Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

ZAΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Ένας κοσμοπολίτης εκ Καρπενησίου

Την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, σχο­λιά­ζο­ντας τα «Πα­πα­δια­μα­ντι­κά Τε­τρά­δια», α­να­φερ­θή­κα­με στον Ζα­χα­ρία Πα­πα­ντω­νίου, δί­νο­ντας την υ­πό­σχε­ση ό­τι θα ε­πα­νέλ­θου­με. Το γορ­γόν και χά­ριν έ­χει. Εάν, μά­λι­στα, δεν με­σο­λα­βού­σαν άλ­λοι α­ντι­πε­ρι­σπα­σμοί και η δη­μο­σίευ­ση γι­νό­ταν νω­ρί­τε­ρα, στις αρ­χές Φε­βρουα­ρίου, θα προσ­λάμ­βα­νε κα­θα­ρά ε­πε­τεια­κό χα­ρα­κτή­ρα. Ωστό­σο, με έ­να-ε­νά­μι­σι μή­να κα­θυ­στέ­ρη­ση δεν αλ­λά­ζουν και πο­λύ τα πράγ­μα­τα. Χά­νε­ται μεν το α­κρι­βές η­με­ρο­λο­για­κό της ε­πε­τείου, αλ­λά ως “θέ­μα” δεν υ­πάρ­χει κα­μία πι­θα­νό­τη­τα να “κα­εί”. Ου­δείς πρό­κει­ται να α­να­κα­λέ­σει τον Πα­πα­ντω­νίου στην ε­πι­και­ρό­τη­τα, ού­τε καν η Τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών της Ακα­δη­μίας, στην ο­ποία δια­τέ­λε­σε μέ­λος. Να το α­πο­δώ­σει κα­νείς σε δι­καιο­λο­γη­μέ­νη α­δια­φο­ρία, ε­πει­δή ως πρό­σω­πο μπο­ρεί σή­με­ρα να στε­ρεί­ται εν­δια­φέ­ρο­ντος; Μπο­ρεί, αλ­λά ως δι­καιο­λο­γία πα­ρα­μέ­νει ε­πι­φα­νεια­κή, για­τί υ­πάρ­χει κά­τι άλ­λο, πο­λύ βα­θύ­τε­ρο, το ο­ποίο συ­σχε­τί­ζε­ται με τους γε­νι­κό­τε­ρους ε­παμ­φο­τε­ρι­σμούς του νε­ο­ελ­λη­νι­κού βίου. Μην μπλέ­ξου­με, ό­μως, σε αυ­τούς τους α­χα­νείς ο­ρί­ζο­ντες. Κα­λύ­τε­ρα να πε­ριο­ρι­στού­με στον ευ­γε­νή και βα­θιάς καλ­λιέρ­γειας Καρ­πε­νη­σιώ­τη.

Παι­δί του βου­νού

Ο Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου γεν­νή­θη­κε στις 3 Φε­βρουα­ρίου 1877 στο Καρ­πε­νή­σι και πέ­θα­νε το πρωί της 1ης Φε­βρουα­ρίου 1940. Απε­βίω­σε ξαφ­νι­κά, α­πό α­να­κο­πή μέ­σα στο τρα­μ, πη­γαί­νο­ντας σε συ­νε­δρία της Ακα­δη­μίας Αθη­νών. Συ­μπλή­ρω­νε τα 63 και προ διε­τίας εί­χε ε­κλε­γεί Ακα­δη­μαϊκός στην Τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών. “Από τας συ­νε­δρίας της Ολο­με­λείας και της Τά­ξεως σπα­νιώ­τα­τα α­που­σία­ζε, προ­σήρ­χε­το δε σχε­δόν κα­τά κα­νό­να ο­λί­γον με­τά την αρ­χή της συ­νε­δρίας και ε­λάμ­βα­νε θέ­σιν εις τα πρώ­τα πλά­για κα­θί­σμα­τα”, σύμ­φω­να με τον συ­νο­μή­λι­κό του, πα­λαιό­τε­ρο Ακα­δη­μαϊκό, Σω­κρά­τη Κου­γέα. Σε ε­κεί­νη, ό­μως, τη συ­νε­δρία, τε­λι­κά, α­που­σία­σε. “Παι­δί του βου­νού”, α­πο­κα­λεί τον Πα­πα­ντω­νίου ο Κ.Θ. Δη­μα­ράς στην νε­κρο­λο­γία του. “Γεν­νη­μέ­νο και με­γα­λω­μέ­νο σ’ έ­να α­πό τα πιο ω­ραία βου­νά της Ελλά­δος”, ό­πως γρά­φει, εν­νοώ­ντας τον Τυμ­φρη­στό, γνω­στό και ως Βε­λού­χι. Η νύ­ξη του Δη­μα­ρά δεν γί­νε­ται τυ­χαία. Κα­τά έμ­με­σο τρό­πο α­να­φέ­ρε­ται στα «Ψη­λά βου­νά», α­ντο­νο­μα­σία του Τυμ­φρη­στού, που χρη­σι­μο­ποιεί ο Πα­πα­ντω­νίου, τιτ­λο­φο­ρώ­ντας το α­να­γνω­στι­κό που έ­γρα­ψε για την Τρί­τη Δη­μο­τι­κού, έ­να βι­βλίο, το ο­ποίο στέ­κει πρό­δρο­μος της δη­μο­τι­κής γλώσ­σας στην πρω­το­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση. Κυ­κλο­φό­ρη­σε Ια­νουά­ριο 1919 ως εγ­χει­ρί­διο του δη­μο­τι­κού, αλ­λά μέ­σα στον πυ­ρε­τό του πο­λι­τι­κού Δι­χα­σμού α­τύ­χη­σε. Δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, Φε­βρουά­ριο 1921, κά­η­κε μα­ζί με άλ­λα δώ­δε­κα α­να­γνω­στι­κά της εκ­παι­δευ­τι­κής με­ταρ­ρύθ­μι­σης του Βε­νι­ζέ­λου, δη­μο­σίως, στην πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος.
Δέ­κα χρό­νια με­τά το θά­να­το του Πα­πα­ντω­νίου, σε πρω­το­σέ­λι­δη ε­πι­φυλ­λί­δα στην ε­φη­με­ρί­δα «Τα Νέ­α», δη­μο­σιεύ­τη­κε κεί­με­νο ως “λο­γο­τε­χνι­κό μνη­μό­συ­νο”, με τίτ­λο, «Δά­σκα­λος του λό­γου», ό­που ε­ξαί­ρε­ται η προ­σω­πι­κό­τη­τα και το έρ­γο του. Ει­σα­γω­γι­κά το­νί­ζε­ται ό­τι ο χρό­νος που πέ­ρα­σε, α­ντί να σβή­σει τον Πα­πα­ντω­νίου, δη­μιούρ­γη­σε νέες προϋπο­θέ­σεις για την κα­λύ­τε­ρη ε­κτί­μη­ση της προ­σφο­ράς του.

Αντί­στρο­φη φο­ρά

Κα­τά α­ντί­στρο­φη φο­ρά, ε­βδο­μή­ντα χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, ο χρό­νος φαί­νε­ται να σβή­νει την πε­ρί­πτω­σή του, α­φού έ­χουν δη­μιουρ­γη­θεί οι προϋπο­θέ­σεις για την ε­ξά­λει­ψη ε­νός “φλο­γε­ρού θια­σώ­τη της ελ­λη­νι­κής πα­ρά­δο­σης”, ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ο Πα­πα­ντω­νίου στην ε­πι­φυλ­λί­δα του 1950. Επι­βε­βαιώ­νε­ται α­πό την έλ­λει­ψη α­να­φο­ράς στον Τύ­πο, του­λά­χι­στον μέ­χρι σή­με­ρα. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί η προ­α­ναγ­γελ­τι­κή μνη­μό­νευ­ση της ε­πε­τείου στο πε­ριο­δι­κό της γε­νέ­τει­ράς του, τα «Ευ­ρυ­τα­νι­κά Χρο­νι­κά», στο φθι­νο­πω­ρι­νό τεύ­χος του 2009. Το Δ.Σ. της Πα­νευ­ρυ­τα­νι­κής Ένω­σης α­πο­φά­σι­σε ο­μό­φω­να να α­να­κη­ρύ­ξει το 2010 «Έτος Ζα­χα­ρία Πα­πα­ντω­νίου». Την πρό­τα­σή τους, το πι­θα­νό­τε­ρο, ού­τε καν θα την πλη­ρο­φο­ρη­θούν στην πρω­τεύου­σα. Αρκε­τά δι­λήμ­μα­τα έ­χουν οι πα­ροι­κού­ντες εν Αθή­ναις άν­θρω­ποι του βι­βλίου με τους με­σο­πο­λε­μι­κούς και με­τα­πο­λε­μι­κούς υ­πο­ψή­φιους προς α­να­κή­ρυ­ξη ε­πε­τεια­κού έ­τους. Χω­ρίς α­κό­μη να έ­χουν κα­τα­λή­ξει, πο­νο­κε­φα­λιά­ζουν α­νά­με­σα στις ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δες α­πό γεν­νή­σεως Νί­κου Καβ­βα­δία και Ανδρέα Κα­ρα­ντώ­νη, την τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τία α­πό θα­νά­του Νί­κου Κα­χτί­τση και την τρια­κο­ντα­ε­τία α­πό θα­νά­του Στρα­τή Τσίρ­κα. Πού, λοι­πόν, μυα­λό και διά­θε­ση να α­σχο­λη­θούν και με τους πα­λαιό­τε­ρους, ό­πως η πε­ρί­πτω­ση Πα­πα­ντω­νίου. Τους δια­γρά­φουν και έ­χουν έ­ναν πο­νο­κέ­φα­λο λι­γό­τε­ρο. Μό­λις προχ­θές, Πέ­μπτη, πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με ό­τι το Ε.ΚΕ.ΒΙ. ε­τοι­μά­ζει δύο α­φιε­ρώ­μα­τα στους Στρα­τή Τσίρ­κα και Νί­κο Καβ­βα­δία.
Πά­ντως, τα «Ευ­ρυ­τα­νι­κά Χρο­νι­κά» δη­μο­σιεύουν στο ε­ξώ­φυλ­λο το πορ­τρέ­το του Πα­πα­ντω­νίου, που φι­λο­τέ­χνη­σε ο στε­νός του φί­λος Κω­στής Παρ­θέ­νης, και α­ναγ­γέλ­λουν εκ­δη­λώ­σεις σε διά­φο­ρες πό­λεις α­νά την Ελλά­δα. Επι­προ­σθέ­τως, α­να­κοι­νώ­νε­ται η χύ­τευ­ση προ­το­μής του Πα­πα­ντω­νίου, α­ντί­γρα­φο της προ­το­μής του α­πό τον γλύ­πτη Κώ­στα Δη­μη­τριά­δη, που βρί­σκε­ται στην Εθνι­κή Πι­να­κο­θή­κη. Η προ­το­μή, ό­πως διευ­κρι­νί­ζε­ται, θα το­πο­θε­τη­θεί στο Καρ­πε­νή­σι, ε­νώ έ­να δεύ­τε­ρο α­ντί­γρα­φο θα κο­σμή­σει τον τά­φο του στο Α΄ Νε­κρο­τα­φείο Αθη­νών. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι προ­το­μή του Πα­πα­ντω­νίου υ­πάρ­χει ε­δώ και κά­μπο­σα χρό­νια στη Γρα­νί­τσα Ευ­ρυ­τα­νίας, το χω­ριό του πα­τέ­ρα του, του δη­μο­δι­δά­σκα­λου Λά­μπρου Πα­πα­ντω­νίου, τον ο­ποίον συ­να­ντά­με α­νώ­νυ­μο μέ­σα στα «Ψη­λά βου­νά».

Δύο βι­βλία

Θεω­ρη­τι­κά, πα­ρό­μοιες εκ­δη­λώ­σεις κα­τα­πο­λε­μούν τη λή­θη. Πρα­κτι­κά, ό­μως, γί­νο­νται τό­σες πολ­λές, του­λά­χι­στον στην Αθή­να, και με τό­σες α­σή­μα­ντες α­φορ­μές, που μό­νο οι στε­νοί συγ­γε­νείς και φί­λοι του τι­μώ­με­νου τις χαί­ρο­νται. Από την άλ­λη, τα τεκ­μή­ρια μνή­μης, ό­πως ε­δώ οι προ­το­μές, μέ­νουν, αλ­λά λει­τουρ­γούν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, για­τί α­δυ­να­τούν να α­ντι­σταθ­μί­σουν το κύ­ρος και την πει­στι­κό­τη­τα του λό­γου. Εκεί­νο που, κυ­ρίως, χρειά­ζο­νται οι ε­κλι­πό­ντες εί­ναι φρο­ντί­δα του έρ­γου τους. Και το 2000, λη­σμο­νη­μέ­νος ή­ταν ο Πα­πα­ντω­νίου, ω­στό­σο δυο βι­βλία εί­χαν δώ­σει τό­τε α­φορ­μή για μνη­μό­νευ­ση. Το βι­βλίο του Μι­χά­λη Στα­φυ­λά, «Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου. Τα θεία δώ­ρα των ε­μπνεύ­σεών του» (έκδ. Το­πι­κής Ένω­σης Δή­μων και Κοι­νο­τή­των Ευ­ρυ­τα­νίας), και το 2001, της Φω­τει­νής Κε­ρα­μά­ρη, «Ο Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου ως πε­ζο­γρά­φος», α­θη­ναϊκή έκ­δο­ση, της «Εστίας». Από την Γρα­νί­τσα Ευ­ρυ­τα­νίας, ο Στα­φυ­λάς, συ­γκε­ντρώ­νει βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία του Πα­πα­ντω­νίου, δη­μο­σιεύ­μα­τα και μαρ­τυ­ρίες. Το βι­βλίο του δια­πνέε­ται α­πό την προ­σή­λω­ση, ό­χι μό­νο του συ­ντο­πί­τη, αλ­λά και του συγ­γε­νή. Οι παπ­πού­δες τους, α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας τους, ο συμ­βο­λαιο­γρά­φος Ζα­χα­ρίας Ηλιό­καυ­τος του Πα­πα­ντω­νίου και ο Βα­σί­λειος Μπλα­τσής του Στα­φυ­λά, ή­ταν πρώ­τοι ε­ξά­δελ­φοι. Μά­λι­στα, στο σπί­τι του Μπλα­τσή γεν­νή­θη­κε ο Πα­πα­ντω­νίου. Το πι­θα­νό­τε­ρο, για με­γα­λύ­τε­ρη α­σφά­λεια κα­τά τη γέν­να. Πά­ντως, η οι­κο­γέ­νεια ή­ταν, τό­τε α­κό­μη, ε­γκα­τα­στη­μέ­νη στη Γρα­νί­τσα, ό­που δί­δα­σκε ο πα­τέ­ρας του. Γι’ αυ­τό, άλ­λω­στε, και ο Πα­πα­ντω­νίου βρί­σκε­ται γραμ­μέ­νος στα μη­τρώα του Δή­μου Απε­ρα­ντίων και ό­χι Καρ­πε­νη­σίου.
Το βι­βλίο της Κε­ρα­μά­ρη εί­ναι α­πό­το­κο της δια­τρι­βής της. Πα­ρου­σιά­ζει τον πε­ζο­γρά­φο Πα­πα­ντω­νίου και κά­νει μια πρώ­τη α­πό­πει­ρα βι­βλιο­γρά­φη­σης του έρ­γου του. Κα­θό­λου ευ­κα­τα­φρό­νη­τη, α­φού φθά­νει τα 3276 λήμ­μα­τα, κα­λύ­πτο­ντας τις πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό τις ε­φη­με­ρί­δες, στις ο­ποίες ερ­γά­στη­κε ο Πα­πα­ντω­νίου ως δη­μο­σιο­γρά­φος, α­πό η­λι­κίας 16 ε­τών μέ­χρι 34, και ε­κεί­νες στις ο­ποίες, τα κα­το­πι­νά χρό­νια, δη­μο­σίευε σε μό­νι­μη βά­ση, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­να πε­ριο­δι­κά. Ελά­χι­στα, ω­στό­σο, αν συ­γκρι­θούν με το σύ­νο­λο των πε­ριο­δι­κών, στα ο­ποία ε­ντο­πί­ζο­νται κεί­με­νά του. Επί­σης, πα­ρα­λεί­πο­νται τα έ­ντυ­πα της ε­παρ­χίας και του Πα­ρι­σιού. Ο Πα­πα­ντω­νίου δη­μο­σίευ­σε σε ποι­κί­λα έ­ντυ­πα, κυ­ρίως πό­λεων που υ­πη­ρέ­τη­σε ως νο­μάρ­χης την πρώ­τη βε­νι­ζε­λι­κή πε­ρίο­δο 1912-1917: Ζά­κυν­θο, Σύ­ρο, Κα­λα­μά­τα, Σπάρ­τη. Αλλά και σε γαλ­λι­κά έ­ντυ­πα την τριε­τία 1908-1911, που έ­μει­νε στο Πα­ρί­σι. Εδώ, να διορ­θώ­σου­με μια συ­χνά ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη λαν­θα­σμέ­νη α­να­φο­ρά. Στο Πα­ρί­σι, δεν ε­στά­λη ως α­ντα­πο­κρι­τής της ε­φη­με­ρί­δας «Εμπρός» του Δη­μη­τρίου Κα­λα­πο­θά­κη, αλ­λά α­πό τον «Τα­χυ­δρό­μο» του Αρι­στεί­δη Κυ­ρια­κού. Η ε­φη­με­ρί­δα του Κυ­ρια­κού, ό­μως, δεν πή­γαι­νε κα­λά και του διέ­κο­ψε τη μι­σθο­δο­σία. Οπό­τε ο Πα­πα­ντω­νίου βρέ­θη­κε ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νος στο Πα­ρί­σι. Ήταν οι φί­λοι του και κυ­ρίως, ο Σω­τή­ρης Σκί­πης, που τον βοή­θη­σαν, ε­ξα­σφα­λί­ζο­ντας την πρόσ­λη­ψή του ως α­ντα­πο­κρι­τή στο «Εμπρός», ό­που δη­μο­σίευ­σε τα πε­ρί­φη­μα «Πα­ρι­σι­νά γράμ­μα­τα».
Για το 2010 δεν υ­πάρ­χει η α­ναγ­γε­λία κά­ποιας έκ­δο­σης, ού­τε πρό­θε­σης να συ­μπλη­ρω­θεί η Βι­βλιο­γρα­φία του. Και για­τί, άλ­λω­στε, να μας α­πα­σχο­λεί ο Πα­πα­ντω­νίου 70 χρό­νια με­τά το θά­να­τό του. Όταν η τε­λευ­ταία ε­πα­νέκ­δο­ση βι­βλίου του, η συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση των διη­γη­μά­των του, έ­γι­νε α­πό τον Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, ε­πε­τεια­κά, προ ει­κο­σα­ε­τίας, ε­νταγ­μέ­νη στην μο­να­δι­κή σει­ρά «Η πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση». Ενώ, η πιο πρό­σφα­τη α­να­φο­ρά σε γραμ­μα­το­λο­γία συ­γκε­φα­λαιώ­νει την πε­ρί­πτω­σή του με την κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή κρί­ση: “Ο Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου υ­πήρ­ξε έ­νας ε­λάσ­σων διη­γη­μα­το­γρά­φος”. Πά­ντως, η α­πα­ξίω­ση του λο­γο­τέ­χνη Πα­πα­ντω­νίου δεν γί­νε­ται με τον ε­ντο­πι­σμό α­δύ­να­των ση­μείων, που δεν εί­χαν ε­πι­ση­μαν­θεί, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, με τον σχο­λια­σμό ό­σων οι πα­λαιό­τε­ροι ε­κτι­μού­σαν ως α­ρε­τές. Αυ­τά τα σθε­να­ρά ση­μεία εί­ναι που, υ­πό το φως του 21ου, α­πο­κα­λύ­πτο­νται ως κου­σού­ρια. Από την άλ­λη, δεν δί­νε­ται η πρέ­που­σα ση­μα­σία σε ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του Πα­πα­ντω­νίου, τα ο­ποία, σή­με­ρα, α­ξιο­λο­γού­με. Για πα­ρά­δειγ­μα, ως πνευ­μα­τι­κή φυ­σιο­γνω­μία στά­θη­κε πο­λυ­σχι­δής. Ενώ, ως διη­γη­μα­το­γρά­φος, έ­χει ι­διό­τυ­πο ύ­φος, χιού­μορ και βα­θιά α­παι­σιο­δο­ξία. Θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί μά­στο­ρας της φρά­σης, για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με μια τρέ­χου­σα έκ­φρα­ση. Μπο­ρεί σή­με­ρα να μην έ­χου­με σε υ­πό­λη­ψη τους πα­λαιούς κρι­τι­κούς, ω­στό­σο, μια πα­ρα­τή­ρη­ση του Κλέω­να Πα­ρά­σχου συ­νο­ψί­ζει εύ­στο­χα τον Πα­πα­ντω­νίου ως συγ­γρα­φέα, γρά­φο­ντας ό­τι “η καλ­λί­τε­ρη ποιη­τι­κή φλέ­βα του βρί­σκε­ται στην πε­ζο­γρα­φία του”...
Όμως, ε­πει­δή το θέ­μα Πα­πα­ντω­νίου δεν μπο­ρεί να κλεί­σει ε­δώ, θα ε­πα­νέλ­θου­με στο φύλ­λο της ε­πό­με­νης Κυ­ρια­κής.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
















