Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Τινά ταπεινά περί Σεφέρη

Eνας βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής της τρέ­χου­σας σή­με­ρα λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρα­γω­γής σπα­νίως και με­τά με­γά­λης προ­σο­χής κα­τα­φεύ­γει στη χρή­ση του ό­ρου λο­γο­κλο­πή. Κα­τά και­ρούς, ω­στό­σο, τον ε­κτο­ξεύουν ε­να­ντίον κά­ποιου νεό­τε­ρου συγ­γρα­φέα συ­νο­μή­λι­κοι ο­μό­τε­χνοί του, χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νοι, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, α­πό έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, ως ε­μπα­θείς. Αυ­τό, για­τί α­νέ­κα­θεν η κα­θα­ρή κλο­πή στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, αν δεν πρό­κει­ται για κλε­ψί­τυ­πη α­να­πα­ρα­γω­γή α­κέ­ραιου έρ­γου, δύ­σκο­λα α­πο­δει­κνύε­ται. Άπαξ και έ­νας συγ­γρα­φέ­ας α­πο­λαμ­βά­νει της υ­πό­λη­ψης του λο­γο­τέ­χνη, κά­θε εί­δους δά­νεια, πα­ντα­χό­θεν ερ­χό­με­να, θεω­ρού­νται ως θε­μι­τά. Γι’ αυ­τό, εάν κα­μιά φο­ρά τύ­χει και σπά­σει το πό­δι του ο διά­βο­λος και έ­νας συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­πεμ­φθεί στη δι­καιο­σύ­νη για λο­γο­κλο­πή, α­ντί να προ­σπα­θεί να δεί­ξει ό­τι δεν πρό­κει­ται για ι­διο­ποίη­ση ξέ­νης πνευ­μα­τι­κής ι­διο­κτη­σίας, υ­πε­ρα­μύ­νε­ται της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας του βι­βλίου του. Και ε­πει­δή πα­ρό­μοια α­πό­δει­ξη στο χώ­ρο της τέ­χνης εί­ναι μάλ­λον α­νέ­φι­κτη, ε­πι­κα­λεί­ται την αυ­θε­ντία της κρι­τι­κής, προ­σκο­μί­ζο­ντας βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις α­πό ό­σο το δυ­να­τόν πιο έ­γκρι­τες υ­πο­γρα­φές και έ­ντυ­πα. Όλοι γνω­ρί­ζουν πό­σο αίο­λες εί­ναι πα­ρό­μοιες μαρ­τυ­ρίες, ε­ντού­τοις αυ­τές προ­σφέ­ρουν στο βι­βλίο το status του λο­γο­τε­χνι­κού και ο συγ­γρα­φέ­ας α­θωώ­νε­ται. Οι μό­νες πε­ρι­πτώ­σεις, που μπο­ρεί να κρι­θεί κα­τα­δι­κα­στέ­ος, εί­ναι ό­ταν θί­γο­νται ευ­θέως συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα. Πά­ντως, ο­ποια­δή­πο­τε κα­τά­λη­ξη και να έ­χει δι­κα­στι­κά η υ­πό­θε­ση, α­μαυ­ρώ­νε­ται η υ­πό­λη­ψή του. Όμως, την σή­με­ρον, πα­ρό­μοιες σκιές γρή­γο­ρα α­το­νούν με τη βοή­θεια της δια­φη­μι­στι­κής προ­βο­λής των ε­πό­με­νων έρ­γων του.
Αν, ό­μως, α­νέ­κα­θεν, η κα­τη­γο­ρία της λο­γο­κλο­πής προ­σέ­κρουε στην πε­ρι­πε­πλεγ­μέ­νη σχέ­ση λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας και δα­νείων, πό­σω μάλ­λον, σή­με­ρα, που, με την ε­πι­κρά­τη­ση του με­τα­μο­ντέρ­νου, ό­χι μό­νο αμ­φι­σβη­τή­θη­κε η ι­σχύς του πρω­τό­τυ­που, αλ­λά και κα­το­χυ­ρώ­θη­κε ως κα­νό­νας το μυ­θι­στό­ρη­μα χα­λα­ρής δο­μής και συ­χνά, α­κό­μη χα­λα­ρό­τε­ρης νο­η­μα­τι­κής συ­νο­χής. Αντί, λοι­πόν, έ­νας νου­νε­χής βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής να α­να­φέ­ρε­ται σε λο­γο­κλο­πή, πα­ρου­σιά­ζει τις ό­ποιες ο­μοιό­τη­τες με άλ­λα έρ­γα ε­ντο­πί­ζει, κα­τα­φεύ­γο­ντας στη χρή­ση ό­ρων, που να συ­νά­δουν προς τη δη­μιουρ­γι­κή δια­δι­κα­σία. Βέ­βαια, στο θέ­μα της ο­ρο­λο­γίας παί­ζει ρό­λο και η η­λι­κία του βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή. Ένας με­γα­λύ­τε­ρος ι­χνη­λα­τεί ε­πι­δρά­σεις και υ­παι­νίσ­σε­ται “συ­νο­μι­λίες” με πρό­γο­νους ή και αλ­λο­ε­θνείς σύγ­χρο­νους. Ενώ, έ­νας νεό­τε­ρος υιο­θε­τεί τον φροϋδι­κής ε­μπνεύ­σεως ό­ρο δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, που σαν ο­μπρέ­λα κα­λύ­πτει συ­νει­δη­τές και α­σύ­νει­δες συ­νο­μι­λίες τό­σο των συγ­γρα­φέων ό­σο και των κει­μέ­νων. Με αυ­τήν την κά­πως α­σα­φή γλώσ­σα, πα­ρου­σιά­ζε­ται έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που δα­νεί­ζε­ται αυ­τού­σια χω­ρία αλ­λό­τριων πη­γών, ή και α­πο­τε­λεί­ται εξ ο­λο­κλή­ρου α­πό αυ­τά. Η δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση πε­ρι­γρά­φε­ται συ­νή­θως με πλειά­δα ε­ξε­ζη­τη­μέ­νων ό­ρων, α­πό τον βυ­ζα­ντι­νής κα­τα­γω­γής ό­ρο κέ­ντρω­νας μέ­χρι τους γαλ­λι­κούς πα­στίς και κο­λάζ. Η μο­να­δι­κή δια­κρι­τι­κή ευ­χέ­ρεια του βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή εί­ναι να ε­πι­χει­ρή­σει την α­ντι­δια­στο­λή μιας μο­ντερ­νί­στι­κης σύν­θε­σης, ό­που υ­πει­σέρ­χε­ται η συγ­γρα­φι­κή με­του­σίω­ση, και μιας με­τα­μο­ντέρ­νας, που δη­μιουρ­γεί την αί­σθη­ση της ελ­λι­πούς α­φο­μοίω­σης.
Με ό­λα αυ­τά ως αυ­το­νό­η­τα και δε­δο­μέ­να, πο­λύ α­πο­ρή­σα­με, δια­βά­ζο­ντας στο κα­λο­και­ρι­νό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο» το κεί­με­νο του Τά­σου Γου­δέ­λη πε­ρί “λο­γο­κλο­πίας”. Το τεύ­χος φι­λο­ξε­νεί ε­κτε­νές α­φιέ­ρω­μα στον Πα­πα­δια­μά­ντη, αλ­λά το συ­γκε­κρι­μέ­νο κεί­με­νο δη­μο­σιεύε­ται στην κα­τα­λη­κτι­κή ε­νό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού «Τα Φύλ­λα». Ωστό­σο, θα μπο­ρού­σε να ε­νταχ­θεί στο σώ­μα του α­φιε­ρώ­μα­τος, ό­πως ε­πί­σης και σε ε­κεί­νο του α­νοι­ξιά­τι­κου τεύ­χους, για τον Σε­φέ­ρη, α­φού εί­ναι ο Σε­φέ­ρης που εμ­φα­νί­ζε­ται ως λο­γο­κλό­πος. Αυ­τή τη φο­ρά, ό­χι του Έλιοτ ή του Βαλ­λε­ρύ, ως εί­θι­σται α­πό την ε­πο­χή της βρά­βευ­σής του, πι­θα­νώς και νω­ρί­τε­ρα, αλ­λά του Πα­πα­δια­μά­ντη. Βε­βαίως, ό­πως συμ­βαί­νει και με τον Σαίξ­πη­ρ, πα­ρό­μοιες κα­τη­γο­ρίες ε­λά­χι­στα ε­πη­ρεά­ζουν την πρόσ­λη­ψη του έρ­γου του. Σε έ­να, ό­μως, πε­ριο­ρι­σμέ­νο κοι­νό, α­κό­μη και ό­ταν πα­ρό­μοιες μομ­φές δεν συ­ζη­τού­νται, βα­ραί­νουν. Ιδιαί­τε­ρα, ό­ταν έρ­χο­νται α­πό έ­ναν κρι­τι­κό. Βα­ραί­νουν, μά­λι­στα, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­ταν δη­μο­σιεύο­νται σε τεύ­χη ε­πε­τεια­κών α­φιε­ρω­μά­των για τα 100 χρό­νια α­πό το θά­να­το του Πα­πα­δια­μά­ντη και τα 40 α­πό ε­κεί­νον του Σε­φέ­ρη. Αφιε­ρώ­μα­τα, που προ­σβλέ­πουν, ό­πως δη­λώ­νουν οι εκ­δό­τες, σε “νέες α­να­γνώ­σεις” και ε­πα­νε­κτι­μή­σεις.
Ο Γου­δέ­λης δεν τεκ­μη­ριώ­νει ό­τι ο Σε­φέ­ρης “α­ντέ­γρα­ψε” Πα­πα­δια­μά­ντη. Ου­σια­στι­κά, δεν τον α­πα­σχο­λούν οι δυο πα­λαιό­τε­ροι, αλ­λά έ­νας ο­μή­λι­κός του, ο Νά­σος Βα­γε­νάς. Ει­δι­κό­τε­ρα, ο Βα­γε­νάς ως με­λε­τη­τής του σε­φε­ρι­κού έρ­γου. Στο άρ­θρο του, με τίτ­λο, «Μια πα­ρά­δο­ξη (;) σχέ­ση», πε­ρι­γρά­φει τη σχέ­ση Βα­γε­νά-Σε­φέ­ρη. Ή, ό­πως ο ί­διος συ­νο­ψί­ζει εκ των υ­στέ­ρων, “πε­ρι­γρά­φει τη σχι­ζο­φρε­νι­κή σχέ­ση του θαυ­μα­στή και του ει­δώ­λου του”. Ξε­κι­νά­ει α­πό τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή, που υ­πέ­βα­λε ο Βα­γε­νάς στο Καί­μπριτζ το 1979, «Ο ποιη­τής και ο χο­ρευ­τής. Μια ε­ξέ­τα­ση της ποιη­τι­κής και της ποίη­σης του Σε­φέ­ρη», και κα­τα­λή­γει στο πρό­σφα­το βι­βλίο του, «Κι­νού­με­νος στό­χος». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, α­πο­ρού­με, για­τί το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “το­μί­διο”, ό­ταν πρό­κει­ται για βι­βλίο 268 σε­λί­δων, ό­που α­να­δη­μο­σιεύο­νται 29 “κρι­τι­κά κεί­με­να”, με­τα­ξύ των ο­ποίων έ­ξι ε­κτε­νείς συμ­με­το­χές σε συλ­λο­γι­κές εκ­δό­σεις και συ­νέ­δρια. Στο βι­βλίο δη­μο­σιεύο­νται και έ­ξι κεί­με­να, που α­φο­ρούν τον Σε­φέ­ρη. Ο Γου­δέ­λης α­να­φέ­ρε­ται σε δυο α­πό αυ­τά, για να ε­πι­κε­ντρω­θεί, τε­λι­κά, σε έ­να. Πρό­κει­ται για μια α­πό τις εί­κο­σι Επι­φυλ­λί­δες του Βα­γε­νά, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται στο βι­βλίο, με τίτ­λο, «Σε­φέ­ρης-Πα­πα­δια­μά­ντης: Ο έ­ρω­τας στην ο­μί­χλη». Σύμ­φω­να με τον Γου­δέ­λη, σε αυ­τήν α­πο­δει­κνύε­ται η “λο­γο­κλο­πία” του Σε­φέ­ρη. Αυ­τήν την “λο­γο­κλο­πία”, ο ί­διος δεν την ε­λέγ­χει ού­τε την αμ­φι­σβη­τεί. Αντι­θέ­τως, την ε­πι­κρο­τεί, κά­νο­ντας λό­γο για “κραυ­γα­λέες ο­μοιό­τη­τες” με­τα­ξύ πρω­τό­τυ­που και “α­ντί­γρα­φου”. Άλλω­στε, ε­κεί­νος εί­ναι που κά­νει χρή­ση του ό­ρου “λο­γο­κλο­πία”. Ο Βα­γε­νάς δια­τεί­νε­ται ό­τι δεί­χνει, “δε­σμούς ό­χι μό­νο συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς και ευ­ρύ­τε­ρα δια­κει­με­νι­κούς, αλ­λά –ό­πως δεί­χνουν αρ­κε­τές ει­κό­νες και λε­πτο­μέ­ρειες ει­κό­νων των δυο κει­μέ­νω­ν– σχέ­σεις γε­νε­τι­κής φύ­σεως”. Στο πρό­σφα­το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού, α­φιε­ρω­μέ­νο στην ξέ­νη ποίη­ση, δη­μο­σιεύε­ται ε­κτε­νής α­πά­ντη­ση του Βα­γε­νά και πα­ράλ­λη­λος σχο­λια­σμός της α­πά­ντη­σής του α­πό τον Γου­δέ­λη. Ο Βα­γε­νάς α­να­σκευά­ζει πει­στι­κά τη μομ­φή πε­ρί “συ­νη­γο­ρίας υ­πέρ του Σε­φέ­ρη, σε βαθ­μό ε­ξι­δα­νι­κευ­τι­κό” και ε­πι­μέ­νει στην α­νάρ­μο­στη χρή­ση της λέ­ξης “λο­γο­κλο­πία”. Ενώ, ο Γου­δέ­λης ε­πα­να­λαμ­βά­νει και ε­παυ­ξά­νει τις αρ­χι­κές δια­πι­στώ­σεις του. Σαν, δη­λα­δή, να α­πα­ξιοί να συ­νε­χί­σει τον διά­λο­γο, που ο ί­διος ξε­κί­νη­σε, α­πα­ντώ­ντας στις εν­στά­σεις του βαλ­λό­με­νου. Αυ­τό προς με­γά­λη α­πο­γοή­τευ­ση των α­να­γνω­στών, που μέ­νουν με τις α­πο­ρίες τους. Με­τα­ξύ άλ­λων, ποια μπο­ρεί να εί­ναι η “λο­γο­κλο­πία” του Σε­φέ­ρη, με την ο­ποία ο Βα­γε­νάς α­σχο­λεί­ται στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της δια­τρι­βής του. Όπως και να έ­χει, χά­ρις στις εκ­κρε­μείς α­πο­ρίες μας, εί­χα­με το κέρ­δος μιας δεύ­τε­ρης α­νά­γνω­σης ε­κεί­νης της πρώ­της με­λέ­της, με την ο­ποία εμ­φα­νί­στη­κε το άλ­λο πρό­σω­πο του ποιη­τή Βα­γε­νά, ε­κεί­νο του θεω­ρη­τι­κού της λο­γο­τε­χνίας.
Μέ­νει, ό­μως, α­νοι­κτό το θέ­μα της “λο­γο­κλο­πίας” Σε­φέ­ρη α­πό Πα­πα­δια­μά­ντη. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η “λο­γο­κλο­πία” α­φο­ρά το πα­πα­δια­μα­ντι­κό διή­γη­μα «Ο έ­ρω­τας στα χιό­νια» και το σε­φε­ρι­κό ποίη­μα «Fog». Τα Χρι­στού­γεν­να του 2005, που εί­χα­με δια­βά­σει την Επι­φυλ­λί­δα Βα­γε­νά, μας εί­χαν γεν­νη­θεί ο­ρι­σμέ­νες α­πο­ρίες. Το κεί­με­νο του Γου­δέ­λη, λό­γω των α­κραίων θέ­σεών του, τις α­να­κί­νη­σε. Τις πα­ρα­θέ­του­με για την α­ξία που μπο­ρεί να έ­χουν οι α­πο­ρίες ε­νός α­να­γνώ­στη.
Κα­τ’ αρ­χάς, ο Βα­γε­νάς ε­πι­ση­μαί­νει τις α­να­λο­γίες στη δο­μή των δυο κει­μέ­νων. Για το διή­γη­μα ε­πι­κα­λεί­ται την “τρια­δι­κή κα­τα­νο­μή” των με­ρών του, που έ­χει προ­τεί­νει ο Γ. Κε­χα­γιό­γλου. Όπως ε­κεί­νος έ­γρα­φε προ τρια­κο­ντα­ε­τίας, “το κεί­με­νο του διη­γή­μα­τος α­πο­τε­λεί­ται α­πό τρία ά­νι­σα μέ­ρη (δια­χω­ρί­ζο­νται με κε­νό διά­στη­μα)”. Ωστό­σο, σε ό­λες τις δη­μο­σιεύ­σεις του, το κεί­με­νο χω­ρί­ζε­ται με κε­νά δια­στή­μα­τα σε πέ­ντε μέ­ρη. Από αυ­τά προ­κύ­πτουν τα τρία του Κε­χα­γιό­γλου δια συ­νε­νώ­σεως πρώ­του και δεύ­τε­ρου, τρί­του και τέ­ταρ­του. Η α­ντί­στοι­χη “τρι­με­ρής α­νά­πτυ­ξη των στρο­φώ­ν” του ποιή­μα­τος “ση­μαί­νε­ται με την ε­πω­δι­κή ε­πα­νά­λη­ψη του στί­χου ε­νός ε­λα­φρού ε­ρω­τι­κού τρα­γου­διού στην αρ­χή του κά­θε μέ­ρους («Πες της το μ’ έ­να γιου­κα­λί­λι»)”. Ο με­λε­τη­τής προ­σθέ­τει ό­τι “α­νά­λο­γα ε­πω­δι­κή εί­ναι η ε­πα­νά­λη­ψη των δη­μο­τι­κό­τρο­πων ε­ρω­τι­κών δι­στί­χων που τρα­γου­δά­ει ο ή­ρωας του διη­γή­μα­τος”. Όχι α­κρι­βώς. Τα δυο συ­νο­λι­κά δί­στι­χα του διη­γή­μα­τος δεν τί­θε­νται στην αρ­χή του κά­θε μέ­ρους της τρια­δι­κής δο­μής. Συ­γκε­κρι­μέ­να, και τα δυο μα­ζί, εν σει­ρά, κλεί­νουν το πρώ­το μέ­ρος της πε­ντα­δι­κής δο­μής, ε­νώ μό­νο του, το πρώ­το, κλεί­νει το τρί­το μέ­ρος της.
Επι­προ­σθέ­τως, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι “και στα δυο κεί­με­να οι στί­χοι των τρα­γου­διών α­πευ­θυ­νό­με­νοι προς το α­ντι­κεί­με­νο του πό­θου των πρω­τα­γω­νι­στών τους συ­νο­ψί­ζουν το αί­σθη­μά τους”. Αυ­τό ι­σχύει για το έ­να δί­στι­χο του διη­γή­μα­τος. Όσο για το ποίη­μα, ο στί­χος του τρα­γου­διού, το ο­ποίο παί­ζει έ­νας “φω­νο­γρά­φος”, α­πευ­θύ­νε­ται στον πρω­τα­γω­νι­στή. Όπως πλη­ρο­φο­ρεί η Πο­λί­να Τα­μπα­κά­κη, στην πρω­τό­τυ­πη με­λέ­τη της «Η “μου­σι­κή ποιη­τι­κή” του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη», πρό­κει­ται για έ­να τρα­γού­δι του Φρανκ Κρά­μι­τ, που έ­γι­νε με­γά­λη ε­πι­τυ­χία α­μέ­σως μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1924. Το ποίη­μα, ε­κτός α­πό αγ­γλι­κό τίτ­λο, φέ­ρει ως υ­πό­τιτ­λο τον αγ­γλι­κό τίτ­λο του τρα­γου­διού και συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τον προσ­διο­ρι­σμό «Λον­δί­νο, Χρι­στού­γεν­να 1924», προσ­λαμ­βά­νο­ντας έ­τσι έ­να ε­πι­και­ρι­κό πλαί­σιο. Σύμ­φω­να με τον Ρό­ντρικ Μπή­τόν, ο αρ­χι­κός υ­πό­τιτ­λος ή­ταν «Μια αυ­το­προ­σω­πο­γρα­φία του Λον­δί­νου».
Στη συ­νέ­χεια, ο με­λε­τη­τής ε­πι­ση­μαί­νει “ο­ρι­σμέ­να κοι­νά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στην πε­ρι­γρα­φή της γυ­ναί­κας: «Πο­λυ­λο­γού και ψεύ­τρα» εμ­φα­νί­ζε­ται στο διή­γη­μα, φλύα­ρη και α­να­ξιό­πι­στη «Λό­για για λό­για, κι άλ­λα λό­για» τη βλέ­που­με στο «Fog»”. Εδώ, η α­πο­ρία εί­ναι για­τί α­πο­δί­δει στη γυ­ναί­κα το δεύ­τε­ρο στί­χο του πρώ­του τε­τρά­στι­χου του δεύ­τε­ρου μέ­ρους, που, συ­μπλη­ρω­μέ­νος με το ε­ρω­τη­μα­τι­κό, α­κο­λου­θεί τον πρώ­το, ε­κεί­νον του τρα­γου­διού. Κά­τι σαν ε­ρω­τη­μα­τι­κή α­πά­ντη­ση στην πα­ρό­τρυν­ση του τρα­γου­διού. Ο Μπή­τον ε­ντο­πί­ζει, σε ε­πι­στο­λή του Σε­φέ­ρη προς τον πα­τέ­ρα του, τη φρά­ση, “έ­χω βα­ρε­θεί τα λό­για και λό­για που μέ­νουν μό­νο λό­για”. Εκεί­να τα Χρι­στού­γεν­να, ο Σε­φέ­ρης ή­ταν θυ­μω­μέ­νος με τον πα­τέ­ρα του, για­τί του εί­χε α­πα­γο­ρέ­ψει να πε­ρά­σει τις ε­ορ­τά­σι­μες η­μέ­ρες στο Πα­ρί­σι με την κα­λή του.
Ο Βα­γε­νάς προ­σθέ­τει ό­τι “και στα δυο κεί­με­να η φι­λα­ρέ­σκεια της γυ­ναί­κας δη­λώ­νε­ται με τον γυα­λι­στε­ρό καλ­λω­πι­σμό της (Πα­πα­δια­μά­ντης: «το γυά­λι­σμά της, το βερ­νί­κι και το κοκ­κι­νά­δι της»· Σε­φέ­ρης: «Βλέ­πω τα κόκ­κι­να της νύ­χια / μπρος στη φω­τιά πώς θα γυα­λί­ζουν»)”. Ωστό­σο, οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι δυο στί­χοι του Σε­φέ­ρη, α­πό το τρί­το μέ­ρος του ποιή­μα­τος, το ο­ποίο α­πο­τε­λεί­ται α­πό έ­να μό­νο τε­τρά­στι­χο, πα­ρεμ­βάλ­λο­νται α­νά­με­σα στον πρώ­το στί­χο, ε­κεί­νο του τρα­γου­διού, και το στί­χο, «και τη θυ­μά­μαι με το βή­χα.» Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι αυ­τός ο τε­λευ­ταίος στί­χος δί­νει δια­φο­ρε­τι­κό νό­η­μα σε ο­λό­κλη­ρο το τε­τρά­στι­χο. Σε ε­πι­στο­λή του Σε­φέ­ρη προς την α­δελ­φή του, με η­με­ρο­μη­νία 28 Οκτω­βρίου 1922, υ­πάρ­χει σε πο­λύ­στι­χο ποίη­μα, γραμ­μέ­νο για ε­κεί­νη, ο στί­χος: «το βή­χα σου πά­λι θ’ α­κού­σω μό­νος μου σε ά­δειο τριό­δι». Η Ιωάν­να Τσά­τσου δί­νει την πρό­σθε­τη πλη­ρο­φο­ρία ό­τι της το ξα­νά­στει­λε “α­πό τη Λό­ντρα δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στις 25 Νο­εμ­βρίου του 1924”. Εδώ, ω­στό­σο, η α­πο­ρία εί­ναι κα­τά πό­σο ο πρω­τα­γω­νι­στής του ποιή­μα­τος, ως προ­σω­πείο του ει­κο­σι­τε­τρά­χρο­νου ποιη­τή, τρε­λά ε­ρω­τευ­μέ­νου με δε­κα­ο­χτά­χρο­νη Πα­ρι­ζιά­να, α­να­φέ­ρει τα κόκ­κι­να νύ­χια σαν στοι­χείο φι­λα­ρέ­σκειας και ό­χι γο­η­τείας. Και πά­λι, σύμ­φω­να με τον βιο­γρά­φο του Σε­φέ­ρη, το «Fog» εί­ναι το τε­λευ­ταίο ποίη­μα της ε­νό­τη­τας «Νυ­χτιά­τι­κα», που εί­χε αρ­χί­σει να γρά­φει στο Πα­ρί­σι. Σύμ­φω­να με τις ε­πι­στο­λές του προς την α­δελ­φή του αυ­τά τα ποιή­μα­τα τα σχε­δία­ζε α­πό το χει­μώ­να του 1922.
Ακο­λου­θούν κά­ποια α­πό τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ά­ντρα, που ο Βα­γε­νάς θεω­ρεί κοι­νά στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, ε­νώ ε­πι­ση­μαί­νει τις συ­μπτώ­σεις στους ρη­μα­τι­κούς τύ­πους, με τους ο­ποίους ε­κεί­νοι α­να­φέ­ρουν πα­ρελ­θο­ντι­κούς έ­ρω­τες και πα­ρο­ντι­κή μο­να­ξιά. Ωστό­σο, κα­τά τον με­λε­τη­τή, τη συ­νο­μι­λία του ποιή­μα­τος με το διή­γη­μα την κα­θι­στά “α­διαμ­φι­σβή­τη­τη” η ο­μοιό­τη­τα δυο ει­κό­νων. “Η πρώ­τη ει­κό­να εί­ναι το πε­ριε­χό­με­νο της «ο­νει­ρι­κό­τη­τας», την ο­ποία βιώ­νουν οι δυο ή­ρωες· η αί­σθη­ση ε­νός βυ­θού, ό­που βρί­σκο­νται ναυα­γι­σμέ­νοι”. Πα­ρό­μοιες ει­κό­νες, ω­στό­σο, υ­πάρ­χουν και σε ε­πι­στο­λές του Σε­φέ­ρη προς τον α­δελ­φό του, αλ­λά και προς την α­δελ­φή του. Από το Πα­ρί­σι, στις 4 Φε­βρουα­ρίου 1923, της γρά­φει: “Εί­μαι ο σκά­φαν­δρος, με κα­τέ­βα­σαν στο βυ­θό του ω­κε­α­νού, βρή­κα τα πο­λύ­τι­μα α­νεί­πω­τα πε­τρά­δια της χα­μέ­νης Ατλα­ντί­δος… Κό­βω το σκοι­νί που με βα­στά και τον α­να­πνευ­στι­κό σω­λή­να, και μέ­νω κά­τω…”
“Η δεύ­τε­ρη ει­κό­να εί­ναι ε­κεί­νη ε­νός μα­ρα­ζω­μέ­νου (Σε­φέ­ρης) / μα­ρα­σμέ­νου (Πα­πα­δια­μά­ντης) και ά­σφαι­ρου ε­ρω­τι­δέα (ε­ρω­τι­δέων), που προ­σπα­θεί, μέ­σα στο λευ­κό το­πίο, να χτυ­πή­σει, σαν να ή­ταν που­λιά, τις καρ­διές / ψυ­χές των αν­θρώ­πω­ν”. Εδώ, η α­πο­ρία εί­ναι διτ­τή. Ο ή­ρωας του Πα­πα­δια­μά­ντη θα μπο­ρού­σε να α­πο­κλη­θεί ε­ρω­τι­δέ­ας, δε­δο­μέ­νου ό­τι υ­πήρ­ξε έ­νας ε­ρω­τύ­λος κα­πε­τά­νιος. Επί­σης, ά­σφαι­ρος, λό­γω η­λι­κίας και μέ­θης. Για τον ή­ρωα, ό­μως, του ποιή­μα­τος δεν υ­πάρ­χουν α­ντί­στοι­χα ε­σω­κει­με­νι­κά στοι­χεία. Όσο για τον ποιη­τή, στο βαθ­μό που προ­βάλ­λει βιώ­μα­τά του, ι­σχύει α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Εκεί­να τα χρό­νια της νεό­τη­τας, δεί­χνει σαν α­κρά­τη­τος ε­ρω­τι­δέ­ας. Το δεύ­τε­ρο σκέ­λος της α­πο­ρίας μας α­φο­ρά το πώς πιά­νο­νται το χει­μώ­να τα κοσ­σύ­φια και οι τσί­χλες. Πό­θεν τεκ­μαί­ρε­ται ό­τι ο Σε­φέ­ρης μα­θαί­νει τον τρό­πο α­πό το διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη; Για­τί να μην τον γνώ­ρι­ζε, ό­πως το γνω­ρί­ζουν α­κό­μη ως σή­με­ρα ό­σοι κά­ποιας η­λι­κίας προέρ­χο­νται εξ ε­παρ­χίας; Η ί­δια α­πο­ρία ι­σχύει για την ει­κό­να της νε­α­ρής γυ­ναί­κας της «Έγκω­μης», που ο με­λε­τη­τής πι­στεύει ό­τι προέ­κυ­ψε α­πό πα­πα­δια­μα­ντι­κά υ­λι­κά και συ­γκε­κρι­μέ­να, α­πό την ει­κό­να της Μο­σχού­λας στο «Όνει­ρο στο κύ­μα». Για­τί να μην υ­πο­θέ­σου­με ό­τι ε­δώ ε­μπνέε­ται, ό­πως βέ­βαια και ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­πό το «Άσμα Ασμά­των», το ο­ποίο, μά­λι­στα, με­τέ­φρα­ζε ε­κεί­να τα χρό­νια;
Τέ­λος, μια ε­ξω­κει­με­νι­κή α­πο­ρία. Η συ­γκρι­τι­κή α­νά­γνω­ση του Βα­γε­νά δέ­χε­ται ως αυ­το­νό­η­τη τη γνω­ρι­μία του Σε­φέ­ρη με το έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη. Κι αν ό­χι τη γνω­ρι­μία με ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο του, σί­γου­ρα τη κα­λή γνώ­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου διη­γή­μα­τος. Εί­ναι, ό­μως, αυ­τή τό­σο αυ­το­νό­η­τη, ό­ταν πρό­κει­ται για τον ει­κο­σι­τε­τρά­χρο­νο Σε­φέ­ρη του 1924; Κα­τ’ αρ­χάς, βρί­σκο­νταν βι­βλία του Πα­πα­δια­μά­ντη στα α­θη­ναϊκά βι­βλιο­πω­λεία της ε­πο­χής και ποια; Θυ­μί­ζου­με ό­τι το διή­γη­μα πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στην «Ακρό­πο­λη», στο φύλ­λο της 1ης Ια­νουα­ρίου 1896. Όπως ορ­θά πα­ρα­τη­ρεί ο Βα­γε­νάς, πα­ρό­λο που εί­ναι και χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο και πρω­το­χρω­νιά­τι­κο και των Φώ­των, λό­γω της δις ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νης ε­πω­δού, «Χρι­στού­γεν­να, Άις-Βα­σί­λης, Φώ­τα», συ­χνά α­που­σιά­ζει α­πό τους τό­μους με τα ε­ορ­τα­στι­κά. Να συ­μπλη­ρώ­σου­με, ω­στό­σο, ό­τι συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στους τό­μους των ε­ρω­τι­κών. Μια πρώ­τη α­να­δη­μο­σίευ­σή του έ­γι­νε στον πρώ­το α­πό τους συ­νο­λι­κά έ­ντε­κα τό­μους του Φέ­ξη, «Η Μά­γισ­σες» του 1912, και δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στα «Πρω­το­χρο­νιά­τι­κα Διη­γή­μα­τα» του Δι­καίου. Απου­σιά­ζει, ω­στό­σο, α­πό τους τό­μους του Ελευ­θε­ρου­δά­κη, που αρ­χί­ζουν να εκ­δί­δο­νται το 1924. Ο Σε­φέ­ρης βρί­σκε­ται μέ­χρι το 1914 στη Σμύρ­νη. Από ε­κεί­νο το κα­λο­καί­ρι και μέ­χρι το κα­λο­καί­ρι του 1918, κα­τοι­κεί στην Αθή­να. Στη συ­νέ­χεια, ζει στο Πα­ρί­σι μέ­χρι το κα­λο­καί­ρι του 1924, που α­να­χω­ρεί για το Λον­δί­νο. Συ­χνά, α­πό το Πα­ρί­σι, ζη­τά­ει α­πό την α­δελ­φή του να του στεί­λει ελ­λη­νι­κά βι­βλία. Όχι, ό­μως, Πα­πα­δια­μά­ντη. Οπό­τε, θα πρέ­πει να υ­πο­θέ­σου­με ό­τι, α­νά­με­σα στα 14 και τα 18, έ­πε­σε στα χέ­ρια του, πι­θα­νώς ε­ντό­πι­σε στην πα­τρι­κή βι­βλιο­θή­κη, το βι­βλιά­ριο του Φέ­ξη ή του Δι­καίου ή και τα δύο, και τα πή­ρε μα­ζί του στο Πα­ρί­σι. Το να λει­τούρ­γη­σε μό­νο α­πό τη δε­ξα­με­νή της μνή­μης, φαί­νε­ται μάλ­λον α­πί­θα­νο. Ύστε­ρα, τί­θε­ται και το ε­ρώ­τη­μα, ποια μπο­ρεί να ή­ταν η γνώ­μη του Σε­φέ­ρη για την πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση, ό­ταν, την ί­δια ε­πο­χή α­πό το Πα­ρί­σι, έ­γρα­φε στην α­δελ­φή του: «Στην ελ­λη­νι­κή, ε­κτός α­πό αι­σθή­μα­τα βου­νί­σια ή χω­ρια­νέϊκα δεν μπο­ρού­με να πού­με τί­πο­τα για την ώ­ρα, γι’ αυ­τό και τα πιο πο­λι­τι­σμέ­να ποιή­μα­τα που έ­χουν γρα­φεί στην ελ­λη­νι­κή μυ­ρί­ζουν μυτ­ζή­θρα...» Στα θε­ρι­στι­κά πυ­ρά της σκλη­ρό­καρ­δης αυ­τής δια­τύ­πω­σης μέ­νει ά­ρα­γε ε­κτός στό­χου ο Πα­πα­δια­μά­ντης; Μι­λά­ει, βέ­βαια, για ποίη­ση, αλ­λά μοιά­ζει α­πί­θα­νο, εάν α­να­λο­γι­στού­με ό­τι θα μπο­ρού­σε, για πα­ρά­δειγ­μα, να τον α­ντι­δια­στεί­λει ως α­να­σχε­τι­κό στοι­χείο.
Επι­λο­γι­κά να ση­μειώ­σου­με το αυ­το­νό­η­το: Σχε­δόν ό­λες μας οι α­πο­ρίες έ­χουν νό­η­μα, ε­φό­σον α­σπα­στού­με την ι­σχύ του βιο­γρα­φι­σμού, ή, έ­στω, ό­τι υ­πάρ­χουν στο βά­θος κά­ποια στοι­χεία βιο­γρα­φι­σμού. Σε α­ντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση, ό­λα εί­ναι πε­ριτ­τή φι­λο­λο­γία.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/11/2011.

