Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Ενδογενή προβλήματα στη φωτογραφία της Αντίστασης ή Φωτογραφίες και φωτογράφοι που έμειναν στο ημίφως

Σε ό­σα προ­τί­θε­μαι να κα­τα­θέ­σω δεν πρό­κει­ται να α­κο­λου­θή­σω κά­ποιο με­θο­δο­λο­γι­κό ερ­γα­λείο. Ού­τε έ­χω την πρό­θε­ση να α­να­πτύ­ξω κά­ποια θεω­ρία. Θα κά­νω μία α­πλή, μάλ­λον ε­μπει­ρι­κή, προ­σέγ­γι­ση του θέ­μα­τος. Δί­νω προ­κα­τα­βο­λι­κά αυ­τές τις ε­ξη­γή­σεις για να προ­λά­βω πι­θα­νές εν­στά­σεις ή υ­ψη­λές α­παι­τή­σεις.
Πρέ­πει, κα­ταρ­χήν, να δώ­σω τις α­κρι­βείς συ­ντε­ταγ­μέ­νες πλοή­γη­σης στο θέ­μα ή, το πλαί­σιο ό­πως λέ­νε, για­τί υ­πάρ­χει κίν­δυ­νος πα­ρερ­μη­νειών.
Ο πό­λε­μος, κα­τά κοι­νή πα­ρα­δο­χή, πα­ρου­σιά­ζει διτ­τή υ­πό­στα­ση. Η μία εί­ναι του με­τώ­που, με τις έ­νο­πλες συ­γκρού­σεις και η άλ­λη του ά­μα­χου πλη­θυ­σμού στα με­τό­πι­σθεν, Εάν αυ­τό το δεχ­θού­με ως γε­νι­κή αρ­χή, τό­τε, κα­τά τη διάρ­κεια της Κα­το­χής, πέ­ρα α­πό τις υ­πάρ­χου­σες ι­διαι­τε­ρό­τη­τες, έ­χου­με το έ­νο­πλο α­ντάρ­τι­κο στην ο­ρει­νή Ελλά­δα και τον υ­πό ξέ­νη τρι­πλή κα­το­χή ά­μα­χο πλη­θυ­σμό των α­στι­κών πε­ριο­χών.
Εκ των πραγ­μά­των, η φω­το­γρα­φία πα­ρου­σιά­ζει και αυ­τή διτ­τή υ­πό­στα­ση και α­ντα­να­κλα­στι­κά ταυ­τί­ζε­ται, σχε­δόν α­πό­λυ­τα, με τις δρα­μα­τι­κές συν­θή­κες αυ­τής της πε­ριό­δου.
Δεν γνω­ρί­ζω εάν κα­τά το πα­ρελ­θόν, τους Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους και την Μι­κρα­σια­τι­κή εκ­στρα­τεία, πα­ρα­τη­ρεί­ται το α­νά­λο­γο φω­το­γρα­φι­κό ζεύ­γος. Πά­ντως, στην κα­το­χι­κή φω­το­γρα­φία πρέ­πει να θεω­ρη­θεί ως δε­δο­μέ­νο. Συ­μπλη­ρώ­νε­ται μά­λι­στα, με έ­να δεύ­τε­ρο φω­το­γρα­φι­κό ζεύ­γος, που λει­τουρ­γεί ως α­ντι­κρι­στός κα­θρέ­φτης προς το προ­η­γού­με­νο. Εί­ναι η διτ­τή ό­ψη της κα­το­χι­κής ει­κό­νας, τό­σο η έ­νο­πλη ό­σο και αυ­τή του ά­μα­χου πλη­θυ­σμού, η ο­ποία προ­κύ­πτει α­πό τα φω­το-κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά συ­νερ­γεία των γερ­μα­νι­κών στρα­τευ­μά­των.
Αυ­τό εί­ναι το σύ­μπαν της κα­το­χι­κής φω­το­γρα­φίας. Μέ­σα του, ως υ­πο­σύ­νο­λο, τα­ξι­νο­μεί­ται και ο α­στε­ρι­σμός της α­μι­γώς α­ντι­στα­σια­κής φω­το­γρα­φίας. Χρο­νι­κά ο­ρί­ζε­ται στο διά­στη­μα με­τα­ξύ Απρι­λίου 1941 και Οκτω­βρίου 1944.
Μπαί­νω τώ­ρα στο δεύ­τε­ρο σκέ­λος του πλαι­σίου: Στο α­μι­γώς φω­το­γρα­φι­κό πε­δίο και τις ε­ξαι­ρε­τι­κά δυ­σμε­νείς συν­θή­κες του.
Σύμ­φω­να με την Ιστο­ρία της Ελλη­νι­κής Φω­το­γρα­φίας του Άλκη Ξαν­θά­κη, οι Σύμ­μα­χοι, υ­πο­χω­ρώ­ντας τον Απρί­λιο του 1941, κα­τέ­στρε­ψαν τις ε­γκα­τα­στά­σεις της Kodak στην Αθή­να. Κι αυ­τό για να μην πε­ριέλ­θουν στα γερ­μα­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα. Η κα­τα­στρο­φή εί­χε ως ε­πα­κό­λου­θο, να δια­σω­θούν ε­λά­χι­στα φιλμ και τε­χνι­κό υ­λι­κό. Σ' αυ­τό προ­στί­θε­ται ο α­πο­κλει­σμός του ελ­λα­δι­κού χώ­ρου α­πό τους Συμ­μά­χους και έ­τσι οι ελ­λεί­ψεις πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται.
Στη στέ­ρη­ση υ­λι­κού έρ­χε­ται να προ­στε­θεί έ­νας άλ­λος, πο­λύ πιο αρ­νη­τι­κός πα­ρά­γο­ντας. Κα­τά την Ιστο­ρία του Ξαν­θά­κη και πά­λι: οι κα­το­χι­κές αρ­χές α­πα­γό­ρευαν ρη­τά τη φω­το­γρά­φι­ση σε δη­μό­σιους χώ­ρους, α­πει­λώ­ντας τους πα­ρα­βά­τες με ποι­νή θα­νά­του.
Πρώ­το αρ­νη­τι­κό ε­πα­κό­λου­θο αυ­τής της α­πα­γό­ρευ­σης, να γί­νο­νται πλέ­ον λή­ψεις μό­νο α­πό ρι­ψο­κίν­δυ­νους. Δεύ­τε­ρο ε­πα­κό­λου­θο, εί­ναι η εξ α­νά­γκης κα­τα­φυ­γή στην α­νω­νυ­μία. Για τους τολ­μη­ρούς πα­ρα­βά­τες, πι­θα­νή διαρ­ροή ο­νό­μα­τος, ή­ταν κίν­δυ­νος ζωής. Εί­τε φω­το­γρά­φος, εί­τε κά­ποιος άλ­λος που μπο­ρεί να κρα­τού­σε φω­το­γρα­φι­κά τεκ­μή­ρια, έ­κα­νε τα πά­ντα εν κρυ­πτώ και λού­φα­ζε στο προ­στα­τευ­τι­κό κέ­λυ­φος της α­νω­νυ­μίας.
Έτσι, τα πε­ρι­θώ­ρια ταυ­το­ποίη­σης φω­το­γρα­φι­κού υ­λι­κού και σχε­τι­κών πλη­ρο­φο­ριών στε­νεύουν. Φτά­νουν, με­τά την Κα­το­χή και κυ­ρίως σή­με­ρα, να δεί­χνουν σχε­δόν α­νύ­παρ­κτα. Οι πλη­ρο­φο­ρίες εί­ναι ι­σχνές, αλ­λοιω­μέ­νες λό­γω πα­ρα­νο­μίας, ρευ­στές και συ­χνά α­ντι­φά­σκου­σες. Εάν λά­βου­με υ­πό­ψη και τις ε­ξω­γε­νείς δυ­σκο­λίες - στις ο­ποίες θα α­να­φερ­θώ σε λί­γο - τό­τε α­ντι­λαμ­βά­νε­ται κα­νείς τη δυ­σχε­ρή θέ­ση της έ­ρευ­νας. Αυ­τό, βε­βαίως, δε ση­μαί­νει ε­γκα­τά­λει­ψη. Η α­να­ζή­τη­ση γί­νε­ται πιο πε­ρί­πλο­κη, εν­δε­χο­μέ­νως και πιο γο­η­τευ­τι­κή, αλ­λά ό­χι α­πα­γο­ρευ­τι­κή πριν ε­ξαν­τλη­θεί.
Ανέ­φε­ρα ό­λα τα προ­η­γού­με­να για­τί συ­νι­στούν τις γε­νι­κές και ει­δι­κές συν­θή­κες του φω­το­γρα­φι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος ε­πί Κα­το­χής. Πρέ­πει να λαμ­βά­νο­νται σο­βα­ρά υ­πό­ψη, ό­ταν κά­νου­με γε­νι­κή ή και ει­δι­κή μνεία στη φω­το­γρα­φία αυ­τής της πε­ριό­δου. Μα­κά­ρι, ό­μως, να τε­λειώ­να­με ε­δώ. Εξί­σου σο­βα­ρά πρέ­πει να λαμ­βά­νο­νται υ­πό­ψη και οι με­τα­κα­το­χι­κές συν­θή­κες. Ιδιαί­τε­ρα αυ­τές, για­τί μέ­χρι και το 1974, η ροή των πραγ­μά­των δεν εί­ναι ρό­δι­νη. Ίσα ί­σα το α­ντί­θε­το.
Με­τά τον Εμφύ­λιο, με τα λε­γό­με­να «έ­κτα­κτα μέ­τρα», που στό­χευαν στην α­πο-Ε­Α­Μο­ποίη­ση του κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος, οι­κο­δο­μή­θη­κε μία μο­νο­λι­θι­κού τύ­που κοι­νω­νία, με βίαιο α­πο­κλει­σμό συ­γκε­κρι­μέ­νης κα­τη­γο­ρίας αν­θρώ­πων. Ήταν τα ε­πι­κίν­δυ­να μιά­σμα­τα.
Το 1974, η ί­δια αυ­τή ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία ει­σέρ­χε­ται, α­πό­το­μα και τραυ­μα­τι­κά, στον δη­μο­κρα­τι­κό βίο. Ο εν­θου­σια­σμός των μέ­χρι τό­τε α­πο­κλει­σμέ­νων, άγ­γι­ζε τα ό­ρια της πα­ρα­φρο­σύ­νης. Λί­γο πο­λύ έ­μοια­ζε με ε­κεί­νον που ξέ­σπα­σε τις πρώ­τες η­μέ­ρες με­τά την Κα­το­χή.
Κα­λύ­τε­ρα, ό­μως, τα κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τι­κά, με την ευ­ρεία τους έν­νοια, να τα πα­ρα­κάμ­ψου­με, ή να τα θεω­ρή­σου­με ως νοού­με­να, για­τί μπο­ρεί να πα­ρα­συρ­θού­με σε α­νε­πί­τρε­πτο πλα­τεια­σμό.
Σε ό,τι τώ­ρα α­φο­ρά τη φω­το­γρα­φία ε­πί Κα­το­χής και ι­δίως την α­ντι­στα­σια­κή, οι τύ­χες της συμ­βα­δί­ζουν με τις με­τεμ­φυ­λια­κές συν­θή­κες. Η με κά­θε τρό­πο εκ­μη­δέ­νι­ση του Ε­Α­Μι­κού στοι­χείου, την εί­χε κα­τα­δι­κά­σει σε μα­κρο­χρό­νιο λή­θαρ­γο.
Δεν εί­ναι κα­θό­λου τυ­χαίο το γε­γο­νός ό­τι οι δύο ση­μα­ντι­κό­τε­ροι φω­το­γρά­φοι της Αντί­στα­σης, ο Σπύ­ρος Με­λετ­ζής και ο Κώ­στας Μπα­λά­φας, στον ε­πι­μέ­ρους αυ­τόν το­μέα, έ­μει­ναν για δε­κα­ε­τίες στην α­φά­νεια. Ο Με­λετ­ζής συ­γκρό­τη­σε συ­μπα­γή σύν­θε­ση και ε­ξέ­δω­σε για πρώ­τη φο­ρά το υ­λι­κό του, το 1976 και α­ντί­στοι­χα ο Μπα­λά­φας, το 1991. Χρειά­στη­κε, δη­λα­δή, να με­σο­λα­βή­σει με­τά την Κα­το­χή έ­να σκο­τει­νό χά­σμα, 32 χρό­νων για τον πρώ­το και 47 για τον δεύ­τε­ρο. Ενώ έ­νας τρί­τος, - για τον ο­ποίο θα α­να­φερ­θώ στη συ­νέ­χεια και ο ο­ποίος λαν­θά­νει ως σή­με­ρα - γνω­στο­ποίη­σε το φω­το­γρα­φι­κό του υ­λι­κό με­τά 52 χρό­νια.
Προ­φα­νώς η διά­θε­ση α­πό­κρυ­ψης δεν α­νή­κε στη σφαί­ρα του ε­πι­θυ­μη­τού. Θα έ­λε­γα, μά­λι­στα, το α­ντί­θε­το. Υπάρ­χει άλ­λω­στε, και το ε­πι­βε­βαιώ­νει, η σχε­τι­κή με την Αντί­στα­ση έκ­θε­ση του Με­λετ­ζή, στα κε­ντρι­κά γρα­φεία του Ε­Α­Μ, που έ­λη­ξε ά­δο­ξα μέ­σα στις ο­δο­μα­χίες των Δε­κεμ­βια­νών.
Τε­λι­κά, οι συ­ντε­λε­στές, που τους ε­ξα­νά­γκα­σαν να ρί­ξουν μα­κρο­χρό­νιο πέ­πλο α­πό­κρυ­ψης, τους ξε­περ­νού­σαν. Δεν ή­ταν πα­ρά δέ­σμιοι των ι­διό­τυ­πων κοι­νω­νι­κών συν­θη­κών, ό­πως αυ­τές ε­κτυ­λίσ­σο­νται δια­δο­χι­κά με­τά την α­πο­χώ­ρη­ση των κα­το­χι­κών στρα­τευ­μά­των.
Αυ­τό, ό­μως, α­ντα­να­κλά και κά­τι άλ­λο, νο­μί­ζω ζω­τι­κής ση­μα­σίας και έ­κτα­σης. Το ό­τι για πολ­λά χρό­νια η συλ­λο­γι­κή μνή­μη γε­νι­κό­τε­ρα, αλ­λά μα­ζί και η φω­το­γρα­φία ως α­δια­φι­λο­νί­κη­τη μαρ­τυ­ρία, δεν "θυ­μό­ταν" ή, σω­στό­τε­ρα, α­πο­σιω­πού­σε την α­νε­λέ­η­τη δε­κα­ε­τία του '40, δεί­χνει με πό­ση ε­πι­τυ­χία το πα­ρελ­θόν α­να­σχη­μα­τί­στη­κε σύμ­φω­να με τις ε­πι­τα­γές της με­τεμ­φυ­λια­κής πο­λι­τι­κής.