Γελοιογραφία του Φωκίωνα Δημητριάδη, με φόντο την Ακαδημία Αθηνών. Ο Ζαχ. Παπαντωνίου ως δρομέας μοναχός, κρατώντας το βιβλίο του «Το Άγιον Όρος» και ο Σπύρος Μελάς έφιππος, κρατώντας το βιβλίο του «Ο Γέρος του Μωριά». Άνοιξη του 1935, συγκεκριμένα στις 25 Μαρτίου, η Ακαδημία ανακοίνωσε τα φιλολογικά βραβεία. Ένα εξ αυτών, το βραβείο Έλενας Βενιζέλου, απονεμήθηκε στον Παπαντωνίου για «Το Άγιον Όρος», αν και νωρίτερα είχε τιμηθεί με το Αριστείο Γραμμάτων. Ωστόσο, η γελοιογραφία στοχεύει βαθύτερα, εάν λάβουμε υπόψιν τον τίτλο της. Την ίδια εποχή γίνονται τα “μαγειρέματα” εκλογής νέου ακαδημαϊκού στην Τάξη Γραμμάτων και Τεχνών, μέλος της οποίας εξελέγη, τελικά, ο Σπύρος Μελάς με 22 ψήφους, έναντι 14 ψήφων που απέσπασε ο Παπαντωνίου. Αρκετοί λόγιοι διατύπωσαν δημόσια τη λύπη τους για τη μη εκλογή Παπαντωνίου, ενώ ορισμένοι χλεύασαν ή ειρωνεύτηκαν την εκλογή Μελά. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές, είναι αυτή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. «Ο Σπύρος Μελάς είναι άξιος συγχαρητηρίων, αφού τα κατάφερε να γίνει και ακαδημαϊκός. Εκείνη που δεν ξέρω αν είναι και τόσο - είναι η Ακαδημία Αθηνών», δηλώνει σε συνέντευξή του στα τέλη Μαΐου του ιδίου έτους. Είναι, άλλωστε, γνωστός ο καταχθόνιος ρόλος που έπαιξε αργότερα ο Μελάς στις υποψηφιότητες των Ν. Καζαντζάκη και Α. Σικελιανού για το βραβείο Νόμπελ. Από τα έδρανα της Ακαδημίας έχουν, δυστυχώς, περάσει και τέτοια ευγενή υποκείμενα.

Πολλά και ενδιαφέροντα περί Παπαδιαμάντη

«Πα­πα­δια­μα­ντι­κά Τε­τρά­δια
Τεύ­χος 9 Πρω­το­χρο­νιά 2010
Εκδό­σεις Δό­μος

Σαν πρω­το­χρο­νιά­τι­κος μπο­να­μάς έρ­χο­νται κά­θε χρό­νο τα «Πα­πα­δια­μα­ντι­κά Τε­τρά­δια», α­πό την Πρω­το­χρο­νιά του 1992, που κυ­κλο­φό­ρη­σε το πρώ­το τεύ­χος. Πρω­το­χρο­νιά 2008, εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει το ό­γδοο τεύ­χος. Πέ­ρυ­σι μεί­να­με πα­ρα­πο­νε­μέ­νοι. Εφέ­τος, ό­μως, ήρ­θαν στην ώ­ρα τους. Μό­νο που ως ά­νοιγ­μα του τεύ­χους πε­ρι­μέ­να­με το και­νού­ριο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη. «Το Για­λό­ξυ­λο», που ε­ντό­πι­σε ο Βα­σί­λειος Φ. Τω­μα­δά­κης. Έχουν, ό­μως, πε­ρά­σει κιό­λας δυο χρό­νια α­πό την α­να­κά­λυ­ψή του και έ­χουν ή­δη γί­νει του­λά­χι­στον δυο α­να­δη­μο­σιεύ­σεις. Πα­ρό­λα αυ­τά, μια α­να­δη­μο­σίευ­ση στο μο­να­δι­κό πε­ριο­δι­κό, α­πο­κλει­στι­κά α­φιε­ρω­μέ­νο στον Πα­πα­δια­μά­ντη, του α­ντι­στοι­χού­σε. Και μά­λι­στα, μια κα­τα­χώ­ρη­ση πρω­το­χρο­νιά­τι­κη. Ύστε­ρα, τό­σο η πρώ­τη α­να­δη­μο­σίευ­ση στην ε­πί­το­μη έκ­δο­ση «Παρ­νασ­σός» ό­σο και η δεύ­τε­ρη στο πε­ριο­δι­κό «Νέα Εστία», το κα­τα­χω­νιά­ζουν εν μέ­σω πολ­λών και αλ­λό­τριων κει­μέ­νων.
Για πα­ρη­γο­ριά δη­μο­σιεύο­νται δυο με­τα­φρά­σμα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Και τα δυο α­νώ­νυ­μα, α­νή­κουν στις α­νυ­πό­γρα­φες με­τα­φρά­σεις, που ταυ­το­ποιεί ο Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος. Πρό­κει­ται για το τρί­το κε­φά­λαιο μιας πα­ρι­σι­νής έκ­δο­σης, «L’ Ecosse jadis et aujourd’ hui», του ά­γνω­στου στα κα­θ’ η­μάς Louis Lafond, που, ό­μως, α­φο­ρά έ­να πο­λύ γνω­στό πρό­σω­πο. Ανα­φέ­ρε­ται στον σκω­τσέ­ζο συγ­γρα­φέα Γουόλ­τερ Σκο­τ, τον βίο του και την μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία του. Η με­τά­φρα­ση δη­μο­σιεύ­τη­κε στην «Ακρό­πο­λη», το 1893, ως ει­σα­γω­γή στη δη­μο­σίευ­ση σε συ­νέ­χειες του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Σκο­τ, «Η μνη­στή του Λα­μερ­μούρ», στην πα­λαιό­τε­ρη με­τά­φρα­ση τού 1865. Η με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ή­ταν της κό­ρης του Νι­κό­λα­ου Δρα­γού­μη, Ζωής. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν με­τέ­φρα­σε Σκο­τ, ω­στό­σο εί­χε αρ­κε­τά κοι­νά μα­ζί του. Ο Σκοτ α­γα­πού­σε την σκο­τσέ­ζι­κη φύ­ση, εί­χε α­δυ­να­μία στο πο­τό με κα­λή πα­ρέα, εί­χε γεν­νη­θεί α­κρι­βώς ο­γδό­ντα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα α­πό ε­κεί­νον, το 1771, και έ­ζη­σε μό­λις έ­να χρό­νο πε­ρισ­σό­τε­ρο, πε­θαί­νο­ντας το 1832.Το δεύ­τε­ρο με­τά­φρα­σμα εί­ναι μια ι­στο­ρία του Τζέ­ρομ Κ. Τζέ­ρο­μ, «Δια τα γα­τιά και τα σκυ­λιά», δη­μο­σιευ­μέ­νη στο «Νέο Πνεύ­μα», το 1894.
Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά την πρω­το­γε­νή σο­δειά. Στη δευ­τε­ρο­γε­νή, δη­λα­δή την κρι­τι­κή του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου, ε­ντάσ­σο­νται τα κεί­με­να δυο φι­λο­λό­γων με­λε­τη­τών, ε­νός, κυ­ρίως ποιη­τή και ε­νός, κα­τά κύ­ριο λό­γο, πε­ζο­γρά­φου: Του Λου­κά Κού­σου­λα και του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου. Ομό­θε­μα και ο­μό­θυ­μα, α­φο­ρούν το διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη «Το Κα­μί­νι» και α­να­πτύσ­σουν το σκε­πτι­κό τους με θαυ­μα­στι­κή διά­θε­ση για το διή­γη­μα και ε­πι­πλη­κτι­κή για τους ο­μο­τέ­χνους τους. Ανά­λα­φρα ει­ρω­νι­κές οι πα­ρα­τη­ρή­σεις του πρώ­του, πλέ­ον α­κο­νι­σμέ­νες του δεύ­τε­ρου. «Το Κα­μί­νι» εί­ναι έ­να α­πό τα εν­νέα διη­γή­μα­τα της πα­πα­δια­μα­ντι­κής σο­δειάς του 1907, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό «Νέα Ζωή» της Αλε­ξάν­δρειας, ό­που ο Πα­πα­δια­μά­ντης δη­μο­σίευ­σε α­κό­μη πέ­ντε διη­γή­μα­τα α­πό τα τέ­λη του 1906 μέ­χρι τα μέ­σα του 1909. Δεν πρέ­πει να ξε­χνά­με ό­τι εν­διά­με­σα, Απρί­λιο του 1908, στις σε­λί­δες του α­λε­ξαν­δρι­νού πε­ριο­δι­κού φι­λο­ξε­νεί­ται το πρώ­το και το μό­νο εν ζωή α­φιέ­ρω­μα στον Σκια­θί­τη
Οι δυο με­λε­τη­τές το­νί­ζουν την πρω­το­τυ­πία της α­φη­γη­μα­τι­κής δο­μής του διη­γή­μα­τος. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης, πρώ­τα, πε­ρι­γρά­φει έ­να α­σβε­στο­κά­μι­νο, στη συ­νέ­χεια, έ­να σπή­λαιο στην πε­ριο­χή της Πού­ντας στη Σκιά­θο, που φέ­ρει το ό­νο­μα Κα­μί­νι, και με­τά, α­φη­γεί­ται την ι­στο­ρία μιας βο­σκο­πού­λας, που της προ­ξέ­νευαν έ­ναν χή­ρο βο­σκό με δυο παι­διά, αλ­λά ε­κεί­νη ή­ταν ε­ρω­τευ­μέ­νη με έ­ναν νε­α­ρό ναύ­τη. Αυ­τό το, τρό­πον τι­νά, τρί­το κα­μί­νι, της α­γά­πης, στο ο­ποίο δο­κι­μά­ζε­ται η βο­σκο­πού­λα, μπο­ρεί και να εί­ναι το κυ­ρίως κα­μί­νι του τίτ­λου. Κά­πως αυ­θαί­ρε­τη η δι­κή μας ερ­μη­νεία, εάν ό­μως την α­πο­κλεί­σου­με, τό­τε τα δύο πρώ­τα α­φη­γη­μα­τι­κά μέ­ρη, του­λά­χι­στον φαι­νο­με­νι­κά, μέ­νουν πα­ρά­ται­ρα ή α­πλό πα­ρα­γέ­μι­σμα της α­φή­γη­σης. Ο Κού­σου­λας το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “ποίη­μα” ή και με­τα­μο­ντέρ­νο διή­γη­μα, α­πο­ρώ­ντας με τον Ελύ­τη, που, στο «Μα­γεία του Πα­πα­δια­μά­ντη», αν­θο­λο­γεί μό­νο την πε­ρι­γρα­φή της θα­λάσ­σιας σπη­λιάς. Ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος στή­νει το κεί­με­νό του ως α­πά­ντη­ση στην α­πα­ξιω­τι­κή κρί­ση για το εν λό­γω διή­γη­μα του Γκυ Σω­νιέ. Ο γάλ­λος νε­ο­ελ­λη­νι­στής, ό­πως το συ­νη­θί­ζει, κρί­νει το διή­γη­μα, α­γνοώ­ντας τα το­πι­κά ε­θι­μι­κά συμ­φρα­ζό­με­να. Μέ­σα στην εμ­μο­νή του για την ψυ­χα­να­λυ­τι­κή διά­στα­ση του έρ­γου του Πα­πα­δια­μά­ντη, πα­ρα­βλέ­πει, ε­κτός των άλ­λων, και το α­δό­κη­το άλ­μα ή, αλ­λιώς, την ελ­λει­πτι­κό­τη­τα στο τέ­λος του διη­γή­μα­τος. Η πο­λε­μι­κή εί­ναι έ­νας α­πό τους πολ­λούς τρό­πους, που δια­θέ­τει έ­νας κρι­τι­κός. Ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος έ­χει κα­τα­φέ­ρει να την α­να­γά­γει σε α­φη­γη­μα­τι­κό τρό­πο, με τον ο­ποίο προσ­δί­δει στο, κα­τά κα­νό­να, δύ­σκα­μπτο εί­δος της κρι­τι­κής την ζω­ντά­νια του δια­λό­γου.
Κα­τά τα άλ­λα, τα τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού έ­χουν μια στα­θε­ρή δο­μή: προ­τάσ­σε­ται έ­να ποίη­μα (ε­δώ, του Δη­μή­τρη Κο­σμό­που­λου) και α­κο­λου­θούν τα κυ­ρίως κεί­με­να, ε­νώ, στο τέ­λος, πα­ρα­τί­θε­νται ε­νό­τη­τες με σύ­ντο­μα κεί­με­να, βι­βλιο­κρι­σίες, βι­βλιο­γρα­φι­κά ση­μειώ­μα­τα και πα­πα­δια­μα­ντι­κές ει­δή­σεις. Στο κυ­ρίως σώ­μα του πρό­σφα­του τεύ­χους, ε­κτός α­πό τις δυο κρι­τι­κές, που προ­α­να­φέρ­θη­καν, δη­μο­σιεύο­νται κεί­με­να του Άγγε­λου Κα­λο­γε­ρό­που­λου και του Πα­να­γιώ­τη Υφα­ντή. Επί­σης, κεί­με­να του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου για τον Αλέ­ξαν­δρο Μω­ραϊτί­δη. Αυ­τά εί­ναι ο­φει­λό­με­να για τη συ­μπλή­ρω­ση το 2008 ο­γδό­ντα χρό­νων α­πό το θά­να­τό του, στις 25 Οκτω­βρίου 1928. Ορθή η πα­ρα­τή­ρη­ση του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου ό­τι αν ο Μω­ραϊτί­δης τύ­χαι­νε να γεν­νη­θεί σε μια άλ­λη νή­σο, λο­γο­τε­χνι­κά ορ­φα­νή, θα εί­χε τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κή φι­λο­λο­γι­κή τύ­χη. Με­τά τα με­τα­φρά­σμα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη, δη­μο­σιεύε­ται διή­γη­μα του Ευ­ρι­πί­δη Νε­γρε­πό­ντη, «Διά­λο­γος σε πε­ρι­γιά­λι». Ας μη σχο­λιά­σου­με το ποιός κρύ­βε­ται δια­κρι­τι­κά πί­σω α­πο την υ­πο­γρα­φή. Πά­ντως, οι πο­λύ­πλευ­ρες δια­κει­με­νι­κές α­να­φο­ρές και το βιω­μα­τι­κό υ­πό­στρω­μα του χα­ρί­ζουν, σε σχέ­ση με τα υ­πό­λοι­πα κεί­με­να του τεύ­χους, λο­γο­τε­χνι­κή αυ­τάρ­κεια.
Στην πρώ­τη, α­πό τις συ­νο­δευ­τι­κές ε­νό­τη­τες, α­να­δη­μο­σιεύο­νται κεί­με­να πα­λαιό­τε­ρων. Στο πρό­σφα­το τεύ­χος, πρό­κει­ται για δυο άρ­θρα του Ζα­χα­ρία Πα­πα­ντω­νίου, που α­φο­ρούν τον Πα­πα­δια­μά­ντη και την βυ­ζα­ντι­νή μου­σι­κή. Το πρώ­το δη­μο­σιεύ­τη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα «Σκριπ», την 7η Απρι­λίου 1900 και έ­χει τίτ­λο «Σκέ­ψεις Ρω­μιού» και υ­πό­τιτ­λο, «Αι η­μέ­ραι των Πα­θών». Το δεύ­τε­ρο, στην ε­φη­με­ρί­δα «Εμπρός», στις 23 Ια­νουα­ρίου 1911, με τίτ­λο «Ο ψάλ­της». Στο πρώ­το ο Πα­πα­ντω­νίου θλί­βε­ται για την ε­ξα­φά­νι­ση της βυ­ζα­ντι­νής μου­σι­κής α­πό τις εκ­κλη­σίες κα­τά την Με­γά­λη Εβδο­μά­δα. Ανα­φέ­ρει πως οι μό­νοι ψάλ­τες που α­πέ­μει­ναν στην Αθή­να εί­ναι οι δυο βυ­ζα­ντι­νο­μα­νείς διη­γη­μα­το­γρά­φοι, Πα­πα­δια­μά­ντης και Μω­ραϊτί­δης. Την ε­πο­μέ­νη τού α­πα­ντά ορ­γι­σμέ­νος ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­πό την ε­φη­με­ρί­δα «Το Άστυ», ό­τι, “ί­σα-ί­σα”, ε­κεί­νη τη χρο­νιά η βυ­ζα­ντι­νή μου­σι­κή εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει και α­να­φέ­ρει ο­νο­μα­στι­κά τους ψάλ­τες ε­πτά α­θη­ναϊκών εκ­κλη­σιών του λε­γό­με­νου σή­με­ρα ι­στο­ρι­κού κέ­ντρου. Ξε­κι­νά, μά­λι­στα, το κεί­με­νό του με τη φρά­ση: “Βε­βαίως ο κ. Ζ. Π. α­πό μα­κράν έρ­χε­ται...”. εν­νοώ­ντας, υ­πο­θέ­του­με, τη μι­κρή σχέ­ση του, 23χρο­νου, τό­τε, Πα­πα­ντω­νίου με τα εκ­κλη­σια­στι­κά.
Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο του Πα­πα­ντω­νίου εί­ναι σχό­λια πά­νω σε άρ­θρο του Ιωάν­νη Τσώ­κλη, δη­μο­σιευ­μέ­νο στη μου­σι­κή ε­φη­με­ρί­δα των Αθη­νών «Φόρ­μιγξ». Το κεί­με­νο του Τσώ­κλη, που ή­ταν ο διευ­θυ­ντής της ε­φη­με­ρί­δας, εί­ναι γραμ­μέ­νο με­τά το θά­να­το του Πα­πα­δια­μά­ντη, στις 3 Ια­νουα­ρίου 1911, και έ­χει χα­ρα­κτή­ρα νε­κρο­λο­γίας. Οπό­τε α­πο­κλείε­ται να εί­ναι δη­μο­σιευ­μέ­νο στο τεύ­χος, 15-31 Δε­κεμ­βρίου 1910, ε­κτός κι αν το τεύ­χος κυ­κλο­φό­ρη­σε ε­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νο. Σύμ­φω­να, πά­ντως, με τις βι­βλιο­γρα­φι­κές κα­τα­γρα­φές, η ε­φη­με­ρί­δα κυ­κλο­φό­ρη­σε σε δυο πε­ριό­δους: η πρώ­τη ή­ταν το 1900 και η δεύ­τε­ρη, τη διε­τία, 1911-1912. Όπως και να έ­χει, ο Πα­πα­ντω­νίου σχο­λιά­ζει, με λε­πτό χιού­μο­ρ, την κρι­τι­κή της ψαλ­τι­κής του α­πο­θα­νό­ντος, που α­πο­πει­ρά­ται ο Τσώ­κλης. Και τα δυο κεί­με­να, ε­κτός α­πό το εν­δια­φέ­ρον τους σε σχέ­ση με τον Πα­πα­δια­μά­ντη, θυ­μί­ζουν το ι­διαί­τε­ρο ύ­φος του Πα­πα­ντω­νίου. Μια, εν πολ­λοίς, πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νη μορ­φή, ό­χι μό­νο της λο­γο­τε­χνίας. Θα ε­πα­νέλ­θου­με.
Στα “πα­λαιά κεί­με­να” α­να­δη­μο­σιεύο­νται οι σύ­ντο­μες ει­δή­σεις της εφ. «Ακρό­πο­λις» για την ε­πι­δη­μία της χο­λέ­ρας, που εί­χε εν­σκή­ψει στην Ευ­ρώ­πη το 1893. Αυ­τές οι ει­δή­σεις δη­μο­σιεύο­νταν ταυ­τό­χρο­να με το «Βαρ­διά­νος στα Σπόρ­κα», που δη­μο­σιευό­ταν σε συ­νέ­χειες («Ακρό­πο­λις», 14 Αυγ. - 5 Σεπ. 1893), αλ­λά α­φο­ρού­σε πα­λαιό­τε­ρη ε­πι­δη­μία χο­λέ­ρας, ε­κεί­νη του 1865. Επί­σης, στην ε­νό­τη­τα “ο κό­σμος του Πα­πα­δια­μά­ντη”, α­να­δη­μο­σιεύε­ται α­νυ­πό­γρα­φο κεί­με­νο του 1886, που πε­ρι­γρά­φει μια “εκ­δρο­μή στο Χαρ­βά­τι”. Αυ­τό θα μπο­ρού­σε να δια­βα­στεί πα­ράλ­λη­λα με την εκ­δρο­μή, που α­νι­στο­ρεί ο Πα­πα­δια­μά­ντης στο «Ο Επι­τά­φιος και η Ανά­στα­ση εις τα χω­ρία», δη­μο­σιευ­μέ­νο το ε­πό­με­νο έ­τος.
Ιδιαί­τε­ρα ση­μα­ντι­κή εί­ναι η ε­νό­τη­τα, που φέ­ρει τον τίτ­λο «Πλο­η­γός» και υ­πο­γρά­φε­ται α­πό τους Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λους, πα­τέ­ρα και κό­ρη. Πρό­κει­ται, α­κρι­βώς, για έ­ναν πλο­η­γό κα­τά τον α­να­γνω­στι­κό α­νά­πλου στο χρό­νο και την α­πρό­σκο­πτη εί­σο­δο στον κό­σμο του Πα­πα­δια­μά­ντη. Σή­με­ρα, α­να­δη­μο­σιεύο­νται συ­χνά πα­λαιά κεί­με­να με α­σα­φείς συ­ντε­ταγ­μέ­νες. Όμως, ο χρό­νος και το έ­ντυ­πο στο ο­ποίο δη­μο­σιεύ­τη­κε έ­να κεί­με­νο βο­η­θούν στην κα­τα­νό­η­σή του.
Όπως ό­λα τα τεύ­χη των «Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Τε­τρα­δίων», έ­τσι και το πρό­σφα­το έ­χει ε­ξαί­ρε­τη φι­λο­λο­γι­κή και τυ­πο­γρα­φι­κή φρο­ντί­δα. Αναμ­φι­βό­λως, εί­ναι έ­να πε­ριο­δι­κό ει­δι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος. Ωστό­σο, η σχο­λιο­γρα­φία του α­φο­ρά ευ­ρύ­τε­ρα την πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία μας ή, σω­στό­τε­ρα, την α­τμό­σφαι­ρα της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Της φυλακής τα τραύματα...