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Περί δολοφόνων και “αναγνωρισιμότητας”

Τά­σος Ανα­στα­σίου
«Συ­νε­σταλ­μέ­νος δο­λο­φό­νος»
Εκδό­σεις Κουκ­κί­δα
Αθή­να, Ια­νουά­ριος 2011

Ο τίτ­λος του πρώ­του πε­ζο­γρα­φι­κού βι­βλίου του Τά­σου Ανα­στα­σίου καλ­λιερ­γεί την προσ­δο­κία του α­στυ­νο­μι­κού. Δη­λα­δή, γε­νι­κό­τε­ρα, ε­νός α­να­γνώ­σμα­τος, που να στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό ε­γκλή­μα­τα και την ε­ξι­χνία­σή τους. Στο βι­βλίο, ω­στό­σο, ε­γκλή­μα­τα δεν δια­πράτ­το­νται. Ού­τε ε­γκλή­μα­τα αν­θρω­πο­κτο­νίας ού­τε α­ξιό­ποι­νες πρά­ξεις, που να χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ως ε­γκλή­μα­τα. Τα μό­να ε­γκλή­μα­τα, που ε­ξι­χνιά­ζο­νται, εί­ναι ο­ρι­σμέ­νες συ­μπε­ρι­φο­ρές, οι ο­ποίες δεί­χνουν κοι­νό­το­πες, αλ­λά θα μπο­ρού­σαν να α­πο­κλη­θούν ε­γκλη­μα­τι­κές, με την τρέ­χου­σα εμ­φα­τι­κή χρή­ση της λέ­ξης, λό­γω των βλα­πτι­κών συ­νε­πειών που έ­χουν για τον α­πο­δέ­κτη τους. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, βε­βαίως, ε­κεί­νο που εν­δια­φέ­ρει δεν εί­ναι ο δρά­στης, μια και αυ­τός εί­ναι εξ αρ­χής γνω­στός, αλ­λά τα αί­τια της συ­μπε­ρι­φο­ράς του. Εδώ, ό­μως, ι­σχύει το κοι­νώς λε­γό­με­νο, ά­βυσ­σος η ψυ­χή του αν­θρώ­που. Πό­σω μάλ­λον, ό­ταν πρό­κει­ται, ό­πως α­πο­κα­λύ­πτει εκ προοι­μίου ο τίτ­λος, για έ­ναν συ­νε­σταλ­μέ­νο δο­λο­φό­νο. Προ­σο­χή, ό­χι έ­ναν δει­λό, ο ο­ποίος φο­βά­ται να α­ντι­με­τω­πί­σει τις δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις, αλ­λά έ­ναν α­να­σφα­λή, που ό­ταν βρί­σκε­ται σε μη οι­κείο πε­ρι­βάλ­λον, ε­νώ­πιον πε­ρισ­σό­τε­ρων αν­θρώ­πων δεν έ­χει ά­νε­ση λό­γων και κι­νή­σεων. Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος μπο­ρεί θαυ­μά­σια να α­ντι­με­τω­πί­σει προ­βλη­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις και ό­ταν βρί­σκε­ται μό­νος με τον άλ­λον, τον ο­ποίο θεω­ρεί ως υ­παί­τιο, δεί­χνει το πραγ­μα­τι­κό του πρό­σω­πο.
Τό­τε, αυ­τός ο συ­νε­σταλ­μέ­νος α­πο­βαί­νει πιο ε­πι­κίν­δυ­νος, για­τί οι πρά­ξεις του υ­πο­κι­νού­νται α­πό α­νε­ξι­χνία­στα αι­σθή­μα­τα κα­τω­τε­ρό­τη­τας. Από αυ­τά, που οι ει­δή­μο­νες τα­ξι­νο­μούν στα συ­μπλέγ­μα­τα. Ταυ­τό­χρο­να, εμ­φα­νί­ζε­ται πιο α­πο­φα­σι­σμέ­νος, ι­δίως ό­ταν πρό­κει­ται για ε­γκλη­μα­τι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές στο ε­ρω­τι­κό πε­δίο. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, δρα με πρό­θε­ση και κυ­ρίως, με δό­λο, αιφ­νι­διά­ζο­ντας τον άλ­λο. Μέ­χρι και την ψυ­χι­κή του ι­σορ­ρο­πία μπο­ρεί να κα­τα­στρέ­ψει, αν αυ­τός ο δεύ­τε­ρος εί­ναι έ­να ά­το­μο φύ­σει ή και θέ­σει ευά­λω­το. Έναν πα­ρό­μοιο δο­λο­φό­νο πλά­θει ο Ανα­στα­σίου, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας ψη­φί­δα – ψη­φί­δα τον ε­ρω­τι­κό του δε­σμό με το, α­πό μια ά­πο­ψη, θύ­μα. Με αυ­τόν τον τρό­πο, σκια­γρα­φεί έ­ναν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τύ­πο σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κής συ­νύ­παρ­ξης, που έ­χει ως κα­τά­λη­ξη έ­ναν χω­ρι­σμό, α­ντί­στοι­χης συ­ναι­σθη­μα­τι­κής ι­σορ­ρο­πίας. Η γυ­ναί­κα πε­ρι­γρά­φε­ται ως ά­το­μο καλ­λιερ­γη­μέ­νο και α­πό κα­λή οι­κο­γέ­νεια. Εί­ναι, ό­μως, μια “α­σχη­μο­μού­ρα χο­ντρή”. Προ­σκολ­λά­ται στο σύ­ντρο­φό της α­πό την πρώ­τη νύ­χτα, που, υ­πο­κλέ­πτο­ντάς τον α­πό μια φί­λη, περ­νά­νε μα­ζί και ε­πί μια τριε­τία. Γνω­ρί­ζει δί­πλα του τη δυ­στυ­χία δυο εκ­τρώ­σεων, α­ντί του έγ­γα­μου βίου και της ευ­τυ­χούς α­πό­κτη­σης δυο τέ­κνων. Μέ­χρι που ε­κεί­νος α­πο­φα­σί­ζει να φύ­γει. Αρχι­κά, προ­σπα­θεί να ε­πι­τύ­χει την α­πα­γκί­στρω­σή του κοι­νή συ­ναι­νέ­σει. Εκεί­νη, ό­μως, βρί­σκε­ται σε κα­τά­στα­ση πλή­ρους ψυ­χι­κής ε­ξάρ­τη­σης. Η ε­πι­μο­νή της τον σπρώ­χνει σε βίαια συ­μπε­ρι­φο­ρά και ε­κεί­νη μέ­νει α­δρα­νής σαν να α­πο­λαμ­βά­νει τον ε­ξευ­τε­λι­σμό της. Φα­ντα­σιώ­νε­ται, μά­λι­στα, ό­τι εί­ναι η ί­δια που κα­θο­ρί­ζει τη συ­μπε­ρι­φο­ρά του, σε μια πλή­ρη σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κή α­ντι­στρο­φή. Όταν ορ­θο­φρο­νεί, ω­στό­σο, τον βλέ­πει σαν έ­ναν ε­πηρ­μέ­νο φαλ­λό. Από την πλευ­ρά του, ο “συ­νε­σταλ­μέ­νος δο­λο­φό­νος” φα­ντα­σιώ­νε­ται συμ­βο­λι­κούς φό­νους. Τε­λι­κά, δο­λο­φο­νεί ε­μπρά­κτως τα τε­λευ­ταία γυ­ναι­κεία σκιρ­τή­μα­τα.
Αυ­τός, ό­μως, δεν εί­ναι ο μο­να­δι­κός ή­ρωας του Ανα­στα­σίου, πα­ρά μό­νο ο κε­ντρι­κός χα­ρα­κτή­ρας του ο­μό­τιτ­λου διη­γή­μα­τος, α­φού δεν πρό­κει­ται για μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά, ό­πως δη­λώ­νε­ται και στο ε­ξώ­φυλ­λο, για συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Συ­γκε­κρι­μέ­να, ο­κτώ ε­κτε­νών πε­ζών, τα ο­ποία, έ­τσι ό­πως χω­ρί­ζο­νται σε α­ριθ­μη­μέ­να υ­πο­κε­φά­λαια, δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση μί­νι μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Αυ­τήν την ε­ντύ­πω­ση ε­πι­τεί­νει η α­νά­πτυ­ξη του α­φη­γη­μα­τι­κού ι­στού σε πολ­λα­πλά ε­πί­πε­δα χρό­νου και τό­που. Για πε­ζά πα­ρό­μοιας έ­κτα­σης, ε­πι­στρα­τεύε­ται συ­νή­θως ο ό­ρος νου­βέ­λα, που έ­χει κα­τα­λή­ξει πα­σπαρ­τού, έ­τσι ό­πως δεν προσ­διο­ρί­ζο­νται πρό­σθε­τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά σχε­τι­κά με την πλο­κή και τους χα­ρα­κτή­ρες. Στα ο­κτώ διη­γή­μα­τα, ο συγ­γρα­φέ­ας πολ­λα­πλα­σιά­ζει τους δο­λο­φό­νους. Σχε­δόν ό­λοι τους εμ­φα­νί­ζο­νται συ­νε­σταλ­μέ­νοι, με τις ι­στο­ρίες τους να κα­λύ­πτουν έ­να με­γά­λο φά­σμα κα­θη­με­ρι­νών ε­γκλη­μα­τι­κών συ­μπε­ρι­φο­ρών.
Ένα βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι ο τρό­πος, που πε­ρι­γρά­φο­νται οι συ­μπε­ρι­φο­ρές αυ­τού του τύ­που. Δεν α­πο­τε­λούν πα­ρά α­πό­το­κα των κα­θη­με­ρι­νών σχέ­σεων των η­ρώων, ό­πως αυ­τές κλι­μα­κώ­νο­νται α­πό τη διέ­νε­ξη στην προ­στρι­βή, η ο­ποία, α­νά­λο­γα με την ο­ξύ­τη­τά της, μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε φι­λο­νι­κία ή α­κό­μη και σύ­γκρου­ση. Αν και οι πλέ­ον ε­πώ­δυ­νες συ­μπε­ρι­φο­ρές για τον βαλ­λό­με­νο εί­ναι ε­κεί­νες που μέ­νουν α­να­ντα­πό­δο­τες, χω­ρίς την α­να­κου­φι­στι­κή ε­κτό­νω­ση, με δέ­σμιο το συ­ναι­σθη­μα­τι­κό φορ­τίο να κα­τα­χω­νιά­ζε­ται στα ε­σώ­τε­ρα. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, ως δι­κλεί­δα α­σφα­λείας, λει­τουρ­γεί η διο­χέ­τευ­ση της ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας σε τρί­τους. Ο συγ­γρα­φέ­ας εμ­βα­θύ­νει στον ψυ­χι­σμό των η­ρώων του μέ­σα α­πό έ­να σχε­δόν ψυ­χα­να­λυ­τι­κό πρί­σμα. Πα­ρά το ξε­κί­νη­μά του α­πό την ποίη­ση, η γρα­φή του έ­χει μια δο­κι­μια­κή στε­ρεό­τη­τα. Πι­στεύου­με, ω­στό­σο, ό­τι θα κέρ­δι­ζε αν συν­δυα­ζό­ταν με το υ­παι­νι­κτι­κό στοι­χείο της ποίη­σης ή, μάλ­λον, με έ­ναν πυ­κνό­τε­ρο και λι­γό­τε­ρο πε­ρι­φρα­στι­κό λό­γο. Όταν πρά­ξεις και α­ντι­δρά­σεις πε­ρι­γρά­φο­νται με ε­πάρ­κεια, πε­ριτ­τεύουν οι ε­πε­ξη­γή­σεις, που χα­λα­ρώ­νουν την α­φή­γη­ση.
Ο “συ­νε­σταλ­μέ­νος δο­λο­φό­νος” δεν εί­ναι σε ό­λα τα διη­γή­μα­τα ο με­γα­λύ­τε­ρος και ο δυ­να­τό­τε­ρος. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο πρώ­το, εί­ναι έ­νας έ­φη­βος, ε­νώ το τρό­πον τι­νά θύ­μα του εί­ναι ο α­δελ­φός της μη­τέ­ρας του και ο μο­να­δι­κός α­ρι­στε­ρός στο σόϊ της. Η ι­στο­ρία ξε­κι­νά α­πό τις ε­πι­πλή­ξεις του θείου και τα αμ­φί­θυ­μα αι­σθή­μα­τα του α­νι­ψιού για να με­τα­πη­δή­σει στη σύ­γκρου­ση του θείου με έ­ναν άλ­λο συγ­γε­νή, κι αυ­τός θείος, αλ­λά ε­θνι­κό­φρων, ε­νώ στα­θε­ρός πα­ρα­μέ­νει ο “χο­ρός”, τον ο­ποίο σχη­μα­τί­ζει γύ­ρω τους η οι­κο­γέ­νεια, προ­σαυ­ξη­μέ­νη με τους γεί­το­νες. Ως τό­πος δρά­σης, σε αυ­τό το διή­γη­μα, ε­πι­λέ­γε­ται η Άμφισ­σα, ό­που η τα­ρα­χώ­δης ι­στο­ρία της κα­τά την Αντί­στα­ση και τον Εμφύ­λιο χρη­σι­μεύει στην α­φή­γη­ση ως βά­θος πε­δίου. Σε α­ντί­θε­ση με το ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη δυα­δι­κή σχέ­ση, δεί­χνο­ντας τις ψυ­χο­γρα­φι­κές δε­ξιό­τη­τες του συγ­γρα­φέα, ε­δώ υ­πε­ρι­σχύει η ο­πτι­κή του α­φη­γη­τή, η ο­ποία πα­ρα­μέ­νει η ί­δια και σε άλ­λα διη­γή­μα­τα, πα­ρό­τι αλ­λά­ζουν τα προ­σω­πεία του. Εί­ναι αυ­τή του α­ρι­στε­ρού εκ­συγ­χρο­νι­στή, με τις εμ­μο­νές του να δεί­χνουν σαν α­νε­στραμ­μέ­νο εί­δω­λο ε­κεί­νων ε­νός συ­ντη­ρη­τι­κού πα­λαιό­τε­ρου. Κά­πως έ­τσι προ­κύ­πτει το διή­γη­μα, «Το χα­μό­γε­λο του Τούρ­κου», με μια αμ­φί­θυ­μη ο­πτι­κή, πα­ρα­πλή­σια με ε­κεί­νη του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μά του «Ο πα­λαι­στής και ο δερ­βί­σης». Ο θε­μα­τι­κός πυ­ρή­νας της α­ντι­πα­λό­τη­τας “αν­θέλ­λη­να” και φί­λα κεί­με­νου προς τους με­τα­νά­στες ε­πα­νέρ­χε­ται και σε άλ­λα διη­γή­μα­τα. Πα­ρο­μοίως, η προ­νο­μιού­χος θέ­ση, που δί­νε­ται σή­με­ρα στη νεό­τη­τα έ­να­ντι της γη­ραιάς η­λι­κίας, σε α­ντί­θε­ση με προ­γε­νέ­στε­ρες ε­πο­χές, ε­μπνέει το διή­γη­μα «Πε­ρι­στα­τι­κό με χιό­νι». Σε αυ­τό, ο μα­θη­τής φέρ­νει με τις ε­ρω­τή­σεις του σε δύ­σκο­λη θέ­ση τον κα­θη­γη­τή, ό­πως συμ­βαί­νει και στο μυ­θι­στό­ρη­μα της ε­πί­σης πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νης Βα­σι­λι­κής Πέ­τσα, «Θυ­μά­μαι».
Υπάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­να διη­γή­μα­τα, που α­πο­κλί­νουν α­πό την ψυ­χο­γρα­φία των η­ρώων προς μια α­πο­τύ­πω­ση της ελ­λη­νι­κής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας νε­ο­ρε­α­λι­στι­κού τύ­που. Και σε αυ­τό το πε­δίο, ο Ανα­στα­σίου δεν τα κα­τα­φέρ­νει και ά­σχη­μα, ε­πι­δει­κνύο­ντας χιού­μορ και διεισ­δυ­τι­κό­τη­τα, ό­πως εί­χε πα­ρα­τη­ρή­σει η Ρού­λα Γεωρ­γα­κο­πού­λου, συ­γκρα­τώ­ντας το βι­βλίο του στις ε­πι­λο­γές της. Εμείς, ω­στό­σο, πι­στεύου­με ό­τι θα χρεια­ζό­ταν να τι­θα­σεύ­σει κά­πως τον οί­στρο του, φρο­ντί­ζο­ντας για την οι­κο­νο­μία του συ­νό­λου. Όσο ε­πώ­δυ­νο και να εί­ναι για τον οιον­δή­πο­τε γρά­φο­ντα το α­πο­λέ­πι­σμα του δη­μιουρ­γή­μα­τός του, αυ­τό α­πο­βαί­νει, κα­τά κα­νό­να, προς ό­φε­λός του. Εί­τε, για να α­να­δειχ­θεί σε έ­να διή­γη­μα, ό­πως το «Φελ­λί­νι my ass (ρε!)», το θέ­α­τρο του πα­ρα­λό­γου, που παί­ζε­ται κα­θη­με­ρι­νά στο στή­σι­μο ε­νός ε­ντύ­που, ε­φη­με­ρί­δας ή πε­ριο­δι­κού. Εί­τε, ό­πως στα διη­γή­μα­τα «Οι ε­λευ­θέ­ριοι» και «Η στιγ­μή του κλά­μα­τος», για να προ­βάλ­λουν πιο ξε­κά­θα­ρα οι ι­λα­ρές και τρα­γι­κές ό­ψεις, που εμ­φα­νί­ζουν οι ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις, ε­λευ­θέ­ριες και έγ­γα­μες.
Όπως και να έ­χει, ο Τά­σος Ανα­στα­σίου εί­ναι έ­νας πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του σω­τή­ριου έ­τους 2011, που ε­ξέ­δω­σε έ­να εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο, το ο­ποίο δεν έ­τυ­χε α­ντί­στοι­χης προ­βο­λής. Όπως, ό­μως, συμ­βαί­νει σε ό­λους τους χώ­ρους, έ­τσι και στο χώ­ρο του βι­βλίου, η προ­βο­λή εί­ναι συ­νάρ­τη­ση πλεί­στων ό­σων πα­ρα­γό­ντων. Όσο για το βι­βλίο, αυ­τό κα­θ’ ε­αυ­τό, α­πλώς α­πο­τε­λεί έ­ναν α­πό αυ­τούς. Μέ­νει, μά­λι­στα, ζη­τού­με­νο, αν εί­ναι ο πρω­ταρ­χι­κός. Πιο κα­θο­ρι­στι­κή της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας του κει­μέ­νου α­πο­βαί­νει η “α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα”, που α­πο­λαμ­βά­νει ο συγ­γρα­φέ­ας. Άλλω­στε, μέ­χρι και στη Βου­λή ή και στα υ­πουρ­γι­κά έ­δρα­να με βά­ση την “α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα” προω­θεί­ται κά­ποιος. Ύστε­ρα, έρ­χε­ται ο εκ­δό­της. Η δι­κή του “α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα”, αλ­λά και τι έ­χει ε­πεν­δύ­σει σε έ­ναν συ­γκε­κρι­μέ­νο συγ­γρα­φέα. Οι με­γά­λοι εκ­δό­τες εκ­δί­δουν πολ­λούς συγ­γρα­φείς. Εκ των πραγ­μά­των, εί­ναι α­να­γκα­σμέ­νοι να πο­ντά­ρουν σε δυο-τρεις. Αυ­τούς θα προ­βάλ­λουν με κα­νο­νι­κή ή και γκρί­ζα δια­φή­μι­ση. Με­τά, έρ­χε­ται το ε­πάγ­γελ­μα του συγ­γρα­φέα. Αν ο συγ­γρα­φέ­ας έ­χει έ­να “χρή­σι­μο για τους συ­ναν­θρώ­πους του ε­πάγ­γελ­μα”, ό­λο και κά­ποιοι ει­δή­μο­νες και ε­ξέ­χο­ντες θα υ­πάρ­ξουν που θα ξε­πλη­ρώ­σουν υ­πο­χρεώ­σεις. Την σή­με­ρον, εί­ναι βα­θιά νυ­χτω­μέ­νοι ό­σοι πι­στεύουν ό­τι έ­νας συγ­γρα­φέ­ας αρ­κεί να γρά­ψει το βι­βλίο του. Πρέ­πει να α­να­πτύ­ξει και τις α­να­γκαίες υ­πο­στη­ρι­κτι­κές δη­μό­σιες σχέ­σεις, για­τί, κα­τά το κοι­νώς λε­γό­με­νο, το έ­να χέ­ρι νί­βει το άλ­λο και τα δυο το πρό­σω­πο. Λα­μπρή α­πό­δει­ξη ό­λων αυ­τών, η πε­ρί­πτω­ση Τά­σου Ανα­στα­σίου. Σχε­τι­κά μι­κρός ο εκ­δο­τι­κός οί­κος, αν δεν α­πα­τώ­με­θα, μό­λις πρό­σφα­τα ει­σήλ­θε στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Κα­θη­γη­τής Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης ο συγ­γρα­φέ­ας. Ού­τε πο­λι­τι­κός, ού­τε με­γα­λο­για­τρός ή με­γα­λο­ε­πι­χει­ρη­μα­τίας, ού­τε μέ­λος συλ­λό­γων και ε­ται­ρειών, ώ­στε να καλ­λιερ­γή­σει σχέ­σεις με υ­ψη­λά ι­στά­με­νους. Μό­λις έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, που φαί­νε­ται να συ­νι­στά ε­ξαί­ρε­ση στην ομ­φα­λο­σκο­πού­με­νη γε­νιά του ’80, ε­πε­σή­μα­νε το βι­βλίο τού, θέ­λου­με να πι­στεύου­με α­γνώ­στου του, Ανα­στα­σίου. Τε­λι­κά, το μο­να­δι­κό ση­μείο που στά­θη­κε τυ­χε­ρός ο Ανα­στα­σίου, εί­ναι ως προς το χρό­νο έκ­δο­σης του βι­βλίου του. Ετών 35, το 2011, μό­λις που πρό­λα­βε το ό­ριο η­λι­κίας του νέ­ου θε­σμο­θε­τη­μέ­νου κρα­τι­κού βρα­βείου για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φείς. Τώ­ρα, για­τί, ως ο­ρια­κή η­λι­κία για την πρώ­τη εμ­φά­νι­ση, ε­πι­λέχ­θη­κε ε­κεί­νη των 35 ε­τών και ό­χι των 30 ή και των 40, που ι­σχύει για το πρώ­το θε­σμο­θε­τη­μέ­νο βρα­βείο του εί­δους, τρέ­χα γύ­ρευε. Δεν ευ­τυ­χή­σα­με πο­τέ οι υ­πουρ­γοί Πο­λι­τι­σμού να έ­χουν κά­ποια σχέ­ση με το χώ­ρο του βι­βλίου. Πλην των πρώ­των. Συ­γκε­κρι­μέ­να, του δεύ­τε­ρου στη σει­ρά, Δη­μή­τρη Τσά­κω­να, των τριών βρα­χύ­βιων που τον α­κο­λού­θη­σαν Κων­στα­ντί­νου Τσά­τσου, Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λου, Κων­στα­ντί­νου Τρυ­πά­νη και ε­νός έ­βδο­μου, λί­γο πιο μα­κρό­βιου, του Δη­μή­τριου Νιά­νια. Οι υ­πό­λοι­ποι, εί­τε εν­δια­φέ­ρο­νταν για έ­ναν άλ­λο πο­λι­τι­στι­κό χώ­ρο σε τέ­τοιο βαθ­μό που ο χώ­ρος του βι­βλίου να εμ­φα­νί­ζε­ται ως ο φτω­χός α­δελ­φός, εί­τε α­δια­φο­ρού­σαν συ­νο­λι­κά για τα πο­λι­τι­σμι­κά πράγ­μα­τα, γνω­ρί­ζο­ντας μό­νο α­πό πο­δό­σφαι­ρο. Στην έ­ρευ­να, πό­σα βι­βλία δια­βά­ζουν το χρό­νο, μάλ­λον θα έ­πρε­πε να α­πα­ντή­σουν ου­δέν. Υπάρ­χει, βε­βαίως, και ο Υπουρ­γός, που, ε­πί των η­με­ρών του, ι­δρύ­θη­κε το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου. Αυ­τό, ό­μως, εί­ναι μια άλ­λη, με­γά­λη ι­στο­ρία.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου


ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟ­ΠΟ ΤΟΥ

Όπου και να τα­ξι­δέ­ψω η Ελλά­δα με πλη­γώ­νει
ΓΙΩΡ­ΓΟΣ ΣΕ­ΦΕ­ΡΗΣ
«Με τον τρό­πο του Γ.Σ.»
Εις μνή­μην...

Σαν σκό­τω­σαν οι Πραί­το­ρες το α­γέ­νειο παι­δί
–οι ά­φρο­νες γο­νείς του πώς δεν του ’παν
του προ­κομ­μέ­νου τους, γό­νου της κα­λής τά­ξεως,
να μη γυρ­νά σε λά­θος τό­πο λά­θος ώ­ρα;–
o πε­ρι­σπού­δα­στος Παυ­λί­στω­ρ, τρα­νός μας υ­πουρ­γός
–της ε­ξου­σίας μας δό­ξα, αί­μα των Κα­ρα­μαν­λι­δώ­ν–
α­μέ­σως α­πε­φάν­θη, με τη δει­νή του ευ­φρά­δεια,
σ’ αυ­τούς που του ζη­τού­σαν έ­να σχό­λιο:
«Με­μο­νω­μέ­νο ή­ταν το πε­ρι­στα­τι­κόν».
Και πρό­σθε­σε κα­τό­πιν, μει­λί­χιος ό­πως πά­ντα:
«Αν πά­λι γί­νει κά­πως –κά­τι βε­βαίως που α­πεύ­χο­μαι–
τό­τε θα εί­ναι δύο τυ­χαία γε­γο­νό­τα.
Κι αν πά­λι κά­νει ο διά­ο­λος και ε­πα­να­λη­φθεί
τό­τε θα κά­μω λό­γον διά σπά­νια συμ­βά­ντα.
Κι αν ο­λωσ­διό­λου τρε­λα­θούν οι Πραί­το­ρες - άν­θρω­ποι εί­με­θα δα!–
κι έ­χουν πυ­ρο­βο­λή­σει κο­ντά κα­μιά δε­κά­δα,
φρο­νώ πως θα μου γεν­νη­θεί έ­ντο­νη α­νη­συ­χία».
Σο­φό, ό­πως συ­νή­θως, το σχό­λιό του κρί­να­με.
Εξαίφ­νης λί­γες μέ­ρες κα­τό­πιν σ’ ό­νει­ρό του
ο πε­ρι­σπού­δα­στος Παυ­λί­στωρ εί­δε
της Ιστο­ρίας τον άγ­γε­λο με πύ­ρι­νη ρομ­φαία
να πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζει στις έ­ρη­μες ο­δούς
και να φω­τί­ζει ά­γριος την πα­γω­μέ­νη νύ­χτα.
Βα­θέως α­νη­σύ­χη­σε τον υ­πουρ­γό το πράγ­μα·
τι ά­ρα­γε να σή­μαι­νεν ο πυ­ρο­φό­ρος άγ­γε­λος;
Aσφα­λώς ά­σχε­τα εί­ναι τα δύο γε­γο­νό­τα:
To σκο­τει­νό το ε­νύ­πνιο και του νε­α­ρού το α­τύ­χη­μα.
Ωστό­σο προ­σπα­θού­με – και θα ε­ξα­κο­λου­θή­σου­με,
ύ­στε­ρα α­π’ τις δι­κές του, τις αυ­στη­ρές συ­στά­σεις–
κά­ποια ερ­μη­νεία να δώ­σου­με στο ό­νει­ρο ε­κεί­νο.
Ευ­ρι­πί­δης Γα­ρα­ντού­δης
«Ονει­ρεύ­τη­κα τη Genova»
Εκδό­σεις Με­λά­νι, Ιού­λιος 2011

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή", στις 13/11/2011.

