Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

Πρακτικά βραβεύσεων

Κυ­ρια­κή Πε­τρά­κου
Διο­νύ­σης Ν। Μου­σμού­της
«Ο Στα­θά­τειος Δρα­μα­τι­κός Δια­γω­νι­σμός
της Εται­ρείας Ελλή­νων
Θε­α­τρι­κών Συγ­γρα­φέων»
Εκδό­σεις ERGO

Από τους πα­λαιό­τε­ρους λο­γο­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς έ­χουν μεί­νει τα πρα­κτι­κά τους. Αυ­τά πα­ρέ­χουν πλη­ρο­φο­ρίες για τα έρ­γα και τους συγ­γρα­φείς, ω­στό­σο, δεν σώ­ζουν τα κεί­με­να ού­τε τα α­να­λυ­τι­κά στοι­χεία των συγ­γρα­φέων. Πε­ρι­σώ­ζουν, ό­μως, πέ­ρα α­πό τα ο­νό­μα­τα των κρι­τών, τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα που α­να­πτύσ­σο­νταν και δια­τυ­πώ­νο­νταν στις εκ­θέ­σεις των κρι­τι­κών ε­πι­τρο­πών. Όπως πα­ρα­τη­ρούν στον πρό­λο­γο οι συγ­γρα­φείς του βι­βλίου, τα πρα­κτι­κά των λο­γο­τε­χνι­κών δια­γω­νι­σμών πα­ρου­σιά­ζουν, κυ­ρίως, τις τε­λι­κές κρί­σεις, οι ο­ποίες, συ­χνά, ξε­περ­νούν τα ό­ρια μιας α­πλής διεκ­πε­ραίω­σης. Φτά­νουν, κα­μιά φο­ρά, να συ­νι­στούν μι­κρά δο­κί­μια. Μπο­ρεί πολ­λά α­πό τα έρ­γα να λη­σμο­νή­θη­καν, κά­ποιοι α­πό τους συγ­γρα­φείς τους να πε­ριέ­πε­σαν σε α­φά­νεια, ω­στό­σο, α­πό τις κρί­σεις, γί­νο­νται α­ντι­λη­πτές οι ι­σχύου­σες τό­τε α­ξίες, οι νοο­τρο­πίες και τα ή­θη που ε­πι­κρα­τού­σαν. Οι πα­λαιό­τε­ροι έ­δι­ναν ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία στα πρα­κτι­κά των δια­γω­νι­σμών, κα­θώς πί­στευαν ό­τι α­πο­τε­λούν ση­μα­ντι­κά και α­να­ντι­κα­τά­στα­τα τεκ­μή­ρια για τη συγ­γρα­φή της Ιστο­ρίας των Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Γραμ­μά­των.
Σή­με­ρα, α­πό τους λο­γο­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς μέ­νουν, προ­σώ­ρας του­λά­χι­στον, τα έρ­γα και κυ­ρίως, οι συγ­γρα­φείς. Αντι­θέ­τως, τα ο­νό­μα­τα των κρι­τών με­τά βίας που α­να­φέ­ρο­νται. Στη δη­μο­σιο­γρα­φι­κή, μά­λι­στα, δη­μο­σίευ­ση των βρα­βεύ­σεων, τε­λευ­ταία, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, πα­ρα­λεί­πο­νται, δη­μιουρ­γώ­ντας, ε­νίο­τε, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι α­πο­σιω­πώ­νται. Όσο για τα πρα­κτι­κά, στα μεν ι­διω­τι­κά βρα­βεία δεν προ­βλέ­πο­νται, στα δε κρα­τι­κά, που η ύ­παρ­ξή τους ε­πι­βάλ­λε­ται α­πό τον ί­διο τον θε­σμό, δεν κρα­τού­νται στη διάρ­κεια των συ­νε­δριά­σεων αλ­λά εκ των υ­στέ­ρων και με­τά τις σχε­τι­κές δια­βου­λεύ­σεις. Διε­ξο­δι­κές, πά­ντως, εκ­θέ­σεις για το σκε­πτι­κό βρά­βευ­σης και α­πόρ­ρι­ψης των έρ­γων δεν ζη­τού­νται α­πό τους κρι­τές. Κα­τά τα άλ­λα, οι νεό­τε­ροι γραμ­μα­το­λό­γοι δια­τεί­νο­νται ό­τι η συγ­γρα­φή της Ιστο­ρίας των Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Γραμ­μά­των δεν εί­ναι έρ­γο ε­νός αν­θρώ­που. Δεν διευ­κρι­νί­ζουν, ω­στό­σο, συ­να­σπι­ζό­με­νοι σε ο­μά­δα, που θα στη­ρι­χτούν, πέ­ραν των ποι­κί­λων θεω­ριών, με τις ο­ποίες, ά­νευ τεκ­μη­ρίων, μό­νο χάρ­τι­νοι πύρ­γοι υ­ψώ­νο­νται.
Ο Στα­θά­τειος Δια­γω­νι­σμός, πα­ρό­λο που διε­νερ­γή­θη­κε ά­πα­ξ, α­πο­τε­λεί μια εν­δια­φέ­ρου­σα πε­ρί­πτω­ση, η ο­ποία προ­σφέ­ρε­ται και για πα­ραλ­λη­λι­σμούς με τους τρέ­χο­ντες λο­γο­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς. Την πρω­το­βου­λία του δια­γω­νι­σμού εί­χε ο Αντώ­νης Στα­θά­τος. Με ε­πι­στο­λή του προς τον πρό­ε­δρο της Εται­ρείας Ελλή­νων Θε­α­τρι­κών Συγ­γρα­φέων Μιλ­τιά­δη Λι­δω­ρί­κη, στις 3 Ιου­νίου 1930, προ­τεί­νει την ί­δρυ­ση δρα­μα­τι­κού δια­γω­νι­σμού α­νά διε­τία, τον ο­ποίο και δε­σμεύε­ται να χρη­μα­το­δο­τή­σει. Όπως φαί­νε­ται α­πό την ε­πι­στο­λή του, πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό τον ί­διο τον Λι­δω­ρί­κη, ο ο­ποίος, σε συ­νο­μι­λίες τους, εί­χε εκ­φρά­σει την ε­πι­θυ­μία να ε­νι­σχυ­θεί η ελ­λη­νι­κή θε­α­τρι­κή πα­ρα­γω­γή και να δο­θεί α­φορ­μή συγ­γρα­φής νέων θε­α­τρι­κών έρ­γων. Επί­σης, φαί­νε­ται ό­τι εί­χαν συμ­φω­νή­σει, ο δια­γω­νι­σμός να τε­θεί υ­πό την προ­στα­σία της Εται­ρείας και η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή να εί­ναι τρι­με­λής. Ο Λι­δω­ρί­κης εί­χε ε­πί­σης α­πο­δεχ­θεί να εί­ναι ο ει­ση­γη­τής της πρώ­της κρί­σεως και ε­κεί­νος, που θα ε­πέ­λε­γε τα άλ­λα δυο μέ­λη. Την ε­πο­μέ­νη, η Εται­ρεία, με ε­πι­στο­λή της, έ­σπευ­σε να α­πο­δεχ­θεί την προ­σφο­ρά. Ανα­κή­ρυ­ξε, μά­λι­στα, ε­πί­τι­μο μέ­λος της τον χο­ρη­γό. Εκ μέ­ρους του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λίου της Εται­ρείας υ­πο­γρά­φουν την ε­πι­στο­λή ο πρό­ε­δρος και δυο μέ­λη, ο Νι­κό­λα­ος Λά­σκα­ρης και ο πο­λύ νεό­τε­ρός τους, Κω­στής Βελ­μύ­ρας. Όπως φαί­νε­ται, και τό­τε, ό­πως και τώ­ρα, οι χο­ρη­γοί ή­ταν δυ­σεύ­ρε­τοι και η ε­ξα­σφά­λι­σή τους ε­ξαρ­τιό­ταν α­πό την δι­πλω­μα­τία του διευ­θύ­νο­ντος. Τε­λι­κά, ο­ρί­στη­καν τρία βρα­βεία, 20.000 δρχ. το πρώ­το και α­πό 6.000 δρχ. τα δυο δεύ­τε­ρα, ε­νώ προ­βλέ­πο­νταν και α­μοι­βές των με­λών της ε­πι­τρο­πής.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, οι συγ­γρα­φείς του τό­μου α­δι­κούν τον Αντώ­νη Στα­θά­το. Ανα­φέ­ρουν ό­τι ή­ταν σύ­ζυ­γος της συλ­λέκ­τριας Ελέ­νης Στα­θά­του, ό­τι ή­ταν προ­σκεί­με­νος στην Αυ­λή του βα­σι­λιά Γεωρ­γίου Β΄ και τέ­λος, ό­τι δεν εί­ναι γνω­στός για κά­ποιο προ­σω­πι­κό του ε­πί­τευγ­μα πλην του Στα­θά­τειου Δια­γω­νι­σμού. Προ­σθέ­τουν, βε­βαίως, ό­τι συ­νέ­βα­λε στην ί­δρυ­ση της ΕΛ­ΠΑ, συ­νο­δεύο­ντας το αρ­κτι­κό­λε­ξο με έ­να ε­ρω­τη­μα­τι­κό. Ωστό­σο, η Ελλη­νι­κή Λέ­σχη Πε­ριή­γη­σης και Αυ­το­κι­νή­του, που ί­δρυ­σαν, τον Οκτώ­βριο του 1924, ο κα­θη­γη­τής Ια­τρι­κής Βλα­δί­μη­ρος Μπέν­σης και ο Αντώ­νης Στα­θά­τος, μα­ζί με μια δρά­κα φί­λων του αυ­το­κι­νή­του και των τε­χνο­λο­γι­κών ε­ξε­λί­ξεων ε­κεί­νης της μα­κρι­νής ε­πο­χής, συ­νι­στά αρ­κού­ντως ση­μα­ντι­κό ε­πί­τευγ­μα. Το 1926, ο Στα­θά­τος α­νέ­λα­βε την προ­ε­δρία της Λέ­σχης, την ο­ποία και δια­τή­ρη­σε μέ­χρι το θά­να­τό του, το 1955. Τό­τε, το αυ­το­κί­νη­το ή­ταν το σπορ των τζέν­τλε­μαν και οι κύ­ριοι της υ­ψη­λής κοι­νω­νίας έ­τρε­χαν στους α­γώ­νες αυ­το­κι­νή­του με το ό­νο­μά τους και ό­χι κα­λυ­πτό­με­νοι πί­σω α­πό ψευ­δώ­νυ­μα, ό­πως ε­πι­κρά­τη­σε να γί­νε­ται στα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια. Πι­θα­νώς ο Στα­θά­τος να ή­ταν συ­νο­μή­λι­κος του ε­ξη­ντά­χρο­νου τό­τε Λι­δω­ρί­κη, ο ο­ποίος α­νή­κε στην ί­δια κοι­νω­νι­κή τά­ξη και δεν α­πο­κλείε­ται να ή­ταν μέ­λος της Λέ­σχης.
Σύμ­φω­να με την προ­κή­ρυ­ξη του δια­γω­νι­σμού, που δη­μο­σιεύ­τη­κε στον Τύ­πο την ε­πο­μέ­νη, δη­λα­δή στις 5 Ιου­νίου 1930, ο δια­γω­νι­σμός ή­ταν α­νοι­κτός σε ό­λους και τα υ­πο­βαλ­λό­με­να έρ­γα ο­ρί­ζο­νταν να εί­ναι του­λά­χι­στον τρί­πρα­κτα δρά­μα­τα ή κω­μω­δίες, χω­ρίς πε­ριο­ρι­σμό στη γλώσ­σα. Αντί του ο­νό­μα­τος του συγ­γρα­φέα, στο ε­ξώ­φυλ­λο, δί­πλα στον τίτ­λο, θα έ­πρε­πε να α­να­γρά­φε­ται έ­να ρη­τό και να πα­ρα­δί­δε­ται μα­ζί με έ­ναν δεύ­τε­ρο κλει­στό φά­κε­λο, ο ο­ποίος να α­να­γρά­φει α­πέ­ξω το ί­διο ρη­τό. Με την α­πο­σφρά­γι­ση αυ­τού του δεύ­τε­ρου φα­κέ­λου θα α­πο­κα­λυ­πτό­ταν το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα. Δυ­στυ­χώς, ό­μως, για την Ιστο­ρία της λο­γο­τε­χνίας, μό­νο οι φά­κε­λοι των τριών βρα­βευ­μέ­νων έρ­γων προ­βλε­πό­ταν να α­νοί­γο­νται. Δεν διευ­κρι­νί­ζε­ται α­πό τους με­λε­τη­τές η τύ­χη αυ­τών των σφρα­γι­σμέ­νων φα­κέ­λων. Συ­νο­λι­κά υ­πο­βλή­θη­καν 90 έρ­γα, α­πό τα ο­ποία, πέ­ντε α­πο­κλεί­στη­καν, δώ­δε­κα κρί­θη­καν ά­ξια προ­σο­χής, εί­κο­σι συ­ζη­τή­θη­καν ε­κτε­νέ­στε­ρα ως έ­χο­ντα ση­μα­ντι­κές α­ρε­τές, ε­νώ δέ­κα πέ­ντε ή­ταν “τα δια­φι­λο­νει­κή­σα­ντα τα βρα­βεία”. Με ση­με­ρι­νούς ό­ρους, αυ­τά α­πο­τε­λού­σαν την “short list”, που η α­να­κοί­νω­σή της στην αλ­λο­δα­πή προ­η­γεί­ται των βρα­βεύ­σεων. Στα ελ­λη­νι­κά α­πο­δό­θη­κε ως “βρα­χύς κα­τά­λο­γος” και α­σμέ­νως υιο­θε­τή­θη­κε, αρ­χι­κά α­πό τα ι­διω­τι­κά βρα­βεία και με­τά α­πό τα κρα­τι­κά. Στό­χος αυ­τής της εν­διά­με­σης πρό­κρι­σης εί­ναι η προώ­θη­ση ε­νός με­γα­λύ­τε­ρου α­ριθ­μού έρ­γων. Αγνοώ­ντας ή πα­ρα­βλέ­πο­ντας αυ­τό το σκε­πτι­κό, στα κρα­τι­κά βρα­βεία ε­φαρ­μό­στη­κε μεν ο “βρα­χύς κα­τά­λο­γος” αλ­λά α­να­κοι­νώ­νε­ται ταυ­τό­χρο­να με τις βρα­βεύ­σεις, α­ναι­ρώ­ντας την ό­ποια σκο­πι­μό­τη­τά του.