Μα­ντώ Ντα­λιά­νη-Κα­ρα­μπατ­ζά­κη
«Παι­διά στη δί­νη του ελ­λη­νι­κού εμ­φυ­λίου
πο­λέ­μου 1946-1949, ση­με­ρι­νοί ε­νή­λι­κες.
Δια­χρο­νι­κή με­λέ­τη για τα παι­διά που έ­μει­ναν
στη φυ­λα­κή με τις κρα­τού­με­νες μη­τέ­ρες τους.»
Επι­στη­μο­νι­κή ε­πι­μέ­λεια Ι. Τσιά­ντης, Δ. Πλου­μπί­δης.
Εκδό­τες: Μου­σείο Μπε­νά­κη, Εται­ρεία Ψυ­χο­κοι­νω­νι­κής
Υγείας του Παι­διού και του Εφή­βου.
Εκδό­σεις της Σχο­λής Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λου.
Φε­βρουά­ριος 2010
Τα παι­διά του Εμφυ­λίου α­πο­τε­λούν, α­ναμ­φί­βο­λα, μέ­ρος του εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κού δρά­μα­τος. Το αι­σιό­δο­ξο, κα­τά μία έν­νοια, εί­ναι ό­τι τα τε­λευ­ταία χρό­νια άρ­χι­σαν να έ­χουν κι αυ­τά το δι­κό τους, κα­θό­λου ευ­κα­τα­φρό­νη­το, με­ρί­διο στο πε­δίο της ι­στο­ρι­κής έ­ρευ­νας και της λο­γο­τε­χνίας. Μά­λι­στα, η δεύ­τε­ρη προ­η­γή­θη­κε, α­να­ση­κώ­νο­ντας πρώ­τη ε­κεί­νη το υ­πάρ­χον για δε­κα­ε­τίες πέ­τα­σμα α­πό­κρυ­ψης. Εν ο­λί­γοις, κρα­τά­ει την πρω­τιά.
Η αυ­λαία του ι­διό­τυ­που αυ­τού δρά­μα­τος, α­το­μι­κή ό­σο και συλ­λο­γι­κή, α­νοί­γει μέ­σα στον κυ­κλώ­να του εμ­φυ­λίου, ό­ταν γυ­ναί­κες με παι­δί στην κοι­λιά ή στην α­γκα­λιά βρέ­θη­καν στα βου­νά, στις φυ­λα­κές ή τις ε­ξο­ρίες. Δρα­μα­τουρ­γι­κά, σαν να μην έ­φτα­νε αυ­τό, α­πό την ά­νοι­ξη του 1948 έρ­χε­ται να προ­στε­θεί, με ε­πί­ση­μη κυ­βερ­νη­τι­κή α­πό­φα­ση, η α­πο­μά­κρυν­ση των παι­διών α­πό τις ε­μπό­λε­μες ζώ­νες. Ένα χρό­νο με­τά τη λή­ξη του Εμφυ­λίου, Αύ­γου­στο 1950, το δρά­μα α­πο­κτά μια ε­πι­πλέ­ον πρά­ξη. Οι διοι­κή­σεις των φυ­λα­κών α­πο­φά­σι­σαν την α­πο­μά­κρυν­ση των παι­διών α­πό τις φυ­λα­κι­σμέ­νες μη­τέ­ρες τους προς φρο­νη­μα­τι­σμό των έ­γκλει­στων γυ­ναι­κών. Ο λό­γος; Εί­χαν ο­μα­δι­κά δια­μαρ­τυ­ρη­θεί για τις συ­νε­χι­ζό­με­νες ε­κτε­λέ­σεις πο­λι­τι­κών κρα­του­μέ­νων. Αυ­τό, του­λά­χι­στον, συ­νέ­βη στις φυ­λα­κές Αβέ­ρωφ. Δεν γνω­ρί­ζου­με κα­τά πό­σο το μέ­τρο ε­φαρ­μό­στη­κε ευ­ρύ­τε­ρα.
Έτσι, θέ­λο­ντας και μη, τα παι­διά α­κο­λού­θη­σαν τους δρό­μους των δυο α­ντι­μα­χό­με­νων πλευ­ρών. Η νι­κή­τρια πα­ρά­τα­ξη τα σκόρ­πι­σε ε­ντός της ελ­λη­νι­κής ε­πι­κρά­τειας, στις παι­δο­πό­λεις υ­πό τη σκέ­πη της Με­γά­λης Μη­τέ­ρας, δη­λα­δή της τρια­ντά­χρο­νης τό­τε Βα­σί­λισ­σας Φρει­δε­ρί­κης. Αντί­στοι­χα, ο Δη­μο­κρα­τι­κός Στρα­τός τα μοί­ρα­σε στις χώ­ρες της Ανα­το­λι­κής Ευ­ρώ­πης, σε παι­δι­κούς σταθ­μούς, α­να­θέ­το­ντας τη φρο­ντί­δα τους σε ο­μα­δάρ­χισ­σες και “μα­νού­λες”.
Τους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους τους ελ­κύουν πε­ρισ­σό­τε­ρο οι παι­δο­πό­λεις, σε α­ντί­θε­ση με τις βιω­μα­τι­κές μαρ­τυ­ρίες, που έρ­χο­νται κυ­ρίως α­πό τα εκ­πα­τρι­σμέ­να παι­διά. Πά­ντως, οι ι­στο­ρι­κοί συλ­λέ­γουν προ­φο­ρι­κές μαρ­τυ­ρίες ε­νη­λί­κων και α­πό τις δυο ο­μά­δες. Συ­χνά τις συ­στε­γά­ζουν, ως μαρ­τυ­ρίες α­πό το “παι­δο­μά­ζω­μα”. Σε έ­να σχε­τι­κό βι­βλίο συ­να­ντή­σα­με την πρώ­τη α­να­φο­ρά στη “Δι­δα­κτο­ρι­κή Εργα­σία” της Μα­ντώς Ντα­λιά­νη-Κα­ρα­μπατ­ζά­κη. Εί­ναι η με­λέ­τη του δη­μο­σιο­γρά­φου Δη­μή­τρη Σέρ­βου, «Το παι­δο­μά­ζω­μα και ποιοι φο­βού­νται την α­λή­θεια» (Εκδό­σεις Σύγ­χρο­νη Επο­χή, 2001). Ο Σέρ­βος α­να­φέ­ρει ως τίτ­λο της ερ­γα­σίας, «Παι­διά γεν­νη­μέ­να στις φυ­λα­κές 1946-49», καλ­λιερ­γώ­ντας την προσ­δο­κία για μια εν­δια­φέ­ρου­σα έ­ρευ­να που έ­λει­πε. Και πράγ­μα­τι, το πρό­σφα­το βι­βλίο συ­νι­στά μια πρω­τό­τυ­πη με­λέ­τη, κα­θώς δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται, ό­πως συ­νή­θως, σε α­να­δρο­μι­κές α­φη­γή­σεις αλ­λά εκ­κι­νεί α­πό τον Εμφύ­λιο. Η με­λε­τή­τρια εί­χε τη μο­να­δι­κή τύ­χη να πα­ρα­κο­λου­θή­σει τα υ­πο­κεί­με­να της έ­ρευ­νάς της για πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τριά­ντα χρό­νια, που ση­μαί­νει α­πό βρε­φι­κής η­λι­κίας μέ­χρι ε­νή­λι­κες 30 ή 35 ε­τών. Αυ­τό ο­φεί­λε­ται στην προ­νο­μιού­χο θέ­ση της. Δεν α­νή­κει στην πο­λυ­πλη­θή ο­μά­δα των νεό­τε­ρων με­λε­τη­τών, αλ­λά ού­τε η ί­δια ή­ταν μια α­πό τις μά­νες και μα­νού­λες του Εμφυ­λίου. Ήταν, ό­μως, συ­νο­μή­λι­κή τους.

Μια πα­ραλ­λη­λία

Η Μα­ντώ Κα­ρα­μπατ­ζά­κη γεν­νή­θη­κε το 1920. Ίδια χρο­νιά με την Έλλη Πα­πά. Και οι δύο ή­ταν Μι­κρα­σιά­τισ­σες. Από τη Σμύρ­νη η Πα­πά, α­πό την πε­ριο­χή της Πρού­σας η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη. Με­τά τη Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή, η οι­κο­γέ­νεια Πα­πά ε­γκα­τα­στά­θη­κε στον Πει­ραιά, η οι­κο­γέ­νεια Κα­ρα­μπατ­ζά­κη στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Την ί­δια ε­πο­χή φοί­τη­σαν στο Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών, στη Φι­λο­σο­φι­κή και με­τά στη Νο­μι­κή η πρώ­τη, στην Ια­τρι­κή η δεύ­τε­ρη. Πιο ά­στα­το τα­μπε­ρα­μέ­ντο η πρώ­τη, με­τα­πή­δη­σε στη δη­μο­σιο­γρα­φία. Η δεύ­τε­ρη τε­λείω­σε τη Σχο­λή και το 1945 πα­ντρεύ­τη­κε το για­τρό Δη­μή­τρη Ντα­λιά­νη. Και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις, οι ά­ντρες της ζωής τους κα­θό­ρι­σαν εν πολ­λοίς, το βίο τους. Οι δυο γυ­ναί­κες συ­νε­λή­φθη­σαν για πα­ρά­νο­μη δρά­ση στην Αθή­να. Το 1950 η Πα­πά, το 1949 η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη. Τό­τε, ο Ντα­λιά­νης ή­ταν ε­ξό­ρι­στος στην Ικα­ρία (Πριν δέ­κα χρό­νια ε­ξέ­δω­σε «Το σα­να­τό­ριο ε­ξο­ρί­στων Ικα­ρίας, 1948-49»). Στις φυ­λα­κές Αβέ­ρω­φ, η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη έ­μει­νε δυο χρό­νια, συ­ντρέ­χο­ντας φυ­λα­κι­σμέ­νες μη­τέ­ρες και τα παι­διά τους, ό­πως υ­πήρ­ξε η Πα­πά. Μό­νο που ε­κεί­νη γέν­νη­σε στις φυ­λα­κές της Καλ­λι­θέ­ας και αρ­γό­τε­ρα, μό­νη πια, με­τα­φέρ­θη­κε στις φυ­λα­κές Αβέ­ρωφ. Κα­τά τα άλ­λα, η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη έ­ζη­σε α­πό το 1955 μέ­χρι το θά­να­τό της, το 1996, στο ε­ξω­τε­ρι­κό. Το με­γα­λύ­τε­ρο διά­στη­μα στη Στοκ­χόλ­μη, ό­που και πα­ρου­σία­σε το δό­κτο­ρά της. Η Πα­πά α­πε­βίω­σε στις 27 Οκτω­βρίου 2009, α­φή­νο­ντας ως δια­θή­κη τη μαρ­τυ­ρία της για δυο ση­μα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες της ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρίας, τον Νί­κο Μπε­λο­γιάν­νη και τον Νί­κο Πλου­μπί­δη. Οι δυο γυ­ναί­κες δεν θα πρέ­πει να συ­να­ντή­θη­καν. Ωστό­σο, οι μαρ­τυ­ρίες και των δύο στε­γά­ζο­νται στις εκ­δό­σεις του Μου­σείου Μπε­νά­κη. Επι­προ­σθέ­τως, ο υιός Πλου­μπί­δη α­να­λαμ­βά­νει εξ η­μι­σείας την ε­πι­μέ­λεια της δι­δα­κτο­ρι­κής δια­τρι­βής της Κα­ρα­μπατ­ζά­κη.