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

Μεταξύ άλλων και Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον

«Οδός Πα­νός»
Τεύ­χος 154
Οκτώ­βριος – Δε­κέμ­βριος 2011

Με α­φιέ­ρω­μα στον Ρό­μπερτ Λούις Στή­βεν­σον α­νοί­γει το χει­μω­νιά­τι­κο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού. Σε χα­λε­πούς και­ρούς, η ρο­μα­ντι­κή φα­ντα­σία του Ρό­μπερτ Λούις Μπάλ­φουρ Στή­βεν­σον, ό­πως εί­ναι το πλή­ρες ό­νο­μά του, με την προ­σθή­κη και του μη­τρι­κού του ε­πω­νύ­μου, εί­ναι ό,τι κα­λύ­τε­ρο. Πα­ρό­τι ως ε­πε­τεια­κό έ­τος Στή­βεν­σον ε­ορ­τά­στη­κε, ό­σο ε­ορ­τά­στη­κε ε­κτός Ελλά­δος α­πό τον αγ­γλό­φω­νο κό­σμο, το 2010, κα­τά το ο­ποίο συ­μπλη­ρώ­θη­καν 160 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Όμως, πέ­ρυ­σι, το πε­ριο­δι­κό τι­μού­σε στα τέσ­σε­ρα τεύ­χη του, Κα­βά­φη, Μπων­τλαί­ρ, Από­στο­λο Καλ­δά­ρα και Ζυ­ράν­να Ζα­τέ­λη. Όπως και να έ­χει, στον Στή­βεν­σον ται­ριά­ζει έ­να χει­μω­νιά­τι­κο τεύ­χος. Στις 13 Νο­εμ­βρίου γεν­νή­θη­κε και το κρύο τον κυ­νη­γού­σε ε­φ’ ό­ρου ζωής, ό­πως θυ­μί­ζει
η λα­ρι­σαία ποιή­τρια Γλυ­κε­ρία Μπασ­δέ­κη στο ει­σα­γω­γι­κό της κεί­με­νο. Κα­τά δια­στή­μα­τα, ω­στό­σο, διέ­φυ­γε α­πό το υ­γρό κρύο του γε­νέ­θλιου Εδιμ­βούρ­γου και άλ­λων βο­ρείων τό­πων και προς το τέ­λος, φαι­νό­ταν να έ­χει ο­ρι­στι­κά γλι­τώ­σει, κα­θώς, στα σα­ρά­ντα του, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στη νή­σο Σα­μόα, α­πο­λαμ­βά­νο­ντας το τρο­πι­κό κλί­μα του νό­τιου Ει­ρη­νι­κού. Αλλά μπο­ρεί να διέ­φυ­γε του κρύου, ό­χι, ό­μως και του Χά­ρο­ντα, που ήρ­θε αιφ­νι­δια­στι­κά με μια ε­γκε­φα­λι­κή αι­μορ­ρα­γία α­ντί με αι­μο­πτύ­σεις και ε­πι­δεί­νω­ση της φυ­μα­τίω­σης, ό­πως τον α­νέ­με­νε α­πό τα χρό­νια της ε­φη­βείας του. Ο Στή­βεν­σον, τε­λι­κά, πα­ρέ­μει­νε παι­δί του χει­μώ­να. Χει­μώ­να γεν­νή­θη­κε και χει­μώ­να πέ­θα­νε, στις 3 Δε­κεμ­βρίου 1894. Ανε­ξαρ­τή­τως, πά­ντως, ε­πε­τείων και ε­πο­χής, ο Στή­βεν­σον, για ό­σους τον έ­χουν δια­βά­σει, εί­ναι πά­ντα ε­πί­και­ρος ή, με άλ­λα λό­για, κλα­σι­κός.
“Από τα παι­δι­κά μου χρό­νια, ο Στή­βεν­σον στά­θη­κε για μέ­να μια α­πό τις μορ­φές της ευ­τυ­χίας”, ι­σχυ­ρι­ζό­ταν ο Μπόρ­χες. Και πράγ­μα­τι, τα παι­διά του 20ου αιώ­να, του­λά­χι­στον ό­σα γεν­νή­θη­καν πριν το Μάη τού ’68 ή, στα κα­θ’ η­μάς, πριν τη Με­τα­πο­λί­τευ­ση, συ­νέ­δε­σαν με τα δι­κά του μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και με­ρι­κών α­κό­μη, γάλ­λων και άγ­γλων συγ­γρα­φέων του 19ου αιώ­να, το ρί­γος της πε­ρι­πέ­τειας, ό­πως το α­πο­λαμ­βά­νει κα­νείς μέ­σα στην α­σφα­λή θαλ­πω­ρή της α­νά­γνω­σης. Ωστό­σο, ο χι­μαι­ρι­κός ο­νει­ρο­πό­λος συγ­γρα­φέ­ας, που ζει σε έ­να κό­σμο φα­ντα­σίας, α­φη­γού­με­νος κα­τά τον πλέ­ον ρε­α­λι­στι­κό τρό­πο ε­ξω­πραγ­μα­τι­κές πε­ρι­πέ­τειες και δί­νο­ντας με αυ­τές υ­πό­στα­ση σε ευ­φά­ντα­στες ρο­μα­ντι­κές συλ­λή­ψεις, δεν εί­ναι πα­ρά η μια πλευ­ρά του ι­διό­τυ­που σκω­τσέ­ζου συγ­γρα­φέα, που υ­πήρ­ξε ο Στή­βεν­σον. Αυ­τή εί­ναι η πλευ­ρά, που έ­λα­βαν υ­πό­ψη οι πρώ­τοι μο­ντέρ­νοι της Γη­ραιάς Αλβιώ­νος και τον υ­πο­βί­βα­σαν σε συγ­γρα­φέα ε­φη­βι­κών βι­βλίων, ε­ξαι­ρώ­ντας τον α­πό το δι­δα­σκό­με­νο “κα­νό­να” της λο­γο­τε­χνίας τους.
Υπάρ­χει ό­μως και η άλ­λη πλευ­ρά, ε­κεί­νη του μο­ντέρ­νου συγ­γρα­φέα, που ε­κτί­μη­σαν ο­ρι­σμέ­νοι συ­γκαι­ρι­νοί του αγ­γλό­φω­νοι συγ­γρα­φείς, ό­πως ο λί­γο με­γα­λύ­τε­ρός του Χέν­ρυ Τζαίη­μς και o κά­πως νεό­τε­ρός του Τζό­ζεφ Κόν­ρα­ντ. Αυ­τοί ή­ταν που τον α­νέ­δει­ξαν. Κα­θιε­ρώ­θη­κε, ω­στό­σο, πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, πε­ρί­που στα χρό­νια που γεν­νιό­νταν τα παι­διά μιας νέ­ας ε­πο­χής, που δεν θα τα συ­γκι­νού­σε ο ρο­μα­ντι­κός ρε­α­λι­σμός του. Αυ­τό, με­τα­φε­ρό­με­νο και πά­λι στα κα­θ’ η­μάς, ση­μαί­νει τα παι­διά, που δεν θα διά­βα­ζαν «Κλασ­σι­κά Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να» και που πο­τέ δεν θα α­να­κά­λυ­πταν «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», «Το μαύ­ρο βέ­λος» ή «Το κλεμ­μέ­νο παι­δί», που εί­ναι το πρώ­το “ε­πει­σό­διο” α­πό το ρο­μα­ντι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα «Οι πε­ρι­πέ­τειες του Νταίη­βι­ντ Μπάλ­φουρ». Κα­τά τα φαι­νό­με­να, ο Μπάλ­φουρ εί­ναι έ­νας ή­ρωας ι­διαί­τε­ρα προ­σφι­λής στον Στή­βεν­σον, για να του δί­νει το ε­πώ­νυ­μο της μη­τέ­ρας του και έ­τσι να τον ο­ρί­ζει εξ αί­μα­τος συγ­γε­νή του. Δυ­στυ­χώς, το δεύ­τε­ρο “ε­πει­σό­διο” α­πό τις πε­ρι­πέ­τειες του Μπάλ­φου­ρ, το «Κα­τριό­να», που ο Στή­βεν­σον έ­γρα­ψε έ­ξι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, δεν πή­ρε τη μορ­φή «Κλασ­σι­κού Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νου». Ευ­τύ­χη­σε, ω­στό­σο, με­τα­φρα­στι­κά στα χέ­ρια του Μπά­μπη Λυ­κού­δη. Όπως και να έ­χει, ό­ταν ο Στή­βεν­σον έ­παιρ­νε τη θέ­ση του στο πάν­θεο της λε­γό­με­νης “σο­βα­ρής λο­γο­τε­χνίας”, οι έ­φη­βοι στην Ελλά­δα διά­βα­ζαν πλέ­ον κό­μι­κς.
Ο μαέ­στρος της α­φή­γη­σης Στή­βεν­σον, που ε­πι­δει­κνύει τη δη­μιουρ­γι­κή του φα­ντα­σία στο χώ­ρο του πα­ρά­δο­ξου, παίρ­νει τη σκυ­τά­λη α­πό τον Έντγκαρ Άλλαιν Πόε. Σαν συ­νη­γο­ρία της φα­ντα­στι­κής τους σκυ­τα­λο­δρο­μίας, θα μπο­ρού­σαν να λη­φθούν τα δια­δο­χι­κά έ­τη, κα­τά τα ο­ποία α­πε­βίω­σε ο πρώ­τος και γεν­νή­θη­κε ο δεύ­τε­ρος, το 1849 και το 1850, α­ντί­στοι­χα. Τη συγ­γρα­φι­κή τους συγ­γέ­νεια ε­δραιώ­νουν πε­ραι­τέ­ρω τα δύο αλ­λη­γο­ρι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που ο Στή­βεν­σον έ­γρα­ψε με­τά «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», «Η πα­ρά­ξε­νη υ­πό­θε­ση του Δρος Τζέ­κυλ και Κου Χάϋντ» και το λι­γό­τε­ρο γνω­στό, «Ο άρ­χο­ντας του Μπάλ­λα­ντρε». Με θέ­μα την ε­πι­κρά­τεια του Κα­λού, α­ντα­γω­νι­στι­κής προς ε­κεί­νη του Κα­κού, συ­νι­στούν πρώ­τες εκ­φάν­σεις εν­νοιών της ψυ­χα­νά­λυ­σης, ό­πως το δι­χα­σμέ­νο Εγώ και η δια­πά­λη Υπε­ρε­γώ και Ασυ­νει­δή­του. Προ­δρο­μι­κές συλ­λή­ψεις, α­φού η ψυ­χα­νά­λυ­ση α­να­δύε­ται με την έκ­δο­ση του δο­κι­μίου του Φρόϋντ «Με­λέ­τες για την Υστε­ρία», που εκ­δό­θη­κε το 1895, έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­το του Στή­βεν­σον.
Σαν συ­μπλή­ρω­μα του μο­ντέρ­νου συγ­γρα­φέα Στή­βεν­σον, υ­πάρ­χει μια λι­γό­τε­ρο γνω­στή στα κα­θ’ η­μάς πτυ­χή του, ε­κεί­νη του αρ­θρο­γρά­φου και δο­κι­μιο­γρά­φου, με τις συ­χνά ρη­ξι­κέ­λευ­θες για την ε­πο­χή του ι­δέες. Να θυ­μί­σου­με ό­τι στη σει­ρά «Στις πη­γές της γνώ­σης» των εκ­δό­σεων PRINTA, την ο­ποία κα­ταρ­τί­ζει ο Εμμα­νουήλ Καρ­τά­κης, εκ­δό­θη­κε το 2005, το «Πε­ρί της η­θι­κής του συγ­γρα­φι­κού ε­παγ­γέλ­μα­τος», και μα­ζί, στη μι­κρό­σχη­μη σει­ρά του μη­τρι­κού εκ­δο­τι­κού οί­κου «ΡΟ­ΕΣ», το «Για τον έ­ρω­τα και το γά­μο». Ορι­σμέ­νες α­πό τις α­πό­ψεις του α­πο­κτούν στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία ι­διαί­τε­ρη ε­πι­και­ρό­τη­τα. Ο θε­τός γιος του, παι­δί της α­με­ρι­κα­νί­δας συ­ζύ­γου του α­πό τον πρώ­το της γά­μο, Λόϋντ Όσμπορν, στην ει­σα­γω­γή του σε μια με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση ο­ρι­σμέ­νων ε­ξαί­ρε­των ι­στο­ριών, που δι­καίως τιτ­λο­φο­ρή­θη­καν «Νέες χί­λιες και μία νύ­χτες» και εκ­δό­θη­καν σε δύο τό­μους το 1882 και 1884, γρά­φει:
“Ο Στή­βεν­σον μι­σού­σε τον υ­λι­σμό. Θεω­ρού­σε ό­τι ή­ταν ο με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος κι η κα­τά­ρα του πο­λι­τι­σμού μας –αυ­τός ο ά­νε­τος κα­λο­θρεμ­μέ­νος αυ­τά­ρε­σκος υ­λι­σμός ε­να­ντίον του ο­ποίου πά­ντο­τε ε­ξα­πέ­λυε ύ­βρεις. Κα­νέ­νας σο­σια­λι­στής δεν χρη­σι­μο­ποίη­σε τη λέ­ξη μπουρ­ζουα­ζία με πε­ρισ­σό­τε­ρη πε­ρι­φρό­νη­ση α­πό αυ­τόν. Πί­στευε πως τό­σο οι κα­τώ­τε­ρες ό­σο και οι α­νώ­τε­ρες τά­ξεις μπο­ρού­σαν να εν­θου­σιά­ζο­νται ε­ξί­σου με τα υ­ψη­λά ι­δα­νι­κά, αλ­λά πως η μά­ζα της με­σαίας τά­ξης ή­ταν σχε­δόν α­νέλ­πι­δα α­ντα­γω­νι­στι­κή προς την αν­θρώ­πι­νη πρόο­δο. Η α­λό­γι­στη αυ­τα­ρέ­σκειά της, η εκ­με­τάλ­λευ­ση του α­βοή­θη­του, η υ­πο­κρι­τι­κή της η­θι­κο­λο­γία, η κα­τα­πίε­ση των γυ­ναι­κών, η α­νε­λεύ­θε­ρη στά­ση προς την τέ­χνη και τη λο­γο­τε­χνία, ό­λα αυ­τά α­πο­τε­λού­σαν γι’ αυ­τόν μια σει­ρά α­συγ­χώ­ρη­των προ­σβο­λών...” Για πε­ρισ­σό­τε­ρα στην ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση των δύο τό­μων (το 1985 ο πρώ­τος, σε με­τά­φρα­ση Τά­σου Δε­νέ­γρη, δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα ο δεύ­τε­ρος, σε με­τά­φρα­ση Παλ­μύ­ρας Ισμυ­ρί­δου, α­πό τις εκ­δό­σεις Α­ΓΡΑ).
Πι­θα­νώς, αυ­τές οι ι­δέες του Στή­βεν­σον, μα­ζί με το ρο­μα­ντι­σμό του να είλ­κυ­σαν τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού, ω­θώ­ντας τον να α­φιε­ρώ­σει στον «Ρό­μπερτ Λούις Στή­βεν­σον και το Εδιμ­βούρ­γο του» το τρί­το τεύ­χος του τρέ­χο­ντος έ­τους. Όπου, στο πρώ­το, συ­μπτω­μα­τι­κά ή μη, υ­πάρ­χει α­φιέ­ρω­μα στον Πόε. Το εν­διά­με­σο –δι­πλό τεύ­χος– μοι­ρά­ζε­ται σε δύο γη­γε­νείς τε­θνεώ­τες. “Στον Παύ­λο Σι­δη­ρό­που­λο – 21 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του” και στον Δη­μή­τρη Λα­λέ­τα– έ­ξι μή­νες α­πό το θά­να­τό του. Παί­ζο­ντας με τις η­με­ρο­λο­για­κές συ­μπτώ­σεις, θυ­μί­ζου­με τους πρόω­ρους θα­νά­τους των τεσ­σά­ρων τι­μώ­με­νων α­πό το πε­ριο­δι­κό κα­τά το 2011. Σα­ρά­ντα ε­πτά ε­τών ή­ταν ο Λα­λέ­τας, σα­ρά­ντα τεσ­σά­ρων ο Σι­δη­ρό­που­λος, ε­νώ, ού­τε οι δύο με­γά­λοι της λο­γο­τε­χνίας εί­χαν συ­μπλη­ρώ­σει την πέ­μπτη δε­κα­ε­τία του βίου τους– σα­ρά­ντα ο Πόε, σα­ρά­ντα τεσ­σά­ρων ο Στή­βεν­σον.
Άρα­γε πρό­κει­ται για το πρώ­το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού στον Στή­βεν­σο­ν; Δυ­στυ­χώς, η μνή­μη μας δεν βο­η­θά­ει και οι βι­βλιο­γρα­φή­σεις δεν α­πα­σχο­λούν τους νεό­τε­ρους. Κι ό­μως, έ­να πε­ριο­δι­κό με 31ε­τή συ­νε­χή πα­ρου­σία δι­καιού­ται, αν δεν ε­πι­βάλ­λε­ται να έ­χει, τη βι­βλιο­γρα­φία του. Ήταν το μα­κρι­νό 1981, που έ­μελ­λε να ταυ­τι­στεί με την ά­νο­δο στην ε­ξου­σία του ΠΑ­ΣΟΚ με­τά τη συ­ντρι­πτι­κή νί­κη του στις ε­κλο­γές της 18ης Οκτω­βρίου, ό­που ε­ξα­σφά­λι­σε το 48% των ψή­φων και 172 έ­δρες σε μια τρί­χρω­μη Βου­λή. Εί­χε προ­η­γη­θεί, την 1η Ια­νουα­ρίου 1981, η έ­ντα­ξη της χώ­ρας στην Ευ­ρω­παϊκή Ένω­ση. Εκεί­νο τον Ια­νουά­ριο εμ­φα­νί­στη­καν δύο λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, που α­πο­δείχ­θη­καν σθε­να­ρό­τε­ρα κομ­μά­των και θε­σμών. Το «Οδός Πα­νός» και «Η Λέ­ξη». Εί­ναι δυο α­πό τα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά α­θη­ναϊκά πε­ριο­δι­κά, που κυ­κλο­φο­ρούν μέ­χρι σή­με­ρα. Ένα τρί­το εί­ναι «Το Δέ­ντρο», που εί­χε προ­η­γη­θεί κα­τά μία τριε­τία. Από μιας αρ­χής, το «Οδός Πα­νός» στά­θη­κε έρ­γο του Γιώρ­γου Χρο­νά, του ο­ποίου η αι­σθη­τι­κή κα­θο­ρί­ζει τη φυ­σιο­γνω­μία του πε­ριο­δι­κού. Ενώ, «Η Λέ­ξη» της διαρ­χίας Θα­νά­ση Νιάρ­χου- Αντώ­νη Φω­στιέ­ρη. «Το Δέ­ντρο» πα­ρου­σία­σε την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα να ξε­κι­νή­σει το πρώ­το τεύ­χος, Μάρ­τιο 1978, με έ­ναν εκ­δό­τη, τον Κώ­στα Μαυ­ρου­δή, να προ­στε­θεί στο ε­πό­με­νο δεύ­τε­ρος, ο Μι­χά­λης Γκα­νάς, και στο με­θε­πό­με­νο, τρί­τος, ο Γιάν­νης Πα­τί­λης, αλ­λά, α­πό το φθι­νο­πω­ρι­νό, να ε­πα­νέλ­θει η αρ­χι­κή μο­ναρ­χία, η ο­ποία και κρά­τη­σε μέ­χρι και το 1982, για να προ­κύ­ψει και σε αυ­τό, διαρ­χία εκ­δο­τών. Ένα τέ­ταρ­το εί­ναι το «Πλα­νό­διον», που ξε­κί­νη­σε το 1986 ο Πα­τί­λης, αυ­τή τη φο­ρά, μό­νος του. Απα­ξά­πα­ντες εί­ναι ποιη­τές της γε­νιάς του ’70. Ένας έ­κτος, α­πό την ί­δια ποιη­τι­κή οι­κο­γέ­νεια, εί­ναι ο Κώ­στας Πα­πα­γεωρ­γίου, που ξε­κί­νη­σε το 1982 το «Γράμ­μα­τα και Τέ­χνες», το ο­ποίο, ό­μως, έ­κλει­σε τον κύ­κλο του το 1998. Μάλ­λον δεν έ­χει δο­θεί η α­νά­λο­γη προ­σο­χή σε αυ­τό το ση­μα­ντι­κό πά­ρερ­γο των ποιη­τών της γε­νιάς της αμ­φι­σβή­τη­σης, στο ο­ποίο διο­χέ­τευ­σαν έ­να μέ­ρος της αμ­φι­σβη­τη­τι­κής τους διά­θε­σης.
Η α­πο­ρία, πά­ντως, σχε­τι­κά με την τύ­χη του Στή­βεν­σον στον ελ­λη­νι­κό πε­ριο­δι­κό Τύ­πο πα­ρα­μέ­νει. Σύμ­φω­να με τη μο­να­δι­κή βι­βλιο­γρα­φία για “τεύ­χη –α­φιε­ρώ­μα­τα” πε­ριο­δι­κών της Μάρ­θας Καρ­πό­ζη­λου, δεν υ­πάρ­χει ού­τε έ­να α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος κα­τά τη μα­κριά πε­ρίο­δο 1879-1997. Δη­μο­σιεύο­νται μό­νο σκόρ­πια διη­γή­μα­τά του. Ωστό­σο, τα δη­μο­σιευ­μέ­να διη­γή­μα­τά του, α­πό τις αρ­χές του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να μέ­χρι τις πα­ρα­μο­νές του Β΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου, με­τριού­νται στα δά­χτυ­λα του ε­νός χε­ριού, με το πρώ­το, μό­λις στα τέ­λη της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας. Ωστό­σο, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, σε έ­να πε­ριο­δι­κό, ο Στή­βεν­σον έ­χει την τι­μη­τι­κή του. Πρό­κει­ται για το μη­νιαίο, «Φι­λι­κή Εται­ρία», που κυ­κλο­φό­ρη­σε κα­τά το πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1925, χω­ρίς ό­νο­μα εκ­δό­τη, με α­να­φο­ρά μό­νο του ε­πι­με­λη­τή. Εί­ναι ο Φώ­της Κό­ντο­γλου και κα­τ’ ου­σία συ­νι­στά την ψυ­χή του πε­ριο­δι­κού. Σε αυ­τό δη­μο­σίευ­σε σε πέ­ντε συ­νέ­χειες (το τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού εί­ναι δι­πλό) τη με­τά­φρα­ση μέ­ρους α­πό «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών». Πρό­κει­ται για τα 12 πρώ­τα κε­φά­λαια και την αρ­χή του ε­πό­με­νου (η λά­θος α­ρίθ­μη­ση του δεύ­τε­ρου, που α­να­γρά­φε­ται ως τρί­το, συ­νε­χί­στη­κε και στα ε­πό­με­να, με α­πο­τέ­λε­σμα το η­μι­τε­λές να φέ­ρε­ται ως το δέ­κα­το τέ­ταρ­το). Το γε­γο­νός ό­τι δια­κό­πτε­ται η με­τά­φρα­ση στη μέ­ση κε­φα­λαίου, με την έν­δει­ξη “Έχει συ­νέ­χεια”, δεί­χνει ό­τι η δια­κο­πή έκ­δο­σης του πε­ριο­δι­κού α­πο­φα­σί­στη­κε ξαφ­νι­κά. Ο Αϊβα­λιώ­της Κό­ντο­γλου, γεν­νη­μέ­νος έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­το του Στή­βεν­σον, νιώ­θει στον φα­ντα­στι­κό κό­σμο του Στή­βεν­σον σαν στο σπί­τι του. Ζω­γρά­φος, ε­πω­μι­σμέ­νος με την ει­κο­νο­γρά­φη­ση του τεύ­χους, κο­σμεί με δι­κά του σχέ­δια τη με­τά­φρα­ση. Σε βι­βλίο η με­τά­φρα­ση εκ­δό­θη­κε το 1942 και πι­θα­νο­λο­γεί­ται α­πό την Φρ. Αμπατ­ζο­πού­λου, που γρά­φει το ε­πί­με­τρο της ε­πα­νέκ­δο­σης του 1988, ό­τι έ­γι­νε α­πό την πρώ­τη γαλ­λι­κή με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.
Μέ­νει η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο εί­ναι η πρώ­τη με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι, μέ­σα στον 19ο αιώ­να, με­τα­φρά­στη­κε μό­νο έ­να βι­βλίο του Στή­βεν­σον και αυ­τό δεν εί­ναι «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», αλ­λά «Η πα­ρά­ξε­νη υ­πό­θε­ση του Δρος Τζέ­κυλ και Κου Χάϋντ», το 1893. Εί­χε προ­η­γη­θεί η δη­μο­σίευ­ση ε­νός διη­γή­μα­τός του. Αν δεν πρό­κει­ται για το πρώ­το, σί­γου­ρα εί­ναι α­νά­με­σα στα πρώ­τα. Τέ­λος, να θυ­μί­σου­με ό­τι ο Στή­βεν­σον, ε­κτός α­πό μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και δο­κι­μιο­γρά­φος, ή­ταν και ποιη­τής. Δυο ποιή­μα­τά του προ­τί­μη­σε να με­τα­φρά­σει έ­να κα­θό­λου τυ­χαίο πρό­σω­πο της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ο Τέλ­λος Άγρας, προς το τέ­λος του Με­σο­πο­λέ­μου.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Ο κουρ­σά­ρος Φλί­ντ, πρω­τα­γω­νι­στι­κό πρό­σω­πο στο «Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», ό­πως τον α­πέ­δω­σε ως φυ­σιο­γνω­μία ο Φώ­της Κό­ντο­γλου, ει­κο­νο­γρα­φώ­ντας τη με­τά­φρα­ση του ο­μό­τιτ­λου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που μέ­ρος της δη­μο­σίευ­σε σε συ­νέ­χειες στο βρα­χύ­βιο πε­ριο­δι­κό «Φι­λι­κή Εται­ρία». Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι αυ­τό το σχέ­διο α­που­σιά­ζει α­πό την αυ­το­τε­λή με­τά έκ­δο­ση της με­τά­φρα­σης α­πό τον Ι. Ζα­χα­ρό­που­λο. Πρό­κει­ται για εξ­πρε­σιο­νι­στι­κών τό­νων σχέ­διο με με­λά­νι. Μα­ζί με άλ­λα σχέ­δια της ί­διας πε­ριό­δου, ο­ριο­θε­τεί τη στρο­φή του εν­δια­φέ­ρο­ντος του Κό­ντο­γλου α­πό την ει­κο­νο­γρά­φη­ση βι­βλίων α­πο­κλει­στι­κά στη ζω­γρα­φι­κή.


ΣΤΡΑΤΕΜΜΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ

Ρ. Λ. Στήβενσον

Κάτω στο δρόμο, ως πέρα φέγγουν τα φανάρια,
κάθε περπατησιά, στη γειτονιά, σβησμένη,
το γαλανό σκοτάδι αγάλια κατεβαίνει
στους κήπους, στα κρεμάμενα χλωρά κλωνάρια

Στης παραστιάς την κώχη, η φλόγα καταπέφτει,
και τώρα η κόκκινη φωτιά βάφει το δώμα·
ως το ταβάνι πάει, που αντιχτυπά τη ζέστη,
και στων βιβλίων τις ράχες σά να παίζη ακόμα.

Πύργοι, καμπαναριά, ιδές! Στρατός που πηγαίνει,
τόποι που πυρκαγιά τους καίει, και χώρες στάχτη…
Κ’ έπειτα (ως που να ιδή το μάτι μας, που αστράφτει)
σκοτεινιάζει ο στρατός – η αναλαμπή πεθαίνει.

Μα νά την, η λαμπρή σπίθα ξανά γυρίζει,
της πολιτείας το φάντασμα και πάλι αναύει.
Ξαναπαίρνει φωτιά εκεί κάτω, το λαγκάδι
και το στράτεμμα ξαναπροβοδίζει.

–Στάχτες άφτερες, πήτε μου την αλήθεια:
τι παρασταίνει αυτός ο τόπος; τίνος μοιάζει;
και κατά πού ο στρατός πορεύεται έτσι πλήθεια
και ακέρια μέσα στο καμίνι σας βουλιάζει;

Μετάφραση Τέλλου Άγρα


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/11/2011.