Στον Στα­θά­τειο Δια­γω­νι­σμό δεν εί­ναι γνω­στά τα ο­νό­μα­τα των συμ­με­τε­χό­ντων συγ­γρα­φέων, ε­κτός α­πό ε­κεί­να των τριών βρα­βευ­μέ­νων και α­πό τους α­πορ­ρι­φθέ­ντες, ε­κεί­νων που δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν, κα­θώς και δυο-τριών, που το υ­πο­βαλ­λό­με­νο έρ­γο τους παί­χτη­κε. Ωστό­σο, δια­σώ­θη­καν ό­χι μό­νο οι τε­λι­κές κρί­σεις αλ­λά και οι αρ­χι­κές και κά­ποιες συ­μπλη­ρω­μα­τι­κές, α­πο­κα­λύ­πτο­ντας κρι­τή­ρια και η­θι­κούς πε­ριο­ρι­σμούς. Οι κρι­τές δί­νουν πε­ρι­γρα­φή της υ­πό­θε­σης, το χρο­νι­κό της στίγ­μα, δη­λα­δή αν πρό­κει­ται για ι­στο­ρι­κό ή σύγ­χρο­νο έρ­γο, ε­πί­σης, προσ­διο­ρί­ζουν τη γλώσ­σα που εί­ναι γραμ­μέ­νο, την πη­γή έ­μπνευ­σης, αν α­κο­λου­θεί την λό­για ή την λαϊκή πα­ρά­δο­ση ή αν έ­χει ξέ­νες ε­πι­δρά­σεις, και τέ­λος, κα­τά πό­σο μπο­ρεί να παι­χτεί, με βά­ση την τολ­μη­ρό­τη­τά του.
Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν δύο έρ­γα, που πα­ρα­με­ρί­στη­καν ως τολ­μη­ρά. Το έ­να εί­ναι «Οι Λυ­τρω­μοί», που πα­ρα­μέ­νει α­γνώ­στου συγ­γρα­φέα. Η Επι­τρο­πή α­να­γνω­ρί­ζει την μορ­φι­κή πρω­το­τυ­πία του, κρί­νει ό­τι εί­ναι εκ των α­ρί­στων, αλ­λά θεω­ρεί ό­τι, σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, εί­ναι τό­σο τολ­μη­ρό, που εί­ναι α­δύ­να­το να παιχ­θεί, χω­ρίς να ε­ξε­γερ­θεί το κοι­νό. Το άλ­λο έρ­γο εί­ναι το «Ενώ το πλοίο τα­ξι­δεύει» της Γα­λά­τειας Κα­ζα­ντζά­κη, που προ­κά­λε­σε τον με­γα­λύ­τε­ρο θό­ρυ­βο και τε­λι­κά, α­νέ­βη­κε στο Εθνι­κό Θέ­α­τρο α­ντί του βρα­βευ­μέ­νου.
Εκτός, ό­μως, α­πό τις κρί­σεις, ως συ­νο­δευ­τι­κό τεκ­μή­ριο, υ­πάρ­χουν οι ε­πι­στο­λές, που α­ντάλ­λα­ξαν τα μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Σή­με­ρα, ό­χι μό­νο δεν έ­χου­με πρα­κτι­κά και κρί­σεις, αλ­λά ού­τε καν αλ­λη­λο­γρα­φία. Οι συ­ζη­τή­σεις γί­νο­νται κε­κλει­σμέ­νων των θυ­ρών, με τις διαρ­ρέ­ου­σες φή­μες να τρο­φο­δο­τούν τον Τύ­πο. Αν πρό­κει­ται για τα ι­διω­τι­κά βρα­βεία και για κρι­τές, που δια­τη­ρούν κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις, οι συ­ζη­τή­σεις γί­νο­νται εν κρυ­πτώ, που ση­μαί­νει κυ­ρίως τη­λε­φω­νι­κώς, για­τί, θεω­ρη­τι­κά, α­πα­γο­ρεύο­νται οι συ­νεν­νοή­σεις. Φη­μο­λο­γεί­ται, ω­στό­σο, ό­τι κά­ποιες τε­λι­κές ζυ­μώ­σεις λαμ­βά­νουν χώ­ρα σε τα­βέρ­νες, ό­που με­ζέ­δες με­τά ο­λί­γου οί­νου βο­η­θούν την λή­ψη δύ­σκο­λων α­πο­φά­σεων.
Στον Στα­θά­τειο Δια­γω­νι­σμό, α­πό ό­σα ο­νό­μα­τα έ­γι­ναν γνω­στά, οι συμ­με­τα­σχό­ντες ή­ταν πά­νω α­πό σα­ρά­ντα ε­τών, με ε­ξαί­ρε­ση τον υιό Λι­δω­ρί­κη, τον Αλέ­κο, τό­τε 22 ε­τών, που πι­θα­νο­λο­γεί­ται ως συγ­γρα­φέ­ας ε­νός α­πό τα α­πορ­ρι­φθέ­ντα ως έρ­γο “νε­α­νι­κό και παι­διά­τι­κο”, και τον βρα­βευ­θέ­ντα με έ­να α­πό τα δύο δεύ­τε­ρα βρα­βεία, Δη­μή­τρη Ιωαν­νό­που­λο, τό­τε 26 ε­τών. Ο βρα­βευ­θείς Άγγε­λος Ση­μη­ριώ­της ή­ταν ή­δη ε­ξη­ντά­ρης και ο ε­πι­κρα­τέ­στε­ρος ε­πι­λα­χών Θεό­δω­ρος Συ­να­δι­νός, 52. Στα 56, ο Ηλίας Βου­τιε­ρί­δης, που συμ­με­τεί­χε με δυο έρ­γα, κα­θώς κά­τι τέ­τοιο δεν α­πα­γο­ρευό­ταν, ό­που αμ­φό­τε­ρα πε­ριε­λή­φθη­σαν στον “βρα­χύ κα­τά­λο­γο”. Λί­γο νεό­τε­ροι οι δυο που δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν με τον πα­ρα­γκω­νι­σμό τους, 43 ο Φώ­τος Γιο­φύλ­λης, και 49 η Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη. Τό­τε, α­κό­μη, ε­πι­κρα­τού­σε η γε­ρο­ντο­κρα­τία. Σή­με­ρα, πα­ρου­σιά­ζε­ται η α­ντί­θε­τη τά­ση. Και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις, το ζή­τη­μα εί­ναι ό­τι η μια ο­μά­δα προω­θεί­ται δια του α­πο­κλει­σμού της άλ­λης. Με βά­ση, πά­ντως, τις η­λι­κίες, γεν­νά­ται το ε­ρώ­τη­μα, πώς και έ­δει­ρε ο Ση­μη­ριώ­της τον Γιο­φύλ­λη, ό­ταν ε­κεί­νος δυ­σφή­μη­σε τη βρά­βευ­σή του με δη­μο­σίευ­μα σε ε­φη­με­ρί­δα. Αγνοού­με, ό­μως, τη σω­μα­τι­κή διά­πλα­ση των δυο αν­δρών. Σή­με­ρα, οι ξυ­λο­δαρ­μοί ευ­τυ­χώς α­πο­φεύ­γο­νται.
Άξιο πα­ρα­τή­ρη­σης, ό­μως, εί­ναι ό­τι, ε­νώ τις κα­λές συ­νή­θεις των πα­λαιό­τε­ρων, ό­πως τα πρα­κτι­κά, δεν τις υιο­θε­τού­με, α­σπα­ζό­μα­στε τις κα­τα­δι­κα­στέες. Έχου­με και λέ­με. Πα­ρά τους σφρα­γι­σμέ­νους φα­κέ­λους με τα ο­νό­μα­τα των συγ­γρα­φέων, οι κρι­τές κα­τη­γο­ρή­θη­καν ό­τι στις α­πο­φά­σεις τους ε­πη­ρεά­στη­καν α­πό φι­λίες και ι­διο­τέ­λειες, και ε­πι­προ­σθέ­τως, ό­τι έ­γι­ναν συ­νεν­νοή­σεις και πα­ζα­ρέ­μα­τα. Σή­με­ρα, α­ντί­στοι­χα, σφρα­γί­ζουν φα­κέ­λους, μέ­χρι και σε συμ­βο­λαιο­γρά­φους κα­τα­φεύ­γουν, πα­ρό­μοιες, ό­μως, κα­τη­γο­ρίες δεν τις γλι­τώ­νουν. Κα­τά πό­σο, τό­τε και τώ­ρα, α­λη­θεύουν, μέ­νει α­να­πό­δει­κτο. Τό­τε, τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα διέρ­ρευ­σαν στον Τύ­πο μια μέ­ρα πριν την ε­πί­ση­μη α­να­κοί­νω­σή τους. Πι­θα­νώς, υ­πήρ­χαν και τό­τε δαι­μό­νιοι δη­μο­σιο­γρά­φοι. Την 8η Μαρ­τίου 1931 έ­γι­νε η πα­ρου­σία­ση των α­πο­τε­λε­σμά­των στο θέ­α­τρο Κε­ντρι­κόν, με α­στυ­νο­μι­κή προ­στα­σία, ι­διαί­τε­ρα για έ­ναν των κρι­τών, τον Ξε­νό­που­λο. Όπως γί­νε­ται και σή­με­ρα, πί­στευαν ό­τι τα βρα­βεία έ­νας τα έ­δι­νε.
Εδώ, ό­μως, ση­μειώ­νε­ται δια­φο­ρο­ποίη­ση του τό­τε με το τώ­ρα. Ο Ξε­νό­που­λος διά­βα­ζε ό­λα τα έρ­γα. Το ι­σχυ­ρί­ζε­ται στις ε­πι­στο­λές του προς Λι­δω­ρί­κη, αλ­λά το α­πο­δει­κνύει και με τις διε­ξο­δι­κές κρί­σεις του. Οι άλ­λοι δυο κρι­τές ή­ταν ο Λι­δω­ρί­κης και ο Τί­μος Μω­ραϊτί­νης, που τού βγή­κε το ό­νο­μα, ό­πως γί­νε­ται και σή­με­ρα για ο­ρι­σμέ­νους, ό­τι τα ξε­πέ­τα­γε. Όπως και να έ­χει, η ε­πι­μο­νή του Ξε­νό­που­λου στη βρά­βευ­ση του Ση­μη­ριώ­τη έ­να­ντι του Συ­να­δι­νού, η α­πόρ­ρι­ψη του έρ­γου του Γιο­φύλ­λη στην κα­τη­γο­ρία των ά­ξιων προ­σο­χής και η μη βρά­βευ­ση του έρ­γου της Κα­ζα­ντζά­κη, καί­τοι κρί­θη­κε ως α­νώ­τε­ρο ό­λων, με το δι­καιο­λο­γη­τι­κό ό­τι εί­ναι α­κα­τάλ­λη­λο για ελ­λη­νι­κή σκη­νή ως έρ­γο της α­βάν γκαρ­ντ, δυ­σφή­μι­σαν τον Στα­θά­τειο Δια­γω­νι­σμό. Σε α­ντί­θε­ση, ό­μως, με σή­με­ρα, που έ­νας δια­γω­νι­σμός μπο­ρεί μεν να μην χαί­ρει ου­δε­μίας υ­πό­λη­ψης αλ­λά να μα­κρο­η­με­ρεύει, και δη χω­ρίς την πα­ρα­μι­κρή βελ­τίω­ση, ο Στα­θά­τειος δεν ε­πα­να­λή­φθη­κε.
Βρα­χύ­βιοι δια­γω­νι­σμοί ό­πως ο Στα­θά­τειος, γί­νο­νται και σή­με­ρα, α­φή­νο­ντας με­τά βίας κά­ποιο ι­σχνό ί­χνος τον Τύ­πο. Ενώ, για τον Στα­θά­τειο έ­χου­με έ­να βι­βλίο, το ο­ποίο, με κα­λύ­τε­ρη δο­μή (χω­ρι­σμό σε κε­φά­λαια, δη­μιουρ­γία ε­πι­μέ­ρους ε­νο­τή­των) και εν­δε­λε­χέ­στε­ρη έ­ρευ­να σχε­τι­κά με τα μνη­μο­νευό­με­να έρ­γα, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί ση­μα­ντι­κή συμ­βο­λή. Επι­προ­σθέ­τως, υ­πάρ­χουν δη­μο­σιευ­μέ­νες στα «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα» οι ε­πι­στο­λές Ξε­νό­που­λου προς Λι­δω­ρί­κη. Σε αυ­τά τα τεκ­μή­ρια, θα πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γι­στεί η ε­κτε­νής πα­ρου­σία­ση του βρα­βευ­μέ­νου θε­α­τρι­κού του Ση­μη­ριώ­τη, «Ο Αντι­φω­νη­τής μί­λη­σε...», στο δί­το­μο έρ­γο, «Τα ποιή­μα­τα 1893-1943», που ε­τοί­μα­σαν και ε­ξέ­δω­σαν, προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας, η Έλσα Λια­ρο­πού­λου και ο Γιάν­νης Πα­τί­λης. Κα­θώς ε­φέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 140 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Ση­μη­ριώ­τη, α­ξί­ζει να ξα­να­δια­βά­σου­με την ποίη­σή του. Επί­σης, με βά­ση την πρό­σφα­τη με­λέ­τη του Λέ­ο­ντα Ναρ για τον Γιω­σέφ Ελι­γιά, τεκ­μαί­ρε­ται ό­τι η συ­νο­μι­λία Ελι­γιά- Ξε­νό­που­λου, σχε­τι­κά με έ­να υ­πο­ψή­φιο έρ­γο ε­βραϊκής υ­πό­θε­σης, την ο­ποία α­να­φέ­ρει ο Ξε­νό­που­λος σε ε­πι­στο­λή του προς τον Λι­δω­ρί­κη, θα πρέ­πει να έ­γι­νε πριν την α­να­χώ­ρη­ση του Ελι­γιά για το Κιλ­κίς, Σε­πτέμ­βριο 1930, ό­που α­νέ­λα­βε χρέη κα­θη­γη­τή γαλ­λι­κών. Το α­να­φέ­ρου­με, για­τί δεί­χνει το πό­σο νω­ρίς ο Ξε­νό­που­λος άρ­χι­σε ό­χι μό­νο να δια­βά­ζει τα υ­πο­ψή­φια έρ­γα αλ­λά και να τα με­λε­τά­ει λε­πτο­με­ρώς. Άρα­γε, υ­πήρ­ξε κρι­τής κά­ποιας κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, τα τε­λευ­ταία, ας πού­με, τριά­ντα χρό­νια, που να έ­δω­σε α­ντί­στοι­χη βα­ρύ­τη­τα στο έρ­γο της ε­πι­λο­γής και βρά­βευ­σης; Για­τί να μην υ­πάρ­ξει σε κά­ποιο α­πό τα ι­διω­τι­κά βρα­βεία ή και στα κρα­τι­κά μια ε­πι­τρο­πή, ό­που τα μέ­λη της να δια­βά­ζουν ό­λα τα υ­πο­ψή­φια βι­βλία και να συ­ντάσ­σουν έκ­θε­ση για κα­θέ­να α­πό αυ­τά;
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στις 13 Ιουνίου 2010