Τα προ­λο­γι­κά

Η δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή “έ­γι­νε δε­κτή α­πό την Ethical Committee του Karolinska Institute, στις 19 Δε­κεμ­βρίου του 1983”, σύμ­φω­να με την συγ­γρα­φέα. Κα­τά τον ε­πι­με­λη­τή Ιωάν­νη Τσιά­ντη, τε­λείω­σε το 1986. Πά­ντως, η με­τά­φρα­ση έ­γι­νε α­πό τα αγ­γλι­κά, ό­πως εί­χε κα­τα­τε­θεί η δια­τρι­βή στο σουη­δι­κό Ινστι­τού­το το 1994. Δεν διευ­κρι­νί­ζε­ται αν κυ­κλο­φό­ρη­σε ως βι­βλίο. Η ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση εί­ναι του ψυ­χία­τρου και συ­στη­μα­τι­κού με­τα­φρα­στή πα­ρό­μοιων βι­βλίων Κώ­στα Ζερ­βού. Πα­ρα­δό­ξως, το ό­νο­μά του δεν α­να­φέ­ρε­ται στη σε­λί­δα τίτ­λου. Κα­τά τα άλ­λα, ό­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως ό­ταν οι συγ­γρα­φείς εί­ναι α­πο­θα­νό­ντες ή δεν α­νή­κουν στην γη­γε­νή α­κα­δη­μαϊκή κοι­νό­τη­τα, προ­βλέ­πε­ται σει­ρά προ­λό­γων. Στον πρώ­το, ο Τσιά­ντης πα­ρου­σιά­ζει διε­ξο­δι­κά, σε 35 σε­λί­δες, τη δια­τρι­βή. Προ­κα­τα­λαμ­βά­νει, μά­λι­στα, τον α­να­γνώ­στη, δη­λώ­νο­ντας ό­τι δια­φω­νεί με τα αι­σιό­δο­ξα συ­μπε­ρά­σμα­τα της συγ­γρα­φέως. Ξε­κι­νώ­ντας έ­να τε­λευ­ταίο υ­πο­κε­φά­λαιο του κει­μέ­νου του με τον ο­ρι­σμό του ψυ­χι­κού τραύ­μα­τος κα­τά Λα­πλά­νς και Πο­ντά­λις (πα­ρα­δό­ξως πα­ρα­πέ­μπει στη γαλ­λι­κή έκ­δο­ση του εν λό­γω λε­ξι­κού, πα­ρό­λο που έ­χει με­τα­φρα­στεί στα ελ­λη­νι­κά προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας), κα­τα­λή­γει, ό­τι το ά­το­μο μπο­ρεί να γί­νει πιο ε­λεύ­θε­ρο στις ε­πι­λο­γές του μό­νο με την “διε­πε­ξερ­γα­σία του τραύ­μα­τος” (μάλ­λον α­τυ­χής α­πό­δο­ση του working through). Με άλ­λα λό­για, δια της ει­δι­κής ψυ­χα­να­λυ­τι­κής ο­δού, που εν­δεί­κνυ­ται σε πα­ρό­μοιες πε­ρι­πτώ­σεις. Το κεί­με­νο συ­μπλη­ρώ­νε­ται με ε­κτε­νή βι­βλιο­γρα­φία στα αγ­γλι­κά, πλην ε­νός α­φιε­ρω­μα­τι­κού τό­μου ελ­λη­νι­στί στον ί­διο και έ­να άρ­θρο συ­νερ­γα­τών του σε ελ­λη­νι­κό πε­ριο­δι­κό. Στον δεύ­τε­ρο πρό­λο­γο, με τίτ­λο «Στα ί­χνη των ψυ­χο­τραυ­μα­τι­σμών», ο Δη­μή­τρης Πλου­μπί­δης α­να­φέ­ρε­ται γε­νι­κό­τε­ρα στα παι­διά πο­λε­μι­κών συρ­ρά­ξεων και ι­διαί­τε­ρα, στα ε­βραιό­που­λα που ε­πέ­ζη­σαν του Ολο­καυ­τώ­μα­τος. Ου­σια­στι­κά, ε­πα­να­λαμ­βά­νει κι αυ­τός το ί­διο συ­μπέ­ρα­σμα, ό­τι τα ψυ­χι­κά τραύ­μα­τα πα­ρα­μέ­νουν, πα­ρά την ε­ντύ­πω­ση ο­μα­λό­τη­τας που δη­μιουρ­γεί μια νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νη ζωή. Πλέ­ον α­παι­σιό­δο­ξος αυ­τός, θεω­ρεί α­κό­μη και την ψυ­χα­να­λυ­τι­κή κά­θαρ­ση ου­το­πία.
Αυ­τή η τα­κτι­κή στο­μώ­νει το εν­δια­φέ­ρον α­ντί να πα­ρα­κι­νεί τον α­να­γνώ­στη. Δεί­χνει, ε­πί­σης, σαν κη­δε­μό­νευ­ση του συγ­γρα­φέα. Η ε­ντύ­πω­ση ε­πι­τεί­νε­ται α­πό την ε­ξέ­χου­σα θέ­ση των δυο ε­πι­με­λη­τών στην ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κή κοι­νό­τη­τα. Αναμ­φι­βό­λως, οι πα­ρα­τη­ρή­σεις τους πα­ρου­σιά­ζουν εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς δί­νουν έ­να ση­με­ρι­νό ψυ­χα­να­λυ­τι­κό πλαί­σιο στη δια­τρι­βή. Εστια­σμέ­νες στο ψυ­χι­κό τραύ­μα, θα εύ­ρι­σκαν τη θέ­ση που τους α­ντι­στοι­χεί σε έ­να ε­πί­με­τρο. Εκεί, θα μπο­ρού­σαν να δη­μο­σιευ­τούν και οι μαρ­τυ­ρίες του ε­πό­πτη της δια­τρι­βής και του συ­ζύ­γου για την ί­δια τη συγ­γρα­φέα και τις δυ­σκο­λίες που α­ντι­με­τώ­πι­σε κα­τά την έ­ρευ­να.

Επί 40 χρό­νια

Στον πρό­λο­γο της δια­τρι­βής, η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη πα­ρου­σιά­ζει το θέ­μα, ό­πως το εί­χε συλ­λά­βει στον τε­λευ­ταίο χρό­νο των σπου­δών της, το α­κα­δη­μαϊκό έ­τος 1946-1947. Το αρ­χι­κό ε­ρώ­τη­μα ή­ταν πό­σο βα­ραί­νει στην α­νά­πτυ­ξη της προ­σω­πι­κό­τη­τας των παι­διών ο χω­ρι­σμός α­πό τις μη­τέ­ρες τους κα­τά τα πρώ­τα χρό­νια της ζωής τους. Πά­νω σε αυ­τό το ε­ρώ­τη­μα ξε­κί­νη­σε να ερ­γά­ζε­ται α­πό τό­τε που ή­ταν και η ί­δια κρα­τού­με­νη στις φυ­λα­κές Αβέ­ρωφ. Και συ­νέ­χι­σε ε­πί 40 χρό­νια, ερ­γα­ζό­με­νη ως παι­δία­τρος και παι­δο­ψυ­χία­τρος σε τρεις χώ­ρες (Ελλά­δα, Αγγλία, Σουη­δία). Η δια­τρι­βή της στη­ρί­χτη­κε σε μια ο­μά­δα 120 μη­τέ­ρων, που βρέ­θη­καν έ­γκλει­στες στις φυ­λα­κές Αβέ­ρωφ κα­τά την πε­ρίο­δο 1945-1950, και 167 δι­κών τους παι­διών. Από το σύ­νο­λο των παι­διών, 95 α­πό αυ­τά πέ­ρα­σαν κά­ποιο χρο­νι­κό διά­στη­μα στη φυ­λα­κή μα­ζί με τις μη­τέ­ρες τους, ε­νώ 72 δεν έ­ζη­σαν κα­θό­λου στη φυ­λα­κή. Αυ­τήν την ο­μά­δα την γνώ­ρι­σε στους 21 μή­νες, που πα­ρέ­μει­νε κρα­τού­με­νη. Με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­σή της, συ­νέ­χι­σε για έ­να διά­στη­μα τις ε­πι­σκέ­ψεις της στη φυ­λα­κή, ε­νώ κρά­τη­σε ε­πα­φή με τα παι­διά μέ­χρι την α­να­χώ­ρη­σή της α­πό την Ελλά­δα, το 1955. Οι ση­μειώ­σεις της α­πό ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο δεν σώ­θη­καν. Η κυ­ρίως έ­ρευ­να έ­γι­νε την πε­ρίο­δο 1980-1986. Τό­τε, α­να­ζή­τη­σε τα ί­χνη των παι­διών και των οι­κο­γε­νειών τους. Πραγ­μα­το­ποίη­σε σει­ρά συ­νε­ντεύ­ξεων και κα­τέ­γρα­ψε τις μαρ­τυ­ρίες τους. Ως πλαί­σιο της έ­ρευ­νας χρη­σι­μο­ποίη­σε μαρ­τυ­ρίες τρί­των και αρ­χεια­κό υ­λι­κό, ό­πως τα μη­τρώα των φυ­λα­κών. Συ­γκε­ντρώ­νο­ντας α­να­δρο­μι­κά στοι­χεία, δη­μιούρ­γη­σε μια συ­γκρι­τι­κή ει­κό­να για την προ­σαρ­μο­γή των μη­τέ­ρων και των παι­διών.
Η δια­τρι­βή εί­ναι συ­στη­μα­τι­κά δο­μη­μέ­νη. Προ­τάσ­σει σύ­νο­ψη της σύγ­χρο­νης ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρίας σε μια προ­σπά­θεια να δο­θεί το ι­στο­ρι­κό υ­πό­βα­θρο. Σύμ­φω­να με τους ε­πι­με­λη­τές, αυ­τό το ι­στο­ρι­κό πλαί­σιο εί­ναι α­νε­παρ­κές, κα­θώς εκ­φρά­ζει την ο­πτι­κή της συγ­γρα­φέως. Πράγ­μα­τι, κα­θό­λου δεν ται­ριά­ζει στα ση­με­ρι­νά γού­στα ή, σω­στό­τε­ρα, στις κρα­τού­σες τά­σεις, η έμ­φα­ση στη δια­χρο­νι­κή α­ντο­χή και α­γω­νι­στι­κό­τη­τα των Ελλή­νων. Θεω­ρού­νται βλα­βε­ρά κα­τά­λοι­πα. Γι’ αυ­τό και πα­ρα­τί­θε­ται σχε­τι­κός πρό­λο­γος του Τά­σου Σα­κελ­λα­ρό­που­λου, στον ο­ποίο δί­νε­ται η ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή για τις α­δυ­να­μίες της Αρι­στε­ράς και τα λά­θη της πο­λι­τι­κής της, προ­σθέ­το­ντας γε­νι­κό­τε­ρες ε­κτι­μή­σεις και τρέ­χου­σα βι­βλιο­γρα­φία. Στη δια­τρι­βή, ο­ρί­ζο­νται ει­σα­γω­γι­κά οι μέ­θο­δοι ερ­γα­σίας και δί­νο­νται α­να­λυ­τι­κά τα βιο­γρα­φι­κά των οι­κο­γε­νειών. Στη συ­νέ­χεια, με βά­ση τις συ­νε­ντεύ­ξεις, κα­ταρ­τί­ζο­νται πί­να­κες, που σκια­γρα­φούν το προ­φίλ των οι­κο­γε­νειών και τις κα­κου­χίες στις ο­ποίες υ­πο­βλή­θη­καν οι μη­τέ­ρες και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, τα παι­διά. Επί­σης, πί­να­κες για τις συν­θή­κες γέν­νη­σης των παι­διών και δια­βίω­σής τους στις φυ­λα­κές, ε­νώ συ­γκε­ντρώ­νο­νται σε πί­να­κες στοι­χεία για τη ζωή τους στα κα­το­πι­νά χρό­νια. Με βά­ση τις συ­νε­ντεύ­ξεις, σε έ­να ε­κτε­νές τε­λευ­ταίο τμή­μα, δί­νε­ται α­να­λυ­τι­κά το ι­στο­ρι­κό εί­κο­σι οι­κο­γε­νειών. Αυ­τές οι 288 σε­λί­δες μπο­ρεί να μη ε­ντάσ­σο­νται στην προ­φο­ρι­κή Ιστο­ρία, α­φού δεν πα­ρα­τί­θε­ται αυ­τού­σιο το α­φη­γη­μα­τι­κό υ­λι­κό, ό­πως μα­γνη­το­φω­νή­θη­κε. Κα­τά συ­νέ­πεια, χά­νο­νται τό­σο η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση ό­σο και η πο­λυ­ση­μία του λό­γου. Δη­λα­δή, τα πο­λύ­τι­μα στοι­χεία για μια ψυ­χα­να­λυ­τι­κή α­νά­λυ­ση των μαρ­τυ­ριών. Ωστό­σο, δί­νο­νται α­κρι­βό­λο­γα και χω­ρίς πλα­τεια­σμούς εί­κο­σι ι­στο­ρίες με τα πα­ρα­κλά­δια τους. Ενώ, ταυ­τό­χρο­να, δια­γρά­φε­ται μια μο­να­δι­κή ει­κό­να των συν­θη­κών στις ο­ποίες έ­ζη­σαν ε­κεί­νες οι γυ­ναί­κες και τα παι­διά τους. Με­τα­ξύ των άλ­λων, η δια­τρι­βή ζω­ντα­νεύει ε­πε­τεια­κά, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 30 χρό­νια α­πό την κα­τε­δά­φι­σή τους, τις φυ­λα­κές Αβέ­ρω­φ, που χτί­στη­καν για φυ­λα­κές α­νη­λί­κων, αλ­λά για 55 χρό­νια στέ­γα­σαν ουκ ο­λί­γους πο­λι­τι­κούς κρα­τού­με­νους, α­πο­τε­λώ­ντας για μια με­ρί­δα α­πό αυ­τούς την ύ­στα­τη κα­τοι­κία.
Τα συ­μπε­ρά­σμα­τα

Στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, πα­ρου­σιά­ζο­νται τα συ­μπε­ρά­σμα­τα της έ­ρευ­νας. Η με­λέ­τη, ό­πως το­νί­ζει η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη, σχε­διά­στη­κε ως με­λέ­τη ε­πι­κιν­δυ­νό­τη­τας, δη­λα­δή α­πο­σκο­πού­σε στη διε­ρεύ­νη­ση των βρα­χυ­πρό­θε­σμων και μα­κρο­πρό­θε­σμων συ­νε­πειών των πολ­λα­πλών ψυ­χι­κών τραυ­μά­των κα­τά την πρώι­μη παι­δι­κή η­λι­κία. Γι’ αυ­τό και η πα­ρα­κο­λού­θη­ση των παι­διών της φυ­λα­κής έ­γι­νε πα­ράλ­λη­λα με την ε­πο­πτεία μιας άλ­λης ο­μά­δας παι­διών που δεν έ­ζη­σαν στη φυ­λα­κή. Ομά­δα ε­λέγ­χου, ό­πως α­πο­κα­λεί­ται. Προς με­γά­λη της έκ­πλη­ξη, τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα στις δυο ο­μά­δες παι­διών έ­δει­ξαν μι­κρές δια­φο­ρές. Γι’ αυ­τό και άρ­χι­σε να ε­λέγ­χει τις ο­μά­δες που ε­πέ­λε­ξε και τα δε­δο­μέ­να στα ο­ποία στη­ρί­χτη­κε. Μια εκ­δο­χή ή­ταν ό­τι τα παι­διά, πα­ρό­τι α­πο­χω­ρί­στη­καν τις μη­τέ­ρες τους πριν α­πό την η­λι­κία των πέ­ντε χρό­νων, πρό­λα­βαν και δη­μιούρ­γη­σαν έ­να θερ­μό και ι­κα­νο­ποιη­τι­κό δε­σμό μα­ζί τους. Επί­σης, ό­τι έ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο οι γο­νείς, που ή­ταν ά­το­μα υ­γιή, εύ­ψυ­χα και α­φο­σιω­μέ­να στα ι­δεώ­δη τους. Γε­νι­κό­τε­ρα, ά­το­μα, που εί­χαν ε­πι­λέ­ξει να α­γω­νι­στούν. Όσο για τα παι­διά, πε­ρι­γρά­φο­νται δρα­στή­ρια, α­νε­ξάρ­τη­τα και υ­ψη­λής κοι­νω­νι­κό­τη­τας. Ωστό­σο, μέ­χρι τέ­λους, η δια­τρι­βή α­φή­νει α­νοι­κτό το ε­ρώ­τη­μα, για­τί τα παι­διά τα πή­γαν κα­λά ως ε­νή­λι­κες πα­ρά τη σκλη­ρό­τη­τα των ε­μπει­ριών τους κα­τά τη διάρ­κεια του με­γα­λύ­τε­ρου μέ­ρους της παι­δι­κής και ε­φη­βι­κής ζωής τους.
Από την πλευ­ρά τους οι ε­πι­με­λη­τές, το­νί­ζουν ό­τι κα­νείς δεν μπο­ρεί να εί­ναι σί­γου­ρος για το ε­σω­τε­ρι­κό δρά­μα αυ­τών των α­τό­μων. Από μια ψυ­χα­να­λυ­τι­κή ο­πτι­κή, το βα­σι­κό εί­ναι οι “ψυ­χο­τραυ­μα­τι­σμοί”, ε­νώ οι πα­ρά­γο­ντες που συ­νε­τέ­λε­σαν ώ­στε ε­κεί­να τα παι­διά να “χτί­σου­ν” ά­μυ­νες και να έ­χουν ως ε­νή­λι­κες μια ι­σορ­ρο­πη­μέ­νη προ­σω­πι­κή και κοι­νω­νι­κή ζωή, φαί­νε­ται να περ­νά­νε σε δεύ­τε­ρο ε­πί­πε­δο. Η τε­λι­κή ε­ντύ­πω­ση, που α­πο­κο­μί­ζου­με α­πό την ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση της με­λέ­της της Κα­ρα­μπατ­ζά­κη, εί­ναι ό­τι ε­γκρί­θη­κε μεν προς έκ­δο­ση, αλ­λά υ­πό προϋπο­θέ­σεις. Δη­λα­δή, υ­πε­ρί­σχυ­σε ο ση­με­ρι­νός ε­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος και ό­χι οι ι­στο­ρίες των “α­φα­νώ­ν”, που με τό­σο μόχ­θο συ­γκέ­ντρω­σε η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη. Απο­μέ­νουν οι 400 μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νες κα­σέ­τες της ως προί­κα στη δι­ψα­λέα προ­φο­ρι­κή Ιστο­ρία.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτογραφία: Απρίλιος 1949, Ιωάννινα. Άφιξη παιδιών από την περιφέρεια Κόνιτσας στην παιδόπολη «Αγία Ελένη». (Φωτ. Δημ. Χαρισιάδης, Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.)