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Βραβεία Λογοτεχνίας

Αρκε­τά α­σχο­λη­θή­κα­με με τα λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία της αλ­λο­δα­πής. Κα­λό το Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνίας. Πρα­κτι­κοί οι Σουη­δοί, σε και­ρούς δύ­σκο­λους, βρά­βευ­σαν έ­ναν δι­κό τους άν­θρω­πο. Τον ποιη­τή Τού­μας Τραν­στρέ­μερ. Εί­ναι ο έ­βδο­μος σουη­δός νο­μπε­λί­στας, 102 χρό­νια με­τά την πρώ­τη σουη­δή βρα­βευ­μέ­νη Σά­ρα Λά­γκερ­λεφ. Κα­λό και το Μπού­κε­ρ, που δό­θη­κε, τε­λι­κά, στον Τζού­λιαν Μπάρ­νς. Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με ό­τι πρό­κει­ται για έ­να μί­νι μυ­θι­στό­ρη­μα μό­λις 150 σε­λί­δων. Κα­λύ­τε­ρο, ό­μως, δεί­χνει το α­ντι-Μπού­κε­ρ, που μό­λις θε­σπί­στη­κε και το ο­ποίο βά­πτι­σαν Βρα­βείο Λο­γο­τε­χνίας. Εί­ναι, ό­μως, και­ρός να α­σχο­λη­θού­με και με τα του οί­κου μας. Εδώ, ό­λα μπο­ρεί να βαί­νουν κα­τά κρη­μνών, πλην των ε­φε­τι­νών κρα­τι­κών βρα­βείων. Τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία 2011, που θα κρί­νουν τις περ­σι­νές εκ­δό­σεις, θα τα διέ­πει η και­νούρ­για νο­μο­θε­σία. Ο Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού και Του­ρι­σμού Παύ­λος Γε­ρου­λά­νος πραγ­μα­το­ποίη­σε τη δέ­σμευ­σή του να εκ­συγ­χρο­νί­σει το θε­σμό των Κρα­τι­κών Βρα­βείων. Στα τέ­λη του 2010, ο νέ­ος νό­μος κα­ταρ­τί­στη­κε και υ­περ­ψη­φί­στη­κε α­πό τα κόμ­μα­τα της κε­ντρο­δε­ξιάς και της κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς. Βε­βαίως, ο ευαγ­γε­λι­ζό­με­νος εκ­συγ­χρο­νι­σμός θα προ­κύ­ψει εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, δε­δο­μέ­νου ό­τι στα κα­θ’ η­μάς οι δια­κη­ρύ­ξεις πε­ρισ­σεύουν. Ο Νό­μος α­να­μέ­νε­ται δια της ε­φαρ­μο­γής του να α­πο­κα­τα­στή­σει το κύ­ρος των Κρα­τι­κών Βρα­βείων. Ανε­ξάρ­τη­τα αν οι Κασ­σάν­δρες του χώ­ρου του βι­βλίου θεω­ρούν το κύ­ρος τους χα­μέ­νη υ­πό­θε­ση. Όπως και να έ­χει, για ό­σους, μέ­σα στη λαί­λα­πα των κα­κου­χιών, έ­χουν λη­σμο­νή­σει τις σχε­τι­κές νο­μο­θε­τι­κές αλ­λα­γές, α­ντι­γρά­φου­με ο­ρι­σμέ­νες α­πό τις νέες δια­τά­ξεις α­πό την α­να­κοί­νω­ση του ΥΠ.ΠΟΤ., με η­με­ρο­μη­νία 12/1/2011.
Αυ­τές έ­χουν κα­τά λέ­ξη ως ε­ξής:
«1. Θέ­σπι­ση νέων Βρα­βείων
Το Βρα­βείο Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, που θα α­πο­νέ­με­ται σε νέ­ους δη­μιουρ­γούς μέ­χρι 35 ε­τών. Η θέ­σπι­ση του εν λό­γω Βρα­βείου έρ­χε­ται να προ­στε­θεί στη δέ­σμη μέ­τρων που προω­θεί το ΥΠ.ΠΟ.Τ. για τη στή­ρι­ξη της νέ­ας δη­μιουρ­γίας στον χώ­ρο του βι­βλίου μέ­σω του Προ­γράμ­μα­τος Δρά­σης του Ε.ΚΕ.ΒΙ. (κα­θιέ­ρω­ση υ­πο­τρο­φιών για νέ­ους συγ­γρα­φείς, διορ­γά­νω­ση Φε­στι­βάλ Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων και Νέων Συγ­γρα­φέων, α­ξιο­ποίη­ση ε­νός «βή­μα­τος ι­δεών» στο ι­στο­λό­γιο του Ε.ΚΕ.ΒΙ. για νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς).
Και έ­να Ει­δι­κό Θε­μα­τι­κό Βρα­βείο που θα α­πο­νέ­με­ται σε λο­γο­τε­χνι­κό βι­βλίο το ο­ποίο προά­γει τον διά­λο­γο για ευαί­σθη­το κοι­νω­νι­κό ζή­τη­μα. Στοι­χεία που θα πρέ­πει να λά­βει υ­πό­ψη της η ε­πι­τρο­πή για την α­πο­νο­μή του βρα­βείου αυ­τού εί­ναι η τόλ­μη και η πρω­το­τυ­πία με την ο­ποία ο συγ­γρα­φέ­ας δια­πραγ­μα­τεύε­ται το εν λό­γω ζή­τη­μα κα­θώς και ο βαθ­μός στον ο­ποίο το βι­βλίο του συμ­βάλ­λει στην ευαι­σθη­το­ποίη­ση της κοι­νής γνώ­μης.
2. Αλλα­γές στη δια­δι­κα­σία: ε­νί­σχυ­ση της δια­φά­νειας, του κύ­ρους και του παι­δα­γω­γι­κού ρό­λου των Βρα­βείων, του πλου­ρα­λι­σμού και της α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τας των Επι­τρο­πών βρά­βευ­σης
Για πρώ­τη φο­ρά κα­θο­ρί­ζε­ται χρό­νος έ­ναρ­ξης των ερ­γα­σιών των Επι­τρο­πών (Μάιος), χρό­νος α­να­κοί­νω­σης βρα­χειών λι­στών (Οκτώ­βριος) και χρό­νος α­να­κοί­νω­σης (Νοέμ­βριος) και α­πο­νο­μής των Βρα­βείων (Δε­κέμ­βριος). Πα­ράλ­λη­λα με την α­να­κοί­νω­ση των βρα­χειών λι­στών κα­θιε­ρώ­νε­ται η υ­πο­χρέω­ση δη­μο­σίευ­σης αι­τιο­λο­γη­μέ­νης έκ­θε­σης η ο­ποία α­ξιο­λο­γεί τη στάθ­μη και τις τά­σεις της ε­τή­σιας λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρα­γω­γής. Επι­πλέ­ον, λαμ­βά­νε­ται μέ­ρι­μνα ώ­στε με την α­να­κοί­νω­ση των Βρα­βείων να δη­μο­σιεύε­ται το σκε­πτι­κό των αρ­μο­δίων Επι­τρο­πών κα­θώς και η γνώ­μη της μειο­ψη­φίας. Έτσι, α­φε­νός δί­νε­ται έμ­φα­ση στον παι­δα­γω­γι­κό ρό­λο του θε­σμού των Κρα­τι­κών Λο­γο­τε­χνι­κών Βρα­βείων, κι α­φε­τέ­ρου δια­σφα­λί­ζο­νται οι μέ­γι­στες δυ­να­τές συν­θή­κες δια­φά­νειας και εύ­ρυθ­μης λει­τουρ­γίας των Επι­τρο­πών, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να κα­θί­στα­ται δυ­να­τή η πρό­σβα­ση του πο­λί­τη σε κά­θε φά­ση της δια­δι­κα­σίας βρά­βευ­σης.
Τρο­πο­ποιεί­ται ε­ξάλ­λου η σύν­θε­ση των Επι­τρο­πών ώ­στε να α­πο­δε­σμευ­θούν α­πό α­γκυ­λώ­σεις, να γί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο πλου­ρα­λι­στι­κές και α­νοι­χτές στην κοι­νω­νία και, ι­δίως, τις νέες τά­σεις στον χώ­ρο του βι­βλίου.
3. Άλλες ση­μα­ντι­κές αλ­λα­γές
Δυ­νά­μει της νέ­ας νο­μο­θε­σίας, τα Κρα­τι­κά Λο­γο­τε­χνι­κά Βρα­βεία μπο­ρούν πλέ­ον να α­πο­νέ­μο­νται τό­σο σε Έλλη­νες πνευ­μα­τι­κούς δη­μιουρ­γούς ό­σο και σε δη­μιουρ­γούς που δεν έ­χουν την ελ­λη­νι­κή υ­πη­κοό­τη­τα αλ­λά γρά­φουν στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, συμ­βάλ­λο­ντας έ­τσι στον ε­μπλου­τι­σμό αλ­λά και τη διά­δο­ση της ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας.
Επι­πλέ­ον, το Με­γά­λο Βρα­βείο Λο­γο­τε­χνίας με­το­νο­μά­ζε­ται σε «Με­γά­λο Βρα­βείο Γραμ­μά­των» ώ­στε να εί­ναι δυ­να­τή η α­πο­νο­μή του ε­κτός α­πό λο­γο­τέ­χνες και σε με­τα­φρα­στές για τη συ­νο­λι­κή τους προ­σφο­ρά στα Γράμ­μα­τα.
Επί­σης, για πρώ­τη φο­ρά α­πο­δε­σμεύο­νται οι Επι­τρο­πές α­πό την υ­πο­χρέω­ση να λαμ­βά­νουν υ­πό­ψη τους μό­νο βι­βλία που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στον κα­τά­λο­γο της Εθνι­κής Βι­βλιο­θή­κης. Διευ­ρύ­νε­ται, έ­τσι, η βά­ση των κρι­νό­με­νων βι­βλίων ώ­στε να α­ξιο­λο­γεί­ται, ει δυ­να­τόν, το σύ­νο­λο της λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρα­γω­γής κά­θε έ­τους. Απα­ραί­τη­τες προϋπο­θέ­σεις για να λη­φθεί υ­πό­ψη βι­βλίο το ο­ποίο δεν πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στον κα­τά­λο­γο της Εθνι­κής Βι­βλιο­θή­κης εί­ναι α. αί­τη­ση κά­θε εν­δια­φε­ρό­με­νου (τρί­του ή μέ­λους της Επι­τρο­πής) και β. να προ­κύ­πτει με βε­βαιό­τη­τα η χρο­νο­λο­γία έκ­δο­σής του και να φέ­ρει στο ο­πι­σθό­φυλ­λό του α­ριθ­μό κα­τα­χώ­ρι­σης (ISBN).»
Σύμ­φω­να με αυ­τήν την α­να­κοί­νω­ση, οι βρα­χείες λί­στες θα έ­πρε­πε να εί­χαν ή­δη κοι­νο­ποιη­θεί. Πα­ρά τις δια­κη­ρύ­ξεις και τη δη­μό­σια δέ­σμευ­ση, φαί­νε­ται ό­τι ο φόρ­τος ερ­γα­σίας κρί­θη­κε υ­περ­βο­λι­κός, γι’ αυ­τό και δό­θη­κε πα­ρά­τα­ση δύο μη­νών. Έτσι, τα Βρα­βεία του 2011, για τα βι­βλία του 2010, θα γνω­στο­ποιη­θούν το 2012. Εν ο­λί­γοις, μια α­πό τα ί­δια. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, εί­ναι ό­τι βρα­χείες λί­στες και βρα­βεύ­σεις θα συ­νο­δεύο­νται α­πό αι­τιο­λο­γη­μέ­νη έκ­θε­ση. Βε­βαίως, με τον προ­η­γού­με­νο νό­μο, οι Επι­τρο­πές υ­πο­χρε­ού­ντο να κρα­τούν α­να­λυ­τι­κά πρα­κτι­κά α­νά συ­νε­δρία. Εθι­μι­κά, ό­μως, η ε­φαρ­μο­γή αυ­τού του κα­νο­νι­σμού α­τό­νη­σε. Αντ’ αυ­τού, ε­πι­κρά­τη­σε η συ­νή­θεια έ­κα­στο μέ­λος της Επι­τρο­πής να συ­νο­ψί­ζει εκ των υ­στέ­ρων τι εί­χε προ­φο­ρι­κά υ­πο­στη­ρί­ξει κα­τά τις συ­νε­δρίες και, εκ των ε­νό­ντων, να γί­νε­ται το μα­γεί­ρε­μα των πρα­κτι­κών. Τα πρα­κτι­κά δεν δη­μο­σιο­ποιού­ντο. Μπο­ρού­σαν, ό­μως, οι ά­με­σα εν­δια­φε­ρό­με­νοι, κα­τό­πιν αι­τή­σεως, να πλη­ρο­φο­ρη­θούν τα α­πο­σπά­σμα­τα που τους α­φο­ρού­σαν. Έμπλε­καν, ό­μως, στη χρο­νο­βό­ρα δια­δι­κα­σία του ελ­λη­νι­κού δη­μο­σίου. Πέ­ραν αυ­τού, το εν­δια­φε­ρό­με­νο κοι­νό έ­με­νε χω­ρίς ε­νη­μέ­ρω­ση της ό­λης δια­δι­κα­σίας, με πα­ρε­πό­με­νο να ορ­γιά­ζει η πα­ρα­πλη­ρο­φό­ρη­ση.
Πλην της αι­τιο­λο­γη­μέ­νης έκ­θε­σης, αυ­τή τη φο­ρά, θα έ­χου­με και δυο και­νού­ρια βρα­βεία. Ωστό­σο, εκ­πλήσ­σει η θέρ­μη, που ε­πέ­δει­ξε ο Υπουρ­γός, για την υ­πο­στή­ρι­ξη η­λι­κια­κά νέων συγ­γρα­φέων. Δό­ξα τω Θεώ, δεν πά­σχει η χώ­ρα α­πό την έλ­λει­ψη, του­λά­χι­στον α­ριθ­μη­τι­κή, νε­α­ρών συγ­γρα­φέων. Μάλ­λον μέ­τρα για την α­να­χαί­τι­ση του συρ­μού θα έ­πρε­πε να λη­φθούν. Εκτός κι αν η Κυ­βέρ­νη­ση έ­χει πει­στεί, ό­τι πά­σα άλ­λη πα­ρα­γω­γι­κή α­σχο­λία έ­χει ε­κλεί­ψει. Αλλά και το δεύ­τε­ρο και­νού­ριο βρα­βείο μας πα­ρα­ξε­νεύει, κα­θώς δεί­χνει να στη­ρί­ζε­ται κυ­ρίως σε ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κούς πα­ρά­γο­ντες. Το γε­γο­νός, πά­ντως, ό­τι για την α­πο­νο­μή ο­ποιου­δή­πο­τε βρα­βείου δεν θα α­παι­τεί­ται η ελ­λη­νι­κή υ­πη­κοό­τη­τα συ­νι­στά έ­να λα­μπρό μέ­τρο για την α­να­χαί­τι­ση της μα­ζι­κής ε­ξό­δου α­πό την χώ­ρα των με­τα­να­στών, που πα­ρα­τη­ρεί­ται ε­σχά­τως. Δεν εί­ναι, ω­στό­σο, το ί­διο σί­γου­ρο, ό­τι θα α­πο­βεί ε­π’ ω­φε­λεία του θε­σμού η με­το­νο­μα­σία του Με­γά­λου Βρα­βείου Λο­γο­τε­χνίας. Ιδίως, αν έ­γι­νε, ό­πως διευ­κρι­νί­ζε­ται, για να συ­μπε­ρι­λη­φθούν οι με­τα­φρα­στές. Αν η πα­λαιό­τε­ρη ο­νο­μα­σία α­πέ­κλειε κά­ποιους, αυ­τοί δεν ή­ταν οι με­τα­φρα­στές αλ­λά οι με­λε­τη­τές. Αρκε­τοί εί­ναι οι πρε­σβύ­τες των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των, που δεν τυ­χαί­νουν βρά­βευ­σης στο μέ­τρο της προ­σφο­ράς τους. Όσο για την α­πο­δέ­σμευ­ση των Επι­τρο­πών α­πό τους Κα­τα­λό­γους της Εθνι­κής Βι­βλιο­θή­κης, αυ­τό δεν εί­ναι άλ­λο πα­ρά η πλή­ρης α­πα­ξίω­ση του μο­να­δι­κού αυ­τού κρα­τι­κού θε­σμού, ε­πει­δή α­νέ­κα­θεν ο­ρι­σμέ­νοι σνο­μπ λη­σμο­νούν να κα­τα­θέ­σουν, ό­πως υ­πο­χρε­ού­νται βά­ση του Νό­μου, τα εκ­δο­θέ­ντα βι­βλία.
Εκεί­νη η πα­ρά­γρα­φος του νέ­ου Νό­μου, που μέ­νει μάλ­λον θο­λή, πι­θα­νώς λό­γω της ρη­το­ρι­κής εκ­φο­ράς της, εί­ναι η σχε­τι­κή με την σύν­θε­ση της Επι­τρο­πής. Δό­θη­καν, ω­στό­σο, πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρι­νί­σεις κα­τά την α­να­κοί­νω­ση της σύν­θε­σής της, στις 14/7/2011. Τις α­ντι­γρά­φου­με κι αυ­τές, μή­πως και φω­τι­στού­με:
«Κα­τά τη συ­γκρό­τη­ση των ε­πι­τρο­πών, η ο­ποία γί­νε­ται για πρώ­τη φο­ρά με βά­ση τη νέα νο­μο­θε­σία που διέ­πει τον θε­σμό των Κρα­τι­κών Βρα­βείων (άρ. 40 ν. 3905/2010), δό­θη­κε προ­τε­ραιό­τη­τα στην α­νά­γκη ρι­ζι­κής α­να­νέω­σης της σύν­θε­σης των ε­πι­τρο­πών, στην α­νά­γκη να εκ­προ­σω­πού­νται σε αυ­τές ό­σο το δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρες γε­νιές και «σχο­λές» κρι­τι­κών λο­γο­τε­χνίας, πα­νε­πι­στη­μια­κών, συγ­γρα­φέων, με­τα­φρα­στών και ει­κο­νο­γρά­φων, κα­θώς και την α­νά­γκη να προ­αχ­θεί η δια­φά­νεια, η α­ξιο­κρα­τία και η ε­ξω­στρέ­φεια του θε­σμού.
Υπεν­θυ­μί­ζε­ται ό­τι κά­θε ε­πι­τρο­πή α­πο­τε­λεί­ται α­πό εν­νέα μέ­λη τα ο­ποία διο­ρί­ζο­νται με διε­τή θη­τεία.
Η σύν­θε­ση των νέων ε­πι­τρο­πών έ­χει ως ε­ξής:
Επι­τρο­πή για τα Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας, το Με­γά­λο Βρα­βείο Γραμ­μά­των και το Βρα­βείο Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου Συγ­γρα­φέα, το Ει­δι­κό Θε­μα­τι­κό Βρα­βείο και τα Βρα­βεία Δο­κι­μίου-Μαρ­τυ­ρίας.
Πρό­ε­δρος: Νί­κος Δαβ­βέ­τας, Κρι­τι­κός Λο­γο­τε­χνίας, Συγ­γρα­φέ­ας/ Αντι­πρό­ε­δρος: Λί­ζυ Τσι­ρι­μώ­κου, Κα­θη­γή­τρια Αρι­στο­τε­λείου Πα­νε­πι­στη­μίου Θεσ­σα­λο­νί­κης/ Μέ­λη: Χρή­στος Αστε­ρίου, Συγ­γρα­φέ­ας/ Άννα Κα­ρα­κα­τσού­λη, Επί­κου­ρη Κα­θη­γή­τρια Εθνι­κού και Κα­πο­δι­στρια­κού Πα­νε­πι­στη­μίου Αθη­νώ­ν/ Δη­μή­τρης Καρ­γιώ­της, Επί­κου­ρος Κα­θη­γη­τής Πα­νε­πι­στη­μίου Ιωαν­νί­νω­ν/ Τί­να Μαν­δη­λα­ρά, Κρι­τι­κός Λο­γο­τε­χνίας/ Δη­μή­τρης Μίγ­γας, Συγ­γρα­φέ­ας/ Λί­να Πα­ντα­λέων, Κρι­τι­κός Λο­γο­τε­χνίας /Ανδρέ­ας Μή­τσου, Συγ­γρα­φέ­ας.»
Κα­τ’ αρ­χήν, τα πε­ρί ρι­ζι­κής α­να­νέω­σης της Επι­τρο­πής δεν κα­θί­στα­νται προ­φα­νή α­πό τη συ­γκε­κρι­μέ­νη σύν­θε­ση. Εννε­α­με­λής ή­ταν στο πα­ρελ­θόν η Επι­τρο­πή και εν­νε­α­με­λής πα­ρα­μέ­νει. Ο προ­η­γού­με­νος Νό­μος πρό­βλε­πε τρι­με­λή εκ­προ­σώ­πη­ση α­πό τους χώ­ρους της κρι­τι­κής, της λο­γο­τε­χνίας και τον πα­νε­πι­στη­μια­κό α­ντί­στοι­χα. Κα­θώς υ­πάρ­χούν πά­ντα μέ­λη με πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας ι­διό­τη­τες, λαμ­βα­νό­ταν υ­πό­ψη η ελ­λεί­που­σα ι­διό­τη­τα, ώ­στε να ε­ξι­σορ­ρο­πεί­ται η προ­βλε­πό­με­νη εκ­προ­σώ­πη­ση. Πα­ρά την ε­λα­στι­κό­τη­τα του νέ­ου Νό­μου ως προς αυ­τό το ση­μείο, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι υ­πήρ­ξε φρο­ντί­δα για τρι­με­λή εκ­προ­σώ­πη­ση. Και σε αυ­τήν την Επι­τρο­πή υ­πάρ­χουν τρεις κρι­τι­κοί λο­γο­τε­χνίας, τρεις συγ­γρα­φείς και τρεις πα­νε­πι­στη­μια­κοί, κα­θώς ο Πρό­ε­δρος δη­λώ­νει δι­πλή ι­διό­τη­τα, προ­τάσ­σο­ντας ε­κεί­νη του κρι­τι­κού. Άλλω­στε, τι κύ­ρος θα εί­χε έ­νας πρό­ε­δρος έ­χο­ντας μό­νο την ι­διό­τη­τα του συγ­γρα­φέα.
Όσο α­φο­ρά την πλή­θυν­ση των γε­νιών, δεν φαί­νε­ται να έ­γι­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρες. Απλώς με­τα­κι­νή­θη­κε το η­λι­κια­κό φά­σμα προς μι­κρό­τε­ρες η­λι­κίες, α­πο­κλείο­ντας τη δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά και τη γε­νιά του ’70. Ως ου­σια­στι­κή δια­φο­ρο­ποίη­ση θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί η ε­πι­λο­γή του προέ­δρου. Πρό­κει­ται για τον σχε­τι­κά νεό­τε­ρο πρό­ε­δρο των τε­λευ­ταίων ε­τών, ο ο­ποίος, για πρώ­τη φο­ρά, δεν εί­ναι πα­νε­πι­στη­μια­κός. Η αρ­χή του πα­νε­πι­στη­μια­κού προέ­δρου ε­φαρ­μο­ζό­ταν α­πα­ρέ­γκλι­τα. Ακό­μη κι ό­ταν μέ­λος της Επι­τρο­πής ή­ταν ο Αλέξ. Αργυ­ρίου, τον ο­ποίο ο χώ­ρος του βι­βλίου θεω­ρού­σε πρύ­τα­νη της λο­γο­τε­χνι­κής κρι­τι­κής. Ωστό­σο, ό­ποιος γνω­ρί­ζει την ι­στο­ρία των Κρα­τι­κών Βρα­βείων, θα πρέ­πει να θυ­μά­ται, ό­τι ο πρώ­τος Πρό­ε­δρος, ο κα­θη­γη­τής με­σαιω­νι­κής και νε­ο­ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας Γεώρ­γιος Ζώ­ρας, ή­ταν, το 1958 που προή­δρευε, κα­τά έ­να χρό­νο νεό­τε­ρος του νυν προέ­δρου. Ενώ, ο Άλκης Θρύ­λος, α­πλό μέ­λος ε­κεί­νης της πρώ­της Επι­τρο­πής, εί­χε πα­τή­σει τα ε­ξή­ντα δύο.
Το θέ­μα, ό­μως, δεν εί­ναι η η­λι­κία, αλ­λά το ε­κτό­πι­σμα των με­λών, το γε­νι­κό­τε­ρο και το ει­δι­κό­τε­ρο στο χώ­ρο του βι­βλίου. Όσο για την τε­λευ­ταία ε­ξαγ­γε­λία πε­ρί εκ­προ­σώ­πη­σης πε­ρισ­σό­τε­ρων σχο­λών κρι­τι­κών λο­γο­τε­χνίας, πα­νε­πι­στη­μια­κών και συγ­γρα­φέων, εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο να δια­πι­στω­θεί κα­τά πό­σο ευο­δώ­θη­κε. Για τις σχο­λές κρι­τι­κής, οι τρεις της Επι­τρο­πής, που α­σχο­λού­νται συ­στη­μα­τι­κά με τη βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, δη­λα­δή η α­ντι­πρό­ε­δρος και οι δυο νεό­τε­ρες κρι­τι­κοί, προ­σώ­ρας, μό­νο της πρώ­της το στίγ­μα εί­ναι σα­φές. Για τις σχο­λές πα­νε­πι­στη­μια­κών, πρό­κει­ται για δυο νεό­τα­τα μέ­λη της κοι­νό­τη­τας, με πε­ριο­ρι­σμέ­νο και σε ει­δι­κή πε­ριο­χή έρ­γο. Μέ­νουν οι σχο­λές συγ­γρα­φέων. Όσο μπο­ρού­με να κρί­νου­με, με βά­ση το πε­ζο­γρα­φι­κό τους έρ­γο, θα τους το­πο­θε­τού­σα­με στην ί­δια σχο­λή.
Απο­μέ­νει το ευ­χο­λό­γιο του Υπουρ­γού και των συμ­βού­λων του, κα­τά την κα­τάρ­τι­ση του Νό­μου, να προ­αχ­θεί, με την ι­σχύου­σα πλέ­ον νο­μο­θε­σία, η δια­φά­νεια, η α­ξιο­κρα­τία και η ε­ξω­στρέ­φεια του θε­σμού. Γε­νι­κώς, ό­ταν κά­τι βρί­σκε­ται πλη­σίον του μη­δε­νός, εύ­κο­λα προά­γε­ται και α­κό­μη ευ­κο­λό­τε­ρα ε­ξαγ­γέλ­λε­ται ό­τι θα προ­αχ­θεί. Ωστό­σο, δο­μι­κό στοι­χείο ε­δώ εί­ναι οι νοο­τρο­πίες, οι ο­ποίες, ό­πως α­πο­δει­κνύε­ται, δεν α­πο­τε­λούν συ­νάρ­τη­ση ού­τε της η­λι­κίας ού­τε της ε­πο­χής. Εί­θε, για μια πρώ­τη φο­ρά, κα­τά την κρί­ση, να λη­φθούν υ­πό­ψη μό­νο τα προς βρά­βευ­ση βι­βλία. Ού­τε η φυ­σι­κή, κοι­νω­νι­κή, ε­παγ­γελ­μα­τι­κή υ­πό­στα­ση του συγ­γρα­φέα ού­τε, ε­πί­σης, η μαυ­λι­στι­κή ή εκ­φο­βι­στι­κή στά­ση των εκ­δο­τών και των συμ­βού­λων τους, ού­τε, τέ­λος, ο κύ­κλος φί­λων και γνω­στών ε­κά­στου κρι­τή, που α­να­θερ­μαί­νουν σχέ­σεις και συ­σφίγ­γουν δε­σμούς με τον κα­τέ­χο­ντα αυ­τήν την ε­ξου­σία, πρέ­πει να λαμ­βά­νο­νται υ­πό­ψη. Όλα αυ­τά, ό­μως, θα σχο­λια­στούν στην ώ­ρα τους.
Αν, πά­ντως, ε­μείς σπεύ­σα­με να σχο­λιά­σου­με τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία, εί­ναι για να γλυ­κά­νου­με τους α­να­γνώ­στες μας. Αντί να μαυ­ρί­ζει η ψυ­χή τους, πε­ρι­μέ­νο­ντας τους κό­λα­φους Άγγλων, Γάλ­λων, Πορ­το­γά­λων, που θα έ­λε­γε και ο κα­ρα­γκιό­ζης, ας προ­σβλέ­πουν στα α­να­βα­πτι­σμέ­να Κρα­τι­κά Βρα­βεία.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 23/10/2011

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Παπαδιαμαντικοί πνιγμοί ή Κοκκώνες, σαρανταλείτουργα και θαύματα