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Μια υποδειγματική μονογραφία

Μα­ρί-Πωλ Μασ­σό­ν-Βεν­κού­ρ
«Ο Παύ­λος Καλ­λι­γάς
(1814-1896) και η ί­δρυ­ση
του ελ­λη­νι­κού κρά­τους»
Με­τά­φρα­ση: Άρης Αλε­ξά­κης,
Αγγ. Πα­πα­δο­πού­λου,

Κ. Τσι­νά­ρης
Εκδό­σεις Μ.Ι.Ε.Τ.

Αθή­να, 2009

Στη σει­ρά «Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Προ­σω­πο­γρα­φία» του ΜΙΕ­Τ, τον Δε­κέμ­βριο του 2009, προ­στέ­θη­κε ο 16ος τό­μος για τον Παύ­λο Καλ­λι­γά, 23 χρό­νια με­τά τον 6ο τό­μο για τον Κων­στα­ντί­νο Πα­παρ­ρη­γό­που­λο. Δυο κο­ρυ­φαίες προ­σω­πι­κό­τη­τες του 19ου αιώ­να, που γεν­νή­θη­καν, α­ντι­στοί­χως, στην Σμύρ­νη και την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, στο μέ­σο της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας, σε α­πό­στα­ση ο­λί­γων μη­νών, και α­πε­βίω­σαν ε­ντός της τε­λευ­ταίας δε­κα­ε­τίας. Την βιο­γρα­φία του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου την συ­ντάσ­σει ο Κ. Θ. Δη­μα­ράς, που στά­θη­κε ο ε­μπνευ­στής και αυ­τής του Καλ­λι­γά. Το 1986, ο Δη­μα­ράς, στον πρό­λο­γό του, δια­πι­στώ­νει ό­τι μας λεί­πουν ο­λό­τε­λα οι βιο­γρα­φίες. Κι αυ­τό, για­τί το εί­δος έ­χει πε­ρι­πέ­σει σε α­νυ­πο­λη­ψία στην “φω­τι­σμέ­νη Ευ­ρώ­πη”, που ζη­τά στον συλ­λο­γι­κό πα­ρά­γο­ντα και ό­χι πλέ­ον στον α­το­μι­κό, ό­πως πα­λαιό­τε­ρα, τον κι­νη­τή­ριο μο­χλό της Ιστο­ρίας. Θυ­μί­ζει, ω­στό­σο, ό­τι η Δύ­ση, ε­πί αιώ­νες καλ­λιέρ­γη­σε γό­νι­μα τη βιο­γρα­φία, ώ­στε να δια­θέ­τει πλού­σιο α­πό­θε­μα πλη­ρο­φο­ριών για τα ά­το­μα, ως α­πα­ραί­τη­τη υ­πο­δο­μή για την νέα ι­στο­ρι­κή θεώ­ρη­ση. Ας γνω­ρί­σου­με τα ά­το­μα, πα­ρο­τρύ­νει, και μα­κά­ρι κα­τό­πιν να τα ξε­πε­ρά­σου­με.
Ένα τέ­ταρ­το του αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, το εί­δος της βιο­γρα­φίας πρω­τεύει σε με­τα­φρά­σεις λό­γω του με­γά­λου α­να­γνω­στι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος που προ­κα­λεί, κα­τ’ α­ντα­νά­κλα­ση του α­ντί­στοι­χου εν­δια­φέ­ρο­ντος στην Δύ­ση. Βιο­γρα­φίες, ό­μως, προ­σώ­πων του ελ­λη­νι­κού κό­σμου ε­ξα­κο­λου­θούν να σπα­νί­ζουν. Βε­βαίως, η κα­τά­στα­ση εί­ναι λί­γο κα­λύ­τε­ρη, α­πό ε­κεί­νη που πε­ρι­γρά­φει ο Δη­μα­ράς, κι αυ­τό, εν μέ­ρει, ο­φεί­λε­ται και στις δι­κές του πα­ρο­τρύν­σεις. Η μο­νο­γρα­φία για τον Παύ­λο Καλ­λι­γά ξε­κί­νη­σε με προ­τρο­πή του, το 1978, και α­πο­τέ­λε­σε το δι­δα­κτο­ρι­κό της ελ­λη­νί­στριας Μα­ρί-Πωλ Μασ­σόν, το ο­ποίο ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε εν­νέα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και με­τά άλ­λα δέ­κα χρό­νια, το 1997, εκ­δό­θη­κε στη Γαλ­λία. Η με­τά­φρα­ση στα ελ­λη­νι­κά ξε­κί­νη­σε το 1994 και η έκ­δο­ση σχε­δια­ζό­ταν για την ε­πέ­τειο των 100 χρό­νων α­πό το θά­να­το του Καλ­λι­γά, στις 16 Σε­πτεμ­βρίου 1896. Τε­λι­κά, η σκυ­τά­λη του με­τα­φρα­στι­κού α­γώ­να πέ­ρα­σε α­πό τρία χέ­ρια. Με­σο­λά­βη­σαν οι θά­να­τοι των δυο με­τα­φρα­στών, πριν ο­λο­κλη­ρω­θεί, με κα­θο­ρι­στι­κή τη συμ­βο­λή του τε­λευ­ταίου με­τα­φρα­στή, Άρη Αλε­ξά­κη, που πέ­θα­νε το 2008, χω­ρίς να δει εκ­δο­μέ­νο το έρ­γο. Πά­ντως, προ­σφέ­ρε­ται για με­λέ­τη α­πό ι­στο­ρι­κούς και φι­λο­λό­γους μέ­χρι τον ε­ορ­τα­σμό της ε­πε­τείου των 200 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­ση του Καλ­λι­γά, στις 20 Σε­πτεμ­βρίου 1814.
Ο Δη­μα­ράς διευ­κρι­νί­ζει ό­τι η μο­νο­γρα­φία για τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο δεν α­πευ­θύ­νε­ται σε ό­σους α­γνοούν ή γνω­ρί­ζουν α­νε­παρ­κώς το πρό­σω­πο, αλ­λά σε ε­κεί­νους που το γνω­ρί­ζουν ή­δη και ε­πι­θυ­μούν να ε­ντρυ­φή­σουν πε­ραι­τέ­ρω, συ­νο­μι­λώ­ντας μα­ζί του. Αντι­θέ­τως, η μο­νο­γρα­φία Καλ­λι­γά, υ­περ­βαί­νου­σα κα­τά 300 σε­λί­δες ε­κεί­νη του Δη­μα­ρά, εί­ναι ε­ξαν­τλη­τι­κή σε πλη­ρο­φο­ρίες γύ­ρω α­πό το ε­κά­στο­τε ι­στο­ρι­κό πλαί­σιο και τα ε­μπλε­κό­με­να πρό­σω­πα, κα­λύ­πτο­ντας τις α­νά­γκες ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου α­να­γνω­στι­κού κοι­νού. Αυ­τό, πι­θα­νώς, ο­φεί­λε­ται στην η­λι­κία, που εί­χαν οι βιο­γρά­φοι κα­τά τη συγ­γρα­φή, και κυ­ρίως στους στό­χους τους. Άλλες οι στο­χεύ­σεις μιας δια­τρι­βής κι άλ­λες μιας με­λέ­της, που γί­νε­ται σε η­λι­κία “ώ­ρι­μου γή­ρα­τος”. Όπως και να έ­χει, η μο­νο­γρα­φία της Μασ­σόν εί­ναι συ­στη­μα­τι­κή ως προς την ε­ρευ­νη­τι­κή υ­πο­δο­μή και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, ως προς την πα­ρου­σία­ση. Χω­ρί­ζε­ται σε τέσ­σε­ρα μέ­ρη, με­τά προ­λό­γου και ε­πι­λό­γου. Το πρώ­το κα­λύ­πτει τα παι­δι­κά χρό­νια του Καλ­λι­γά και ε­κεί­να των σπου­δών του. Το δεύ­τε­ρο πα­ρα­κο­λου­θεί τη στα­διο­δρο­μία του α­πό 23 ε­τών, που ε­γκα­θί­στα­ται στην Αθή­να, μέ­χρι τα 40. Πα­ρεμ­βάλ­λε­ται έ­να τρί­το μέ­ρος, συ­ντο­μό­τε­ρο των άλ­λων, που κα­λύ­πτει μό­λις μια διε­τία, πο­λύ ση­μα­ντι­κή, ό­μως, α­φού α­να­φέ­ρε­ται στη συγ­γρα­φή του μο­να­δι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Καλ­λι­γά, του «Θά­νου Βλέ­κα». Τέ­λος, το τέ­ταρ­το μέ­ρος κα­λύ­πτει τα ε­πό­με­να 40 χρό­νια του βίου του, τιτ­λο­φο­ρού­με­νο «Η κα­τα­ξίω­ση». Του κυ­ρίως σώ­μα­τος της με­λέ­της προ­τάσ­σε­ται α­να­λυ­τι­κό χρο­νο­λό­γιο και έ­πε­ται ερ­γο­γρα­φία Καλ­λι­γά και γε­νι­κό­τε­ρη βι­βλιο­γρα­φία.
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των νε­α­νι­κών χρό­νων του Καλ­λι­γά εί­ναι οι συ­νε­χείς με­τα­το­πί­σεις. Ο πα­τέ­ρας του κα­τα­γό­ταν α­πό τα Καλ­λι­γά­τα Κε­φα­λο­νιάς και ο­νο­μα­ζό­ταν Πα­να­γής Άννι­νος ή Πα­να­γής Καλ­λι­γάς-Άννι­νος. Πι­θα­νο­λο­γεί­ται ό­τι η ε­μπλο­κή της οι­κο­γέ­νειάς του στους ξε­ση­κω­μούς των Λη­ξου­ριω­τών ε­να­ντίον των ξέ­νων αρ­χών, Γάλ­λων και με­τά Ρώ­σων, συ­νέ­βα­λε στη φυ­γή του α­πό το νη­σί και την αλ­λα­γή του ε­πι­θέ­του του. Όπως και να έ­χει, το 1810, ή­ταν 36 ε­τών και εί­χε ε­γκα­τα­στα­θεί στη Σμύρ­νη. Τό­τε, αρ­ρα­βω­νιά­στη­κε την δε­κα­τε­τρά­χρο­νη Σο­φία Μαυ­ρο­γορ­δά­του, που, πέ­ραν του νε­α­ρού της η­λι­κίας της, ή­ταν και μια πο­λύ­φερ­νη νύ­φη. Απέ­κτη­σαν δυο παι­διά, την Μα­ρία και τον Παύ­λο, και μια διώ­ρο­φη πο­λυ­τε­λή κα­τοι­κία στον πα­ρα­κεί­με­νο ε­ξο­χι­κό συ­νοι­κι­σμό του Μπουρ­νό­βα. Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι ο Πα­να­γής Καλ­λι­γάς χρειά­στη­κε, για δεύ­τε­ρη φο­ρά, να ε­γκα­τα­λεί­ψει το σπί­τι του και τη Σμύρ­νη, πι­θα­νο­λο­γεί­ται λό­γω α­νά­μι­ξής του σε ε­νέρ­γειες ε­να­ντίον των Οθω­μα­νι­κών Αρχών. Αυ­τή τη φο­ρά, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Τερ­γέ­στη, ό­που και πέ­θα­νε, στις 18 Ια­νουα­ρίου 1832.
Από την πλευ­ρά του, ο Παύ­λος Καλ­λι­γάς γρά­φτη­κε μεν, μό­λις τε­τρα­ε­τής, στην Ευαγ­γε­λι­κή Σχο­λή Σμύρ­νης, αλ­λά έ­μελ­λε να σπου­δά­σει στη Δύ­ση και να θεω­ρεί ε­αυ­τόν Έλλη­να της Τερ­γέ­στης. Ανθη­ρή η ε­κεί ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα, διέ­θε­τε και ελ­λη­νι­κό σχο­λείο. Ωστό­σο, ο Πα­να­γής Καλ­λι­γάς προ­τί­μη­σε να στεί­λει τον γιο του στο Φλαγ­γι­νια­νό Γυ­μνά­σιο της Βε­νε­τίας. Ση­μα­ντι­κό εκ­παι­δευ­τή­ριο α­πό την ί­δρυ­σή του τον 17ο αιώ­να, εί­χε κλεί­σει το 1797 με την κα­τά­λυ­ση της Βε­νε­τι­κής Δη­μο­κρα­τίας α­πό τους Γάλ­λους και μό­λις το 1823, ε­πα­να­λει­τούρ­γη­σε και πά­λι ως έ­να ελ­λη­νι­κό σχο­λείο. Ο Παύ­λος έ­μει­νε μό­νο δυο χρό­νια στη Βε­νε­τία, με­τά ε­στά­λη στο Κο­λέ­γιο Έγερ της Γε­νεύης, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας ο­ρι­στι­κά την ελ­λη­νι­κή εκ­παί­δευ­ση. Όπως φαί­νε­ται, ο Πα­να­γής Καλ­λι­γάς δεν το ε­πέ­λε­ξε για να του προ­σφέ­ρει γαλ­λό­φω­νη και προ­τε­στα­ντι­κή παι­δεία - για έ­μπο­ρο, άλ­λω­στε, τον προό­ρι­ζε - αλ­λά για το κλί­μα της Ελβε­τίας, λό­γω της ευαί­σθη­της κρά­σης του. Με­τά το θά­να­το του πα­τέ­ρα του, ο Παύ­λος στρά­φη­κε στην γερ­μα­νι­κή παι­δεία, α­κο­λου­θώ­ντας τις δι­κές του προ­τι­μή­σεις. Σπού­δα­σε νο­μι­κά, δια­δο­χι­κά, σε Μό­να­χο, Βε­ρο­λί­νο και Χαϊδελ­βέρ­γη. Ρω­μαϊκό Δί­καιο δι­δά­χτη­κε α­πό τον πρω­το­πό­ρο γερ­μα­νό νο­μο­μα­θή Φρή­ντριχ Καρλ φον Σα­βι­νιύ, ι­δρυ­τή της “ι­στο­ρι­κής σχο­λής” του Δι­καίου, που υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι το πνεύ­μα του Δι­καίου πρέ­πει να ερ­μη­νεύε­ται με βά­ση τις ι­στο­ρι­κές πη­γές. Πά­νω σε αυ­τό το θέ­μα πα­ρου­σία­σε το δι­δα­κτο­ρι­κό του στην Χαϊδελ­βέρ­γη, που στά­θη­κε το πρώ­το βή­μα για την πε­ντά­το­μη πραγ­μα­τεία του Ρω­μαϊκού Δι­καίου, την ο­ποία ε­ξέ­δω­σε α­πό το 1848 μέ­χρι το 1866.
Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον έ­χει έ­να πα­ρέμ­βλη­το κε­φά­λαιο, στο ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζε­ται η δια­σω­θεί­σα βι­βλιο­θή­κη του Καλ­λι­γά. Με σχε­δια­γράμ­μα­τα και στα­τι­στι­κές α­να­λύ­σεις δί­νε­ται μια ευ­κρι­νής ι­δέα για τις α­να­γνώ­σεις του. Η ει­κό­να συ­μπλη­ρώ­νε­ται α­πό έ­να δια­σω­θέν ση­μειω­μα­τά­ριό του. Ακο­λου­θεί πο­σο­τι­κή και θε­μα­τι­κή α­νά­λυ­ση του συ­νο­λι­κού του έρ­γου, που φτά­νει τους 72 τίτ­λους. Όπως φαί­νε­ται, ο με­γα­λύ­τε­ρος α­ριθ­μός των σε­λί­δων εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νες στο Βυ­ζά­ντιο και συ­γκε­κρι­μέ­να, στην ε­φαρ­μο­γή ε­κεί του Ρω­μαϊκού Δι­καίου. Στο χώ­ρο του Βυ­ζα­ντίου και στην αυ­στη­ρή κρι­τι­κή του για τη βυ­ζα­ντι­νή κοι­νω­νία ε­ντο­πί­ζε­ται και η α­ντι­δι­κία του με τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο, που, αρ­χι­κά, εκ­φρά­στη­κε σε ο­ξείς τό­νους α­πό την πλευ­ρά του Καλ­λι­γά. Χά­ρις, ό­μως, στην με­τροέ­πεια του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου, οι τό­νοι κα­τέ­βη­καν στο ε­πί­πε­δο μιας θεω­ρη­τι­κής δια­φω­νίας, ό­πως ση­μειώ­νει ο Δη­μα­ράς.
Ως έ­νας έ­μπει­ρος “ξε­νό­φερ­τος” έ­φτα­σε ο Καλ­λι­γάς, το 1837, στο Ναύ­πλιο. Εκεί κα­τοι­κού­σε η α­δελ­φή του, Μα­ρία, σύ­ζυ­γος πλέ­ον του για­τρού Νι­κό­λα­ου Κω­στή, και η μη­τέ­ρα του. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Αθή­να, ό­που προ­σπά­θη­σε να συν­δυά­σει τη νο­μι­κή με την πα­νε­πι­στη­μια­κή στα­διο­δρο­μία. Και το κα­τόρ­θω­σε. Ήδη, το 1842, διο­ρί­στη­κε πρώ­τος πρό­ε­δρος στον Άρειο Πά­γο και το ε­πό­με­νο έ­τος, κα­θη­γη­τής Ρω­μαϊκού Δι­καίου. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, τον α­πέ­λυ­σε ο Κω­λέτ­της, ε­πει­δή αρ­νή­θη­κε να υ­πο­στη­ρί­ξει τον δι­κό του υ­πο­ψή­φιο για την εκ­προ­σώ­πη­ση του πα­νε­πι­στη­μίου στο κοι­νο­βού­λιο. Επα­να­διο­ρί­στη­κε στα κα­το­πι­νά χρό­νια και το 1865, α­να­γο­ρεύ­θη­κε τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής. Συ­νο­λι­κά, χρη­μά­τι­σε κα­θη­γη­τής του Ρω­μαϊκού Δι­καίου για πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τριά­ντα χρό­νια. Πα­ρό­μοιες βρα­χυ­χρό­νιες θη­τείες, που α­κο­λου­θού­σαν τα πο­λι­τι­κά σκα­μπα­νε­βά­σμα­τα, εί­χε και στα διά­φο­ρα υ­πουρ­γεία: Δι­καιο­σύ­νης, το 1854, Εξω­τε­ρι­κών, το 1863 και πά­λι το ε­πό­με­νο έ­τος, Δι­καιο­σύ­νης και προ­σω­ρι­νά Παι­δείας και Θρη­σκευ­μά­των, το 1865, Οι­κο­νο­μι­κών, το 1882.
Τις φι­λε­λεύ­θε­ρες α­πό­ψεις του τις δη­μο­σιο­ποιεί, ή­δη, με το πρώ­το του σύγ­γραμ­μα, που α­φο­ρά τον Τύ­πο. Σε αυ­τό, ξε­κι­νά, θέ­το­ντας το ε­ρώ­τη­μα: «Εί­ναι ε­πω­φε­λής εις την κοι­νω­νίαν η ε­λευ­θε­ρο­τυ­πία, ή εί­ναι ε­πι­ζή­μιος;» Στη συ­νέ­χεια, δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη ό­τι για την α­νά­πτυ­ξη πο­λι­τι­κού βίου, πρέ­πει να δια­μορ­φω­θεί μια κοι­νή γνώ­μη, ι­κα­νή να ξε­φύ­γει α­πό το ε­πί­πε­δο των προ­σω­πι­κών δια­φο­ρών. Τα ε­πό­με­να συγ­γράμ­μα­τά του α­φο­ρούν τη σύ­ντα­ξη α­στι­κού κώ­δι­κα. Χά­ρις σε αυ­τά διο­ρί­στη­κε στην αρ­μό­δια ε­πι­τρο­πή για τη σύ­ντα­ξή του. Ενώ, κα­θο­ρι­στι­κή στά­θη­κε και η συμ­με­το­χή του στη σύ­ντα­ξη του Συ­ντάγ­μα­τος, που εκ­χω­ρή­θη­κε με­τά το Κί­νη­μα της 3ης Σε­πτεμ­βρίου 1843. Πρό­τυ­πο δη­μό­σιου άν­δρα ο Καλ­λι­γάς, διέ­πρε­ψε με τις α­γο­ρεύ­σεις του, τό­σο στο Κοι­νο­βού­λιο και τα Δι­κα­στή­ρια ό­σο και στις πα­νε­πι­στη­μια­κές πα­ρα­δό­σεις, που χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν “ε­πι­στη­μο­νι­κά συλ­λα­λη­τή­ρια” χά­ρις στο πλή­θος ε­πι­στη­μό­νων που προ­σήρ­χε­το, πέ­ραν των φοι­τη­τών.
Το 1844, ο Καλ­λι­γάς έ­κα­νε έ­να μα­κρύ τα­ξί­δι στην Ανα­το­λή, Σύ­ρο – Σμύρ­νη – Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, α­πό το ο­ποίο προέ­κυ­ψε έ­να τα­ξι­διω­τι­κό, με τη μορ­φή 14 ε­πι­στο­λών. Και λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, έ­να δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι στην Τερ­γέ­στη, γύ­ρω στο 1849, α­πό το ο­ποίο προέ­κυ­ψε έ­να δεύ­τε­ρο τα­ξι­διω­τι­κό, αλ­λά και έ­νας αρ­ρα­βώ­νας. Όσο α­φο­ρά τον οι­κο­γε­νεια­κό του βίο, α­κο­λού­θη­σε το πα­ρά­δειγ­μα του πα­τέ­ρα του. Στα 35 του αρ­ρα­βω­νιά­στη­κε την 18χρο­νη Μα­ρία Μα­νού­ση, κό­ρη πλού­σιας οι­κο­γέ­νειας της Τερ­γέ­στης, την ο­ποία και πα­ντρεύ­τη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Τό­τε, ξε­κί­νη­σε και αυ­τός να χτί­ζει οι­κία νε­ο­κλα­σι­κού ρυθ­μού στην ο­δό Στα­δίου, α­πέ­να­ντι α­πό τα τό­τε βα­σι­λι­κά ιπ­πο­στά­σια. Σή­με­ρα, στο χώ­ρο των βα­σι­λι­κών ιπ­πο­στα­σίων υ­ψώ­νε­ται το μέ­γα­ρο του Με­το­χι­κού Τα­μείου Στρα­τού και α­πό την οι­κία Καλ­λι­γά α­πέ­μει­νε, εις α­νά­μνη­ση, η ο­μώ­νυ­μη Στοά.
Με μια μι­κρή πα­ρέν­θε­ση για τη συγ­γρα­φή του «Θά­νου Βλέ­κα», ο Καλ­λι­γάς πα­ρέ­μει­νε δια βίου α­φο­σιω­μέ­νος στα νο­μι­κά και την πο­λι­τι­κή. Με­τά το 1856, ω­στό­σο, τα εν­δια­φέ­ρο­ντά του ε­πι­κε­ντρώ­θη­καν στην οι­κο­νο­μία και την ι­στο­ριο­γρα­φία. Πί­στευε ό­τι “ως τέ­χνη η ι­στο­ριο­γρα­φία δεν εί­ναι του τυ­χό­ντος”. Γι’ αυ­τό και το 1858, υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι πρέ­πει να γρα­φεί η ι­στο­ρία της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης, πα­ρό­λο που υ­πήρ­χαν οι Ιστο­ρίες του Σπυ­ρί­δω­νος Τρι­κού­πη και του σκώ­του φι­λέλ­λη­να Τό­μας Γκόρ­ντον, κα­θώς και η πρώ­τη μορ­φή της Ιστο­ρίας του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου. Εκφρά­ζει μια ου­μα­νι­στι­κή ά­πο­ψη πε­ρί ι­στο­ριο­γρα­φίας, α­ντα­να­κλώ­ντας τις α­πό­ψεις των δια­φω­τι­στών. Αυ­τές τις α­πό­ψεις υ­πε­ρα­σπί­στη­κε και στον πο­λι­τι­κό στί­βο, αρ­χής γε­νο­μέ­νης α­πό την Συ­ντα­κτι­κή Εθνο­συ­νέ­λευ­ση του 1862, στην ο­ποία συμ­με­τεί­χε ε­πί μια διε­τία. Την ε­πό­με­νη χρο­νιά, ως υ­πουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών, εί­χε τη χα­ρά να α­να­κοι­νώ­σει την έ­νω­ση των πά­τριων ε­δα­φών, του­τέ­στιν της Επτα­νή­σου, με την Ελλά­δα.
Την ε­να­σχό­λη­σή του με τα οι­κο­νο­μι­κά θέ­μα­τα δεί­χνει και ο ρό­λος που δια­δρα­μά­τι­σε στην Εθνι­κή Τρά­πε­ζα αλ­λά και σε άλ­λα τρα­πε­ζο-οι­κο­νο­μι­κά ι­δρύ­μα­τα. Από το 1841 ή­ταν σύμ­βου­λος της Εθνι­κής Τρά­πε­ζας, νο­μι­κός σύμ­βου­λος το 1860, και το 1885, ό­ντας έ­νας α­πό τους με­γά­λους με­τό­χους της, α­νέ­λα­βε υ­πο­διοι­κη­τής και το 1890 διοι­κη­τής. Του α­πέ­δω­σαν, μά­λι­στα, την προ­σω­νυ­μία “κέρ­βε­ρος του δη­μο­σίου χρή­μα­τος”.
Εφ’ ό­ρου ζωής ο Καλ­λι­γάς στά­θη­κε έ­νας α­κά­μα­τος συγ­γρα­φέ­ας. Ωστό­σο, η Μασ­σόν ε­κτι­μά­ει ό­τι, α­πό τα γρα­πτά του, α­ντέ­χουν σή­με­ρα μό­νο το «Σύ­στη­μα Ρω­μαϊκού Δι­καίου» και το μυ­θι­στό­ρη­μά του. Ενώ, συ­νο­ψί­ζει τη δια­τρι­βή της με τον ε­πι­γραμ­μα­τι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό: “ο Καλ­λι­γάς ή­ταν έ­νας φι­λε­λεύ­θε­ρος νο­μο­μα­θής”. Έργο αυ­τού του φι­λε­λεύ­θε­ρου νο­μο­μα­θούς έ­μελ­λε να εί­ναι “το πρώ­το μας κοι­νω­νι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα”, κα­τά την α­πό­φαν­ση Δη­μα­ρά, η ο­ποία, σε α­ντί­θε­ση με άλ­λες κρί­σεις του, έ­γι­νε γε­νι­κό­τε­ρα α­πο­δε­κτή. Το «Θά­νος Βλέ­κας» δη­μο­σιεύ­θη­κε σε συ­νέ­χειες στο πε­ριο­δι­κό «Παν­δώ­ρα» α­πό τις 15 Οκτω­βρίου 1855 έως τις 15 Φε­βρουα­ρίου 1856. Ο Καλ­λι­γάς δεν εμ­φα­νί­στη­κε ως συγ­γρα­φέ­ας του, αλ­λά, με ε­πι­στο­λή του προς τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού Νι­κό­λαο Δρα­γού­μη, που δη­μο­σιεύ­τη­κε ως πρό­λο­γος, το πα­ρου­σία­σε ως έρ­γο ε­νός α­πο­θα­νό­ντος α­πό την σο­βού­σα τό­τε ε­πι­δη­μία χο­λέ­ρας, τον ο­ποίο και δεν κα­το­νο­μά­ζει.
Ει­ση­γη­τής, λοι­πόν, στα κα­θ’ η­μάς, του κοι­νω­νι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος δεν υ­πήρ­ξε έ­νας Μπαλ­ζάκ ή έ­νας Ντί­κε­νς, αλ­λά έ­νας νο­μο­μα­θής, που θεω­ρού­σε το εν λό­γω έρ­γο του α­σή­μα­ντο “νε­α­νίευ­μα”. Επι­προ­σθέ­τως, ή­ταν έ­νας νο­μο­μα­θής, που η βι­βλιο­θή­κη του δεί­χνει ό­τι δεν διά­βα­ζε ι­διαί­τε­ρα λο­γο­τε­χνία. Η Μασ­σόν πα­ρου­σιά­ζει πρι­σμα­τι­κά το μυ­θι­στό­ρη­μα και θέ­τει το εν­δια­φέ­ρον ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο ο «Θά­νος Βλέ­κας» ε­πη­ρέ­α­σε τον Εντμόν Αμπού κα­τά τη συγ­γρα­φή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Ο βα­σι­λεύς των ο­ρέων», που εκ­δό­θη­κε στο Πα­ρί­σι, τον Οκτώ­βριο του 1856. Όπως και να έ­χει, ο «Θά­νος Βλέ­κας» και γε­νι­κό­τε­ρα το μυ­θι­στό­ρη­μα της πρώ­της πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας του ελ­λη­νι­κού κρά­τους πα­ρα­μέ­νει έ­να α­νοι­κτό θέ­μα. Στη βι­βλιο­γρα­φία , η Μασ­σόν δί­νει κα­τά­λο­γο των αυ­το­τε­λών εκ­δό­σεων του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Το “νε­α­νίευ­μα” του, με τη μορ­φή βι­βλίου, ο Καλ­λι­γάς το πή­ρε στα χέ­ρια του το 1887. Να θυ­μί­σου­με πως α­πο­τέ­λε­σε τον πρώ­το τό­μο στη σει­ρά «Η πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση» του Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, α­ντα­να­κλώ­ντας την πα­λαιό­τε­ρη ά­πο­ψη ό­τι με αυ­τό ξε­κι­νά η πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι

Ιωάν­νης Κα­μι­νιά­της
Ευ­στά­θιος Θεσ­σα­λο­νί­κης
Ιωάν­νης Ανα­γνώ­στης
«Χρο­νι­κά των Αλώ­σεων
της Θεσ­σα­λο­νί­κης»
Με­τά­φρα­ση: Χά­ρης Μέσ­σης
Ει­σα­γω­γή-σχό­λια:
Paolo Odorico
Εκδό­σεις Άγρα Μάρ­τιος 2010

Δυο εί­ναι οι Αλώ­σεις της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης και α­πό αυ­τές έ­μει­ναν γνω­στά ο­ρι­σμέ­να χρο­νι­κά, που κα­τέ­γρα­ψαν ό­σα συ­νέ­βη­σαν στη διάρ­κειά τους. Για την πρώ­τη Άλω­ση, ε­κεί­νη του 1204, ό­ταν οι ιπ­πό­τες - μάλ­λον συρ­φε­τός Ευ­ρω­παίων κα­τ' ευ­φη­μι­σμόν ιπ­πό­τες - της Τέ­ταρ­της Σταυ­ρο­φο­ρίας πα­ρε­ξέ­κλι­ναν της πο­ρείας τους προς τους Άγιους Τό­πους και μπού­κα­ραν στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, υ­πάρ­χει το χρο­νι­κό του φρά­γκου ιπ­πό­τη Γο­δε­φρεί­δου Βιλ­λαρ­δουί­νου και η λε­πτο­με­ρής “χρο­νι­κή διή­γη­σις” του Νι­κή­τα Χω­νιά­τη. Για τη δεύ­τε­ρη και ο­ρι­στι­κή, ε­κεί­νη του 1453, υ­πάρ­χουν πολ­λά χρο­νι­κά και συγ­γρα­φές. Τέσ­σε­ρις, ό­μως, ι­στο­ρι­κοί θεω­ρού­νται ως οι ση­μα­ντι­κό­τε­ροι: Ο Γεώρ­γιος Σφρα­ντ­ζής με το “μι­κρό” και “με­γά­λο” χρο­νι­κό του, ο Λαό­νι­κος Χαλ­κο­κον­δύ­λης, ο Δού­κας και ο Ίμβριος Μι­χαήλ Κρι­τό­βου­λος.
Τρεις, α­ντι­στοί­χως, εί­ναι οι Αλώ­σεις της Θεσ­σα­λο­νί­κης και λι­γό­τε­ρο γνω­στά τα σχε­τι­κά χρο­νι­κά. Ανα­με­νό­με­νο, α­φού η Θεσ­σα­λο­νί­κη στη Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρία εί­χε πά­ντο­τε το ρό­λο το δεύ­τε­ρο. Η πρώ­τη Άλω­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης έ­γι­νε το 904 α­πό τους Σα­ρα­κη­νούς, που έ­φτα­σαν μέ­χρι τα Δαρ­δα­νέ­λια, α­πεί­λη­σαν την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, αλ­λά τε­λι­κά πο­λιόρ­κη­σαν και κα­τέ­λα­βαν τη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Φο­βε­ροί πει­ρα­τές οι Σα­ρα­κη­νοί, ερ­χό­με­νοι α­πό τη Βο­ρειο­δυ­τι­κή Αρα­βία, εί­χαν ως έ­δρα τους την Κρή­τη, ό­που και σώ­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα ο μύ­θος τους σαν ό­ντα δαι­μο­νι­κά. Στην εν λό­γω πο­λιορ­κία αρ­χη­γός ή­ταν ο δια­βό­η­τος πει­ρα­τής Λέων ο Τρι­πο­λί­της, ό­πως α­πο­κα­λεί­το, λό­γω της κα­τα­γω­γής του α­πό την Τρί­πο­λη της Φοι­νί­κης, ο ο­ποίος αιχ­μα­λω­τί­στη­κε και ε­ξισ­λα­μί­στη­κε α­πό τους Άρα­βες. Ο βυ­ζα­ντι­νός στό­λος εί­χε πο­λύ υ­πο­φέ­ρει α­πό τη ναυ­τι­κή και πο­λε­μι­κή δε­ξιό­τη­τά του.
Η δεύ­τε­ρη Άλω­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης έ­γι­νε το 1185 α­πό τους Νορ­μαν­δούς. Ωστό­σο, λί­γο αρ­γό­τε­ρα, με την πρώ­τη Άλω­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, υ­πέ­στη κι αυ­τή τις συ­νέ­πειες και βρέ­θη­κε πρω­τεύου­σα λα­τι­νι­κού βα­σι­λείου. Τό­τε οι Σταυ­ρο­φό­ροι, κα­τά το μοί­ρα­σμα των ι­μα­τίων, την πα­ρα­χώ­ρη­σαν στον Βο­νι­φά­τιο τον Μομ­φερ­ρα­τι­κό. Μέ­χρι την Άλω­ση του 1430 α­πό τους Οθω­μα­νούς, άλ­λα­ξε χέ­ρια, περ­νώ­ντας α­πό τους Βυ­ζα­ντι­νούς στους Βε­νε­τούς και τού­μπα­λιν. Το 1387 την κα­τέ­λα­βαν για έ­να μι­κρό διά­στη­μα οι Οθω­μα­νοί. Πά­ντως, η Άλω­ση του 1430 στά­θη­κε η ο­ρι­στι­κή, η ο­ποία κρά­τη­σε μέ­χρι τον Οκτώ­βρη του 1912.
Στον πρό­σφα­το τό­μο, ο ο­ποίος α­φο­ρά και τις τρεις Αλώ­σεις της Θεσ­σα­λο­νί­κης, ε­πι­λέχ­θη­καν τρία χρο­νι­κά: του Ιωάν­νη Κα­μι­νιά­τη, του μη­τρο­πο­λί­τη Ευ­στα­θίου και του Ιωάν­νη Ανα­γνώ­στη. Με­μο­νω­μέ­νες εκ­δό­σεις αυ­τών των χρο­νι­κών έ­χουν κυ­κλο­φο­ρή­σει κα­τά το πα­ρελ­θόν. Με­τα­ξύ αυ­τών, ε­κεί­νες του Γ. Τσά­ρα, οι ο­ποίες και α­να­φέ­ρο­νται στη βι­βλιο­γρα­φία του τό­μου. Θα έ­πρε­πε, ω­στό­σο, να διευ­κρι­νί­ζε­ται, αν πρό­κει­ται για τον Γιάν­νη ή τον Γιώρ­γο Τσά­ρα και α­κό­μη, αν πρό­κει­ται για πρώ­τες εκ­δό­σεις ή ε­πα­νεκ­δό­σεις. Πά­ντως, ο Γιάν­νης Τσά­ρας ε­ξέ­δω­σε το χρο­νι­κό της τρί­της ά­λω­σης το 1958. Πα­ρα­δό­ξως, στην πα­ρού­σα έκ­δο­ση, τα χρο­νι­κά με­τα­γρά­φο­νται α­πό τη λα­τι­νι­κή με­τά­φρα­ση. Πρό­κει­ται για έρ­γο δύο βυ­ζα­ντι­νο­λό­γων του Κέ­ντρου Βυ­ζα­ντι­νών, Νε­ο­ελ­λη­νι­κών και Νο­τιο­ευ­ρω­παϊκών Σπου­δών της Ανω­τά­της Σχο­λής Κοι­νω­νι­κών Επι­στη­μών στο Πα­ρί­σι, ό­που ο Πά­ο­λο Οντε­ρί­κο, που εί­ναι και ο διευ­θυ­ντής του Κέ­ντρου, α­νέ­λα­βε την ει­σα­γω­γή και τα σχό­λια, ε­νώ ο Χά­ρης Μέσ­σης, τη με­τά­φρα­ση. Κα­τα­το­πι­στι­κή η ει­σα­γω­γή, εί­ναι γραμ­μέ­νη με το νέο πνεύ­μα των ι­στο­ρι­κών. Υπο­γραμ­μί­ζε­ται ό­τι η Ιστο­ρία εί­ναι κι αυ­τή μια α­φή­γη­ση, η ο­ποία “κα­τα­σκευά­ζει” μια ει­κό­να των συμ­βά­ντων κα­τά τα δο­κού­ντα του συγ­γρα­φέα. Η ει­σα­γω­γή κα­τα­λή­γει με τη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή φρά­ση: “Με­γά­λοι τε­χνί­τες των χάρ­τι­νων ο­νεί­ρων, οι Βυ­ζα­ντι­νοί μπό­ρε­σαν να μας ξε­γε­λούν για πά­ντα”.
Δεν γνω­ρί­ζου­με αν τα συ­γκε­κρι­μέ­να χρο­νι­κά για τις τρεις Αλώ­σεις εί­ναι τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα ή τα θεω­ρού­με­να ως πλη­ρέ­στε­ρα. Πά­ντως, για τη δεύ­τε­ρη Άλω­ση υ­πάρ­χει και η “χρο­νι­κή διή­γη­ση” του Χω­νιά­τη, που κα­λύ­πτει το σύ­νο­λο της δρά­σης των ιπ­πο­τών της Τέ­ταρ­της Σταυ­ρο­φο­ρίας. Ενώ, στην τε­λευ­ταία Άλω­ση α­να­φέ­ρο­νται και οι ι­στο­ρι­κοί της Άλω­σης της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, οι ο­ποίοι, ό­μως, δεν υ­πήρ­ξαν αυ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό και των τριών χρο­νι­κών, που συ­γκε­ντρώ­θη­καν στον τό­μο, εί­ναι ό­τι οι συγ­γρα­φείς τους υ­πήρ­ξαν αυ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες. Επί­σης, και οι τρεις α­νή­κουν στον κλή­ρο και πα­ρου­σιά­ζουν την κα­τα­στρο­φή της πό­λης ως θεία τι­μω­ρία, που ά­ξι­ζε σε έ­ναν α­μαρ­τω­λό λαό.
Ελά­χι­στα πράγ­μα­τα εί­ναι γνω­στά για τον πρώ­το χρο­νι­κο­γρά­φο του τό­μου, τον Ιωάν­νη Κα­μι­νιά­τη ή Κα­με­νιά­τη, ό­πως α­πο­δί­δε­ται συ­νή­θως. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό αυ­τά τεκ­μαί­ρο­νται α­πό το κεί­με­νό του. Γεν­νη­θείς, το πι­θα­νό­τε­ρο, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, πε­ρί το 875, ή­ταν πα­ντρε­μέ­νος και εί­χε τρία παι­διά. Ανή­κε στον κα­τώ­τε­ρο κλή­ρο, κα­τέ­χο­ντας το α­ξίω­μα του κου­βου­κλεί­σιου, δη­λα­δή του φέ­ρο­ντος την ποι­μα­ντο­ρι­κή ρά­βδο του ε­πι­σκό­που. Στη συγ­γρα­φή του έρ­γου τον πα­ρα­κί­νη­σε κά­ποιος Γρη­γό­ριος α­πό την Καπ­πα­δο­κία, τον ο­ποίο γνώ­ρι­σε κα­τά την αιχ­μα­λω­σία του στην Τρί­πο­λη του Λι­βά­νου. Το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος των αιχ­μα­λώ­των εί­χε με­τα­φερ­θεί στην Κρή­τη, ω­στό­σο η οι­κο­γέ­νεια του Κα­μι­νιά­τη βρέ­θη­κε στην Τρί­πο­λη, α­πό ό­που, πι­θα­νώς, με­τα­φέρ­θη­καν στην Ταρ­σό για την α­νταλ­λα­γή αιχ­μα­λώ­των.
Στο χρο­νι­κό του, α­να­φέ­ρει ό­σα ο ί­διος έ­ζη­σε. Πε­ρι­γρά­φει λε­πτο­με­ρώς την πό­λη, τα πε­ρί­χω­ρα και τα α­μυ­ντι­κά έρ­γα, που πραγ­μα­το­ποίη­σαν τρεις δια­δο­χι­κοί στρα­τη­γοί, το­νί­ζο­ντας ό­τι αυ­τά, συ­χνά α­πό ο­λι­γω­ρία, έ­μει­ναν α­νο­λο­κλή­ρω­τα. Πα­ρα­στα­τι­κά α­φη­γεί­ται τα τε­χνά­σμα­τα των πει­ρα­τών, οι ο­ποίοι, με τη δο­λιό­τη­τά τους, κα­τόρ­θω­σαν, μέ­σα σε τρεις η­μέ­ρες, να κα­τα­λά­βουν την πό­λη. Με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση δί­νει στα δει­νά της οι­κο­γέ­νειάς του και στην τα­λαι­πω­ρία των αιχ­μα­λώ­των κα­τά τη με­τα­φο­ρά τους στην Κρή­τη. Στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος, το­νί­ζει την πα­λαιό­τε­ρη ευη­με­ρία της Θεσ­σα­λο­νί­κης, κυ­ρίως, την αλ­λο­τι­νή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα των κα­τοί­κων της. Το «Εις την ά­λω­σιν της Θεσ­σα­λο­νί­κης», ό­πως εί­ναι ο τίτ­λος του χρο­νι­κού του, δεν α­να­φέ­ρε­ται α­πό τους βυ­ζα­ντι­νούς συγ­γρα­φείς. Αυ­τό ο­δή­γη­σε στην υ­πό­θε­ση ό­τι θα μπο­ρού­σε να πρό­κει­ται για ψευ­δο­χρο­νι­κό, γραμ­μέ­νο με­τά την Άλω­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης.
Ο γνω­στό­τε­ρος α­πό τους τρεις χρο­νι­κο­γρά­φους και ο πλέ­ον καλ­λιερ­γη­μέ­νος εί­ναι ο Ευ­στά­θιος ο Κα­τά­φλω­ρος, ό­πως κα­τα­γρά­φε­ται - λαν­θα­σμέ­να κα­τά τους νεό­τε­ρους με­λε­τη­τές - στις ε­γκυ­κλο­παί­δειες. Πα­ρά τη ζω­ντά­νια της α­φή­γη­σής του, δεν ή­ταν τρια­ντά­χρο­νος ό­πως ο Κα­μι­νιά­της, ό­ταν έ­γρα­φε το χρο­νι­κό του, αλ­λά πλη­σία­ζε ή και εί­χε υ­περ­βεί τα ο­γδό­ντα. Γεν­νη­θείς στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, η χρο­νο­λο­γία γέν­νη­σής του το­πο­θε­τεί­ται με­τα­ξύ 1106 και 1114. Φι­λό­λο­γος και ε­πι­φα­νής θε­ο­λό­γος, συ­νέ­βα­λε κα­θο­ρι­στι­κά στην α­να­γέν­νη­ση των κλα­σι­κών γραμ­μά­των, με ση­μα­ντι­κό­τε­ρο έρ­γο του το «Πα­ρεκ­βο­λαί εις την Ομή­ρου Οδύσ­σειαν και Ιλιά­δα». Έγι­νε αρ­χιε­πί­σκο­πος στα ε­ξή­ντα του και α­νέ­λα­βε την μη­τρό­πο­λη Θεσ­σα­λο­νί­κης το 1175. Εκτός α­πό αυ­τήν κα­θ' ε­αυ­τήν την πε­ρι­γρα­φή της πο­λιορ­κίας, α­να­φέ­ρε­ται εν ε­κτά­σει στην α­νι­κα­νό­τη­τα του στρα­τη­γού Δα­βίδ Κο­μνη­νού, κα­θώς και στον μελ­λο­ντι­κό αυ­το­κρά­το­ρα Ανδρό­νι­κο Κο­μνη­νό. Δι­καιο­λο­γη­μέ­να, α­φού οι βιαιο­πρα­γίες ε­να­ντίον της λα­τι­νι­κής κοι­νό­τη­τας της Θεσ­σα­λο­νί­κης, που έ­γι­ναν με την ά­φι­ξη του Ανδρό­νι­κου, με­τά το θά­να­το του Μα­νουήλ Α', πι­στεύε­ται ό­τι προ­κά­λε­σαν ή έ­δω­σαν την α­φορ­μή στους Νορ­μαν­δούς για την ε­πί­θε­ση.
Με τον τρό­πο του Ηρό­δο­του α­φη­γεί­ται ο Ευ­στά­θιος, σε έ­κτα­ση και α­να­λυ­τι­κά, τα αν­δρα­γα­θή­μα­τα των πο­λιορ­κη­μέ­νων, ποι­κίλ­λο­ντας τη διή­γη­σή του με ο­μη­ρι­κές εκ­φρά­σεις αλ­λά και χω­ρία α­πό τους τρα­γι­κούς συγ­γρα­φείς, μα­ζί με πε­ρι­κο­πές α­πό τη Βί­βλο και τους Πα­τέ­ρες της Εκκλη­σίας. Με­τά την πτώ­ση της πό­λης, διεκ­τρα­γω­δεί τη βα­ναυ­σό­τη­τα των Νορ­μαν­δών, κυ­ρίως τη βαρ­βα­ρό­τη­τα, που ε­πέ­δει­ξαν, κα­τα­στρέ­φο­ντας να­ούς και τραυ­μα­τί­ζο­ντας ιε­ρείς. Από τις ει­κό­νες α­φαι­ρού­σαν τον πο­λύ­τι­μο διά­κο­σμο ή και τη χρυ­σο­ποί­κιλ­τη ε­πέν­δυ­ση. Ού­τε τον τά­φο του Αγίου Δη­μη­τρίου του Μυ­ρο­βλύ­τη δεν σε­βά­στη­καν. Στο έρ­γο τους οι Λα­τί­νοι βρή­καν βο­η­θούς τους Αρμε­νίους. Ο Ευ­στά­θιος α­φιε­ρώ­νει έ­να με­γά­λο μέ­ρος του κει­μέ­νου του στους “α­πο­λί­τι­στους” κα­τα­κτη­τές και τα α­νο­σιουρ­γή­μα­τά τους. Ωστό­σο, ως βα­σι­κή αι­τία της Άλω­σης προ­βάλ­λει την ε­λευ­θε­ριό­τη­τα, που εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Μά­λι­στα, προς πα­ρα­στα­τι­κό­τε­ρη α­πό­δο­ση των συν­θη­κών ε­λευ­θε­ριό­τη­τας, κα­τα­φεύ­γει στο ε­πι­γραμ­μα­τι­κό μιας α­πό τό­τε γνω­στής κερ­κυ­ραϊκής πα­ροι­μίας, “ό­ποιος θέ­λει, μπο­ρεί ν' α­πο­πα­τεί ό­που θέ­λει”.
Εντε­λώς ά­γνω­στος πα­ρα­μέ­νει ο τρί­τος χρο­νι­κο­γρά­φος Ιωάν­νης Ανα­γνώ­στης, τον ο­ποίο ου­δείς βυ­ζα­ντι­νός ή με­τα­γε­νέ­στε­ρος α­να­φέ­ρει. Ού­τε, ό­μως, και ο ί­διος, στο κεί­με­νό του, δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για το ά­το­μό του. Πά­ντως, το πι­θα­νό­τε­ρο, α­νή­κε στον κα­τώ­τε­ρο κλή­ρο. Ο πλή­ρης τίτ­λος του χρο­νι­κού του εί­ναι «Διή­γη­σις πε­ρί της τε­λευ­ταίας α­λώ­σεως της Θεσ­σα­λο­νί­κης συ­ντε­θεί­σα προς τι­να των α­ξιο­λό­γων πολ­λά­κις αι­τή­σα­ντα πε­ρί ταύ­της εν ε­πι­τό­μω». Όπου το “τε­λευ­ταίας α­λώ­σεως” υ­πο­νο­εί το ο­ρι­στι­κής. Το χρο­νι­κό χω­ρί­ζε­ται σε 22 κε­φά­λαια. Από αυ­τά, τα 16 πρώ­τα, που α­νι­στο­ρούν ό­σα συ­νέ­βη­σαν στις τέσ­σε­ρις η­μέ­ρες της πο­λιορ­κίας, κα­τα­λή­γο­ντας με την εί­σο­δο των Οθω­μα­νών Τούρ­κων στην πό­λη, α­πο­δί­δο­νται στον Ιωάν­νη Ανα­γνώ­στη, που υ­πήρ­ξε αυ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας. Τα ε­πό­με­να, που α­να­φέ­ρο­νται στα πά­θη των κα­τοί­κων αλ­λά και τις κα­τα­στρο­φές των εκ­κλη­σιών, μα­ζί με τον ε­πί­λο­γο, α­πο­δί­δο­νται, α­πό τον βυ­ζα­ντι­νο­λό­γο Γιάν­νη Τσά­ρα, σε άλ­λο συ­ντά­κτη. Από το γε­γο­νός ό­τι πα­ρα­θέ­τει πε­ρι­κο­πές της Βί­βλου και ο­μη­ρι­κές ρή­σεις, υ­πο­θέ­τει ό­τι πρό­κει­ται για κά­ποιο μορ­φω­μέ­νο μο­να­χό. Πά­ντως, τό­σο ο Ανα­γνώ­στης ό­σο και ο συ­νε­χι­στής του, ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό τον τρό­πο γρα­φής του χρο­νι­κού του Κα­μι­νιά­τη. Σύμ­φω­να με τον Κρού­μπα­χε­ρ, αυ­τός ο δεύ­τε­ρος συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­με­λή­θη­κε ο­λό­κλη­ρο το χρο­νι­κό, προσ­δί­δο­ντάς του έ­ναν “κλαυθ­μη­ρό τό­νο ιε­ρο­κή­ρυ­κος”. Το πι­θα­νό­τε­ρο, αυ­τός συ­νέ­γρα­ψε και τη “μο­νω­δία”, με την ο­ποία κλεί­νει το χρο­νι­κό.
Σε ό­λες τις εκ­δό­σεις πα­λαιών κει­μέ­νων, εν­δεί­κνυ­ται να προ­τάσ­σο­νται τα κεί­με­να και να έ­πε­ται ο σχο­λια­σμός, ώ­στε ο α­να­γνώ­στης να τα δια­βά­ζει α­προ­κα­τά­λη­πτος και να σχη­μα­τί­ζει ι­δίαν ά­πο­ψη. Ει­δάλ­λως, χει­ρα­γω­γεί­ται α­πό τον ι­στο­ρι­κό, που συ­ντάσ­σει την ει­σα­γω­γή. Ιδίως, ό­ταν ε­κεί­νος δεν πα­ρου­σιά­ζει την ά­πο­ψή του ως υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας, αλ­λά την προ­βάλ­λει ως την α­πό­λυ­τη α­λή­θεια. «Ό,τι λεί­πει α­πό αυ­τές τις “ι­στο­ρίες” των α­λώ­σεων της Θεσ­σα­λο­νί­κης εί­ναι α­κρι­βώς η ι­στο­ρία», συ­νο­ψί­ζει, στην ει­σα­γω­γή του, ο Οντο­ρί­κο. Στη συ­νέ­χεια, πα­ρο­μοιά­ζει τους χρο­νι­κο­γρά­φους με τους δη­μο­σιο­γρά­φους και τους πο­λι­τι­κούς σχο­λια­στές του σή­με­ρα, για να κα­τα­λή­ξει, ε­φευ­ρί­σκο­ντας μια νέα κα­τη­γο­ρία, αυ­τή του “δη­μιουρ­γού” ή “κα­τα­σκευα­στή” ι­στο­ρίας. Το­νί­ζει, πά­ντως, πως δεν αμ­φι­σβη­τού­νται τα γε­γο­νό­τα ού­τε η α­ξία των χρο­νι­κών ως πη­γή, αλ­λά ο τρό­πος γρα­φής τους. Με άλ­λα λό­για, η ι­στο­ρία εί­ναι κα­τ' αρ­χάς ζή­τη­μα ύ­φους και με­τά ζή­τη­μα α­με­ρο­λη­ψίας στην α­πό­δο­ση των γε­γο­νό­των. Κα­τα­λή­γου­με, δη­λα­δή, σε με­τα­τό­πι­ση της ι­στο­ρίας προς την πε­ριο­χή της λο­γο­τε­χνίας. Με τη σει­ρά του, ό­μως, και ο ση­με­ρι­νός ι­στο­ρι­κός, που φαί­νε­ται, σε α­ντί­θε­ση με τους πα­λαιό­τε­ρους, να στο­χεύει στην αιω­νιό­τη­τα και να ο­μνύει στο ό­νο­μα της ι­στο­ρίας, δεν θα πρέ­πει να λη­σμο­νεί, του­λά­χι­στον σύμ­φω­να με το μο­ντέ­λο που ο ί­διος υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται, ό­τι κι αυ­τός δεν εί­ναι πα­ρά έ­νας α­φη­γη­τής, δη­λα­δή “κα­τα­σκευα­στής” της ι­στο­ρίας. Οπό­τε, το δι­κό του κεί­με­νο, ως με­τα­γε­νέ­στε­ρο, προ­τι­μό­τε­ρο θα ή­ταν να δη­μο­σιεύε­ται στη θέ­ση των ε­πι­λε­γό­με­νων.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Αναμνήσεις - κουζινική - συγγραφικές εμμονές

Αθηνά Κακούρη
«Με τα χέρια σταυρωμένα...»
Εκδόσεις Πατάκη
Απρίλιος 2010

Τα βι­βλία της σει­ράς ή μάλ­λον των σει­ρών, «Η κου­ζί­να του συγ­γρα­φέ­α», «Η κου­ζί­να του ι­στο­ρι­κού», «Η κου­ζί­να του αρ­χι­τέ­κτο­να», «Η κου­ζί­να του σκη­νο­θέ­τη» και ο­σο­νού­πω, «Η κου­ζί­να του δη­μιουρ­γού», που διευ­θύ­νει ο Μι­σέλ Φάϊς, διευ­ρύ­νο­ντας συ­νε­χώς το κα­λυ­πτό­με­νο φά­σμα ε­παγ­γελ­μά­των, πα­ρου­σιά­ζουν πολ­λα­πλό εν­δια­φέ­ρον. Οι συγ­γρα­φείς τους ε­ξο­μο­λο­γού­νται, για τη ζωή τους, την τέ­χνη και την τε­χνι­κή τους, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό ό­σα α­πο­κα­λύ­πτουν συ­νή­θως στις κα­τά και­ρούς συ­νε­ντεύ­ξεις τους. Βε­βαίως, η έ­κτα­ση βι­βλίου, που δί­νε­ται στις α­φη­γή­σεις τους, ό­σο και το γε­γο­νός ό­τι έ­να βι­βλίο υ­πό­σχε­ται διάρ­κεια ζωής πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρη α­πό ε­κεί­νη της ε­φη­με­ρι­δο­γρα­φίας, τους ω­θεί σε διε­ξο­δι­κό­τε­ρες α­νι­στο­ρή­σεις αλ­λά και τους ε­πι­βάλ­λει με­γα­λύ­τε­ρη πει­θαρ­χία στον τρό­πο πα­ρά­θε­σης βιω­μά­των, ε­μπει­ριών και α­πό­ψεων. Εκτός α­πό την κυ­ρίως α­φή­γη­ση, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­ναρ­πα­στι­κή, α­νά­λο­γα και με το τα­λέ­ντο ε­νός ε­κά­στου, πα­ρέ­χουν τις ι­κα­νές και α­να­γκαίες πλη­ρο­φο­ρίες για τη συγ­γρα­φή ε­νός μελ­λο­ντι­κού λήμ­μα­τος σε κά­ποια γραμ­μα­το­λο­γία νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, που θα προ­κύ­ψει, ό­ταν αυ­τοί με τη σει­ρά τους δεν θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται πλέ­ον νεό­τε­ροι.
Συ­μπτω­μα­τι­κά, οι τρεις α­πό τους έ­ξι συγ­γρα­φείς, που, μέ­χρι σή­με­ρα, έ­χουν α­νοί­ξει την κου­ζί­να τους στο “α­διά­κρι­το” βλέμ­μα του α­να­γνώ­στη, α­νή­κουν στους γε­νε­α­λο­γι­κά α­τα­ξι­νό­μη­τους, λό­γω αρ­γο­πο­ρη­μέ­νης εκ­κί­νη­σης αλ­λά και χά­ρις στα εί­δη α­φή­γη­σης με τα ο­ποία κα­τα­πιά­νο­νται. Πρό­κει­ται για τους δυο πρε­σβύ­τε­ρους της ο­μά­δας, την Αθη­νά Κα­κού­ρη και τον Πέ­τρο Μάρ­κα­ρη, και για τον νεό­τε­ρο Γιάν­νη Ξαν­θού­λη, ο ο­ποίος και ε­γκαι­νία­σε τη σει­ρά, Νοέμ­βριο 2004, με «Το με­νού των φα­ντα­σμά­των». Όσο για τους τρεις άλ­λους, και οι τρεις γυ­ναί­κες, έ­χουν μεν τα­κτο­ποιη­θεί, οι δυο - δη­λα­δή η Μα­ρώ Δού­κα και η Μα­ρία Μή­τσο­ρα - στη γε­νιά του ’70, και η νεώ­τε­ρή τους Σώ­τη Τρια­ντα­φύλ­λου στην ε­πό­με­νη γε­νε­α­λο­γι­κή ο­μά­δα. Ωστό­σο, οι αυ­το­βιο­γρα­φή­σεις τους έ­δει­ξαν νέες πλευ­ρές του βίου και του έρ­γου τους. Ακό­μη πιο α­πο­κα­λυ­πτι­κό στά­θη­κε το ά­νοιγ­μα της “κου­ζί­νας” των ε­κτός λο­γο­τε­χνίας, ό­πως της ι­στο­ρι­κού Μα­ριάν­νας Κο­ρο­μη­λά, του αρ­χι­τέ­κτο­να Αλέ­ξαν­δρου Το­μπά­ζη και πρό­σφα­τα, του σκη­νο­θέ­τη Νί­κου Πα­να­γιω­τό­που­λου. Δε­δο­μέ­νου ό­τι γνω­ρί­ζα­με πο­λύ λι­γό­τε­ρα για το βίο τους και κυ­ρίως, για το έρ­γο τους.
Πά­ντως, οι “κου­ζί­νες” των συγ­γρα­φέων πα­ρου­σιά­ζουν ποι­κι­λία, κα­θώς ο κα­θέ­νας τους δί­νει την έμ­φα­ση σε δια­φο­ρε­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση. Ορι­σμέ­νοι ξε­χω­ρί­ζουν και ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε μια ση­μα­ντι­κή πε­ρίο­δο της ζωής τους, συ­νή­θως, στα παι­δι­κά χρό­νια και την ε­φη­βεία, ε­νώ με­ρι­κούς τους α­πα­σχο­λεί πε­ρισ­σό­τε­ρο η “κου­ζι­νι­κή” της ί­διας της συγ­γρα­φής. Το βι­βλίο της Αθη­νάς Κα­κού­ρη, που α­πο­τε­λεί “την κου­ζί­να του συγ­γρα­φέ­α” για το 2010, μάλ­λον δεν ε­ντάσ­σε­ται σε κα­μία α­πό αυ­τές τις δυο ο­μά­δες. Πα­ρό­λο που η Κα­κού­ρη εί­ναι γέν­νη­μα θρέμ­μα Πα­τρι­νή, δεν α­να­σταί­νει την Πά­τρα του Με­σο­πο­λέ­μου, ό­πως πι­θα­νώς να ήλ­πι­ζαν ό­σοι α­πή­λαυ­σαν το μυ­θι­στό­ρη­μά της «Πρι­μα­ρό­λια», στο ο­ποίο πρω­τα­γω­νι­στεί η Πά­τρα στις αρ­χές του 20ου αιώ­να. Το ί­διο φει­δω­λή στέ­κε­ται και ως προς τη φα­νέ­ρω­ση πτυ­χών της “κου­ζι­νι­κής” της. Από μια συγ­γρα­φέα, που έ­χει α­πλώ­σει τό­σο γλα­φυ­ρές πε­ρι­γρα­φές, ο λό­γος της αυ­το­βιο­γρά­φη­σής της φαί­νε­ται σχε­δόν λα­κω­νι­κός. Στις σχε­τι­κά λι­γο­στές α­να­φο­ρές της στα χρό­νια της Πά­τρας, δεν πα­ρεισ­δύει η συ­νή­θης νο­σταλ­γία. Στην πε­ρί­πτω­σή της, η α­να­πό­λη­ση του πα­ρελ­θό­ντος δεν κου­βα­λά θλί­ψη, ού­τε νο­ση­ρή προ­σκόλ­λη­ση σε πα­ρω­χη­μέ­νες κα­τα­στά­σεις. Σε ε­κεί­νο, που ε­πι­μέ­νει, εί­ναι η α­ντι­πα­ρά­θε­ση του τό­τε με το τώ­ρα. Και πά­λι, ό­μως, δεν κα­τα­λή­γει σε συ­μπε­ρά­σμα­τα υ­πέρ της μιας ή της άλ­λης τά­ξεως πραγ­μά­των. Προ­τι­μά να υ­πο­βάλ­λει τις α­πό­ψεις της υ­πό μορ­φή ε­ρω­τη­μά­των.
Ο πρώ­τος χώ­ρος που α­να­κα­λεί εί­ναι το Αρσά­κειο Πα­τρών, έ­να α­πό τα πα­λαιό­τε­ρα εκ­παι­δευ­τή­ρια της χώ­ρας, ι­δρυ­μέ­νο το 1891, κο­ντά τριά­ντα χρό­νια με­τά το Αρσά­κειο Αθη­νών. Σύμ­φω­να με την ι­στο­ρία της Φι­λεκ­παι­δευ­τι­κής Εται­ρείας, ή­ταν ο Δή­μος Πα­τρών, που α­νέ­λα­βε την α­νέ­γερ­ση του κτι­ρίου. Η Κα­κού­ρη, ω­στό­σο, α­να­φέ­ρει ό­τι εί­χε χτι­στεί νω­ρί­τε­ρα και αρ­χι­κά λει­τούρ­γη­σε ως ξε­νο­δο­χείο. Θυ­μά­ται την κύ­πρια διευ­θύ­ντρια, με σπου­δές στο Πα­ρί­σι, που α­νέ­λα­βε κα­θή­κο­ντα κά­που στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1930. Εί­χε, μά­λι­στα, φέ­ρει α­πό το νη­σί το πο­δή­λα­τό της, που έ­μει­νε στο κα­σό­νι του. Τό­τε, στην Πά­τρα, “γυ­ναί­κα πά­νω σε πο­δή­λα­το ή­ταν πράγ­μα α­δια­νό­η­το”. Ακό­μη και δε­κα­πέ­ντε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και α­φού εί­χε με­σο­λα­βή­σει η κοι­νω­νι­κή α­να­στά­τω­ση που έ­φε­ρε η Κα­το­χή, κυ­κλο­φο­ρώ­ντας η ί­δια κα­θη­με­ρι­νά με πο­δή­λα­το, “α­πο­τε­λού­σε θέ­α­μα”.
Να διορ­θώ­σου­με ε­δώ έ­να lapsus calami της συγ­γρα­φέως. Η εν λό­γω διευ­θύ­ντρια δεν ο­νο­μα­ζό­ταν Αρσι­νόη Πα­πα­δο­πού­λου. Η Κα­κού­ρη, το πι­θα­νό­τε­ρο, πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό την α­θη­ναία πε­ζο­γρά­φο Αρσι­νόη Πα­πα­δο­πού­λου, που μπο­ρεί και να διά­βα­ζε στα νε­α­νι­κά της χρό­νια. Και ε­κεί­νη υ­πήρ­ξε Αρσα­κειά­δα, αλ­λά το 1931 ή­ταν 78 ε­τών. Ορι­σμέ­νες πη­γές, μά­λι­στα, την α­να­φέ­ρουν πε­θα­μέ­νη α­πό το 1930. Το σω­στό εί­ναι ό­τι πέ­θα­νε το 1943, μό­νη και λη­σμο­νη­μέ­νη, στο Γη­ρο­κο­μείο Αθη­νών. Όπως και να έ­χει, η δα­σκά­λα της Κα­κού­ρη ή­ταν η Περ­σε­φό­νη Πα­πα­δο­πού­λου, γεν­νη­μέ­νη σε χω­ριό της Πά­φου, το 1888. Από­φοι­τος του Αρσα­κείου Αθη­νών, πρώ­τα δί­δα­ξε σε σχο­λεία της Κύ­πρου, με­τά συ­μπλή­ρω­σε τις σπου­δές της στο Πα­ρί­σι και ε­πέ­στρε­ψε στο νη­σί και στο Δι­δα­σκα­λείο Θη­λέων της Φα­νε­ρω­μέ­νης. Στην Πά­τρα πή­γε το 1935 και έ­μει­νε ως διευ­θύ­ντρια της Αρσα­κείου Παι­δα­γω­γι­κής Ακα­δη­μίας μέ­χρι το θά­να­τό της, το 1948. Δεν πι­στεύου­με ό­τι ο ε­κεί διο­ρι­σμός της, που έ­γι­νε κα­τό­πιν πρό­σκλη­σης α­πό την Ελλη­νι­κή Κυ­βέρ­νη­ση, σχε­τί­ζε­ται με το Κί­νη­μα του 1931 στην Κύ­προ και την κα­τα­στο­λή του α­πό τους Άγγλους, ό­πως α­να­φέ­ρει η Κα­κού­ρη.
Από τα οι­κο­γε­νεια­κά της πρό­σω­πα, η συγ­γρα­φέ­ας ζω­ντα­νεύει τις δυο για­γιά­δες της και τον έ­ναν παπ­πού, που πρό­λα­βε να γνω­ρί­σει, τον Κε­φαλ­λο­νί­τη, α­πό την πλευ­ρά του πα­τέ­ρα της. Ο τίτ­λος του βι­βλίου της εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τα λό­για της μη­τέ­ρας της, που την προέ­τρε­πε να μην μέ­νει “με τα χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να”, αλ­λά να “κά­νει κά­τι”. Με αυ­τό εν­νοού­σε κά­ποια χρή­σι­μη α­σχο­λία, α­πό αυ­τές που γί­νο­νται με τα χέ­ρια, κα­θό­σον η ί­δια ή­ταν, αυ­τό που λέ­με μέ­χρι και σή­με­ρα, χρυ­σο­χέ­ρα. Πά­ντως, σε αυ­τές τις ε­να­σχο­λή­σεις δεν νο­εί­το το διά­βα­σμα. Ανα­φε­ρό­με­νη στα συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα, στο­χεύει να δεί­ξει τον τρό­πο, που με­γά­λω­νε έ­να κο­ρί­τσι στα α­στι­κά σπί­τια της ε­πο­χής της. Κυ­ρίαρ­χο πρό­σω­πο σε αυ­τά τα χρό­νια της μα­θη­τείας στά­θη­κε ο πα­τέ­ρας της Χα­ρί­λα­ος Κα­κού­ρης, τον ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζει σαν έ­ναν εύ­πο­ρο πο­λί­τη, ερ­γα­τι­κό και δί­καιο. Αυ­το­δη­μιούρ­γη­τος, ξε­κί­νη­σε α­πό χω­ριό της Κε­φαλ­λο­νιάς. Στην Πά­τρα ε­γκα­τα­στά­θη­κε το 1909 και έ­στη­σε πρα­κτο­ρείο πλοίων και πε­τρε­λαιο­ει­δών. Με α­φορ­μή τον τρό­πο που ε­κεί­νος διηύ­θυ­νε την ε­πι­χεί­ρη­σή του, σχο­λιά­ζει πως ή­ταν τό­τε οι σχέ­σεις ερ­γο­δό­τη και ερ­γα­ζο­μέ­νων.
Ορι­σμέ­να α­πό τα πρώ­τα κε­φά­λαια του βι­βλίου, ό­που η συγ­γρα­φέ­ας α­να­πτύσ­σει το πως νο­εί­το τό­τε η φι­λαν­θρω­πία, προ­τι­μώ­ντας τη λέ­ξη φι­λαλ­λη­λία, που δεν έ­χει κα­μία κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή χροιά, και το ση­μα­ντι­κό ρό­λο, που δια­δρα­μά­τι­ζαν ο­ρι­σμέ­νοι σύλ­λο­γοι και σύν­δε­σμοι κα­τά την πα­γκό­σμια οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση του 1929, α­πο­κτούν, στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία, ε­πί­και­ρο χα­ρα­κτή­ρα. Αφού πε­ρι­γρά­φει την ε­τή­σια Λα­χειο­φό­ρο Αγο­ρά και ως ε­πι­στέ­γα­σμά της, τον Με­γά­λο Χο­ρό, που διορ­γά­νω­ναν, κα­τα­λή­γει με το ε­πι­μύ­θιο: «Η φι­λαλ­λη­λία της ε­πο­χής των γο­νιών μου δεν ή­ταν βλο­συ­ρή.». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, α­να­φέ­ρει τις α­να­μνη­στι­κές φω­το­γρα­φίες, που τρα­βού­σε ο κα­λύ­τε­ρος τό­τε φω­το­γρά­φος της πό­λης, ο Ατζα­ρί­της. Προς συ­μπλή­ρω­ση και ε­πει­δή η α­να­φο­ρά μό­νο του ε­πω­νύ­μου, χω­ρίς το μι­κρό ό­νο­μα, συ­νη­θί­ζε­ται μεν στις α­φη­γή­σεις, αλ­λά α­δι­κεί τον καλ­λι­τέ­χνη, θυ­μί­ζου­με ό­τι πρό­κει­ται για τον Νι­κό­λαο Ατζα­ρί­τη ή Ατσα­ρί­τη, γιο του ι­τα­λού φω­το­γρά­φου Ιω­σήφ - Αθα­νά­σιου Ατζα­ρί­τη, που ή­ταν έ­νας α­πό τους πρώ­τους φω­το­γρά­φους της πό­λης, μα­ζί με τον κου­νιά­δο του Νι­κό­λαο Μπίρ­κο. Όταν πέ­θα­νε ο Ατζα­ρί­της, το 1926, το φω­το­γρα­φείο του το α­νέ­λα­βαν οι δυο γιοι του, ο Ονού­φριος και ο Νι­κό­λα­ος, ό­που ο δεύ­τε­ρος, φοι­τη­τής της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών - κα­τό­πιν δια­κρί­θη­κε ως ζω­γρά­φος και γλύ­πτης - εί­χε την καλ­λι­τε­χνι­κή διεύ­θυν­ση.
Δυο κε­φά­λαια του βι­βλίου α­φιε­ρώ­νο­νται στην προ­σω­πι­κό­τη­τα του Ιωάν­νη Με­τα­ξά και την πε­ρίο­δο της Κα­το­χής, ό­που, δί­πλα στις προ­σω­πι­κές της ε­μπει­ρίες, σκια­γρα­φεί ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα, που διηύ­θυ­ναν τις τύ­χες της Ελλά­δος, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τον Κα­πο­δί­στρια και φθά­νο­ντας στον Με­τα­ξά, με ου­δό­λως εύ­φη­μο μνεία για τον εν­διά­με­σο, Ελευ­θέ­ριο Βε­νι­ζέ­λο. Ταυ­τό­χρο­να, ε­ντο­πί­ζει και ε­ξη­γεί τις πη­γές της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας της, ε­πι­μέ­νο­ντας στα ι­δε­ο­λο­γι­κά της ε­ρε­θί­σμα­τα. Ιδίως, α­να­φέ­ρε­ται στο προ πε­ντα­ε­τίας ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μά της «Θέ­κλη», που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται τον και­ρό των Βαλ­κα­νι­κών Πο­λέ­μων. Πα­ρα­θέ­τει αυ­τού­σια και δυο α­φη­γή­μα­τά της, δη­μο­σιευ­μέ­να στο μα­κρό­βιο πε­ριο­δι­κό «Ευ­θύ­νη», που τε­λεύ­τη­σε προ­σφά­τως και σύ­ντο­μα θα α­νή­κει κι αυ­τό στα δυ­σεύ­ρε­τα πα­λαιά πε­ριο­δι­κά.
Κομ­βι­κό κε­φά­λαιο εί­ναι το α­φιε­ρω­μέ­νο στις βι­βλιο­θή­κες. Εντρυ­φώ­ντας σε αυ­τές δεν α­γά­πη­σε μό­νο την α­νά­γνω­ση αλ­λά έ­βα­λε και τις βά­σεις της “κου­ζι­νι­κής” της. Πα­ρα­τη­ρεί ό­τι στο Με­σο­πό­λε­μο, α­κό­μη και σε έ­να α­στι­κό σπί­τι, τα βι­βλία ή­ταν λι­γο­στά και με­τρη­μέ­να ή­ταν τα σπί­τια που εί­χαν βι­βλιο­θή­κη. Θυ­μά­ται την η­μιυ­πό­γεια Αμε­ρι­κα­νι­κή Βι­βλιο­θή­κη της Υπη­ρε­σίας Πλη­ρο­φο­ριών των Η­ΠΑ, που ά­νοι­ξε το 1948, αλ­λά και την α­χα­νή Βι­βλιο­θή­κη του Πα­νε­πι­στη­μίου του Πρίν­στον, που γνώ­ρι­σε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Με συ­γκί­νη­ση α­να­κα­λεί τα πρώ­τα συγ­γρα­φι­κά της εγ­χει­ρή­μα­τα, που τις εί­χαν α­να­θέ­σει ο Χρή­στος Λα­μπρά­κης και ο Άλκης Αγγέ­λου. Μια στι­χο­μυ­θία με τον δεύ­τε­ρο της έ­δω­σε το σκού­ντη­μα για να βου­τή­ξει στα βα­θιά της έ­ρευ­νας και να α­πο­τε­λεί σή­με­ρα μια α­πό τις λί­γες συγ­γρα­φείς μας, που στη­ρί­ζουν τις ι­στο­ρι­κές μυ­θο­πλα­σίες τους σε διε­ξο­δι­κή αρ­χεια­κή έ­ρευ­να και ό­χι στα έ­τοι­μα των ι­στο­ρι­κών.
Ο Αγγέ­λου την ρώ­τη­σε: «Κυ­ρία Κα­κού­ρη, ξέ­ρε­τε να φτειά­ξε­τε μια πλο­κή; Ξέ­ρε­τε να δη­μιουρ­γή­σε­τε χα­ρα­κτή­ρες; Να κι­νή­σε­τε πρό­σω­πα; Σκε­φτή­κα­τε πο­τέ να γρά­ψε­τε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα;» Εκεί­νη, έ­χο­ντας ή­δη έ­τοι­μα, στο συρ­τά­ρι της, τρία, κα­τέ­νευ­σε. Οπό­τε ο Αγγέ­λου έ­θε­σε το ε­ρώ­τη­μα: «Για­τί λοι­πόν δεν γρά­φε­τε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα για την ε­πο­χή του Δια­φω­τι­σμού;» Απο­ρη­μέ­νη α­πά­ντη­σε ό­τι δεν γνω­ρί­ζει τί­πο­τα για τον Δια­φω­τι­σμό, ο­πό­τε και πή­ρε την α­πο­στο­μω­τι­κή α­πά­ντη­ση: «Ανά­γνω­ση δεν ξέ­ρε­τε; Να δια­βά­σε­τε και θα μά­θε­τε.»
Μυ­θι­στό­ρη­μα για την ε­πο­χή του Δια­φω­τι­σμού, τε­λι­κά, η Κα­κού­ρη δεν έ­γρα­ψε. Προ­τί­μη­σε να πα­ρα­μεί­νει στον 20ο αιώ­να. Με α­στυ­νο­μι­κά ξε­κί­νη­σε την συγ­γρα­φι­κή της πο­ρεία, το 1963, ε­νώ το πρώ­το ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μά της, που ε­ξέ­δω­σε το 1970, ή­ταν έ­να α­πό τα δυο ι­στο­ρι­κά, που εί­χε έ­τοι­μα στο συρ­τά­ρι της, το «Δρα­πέ­της της Αυ­λώ­νας». Στην “πε­ρίερ­γη”, ό­πως την α­πο­κα­λεί, ι­στο­ρία της έκ­δο­σής του α­φιε­ρώ­νει έ­να ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο. Γι’ αυ­τό το μυ­θι­στό­ρη­μα, που πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό το παι­δο­μά­ζω­μα, του­τέ­στιν τη συ­γκέ­ντρω­ση, στα χρό­νια του Εμφυ­λίου, α­πό το Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό παι­διών α­πό τη Βό­ρεια Ελλά­δα και την α­πο­στο­λή τους στις Ανα­το­λι­κές Χώ­ρες, έ­κα­νε την πρώ­τη συ­στη­μα­τι­κή έ­ρευ­να σε ε­φη­με­ρί­δες, αλ­λά και στα Αρχεία του Υπουρ­γείου Εξω­τε­ρι­κών. Την α­πα­σχο­λού­σε κα­τά πό­σο πράγ­μα­τι μπο­ρεί να συ­νέ­βη ή μή­πως ε­πρό­κει­το για προ­πα­γάν­δα, ό­πως ο­ρι­σμέ­νοι υ­πο­στή­ρι­ζαν τό­τε. Βε­βαίως, το ε­ρώ­τη­μα, που θέ­τουν ό­σοι, α­κό­μη και σή­με­ρα, προ­βλη­μα­τί­ζο­νται, α­φο­ρά την ί­δια τη λέ­ξη, “παι­δο­μά­ζω­μα”, και τη φόρ­τι­ση που κου­βα­λά α­πό τα ο­θω­μα­νι­κά χρό­νια. Πά­ντως, δί­νει την πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι, εν και­ρώ Δι­κτα­το­ρίας, ου­δείς εί­χε την διά­θε­ση να εκ­δώ­σει βι­βλίο με πα­ρό­μοιο θέ­μα, ε­κτός α­πό τις εκ­δό­σεις «Κι­βω­τός» του Χρή­στου Κα­κού­ρη. Ανα­φέ­ρει και το σχε­τι­κό με το “παι­δο­μά­ζω­μα” βι­βλίο του α­πο­σκιρ­τή­σα­ντα α­πό το ΚΚΕ Γεωρ­γίου Μα­νού­κα. Βι­βλίο “κλα­σι­κό” ε­πί του θέ­μα­τος, ό­πως το εμ­φα­νί­ζει, το ο­ποίο η Απρι­λια­νή Δι­κτα­το­ρία α­να­τύ­πω­σε στις εκ­δό­σεις του Γε­νι­κού Επι­τε­λείου Στρα­τού.
Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η θη­τεία της στη με­τα­φρα­στι­κή δου­λειά ό­χι βι­βλίων αλ­λά στα πλαί­σια ε­νός πε­ριο­δι­κού, με­τά το 1967, στον «Τα­χυ­δρό­μο», με ε­πι­κε­φα­λής τον χαλ­κέ­ντε­ρο συγ­γρα­φέα Γεώρ­γιο Ρούσ­σο. Η νοο­τρο­πία ως προς την ποιό­τη­τα και το ψα­λί­δι­σμα δεν δια­φέ­ρει και πο­λύ α­πό ε­κεί­νη της ε­πο­χής του Πα­πα­δια­μά­ντη, έ­να πε­ρί­που αιώ­να νω­ρί­τε­ρα. Ιδιαί­τε­ρο κε­φά­λαιο α­φιε­ρώ­νε­ται στο μο­να­δι­κό φαι­νό­με­νο, που α­πο­τέ­λε­σε ο «Τα­χυ­δρό­μος» κα­τά την προ­η­γού­με­νη δε­κα­ε­τία. Την ε­πο­χή του Γ. Π. Σαβ­βί­δη και της Λέ­νας Σαβ­βί­δη. Όπως ε­πι­γραμ­μα­τι­κά γρά­φει, “οι Σαβ­βί­δη­δες εί­χαν κα­τά νου να πουν πράγ­μα­τα ζου­με­ρά” και τα εί­παν. “Ήταν δά­σκα­λος”, ο Σαβ­βί­δης, “και ε­πει­δή γνώ­ρι­ζε και α­γα­πού­σε την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, ό­λες μας τις α­πό­πει­ρες, α­κό­μη και σε εί­δη που δεν εί­ναι κα­θα­ρώς λο­γο­τε­χνι­κά τις μέ­τρα­γε χω­ρίς να κά­νει σκό­ντα”.
Εν τέ­λει, η “κου­ζί­να της συγ­γρα­φέως” Αθη­νάς Κα­κού­ρη εί­ναι εν­δια­φέ­ρου­σα, για­τί εί­ναι φτιαγ­μέ­νη με τα ί­δια υ­λι­κά, που χρη­σι­μο­ποιεί και στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της.
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Τρίτη 18 Μαΐου 2010