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Η Γιουρσενάρ στη Χώρα των Χρυσανθέμων

Μαρ­γα­ρί­τα Γιουρ­σε­νά­ρ
«Ο γύ­ρος της φυ­λα­κής»
Με­τά­φρα­ση Νί­κος Δο­μα­ζά­κης
Εκδό­σεις Χατ­ζη­νι­κο­λή
Νοέμ­βριος 2009

Η Μαρ­γα­ρί­τα Γιουρ­σε­νάρ εί­ναι μια ση­μα­ντι­κή συγ­γρα­φέ­ας και φί­λη της Ελλά­δας α­πό τα χρό­νια του Με­σο­πο­λέ­μου. Ωστό­σο, οι εκ­δό­σεις των βι­βλίων της ε­λά­χι­στα α­πα­σχο­λούν τον ελ­λη­νι­κό Τύ­πο, ε­νώ δεν φαί­νε­ται να εν­δια­φέ­ρουν ού­τε το ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό της χώ­ρας μας. Πι­θα­νώς, για­τί πρό­κει­ται για έ­να εί­δος λό­γιου συγ­γρα­φέα κλα­σι­κής παι­δείας, που σπα­νί­ζει στις η­μέ­ρες μας. Πά­ντως, η α­δια­φο­ρία της α­γο­ράς δεν πτο­εί την Ιωάν­να Χατ­ζη­νι­κο­λή, που φρο­ντί­ζει το έρ­γο της Γιουρ­σε­νάρ πά­νω α­πό μια τρια­κο­ντα­ε­τία. Ξε­κί­νη­σε με­τα­φρά­ζο­ντας το «Αδρια­νού Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα», μια με­τά­φρα­ση που ο Κ.Θ. Δη­μα­ράς, φί­λος της Γιουρ­σε­νά­ρ, εί­χε ε­γκω­μιά­σει για την πι­στή α­πό­δο­ση του ύ­φους. Συ­νέ­χι­σε με­τα­φρά­ζο­ντας τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα α­πό τα βι­βλία της, ε­νώ, με τη βοή­θεια και άλ­λων με­τα­φρα­στών, έ­χει εκ­δώ­σει σχε­δόν το σύ­νο­λο του έρ­γου της. Τε­λευ­ταία, ε­ξέ­δω­σε δυο βι­βλία, που, στα γαλ­λι­κά, κυ­κλο­φό­ρη­σαν με­τά το θά­να­το της συγ­γρα­φέως, το 1991. Απρί­λιο 2008, κυ­κλο­φό­ρη­σαν «Τα ό­νει­ρα και οι μοί­ρες» και πέ­ρυ­σι, τον Νοέμ­βριο, «Ο γύ­ρος της φυ­λα­κής».
Στις 8 Νο­εμ­βρίου 1987, ό­ταν η Γιουρ­σε­νάρ υ­πέ­στη το ε­γκε­φα­λι­κό ε­πει­σό­διο έ­γρα­φε τον τε­λευ­ταίο τό­μο της τρι­λο­γίας «Λα­βύ­ριν­θος του Κό­σμου», με τίτ­λο «Τι; Η Αιω­νιό­τη­τα», που α­πο­τε­λεί τη συ­νέ­χεια στις «Ευ­λα­βι­κές Ανα­μνή­σεις» και τα «Αρχεία του Βορ­ρά». Πέ­θα­νε στις 17 Δε­κεμ­βρίου, χω­ρίς να συ­νέλ­θει, α­φή­νο­ντας το βι­βλίο η­μι­τε­λές. Έτσι και εκ­δό­θη­κε έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­τό της, ε­νώ η ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση, κι αυ­τή της Χατ­ζη­νι­κο­λή, κυ­κλο­φό­ρη­σε με τη συ­μπλή­ρω­ση δε­κα­ε­τίας α­πό το θά­να­τό της. Οι δυο πρό­σφα­τες εκ­δό­σεις προέ­κυ­ψαν κα­τά την τα­κτο­ποίη­ση των φα­κέ­λων της Γιουρ­σε­νάρ και α­φο­ρούν συγ­γρα­φι­κά σχέ­δια, που ε­κεί­νη δεν μπό­ρε­σε να πραγ­μα­το­ποιή­σει. Για το πρώ­το, έ­χου­με ή­δη α­φιε­ρώ­σει προ διε­τίας έ­να ε­κτε­νές κεί­με­νο, ο­πό­τε πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε στο πρό­σφα­το. Δη­λα­δή, σε δε­κα­τέσ­σε­ρις α­φη­γή­σεις α­πό το τα­ξί­δι της Γιουρ­σε­νάρ στην Ια­πω­νία, το φθι­νό­πω­ρο του 1982. Ήδη, τον Απρί­λιο του 1983, εί­χε ε­μπι­στευ­τεί στον γάλ­λο εκ­δό­τη της, Αντουάν Γκα­λι­μά­ρ, τα σχέ­διά της για έ­να βι­βλίο με α­φη­γή­σεις α­πό τα τε­λευ­ταία τα­ξί­διά της. Εί­χε, μά­λι­στα, α­πο­φα­σί­σει τον τίτ­λο και το μό­το του βι­βλίου: «Ποιος θα ’ταν τό­σο α­νό­η­τος να πε­θά­νει χω­ρίς να ’χει κά­νει έ­στω και μία φο­ρά τον γύ­ρο της φυ­λα­κής του;» Εί­ναι φρά­ση ε­νός μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού της ή­ρωα, του Ζή­νω­να. Ο δεύ­τε­ρος ση­μα­ντι­κό­τε­ρος, με­τά τον ρω­μαίο αυ­το­κρά­το­ρα Αδρια­νό. Ένας για­τρός, αλ­χη­μι­στής και λό­γιος του 16ου αιώ­να, ό­ταν η ε­πι­στή­μη συ­γκρούε­ται με την Εκκλη­σία. Δεν πρό­κει­ται, ό­μως, α­πλώς για έ­να στο­χα­στι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου μό­το, αλ­λά, για μία φρά­ση, που συ­νό­ψι­ζε τις προ­σω­πι­κές της ε­πι­λο­γές σε ε­κεί­να τα κρί­σι­μα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζωής της.
Το 1979, η Γιουρ­σε­νάρ έ­χα­σε, με­τά μια ε­πώ­δυ­νη και μα­κρό­χρο­νη α­σθέ­νεια, τη σύ­ντρο­φό της Γκρέϊς Φρανκ. Το Μάρ­τιο του 1980, ε­ξε­λέ­γη στη Γαλ­λι­κή Ακα­δη­μία. Ήταν η πρώ­τη γυ­ναί­κα, που γι­νό­ταν δε­κτή στο α­κα­δη­μαϊκό ά­βα­το, που εί­χε ι­δρύ­σει το 1635 ο καρ­δι­νά­λιος Ρι­σε­λιέ. Εκτός α­πό γυ­ναί­κα η Γιουρ­σε­νάρ εί­χε και άλ­λα μειο­νε­κτή­μα­τα με βά­ση τα κρι­τή­ρια των γάλ­λων Ακα­δη­μαϊκών. Ήταν γεν­νη­μέ­νη στις Βρυ­ξέλ­λες, α­πό μη­τέ­ρα Βελ­γί­δα, ζού­σε μό­νι­μα α­πό το 1940 στις Η­ΠΑ και το 1947 εί­χε πά­ρει την α­με­ρι­κα­νι­κή υ­πη­κοό­τη­τα. Πα­ρό­λα αυ­τά, ε­κλέ­χτη­κε α­κα­δη­μαϊκός σε η­λι­κία 77 ε­τών. Συ­μπτω­μα­τι­κά, την ί­δια η­λι­κία εί­χε και η πρώ­τη γυ­ναί­κα, που ει­σήλ­θε στην ελ­λη­νι­κή Ακα­δη­μία. Η Γα­λά­τεια Σα­ρά­ντη, ή­ταν 17 χρό­νια μι­κρό­τε­ρη της Γιουρ­σε­νάρ και ει­σήλ­θε 17 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Αυ­τά, για ό­σους, ό­πως ο Μπέρ­να­ντ Ράσ­σε­λ, τους α­ρέ­σουν οι α­ριθ­μη­τι­κές συ­μπτώ­σεις. Όσο α­φο­ρά το μό­το του βι­βλίου, η Γιουρ­σε­νάρ θα μπο­ρού­σε με­τά το θά­να­το της φί­λης της να κα­ταρ­ρεύ­σει ή, με­τά το χρί­σμα του Ακα­δη­μαϊκού, να α­να­παυ­θεί στις δάφ­νες της. Αυ­τή, ό­μως, δεν ή­ταν “τό­σο α­νό­η­τη”. Προ­τί­μη­σε να κά­νει, έ­στω και μία φο­ρά, “το γύ­ρο της φυ­λα­κής της”. Με συ­νο­δό τον τρια­ντά­χρο­νο μου­σι­κό Τζέρ­ρυ Ουίλ­σον, ξε­κί­νη­σε τον γύ­ρο του κό­σμου. Τα­ξί­δε­ψε στην Αί­γυ­πτο και το Μα­ρό­κο, την Ια­πω­νία και την Ταϋλάν­δη, την Κέ­νυα και την Ινδία. Τα τα­ξί­δια τα α­νέ­κο­ψαν οι αρ­ρώ­στιες· η ί­δια υ­πο­βλή­θη­κε σε πε­ντα­πλό μπαϊπάς της στε­φα­νιαίας στις 9 Οκτω­βρίου 1985, ε­νώ ο Ουίλ­σον προ­σβλή­θη­κε α­πό καλ­πά­ζου­σα φυ­μα­τίω­ση και πέ­θα­νε στις 8 Φε­βρουα­ρίου 1986. Ανά­με­σα στα τα­ξί­διά της, τον Ια­νουά­ριο του 1981, έ­κα­νε μία στά­ση στο Πα­ρί­σι για την ε­πί­ση­μη τε­λε­τή της υ­πο­δο­χής της στην Ακα­δη­μία, και τον Φε­βρουά­ριο του 1983, ε­πι­σκέ­φτη­κε για τε­λευ­ταία φο­ρά την Αθή­να, ε­ξή­ντα χρό­νια με­τά την πρώ­τη της ε­πί­σκε­ψη.
Το ε­ναρ­κτή­ριο κε­φά­λαιο του βι­βλίου φέ­ρει τον τίτ­λο, «Μπά­σο ο ο­δοι­πό­ρος». Πρό­κει­ται για τον γνω­στό ιά­πω­να ποιη­τή του 17ου αιώ­να. Το πραγ­μα­τι­κό του ό­νο­μα εί­ναι Μα­τσούο Μου­νε­φού­σα. Το ψευ­δώ­νυ­μό του Μπά­σο, το ο­φεί­λει στην ε­ρη­μι­κή το­πο­θε­σία, ό­που ζού­σε α­πο­μο­νω­μέ­νος. Βου­δι­στής της σχο­λής Ζεν, εί­χε δη­μιουρ­γή­σει μια δι­κή του ο­μά­δα πι­στών. Ακο­λου­θώ­ντας το πα­ρά­δειγ­μα των α­σκη­τών του Με­σαίω­να, έ­κα­νε μα­κριές πε­ριο­δείες στα βό­ρεια της χώ­ρας. Η Γιουρ­σε­νάρ με­τα­φρά­ζει και εν­σω­μα­τώ­νει στην α­φή­γη­σή της α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το τα­ξι­διω­τι­κό του η­με­ρο­λό­γιο, που έ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει με τον τίτ­λο, «Το στε­νό μο­νο­πά­τι στην ά­κρη του κό­σμου». Εί­ναι γνω­στός για τα ε­ξαί­ρε­τα χαϊκού του, ό­πως αυ­τό, με το ο­ποίο κλεί­νει το κε­φά­λαιο: «Κα­νέ­να ί­χνος στη φω­νή του τζίτ­ζι­κα ό­τι πε­θαί­νει.» Εμείς, που δια­βά­ζου­με το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του τε­λευ­ταίου βι­βλίου της Γιουρ­σε­νά­ρ, αυ­τό που πρό­λα­βε και τε­λείω­σε πριν πέ­σει ο­ρι­στι­κά η πέ­να α­πό το χέ­ρι της, μπο­ρού­με να ε­κτι­μή­σου­με πό­σο αυ­τό το χαϊκού ται­ριά­ζει στην πε­ρί­πτω­σή της. Η Γιουρ­σε­νά­ρ, ό­μως, δεν βιο­γρα­φεί τον Ιά­πω­να, αλ­λά γρά­φει την ει­σα­γω­γή στο τα­ξι­διω­τι­κό της, έ­χο­ντας ε­κεί­νον για πρό­τυ­πο. Έναν “πε­ρι­πλα­νώ­με­νο άν­θρω­πο”, που δεν ε­πι­ζη­τά­ει τη μόρ­φω­ση ού­τε τη συ­γκί­νη­ση αλ­λά τη δο­κι­μα­σία του τα­ξι­διού. Πί­στευε ό­τι “η συ­γκί­νη­ση και η γνώ­ση γεν­νιού­νται α­πό αυ­τήν την υ­πο­τα­γή στο γε­γο­νός”. Με άλ­λα λό­για α­πό την ε­γκαρ­τέ­ρη­ση, έ­να κα­τ’ ε­ξο­χήν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των Ια­πώ­νων, που φτά­νει κά­πο­τε μέ­χρι το μα­ζο­χι­σμό.
Η Γιουρ­σερ­νάρ ξε­κί­νη­σε για την Ια­πω­νία ο­δι­κώς, α­πό την κα­τοι­κία της, στο νη­σί των “Έρη­μων Λό­φω­ν”, στο βο­ρειο­α­να­το­λι­κό ά­κρο των Η­ΠΑ, στην πο­λι­τεία του Μαίην, και συ­νέ­χι­σε σι­δη­ρο­δρο­μι­κώς, α­πό το Μό­ντρε­αλ μέ­χρι το Βαν­κού­βερ. Μέ­σα σε τέσ­σε­ρις μέ­ρες πέ­ρα­σε α­πό τον Ατλα­ντι­κό στον Ει­ρη­νι­κό. Οι α­ρε­τές των τα­ξι­διω­τι­κών της α­φη­γή­σεων εί­ναι η α­κρι­βο­λο­γία και το ά­πλω­μα των πα­ρα­τη­ρή­σεων, που το­πο­θε­τού­νται σε έ­να συ­γκρι­τι­κό πλαί­σιο, τό­σο το­πι­κό -τα χω­ριά του Κα­να­δά σε σχέ­ση με της Αγγλίας ή της Γαλ­λίας- ό­σο και χρο­νι­κό. Το πα­ρόν α­ντι­πα­ρα­βάλ­λε­ται με έ­να βιω­μέ­νο πα­ρελ­θόν αλ­λά και με την πε­ρίο­δο των πρώ­των α­ποί­κων της α­με­ρι­κα­νι­κής η­πεί­ρου. Εκφρά­ζε­ται με πι­κρή ει­ρω­νεία για την ε­πι­κρα­τού­σα κα­τά­στα­ση, ε­πι­μέ­νο­ντας στην κα­κο­με­τα­χεί­ρι­ση των ζώων. Θεω­ρού­σε την προ­στα­σία τους τό­σο ση­μα­ντι­κή, ό­σο τον α­γώ­να για τα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα.
Σε χω­ρι­στό κε­φά­λαιο, α­φη­γεί­ται την ε­πί­σκε­ψη στο Σαν Φρα­γκί­σκο, α­πό ό­που ξε­κί­νη­σε το θα­λάσ­σιο τα­ξί­δι της. Απο­κα­λεί την πό­λη “μπλε, άσ­πρη, ρο­ζ, γκέι”, ξε­δι­πλώ­νο­ντας τις σκέ­ψεις της για τον τε­λευ­ταίο χα­ρα­κτη­ρι­σμό, που τό­τε α­πο­τε­λού­σε νε­ο­λο­γι­σμό. Της α­ρέ­σει η λέ­ξη, κα­θώς της φέρ­νει στο νου την “gaya scienza”, δη­λα­δή την ποιη­τι­κή τέ­χνη των τρο­βα­δού­ρων του Με­σαίω­να. Την α­ντι­πα­ρα­βάλ­λει με τη λέ­ξη “α­δελ­φή” και την α­ντί­στοι­χη α­με­ρι­κα­νι­κή υ­πο­κουλ­τού­ρα. Κά­νει λό­γο για τη δια­κω­μώ­δη­ση της σε­ξουα­λι­κής ι­διαι­τε­ρό­τη­τας, την ταύ­τι­σή της με την α­κο­λα­σία και τη χυ­δαιό­τη­τα. Κα­τα­λή­γει υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νη τη λαϊκή ρή­ση, “η ποι­κι­λία εί­ναι το ά­λας της γης”.
Κα­τά τον διά­πλου του Ει­ρη­νι­κού υ­πε­ρι­σχύει στην α­φή­γη­ση μια ποιη­τι­κή πνοή και πλη­θαί­νουν οι στο­χα­στι­κές πα­ρεκ­βά­σεις. Με­τά, σε ο­κτώ κε­φά­λαια, α­πλώ­νει την α­φή­γη­ση α­πό την πα­ρα­μο­νή της στο Τό­κιο. Η μη­τρο­πο­λι­τι­κή πε­ριο­χή Τό­κιο-Γιο­κο­χά­μα δεν εί­ναι μια πό­λη αλ­λά έ­να συ­γκρό­τη­μα πό­λεων. Η σύ­γκρι­ση με το πα­ρελ­θόν και την πα­λαιά πό­λη, το Έντο, γί­νε­ται α­πό την πρώ­τη σε­λί­δα και η κρι­τι­κή για την ε­ξα­φά­νι­ση της πα­λιάς Ια­πω­νίας παίρ­νει σκλη­ρούς τό­νους. Πα­ρου­σιά­ζει τον ση­με­ρι­νό Ιά­πω­να, σε α­ντι­πα­ρα­βο­λή με τους προ­γό­νους του, α­να­σύ­ρο­ντας ει­κό­νες α­πό τη ια­πω­νι­κή λο­γο­τε­χνία. Πε­ρι­γρά­φει κα­τοι­κίες και ξε­νο­δο­χεία, δεί­χνο­ντας το σύγ­χρο­νο τρό­πο ζωής ως έ­να συ­χνά γε­λοίο πά­ντρε­μα της πα­ρά­δο­σης με τους α­με­ρι­κα­νι­κούς τρό­πους δια­βίω­σης. Κα­τά την πε­ριή­γη­ση της πό­λης δεν α­κο­λου­θεί τις του­ρι­στι­κές δια­δρο­μές. Για πα­ρά­δειγ­μα, προ­τι­μά να ε­πι­σκε­φτεί έ­ναν μι­κρό βου­δι­στι­κό ναό, κα­θώς την γο­η­τεύει μια πα­λαιά ι­στο­ρία με σα­μου­ράι, που δια­δρα­μα­τί­στη­κε ε­κεί. Από τους σα­μου­ράι ξε­χω­ρί­ζει τους ρό­νιν, που, στους πα­λαιό­τε­ρους αιώ­νες, ε­γκα­τέ­λει­παν τους α­φέ­ντες τους και πε­ρι­πλα­νιό­νταν στη χώ­ρα α­να­ζη­τώ­ντας την πε­ρι­πέ­τεια.
Η Γιουρ­σε­νάρ ή­ταν λά­τρης και του ια­πω­νι­κού θεά­τρου. Δεν κου­ρά­ζε­ται να πα­ρα­κο­λου­θεί τα λαϊκά θεά­μα­τα του κα­μπού­κι, πε­ρι­γρά­φο­ντας το συν­δυα­σμό τρα­γου­διού, χο­ρού και πα­ντο­μί­μας. Ένα θέ­α­τρο χω­ρίς σκη­νο­θέ­τη, με τις πα­ρα­στά­σεις να κρα­τούν ο­λη­με­ρίς. Πη­γαί­νει α­κό­μη σε πα­ρα­στά­σεις κου­κλο­θέ­α­τρου. Κυ­ρίως, ό­μως, την μα­γνη­τί­ζει το θέ­α­τρο Νο. Θεω­ρεί, μά­λι­στα, ό­τι η ευαι­σθη­σία της θα ή­ταν δια­φο­ρε­τι­κή αν δεν εί­χε τύ­χει να γνω­ρί­σει δυο κο­ρυ­φαία έρ­γα του Νο, γραμ­μέ­να α­πό τον Κάν­ζε Μο­το­μά­σα και τον Ζεά­μι, στην ί­δια νε­α­ρή η­λι­κία με την «Αντι­γό­νη». Εί­χε μά­θει ια­πω­νι­κά και εί­χε με­τα­φρά­σει τα θε­α­τρι­κά έρ­γα Νο του Γιού­κιο Μι­σί­μα. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, το 1981, εί­χε εκ­δώ­σει το βι­βλίο της «Μι­σί­μα ή το ό­ρα­μα του κε­νού». Το εί­χε ξε­κι­νή­σει με τη συ­μπλή­ρω­ση δέ­κα χρό­νων α­πό τη δη­μό­σια τε­λε­τουρ­γι­κή αυ­το­κτο­νία του, στις 25 Νο­εμ­βρίου 1970. Ήταν μια ύ­στα­τη πρά­ξη α­ντί­στα­σης στον ε­ξα­με­ρι­κα­νι­σμό της χώ­ρας του και υ­πε­ρά­σπι­σης των πα­ρα­δο­σια­κών ια­πω­νι­κών α­ξιών. Ένα κε­φά­λαιο α­φιε­ρώ­νε­ται στην ε­πί­σκε­ψη στο σπί­τι του, που σή­με­ρα έ­χει με­τα­τρα­πεί σε μου­σείο.
Στο τα­ξι­διω­τι­κό σκια­γρα­φού­νται και φευ­γα­λέες ει­κό­νες της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, που κι­νη­το­ποιούν το μη­χα­νι­σμό της μνή­μης, δί­νο­ντας στις α­φη­γή­σεις τον ε­ξαι­ρε­τι­κό συν­δυα­σμό εμ­βρί­θειας και γλα­φυ­ρό­τη­τας, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει τα βι­βλία της. Ιδιαί­τε­ρη α­να­φο­ρά ε­πι­φυ­λάσ­σει σε δυο ξέ­νους, που έ­κα­ναν δεύ­τε­ρη πα­τρί­δα τους την Ια­πω­νία: τον ελ­λη­νοϊρλαν­δό Λευ­κά­διο Χερν και τον ε­ξα­με­ρι­κα­νι­σμέ­νο Ισπα­νό Ερνέ­στο Φε­νολ­λό­ζα. Ακό­μη, κα­τα­γρά­φο­νται ό­ψεις α­πό το σύγ­χρο­νο Τό­κυο. Εξαι­ρε­τι­κές εί­ναι οι πε­ρι­γρα­φές α­πό τους για­πω­νέ­ζι­κους κή­πους, που θεω­ρού­σε έρ­γα τέ­χνης ι­σά­ξια με τις ει­κό­νες που φι­λο­τε­χνού­σαν οι φλα­μαν­δοί ζω­γρά­φοι. Η τε­λευ­ταία α­φή­γη­ση εί­ναι α­πό το Κιό­το. Μέ­νει η­μι­τε­λής, με την τε­λευ­ταία φρά­ση κομ­μέ­νη στη μέ­ση, να α­να­φέ­ρε­ται στους πε­ρι­πλα­νώ­με­νους σα­μου­ράι, τους ρό­νιν. Οι ε­πι­με­λη­τές, ω­στό­σο, της έκ­δο­σης φρό­ντι­σαν να κλεί­σουν το βι­βλίο με τη διά­λε­ξη, που έ­δω­σε η Γιουρ­σε­νάρ στο Γαλ­λι­κό Ινστι­τού­το του Τό­κυο, μό­λις εί­χε φτά­σει, στις 26 Οκτω­βρίου 1982.
Αφού ε­μείς εί­μα­στε “τό­σο α­νό­η­τοι”, που θα πε­θά­νου­με χω­ρίς να κά­νου­με, ού­τε μια φο­ρά, “το γύ­ρο της φυ­λα­κής μας”, ας δια­βά­σου­με του­λά­χι­στον τα τρία βι­βλία για την Ια­πω­νία, που εκ­δό­θη­καν στα τέ­λη του πε­ρα­σμέ­νου χρό­νου. Εκτός α­πό αυ­τό της Γιουρ­σε­νά­ρ, που ου­δό­λως μνη­μο­νεύ­θη­κε στον Τύ­πο, κυ­κλο­φό­ρη­σαν τα βι­βλία δύο Ελλή­νων, που θα μπο­ρού­σαν η­λι­κια­κά να ή­ταν εγ­γό­νιά της: «Μα­τιές στον κή­πο του χαϊκού» της Ευ­ρυ­δί­κης Τρι­σό­ν-Μιλ­σα­νή (Εκδό­σεις Γα­βριη­λί­δης) και το ή­μι­συ του τα­ξι­διω­τι­κού «Από το Τό­κιο στο Χαρ­τούμ» (Εκδό­σεις Κέ­δρος) του ποιη­τή και δι­πλω­μά­τη Γιώρ­γου Βέη. Μά­λι­στα, ο Βέ­ης θυ­μί­ζει τη θαυ­μά­σια, ό­πως την χα­ρα­κτη­ρί­ζει, μο­νο­γρα­φία της Γιουρ­σε­νάρ για τον Μι­σί­μα, θεω­ρώ­ντας ό­τι ά­νοι­ξε νέ­ους δρό­μους στην ε­πα­νε­κτί­μη­ση της προ­σφο­ράς του.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