Την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, με α­φορ­μή το με­λέ­τη­μα της Στέλ­λας Χε­λι­δώ­νη, «Μια εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση κρυμ­μέ­νη στο “Κοι­νω­νι­κόν Μυ­θι­στό­ρη­μα” του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη Η Φό­νισ­σα», δη­μο­σιευ­μέ­νο στο τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Κον­δυ­λο­φό­ρος», εί­χα­με σχο­λιά­σει την τυ­χόν δια­κει­με­νι­κή συγ­γέ­νεια α­νά­με­σα στους κα­τά συρ­ροή πνιγ­μούς, που συμ­βαί­νουν στη «Φό­νισ­σα», με το θαύ­μα της σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό που α­πα­ντά­ται σε ο­ρι­σμέ­νες α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις. Το συ­γκε­κρι­μέ­νο θαύ­μα ε­ντάσ­σε­ται στο συμ­βο­λι­σμό του μυ­στη­ρίου του βα­πτί­σμα­τος, που α­να­φέ­ρε­ται στον κύ­κλο γέν­νη­σης-βά­πτι­σης-α­νά­στα­σης και ταυ­τί­ζε­ται με τις ε­ορ­τές των Θε­ο­φα­νείων και του Πά­σχα. Οπό­τε η “συ­νο­μι­λία” της «Φό­νισ­σας» με τις συ­γκε­κρι­μέ­νες α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις, ό­χι μό­νο α­πο­κα­λύ­πτει στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη το λαν­θά­νον συμ­βο­λι­κό φορ­τίο της βά­πτι­σης, αλ­λά και το κα­τα­τάσ­σει, έ­στω και πλα­γίως, στα ε­ορ­τα­στι­κά του. Εάν, μά­λι­στα, λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι η κυ­ρίως δρά­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ε­ντο­πί­ζε­ται στο διά­στη­μα α­πό την Κυ­ρια­κή των Βαΐων μέ­χρι την Κυ­ρια­κή με­τά του Θω­μά, τό­τε η «Φό­νισ­σα» βρί­σκει τη θέ­ση της στα πα­σχα­λι­νά του. Πα­ρό­τι στο μυ­θι­στό­ρη­μα, σε α­ντί­θε­ση με τα πα­σχα­λι­νά του διη­γή­μα­τα, δεν υ­πάρ­χει κα­μία πε­ρι­γρα­φή πα­σχα­λι­νού ε­ορ­τα­σμού, ού­τε α­να­φο­ρά στο Πά­σχα.
Θυ­μί­ζου­με ό­τι τα πα­σχα­λι­νά διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη εί­ναι έ­ντε­κα τον α­ριθ­μό και έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί στο διά­στη­μα α­πό το Πά­σχα του 1888 μέ­χρι τον Ιού­νιο του 1907. Η «Φό­νισ­σα» δη­μο­σιεύ­τη­κε σε συ­νέ­χειες στο δε­κα­πεν­θή­με­ρο πε­ριο­δι­κό «Πα­να­θή­ναια» το πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1903, ο­πό­τε η δη­μο­σίευ­σή της συ­μπί­πτει με ε­κεί­νη του προ­τε­λευ­ταίου πα­σχα­λι­νού, που εί­ναι το διή­γη­μα «Ο Αλι­βά­νι­στος», δη­μο­σιευ­μέ­νο τον Απρί­λιο του 1903. Όσο α­φο­ρά, ό­μως, τους πνιγ­μούς και το συ­σχε­τι­σμό τους με την βά­πτι­ση, που α­πα­ντώ­νται στη «Φό­νισ­σα», α­πό τα έ­ντε­κα πα­σχα­λι­νά, το μό­νο που στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τα ί­δια θέ­μα­τα και εμ­φα­νί­ζε­ται συγ­γε­νι­κό με το μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι το πρώ­το, δη­μο­σιευ­μέ­νο το Πά­σχα του 1888. Δε­δο­μέ­νου ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης ξε­κί­νη­σε τη διη­γη­μα­το­γρα­φία του με το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο του 1887, «Το χρι­στό­ψω­μο», το πρώ­το πα­σχα­λι­νό τού 1888, «Η τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή», εί­ναι το τρί­το δη­μο­σιευ­μέ­νο διή­γη­μά του και το δεύ­τε­ρο ε­ορ­τα­στι­κό του. Με αυ­τά τα δυο διη­γή­μα­τα ξε­κί­νη­σε να κα­λύ­πτει το ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα για την ε­φη­με­ρί­δα του Δη­μη­τρίου Κο­ρο­μη­λά, «Εφη­με­ρίς», και συ­νέ­χι­σε μέ­χρι το Πά­σχα του 1892, ο­πό­τε και άλ­λα­ξε στέ­γη, ε­γκαι­νιά­ζο­ντας ε­κεί­νο το ί­διο Πά­σχα, τού 1892, τα ε­ορ­τα­στι­κά της ε­φη­με­ρί­δας «Ακρό­πο­λις», τα ο­ποία και συ­νέ­χι­σε με θαυ­μα­στή τα­κτι­κό­τη­τα να δη­μο­σιεύει μέ­χρι τα Χρι­στού­γεν­να του 1896, ε­πα­νερ­χό­με­νος με έ­να τε­λευ­ταίο τα Χρι­στού­γεν­να του 1899.
Πι­θα­νώς και να μα­κρη­γο­ρού­με πε­ρί των ε­ορ­τα­στι­κών διη­γη­μά­των του Πα­πα­δια­μά­ντη. Το κά­νου­με, ό­μως, ε­σκεμ­μέ­να, μή­πως α­να­χαι­τί­σου­με, έ­στω και κα­τά το ε­λά­χι­στο, την ε­πι­κρα­τού­σα τά­ση ε­ξα­λεί­ψεώς τους. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα, η ε­φε­τι­νή, λε­γό­με­νη χρη­στι­κή, έκ­δο­ση των Απά­ντων του, ό­που οι “προ­λο­γι­στές” α­πο­φεύ­γουν ό­πως ο διά­βο­λος το λι­βά­νι τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό ε­ορ­τα­στι­κά. Ακό­μη και ε­κεί­νος του έ­κτου τό­μου, στον ο­ποίο συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα δε­κα­ε­πτά πρώ­τα διη­γή­μα­τα, των τεσ­σά­ρων πρώ­των χρό­νων, α­πό τα ο­ποία τα έ­ντε­κα εί­ναι ε­ορ­τα­στι­κά. Στον πρό­λο­γό του σχο­λιά­ζει διά μα­κρών έ­να μη ε­ορ­τα­στι­κό, ε­νώ α­να­φέ­ρει α­κό­μη έ­να ε­πί­σης μη ε­ορ­τα­στι­κό, κα­θώς και δυο, που δη­μο­σιεύο­νται σε άλ­λους τό­μους. Ενώ, ου­δό­λως μνη­μο­νεύει ό­τι ο διη­γη­μα­το­γρά­φος Πα­πα­δια­μά­ντης ξε­κί­νη­σε με ε­ορ­τα­στι­κά.
Όσο α­φο­ρά το πρώ­το πα­σχα­λι­νό του διή­γη­μα, το θεω­ρού­με ση­μα­ντι­κό λό­γω της ό­λως ι­διαί­τε­ρης, σε σχέ­ση με τα άλ­λα πα­σχα­λι­νά, θε­μα­τι­κής του, η ο­ποία α­πέ­κτη­σε ε­πι­πλέ­ον εν­δια­φέ­ρον χά­ρις στη δια­κει­με­νι­κή α­νά­γνω­ση της Χε­λι­δώ­νη για τη «Φό­νισ­σα». Ο τίτ­λος και ο υ­πό­τιτ­λος του διη­γή­μα­τος, “πρω­τό­τυ­πον πα­σχα­λι­νόν διή­γη­μα”, υ­πο­γραμ­μί­ζουν, εκ προοι­μίου, το συ­σχε­τι­σμό σε αυ­τό της βά­πτι­σης με το Πά­σχα. Συ­σχε­τι­σμός, που, στη «Φό­νισ­σα», προ­κύ­πτει πλα­γίως και α­να­δει­κνύε­ται μέ­σω της “συ­νο­μι­λίας” του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος με τις α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις. Στο διή­γη­μα, πά­ντως, ου­δό­λως μνη­μο­νεύε­ται το μυ­στή­ριο του βα­πτί­σμα­τος, μό­νο α­να­φέ­ρο­νται οι βα­πτί­σεις, που έ­χει κά­νει η η­ρωί­δα, η θεια-Σο­φού­λα. Αυ­τή πε­ρι­γρά­φε­ται ως “σε­βα­σμία οι­κο­δέ­σποι­να ε­βδο­μη­κο­ντα­ε­τής”, δη­λα­δή πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κη της Φρα­γκο­γιαν­νούς, η ο­ποία ναι μεν α­να­φέ­ρε­ται ει­σα­γω­γι­κά στη «Φό­νισ­σα» ως “ε­ξη­κο­ντού­τις”, αλ­λά βά­σει των στοι­χείων που δί­νο­νται στη συ­νέ­χεια της α­φή­γη­σης, προ­κύ­πτει να εί­ναι 67 ε­τών. Όπως και να έ­χει, η θεια-Σο­φού­λα, σε α­ντί­θε­ση με την Φρα­γκο­γιαν­νού, δεν θρη­νο­λο­γεί για την ά­δι­κη μοί­ρα των γυ­ναι­κών, κα­θώς πρό­κει­ται για τη σύ­ζυ­γο ε­νός σχε­τι­κά ευ­κα­τά­στα­του κτη­μα­τία. Γε­γο­νός που τεκ­μαί­ρε­ται, ό­χι μό­νο α­πό τις ουκ ο­λί­γες βα­πτί­σεις, αλ­λά και α­πό τις πα­σχα­λι­νές ε­τοι­μα­σίες, τις ο­ποίες έ­κα­νε “κα­τ’ έ­τος την Μ. Πέ­μπτη­ν”. Σύμ­φω­να με το έ­θι­μο, ε­κεί­νη την η­μέ­ρα της Με­γά­λης Εβδο­μά­δος, οι νοι­κο­κυ­ρές συ­νη­θί­ζουν να βά­φουν τα κόκ­κι­να αυ­γά. Η θεια-Σο­φού­λα, ε­πι­προ­σθέ­τως, ζύ­μω­νε την Μ. Πέ­μπτη και ό­χι το Μ. Σάβ­βα­το, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στα σκια­θί­τι­κα έ­θι­μα, τις λα­μπριά­τι­κες κου­λού­ρες για τα βα­φτι­στή­ριά της και μα­ζί, “δια τους εγ­γό­νους και τα δι­σέγ­γο­να”. Τις πε­ρί­φη­μες κοκ­κώ­νες, που πλά­θο­νταν σε σχή­μα παι­διού και εί­χαν για κε­φα­λή το κόκ­κι­νο αυ­γό. Και μά­λι­στα, ε­κτός α­πό τις κοκ­κώ­νες “πα­ρε­σκεύα­ζε δια τας συ­ντέ­κνισ­σας, δια τας α­νε­ψιάς και δι­σε­ξα­δέλ­φας” τις με­γα­λύ­τε­ρες κου­λού­ρες.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, δεν εί­ναι η μο­να­δι­κή φο­ρά, που ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­να­φέ­ρε­ται στις κοκ­κώ­νες και τις λα­μπριά­τι­κες κου­λού­ρες. Επι­βάλ­λε­ται να θυ­μί­σου­με και τα άλ­λα διη­γή­μα­τα, για να μην ε­πι­κρα­τή­σει ο μύ­θος του ξε­νη­στι­κω­μέ­νου και βου­λι­μι­κού Πα­πα­δια­μά­ντη, που πε­ρι­γρά­φει μό­νο γκιου­βέ­τσια και ο­βε­λίες. Στο με­θε­πό­με­νο πα­σχα­λι­νό, το «Παι­δι­κή Πα­σχα­λιά» του 1891, η “προ­κομ­μέ­νη μή­τη­ρ, καί­τοι ά­γου­σα ή­δη τον έ­βδο­μον μή­να της ε­γκυ­μο­σύ­νης της” Με­γά­λη Πέ­μπτη, ζύ­μω­νε μι­κρές κοκ­κώ­νες για τα δυο τέ­κνα της και κου­λού­ρες με­τ’ αυ­γών για τους υ­πό­λοι­πους. Πα­ρα­δό­ξως, σε αυ­τό το διή­γη­μα, στην πρό­σφα­τη χρη­στι­κή έκ­δο­ση των Απά­ντων, οι κοκ­κώ­νες γρά­φο­νται με έ­να κά­πα, σε α­ντί­θε­ση με τα Άπα­ντα Βα­λέ­τα και Σε­φερ­λή. Δεν πρό­κει­ται για α­πλο­ποιη­μέ­νη γρα­φή, κα­θώς α­κο­λου­θού­νται τα μη­τρι­κά Άπα­ντα. Πά­ντως, η ση­με­ρι­νή γρα­φή εί­ναι με ό­μι­κρον και έ­να κά­πα, ό­πως α­πα­ντά­ται η λέ­ξη και στο βι­βλίο του Γεωρ­γίου Ρή­γα για τον λαϊκό πο­λι­τι­σμό της Σκιά­θου. Όπως και να έ­χει, στο εν λό­γω διή­γη­μα, αυ­τή ή­ταν η τε­λευ­ταία φο­ρά, που η μη­τέ­ρα της Μόρ­φως και του Ευαγ­γε­λι­νού ζύ­μω­σε κοκ­κώ­νες, μια και πέ­θα­νε κα­τά τη γέν­να μα­ζί με το βρέ­φος. Σε έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία πα­σχα­λι­νά, το «Χω­ρίς στε­φά­νι» του 1896, η Χρι­στί­να η Δα­σκά­λα, ό­ντας α­στε­φά­νω­τη και ά­κλη­ρη, τη Με­γά­λη Πέ­μπτη ζύ­μω­νε μό­νο κου­λού­ρες “κ’ ε­νέ­πη­γε σταυ­ρο­ει­δώς ε­πά­νω τα κόκ­κι­να αυ­γά”. Άλλες δυο φο­ρές ο Πα­πα­δια­μά­ντης χρη­σι­μο­ποιεί τη λέ­ξη κοκ­κώ­να και μά­λι­στα, την α­νυ­ψώ­νει και στους τίτ­λους. Δεν πρό­κει­ται, ό­μως, για κου­λού­ρες αλ­λά για θη­λυ­κές ο­ντό­τη­τες. Η μια εί­ναι η ό­μορ­φη πο­λί­τισ­σα Κοκ­κώ­να-Αννί­κα στο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο διή­γη­μα «Της Κοκ­κώ­νας το σπί­τι» και η άλ­λη, η θά­λασ­σα στο «Κοκ­κώ­να θά­λασ­σα», ως υ­πο­κα­τά­στα­το της Κοκ­κώ­νας του κα­πε­τάν Τζώ­νη, που του βγή­κε γκρι­νιά­ρα. Χά­ρη στη δι­ση­μία της λέ­ξης κοκ­κώ­να, το­νί­ζε­ται, αν χρειά­ζε­ται να το­νι­στεί, η τά­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη να πε­ρι­γρά­φει τα ό­μορ­φα πράγ­μα­τα.
Και ε­πα­νερ­χό­μα­στε. Εκεί­νο το στοι­χείο, που κα­θι­στά το διή­γη­μα «Η τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή» συγ­γε­νι­κό με τη «Φό­νισ­σα» εί­ναι το κυ­ρίως θέ­μα του. Το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της α­φή­γη­σης στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τον πνιγ­μό “της τε­λευ­ταίας βα­πτι­στι­κής” της θεια-Σο­φού­λας, που έ­χει πά­ρει και το ό­νο­μά της. Οι τρεις πνιγ­μοί στη «Φό­νισ­σα» και ο έ­νας στην «Τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή» εί­ναι οι μο­να­δι­κοί πνιγ­μοί κο­ρα­σί­δων σε πη­γά­δι, δη­λα­δή σε γλυ­κό νε­ρό, μέ­σα σε ο­λό­κλη­ρη τη διη­γη­μα­το­γρα­φία του, ό­που ε­ντάσ­σου­με και τη «Φό­νισ­σα», καί­τοι μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­χι κα­τα­χρη­στι­κά, αλ­λά για­τί θεω­ρού­με ό­τι συ­να­πο­τε­λεί μα­ζί με τα διη­γή­μα­τα το κυ­ρίως έρ­γο του. Εκτός α­πό τη θε­μα­τι­κή συγ­γέ­νεια, αυ­τές κα­θ’ αυ­τές οι α­φη­γή­σεις του πνιγ­μού της διε­τούς Σο­φού­λας στο διή­γη­μα και της ε­πτα­ε­τούς Ξε­νού­λας στη «Φό­νισ­σα» βαί­νουν σε πα­ραλ­λη­λία: Η Σο­φού­λα “εί­δεν ε­πί του ύ­δα­τος ει­κο­νι­ζο­μέ­νην την αγ­γε­λι­κήν ξαν­θήν μορ­φήν της” ή, στη «Φό­νισ­σα», παι­διά της γει­το­νιάς “έ­κυ­πταν εις το φρέ­α­ρ, Νάρ­κισ­σοι δια να ι­δούν την σκιάν των εις το ύ­δω­ρ”. Η σα­νί­δα του φρέ­α­τος ή­ταν “στιλ­πνή ως εκ της συ­χνής προ­στρι­βής του σχοι­νίου” ή, ε­ναλ­λα­κτι­κά, “ο­λι­σθη­ρά φα­γω­μέ­νη α­πό την προ­στρι­βή του σχοι­νίου του κου­βά”. Κα­τά την α­πό­πει­ρα διά­σω­σης της Σο­φού­λας, “η Αθη­νιώ ε­σή­κω­σε τα φου­στά­νια της υ­πε­ρά­νω του γό­να­τος, και πα­τού­σα εις τας γνω­στάς αυ­τή ε­σο­χάς του ε­σω­τε­ρι­κού λι­θο­κτί­στου του φρέ­α­τος, τας ε­πί­τη­δες κα­τα­σκευα­ζο­μέ­νας εις πά­σαν ο­ρυ­χήν φρέ­α­τος, κα­τήλ­θε μέ­χρι της ε­πι­φα­νείας του ύ­δα­τος”, ή, κα­τά τη φα­ντα­σίω­ση της Φρα­γκο­γιαν­νούς, “η Κρι­νιώ θα ή­ταν ι­κα­νή να κα­τέλ­θη ξυ­πό­λυ­τη εις το νε­ρόν – διό­τι το πη­γά­δι, ό­πως συ­νή­θως συμ­βαί­νει, εί­χε πα­τή­μα­τα εις τους ε­σω­τε­ρι­κούς τοί­χους, ε­σο­χάς ε­ντός του κτι­ρίου των λί­θων, αν και ί­σως πο­λύ ε­πι­κιν­δύ­νους και ο­λι­σθη­ράς”.
Η γε­φύ­ρω­ση, που προ­τεί­νει η Χε­λι­δώ­νη, των πνιγ­μών στη «Φό­νισ­σα» με το θαύ­μα σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό των α­γιο­λο­γι­κών διη­γή­σεων, γί­νε­ται πιο πρό­δη­λη στο διή­γη­μα. Σε αυ­τό, δεν υ­πάρ­χει μό­νο ευ­θεία α­να­φο­ρά στο μυ­στή­ριο της βά­πτι­σης, αλ­λά εί­ναι η ί­δια η βα­πτι­στι­κή, ε­κεί­νη που κα­τα­δύε­ται στο ύ­δωρ για δεύ­τε­ρη φο­ρά. Μπο­ρεί αυ­τή “η τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή” να μην σώ­ζε­ται του πνιγ­μού χά­ρις στη θεία πα­ρέμ­βα­ση, ό­πως στις α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις, ω­στό­σο το διή­γη­μα κλεί­νει με την πε­ρι­γρα­φή ε­νός θαύ­μα­τος, ό­χι ε­κεί­νου της σω­τη­ρίας, αλ­λά του πα­ρεμ­φε­ρούς, της μυ­ρο­βλυ­σίας. Εδώ, δεν μο­σχο­βο­λά το χώ­μα στον τά­φο της Σο­φού­λας, ό­πως συμ­βαί­νει με “τον πτω­χό Τσό­μπα­νο”, που μαρ­τύ­ρη­σε α­πό τους Αγα­ρη­νούς για τη σω­τη­ρία του Κά­στρου. Το ό­νο­μά του μπο­ρεί να λη­σμο­νή­θη­κε και ως “φτω­χός Άγιος” δο­ξο­λο­γία μεν να μην έ­χει, έ­γι­νε ό­μως θέ­μα σκια­θί­τι­κης πα­ρά­δο­σης και τε­λι­κά, α­πέ­κτη­σε και διή­γη­μα. Ού­τε φυ­τρώ­νει “ι­τσιά, γε­μά­τη α­π’ ω­ραία ασ­προ­κί­ντρι­να λου­λου­δά­κια”, ό­πως στον τά­φο της Ου­ρα­νί­τσας, που βρί­σκε­ται στο «Νη­σί της Ου­ρα­νί­τσας». Πα­ρό­τι φαρ­μα­κώ­θη­κε α­πό μό­νη της η Ου­ρα­νί­τσα, α­γία­σε. Αυ­τή εί­ναι η, κα­τά Πα­πα­δια­μά­ντη, αί­σθη­ση του δι­καίου, που, πολ­λές φο­ρές, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν πλά­θει τις ι­στο­ρίες των η­ρωί­δων του, βαί­νει ε­νά­ντια στα κα­θιε­ρω­μέ­να, εί­τε κοι­νω­νι­κά εί­τε εκ­κλη­σια­στι­κά. Στην πε­ρί­πτω­ση της Σο­φού­λας “η α­νε­ξή­γη­τος ευω­δία α­νήρ­χε­το α­πό του ύ­δα­τος” του φρέ­α­τος, ά­παξ του χρό­νου, την Κυ­ρια­κή του Πά­σχα, ό­ταν, με­τά την α­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γία, η νο­νά της “έρ­ρι­πτεν εις το ύ­δωρ την κοκ­κώ­ναν και τα κόκ­κι­να αυ­γά”. Δί­νει, μά­λι­στα, ο Πα­πα­δια­μά­ντης στην πε­ρι­γρα­φή τη χροιά των, πε­ρί θαυ­μά­των, α­φη­γή­σεων, “η ευω­δία α­νήρ­χε­το… ως θυ­μία­μα α­θώας ψυ­χής α­νε­βαί­νον προς τον θεάν­θρω­πον Πλά­στη­ν”.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, στο διή­γη­μα, δεν ε­πι­λέ­γει τυ­χαία α­ριθ­μούς και χρο­νο­λο­γίες. “Η τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή” δεν εί­ναι η τε­λευ­ταία, για­τί πνί­γη­κε και η θεια-Σο­φού­λα δεν ξα­να­βά­πτι­σε, αλ­λά, έ­τσι κι αλ­λιώς, ε­πρό­κει­το να εί­ναι η τε­λευ­ταία ως η τεσ­σα­ρα­κο­στή. Αριθ­μός, σύμ­φω­να με τις λαϊκές δο­ξα­σίες, συν­δε­δε­μέ­νος με τις κα­κο­ποιές δυ­νά­μεις. Σα­ρά­ντα μέ­ρες προ­φυ­λάσ­σο­νται η λε­χώ­να και το βρέ­φος, τεσ­σα­ρά­κο­ντα η­μέ­ρες διαρ­κεί η πε­ρι­πλά­νη­ση της ψυ­χής στα γνω­στά της μέ­ρη. Σα­ρά­ντα λει­τουρ­γίες τε­λούν στη σει­ρά ή, ε­ναλ­λα­κτι­κά, σα­ρά­ντα άρ­τους μοι­ρά­ζουν, προς α­νά­παυ­ση της ψυ­χής του νε­κρού. Εί­ναι τα λε­γό­με­να σα­ρα­ντα­λεί­τουρ­γα, τα ο­ποία συ­νη­θί­ζο­νται και για τους ζω­ντα­νούς προς ία­ση εί­τε του σώ­μα­τος εί­τε της ψυ­χής. Αντ’ αυ­τών, η θεια–Σο­φού­λα, “προς α­νά­παυ­σιν της συ­νει­δή­σεώς της”, εί­χε τά­ξει να α­πο­κτή­σει σα­ρά­ντα βα­πτι­στή­ρια. Όσο για το χρό­νο που το­πο­θε­τεί­ται η «Τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή», προσ­διο­ρί­ζε­ται πλα­γίως ό­τι ο πνιγ­μός συ­νέ­βη την Με­γά­λη Πέ­μπτη του 1851. Στις 4 Μαρ­τίου 1851, γεν­νή­θη­κε ο Πα­πα­δια­μά­ντης και στις 9 Απρι­λίου, την Δευ­τέ­ρα του Πά­σχα, βα­πτί­στη­κε. Υπάρ­χει, μά­λι­στα, μαρ­τυ­ρία του Γ. Ρή­γα, ό­τι κα­τά την βά­πτι­σή του συ­νέ­βη το ε­ξής θαυ­μα­τουρ­γό, “ε­νώ ο βα­πτί­ζων αυ­τόν πα­πά Νι­κό­λας έρ­ρι­πτε το έ­λαιον εις την κο­λυμ­βή­θραν, έ­τυ­χε να σχη­μα­τι­σθή αυ­το­μά­τως ε­πί του ύ­δα­τος αυ­τής σταυ­ρός διά του ε­λαίου”. Τό­τε, ο ιε­ρέ­ας προ­φή­τε­ψε ό­τι “αυ­τό το παι­δί θα γί­νη με­γά­λος”. Έγι­νε, τε­λι­κά, ο “με­γά­λος” της νε­ο­ελ­λη­νι­κής διη­γη­μα­το­γρα­φίας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Η θεια-Σοφούλα, “άμα επέστρεφε το πρωί από της λειτουργίας της Αναστάσεως ήνοιγε, τότε μόνον, το άχρηστον μείναν φρέαρ και έρριπτεν εις το ύδωρ την κοκκώναν και τα κόκκινα αυγά της μικράς Σοφούλας της”. Σχέδιο του Παύλου Βαλασάκη για το διήγημα «Η τελευταία βαπτιστική».

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/10/2011.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Παπαδιαμαντική παιδοκτονία ή Μια πρωτότυπη διακειμενικότητα

Πολ­λές ερ­μη­νευ­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις έ­χουν, κα­τά και­ρούς, δια­τυ­πω­θεί για το “κοι­νω­νι­κόν μυ­θι­στό­ρη­μα” «Η Φό­νισ­σα» του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ορι­σμέ­νοι με­λε­τη­τές α­κο­λου­θούν κά­ποιο συ­γκε­κρι­μέ­νο θεω­ρη­τι­κό πλαί­σιο, ε­νώ άλ­λοι προ­τεί­νουν δια­κει­με­νι­κές α­να­γνώ­σεις με έρ­γα ελ­λη­νι­κής και ξέ­νης λο­γο­τε­χνίας. Στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, οι α­νι­χνευό­με­νες “συ­νο­μι­λίες” της «Φό­νισ­σας» μπο­ρεί να δη­λώ­νουν ε­πι­δρά­σεις, που δέ­χτη­κε ο Πα­πα­δια­μά­ντης, μπο­ρεί, ό­μως, να πρό­κει­ται και για συ­μπτω­μα­τι­κές συ­σχε­τί­σεις. Μια πρω­τό­τυ­πη δια­κει­με­νι­κή α­νά­γνω­ση προ­τεί­νει η Στέλ­λα Χε­λι­δώ­νη στο με­λέ­τη­μά της «Μια εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση κρυμ­μέ­νη στο “κοι­νω­νι­κόν μυ­θι­στό­ρη­μα” του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη Η Φό­νισ­σα», που δη­μο­σιεύε­ται στο τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Κον­δυ­λο­φό­ρος». Την α­πο­κα­λού­με πρω­τό­τυ­πη, κα­θώς δεν ε­ντο­πί­ζει το δια­κει­με­νι­κό της στοι­χείο στη λο­γο­τε­χνία. Του­λά­χι­στον ό­χι στη λο­γο­τε­χνία, με την στε­νή έν­νοια, που α­πο­κλείει τις πα­λαιό­τε­ρες διη­γή­σεις της βυ­ζα­ντι­νής και με­τα­βυ­ζα­ντι­νής πε­ριό­δου, κα­θώς και ε­κεί­νες που α­νή­κουν σε δια­φο­ρε­τι­κούς ει­δο­λο­γι­κούς κλά­δους πέ­ραν του α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κού. Πρω­τό­τυ­πη, λοι­πόν, αλ­λά κα­θό­λου εκ­πλήτ­του­σα, α­φού ξε­κι­νά­ει α­πό μια, κα­τ’ ε­ξο­χήν, φί­λια προς τον Πα­πα­δια­μά­ντη πε­ριο­χή, αυ­τήν των α­γιο­λο­γι­κών κει­μέ­νων.
Όπως θυ­μί­ζει η Χε­λι­δώ­νη, ο πνιγ­μός α­πο­τε­λεί τον θε­μα­τι­κό ι­στό της «Φό­νισ­σας». Αφε­νός μεν, ως τρό­πος θα­νά­τω­σης, κα­θώς συμ­βαί­νουν πέ­ντε συ­νο­λι­κά πνιγ­μοί, δυο βρε­φών και τριών κο­ρα­σί­δων. Αν και τον πνιγ­μό μιας α­πό τις κο­ρα­σί­δες δεν τον δια­πράτ­τει η Φρα­γκο­γιαν­νού, α­πλώς τον εύ­χε­ται με­γα­λο­φώ­νως. Και α­φε­τέ­ρου, ως τρό­πος θα­νά­του της ί­διας. Όσο α­φο­ρά τους πνιγ­μούς των δυο βρε­φών, ο Πα­πα­δια­μά­ντης στη­ρί­ζε­ται στην πρα­κτι­κή ια­τρι­κή της ε­πο­χής του. Ει­δι­κά, στις Σπο­ρά­δες, οι α­πο­κα­λού­με­νοι και κο­μπο­γιαν­νί­τες ε­πι­βιώ­νουν και στα χρό­νια που στην υ­πό­λοι­πη Ελλά­δα έ­χουν α­να­λά­βει πλή­ρως το ια­τρι­κό έρ­γο ε­πι­στή­μο­νες. Έτσι, η Φρα­γκο­γιαν­νού “σκά­ζει” το πρώ­το βρέ­φος. Όπου το “σκά­ζω”, στη δη­μώ­δη χρή­ση του, δεν προέρ­χε­ται α­πό το με­σαιω­νι­κό σκά­ζω, που ση­μαί­νει χω­λαί­νω, αλ­λά α­πό το αρ­χαίο σχά­ζω, που ε­δώ δη­λώ­νει το σχί­σι­μο δια των δα­κτύ­λων της υα­λο­ει­δούς μεμ­βρά­νης, η ο­ποία ε­νίο­τε α­να­πτύσ­σε­ται στο φά­ρυγ­γα του βρέ­φους. Πρό­κει­ται για θε­ρα­πευ­τι­κή πρα­κτι­κή, μό­νο που η η­ρωί­δα του Πα­πα­δια­μά­ντη δεν την ε­φαρ­μό­ζει προς διευ­κό­λυν­ση της α­να­πνοής αλ­λά για να προ­κα­λέ­σει το ο­ρι­στι­κό σκά­σι­μο και σύμ­φω­να με το δι­κό της νο­ση­ρό σκε­πτι­κό, την ο­ρι­στι­κή α­να­κού­φι­ση. Το δεύ­τε­ρο βρέ­φος δεν το “σκά­ζει”, μό­νο ε­πι­κα­λεί­ται, ό­ντας πρα­κτι­κή γιά­τρισ­σα, το “σκά­σι­μο” ως δι­καιο­λο­γία των κι­νή­σεών της, προ­τι­μώ­ντας, ως βο­λι­κό­τε­ρη λύ­ση, να του φρά­ξει το στό­μα.
Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, αν θέ­λου­με να κά­νου­με λό­γο για δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, αυ­τή α­πο­κα­θί­στα­ται με την λαϊκή πα­ρά­δο­ση. Δη­λα­δή, τις λαϊκές δο­ξα­σίες και πρα­κτι­κές, με τις ο­ποίες με­γά­λω­σε ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, η “συ­νο­μι­λία” της «Φό­νισ­σας» με τη δη­μώ­δη ια­τρι­κή έ­χει διε­ρευ­νη­θεί α­πό τον για­τρό και πε­ζο­γρά­φο Γε­ρά­σι­μο Ρη­γά­το. Η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, την ο­ποία πρώ­τη ε­πι­ση­μαί­νει η Χε­λι­δώ­νη, α­φο­ρά τους πνιγ­μούς των τριών κο­ρα­σί­δων και α­να­φέ­ρε­ται σε θρη­σκευ­τι­κές διη­γή­σεις. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η με­λε­τή­τρια συ­σχε­τί­ζει τις σκη­νές των πνιγ­μών με α­ντί­στοι­χες σκη­νές, που α­πα­ντώ­νται σε α­νι­στο­ρή­σεις με θέ­μα το θαύ­μα της σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό.
Πα­ρα­θέ­τει τα σχε­τι­κά α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τέσ­σε­ρις διη­γή­σεις, τις ο­ποίες αν­τλεί α­πό τη βυ­ζα­ντι­νή γραμ­μα­τεία και τη με­τα­γε­νέ­στε­ρη των α­γιο­λο­γι­κών εκ­δό­σεων. Από αυ­τές, οι δυο εί­ναι γνω­στές και σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό. Η πρώ­τη και πα­λαιό­τε­ρη, α­πό τον 5ο αιώ­να μ.Χ., εί­ναι α­πό το «Βίος Αγίου Πορ­φυ­ρίου Επι­σκό­που Γά­ζης» του Μάρ­κου Δια­κό­νου. Απο­τε­λεί έ­να α­πό τα αρ­χαιό­τε­ρα κεί­με­να του κλά­δου της Βυ­ζα­ντι­νής Λο­γο­τε­χνίας που α­πο­κα­λεί­ται Αγιο­λο­γία. Αυ­τή εί­ναι και η μό­νη α­πό τις τέσ­σε­ρις διη­γή­σεις, την ο­ποία μπο­ρεί ο α­να­γνώ­στης να δια­βά­σει αυ­τού­σια, κα­θώς το βι­βλίο ε­πα­νεκ­δό­θη­κε, το 2003, στην ε­ξαί­ρε­τη σει­ρά «Βυ­ζα­ντι­νοί Συγ­γρα­φείς» των εκ­δό­σεων Ζή­τρος, την ο­ποία διευ­θύ­νει ο κα­θη­γη­τής Βυ­ζα­ντι­νής Φι­λο­λο­γίας Βα­σί­λης Κα­τσα­ρός. Γνω­στή, ό­χι ό­μως δια­θέ­σι­μη σε πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, εί­ναι και η τέ­ταρ­τη διή­γη­ση, που α­νή­κει στη με­τα­γε­νέ­στε­ρη πα­ρά­δο­ση βι­βλίων με θαύ­μα­τα και βίους α­γίων. Πρό­κει­ται για α­πό­σπα­σμα α­πό το «Βι­βλίον ω­ραιό­τα­τον κα­λού­με­νον Αμαρ­τω­λών σω­τη­ρία» του Αγα­πίου Λάν­δου, που εκ­δό­θη­κε το 1641. Τον λό­γιο μο­να­χό, του ο­ποίου οι συ­να­ξα­ρι­στι­κές α­φη­γή­σεις γοή­τευ­σαν τον Νι­κό­δη­μο Αγιο­ρεί­τη αλ­λά και τον Κα­βά­φη, έ­χει πα­ρου­σιά­σει ο Γιώρ­γος Κε­χα­γιό­γλου, στη δί­το­μη «Πε­ζο­γρα­φι­κή Ανθο­λο­γία», που εί­χε εκ­δώ­σει προ δε­κα­ε­τίας. Εκεί, αν­θο­λο­γεί α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το εν λό­γω βι­βλίο, που α­πο­τέ­λε­σε, σύμ­φω­να τον Κ. Θ. Δη­μα­ρά, το μπε­στ σέ­λερ κα­τά την πε­ρίο­δο της τουρ­κο­κρα­τίας. Ο Κε­χα­γιό­γλου, ό­μως, προ­τι­μά α­πο­σπά­σμα­τα α­πό άλ­λους βίους και θαύ­μα­τα.
Στη συ­νέ­χεια, η Χε­λι­δώ­νη πα­ρου­σιά­ζει με­λέ­τη­μα του κα­θη­γη­τή Κα­τσα­ρού, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 2006, το ο­ποίο της έ­δω­σε την ι­δέα για την συ­γκε­κρι­μέ­νη δια­κει­με­νι­κή α­νά­γνω­ση της «Φό­νισ­σας». Σύμ­φω­να με τον θε­ο­λο­γι­κό σχο­λια­σμό, η σω­τη­ρία α­πό πνιγ­μό μέ­σω της θείας πα­ρέμ­βα­σης ε­ντάσ­σε­ται στο μυ­στή­ριο της βά­πτι­σης. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, υ­πάρ­χουν δυο στά­δια, το πρώ­το της κα­τά­δυ­σης στο νε­ρό και το δεύ­τε­ρο της α­νά­δυ­σης. Όπου, κα­τά έ­ναν προ­χρι­στια­νι­κό συμ­βο­λι­σμό, που ε­μπλου­τι­σμέ­νος έ­δω­σε την χρι­στια­νι­κή ση­μειο­λο­γία, το πρώ­το συμ­βο­λί­ζει το θά­να­το και το δεύ­τε­ρο την κά­θαρ­ση και την α­να­γέν­νη­ση. Η με­λε­τή­τρια, κα­τά την πα­ράλ­λη­λη α­νά­γνω­ση αυ­τών των θαυ­μα­τουρ­γών διη­γή­σεων και της «Φό­νισ­σας», ε­ντο­πί­ζει τα κοι­νά στοι­χεία αλ­λά και την εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­τη κα­τά­λη­ξη. Υπο­στη­ρί­ζει ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης γνω­ρί­ζει και εκ­με­ταλ­λεύε­ται τη συ­γκε­κρι­μέ­νη εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση μέ­σω της ποιη­τι­κής της α­ντί­θε­σης. Στη «Φό­νισ­σα», κα­τά το δεύ­τε­ρο στά­διο, α­ντί της θεϊκής πα­ρέμ­βα­σης, ε­μπλέ­κε­ται ο πα­ρα­λο­γι­σμέ­νος νους και α­ντί α­να­γέν­νη­σης υ­πάρ­χει μό­νο θά­να­τος. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, σε άλ­λες διη­γή­σεις του Λάν­δου με θέ­μα τον πνιγ­μό, η θεϊκή πα­ρέμ­βα­ση δεν εί­ναι σω­τή­ρια αλ­λά κα­τα­δι­κα­στι­κή, κα­θώς, σε ε­κεί­νες, ο Θεός εμ­φα­νί­ζε­ται ως τι­μω­ρός των α­μαρ­τω­λών. Έτσι κι αλ­λιώς, κι Εκεί­νος την τά­ξη α­πο­κα­θι­στά, ό­πως και η Φρα­γκο­γιαν­νού, με την δι­κή της αρ­ρω­στη­μέ­νη α­ντί­λη­ψη πε­ρί του σω­στού. Πό­σο, ά­ρα­γε, δια­φέ­ρει το στρε­βλό σκε­πτι­κό της α­πό ε­κεί­νο πα­λαιό­τε­ρων λαών, στους ο­ποίους α­πο­τε­λού­σε θε­σμό η α­παλ­λα­γή α­πό τις α­δύ­να­τες και εν γέ­νει, χω­λαί­νου­σες υ­πάρ­ξεις, αλ­λά και α­πό την ευ­θα­να­σία, που προ­ηγ­μέ­νες κοι­νω­νίες θέ­λουν να κα­τα­στή­σουν θε­σμό και η ο­ποία υ­πο­τί­θε­ται ό­τι μέ­ρι­μνα για το κα­λό τό­σο του πά­σχο­ντα ό­σο και του πε­ρί­γυ­ρού του!
Μια ε­πι­πλέ­ον α­πό­δει­ξη ό­τι το θαύ­μα της σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό συν­δέε­ται στε­νά με το μυ­στή­ριο του βα­πτί­σμα­τος δί­νει η ει­κο­νο­γρα­φι­κή πα­ρά­δο­ση, ό­που το θαύ­μα α­πο­τε­λεί μέ­ρος α­πό το α­φη­γη­μα­τι­κό συ­μπλή­ρω­μα της ι­στό­ρη­σης της βά­πτι­σης, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, το λου­τρό του βρέ­φους Ιη­σού της γνω­στής πα­ρά­στα­σης της γέν­νη­σης. Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό δείγ­μα εν­σω­μά­τω­σης του θαύ­μα­τος προ­σφέ­ρει η τοι­χο­γρα­φία της βά­πτι­σης στην Πα­λαιά Μη­τρό­πο­λη Βε­ροίας, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει διε­ξο­δι­κά ο Κα­τσα­ρός στο με­λέ­τη­μά του. Απο­ρού­με μό­νο για τον ι­σχυ­ρι­σμό ό­τι πρό­κει­ται για το μο­να­δι­κό σω­ζό­με­νο τεκ­μή­ριο.
Επα­νερ­χό­με­νη η Χε­λι­δώ­νη στη «Φό­νισ­σα», ε­πι­ση­μαί­νει έ­να ε­πι­πλέ­ον στοι­χείο ταύ­τι­σης με τις θρη­σκευ­τι­κές διη­γή­σεις που πα­ρέ­θε­σε, το ο­ποίο, ε­πί­σης, υ­πα­κούει στην ποιη­τι­κή της α­ντί­θε­σης. Πρό­κει­ται για τους σκη­νι­κούς χώ­ρους, που στή­νει ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Στις α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις, που προ­α­να­φέρ­θη­καν, πε­ρι­γρά­φο­νται να­οί, ευ­ρι­σκό­με­νοι πλη­σίον του τό­που του θαύ­μα­τος. Αυ­τοί οι να­οί εί­ναι και­νού­ριοι, με τις τοι­χο­γρα­φίες να έ­χουν μό­λις α­πο­κα­τα­στα­θεί. Αντι­θέ­τως, στη «Φό­νισ­σα», το “μο­νύ­δριο­ν”, ο Άι Γιάν­νης ο Κρυ­φός, ό­που προ­σκυ­νά η Φρα­γκο­γιαν­νού πριν τον πνιγ­μό των δύο πρώ­των κο­ρα­σί­δων, εί­ναι έ­νας “ναΐσκος”, “έ­ρη­μος και α­λει­τούρ­γη­τος”. Επι­προ­σθέ­τως, “αι ο­λί­γαι τοι­χο­γρα­φίαι εί­χαν φθα­ρεί α­πό την υ­γρα­σίαν και τα πρό­σω­πα των Αγίων δεν διε­κρί­νο­ντο πλέ­ο­ν”. Η με­λε­τή­τρια προ­χω­ρά λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο τη συλ­λο­γι­στι­κή της, κα­θώς, α­πό τη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρι­κο­πή της «Φό­νισ­σας», συ­μπε­ραί­νει ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης γνώ­ρι­ζε εν­δε­λε­χώς την ει­κο­νο­γρα­φία της Βά­πτι­σης, μέ­χρι τις λε­πτο­μέ­ρειες ε­νός πα­ρό­μοιου μάλ­λον σπα­νί­ζο­ντος α­φη­γη­μα­τι­κού στοι­χείου. Επί­σης, το κά­πως ι­διό­τυ­πο σκη­νι­κό του τρί­του πνιγ­μού, ε­κεί­νου που ο­φεί­λε­ται σε α­τύ­χη­μα, δη­λα­δή την ευ­ρεία αυ­λή, με την πε­λώ­ρια ξύ­λι­νη κα­ρού­τα ως Κι­βω­τό του Νώε και τους σταυ­ρο­ει­δώς δια­τε­ταγ­μέ­νους κλώ­νους της μο­ρέ­ας, ει­κά­ζει ό­τι συ­νι­στά α­να­φο­ρά στο ναό της Πα­να­γίας των Χαλ­κο­πρα­τείων της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, ό­που συ­νέ­βη το θαύ­μα της σω­τη­ρίας στη δεύ­τε­ρη α­γιο­λο­γι­κή διή­γη­ση. Δη­λα­δή, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης στο­χεύει με το συ­γκε­κρι­μέ­νο σκη­νι­κό σε μνη­μό­νευ­ση του εν λό­γω θε­ο­μη­το­ρι­κού να­ού.
Ένα τε­λευ­ταίο ε­πι­χεί­ρη­μα της Χε­λι­δώ­νη για το ε­μπρό­θε­το της δια­κει­με­νι­κό­τη­τας εί­ναι το χρο­νι­κό ά­πλω­μα της «Φό­νισ­σας», α­πό τα Θε­ο­φά­νεια μέ­χρι την Κυ­ρια­κή με­τά του Θω­μά, στο ο­ποίο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το τρί­πτυ­χο Γέν­νη­ση-Βά­πτι­ση-Ανά­στα­ση. Δη­λα­δή, α­ντι­στοι­χεί στο συμ­βο­λι­κό ά­νοιγ­μα του μυ­στη­ρίου του βα­πτί­σμα­τος και δεν μπο­ρεί να ε­πι­λέ­χτη­κε τυ­χαία.
Όπως και να έ­χει, εί­τε πρό­κει­ται για ε­μπρό­θε­τη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα εί­τε για συ­μπτω­μα­τι­κή, δη­λα­δή “συ­νο­μι­λία” των κει­μέ­νων - στο βαθ­μό, βε­βαίως, που “συ­νο­μι­λού­ν” - ε­ρή­μην του Πα­πα­δια­μά­ντη, ε­μείς θα την χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με πρω­τό­τυ­πη ό­σο και εν­δια­φέ­ρου­σα, κα­θώς διε­ρευ­νά χώ­ρους πέ­ραν των συ­νη­θι­σμέ­νων, του λο­γο­τε­χνι­κού και του ψυ­χα­να­λυ­τι­κού. Στα των πνιγ­μών και του βα­πτί­σμα­τος στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Πα­πα­δια­μά­ντη θα ε­πα­νέλ­θου­με.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: «...’Ωθησε τα κοράσια με μεγάλην βίαν...» Σχέδιο από την εικονογράφηση των Απάντων Παπαδιαμάντη σε έκδοση Π. Κουτσουμπός Α.Ε., 1967. Η εικονογράφηση της έκδοσης έγινε από τον ζωγράφο-χαράκτη Παύλο Βαλασάκη, ο οποίος, από το 1960, ασχολήθηκε με επιτυχία στην εικονογράφηση βιβλίων, κυρίως παιδικών.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/2/2011.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Από τα ελάσσονα των ποιητών στον λιχανό των μεταφραστών

«Κον­δυ­λο­φό­ρος»
Ετή­σια έκ­δο­ση
νεό­τε­ρης
ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας
Τεύ­χος 9, 2010
Εκδό­σεις University
Studio Press
Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010

Πριν τρεις ε­βδο­μά­δες, την Κυ­ρια­κή 11 Σε­πτεμ­βρίου, συ­μπλη­ρώ­θη­κε έ­νας χρό­νος α­πό το θά­να­το του Πά­νου Μουλ­λά. Το τεύ­χος α­νοί­γει με το α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριο κεί­με­νο της φί­λης και συ­να­δέλ­φου του Λί­ζυς Τσι­ρι­μώ­κου. Μια φι­λία σα­ρά­ντα χρό­νων, που ξε­κί­νη­σε “στην ό­α­ση του Νε­ο­ελ­λη­νι­κού Ινστι­τού­του της Σορ­βόν­νης”. Εκεί­νη, με­τα­πτυ­χια­κή φοι­τή­τρια και ε­κεί­νος, α­πό τους βα­σι­κούς συ­νερ­γά­τες του Κ.Θ. Δη­μα­ρά, ε­τοί­μα­ζε τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του. Η Τσι­ρι­μώ­κου σκια­γρα­φεί την άλ­λη ό­ψη του αυ­στη­ρού φι­λό­λο­γου και ι­στο­ρι­κού. “Ήταν αι­σιό­δο­ξος, φι­λό­γε­λως, χα­ρι­τω­μέ­νος άν­θρω­πος, έ­τοι­μος να α­κού­σει ή να με­τα­φέ­ρει το α­στείο, να σκα­ρώ­σει το λο­γο­παί­γνιο, να εν­δια­φερ­θεί για τα μι­κρά ή τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα του δι­πλα­νού του”.

Και σε αυ­τό το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού υ­πε­ρι­σχύουν τα δη­μο­σιεύ­μα­τα για την ποίη­ση: Σο­λω­μός, Κάλ­βος, Κα­βά­φης, Κα­ρυω­τά­κης. Εν αρ­χή, ο Σο­λω­μός. Η Κα­τε­ρί­να Τι­κτο­πού­λου α­να­ζη­τά­ει την πρώ­τη έκ­δο­ση ε­νός α­πό τα έ­ξι ι­τα­λι­κά ποιή­μα­τα, που έ­γρα­ψε ο Σο­λω­μός κα­τά την τριε­τία 1815-1818, ό­ντας φοι­τη­τής στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Πα­βίας. Πρό­κει­ται για την «Ωδή για Πρώ­τη Λει­τουρ­γία», ό­που ως Πρώ­τη Λει­τουρ­γία νο­εί­ται η πρώ­τη ε­πί­ση­μη Λει­τουρ­γία, που τε­λεί έ­νας κα­θο­λι­κός ιε­ρέ­ας με­τά τη χει­ρο­το­νία του. Αυ­τήν την Ωδή διά­βα­σε ο Σο­λω­μός στον Σπυ­ρί­δω­να Τρι­κού­πη, σε ε­κεί­νη την πρώ­τη τους συ­νά­ντη­ση, που εί­χε ως ε­πα­κό­λου­θο την ο­ρι­στι­κή στρο­φή του στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα και στι­χουρ­γία. Η Ωδή, ό­πως α­πο­κα­λύ­πτε­ται, εκ­δό­θη­κε πε­ρί τα ε­ξή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1877, στην Βι­τσέ­ντσα της πε­ρι­φέ­ρειας Βέ­νε­το, χά­ρις σε δυο ση­μα­ντι­κούς λο­γίους. Γνω­στό­τε­ρος σε μας εί­ναι ο Ιωάν­νης Βε­λού­δης, α­δελ­φός του τυ­πο­γρά­φου Σπυ­ρί­δω­να Βε­λού­δη, κι αυ­τός ε­πι­με­λη­τής εκ­δό­σεων, αλ­λά και κα­θη­γη­τής στην Φλαγ­γί­νειο Σχο­λή και αρ­γό­τε­ρα, διευ­θυ­ντής της Μαρ­κια­νής Βι­βλιο­θή­κης. Η με­λε­τή­τρια συ­γκρί­νει τις χει­ρό­γρα­φες μορ­φές της Ωδής με την, σε πρό­ζα, με­τά­φρα­σή της α­πό τον Λί­νο Πο­λί­τη και δη­μο­σιεύει α­ντι­κρι­στά ι­τα­λι­κό πρω­τό­τυ­πο και με­τά­φρα­ση.ελ­λη­νι­κού Ινστι­τού­του της Σορ­βόν­νης”. Εκεί­νη, με­τα­πτυ­χια­κή φοι­τή­τρια και ε­κεί­νος, α­πό τους βα­σι­κούς συ­νερ­γά­τες του Κ.Θ. Δη­μα­ρά, ε­τοί­μα­ζε τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του. Η Τσι­ρι­μώ­κου σκια­γρα­φεί την άλ­λη ό­ψη του αυ­στη­ρού φι­λό­λο­γου και ι­στο­ρι­κού. “Ήταν αι­σιό­δο­ξος, φι­λό­γε­λως, χα­ρι­τω­μέ­νος άν­θρω­πος, έ­τοι­μος να α­κού­σει ή να με­τα­φέ­ρει το α­στείο, να σκα­ρώ­σει το λο­γο­παί­γνιο, να εν­δια­φερ­θεί για τα μι­κρά ή τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα του δι­πλα­νού του”.

Στον Κάλ­βο α­να­φέ­ρε­ται το κεί­με­νο της Αγγέ­λας Γιώ­τη. Ει­δι­κό­τε­ρα, α­να­συν­θέ­τει τον Κάλ­βο του Νι­κό­λα Κά­λας. Του τρι­συ­πό­στα­του Νί­κου Κα­λα­μά­ρη, ό­πως τον α­πο­κα­λεί ο Αλέξ. Αργυ­ρίου, ο ο­ποίος, με­τα­ξύ άλ­λων, τον θεω­ρεί ως τον πρώ­το συ­νει­δη­τά μο­ντέρ­νο ποιη­τή μας. Ως Νι­κή­τας Ρά­ντος υ­πο­γρά­φει τα ποιή­μα­τά του, ως Μ. Σπιέ­ρος (ψευ­δώ­νυ­μο ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό τον Ρο­βε­σπιέ­ρο) τα θεω­ρη­τι­κά του κεί­με­να, ε­νώ, στην ι­στο­ρία της λο­γο­τε­χνίας, κα­τα­γρά­φε­ται με τη γαλ­λι­κή σύ­ντμη­ση του ο­νό­μα­τός του, α­φού έ­ζη­σε για χρό­νια στο Πα­ρί­σι και εν συ­νε­χεία, στη Νέα Υόρ­κη, ό­που, α­πό το 1945, πο­λι­το­γρα­φή­θη­κε Αμε­ρι­κα­νός πο­λί­της. Η με­λε­τή­τρια στη­ρί­ζε­ται κυ­ρίως σε τρία κεί­με­να του Κά­λας: μια συ­νέ­ντευ­ξη, Μάη 1933, ό­που α­να­φέ­ρει ως τον με­γα­λύ­τε­ρο ποιη­τή του 19ου αιώ­να τον Κάλ­βο, μια διά­λε­ξη του ί­διου έ­τους, με τίτ­λο, «Η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του συ­ναι­σθή­μα­τος στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή ποίη­ση», και έ­να άρ­θρο στο πε­ριο­δι­κό «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα», δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, για τον Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη, στο ο­ποίο ο­ρί­ζει “τα τρία στά­δια της λυ­ρι­κής μας ε­ξε­λί­ξεως”: Κάλ­βος, Κα­βά­φης, Πα­πα­τσώ­νης.
Η Γιώ­τη παίρ­νει ως μέ­τρο σύ­γκρι­σης τον Κάλ­βο του Θε­ο­το­κά, ό­πως αυ­τός σκια­γρα­φεί­ται στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό ποίη­μα, «Γέ­ρος α­ε­τός», γραμ­μέ­νο στο Πα­ρί­σι το 1934. Αλλά και τον Κάλ­βο ο­ποιου­δή­πο­τε άλ­λου συγ­γρα­φέα του με­σο­πο­λέ­μου αν ε­πέ­λε­γε, η α­πό­στα­ση θα ή­ταν το ί­διο με­γά­λη. Για­τί ο Κά­λας δεν εί­ναι μό­νο έ­νας α­πό τους πρώ­τους υ­περ­ρε­α­λι­στές ποιη­τές, αλ­λά φοι­τη­τής α­κό­μη, στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’20, στρα­τεύε­ται στην κο­μου­νι­στι­κή α­ρι­στε­ρά για να προ­σχω­ρή­σει την ε­πό­με­νη δε­κα­ε­τία στους τρο­τσκι­στές, ε­νώ, τα ί­δια χρό­νια, α­πο­δέ­χε­ται τη φροϋδι­κή ψυ­χα­νά­λυ­ση. Όλα αυ­τά ερ­μη­νεύουν το για­τί, α­ντί για τον πα­τριω­τι­κό ποιη­τή Κάλ­βο, βλέ­πει τον πά­σχο­ντα άν­θρω­πο, που πο­τέ δεν ξε­πέ­ρα­σε τον πρόω­ρο χω­ρι­σμό α­πό τη μη­τέ­ρα του, αλ­λά και τον ε­πα­να­στα­τη­μέ­νο ποιη­τή, που κα­τόρ­θω­σε μια εξ­πρε­σιο­νι­στι­κά ρε­α­λι­στι­κή α­πό­δο­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Σε αυ­τόν τον Κάλ­βο, ο Κά­λας α­να­γνω­ρί­ζει έ­ναν πρό­γο­νο στην ποίη­ση.
Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει το τε­λευ­ταίο μέ­ρος της με­λέ­της της Γιώ­τη, που α­να­φέ­ρε­ται σε έ­να δη­μο­σίευ­μα σχε­τι­κό με τον Κάλ­βο, το ο­ποίο βρέ­θη­κε στο Αρχείο Κά­λας. Πρό­κει­ται για την ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση α­πό τον κα­θη­γη­τή Γεώρ­γιο Ζώ­ρα της «Απο­λο­γίας της αυ­το­κτο­νίας» του Κάλ­βου. Ει­κά­ζε­ται ό­τι το κεί­με­νο γρά­φτη­κε πριν την α­να­χώ­ρη­ση του Κάλ­βου α­πό την Ιτα­λία. Στα ι­τα­λι­κά πρω­το­δη­μο­σιεύ­θη­κε το 1916 και η ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­σή του, το 1937. Τό­τε, οι με­λε­τη­τές του Κάλ­βου, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του με­τα­φρα­στή, α­ντι­με­τώ­πι­σαν με α­μη­χα­νία το κεί­με­νο. Αντί­θε­τα, για τον Κά­λας φαί­νε­ται ό­τι α­πο­τέ­λε­σε την ελ­λεί­που­σα ψη­φί­δα στην ει­κό­να του Κάλ­βου που εί­χε φα­ντα­στεί. Κα­τά τον Κά­λας: «...Ο Κάλ­βος σκο­τώ­νει τον ε­αυ­τό του, σκο­τώ­νο­ντας το κα­λύ­τε­ρο και πιο ση­μα­ντι­κό στοι­χείο του ε­αυ­τού του, την ποίη­σή του· ο Κάλ­βος σε η­λι­κία 34 ε­τών αυ­το­κτό­νη­σε...»

Ο Κα­βά­φης α­να­φέ­ρε­ται με α­φορ­μή έ­να πε­ζό κεί­με­νο, το «Χρί­στος και ό­χι Χρή­στος», που τυ­πώ­θη­κε α­νω­νύ­μως στην ε­φη­με­ρί­δα «Τη­λέ­γρα­φος» της Αλε­ξάν­δρειας, Δε­κέμ­βριο 1901. Το κεί­με­νο βρέ­θη­κε στο Αρχείο του, με α­πο­τέ­λε­σμα να θεω­ρη­θεί α­πό ο­ρι­σμέ­νους με­λε­τη­τές ως δι­κό του έρ­γο. Συ­γκε­κρι­μέ­να, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα «Πε­ζά» του, στην έκ­δο­ση Φέ­ξη του 1963, που πα­ρου­σία­σε ο Γιώρ­γος Πα­που­τσά­κης και στην έκ­δο­ση Ίκα­ρου του 2003, που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Μι­χά­λης Πιε­ρής. Το κεί­με­νο, ω­στό­σο, δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα έρ­γα του Κα­βά­φη, που συ­γκέ­ντρω­σε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, ού­τε πο­τέ α­να­φέ­ρε­ται α­πό ε­κεί­νον. Η Κα­τε­ρί­να Γκί­κα διε­ρευ­νά τη πα­τρό­τη­τα του κει­μέ­νου, για να κα­τα­λή­ξει ό­τι δεν α­νή­κει στον Κα­βά­φη, αλ­λά γρά­φτη­κε α­πό τον δη­μο­τι­κι­στή γλωσ­σο­λό­γο Μέ­νο Φι­λή­ντα. Εξ ου και ο τίτ­λος της με­λέ­της της, «Με­νε­λά­ου και ό­χι Κων­στα­ντί­νου».

Η Να­τα­λία Δε­λη­γιαν­νά­κη α­πο­πει­ρά­ται μια “τυ­πο­λα­τρι­κή α­πό­πει­ρα χαρ­το­γρά­φη­σης της ο­μοιο­κα­τα­λη­ξίας του Κα­ρυω­τά­κη”. Συ­ντάσ­σει, μά­λι­στα, με­τά ε­πι­μο­νής και υ­πο­μο­νής, «Ρι­μά­ριο Κ. Γ. Κα­ρυω­τά­κη». Στα δη­μο­σιεύ­μα­τα για την ποίη­ση του τεύ­χους, ε­ντάσ­σε­ται και η πα­ρου­σία­ση της χει­ρό­γρα­φης αν­θο­λο­γίας του Αλέ­ξαν­δρου Ρί­ζου Δορ­μού­ση α­πό την Στέ­ση Αθή­νη. Δεύ­τε­ρης ή ί­σως και τρί­της γε­νιάς με­τα­νά­στης στην Πέ­στη α­πό τον Τύρ­να­βο της Θεσ­σα­λίας ο Δορ­μού­σης, ερ­γα­ζό­με­νος στην οι­κο­γε­νεια­κή του ε­πι­χεί­ρη­ση, ξε­κί­νη­σε για προ­σω­πι­κή του α­να­ψυ­χή την αν­θο­λο­γία στα 35 του, το 1795, και την ε­γκα­τέ­λει­ψε κο­ντά 40 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1832. Θυ­μί­ζει τις φα­να­ριώ­τι­κες μι­σμά­γιες, με λυ­ρι­κά στι­χουρ­γή­μα­τα, υ­μνη­τι­κά και πα­τριω­τι­κά ά­σμα­τα, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό με­λο­δρά­μα­τα κ.ά. Η με­λε­τή­τρια δί­νει α­να­λυ­τι­κή πε­ρι­γρα­φή των πε­ριε­χο­μέ­νων της.

Στα δη­μο­σιεύ­μα­τα του τεύ­χους τα σχε­τι­κά με την πε­ζο­γρα­φία, ο Γιώρ­γος Καλ­λί­νης α­να­σύ­ρει α­πό τους θη­σαυ­ρούς των Αρχείων τρεις ε­πι­στο­λές και έ­να ε­πι­σκε­πτή­ριο του Κο­σμά Πο­λί­τη προς τον Αλκι­βιά­δη Γιαν­νό­που­λο, α­πό την τριε­τία, Νοέμ­βριος 1934 - Δε­κέμ­βριος 1937, σκια­γρα­φώ­ντας στην ει­σα­γω­γή του μια ει­κό­να της σχέ­σης τους. Πι­στεύου­με, ω­στό­σο, ό­τι θα έ­πρε­πε να δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεία για την ι­διαί­τε­ρη κα­τά­στα­ση, στην ο­ποία βρι­σκό­ταν ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο ο Κο­σμάς Πο­λί­της, ει­δάλ­λως οι ε­πι­στο­λές του δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση ό­τι άλ­λο­τε α­ντι­φά­σκει και άλ­λο­τε ψεύ­δε­ται, με α­πο­τέ­λε­σμα να μην τον κα­λο­συ­σταί­νουν.
Ο Καλ­λί­νης θυ­μί­ζει ό­τι το Σε­πτέμ­βριο του 1934, ο Πο­λί­της με­τα­τί­θε­ται στην Πά­τρα ως διευ­θυ­ντής του ε­κεί υ­πο­κα­τα­στή­μα­τος της Ιο­νι­κής Τρά­πε­ζας. “Το 1934 ξε­λο­γιά­ζε­ται με κά­ποια, ε­γκα­τα­λεί­πει σπί­τι, γυ­ναί­κα και παι­δί (στην ε­φη­βεία του), με­τα­τί­θε­ται στην Πά­τρα και ξε­κό­βει ε­ντε­λώς για πολ­λά χρό­νια α­πό την οι­κο­γέ­νειά του”, γρά­φει μάλ­λον ει­ρω­νι­κά η Νό­ρα Ανα­γνω­στά­κη. Ενώ, μια νεό­τε­ρη με­λε­τή­τρια, η Αγγέ­λα Κα­στρι­νά­κη, στην περ­σι­νή ε­πα­νέκ­δο­ση του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Πο­λί­τη, «Λε­μο­νό­δα­σος», υιο­θε­τεί τον ί­διο ει­ρω­νι­κό τό­νο. “Το 1934 θα α­φή­σει την οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία για την Πά­τρα και τα ε­ρω­τι­κά της θέλ­γη­τρα.” Προ­βλη­μα­τι­κή, ό­μως, ή­ταν και η κα­τά­στα­ση του συγ­γρα­φέα Πο­λί­τη, ό­που το πρώ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα χει­ρο­κρο­τή­θη­κε, ε­νώ το ε­πό­με­νο, «Εκά­τη», α­ντι­με­τω­πί­στη­κε ως πρω­τό­λειο, ό­πως συ­νο­ψί­ζει και πά­λι η Ανα­γνω­στά­κη.
Στα χρό­νια της Πά­τρας, ο Πο­λί­της γρά­φει τα ε­πό­με­να τρία έρ­γα του, τις δυο νου­βέ­λες, «Η κυ­ρία Ελε­ο­νώ­ρα» και «Μα­ρί­να», και το μυ­θι­στό­ρη­μα «Eroica», τα ο­ποία και δη­μο­σιεύει σε συ­νέ­χειες στα «Νέα Γράμ­μα­τα». Οι ε­πι­στο­λές του δεί­χνουν ό­τι της ό­ποιας ε­ρω­τι­κής έ­ξα­ψης εί­χε υ­πε­ρι­σχύ­σει η συγ­γρα­φι­κή α­πο­τυ­χία. Στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή, α­πο­κα­λεί την Πά­τρα “αιχ­μη­ρή έ­ρη­μο” και ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι θα πε­ρά­σει πο­λύς και­ρός προ­τού α­πο­φα­σί­σει να ξα­να­γρά­ψει. Στην δεύ­τε­ρη, του 1935, δη­λώ­νει ό­τι α­πεχ­θά­νε­ται το βι­βλιο­δε­τη­μέ­νο έ­ντυ­πο χαρ­τί σαν το διά­βο­λο το λι­βά­νι. Ενώ, στην τρί­τη, του 1937, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι η «Eroica» “γρά­φε­ται μέ­ρα με τη μέ­ρα, σαν ε­πι­φυλ­λί­δα, και κά­πως βια­στι­κά”. Επι­προ­σθέ­τως, δια­τεί­νε­ται ό­τι, πα­ρό­λο που λεί­πουν μό­νο δυο κε­φά­λαια, δεν ξέ­ρει το τέ­λος. Δη­λα­δή, με άλ­λα λό­για, η «Eroica» γρά­φτη­κε ε­πί του πιε­στη­ρίου. Ισχυ­ρι­σμός, που για το συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα μάλ­λον εκ­πλήσ­σει.
Αφορ­μή της ε­πι­στο­λο­γρα­φίας τους στά­θη­κε η α­πο­στο­λή α­πό τον Γιαν­νό­που­λο, κα­τά ο­κτώ χρό­νια νεό­τε­ρο του Πο­λί­τη και συ­νά­δελ­φό του τρα­πε­ζι­κό, του πρώ­του του βι­βλίου. Ήταν η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Κε­φά­λια στη σει­ρά». Σχε­τι­κά με την κρι­τι­κή του Πο­λί­τη για τα διη­γή­μα­τα, ο Καλ­λί­νης τον συλ­λαμ­βά­νει ψευ­δό­με­νο. Στον μεν Γιαν­νό­που­λο γρά­φει ό­τι βρί­σκει τέσ­σε­ρα α­πό τα συ­νο­λι­κά έ­ντε­κα διη­γή­μα­τά του α­λη­θι­νά α­ρι­στουρ­γή­μα­τα, ε­νώ, σε ε­πι­στο­λή του στον Αντρέα Κα­τα­ντώ­νη, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι εί­ναι φλύα­ρα. Αυ­τό, ό­μως, α­νή­κει στην κα­τη­γο­ρία των κα­τά συν­θή­κη ψευ­δών, που συ­νη­θί­ζο­νται α­πό α­νέ­κα­θεν στο λο­γο­τε­χνι­κό σι­νά­φι, το πι­θα­νό­τε­ρο για λό­γους α­βρό­τη­τας.
Στον τό­μο, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και δυο κεί­με­να για δυο με­τα­πο­λε­μι­κούς πε­ζο­γρά­φους. Ο Αλέξ. Μπα­ζού­κης γρά­φει για “τον ά­βο­λο με­τεω­ρι­σμό ε­νός φι­λε­λεύ­θε­ρου δια­νοού­με­νου στη δε­κα­ε­τία του 1950”, του Ρό­δη Ρού­φου. Ενώ, ο Μιχ. Μπα­κο­γιάν­νης βι­βλιο­γρα­φεί με­ρι­κώς τον με­τα­φρα­στή Άγγε­λο Βλά­χο, κα­τα­γρά­φο­ντας τις με­τα­φρά­σεις του λο­γο­τε­χνι­κών έρ­γων στο πε­ριο­δι­κό «Εστία» την πε­ρίο­δο 1876-1895.

Την ταυ­τό­τη­τα του έλ­λη­να με­τα­φρα­στή στον 19ο αιώ­να α­να­ζη­τά­ει ο Φί­λιπ­πος Παπ­πάς. Πρό­κει­ται για α­να­κοί­νω­ση σε συ­νέ­δριο στη Γρα­νά­δα, του 2010, και μάλ­λον για την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση του με­λε­τη­τή στον «Κον­δυ­λο­φό­ρο», που ση­μα­το­δο­τεί και την εί­σο­δο σε αυ­τόν μιας τρί­της γε­νιάς φι­λο­λό­γων. Ενδια­φέ­ρων ο δια­χω­ρι­σμός που προ­τεί­νει: «Από τη μια με­ριά, κά­τι που θυ­μί­ζει κλει­στή λέ­σχη ε­πώ­νυ­μων κλα­σι­κι­ζό­ντων με­τα­φρα­στών και α­πό την άλ­λη, έ­νας α­νοι­χτός ξε­νώ­νας α­νω­νύ­μων. Οι πρώ­τοι μοιά­ζουν με οι­κο­δε­σπό­τες, οι δεύ­τε­ροι με με­τα­φο­ρείς.» Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πα­ρό­μοιες α­πο­φάν­σεις εί­ναι ε­πι­σφα­λείς λό­γω του α­πό­λυ­του χα­ρα­κτή­ρα τους. Ας μη λη­σμο­νού­με ό­τι υ­πάρ­χουν ο­ρι­σμέ­νοι με­τα­φρα­στές που με­τέ­χουν και στις δυο ο­μά­δες. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν στά­θη­κε κα­θ’ ό­λον τον με­τα­φρα­στι­κό του βίο “έ­νας α­νώ­νυ­μος ερ­γά­της υ­πο­γείου ε­φη­με­ρί­δας”, ό­πως τον α­να­φέ­ρει.
Την προ­η­γού­με­νη ά­νοι­ξη, έ­γκρι­τος κρι­τι­κός α­πο­φαι­νό­ταν με τον ί­διο κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό τρό­πο, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης ή­ταν έ­νας ε­παγ­γελ­μα­τίας με­τα­φρα­στής, που ερ­γά­στη­κε ε­πί χρό­νια με κα­λές α­μοι­βές στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο. Ο κρι­τι­κός α­να­φε­ρό­ταν στην πρό­σφα­τη τό­τε έκ­δο­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Ουέλ­λς «Ο αό­ρα­τος άν­θρω­πος». Μια α­πό τις α­νώ­νυ­μες με­τα­φρά­σεις, που α­πο­δό­θη­καν στον Πα­πα­δια­μά­ντη, ό­πως, με­τά βε­βαιό­τη­τας, α­πο­δό­θη­κε και ε­κεί­νη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Μπραμ Στόου­κε­ρ, «Ο Δρά­κου­λας», που, κα­τά τα φαι­νό­με­να, θα κυ­κλο­φο­ρή­σει στο κλεί­σι­μο του τρέ­χο­ντος έ­τους Πα­πα­δια­μά­ντη. Πα­ρα­τη­ρεί­ται μια τά­ση προς τις α­πό­λυ­τες δια­τυ­πώ­σεις τό­σο γε­νι­κό­τε­ρα ό­σο και ει­δι­κό­τε­ρα στην πε­ρί­πτω­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη. Εί­τε πρό­κει­ται για τα του βίου του εί­τε για την πα­τρό­τη­τα των με­τα­φρά­σεών του, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πο­φαί­νο­νται συ­χνά με προ­κλη­τι­κή σι­γου­ριά. Ανε­ξάρ­τη­τα αν τα ι­σχνά δε­δο­μέ­να ε­πι­βάλ­λουν, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, με­τριο­πά­θεια. Χά­θη­κε, δη­λα­δή, κά­ποιος τρο­πι­κός ε­πιρ­ρη­μα­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός αμ­φι­βο­λίας ή και φι­λο­λο­γι­κής ε­γκρά­τειας;
Στον Πα­πα­δια­μά­ντη ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται και η με­λέ­τη της Στέλ­λας Χε­λι­δώ­νη, με τίτ­λο, «Μια εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση κρυμ­μέ­νη στο “Κοι­νω­νι­κόν Μυ­θι­στό­ρη­μα” του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­νά­ντη Η Φό­νισ­σα».

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Ο Νικόλας Κάλας σε νεαρή ηλικία.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/10/2011.