Πα­ρα­δείγ­μα­τα

Αρκε­τά α­π' ό­σα δια­τύ­πω­σα θεω­ρη­τι­κο­λο­γώ­ντας, θα δο­κι­μά­σω να τα κά­νω πιο α­πτά. Θα κα­τα­φύ­γω σε ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα. Για αυ­τό α­κρι­βώς πρό­σθε­σα και τον δεύ­τε­ρο τίτ­λο. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα πα­ρα­μέ­νουν ά­γνω­στα ή ε­λά­χι­στα γνω­στά. Βρί­σκο­ντας στο κα­θέ­να α­φορ­μές, θα κά­νω και γε­νι­κό­τε­ρα σχό­λια, συ­χνά υ­πό τύ­πο ε­ρω­τή­μα­τος.
Όπως ση­μείω­σα προ­η­γου­μέ­νως, α­πό την ί­δια τη φύ­ση του έ­να φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό πα­ρά­νο­μο, που ε­πι­σύ­ρει κύ­ρω­ση θα­νά­του για τον κά­το­χο, ή­ταν ε­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λο να α­πο­θη­σαυ­ρι­στεί στα χρό­νια της Κα­το­χής. Ωστό­σο, υ­πήρ­ξαν άν­θρω­ποι, ι­δίως στις πό­λεις, που συ­γκρό­τη­σαν αρ­χείο με κίν­δυ­νο της ζωής τους.
Τα αρ­χεία αυ­τά υ­πέ­στη­σαν ζη­μιές με­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση. Εί­τε κα­τα­στρά­φη­καν, ε­πει­δή ε­γκα­τα­λειμ­μέ­να σε α­κα­τάλ­λη­λες κρύ­πτες, εί­τε κα­τα­σχέ­θη­καν στους α­στυ­νο­μι­κούς διωγ­μούς. Στην τε­λευ­ταία κα­τη­γο­ρία κα­τα­τάσ­σο­νται τα αρ­χεία των με­γά­λων μο­νά­δων του Ε­ΛΑΣ, που έ­πε­σαν στα χέ­ρια τμη­μά­των της Εθνο­φυ­λα­κής ή της Χω­ρο­φυ­λα­κής, με­τά τον α­φο­πλι­σμό του 1945, που ε­πέ­βαλ­λε η Συμ­φω­νία της Βάρ­κι­ζας (12/2/45). Στα αρ­χεία αυ­τά, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα στο αρ­χείο της 13ης Με­ραρ­χίας της Ρού­με­λης, υ­πήρ­χε και φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό.
Το τε­λευ­ταίο μου δί­νει λα­βή να πε­ρά­σω στο πρώ­το πα­ρά­δειγ­μα.
Μέ­σα στο 1946, δη­λα­δή στην κο­ρύ­φω­ση της λε­γό­με­νης Λευ­κής Τρο­μο­κρα­τίας, εί­χε κά­ποιος το σθέ­νος να εκ­δώ­σει φω­το­γρα­φι­κό λεύ­κω­μα. Προ­ερ­χό­ταν α­πό τα αρ­χεία της 13ης Με­ραρ­χίας του Ε­ΛΑΣ. Στο ε­ξώ­φυλ­λο έ­φε­ρε τίτ­λο: «Οι α­ντάρ­τες της ΧΙΙΙ Με­ραρ­χίας της Ρού­με­λης. Ανα­μνη­στι­κό Λεύ­κω­μα». Ως εκ­δό­της φέ­ρε­ται η Ε­ΔΑ. Εί­ναι α­κρω­νύ­μιο και με­τα­φρά­ζε­ται, για ό­σους το α­γνοούν, σε Επι­τρο­πή Δια­φώ­τι­σης Ανταρ­τών. Με προ­λο­γι­κά κεί­με­να και ε­κτε­νείς κει­με­νο­λε­ζά­ντες πα­ρου­σιά­ζει την ό­λη φυ­σιο­γνω­μία και πο­λε­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα της Με­ραρ­χίας, στον έ­νο­πλο α­γώ­να ε­πί Κα­το­χής.
Εμπνευ­στής και πρω­τερ­γά­της της έκ­δο­σης εί­ναι ο Γραμ­μα­τέ­ας Δια­φώ­τι­σης της Με­ραρ­χίας, ο Γεωρ­γού­λας Μπέι­κος, νο­μι­κός, α­πό το χω­ριό Κλει­τσός Ευ­ρυ­τα­νίας, ψυ­χή και συ­ντά­κτης του Κώ­δι­κα Αυ­το­διοι­κή­σεως και Λαϊκής Δι­καιο­σύ­νης, στην Ελεύ­θε­ρη Ελλά­δα. Επει­δή ό­λα αυ­τά, το ί­διο έ­τος, δη­λα­δή το 1946, κα­τέ­λη­ξε θα­να­το­ποι­νί­της.
Ελά­χι­στες εί­ναι οι φω­το­γρα­φίες του λευ­κώ­μα­τος που μπο­ρούν να α­πο­δο­θούν στον Με­λετ­ζή. Οι υ­πό­λοι­πες, δη­λα­δή η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία, λαν­θά­νουν. Ποιοι ά­ρα­γε να εί­ναι οι άλ­λοι φω­το­γρά­φοι; Εί­ναι οι Δη­μή­τρης Με­γα­λί­δης, Γιάν­νης Νι­συ­ρίου και Θα­νά­σης Πα­πα­δού­κας του φω­το-κι­νη­μα­το­γρα­φι­κού συ­νερ­γείου του Ε­ΛΑ­Σ; Επαγ­γελ­μα­τίες της πε­ριο­χής Ρού­με­λης; Άγνω­στο. Μπο­ρεί να μην πα­ρου­σιά­ζουν ι­διαί­τε­ρο ή και κα­νέ­να καλ­λι­τε­χνι­κό εν­δια­φέ­ρον, για­τί έ­χουν κα­τα­φα­νώς α­να­μνη­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ω­στό­σο, τα ο­νό­μα­τα των φω­το­γρά­φων και της πλειο­ψη­φία των ει­κο­νι­ζό­με­νων προ­σώ­πων λαν­θά­νουν.
Πέ­ρα α­πό τα ε­ρω­τή­μα­τα, το πρό­τα­ξα ως πα­ρά­δειγ­μα, για έ­ναν ε­πι­πλέ­ον λό­γο. Για να υ­πο­γραμ­μί­σω ό­τι το εκ­δο­τι­κό το­πίο των φω­το­γρα­φι­κών λευ­κω­μά­των, λί­γο με­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση, δεν εί­ναι ε­ντε­λώς έ­ρη­μο. Έρη­μο το κα­θι­στά η α­νύ­παρ­κτη βι­βλιο­γρα­φία. Έχω υ­πό­ψη μου με­ρι­κά α­κό­μη, ό­μως δεν υ­πάρ­χει λό­γος να φλυα­ρή­σω.
Να ση­μειώ­σω μό­νο ό­τι ό­σα εξ αυ­τών ε­πι­βίω­σαν ως κα­τε­σχη­μέ­να στις κρα­τι­κές αρ­χές α­σφα­λείας, ε­μπί­πτουν στα α­ξιο­θρή­νη­τα του με­τα­πολ­τευ­τι­κού βίου. Μα­ζί με κά­θε άλ­λο χαρ­τώο τεκ­μή­ριο που εί­χε α­πο­μεί­νει, ο­δη­γή­θη­καν στους κλι­βά­νους της Χα­λυ­βουρ­γι­κής. Εκεί, στο ό­νο­μα της ε­θνι­κής συμ­φι­λίω­σης, έ­γι­ναν τέ­φρα. Κι αυ­τό α­πό κοι­νού, δη­λα­δή με σύ­μπρα­ξη της πα­θού­σας α­ρι­στε­ράς. Έτσι, στον το­μέα της έ­ρευ­νας περ­πα­τά­με τώ­ρα πα­σπα­τεύο­ντας στα σκο­τά­δια.
Το δεύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε ε­παγ­γελ­μα­τία φω­το­γρά­φο, ο ο­ποίος, χω­ρίς υ­περ­βο­λή, μπο­ρεί να στα­θεί ι­σά­ξια δί­πλα στους Με­λετ­ζή και Μπα­λά­φα. Πρό­κει­ται για τον βο­λιώ­τη Νί­κο Στουρ­νά­ρα.
Ο Στουρ­νά­ρας, λοι­πόν, διέ­θε­τε αρ­κε­τά α­τού. Λό­γω του πα­τέ­ρα του λο­γα­ρια­ζό­ταν στο Βό­λο, ο πα­λαιό­τε­ρος φω­το­γρά­φος. Συγ­χρό­νως, μα­ζί με τον Ζη­μέ­ρη, δια­τη­ρού­σε ε­κεί­νη την ε­πο­χή, το πιο γνω­στό και ε­ξε­λιγ­μέ­νο φω­το­γρα­φείο στη πό­λη. Με αυ­τά τα δύο προ­σό­ντα και έ­να τρί­το, αυ­τό του ε­ξαι­ρε­τι­κού φω­το­γρά­φου, κα­τόρ­θω­σε να κερ­δί­σει την ε­μπι­στο­σύ­νη των κα­το­χι­κών αρ­χών. Έφτα­σε στο ση­μείο να του α­να­θέ­τουν προς εμ­φά­νι­ση φιλμ στρα­τιω­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου. Έτσι, στη διάρ­κεια της ε­πε­ξερ­γα­σίας, κρα­τού­σε ο­ρι­σμέ­να α­ντί­γρα­φα, που πα­ρου­σία­ζαν εν­δια­φέ­ρον. Και α­φού έ­μπι­στος, ε­ξα­σφά­λι­σε κά­ποια στιγ­μή και γρα­πτή ά­δεια ό­τι, "ερ­γά­ζε­ται ως φω­το­γρά­φος δια λο­γα­ρια­σμόν της γερ­μα­νι­κής Βέρ­μα­χτ". Εί­χε, δη­λα­δή, πλή­ρη ε­λευ­θε­ρία κι­νή­σεων.
Αυ­τά ως προς τις α­στι­κές πε­ριο­χές της Μα­γνη­σίας, τις ε­λεγ­χό­με­νες α­πό τα κα­το­χι­κά στρα­τεύ­μα­τα.
Υπάρ­χει, ω­στό­σο, η α­θέ­α­τη ή, σω­στό­τε­ρα, η πα­ρά­νο­μη για τό­τε πλευ­ρά. Φρό­ντι­σε. λοι­πόν, να δώ­σει σε έ­ναν α­μύη­το στη φω­το­γρα­φία Ε­ΛΑ­Σί­τη, τον Κώ­στα Αλε­ξάν­δρου, ό­ταν ε­κεί­νος έ­φυ­γε στο βου­νό τα ε­ξής: Δύο φω­το­γρα­φι­κές μη­χα­νές, πολ­λές γρα­πτές τε­χνι­κές συμ­βου­λές και αρ­κε­τά φιλ­μ, ώ­στε να α­πο­τυ­πώ­σει γε­γο­νό­τα και πρό­σω­πα της α­ντάρ­τι­κης ζωής στο Πή­λίο.
Με αυ­τόν τον τρό­πο ο Στουρ­νά­ρας ε­ξα­σφά­λι­σε εκ των έ­σω ει­κό­νες α­πό τη στρα­τιω­τι­κή δρά­ση του Ε­ΛΑΣ, στο Πή­λιο. Πέ­ραν αυ­τού, Νοέμ­βρη του 1943, ό­ταν το α­ντάρ­τι­κο βρι­σκό­ταν στον υ­ψη­λό­τε­ρο βαθ­μό α­νά­πτυ­ξης, α­νέ­βη­κε και ί­διος προς φω­το­γρά­φη­ση.
Οι δη­μο­σιευ­μέ­νες φω­το­γρα­φίες του κα­λύ­πτουν κά­θε πτυ­χή ορ­γά­νω­σης και δρα­στη­ριό­τη­τας των α­νταρ­τών στην Ανα­το­λι­κή Θεσ­σα­λία. Απο­τυ­πώ­νο­νται τα πά­ντα. Με άλ­λα λό­για, δί­νει μια σχε­δόν πλή­ρη ει­κό­να της έ­νο­πλης α­ντί­στα­σης, ό­πως αυ­τή ε­ξα­πλώ­νε­ται στα ο­ρει­νά της πε­ριο­χής. Σε πα­ραλ­λη­λία προς την α­ντάρ­τι­κη ει­κό­να, α­να­πτύσ­σει και ε­κεί­νη των κα­το­χι­κών στρα­τευ­μά­των. Εί­τε δι­κές του εί­τε α­πό λά­θρα τυ­πώ­μα­τα, ο­ρι­σμέ­νες α­πό αυ­τές α­πο­τε­λούν ντο­κου­μέ­ντα. Πο­λύ πι­θα­νόν να εί­ναι ο μό­νος φω­το­γρά­φος, σε συ­νερ­γα­σία βέ­βαια με τον Αλε­ξάν­δρου, που κα­τα­γρά­φει τη δι­πλή ό­ψη της Κα­το­χής, ό­πως τη δια­τύ­πω­σα θεω­ρη­τι­κά στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος.
Όπως ση­μείω­σα λί­γο νω­ρί­τε­ρα, χω­ρίς να τον κα­το­νο­μά­σω, γνω­στο­ποίη­σε το φω­το­γρα­φι­κό του υ­λι­κό με­τά 52 χρό­νια. Τώ­ρα το κά­νω πιο α­κρι­βές:
Κυ­κλο­φό­ρη­σε σε αυ­τοέκ­δο­ση δύο τό­μους υ­ψη­λών τυ­πο­τε­χνι­κών προ­δια­γρα­φών, με ο­ρι­σμέ­νες φω­το­γρα­φίες ε­πι­ζω­γρα­φι­σμέ­νες. Ο πρώ­τος, με τίτ­λο «Μα­γνη­σία 1941-42. Η τρα­γω­δία της κα­το­χής», κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1988. Με­τρά 463 σε­λί­δες. Ο δεύ­τε­ρος, με τον ί­διο τίτ­λο, ό­που αλ­λά­ζουν μό­νο τα έ­τη και γί­νο­νται 1943-44, συ­νε­χί­ζει σε­λι­δα­ρίθ­μη­ση α­πό τον προ­η­γού­με­νο και με­τρούν μα­ζί 1047 σε­λί­δες. Αυ­τός κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τά θά­να­τον, το 1996. Φέ­ρει ό­μως τον μέ­γι­στο ό­γκο των φω­το­γρα­φιών. Εγκα­τέ­λει­ψε τα ε­γκό­σμια το 1993. Ευ­τυ­χώς πρό­λα­βε να τον ο­λο­κλη­ρώ­σει, δια­φο­ρε­τι­κά θα ή­ταν α­πώ­λεια στη α­ντι­στα­σια­κή φω­το­γρα­φία.
Τι, λοι­πόν, μπο­ρεί να με­σο­λα­βεί και ο Νί­κος Στουρ­νά­ρας πα­ρα­μέ­νει στη σκιά; Φταίει το ό,τι οι δύο τό­μοι πέ­ρα­σαν α­πα­ρα­τή­ρη­τοι; Ή μή­πως φταίει κά­τι άλ­λο, πο­λύ βα­θύ­τε­ρο, και μας ξε­φεύ­γει; Νο­μί­ζω ό­τι αν ε­ντο­πί­σου­με αυ­τό το βα­θύ­τε­ρο, θα έ­χου­με και την α­πά­ντη­ση. Προ­η­γεί­ται, ό­μως και εκ­κρε­μεί κά­τι βα­σι­κό­τε­ρο. Δεν γνω­ρί­ζου­με ού­τε στο πε­ρί­που το σύ­νο­λο των φω­το­γρα­φιών του Στουρ­νά­ρα.
Το τρί­το στη σει­ρά πα­ρά­δειγ­μα α­φο­ρά το φω­το­ρε­πορ­τάζ. Εδώ, βέ­βαια, πέ­φτου­με σε χά­ος.
Το φω­το­ρε­πορ­τά­ζ, α­να­λο­γι­κά προς τις άλ­λες μορ­φές φω­το­γρα­φίας, βρί­σκε­ται, ε­ρευ­νη­τι­κά, σε πο­λύ υ­πο­δεέ­στε­ρη θέ­ση. Η εκ φύ­σεως πο­σο­τι­κή του υ­πε­ρο­χή λει­τουρ­γεί αρ­νη­τι­κά. Φτά­νει μά­λι­στα να με­τα­τρέ­πε­ται σε μειο­νέ­κτη­μα και να α­πω­θεί κά­θε διά­θε­ση προς έ­ρευ­να. Ποιος κά­θε­ται να βά­λει τά­ξη και να με­λε­τή­σει τον αρ­χεια­κό ό­γκο ε­νός φω­το­ρε­πόρ­τε­ρ, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα το αρ­χείο του Με­γα­λο­κο­νό­μου; Αυ­τό εί­ναι υ­πό­θε­ση μι­σής ζωής. Αυ­τό, ό­μως, α­ντα­να­κλά και το ό,τι στην Ελλά­δα δεν υ­πήρ­ξε πο­τέ αρ­χεια­κή πο­λι­τι­κή στη φω­το­γρα­φία. Έτσι ό­μως ερ­μη­νεύε­ται και το πα­ρα­τη­ρού­με­νο σή­με­ρα δι­σχι­δές φαι­νό­με­νο. Ενώ βλέ­που­με η φω­το­γρα­φία να ακ­μά­ζει, με εκ­θέ­σεις και εκ­δό­σεις, στον το­μέα της αρ­χεια­κής έ­ρευ­νας βα­δί­ζει μπου­σου­λώ­ντας.
Επει­δή δεν σκο­πεύω να βά­λω τά­ξη στο χά­ος ή και να σχο­λιά­σω πε­ρισ­σό­τε­ρο το θέ­μα του φω­το­ρε­πορ­τά­ζ, θα κι­νη­θώ δειγ­μα­το­λη­πτι­κά.
Εί­ναι γνω­στό, του­λά­χι­στον στο συ­νά­φι της φω­το­γρα­φίας, ό­τι υ­πάρ­χουν συλ­λέ­κτες φω­το­γρα­φιών, ό­πως και στις υ­πό­λοι­πες ει­κα­στι­κές τέ­χνες. Ορι­σμέ­νοι α­πό αυ­τούς ε­πεν­δύουν και ε­ντάσ­σουν στις φω­το­γρα­φι­κές τους συλ­λο­γές και αρ­χεία πα­λαιών φω­το­ρε­πόρ­τερ. Σε έ­ναν α­πό αυ­τούς τους μα­νια­κούς, τον Νί­κο Τό­λη, ζή­τη­σα α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά δείγ­μα­τα α­πό το αρ­χείο του, δη­λα­δή φω­το­γρα­φίες σχε­τι­κές με την Κα­το­χή. Με α­γο­ρά έ­χει πε­ριέλ­θει στη συλ­λο­γή του το φω­το­γρα­φι­κό αρ­χείο του Θω­μά Ιω­νά και με­γά­λο μέ­ρος, ί­σως το με­γα­λύ­τε­ρο, α­πό το αρ­χείο των Ηνω­μέ­νων Φω­το­ρε­πόρ­τερ.
Κα­τά προ­φο­ρι­κή ε­νη­μέ­ρω­ση, το αρ­χείο των Ηνω­μέ­νων Φω­το­ρε­πόρ­τερ α­ριθ­μεί κά­που 1 000 αρ­νη­τι­κά, με ποι­κί­λα θέ­μα­τα. Κυ­ρίως κα­θη­με­ρι­νές ό­ψεις της κα­τε­χό­με­νης Αθή­νας, αλ­λά και δυ­να­μι­τι­στι­κές ε­νέρ­γειες, ό­πως η α­να­τί­να­ξη της Ε­ΣΠΟ. Του Ιω­νά α­ριθ­μεί πά­νω α­πό 600 γυά­λι­νες πλά­κες, με λί­γο πο­λύ την ί­δια θε­μα­τι­κή ποι­κι­λία. Συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει ό­μως και λή­ψεις α­πό τις έ­νο­πλες ορ­γα­νώ­σεις Ε­ΔΕΣ και Ε­ΛΑΣ.
Πέ­ρα α­πό τον χα­ρα­κτή­ρα του ντο­κου­μέ­ντου, ο­ρι­σμέ­νες λή­ψεις μπο­ρούν να θεω­ρη­θούν υ­ψη­λής αι­σθη­τι­κής, ό­πως κά­ποιες α­πό τον α­θη­ναϊκό λι­μό του '41.
Ένας άλ­λος γνω­στός συλ­λέ­κτης - ο Μι­χά­λης Τσά­γκα­ρης - α­ριθ­μεί στη συλ­λο­γή του γύ­ρω στις 2 500 φω­το­γρα­φίες, οι ο­ποίες κα­λύ­πτουν πολ­λές ό­ψεις της κα­το­χι­κής πε­ριό­δου. Εάν στο ά­θροι­σμα των 1 600 του Τό­λη, προ­σθέ­σου­με τις 2 500 του Τσά­γκα­ρη, προ­κύ­πτει έ­να σύ­νο­λο πά­νω α­πό 4 000 φω­το­γρα­φίες. Σκε­φτεί­τε τώ­ρα το ου­το­πι­κό, να εί­χαν κα­τα­με­τρη­θεί ό­λα τα σω­ζό­με­να αρ­χεία των ε­πί Κα­το­χής φω­το­ρε­πόρ­τε­ρ, τι γε­νι­κό σύ­νο­λο θα προέ­κυ­πτε!.
Επει­δή ό­μως ου­το­πι­κό, και ε­πει­δή εν Ελλά­δι δεν έ­χου­με α­γα­θές σχέ­σεις με το κυ­νή­γι της ου­το­πίας, ας α­φή­σου­με α­τά­ρα­χο το φω­το­ρε­πορ­τάζ στην η­συ­χία του.
Το τε­λευ­ταίο πα­ρά­δειγ­μα σχε­τί­ζε­ται με έ­να α­κό­μη πιο πα­ρα­με­λη­μέ­νο εί­δος φω­το­γρα­φίας: την ε­ρα­σι­τε­χνι­κή. Από τον ά­γνω­στο και ε­ντε­λώς α­νε­ξε­ρεύ­νη­το α­ριθ­μό ε­ρα­σι­τε­χνών, κα­τα­φεύ­γω προς δειγ­μα­το­λη­ψία στον εκ Θεσ­σα­λο­νί­κης ποιη­τή Κλεί­το Κύ­ρου. Στο αρ­χείο του υ­πάρ­χουν εν ό­λω εν­νέα αρ­νη­τι­κά α­ντι­στα­σια­κού χα­ρα­κτή­ρα. Οι λή­ψεις έ­γι­ναν στη διάρ­κεια πα­ρά­νο­μου ε­ορ­τα­σμού της 25ης Μαρ­τίου του 1943. Φοι­τη­τής τό­τε, έ­κα­νε τη φω­το­γρά­φη­ση, έ­χο­ντας προ­στα­τευ­τι­κό κλοιό συμ­φοι­τη­τές του. Μπο­ρεί μι­κρή ψη­φί­δα, αλ­λά δεν παύει να εί­ναι μια α­κό­μη στο με­γά­λο, αλ­λά α­διε­ρεύ­νη­το, ψη­φι­δω­τό της α­ντι­στα­σια­κής φω­το­γρα­φίας. Ο Κύ­ρου βρί­σκε­ται α­νά­με­σα στους ε­λά­χι­στους, που κα­τά σύ­μπτω­ση στά­θη­κε τυ­χε­ρός. Το φω­το­γρα­φι­κό του αρ­χείο πε­ριήλ­θε στις συλ­λο­γές του Ε­ΛΙΑ και ό­σο γνω­ρί­ζω, ε­τοι­μά­ζε­ται προς έκ­δο­ση το­μί­διο σχε­τι­κό με την ε­πί­δο­σή του στη φω­το­γρα­φία. Θέ­λω να πι­στεύω ό­τι οι κα­το­χι­κές φω­το­γρα­φίες θα συ­μπε­ρι­λη­φθούν στις σε­λί­δες της έκ­δο­σης.
Με αυ­τά, βέ­βαια, δεν ε­ξαν­τλεί­ται το θέ­μα. Έγι­ναν μό­νο κά­ποιες ε­πι­ση­μάν­σεις. Πά­ντως, ό­τι ε­πι­βίω­σε μέ­χρι το κα­λο­καί­ρι του '74, λί­γο πο­λύ ε­πι­βίω­σε λά­θρα. Ωστό­σο, το με­γά­λο ζη­τού­με­νο βρί­σκε­ται στο με­τά το '74. Με­σο­λά­βη­σαν 37 χρό­νια κα­τά τα ο­ποία, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι εκ των φω­το­γρά­φων, που ε­μπλέ­κο­νται φω­το­γρα­φι­κά στην Αντί­στα­ση, ε­τερ­μά­τι­σαν το ζην, χω­ρίς πο­τέ να τους γί­νει συ­στη­μα­τι­κή πο­λιορ­κία προς ε­κτα­μίευ­ση πλη­ρο­φο­ριών. Εν ο­λί­γοις, χά­θη­καν για πά­ντα οι πρω­το­γε­νείς προ­φο­ρι­κές πη­γές. Αλλά ού­τε έ­χει γί­νει πο­τέ συ­στη­μα­τι­κή έ­ρευ­να και κα­τα­γρα­φή στις αρ­χεια­κές πη­γές. Τού­τη τη στιγ­μή, δη­λα­δή εν έ­τει 2011, λεί­πει α­κό­μη και η στοι­χειώ­δης βι­βλιο­γρα­φία. Ού­τε, βέ­βαια, το στιγ­μιαίο εν­δια­φέ­ρον μπο­ρεί να σώ­σει τη φω­το­γρα­φία της Αντί­στα­σης. Ήταν και πα­ρα­μέ­νει κα­τα­δι­κα­σμέ­νη σε ε­σα­εί λή­θαρ­γο. Το για­τί διευ­κρι­νί­ζε­ται μό­νο εάν κοι­τά­ξου­με, αλ­λά λε­πτο­με­ρώς, στο α­ει­κί­νη­το κα­λει­δο­σκό­πιο του με­τα­πο­λι­τευ­τι­κού βίου. Κοι­τώ­ντας ε­κεί, πέ­ραν της πρό­σκαι­ρης πο­λι­τι­κής χρη­σι­μο­θη­ρίας, στον το­μέα της έ­ρευ­νας ε­ντο­πί­ζε­ται σχε­δόν πλή­ρης α­δια­φο­ρία. Απο­κα­λύ­πτε­ται τό­ση α­μέ­λεια και α­προ­θυ­μία σαν να ε­πρό­κει­το για τεκ­μή­ρια πα­ρελ­θό­ντος μιας άλ­λης χώ­ρας, εχ­θρι­κής.

Κω­στής Λιό­ντης

Ση­μείω­ση: Το κεί­με­νο προέ­κυ­ψε α­πό ση­μειώ­σεις ει­σή­γη­σης σε Ημε­ρί­δα με θέ­μα «Η φω­το­γρα­φία στα χρό­νια της Αντί­στα­σης. Ελλά­δα, 1941-1944». Η Ημε­ρί­δα ορ­γα­νώ­θη­κε α­πό το Μου­σείο Μπε­νά­κη, στις 27 Φεβ. 2011, με α­φορ­μή έκ­θε­ση φω­το­γρα­φιών του Κώ­στα Μπα­λά­φα α­πό το Αντάρ­τι­κο στην Ήπει­ρο.

Φωτο 1: Μικτό ένοπλο τμήμα ανταρτών του ΕΛΑΣ, στο Πήλιο, σε φωτογραφία του Νίκου Στουρνάρα. Οπλισμός και ιματισμός προέρχονται από τους Ιταλούς μετά τη συνθηκολόγηση. Γι αυτό παρουσιάζει και πανσπερμία διαφορετικού οπλισμού. Χάριν, όμως αυτού έχει αποκτήσει εικόνα τακτικού στρατού. Επίσης, οι αντάρτες της Ανατολικής Θεσσαλίας δεν διατηρούσαν γενειάδες, όπως στην υπόλοιπη Ελλάδα, κυρίως στη Ρούμελη. Παρά τις δυσκολίες, υπήρχε κάποια φροντίδα, παρουσιάζοντας έτσι εικόνα επιμελημένου στρατιωτικού σχηματισμού.

Φωτο 2: Αντιπροσωπευτική σελίδα από το Αναμνηστικό Λεύκωμα της 13ης Μεραρχίας της Ρούμελης.

Φωτο3: Ο Βασίλης Μπαρτζώτας σε φωτογραφία του Νίκου Στουρνάρα. Στα μάτια ορισμένων μπορεί σήμερα να φαντάζει με γραφική φιγούρα, ωστόσο, έδωσε τη ζωή του για τον απελευθερωτικό αγώνα. Τα κορίτσια του Πηλίου έραψαν τη στολή του με ύφασμα αλεξιπτώτου από λάφυρα γερμανικού φορτηγού που προσάραξε στην ακτή Οβριός.

Φωτο 4: Τα παιδιά, ιδίως των μεγάλων αστικών κέντρων, όπως η Αθήνα, ήταν τα πρώτα θύματα
από τον μεγάλο λιμό του '41-'42.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27 Μαρτίου 2011.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Είκοσι δύο χρόνια μετά...