Ψηφιακή Κιβωτός των φωτογράφων*

Βα­σι­κή αρ­χή σε κά­θε ε­πι­στή­μη εί­ναι η ορ­θο­λο­γι­κή τα­ξι­νό­μη­ση του α­ντι­κει­μέ­νου που ε­ξε­τά­ζει και α­να­λύει. Ωστό­σο, προ­τάσ­σε­ται ο ε­ντο­πι­σμός του ε­πι­στη­μο­νι­κού α­ντι­κει­μέ­νου και η προ­ε­τοι­μα­σία του ε­ρευ­νη­τι­κού πε­δίου. Αμέ­σως με­τά έρ­χε­ται και παίρ­νει θέ­ση η τα­ξι­νό­μη­ση.
Εάν α­πο­δεχ­θού­με αυ­τήν την αρ­χή, η τεκ­μη­ριω­τι­κή, η α­να­μνη­στι­κή, η συμ­βο­λι­κή, η αι­σθη­τι­κή και κά­θε άλ­λη διά­στα­ση της φω­το­γρα­φίας, εί­ναι στοι­χεία, ό­χι πρω­θύ­στε­ρα, αλ­λά στοι­χεία που έ­πο­νται. Εάν τώ­ρα κά­νου­με προ­βο­λή, ή αν θέ­λε­τε ε­φαρ­μο­γή αυ­τής της γε­νι­κής ε­πι­στη­μο­νι­κής αρ­χής στο ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δίο της ελ­λη­νι­κής φω­το­γρα­φίας, τό­τε θα προ­κύ­ψει βα­θιά α­πο­γοή­τευ­ση. Σε ό­σους δεν τρέ­φουν ψευ­δαι­σθή­σεις, το πε­δίο εί­ναι α­πο­καρ­διω­τι­κό.
Ενώ α­πό το 1839 η φω­το­γρα­φία βα­δί­ζει στα­θε­ρά στον ελ­λα­δι­κό χώ­ρο, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ί­χνη ε­πί των ο­ποίων βά­δι­σε και ά­φη­σε πί­σω της, μέ­νουν α­κό­μη στο σκό­τος. Κα­τά υ­πο­κει­με­νι­κή ε­κτί­μη­ση, ό­σα ί­χνη έ­χουν μεί­νει α­νε­ντό­πι­στα, εί­ναι, α­να­λο­γι­κά, α­πεί­ρως πε­ρισ­σό­τε­ρα ό­σων έ­χουν ε­ντο­πι­στεί.
Σπεύ­δω, ό­μως, να δώ­σω ε­ξη­γή­σεις, για να μη θεω­ρη­θώ μί­ζε­ρα αυ­στη­ρός. Υπάρ­χει, βε­βαίως, η έ­ντυ­πη Ιστο­ρία της Ελλη­νι­κής Φω­το­γρα­φίας του Άλκη Ξαν­θά­κη (εκδ. Πά­πυ­ρος, 2008). Υπάρ­χουν, ε­πί­σης, κά­μπο­σες μο­νο­γρα­φίες, ο­ρι­σμέ­νες χω­ρίς αμ­φι­βο­λία υ­πο­δειγ­μα­τι­κές, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, «Η φω­το­γρά­φος Βού­λα Πα­παϊωάν­νου» της Φα­νής Κων­στα­ντί­νου (εκδ. Άγρα/Μου­σείο Μπε­νά­κη, 2006). Σ’ αυ­τά προ­στί­θε­νται και κά­ποιες ε­πι­μέ­ρους διε­ρευ­νή­σεις φω­το­γρα­φι­κών θε­μά­των ή χρο­νι­κών πε­ριό­δων. Κα­νέ­να εξ ό­λων αυ­τών δεν υ­πο­τι­μώ ή ό­τι δεν δια­δρα­μα­τί­ζει κά­ποιο ρό­λο στο φω­το­γρα­φι­κό προ­σκή­νιο. Αντι­θέ­τως - λέω ευ­τυ­χώς που υ­πάρ­χουν κι αυ­τά.
Θέ­τω, ό­μως, το ε­ρώ­τη­μα ως ρη­το­ρι­κή δια­τύ­πω­ση. Εί­ναι ό­λα αυ­τά ι­κα­νά να φω­τί­σουν πλή­ρως το πε­δίο της φω­το­γρα­φίας; Έχου­με, δη­λα­δή, ρί­ξει ά­πλε­το φως, σε ό­λα α­νε­ξαι­ρέ­τως τα ά­ξια με­λέ­της πρό­σω­πα και θέ­μα­τα της φω­το­γρα­φίας, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα οι Γάλ­λοι, και μας μέ­νουν υ­πο­φω­τι­σμέ­να ή α­φώ­τι­στα τα ευ­τε­λή και α­σή­μα­ντα;
Μπο­ρεί ψη­λά ο πή­χυς, αλ­λά δεν α­νέ­φε­ρα τυ­χαία τους Γάλ­λους. Λί­γο πο­λύ, η φω­το­γρα­φι­κή μας α­φε­τη­ρία ταυ­τί­ζε­ται. Η πο­ρεία εί­ναι αυ­τή που σχη­μα­τί­ζει τη με­τα­ξύ μας με­γά­λη δια­φο­ρά. Σε αυ­τήν, ό­μως, τη δια­φο­ρά συμ­ψη­φί­ζε­ται και το ό­τι χρεια­ζό­μα­στε α­κό­μη πο­λύ ε­ρευ­νη­τι­κό μόχ­θο για να υ­πάρ­ξει, ό­πως σε κεί­νους, α­ξιό­πι­στο πα­νό­ρα­μα του φω­το­γρα­φι­κού πα­ρελ­θό­ντος.
Επει­δή θεω­ρη­τι­κο­λο­γώ­ντας κιν­δυ­νεύω να πέ­σω πά­λι σε μί­ζε­ρη αυ­στη­ρό­τη­τα, θα το θέ­σω λί­γο δια­φο­ρε­τι­κά. Θα κα­τα­φύ­γω σε πα­ρά­δειγ­μα, μή­πως και γί­νω πιο πει­στι­κός για τις υ­πάρ­χου­σες ελ­λεί­ψεις και τα χά­σμα­τα.
Στο ε­βδο­μα­διαίο πε­ριο­δι­κό Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νος Παρ­νασ­σός συ­να­ντά­με, το Φθι­νό­πω­ρο του 1910, έ­να δη­μο­σίευ­μα σε τρεις δια­δο­χι­κές συ­νέ­χειες. Το υ­πο­γρά­φει ο ά­γνω­στος σε μέ­να Κ. Κο­ντο­γιάν­νης. Ει­κο­νο­γρα­φεί­ται με δι­κές του φω­το­γρα­φίες και εξ αυ­τού συ­νά­γε­ται ό­τι πρό­κει­ται του­λά­χι­στον για ε­ρα­σι­τέ­χνη του φω­το­γρα­φι­κού φα­κού. Το δη­μο­σίευ­μά του φέ­ρει τίτ­λο: «Η φω­το­γρα­φία εί­νε καλ­λι­τε­χνία;»
Το ε­ρω­τη­μα­τι­κό του τίτ­λου φαί­νε­ται λο­γι­κό, κα­θώς δεν έ­χου­με α­κό­μη ε­γκλι­μα­τι­στεί για κα­λά στον πο­λι­τι­σμό της φω­το­γρα­φι­κής ει­κό­νας. Εδώ πρέ­πει να λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι η έ­ντυ­πη δη­μο­σίευ­ση φω­το­γρα­φιών εί­ναι α­κό­μη νω­πή υ­πό­θε­ση. Πέ­ραν αυ­τού, το ε­ρω­τη­μα­τι­κό α­πο­κτά α­κό­μη πιο λο­γι­κή υ­πό­στα­ση, για­τί και ο­που­δή­πο­τε αλ­λού η φω­το­γρα­φία βρί­σκε­ται στην προ­κα­ταρ­τι­κή φά­ση α­νε­ξαρ­τη­το­ποίη­σης ως καλ­λι­τε­χνι­κή έκ­φρα­ση. Γε­μά­τη συ­μπλέγ­μα­τα πα­σχί­ζει να α­πο­τι­νά­ξει το εκ γε­νε­τής μειο­νέ­κτη­μα του α­πλού α­ντι­γρα­φέα της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, διεκ­δι­κώ­ντας ι­σό­τι­μη κα­τά­τα­ξη στον κύ­κλο των ει­κα­στι­κών τε­χνών.
Κά­νου­με έ­να χρο­νι­κό άλ­μα τριών δε­κα­ε­τιών. Προσ­γειω­νό­μα­στε στη δεύ­τε­ρη δε­κα­ε­τία του Με­σο­πο­λέ­μου, με τις πρω­το­φα­νείς καλ­λι­τε­χνι­κές και λο­γο­τε­χνι­κές ζυ­μώ­σεις. Εκεί, αρ­χές ά­νοι­ξης του 1940, στο πε­ριο­δι­κό Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα συ­να­ντά­με μια άλ­λη δη­μο­σίευ­ση. Υπο­γρά­φε­ται α­πό τον Δη­μή­τριο Που­λια­νό, έ­ναν ξε­χα­σμέ­νο σή­με­ρα ζω­γρά­φο και θεω­ρη­τι­κό της τέ­χνης, με σπου­δές στο Πα­ρί­σι. Το κεί­με­νο φέ­ρει τίτ­λο, πά­λι με ε­ρω­τη­μα­τι­κό: «Η φω­το­γρα­φι­κή εί­ναι τέ­χνη;».
Ο Που­λια­νός κα­τα­θέ­τει προ­βλη­μα­τι­σμούς, έ­χο­ντας ως α­φορ­μή την έκ­θε­ση του πα­ρε­πι­δη­μού­ντα τό­τε στην Ελλά­δα Γερ­μα­νού φω­το­γρά­φου Χέρ­μπερτ Λί­στ. Με ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία υ­ψη­λής στάθ­μης, ο Που­λια­νός δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη, ό­τι η φω­το­γρα­φία εί­ναι δέ­σμια της μη­χα­νι­κής της προέ­λευ­σης και ό­τι λό­γω αυ­τού δεν μπο­ρεί να εμ­φα­νί­ζε­ται υ­πό ί­σους ό­ρους δί­πλα στις άλ­λες τέ­χνες. Αυ­τό έ­δω­σε έ­ναυ­σμα και στο α­μέ­σως ε­πό­με­νο τεύ­χος, ο κι­νη­μα­το­γρα­φι­κός κρι­τι­κός του πε­ριο­δι­κού Αλ. Χατ­ζη­γεωρ­γίου, με ε­ξί­σου υ­ψη­λή ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία αλ­λά και με έ­ναν υ­πό­γειο τό­νο δη­κτι­κό­τη­τας, α­πο­κα­θι­στά την καλ­λι­τε­χνι­κή υ­πό­στα­ση της φω­το­γρα­φίας, λέ­γο­ντας ό­τι η μη­χα­νι­κή της πλευ­ρά εί­ναι γνώ­ρι­σμα του εκ­φρα­στι­κού της μέ­σου. Στον α­ντί­λο­γο, προ­τάσ­σει αυ­τό που σχε­δόν κα­τ’ α­ντι­γρα­φή ή σε βελ­τιω­μέ­νη πα­ραλ­λα­γή προ­συ­πο­γρά­φου­με μέ­χρι σή­με­ρα σε ό,τι α­φο­ρά την καλ­λι­τε­χνι­κή φω­το­γρα­φία.
Θα πί­στευε κα­νείς ό­τι το ε­ρώ­τη­μα α­πα­ντή­θη­κε ο­ρι­στι­κά υ­πέρ της φω­το­γρα­φίας, α­φή­νο­ντας πί­σω πα­ρό­μοιες συ­ζη­τή­σεις και προ­βλη­μα­τι­σμούς. Όποιος, ό­μως, το πι­στέ­ψει δια­κιν­δυ­νεύει την προ­φη­τι­κή του ο­ξυ­δέρ­κεια.
Αφού με­σο­λα­βή­σει η Κα­το­χή και μπού­με στο κα­μί­νι του Εμφυ­λίου, δύο μή­νες πριν τη λή­ξη του, ο γνω­στός τε­χνο­κρι­τι­κός της ΚΑ­ΘΗ­ΜΕ­ΡΙ­ΝΗΣ Άγγε­λος Προ­κο­πίου δη­μο­σιεύει άρ­θρο με α­ντί­στοι­χο τίτ­λο, θέ­το­ντας, ό­μως, και ε­κεί­νος ε­ρω­τη­μα­τι­κό: «Εί­ναι τέ­χνη η φω­το­γρα­φία;», ρω­τά. Πα­ρεν­θε­τι­κά, αλ­λά ό­χι ά­σχε­τα, υ­πεν­θυ­μί­ζω ό­τι δεν πρό­κει­ται για τυ­χαίο πρό­σω­πο. Εκτός α­πό τη γε­νι­κό­τε­ρη ει­κα­στι­κή του καλ­λιέρ­γεια, ή­ταν ε­πί­σης κα­λός γνώ­στης και σε θέ­μα­τα φω­το­γρα­φίας. Υπεν­θυ­μί­ζω, ε­πί­σης, ό­τι βρί­σκε­ται α­νά­με­σα στα ι­δρυ­τι­κά μέ­λη της κα­τό­πιν Ελλη­νι­κής Φω­το­γρα­φι­κής Εται­ρίας - πιο γνω­στής με τα αρ­κτι­κά Ε­ΦΕ - και ό­τι ε­κεί έ­δι­νε δια­λέ­ξεις, α­να­πτύσ­σο­ντας υ­πό μορ­φή σε­μι­να­ρίων θέ­μα­τα αι­σθη­τι­κής.
Τι μπο­ρεί, λοι­πόν, να με­σο­λά­βη­σε εν­διά­με­σα, στο πε­δίο της φω­το­γρα­φίας και θέ­τει εκ νέ­ου το ί­διο α­κρι­βώς ε­ρώ­τη­μα; Έχου­με κα­θη­λω­θεί και α­να­κυ­κλώ­νου­με τους προ­βλη­μα­τι­σμούς του 1910; Αμφι­σβη­τεί τη φω­το­γρα­φία ως τέ­χνη, ό­πως ο Που­λια­νός στο Με­σο­πό­λε­μο; Το θέ­τει ρη­το­ρι­κά και με ά­λυ­σο ε­πι­χει­ρη­μά­των το α­ναι­ρεί, κα­τα­λή­γο­ντας σε κα­τα­φα­τι­κή α­πά­ντη­ση; Κά­τι, πά­ντως, πρέ­πει να συμ­βαί­νει. Και το κυ­ριό­τε­ρο· αυ­τής της μορ­φής προ­βλη­μα­τι­σμοί ξα­να­εμ­φα­νί­ζο­νται στον Τύ­πο ή ξε­φου­σκώ­νουν και μέ­νου­με ως σή­με­ρα στην κα­τά­φα­ση;
Φε­ρέγ­γυα α­πά­ντη­ση στην α­να­δρο­μή αυ­τού του θέ­μα­τος - το ο­ποίο α­νέ­φε­ρα πρό­χει­ρα και εν­δει­κτι­κά - δεν υ­πάρ­χει. Με άλ­λα λό­για, η κα­τά χρο­νι­κή δια­δο­χή πρόσ­λη­ψη του θέ­μα­τος α­που­σιά­ζει ή εί­ναι ελ­λι­πής. Αυ­τό με­τα­φρά­ζε­ται σε α­τε­λή και, εν­δε­χο­μέ­νως, σε πα­ρα­πλα­νη­τι­κή ει­κό­να, ε­νώ ζη­τού­με­νο εί­ναι η σύν­θε­ση μιας α­κέ­ραιας.
Εάν, τε­λι­κά, δεν συ­νταχ­θεί σχε­τι­κή βι­βλιο­γρα­φία του ελ­λη­νι­κού Τύ­που, θα μας κα­τα­κλύ­ζουν πα­ρό­μοια α­να­πά­ντη­τα ε­ρω­τή­μα­τα σε σω­ρεία άλ­λων φω­το­γρα­φι­κών θε­μά­των και η φω­το­γρα­φι­κή ει­κό­να του πα­ρελ­θό­ντος θα πα­ρα­μέ­νει α­πο­σπα­σμα­τι­κή. Μό­νο με συ­στη­μα­τι­κή α­πο­δελ­τίω­ση δη­μο­σιευ­μά­των μπο­ρούν να ε­ντο­πι­στούν τα ί­χνη και σε σύ­ζευ­ξη με τα ε­πε­ξερ­γα­σμέ­να φω­το­γρα­φι­κά αρ­χεία, να σχη­μα­τι­στεί ο πε­ρι­ζή­τη­τος άτ­λας της ελ­λη­νι­κής φω­το­γρα­φίας. Δια­φο­ρε­τι­κά, δη­λα­δή χω­ρίς α­να­δί­φη­ση, θα πέ­φτου­με συ­χνά σε συ­σκο­τι­σμέ­να θέ­μα­τα ε­κνευ­ρι­στι­κά α­προ­σέγ­γι­στα.
Όλοι, ό­μως, ξέ­ρου­με ό­τι η Ελλά­δα εί­ναι μια δύ­σκο­λη χώ­ρα και ό­τι κά­τι τέ­τοιο φα­ντά­ζει πε­ριτ­τή πο­λυ­τέ­λεια. Και ό­πως έ­χουν α­νέ­κα­θεν τα φω­το­γρα­φι­κά πράγ­μα­τα και ι­δίως σή­με­ρα, με τα ά­γρια οι­κο­νο­μι­κά α­διέ­ξο­δα, θα έ­λε­γα ό­τι ως ελ­πί­δα πραγ­μά­τω­σης κι­νεί­ται στο χώ­ρο της ει­κο­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Κά­τι, δη­λα­δή, ι­δε­α­τό και ά­πια­στο. Έτσι, κά­θε πα­ρελ­θο­ντι­κό ί­χνος έ­χει α­φε­θεί προς ε­ντο­πι­σμό στο φι­λό­τι­μο κά­ποιων «μα­νια­κών».
Σ’ αυ­τήν, λοι­πόν, τη χο­ρεία των «μα­νια­κών» υ­πά­γε­ται και ο Άλκης Ξαν­θά­κης, με την Ιστο­ρία του, τις δη­μο­σιεύ­σεις του και με το νεό­βγαλ­το ψη­φια­κό Λε­ξι­κό του. Ομο­ει­δές του Λε­ξι­κού στα ελ­λη­νι­κά, στην ό­μο­ρη πε­ριο­χή των ει­κα­στι­κών τε­χνών αλ­λά σε έ­ντυ­πη μορ­φή, εί­ναι το τε­τρά­το­μο Λε­ξι­κό Ελλή­νων Καλ­λι­τε­χνών (εκδ. Μέ­λισ­σα). Υπάρ­χει μια συγ­γέ­νεια, του­λά­χι­στον εξ αγ­χι­στείας, στον το­μέα της καλ­λι­τε­χνι­κής φω­το­γρα­φία, η ο­ποία ε­κεί, για ά­γνω­στο λό­γο, α­που­σιά­ζει. Κα­τ’ α­πό­λυ­τη α­ντι­στοι­χία εί­ναι μη συ­γκρί­σι­μα, για­τί πέ­ραν της ό­ποιας δια­φο­ράς του α­ντι­κει­μέ­νου, ε­κεί υ­πήρ­ξε έμ­μι­σθη σύ­μπρα­ξη πο­λυ­με­λούς ο­μά­δας και ε­ξω­τε­ρι­κών συ­νερ­γα­τών, με ή­δη υ­παρ­κτό βι­βλιο­γρα­φι­κό υ­λι­κό. Εδώ, α­ντί­στοι­χα, δού­λε­ψε μό­νο έ­νας, τό­σο στη συλ­λο­γή στοι­χείων ό­σο και στη σύ­ντα­ξη των λημ­μά­των. Στο ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δίο δεν υ­πήρ­ξε ι­διαί­τε­ρη προ­ε­τοι­μα­σία. Κι­νή­θη­κε σε σχε­δόν παρ­θέ­να βι­βλιο­γρα­φι­κά πε­ριο­χή, έ­χο­ντας, το πο­λύ-πο­λύ, την α­δή­λω­τη βοή­θεια κά­ποιων φί­λων. Εκεί, τα ο­νο­μα­στι­κά λήμ­μα­τα έ­χουν πε­ρι­φρα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα και βι­βλιο­γρα­φι­κό κα­τα­φύ­γιο, ε­νώ ε­δώ κα­τα­χω­ρού­νται, τη­ρου­μέ­νων των α­να­λο­γιών, σε πιο ευ­σύ­νο­πτη μορ­φή και χω­ρίς βι­βλιο­γρα­φία. Μοιά­ζουν σαν σε α­να­μο­νή για πε­ραι­τέ­ρω συ­μπλη­ρώ­σεις ο­νο­μά­των και στοι­χείων, διορ­θώ­σεις σε τυ­χόν λαν­θα­σμέ­να στοι­χεία κ.λπ.
Ωστό­σο, το Λε­ξι­κό, το ο­ποίο θεω­ρώ κά­τι σαν κι­βω­τό των φω­το­γρά­φων, συν­δέε­ται στε­νά με τον πο­λυ­σέ­λι­δο τό­μο της Ιστο­ρίας της Ελλη­νι­κής Φω­το­γρα­φίας. Συ­νυ­φαί­νε­ται μα­ζί της και το έ­να α­να­πλη­ρώ­νει το άλ­λο. Το μεν Λε­ξι­κό πα­ρα­τάσ­σει προς α­να­πλή­ρω­ση ε­ξαι­ρε­τι­κά με­γά­λο α­ριθ­μό α­πό ελ­λεί­πο­ντα ο­νό­μα­τα, η δε Ιστο­ρία α­ντα­πο­δί­δει την α­να­πλή­ρω­ση, κυ­ρίως με θέ­μα­τα πε­ριό­δων, χρο­νι­κής δια­δο­χής, ο­μα­δο­ποιή­σεων, τά­σεων, αι­σθη­τι­κής, κοι­νω­νι­κο-ι­στο­ρι­κά κ.λπ. Εν ο­λί­γοις, λει­τουρ­γούν ως συ­μπα­γές σύ­νο­λο, χω­ρίς, βε­βαίως, να τί­θε­ται σε αμ­φι­σβή­τη­ση η αυ­το­τε­λής υ­πό­στα­ση.
Πά­ντως, ό­σο και να στα­θεί κα­νείς α­παι­τη­τι­κός, α­ντι­με­τω­πί­ζο­ντας το Λε­ξι­κό με αυ­στη­ρούς ό­ρους, πρέ­πει να λά­βει υ­πό­ψη ό­τι δεν υ­πάρ­χει άλ­λο γε­νε­α­λο­γι­κό μη­τρώο της ελ­λη­νι­κής φω­το­γρα­φίας. Δεν υ­πάρ­χει, δη­λα­δή, κά­τι άλ­λο σχε­τι­κό προς σύ­γκρι­ση. Συ­νε­πώς, αυ­τό έ­χου­με, με αυ­τό θα πο­ρευ­τού­με, εί­τε ως ε­ρευ­νη­τές εί­τε ως ε­ρα­σι­τέ­χνες προ­σκολ­λη­μέ­νοι έμ­μο­να στη φω­το­γρα­φία.
Με κίν­δυ­νο να εκ­τρα­πώ, θα έ­λε­γα ό­τι σε μια χώ­ρα, ό­πως η Ελλά­δα, η ο­ποία ξέ­ρει μό­νο να αυ­το­θαυ­μά­ζε­ται για το πο­λι­τι­στι­κό της πα­ρελ­θόν, το Λε­ξι­κό δεν της εί­ναι μό­νο αρ­κε­τό αλ­λά ό­τι της πε­ρισ­σεύει. Τις πε­ρισ­σεύει, για­τί ως α­πο­τέ­λε­σμα το έ­φε­ρε εις πέ­ρας, ό­χι μια ο­μά­δα υ­πό θε­σμι­κή σκέ­πη, αλ­λά έ­νας στην κλει­σού­ρα του σπι­τιού του, με μό­νη συν­δρο­μή το υ­ψη­λό κό­στος πα­ρα­γω­γής, που α­νέ­λα­βε το Ε­ΛΙΑ. Αυ­τό το «έ­νας» θέ­λω να πι­στεύω εξ α­νά­γκης και ό­χι ως ε­γωι­στι­κή α­πώ­θη­ση του «ο­μα­δι­κά».
Αν ό­χι ό­λοι, του­λά­χι­στον οι πιο υ­πο­ψια­σμέ­νοι ξέ­ρου­με ό­τι για να φτά­σει σε πλή­ρη πε­ρά­τω­ση κά­τι α­νά­λο­γο, προϋπο­θέ­τει μα­κρο­χρό­νια πα­ρα­δειγ­μα­τι­κή α­φο­σίω­ση. Να κοι­μά­σαι, δη­λα­δή, και να ξυ­πνάς με το υ­πό α­να­ζή­τη­ση α­ντι­κεί­με­νο. Μια τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση φι­λέ­ρευ­νου τα­μπε­ρα­μέ­ντου θεω­ρώ ό­τι εί­ναι ο Άλκης Ξαν­θά­κη.
Κω­στής Λιό­ντης

Ση­μείω­ση. Το κεί­με­νο, με μι­κρές πα­ραλ­λα­γές, α­πο­τέ­λε­σε ο­μι­λία κα­τά την πα­ρου­σία­ση του ψη­φια­κού Λε­ξι­κού του Άλκη Ξαν­θά­κη (Λε­ξι­κό Φω­το­γρά­φων 1839-1960. Έλλη­νες φω­το­γρά­φοι και ξέ­νοι φω­το­γρά­φοι στην Ελλά­δα, εκδ. Ε.Λ.Ι.Α. του Μ.Ι.Ε.Τ.). Η πα­ρου­σία­ση πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε στις 7 Μαίου σε αί­θου­σα του Μορ­φω­τι­κού Ινστι­τού­του της Εθνι­κής Τρα­πέ­ζης. Πέ­ρα α­πό τον υ­πο­γρά­φο­ντα, μί­λη­σαν η Φα­νή Κων­στα­ντί­νου, σύμ­βου­λος στο Φω­το­γρα­φι­κό Αρχείο του Μου­σείου Μπε­νά­κη και ο Τά­κης Τζή­μας, κα­θη­γη­τής φω­το­γρα­φίας και εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού ΦΩ­ΤΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ. Επί­σης, ο ί­διος ο Άλκης Ξαν­θά­κης μί­λη­σε διε­ξο­δι­κά για την μα­κρά πε­ρίο­δο έ­ρευ­νας και προ­ε­τοι­μα­σίας του ψη­φια­κού Λε­ξι­κού, κά­νο­ντας, ταυ­τό­χρο­να, και δειγ­μα­το­λη­πτι­κή πα­ρου­σία­ση. Στο Λε­ξι­κό κα­τα­χω­ρού­νται πά­νω α­πό 4.000 λήμ­μα­τα Ελλή­νων και ξέ­νων φω­το­γρά­φων, που ερ­γά­στη­καν στην Ελλά­δα, ό­πως και Ελλή­νων που ερ­γά­στη­καν στο ε­ξω­τε­ρι­κό. Ορι­σμέ­να λήμ­μα­τα, κά­που 1.500, συ­νο­δεύο­νται α­πό πορ­τρέ­τα των ί­διων των φω­το­γρά­φων ή α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά δείγ­μα­τα φω­το­γρα­φιών τους. Προ­γραμ­μα­τί­ζε­ται και πρό­κει­ται σύ­ντο­μα να γί­νει α­νάρ­τη­ση του Λε­ξι­κού στον δια­δι­κτυα­κό τό­πο του Ε.Λ.Ι.Α., με ε­λεύ­θε­ρη πρό­σβα­ση. Για τυ­χόν σχό­λια, πλη­ρο­φο­ρίες και ε­μπλου­τι­σμό των λημ­μά­των εκ μέ­ρους των «ε­πι­σκε­πτών», το ο­ποίο εί­ναι μέ­σα στις ε­πι­διώ­ξεις του Ε.Λ.Ι.Α., θα προ­βλέ­πε­ται πρό­σβα­ση ή τρό­πος ε­πι­κοι­νω­νίας. Όποιος, λοι­πόν, εί­χε πα­τέ­ρα, παπ­πού, προ­πάπ­πο ή ο­ποιασ­δή­πο­τε άλ­λης συγ­γέ­νειας ή και γνω­ρι­μίας φω­το­γρά­φο πριν το 1960, κα­λεί­ται να κα­τα­βάλ­λει τον ο­βο­λό του, ό­χι σε χρή­μα, αλ­λά σε έ­γκυ­ρες πλη­ρο­φο­ρίες.

Λεζάντα φωτογραφιών: Από επάνω αριστερά: Φίλιππος Μαργαρίτης, ο πρώτος Έλληνας φωτογράφος. Φρέντ Μπουασσοννά, ένας από τους ξένους φωτογράφους, που επισκέπτεται τη χώρα μας στις αρχές του 20ου αι. και απαθανατίζει συστηματικά το ελληνικό τοπίο. Βούλα Παπαϊωάννου, μια από τις κορυφαίες Ελληνίδες φωτογράφους. Κώστας Μπαλάφας, ο πρεσβύτερος εν ζωή φωτογράφος.

Ένας πλατωνικός έρωτας

Κώ­στας Ου­ρά­νης
«Ένα ει­δύλ­λιο
36 α­νέκ­δο­τες ε­πι­στο­λές»
Επι­μέ­λεια Αλόη Σι­δέ­ρη
Εκδό­σεις Ίδρυ­μα Κώ­στα
και Ελέ­νης Ου­ρά­νη


Εδώ κα­ρά­βια χά­νο­νται, βαρ­κού­λες αρ­με­νί­ζου­ν”, θα σκε­φτεί ο α­να­γνώ­στης του «Ex Libris», βλέ­πο­ντας να ε­πα­νερ­χό­μα­στε στον Ου­ρά­νη. Ίσως και να έ­χει δί­κιο, αν μας χρεώ­σει με άρ­ρω­στο ρο­μα­ντι­σμό. Ού­τε, βε­βαίως, το γε­γο­νός ό­τι ε­φέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 120 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Ου­ρά­νη μας σώ­ζει, δε­δο­μέ­νου του πλή­θους των α­ξιο­μνη­μό­νευ­των ε­πε­τείων, τις ο­ποίες έ­χου­με κα­τά και­ρούς προ­σπε­ρά­σει. Πα­ρό­λα αυ­τά εν­δί­δου­με στην εμ­μο­νή να μην ε­γκα­τα­λεί­που­με έ­να θέ­μα η­μι­τε­λές. Ύστε­ρα, το βι­βλίο, στο ο­ποίο α­να­φε­ρό­μα­στε, έ­τσι κι αλ­λιώς, αν δεν σφάλ­λου­με, λαν­θά­νει. Ο Ου­ρά­νης α­γα­πή­θη­κε πο­λύ στην ε­πο­χή του και έ­μει­νε ως “ο τε­λευ­ταίος ρο­μα­ντι­κός των γραμ­μά­των μας”, γραμ­μα­το­λο­γι­κά κα­τα­χω­ρη­μέ­νος στην Αθη­ναϊκή Σχο­λή του νε­ο­ρο­μα­ντι­σμού και νε­ο­συμ­βο­λι­σμού. Ας ε­πα­νέλ­θου­με, ό­μως, στο η­μι­τε­λές κεί­με­νο της προ­πε­ρα­σμέ­νης Κυ­ρια­κής.
«Η μο­να­χή Αλκο­φο­ρά­δο, ο Ου­ρά­νης και η ε­πι­στο­λο­γρα­φία» ή­ταν ο τίτ­λος του. Τρία ου­σια­στι­κά δη­μιουρ­γούν τρεις δυα­δι­κές σχέ­σεις. Σε ε­κεί­νο το κεί­με­νο ε­ξα­ντ­λού­σα­με τις δυο: η πορ­το­γα­λί­δα μο­να­χή έ­γρα­ψε πα­θια­σμέ­νες ε­ρω­τι­κές ε­πι­στο­λές τον 17ο αιώ­να, ο Ου­ρά­νης τις με­τέ­φρα­σε το 1920, πι­θα­νώς και πί­νο­ντας κα­φέ στο κα­φε­νε­δά­κι της Λισ­σα­βώ­νας, που σύ­χνα­ζε ο Πεσ­σόα. Τε­λειώ­νει, ό­μως, η σχέ­ση του Ου­ρά­νη με την ε­πι­στο­λο­γρα­φία στο ρό­λο το δεύ­τε­ρο του με­τα­φρα­στή; Στους δώ­δε­κα τό­μους, που ε­ξέ­δω­σε με­τά το θά­να­τό του, το 1953, η σύ­ζυ­γός του Ελέ­νη Ου­ρά­νη, συ­γκε­ντρώ­θη­καν ποιή­μα­τα, πε­ζά και με­λέ­τες. Πά­σης φύ­σεως πε­ζά· διη­γή­μα­τα, α­φη­γή­σεις, λυ­ρι­κές πρό­ζες, α­πο­σπά­σμα­τα μυ­θι­στο­ρη­μά­των, προ­πα­ντός, τα τα­ξι­διω­τι­κά του. “Ένα εί­δος Απά­ντω­ν”, τους α­πο­κα­λεί ο Λου­κάς Κού­σου­λας, υ­πεν­θυ­μί­ζο­ντας το πλή­θος των δη­μο­σιευ­μά­των του Ου­ρά­νη, που πα­ρα­μέ­νουν σκόρ­πια σε ποι­κί­λα έ­ντυ­πα. Πά­ντως, σε αυ­τό το συ­γκε­ντρω­τι­κό σώ­μα του έρ­γου του, ε­πι­στο­λές δεν δη­μο­σιεύο­νται. Θα μπο­ρού­σαν, βε­βαίως, να υ­πάρ­χουν στο Αρχείο του και να μη κρί­θη­καν α­πό την ε­πι­με­λή­τρια και σύ­ζυ­γο ά­ξιες δη­μο­σίευ­σης. Κα­τ’ αρ­χήν, ό­μως, υ­πάρ­χει Αρχείο Ου­ρά­νη;
Η Αλόη Σι­δέ­ρη εί­ναι κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή: “Αρχείο Ου­ρά­νη δεν υ­πάρ­χει που­θε­νά!” Έτσι κι αλ­λιώς, τα κα­τά­λοι­πα των συγ­γρα­φέων συ­νι­στούν μια μα­κριά ό­σο και με­λαγ­χο­λι­κή ι­στο­ρία, που γεν­νά πε­ρισ­σό­τε­ρες ει­κα­σίες πα­ρά βε­βαιό­τη­τες. Ένα συ­μπέ­ρα­σμα εί­ναι σί­γου­ρο: οι κά­το­χοί τους λει­τουρ­γούν με γνώ­μο­να το ί­διον ό­φε­λος. Κι αυ­τό ι­σχύει, εί­τε πρό­κει­ται για κλη­ρο­νό­μους, ό­πως συ­ζύ­γους και εξ αί­μα­τος συγ­γε­νείς, εί­τε για φε­ρώ­νυ­μες Εται­ρείες και Ιδρύ­μα­τα. Ωστό­σο, η Σι­δέ­ρη εί­χε στη διά­θε­σή της τις ε­πι­στο­λές του Ου­ρά­νη. Ίσως να μην εί­ναι οι μο­να­δι­κές δια­σω­θεί­σες σε κά­ποιο ά­φα­ντο ή και λαν­θά­νον Αρχείο. Πά­ντως, εί­ναι, σί­γου­ρα, οι μο­να­δι­κές που έ­χουν, μέ­χρι σή­με­ρα, εκ­δο­θεί. Την η­με­ρο­μη­νία, Μάιος 1992, φέ­ρει η ει­σα­γω­γή της στην έκ­δο­ση, με τον ρο­μα­ντι­κό τίτ­λο, «Ένα ει­δύλ­λιο». Και πράγ­μα­τι, μέ­σα α­πό τις ε­πι­στο­λές, ξε­δι­πλώ­νε­ται έ­να ει­δύλ­λιο, και με τις δυο έν­νοιες της λέ­ξης. Τό­σο την κυ­ριο­λε­κτι­κή, ως αι­σθη­μα­τι­κό πε­ζο­γρά­φη­μα ε­πι­στο­λι­κής μορ­φής, ό­σο και τη με­τα­φο­ρι­κή ως τρυ­φε­ρή ε­ρω­τι­κή σχέ­ση. Ανε­ξάρ­τη­τα αν ο ση­με­ρι­νός α­να­γνώ­στης ως προς το δεύ­τε­ρο σκέ­λος, μπο­ρεί και να το χα­ρα­κτη­ρί­σει έ­να πα­ρά­δο­ξο έως α­δια­νό­η­το ει­δύλ­λιο.
“Τα γράμ­μα­τα του Ου­ρά­νη στην Κα­λο­μοί­ρα Κου­ρού­κλη εί­ναι α­πό τα πε­ρι­πα­θέ­στε­ρα ε­ρω­τι­κά κεί­με­να της νε­ο­ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας”, δια­πι­στώ­νει η Σι­δέ­ρη. Πρό­κει­ται για 30 ε­πι­στο­λές, πυ­κνο­γραμ­μέ­νες και σχε­δόν ό­λες πο­λυ­σέ­λι­δες, 6 τα­χυ­δρο­μι­κές κάρ­τες και 9 φω­το­γρα­φίες του Ου­ρά­νη. Η πρώ­τη ε­πι­στο­λή, σε ε­πι­στο­λό­χαρ­το με τη φίρ­μα «Εφη­με­ρίς Ακρό­πο­λις», φέ­ρει η­με­ρο­μη­νία 2 Φε­βρουα­ρίου 1913, και η τε­λευ­ταία, 19 Απρι­λίου 1915, σε ε­πι­στο­λό­χαρ­το με τη φίρ­μα «Cafe Restaurant d’ Orsay». Η διεύ­θυν­ση του α­πο­στο­λέα αλ­λά­ζει: Αθή­να, Λεω­νί­διο Κυ­νου­ρίας, Πα­ρί­σι, Μι­λά­νο, Λον­δί­νο. Η διεύ­θυν­ση της πα­ρα­λή­πτριας πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρά στο Λη­ξού­ρι Κε­φα­λο­νιάς, τη γε­νέ­τει­ρά της. Η Κα­λο­μοί­ρα Κου­ρού­κλη ή­ταν δυο χρό­νια μι­κρό­τε­ρη του Ου­ρά­νη, γεν­νη­θεί­σα το 1892. Ποιή­τρια και ε­κεί­νη, έ­κα­νε νω­ρίς την πρώ­τη της εμ­φά­νι­ση στα γράμ­μα­τα. Δε­κα­ε­πτά ε­τών δη­μο­σίευ­σε πε­ζά της στην πα­τραϊκή ε­φη­με­ρί­δα «Πε­λο­πόν­νη­σος» και στο ε­βδο­μα­διαίο φι­λο­λο­γι­κό πε­ριο­δι­κό «Ελλάς» του Σπύ­ρου Πο­τα­μιά­νου. Λί­γους μή­νες νω­ρί­τε­ρα, Δε­κέμ­βριο 1908, και πά­λι στο «Ελλάς», δη­μο­σίευ­σε ποίη­μα, για πρώ­τη φο­ρά, και ο Ου­ρά­νης.
Το ει­δύλ­λιο του Ου­ρά­νη και της Κα­λο­μοί­ρας πλέ­χτη­κε μέ­σω των ε­πι­στο­λών. Το αί­σθη­μα ή­ταν α­μοι­βαίο, ω­στό­σο ε­μείς γνω­ρί­ζου­με μό­νο τη μια ό­ψη του, α­φού τα γράμ­μα­τα της Κα­λο­μοί­ρας δεν βρέ­θη­καν. Αντ’ αυ­τών, η Σι­δέ­ρη πα­ρα­θέ­τει έ­να «Τρα­γού­δι» της, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο κε­φαλ­λο­νί­τι­κο πε­ριο­δι­κό «Ζι­ζά­νιον», το 1914: «Σου φέρ­νω ε­γώ της νειό­της μου την πρό­σχα­ρην η­μέ­ρα / μες του χει­μώ­να τ’ ά­γριου τον ά­γριο και­ρό / ε­γώ ’μαι η ο­λο­γέ­λα­στη του πέ­λα­ου θυ­γα­τέ­ρα, / Μάη σου φέρ­νω ε­γώ...» Σε αυ­τό το νέο και φω­τει­νό, που φέρ­νει η Κα­λο­μοί­ρα, ό­χι στη ζωή, αλ­λά κυ­ρίως στην ποίη­ση του Ου­ρά­νη, ε­στιά­ζει τον σχο­λια­σμό της η Σι­δέ­ρη. Δια­βά­ζο­ντας πα­ράλ­λη­λα τα ποιή­μα­τα του Ου­ρά­νη και το και­νού­ριο ντο­κου­μέ­ντο, που συ­νι­στούν οι ε­πι­στο­λές του, δεί­χνει τις εκ­φρα­στι­κές και θε­μα­τι­κές τους συ­μπτώ­σεις, ε­ξη­γώ­ντας με το “ει­δύλ­λιο” την ε­ξέ­λι­ξη της ποίη­σής του αλ­λά και χρο­νο­λο­γώ­ντας πολ­λά ποιή­μα­τά του. Εξέ­λι­ξη, που ο­ρι­σμέ­νοι κρι­τι­κοί του Ου­ρά­νη έ­χουν ε­πι­ση­μά­νει. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Λί­νος Πο­λί­της θεω­ρεί ό­τι ο Ου­ρά­νης ε­πη­ρέ­α­σε πο­λύ τους συγ­χρό­νους του και τους λί­γο νεό­τε­ρους, δη­λα­δή τη λε­γό­με­νη γε­νιά του 1920, με τη μο­να­δι­κή ου­σια­στι­κά συλ­λο­γή του, τις «Νο­σταλ­γίες» του 1920. Πα­ρό­τι εί­χε δη­μο­σιεύ­σει δύο προ­η­γού­με­νες, την πρώ­τη («Σαν ό­νει­ρα») του 1909, που δια­γρά­φει και ο ί­διος ο Ου­ρά­νης, και το «Spleen» του 1912. Όταν ακ­μά­ζει το ει­δύλ­λιο, φαί­νε­ται ό­τι γρά­φει τα έ­ξι «Ερω­τι­κά» και τα τρία ποιή­μα­τα του «Ύμνου στην Άνοι­ξη», τα ο­ποία, στη συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση του 1953, τα­ξι­νο­μού­νται στα «Τρα­γού­δια», μα­ζί με άλ­λα σκόρ­πια ποιή­μα­τα, που βρέ­θη­καν α­πό τη σύ­ζυ­γό του στα χαρ­τιά του. Την ί­δια ε­πο­χή, ξε­κι­νά­ει να γρά­φει και τα ποιή­μα­τα της τρί­της συλ­λο­γής.
Τη δια­φο­ρο­ποίη­ση της ποίη­σης του Ου­ρά­νη α­πό το «Spleen» στις «Νο­σταλ­γίες», μα­ζί με έ­ναν ε­κτε­νέ­στε­ρο σχο­λια­σμό των ποιη­τι­κών συμ­βο­λι­σμών και των με­τα­πτώ­σεων της ποιη­τι­κής του διά­θε­σης, τα πα­ρου­σία­σε η Σι­δέ­ρη, σε έ­να δεύ­τε­ρο βι­βλίο της για τον Ου­ρά­νη, που εκ­δό­θη­κε έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, το 1993, στην ε­ξαί­ρε­τη σει­ρά, «Η ελ­λη­νι­κή ποίη­ση», των εκ­δό­σεων της Εστίας, με διευ­θυ­ντή τον ποιη­τή Γιώρ­γο Κο­ρο­πού­λη. Εί­ναι ο δεύ­τε­ρος τό­μος, σε συ­νο­λι­κά μό­λις ο­κτώ. Κα­τά την Σι­δέ­ρη, ο Ου­ρά­νης, ό­πως ό­λοι οι ε­ρω­τευ­μέ­νοι, έ­χει ξαφ­νι­κά α­να­κα­λύ­ψει τον πα­ρά­δει­σο. Το νέο στοι­χείο εί­ναι ο υ­παρ­κτός και φω­τει­νός κό­σμος, που πα­ρα­με­ρί­ζει χί­μαι­ρες, νο­σταλ­γι­κά ό­νει­ρα και με­λαγ­χο­λία. Μπο­ρεί το ει­δύλ­λιο να κρά­τη­σε μό­λις δυο χρό­νια, η αλ­λα­γή, ό­μως, ό­χι τό­σο ως διά­θε­ση, αλ­λά στους στι­χουρ­γι­κούς του τρό­πους, έ­μει­νε.
Η Κα­λο­μοί­ρα δια­λύει τις ο­μί­χλες στην ψυ­χή του Ου­ρά­νη. Πώς, ό­μως, άρ­χι­σε η αλ­λη­λο­γρα­φία τους; Το πρώ­το γράμ­μα το στέλ­νει ο Ου­ρά­νης, με­τά μια συ­ζή­τη­ση με φί­λη του για την Κα­λο­μοί­ρα, που του δη­μιούρ­γη­σε την ε­ντύ­πω­ση πως πρό­κει­ται για μια α­πό τις “λε­πτές ψυ­χές” που ζού­νε “με τη νο­σταλ­γία του ω­ραίου και της αρ­μο­νίας”. Και ε­κεί­νη θα του α­πα­ντή­σει με μια ε­πι­στο­λή, που έ­δει­χνε πράγ­μα­τι μια α­δελ­φή ψυ­χή. Ανταλ­λάσ­σουν φω­το­γρα­φίες αλ­λά δεν συ­να­ντιού­νται. Ο Ου­ρά­νης, το κα­λο­καί­ρι του 1913, πα­ρα­θε­ρί­ζει στο πα­τρο­γο­νι­κό του, στο Λεω­νί­διο, τη “βίλ­λα” του, ό­πως την α­πο­κα­λεί. Στη συ­νέ­χεια, προσ­λαμ­βά­νε­ται ως α­ντα­πο­κρι­τής της κα­θη­με­ρι­νής ε­φη­με­ρί­δος «Νέα Ελλάς» στο Λον­δί­νο, ό­που και μέ­νει μέ­χρι το τέ­λος του 1913. Τε­λι­κά, φεύ­γει για το Πα­ρί­σι.
Στην τε­λευ­ταία ε­πι­στο­λή α­πό το Λον­δί­νο γρά­φει: «... Δεν πι­στεύω να φο­βά­σαι τώ­ρα το Πα­ρί­σι. Θα αι­σθά­νε­σαι πό­σο δι­κός σου εί­μαι ώ­στε να εί­νε δύ­σκο­λο να στρα­φώ προς τις πα­ληές γυ­ναί­κες. Τα δε­σμά της δι­κής σου α­γά­πης εί­νε τό­σο ε­πι­θυ­μη­τά και α­γα­πη­μέ­να που βέ­βαια δεν θά­μαι ε­γώ που θα τα σπά­σω για να τρέ­ξω πί­σω α­πό προ­βλη­μα­τι­κές ευ­τυ­χίες... Τώ­ρα για μέ­να το Πα­ρί­σι θα εί­ναι η πό­λις του πνεύ­μα­τος...». Ολό­κλη­ρο το 1914 και τους πρώ­τους μή­νες του 1915 βρί­σκε­ται στο Πα­ρί­σι. Συ­χνά εί­ναι άρ­ρω­στος. Οι ε­πι­στο­λές γί­νο­νται ό­λο και θερ­μό­τε­ρες. “Σε φι­λώ α­γα­πη­μέ­νη μου στα χεί­λια –σή­με­ρα– στα χεί­λια κι εί­μαι δι­κός σου.” Εί­ναι η κα­τα­κλεί­δα της ε­πι­στο­λής της 6ης Ια­νουα­ρίου 1915. Μέ­χρι την τε­λευ­ταία σω­θεί­σα ε­πι­στο­λή, στην ο­ποία στρέ­φε­ται σε πρα­κτι­κά θέ­μα­τα: «... Ναι, δεν μπο­ρού­με πια να ζού­με στην α­να­μο­νή. Όλα τεί­νουν σε μια μοι­ραία ε­ξέ­λι­ξη. Κι’ η α­γά­πη μας; Λοι­πόν, νο­μί­ζεις πως εί­νε και­ρός τώ­ρα; Ας βά­νου­με τις βά­σεις της μελ­λο­ντι­κής μας ζωής. Αρχί­ζω ε­γώ πρώ­τα...» Ανα­λύει τα στε­νά οι­κο­νο­μι­κά του και την κα­κή σχέ­ση με τον πλού­σιο πα­τέ­ρα του. Την ρω­τά­ει, αν μπο­ρεί αυ­τή να συ­νει­σφέ­ρει. Ενώ, το­νί­ζει πως εί­ναι πια “η Γυ­ναί­κα του”.
Με αυ­τήν την ε­πι­στο­λή τε­λειώ­νει η αλ­λη­λο­γρα­φία τους. Σε μια υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση, η Σι­δέ­ρη πλη­ρο­φο­ρεί, ό­τι, σύμ­φω­να με προ­φο­ρι­κή μαρ­τυ­ρία της Κα­λο­μοί­ρας, ε­κεί­νη του εί­χε α­πα­ντή­σει ό­τι μπο­ρού­σε να συ­νει­σφέ­ρει στο γά­μο τους ε­λά­χι­στα με­τρη­τά και έ­να α­κί­νη­το στο Λη­ξού­ρι. Γνω­ρί­ζου­με ό­τι ο Ου­ρά­νης ε­πέ­στρε­ψε στην Αθή­να άρ­ρω­στος. Στο «Ημε­ρο­λό­γιο ε­νός φθι­σι­κού», δια­βά­ζου­με ό­τι στις 15 Οκτω­βρίου 1915 βρί­σκε­ται α­κό­μη στο Πα­ρί­σι. Αρχές Νο­εμ­βρίου, έρ­χε­ται στην Αθή­να, μέ­νει για λί­γο στο Λεω­νί­διο, και στις 27 Νο­εμ­βρίου α­να­χω­ρεί για το Ντα­βός. Εκεί μέ­νει δυο χρό­νια και γνω­ρί­ζει την Μα­νουέ­λα Σα­ντιά­γκο, που πα­ντρεύε­ται στις αρ­χές του 1918. Η Κα­λο­μοί­ρα πα­ντρεύε­ται τον συ­ντο­πί­τη της Χα­ρά­λα­μπο Μα­τα­ρά­γκα, και ε­κεί­νος ποιη­τής, Ια­νουά­ριο 1921. Συ­μπτω­μα­τι­κά, εί­ναι η χρο­νιά που εκ­δί­δε­ται η με­τά­φρα­ση των ε­πι­στο­λών της μο­να­χής Αλκο­φο­ρά­δο α­πό τον Ου­ρά­νη.
Οι α­πο­ρίες μέ­νουν. Άρα­γε α­πά­ντη­σε ο Ου­ρά­νης ή α­πλώς, σιώ­πη­σε; Όρι­σαν κά­ποιο ρα­ντε­βού; Ακό­μη κι αν δεν εί­χαν τα χρεια­ζού­με­να για να στή­σουν σπι­τι­κό, α­κό­μη κι αν ο Ου­ρά­νης ή­ταν φθι­σι­κός, φαί­νε­ται τό­σο α­πί­θα­νο σε ε­μάς σή­με­ρα να μην έ­χουν την πε­ριέρ­γεια μιας γνω­ρι­μίας. Μέ­νουν οι ε­πι­στο­λές και η διε­ξο­δι­κό­τε­ρη πα­ρου­σία­σή τους ως πε­ζο­γρα­φή­μα­τα. Σύμ­φω­να με τον Κώ­στα Στερ­γιό­που­λο, το τα­ξι­διω­τι­κό έρ­γο του Ου­ρά­νη α­να­νέω­σε και τε­λειο­ποίη­σε το εί­δος των τα­ξι­διω­τι­κών ε­ντυ­πώ­σεων στο Με­σο­πό­λε­μο. Ενώ, ταυ­τό­χρο­να, το α­να­γνω­ρί­ζει ως α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κό έρ­γο. Ισχύει η ί­δια δια­πί­στω­ση για τις ε­πι­στο­λές του; Εν ευ­θέ­τω χρό­νω, η α­πά­ντη­ση.
Απο­μέ­νει, ό­μως, μια α­κό­μη α­πο­ρία σχε­τι­κά με τη συ­γκε­κρι­μέ­νη έκ­δο­ση. Μια τό­σο κα­λή φι­λό­λο­γος, ό­πως υ­πήρ­ξε η Αλόη Σι­δέ­ρη, πώς και λη­σμο­νεί να α­να­φέ­ρει το Αρχείο, στο ο­ποίο βρί­σκο­νται οι ε­πι­στο­λές που πα­ρου­σιά­ζει; Την α­πο­ρία λύ­νει μια υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση, η ο­ποία και ε­ξη­γεί την εμ­μο­νή της με τον Ου­ρά­νη. Ποιή­τρια η ί­δια, δεν έ­χει α­σχο­λη­θεί με κα­νέ­ναν άλ­λο τό­σο διε­ξο­δι­κά. Όπως φαί­νε­ται, η Αλόη Σι­δέ­ρη, α­κρι­βέ­στε­ρα η Αλόη Μα­τα­ρά­γκα-Σι­δέ­ρη, με­γά­λω­σε με ι­στο­ρίες για τον πλα­τω­νι­κό έ­ρω­τα της μη­τέ­ρας της. Με αυ­τήν την προο­πτι­κή, η ε­πι­κέ­ντρω­ση στον ποιη­τή Ου­ρά­νη και η α­πο­σιώ­πη­ση του αν­θρώ­που γί­νε­ται κα­τα­νο­η­τή και α­ξιέ­παι­νης δια­κρι­τι­κό­τη­τας. Ση­μειώ­νου­με ό­τι η Σι­δέ­ρη δη­μο­σίευ­σε τις ε­πι­στο­λές τριά­ντα χρό­νια με­τά το θά­να­το της μη­τέ­ρας της.
Ξα­να­δια­βά­ζο­ντας το πρό­σφα­το διή­γη­μα του Μι­χά­λη Γκα­νά, «Μυ­ρω­διά βρεγ­μέ­νης θά­λασ­σας» και το ποίη­μα «Πε­ρα­στι­κές» του Ου­ρά­νη, α­να­λο­γι­ζό­μα­στε μή­πως ο ρο­μα­ντι­σμός των συγ­γρα­φέων ε­ξαν­τλεί­ται στη λο­γο­τε­χνία;

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτογραφία: «Έρως και Ψυχή», γλυπτό του Αντόνιο Κανόβα.

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Στίχοι και αφηγήσεις με δυνατό κροσέ

Arthur Cravan
«O Oscar Wilde ζει!»
Ει­σα­γω­γή-Με­τά­φρα­ση
Νί­κος Στα­μπά­κης
Εκδό­σεις Φαρ­φου­λάς
Νοέμ­βριος 2009

Δεν θα πρέ­πει να εί­ναι πολ­λοί οι συγ­γρα­φείς, που ε­πι­δό­θη­καν πα­ραλ­λή­λως και στην πυγ­μα­χία, κα­θώς οι δυο ε­πι­δό­σεις δεν θα έ­λε­γε κα­νείς ό­τι συγ­γε­νεύουν. Ο μό­νος, που μας έρ­χε­ται στο νου, εί­ναι ο Έρνε­στ Χέ­μιν­γουεϋ. Οι συγ­γρα­φείς εί­θι­σται να κα­τα­πιά­νο­νται με την ευ­γε­νή πά­λη των λέ­ξεων και μέ­σω αυ­τών να γρον­θο­κο­πούν τους άλ­λους και την κοι­νω­νία. Κι αυ­τό, στις πε­ρι­πτώ­σεις που εμ­φα­νί­ζουν βίαιο τα­μπε­ρα­μέ­ντο. Ο Νί­κος Στα­μπά­κης, ποιη­τής ο ί­διος αλ­λά ό­χι πυγ­μά­χος, σύμ­φω­να του­λά­χι­στον με το βιο­γρα­φι­κό του, πα­ρου­σιά­ζει έ­να συγ­γρα­φέα πυγ­μά­χο. Όχι, ό­μως, έ­να μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο, αλ­λά έ­ναν ποιη­τή, δη­λα­δή το πιο λε­πταί­σθη­το εί­δος συγ­γρα­φέα. Δε­δο­μέ­νου ό­τι ο Στα­μπά­κης εί­ναι ι­δρυ­τι­κό μέ­λος της Υπερ­ρε­α­λι­στι­κής Ομά­δας Αθη­νών και ε­ντρυ­φεί στον υ­περ­ρε­α­λι­σμό, γη­γε­νή και διε­θνή, το βι­βλίο του γι’ αυ­τόν τον ποιη­τή και πυγ­μά­χο μπο­ρεί να γεν­νή­σει, σε ό­σους δεν έ­χουν α­κού­σει το ό­νο­μα του Άρθουρ Κρα­βάν, την υ­πο­ψία ό­τι πρό­κει­ται για υ­περ­ρε­α­λι­στι­κή ε­πι­νό­η­ση. Άλλω­στε σκια­γρα­φεί έ­να πρό­σω­πο ι­δια­ζό­ντως εκ­κε­ντρι­κό, ε­νώ α­νι­στο­ρεί έ­να βίο, βρα­χύ μεν, αλ­λά γε­μά­το πε­ρι­πέ­τειες. Πα­ρ’ ό­λα αυ­τά, ο Άρθουρ Κρα­βάν εί­ναι πρό­σω­πο υ­παρ­κτό, έ­στω κι αν τα τεκ­μή­ρια της πα­ρου­σίας του ε­πι­σκιά­ζο­νται και υ­περ­κα­λύ­πτο­νται α­πό τις συ­γκε­χυ­μέ­νες και α­ντι­κρουό­με­νες δια­δό­σεις, κα­θι­στώ­ντας τον μια θρυ­λι­κή φυ­σιο­γνω­μία των πρώ­των δε­κα­ε­τιών του 20ου αιώ­να.
Το Άρθουρ Κρα­βάν δεν εί­ναι το πραγ­μα­τι­κό του ό­νο­μα, αλ­λά το προ­ε­ξάρ­χον ψευ­δώ­νυ­μό του, κα­θό­σον υ­πήρ­ξε έ­νας μα­νια­κός της ψευ­δω­νυ­μίας. Το πραγ­μα­τι­κό του ό­νο­μα εί­ναι Φα­μπιάν Αβε­νά­ριους Λόϊντ. Γεν­νή­θη­κε στις 22 Μαΐου 1887 στη Λω­ζάν­νη και φέ­ρε­ται ως δευ­τε­ρό­το­κος γιος του Άγγλου Ότο Χόλ­λα­ντ Λόϊντ, που ή­ταν κου­νιά­δος του Όσκαρ Ουάϊλντ. Η συγ­γέ­νεια του Κρα­βάν με τον Ουάϊλντ α­πο­τε­λεί μέ­ρος του θρύ­λου του. Η σύ­ζυ­γος του Ουάϊλντ, η Κον­στά­νς Λόϊντ, ή­ταν α­δελ­φή του πα­τέ­ρα του. Σύμ­φω­να με τα βιο­γρα­φι­κά, που πα­ρα­θέ­τει ο Στα­μπά­κης, οι γο­νείς του Κρα­βάν χώ­ρι­σαν α­μέ­σως με­τά τη γέν­νη­σή του. Ο Ότο Λόϊντ α­δια­φο­ρού­σε γι’ αυ­τόν και ο με­γα­λύ­τε­ρος γιος της οι­κο­γέ­νειας, κι αυ­τός ο­νο­μα­ζό­με­νος Ότο Λόϊντ, τον θεω­ρού­σε ε­τε­ρο­θα­λή α­δελ­φό του. Μά­λι­στα, προ­σθέ­τει την πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι την ί­δια ε­πο­χή χώ­ρι­σε και ο Ουάϊλντ. Ωστό­σο, ο βιο­γρά­φος του Ουάϊλντ, Ρί­τσαρ­ντ Έλλμαν δεν α­να­φέ­ρει κα­νέ­να νό­θο γιο, ού­τε, ό­μως, και δια­ζύ­γιο. Σύμ­φω­να με τη βιο­γρα­φία του, που με­τα­φρά­στη­κε πέ­ρυ­σι και στα ελ­λη­νι­κά (εκ­δό­σεις Πα­τά­κη), ο Ότο Λόϊντ γνώ­ρι­σε τον Ουάϊλντ στην Οξφόρ­δη, τα χρό­νια των σπου­δών τους. Ενώ, την Κον­στά­νς, ο Ουάϊλντ την γνώ­ρι­σε αρ­γό­τε­ρα, μέ­σω ε­νός θείου της, που ή­ταν δι­κη­γό­ρος της Βα­σι­λι­κής Αυ­λής. Πα­ντρεύ­τη­καν στις 29 Μαΐου 1884 και α­πέ­κτη­σαν δυο γιους, τον έ­να με­τά τον άλ­λο: στις 5 Ιου­νίου 1885 γεν­νή­θη­κε ο Σί­ρι­λ, στις 5 Νο­εμ­βρίου 1886 ο Βί­βιαν. Ωστό­σο, στη συ­νέ­χεια, δεν χώ­ρι­σαν, α­πλώς α­πο­ξε­νώ­θη­καν. Στη βιο­γρα­φία α­να­φέ­ρε­ται ό­τι ο Ότο θεω­ρού­σε την α­πο­μά­κρυν­σή τους ως έ­να κα­νο­νι­κό δια­ζύ­γιο. Αργό­τε­ρα, την ε­πο­χή των δι­κα­στι­κών διώ­ξεων του Ουάϊλντ, η σύ­ζυ­γός του εί­χε υ­πο­βά­λει α­γω­γή δια­ζυ­γίου, την ο­ποία τε­λι­κά α­πέ­συ­ρε. Επί­σης, α­πό τη βιο­γρα­φία τεκ­μαί­ρε­ται ό­τι ού­τε ο Ότο Λόϊντ χώ­ρι­σε, α­φού, το 1891, το ζεύ­γος πα­ρέ­θε­σε γεύ­μα στον Ουάϊλντ. Εκτός κι αν πρό­κει­ται για δεύ­τε­ρη σύ­ζυ­γο του Ότο, κα­θώς ο Έλλμαν δεν την α­να­φέ­ρει ο­νο­μα­στι­κά.
Όπως και να έ­χει, ο Κρα­βάν, σε έ­να α­πό τα γνω­στό­τε­ρα κεί­με­νά του, με τον τίτ­λο «Ο Όσκαρ Ουάϊλντ ζει!», ό­που α­φη­γεί­ται μια ε­πί­σκε­ψη του φα­ντά­σμα­τος του Ουάϊλντ στο σπί­τι του, την νύ­χτα της 23ης Μαρ­τίου 1913, τον πα­ρου­σιά­ζει ως πα­τέ­ρα του. Ο νε­κρα­να­στη­μέ­νος, δε­κα­τρία χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, Ουάϊλντ, ρω­τά νέα για την μη­τέ­ρα του. Εκεί πα­ρα­τη­ρεί: «Αυ­τή η ε­ρώ­τη­ση μου προ­ξέ­νη­σε μιαν ι­διά­ζου­σα φυ­σι­κή ε­πί­πτω­ση, κα­θώς, πολ­λές φο­ρές, μου εί­χαν πει μι­σό­λο­γα σχε­τι­κά με τη μυ­στη­ριώ­δη γέν­νη­σή μου· και με εί­χαν δια­φω­τί­σει ε­λά­χι­στα, α­φή­νο­ντάς με να υ­πο­θέ­σω ό­τι ί­σως ο Όσκαρ Ουάϊλντ να ή­ταν πα­τέ­ρας μου. Του α­φη­γή­θη­κα ό­λα ό­σα ή­ξε­ρα για ε­κεί­νη· προ­σέ­θε­σα α­κό­μη κι ό­τι η κυ­ρία Ουάϊλντ, πριν πε­θά­νει, την εί­χε ε­πι­σκε­φθεί, στην Ελβε­τία. Του μί­λη­σα για τον κύ­ριο Λόϊντ -τον πα­τέ­ρα μου;- θυ­μί­ζο­ντάς του αυ­τό που εί­χε πει ο ί­διος κά­πο­τε για ε­κεί­νο­ν: “Εί­ναι ο πλέ­ον ε­πί­πε­δος άν­θρω­πος που έ­χω γνω­ρί­σει πο­τέ”. Δια­ψεύ­δο­ντας τις προ­βλέ­ψεις μου, ο Ουάϊλντ έ­μοια­σε να θλί­βε­ται σ’ αυ­τήν την α­νά­μνη­ση.» Πά­ντως, η Κον­στά­νς πέ­θα­νε δυο χρό­νια πριν τον Ουάϊλντ, το 1898.
Επα­νερ­χό­μα­στε στον Κρα­βάν, α­νη­ψιό ή νό­θο γιο του Ουάϊλντ. Τα παι­δι­κά του χρό­νια τα πέ­ρα­σε στη Λω­ζάν­νη, ε­νώ τα ε­φη­βι­κά του, με­τα­ξύ Λω­ζάν­νης και Μπέρ­μιγ­χαμ. Φη­μο­λο­γεί­ται ό­τι φοί­τη­σε σε αγ­γλι­κή στρα­τιω­τι­κή α­κα­δη­μία, α­πό την ο­ποία α­πο­βλή­θη­κε κα­τό­πιν ξυ­λο­δαρ­μού κα­θη­γη­τή. Στα δε­κα­ε­πτά του, έ­ζη­σε για λί­γο στο Βε­ρο­λί­νο. Το 1906 μπάρ­κα­ρε, ως θερ­μα­στής, σε φορ­τη­γό πλοίο, με προο­ρι­σμό την Αυ­στρα­λία. Εκεί ε­γκα­τέ­λει­ψε το πλοίο και ερ­γά­στη­κε ως υ­λο­τό­μος. Χρο­νο­λο­γία σταθ­μός γι’ αυ­τόν, στά­θη­κε το 1909, που ε­γκα­τα­στά­θη­κε στο Πα­ρί­σι. Ένα πρώ­το άρ­θρο του ε­ντο­πί­ζε­ται στην α­θλη­τι­κή ε­φη­με­ρί­δα «L’ Echo des Sports», το ο­ποίο και υ­πο­γρά­φει με το πραγ­μα­τι­κό του ό­νο­μα. Το ψευ­δώ­νυ­μο Άρθουρ Κρα­βάν πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στο πε­ριο­δι­κό του. Το προ­κλη­τι­κό «Maintenant», του ο­ποίου το πρώ­το τεύ­χος κυ­κλο­φό­ρη­σε τον Απρί­λιο του 1912, με εκ­δό­τη τον Άρθουρ Κρα­βάν. Ορι­σμέ­νοι υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­τι το Κρα­βάν εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό την ο­μώ­νυ­μη πό­λη της Δυ­τι­κής Γαλ­λίας, που τύ­χαι­νε να εί­ναι η γε­νέ­τει­ρα της αρ­ρα­βω­νια­στι­κιάς, που εί­χε ε­κεί­νη την ε­πο­χή. Όσο για το Αρθού­ρος, πα­ρα­μέ­νει ά­γνω­στο για­τί το ε­πέ­λε­ξε. Εκτός αν εί­χε κα­τά νου τον θρυ­λι­κό βα­σι­λιά Αρθού­ρο και τους ιπ­πό­τες του, που, στην πε­ρί­πτω­σή του, συγ­χω­νεύο­νταν ό­λοι σε έ­να πρό­σω­πο, το δι­κό του. Μό­νος του γρά­φει το «Maintenant», υ­πο­γρά­φο­ντας τα κεί­με­να με δια­φο­ρε­τι­κά ψευ­δώ­νυ­μα.
Η ύ­λη του πε­ριο­δι­κού α­παρ­τί­ζε­ται, κα­τ’ αρ­χήν, α­πό ποιή­μα­τα, που, εκ των υ­στέ­ρων, οι γάλ­λοι ντα­νταϊστές θεώ­ρη­σαν προ­δρο­μι­κά των δι­κών τους. Ο Στα­μπά­κης με­τα­φρά­ζει το ποίη­μα «Σφυ­ρί­χτρα», που ή­ταν το πρω­το­σέ­λι­δο του πρώ­του τεύ­χους. Ακο­λου­θούν ι­διό­τυ­πα πε­ζά, τα ο­ποία, στα με­τέ­πει­τα χρό­νια, πο­λύ ε­κτί­μη­σαν οι υ­περ­ρε­α­λι­στές. Ένα, μά­λι­στα, α­πό αυ­τά, υ­πό τον τίτ­λο, «Αντρέ Ζι­ντ», πρω­το­σέ­λι­δο του δεύ­τε­ρου τεύ­χους, που εκ­δό­θη­κε Ιού­λιο 1913, το συ­μπε­ριέ­λα­βε ο Αντρέ Μπρε­τόν στην «Ανθο­λο­γία του μαύ­ρου χιού­μορ», που ο­λο­κλή­ρω­σε το 1940. Σε αυ­τό ο Κρα­βάν α­φη­γεί­ται ό­σα συ­νέ­βη­σαν κα­τά την ε­πί­σκε­ψή του στην οι­κία του Ζι­ντ, πε­ρι­γρά­φο­ντας γλα­φυ­ρά πό­σο πο­λύ, κα­τά τη φα­ντα­σία του, γοή­τε­ψε τον γάλ­λο συγ­γρα­φέα. Πρό­κει­ται για έ­να σα­τι­ρι­κό πε­ζό, που δια­κω­μω­δεί τον Ζι­ντ. Με­τα­ξύ άλ­λων, ση­μειώ­νει: «... Εν ό­λω, εί­ναι μια ύ­παρ­ξη πο­λύ μι­κρή. Ο κ. Gide θα πρέ­πει να ζυ­γί­ζει πε­ρί τα πε­νή­ντα πέ­ντε κι­λά, με ύ­ψος πε­ρί­που έ­να και ε­ξή­ντα πέ­ντε. Το βά­δι­σμά του δεί­χνει πε­ζο­γρά­φο, που δεν θα μπο­ρέ­σει πο­τέ να γρά­ψει ού­τε έ­να στί­χο. Με ό­λα αυ­τά, ο καλ­λι­τέ­χνης πα­ρου­σιά­ζει μια ό­ψη α­σθε­νι­κή...». Τό­τε, ο Ζι­ντ ή­ταν 44 ε­τών. Ένα χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, του α­ντα­πέ­δω­σε τα ί­σα στο μυ­θι­στό­ρη­μά του «Τα Υπό­γεια του Βα­τι­κα­νού», πλά­θο­ντας έ­ναν ή­ρωα ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό τα δι­κά του κα­τορ­θώ­μα­τα, τον Λευ­κά­διο.
Το πε­ριο­δι­κό «Maintenant» κυ­κλο­φό­ρη­σε πέ­ντε τεύ­χη, με τε­λευ­ταίο το 1915. Ο Στα­μπά­κης με­τα­φρά­ζει και δη­μο­σιεύει τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τα κεί­με­να του πε­ριο­δι­κού. Εκτός α­πό τα α­νέκ­δο­τα τεκ­μή­ρια και τα φα­ντα­στι­κά πε­ρι­στα­τι­κά πε­ρί του Όσκαρ Ουάϊλντ και τη σά­τι­ρα για τον Αντρέ Ζι­ντ, το πιο σκαν­δα­λώ­δες κεί­με­νο εί­ναι «Η Έκθε­ση των Ανε­ξαρ­τή­των». Δη­μο­σιεύ­τη­κε στο τέ­ταρ­το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού και ο Κρα­βάν εί­χε το θρά­σος να που­λά­ει το τεύ­χος έ­ξω α­πό το Σα­λό­νι των Ανε­ξαρ­τή­των, ό­που κά­θε χρό­νο γι­νό­ταν η έκ­θε­ση των με­λών. Σε αυ­τό δη­λώ­νει εκ προοι­μίου, ό­τι πε­ρι­φρο­νεί τη ζω­γρα­φι­κή και ό­τι προ­τι­μά τη φω­το­γρα­φία, ε­νώ, στη συ­νέ­χεια, δί­κην κρι­τι­κής, δια­σύ­ρει τους ζω­γρά­φους, που εκ­θέ­τουν, ε­μπαί­ζο­ντας τους πί­να­κές τους. Πα­ρα­δό­ξως, σε μο­νο­μα­χία δεν τον κα­λεί κά­ποιος α­πό τους θι­γό­με­νους ζω­γρά­φους, αλ­λά ο Γκυ­γιώμ Απολ­λι­ναί­ρ, θια­σώ­της της μο­ντέρ­νας ζω­γρα­φι­κής, που εί­χε δη­μο­σιεύ­σει ε­γκω­μια­στι­κή κρι­τι­κή για την έκ­θε­ση. Ο λό­γος, ό­μως, της μο­νο­μα­χίας ή­ταν άλ­λος. Ο Κρα­βάν τον εί­χε α­πο­κα­λέ­σει Εβραίο, προ­σθέ­το­ντας, ω­στό­σο, ό­τι δεν εί­χε κα­μία προ­κα­τά­λη­ψη ε­να­ντίον του Εβραίων και ό­τι τους προ­τι­μού­σε α­πό τους προ­τε­στά­ντες. Μή­νυ­ση, πά­ντως, για προ­σβο­λή κα­τέ­θε­σε μό­νο η Ρω­σί­δα Σό­νια Τερ­κ, σύ­ζυ­γος του φί­λου τού Απολ­λι­ναί­ρ, ζω­γρά­φου Ρο­μπέρ Ντε­λω­ναί. Πά­ντως, οι πα­ρά­γρα­φοι, που της α­φιε­ρώ­νει, συ­νι­στούν μια α­πο­θέω­ση του φαλ­λο­κρα­τι­σμού και εί­ναι οι δια­σκε­δα­στι­κό­τε­ρες του λί­βε­λου. Βε­βαίως, το μό­νο που δεί­χνει ο χλευα­σμός της ζω­γρα­φι­κής του Ντε­λω­ναί, που θεω­ρεί­ται ο πρώ­τος α­μι­γώς α­νει­κο­νι­κός ζω­γρά­φος, εί­ναι η ά­γνοια του Κρα­βάν σε θέ­μα­τα μο­ντέρ­νας τέ­χνης. Πά­ντως, ο ί­διος ζω­γρά­φι­ζε και κυ­ρίως, σκι­τσά­ρι­ζε, υ­πο­γρά­φο­ντας τα δη­μο­σιευ­μέ­να στο πε­ριο­δι­κό σκί­τσα με διά­φο­ρα ψευ­δώ­νυ­μα.
Του ποιη­τή, ό­μως, και του λι­βε­λο­γρά­φου Κρα­βάν προ­η­γή­θη­κε ο πυγ­μά­χος. Εί­ναι με αυ­τήν την ι­διό­τη­τα που έ­μελ­λε να α­να­γρα­φεί και στις ελ­λη­νι­κές ε­φη­με­ρί­δες. Εν μέ­σω των ει­δή­σεων α­πό το πο­λε­μι­κό μέ­τω­πο της Λιέ­γης και τις γαλ­λο­γερ­μα­νι­κές μά­χες, την Κυ­ρια­κή, 3 Αυ­γού­στου 1914, δη­μο­σιεύε­ται, στα ψι­λά των ε­φη­με­ρί­δων, στη στή­λη “θέ­α­τρα”, η α­να­κοί­νω­ση για “τον μέ­γα α­γώ­να πυγ­μα­χίας του Κα­να­δού Κρα­βάν με­τά του Ολυ­μπιο­νί­κου Γιώρ­γου Κα­λα­φά­τη”, που λαμ­βά­νει χώ­ρα στο Θέ­α­τρο Ολύ­μπια. Εκεί­νο το χρό­νο, ο Κρα­βάν τα­ξί­δευε ε­κτός Γαλ­λίας, σε ου­δέ­τε­ρες, α­κό­μη, χώ­ρες για να α­πο­φύ­γει την στρά­τευ­ση. Τε­λι­κά, έ­φυ­γε για τις Η­ΠΑ, ό­που και συ­νέ­χι­σε τον πε­ρι­πε­τειώ­δη βίο του. Εκεί γνώ­ρι­σε την ποιή­τρια Μί­να Λόϊ, την ο­ποία και πα­ντρεύ­τη­κε στο Με­ξι­κό. Μό­νο που δεν νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­κε, πα­ρό­λο που το προ­σπά­θη­σε, α­νοί­γο­ντας σχο­λή πυγ­μα­χίας. Τα ί­χνη του χά­θη­καν τον Νοέμ­βριο του 1918. Το πι­θα­νό­τε­ρο, πνί­γη­κε στα α­νοι­κτά του κόλ­που του Με­ξι­κού. Λέ­γε­ται ό­τι εί­χε φύ­γει με μια βάρ­κα με πα­νί. Στα γρα­πτά του, συ­χνά α­να­φε­ρό­ταν σε μια ε­ντυ­πω­σια­κή αυ­το­κτο­νία. Την φα­ντα­ζό­ταν σαν μια α­κό­μη πα­ρά­στα­ση, κά­τι σαν ύ­στα­το χαι­ρε­τι­σμό, στο ύ­ψος ε­νός με­γά­λου “περ­φόρ­με­ρ”. Τον πε­ρι­γρά­φουν σαν έ­ναν ε­ντυ­πω­σια­κό ά­ντρα, δύο μέ­τρα ψη­λό, που ζύ­γι­ζε 125 κι­λά. Η Μί­να Λόϊ έ­γρα­ψε έ­να βι­βλίο γι’ αυ­τόν, που πο­τέ δεν ο­λο­κλή­ρω­σε. Μό­νο κά­ποια α­πο­σπά­σμα­τα δη­μο­σιεύ­τη­καν. Φέ­ρει, πά­ντως, τον τίτ­λο, «Ο Κο­λοσ­σός». Σί­γου­ρα, δια­φο­ρε­τι­κός του “Κο­λοσ­σού του Μα­ρου­σιού”, αλ­λά πο­λύ πέ­ραν ε­κεί­νου ε­ντυ­πω­σια­κός. Ο Ρά­βαν υ­πήρ­ξε μια εκ­κε­ντρι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα, που φαί­νε­ται ό­τι ε­νέ­πνευ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο τους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους πα­ρά τους βιο­γρά­φους. Πρό­σφα­τα, με­τα­φρά­στη­κε στα ελ­λη­νι­κά το βι­βλίο του Άγγλου Ντέ­η­βι­ντ Λαίη­λ, «Τε­λευ­ταίος σταθ­μός Σα­λί­να Κρους», γραμ­μέ­νο σαν τα­ξι­διω­τι­κό στα ί­χνη του Κρα­βάν. Γι’ αυ­τό και χρω­στά­με χά­ρι­τες στο Στα­μπά­κη για το βι­βλίο τεκ­μη­ρίων, που ε­ξέ­δω­σε.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου