας, που ι­δρύ­θη­κε το 1957, φέ­ρε­ται ο Γε­ρά­σι­μος Βου­λάς.
Δεν υ­πάρ­χει, ό­μως, μό­νο το πο­δό­σφαι­ρο, αλ­λά και τα α­γω­νί­σμα­τα του στί­βου, στα ο­ποία ε­πι­δί­δο­νται οι Πει­ραιώ­τες α­πό πο­λύ νω­ρίς και ορ­γα­νω­μέ­να α­πό τα τέ­λη του 19ου αιώ­να, με τον Πει­ραϊκό Σύν­δε­σμο, σε γή­πε­δο “α­πό χώ­μα και καρ­βου­νό­σκο­νη”, που προϋπήρ­χε των πρώ­των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων. Με­τά έρ­χο­νται τα πά­σης φύ­σεως ναυ­τι­κά α­θλή­μα­τα. Ο Ναυ­τι­κός Αθλη­τι­κός Σύν­δε­σμος ι­δρύ­θη­κε στις 24 Ιου­λίου 1929 και ε­πα­νερ­γο­ποιή­θη­κε με­τα­πο­λε­μι­κά χά­ρις στον Κρί­τω­να Δη­λα­βέ­ρη, στον ο­ποίο ο­φεί­λε­ται και το νε­ο­κλα­σι­κό κτί­ριο του Συν­δέ­σμου. Ο Ιστιο­πλοϊκός Όμι­λος Πει­ραιώς ι­δρύ­θη­κε το 1937 α­πό μια τριαν­δρία· Πα­να­γιώ­της και Ιωάν­νης Πα­λαιο­λό­γος, Γεώρ­γιος Νι­κο­λέ­τος. Δεν διέ­θε­ταν σκά­φη ή άλ­λα α­να­γκαία μέ­σα. Λέ­γε­ται πως τα πα­νιά των σκα­φών ή­ταν α­πό στα­φι­δό­πα­νο και το ρά­ψι­μό τους γι­νό­ταν κα­τ’ οί­κον με τις ρα­πτο­μη­χα­νές των συ­ζύ­γων των με­λών. Ο ει­δι­κός ε­πί αυ­τού ή­ταν ο τα­βερ­νιά­ρης του Μι­κρο­λί­μα­νου Θό­δω­ρος Βαρ­βα­ρέ­σος, που τύγ­χα­νε και κα­πε­τά­νιος στο κό­τε­ρο του πα­τρός Εμπει­ρί­κου, Λεω­νί­δα. Και α­κο­λου­θούν τα υ­πό­λοι­πα θα­λάσ­σια α­θλή­μα­τα, ως η κο­λύμ­βη­ση και η υ­δα­το­σφαί­ρι­ση. Αλλά και τα χερ­σαία, με τε­λευ­ταία την πυγ­μα­χία και την άρ­ση βα­ρών.
Η ει­κο­νο­γρά­φη­ση του Ημε­ρο­λο­γίου προ­βάλ­λει τους α­θλη­τές, με φω­το­γρα­φίες α­το­μι­κές και κυ­ρίως ο­μα­δι­κές, α­πό τα αρ­χεία των Ομί­λων. Ενώ, μέ­σα σε κα­ρε­δά­κια, α­να­δη­μο­σιεύο­νται σχό­λια α­πό τις ε­φη­με­ρί­δες. Στο ε­πί­με­τρο, υ­πο­γραμ­μί­ζε­ται πως η πό­λη του Πει­ραιά, στις μέ­ρες της ακ­μής της, και θέ­α­τρα έ­κτι­σε και σω­μα­τεία ί­δρυ­σε: 1884, ο θε­μέ­λιος λί­θος του Δη­μο­τι­κού Θεά­τρου, 1885, ο Όμι­λος Ερε­τών. Σή­με­ρα, ό­μως, ο Πει­ραιάς βρί­σκε­ται ε­γκλω­βι­σμέ­νος, κα­θώς η α­θλη­τι­κή δια­δι­κα­σία έ­χει κα­τα­στεί πρω­τί­στως ε­μπο­ρι­κό προϊόν. Το Ημε­ρο­λό­γιο, έρ­γο μιας δρα­στή­ριας πει­ραιώ­τι­κης συ­ντρο­φιάς (Συ­ντο­νι­σμός: Χρ. Σα­ρί­κα, Αγγ. Φω­το­πού­λου. Συλ­λο­γή υ­λι­κού και κεί­με­να: Δ. Μπού­μπας, Αλ. Μυ­λω­νάς, Δ. Χρο­νάς, Εύη Χρο­νά, Ελ. Δη­μο­πού­λου, Στ. Δρί­τσα, Ζ. Τζο­νά­κα, Κ. Χρυ­σα­φά­κη. Φωτ. ε­ξω­φύλ­λου: Μ. Μυ­λω­νάς), α­νοί­γει με γε­λοιο­γρα­φία του Στά­θη και κλεί­νει με φω­το­γρα­φία της Με­λί­νας Μερ­κού­ρη α­πό τη «Στέλ­λα».
Μ. Θ.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

Αφιέρωμα στον Νίκο Σκαλκώτα

«Τα Νε­φού­ρια»
Τεύ­χος 22
Φθι­νό­πω­ρο 2009
Χαλ­κί­δα

Εκπνέ­ο­ντος του 2009, κυ­κλο­φο­ρεί έ­να πρώ­το –το πι­θα­νό­τε­ρο να μεί­νει και το μο­να­δι­κό– α­φιέ­ρω­μα στον κο­ρυ­φαίο έλ­λη­να συν­θέ­τη Νί­κο Σκαλ­κώ­τα, που πέ­θα­νε στις 20 Σε­πτεμ­βρίου 1949. Επε­τεια­κό, για τη συ­μπλή­ρω­ση 60 χρό­νων α­πό το θά­να­τό του, σε η­λι­κία 45 ε­τών, κα­θό­σον γεν­νη­μέ­νος, με το πα­λαιό η­με­ρο­λό­γιο, στις 8 Μαρ­τίου 1904. Το α­φιέ­ρω­μα δεν έρ­χε­ται α­πό έ­να α­θη­ναϊκό πε­ριο­δι­κό, μου­σι­κού ή γε­νι­κό­τε­ρου πε­ριε­χο­μέ­νου, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν, αλ­λά α­πό πε­ριο­δι­κό της Χαλ­κί­δας, που εί­ναι η γε­νέ­τει­ρα του Σκαλ­κώ­τα. Και κά­ποια πα­λαιό­τε­ρα α­φιε­ρώ­μα­τα στις α­νά δε­κα­ε­τία ε­πε­τείους του, πά­λι σε ευ­βοϊκή πε­ριο­δι­κή έκ­δο­ση ο­φεί­λο­νταν. Με άλ­λα λό­για, την ε­πο­χή της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, η ε­ντο­πιό­τη­τα φαί­νε­ται να θριαμ­βεύει. Ευ­τυ­χώς δη­λα­δή, για­τί μό­νον έ­τσι μνη­μο­νεύο­νται και κά­ποιοι δη­μιουρ­γοί ε­κτός του πο­λι­τι­σμι­κού κα­νό­να, του­λά­χι­στον του ντό­πιου.
Να θυ­μί­σου­με πως «Τα Νε­φού­ρια» στά­θη­καν πρω­το­πό­ρα στη μό­δα των λε­γό­με­νων “φρη” πε­ριο­δι­κών, που ση­μαί­νει ελ­λη­νι­στί δω­ρεάν δια­νε­μό­με­να. Μι­κρού, ό­μως, σχή­μα­τος και πο­λυ­το­νι­κό, με ποίη­μα στην πρώ­τη σε­λί­δα α­ντί, λ.χ., φω­το­γρα­φίας ε­νός Φί­λιπ Ρο­θ, δεν α­να­φέ­ρε­ται, ού­τε αυ­τό ού­τε τα κα­τά και­ρούς α­φιε­ρώ­μα­τά του, στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο. Το α­φιέ­ρω­μα στον Νί­κο Σκαλ­κώ­τα μό­νο ο ευαί­σθη­τος πε­ρί τα πο­λι­τι­στι­κά τε­κται­νό­με­να Βα­σί­λης Αγγε­λι­κό­που­λος, στο πλα­γιο­κο­πόν «Υπο­βο­λείο» του, το μνη­μο­νεύει. Πα­ρά το γε­γο­νός, ό­μως, ό­τι η στή­λη του στε­γά­ζε­ται στην «Κα­θη­με­ρι­νή», λη­σμο­νεί κι αυ­τός το α­φιέ­ρω­μα για την ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα α­πό τη γέν­νη­ση του Σκαλ­κώ­τα, που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο πά­λαι πο­τέ έν­θε­το της ε­φη­με­ρί­δας, τις «Επτά Ημέ­ρες», στις 19.9.2004, σε ε­πι­μέ­λεια Νί­κου Δο­ντά. Κα­τά τα άλ­λα, α­να­φέ­ρει ως έν­δει­ξη της διε­θνούς εμ­βέ­λειας του Σκαλ­κώ­τα πως “η πλοή­γη­ση στο Δια­δί­κτυο δί­νει γι’ αυ­τόν 48.600 λήμ­μα­τα”, α­ντι­γρά­φο­ντας την πλη­ρο­φο­ρία α­πό το πρό­σφα­το α­φιέ­ρω­μα. Ένα ο­λωσ­διό­λου ε­σφαλ­μέ­νο κρι­τή­ριο, α­φού δεν πρό­κει­ται για λήμ­μα­τα αλ­λά για α­να­φο­ρές με πολ­λα­πλές ε­πι­κα­λύ­ψεις. Λ.χ., έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε, α­να­φέ­ρε­ται στις ι­στο­σε­λί­δες πλεί­στων ό­σων βι­βλιο­πω­λείων. Πά­ντως, θα πα­ρο­τρύ­να­με ό­σους το ε­πι­κα­λού­νται να α­να­ζη­τή­σουν ε­αυ­τούς στο Δια­δί­κτυο. Αν πρό­κει­ται για δη­μο­σιο­γρα­φού­ντες θα εκ­πλα­γούν ευ­χά­ρι­στα. Από την άλ­λη, ε­σφαλ­μέ­νο εί­ναι και το να χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­γο­ραίος ό­ποιος τυ­χαί­νει να έ­χει πολ­λές δια­δυ­κτια­κές α­να­φο­ρές. Αυ­τό το λά­θος το δια­πράτ­τει ο Γιάν­νης Πα­τί­λης, στο τρέ­χον τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού του, «Πλα­νό­διον», συ­γκρί­νο­ντας τις α­να­φο­ρές για τον Βύ­ρω­να Λε­ο­ντά­ρη με αυ­τές για τον στι­χουρ­γό Ισαάκ Σού­ση. Αν δεί­χνουν κά­τι οι α­να­φο­ρές του Δια­δι­κτύου εί­ναι ο βαθ­μός που κά­ποιος α­πα­σχο­λεί τα ΜΜΕ και ό­σους δια­θέ­τουν ι­στο­σε­λί­δες. Συ­μπέ­ρα­σμα, ο Λε­ο­ντά­ρης ας μην ε­πα­να­παύε­ται στην ποίη­σή του κι ας γί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο κοι­νω­νι­κός. Όταν πε­ρι­φρο­νείς α­κό­μη και το κο­ρυ­φαίο πο­λι­τι­σμι­κό τέ­με­νος του τό­που, προ­κο­πή, του­λά­χι­στον δια­δι­κτυα­κή, δεν έ­χεις.
Και ε­πα­νερ­χό­μα­στε στο πρό­σφα­το α­φιέ­ρω­μα Σκαλ­κώ­τα. Εκκι­νεί με συ­νο­πτι­κό χρο­νο­λό­γιο και κα­τά­λο­γο αυ­το­τε­λών δη­μο­σιευ­μά­των στα ελ­λη­νι­κά α­πό τον Δ.Δ.Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λο, που έ­χει τη φρο­ντί­δα του τεύ­χους. Ακο­λου­θεί ε­κτε­νές κεί­με­νο του Νί­κου Μα­λιά­ρα για τις σχέ­σεις του Σκαλ­κώ­τα με την Εθνι­κή Σχο­λή και ι­διαί­τε­ρα με τον Μα­νώ­λη Κα­λο­μοί­ρη, ε­πι­κε­ντρω­μέ­νο στο έρ­γο του Σκαλ­κώ­τα, «36 Ελλη­νι­κοί Χο­ροί». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το κεί­με­νο έ­χει δη­μο­σιευ­τεί αυ­τού­σιο στο α­φιέ­ρω­μα των «Επτά Ημε­ρών». Επί­σης, δη­μο­σιεύε­ται διά­λε­ξη του συ­στη­μα­τι­κού με­λε­τη­τή του Σκαλ­κώ­τα, Κω­στή Δε­μερτ­ζή, που δό­θη­κε στο κτί­ριο του Δη­μαρ­χείου Χαλ­κί­δας, άλ­λο­τε πο­τέ έ­δρα του Ελλη­νι­κού Ωδείου, στις 14 Δε­κεμ­βρίου 2007. Το κεί­με­νο στη­ρί­χτη­κε σε συ­νέ­ντευ­ξη του ο­μι­λη­τή, με τίτ­λο, «Απλές ε­ρω­τή­σεις και α­πα­ντή­σεις σύγ­χρο­νης Σκαλ­κω­τι­κής». Εί­ναι εν­δια­φέ­ρου­σα, κα­θώς κα­θι­στά προ­σι­τό τον Σκαλ­κώ­τα, σε θεω­ρη­τι­κό ε­πί­πε­δο, α­κό­μη και σε κά­ποιον α­μύη­το στη μου­σι­κή του. Με­τά τη διά­λε­ξη, ο Γιώρ­γος Χατ­ζη­νί­κος, κύ­ριος ερ­μη­νευ­τής του πια­νι­στι­κού έρ­γου του Σκαλ­κώ­τα, έ­παι­ξε στο πιά­νο έρ­γα του, ξε­κι­νώ­ντας με τις «15 Μι­κρές Πα­ραλ­λα­γές». Στο α­φιέ­ρω­μα, ο μι­κρό­τε­ρος α­δελ­φός Δε­μερτ­ζή, ο ε­παγ­γελ­μα­τίας βιο­λι­στής Γιώρ­γος, κα­τα­γρά­φει τη συμ­βο­λή των Ευ­βοέων στη δι­σκο­γρα­φία του Σκαλ­κώ­τα. Προς συ­μπλή­ρω­ση του α­φιε­ρώ­μα­τος, ο ε­πι­με­λη­τής ε­πι­λέ­γει δυο πα­λαιό­τε­ρες κρι­τι­κές για το έρ­γο του χαλ­κι­δαίου μου­σουρ­γού. Της Σο­φίας Σπα­νού­δη, δη­μο­σιευ­μέ­νης στην ε­φη­με­ρί­δα «Πρωΐα», στις 29.11.1930 (εκ πα­ρα­δρο­μής ση­μειώ­νε­ται 21.11.1930), και του μου­σι­κο­κρι­τι­κού Μί­νου Δού­νια, γραμ­μέ­νη το 1949, έ­να μή­να με­τά το θά­να­το του συν­θέ­τη. Η κρι­τι­κή της Σπα­νού­δη ε­ντάσ­σε­ται στη δυ­σμε­νή υ­πο­δο­χή, την ο­ποία ε­πι­φύ­λα­ξε ο Τύ­πος στις δύο συ­ναυ­λίες που έ­δω­σε ο Σκαλ­κώ­τας, στην Αθή­να, στις 23 και 27 Νο­εμ­βρίου 1930, ε­νώ σπού­δα­ζε α­κό­μη στο Βε­ρο­λί­νο. Ο χλευα­σμός και η α­πο­δο­κι­μα­σία για την α­νοί­κεια μου­σι­κή θυ­μί­ζουν την υ­πο­δο­χή, την ί­δια ε­πο­χή, της ε­πί­σης α­νοί­κειας ποίη­σης των υ­περ­ρε­α­λι­στών. Εκτός α­πό αυ­τά, το α­φιέ­ρω­μα “προ­λο­γί­ζει” ποίη­μα του Π.Α.Σι­νό­που­λου και “δια­σκε­δά­ζει” “το φα­ντα­στι­κό η­λεκ­τρο­νι­κό η­με­ρο­λό­γιο του κυ­ρίου Νί­κου Σκαλ­κώ­τα”, συ­νταγ­μέ­νο α­πό τον Γιάν­νη Ευ­στα­θιά­δη.
Για έ­να ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, υ­πάρ­χει το κεί­με­νο του Δή­μου Ρο­δάν­θη (α­πο­ρού­με για­τί σε άλ­λους συ­νερ­γά­τες του τεύ­χους δί­νο­νται βιο­γρα­φι­κά και σε άλ­λους, ό­χι ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στούς, πα­ρα­λεί­πο­νται, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση του Ρο­δάν­θη, για τον ο­ποίο στο Δια­δί­κτυο δεν υ­πάρ­χει ού­τε μια α­να­φο­ρά), που τιτ­λο­φο­ρεί­ται, «Για τον Θεό­φι­λο της Χαλ­κί­δας, του­πί­κλην Νί­κο Σκαλ­κώ­τα (1904-1949), δώ­δε­κα ση­μειώ­σεις Φι­λι­σταίου», α­φιε­ρω­μέ­νο στην ποιή­τρια και τσε­μπα­λί­στρια Μαρ­γα­ρί­τα Δαλ­μά­τη, που πέ­θα­νε στις 20 Ιου­λίου 2009, την ο­ποία εί­χα­με α­να­φέ­ρει στις αρ­χές του χρό­νου α­νά­με­σα σε άλ­λους ευ­βο­είς ποιη­τές. Το κεί­με­νο εί­ναι κα­τα­με­ρι­σμέ­νο σε δώ­δε­κα μί­νι ε­νό­τη­τες. Στην πρώ­τη, ο με­λε­τη­τής διευ­κρι­νί­ζει πως α­πο­κα­λεί Θεό­φι­λους ό­σους θε­ο­φι­λείς, ό­πως ο Σκαλ­κώ­τας, πε­θαί­νουν πριν α­πό το πλή­ρω­μα του φυ­σιο­λο­γι­κού χρό­νου. Ενώ, τον ε­αυ­τό του τον ο­νο­μά­ζει Φι­λι­σταίο, ό­χι για­τί θεω­ρεί πως εί­ναι άν­θρω­πος α­καλ­λιέρ­γη­τος, αλ­λά για­τί α­γα­πά τη μου­σι­κή ως α­πλός α­κρο­α­τής και τον Σκαλ­κώ­τα τον νιώ­θει κα­λύ­τε­ρα μέ­σω της βιο­γρα­φίας του. Στη δεύ­τε­ρη, βρί­σκει πως η σχέ­ση του Σκαλ­κώ­τα με τη δη­μο­τι­κή πα­ρά­δο­ση πη­γά­ζει, ό­χι α­πό την α­στι­κή Χαλ­κί­δα των αρ­χών του 20ου αιώ­να, αλ­λά α­πό τη θη­βαία μη­τέ­ρα του, που τρα­γου­δού­σε δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια, και τους τη­νια­κούς, πα­τέ­ρα και θείο, αμ­φό­τε­ρους βιο­λι­στές. Εδώ, πλη­ρο­φο­ρεί πως στο Κέ­ντρο Μι­κρα­σια­τι­κών Σπου­δών πα­ρα­μέ­νουν α­δη­μο­σίευ­τα τα 41 τό­σα τρα­γού­δια και σκο­ποί που ο Σκαλ­κώ­τας με­τέ­γρα­ψε σε ευ­ρω­παϊκή μου­σι­κή κα­τά πα­ραγ­γε­λία της Μέλ­πως Μερ­λιέ (Λο­γο­θέ­τη) στα τέ­λη του 1934 αρ­χές 1935. Δη­λα­δή, ό­ταν ξε­κι­νού­σε να γρά­φει τους «36 Ελλη­νι­κούς χο­ρούς». Στην τρί­τη, α­να­φέ­ρε­ται στην α­δη­μο­σίευ­τη αλ­λη­λο­γρα­φία του Σκαλ­κώ­τα, θί­γο­ντας το ζή­τη­μα της ελ­λη­νι­κό­τη­τας, ό­που και δί­νει την δι­κή του εκ­δο­χή για το πώς το α­ντι­με­τώ­πι­σε ο Σκαλ­κώ­τας. Κα­τ΄αυ­τόν, ο συν­θέ­της βιώ­νει βα­θιά το ζή­τη­μα της ελ­λη­νι­κό­τη­τας στη μου­σι­κή και προ­χω­ρεί σε δι­κούς του δρό­μους. Ου­σια­στι­κά, ε­γκα­θι­δρύει μια Νέα Εθνι­κή Σχο­λή, που εί­ναι μια σχο­λή καλ­λι­τε­χνι­κής ε­λευ­θε­ρίας, σε α­πό­στα­ση μιας γε­νιάς α­πό τον Μα­νώ­λη Κα­λο­μοί­ρη και την Εθνι­κή Μου­σι­κή Σχο­λή. Εδώ, ο Ρο­δάν­θης ε­ντο­πί­ζει πα­ράλ­λη­λες στά­σεις στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας και των υ­πό­λοι­πων τε­χνών. Στην ε­πό­με­νη ε­νό­τη­τα προ­βάλ­λει την πα­ραλ­λη­λία Σο­λω­μού-Σκαλ­κώ­τα.
Στην πέ­μπτη ε­νό­τη­τα, πα­ρο­τρύ­νει τους ε­ρευ­νη­τές να α­να­ζη­τή­σουν τα ε­ξω­μου­σι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα του συν­θέ­τη, ι­δίως τα λο­γο­τε­χνι­κά, α­φού φέ­ρε­ται ως μα­νιώ­δης α­να­γνώ­στης. Ιδιαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρου­σα εί­ναι η έ­κτη ε­νό­τη­τα, ό­που “ερ­μη­νεύει” τις φω­το­γρα­φίες του Σκαλ­κώ­τα ως τεκ­μή­ριο αυ­τού του α­πολ­λώ­νειου δείγ­μα­τος Νε­οέλ­λη­να που υ­πήρ­ξε. Δυ­στυ­χώς δεν δη­μο­σιεύει την πι­θα­νο­λο­γού­με­νη ως τε­λευ­ταία φω­το­γρα­φία του α­πό το 1948, μό­νο την πε­ρι­γρά­φει. Η φω­το­γρα­φία δη­μο­σιεύε­ται, με λά­θος λε­ζά­ντα, στην ε­ξαί­ρε­τη μο­νο­γρα­φία του Χατ­ζη­νί­κου, που κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό τις εκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, το 2006. Μα­ζί με την μο­νο­γρα­φία του με­λε­τη­τή για τον Μό­τσαρ­τ, που κυ­κλο­φό­ρη­σε τον ε­πό­με­νο χρό­νο, ή­ταν πρω­το­βου­λία του μα­θη­τή του, Πε­ρι­κλή Δου­βί­τσα. Ο Ρο­δάν­θης, ό­μως, α­να­φέ­ρε­ται, και στις α­ντρι­κές φι­λίες του Σκαλ­κώ­τα. Συ­γκε­κρι­μέ­να, μνη­μο­νεύει τους σχε­δόν συ­νο­μη­λί­κους του, Δη­μή­τρη Μη­τρό­που­λο και Εμμα­νουήλ Μπε­νά­κη. Γιος α­πό τον πρώ­το γά­μο του Αντώ­νη Μπε­νά­κη με την πρώ­τη του ε­ξα­δέλ­φη ο Μα­νώ­λης, ή­ταν φι­λό­τε­χνος και μου­σο­τρα­φής. Στον Σκα­λω­τά εί­χε ε­ξα­σφα­λί­σει, το 1927, την υ­πο­τρο­φία που χρεια­ζό­ταν για την συ­νέ­χι­ση και ο­λο­κλή­ρω­ση των σπου­δών του στην Γερ­μα­νία. Στην έ­βδο­μη ε­νό­τη­τα, ο Ρο­δάν­θης, καί­τοι Φι­λι­σταίος, “α­κούει” στην «Τρί­τη σουΐτα» του Σκαλ­κώ­τα, που γρά­φτη­κε κα­τά την πε­ρίο­δο του Εμφυ­λίου, “συ­γκα­λυμ­μέ­νες οι­μω­γές για την αι­μάσ­σου­σα πα­τρί­δα”. Στην ό­γδοη, πα­ρο­μοιά­ζει τον Σκα­λω­τά μάλ­λον με τον Μό­τσαρτ πα­ρά με τον Σού­μπερτ. Στην ε­νά­τη, α­πο­φαί­νε­ται πως ο χαλ­κι­δαίος μου­σουρ­γός “χα­ντα­κώ­νε­ται α­πό κα­κούς ερ­μη­νευ­τές”. Στη δε­κά­τη, α­να­κε­φα­λαιώ­νει ό­σα έ­κα­νε η γε­νέ­τει­ρα του Σκαλ­κώ­τα για το ι­διο­φυές τέ­κνο της. Στην εν­δε­κά­τη, α­πα­ριθ­μεί “desiderata”, δη­λα­δή τι πρέ­πει να γί­νει για τον Σκα­λω­τά, σή­με­ρα που το Αρχείο Σκα­λω­τά έ­χει μεί­νει α­κέ­φα­λο. Με­τά τον θά­να­το του συν­θέ­τη, το εί­χε α­να­λά­βει τρι­με­λής ε­πι­τρο­πή, που α­παρ­τι­ζό­ταν α­πό τους Μί­νω Δού­νια, Νέλ­λη Ευελ­πί­δη και Γιάν­νη Πα­παϊωάν­νου, ο ο­ποίος α­πε­βίω­σε, τε­λευ­ταίος, το 2000. Στη συ­νέ­χεια, το α­νέ­λα­βε ο συν­θέ­της Στέ­φα­νος Βα­σι­λειά­δης, που και ε­κεί­νος πέ­θα­νε το 2004. Στην τε­λευ­ταία ε­νό­τη­τα, ο Ρο­δάν­θης ξε­φεύ­γει α­πό το θέ­μα του, αλ­λά του το συγ­χω­ρού­με. Τι ι­δέα να κλεί­σει με Στά­λιν έ­να κεί­με­νο για τον Σκαλ­κώ­τα, α­κό­μη κι αν αμ­φό­τε­ροι δεν πί­στευαν στο Θεό. Όπως και να έ­χει, καί­τοι Φι­λι­σταίος, φαί­νε­ται να γνω­ρί­ζει πολ­λά για τον μου­σι­κό. Κρί­μα, που α­νοί­γει μό­νο χα­ρα­μά­δες σε ό­σα εν­δια­φέ­ρο­ντα θί­γει.
Πρό­κει­ται για έ­να μι­κρό αλ­λά α­πο­λαυ­στι­κό­τα­το στην α­νά­γνω­ση α­φιέ­ρω­μα. Να θυ­μί­σου­με πως ο Σκαλ­κώ­τας ε­νέ­πνευ­σε και έ­ναν του­λά­χι­στον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα. Τον μου­σι­κό στο πολ­λα­πλώς υ­παι­νι­κτι­κό τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Αλέ­ξη Παν­σέ­λη­νου, «Ο κου­τσός Άγγε­λος», που εκ­δό­θη­κε το 2002.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Γραμματοκιβώτιο

Το κεί­με­νό μας της προ­πε­ρα­σμέ­νης Κυ­ρια­κής («Για­τί σιω­πώ...») φαί­νε­ται πως προ­κά­λε­σε αρ­κε­τές και ποι­κί­λες α­ντι­δρά­σεις, αν κρί­νου­με α­πό τις ε­πι­στο­λές και τα η­λε­κ­τρο­νι­κά μη­νύ­μα­τα που λά­βα­με. Ωστό­σο, δεν θα εν­δώ­σου­με στον πει­ρα­σμό να α­πα­ντή­σου­με, με ε­ξαί­ρε­ση μια πε­ρί­πτω­ση, ό­που έ­γι­νε α­δι­καιο­λό­γη­τη πα­ρα­νά­γνω­ση του κει­μέ­νου. Ο κα­θη­γη­τής κ. Νά­σος Βα­γε­νάς, σε ε­πι­στο­λή του, μας προ­σά­πτει ό­τι τον πα­ρου­σιά­ζου­με ως συγ­γρα­φέα του δη­μο­σιεύ­μα­τος στη ΝΕ­Α Ε­ΣΤΙΑ (Βά­γιος Λα­γε­νάς «Το σκλη­ρό πε­πρω­μέ­νο της “ευ­γε­νι­κής δέ­σποι­νας ποίη­σης” Φι­λη­σίας Στά­θη, το με­τα­μο­ντέρ­νο έ­τος 2009», τχ. 1826, Οκτώ­βριος 2009, σελ. 605-636), το ο­ποίο στά­θη­κε αι­τία του δι­κού μας ε­κτε­νούς σχο­λια­σμού στην Ε­ΠΟ­ΧΗ.
Διευ­κρι­νί­ζου­με ό­τι σε κα­νέ­να ση­μείο του κει­μέ­νου - πράγ­μα που εύ­κο­λα ε­λέγ­χε­ται - ο κ. Ν. Βα­γε­νάς δεν α­να­φέ­ρε­ται - ού­τε καν ως υ­παι­νιγ­μός - ως συγ­γρα­φέ­ας του εν λό­γω δη­μο­σιεύ­μα­τος στη ΝΕ­Α Ε­ΣΤΙΑ. Μέ­νου­με με την α­πο­ρία, τι μπο­ρεί να τον ώ­θη­σε σε έ­να πα­ρό­μοιο συ­μπέ­ρα­σμα. Απο­φεύ­γου­με τη δη­μο­σίευ­ση της ε­πι­στο­λής του, ό­χι λό­γω των δυ­σά­ρε­στων α­να­φο­ρών στο ά­το­μό μας, αλ­λά για­τί α­πο­κα­λύ­πτει στοι­χεία για τον συγ­γρα­φέα του δη­μο­σιεύ­μα­τος στη ΝΕ­Α Ε­ΣΤΙΑ, για τα ο­ποία δεν γνω­ρί­ζου­με εάν ε­πι­θυ­μεί την δη­μο­σιο­ποίη­σή τους. Όσο για την έλ­λει­ψη χιού­μο­ρ, την ο­ποία μας κα­τα­λο­γί­ζει, με­τά την ε­πι­στο­λή του μας γεν­νιέ­ται το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο ο ί­διος δια­θέ­τει στοι­χειώ­δη αί­σθη­ση χιού­μορ. Επί­σης, το να α­ντι­κρού­σου­με τα πε­ρί “ά­κρι­της, ά­δι­κης και προ­σβλη­τι­κής ε­πί­θε­σης” ε­να­ντίον του, θα ή­ταν σαν να πα­ρα­δε­χό­μα­σταν ό­τι έ­χουν κά­ποια υ­πό­στα­ση. Ας μεί­νουν, λοι­πόν, α­σχο­λία­στα.
Μ.Θ.

Ζακυνθινή επιστολογραφία

«Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα»
Τό­μος ΚΘ, 1-2
Άνοι­ξη-Κα­λο­καί­ρι 2009
Ζά­κυν­θος

Το και­νού­ριο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού δεν εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο σε έ­να θέ­μα ή κά­ποιο πρό­σω­πο αλ­λά συ­γκε­ντρώ­νει ποι­κί­λη ύ­λη. Για α­κό­μη μια φο­ρά, η αρ­χή γί­νε­ται με Ξε­νό­που­λο. Ο Δ. Ν. Μου­σμού­της πα­ρου­σιά­ζει τέσ­σε­ρις α­νέκ­δο­τες ε­πι­στο­λές του α­πό τον Δε­κέμ­βριο του 1930 και την ά­νοι­ξη του 1931 προς τον Μιλ­τιά­δη Λι­δω­ρί­κη, τό­τε πρό­ε­δρο της Εται­ρείας Ελλή­νων Θε­α­τρι­κών Συγ­γρα­φέων. Το κα­λο­καί­ρι του 1930, εί­χε α­θλο­θε­τη­θεί α­νά διε­τία, α­πό τον φι­λό­τε­χνο Αντώ­νιο Στα­θά­το, δρα­μα­τι­κός δια­γω­νι­σμός προς ε­νί­σχυ­ση της ελ­λη­νι­κής θε­α­τρι­κής πα­ρα­γω­γής. Ο Ξε­νό­που­λος μα­ζί με τον Τί­μο Μω­ραϊτί­νη εί­χαν ε­κλε­γεί μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής α­πό το διοι­κη­τι­κό συμ­βού­λιο της Εται­ρείας, που, πέ­ρα α­πό τον πρό­ε­δρο, α­παρ­τι­ζό­ταν α­πό τους Κώ­στα Βελ­μύ­ρα και Νι­κό­λαο Λά­σκα­ρη. Δεν γνω­ρί­ζου­με το σχε­τι­κό βι­βλίο του Μου­σμού­τη για τον Στα­θά­τειο Δια­γω­νι­σμό, πά­ντως, οι ε­πι­στο­λές Ξε­νό­που­λου, που κά­που ξε­τρύ­πω­σε, δεν στε­ρού­νται εν­δια­φέ­ρο­ντος. Όπως φαί­νε­ται, ο Ξε­νό­που­λος ερ­γα­ζό­ταν για τον δια­γω­νι­σμό πυ­ρε­τω­δώς. Μέ­χρι τον Δε­κέμ­βριο του 1930 εί­χε δια­βά­σει και α­ξιο­λο­γή­σει 55 έρ­γα, τα ο­ποία υ­πο­βάλ­λο­νταν με α­πο­κρυμ­μέ­νο το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα τους. Με α­φορ­μή το έρ­γο «Ανά­με­σα στους Ανθρώ­πους» του Θεό­δω­ρου Συ­να­δι­νού, προ­τεί­νει μια εύ­στο­χη κα­τά­τα­ξη της ε­πι­τυ­χίας ε­νός έρ­γου: “Επι­τυ­χία ε­κτι­μή­σεως” για ε­κεί­να τα έρ­γα, τα α­λη­θι­νά ευ­συ­νεί­δη­τα και κα­λο­γραμ­μέ­να, που φθά­νουν στο σκο­πό τους ό­χι με πο­λύ χτυ­πη­τά θε­α­τρι­κά μέ­σα. “Επι­τυ­χία κα­τα­πλή­ξεως” για ε­κεί­να τα ψεύ­τι­κα και νό­θα, που ε­πι­στρα­τεύουν χτυ­πη­τά θε­α­τρι­κά μέ­σα. Και “Επι­τυ­χία α­λη­θι­νή”, ό­ταν συν­δυά­ζε­ται η λο­γο­τε­χνι­κή α­ξία με τη θε­α­τρι­κή. Το έρ­γο του Συ­να­δι­νού το το­πο­θε­τού­σε στη δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρία. Ωστό­σο, το έρ­γο α­πέ­σπα­σε το δεύ­τε­ρο βρα­βείο. Γι’ αυ­τό και ο Ξε­νό­που­λος μειο­ψή­φη­σε και ζή­τη­σε να υ­πάρ­ξει σχε­τι­κή α­να­φο­ρά. Πά­ντως, το πρώ­το βρα­βείο δό­θη­κε στον «Αντι­φω­νη­τή» του Άγγε­λου Ση­μη­ριώ­τη κι αυ­τό χά­ρις στις πιέ­σεις που ά­σκη­σε ο Ξε­νό­που­λος. Σύμ­φω­να με τη γνώ­μη του, με­τά την α­νά­γνω­ση 85 έρ­γων, αυ­τό ή­ταν μα­κράν το κα­λύ­τε­ρο.
Ακο­λου­θούν κι άλ­λες α­νέκ­δο­τες ε­πι­στο­λές. Αυ­τή τη φο­ρά, α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία του ι­δρυ­τή του πε­ριο­δι­κού Ντί­νου Κο­νό­μου και της Μι­μί­κας Κρα­νά­κη. Σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι, το 1918 γεν­νη­μέ­νος ο Κο­νό­μος, το 1922 η Κρα­νά­κη, γνω­ρί­στη­καν στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1940, ό­ταν ο Κο­νό­μος ήρ­θε στην Αθή­να, α­πο­φα­σι­σμέ­νος να εκ­δώ­σει το πε­ριο­δι­κό του. Τα «Επτα­νη­σια­κά Γράμ­μα­τα», ό­πως προ­σω­ρι­νά το τιτ­λο­φο­ρού­σε. Όμως, ο τίτ­λος ή­ταν ή­δη κα­το­χυ­ρω­μέ­νος σε άλ­λον. Έτσι, προέ­κυ­ψαν τα «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα», που ξε­κί­νη­σαν το 1945. Τό­τε, η Κρα­νά­κη, και ως πα­λιά Δια­πλα­σο­πού­λα, εί­χε συ­στή­σει τον Κο­νό­μο στον Ξε­νό­που­λο. Με μια α­γκα­λιά κόκ­κι­να τρια­ντά­φυλ­λα εί­χαν πά­ει ε­πί­σκε­ψη στον Ζα­κύν­θιο και η Κρα­νά­κη του πα­ρου­σία­σε “το πα­τριω­τά­κι” του, που χρεια­ζό­ταν βοή­θεια. Οι ε­πι­στο­λές, που δη­μο­σιεύο­νται στο τεύ­χος, εί­ναι α­πό την με­τα­γε­νέ­στε­ρη πε­ρίο­δο, 1976-1980. Θυ­μί­ζου­με πως ο Κο­νό­μος πέ­θα­νε το 1990 και η Κρα­νά­κη, στο Πα­ρί­σι, την περ­σι­νή πρω­τα­πρι­λιά. Ήταν μια δια­βο­λι­κή σύ­μπτω­ση, που φαί­νε­ται να έρ­χε­ται α­πό το χώ­ρο του με­τα­φυ­σι­κού, α­φού πά­ντα της ά­ρε­σαν τα α­στεία.
Επί­σης, δη­μο­σιεύο­νται δυο α­νέκ­δο­τες ε­πι­στο­λές του ζω­γρά­φου και α­γιο­γρά­φου Χρή­στου Ρουσ­σέα, α­πό το 1956, προς τις κό­ρες του, τη ζω­γρά­φο Μα­ρία Ρουσ­σέα και τη γνω­στή η­θο­ποιό Τζέ­νη Ρουσ­σέα. Στο σει­σμό του 1953 χά­θη­κε έ­να με­γά­λο μέ­ρος του έρ­γου του Ρουσ­σέα. Το εν­δια­φέ­ρον των ε­πι­στο­λών, ο­που­δή­πο­τε αυ­τές και να δη­μο­σιεύο­νται, ε­παυ­ξά­νουν οι υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Ευ­τυ­χώς, στις αλ­λη­λο­γρα­φίες που πα­ρου­σιά­ζο­νται κα­τά και­ρούς στα «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα», εί­ναι ε­κτε­νείς και ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νες. Εδώ, ο Διο­νύ­σης Σέρ­ρας, που α­να­λαμ­βά­νει το σχο­λια­σμό των ε­πι­στο­λών του Ρουσ­σέα, α­να­φέ­ρε­ται εν ε­κτά­σει στην προ­το­μή Σο­λω­μού, που ε­πρό­κει­το να στη­θεί στο Με­σο­λόγ­γι με α­φορ­μή τους ε­ορ­τα­σμούς για την ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα α­πό το θά­να­το του ποιη­τή. Υπο­ψή­φιοι γλύ­πτες ή­ταν ο Γεώρ­γιος Γεωρ­γίου και ο Νι­κό­λας (Παυ­λό­που­λος), τον ο­ποίο εί­χε συ­στή­σει και ο διευ­θυ­ντής της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών Μι­χά­λης Τό­μπρος, μέ­σω του Γιάν­νη Χατ­ζί­νη. Κα­λοί και φθη­νοί οι γλύ­πτες αλ­λά η προ­το­μή Σο­λω­μού δεν φι­λο­τε­χνή­θη­κε.
Τέ­λος, στο τεύ­χος δη­μο­σιεύο­νται δέ­κα γράμ­μα­τα του Γιάν­νη Πο­μό­νη-Τζα­γκλα­ρά προς τον Νιό­νιο Με­λί­τα. Πι­στεύου­με πως θα χρεια­ζό­ταν ε­κτε­νέ­στε­ρη σύ­στα­ση των δυο αλ­λη­λο­γρά­φων, πέ­ραν της συ­νη­θι­σμέ­νης πα­ρα­πο­μπής του α­να­γνώ­στη σε προ­η­γού­με­να τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού. Ίσως, αυ­τές οι ε­πι­στο­λές να έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρο το­πι­κό εν­δια­φέ­ρον. Ωστό­σο, πα­ρα­μέ­νει γε­νι­κό­τε­ρου εν­δια­φέ­ρο­ντος το «Γλωσ­σά­ριο ι­διω­μα­τι­σμών της αλ­λο­τι­νής ζα­κυν­θι­νής ντο­πιο­λα­λιάς» του Τζα­γκλα­ρά. Με αυ­τούς τους ι­διω­μα­τι­σμούς, οι πα­λιοί Ζα­κύν­θιοι “ε­ποί­κιλ­λαν τον προ­φο­ρι­κό κι ε­νίο­τε και τον έ­ντε­χνο λό­γο τους, και α­κό­μη αρ­τίω­ναν την εκ­φρα­στι­κή τους πλη­ρό­τη­τα”, ό­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γρά­φει.
Στο τεύ­χος δη­μο­σιεύο­νται, ε­κτός α­πό τις ε­πι­στο­λές, ποιή­μα­τα και κεί­με­να για διά­φο­ρα θέ­μα­τα. Ανά­με­σά τους, αυ­τό του Διο­νύ­ση Φλε­μο­τό­μου για «Το Δί­πτυ­χο της εκ­κλη­σίας της Αγίας Μα­ρί­νας των Δρα­γω­ναίων». Βε­βαίως, θα α­πο­ρή­σει ο α­να­γνώ­στης τι εν­δια­φέ­ρον μπο­ρεί να πα­ρου­σιά­ζει έ­να κεί­με­νο για κά­ποιο συ­γκε­κρι­μέ­νο δί­πτυ­χο, ό­ταν πολ­λοί εί­ναι ε­κεί­νοι που α­γνοούν την εκ­κλη­σια­στι­κή ση­μα­σία της λέ­ξης. Κι ό­μως, τα δί­πτυ­χα δεν εί­ναι πα­ρά η ε­πί­ση­μη μορ­φή, με ζω­γρα­φι­κές ή και γλυ­πτές α­να­πα­ρα­στά­σεις, που παίρ­νουν στις εκ­κλη­σίες τα γνω­στά ψυ­χο­χάρ­τια υ­πέρ υ­γείας ή υ­πέρ α­να­παύ­σεως των ψυ­χών, που κι αυ­τά εί­θι­σται να δι­πλώ­νο­νται στα δύο. Μα­ζί με τις εκ­κλη­σίες που κα­τέρ­ρευ­σαν στον κα­τα­στρο­φι­κό σει­σμό του 1953, χά­θη­καν και πολ­λά δί­πτυ­χα και μα­ζί τους οι πο­λύ­τι­μες μαρ­τυ­ρίες, που έ­δι­ναν για τις πα­λιές οι­κο­γέ­νειες και τα μέ­λη τους. Ο Φλε­μο­τό­μος πε­ρι­γρά­φει έ­να α­πό τα λι­γο­στά σω­ζό­με­να, του 1641. Δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για τις ει­κό­νες, ε­νώ κα­τα­γρά­φει και α­πο­κρυ­πτο­γρα­φεί τα ο­νό­μα­τα α­πό τα σω­ζό­με­να σπα­ράγ­μα­τα. Προ­η­γου­μέ­νως, ε­ξη­γεί για­τί η Αγία Μα­ρί­να έ­χει στη Ζά­κυν­θο, αλ­λά και α­πα­ντα­χού στην Ελλά­δα, τό­σες εκ­κλη­σίες προς τι­μή της, πα­ρα­θέ­το­ντας και τα ζα­κυν­θι­νά έ­θι­μα κα­τά την η­μέ­ρα του ε­ορ­τα­σμού της. Το Μα­ρί­να έρ­χε­ται, λέει, α­πό το μα­ραί­νω, κα­θώς η Αγία μα­ραί­νει τα κα­κά και τις αρ­ρώ­στιες. Υπάρ­χει η πί­στη πως μά­χε­ται τους δαί­μο­νες και κά­νει κα­λά τους δαι­μο­νι­σμέ­νους, που α­φθο­νούν σε ό­λες τις ε­πο­χές.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Τα ράσα κάνουν τον παππά

Γκότ­φρη­ντ Κέλ­λε­ρ
«Τα ρού­χα κά­νουν τον άν­θρω­πο»
Ει­σα­γω­γή-Με­τά­φρα­ση:
Εύη Μαυ­ρομ­μά­τη
Εκδό­σεις Γα­βριη­λί­δης
Σε­πτέμ­βριος 2009

Ο δέ­κα­τος τέ­ταρ­τος τό­μος της σει­ράς «Με­τα­φο­ρές», που διευ­θύ­νει ο Δη­μή­τρης Αλε­ξά­κης, πα­ρου­σιά­ζει τον ε­κλε­κτό διη­γη­μα­το­γρά­φο Γκότ­φρη­ντ Κέλ­λερ. Πρό­κει­ται για έ­ναν γερ­μα­νό­φω­νο πε­ζο­γρά­φο του 19ου αιώ­να, που, ό­πως φαί­νε­ται, πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι σή­με­ρα α­με­τά­φρα­στος στα ελ­λη­νι­κά. Γε­γο­νός που προ­κα­λεί έκ­πλη­ξη, δε­δο­μέ­νης της ε­ξέ­χου­σας θέ­σης που κα­τέ­χει στη γερ­μα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνία. Στη βι­βλιο­γρα­φία, που πα­ρα­τί­θε­ται στο το­μί­διο, δεν α­να­φέ­ρο­νται αυ­το­τε­λείς εκ­δό­σεις των βι­βλίων του στα ελ­λη­νι­κά. Ού­τε καν κά­ποια με­τά­φρα­ση διη­γή­μα­τός του σε πε­ριο­δι­κό του 19ου ή του 20ου αιώ­να. Επί­σης, δεν δί­νε­ται κα­μία πα­ρα­πο­μπή σε με­λέ­τη έλ­λη­να συγ­γρα­φέα ή και με­τα­φρα­σμέ­νη ξέ­νου, που να α­να­φέ­ρε­ται στον Κέλ­λερ και το έρ­γο του. Δεν διευ­κρι­νί­ζε­ται, ω­στό­σο, αν οι υ­πεύ­θυ­νοι της πα­ρού­σας έκ­δο­σης έ­κα­ναν την α­νά­λο­γη έ­ρευ­να. Η μο­να­δι­κή πα­ρα­πο­μπή της βι­βλιο­γρα­φίας σε ελ­λη­νι­κή πη­γή εί­ναι το λήμ­μα της ε­γκυ­κλο­παί­δειας Πά­πυ­ρος Λα­ρούς Μπρι­τάν­νι­κα. Όσο α­φο­ρά, ό­μως, τις ε­γκυ­κλο­παί­δειες, ο Κέλ­λερ εί­ναι σε ό­λες κα­τα­χω­ρι­σμέ­νος με έ­να, θα λέ­γα­με, ι­κα­νο­ποιη­τι­κό λήμ­μα, το ο­ποίο, κα­τά κα­νό­να, συ­νο­δεύε­ται α­πό φω­το­γρα­φία. Όσο, μά­λι­στα, πα­λαιό­τε­ρη εί­ναι η ε­γκυ­κλο­παί­δεια, τό­σο με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση δί­νε­ται στο α­ντί­στοι­χο λήμ­μα. Επί­σης, μνη­μο­νεύε­ται με λί­γες α­ρά­δες στην τρί­το­μη Ιστο­ρία της Ευ­ρω­παϊκής Λο­γο­τε­χνίας (Εκδό­σεις Σο­κό­λη). Η θέ­ση, ό­μως, που κα­τέ­χει ο Κέλ­λερ στην ευ­ρω­παϊκή λο­γο­τε­χνία, φαί­νε­ται στον τρό­πο που τον α­να­φέ­ρει ο γερ­μα­νός ι­στο­ρι­κός της λο­γο­τε­χνίας Έριχ Άουερ­μπαχ στη με­λέ­τη του «Μί­μη­σις», που με­τα­φρά­στη­κε στα ελ­λη­νι­κά προ τε­τρα­ε­τίας.
Ο Κέλ­λερ γεν­νή­θη­κε στη Ζυ­ρί­χη το 1819, ό­που και πέ­θα­νε το 1890. Κά­ποια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του βίου του θυ­μί­ζουν τον Γεώρ­γιο Βι­ζυη­νό. Ο Κέλ­λε­ρ, ό­πως ο Βι­ζυη­νός, ξε­κί­νη­σε ως ποιη­τής για να ε­ξε­λιχ­θεί σε ση­μα­ντι­κό πε­ζο­γρά­φο. Ο Βι­ζυη­νός μπό­ρε­σε να σπου­δά­σει στη Γο­τίγ­γη της Γερ­μα­νίας χά­ρις στον τρα­πε­ζί­τη Γεώρ­γιο Ζα­ρί­φη. Αντί­στοι­χα ο Κέλ­λε­ρ, κι ε­κεί­νος α­πό φτω­χή οι­κο­γέ­νεια, χά­ρις στον γερ­μα­νό πο­λι­τι­κό πρό­σφυ­γα στην Ζυ­ρί­χη, Άντολφ Λού­ντβιχ Φό­λεν, έ­ναν μαι­κή­να των γερ­μα­νι­κών γραμ­μά­των, μπό­ρε­σε να εκ­δώ­σει τα ποιή­μα­τά του, ε­ξα­σφα­λί­ζο­ντας, τε­λι­κά, μια υ­πο­τρο­φία για σπου­δές στην Χαϊδελ­βέρ­γη. Ο Κέλ­λερ θεω­ρεί­ται ε­θνι­κός συγ­γρα­φέ­ας της γερ­μα­νό­φω­νης Ελβε­τίας, μό­νο που σή­με­ρα το έρ­γο του έ­χει πα­ρα­γκω­νι­στεί α­πό τα έρ­γα των συ­μπα­τριω­τών του, Μαξ Φρις και Φρή­ντριχ Ντύρ­ρεν­μα­τ, οι ο­ποίοι έ­ζη­σαν έ­ναν αιώ­να με­τά α­πό αυ­τόν, κα­λύ­πτο­ντας ό­λο το ά­νοιγ­μα του 20ου αιώ­να, ό­πως ε­κεί­νος του 19ου.
Η Εύη Μαυ­ρομ­μά­τη, που ε­ξε­λίσ­σε­ται σε μια συ­στη­μα­τι­κή με­τα­φρά­στρια α­πό τα γερ­μα­νι­κά, πα­ρα­θέ­τει ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νη ει­σα­γω­γή και έ­να λε­πτο­με­ρές χρο­νο­λό­γιο, το ο­ποίο α­να­δει­κνύε­ται πε­ραι­τέ­ρω χά­ρις στην τυ­πο­γρα­φι­κή ε­πι­μέ­λεια. Απο­ρού­με, μό­νο, για­τί, σε έ­ναν γερ­μα­νό­φω­νο συγ­γρα­φέα, δί­νει α­μι­γώς αγ­γλι­κή βι­βλιο­γρα­φία. Όπως και να έ­χει, α­πό το σύ­νο­λο του έρ­γου του, το ο­ποίο ο ί­διος πρό­λα­βε να εκ­δώ­σει σε δέ­κα τό­μους τον τε­λευ­ταίο χρό­νο της ζωής του, η Μαυ­ρομ­μά­τη ε­πι­λέ­γει έ­να με­γά­λο διή­γη­μα α­πό το δεύ­τε­ρο μέ­ρος της συλ­λο­γής, «Οι άν­θρω­ποι της Ζελ­ντβί­λα», που εκ­δό­θη­κε, για πρώ­τη φο­ρά, το 1874. Οι με­λε­τη­τές του Κέλ­λερ το συ­γκα­τα­λέ­γουν στα ε­πί­λε­κτα, μα­ζί με δύο άλ­λα διη­γή­μα­τα της ί­διας συλ­λο­γής, το «Ρω­μαίος και Ιου­λιέτ­τα στο χω­ριό» και το «Οι τρεις δί­καιοι κτε­νο­ποιοί». Μά­λι­στα, στην υ­πό­θε­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου διη­γή­μα­τος, στη­ρί­χτη­καν, μέ­σα στον 20ο αιώ­να, δυο ται­νίες, μια τη­λε­ται­νία και ε­πί­σης, δυο ό­πε­ρες.
Το εν λό­γω διή­γη­μα, ό­πως, άλ­λω­στε, και τα πε­ρισ­σό­τε­ρα του Κέλ­λε­ρ, θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί νου­βέ­λα. Κι αυ­τό, ό­χι μό­νο λό­γω της έ­κτα­σής του, αλ­λά και για­τί ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην ψυ­χο­γρά­φη­ση του κε­ντρι­κού ή­ρωα, σκια­γρα­φώ­ντας, ταυ­τό­χρο­να, την κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της ε­πο­χής που γρά­φτη­κε. Από την άλ­λη, ο­λό­κλη­ρη η νου­βέ­λα θα μπο­ρού­σε να δια­βα­στεί σαν έ­να πα­ρά­δειγ­μα της ι­σχύος κα­τά τον πρώι­μο κα­πι­τα­λι­σμό του ρη­τού “τα ρού­χα κά­νουν τον άν­θρω­πο”. Ένα ρη­τό, που φτά­νει να ι­σχύει με α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη ε­πί­τα­ση μέ­χρι σή­με­ρα. Ο τίτ­λος θυ­μί­ζει την ελ­λη­νι­κή ρή­ση, “τα ρά­σα δεν κά­νουν τον παπ­πά”, το ο­ποίο υ­πο­γραμ­μί­ζει πως η πραγ­μα­τι­κή α­ξία κά­ποιου δεν σταθ­μί­ζε­ται α­πό την ε­ξω­τε­ρι­κή του ει­κό­να αλ­λά έ­γκει­ται στην ποιό­τη­τα του χα­ρα­κτή­ρα του. Με την α­ντι­στρο­φή της ρή­σης εμ­φα­τι­κά στον τίτ­λο, ο Κέλ­λερ α­πο­κα­λύ­πτει ε­ξαρ­χής το βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της γρα­φής του, που εί­ναι η ει­ρω­νεία. Αυ­τή εί­ναι που τον φέρ­νει κο­ντά στον Ροΐδη, με μια, ω­στό­σο, ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά. Η ροΐδειος ει­ρω­νεία εί­ναι καυ­στι­κή, ε­νώ του Κέλ­λερ ξε­κι­νά α­πό μια πε­ρι­παι­κτι­κή διά­θε­ση, που φαι­δρύ­νει τις α­φη­γή­σεις του.
Σε γε­νι­κές γραμ­μές η υ­πό­θε­ση της νου­βέ­λας έ­χει ως ε­ξής: Ένας ρα­φτά­κος, κάλ­φας κα­τά το ελ­λη­νι­κό­τε­ρο, μέ­νει χω­ρίς δου­λειά, ό­ταν το α­φε­ντι­κό του, έ­νας ρά­φτης της Ζελ­ντβί­λα, κη­ρύσ­σει πτώ­χευ­ση. Απέ­ντα­ρος, μια κρύα μέ­ρα του Νοέμ­βρη, τρα­βά­ει πε­ζή για τη γει­το­νι­κή πό­λη, την Γκόλ­νταχ. Ο Κέλ­λερ δεν προσ­διο­ρί­ζει ού­τε τον χρό­νο ού­τε τον τό­πο. Και οι δυο πό­λεις, που α­να­φέ­ρει, εί­ναι ε­πι­νο­η­μέ­νες. Η ο­νο­μα­σία της πρώ­της πα­ρα­πέ­μπει σε έ­ναν χα­ρού­με­νο τό­πο και της δεύ­τε­ρης, στο χρυ­σό και τα πλού­τη. Για να ε­πα­νέλ­θου­με, ό­μως, στον ρα­φτά­κο, αυ­τός έ­χει μια κα­λή συ­νή­θεια. Αρέ­σκε­ται στο κομ­ψό ντύ­σι­μο, έ­στω κι αν έ­χει έ­να μό­νο κο­στού­μι και μια ε­ντυ­πω­σια­κή μα­κριά μπέρ­τα. Όπως προϊδεά­ζει ο τίτ­λος, χά­ρις σε αυ­τά, πρώ­τα έ­νας α­μα­ξάς στο δρό­μο και με­τά, οι κά­τοι­κοι της γει­το­νι­κής πό­λης, στην ο­ποία φτά­νει, τον θεω­ρούν για πο­λω­νό α­ρι­στο­κρά­τη. Στην πα­ρε­ξή­γη­ση συμ­βάλ­λει και το ό­νο­μά του, που εί­ναι έ­να γνή­σιο πο­λω­νι­κό ό­νο­μα. Κι αυ­τό, τε­λείως συ­μπτω­μα­τι­κά, α­φού έρ­χε­ται α­πό την πε­ριο­χή της Σι­λε­σίας, που, τον 19ο αιώ­να, κα­τοι­κεί­ται κυ­ρίως α­πό Γερ­μα­νούς. Όμως, ο ρα­φτά­κος εί­ναι έ­νας γνή­σιος Σι­λε­σια­νός. Φύ­σει δει­λός, δι­στά­ζει να δια­λύ­σει το μπέρ­δε­μα, α­πο­δε­χό­με­νος τις πε­ρι­ποιή­σεις, που α­ντι­στοι­χούν στην υ­πο­τι­θέ­με­νη α­ρι­στο­κρα­τι­κή του κα­τα­γω­γή. Όταν ε­πι­τέ­λους βρί­σκει το θάρ­ρος και ε­τοι­μά­ζε­ται ψυ­χο­λο­γι­κά να ο­μο­λο­γή­σει την α­λή­θεια, εμ­φα­νί­ζε­ται μια πα­νέ­μορ­φη κο­πέ­λα, κό­ρη ε­νός πρού­χο­ντα της πό­λης, την ο­ποία και ε­ρω­τεύε­ται κε­ραυ­νο­βό­λα. Προ­σω­ρι­νά, ό­λα φαί­νε­ται να πη­γαί­νουν κα­τ’ ευ­χήν και ε­πί­κει­ται ο γά­μος τους, ό­ταν έ­νας ε­ρω­τι­κός του α­ντί­ζη­λος, που η κο­πέ­λα τον έ­χει α­πορ­ρί­ψει, α­πο­κα­λύ­πτει την α­πά­τη, πα­ρου­σιά­ζο­ντας τον ρα­φτά­κο σαν έ­ναν τυ­χο­διώ­κτη. Ωστό­σο, ό­πως συμ­βαί­νει στα πα­ρα­μύ­θια αλ­λά και τα ρο­μά­ντσα, ο έ­ρω­τας στο τέ­λος θριαμ­βεύει και μα­ζί ε­πα­λη­θεύε­ται το ρη­τό, “τα ρού­χα κά­νουν τον άν­θρω­πο”, α­φού ο ρα­φτά­κος γί­νε­ται έ­νας με­γά­λος και τρα­νός ρά­φτης.
Οι με­λε­τη­τές έ­χουν ε­ντά­ξει τη νου­βέ­λα στο εί­δος της κω­μω­δίας πα­ρε­ξη­γή­σεων. Και πράγ­μα­τι, συμ­βαί­νει σω­ρεία πα­ρε­ξη­γή­σεων. Ωστό­σο, το α­πο­τέ­λε­σμα δύ­σκο­λα θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν κω­μω­δία. Ο α­νά­λα­φρα εύ­θυ­μος χα­ρα­κτή­ρας της α­φή­γη­σης, ε­νι­σχυ­μέ­νος με ρο­μα­ντι­κά στοι­χεία, δεν α­πο­τε­λεί πα­ρά το προ­πέ­τα­σμα για έ­ναν βα­θύ­τε­ρο σκε­πτι­κι­σμό. Σε έ­να ση­μείο, προς το τέ­λος της νου­βέ­λας, ο α­φη­γη­τής ξι­φουλ­κεί ε­να­ντίον της τό­τε κρα­τού­σας κοι­νω­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γρά­φει:
«Όταν έ­νας η­γε­μό­νας κα­τα­κτά μια χώ­ρα και τον λαό της· ό­ταν έ­νας ιε­ρέ­ας κη­ρύτ­τει το δόγ­μα της Εκκλη­σίας του δί­χως πει­θώ, αλ­λά τρώει με α­ξιο­πρέ­πεια τις προ­σό­δους που του α­πο­φέ­ρει το α­ξίω­μά του· ό­ταν έ­νας ξι­πα­σμέ­νος δά­σκα­λος κα­τέ­χει και α­πο­λαμ­βά­νει τις τι­μές και τα πλε­ο­νε­κτή­μα­τα ε­νός υ­ψη­λού δι­δα­σκα­λι­κού α­ξιώ­μα­τος, δί­χως να ’χει την πα­ρα­μι­κρή ι­δέα για το με­γα­λείο της ε­πι­στή­μης του ή δί­χως να προ­σπα­θεί να την προά­γει έ­στω και στο ε­λά­χι­στο· ό­ταν έ­νας καλ­λι­τέ­χνης δί­χως α­ρε­τή, με ε­πι­πό­λαια έρ­γα και κού­φια τε­χνά­σμα­τα, γί­νε­ται της μό­δας και κλέ­βει ψω­μί και δό­ξα α­πό τον α­λη­θι­νό δου­λευ­τή· ή ό­ταν έ­νας μπα­γα­πό­ντης, ο ο­ποίος κλη­ρο­νό­μη­σε ή α­πέ­κτη­σε με α­πά­τη το ό­νο­μα κά­ποιου με­γά­λου ε­μπό­ρου, α­πο­σπά α­πό χι­λιά­δες αν­θρώ­πους τις α­πο­τα­μιεύ­σεις τους, α­κό­μη και τις οι­κο­νο­μίες τους για μια έ­κτα­κτη α­νά­γκη, ε­ξαι­τίας της μω­ρίας και της α­συ­νει­δη­σίας του, τό­τε ό­λοι αυ­τοί δεν κλαί­νε για τους ε­αυ­τούς τους, πα­ρά χαί­ρο­νται την ευη­με­ρία τους και δεν μέ­νουν ού­τε έ­να βρά­δυ χω­ρίς δια­σκε­δα­στι­κή συ­ντρο­φιά και κα­λούς φί­λους.
Ο ρά­φτης μας, ό­μως, έ­κλα­ψε πι­κρά για τον ε­αυ­τό του...».
Κα­τά την προ­σφι­λή τους συ­νή­θεια, οι με­λε­τη­τές ε­ντο­πί­ζουν στη νου­βέ­λα πλεί­στα ό­σα δά­νεια α­πό λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία αλ­λά και α­πό πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά, που α­να­φέ­ρο­νται στις βιο­γρα­φίες του συγ­γρα­φέα. Υπο­στη­ρί­ζε­ται πως τη νου­βέ­λα θα πρέ­πει να την έ­γρα­φε ή, μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, να την μα­γεί­ρευε για αρ­κε­τά χρό­νια. Πά­ντως, οι α­να­φο­ρές του α­φη­γη­τή στην έ­κρυθ­μη πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση της Πο­λω­νίας ε­ντο­πί­ζουν την τε­λι­κή γρα­φή στα χρό­νια 1863-65, ό­ταν ο Κέλ­λερ συμ­με­τεί­χε ως γραμ­μα­τέ­ας στην «Ελβε­τι­κή Επι­τρο­πή για την Πο­λω­νία». Ήταν μια πο­λι­τι­κή και αν­θρω­πι­στι­κή ορ­γά­νω­ση για την πα­ρο­χή βοή­θειας κα­τά την ε­πα­νά­στα­ση, που ξέ­σπα­σε τον Ια­νουά­ριο του 1863, με αί­τη­μα την ε­νο­ποίη­ση της χώ­ρας. Εκτός α­πό τις α­να­φο­ρές στην Πο­λω­νία, στην α­φή­γη­ση δια­κρί­νε­ται κρι­τι­κή διά­θε­ση για την κοι­νω­νι­κοοι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση στη χώ­ρα του, ό­που έ­χει ή­δη αρ­χί­σει να ε­πι­κρα­τεί η θε­ο­ποίη­ση του χρή­μα­τος.
Ο Κέλ­λερ ε­πι­λέ­γει για τα πρό­σω­πα και τους τό­πους δί­ση­μες ο­νο­μα­σίες, πα­ρα­πέ­μπο­ντας, μέ­σω της δευ­τε­ρεύου­σας ση­μα­σίας, στις πολ­λα­πλές δια­στά­σεις της ί­διας της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Για τον ί­διο α­κρι­βώς σκο­πό, ε­πι­στρα­τεύει τα μέ­σα της ποίη­σης, ό­πως η ε­κτε­τα­μέ­νη ει­κο­νο­ποιία και οι με­τα­φο­ρές, ό­ταν πε­ρι­γρά­φει στις ι­στο­ρίες του ρε­α­λι­στι­κές κα­τα­στά­σεις. Γι αυ­τό και το έρ­γο του ε­ντάσ­σε­ται στον γερ­μα­νι­κό ποιη­τι­κό ρε­α­λι­σμό, α­πό τον ο­ποίο δέ­χε­ται ε­πι­δρά­σεις και ο Βι­ζυη­νός. Επί­σης, ο Κέλ­λερ στή­νει συ­χνά σκη­νές, ε­μπνευ­σμέ­νες α­πό τον αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό κό­σμο, κυ­ρίως τον ο­μη­ρι­κό, ό­πως, στη νου­βέ­λα, την αρ­πα­γή της ω­ραίας Νέτ­χεν (αν και το ω­ραία πε­ριτ­τεύει, α­φού το ό­νο­μά της ση­μαί­νει, η ο­μορ­φού­λα), που α­πει­λεί να ο­δη­γή­σει σε έ­ναν νέο τρωι­κό πό­λε­μο. Σε αυ­τές τις πε­ρι­γρα­φές, ο Κέλ­λερ δί­νει τη μορ­φή πα­ρω­δίας, χω­ρίς, ω­στό­σο, το πα­ρα­μι­κρό στοι­χείο χλευα­σμού, ό­πως ε­σφαλ­μέ­νως σχο­λιά­ζε­ται στην ει­σα­γω­γή. Έτσι κι αλ­λιώς, η χλεύη δεν ται­ριά­ζει στους λε­πταί­σθη­τους α­φη­γη­μα­τι­κούς του τρό­πους, πό­σω μάλ­λον μια χλεύη στρε­φό­με­νη ε­να­ντίον ε­νός υ­ψη­λού πρό­τυ­που, ό­πως ή­ταν ο κό­σμος του Ομή­ρου στην ε­πο­χή του Κέλ­λερ.
Από την άλ­λη, ο αμ­φί­ση­μος α­φη­γη­μα­τι­κός τρό­πος του Κέλ­λερ πι­στεύου­με πως δυ­σχε­ραί­νει το έρ­γο του με­τα­φρα­στή. Το γε­γο­νός ό­τι στη σει­ρά «Με­τα­φο­ρές» η ελ­λη­νι­κή α­πό­δο­ση δη­μο­σιεύε­ται α­ντι­κρι­στά με το πρω­τό­τυ­πο, προ­σφέ­ρει την ευ­χέ­ρεια στον με­τα­φρα­στή, με­τα­ξύ μιας πι­στής και μιας ω­ραίας α­πό­δο­σης, κα­τά το γνω­στό με­τα­φρα­στι­κό δί­λημ­μα, να ε­πι­λέ­γει τη δεύ­τε­ρη. Πα­ρό­λα αυ­τά, η Μαυ­ρομ­μά­τη προ­τί­μη­σε μια κα­τά λέ­ξη με­τά­φρα­ση, κα­τα­λή­γο­ντας, με­ρι­κές φο­ρές, σε α­δό­κι­μες στα ελ­λη­νι­κά εκ­φρά­σεις. Ύστε­ρα, με αυ­τήν την τα­κτι­κή, καί­τοι ποιή­τρια η ί­δια, χά­νει μέ­ρος του πο­λύ­τι­μου με­τω­νυ­μι­κού φορ­τίου της α­φή­γη­σης. Όπως και να έ­χει, αυ­τή εί­ναι μια κα­λή αρ­χή για τον Κέλ­λερ στην ελ­λη­νι­κή. Ελπί­ζου­με κά­ποια στιγ­μή να α­κο­λου­θή­σει μια συλ­λο­γή ή έ­να αν­θο­λό­γιο διη­γη­μά­των.
Κα­λο­δε­χού­με­νο θα ή­ταν και το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Κέλ­λε­ρ, που θεω­ρεί­ται ως έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα διά­πλα­σης, γραμ­μέ­νο, στην πρώ­τη του μορ­φή, μι­σό πε­ρί­που αιώ­να με­τά το κο­ρυ­φαίο μυ­θι­στό­ρη­μα του εί­δους, «Τα χρό­νια της μα­θη­τείας του Βίλ­χελμ Μάι­στερ» του Γκαί­τε. Με ε­πιρ­ροές α­πό αυ­τό, το μυ­θι­στό­ρη­μα του Κέλ­λερ τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ο πρά­σι­νος Ερρί­κος». Ανι­στο­ρεί τις πε­ρι­πέ­τειες ε­νός έ­φη­βου, που ε­γκα­τα­λεί­πει το σπί­τι του για να γί­νει καλ­λι­τέ­χνης. Ο τίτ­λος κυ­ριο­λε­κτεί μεν, α­φού ό­λα τα ρού­χα του εί­ναι φτιαγ­μέ­να α­πό το έ­να και μο­να­δι­κό τό­πι ύ­φα­σμα που έ­χει η μη­τέ­ρα του, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να δη­λώ­νει πως εί­ναι α­κό­μη ά­γου­ρος, δη­λα­δή α­νώ­ρι­μος. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ε­νώ η με­τά­φρα­ση της ξέ­νης λο­γο­τε­χνίας βρί­σκε­ται σε μό­νι­μη άν­θη­ση, ί­σως και σε βά­ρος της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, α­που­σιά­ζει μια κά­ποια ιε­ράρ­χη­ση στις ε­πι­λο­γές.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Υ­Γ: Στον ου­ρα­νό γυ­ρεύα­με έ­να πε­ζό του Κέλ­λερ με­τα­φρα­σμέ­νο στα ελ­λη­νι­κά και στην «Επο­χή» το βρή­κα­με. Μας το ε­πε­σή­μα­νε ο αυ­τουρ­γός, δη­λα­δή ο με­τα­φρα­στής του, ο σύ­ντρο­φος Θό­δω­ρος Πα­ρα­σκευό­που­λος. Πρό­κει­ται για το διή­γη­μα, «Η Παρ­θέ­νος και ο Διά­βο­λος», α­πό την τε­λευ­ταία συλ­λο­γή του Κέλ­λε­ρ, «Επτά Θρύ­λοι», που εκ­δό­θη­κε το 1872. Δη­μο­σιεύ­τη­κε στις 23 Δε­κεμ­βρίου 2001, με σύ­ντο­μο πρό­λο­γο του Πα­ρα­σκευό­που­λου.