Σε α­πό­στα­ση εί­κο­σι δύο ε­τών, δυο βι­βλιο­κρι­τι­κοί δη­μο­σιεύουν έ­να άρ­θρο, ου­σια­στι­κά με τον ί­διο τίτ­λο και ε­πί του ι­δίου θέ­μα­τος, δια­κα­τε­χό­με­νοι εμ­φα­νώς α­πό πα­ρα­πλή­σια διά­θε­ση. Δεν πρό­κει­ται για δυο τυ­χό­ντες βι­βλιο­κρι­τι­κούς, αλ­λά για δυο ε­πι­φα­νείς, του­λά­χι­στον στην ε­πο­χή, που ο κα­θέ­νας δη­μο­σιεύει το άρ­θρο του. Να προ­σθέ­σου­με ό­τι ο δεύ­τε­ρος δεν α­να­φέ­ρε­ται στο πα­λαιό­τε­ρο δη­μο­σίευ­μα. Εί­τε για­τί δεν το γνω­ρί­ζει εί­τε, το πι­θα­νό­τε­ρο, για­τί το έ­χει λη­σμο­νή­σει, ο­πό­τε μπο­ρεί να πρό­κει­ται για πε­ρί­πτω­ση κρυ­πτο­μνη­σίας.
Τί­θε­ται, λοι­πόν, το ε­ρώ­τη­μα, τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει αυ­τή η σύ­μπτω­ση; Τί­θε­ται, βε­βαίως, ε­φό­σον της α­πο­δώ­σου­με τη δέ­ου­σα ση­μα­σία και δεν την α­ντι­πα­ρέλ­θου­με, ό­πως μάλ­λον έ­κα­ναν οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­να­γνώ­στες το προ­η­γού­με­νο Σάβ­βα­το, δια­βά­ζο­ντας το πρό­σφα­το άρ­θρο. Μια πι­θα­νή α­πά­ντη­ση εί­ναι ό­τι το φαι­νό­με­νο, στο ο­ποίο α­να­φέ­ρο­νται οι δυο βι­βλιο­κρι­τι­κοί, ε­ξα­κο­λου­θεί να υ­πάρ­χει και να α­πα­σχο­λεί το χώ­ρο του βι­βλίου.
Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να. Στις 13 Νο­εμ­βρίου 1988, στη φι­λο­λο­γι­κή σε­λί­δα της ε­φη­με­ρί­δας «Η Κα­θη­με­ρι­νή», της ο­ποίας την ε­πι­μέ­λεια εί­χε τό­τε η βι­βλιο­κρι­τι­κός Ελι­σά­βετ Κοτ­ζιά, στην κε­ντρι­κή θέ­ση, που προο­ρί­ζε­ται για τη βα­σι­κή βι­βλιο­κρι­τι­κή της σε­λί­δας, δη­μο­σιεύε­ται άρ­θρο του Σπύ­ρου Τσα­κνιά, με τίτ­λο, «Γρά­ψε κι ε­σύ έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα· μπο­ρείς!» Στις 12 Μαρ­τίου 2011, στο έν­θε­το βι­βλίου της ε­φη­με­ρί­δας «Τα Νέ­α», ο Δη­μο­σθέ­νης Κούρ­το­βι­κ, στη σε­λί­δα βι­βλιο­κρι­τι­κής, την ο­ποία δια­τη­ρεί α­πό εμ­φα­νί­σεως του εν­θέ­του, δη­μο­σιεύει άρ­θρο, με τίτ­λο «Γρά­ψε κι ε­σύ έ­να, μπο­ρείς!» Εδώ, δε ε­ξυ­πα­κούε­ται “έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα” αλ­λά “έ­να μπε­στ σέ­λε­ρ”. Οπό­τε κά­ποιος θα έ­σπευ­δε να πα­ρα­τη­ρή­σει ό­τι οι δυο βι­βλιο­κρι­τι­κοί, πα­ρά τη συ­ντα­κτι­κή σύ­μπτω­ση των δύο τίτ­λων, του θαυ­μα­στι­κού συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου, δεν α­να­φέ­ρο­νται στο ί­διο θέ­μα. Η α­νά­γνω­ση, ω­στό­σο, των δυο άρ­θρων δεί­χνει ό­τι κοι­νό θέ­μα τους εί­ναι το εί­δος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που τεί­νει να κυ­ριαρ­χή­σει. Και οι δυο α­να­φέ­ρο­νται σε “συρ­μό” της ε­πο­χής τους. Δια­κα­τέ­χο­νται α­πό α­γα­νά­κτη­ση μπρο­στά σε μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που τους υ­περ­βαί­νει, την ο­ποία ε­πι­λέ­γουν να σχο­λιά­σουν με ει­ρω­νεία. Σαρ­κα­στι­κός εμ­φα­νί­ζε­ται ο Τσα­κνιάς, υ­πό­γεια πε­ρι­παι­κτι­κός ο Κούρ­το­βι­κ, κα­θώς θα πρέ­πει να λαμ­βά­νουν υ­πό­ψη τις δια­θέ­σεις του α­να­γνω­στι­κού τους κοι­νού. Αλλιώς α­ντι­με­τώ­πι­ζε ο α­να­γνώ­στης της φι­λο­λο­γι­κής σε­λί­δας της «Κα­θη­με­ρι­νής» τον εν λό­γω συρ­μό στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του '80 και αλ­λιώς τον α­ντι­με­τω­πί­ζει ο α­να­γνώ­στης των ση­με­ρι­νών έν­θε­των βι­βλίου, γα­λου­χη­μέ­νος στο συρ­μό των μπε­στ σέ­λερ.
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι το ξε­κί­νη­μα του άρ­θρου του Τσα­κνιά: «Τα θρυ­λού­με­να πε­ρί του η­μί­σεως των Ελλή­νων που γρά­φουν ποιή­μα­τα ε­λέγ­χο­νται α­να­κρι­βή· ή α­φο­ρούν σε άλ­λες ε­πο­χές, ευ­γε­νέ­στε­ρες, ρο­μα­ντι­κό­τε­ρες, λι­γό­τε­ρο χρη­σι­μο­θη­ρι­κές. Ο συρ­μός σή­με­ρα α­παι­τεί τη συγ­γρα­φή μυ­θι­στο­ρη­μά­τω­ν…» Να θυ­μί­σου­με ό­τι ο Τσα­κνιάς ή­ταν ποιη­τής. Όταν έ­γρα­φε το άρ­θρο εί­χε εκ­δώ­σει έ­ξι ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, την πρώ­τη εί­κο­σι δυο χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, και μια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Έμελ­λε να εκ­δώ­σει α­κό­μη μια ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, με τίτ­λο, «Ορα­τό­της μη­δέν». Πέ­θα­νε έ­ντε­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, Μαΐο 1999, σε η­λι­κία 70 ε­τών, ό­ταν άρ­χι­σαν να εμ­φα­νί­ζο­νται οι πρώ­τες λί­στες των μπε­στ σέ­λερ. Στο άρ­θρο του α­ντι­πα­ρέρ­χε­ται το φαι­νό­με­νο του μπε­στ σέ­λε­ρ, που δεν εί­χε α­κό­μη εν­θρο­νι­στεί με τη ση­με­ρι­νή του μορ­φή. Τό­τε υ­πήρ­χε μό­νο το μυ­θι­στό­ρη­μα που ε­πι­τύγ­χα­νε υ­ψη­λές πω­λή­σεις. Τα­ξι­νο­μεί την πε­ζο­γρα­φι­κή πα­ρα­γω­γή της ε­πο­χής σε τρεις κα­τη­γο­ρίες: α) Μυ­θι­στο­ρή­μα­τα “της α­με­του­σίω­της ε­μπει­ρίας”, τα ο­ποία γρά­φουν ό­σοι ε­κλαμ­βά­νουν ως ση­μα­ντι­κές τις ε­μπει­ρίες τους και ως έ­χουν, χω­ρίς ου­σια­στι­κή σε βά­θος ε­πε­ξερ­γα­σία και με­τα­μόρ­φω­ση, τις α­φη­γού­νται. β) “Της ι­δε­ο­λο­γι­κής α­φορ­μής και της α­πο­δει­κτι­κής πρό­θε­σης”, τα ο­ποία γρά­φουν οι τά­χα­τες δια­βα­σμέ­νοι και α­ντι­στοί­χως, προ­βλη­μα­τι­σμέ­νοι, που νο­μί­ζουν ό­τι α­να­κά­λυ­ψαν την πυ­ρί­τι­δα. Και γ) “τα ε­πα­να­στα­τι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ρή­ξης με την πε­ζο­γρα­φι­κή πα­ρά­δο­ση”, τα ο­ποία “ε­ξαρ­θρώ­νουν τον λό­γο”, “δυ­να­μι­τί­ζουν τη νο­η­μα­τι­κή αλ­λη­λου­χία”, ε­φαρ­μό­ζουν “με­τα­ψυ­χα­να­λυ­τι­κές τε­χνι­κές” και εν γέ­νει “α­νοί­γουν τους δρό­μους του με­τα-με­τα­μο­ντερ­νι­σμού”.
Ο Τσα­κνιάς ε­πι­ση­μαί­νει με διο­ρα­τι­κό­τη­τα την ευ­κο­λία, με την ο­ποία εί­χε αρ­χί­σει να γρά­φε­ται το μυ­θι­στό­ρη­μα. Ταυ­τό­χρο­να, δια­βλέ­πει τους τρό­πους και τα και­νού­ρια υ­λι­κά, μέ­σω των ο­ποίων συ­γκρο­τεί­ται αυ­τός ο νέ­ος τύ­πος μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που δια­βά­ζε­ται α­πό έ­να με­γα­λύ­τε­ρο κοι­νό και βρί­σκε­ται στα ό­ρια με­τα­ξύ λο­γο­τε­χνίας και πα­λαιό­τε­ρου βι­βλίου πε­ρι­πτέ­ρου. Με τη βοή­θεια της ε­μπο­ρευ­μα­το­ποίη­σης της λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρα­γω­γής, αυ­τή η με­ταλ­λαγ­μέ­νη μορ­φή μυ­θι­στο­ρή­μα­τος έ­μελ­λε να ε­πι­κρα­τή­σει και να γί­νει ο κα­νό­νας. Εί­κο­σι δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στις τρεις κα­τη­γο­ρίες του Τσα­κνιά μπο­ρού­με να ε­ντά­ξου­με το με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό των μυ­θι­στο­ρη­μά­των, που εκ­δό­θη­καν κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία του προ­η­γού­με­νου αιώ­να και την πρώ­τη του τρέ­χο­ντος. Μέ­σα α­πό αυ­τήν την ε­λα­φρά μορ­φή μυ­θι­στο­ρή­μα­τος προέ­κυ­ψε κά­ποια στιγ­μή το μπε­στ σέ­λερ. Δά­νεια λέ­ξη α­πό την αγ­γλι­κή, που έ­μει­νε σκό­πι­μα α­με­τά­φρα­στη, μην και μειω­θεί η βα­ρύ­τη­τά της. Εί­ναι το μυ­θι­στό­ρη­μα με τη με­γά­λη ε­μπο­ρι­κή ε­πι­τυ­χία, που, με τη βοή­θεια συ­νή­θως της τη­λε­ο­πτι­κής του εκ­δο­χής, γί­νε­ται σου­ξέ και κά­νει πλού­σιο εν μια νυ­κτί τον συγ­γρα­φέα του και βε­βαίως, τον εκ­δό­τη του. Προ­φα­νώς, στις κοι­νω­νίες της κα­τα­νά­λω­σης, μια πα­ρό­μοια έκ­δο­ση α­πο­τε­λεί εί­δη­ση και φέρ­νει ως ε­πα­κό­λου­θο, πλην του πλου­τι­σμού, τη δια­ση­μό­τη­τα του συγ­γρα­φέα. Το πρώ­το ελ­λη­νι­κό μπε­στ σέ­λερ προέ­κυ­ψε το 1991. Εί­ναι τα «Βαμ­μέ­να κόκ­κι­να μαλ­λιά» του Κώ­στα Μουρ­σε­λά, που ε­ντάσ­σε­ται α­κό­μη στο λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο. Το δεύ­τε­ρο, το 1993, «Πρό­βα νυ­φι­κού» της Ντό­ρας Γιαν­να­κο­πού­λου, αρ­χί­ζει να α­πο­μα­κρύ­νε­ται. Το τρί­το, το 1998, «Ο Ιού­δας φι­λού­σε υ­πέ­ρο­χα» της Μάϊρας Πα­πα­θα­να­σο­πού­λου έ­χει πια α­νοί­ξει τον δρό­μο του ση­με­ρι­νού μπε­στ σέ­λερ. Σε αυ­τόν σπεύ­δουν άν­θρω­ποι ό­λων των η­λι­κιών και των ε­παγ­γελ­μά­των. Πά­ντο­τε υ­πήρ­χε ο συγ­γρα­φέ­ας της προ­σκολ­λή­σεως, που τον γοή­τευε η αί­γλη του λο­γο­τέ­χνη. Όταν, ό­μως, αυ­τό που γυά­λι­ζε έ­γι­νε χρυ­σός, άρ­χι­σαν να συ­νά­ζο­νται α­γε­λη­δόν.
Εκεί­νο που δεν πρό­βλε­ψε ο Τσα­κνιάς εί­ναι ό­τι το εύ­κο­λης γρα­φής μυ­θι­στό­ρη­μα δεν θα ήλ­κυε μό­νο τους νεό­κο­πους του χώ­ρου, αλ­λά και τους δό­κι­μους, που εί­χαν ή­δη κα­τα­κτή­σει μια κά­ποια θέ­ση στο “λο­γο­τε­χνι­κό πάν­θε­ο­ν”. Το φαι­νό­με­νο του μπε­στ σέ­λερ έ­μελ­λε να λει­τουρ­γή­σει εκ­φυ­λι­στι­κά για τις συγ­γρα­φι­κές ο­μά­δες, τις πιο μά­χι­μες την ε­πο­χή της έ­κρη­ξής του, ό­πως οι ε­πο­νο­μα­ζό­με­νες γε­νιές του '70 και του '80. Όλο και πε­ρισ­σό­τε­ροι συγ­γρα­φείς άρ­χι­σαν να κά­νουν πα­ρα­χω­ρή­σεις στον α­να­γνώ­στη, ελ­πί­ζο­ντας να ε­πι­τύ­χουν μια θέ­ση στις λί­στες των μπε­στ σέ­λερ και κα­λύ­τε­ρη με­τα­χεί­ρι­ση α­πό τους εκ­δό­τες. Για­τί, στα ί­δια χρό­νια, οι σχέ­σεις συγ­γρα­φέα εκ­δό­τη άλ­λα­ξαν. Κα­θιε­ρώ­θη­καν τα συμ­βό­λαια και οι ε­κα­τέ­ρω­θεν δε­σμεύ­σεις. Οι πα­λαιό­τε­ρες σχέ­σεις πί­στης και φι­λίας θεω­ρού­νταν πλέ­ον πα­ρω­χη­μέ­νες έως και γρα­φι­κές. Αντι­στοί­χως δεί­χνουν να προ­σαρ­μό­ζο­νται οι βι­βλιο­κρι­τι­κοί. Δεν α­πο­δο­κι­μά­ζουν πλέ­ον την ευ­κο­λία γρα­φής αλ­λά την ευ­τέ­λεια, στην ο­ποία και ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται το δεύ­τε­ρο άρ­θρο , αυ­τό του Κούρ­το­βικ.
Εί­κο­σι χρό­νια νεό­τε­ρος του Τσα­κνιά ο Κούρ­το­βι­κ, ε­κτός α­πό κρι­τι­κός, εί­ναι και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, α­πό τους μά­χι­μους στα χρό­νια της με­γά­λης με­τάλ­λα­ξης. Με τρία μυ­θι­στο­ρή­μα­τα κα­τά την ε­πί­μα­χη ει­κο­σα­ε­τία, ό­που τα δύο τε­λευ­ταία κα­τέ­λα­βαν θέ­ση στις λί­στες των μπε­στ σέ­λερ. Πι­στεύου­με λό­γω πρω­το­τυ­πίας του θέ­μα­τος και α­στυ­νο­μι­κού τύ­που πλο­κής, χω­ρίς αλ­λα­γές στον τρό­πο γρα­φής. Όπως και να έ­χει, ο Κούρ­το­βικ φαί­νε­ται να δια­χω­ρί­ζει τα μπε­στ σέ­λε­ρ, σε βι­βλία λο­γο­τε­χνίας και ευ­τε­λή. Ξε­κι­νά το άρ­θρο του, με­τα­φέ­ρο­ντας συ­ζή­τη­σή του με ε­πί­δο­ξο συγ­γρα­φέα, ο ο­ποίος ευελ­πι­στεί να “βγά­ζει κα­λά λε­φτά α­πό τα βι­βλία του”. Προ­τί­μη­σε να α­πο­τα­θεί σε έ­ναν κρι­τι­κό πα­ρά σε έ­ναν συγ­γρα­φέα μπε­στ σέ­λε­ρ, πι­στεύο­ντας ό­τι ο δεύ­τε­ρος θα τον έ­βλε­πε ως α­ντα­γω­νι­στή και δεν θα α­πε­κά­λυ­πτε τη μα­γι­κή συ­ντα­γή. Μπο­ρεί, μά­λι­στα, και να μην πα­ρα­δε­χό­ταν ό­τι υ­πάρ­χει συ­ντα­γή, φο­βού­με­νος μην και α­μαυ­ρώ­σει το συγ­γρα­φι­κό του προ­φίλ. Δεν θα α­πο­κλεία­με να πρό­κει­ται για ε­πι­νό­η­ση. Με κά­τι τέ­τοια σο­φί­σμα­τα ε­ξα­σφα­λί­ζει ο Κούρ­το­βικ την υ­ψη­λή α­να­γνω­σι­μό­τη­τα των κρι­τι­κών του. Με­τά πε­ρισ­σής ευ­γέ­νειας α­να­γνω­ρί­ζει στον συ­νο­μι­λη­τή του “πρόω­ρο ρε­α­λι­σμό” και “γειω­μέ­νους ο­ρα­μα­τι­σμούς” και στη συ­νέ­χεια, με βά­σει την μα­κρό­χρο­νη πεί­ρα του, συ­ντάσ­σει τους ο­κτώ κα­νό­νες της συγ­γρα­φής μπε­στ σέ­λερ. Πι­θα­νώς και α­πηυ­δι­σμέ­νος α­πό το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα, που μό­λις εί­χε δια­βά­σει και για το ο­ποίο κα­νο­νι­κά θα έ­πρε­πε να συ­ντά­ξει τη βι­βλιο­κρι­τι­κή του.
Προ­φα­νώς και σχη­μα­το­ποιεί, ως εί­θι­σται σε χιου­μο­ρι­στι­κά κεί­με­να. Ωστό­σο, με ο­ρι­σμέ­νους α­πό τους κα­νό­νες του γρά­φε­ται σή­με­ρα με­γά­λος α­ριθ­μός α­πό μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που θα μπο­ρού­σαν να κα­τα­χω­ρη­θούν στις κα­τη­γο­ρίες του Τσα­κνιά και τα ο­ποία οι κρι­τι­κοί δεν ε­ντάσ­σουν στα ευ­τε­λή. Εκεί­νοι, πά­ντως, που ε­φαρ­μό­ζουν με ι­διαί­τε­ρη συ­νέ­πεια πα­ρό­μοιους κα­νό­νες εί­ναι οι δι­πλω­μα­τού­χοι των Σχο­λών Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. Πα­ρά­δειγ­μα ο δεύ­τε­ρος και τέ­ταρ­τος κα­νό­νας: “Μη λες πο­τέ με λί­γα λό­για αυ­τό που μπο­ρείς να πεις με πολ­λά”. Και “τα ου­σια­στι­κά στο κεί­με­νο πρέ­πει να συ­νο­δεύο­νται ό­σο γί­νε­ται συ­χνό­τε­ρα, ει δυ­να­τόν πά­ντο­τε, α­πό ε­πί­θε­τα”. Αν εί­χε σκε­φτεί να προ­σθέ­σει το κα­λο­λο­γι­κό στοι­χείο της πα­ρο­μοίω­σης, θα εί­χε κα­λύ­ψει τα δυο εκ­φρα­στι­κά στοι­χεία, που κυ­ρίως κο­σμούν το ση­με­ρι­νό μυ­θι­στό­ρη­μα. Αλλά και ο έ­κτος κα­νό­νας του χαί­ρει ευ­ρείας ε­φαρ­μο­γής, κα­θώς θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί ως ει­δι­κή πε­ρί­πτω­ση της προοι­κο­νο­μίας, που πο­λύ αγ­χώ­νει τους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους. Συ­χνά, οι προ­σπά­θειες, που κα­τα­βάλ­λουν ώ­στε πρό­σω­πα και δρά­ση να προοι­κο­νο­μού­νται, εί­ναι τό­σο εμ­φα­νείς, που κα­τα­λή­γουν να γε­λοιο­ποιούν το α­πο­τέ­λε­σμα. Κα­τά τον εν λό­γω έ­κτο κα­νό­να, “οι χα­ρα­κτή­ρες πρέ­πει να έ­χουν σα­φές και στα­θε­ρό η­θι­κό πρό­ση­μο”, το ο­ποίο με­θερ­μη­νεύε­ται στο πλέ­ον κα­τα­νο­η­τό ό­τι πρέ­πει “να δί­νουν στον α­να­γνώ­στη λα­βή για το ποιόν τους”.
Από ε­κεί και πέ­ρα, οι κα­νό­νες του Κούρ­το­βικ α­να­φέ­ρο­νται στην ψυ­χο­λο­γία “ε­νός πι­στού α­να­γνώ­στη μπε­στ σέ­λε­ρ”. Απο­φαί­νε­ται ό­τι, πρώ­τον, “ο πιο α­γα­πη­μέ­νος του ή­ρωας εί­ναι ο ε­αυ­τός του” και δεύ­τε­ρον, “οι ή­ρωες πρέ­πει να εί­ναι κολ­λη­μέ­νοι στον τό­πο τους, ει δυ­να­τόν στη γει­το­νιά τους”. Στοι­χειώ­δες, ει­δάλ­λως πώς θα ε­πι­τευχ­θεί ψυ­χο­λο­γι­κή ταύ­τι­ση, η ο­ποία και θα ε­πι­τρέ­ψει στον α­να­γνώ­στη να “τα­ξι­δεύει” δια­βά­ζο­ντας. Όσο για τον ό­γδοο κα­νό­να, που θέ­λει βα­σι­κό θέ­μα του μπε­στ σέ­λερ την α­γά­πη, με άλ­φα κε­φα­λαίο, και δη, την θριαμ­βεύου­σα στο τέ­λος, δεί­χνει την ε­πι­ση­μα­σμέ­νη και α­πό πα­λαιό­τε­ρα κεί­με­να του Κούρ­το­βικ προ­κα­τά­λη­ψή του α­πέ­να­ντι στο γυ­ναι­κείο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Πα­ρα­πλή­σια με­ρο­λη­πτι­κή στά­ση δια­κρί­νε­ται και στο πα­λαιό­τε­ρο άρ­θρο, αυ­τό του Τσα­κνιά. Ευ­τυ­χώς ή δυ­στυ­χώς, η λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή α­νέ­κα­θεν αν­δρο­κρα­τεί­ται. Οι λι­γο­στές γυ­ναί­κες του χώ­ρου, που συ­γκρά­τη­σε η Ιστο­ρία, α­πο­τε­λούν πα­ρα­δείγ­μα­τα προς α­πο­φυ­γήν. Και ε­πα­νερ­χό­μα­στε στους κα­νό­νες, που, με­τα­ξύ των άλ­λων, σαρ­κά­ζουν και το μορ­φω­τι­κό ε­πί­πε­δο του εν λό­γω κοι­νού, συμ­βου­λεύο­ντας ό­σο το δυ­να­τόν α­πλού­στε­ρη σύ­ντα­ξη και συ­χνές ε­πα­να­λή­ψεις των βα­σι­κών πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων. Ο κα­λός μας, ό­μως, κρι­τι­κός, ε­πι­ζη­τώ­ντας να κο­ρυ­φώ­σει τη δια­κω­μώ­δη­ση, δεί­χνει με τον πέ­μπτο κα­νό­να πα­ντε­λή ά­γνοια της γυ­ναι­κείας ψυ­χο­σύν­θε­σης. Πα­ρο­τρύ­νει τον ε­πί­δο­ξο συγ­γρα­φέα να “μην ε­ξά­πτει τον α­να­γνώ­στη, ού­τε δυ­σά­ρε­στα αλ­λά ού­τε και πο­λύ ευ­χά­ρι­στα”, ε­ξη­γώ­ντας του ό­τι ε­κεί­νος θέ­λει να ξε­χνά­ει εύ­κο­λα το βι­βλίο για να αρ­χί­σει το ε­πό­με­νο. Δεν έ­τυ­χε πο­τέ να του α­φη­γη­θεί κά­ποια ευαί­σθη­τη ψυ­χή με το νι και με το σίγ­μα έ­να ρο­μά­ντσο; Τα ρο­μά­ντσα συ­γκι­νούν και δεν λη­σμο­νού­νται. Ο Η.Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος, σε πρό­σφα­τη εκ βα­θέων συ­νέ­ντευ­ξή του, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι συ­γκι­νεί­ται ό­ταν βλέ­πει γυ­ναί­κες να δια­βά­ζουν τέ­τοια βι­βλία και να δα­κρύ­ζουν.
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, το φαι­νό­με­νο του ευ­κο­λο­διά­βα­στου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που ψυ­χα­νε­μι­ζό­ταν ο Τσα­κνιάς, εί­κο­σι δύο χρό­νια με­τά, κυ­ριαρ­χεί στα κα­θ' η­μάς, ό­πως και στις χώ­ρες, που λει­τουρ­γούν ως μη­τρο­πό­λεις και α­πό τις ο­ποίες α­ντι­γρά­φου­με πρό­τυ­πα και συ­μπε­ρι­φο­ρές. Το και­νού­ριο στοι­χείο, ω­στό­σο, το ο­ποίο θα έ­πρε­πε να προ­βλη­μα­τί­ζει, δεν εί­ναι η με­τα­στρο­φή με­γά­λης με­ρί­δας συγ­γρα­φέων, αλ­λά το γε­γο­νός ό­τι, συν τω χρό­νω, το τει­χίο, που προ­στά­τευε το λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο, πέ­φτει. Ως προ­στα­τευ­τι­κό τει­χίο α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε την η­θι­κής φύ­σεως στή­ρι­ξη, που χρειά­ζε­ται έ­νας λο­γο­τέ­χνης, ό­σο αυ­τάρ­κης και α­φο­σιω­μέ­νος στο έρ­γο του κι αν πα­ρου­σιά­ζε­ται. Έχουν ε­κλεί­ψει οι εκ­δό­τες τύ­που Να­νάς Καλ­λια­νέ­ση. Έχουν ε­κλεί­ψει οι πρε­σβύ­τες τύ­που Γ.Π. Σαβ­βί­δη. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, α­κό­μη κρι­τι­κή βι­βλίου. Ο χώ­ρος δια­θέ­τει κά­ποιους θεω­ρού­με­νους ως έ­γκρι­τους. Κα­τά κα­νό­να, πρό­κει­ται για αν­θρώ­πους που ε­ξα­σφα­λί­ζουν τον βιο­πο­ρι­σμό τους α­πό την κρι­τι­κή, γε­γο­νός που συ­νε­πά­γε­ται ο­ρι­σμέ­νες δε­σμεύ­σεις. Μια σε­λί­δα ή έ­να έν­θε­το βι­βλίου ε­φη­με­ρί­δας ζη­τά την προ­βο­λή του συγ­γρα­φέ­α-βε­ντέ­τα και του βι­βλίου-μπε­στ σέ­λερ. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, πά­ντο­τε τρό­πος να γί­νει η διά­κρι­ση του εύ­πε­πτου α­να­γνώ­σμα­τος α­πό το βι­βλίο με λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές. Για­τί, λ.χ., έ­νας α­πό τους πλέ­ον έ­γκρι­τους κρι­τι­κούς, ό­πως ο Κούρ­το­βι­κ, να α­να­φέ­ρε­ται ό­λο και συ­χνό­τε­ρα στις συγ­γρα­φείς των μπε­στ σέ­λε­ρ; Αντι­θέ­τως, χρειά­ζε­ται η βι­βλιο­κρι­τι­κή να α­σχο­λεί­ται με τον γνω­στό συγ­γρα­φέα, ό­ταν ε­κεί­νος εκ­πί­πτει σε “μπε­στσε­λε­ρά”, ε­ξι­στο­ρώ­ντας τις ε­μπει­ρίες του, πλα­τειά­ζο­ντας, φορ­τώ­νο­ντας την α­φή­γη­ση με κα­λο­λο­γι­κά στοι­χεία ή και προοι­κο­νο­μώ­ντας τα προ­φα­νή. Ξε­που­λώ­ντας, δη­λα­δή, το ό­ποιο τα­λέ­ντο του για την α­γά­πη του α­να­γνώ­στη και τα χά­δια του εκ­δό­τη του. Αλλά ως ε­δώ οι συμ­βου­λές και τα σχό­λια, μην α­κού­σου­με το δά­σκα­λε που δί­δα­σκες...

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/3/2011

Ημερολόγια και Ανθολογίες

«Ύμνος στον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη
Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα α­φη­γή­μα­τα»
Επι­λο­γή - ε­πι­μέ­λεια
Θα­νά­σης Θ. Νιάρ­χος
Εκδό­σεις: Κα­στα­νιώ­τη
Δε­κέμ­βριος 2010

Στις 6 Φε­βρουα­ρίου γρά­φα­με ό­τι το 2011 α­να­κη­ρύ­χτη­κε, εν τη πρά­ξει, Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη, πα­ρό­τι η πο­λι­τεία, του­τέ­στιν ο υ­πουρ­γός Πο­λι­τι­σμού και το Ε.ΚΕ.ΒΙ, έ­δω­σε το χρί­σμα στον Ελύ­τη. Πο­λύ μας χα­ρο­ποίη­σε, που, συν τω χρό­νω, κι άλ­λοι υιο­θε­τούν την ά­πο­ψή μας, κά­νο­ντας λό­γο για Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Ένας α­πό αυ­τούς, εί­ναι ο Γιάν­νης Μπα­σκό­ζος, στο έν­θε­το «Βι­βλία» του «Βή­μα­τος», στις 27 Φε­βρουα­ρίου. Μά­λι­στα, δί­νει την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι α­ναγ­γέλ­θη­κε διή­με­ρο συ­νέ­δριο, που το έ­να μέ­ρος του θα διε­ξαχ­θεί στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής. Δυ­στυ­χώς, δεν πλη­ρο­φο­ρεί ποιος και πό­τε το α­νήγ­γει­λε. Εμείς, στο κεί­με­νό μας α­πλώς το ει­κά­ζα­με ως πι­θα­νή και α­πευ­κταία προο­πτι­κή, θεω­ρώ­ντας ό­τι πα­ρό­μοιοι χώ­ροι δεν συ­νά­δουν προς τον τι­μώ­με­νο συγ­γρα­φέα. Πά­ντως, οι ε­μπλε­κό­με­νοι φο­ρείς, η Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών και το Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής, ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν έ­χουν κά­νει κα­μία σχε­τι­κή α­να­κοί­νω­ση. Ενώ, ό­λα υ­πο­τί­θε­ται ό­τι γί­νο­νται με πρω­το­βου­λία της Εται­ρείας, το Δ.Σ. τη­ρεί σι­γήν ιχ­θύος. Ένας δεύ­τε­ρος, που εμ­μέ­σως προ­βλέ­πει Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη, εί­ναι ο Ν.Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος σε βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση “η­με­ρο­λο­γίων για τον Πα­πα­δια­μά­ντη” στη φι­λο­λο­γι­κή σε­λί­δα της «Κα­θη­με­ρι­νής».
Και οι δυο δεί­χνουν ι­διαί­τε­ρα εν­θου­σια­σμέ­νοι. Τα βρί­σκουν ό­λα ρό­δι­να. Την προ­χει­ρό­τη­τα, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει το εκ­κο­λα­πτό­με­νο, οιο­νεί, Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη, δεί­χνει να μην την α­ντι­λαμ­βά­νο­νται. Πα­ρά­δειγ­μα, ο Μπα­σκό­ζος μνη­μο­νεύει, με­τα­ξύ άλ­λων, την ε­βδο­μα­διαία εκ­πο­μπή για τον Πα­πα­δια­μά­ντη, που ξε­κί­νη­σε στις 3 Ια­νουα­ρίου, η­μέ­ρα, που, πριν α­πό 100 χρό­νια, κη­δεύ­τη­κε και την ο­ποία γνω­ρί­ζει α­πό πρώ­το χέ­ρι, α­φού εί­ναι ο υ­πεύ­θυ­νος έ­ρευ­νας. Δεν α­να­φέ­ρει, ό­μως, ό­τι, στους τίτ­λους, το ό­νο­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη α­να­γρά­φε­ται με ψι­λά γράμ­μα­τα μό­νο στο τέ­λος του τε­τρά­στι­χου, το ο­ποίο χρη­σι­μεύει ως προ­με­τω­πί­δα στη σει­ρά των εκ­πο­μπών και α­πό το ο­ποίο προέ­κυ­ψε ο τίτ­λος, «Το σκο­τει­νό τρυ­γό­νι». Ού­τε ό­τι η εκ­πο­μπή κα­τα­χω­ρεί­ται ως «Το σκο­τει­νό τρυ­γό­νι» στα τη­λε­ο­πτι­κά προ­γράμ­μα­τα των ε­φη­με­ρί­δων, χω­ρίς την πα­ρα­μι­κρή α­να­φο­ρά ό­τι πρό­κει­ται για εκ­πο­μπή σχε­τι­κή με τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Εκτός κι αν οι υ­πεύ­θυ­νοι θεω­ρούν τό­σο δια­βα­σμέ­νο τον κά­θε τη­λε­θε­α­τή, ώ­στε να γνω­ρί­ζει ό­τι έ­τσι α­να­φέ­ρει ε­αυ­τόν ο Πα­πα­δια­μά­ντης σε νε­α­νι­κό ποίη­μά του “προς τη μη­τέ­ρα του” και ό­τι έ­τσι τον α­πο­κα­λούν σή­με­ρα ό­σοι α­νι­χνεύουν τις υ­πο­τι­θέ­με­νες “σκο­τει­νές” πλευ­ρές του. Λη­σμο­νεί, ε­πί­σης, να σχο­λιά­σει τη μι­κρή διάρ­κεια της εκ­πο­μπής, μό­λις 15', που έ­χει ως ε­πα­κό­λου­θο να κα­τα­κερ­μα­τί­ζο­νται εν­δια­φέ­ρου­σες θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες, ό­πως ο Πα­πα­δια­μά­ντης και ο κι­νη­μα­το­γρά­φος, ο Πα­πα­δια­μά­ντης και η τη­λεό­ρα­ση, ο Πα­πα­δια­μά­ντης και το θέ­α­τρο, που εί­χαν πρω­το­πα­ρου­σια­στεί σε α­φιέ­ρω­μα στον Πα­πα­δια­μά­ντη του, πά­λαι πο­τέ, έν­θε­του «Επτά Ημέ­ρες» της «Κα­θη­με­ρι­νής».
Λι­γό­τε­ρη έκ­πλη­ξη προ­κα­λεί το κεί­με­νο του Ν.Δ.Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου, ο ο­ποίος, έ­τσι κι αλ­λιώς, στις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις του, α­ντι­κρί­ζει στα­θε­ρά το πο­τή­ρι μι­σο­γε­μά­το και πο­τέ μι­σοά­δειο, μοι­ρά­ζο­ντας ε­γκω­μια­στι­κούς χα­ρα­κτη­ρι­σμούς. Έτσι πα­ρα­λεί­πει την κύ­ρια ε­πι­σή­μαν­ση ό­τι οι α­θη­ναίοι εκ­δό­τες, α­γνό­η­σαν τον Πα­πα­δια­μά­ντη και δεν ε­τοί­μα­σαν ού­τε έ­να η­με­ρο­λό­γιο προς τι­μήν του. Αντί αυ­τού, πα­ρου­σιά­ζει τέσ­σε­ρις εκ­δό­σεις, ό­που οι τρεις δεν έ­φθα­σαν στο κλει­νόν ά­στυ. Η πρώ­τη εί­ναι το η­με­ρο­λό­γιο του Δή­μου Σκιά­θου, το ο­ποίο κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο εκ­δο­τι­κό οί­κο και ως γνω­στόν, οι εκ­δό­σεις της Βο­ρείου Ελλά­δος δεν κα­τορ­θώ­νουν να σπά­σουν το φράγ­μα του Ολύ­μπου. Οι άλ­λες δυο εί­ναι το­πι­κές εκ­δό­σεις και εκ των πραγ­μά­των μι­κρής εμ­βέ­λειας. Η μία εί­ναι το η­με­ρο­λό­γιο της Μη­τρο­πό­λεως Χαλ­κί­δος, σε σχή­μα η­με­ρο­λο­γίων τσέ­πης, με φω­το­γρα­φία του Πα­πα­δια­μά­ντη στο ε­ξώ­φυλ­λο και δύο κεί­με­να γι αυ­τόν. Ενώ η άλ­λη εί­ναι το η­με­ρο­λό­γιο των εκ­δό­σεων «Τέ­χνη» της Βέ­ροιας. Αυ­τό, υ­πό μορ­φή βι­βλια­ρίου, με 14 πί­να­κες του αυ­το­δί­δα­κτου ζω­γρά­φου Θα­νά­ση Χρή­στου και ι­σά­ριθ­μα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό πα­πα­δια­μα­ντι­κά διη­γή­μα­τα. Η τέ­ταρ­τη έκ­δο­ση, κα­τα­χρη­στι­κά α­πο­κα­λεί­ται η­με­ρο­λό­γιο, α­φού πρό­κει­ται για τα «Δί­πτυ­χα της Εκκλη­σίας της Ελλά­δος», που εκ­δί­δο­νται ε­τη­σίως. Στην έκ­δο­ση του 2011 προ­βλέ­πο­νται, στην αρ­χή, κά­ποιες σε­λί­δες α­φιε­ρω­μέ­νες στον Πα­πα­δια­μά­ντη. Αυ­τή εί­ναι η μό­νη α­πό τις τέσ­σε­ρις εκ­δό­σεις, που υ­πάρ­χει σε βι­βλιο­πω­λεία της Αθή­νας, τα ει­δι­κά, προ­φα­νώς, για τις εκ­κλη­σια­στι­κές εκ­δό­σεις.
Όμως οι α­θη­ναίοι εκ­δό­τες δεν α­δια­φό­ρη­σαν μό­νο για πα­πα­δια­μα­ντι­κά η­με­ρο­λό­για αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα, για πα­πα­δια­μα­ντι­κές εκ­δό­σεις. Όσοι εί­χαν πα­λαιό­τε­ρες, τις α­να­σύ­ρουν α­πό τις α­πο­θή­κες τους ή και τις ε­πα­νεκ­δί­δουν, αν, πα­ρ' ελ­πί­δα, εί­ναι ε­ξαν­τλη­μέ­νες. Τα και­νού­ρια βι­βλία, προ­σώ­ρας, εί­ναι μό­λις δυο αν­θο­λο­γίες, ό­που η μία κα­τ' ε­πί­φα­σιν μό­νο εί­ναι πα­πα­δια­μα­ντι­κή. Την πρω­το­βου­λία και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις την έ­χουν θεσ­σα­λοί συγ­γρα­φείς. Τον Οκτώ­βριο εκ­δό­θη­κε η αν­θο­λο­γία “ε­πτά α­γα­πη­τι­κών διη­γη­μά­των του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη”, ε­πι­λεγ­μέ­νων α­πό τον Κώ­στα Ακρί­βο, με ει­κο­νο­γρά­φη­ση Δη­μή­τρη Μο­ρά­ρου και τίτ­λο «Να εί­χεν ο έ­ρω­τας σαΐτες!», και τον Δε­κέμ­βριο μια αν­θο­λο­γία “χρι­στου­γεν­νιά­τι­κων α­φη­γη­μά­τω­ν”, που ξε­χώ­ρι­σε ο Θα­νά­σης Νιάρ­χος. Σε αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, δεν πρό­κει­ται για διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη ε­κτός α­πό έ­να, το ο­ποίο και προ­τάσ­σε­ται. Σύμ­φω­να με το “ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μα”, πρό­κει­ται για “ε­πι­λο­γή α­φη­γη­μα­τι­κών κει­μέ­νων - διη­γη­μά­των στην πλειο­νό­τη­τά τους - που έ­χουν γρα­φεί συ­νει­δη­τά ή α­σύ­νει­δα, κά­τω α­πό το θεό­ρα­το, ό­σο μια χώ­ρα, πλα­τά­νι που φύ­τε­ψε και α­νά­θρε­ψε ο παμ­μέ­γι­στος σκια­θί­της διη­γη­μα­το­γρά­φος”. Ασα­φής ι­σχυ­ρι­σμός, που ση­κώ­νει πο­λύ νε­ρό. Ιδιαί­τε­ρα, ε­κεί­νο το α­σύ­νει­δα, που πα­ρα­πέ­μπει ευ­θέως στο με­τα­φυ­σι­κό πε­δίο και τις ψυ­χα­να­λυ­τι­κές δαι­δά­λους.
Όσο για τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό παμ­μέ­γι­στος, μπο­ρού­με να φα­ντα­στού­με να πα­ρα­πέ­μπει σε ο­ποιον­δή­πο­τε άλ­λον, α­πό τους Παμ­μέ­γι­στους Τα­ξιάρ­χες μέ­χρι τον “Αλέ­ξαν­δρο τον παμ­μέ­γι­στο”, σύμ­φω­να και με πρό­σφα­τη βιο­γρα­φία του Μα­κε­δό­να Στρα­τη­λά­τη, ε­κτός του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο Σκια­θί­της θα ε­ρυ­θριού­σε με το υ­περ­βο­λι­κό της έκ­φρα­σης αλ­λά και με τη με­γα­λορ­ρη­μο­σύ­νη της ό­λης α­να­φο­ράς. Πά­λι κα­λά, που το θεό­ρα­το πλα­τά­νι, που φύ­τε­ψε και α­νά­θρε­ψε, κρα­τή­θη­κε ε­ντός των ο­ρίων της χώ­ρας και δεν του α­πο­δό­θη­καν, κα­τά την τρέ­χου­σα τά­ση, ευ­ρω­παϊκές ή και πα­γκό­σμιες δια­στά­σεις. Από τό­τε, πά­ντως, που ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας, σε ο­μι­λία του στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής, με­τα­μόρ­φω­σε, ποιη­τι­κή α­δεία, την “βα­σι­λι­κή δρυ­ν” του Πα­πα­δια­μά­ντη στην πλά­τα­νο της Κη­φι­σιάς, ό­λο για πλα­τά­νια γί­νε­ται λό­γος. Τώ­ρα, κα­τά πό­σο, στον ί­σκιο του Πα­πα­δια­μά­ντη, γρά­φτη­καν τα, εν λό­γω, χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα α­φη­γή­μα­τα, ό­πως κά­πο­τε γρά­φο­νταν ποιή­μα­τα “στη βα­ριά σκιά του Πα­λα­μά”, κα­τά την έκ­φρα­ση του Κ.Θ.Δη­μα­ρά, μέ­νει ζη­τού­με­νο.
Ένας ποιη­τής, ω­στό­σο, δι­καιού­ται να υ­περ­βά­λει ή μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, πα­ρό­μοιοι ρο­μα­ντι­κοί εν­θου­σια­σμοί α­πο­τε­λούν α­να­πό­σπα­στο ό­σο και πο­λύ­τι­μο κομ­μά­τι της φύ­σης του. Και ο Νιάρ­χος πα­ρα­μέ­νει ποιη­τής, πα­ρά την ε­να­σχό­λη­σή του με πλεί­στα άλ­λα. Άλλω­στε, μό­νο έ­νας ποιη­τής θα έ­κλει­νε το “ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μά” του με τη φρά­ση, “Ένα κε­ρά­κι στη μνή­μη του και το βι­βλίο αυ­τό - α­φιέ­ρω­μα μιας πο­λύ­πλα­γκτης νεό­τε­ρης γε­νιάς”, που ση­μαί­νει ό­τι προσ­λαμ­βά­νει την πε­ρί άλ­λα τυρ­βά­ζου­σα νεό­τε­ρη γε­νιά ως πο­λυ­πλά­νη­το και πο­λυ­πα­θή. Όπως, ε­πί­σης, μό­νο έ­νας ποιη­τής θα φα­ντα­σιω­νό­ταν ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης “λει­τουρ­γεί ως σω­σί­βιο σε, ε­θνι­κά και πα­γκό­σμια, χα­λε­πέ­στα­τους και­ρούς”. Αλλά και μό­νο έ­νας ποιη­τής θα ε­πι­νοού­σε έ­ναν τό­σο ε­πί­και­ρο τίτ­λο ως χαι­ρε­τι­σμό στο αρ­χό­με­νο Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Μό­νο που φαί­νε­ται ό­τι δεν στά­θη­κε δυ­να­τό στον αν­θο­λό­γο να πραγ­μα­τώ­σει τη φι­λό­δο­ξη ι­δέα του και να συ­γκε­ντρώ­σει πε­ζά α­ντί­στοι­χου ύ­ψους.
Ποιος θα δια­φω­νού­σε, ο­λό­κλη­ρο το 2011, να μνη­μο­νεύου­με και να υ­μνού­με Πα­πα­δια­μά­ντη! Εξαί­ρε­τη ι­δέα. Όχι, ό­μως, και να θεω­ρού­με ως ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό ε­κεί­νον το τυ­χόν διή­γη­μα, που γρά­φτη­κε α­πό τα δι­κά του χρό­νια μέ­χρι σή­με­ρα. Ακό­μη κι αν πρό­κει­ται για χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο. Εί­δος διη­γη­μά­των, που σχε­δόν ταυ­τί­στη­κε μα­ζί του, κι ας έ­χει γρά­ψει μό­λις 25 διη­γή­μα­τα για τις γιορ­τές των Χρι­στου­γέν­νων. Ας δού­με, ό­μως, εκ του σύ­νεγ­γυς, τα συ­νο­λι­κά 42 πε­ζά, που αν­θο­λο­γού­νται, γραμ­μέ­να α­πό πα­λαιό­τε­ρους έως και νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, με πρε­σβύ­τε­ρο τον Αλέ­ξαν­δρο Μω­ραϊτί­δη, γεν­νη­μέ­νο το 1850, και νε­α­ρό­τε­ρο τον Κώ­στα Ακρί­βο, που έ­κλει­σε τα 52. Συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται πε­ζο­γρά­φοι της γε­νιάς του Πα­πα­δια­μά­ντη, πα­λα­μι­κοί και με­τα­πα­λα­μι­κοί ποιη­τές, με ε­πι­δό­σεις και στον πε­ζό λό­γο, με­σο­πο­λε­μι­κοί μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι και κρι­τι­κοί, με­τα­πο­λε­μι­κοί συγ­γρα­φείς και ε­πί­σης, δυο άν­θρω­ποι των τε­χνών, η μου­σι­κός Σο­φία Σπα­νού­δη και ο ζω­γρά­φος Πα­να­γιώ­της Τέ­τσης.
Από τους με­τα­πο­λε­μι­κούς συγ­γρα­φείς ε­πι­λέ­γο­νται δε­κα­τρείς ζώ­ντες. Τα κεί­με­νά τους αν­θο­λο­γού­νται εί­τε α­πό βι­βλία τους εί­τε α­πό δη­μο­σιεύ­μα­τά τους σε πε­ριο­δι­κά, ε­νώ τέσ­σε­ρα εί­ναι α­νέκ­δο­τα. Δεν γνω­ρί­ζου­με αν και οι δε­κα­τρείς γρά­φουν υ­πό την σκιά του πα­πα­δια­μα­ντι­κού πλα­τά­νου. Αν έ­χει έ­τσι, ο ί­σκιος δεν λει­τούρ­γη­σε ευερ­γε­τι­κά ή, μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, δεν λει­τούρ­γη­σε κα­θό­λου, α­φή­νο­ντας α­νε­πη­ρέ­α­στους τους τρό­πους γρα­φής τους, που, κα­τά κα­νό­να, ου­δό­λως συγ­γε­νεύουν με του Πα­πα­δια­μά­ντη. Μό­νο τα α­φη­γή­μα­τα τριών συ­νο­μη­λί­κων συγ­γρα­φέων συ­νο­μι­λούν με τον Πα­πα­δια­μά­ντη και τον κό­σμο του. Το διή­γη­μα «Η με­τα­νά­στις», α­πό την τε­λευ­ταία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των «Τα πι­κρά γλυ­κά», του Χρι­στό­φο­ρου Μη­λιώ­νη, που ή­δη με τον τίτ­λο του γνέ­φει στον Σκια­θί­τη. Το “άρ­θρον ε­πι­στο­λι­μαίο­ν” του Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου, γραμ­μέ­νο για τα Χρι­στού­γεν­να του 1987 και δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό «Τέ­ταρ­το». Και έ­να τρί­το, που α­γνοού­σα­με και ή­ταν μια α­πό τις ευ­χά­ρι­στες εκ­πλή­ξεις της αν­θο­λο­γίας: Πρό­κει­ται για “γράμ­μα στον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη” δια χει­ρός Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κού. Έχει γρα­φεί τον Δε­κέμ­βριο του 1960, ό­ταν ο ει­κο­σιε­πτα­ε­τής τό­τε συγ­γρα­φέ­ας βίω­νε τα πά­θη του ξε­νι­τε­μέ­νου στην πό­λη Κα­γιού­γκα, “έ­ξι ώ­ρες με το αυ­το­κί­νη­το α­πό την Νέα Υόρ­κη”. Εκεί σκη­νο­θε­τεί με­τά ε­μπνεύ­σεως την συ­νά­ντη­ση του ί­διου και της αρ­ρα­βω­νια­στι­κιάς του, ο­νό­μα­τι Πό­πης, με­τά του πα­πα­δια­μά­ντειου ή­ρωα Χρι­στο­δου­λή. Ως έ­φη­βος ο Χρι­στο­δου­λής υ­πήρ­ξε α­ντί­ζη­λος του α­φη­γη­τή στο «Ολό­γυ­ρα στη λί­μνη» για τα μά­τια της ω­ραίας Πο­λύ­μνιας. Ως η­λι­κιω­μέ­νος εί­ναι έ­νας ευ­κα­τά­στα­τος ε­στιά­το­ρας στην Κα­γιού­γκα, με σύ­ζυ­γο την τρί­τη ε­ξα­δέλ­φη της Πο­λύ­μνιας. Αν μη τι άλ­λο, ο Βα­σι­λι­κός, στο εν λό­γω διή­γη­μά του, με­ταγ­γί­ζει πα­πα­δια­μά­ντειο χιού­μορ. Θα ξε­χω­ρί­ζα­με έ­να α­κό­μη διή­γη­μα, τον «Μι­κρο­ψαλ­τά­κο» του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου, που κα­τορ­θώ­νει, χω­ρίς κα­θό­λου να προ­δί­δει τον δι­κό του μυ­θο­πλα­στι­κό κό­σμο, να συ­νο­μι­λεί α­πό τα ψη­λά της Μουρ­γκά­νας με τον Σκια­θί­τη.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι στους δε­κα­τρείς νεό­τε­ρους συ­μπε­ρι­λά­βα­με αυ­θαι­ρέ­τως και έ­ναν ά­γνω­στο σε μας. Το Λ. Θε­ο­φι­λό­που­λο. Στην αν­θο­λο­γία δεν δί­νο­νται βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία των συγ­γρα­φέων. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, δεν πα­ρα­τί­θε­ται ού­τε καν το μι­κρό ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα. Μπο­ρεί τα βιο­γρα­φι­κά να θεω­ρού­νται φι­λο­λο­γι­κός φόρ­τος, ω­στό­σο πα­ρέ­χουν έ­ναν μπού­σου­λα στον α­να­γνώ­στη. Ιδιαί­τε­ρα σε μια αν­θο­λο­γία ό­πως αυ­τή, που τα κεί­με­να δεν αν­τλού­νται α­πό τις πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις τους αλ­λά α­πό πρό­σφα­τες α­να­δη­μο­σιεύ­σεις. Ακό­μη και για το προ­τασ­σό­με­νο διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Στο Χρι­στό στο Κά­στρο», ως πη­γή δί­νε­ται ο τό­μος με τα «Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τα» του Πα­πα­δια­μά­ντη, που ε­ξέ­δω­σε το «Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας» το 2002. Κα­τά τα άλ­λα, γί­νε­ται έ­να συ­στη­μα­τι­κό ε­ρά­νι­σμα α­πό ο­ρι­σμέ­νους τό­μους του πε­ριο­δι­κού «Νέα Εστία», α­πό το 1927 μέ­χρι το 1939 και α­πό τη δε­κα­ε­τία του '70, με συ­νο­λι­κή σο­δειά 16 κεί­με­να.
Προ­φα­νώς, η πα­ρά­τα­ξή τους δεν γί­νε­ται με βά­ση τη χρο­νο­λο­γία της πρώ­της δη­μο­σίευ­σης, α­φού αυ­τή α­γνο­εί­ται. Ού­τε, ό­μως, πα­ρα­τάσ­σο­νται κα­τά την η­λι­κια­κή σει­ρά των συγ­γρα­φέων. Ωστό­σο, δια­τη­ρεί­ται μια κά­ποια ιε­ραρ­χία με­τα­ξύ πα­λαιό­τε­ρων, με­σο­πο­λε­μι­κών και νεό­τε­ρων. Μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί ο μι­κρα­σιά­της ποιη­τής Μέ­νος Φι­λή­ντας, που δια­σώ­θη­κε ως “γλωσ­σο­λό­γος του δη­μο­τι­κι­σμού”. Το κεί­με­νό του, τα «Χρι­στού­γεν­να», με το ο­ποίο κλεί­νει η αν­θο­λο­γία, α­να­φέ­ρε­ται στα ε­τυ­μο­λο­γι­κά της λέ­ξης Χρι­στού­γεν­να. Δη­μο­σιευ­μέ­νο στην «Νέα Εστία», Δε­κέμ­βριο 1930, κα­τα­λή­γει με τη φρά­ση: “Οι α­να­γνώ­στες της «Νέ­ας Εστίας» εί­ναι Έλλη­νες, και οι «Έλλη­νες σο­φίαν ζη­τού­σι»”. Σή­με­ρα η­χεί ε­ντε­λώς πα­ρά­ται­ρη, δί­νει, ό­μως, έ­ναν αι­σιό­δο­ξο τό­νο.
Από τα 27 α­φη­γή­μα­τα πα­λαιό­τε­ρων και με­σο­πο­λε­μι­κών, μό­λις τρία α­να­φέ­ρο­νται στον Πα­πα­δια­μά­ντη. Το κυ­ρίως σώ­μα εί­ναι μεν χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα, αλ­λά χω­ρίς κα­νέ­να ί­χνος του Πα­πα­δια­μά­ντη, ού­τε θε­μα­τι­κό ού­τε μορ­φι­κό. Ελπί­ζου­με να μην πα­ρα­πλα­νη­θεί κά­ποιος α­να­γνώ­στης α­πό το ό­νο­μα του πρω­τα­γω­νι­στή στο α­φή­γη­μα του Ξε­νό­που­λου. Ονο­μά­ζε­ται μεν Αλέ­κος, αλ­λά “πλού­σιος, ά­νερ­γος και ποιη­τής” εί­ναι ο κα­τάλ­λη­λος ή­ρωας για έ­να α­θη­ναϊκό ρο­μά­ντσο, α­πό ε­κεί­να στα ο­ποία ε­πι­δι­δό­ταν ο Ζα­κύν­θιος. Επί­σης, α­νά­με­σα στα α­φη­γή­μα­τα, υ­πάρ­χουν και δυο δο­κι­μια­κής υ­φής, του Κ.Θ. Δη­μα­ρά και του Άλκη Θρύ­λου, που θα μας ή­ταν α­δύ­να­το να πι­στέ­ψου­με ό­τι, έ­στω και α­σύ­νει­δα, ε­πι­κοι­νω­νού­σαν με το πνεύ­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη.
Η χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη των πρώ­των δη­μο­σιεύ­σεων δια­σώ­ζε­ται μό­νο στα τρία προ­τασ­σό­με­να κεί­με­να, πα­ρό­λο που δεν δί­νο­νται οι α­κρι­βείς χρο­νο­λο­γίες. Το πρώ­το διή­γη­μα, «Στο Χρι­στό στο Κά­στρο», εί­ναι μεν δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1892, ω­στό­σο η πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του φέ­ρει την η­με­ρο­μη­νία 14 Δε­κεμ­βρίου 1891. Το δεύ­τε­ρο, «Προ­πέρ­σι­να Χρι­στού­γεν­να», του Κώ­στα Κρυ­στάλ­λη πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα «Φω­νή της Ηπεί­ρου» στις 25 Δε­κεμ­βρίου 1892. Σε αυ­τήν την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση φέ­ρει τον υ­πό­τιτ­λο «Φι­λι­κή γρα­φή α­πό τα Γιάν­νι­να», που πα­ρα­λή­φθη­κε στην Ανθο­λο­γία. Πρό­κει­ται για έ­να διή­γη­μα, που α­να­τρέ­χει στον α­πα­γο­ρευ­μέ­νο ε­ορ­τα­σμό των Χρι­στου­γέν­νων του 1890 στα ο­θω­μα­νο­κρα­τού­με­να Γιάν­νε­να. Το τρί­το εί­ναι έ­να α­πό τα γνω­στό­τε­ρα διη­γή­μα­τα του Αλέ­ξαν­δρου Μω­ραϊτί­δη, «Χρι­στού­γεν­να στον ύ­πνο μου», που πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις» στις 25 Δε­κεμ­βρίου 1898. Αυ­τό το διή­γη­μα, μα­ζί με τις δυο α­φη­γή­σεις, που α­κο­λου­θούν, του Ιωάν­νη Δαμ­βέρ­γη και του Μιλ­τιά­δη Μα­λα­κά­ση, συ­νι­στούν και τις τρεις μαρ­τυ­ρίες για τον Πα­πα­δια­μά­ντη στην Ανθο­λο­γία. Αυ­τά, εν α­να­μο­νή, αρ­γο­πο­ρη­μέ­νων η­με­ρο­λο­γίων, πα­σχα­λι­νών και άλ­λων αν­θο­λο­γιών.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/3/2011

Ο κατά Ακρόϋντ Σαίξπηρ

Πή­τερ Ακρόϋντ
«Σαί­ξ­πηρ. Η βιο­γρα­φία»
Με­τά­φρα­ση: Σπύ­ρος Τσού­γκος
Εκδό­σεις: Μι­κρή Άρκτος
Δε­κέ­μ­βριος 2010

Oσα γνω­ρί­ζου­με με­τά βε­βαιό­τη­τας για τον Σαί­ξ­πηρ εί­ναι τό­σο λί­γα, ώ­στε να προ­σφέ­ρο­νται μά­λ­λον για μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία πα­ρά για πρα­γ­μα­τι­κή βιο­γρα­φία. Κι αυ­τό ι­δίως ό­ταν το έ­ρ­γο της βιο­γρά­φη­σης δεν το α­να­λα­μ­βά­νει έ­νας ει­δι­κός, φι­λό­λο­γος ή με­λε­τη­τής του θεά­τρου, α­λ­λά έ­νας συ­γ­γρα­φέ­ας, ό­πως ο Πή­τερ Ακρόϋντ. Όπως φαί­νε­ται, ό­μως, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, το α­να­γνω­στι­κό κοι­νό προ­τι­μά τα μη μυ­θο­πλα­στι­κά βι­βλία, εν μέ­σω των ο­ποίων, την πρω­το­κα­θε­δρία κρα­τά­ει η βιο­γρα­φία. Γι' αυ­τό και ο Ακρόϋντ, που πα­τά­ει, ευ­θύς εξ α­ρ­χής, σε δυο βά­ρ­κες, της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας και της βιο­γρά­φη­σης, την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, πλη­θαί­νει τις βιο­γρα­φίες. Στα κα­θ' η­μάς, μη έ­χο­ντας βιο­γρα­φίες ξέ­νων γρα­μ­μέ­νες α­πό Έλλη­νες, κα­λύ­πτου­με τη ζή­τη­ση με με­τα­φρά­σεις. Για τον Σαί­ξ­πηρ μό­νο έ­να α­στυ­νο­μι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό το θέ­α­τρό του και την ε­πο­χή του, ε­κ­δό­θη­κε, το 2006, ως με­τα­θα­νά­τιο έ­ρ­γο του θε­α­τρι­κού κρι­τι­κού Βάϊου Πα­γκου­ρέ­λη, το «Ένα κρα­νίο για τον Γιό­ρικ».
Μέ­νει, βε­βαίως, ζη­τού­με­νο, για­τί, α­πό ό­λες τις βιο­γρα­φίες του Σαί­ξ­πηρ ή και ει­δι­κό­τε­ρα, α­πό ό­σες ε­κ­δό­θη­καν ε­ντός του τρέ­χο­ντος αιώ­να, προ­τι­μή­θη­κε του Ακρόϋντ, κι ας ή­ταν ε­κεί­νη, που δέ­χτη­κε τα πε­ρι­σ­σό­τε­ρα πυ­ρά της α­γ­γλό­φω­νης κρι­τι­κής. Μά­λ­λον για τον ί­διο λό­γο, που προ­τι­μή­θη­καν οι δι­κές του βιο­γρα­φίες για τον Έλιοτ και τον Πόε. Για­τί, α­πλού­στα­τα, εί­ναι έ­νας α­πό τους α­γα­πη­μέ­νους συ­γ­γρα­φείς του ε­λ­λη­νι­κού α­να­γνω­στι­κού κοι­νού. Ο Ακρόϋντ ά­ρ­χι­σε να με­τα­φρά­ζε­ται το 1994, δη­λα­δή σχε­τι­κά νω­ρίς, αν λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι ε­ξέ­δω­σε το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό του βι­βλίο το 1980. Από τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα, αν δεν λη­σμο­νού­με κά­ποιο, έ­χουν ε­κ­δο­θεί έ­ξι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τρεις βιο­γρα­φίες και δυο βι­βλία α­πό τα έ­ξι συ­νο­λι­κά, που έ­χει γρά­ψει υ­πό τον γε­νι­κό τί­τ­λο «Τα­ξί­δια στο χρό­νο».
Ο Ακρόϋντ ξε­κί­νη­σε ως ποιη­τής και δο­κι­μιο­γρά­φος, ε­νώ βιο­πο­ρι­στι­κά ά­ρ­χι­σε να α­σχο­λεί­ται με την κρι­τι­κή. Η πρώ­τη του βιο­γρα­φία εί­ναι του Έζρα Πά­ου­ντ, το 1980. Εξη­ντά­ρης, σή­με­ρα, α­να­φέ­ρε­ται πρω­τί­στως ως βιο­γρά­φος και δευ­τε­ρευό­ντως ως μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Άλλω­στε και τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του στη­ρί­ζο­νται, κα­τά έ­να με­γά­λο μέ­ρος, σε ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα και γε­γο­νό­τα. Ένα κα­λό πα­ρά­δει­γ­μα προ­σφέ­ρει το πιο πρό­σφα­τα με­τα­φρα­σμέ­νο στα ε­λ­λη­νι­κά, «Η πτώ­ση της Τροίας», που ε­μπνέε­ται α­πό τις α­να­σκα­φές του Ερρί­κου Σλή­μαν. Δε­δο­μέ­νου, ό­μως, ό­τι του δί­νει τη μο­ρ­φή α­στυ­νο­μι­κού, α­πο­φεύ­γει να ε­μπλέ­ξει το ι­στο­ρι­κό πρό­σω­πο. Κρα­τά­ει, ω­στό­σο, το ό­νο­μα της συ­ζύ­γου του Σλή­μαν, της Σο­φίας, για τη σύ­ζυ­γο του ή­ρωά του.
Όσο α­φο­ρά τον βιο­γρά­φο Ακρόϋντ, που ε­ν­δια­φέ­ρει ε­δώ, δεν ε­πι­λέ­γει τους βιο­γρα­φού­με­νους, ό­πως, για πα­ρά­δει­γ­μα, ο Στέ­φαν Τσβάϊχ, με κρι­τή­ριο το ψυ­χα­να­λυ­τι­κό ε­ν­δια­φέ­ρον της προ­σω­πι­κό­τη­τάς τους, ού­τε, ό­μως, με βά­ση το πό­σο ση­μα­ντι­κοί στά­θη­καν. Το πά­θος του Ακρόϋντ εί­ναι η πό­λη του, το Λο­ν­δί­νο. Αυ­τός εί­ναι ο προ­νο­μια­κός τό­πος των πε­ρι­σ­σό­τε­ρων μυ­θι­στο­ρη­μά­των του, ε­νώ οι πε­ρι­σ­σό­τε­ροι α­πό ό­σους έ­χει βιο­γρα­φή­σει εί­ναι βέ­ροι Λο­ν­δρέ­ζοι, ό­πως και ο ί­διος. Πρώ­τη του α­γά­πη στά­θη­κε ο Ντί­κε­νς. Τον βιο­γρά­φη­σε και ε­κτός αυ­τού, δα­νεί­στη­κε την υ­πό­θε­ση α­πό το βι­βλίο του «Μι­κρή Ντό­ριτ» για το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Η με­γά­λη πυ­ρ­κα­γιά του Λο­ν­δί­νου». Δεν τον ε­ν­δια­φέ­ρει τό­σο με τι α­σχο­λεί­ται ο βιο­γρα­φού­με­νος, α­ρ­κεί ε­κεί­νος να πε­ρι­δια­βαί­νει τα λο­ν­δρέ­ζι­κα σο­κά­κια. Γι' αυ­τό και ό­ταν ε­ξά­ντ­λη­σε τους συ­γ­γρα­φείς της πό­λης, α­πό τον μα­κρι­νό πρό­γο­νό του Τζέ­φρεϋ Τσό­σερ μέ­χρι τον Μπλέϊκ και τον Έλιο­τ, στρά­φη­κε σε ά­λ­λους ε­πι­φα­νείς του Λο­ν­δί­νου, α­πό τον Νεύ­τω­να μέ­χρι τον ου­μα­νι­στή Τό­μας Μουρ ή και τον ζω­γρά­φο Τζό­ζεφ Τέ­ρ­νερ. Και κο­ντά σε αυ­τούς, α­σχο­λή­θη­κε με τους Αμε­ρι­κα­νούς του Λο­ν­δί­νου, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τους κο­ρυ­φαίους, πρώ­τα τον Πά­ου­ντ και πρό­σφα­τα, τον Πόε. Θα μπο­ρού­σα­με να πα­ρα­τη­ρή­σου­με γε­νι­κό­τε­ρα, ό­τι ο Ακρόϋντ δεί­χνει ι­διαί­τε­ρο, αν ό­χι α­πο­κλει­στι­κό, ε­ν­δια­φέ­ρον στους τό­πους και δη, σε ε­κεί­νους της α­γ­γλι­κής ε­πι­κρά­τειας.
Πο­λ­λοί πι­στεύουν ό­τι η κο­ρυ­φαία των βιο­γρα­φιών του, η ο­ποία βρα­βεύ­τη­κε και α­γα­πή­θη­κε α­πό το α­γ­γλό­φω­νο κοι­νό, εί­ναι του Λο­ν­δί­νου, που ε­ξέ­δω­σε το 2000. Κα­θό­λου τυ­χαία, ο τί­τ­λος της εί­ναι: «Λο­ν­δί­νο: η βιο­γρα­φία». Και πρά­γ­μα­τι, κρί­νο­ντας α­πό την προ­σή­λω­ση που δεί­χνει σε ό­λα τα βι­βλία του στην πό­λη του Λο­ν­δί­νου, η εν λό­γω βιο­γρα­φία μπο­ρεί να εί­ναι ά­ξια της έ­μ­φα­σης, που προ­σ­δί­δει στον τί­τ­λο το ο­ρι­στι­κό ά­ρ­θρο. Αντι­θέ­τως, στους τί­τ­λους των βιο­γρα­φιών προ­σώ­πων, φαί­νε­ται λι­γό­τε­ρο φι­λό­δο­ξος, συ­νο­δεύο­ντας το ό­νο­μα του βιο­γρα­φού­με­νου, με κά­ποιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του. Για πα­ρά­δει­γ­μα: «Τ. Σ. Έλιοτ. Ο ά­ν­θρω­πος πί­σω α­πό τη μά­σκα», «Πόε. Mια σύ­ντο­μη ζωή». Ωστό­σο, για τη βιο­γρα­φία του Σαί­ξ­πη­ρ, που ε­κ­δί­δει πέ­ντε χρό­νια με­τά τη βιο­γρα­φία του Λο­ν­δί­νου, το 2005, το­λ­μά τον ί­διο φι­λό­δο­ξο τύ­πο τί­τ­λου. Εί­ναι κά­τι που ξε­νί­ζει, δε­δο­μέ­νου ό­τι, α­πό ό­λους ό­σους βιο­γρά­φη­σε ο Ακρόϋντ, ο Σαί­ξ­πηρ πα­ρα­μέ­νει ο πιο σκιώ­δης ως πρό­σω­πο, κα­θώς ο βίος του, λί­γο πο­λύ, λα­ν­θά­νει. Όσο για τα λι­γο­στά γνω­στά ί­χνη του, εί­ναι α­κρι­βώς ε­κεί­να, που έ­θρε­ψαν, κα­τά τους ε­ν­διά­με­σους αιώ­νες, τις πε­ρι­κο­κλά­δες της ει­κο­το­λο­γίας. Τα τε­λευ­ταία, μά­λι­στα, χρό­νια, με την ά­ν­θη­ση του α­πο­κρυ­φι­σμού και των α­ντί­στοι­χων μυ­θι­στο­ρη­μά­των, αυ­τές γί­νο­νται πυ­κνό­τε­ρες και ο­χλη­ρό­τε­ρες, κα­θώς τεί­νουν να α­λ­λοιώ­σουν τον δη­μιου­ρ­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα του θε­α­τρι­κού συ­γ­γρα­φέα, που υ­πή­ρ­ξε ο Σαί­ξ­πηρ. Δια­βά­ζο­ντας, πά­ντως, τον κα­τά­λο­γο με τους τί­τ­λους βιο­γρα­φιών του ά­γ­γλου δρα­μα­του­ρ­γού, κα­νείς ά­λ­λος συ­γ­γρα­φέ­ας δεν έ­δει­ξε κα­τά την τι­τ­λο­φό­ρη­ση τό­ση α­πο­κο­τιά ό­ση ο Ακρόϋντ.
Όπως και να έ­χει, αυ­τή η βιο­γρα­φία του Σαί­ξ­πηρ έ­χει τη σφρα­γί­δα των βιο­γρα­φιών του Ακρόϋντ. Μό­νο που σε αυ­τήν η α­γά­πη του για τους α­γ­γλι­κούς τό­πους, τα ή­θη, τα έ­θι­μα και την α­τμό­σφαι­ρα προ­γε­νέ­στε­ρων ε­πο­χών κα­ρ­πί­ζει α­βία­στα, α­φού έ­χει ως λί­πα­σμα τα έ­ρ­γα του Σαί­ξ­πηρ. Για­τί μπο­ρεί μεν ο Σαί­ξ­πηρ να μην αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται, ό­μως α­ντι­κα­το­πτρί­ζει την Αγγλία στο γύ­ρι­σμα του 16ου προς τον 17ο αιώ­να, την Αγγλία της Ελι­σά­βετ και του Ια­κώ­βου Α΄, του βα­σι­λιά των δυο Στε­μ­μά­των Αγγλίας-Σκω­τίας, με τον ο­ποίο γε­ν­νιέ­ται η Με­γά­λη Βρε­τα­νία. Ως συ­γ­γρα­φέ­ας, ο Ακρόϋντ α­πο­φεύ­γει τις μο­ρ­φι­κές και­νο­το­μίες. Υιο­θε­τεί χρο­νο­λο­γι­κά ευ­θύ­γρα­μ­μες α­φη­γή­σεις, με τις βιο­γρα­φίες του να ε­κ­κι­νούν α­πό γε­ν­νή­σεως του βιο­γρα­φού­με­νου και να φτά­νουν στην τε­λευ­τή και την κη­δεία του. Για την με­τα­θα­νά­τια τύ­χη του, α­φιε­ρώ­νει συ­νή­θως δυο τρεις σε­λί­δες, που, στην πε­ρί­πτω­ση του Σαί­ξ­πη­ρ, α­ντι­στοι­χούν σε έ­να σύ­ντο­μο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο.
Η βιο­γρα­φία του Σαί­ξ­πηρ χω­ρί­ζε­ται σε 9 μέ­ρη και 91 κε­φά­λαια, έ­χο­ντας ως τί­τ­λους στί­χους α­πό τα θε­α­τρι­κά και ποιη­τι­κά του έ­ρ­γα. Εκτός α­πό την ε­κτε­νή βι­βλιο­γρα­φία, πα­ρα­θέ­τει και πο­λυ­σέ­λι­δες ση­μειώ­σεις για ό­σες φρά­σεις δα­νεί­στη­κε α­πό βι­βλία ά­λ­λων συ­γ­γρα­φέων. Κα­τά τα ά­λ­λα, ο ε­ν­νε­α­με­ρής χω­ρι­σμός της βιο­γρα­φίας πα­ρα­κο­λου­θεί μεν την χρο­νο­λο­γι­κή α­νέ­λι­ξη, α­λ­λά ταυ­τό­χρο­να εί­ναι και α­μι­γώς το­πι­κός. Το πρώ­το μέ­ρος α­φιε­ρώ­νε­ται στη γε­νέ­τει­ρα του Σαί­ξ­πη­ρ, το Στρά­τ­φο­ρ­ντ και κα­τ' ε­πέ­κτα­ση, την κο­μη­τεία του Γουό­ρι­κ­σερ. Εξ ου και ο τί­τ­λος του. Τα υ­πό­λοι­πα έ­χουν ως τί­τ­λους ο­νό­μα­τα θιά­σων και δυο α­πό αυ­τά, θεά­τρω­ν: του Γκλόου­μπ, ε­λ­λη­νι­στί Σφαί­ρα, που έ­φε­ρε ως έ­μ­βλη­μα τον Ηρα­κλή να ση­κώ­νει την υ­δρό­γειο, και του Μπλα­κ­φράϊε­ρς. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με δυο μέ­ρη, που εί­ναι σύ­ντο­μα και α­φο­ρούν πε­ριό­δους, που εί­τε τα ί­χνη του Σαί­ξ­πηρ χά­νο­νται εί­τε α­κο­λου­θεί πε­ριο­δεύο­ντες θιά­σους, τα υ­πό­λοι­πα α­να­σταί­νουν πρω­τί­στως το Λο­ν­δί­νο της ε­πο­χής, πα­ρα­θέ­το­ντας πά­σης φύ­σεως το­πο­γρα­φι­κές και δη­μο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρίες. Και βε­βαίως, πε­ρι­γρά­φουν ε­ξα­ντ­λη­τι­κά το α­γ­γλι­κό θέ­α­τρο. Τι σή­μαι­νε ε­λι­σα­βε­τια­νός η­θο­ποιός και τι θε­α­τρι­κός συ­γ­γρα­φέ­ας. Πώς γρά­φο­νταν τα έ­ρ­γα και ποια ή­ταν τα α­γα­πη­μέ­να θέ­μα­τα. Ποιοι ή­ταν οι θία­σοι, στους ο­ποίους συ­μ­με­τεί­χε ή ει­κά­ζε­ται ό­τι συ­μ­με­τεί­χε ο Σαί­ξ­πηρ.
Οι ε­ξα­κό­σιες σε­λί­δες του βι­βλίου δί­νουν το με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος στον πε­ρι­βά­λ­λο­ντα χώ­ρο και τον θε­α­τρι­κό πε­ρί­γυ­ρο του Σαί­ξ­πηρ. Έτσι κι α­λ­λιώς, για τον ί­διο, ού­τε ο χα­ρα­κτή­ρας του ού­τε οι συ­νή­θειές του ού­τε οι θρη­σκευ­τι­κές του πε­ποι­θή­σεις εί­ναι γνω­στές. Κα­μία η­με­ρο­μη­νία της ζωής του δεν εί­ναι σί­γου­ρη, ε­κτός α­πό τις λι­γο­στές, που κα­το­χυ­ρώ­νο­νται με κά­ποιο ε­πί­ση­μο έ­γ­γρα­φο, ό­πως της βά­πτι­σης, της δι­κής του και των παι­διών του, ή του γά­μου του. Ως βιο­γρα­φι­κός μπού­σου­λας υ­πά­ρ­χουν και ο­ρι­σμέ­νοι τί­τ­λοι ι­διο­κτη­σίας, κα­θώς και ό­σα α­να­γρά­φο­νται στην ε­πι­τά­φια πλά­κα του. Το ί­διο ο­μι­χλώ­δες φα­ντά­ζει και το έ­ρ­γο του, με την πα­τρό­τη­τα ο­ρι­σμέ­νων θε­α­τρι­κών του να α­μ­φι­σβη­τεί­ται. Αγνοού­με α­κό­μη και το πό­τε έ­γρα­ψε το πρώ­το του έ­ρ­γο. Γι' αυ­τό και ο Ακρόϋντ σπρώ­χνει την α­φή­γη­ση με ρη­το­ρι­κά ε­ρω­τή­μα­τα, α­νοί­γο­ντας τη βε­ντά­λια των πι­θα­νών ε­κ­δο­χών. Αν και συ­χνά, για να μπο­ρέ­σει να πλά­σει τον ή­ρωά του, υιο­θε­τεί αυ­θαι­ρέ­τως ο­ρι­σμέ­νες α­πό­ψεις. Κα­τά κα­νό­να, πά­ντως, α­ντ­λεί α­πό τα θε­α­τρι­κά έ­ρ­γα του Σαί­ξ­πηρ. Όσοι κρί­νουν αυ­στη­ρά τη βιο­γρα­φία του Ακρόϋντ, του κα­τα­λο­γί­ζουν ό­τι το­νί­ζει τον κα­θο­λι­κι­σμό του Σαί­ξ­πηρ και της οι­κο­γέ­νειάς του και ό­τι εί­ναι μά­λ­λον υ­πε­ρ­βο­λι­κά γε­ν­ναιό­δω­ρος στα έ­ρ­γα, που του α­πο­δί­δει. Τε­λι­κά, πά­ντως, ό­πως οι πε­ρι­σ­σό­τε­ροι σύ­γ­χρο­νοι βιο­γρά­φοι του, πα­ρου­σιά­ζει κι αυ­τός έ­ναν Σαί­ξ­πηρ πρα­γ­μα­τι­στή, τό­σο ως δη­μό­σιο πρό­σω­πο στις σχέ­σεις του με την Αυ­λή και την Εκκλη­σία ό­σο και ως συ­γ­γρα­φέα. Όπως φαί­νε­ται, α­ντί του και­νο­τό­μου και ι­διο­φυούς Σαί­ξ­πη­ρ, κε­ρ­δί­ζει έ­δα­φος η ά­πο­ψη ό­τι στά­θη­κε ε­πι­νο­η­τι­κός α­λ­λά και προ­σα­ρ­μο­στι­κός στις δυ­να­τό­τη­τες των θιά­σων και στα γού­στα του κοι­νού.
Για να ε­πα­νέ­λ­θου­με στην πρό­σφα­τη ε­λ­λη­νι­κή έ­κ­δο­ση, θυ­μί­ζου­με ό­τι τον Ακρόϋντ, σε α­ντί­θε­ση με ά­λ­λους α­γ­γλό­φω­νους συ­γ­γρα­φείς, δεν τον μο­νο­πώ­λη­σε έ­νας ε­κ­δο­τι­κός οί­κος. Τα βι­βλία του βρί­σκο­νται μοι­ρα­σμέ­να σε ε­πτά ε­κ­δό­τες. Έκα­στος ε­κ­δί­δει έ­να ή δυο και με­τά τον ε­γκα­τα­λεί­πει. Μό­νο οι ε­κ­δό­σεις Πα­τά­κη ε­πα­νή­λ­θαν πέ­ρυ­σι με τη βιο­γρα­φία του Πόε με­τά τα δύο “τα­ξί­δια στο χρό­νο” του 2004. Η βιο­γρα­φία του Σαί­ξ­πηρ εί­ναι το πρώ­το βι­βλίο του Ακρόϋντ α­πό τις ε­κ­δό­σεις Μι­κρή Άρκτος και τυ­πο­τε­χνι­κά, με βά­ση τα ση­με­ρι­νά στά­ντα­ρ, δεί­χνει ά­ψο­γη. Πα­ρο­μοίως, ό­πως δεν έ­τυ­χε ε­νός ε­κ­δό­τη, δεν ευ­τύ­χη­σε να έ­χει έ­ναν α­πο­κλει­στι­κό με­τα­φρα­στή, α­λ­λά, μέ­χρι σή­με­ρα, δέ­κα δο­κι­μά­στη­καν, με μι­κρό­τε­ρη ή με­γα­λύ­τε­ρη ε­πι­τυ­χία. Από τις κα­λύ­τε­ρες με­τα­φρά­σεις εί­ναι του Παύ­λου Μά­τε­σι για το βρα­βευ­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του «Η τε­λευ­ταία δια­θή­κη του Όσκαρ Ουάι­λ­ντ», που κυ­κλο­φό­ρη­σε στα ε­λ­λη­νι­κά με τον τί­τ­λο, «Κα­λη­νύ­χτα, κύ­ριε Όσκαρ Ουάι­λ­ντ», και της Πα­λ­μύ­ρας Ισμυ­ρί­δου για την βρα­βευ­μέ­νη βιο­γρα­φία του Έλιοτ. Ανά­με­σα στους με­τα­φρα­στές εί­ναι και δυο νεό­τε­ροι πε­ζο­γρά­φοι: ο Λύο Κα­λο­βυ­ρ­νάς, που με­τέ­φρα­σε «Τα χει­ρό­γρα­φα του Πλά­τω­να», και η Μα­ρία Φα­κί­νου, τη βιο­γρα­φία του Πόε.
Όσο για τον δέ­κα­το με­τα­φρα­στή του Ακρόϋντ, τον Σπύ­ρο Τσού­γκο, που με­τέ­φρα­σε τη βιο­γρα­φία του Σαί­ξ­πη­ρ, έ­χει έ­να του­λά­χι­στον κοι­νό ση­μείο με τον Ακρόϋντ. Επι­δί­δε­ται στη με­τά­φρα­ση βιο­γρα­φιών, με­τα­φρά­ζο­ντας εκ πα­ρα­λ­λή­λου και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, πά­ντο­τε εκ της α­γ­γλι­κής. Η πρό­σφα­τη με­τά­φρα­ση δια­τη­ρεί την ι­σο­ρ­ρο­πία του πρω­τό­τυ­που με­τα­ξύ της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής γλα­φυ­ρό­τη­τας και της δο­κι­μια­κής α­κρι­βο­λο­γίας. Θα χρειά­ζο­νταν, ό­μως, για τον έ­λ­λη­να α­να­γνώ­στη, πε­ρι­σ­σό­τε­ρες υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, κυ­ρίως ι­στο­ρι­κής φύ­σεως. Ένα πρώ­το πα­ρά­δει­γ­μα δί­νουν οι πρώ­τες γρα­μ­μές της βιο­γρα­φίας, στις ο­ποίες α­να­φέ­ρε­ται ό­τι ο Σαί­ξ­πηρ ει­κά­ζε­ται ό­τι γε­ν­νή­θη­κε στις 23 Απρι­λίου 1564, α­νή­με­ρα του Αγίου Γεω­ρ­γίου. Η σί­γου­ρη η­με­ρο­μη­νία εί­ναι ε­κεί­νη της βά­πτι­σής του, τρεις η­μέ­ρες α­ρ­γό­τε­ρα. Ο Ακρόϋντ πα­ρα­τη­ρεί: «Η πρα­γ­μα­τι­κή η­με­ρο­μη­νία ε­ν­δέ­χε­ται να ή­ταν η 21η ή η 22α Απρι­λίου, η σύ­μπτω­ση πά­ντως της ε­θνι­κής γιο­ρ­τής εί­ναι του­λά­χι­στον πρό­σφο­ρη.» Απο­ρού­με πό­σο γνω­στό εί­ναι στον έ­λ­λη­να α­να­γνώ­στη, ό­τι ο Άγιος Γιώ­ρ­γος δεν εί­ναι μό­νο προ­στά­της ά­γιος της Αγγλίας α­πό την ε­πο­χή του Ρι­χά­ρ­δου του Λε­ο­ντό­κα­ρ­δου, α­λ­λά και ό­τι η εν λό­γω θρη­σκευ­τι­κή ε­ο­ρ­τή εί­ναι και ε­θνι­κή. Αντι­θέ­τως, ά­λ­λοι βιο­γρά­φοι τε­κ­μαί­ρουν ό­τι ε­πι­λέ­χ­θη­κε η 23η Απρι­λίου για να συ­μπί­πτει με την η­με­ρο­μη­νία θα­νά­του του, στις 23 Απρι­λίου 1616. Ο Σαί­ξ­πηρ πέ­θα­νε, ό­πως και ο Κα­βά­φης, την η­μέ­ρα των γε­νε­θλίων του, κι ε­κεί­νος μή­να Απρί­λιο, στα 52 του, σε πεί­σμα του δαί­μο­να του Τυ­πο­γρα­φείου, που τον θέ­λει να έ­χει συ­μπλη­ρώ­σει τα 53. Όπως και να έ­χει, ο έ­λ­λη­νας α­να­γνώ­στης, δια­βά­ζο­ντας τη βιο­γρα­φία του Ακρόϋντ για τον Σαί­ξ­πη­ρ, θα μά­θει ό­λα ό­σα θα ή­θε­λε να γνω­ρί­ζει για το θέ­α­τρο της Γη­ραιάς Αλβιώ­νος και α­κό­μη πε­ρι­σ­σό­τε­ρα.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/3/2011

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Περί Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων σχόλια

Στις 14 Φε­βρουα­ρίου α­να­κοι­νώ­θη­καν α­πό τη Διεύ­θυν­ση Γραμ­μά­των της Γε­νι­κής Διεύ­θυν­σης Σύγ­χρο­νου Πο­λι­τι­σμού του ΥΠ­ΠΟΤ τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας 2010, που α­φο­ρούν ό­σα βι­βλία εκ­δό­θη­καν ε­ντός του 2009. Θα έ­πρε­πε να εί­χαν α­να­κοι­νω­θεί ε­ντός του 2010. Το γε­γο­νός, ό­μως, ό­τι άρ­γη­σαν κο­ντά δυο μή­νες, δεν πι­στεύου­με ό­τι έ­βλα­ψε τη λο­γο­τε­χνία. Τα λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία δεν εί­ναι ψω­μά­κια για να μπα­για­τέ­ψουν στο εν­διά­με­σο, ού­τε και βι­βλία του πε­ρι­πτέ­ρου –ευ­πώ­λη­τα τα λέ­με σή­με­ρα– για να έ­χουν ξε­χα­στεί. Αλλού εί­ναι το πρό­βλη­μα. Στην Κρι­τι­κή Επι­τρο­πή, που δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση ό­τι έ­χει σύγ­χυ­ση ως προς το τι α­κρι­βώς βρα­βεύει. Κι αυ­τό βλά­πτει σο­βα­ρά τη λο­γο­τε­χνία.
Κρα­τι­κό Βρα­βείο Λο­γο­τε­χνίας δεν ση­μαί­νει κα­λό ή έ­στω, πο­λύ κα­λό βι­βλίο, αλ­λά το κα­λύ­τε­ρο του έ­τους. Θα πεί κα­νείς και πώς α­πο­φαι­νό­μα­στε ό­τι τα βρα­βευ­θέ­ντα δεν εί­ναι τα ά­ρι­στα. Μα για­τί, α­πλού­στα­τα, ού­τε η Κρι­τι­κή Επι­τρο­πή δια­τεί­νε­ται κά­τι τέ­τοιο. Δεν ε­πι­κα­λεί­ται την υ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τα του λο­γο­τε­χνι­κού γού­στου, υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νη ό­τι κα­τέ­λη­ξε στα κα­λύ­τε­ρα, κα­ταρ­τί­ζο­ντας τους “βρα­χείς κα­τα­λό­γους” και στη συ­νέ­χεια, προ­κρί­νο­ντας α­πό αυ­τούς τα βρα­βευ­θέ­ντα. Γνω­ρί­ζει ό­τι οι “βρα­χείς κα­τά­λο­γοι”, που προ­τεί­νει, δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νουν πα­ρά μό­νο εν μέ­ρει τα βι­βλία που ξε­χώ­ρι­σαν. Αλλά α­δια­φο­ρεί. Για­τί έ­χει λη­σμο­νή­σει ό­τι βρα­βεύει βι­βλία. Η Κρι­τι­κή Επι­τρο­πή φαί­νε­ται ό­τι θέ­λει να βρα­βεύει πρό­σω­πα. Αυ­τά γνω­ρί­ζει. Στην α­να­κοί­νω­ση α­να­φέ­ρε­ται ό­τι η βρά­βευ­ση ε­πι­τεύχ­θη­κε “με­τά α­πό ε­πα­νει­λημ­μέ­νες συ­νε­δρίες και μα­κρές συ­ζη­τή­σεις”. Το ε­ρώ­τη­μα εί­ναι, κα­τά πό­σο σε αυ­τές τις συ­νε­δρίες συ­ζη­τή­θη­καν βι­βλία και ό­χι πρό­σω­πα. Για­τί αν συ­ζη­τή­θη­καν, πράγ­μα­τι, τα βι­βλία ε­ρή­μην των συγ­γρα­φέων τους, ό­πως, σε ο­ρι­σμέ­νους δια­γω­νι­σμούς, που το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι τέ­λους α­πόρ­ρη­το, τό­τε τα κρι­τή­ρια α­ξιο­λό­γη­σης θα πρέ­πει να εί­ναι πο­λύ πρω­τό­τυ­πα και θα ά­ξι­ζε να τα μά­θου­με.
Κά­θε χρό­νο, μέ­σα α­πό συ­ζη­τή­σεις, βι­βλιο­κρι­σίες, ε­τή­σιους α­πο­λο­γι­σμούς δη­μιουρ­γεί­ται έ­νας ά­τυ­πος κα­τά­λο­γος των λο­γο­τε­χνι­κών βι­βλίων του έ­τους. Ας πού­με, κά­τι σαν ε­τή­σιος “λο­γο­τε­χνι­κός κα­νό­νας”. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, αυ­τά εί­ναι τα λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία, που α­πο­λαμ­βά­νουν της γε­νι­κό­τε­ρης α­πο­δο­χής και στα ο­ποία συ­ναι­νεί η ευ­ρύ­τε­ρη λο­γο­τε­χνι­κή κοι­νό­τη­τα. Όχι ό­τι λεί­πουν οι α­ντι­γνω­μίες, ό­μως υ­πάρ­χει συμ­φω­νία ως προς το γε­γο­νός ό­τι έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο εί­ναι ση­μα­ντι­κό. Ένας δεί­κτης που, εν μέ­ρει, α­πο­τυ­πώ­νει αυ­τόν τον κα­τά­λο­γο, ό­σο α­φο­ρά τα πε­ζο­γρα­φι­κά του­λά­χι­στον βι­βλία, εί­ναι η βά­ση της Βι­βλιοΝε­τ, ό­που κα­τα­γρά­φο­νται οι κρι­τι­κές, που δη­μο­σιεύ­θη­καν για κά­θε βι­βλίο. Αρκε­τά πλή­ρης, αν και δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει τις βι­βλιο­κρι­σίες ο­ρι­σμέ­νων ση­μα­ντι­κών λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών. Σε αυ­τόν, τον, τρό­πον τι­νά, “λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να” πα­ρει­σφρέ­ουν μέ­τρια βι­βλία ε­πι­φα­νών συγ­γρα­φέων, ε­νώ λαν­θά­νουν κα­λά βι­βλία λι­γό­τε­ρο γνω­στών συγ­γρα­φέων. Πρό­κει­ται για μια εν­δο­γε­νή α­δυ­να­μία, που θα πρέ­πει πά­ντο­τε να προ­σμε­τρά­ται κα­τά την ε­ξα­γω­γή των ό­ποιων συ­μπε­ρα­σμά­των.
Αυ­τόν τον ά­τυ­πο “λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να”, η Κρι­τι­κή Επι­τρο­πή θέ­λου­με να πι­στεύου­με ό­τι τον γνω­ρί­ζει. Σχη­μα­το­ποιού­με, βε­βαίως, ό­ταν α­να­φε­ρό­μα­στε στην Κρι­τι­κή Επι­τρο­πή ως ο­μοιο­γε­νές σύ­νο­λο. Όλα τα μέ­λη της δεν εί­ναι το ί­διο “δια­βα­σμέ­να”. Δυο τρία μπο­ρεί να εί­ναι και τε­λείως “α­διά­βα­στα”. Όπως και να έ­χει, τα βι­βλία, που τα μέ­λη της Επι­τρο­πής δια­βά­ζουν, εί­ναι, κα­τά κα­νό­να, με­τρη­μέ­να. Για τα υ­πό­λοι­πα σχη­μα­τί­ζουν γνώ­μη α­πό δεύ­τε­ρο χέ­ρι. Εί­τε με προ­φο­ρι­κή ε­νη­μέ­ρω­ση εί­τε α­πό ό­σα έ­χουν γρα­φεί στον Τύ­πο. Το βα­σι­κό, ό­μως, εί­ναι ό­τι τα μέ­λη της Επι­τρο­πής ξε­κι­νούν με συ­γκε­κρι­μέ­νες προ­τι­μή­σεις και α­πο­κλει­σμούς. Οι ε­πι­τρο­πές των Κρα­τι­κών Βρα­βείων λει­τουρ­γούν α­πα­ρέ­γκλι­τα, ε­δώ και δε­κα­ε­τίες, λί­γο πο­λύ, με την ί­δια λο­γι­κή. Κά­θε μέ­λος, για κά­ποια βρα­βεία, έ­χει τον α­γα­πη­μέ­νο του υ­πο­ψή­φιο. Κα­τά τις συ­νε­δρίες ή και πριν καν ξε­κι­νή­σουν, τα μέ­λη συ­να­σπί­ζο­νται σε ο­μά­δες κοι­νών, τρό­πον τι­νά, προ­τι­μή­σεων. Όλα αυ­τά δεν εί­ναι και­νο­φα­νή. Μό­νο που στην πρό­σφα­τη Κρι­τι­κή Επι­τρο­πή, πι­θα­νώς λό­γω α­δε­ξιό­τη­τας των με­λών, που δεν διέ­θε­ταν την ε­μπει­ρία πα­λαιό­τε­ρων με μα­κρό­χρο­νη θη­τεία σε κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές, δεν κα­λύ­φθη­καν με τις συ­νή­θεις δι­πλω­μα­τι­κές κι­νή­σεις, ού­τε με πρα­κτι­κά των συ­νε­δριών, έ­στω και “μαϊμού­δες”, ό­πως ε­κεί­να που προ­κύ­πτουν εκ των υ­στέ­ρων. Αυ­τή τη φο­ρά, τα εν κρυ­πτώ δια­τρέ­ξα­ντα έ­γι­ναν ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στά. Συ­νέ­τει­νε και η στι­βα­ρή προ­σω­πι­κό­τη­τα του προέ­δρου, που με­γά­λω­σε τη δυ­σα­ρέ­σκεια των με­λών, κα­τα­στρέ­φο­ντας μέ­σα στην Επι­τρο­πή το συ­ναι­νε­τι­κό πνεύ­μα. Επί μια τριε­τία πα­ρέ­μει­νε ο ί­διος πρό­ε­δρος, ε­νώ, κά­θε χρό­νο, μέ­λη πα­ραι­τού­νται ή και α­πο­μα­κρύ­νο­νται α­πό τον πρό­ε­δρο, για να συ­μπλη­ρω­θούν με άλ­λα, που, με τη σει­ρά τους, α­πο­χω­ρούν το ε­πό­με­νο έ­τος. Όπως φαί­νε­ται, ο πρό­ε­δρος υ­πο­τί­μη­σε την α­νε­κτι­κό­τη­τα των με­λών, ζη­τώ­ντας, με­τα­ξύ άλ­λων, να μο­νο­πω­λή­σει το με­γά­λο “φι­λέ­το” των Κρα­τι­κών Βρα­βείων Λο­γο­τε­χνίας, δη­λα­δή το Με­γά­λο Βρα­βείο. Επί δυο έ­τη το κα­τόρ­θω­σε. Στο τρί­το συ­νά­ντη­σε σθε­να­ρή α­ντί­στα­ση.

Βρα­βεία πε­ζο­γρα­φίας

Ας δού­με, ό­μως, α­να­λυ­τι­κό­τε­ρα τις πρό­σφα­τες βρα­βεύ­σεις, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τα δυο βρα­βεία πε­ζο­γρα­φίας: βρα­βείο διη­γή­μα­τος και βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ο “βρα­χύς κα­τά­λο­γος” για το βρα­βείο διη­γή­μα­τος εί­ναι, κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά, ό­πως κοι­νο­ποιή­θη­κε: Κώ­στας Ακρί­βος, «Τε­λε­τές ε­νη­λι­κίω­σης» (Με­ταίχ­μιο), Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου «Η αρ­ρώ­στια των βου­νών» (Πα­τά­κης), Πα­να­γιώ­της Κου­σα­θα­νάς «Λο­ξές ι­στο­ρίες που τε­λειώ­νουν με ε­ρω­τη­μα­τι­κό» (Ίνδι­κτος), Ανδρέ­ας Μή­τσου «Η ε­λε­η­μο­σύ­νη των γυ­ναι­κών» (Κα­στα­νιώ­της), Γιώρ­γος Σκα­μπαρ­δώ­νης «Με­τα­ξύ σφύ­ρας και Αλιάκ­μο­νος» (Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα).
Ο α­ντί­στοι­χος κα­τά­λο­γος του “λο­γο­τε­χνι­κού κα­νό­να” θα μπο­ρού­σε να εί­ναι, κα­τά αυ­θαί­ρε­τη σει­ρά:
Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος «Ο θη­σαυ­ρός των α­η­δο­νιών και άλ­λα διη­γή­μα­τα» (Γα­βριη­λί­δης), Σω­τή­ρης Δη­μη­τρίου «Τα ζύ­για του προ­σώ­που» (Πα­τά­κης), Ανδρέ­ας Μή­τσου «Η ε­λε­η­μο­σύ­νη των γυ­ναι­κών» (Κα­στα­νιώ­της), Γιώρ­γος Σκα­μπαρ­δώ­νης «Με­τα­ξύ σφύ­ρας και Αλιάκ­μο­νος» (Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα), Γιάν­νης Μα­κρι­δά­κης «Η δε­ξιά τσέ­πη του ρά­σου» (Εστία). Να θυ­μί­σου­με ό­τι το βι­βλίο του Μα­κρι­δά­κη εί­ναι νου­βέ­λα, που έ­χει, ό­μως, υ­παχ­θεί, ως εί­δος, στο βρα­βείο διη­γή­μα­τος. Σε αυ­τόν τον αυ­το­σχέ­διο κα­τά­λο­γο, θα προ­σθέ­τα­με τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του Ηλία Πα­πα­μό­σχου, «Λει­ψή α­ριθ­μη­τι­κή», ως έ­να κα­λό βι­βλίο λι­γό­τε­ρο γνω­στού συγ­γρα­φέα. Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι οι δυο κα­τά­λο­γοι συ­μπί­πτουν σε δυο συγ­γρα­φείς, τον Μή­τσου και τον Σκα­μπαρ­δώ­νη. Σύμ­φω­να με τις διαρ­ρέ­ου­σες φή­μες, για­τί α­να­γκα­στι­κά η ι­στο­ρία των Κρα­τι­κών Βρα­βείων Λο­γο­τε­χνίας με αυ­τές γρά­φε­ται, έ­να στοι­χείο α­να­χαί­τι­σης για τη βρά­βευ­ση αυ­τών των δυο συγ­γρα­φέων, εί­ναι ό­τι εί­χαν βρα­βευ­τεί στο πα­ρελ­θόν.
Τε­λι­κά, το βρα­βείο δό­θη­κε σε έ­τε­ρο υ­πο­ψή­φιο, ε­πί­σης βρα­βευ­μέ­νο στο πα­ρελ­θόν και δη, πιο πρό­σφα­τα, μό­λις το 2003, τον Πα­να­γιώ­τη Κου­σα­θα­νά, για έ­να κα­λό βι­βλίο, το ο­ποίο και εί­χα­με πα­ρου­σιά­σει. Η κρι­τι­κή μας ή­ταν μια α­πό τις λι­γο­στές κα­τα­γραμ­μέ­νες βι­βλιο­κρι­σίες που έ­λα­βε. Ωστό­σο, δεν εί­ναι το κα­λύ­τε­ρο. Ο Κου­σα­θα­νάς εί­ναι πρω­τί­στως ποιη­τής, που έ­χει εκ­δώ­σει α­ξιό­λο­γα βι­βλία για τον πο­λι­τι­σμό και την ι­στο­ρία του γε­νέ­θλιου τό­που του, της Μυ­κό­νου, για τα ο­ποία και έ­χει βρα­βευ­τει. Πα­ρα­μέ­νει, ό­μως, έ­νας “α­ου­τσάϊντε­ρ” στο χώ­ρο του διη­γή­μα­τος. Μια χρο­νιά, ό­πως το 2009, με πο­λύ κα­λά διη­γή­μα­τα δό­κι­μων συγ­γρα­φέων, δεν υ­πήρ­χε λό­γος το βρα­βείο να δο­θεί στην ο­πι­σθο­φυ­λα­κή. Αυ­τό μας θυ­μί­ζει έ­ναν άλ­λο “α­ου­τσάϊντε­ρ”, κι ε­κεί­νος α­πό το χώ­ρο της ποίη­σης. Τον Μα­νό­λη Πρα­τι­κά­κη. Να βρέ­θη­κε ά­ρα­γε το πο­λύ κα­λό βι­βλίο του, «Αφη­γή­μα­τα ε­νός ψυ­χιά­τρου», σε κά­ποια φά­ση, στον κα­τά­λο­γο των υ­πο­ψη­φίω­ν;
Ο “βρα­χύς κα­τά­λο­γος” για το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος εί­ναι κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά: Πα­να­γιώ­της Αγα­πη­τός «Μέ­δου­σα α­πό σμάλ­το» (Άγρα), Ρέα Γα­λα­νά­κη «Φω­τιές του Ιού­δα, στά­χτες του Οι­δί­πο­δα» (Κα­στα­νιώ­της), Βα­σι­λι­κή Ηλιο­πού­λου «Σμιθ» (Πό­λις), Τη­λέ­μα­χος Κώ­τσιας «Στην α­πέ­να­ντι όχ­θη» (Ψυ­χο­γιός), Αλέ­ξης Πάρ­νης «Η ο­δύσ­σεια των δι­δύ­μων» (Κα­στα­νιώ­της), Έρση Σω­τη­ρο­πού­λου «Εύα» (Πα­τά­κης). Ο α­ντί­στοι­χος κα­τά­λο­γος του ”λο­γο­τε­χνι­κού κα­νό­να” θα μπο­ρού­σε να εί­ναι: Βα­σί­λης Γκου­ρο­γιάν­νης «Κόκ­κι­νο στην πρά­σι­νη γραμ­μή» (Με­ταίχ­μιο), Νί­κος Δαβ­βέ­τας «Η ε­βραία νύ­φη» (Κέ­δρος), Έρση Σω­τη­ρο­πού­λου «Εύα» (Πα­τά­κης), Παύ­λος Μά­τε­σις «Graffito» (Κα­στα­νιώ­της), Ρέα Γα­λα­νά­κη «Φω­τιές του Ιού­δα, στά­χτες του Οι­δί­πο­δα» (Κα­στα­νιώ­της).
Το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος δό­θη­κε στην Βα­σι­λι­κή Ηλιο­πού­λου, κι αυ­τή “α­ου­τσάϊντε­ρ” α­πό τον χώ­ρο του κι­νη­μα­το­γρά­φου, για το πρώ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα και α­ναμ­φι­βό­λως, το κα­λύ­τε­ρο α­πό τα τρία βι­βλία της. Όχι, ό­μως, το κα­λύ­τε­ρο της χρο­νιάς, σε μια χρο­νιά που δεν έ­λει­ψαν τα κα­λά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ώ­ρι­μων συγ­γρα­φέων.
Στους “βρα­χείς κα­τα­λό­γους” της Επι­τρο­πής για την πε­ζο­γρα­φία, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι προ­τι­μή­θη­καν βι­βλία χω­ρίς μορ­φι­κές και­νο­το­μίες, τα ο­ποία θε­μα­τι­κά δεν αγ­γί­ζουν ε­πί­μα­χα προ­βλή­μα­τα και τρέ­χο­ντες προ­βλη­μα­τι­σμούς.

Βρα­βείο ποίη­σης

Για την ποίη­ση, η βρα­χεία λί­στα με­γα­λώ­νει: Ορέ­στης Αλε­ξά­κης, «Το άλ­μπουμ των α­πο­κομ­μά­των» (Γα­βριη­λί­δης), Χά­ρης Βλα­βια­νός «Δια­κο­πές στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: Ποιή­μα­τα /σχε­διά­σμα­τα/με­τα­γρα­φές» (Πα­τά­κης), Γιώρ­γος Γεωρ­γού­σης «Τα πα­λαιά χιό­νια» (Γα­βριη­λί­δης), Έλσα Κορ­νέ­τη «Ένα μπου­κέ­το ψα­ρο­κό­κα­λα» (Γα­βριη­λί­δης), Δη­μή­τρης Κο­σμό­που­λος «Βρα­χύ χρο­νι­κό» (Κέ­δρος), Πά­νος Κυ­πα­ρίσ­σης «Μαύ­ρο Βαμ­βά­κι» (Με­λά­νι), Πα­ντε­λής Μπου­κά­λας «Ρή­μα­τα» (Άγρα).
Εδώ, για πολ­λούς και ποι­κί­λους λό­γους, ο “λο­γο­τε­χνι­κός κα­νό­νας” ε­πη­ρεά­ζε­ται κι αυ­τός, σε με­γά­λο βαθ­μό, α­πό τα πρό­σω­πα. Προ­κα­λεί, πά­ντως, α­πο­ρία η πα­ρου­σία μιας νεό­τα­της ποιή­τριας, ό­πως η Έλσα Κορ­νέ­τη, με πρώ­τη εμ­φά­νι­ση το κα­λο­καί­ρι του 2007, και η α­που­σία ο­ρι­σμέ­νων πο­λύ κα­λών συλ­λο­γώ­ν: Γιάν­νης Πα­τί­λης «Ακτή Καλ­λι­μα­σιώ­τη και άλ­λα ποιή­μα­τα», Γιάν­νης Βαρ­βέ­ρης «Ο άν­θρω­πος μό­νος», Κώ­στας Πα­πα­γεωρ­γίου «Η λύ­πη των άλ­λων».
Το βρα­βείο ποίη­σης α­πο­νε­μή­θη­κε στον Πα­ντε­λή Μπου­κά­λα. Το βρα­βείο του «Δια­βά­ζω» εί­χε α­πο­νε­μη­θεί στον Χά­ρη Βλα­βια­νό. Δυο νεό­τε­ροι ποιη­τές, που πα­ρα­μέ­ρι­σαν τους λί­γο με­γα­λύ­τε­ρους, της γε­νιάς του ’70, πα­ρό­τι οι πρε­σβύ­τε­ροι εμ­φα­νί­στη­καν με πο­λύ κα­λά βι­βλία. Μό­νο μια πα­ρα­τή­ρη­ση, σχε­τι­κά με τη συ­γκε­κρι­μέ­νη βρά­βευ­ση, που δεν έ­χει σχέ­ση με το βρα­βευ­μέ­νο βι­βλίο ού­τε με τον ποιη­τή, αλ­λά α­φο­ρά α­πο­κλει­στι­κά και μό­νο τους κρι­τές. Σύμ­φω­να με τις φή­μες, ή­ταν το μό­νο βρα­βείο που α­πο­νε­μή­θη­κε ο­μό­φω­να. Μας γεν­νιέ­ται η α­πο­ρία, αν συ­νέ­τει­νε και ως ποιο βαθ­μό η ι­διό­τη­τα του Μπου­κά­λα ως βι­βλιο­κρι­τι­κού της ποίη­σης και υ­πεύ­θυ­νου της πλέ­ον έ­γκρι­της και μα­κρό­βιας σε­λί­δας βι­βλίου.

Λοι­πά βρα­βεία

Και για το Βρα­βείο Δο­κι­μίου – Κρι­τι­κής ο “βρα­χύς κα­τά­λο­γος” με­γα­λώ­νει: Δη­μή­τρης Ν. Λα­μπρέλ­λης «Η ε­πί­δρα­ση του Νί­τσε στην Ελλά­δα. “Τέ­χνη” και “Διό­νυ­σος”, Βλα­στός και Κα­ζα­ντζά­κης» (Πα­πα­ζή­σης), Διο­νύ­σης Κ. Μα­γκλι­βέ­ρας «Η α­ξιο­πρέ­πεια του αν­θρώ­που: Στο­χα­σμοί σε θέ­μα­τα των και­ρών μας» (Πα­πα­ζή­σης), Δ.Ν. Μα­ρω­νί­της «Τά­κης Σι­νό­που­λος – Μίλ­τος Σα­χτού­ρης: Με­λε­τή­μα­τα» (Πα­τά­κης), Πα­να­γιώ­της Νού­τσος «Δη­μή­τρης Χατ­ζής: Το δι­πλό βι­βλίο» (Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα), Νί­κος Σα­ρα­ντά­κος «Οι λέ­ξεις έ­χουν τη δι­κή τους ι­στο­ρία: Τριά­ντα συν μια ι­στο­ρίες λέ­ξεων που ί­σως να σας έ­χουν α­πα­σχο­λή­σει» (Ει­κο­στού Πρώ­του), Άγγε­λος Χα­νιώ­της «Θε­α­τρι­κό­τη­τα και δη­μό­σιος βίος στον ελ­λη­νι­στι­κό κό­σμο» (Πα­νε­πι­στη­μια­κές Εκδό­σεις Κρή­της), Γιάν­νης Ψυ­χο­παί­δης «Νό­στος: Μι­κρά κεί­με­να για την τέ­χνη» (Κέ­δρος).
Το βρα­βείο δό­θη­κε στον Άγγε­λο Χα­νιώ­τη. Ωστό­σο, τα μό­να βι­βλία, που α­νή­κουν σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία εί­ναι του Μα­ρω­νί­τη και του Νού­τσου. Τα υ­πό­λοι­πα θα μπο­ρού­σαν να εί­ναι υ­πο­ψή­φια για βρα­βείο, γε­νι­κώς και α­ο­ρί­στως, δο­κι­μίου, ό­χι, ό­μως, λο­γο­τε­χνι­κού.
Για το Βρα­βείο Χρο­νι­κού – Μαρ­τυ­ρίας ο “βρα­χύς κα­τά­λο­γος” πε­ριο­ρί­ζε­ται στην πε­ντά­δα: Γιώρ­γος Βέ­ης «Από το Τό­κιο στο Χαρ­τού­μ: Μαρ­τυ­ρίες, συν­δη­λώ­σεις» (Κέ­δρος), Σα­ρά­ντος Ι. Καρ­γά­κος «Λι­βύη: α­να­ζη­τώ­ντας το χα­μέ­νο “σίλ­φιο” στην ελ­λη­νι­κή Κυ­ρή­νη» (Ι. Σι­δέ­ρης), Δη­μή­τρης Νι­κο­ρέτ­ζος «Ο ά­γνω­στος Ελύ­της της Μυ­τι­λή­νης» (Αιο­λί­δα), Σώ­τη Τρια­ντα­φύλ­λου «Ο χρό­νος πά­λι» (Πα­τά­κης), Αγα­μέ­μνων Φα­ρά­κος «Πώς δε­νό­ταν το α­τσά­λι: Τα πι­κρά, με­γά­λα, ω­ραία, χρό­νια» (Ιωλ­κός).
Το βρα­βείο δό­θη­κε στον Γιώρ­γο Βέη, που εί­χε τι­μη­θεί και το 2000 για βι­βλίο του ί­διου τύ­που. Κα­τά τα άλ­λα, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι α­που­σιά­ζουν κα­λά βι­βλία μαρ­τυ­ρίας.
Σύμ­φω­να πά­ντα με τις φή­μες, ο­ρι­σμέ­να βι­βλία α­πο­κλεί­στη­καν, για­τί δεν κα­τα­τέ­θη­καν α­πό τους εκ­δό­τες τους ε­γκαί­ρως, δη­λα­δή ε­ντός του 2009, στην Εθνι­κή Βι­βλιο­θή­κη. Πρό­κει­ται για μια γρα­φειο­κρα­τι­κή διά­τα­ξη, που πα­ρου­σιά­ζε­ται συ­χνά ως πρό­σκομ­μα στη βρά­βευ­ση κα­λών βι­βλίων και την ο­ποία κα­ταρ­γεί ο και­νού­ριος νό­μος. Δε­δο­μέ­νου ό­τι ο εν λό­γω νό­μος ψη­φί­στη­κε στις 12.1.2011, θα μπο­ρού­σε να έ­χει α­να­δρο­μι­κή ι­σχύ. Εκεί­νο, πά­ντως, που προ­κα­λεί α­πο­ρία εί­ναι πως τυ­χαί­νει μι­κροί εκ­δό­τες, που εί­ναι θέ­μα αν έ­χουν έ­να το πο­λύ δυο βρα­βεύ­σι­μα βι­βλία, να εί­ναι ε­κεί­νοι που κα­τά κα­νό­να α­με­λούν την προ­βλε­πό­με­νη α­πό το νό­μο κα­τά­θε­ση α­ντι­τύ­που στην Εθνι­κή Βι­βλιο­θή­κη.

Με­γά­λο Βρα­βείο

Σύμ­φω­να με την ε­πί­ση­μη α­να­κοί­νω­ση και τα έ­ξι βρα­βεία, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του Με­γά­λου, δό­θη­καν “κα­τά πλειο­ψη­φία”. Ας α­κού­σου­με, ό­μως, τις φή­μες, που εί­ναι συ­χνά στα κα­θ’ η­μάς πε­ρισ­σό­τε­ρο έ­γκυ­ρες. Το Με­γά­λο Βρα­βείο α­πο­νε­μή­θη­κε στην Κι­κή Δη­μου­λά, με τέσ­σε­ρις ψή­φους στους ο­κτώ. Η πλειο­ψη­φία ε­πι­τεύχ­θη­κε με τη δι­πλή ψή­φο του προέ­δρου. Στην ε­πί­ση­μη α­να­κοί­νω­ση, δεν α­να­φέ­ρε­ται η α­που­σία κα­νε­νός μέ­λους. Απου­σία­ζε, ω­στό­σο, ο α­ντι­πρό­ε­δρος της Επι­τρο­πής, Βαγ­γέ­λης Αθα­να­σό­που­λος. Θυ­μί­ζου­με ό­τι η Κρι­τι­κή Επι­τρο­πή, με βά­ση τον προ­η­γού­με­νο νό­μο, α­παρ­τι­ζό­ταν α­πό τρεις πα­νε­πι­στη­μια­κούς, τρεις κρι­τι­κούς λο­γο­τε­χνίας και τρεις συγ­γρα­φείς. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη Επι­τρο­πή εί­χε τέσ­σε­ρις πα­νε­πι­στη­μια­κούς (Παν. Μα­στρο­δη­μή­τρης πρό­ε­δρος, Β. Αθα­να­σό­που­λος α­ντι­πρό­ε­δρος, Γ. Ανδρειω­μέ­νος, Β. Πά­τσιου), δυο κρι­τι­κούς (Χ. Δη­μα­κο­πού­λου, Κ. Σχι­νά) και τρεις συγ­γρα­φείς (Γ. Λε­ο­νάρ­δος, Θ. Νιάρ­χος, Κ. Χατ­ζηα­ντω­νίου), ό­που ο πρό­ε­δρος συμ­με­τεί­χε και με την ι­διό­τη­τα του κρι­τι­κού.
Η τε­λευ­ταία συ­νε­δρία α­να­βλή­θη­κε κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη. Μια ε­πι­πλέ­ον α­να­βο­λή δεν θα έ­βλα­πτε. Αντι­θέ­τως, η α­που­σία α­πό αυ­τήν του α­ντι­προέ­δρου ε­πι­σκία­σε την αί­γλη του Με­γά­λου Βρα­βείου. Επι­προ­σθέ­τως, γεν­νιέ­ται η υ­πο­ψία ό­τι μπο­ρεί να ε­πρό­κει­το για ε­σκεμ­μέ­νη α­που­σία. Ο α­ντι­πρό­ε­δρος διευ­θύ­νει τις εκ­δό­σεις του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη, το ο­ποίο κη­δε­μο­νεύε­ται α­πό την Ακα­δη­μία Αθη­νών. Για­τί να μην ε­πι­λέ­ξει τη στά­ση του Πό­ντιου Πι­λά­του, σε μια κρί­ση, στην ο­ποία ε­μπλε­κό­ταν προ­σω­πι­κά. Ωστό­σο, το Με­γά­λο Βρα­βείο εί­θι­σται να α­πο­νέ­με­ται με ευ­ρεία συ­ναί­νε­ση. Για­τί οι τι­μώ­με­νοι εί­ναι πνευ­μα­τι­κοί άν­θρω­ποι, συ­νή­θως κο­ρυ­φαίοι, οι ο­ποίοι μάλ­λον τι­μούν τον θε­σμό πα­ρά τι­μώ­νται οι ί­διοι α­πό αυ­τόν. Από την άλ­λη, α­νέ­κα­θεν, το Με­γά­λο Βρα­βείο, λί­γο πο­λύ, το α­πο­φά­σι­ζε ο πρό­ε­δρος ή έ­στω, η δι­κή του γνώ­μη βά­ραι­νε. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, με βά­ση πά­ντο­τε τις φή­μες, ο πρό­ε­δρος φαί­νε­ται ό­τι εί­χε α­πο­φα­σί­σει, ευ­θύς εξ αρ­χής, Δη­μου­λά. Όσες προ­τά­σεις έ­γι­ναν, μάλ­λον στό­χευαν να προ­σβά­λουν την “η­γε­μο­νία” του προέ­δρου πα­ρά να αμ­φι­σβη­τή­σουν την υ­πο­ψή­φια. Έτσι, ό­μως, ε­ξέ­θε­σαν ε­πι­φα­νή πρό­σω­πα. Δα­σκά­λους κύ­ρους, ό­πως ο Δ. Ν. Μα­ρω­νί­της, στον ο­ποίο το Με­γά­λο Βρα­βείο θα α­να­με­νό­ταν να εί­χε α­πο­νε­μη­θεί ε­δώ και χρό­νια.
Η πρό­τα­ση, ό­μως, που υ­πο­βί­βα­σε την ό­λη δια­δι­κα­σία σχε­δόν σε πε­ζο­δρο­μια­κό ε­πί­πε­δο, ή­ταν ε­κεί­νη της τε­λευ­ταίας συ­νε­δρίας. Ένας α­πό τους πα­νε­πι­στη­μια­κούς εί­χε την φα­ει­νή ι­δέα να προ­τεί­νει ως υ­πο­ψή­φιο έ­ναν ε­πί­σης Ακα­δη­μαϊκό. Δυο Ακα­δη­μαϊκούς έ­χου­με, ό­λους κι ό­λους, α­πό το χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, κι αυ­τούς τους κα­τε­βά­σα­με σε α­να­μέ­τρη­ση τύ­που “κο­κο­ρο­μα­χίας”. Και ο πρό­ε­δρος, α­ντί να δια­φυ­λά­ξει τους υ­πο­ψή­φιους, α­να­κη­ρύσ­σο­ντας, λ.χ., ά­κυ­ρη την ψη­φο­φο­ρία, ε­πέ­μει­νε πει­σμα­τι­κά στο πρό­σω­πο, που ε­ξαρ­χής εί­χε ει­ση­γη­θεί. Το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν τον Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό, που άλ­λες χώ­ρες θα κα­τέ­βα­λαν κά­θε προ­σπά­θεια να τον προ­βά­λουν για υ­ψη­λές διε­θνείς δια­κρί­σεις, ε­μείς να τον α­φή­νου­με “με­τα­ξε­τα­στέ­ο”. Και α­πό την άλ­λη, την Κι­κή Δη­μου­λά, που σή­με­ρα, τα παι­διά του Λυ­κείου την μα­θαί­νουν ως ι­σό­τι­μη ε­νός Διο­νυ­σίου Σο­λω­μού, ε­μείς να την βρα­βεύου­με χα­τι­ρι­κά.
Το γε­νι­κό­τε­ρο συ­μπέ­ρα­σμα και δί­δαγ­μα εί­ναι ό­τι η α­ξία των Κρα­τι­κών Βρα­βείων Λο­γο­τε­χνίας ε­ξαρ­τά­ται α­πό την Κρι­τι­κή Επι­τρο­πή. Ο νέ­ος νό­μος, ο ο­ποίος πολ­λά αλ­λά­ζει, για την Κρι­τι­κή Επι­τρο­πή α­να­φέ­ρει τα ε­ξής: «Τρο­πο­ποιεί­ται η σύν­θε­ση των Επι­τρο­πών ώ­στε να α­πο­δε­σμευ­θούν α­πό α­γκυ­λώ­σεις, να γί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο πλου­ρα­λι­στι­κές και α­νοι­χτές στην κοι­νω­νία και, ι­δίως, τις νέες τά­σεις στο χώ­ρο του βι­βλίου.» Με αυ­τή τη γε­νι­κή και αό­ρι­στη δια­τύ­πω­ση, τι ά­ρα­γε μπο­ρεί να εν­νο­εί ο νο­μο­θέ­της;
Συγ­χα­ρη­τή­ρια στους βρα­βευ­μέ­νους. Και του χρό­νου με υ­γεία.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/2/2011

Διηγηματογράφοι: οι λεπτουργοί της λογοτεχνίας

Νί­κη Τρουλ­λι­νού
«Ένα μο­λύ­βι στο κο­μο­δί­νο»
Εκδό­σεις Κέ­δρος
Νοέμ­βριος 2010

Πο­λύς λό­γος γί­νε­ται τε­λευ­ταία για το διή­γη­μα, που δη­μο­σιεύε­ται στα κα­θ’ η­μάς κα­τά την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του νέ­ου αιώ­να. Πολ­λοί εί­ναι ε­κεί­νοι, που γρά­φουν για μα­στό­ρους του εί­δους αλ­λά και για τα­λα­ντού­χους εκ­κο­λα­πτό­με­νους. Κο­ντά στα άλ­λα, κα­ταρ­τί­ζουν και κα­τα­λό­γους διη­γη­μα­το­γρά­φων, ό­που, κα­τά την ε­λα­φρώς χυ­δαία λαϊκή ρή­ση, μπερ­δεύουν γρα­βά­τες με σώ­βρα­κα. Όλες οι ι­στο­ρίες δεν εί­ναι διη­γή­μα­τα. Με τη με­ζού­ρα, με­τρώ­ντας τις σε­λί­δες, δεν γί­νο­νται οι ει­δο­λο­γι­κές κα­τα­τά­ξεις. Το υ­πό­λοι­πο που μέ­νει, αν α­φαι­ρέ­σου­με μυ­θι­στό­ρη­μα και νου­βέ­λα, ο­ρί­ζε­ται, α­πλώς και μό­νο, ως σύ­ντο­μη ι­στο­ρία. Κι ας μη βια­στούν οι αγ­γλό­γλωσ­σοι να μας ε­πα­να­φέ­ρουν στην τά­ξη, θυ­μί­ζο­ντάς μας ό­τι σύ­ντο­μη ι­στο­ρία ή και α­πλώς, ι­στο­ρία, αγ­γλι­στί, ση­μαί­νει διή­γη­μα. Τι να κά­νου­με; Η ελ­λη­νι­κή φαί­νε­ται να έ­χει, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, λε­κτι­κό πλεό­να­σμα. Η λέ­ξη διή­γη­μα δεν έ­χει α­κρι­βές α­ντί­στοι­χο στις άλ­λες, του­λά­χι­στον ευ­ρω­παϊκές, γλώσ­σες. Απο­δί­δε­ται, βε­βαίως, ως ι­στο­ρία, σύ­ντο­μη ι­στο­ρία ή και α­φή­γη­μα, αλ­λά δεν ταυ­τί­ζε­ται με αυ­τούς τους ό­ρους. Θα λέ­γα­με ό­τι τους ε­μπε­ριέ­χει, χω­ρίς να ε­ξαν­τλεί­ται σε αυ­τούς το εν­νοιο­λο­γι­κό της πε­ριε­χό­με­νο. Το ί­διο, άλ­λω­στε, συμ­βαί­νει και με τον ό­ρο λο­γο­τε­χνία, που δεν α­ντι­στοι­χεί στον ό­ρο γράμ­μα­τα. Για κα­κή μας τύ­χη, στα βα­φτί­σια του εί­δους, ε­πι­κρά­τη­σε ο ο­μη­ρι­στής Ιωάν­νης Πα­ντα­ζί­δης έ­να­ντι του ευ­ρω­παϊστή Ασώ­πιου. Αν εί­χα­με υιο­θε­τή­σει την ου­δέ­τε­ρη λέ­ξη γράμ­μα­τα, λα­τι­νι­στί literatura και τα πα­ρά­γω­γά της στις λα­τι­νο­γε­νείς γλώσ­σες, θα χώ­ρα­γαν σε αυ­τήν τα πά­ντα. Όλων των ει­δών οι ι­στο­ρίες και α­πα­ξά­πα­ντα τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ευ­πώ­λη­τα και μη. Το πο­λύ πο­λύ να προ­σθέ­τα­με και κα­νέ­ναν ε­πι­θε­τι­κό προσ­διο­ρι­σμό. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, το ε­λα­φρός, που τό­τε θα ταί­ρια­ζε. Ενώ, η λέ­ξη λο­γο­τε­χνία μας δέ­νει τα χέ­ρια. Έρχε­ται και ο­ρί­ζει α­πό μό­νη της, την πε­ριο­χή της ε­πι­κρά­τειάς της. Μας δε­σμεύει να ε­ντάσ­σου­με σε αυ­τήν ε­κεί­να και μό­νο τα πε­ζά που εί­ναι έρ­γα τέ­χνης του λό­γου. Έτσι, ξε­μπερ­δεύου­με και με τους κα­τα­λό­γους των ευ­πώ­λη­των, που, κά­τω α­πό τον τίτ­λο “ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία”, πα­ρα­θέ­τουν τα πρω­τεύο­ντα σε πω­λή­σεις μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ό­που α­να­ζη­τάς με το φα­νά­ρι έ­να βι­βλίο που να ε­μπε­ριέ­χει έ­στω και ψήγ­μα­τα λο­γο­τε­χνίας.
Πά­ντως, με τις πλη­θω­ρι­στι­κές τά­σεις που πα­ρα­τη­ρού­νται, και­ρός εί­ναι να εκ­με­ταλ­λευ­τού­με αυ­στη­ρό­τε­ρα ο­ρι­σμέ­νους ό­ρους, ό­πως το διή­γη­μα και η λο­γο­τε­χνία. Τώ­ρα, που ο­λοέ­να και πλη­θαί­νουν οι ι­στο­ρίες, κα­θώς υ­πε­ραυ­ξά­νο­νται οι συγ­γρα­φείς, χά­ρις και στον πολ­λα­πλα­σια­σμό των σχο­λών δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής. Σαν, δη­λα­δή, οι συγ­γρα­φείς στην Ελλά­δα να ή­ταν εί­δος σε α­νε­πάρ­κεια, που χρεια­ζό­ταν υ­πο­στή­ρι­ξη. Αν και εί­ναι ά­ξιο α­πο­ρίας, τι υ­πο­στή­ρι­ξη μπο­ρεί να προ­σφέ­ρει έ­νας δι­δά­σκων, που ο ί­διος, κρί­νο­ντας α­πό τα βι­βλία του, έ­χει δυ­σκο­λίες με την α­φή­γη­ση και το στή­σι­μο μιας ι­στο­ρίας. Δε­δο­μέ­νης, ό­μως, της με­γά­λης ζή­τη­σης, δεν εί­ναι και λί­γοι ε­κεί­νοι εκ των δα­σκά­λων γρα­φής, που α­νή­κουν σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία. Ύστε­ρα, με­γα­λώ­νει και ο ε­παγ­γελ­μα­τι­σμός των συγ­γρα­φέων, που τους ε­πι­βάλ­λει το τα­κτι­κό εκ­δο­τι­κό πα­ρών. Όπως και να το κά­νου­με, έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα δεν εί­ναι αυ­γό, να κά­νεις έ­να την η­μέ­ρα. Ενώ, για μια ι­στο­ρία, ό­λο και κά­τι γί­νε­ται. Βο­η­θούν και τα έ­ντυ­πα, που τις ζη­τούν ή και τις πα­ραγ­γέλ­νουν χον­δρι­κά. Κά­πως έ­τσι προ­κύ­πτουν, στο εν­διά­με­σο των μυ­θι­στο­ρη­μά­των, οι συλ­λο­γές ι­στο­ριών, που εκ­δί­δο­νται ψευ­δε­πί­γρα­φα ως συλ­λο­γές διη­γη­μά­των. Κα­τά την ρή­ση, που ι­σχύει για πρό­σω­πα και πράγ­μα­τα, εί­σαι ό­τι δη­λώ­νεις. Ακό­μη και η ε­φο­ρία, του­λά­χι­στον μέ­χρι πρό­τι­νος, δού­λευε με αυ­τήν την αρ­χή.
Υπάρ­χει, ό­μως, και έ­να άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των κα­τα­λό­γων με διη­γη­μα­το­γρά­φους, που κα­τά και­ρούς κα­ταρ­τί­ζο­νται. Ενώ βρί­σκεις σε αυ­τούς μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους, που έ­τυ­χε να εκ­δώ­σουν και μια δυο συλ­λο­γές ι­στο­ριών, ή, ε­πί­σης, νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, που ξε­κί­νη­σαν με μια συλ­λο­γή, για να με­τα­πη­δή­σουν α­πό το ε­πό­με­νο βι­βλίο στο μυ­θι­στό­ρη­μα και ε­κεί, κα­τά κα­νό­να, να στε­ριώ­σουν, α­που­σιά­ζουν συγ­γρα­φείς, που, μέ­σα α­πό τα βι­βλία τους, συ­στή­νο­νται ως διη­γη­μα­το­γρά­φοι. Δεν εν­νοού­με, προ­φα­νώς, το πλή­θος των συλ­λο­γών τους, α­ντι­θέ­τως, αυ­τό, στους γνή­σιους διη­γη­μα­το­γρά­φους, εί­ναι μι­κρό, αλ­λά τους τρό­πους γρα­φής. Συ­νή­θως συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται ό­σοι α­πα­σχο­λούν τον Τύ­πο, κυ­ρίως με συ­νε­ντεύ­ξεις. Το ί­διο το βι­βλίο βα­ραί­νει μό­νο αν έ­χει ε­πι­και­ρι­κό θέ­μα. Πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­θο­ρι­στι­κός εί­ναι ο ρό­λος του εκ­δό­τη. Γε­γο­νός που γί­νε­ται πρό­δη­λο, ό­ταν ο συγ­γρα­φέ­ας αλ­λά­ζει εκ­δο­τι­κό οί­κο. Με­τοι­κε­σία, που, τον τε­λευ­ταίο και­ρό, γί­νε­ται, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, με πρω­ταρ­χι­κό ό­ρο την προ­βο­λή και δευ­τε­ρευό­ντως, τα συγ­γρα­φι­κά πο­σο­στά. Όπως και να έ­χει, α­νά­με­σα στους α­φα­νείς, πρώ­τοι και κα­λύ­τε­ροι εί­ναι οι κα­τοι­κού­ντες στην ε­παρ­χία. Χά­ριν παι­διάς, ας α­να­φέ­ρου­με τα δυο ά­κρα του φά­σμα­τος προ­βο­λής. Στη μια ά­κρη βρί­σκο­νται οι κά­τοι­κοι, λ.χ., Βέ­ροιας, Κα­στο­ριάς ή και της τυ­χού­σας νή­σου και στην άλ­λη, ο ε­γκα­τε­στη­μέ­νος στην Γη­ραιά Αλβιό­να. Ει­δι­κά, η Αγγλία μα­γνη­τί­ζει πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη ευ­ρω­παϊκή χώ­ρα. Μάλ­λον θα πρό­κει­ται για ε­να­πο­μεί­να­σα έ­ξη του συλ­λο­γι­κού υ­πο­συ­νεί­δη­του.
Κα­τά τα άλ­λα, ο χώ­ρος του διη­γή­μα­τος στά­θη­κε α­νέ­κα­θεν αν­δρο­κρα­τού­με­νος. Μια α­πό τις λι­γο­στές θή­λειες πα­ρου­σίες σε αυ­τόν εί­ναι η Νί­κη Τρουλ­λι­νού. Κά­τοι­κος Κρή­της, ε­ξέ­δω­σε την πρώ­τη της συλ­λο­γή το 1995, ι­δίοις α­να­λώ­μα­σιν, στο Ηρά­κλειο. Επει­δή, ό­μως, οι εκ­δό­σεις της ε­παρ­χίας, της Θεσ­σα­λο­νί­κης συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης, δεν α­πα­σχο­λούν την Αθή­να, ως πρώ­τη εμ­φά­νι­σή της θεω­ρή­θη­κε η δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή, «Μα­ράλ ό­πως Μα­ρία» του 2002. Ακο­λού­θη­σε μια τρί­τη, το 2006, «Και φύ­ση­ξε νο­τιάς…» Και οι δυο αυ­τές συλ­λο­γές κυ­κλο­φό­ρη­σαν α­πό τις εκ­δό­σεις «Το Ρο­δα­κιό». Τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με­τα­κι­νή­θη­κε στις εκ­δό­σεις «Κέ­δρος», ό­που και ε­ξέ­δω­σε το πρώ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα, «Μ’ έ­να κα­φά­σι μπί­ρες». Για τις δυο α­θη­ναϊκές συλ­λο­γές διη­γη­μά­των εί­χα­με γρά­ψει τα κα­λύ­τε­ρα, ε­νώ, για το μυ­θι­στό­ρη­μα, εί­χα­με μάλ­λον ε­ξαν­τλή­σει την αυ­στη­ρό­τη­τά μας. Ας ό­ψε­ται η α­πο­γοή­τευ­σή μας. Εί­χα­με πι­στέ­ψει ό­τι η Τρουλ­λι­νού, με το γε­ρό σκα­ρί της Κρη­τι­κιάς, θα ά­ντε­χε την βα­ριά κα­λο­γε­ρι­κή της διη­γη­μα­το­γρα­φίας. Τε­λι­κά, τον πή­χυ μιας βι­βλιο­κρι­σίας τον ο­ρί­ζει ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας, κι ας μην το α­ντι­λαμ­βά­νε­ται. Αλλιώς α­ντι­με­τω­πί­ζεις το βι­βλίο ε­νός ε­παγ­γελ­μα­τία συγ­γρα­φέα, που εκ­δί­δει χρό­νο πα­ρά χρό­νο. Αλλιώς του μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου, που ξέ­μει­νε α­πό ι­δέες και α­πο­φά­σι­σε να συ­γκε­ντρώ­σει τις δη­μο­σιευ­μέ­νες ι­στο­ρίες του. Αλλιώς του ερ­χό­με­νου α­πό άλ­λο ε­παγ­γελ­μα­τι­κό ή και καλ­λι­τε­χνι­κό χώ­ρο, που α­να­κά­λυ­ψε ό­τι δια­θέ­τει κι αυ­τός εν­δια­φέ­ρου­σες ε­μπει­ρίες και εί­πε να δο­κι­μά­σει την τύ­χη του και στην α­γο­ρά βι­βλίου. Και αλ­λιώς, την α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρί­πτω­ση.
Τε­λι­κά, η Τρουλ­λι­νού ε­ξέ­δω­σε στον και­νού­ριο της εκ­δό­τη και την πρώ­τη της συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, την η­ρα­κλειώ­τι­κη. Σύμ­φω­να με τον κο­λο­φώ­να, εκ­δό­θη­καν μό­λις 500 α­ντί­τυ­πα. Πρό­κει­ται για πέ­ντε διη­γή­μα­τα με­τά “ε­πι­λό­γου”. Στην κα­τα­λη­κτι­κή “ση­μείω­ση”, α­να­φέ­ρει ό­τι δεν άλ­λα­ξε τί­πο­τα σε σχέ­ση με την πρώ­τη έκ­δο­ση. Ως γνω­στόν, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι συγ­γρα­φείς ξε­κι­νούν με πρω­τό­λεια. Ορι­σμέ­νοι, ό­μως, εμ­φα­νί­ζο­νται σαν έ­τοι­μοι α­πό και­ρό. Κυ­ρίως, ό­σοι εκ­δί­δουν το πρώ­το τους βι­βλίο σε κά­πως με­γα­λύ­τε­ρη η­λι­κία, ό­πως η Τρουλ­λι­νού. Κι αυ­τό έρ­χε­ται να α­πο­δεί­ξει η έως σή­με­ρα λαν­θά­νου­σα πρώ­τη της συλ­λο­γή.
Σε έ­να διή­γη­μα, η α­φη­γή­τρια α­νι­στο­ρεί μια ε­πί­σκε­ψη σε νε­κρο­τα­φείο, με α­φορ­μή την κη­δεία μιας θείας της. Σε μό­λις δυο σε­λί­δες α­πλώ­νε­ται η πε­ρι­γρα­φή του ε­παρ­χια­κού κοι­μη­τη­ρίου. Αρκούν για να σχη­μα­τι­στεί το σκη­νι­κό, με τις λέ­ξεις να με­τα­φέ­ρουν το αί­σθη­μα μα­ταιό­τη­τας και μα­ζί μια πι­κρί­ζου­σα ει­ρω­νεία. Στο υ­πό­λοι­πο διή­γη­μα, κοι­τά­ζο­ντας η α­φη­γή­τρια την α­πο­θα­νού­σα, ύ­πτια και α­τά­ρα­χη, την κα­τα­κλύ­ζουν οι μνή­μες. Ου­σια­στι­κά, τα παι­δι­κά της χρό­νια α­να­κα­λεί. Όλα ε­κεί­να, που τό­τε της φαί­νο­νταν ση­μα­ντι­κά και με­γά­λα. Από την νε­κρή έ­χουν μεί­νει μό­νο κά­ποιες α­σή­μα­ντες λε­πτο­μέ­ρειες: Ένα βλέμ­μα, μια κου­βέ­ντα και κυ­ρίως, τα κου­τσο­μπο­λιά, μα­ζί με μια δι­κή της α­πο­ρία. Ήταν η θεί­τσα παρ­θέ­να, για δεν ή­τα­ν; Ενώ, στην α­φή­γη­ση, πα­ρει­σφρέ­ουν νύ­ξεις για τη στά­ση των ντό­πιων α­πέ­να­ντι στους πρό­σφυ­γες α­πό την Σμύρ­νη.
Η Τρουλ­λι­νού γνω­ρί­ζει την τέ­χνη της πύ­κνω­σης και της με­τα­φο­ράς. Σε έ­να διή­γη­μα πε­ρι­γρά­φει μια πα­ρά­ξε­νη τα­φή. Μια κο­πέ­λα προ­σπα­θεί να πα­ρα­κάμ­ψει τα γρα­φειο­κρα­τι­κά κω­λύ­μα­τα και να θά­ψει έ­να δε­ξί πό­δι. Σύμ­φω­να με την ά­δεια τα­φής, που με δυ­σκο­λία ε­ξα­σφά­λι­σε, “α­φαι­ρέ­θη κα­τά την χει­ρουρ­γι­κή ε­πέμ­βα­ση”. Πη­γαί­νο­ντας στο νε­κρο­τα­φείο θυ­μά­ται τις ι­στο­ρίες που ο αλ­λο­τι­νός κά­το­χος του πο­διού της έ­λε­γε. Εκεί­νος εί­χε γνω­ρί­σει την Σμύρ­νη στις κα­λές της η­μέ­ρες. Μό­λις που πρό­λα­βε να φύ­γει στην Κα­τα­στρο­φή. Με τις ι­στο­ρίες του για τα κα­τορ­θώ­μα­τα του Τσα­κι­ντζή και τους κή­πους του Αϊδι­νιού εί­χε με­γα­λώ­σει. Τώ­ρα, τις α­να­κα­λεί, με την πα­ρα­πο­νε­μέ­νη ε­πω­δό “μου ’τα­ξες πολ­λά”, γε­μά­τες κε­νά και α­πο­σιω­πη­τι­κά, να α­να­κα­τεύουν τα συμ­βά­ντα με τα πα­ρα­μύ­θια. Τε­λι­κά, εί­ναι πια πο­λύ αρ­γά για τις πραγ­μα­τι­κές ι­στο­ρίες.
Το θέ­μα της Τρουλ­λι­νού, α­πό την αρ­χή, ή­ταν ο ε­πι­λε­κτι­κός και πε­ρί­πλο­κος τρό­πος, που δου­λεύει η μνή­μη, με α­συ­νεί­δη­το αλ­λά στα­θε­ρό ο­δη­γό το αί­σθη­μα. Στο με­γα­λύ­τε­ρο διή­γη­μα, α­φη­γεί­ται με πλά­γιο τρό­πο την ι­στο­ρία ε­νός ει­δυλ­λίου, που ξε­κί­νη­σε ρο­μα­ντι­κά, με­σού­σης της Δι­κτα­το­ρίας, στο κλί­μα πα­ρα­νο­μίας ε­κεί­νης της ε­πο­χής, και τε­λείω­σε με έ­να δια­ζύ­γιο, που ρυθ­μί­στη­κε δια αλ­λη­λο­γρα­φίας, με την α­νταλ­λα­γή ση­μειω­μά­των. Η ε­ρω­τι­κή ι­στο­ρία δεν εί­ναι πα­ρά η α­φορ­μή για να φα­νεί το πώς ε­κεί­νοι οι ε­πα­να­στα­τη­μέ­νοι νέ­οι έ­γι­ναν “γιά­πη­δες”. Το διή­γη­μα προ­δί­δει το πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νο προ­φίλ της συγ­γρα­φέως, που δη­λώ­θη­κε ευ­κρι­νέ­στε­ρα στο μυ­θι­στό­ρη­μά της. Ένα κα­λύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα, πά­ντα ως προς τη μνή­μη, εί­ναι το διή­γη­μα με τίτ­λο το «Μπα­ού­λο». Πρώ­τα η πε­ρι­γρα­φή των με­γά­λων μπα­ού­λων, που φτιά­χναν κά­πο­τε οι μά­στο­ροι, και με­τά, η α­φή­γη­ση των ί­διων των μα­στό­ρων, που η τέ­χνη τους πή­γαι­νε α­πό πα­τέ­ρα σε γιο, ε­νώ, έν­θε­τη το­πο­θε­τεί­ται η α­φή­γη­ση μιας γυ­ναί­κας, που βλέ­πει τα μπα­ού­λα να αλ­λά­ζουν τό­πους. Τε­λι­κά, συ­ναρ­πα­στι­κό­τε­ρες α­πό τις αν­θρώ­πι­νες πε­ρι­πέ­τειες α­πο­δει­κνύο­νται ε­κεί­νες του τε­λευ­ταίου μπα­ού­λου, που πού­λη­σε ο μά­στο­ρας, κα­θώς σε αυ­τές μπλέ­κο­νται οι τύ­χες των αλ­λο­τι­νών με­τα­να­στών σε Αμε­ρι­κή και Αυ­στρα­λία.
Τε­λι­κά, αν θέ­λει κά­ποιος έ­ναν μπού­σου­λα, για το ξε­διά­λεγ­μα της ή­ρας α­πό το στά­ρι, στην πε­ρί­πτω­σή μας του διη­γή­μα­τος α­πό τις ι­στο­ρίες, δεν χρειά­ζε­ται να α­να­ζη­τή­σει θέ­μα­τα και μορ­φι­κές και­νο­το­μίες. Αρκεί, δια­βά­ζο­ντας τις λί­γες σε­λί­δες ε­νός διη­γή­μα­τος, να με­ταγ­γί­ζε­ται λε­πταί­σθη­τη συ­γκί­νη­ση. Η συμ­βου­λή μας, πά­ντως, εί­ναι να μην α­να­τρέ­ξει στον κα­τά­λο­γο των βρα­βευ­μέ­νων με κρα­τι­κό λο­γο­τε­χνι­κό βρα­βείο διη­γή­μα­τος, για­τί θα μπερ­δευ­τεί. Συ­χνά, το βρα­βείο διη­γή­μα­τος δί­νε­ται σε γνω­στούς μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους για τη μια συλ­λο­γή ι­στο­ριών, που πα­ρε­μπι­πτό­ντως ε­ξέ­δω­σαν. Ένας, μά­λι­στα, α­πό τους τε­λευ­ταίους βρα­βευ­μέ­νους, σε μια σπά­νια κρί­σης αυ­το­γνω­σίας, έ­ψε­ξε την κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή, ό­τι τον τί­μη­σε με το λά­θος βρα­βείο. Από την άλ­λη, οι ση­μα­ντι­κό­τε­ροι διη­γη­μα­το­γρά­φοι ό­λων των κλά­σεων α­που­σιά­ζουν. Μέ­χρι του ση­μείου, η μη βρά­βευ­ση με κρα­τι­κό βρα­βείο διη­γή­μα­τος να συ­νι­στά έ­να πρώ­το κρι­τή­ριο α­ξιο­λό­γη­σης και πρό­κρι­μα για την κα­τά­τα­ξη στη λί­στα των λε­πτουρ­γών της λο­γο­τε­χνίας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 13/2/2011