«Δίοδος 66100» Τεύχος 1 Δράμα Δεκέμβριος 2009

Στην χο­ρεία των πό­λεων με σο­βα­ρό πο­λι­τι­στι­κό πε­ριο­δι­κό ει­σέρ­χε­ται και η Δρά­μα, με την ε­ξά­μη­νη πε­ριο­δι­κή έκ­δο­ση λό­γου και τέ­χνης «Δίο­δος 66100». Εκδό­της του πε­ριο­δι­κού φέ­ρε­ται η Δη­μο­τι­κή Κοι­νω­φε­λής Επι­χεί­ρη­ση Κοι­νω­νι­κής Πο­λι­τι­στι­κής και Του­ρι­στι­κής Ανά­πτυ­ξης του Δή­μου Δρά­μας (ΔΕΚ­ΠΟ­ΤΑ). Μά­λι­στα, ο τα­χυ­δρο­μι­κός το­μέ­ας της διεύ­θυν­σης της εν λό­γω Επι­χεί­ρη­σης συ­νο­δεύει τον κυ­ρίως τίτ­λο, «Δίο­δος». Το πε­ριο­δι­κό θέ­λει να α­πο­τε­λέ­σει έ­να πέ­ρα­σμα στον σύγ­χρο­νο κό­σμο των γραμ­μά­των, ει δυ­να­τόν, και των τε­χνών, ό­πως διευ­κρι­νί­ζει ο διευ­θυ­ντής σύ­ντα­ξης. Πρό­κει­ται για τον κα­λό διη­γη­μα­το­γρά­φο Βα­σί­λη Τσια­μπού­ση, ό­χι μό­νο Δρα­μι­νό, ό­πως αρ­κε­τοί α­πό τους συ­νερ­γά­τες του πρώ­του τεύ­χους, αλ­λά και μο­νί­μως ε­γκα­τα­στη­μέ­νο στη γε­νέ­θλια πό­λη του. Επι­προ­σθέ­τως, ελ­πί­ζει να α­πο­τε­λέ­σει το πε­ριο­δι­κό των α­πα­ντα­χού Δρα­μι­νών, και ό­χι μό­νο αυ­τών, και να κρα­τή­σει για πά­ντα την α­θωό­τη­τά του και την α­νυ­στε­ρο­βου­λία των συ­νερ­γα­τών του.
Στο πρώ­το τεύ­χος, δη­μο­σιεύο­νται ποιή­μα­τα, πε­ζά, δο­κί­μια και βι­βλιο­κρι­σίες. Το ντό­πιο δυ­να­μι­κό εκ­προ­σω­πεί­ται ε­πά­ξια α­πό τον συγ­γρα­φέα Δη­μή­τρη Μαν­θό­που­λο, με το διή­γη­μα, «Σε­ρε­νά­τα σε βομ­βαρ­δι­στι­κά» α­πό την α­νέκ­δο­τη συλ­λο­γή του, «Ασκαρ­δα­μυ­κτί». Ένα α­πό τα κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τά του δη­μο­σιεύει ο Κο­σμάς Χαρ­πα­ντί­δης, ε­τοι­μά­ζο­ντας τη σο­δειά για την ε­πό­με­νη συλ­λο­γή του. Ανά­με­σα στους συ­νερ­γά­τες, πολ­λοί εί­ναι οι δρα­μι­νοί ποιη­τές. Κά­ποιοι α­πό αυ­τούς μπο­ρεί και να πα­ρα­μέ­νουν κά­τοι­κοι της γε­νέ­τει­ράς τους. Στην ποίη­ση φαί­νε­ται ό­τι το έ­ρι­ξε και ο Τσια­μπού­σης, α­κο­λου­θώ­ντας α­ντί­στρο­φη πο­ρεία α­πό ε­κεί­νη των ο­μη­λί­κων του. Ο αρ­χαιο­λό­γος Νι­κό­λα­ος Γεωρ­γιά­δης πα­ρα­θέ­τει τα ε­τυ­μο­λο­γι­κά του ο­νό­μα­τος της Δρά­μας: προέ­χει η πό­λη των νε­ρών, μπο­ρεί ό­μως να πρό­κει­ται και για μια πό­λη με θέα ή, α­πλώς, για μια μι­κρή πό­λη, χω­ρίς να α­πο­κλείε­ται η ο­νο­μα­σία να συν­δέε­ται με δρώ­με­να της διο­νυ­σια­κής λα­τρείας. Στην ε­νό­τη­τα ι­στο­ρία ε­ντάσ­σε­ται η μαρ­τυ­ρία του δά­σκα­λου Δη­μή­τρη Πα­σχα­λί­δη, σχε­τι­κή με το βι­βλίο που έ­γρα­ψε μα­ζί με τον Τά­σο Χατ­ζηα­να­στα­σίου, «Τα γε­γο­νό­τα της Δρά­μας. Εξέ­γερ­ση ή προ­βο­κά­τσια» (Εκδ. ΔΕΚ­ΠΟ­ΤΑ, Δρά­μα 2003). Προ­η­γεί­ται βι­βλιο­κρι­σία του Χρί­στου Ρου­με­λιω­τά­κη.
Στο τεύ­χος δη­μο­σιεύε­ται ο­λι­γο­σέ­λι­δο α­φιέ­ρω­μα στον σκι­τσο­γρά­φο, ζω­γρά­φο, χα­ρά­κτη, δη­μο­σιο­γρά­φο και με­λε­τη­τή Μίλ­τη Πα­ρα­σκευαΐδη. Γεν­νή­θη­κε στη Σμύρ­νη α­πό Μυ­τι­λη­νιούς γο­νείς, στις 18 Ια­νουα­ρίου 1911. Στα ελ­λι­πή βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία να συ­μπλη­ρώ­σου­με ό­τι πέ­θα­νε στις 11 Δε­κεμ­βρίου 1999. Επί­σης, ό­τι στην Κα­το­χή ορ­γα­νώ­θη­κε στο Ε­Α­Μ, α­να­λαμ­βά­νο­ντας την έκ­δο­ση του α­ντι­στα­σια­κού πε­ριο­δι­κού «Λε­σβια­κά Γράμ­μα­τα». Για την ό­λη δρά­ση του διώχ­θη­κε, μέ­νο­ντας, αρ­χι­κά, στην Θά­σο και, εν συ­νε­χεία, στην Μα­κρό­νη­σο ως πο­λι­τι­κός ε­ξό­ρι­στος. Κρα­τού­σε για πολ­λά χρό­νια το αρ­χαιο­λο­γι­κό ρε­πορ­τάζ στην προ­δι­κτα­το­ρι­κή «Κα­θη­με­ρι­νή» και στο πε­ριο­δι­κό «Ει­κό­νες». Έξι σε­λί­δες α­φιε­ρώ­νο­νται στα σκί­τσα του. Σύμ­φω­να με το σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό που πα­ρα­τί­θε­ται, ο Πα­ρα­σκευαΐδης, το α­κα­δη­μαϊκό έ­τος 1948-49, ερ­γά­στη­κε ως φι­λό­λο­γος στο Γυ­μνά­σιο Αρρέ­νων Δρά­μας. Σε αυ­τό το σχο­λι­κό έ­τος φι­λο­τέ­χνη­σε και δη­μο­σίευ­σε σε το­πι­κές ε­φη­με­ρί­δες σκί­τσα με το­πία και πορ­τρέ­τα κα­θη­γη­τών και μα­θη­τριών. Επί­σης, σκί­τσα α­να­στε­νά­ρη­δων της Μαυ­ρο­λεύ­κης. Ωστό­σο, ο­ρι­σμέ­να α­πό τα δη­μο­σιευ­μέ­να σκί­τσα, που προ­φα­νώς α­νή­κουν στα δρα­μι­νά, φέ­ρουν χρο­νο­λο­γία 1946. Μή­πως, τε­λι­κά, η πα­ρου­σία του Πα­ρα­σκευαΐδη στη Δρά­μα, πριν να ο­δη­γη­θεί ε­ξό­ρι­στος στη Θά­σο, χρειά­ζε­ται πιο λε­πτο­με­ρή διε­ρεύ­νη­ση; Στο τεύ­χος δη­μο­σιεύο­νται φω­το­γρα­φίες της δρα­μι­νής φω­το­γρά­φου Λί­λας Σω­τη­ρίου. Επί­σης, α­φιε­ρώ­νο­νται σε­λί­δες στο θέ­α­τρο και δη­μο­σιεύο­νται κό­μι­κς του Χρή­στου Δη­μη­τρίου. Ο σχε­δια­σμός, η ει­κο­νο­γρά­φη­ση και η ό­λη τυ­πο­τε­χνι­κή ει­κό­να δεν έ­χουν να ζη­λέ­ψουν τί­πο­τα α­πό έ­να α­θη­ναϊκό ή θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο πε­ριο­δι­κό.
Μ.Θ.

Περί νεοελληνικής σάτιρας

«Πόρ­φυ­ρας»
Τεύ­χος 133
Οκτώ­βριος-
Δε­κέμ­βριος 2009
Κέρ­κυ­ρα

Κο­ντεύει να συ­μπλη­ρω­θεί δε­κα­ε­τία α­πό το Συ­νέ­δριο, που εί­χε διορ­γα­νώ­σει ο «Πόρ­φυ­ρας» για τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή σά­τι­ρα, και τα Πρα­κτι­κά του Συ­νε­δρίου δεν έ­χουν α­κό­μη εκ­δο­θεί. Εί­χε πραγ­μα­το­ποιη­θεί το τριή­με­ρο 2-4 Νο­εμ­βρίου 2001. Σύμ­φω­να με το πρό­γραμ­μα του Συ­νε­δρίου, που α­να­δη­μο­σιεύε­ται στο τρέ­χον τεύ­χος, εί­χαν γί­νει 27 α­να­κοι­νώ­σεις και μια συ­ζή­τη­ση στρογ­γυ­λής τρά­πε­ζας. Κα­τά τους εκ­δό­τες του πε­ριο­δι­κού, κα­τα­βλή­θη­καν προ­σπά­θειες στα εν­διά­με­σα χρό­νια, ω­στό­σο, δεν μπό­ρε­σαν να ε­ξα­σφα­λί­σουν την α­παι­τού­με­νη χο­ρη­γία προς έκ­δο­ση των Πρα­κτι­κών, ό­πως συ­νή­θως γί­νε­ται με α­νά­λο­γα Πρα­κτι­κά Συ­νε­δρίων. Δεν διευ­κρι­νί­ζουν, ό­μως, κα­τά πό­σο στο ά­καρ­πο των προ­σπα­θειών τους βά­ρυ­νε το θέ­μα του Συ­νε­δρίου. Για­τί, κα­κά τα ψέ­μα­τα, άλ­λη αί­γλη ε­ξα­σφα­λί­ζει στον χο­ρη­γό έ­να ε­πε­τεια­κό α­φιέ­ρω­μα σε μια α­πό τις με­γά­λες μορ­φές της ε­πτα­νη­σια­κής λο­γιο­σύ­νης ή α­κό­μη και σε έ­ναν πρε­σβύ­τη ποιη­τή, κι άλ­λη, σε έ­να λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος, το ο­ποίο οι αρ­χαίοι Έλλη­νες ά­φη­σαν α­νο­νο­μά­τι­στο και σή­με­ρα αυ­τό το εί­δος λό­γου καλ­λιερ­γεί­ται πα­ρε­μπι­πτό­ντως και χον­δρο­ει­δώς. Τις τε­λευ­ταίες ελ­πί­δες των εκ­δο­τών για ε­ξεύ­ρε­ση οι­κο­νο­μι­κής υ­πο­στή­ρι­ξης φαί­νε­ται να κα­ταρ­ρά­κω­σε η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Καί­τοι, τώ­ρα εί­ναι που ο λό­γος πε­ρί σά­τι­ρας κα­θί­στα­ται εκ των ων ουκ ά­νευ. Όπως και να έ­χει, α­πο­φά­σι­σαν να δη­μο­σιεύ­σουν κα­τά δό­σεις τις α­να­κοι­νώ­σεις, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της συ­ζή­τη­σης στρογ­γυ­λής τρά­πε­ζας, την ο­ποία έ­χουν α­πο­μα­γνη­το­φω­νή­σει. Υπό­σχο­νται, μά­λι­στα, να ο­μα­δο­ποιή­σουν συγ­γε­νείς α­να­κοι­νώ­σεις. Η πρώ­τη ο­μά­δα πε­ρι­λαμ­βά­νει εν­νέα α­να­κοι­νώ­σεις και πα­ρου­σιά­ζε­ται με τον γε­νι­κό τίτ­λο, «Πτυ­χές της νε­ο­ελ­λη­νι­κής σά­τι­ρας». Το τεύ­χος α­φιε­ρώ­νε­ται στη μνή­μη τεσ­σά­ρων α­πό τους συμ­με­τέ­χο­ντες, που α­πο­δή­μη­σαν κα­τά την εν­διά­με­ση πε­ρίο­δο: Σπύ­ρος Αλ. Καβ­βα­δίας, το 2003, Γιώρ­γος Γ. Αλι­σαν­δρά­τος και Διο­μή­δης Βλά­χος, το 2004, Αλέξ. Αργυ­ρίου, το 2009.
Στις 27 α­να­κοι­νώ­σεις του Συ­νε­δρίου, υ­πάρ­χουν α­να­κοι­νώ­σεις γε­νι­κού πε­ρί σά­τι­ρας πε­ριε­χο­μέ­νου, α­να­κοι­νώ­σεις που α­πο­πει­ρώ­νται με­γα­λύ­τε­ρης ή μι­κρό­τε­ρης έ­κτα­σης ι­στο­ρι­κές α­να­δρο­μές στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή σά­τι­ρα και α­να­κοι­νώ­σεις που ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε έ­να πρό­σω­πο ή στις ι­διαι­τε­ρό­τη­τες της σά­τι­ρας, ό­πως γρά­φτη­κε σε κά­ποιο α­πό τα Επτά­νη­σα. Αυ­τά, του­λά­χι­στον, προ­κύ­πτουν α­πό τους τίτ­λους των α­να­κοι­νώ­σεων. Συ­χνά, ό­μως, οι τίτ­λοι α­να­κοι­νώ­σεων, ει­ση­γή­σεων και δια­λέ­ξεων α­πο­βαί­νουν α­πα­τη­λοί, κα­θώς α­ντι­κα­θρε­φτί­ζουν τις φι­λο­δο­ξίες των ο­μι­λη­τών και ε­λά­χι­στα το πε­ριε­χό­με­νο των κει­μέ­νων τους. Στο βαθ­μό που οι συ­γκε­κρι­μέ­νες α­να­κοι­νώ­σεις α­ντα­πο­κρί­νο­νται στους τίτ­λους τους, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι οι τέσ­σε­ρις α­να­κοι­νώ­σεις γε­νι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου δεν συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν (Δη­μή­τρης Αγγε­λά­τος: «Η σά­τι­ρα, έ­νας ει­δο­λο­γι­κός χα­μαι­λέων», Μά­ριο Βίτ­τι: «Σά­τι­ρα και ρε­α­λι­σμός», Κα­τε­ρί­να Κω­στίου: «Η σά­τι­ρα και οι τε­χνι­κές της», Ερω­τό­κρι­τος Μω­ραΐτης: «Η σά­τι­ρα ως α­να­τρο­πή του κοι­νω­νι­κού προ­σω­πείου»).
Δυο α­να­κοι­νώ­σεις κα­λύ­πτουν την ι­στο­ρι­κή α­να­δρο­μή α­πό τις α­παρ­χές μέ­χρι τον Σο­λω­μό. Αυ­τές θα α­να­με­νό­ταν να δη­μο­σιευ­θούν μα­ζί και η μία με­τά την άλ­λη, ό­πως και εκ­φω­νή­θη­καν. Πα­ρα­δό­ξως, δη­μο­σιεύε­ται μό­νο η πρώ­τη του Γιώρ­γου Κε­χα­γιό­γλου, ε­νώ μέ­νει για την ε­πό­με­νη δό­ση η α­να­κοί­νω­ση του Πα­ντε­λή Βου­του­ρή, με τίτ­λο, «Η σά­τι­ρα στα χρό­νια του Δια­φω­τι­σμού». Πά­ντως, η α­να­κοί­νω­ση του Κε­χα­γιό­γλου, με την ο­ποία και α­νοί­γει το τεύ­χος, κα­λύ­πτει τό­σο με τον τίτ­λο της, «Προϊστο­ρία της σά­τι­ρας: α­πό τις αρ­χές ως τον Σο­λω­μό», ό­σο και με το χρο­νι­κό ά­πλω­μα του κει­μέ­νου, ο­λό­κλη­ρη την πε­ρίο­δο. Το κεί­με­νο θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ο­ρια­κής πυ­κνό­τη­τας, ό­χι μό­νο ό­σο α­φο­ρά το πλή­θος των στοι­χείων, αλ­λά και με βά­ση τις προ­τει­νό­με­νες θεω­ρή­σεις, που α­να­σκευά­ζουν πα­γιω­μέ­νες θέ­σεις. Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι αρ­κε­τές α­πό αυ­τές τις θεω­ρή­σεις ε­πι­δέ­χο­νται πε­ραι­τέ­ρω α­νά­πτυ­ξη. Για πα­ρά­δειγ­μα, η ε­ναρ­κτή­ρια θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λέ­σει θέ­μα μιας α­νε­ξάρ­τη­της α­να­κοί­νω­σης: “Δεν ξέ­ρω κα­τά πό­σο εί­ναι τυ­χαίο το ό­τι η νε­ο­ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία φαί­νε­ται να ξε­κι­νά με τη σά­τι­ρα και ό­χι με το η­ρωι­κό ά­σμα ή την ε­πι­κή μυ­θι­στο­ρία”.
Κα­θό­λου τυ­χαίο, λοι­πόν, που η ποιη­τι­κή σά­τι­ρα ξε­κι­νά στα μέ­σα του 12ου αιώ­να και η α­φη­γη­μα­τι­κή, στα μέ­σα του 14ου, ε­νώ η λι­βε­λο­γρα­φία αν­θεί ή­δη στους Βυ­ζα­ντι­νούς. Κα­θό­λου τυ­χαίοι και οι χώ­ροι, που υ­πο­θάλ­πε­ται: της Εκκλη­σίας, του σχο­λείου και των λο­γίων κύ­κλων. Επί­σης, κα­θό­λου τυ­χαία τα παι­χνι­διά­ρι­κα και βέ­βη­λα στι­χουρ­γή­μα­τα του 15ου αιώ­να. Ακό­μη, κα­θό­λου τυ­χαία και η συ­νέ­χεια στα Επτά­νη­σα. Από την άλ­λη, βο­λι­κή η αρ­χή των πολ­λα­πλών αι­τίων, πολ­λά, ό­μως, μέ­νουν να ε­ρευ­νη­θούν, έ­τσι και κά­νου­με πέ­ρα τις σχη­μα­το­ποιή­σεις των πα­λαιό­τε­ρων. Όπως και να έ­χει, την α­να­κοί­νω­ση συ­νο­δεύει κα­τά­λο­γος σα­τι­ρι­κών κει­μέ­νων α­πό τον 12ο αιώ­να μέ­χρι το 1820. Εκεί α­να­φέ­ρε­ται και η «Αλη­θής Ιστο­ρία», γνω­στό­τε­ρη με τον τίτ­λο που της έ­δω­σε ο Κ.Θ. Δη­μα­ράς, ο «Ανώ­νυ­μος του 1789». Αυ­τή α­πο­τε­λεί το α­ντι­κεί­με­νο της ε­πό­με­νης α­να­κοί­νω­σης α­πό την Ελί­να Τσα­λί­κο­γλου, που κι­νεί­ται στον α­ντί­πο­δα της πύ­κνω­σης.
Η Τσα­λί­κο­γλου, ό­πως ό­λοι οι άρ­τι α­να­γο­ρευ­θέ­ντες δι­δά­κτο­ρες, α­πλώ­νε­ται στο θέ­μα της δια­τρι­βής της, που ή­ταν ο Νε­ο­ελ­λη­νι­κός Δια­φω­τι­σμός, ε­νώ ως α­πό­φοι­τος της Οξφόρ­δης, πλη­θαί­νει τις αγ­γλό­φω­νες πα­ρα­πο­μπές. Πά­ντως, σε υ­πο­ση­μείω­ση και χω­ρίς ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία, α­πορ­ρί­πτει τον Γιώρ­γο Κων­στα­ντά ως πι­θα­νό συγ­γρα­φέα της εν λό­γω σά­τι­ρας. Τέ­λος, ει­σα­γω­γι­κά δια­τεί­νε­ται ό­τι με­τά το 1980 ε­πα­να­ξιο­λο­γή­θη­καν έρ­γα του 18ου και 19ου αιώ­να, φέ­ρο­ντας ως πα­ρά­δειγ­μα τη συ­γκε­κρι­μέ­νη σά­τι­ρα, η ο­ποία, λέει, κυ­κλο­φό­ρη­σε σε τρεις δια­φο­ρε­τι­κές εκ­δό­σεις. Ου­σια­στι­κά, ό­μως, οι δυο εκ­δό­σεις (της γραμ­μα­το­λο­γίας Σο­κό­λη και του Ινστι­τού­του Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Σπου­δών) ταυ­τί­ζο­νται, α­φού και οι δύο ο­φεί­λο­νται στον Κε­χα­γιό­γλου. Η ελ­λι­πής πα­ρα­πο­μπή στη γραμ­μα­το­λο­γία Σο­κό­λη (α­πό την τρι­με­λή ε­πι­τρο­πή, α­να­φέ­ρο­νται οι δυο, ε­νώ ο τρί­τος α­ντι­κα­θί­στα­ται με το: “κ.ά.”, πα­ρα­λεί­πο­ντας το ό­νο­μα του συ­ντά­κτη των τό­μων Β1 και Β2) πι­στεύου­με ό­τι δη­μιουρ­γεί λαν­θα­σμέ­νες ε­ντυ­πώ­σεις για έ­να ου­σια­στι­κά α­νύ­παρ­κτο εν­δια­φέ­ρον.
Στο τεύ­χος δη­μο­σιεύο­νται οι δυο α­να­κοι­νώ­σεις, με τις ο­ποίες ά­νοι­γε το Συ­νέ­δριο, και οι ο­ποίες εί­ναι οι μό­νες που α­να­φέ­ρο­νται στα σα­τι­ρι­κά ποιή­μα­τα του Σο­λω­μού. Αυ­τές του Σπύ­ρου Αλ. Καβ­βα­δία και της Αι­κα­τε­ρί­νης Κα­ρα­τά­σου. Από τις υ­πό­λοι­πες α­να­κοι­νώ­σεις γε­νι­κό­τε­ρης στό­χευ­σης, δη­μο­σιεύε­ται η ε­κτε­νής του Δη­μή­τρη Κό­κο­ρη, «Σά­τι­ρα: α­πό τον Κα­ρυω­τά­κη στο Σε­φέ­ρη». Ει­δι­κό­τε­ρου πε­ριε­χο­μέ­νου εί­ναι οι α­να­κοι­νώ­σεις: Της κα­θη­γή­τριας λο­γο­τε­χνι­κής με­τά­φρα­σης Μα­ρίας Τσού­τσου­ρα για την α­να­τρε­πτι­κή δρά­ση της βρα­χυ­λο­γίας στη σά­τι­ρα. Της Αθη­νάς Κο­ρού­λη για τον κερ­κυ­ραίο ποιη­τή Γιάν­νη Σα­ρα­κη­νό. Και τέ­λος, η α­να­κοί­νω­ση του Νί­κια Λού­ντζη. “Φι­λο­παίγ­μο­ν” ι­σχυ­ρί­ζε­ται ο Λού­ντζη ό­τι εί­ναι το ζα­κυν­θι­νό πνεύ­μα και με την ο­μι­λία του πεί­θει για το α­λη­θές του λό­γου. Μια χα­ριέ­στα­τη ο­μι­λία, που ε­ξη­γεί ό­τι η σά­τι­ρα ευ­δο­κί­μη­σε στην πα­λαιά Ζά­κυν­θο, για­τί η νή­σος συ­γκέ­ντρω­νε πο­λι­τι­σμό, αυ­τάρ­κεια και φι­λο­παίγ­μον πνεύ­μα. Εί­ναι μια πει­στι­κή ερ­μη­νεία, μέ­σα α­πό την ο­ποία προ­κύ­πτει το για­τί η σά­τι­ρα έ­χει σή­με­ρα πε­ρι­πέ­σει σε μα­ρα­σμό. Πά­ντως, η ο­μι­λία, θέ­λει δεν θέ­λει, “τε­λειώ­νει σε κλί­μα­κα μι­νό­ρε”: με­τά την Ένω­ση ε­πι­κρά­τη­σε η αρ­χή των συ­γκοι­νω­νού­ντων δο­χείων, η ο­ποία και ε­κτό­πι­σε την ζα­κύν­θια ι­διο­τυ­πία χά­ριν του νε­ο­ελ­λη­νι­κού μέ­σου ό­ρου. Να ση­μειώ­σου­με πως στο Συ­νέ­δριο υ­πήρ­χαν α­να­κοι­νώ­σεις και για την “λευ­κα­δί­τι­κη τρέ­λα”. Απο­μέ­νει η α­να­κοί­νω­ση του Γιώρ­γου Ανδρειω­μέ­νου για τον Γιώρ­γο Σου­ρή ως πα­ρά­δειγ­μα της θέ­σης που έ­χει η σά­τι­ρα στην εκ­παί­δευ­ση. Πά­ντως, σή­με­ρα, ο Σου­ρής έ­χει α­πο­συρ­θεί, αν δεν σφάλ­λου­με, ο­λο­σχε­ρώς, α­πό τα α­να­γνω­στι­κά, μα­ζί με τον Πο­λέ­μη και τους άλ­λους της γε­νιάς του. Θα πα­ρου­σία­ζε εν­δια­φέ­ρον μια κα­τα­γρα­φή των σα­τι­ρι­κών κει­μέ­νων στα εν χρή­σει νε­ο­ελ­λη­νι­κά α­να­γνώ­σμα­τα ό­λων των τά­ξεων και βαθ­μί­δων.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Στις συμπληγάδες του χρόνου

Οι τό­μοι με συ­να­γω­γές κει­μέ­νων για έ­ναν συγ­γρα­φέα θέ­τουν το ε­ρώ­τη­μα των πα­ρα­μέ­τρων με τις ο­ποίες αρ­μό­ζει να α­ξιο­λο­γού­νται πα­ρό­μοιες εκ­δό­σεις. Το κα­θο­ρι­στι­κό, προ­φα­νώς, στοι­χείο εί­ναι το ί­διο το α­ντι­κεί­με­νό τους, δη­λα­δή η θέ­ση που κα­τα­λαμ­βά­νει ο εν λό­γω συγ­γρα­φέ­ας στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία. Όταν, μά­λι­στα, πρό­κει­ται για α­πο­θα­νό­ντα, θα πρέ­πει να γί­νε­ται διά­κρι­ση α­νά­με­σα στη θέ­ση που κα­τεί­χε ό­σο ζού­σε και στη ση­με­ρι­νή, που α­ντι­κα­θρε­φτί­ζει το πώς έ­χει, στο εν­διά­με­σο, κα­τα­γρα­φεί στην ι­στο­ρία των νε­ο­ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των. Ένα δεύ­τε­ρο, αλ­λά κα­θό­λου δευ­τε­ρεύον στοι­χείο στην βα­ρύ­τη­τα, που έ­χει μια πα­ρό­μοια συ­να­γω­γή, εί­ναι οι συ­νερ­γά­τες και η ποιό­τη­τα των κει­μέ­νων τους. Εδώ, οι ση­μα­ντι­κές πα­ρά­με­τροι εί­ναι οι σχέ­σεις του γρά­φο­ντος με τον τι­μώ­με­νο συγ­γρα­φέα και ο χρό­νος, κα­θώς και οι πε­ρι­στά­σεις συγ­γρα­φής του κει­μέ­νου του. Δη­λα­δή, αν α­νή­κει στα κεί­με­να της κρι­τι­κής υ­πο­δο­χής ε­νός βι­βλίου ή μιας άλ­λης έκ­δο­σης του συ­γκε­κρι­μέ­νου συγ­γρα­φέα ή αν αν­θο­λο­γή­θη­κε α­πό α­φιέ­ρω­μα, που έ­γι­νε ζώ­ντος του συγ­γρα­φέα, σε μια φά­ση ακ­μής του. Δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρί­πτω­ση συ­νι­στούν τα με­τα­θα­νά­τια κεί­με­να. Πρώ­τον, οι νε­κρο­λο­γίες, και με­τά τα κεί­με­να, που γρά­φτη­καν με α­φορ­μή μια ε­πα­νέκ­δο­ση και τα πά­σης φύ­σεως ε­πε­τεια­κά, ό­που ο κα­θο­ρι­στι­κός πλέ­ον πα­ρά­γων εί­ναι η χρο­νι­κή α­πό­στα­ση α­πό το θά­να­τό του και η τύ­χη που του ε­πι­φυ­λά­χτη­κε κα­τά την ε­πα­νε­κτί­μη­ση του έρ­γου του. Την συμ­βο­λή ό­λων αυ­τών των ε­πι­μέ­ρους συ­ντε­λε­στών μπο­ρού­με να την ε­κτι­μή­σου­με κα­λύ­τε­ρα με πα­ρά­δειγ­μα τις συ­να­γω­γές κει­μέ­νων για ζώ­ντες συγ­γρα­φείς και πώς αυ­τές σταθ­μί­ζο­νται α­πό το κύ­ρος των προ­σώ­πων.
Μια συ­στη­μα­τι­κή σει­ρά με συ­να­γω­γές κει­μέ­νων για κο­ρυ­φαίους α­πο­θα­νό­ντες συγ­γρα­φείς της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας εί­ναι αυ­τή των Πα­νε­πι­στη­μια­κών Εκδό­σεων Κρή­της. Με τον ο­μοιό­μορ­φο γε­νι­κό τίτ­λο, “ει­σα­γω­γή στην ποίη­ση” ή, α­ντι­στοί­χως, “στην πε­ζο­γρα­φία” του άλ­φα ποιη­τή ή του βή­τα πε­ζο­γρά­φου, έ­χουν μέ­χρι στιγ­μής κυ­κλο­φο­ρή­σει ο­κτώ τό­μοι για ποιη­τές (Σο­λω­μός, Κάλ­βος, Κα­βά­φης, οι δυο νο­μπε­λί­στες, Σε­φέ­ρης και Ελύ­της, Εγγο­νό­που­λος, και πρό­σφα­τα, Ρί­τσος) και δυο για “κλα­σι­κούς” της πε­ζο­γρα­φίας μας (Πα­πα­δια­μά­ντης, Κα­ζα­ντζά­κης). Ένας πα­ρό­μοιος τό­μος για έ­ναν τρί­το “κλα­σι­κό” πε­ζο­γρά­φο, τον Γρη­γό­ριο Ξε­νό­που­λο, κυ­κλο­φό­ρη­σε, το 2007, α­πό τις εκ­δό­σεις του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη, σε μια σει­ρά συ­νο­δευ­τι­κή των δυο βα­σι­κών σει­ρών του Ιδρύ­μα­τος, της «Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Βι­βλιο­θή­κης», που έ­στη­σε ο Από­στο­λος Σα­χί­νης και με­τά το θά­να­τό του, συ­νε­χί­ζει ο Βαγ­γέ­λης Αθα­να­σό­που­λος, και της «Θε­α­τρι­κής Βι­βλιο­θή­κης», που κα­ταρ­τί­ζει ο Βάλ­τερ Πού­χνε­ρ, ε­πω­μι­ζό­με­νος ο ί­διος τη φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια και των ο­κτώ τό­μων, που έ­χουν μέ­χρι σή­με­ρα εκ­δο­θεί.
Δυο χρό­νια με­τά τον τό­μο για τον Ξε­νό­που­λο, εκ­δό­θη­καν πέ­ρυ­σι δυο τό­μοι για τον Άλκη Θρύ­λο ή, κα­τά κό­σμο, Ελέ­νη Νε­γρε­πό­ντη-Ου­ρά­νη, και τον Πέ­τρο Χά­ρη («Η κρι­τι­κή για τον Άλκη Θρύ­λο» και «Η κρι­τι­κή για τον Πέ­τρο Χά­ρη», σε ε­πι­μέ­λεια Θα­νά­ση Θ. Νιάρ­χου). Δί­δυ­μοι τό­μοι για έ­να λο­γο­τε­χνι­κό δί­δυ­μο, που κυ­ριάρ­χη­σε στο λο­γο­τε­χνι­κό γί­γνε­σθαι τη δε­κα­ε­τία του ’30 και συ­νέ­χι­σε να παί­ζει πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο την ε­πό­με­νη τα­ραγ­μέ­νη δε­κα­ε­τία, ε­νώ ι­σχυ­ρή πα­ρου­σία δια­τη­ρεί και με­τα­πο­λε­μι­κά, χά­ρις στη «Νέα Εστία» και τα βρα­βεία της «Ομά­δας των Δώ­δε­κα». Με βά­ση τη ση­με­ρι­νή προο­πτι­κή, το κοι­νό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τους εί­ναι η με­γά­λη α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στην ε­ξέ­χου­σα θέ­ση που κα­τεί­χαν πά­νω α­πό μια τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τία και την κα­το­πι­νή τους α­φά­νεια. Σχε­δόν ο­λο­σχε­ρής για τον Άλκη Θρύ­λο, με­ρι­κή για τον Πέ­τρο Χά­ρη, που δια­τη­ρεί μια σκιώ­δη θέ­ση στην πε­ζο­γρα­φία του Με­σο­πο­λέ­μου. Το γε­γο­νός ό­τι α­πο­τέ­λε­σαν έ­να δί­δυ­μο κρι­τι­κών με κα­θο­ρι­στι­κό λό­γο στην α­νά­δει­ξη ε­νός βι­βλίου και την κα­θιέ­ρω­ση ε­νός συγ­γρα­φέα, σε συν­δυα­σμό με την α­πο­κα­θή­λω­σή τους, κα­θι­στά εν­δια­φέ­ρου­σα μια δεύ­τε­ρη μα­τιά στο έρ­γο τους. Αυ­τό θα σή­μαι­νε ε­πα­νέκ­δο­ση ο­ρι­σμέ­νων βι­βλίων τους. Στην πε­ρί­πτω­ση, μά­λι­στα, του Άλκη Θρύ­λου, το “νοι­κο­κύ­ρε­μα” του έρ­γου του συ­νι­στά υ­πο­χρέω­ση του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη, που δη­μιουρ­γή­θη­κε το 1972 α­πό το κλη­ρο­δό­τη­μα της με­γά­λης πε­ριου­σίας Νε­γρε­πό­ντη στην Ακα­δη­μία Αθη­νών. Προ­σφο­ρά, που έ­κα­νε ο ί­διος ο Άλκης Θρύ­λος, το 1969. Στη συ­νέ­χεια, λοι­πόν, μιας γε­νι­κό­τε­ρης φρο­ντί­δας, θα έρ­χο­νταν οι συ­να­γω­γές κει­μέ­νων για το συ­γκε­κρι­μέ­νο δί­δυ­μο συγ­γρα­φέων.
Οι δυο τό­μοι δια­φέ­ρουν ου­σια­στι­κά και α­ντί­στοι­χα, διί­στα­νται οι ει­κό­νες που δί­νουν για τους δυο συγ­γρα­φείς. Ωστό­σο, για τη δια­φο­ρά δεν ευ­θύ­νε­ται μό­νο ο ε­πι­με­λη­τής αλ­λά και ο Άλκης Θρύ­λος, που πα­ρα­μέ­λη­σε την έκ­δο­ση βι­βλίων του. Με ε­ξαί­ρε­ση τα τα­ξι­διω­τι­κά του και κά­ποιες νε­α­νι­κές εκ­δό­σεις, ποιή­μα­τα και θε­α­τρι­κά μο­νό­πρα­κτα, ο Άλκης Θρύ­λος στά­θη­κε α­μι­γής κρι­τι­κός και δη, δι­συ­πό­στα­τος. Όντας θε­α­τρι­κός κρι­τι­κός της «Νέ­ας Εστίας», α­πό την ί­δρυ­ση του πε­ριο­δι­κού μέ­χρι το θά­να­τό του, στις 8 Δε­κεμ­βρίου 1971, και συ­στη­μα­τι­κός κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας σε πλεί­στα ό­σα πε­ριο­δι­κά και ε­φη­με­ρί­δες, φαί­νε­ται πως δεν εί­χε χρό­νο για αυ­το­τε­λείς με­λέ­τες. Από την άλ­λη, αρ­νεί­το να συ­γκε­ντρώ­σει τις κρι­τι­κές του σε βι­βλία. Ένα α­πό τα ε­πι­χει­ρή­μα­τά του ή­ταν πως εί­χε α­να­σκευά­σει πολ­λές α­πό­ψεις του για βι­βλία και πρό­σω­πα. Τε­λι­κά, άλ­λα­ξε γνώ­μη και το 1961 άρ­χι­σε να δη­μο­σιεύει συ­να­γω­γές δη­μο­σιευ­μά­των του. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι, α­πό τα συ­νο­λι­κά 34 κεί­με­να του πρό­σφα­του τό­μου, τα 31 να εί­ναι δη­μο­σιευ­μέ­να α­πό το 1961 και ύ­στε­ρα. Από αυ­τά, τα 20 συ­νι­στούν κρι­τι­κές για ε­πτά α­πό τα βι­βλία του, που εκ­δό­θη­καν μέ­σα σε ε­κεί­νη την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, ε­νώ τα 11 εί­ναι τρεις νε­κρο­λο­γίες και 8 α­πό τα 11 συ­νο­λι­κά κεί­με­να του μο­να­δι­κού α­φιε­ρώ­μα­τος πε­ριο­δι­κού στον Άλκη Θρύ­λο, αυ­τό της «Νέ­ας Εστίας», κα­τά τη συ­μπλή­ρω­ση ε­νός έ­τους α­πό το θά­να­τό του.
Με ε­ξαί­ρε­ση τα με­τα­θα­νά­τια κεί­με­να, στις κρι­τι­κές των βι­βλίων του, του­λά­χι­στον σε ό­σες δεν προέρ­χο­νται α­πό τους φί­λους του, δια­τυ­πώ­νο­νται και ε­πι­κρί­σεις. Γε­νι­κά, ό­μως, οι 19 γρά­φο­ντες τα 34 κεί­με­να σκια­γρα­φούν μια φω­τει­νή ει­κό­να, την ο­ποία ε­ξω­ραί­ζει πε­ραι­τέ­ρω η ει­σα­γω­γή του ε­πι­με­λη­τή, με τίτ­λο, «Με­τέω­ρο α­νε­πα­νά­λη­πτο». Κεί­με­νο του Κ.Θ. Δη­μα­ρά δεν αν­θο­λο­γεί­ται, στην Ιστο­ρία του, ό­μως, ση­μειώ­νει: «Συ­ντη­ρη­τι­κή τε­λι­κά η διά­θε­σή του, τεί­νει να εκ­φρά­σει την α­ντί­λη­ψη του μέ­σου α­να­γνώ­στη, ε­κεί­νου που έ­χει μέ­τρια ευαι­σθη­σία και σχε­τι­κή καλ­λιέρ­γεια.» Αν υιο­θε­τή­σου­με την κρί­ση του, τό­τε οι κρι­τι­κές του Άλκη Θρύ­λου έ­χα­σαν την α­ξία τους μα­ζί με το θά­να­το αυ­τού του “μέ­σου α­να­γνώ­στη” της ε­πο­χής του. Ο ί­διος, άν­θρω­πος, ό­πως φαί­νε­ται, ε­γκε­φα­λι­κός, με α­νε­πτυγ­μέ­νο το αί­σθη­μα της αυ­το­κρι­τι­κής, διεκ­δι­κού­σε, τα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζωής του, για το έρ­γο του την α­ξία χρο­νι­κού. Και πράγ­μα­τι, πρό­κει­ται για έ­να χρο­νι­κό, με πα­κτω­λό πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων για βι­βλία και θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις, που πα­ρου­σιά­στη­καν στη διάρ­κεια μιας τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τίας.
Δια­φο­ρε­τι­κή η πε­ρί­πτω­ση του Πέ­τρου Χά­ρη, που, του­λά­χι­στον ως πε­ζο­γρά­φος, κα­τά κα­νό­να, δια­σώ­ζε­ται στις ι­στο­ρίες νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Στον πρό­σφα­το τό­μο, με α­κρι­βώς τον δι­πλά­σιο α­ριθ­μό σε­λί­δων α­πό ε­κεί­νον για τον Άλκη Θρύ­λο, αν­θο­λο­γού­νται 80 κεί­με­να, 37 συγ­γρα­φέων (λ.χ., ο Γιάν­νης Χατ­ζί­νης συμ­με­τέ­χει με 17 κεί­με­να, ο Βά­σος Βα­ρί­κας με 7 και ο Άλκης Θρύ­λος με 5). Τα κεί­με­να αν­θο­λο­γού­νται α­πό την κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή των βι­βλίων του Χά­ρη, που εκ­δό­θη­καν μέ­χρι το 1982. Δη­λα­δή, δεν υ­πάρ­χου κεί­με­να για τα ε­πτά τε­λευ­ταία του βι­βλία, τα δυο πε­ζο­γρα­φι­κά, το τα­ξι­διω­τι­κό και τα τέσ­σε­ρα με με­λε­τή­μα­τα και δο­κί­μια. Επί­σης, δεν αν­θο­λο­γού­νται κεί­με­να α­πό τα τέσ­σε­ρα, συ­νο­λι­κά, α­φιε­ρώ­μα­τα στον Χά­ρη, που έ­γι­ναν την πε­ρίο­δο 1976-1988. Κυ­ρίως, ό­μως, δεν αν­θο­λο­γού­νται νε­κρο­λο­γίες, ού­τε με­τα­θα­νά­τιες α­πο­τι­μή­σεις. Πι­θα­νώς, για­τί δεν βρέ­θη­καν ού­τε καν στο πε­ριο­δι­κό του, τη «Νέα Εστία». Υπάρ­χει, βε­βαίως, μια μο­να­δι­κή στο «Ex Libris». Υπερ­βάλ­λου­με. Το δί­χως άλ­λο μια συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρη α­να­ζή­τη­ση, ό­λο και κά­ποια θα ε­ντό­πι­ζε.
Ο Χά­ρης πέ­θα­νε το βρά­δυ της 12ης Δε­κεμ­βρίου 1998. Ημέ­ρα Δευ­τέ­ρα. Την προ­η­γού­με­νη Πα­ρα­σκευή, 9 Δε­κεμ­βρίου, εί­χε πε­θά­νει η Λι­λή Ζω­γρά­φου. Θα­μπω­μέ­νο το δη­μο­σιο­γρα­φι­κό έν­στι­κτο α­πό το σί­ρια­λ, «Η α­γά­πη άρ­γη­σε μια μέ­ρα», και α­πό τον ε­λευ­θε­ριά­ζο­ντα χα­ρα­κτή­ρα της, πρό­βα­λαν ως με­γά­λη τη Ζω­γρά­φου και πυγ­μαίο τον Χά­ρη. Ση­μειω­τέ­ον ό­τι ο Χά­ρης κα­τεί­χε έ­δρα Ακα­δη­μαϊκού α­πό το 1969 και ό­τι διε­τέ­λε­σε και Πρό­ε­δρος της Ακα­δη­μίας. Πα­ρό­λα αυ­τά, η εί­δη­ση του θα­νά­του του ε­ξα­φα­νί­στη­κε σε ει­δη­σά­ρια πλή­ρη λα­θών. Με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, α­να­φε­ρό­ταν ως εκ­δό­της των «Νέων Γραμ­μά­των», χω­ρίς κα­μιά α­να­φο­ρά στη «Νέα Εστία». Από μια ά­πο­ψη, ο Χά­ρης, γεν­νη­θείς στις 26 Αυ­γού­στου 1902, πέ­θα­νε πο­λύ αρ­γά, σε μια α­μνή­μο­να χώ­ρα. Άργη­σε να πε­θά­νει α­κό­μη και για το πε­ριο­δι­κό του. Τρεις μή­νες νω­ρί­τε­ρα, η «Νέα Εστία» εί­χε α­πο­κτή­σει τον τέ­ταρ­το, στη σει­ρά, διευ­θυ­ντή της. Ο Χά­ρης ξε­κί­νη­σε ως συ­νερ­γά­της του πε­ριο­δι­κού, έ­γι­νε συν­διευ­θυ­ντής το 1933, τον Ια­νουά­ριο του 1934 πα­ντρεύ­τη­κε την πρω­τό­το­κη κό­ρη του διευ­θυ­ντή και εκ­δό­τη, την Κά­κια Ξε­νό­που­λου, τον ί­διο Σε­πτέμ­βριο χώ­ρι­σε και α­πό ε­κεί­νο τον Δε­κέμ­βριο α­νέ­λα­βε διευ­θυ­ντής, μέ­χρι τα τέ­λη του 1987. Στα ε­ξη­ντά­χρο­να του πε­ριο­δι­κού πα­ρέ­δω­σε την σκυ­τά­λη στον Ε. Ν. Μό­σχο.
Κα­τά τα άλ­λα, ε­νώ ο Άλκης Θρύ­λος, με ο­λό­κλη­ρο Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη, δεν ευ­τύ­χη­σε να α­πο­κτή­σει βι­βλιο­γρα­φία, ο Χά­ρης βι­βλιο­γρα­φή­θη­κε, έ­στω και η­μι­τε­λώς. Δε­κέμ­βριο 1981, ο Μά­νος Χα­ρι­τά­τος ε­ξέ­δω­σε μια πλή­ρη, έως ε­κεί­νο το έ­τος, ερ­γο­γρα­φία, ό­που η κά­θε έκ­δο­ση ε­νός ε­κά­στου βι­βλίου συ­νο­δεύε­ται α­πό ε­ξαν­τλη­τι­κή κρι­τι­κο­γρα­φία. Μά­λι­στα, σε έ­να δεύ­τε­ρο μέ­ρος, πα­ρα­τί­θε­ται αν­θο­λο­γία α­πό τα κρι­τι­κά κεί­με­να, α­κέ­ραια ή α­πο­σπά­σμα­τα. Με αυ­τήν την βι­βλιο­γρα­φι­κή υ­πο­δο­μή, η πρό­σφα­τη αν­θο­λό­γη­ση κρι­τι­κών κει­μέ­νων α­πο­κτά με­γα­λύ­τε­ρη α­ξία, κα­θώς προ­σφέ­ρε­ται και για μια συ­γκρι­τι­κή α­νά­γνω­ση. Πρώ­τον, έ­χου­με κα­λύ­τε­ρη ει­κό­να της αν­θο­λό­γη­σης για κά­θε βι­βλίο μέ­σω του συ­νό­λου των κρι­τι­κών κει­μέ­νων. Δεύ­τε­ρον, ο­ρι­σμέ­να ση­μα­ντι­κά κρι­τι­κά κεί­με­να α­να­δη­μο­σιεύο­νται, ε­δώ, α­κέ­ραια. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα των δυ­σκο­λιών, που θα πρέ­πει να α­ντι­με­τώ­πι­σε ο ε­πι­με­λη­τής, δί­νει το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χά­ρη, «Ημέ­ρες ορ­γής (Δε­κέμ­βριος 1944)», που εκ­δό­θη­κε το 1979 και θεω­ρή­θη­κε το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο βι­βλίο του. Τα κα­τα­γε­γραμ­μέ­να κρι­τι­κά κεί­με­να φτά­νουν τα 60, α­πό τα ο­ποία αν­θο­λο­γή­θη­καν μό­νο τέσ­σε­ρα. Την φρο­ντί­δα του έρ­γου του Χά­ρη, ο Χα­ρι­τά­τος τη συ­μπλή­ρω­σε με τη δί­το­μη έκ­δο­ση, «Σα­ρά­ντα χρό­νια κρι­τι­κής ελ­λη­νι­κού πε­ζού λό­γου» (1981, 1985), στην ο­ποία συ­γκε­ντρώ­θη­καν τα κρι­τι­κά του Χά­ρη της «Νέ­ας Εστίας», κα­τά την μα­κριά πε­ρίο­δο, 1928-1956. Τα ε­κτε­νέ­στε­ρα με­λε­τή­μα­τά του σε α­φιε­ρώ­μα­τα του πε­ριο­δι­κού, τα εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει ο ί­διος σε ε­πτά τό­μους, με τον τίτ­λο, «Έλλη­νες πε­ζο­γρά­φοι».
Η ει­σα­γω­γή του ε­πι­με­λη­τή, με τίτ­λο, «Ακέ­νω­τη πα­ρου­σία», ξε­κι­νά με την α­πο­ρία, ποιο μπο­ρεί να εί­ναι το πρώ­το δη­μο­σίευ­μα του Χά­ρη και αν υ­πάρ­χει δη­μο­σίευ­μα με το πραγ­μα­τι­κό του ό­νο­μα, Γιάν­νης Μαρ­μα­ριά­δης. Μια α­πά­ντη­ση προ­σφέ­ρει ο ί­διος ο Χά­ρης, στο σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό, που έ­δω­σε στον Αδα­μά­ντιο Πα­πα­δή­μα για την αν­θο­λο­γία τού 1923, «Οι νέ­οι διη­γη­μα­το­γρά­φοι», στην ο­ποία συμ­με­τέ­χει και ο Άλκης Θρύ­λος. Κα­τα­θέ­τει ό­τι “πρω­το­φά­νη­κε” στον «Νου­μά», το 1919. Στην Ιστο­ρία Αργυ­ρίου, το πρώ­το δη­μο­σίευ­μα του Χά­ρη στον Νου­μά ε­ντο­πί­ζε­ται στις 26.9.1920. Κα­τά τα άλ­λα, ο ε­πι­με­λη­τής υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται, με τη γνω­στή του πει­στι­κή ρη­το­ρι­κή, τον πε­ζο­γρά­φο Πέ­τρο Χά­ρη και τον κρι­τι­κό Άλκη Θρύ­λο, δη­λώ­νο­ντας τον θαυ­μα­σμό του για τις δυο αυ­τές προ­σω­πι­κό­τη­τες των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των, που α­νή­κουν σε έ­να πα­λαιό και σχε­δόν ε­ξα­φα­νι­σμέ­νο εί­δος. Για να συμ­με­ρι­στεί ο α­να­γνώ­στης τις α­πό­ψεις του, θα πρέ­πει, ό­χι μό­νο να ε­μπι­στεύε­ται την α­ντι­κει­με­νι­κό­τη­τα των συ­νο­λι­κά 48 (α­θροί­ζο­ντας τους συ­νερ­γά­τες των δύο τό­μων) συγ­γρα­φέων των κει­μέ­νων, ό­λοι τους, σή­με­ρα, πλην δύο, αν δεν σφάλ­λου­με, α­πο­θα­νό­ντες, αλ­λά και να λο­γα­ριά­ζει, έ­στω και στο ε­λά­χι­στο, το γού­στο τους. Με ε­ξαί­ρε­ση πέ­ντε-έ­ξι ο­νό­μα­τα, πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι οι υ­πό­λοι­ποι έ­χουν πέ­σει στην α­φά­νεια μα­ζί με τους τι­μώ­με­νους. Ύστε­ρα, οι νεό­τε­ροι με­λε­τη­τές σπα­νίως δια­βά­ζουν κρι­τι­κές και ου­δέ­πο­τε γη­γε­νών και πα­λαιό­τε­ρων. Προ­τι­μούν τις θεω­ρίες και τους αλ­λο­δα­πούς.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου