Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Διασταύρωση επετείων

Λεζάντα φωτογραφίας: Από τα επετειακά κατορθώματα της 6ης Δεκεμβρίου. Ο Παπαδιαμάντης ως αόμματος (Φωτ. Κ. Λιόντης).

Χρι­στού­γεν­να 2011 ε­ξέ­πνευ­σε το έ­τος Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη. Πρω­το­χρο­νιά 2012 α­νέ­τει­λε το έ­τος Κα­ρό­λου Ντί­κε­νς. Το πρώ­το, ού­τε καν ε­πι­σή­μως α­πό την ελ­λη­νι­κή πο­λι­τεία α­να­κη­ρύ­χτη­κε έ­τος Πα­πα­δια­μά­ντη. Αντι­θέ­τως, το δεύ­τε­ρο ε­ξαγ­γέλ­θη­κε, με­τά φα­νών και λα­μπά­δων, ως πα­γκό­σμιο έ­τος Ντί­κε­νς, με τις προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νες εκ­δη­λώ­σεις να φτά­νουν μέ­χρι τα πέ­ρα­τα της άλ­λο­τε πο­τέ γη­ραιάς Αλβιώ­νος. Το χο­ρό των ε­ορ­τα­σμών θα σύ­ρει η πό­λη του Ντί­κε­νς, το Λον­δί­νο. Κα­τά κα­λή τύ­χη της πρω­τεύου­σας του Ηνω­μέ­νου Βα­σι­λείου, η δια­κο­σιε­τη­ρί­δα του Ντί­κε­νς συ­νέ­πε­σε με τη διε­ξα­γω­γή στην πό­λη των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων. Ως τη βα­σι­κή πο­λι­τι­στι­κή α­τρα­ξιόν ε­τοι­μά­ζο­νται οι Λον­δρέ­ζοι να προ­βάλ­λουν τον κο­ρυ­φαίο κλα­σι­κό τους συγ­γρα­φέα. Έχουν ή­δη α­να­και­νί­σει το μου­σείο του, στο κέ­ντρο της πό­λης, και κα­τα­στρώ­σει πλού­σιο πρό­γραμ­μα εκ­δη­λώ­σεων. Το μου­σείο στε­γά­ζε­ται σε έ­να α­πό τα σπί­τια, στα ο­ποία έ­ζη­σε ο Ντί­κε­νς. Λι­γό­τε­ρο α­πό τρία χρό­νια έ­μει­νε σε αυ­τό, ή­ταν ό­μως η πρώ­τη κα­τοι­κία με­σο­α­στι­κών προ­δια­γρα­φών που α­πέ­κτη­σε, μό­λις εί­χε αρ­χί­σει να κα­τα­ξιώ­νε­ται ως δη­μο­σιο­γρά­φος και έ­κα­νε τα πρώ­τα του συγ­γρα­φι­κά βή­μα­τα. Εκεί έ­γρα­ψε τον «Όλι­βερ Τουί­στ». Εί­ναι, πά­ντως, το μο­να­δι­κό κτί­σμα, που έ­φθα­σε α­κέ­ραιο μέ­χρι τον 20ο αιώ­να. Δρα­στή­ριος ο Σύλ­λο­γος Ντί­κε­νς, που έ­χει συ­στα­θεί α­πό το 1902, το διέ­σω­σε α­πό την κα­τε­δά­φι­ση και το με­τέ­τρε­ψε σε μου­σείο, το ο­ποίο λει­τουρ­γεί α­πό το 1925.
Σε α­ντί­θε­ση, ο Πα­πα­δια­μά­ντης, μια ε­ντοι­χι­σμέ­νη προ­το­μή, ό­λη κι ό­λη, ευ­τύ­χη­σε να α­πο­κτή­σει στην Αθή­να, στην πλα­τεία Δε­ξα­με­νής, στο Κο­λω­νά­κι, ό­που έ­ζη­σε τα τε­λευ­ταία χρό­νια της α­θη­ναϊκής του με­τοι­κε­σίας. Κι αυ­τής, ό­μως, της βγά­λα­με τα μά­τια ή, ε­πί το α­κρι­βέ­στε­ρο, έ­πε­σε θύ­μα πρό­σφα­του βαν­δα­λι­σμού. Κα­τά τα άλ­λα, σύμ­φω­να με τις πο­μπώ­δεις εκ­φρά­σεις των υ­πουρ­γών Πο­λι­τι­σμού, η Αθή­να μας, με το κλέ­ος των α­γαλ­μά­των της, συ­νι­στά α­κρο­γω­νιαίο λί­θο της βα­ριάς βιο­μη­χα­νίας της χώ­ρας μας, που εί­ναι ο του­ρι­σμός.
Όσο για τα υ­πό­λοι­πα του έ­τους Ντί­κε­νς, ο Σύλ­λο­γός του έ­χει ή­δη α­ναγ­γεί­λει το Συ­νέ­δριο Ντί­κε­νς του 2012, προ­κρί­νο­ντας ως τό­πο διε­ξα­γω­γής τη γε­νέ­τει­ρά του, το Πόρ­τσμουθ. Σε α­ντί­θε­ση με την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μά­ντη, που φαί­νε­ται να νιώ­θει κά­θε φο­ρά συ­μπλεγ­μα­τι­κά να πραγ­μα­το­ποιή­σει το Συ­νέ­δριο στη Σκιά­θο. Να ση­μειώ­σου­με, ε­πί­σης, ό­τι ο Σύλ­λο­γος Ντί­κε­νς έ­χει ή­δη α­ναγ­γεί­λει το πρό­γραμ­μα του Συ­νε­δρίου, προσ­διο­ρί­ζο­ντας το χρό­νο και ό­λες τις λε­πτο­μέ­ρειες σχε­τι­κά και με τη συμ­με­το­χή σε αυ­τό, τις ο­ποίες α­να­κοι­νώ­νει στον διε­θνή Τύ­πο, ώ­στε το Συ­νέ­δριο να εί­ναι α­νοι­χτό για κά­θε εν­δια­φε­ρό­με­νο α­πα­ντα­χού της γης. Και πά­λι, σε α­ντί­θε­ση με την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μά­ντη, που δεν δη­μο­σιο­ποιεί ευ­ρύ­τε­ρα τις α­πο­φά­σεις της, τις ο­ποίες, ού­τως ή άλ­λως, παίρ­νει στο πα­ρά πέ­ντε. Τέ­λος, πα­ρό­λο που ο Ντί­κε­νς, ε­κτός α­πό Σύλ­λο­γο, έ­χει και νεό­τε­ρη Εται­ρεία, έ­να μό­νο διε­θνές Συ­νέ­δριο προ­γραμ­μα­τί­ζε­ται, στις 9 με 14 Αυ­γού­στου, και θα α­φο­ρά τον Ντί­κε­νς και το έρ­γο του, χω­ρίς θε­μα­τι­κούς πε­ριο­ρι­σμούς.

Δια­φο­ρές

Η δια­φο­ρά στην α­ντι­με­τώ­πι­ση των δυο συγ­γρα­φέων, ό­σο α­φο­ρά τη διε­θνή κοι­νό­τη­τα, εί­ναι συ­νάρ­τη­ση πολ­λών πα­ρα­γό­ντων, με κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο ε­κεί­νο της γλώσ­σας. Πέ­ραν, ό­μως, των πε­ριο­ρι­σμέ­νων ο­ρίων της ελ­λη­νι­κής, βα­σι­κός συ­ντε­λε­στής εί­ναι και το εί­δος της λο­γο­τε­χνίας, που καλ­λιέρ­γη­σαν οι δυο συγ­γρα­φείς. Όσο πε­ριο­ρι­στι­κή α­πο­βαί­νει η γλώσ­σα γρα­φής, α­ντί­στοι­χα δε­σμευ­τι­κό στην α­πή­χη­ση ε­νός συγ­γρα­φέα εί­ναι το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος του διη­γή­μα­τος ή και γε­νι­κό­τε­ρα της σύ­ντο­μης φόρ­μας έ­να­ντι του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Κο­ρυ­φαίος μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ο Ντί­κε­νς, ψυ­χα­γώ­γη­σε με τα βι­βλία του και τις με­τα­μορ­φώ­σεις τους σε ται­νίες, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές και τη­λε­ο­πτι­κές, σε θε­α­τρι­κά έρ­γα μέ­χρι και σε κό­μι­κς, ό­λες τις η­λι­κίες και ό­λες τις γε­νιές α­πό την ε­πο­χή του και του­λά­χι­στον μέ­χρι την η­λεκ­τρο­νι­κή ε­πέ­λα­ση. Ενώ, ο Πα­πα­δια­μά­ντης κω­δι­κο­ποιεί­ται ως διη­γη­μα­το­γρά­φος και α­να­λο­γι­κά πα­ρα­μέ­νει, πε­ρισ­σό­τε­ρο σή­με­ρα, δυσ­πρό­σι­τος στο ευ­ρύ κοι­νό. Αυ­τή η δια­φο­ρά, ω­στό­σο, δεν ση­μα­το­δο­τεί και δια­φο­ρά α­να­στή­μα­τος. Ο Ντί­κε­νς έ­χει μεν κα­τα­χω­ρη­θεί ως κλα­σι­κός συγ­γρα­φέ­ας των αγ­γλι­κών γραμ­μά­των, αλ­λά η κρι­τι­κή, κα­τά και­ρούς, του κα­τα­λό­γι­σε συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό έως και με­λο­δρα­μα­τι­σμό, χα­ο­τι­κή δο­μή και ρε­α­λι­σμό νο­θευ­μέ­νο με ε­ξω­πραγ­μα­τι­κά στοι­χεία ρο­μα­ντι­κής προέ­λευ­σης. Με βά­ση ό­λα αυ­τά, οι Άγγλοι μο­ντερ­νι­στές τον ε­ξαί­ρε­σαν α­πό τον λο­γο­τε­χνι­κό Κα­νό­να που κα­τάρ­τι­σαν. Μέ­νει ζη­τού­με­νο, ποια μπο­ρεί να ή­ταν η ά­πο­ψή τους για τα διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη.

Πρώ­τες με­τα­φρά­σεις

Πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μια γε­νιά χω­ρί­ζει τον Σκια­θί­τη α­πό τον λον­δρέ­ζο ο­μό­τε­χνό του. Εφέ­τος ε­ορ­τά­ζο­νται τα 200 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Ντί­κε­νς, στις 7 Φε­βρουα­ρίου 1812. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης γεν­νή­θη­κε 39 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στις 4 Μαρ­τίου 1851. Το 2011, συ­μπλη­ρώ­θη­κε έ­νας αιώ­νας α­πό το θά­να­τό του, στις 2 Ια­νουα­ρίου 1911. Κυ­ρια­κή γεν­νή­θη­κε και Κυ­ρια­κή πέ­θα­νε, λί­γο πριν κλεί­σει τα 60. Σε πα­ρα­πλή­σια η­λι­κία, έ­χο­ντας συ­μπλη­ρώ­σει τα 58, πέ­θα­νε ο Ντί­κε­νς, στις 8 Ιου­νίου 1870. Αμφό­τε­ροι χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται και κοι­νω­νι­κοί συγ­γρα­φείς. Κυ­ρίως κοι­νω­νι­κός συγ­γρα­φέ­ας ο Ντί­κε­νς, πε­ριέ­γρα­ψε και ε­πέ­κρι­νε ό­ψεις του βι­κτω­ρια­νού κό­σμου, μέ­σα στον ο­ποίο έ­ζη­σε. Όταν α­νέ­βη­κε στο θρό­νο η δε­κα­ο­χτά­χρο­νη Βι­κτω­ρία, το 1837, ε­κεί­νος ή­ταν ή­δη έ­νας δη­μο­φι­λής συγ­γρα­φέ­ας, πα­ρό­τι εί­χε εκ­δώ­σει μό­λις έ­να βι­βλίο τον προ­η­γού­με­νο χρό­νο. Το έ­τος της εν­θρό­νι­σής της δη­μο­σίευ­σε σε συ­νέ­χειες τον «Όλι­βερ Τουί­στ». Όταν πέ­θα­νε η Βα­σί­λισ­σα, το 1901, ε­κεί­νος εί­χε ή­δη ει­σέλ­θει στο πάν­θεο των κλα­σι­κών.
Δια βίου και σε ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο του, ο Ντί­κε­νς στά­θη­κε υ­πε­ρα­σπι­στής του λα­ού. Ανέ­δει­ξε αυ­τούς που δεν έ­χουν στον ή­λιο μοί­ρα, ορ­φα­νά και πα­ρίες, γε­λοιο­γρα­φώ­ντας τους τύ­ποις ε­νά­ρε­τους και κα­ταγ­γέλ­λο­ντας τους εκ­με­ταλ­λευ­τές. Με­τα­ξύ άλ­λων, πλά­θει στον «Όλι­βερ Τουί­στ» έ­ναν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό τύ­πο φι­λο­χρή­μα­του κα­κούρ­γου στον υ­πό­κο­σμο του Λον­δί­νου, τον Εβραίο Φέϊγκιν. Εί­ναι αρ­χη­γός συμ­μο­ρίας, που έ­χει στή­σει “σχο­λή” πορ­το­φο­λά­δων, ό­που εκ­παι­δεύει κα­ταλ­λή­λως ό­σα παι­διά πέ­φτουν στα χέ­ριά του. Αυ­τός ο ή­ρωας πο­λύ του κό­στι­σε του Ντί­κε­νς και ό­χι μό­νο με­τα­θα­να­τίως, ό­πως ο Σάϋλωκ του Σαίξ­πηρ. Οι κα­τη­γο­ρίες για α­ντι­ση­μι­τι­σμό ε­πη­ρέ­α­σαν α­κό­μη και το πλά­σι­μο, α­πό έ­να ση­μείο και ύ­στε­ρα, του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, κα­θώς γρα­φό­ταν και δη­μο­σιευό­ταν σε συ­νέ­χειες. Ο Ντί­κε­νς, ως προς τις πο­λι­τι­κές του α­ντι­λή­ψεις, πα­ρέ­μει­νε έ­νας α­στός της ε­πο­χής του. Γνη­σιό­τε­ρα λαϊκός υ­πήρ­ξε ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Μα­κράν, πά­ντως, και των δυο, οι ρι­ζο­σπα­στι­κές ι­δέες. Κι ό­μως, σε έ­ναν ρι­ζο­σπά­στη, που εν­θου­σιά­στη­κε με την κοι­νω­νι­κή κρι­τι­κή, που α­σκεί ο Ντί­κε­νς, πο­λύ πι­θα­νόν να ο­φεί­λε­ται η πρώ­τη με­τά­φρα­ση βι­βλίου του στα ελ­λη­νι­κά.
Αυ­τό το πρώ­το βι­βλίο του Ντί­κε­νς εί­ναι το κοι­νω­νι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα «Τα δύ­σκο­λα χρό­νια». Εκδό­θη­κε το 1887 α­πό το πε­ριο­δι­κό «Εβδο­μάς», χω­ρίς ό­νο­μα με­τα­φρα­στή. Προ­η­γου­μέ­νως, εί­χε δη­μο­σιευ­θεί σε συ­νέ­χειες στο εν λό­γω πε­ριο­δι­κό. Το ε­πό­με­νο έ­τος, εκ­δό­θη­κε έ­να δεύ­τε­ρο βι­βλίο του, «Το Άσμα των Χρι­στου­γέν­νων», ό­πως α­πο­δό­θη­κε ο πρω­τό­τυ­πος τίτ­λος, τα «Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα κά­λα­ντα». Αυ­τή τη φο­ρά, με ό­νο­μα με­τα­φρα­στή. Πρό­κει­ται για τον Πα­να­γιώ­τη Πα­νά, έ­να α­πό τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα πρό­σω­πα, αν ό­χι το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, του ελ­λη­νι­κού ρι­ζο­σπα­στι­σμού κα­τά τον 19ο αι. Έχου­με αρ­κε­τές εν­δεί­ξεις, που ο­δη­γούν στην ει­κα­σία ό­τι ε­κεί­νος εί­ναι ο με­τα­φρα­στής και του πρώ­του βι­βλίου. Υπέρ αυ­τού συ­νη­γο­ρεί, ε­κτός α­πό το θέ­μα του βι­βλίου, και το ό­τι ο Πα­νάς πα­ρα­μέ­νει μό­νι­μος συ­νερ­γά­της του πε­ριο­δι­κού, κυ­ρίως ως με­τα­φρα­στής, α­πό το 1884.
Ο Ντί­κε­νς, ό­μως, εί­ναι α­πό πο­λύ νω­ρί­τε­ρα δη­μο­φι­λής και στη χώ­ρα μας. Ήδη α­πό τα μέ­σα του 19ου αι. γί­νε­ται γνω­στός στο ελ­λη­νι­κό κοι­νό ως δη­μο­σιο­γρά­φος, ι­δίως με με­τα­φρά­σεις τα­ξι­διω­τι­κών του κει­μέ­νων. Η θαυ­μα­στι­κή μνη­μό­νευ­σή του, το 1891, α­πό τον Ιωάν­νη Κα­μπού­ρο­γλου, εκ­δό­τη της ε­φη­με­ρί­δας «Νέα Εφη­με­ρίς», δεί­χνει την ε­ξέ­χου­σα θέ­ση που κα­τέ­χει στην ε­κτί­μη­ση των λο­γίων της ε­πο­χής. Ο Κα­μπού­ρο­γλου τον α­να­φέ­ρει για να κα­λο­συ­στή­σει τον Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­θώς δη­μο­σιεύει αγ­γε­λία για την προ­σε­χή έκ­δο­ση συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του, με τίτ­λο, «Θα­λασ­σι­νά Ει­δύλ­λια»: “Αμε­ρι­κα­νός σχε­δόν εις τα διη­γή­μα­τά του, ω­σάν τον Πόε, ω­σάν τον Δίκ­κε­νς τον άγ­γλον εί­νε ο κ. Πα­πα­δια­μά­ντης”. Στις πρώ­τες δε­κα­ε­τίες του 20ου αιώ­να, πά­ντως, για τις ο­ποίες έ­χου­με κά­πως κα­λύ­τε­ρη ει­κό­να του πε­ριο­δι­κού Τύ­που, ο Ντί­κε­νς εμ­φα­νί­ζε­ται με με­τρη­μέ­να διη­γή­μα­τα. Όσο για τις με­τα­φρά­σεις βι­βλίων του, λεί­πει, και στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, συ­στη­μα­τι­κή βι­βλιο­γρα­φι­κή κα­τα­γρα­φή. Μια πρώ­τη α­πό­πει­ρα έ­κα­νε ο Θο­δω­ρής Πε­τρό­που­λος, ε­πι­κε­ντρώ­νο­ντας το εν­δια­φέ­ρον του στα πιο προ­σι­τά με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια. Δη­μο­σιεύ­θη­κε το 1989, στο μο­να­δι­κό, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, α­φιέ­ρω­μα πε­ριο­δι­κού στον Ντί­κε­νς, του «Δια­βά­ζω», σε ε­πι­μέ­λεια Γιώρ­γου Γα­λά­ντη. Ένας α­πό τους πρώ­τους με­τα­φρα­στές του Ντί­κε­νς, κα­τά την πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή δε­κα­ε­τία, εί­ναι ο πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νος Γιώρ­γος Κοτ­ζιού­λας, ο ο­ποίος και προ­τάσ­σει στη με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος «Με­γά­λες προσ­δο­κίες» ε­γκω­μια­στι­κό πρό­λο­γο. Εκεί, πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι το συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα εί­χε προ­κρι­θεί σε έ­ρευ­να των αρ­χών του ’50 για το κα­λύ­τε­ρο ευ­ρω­παϊκό μυ­θι­στό­ρη­μα. Τε­λι­κά, πολ­λές εί­ναι οι με­τα­φρά­σεις, κυ­ρίως διη­γη­μά­των, του Ντί­κε­νς, που δη­μο­σιεύο­νται χω­ρίς ό­νο­μα με­τα­φρα­στή. Ωστό­σο, ου­δείς έ­χει α­πο­δώ­σει κά­ποια α­πό αυ­τές στον Πα­πα­δια­μά­ντη. Αν και πρό­σφα­τα, σε εκ­πο­μπή της ε­πε­τεια­κής για τον Πα­πα­δια­μά­ντη σει­ράς «Το σκο­τει­νό τρυ­γό­νι», το ι­σχυ­ρί­στη­κε ο ι­στο­ρι­κός τέ­χνης Μά­νος Στε­φα­νί­δης. Αλλά, το πι­θα­νό­τε­ρο, ε­πρό­κει­το για lapsus linguae.

Εκλε­κτι­κή συγ­γέ­νεια

Ανά­με­σα στον Πα­πα­δια­μά­ντη και τον Ντί­κε­νς υ­πάρ­χει μια κά­ποια ε­κλε­κτι­κή συγ­γέ­νεια ό­σο α­φο­ρά την α­γά­πη τους για τον κό­σμο των παι­διών, στο πλά­σι­μο του ο­ποίου και οι δυο α­ντα­να­κλούν δι­κά τους βιώ­μα­τα. Ενώ, αμ­φό­τε­ροι δεί­χνουν προ­τί­μη­ση στους τα­πει­νούς και τους πα­ρίες των πό­λεων. Ο κα­τ’ ε­ξο­χήν, ό­μως, λο­γο­τε­χνι­κός τό­πος στον ο­ποίο συ­να­ντιού­νται, δεν εί­ναι το κοι­νω­νι­κό πε­ζό αλ­λά το ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα. Ο Ντί­κε­νς θεω­ρεί­ται ο ει­ση­γη­τής του χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου διη­γή­μα­τος. Από το 1843 μέ­χρι το 1867 δη­μο­σίευε κά­θε χρό­νο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τα στα πε­ριο­δι­κά, που ε­ξέ­δι­δε ο ί­διος, Στη συ­νέ­χεια, συ­γκέ­ντρω­νε τα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τά του σε τό­μους, ε­νώ, τα πρώ­τα χρό­νια, ε­ξέ­δω­σε και πέ­ντε ε­κτε­νείς ι­στο­ρίες, που θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν με­γά­λες νου­βέ­λες. Η πρώ­τη εί­ναι τα «Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα κά­λα­ντα», που α­πο­δό­θη­κε στα ελ­λη­νι­κά «Το Άσμα των Χρι­στου­γέν­νων».
Ο Ντί­κε­νς συ­νέ­βα­λε στην κα­θιέ­ρω­ση του χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου διη­γή­μα­τος και στην Ελλά­δα. Πολ­λοί εί­ναι οι έλ­λη­νες συγ­γρα­φείς που δη­μο­σίευ­σαν χρι­στου­γεν­νιά­τι­κες ι­στο­ρίες. Μό­νο, ό­μως, ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­κο­λού­θη­σε το πα­ρά­δειγ­μά του, δη­μο­σιεύο­ντας με πα­ρό­μοια τα­κτι­κό­τη­τα. Ξε­κί­νη­σε εί­κο­σι χρό­νια α­φό­του ε­κεί­νος στα­μά­τη­σε, τα Χρι­στού­γεν­να του 1887, ό­ταν έ­κα­νε την εμ­φά­νι­σή του ο πρώ­τος Ντί­κε­νς στα ελ­λη­νι­κά βι­βλιο­πω­λεία. Οι δια­φο­ρές, ω­στό­σο, α­νά­με­σα στον Σκια­θί­τη και τον Λον­δρέ­ζο εί­ναι ση­μα­ντι­κές. Ο Ντί­κε­νς εί­ναι ο ει­ση­γη­τής του χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου διη­γή­μα­τος, αλ­λά ό­χι κα­θο­λι­κά και του ε­ορ­τα­στι­κού. Ανέ­στη­σε μεν το πνεύ­μα των Χρι­στου­γέν­νων για τους Άγγλους και τους Αμε­ρι­κα­νούς, αλ­λά συγ­γρα­φι­κά δεν τον α­πα­σχό­λη­σε κα­μία άλ­λη θρη­σκευ­τι­κή ε­ορ­τή. Ίσως για­τί ή­ταν Αγγλι­κα­νός στο θρή­σκευ­μα και το Πά­σχα εί­ναι ε­ορ­τή της Ορθο­δο­ξίας. Αλλά και ο ορ­θό­δο­ξος Ντο­στο­γιέφ­σκι, που δη­μο­σίευ­σε ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα, μό­νο για τα Χρι­στού­γεν­να έ­γρα­ψε. Οπό­τε εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης ε­κεί­νος που ε­γκαι­νιά­ζει ευ­ρύ­τε­ρα το ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα. Δυ­στυ­χώς, ό­μως, για ε­κεί­νον ή μάλ­λον ορ­θό­τε­ρα, για την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, “Άγγλοι ή Γερ­μα­νοί ή Γάλ­λοι” α­ξιο­λο­γούν το εί­δος, ό­χι, ό­μως, “οι Γρα­κύ­λοι της σή­με­ρο­ν”, του­λά­χι­στον κα­τα­πώς συ­νά­γε­ται α­πό τα δη­μο­σιεύ­μα­τά τους. Αυ­τοί, ό­ταν δεν του βγά­ζουν τα μά­τια, του βά­ζουν τα γυα­λιά ή μάλ­λον, μα­το­γυά­λια εξ Εσπε­ρίας ερ­χό­με­να. Βε­βαίως, αυ­τή εί­ναι η κυ­ρίαρ­χη ο­πτι­κή και α­πο­κα­λεί­ται ευ­ρω­παϊκή α­να­βά­πτι­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη.
Αλλά κι αν πε­ριο­ρι­στού­με στο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο διή­γη­μα, του Πα­πα­δια­μά­ντη δια­φέ­ρει ου­σια­στι­κά α­πό ε­κεί­νο του Ντί­κε­νς. Φα­ντα­στι­κά και η­θο­ποιη­τι­κά έ­χουν χα­ρα­κτη­ρι­στεί τα διη­γή­μα­τα του Ντί­κε­νς. Το κύ­ριο, ό­μως, γνώ­ρι­σμά τους εί­ναι η προ­βο­λή της οι­κο­γέ­νειας και του χα­ρού­με­νου ε­ορ­τα­σμού στους κόλ­πους της. Σε α­ντί­θε­ση με του Πα­πα­δια­μά­ντη, που α­γκα­λιά­ζουν ο­λό­κλη­ρη την κοι­νό­τη­τα, με προ­ε­ξάρ­χον σε ο­ρι­σμέ­να το εκ­κλη­σια­στι­κό τε­λε­τουρ­γι­κό. Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά το πε­ριε­χό­με­νο, για­τί ει­δο­λο­γι­κά, ού­τε φα­ντα­στι­κά εί­ναι, πλην ε­νός που έ­χει πα­ρα­μυ­θι­τι­κή μορ­φή («Άνθος του Για­λού»), ού­τε η­θο­ποιη­τι­κά, του­λά­χι­στον ό­χι με τον προ­φα­νή τρό­πο ε­κεί­νων του Ντί­κε­νς.

Δια­κει­με­νι­κό­τη­τα

Ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν φαί­νε­ται να ε­πη­ρεά­στη­κε, του­λά­χι­στον ά­με­σα, α­πό το έρ­γο του Ντί­κε­νς, ού­τε στα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τα ού­τε γε­νι­κό­τε­ρα. Αν και πρό­σφα­τα ε­πι­ση­μάν­θη­κε μια πρω­τό­τυ­πη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Σε δη­μο­σίευ­μα κυ­ρια­κά­τι­κης ε­φη­με­ρί­δας, α­νή­με­ρα το Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο, ο Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος α­φή­νει α­νοι­χτό το εν­δε­χό­με­νο ο Πα­πα­δια­μά­ντης να δα­νεί­στη­κε μια φρά­ση α­πό τον «Όλι­βερ Τουί­στ». Για μια ο­ποια­δή­πο­τε φρά­ση, ό­σο ποιη­τι­κή ή άλ­λως πώς ε­ντυ­πω­σια­κή κι αν εί­ναι, δεν θα ά­ξι­ζε να γί­νει λό­γος. Πρό­κει­ται, ό­μως, για τη δια­ση­μό­τε­ρη φρά­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη α­πό το γνω­στό­τε­ρο έρ­γο του, την «Φό­νισ­σα». Συ­γκε­κρι­μέ­να, την κα­τα­κλεί­δα: «...Η γραία Χα­δού­λα εύ­ρε τον θά­να­τον... εις το ή­μι­συ του δρό­μου, με­τα­ξύ της θείας και της αν­θρώ­πι­νης δι­καιο­σύ­νης.» Ο Ρα­πτό­που­λος ε­ντο­πί­ζει τη φρά­ση σε έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια του «Όλι­βερ Τουί­στ», ε­κεί που πε­ρι­γρά­φε­ται ο θά­να­τος του πρω­το­πα­λί­κα­ρου της συμ­μο­ρίας του Φέϊγκιν, του Μπιλ Σάϊκς. Στη με­τά­φρα­ση, που έ­πε­σε στα χέ­ριά του, δια­βά­ζει «...Ο φο­νιάς τι­νά­χτη­κε α­πελ­πι­σμέ­να και τα πό­δια του συ­σπά­στη­καν στο κε­νό. Κι έ­μει­νε ε­κεί κρε­μα­σμέ­νος, με το μα­χαί­ρι α­νοι­χτό στη σφιγ­μέ­νη του πα­λά­μη. Εκεί έ­μει­νε, με­τέω­ρος, α­νά­με­σα στη θεία και την αν­θρώ­πι­νη δι­καιο­σύ­νη.»
Ο Ρα­πτό­που­λος, πι­θα­νώς μη α­ντι­λαμ­βα­νό­με­νος τη ση­μα­σία ε­νός πα­ρό­μοιου δα­νείου, δεν α­να­τρέ­χει στο πρω­τό­τυ­πο του «Όλι­βερ Τουί­στ» προς διευ­κρί­νι­ση. Αφή­νει τη σκιά της “λο­γο­κλο­πής” να πλα­νιέ­ται πά­νω α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη, για να σώ­σει την ε­πι­φυλ­λί­δα του ή μάλ­λον τον τίτ­λο της, «Εις το ή­μι­συ του δρό­μου». Να δια­λύ­σου­με, λοι­πόν, τη σκιά. Στο πρω­τό­τυ­πο δεν υ­πάρ­χει η ε­πί­μα­χη φρά­ση. Άρα πρό­κει­ται για προ­σθή­κη του με­τα­φρα­στή. Ο Ρα­πτό­που­λος α­να­ρω­τιέ­ται, μή­πως ή­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης ε­κεί­νος που με­τέ­φρα­σε το βι­βλίο. Κι ό­μως, ό­πως μας πλη­ρο­φο­ρεί, τη με­τά­φρα­ση υ­πο­γρά­φει ο/η ά­γνω­στος/στη Ε. ΠΟ­ΛΙ­ΤΟΥ και εί­ναι ε­πα­νέκ­δο­ση του 2000, που κυ­κλο­φο­ρεί α­πό τις εκ­δό­σεις DeAgostini Hellas. Γνω­στές οι εν λό­γω εκ­δό­σεις σε ευ­ρω­παϊκό ε­πί­πε­δο, με πο­ρεία 110 χρό­νων, έ­χουν πά­ρει το ό­νο­μά τους α­πό τον ι­τα­λό γεω­γρά­φο Τζιο­βά­νι Ντε Αγκο­στί­νι. Στην Ελλά­δα, ω­στό­σο, εμ­φα­νί­στη­καν το 1995. Οι εκ­δό­σεις τους βι­βλίων του Ντί­κε­νς στη­ρί­χτη­καν σε πα­λαιό­τε­ρες με­τα­φρά­σεις άλ­λων εκ­δο­τών. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη εί­ναι των εκ­δό­σεων Μί­νωας του 1968. Την α­να­φέ­ρει ο Πε­τρό­που­λος στη βι­βλιο­γρα­φία του, μό­νο που γρά­φει τον με­τα­φρα­στή Κ. Πο­λί­του. Όπως και να έ­χει, ε­μάς ο με­τα­φρα­στής δεν μας φαί­νε­ται και τό­σο ά­γνω­στος. Θα μπο­ρού­σε να πρό­κει­ται για την νε­ο­ελ­λη­νί­στρια Ελέ­νη Πο­λί­του-Μαρ­μα­ρι­νού, που, πι­θα­νώς, τό­τε α­κό­μη να μην εί­χε α­πο­κτή­σει το δεύ­τε­ρο ε­πί­θε­το ού­τε να εί­χε γί­νει κα­θη­γή­τρια. Μπο­ρεί να μην εί­χε καν φύ­γει για τις με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δές στο Λον­δί­νο. Φαί­νε­ται, πά­ντως, πως α­γα­πού­σε α­πό τό­τε τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Από τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα, που βάλ­θη­κε να ι­χνη­λα­τή­σει και με τη βοή­θεια της τε­χνο­λο­γίας τον με­τα­φρα­στή Πα­πα­δια­μά­ντη. Από ό­σο γνω­ρί­ζου­με και αν η ει­κα­σία μας ευ­στα­θεί, εί­ναι το πρώ­το πα­ρά­δειγ­μα πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γου, που λει­τουρ­γεί με­τα­φρα­στι­κά κα­τά το πρό­τυ­πο του Πα­πα­δια­μά­ντη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/1/2012.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Απάντων Παπαδιαμάντη τέλος

Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης
«Άπα­ντα»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος
Έκδο­ση «ΤΟ ΒΗ­ΜΑ βι­βλιο­θή­κη»

Συ­νέ­χεια σχο­λια­σμού α­πό την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή.
Οι προ­λο­γι­στές, λοι­πόν, ξε­κι­νούν και τε­λειώ­νουν με μια γε­νι­κευ­τι­κή α­ξιο­λό­γη­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη και του έρ­γου του, ε­κτός α­πό ε­κεί­νους που εκ­κι­νούν ε­στιά­ζο­ντας σε έ­να διή­γη­μα, ο­πό­τε τους μέ­νει το κλεί­σι­μο. Όσο γε­νι­κευ­τι­κές τό­σο και δο­ξα­στι­κές αυ­τές οι ε­κτι­μή­σεις, δια­τυ­πώ­νο­νται με τον α­πό­λυ­το τρό­πο της αυ­θε­ντίας. Πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­νη που α­πο­φαί­νε­ται ό­τι “η σύγ­χρο­νη ευ­ρω­παϊκή λο­γο­τε­χνία θα πα­ρα­μεί­νει φτω­χό­τε­ρη ό­σο α­δυ­να­τεί να κοι­νω­νή­σει το έρ­γο και το πνεύ­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη”. Κα­τά κα­νό­να, πά­ντως, οι προ­λο­γι­στές φρο­ντί­ζουν να α­να­φέ­ρουν τη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο, κα­τά την ο­ποία δη­μο­σιεύ­τη­καν τα διη­γή­μα­τα του τό­μου. Με βά­ση αυ­τό το δε­δο­μέ­νο, ω­στό­σο, δεν ε­πε­κτεί­νο­νται στις κοι­νω­νι­κές και λο­γο­τε­χνι­κές συν­θή­κες της ε­πο­χής, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν, αλ­λά πε­ριο­ρί­ζο­νται να σχο­λιά­σουν τη συγ­γρα­φι­κή φά­ση, στην ο­ποία βρι­σκό­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης, σε σχέ­ση και με την η­λι­κία του. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, ο Άγγε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος, στον πρό­λο­γο του έ­βδο­μου τό­μου, με τα δη­μο­σιευ­μέ­να ε­ντός του 1892 διη­γή­μα­τα, κά­νει σύ­ντο­μη μνεία στην πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση της χώ­ρας ε­πί Χα­ρί­λα­ου Τρι­κού­πη. Ού­τε, βέ­βαια, πα­ρα­βάλ­λουν τον Πα­πα­δια­μά­ντη με άλ­λους ο­μό­τε­χνούς του κα­τά την ί­δια πε­ρίο­δο. Απου­σιά­ζει, δη­λα­δή, τε­λείως, μια συγ­χρο­νι­κή ει­κό­να, έ­στω α­δρο­με­ρής, που θα βο­η­θού­σε τον α­να­γνώ­στη να το­πο­θε­τή­σει τον Πα­πα­δια­μά­ντη στο πε­ρι­βάλ­λον της πε­ζο­γρα­φι­κής πα­ρά­δο­σης. Πλην ε­νός ρη­το­ρι­κού πα­ραλ­λη­λι­σμού της γλώσ­σας με ε­κεί­νη των Ροΐδη, Βι­ζυη­νού και Μω­ραϊτί­δη, που ε­πι­χει­ρεί προς α­γλαϊσμόν και πά­λι ο Κα­λο­γε­ρό­που­λος, στο δεύ­τε­ρο πρό­λο­γό του, ε­κεί­νον του εν­δέ­κα­του τό­μου. Επί­σης, οι προ­λο­γι­στές δεν προ­βαί­νουν σε συ­γκρί­σεις με με­τα­γε­νέ­στε­ρους συγ­γρα­φείς, των ο­ποίων τα έρ­γα τυ­χόν συ­νο­μι­λούν με ο­ρι­σμέ­να πα­πα­δια­μα­ντι­κά διη­γή­μα­τα, ώ­στε να δια­φαί­νο­νται οι α­πα­ραί­τη­τοι δε­σμοί συ­νέ­χειας. Εκτός α­πό τον Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λο, στον ε­πί­λο­γο, που α­πο­πει­ρά­ται συ­σχέ­τι­ση των α­φη­γη­μα­τι­κών του τρό­πων με ε­κεί­νους δυο με­τα­γε­νέ­στε­ρων πε­ζο­γρά­φων, των Ν. Γ. Πε­ντζί­κη και Νί­κου Κα­χτί­τση, οι ο­ποίοι α­πο­τε­λούν προ­σφι­λή του συγ­γρα­φι­κά πρό­σω­πα.
Ορι­σμέ­νες δια­πι­στώ­σεις των προ­λο­γι­στών α­ναι­ρού­νται α­πό το ί­διο το έρ­γο. Πα­ρά­δειγ­μα, η α­πό­φαν­ση του Άγγε­λου Μα­ντά, ό­τι το 1887 “ο Πα­πα­δια­μά­ντης ε­γκα­τα­λεί­πει ο­ρι­στι­κά και α­με­τά­κλη­τα το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος”. Ενώ, υ­πάρ­χουν τα δυο “κοι­νω­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα”, το 1903 «Η Φό­νισ­σα» και το 1907 «Τα Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια». Αν ε­πρό­κει­το για ά­πο­ψη του προ­λο­γι­στή, θα ή­ταν α­πο­δε­κτή ως μια φι­λο­λο­γι­κή ε­κτί­μη­ση. Εκεί­νος, ό­μως, α­πο­φθέγ­γε­ται για τις προ­θέ­σεις του συγ­γρα­φέα, α­πο­φαι­νό­με­νος ό­τι η στρο­φή του στο διή­γη­μα συ­νι­στά “κί­νη­ση αυ­το­συ­νει­δη­σίας”. Προϋπάρ­χει, βε­βαίως, η θεω­ρία πε­ρί πα­πα­δια­μα­ντι­κής πα­λι­νω­δίας του Στέ­λιου Ράμ­φου, αλ­λά, εί­κο­σι πέ­ντε χρό­νια με­τά, αυ­τή α­παι­τεί ε­πα­νε­ξέ­τα­ση. Συ­νη­θέ­στε­ρες, πά­ντως, εί­ναι ε­κεί­νες οι ε­κτι­μή­σεις, οι ο­ποίες, μέ­σα στη γε­νι­κο­λο­γία τους, κα­τα­λή­γουν να χά­νουν μέ­ρος του ό­ποιου νοή­μα­τος ε­μπε­ριέ­χουν. Πα­ρά­δειγ­μα, η ά­πο­ψη του Στέ­λιου Πα­πα­θα­να­σίου ό­τι το διή­γη­μα «Η Φαρ­μα­κο­λύ­τρια» εί­ναι “πη­γή α­κέ­νω­τος ο­ντο­λο­γι­κών, θε­ο­λο­γι­κών, κοι­νω­νιο­λο­γι­κών και ψυ­χο­λο­γι­κών κα­τη­γο­ριώ­ν” ή, του ι­δίου, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης εί­ναι “ο με­γά­λος τρα­γι­κός του νέ­ου ελ­λη­νι­σμού”. Επί­σης, η δια­πί­στω­ση του Μα­ντά, ό­τι “ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­παρ­νεί­ται τη με­τω­νυ­μι­κό­τη­τα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος και α­φο­σιώ­νε­ται στη με­τα­φο­ρι­κό­τη­τα των μι­κρών συν­θέ­σεω­ν”, της ο­ποίας το α­κρι­βές νό­η­μα θα δυ­σκο­λευό­ταν να συλ­λά­βει α­κό­μη και έ­νας θεω­ρη­τι­κός της λο­γο­τε­χνίας. Πα­ρό­μοιες ε­ντυ­πω­σια­κής σύλ­λη­ψης φρά­σεις πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι για το πλα­τύ κοι­νό μέ­νουν σα­γη­νευ­τι­κά σκο­τει­νές.
Για ο­ρι­σμέ­νους προ­λο­γι­στές, η καλ­λιέ­πεια του κει­μέ­νου δεί­χνει ως αυ­το­σκο­πός. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, δε­δο­μέ­νου ό­τι η υ­φο­λο­γι­κή εκ­ζή­τη­ση έρ­χε­ται ως πα­ρε­πό­με­νο της γε­νί­κευ­σης, ο πρό­λο­γος, που προ­κύ­πτει, θα μπο­ρού­σε να συ­νο­δεύει τον οιον­δή­πο­τε τό­μο ή και ο­λό­κλη­ρα τα «Άπα­ντα». Ένας α­δαής στους τρό­πους της ρη­το­ρείας δεν μπο­ρεί πα­ρά να α­πο­ρεί με ο­ρι­σμέ­νες δια­τυ­πώ­σεις. Πα­ρά­δειγ­μα, η Τα­σού­λα Κα­ρα­γεωρ­γίου, που πα­ρα­δο­μέ­νη στον ποιη­τι­κό της οί­στρο, κά­νει λό­γο πε­ρί “α­φε­λούς α­θωό­τη­τας”, “ποιη­τι­κής δη­μο­κρα­τίας” ή και “δη­μο­κρα­τίας του πο­λυε­πί­πε­δου ύ­φους”. Νεό­τε­ροι ποιη­τές, ό­πως η Κα­ρα­γεωρ­γίου και ο Δη­μή­τρης Κο­σμό­που­λος, στην δο­κι­μιο­γρα­φία τους, ε­πι­τεί­νουν την φρα­στι­κή α­ο­ρι­στία με τον φόρ­το των ε­πι­θέ­των. Το πλή­θος των κο­σμη­τι­κών στοι­χείων, κα­θώς και η ε­πα­νά­λη­ψη των ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρων εξ αυ­τών, τεί­νει να τα κα­τα­στή­σει α­βα­ρή. Μπο­ρεί, λ.χ., ο Ελύ­της να α­να­φέ­ρε­ται “στη μα­γεία του Πα­πα­δια­μά­ντη”, ω­στό­σο η συ­νε­χής α­να­φο­ρά στο μα­γι­κό και το μα­γευ­τι­κό, στη μα­γεία και το θαύ­μα, λει­τουρ­γεί σε βά­ρος της ό­ποιας ποιη­τι­κό­τη­τας του λό­γου.
Στους προ­λό­γους, ως κεί­με­να δο­κι­μια­κού μάλ­λον χα­ρα­κτή­ρα πα­ρά ει­σα­γω­γι­κού, γί­νο­νται α­να­φο­ρές σε άλ­λους με­λε­τη­τές, κα­θώς και πα­ρα­πο­μπές σε δη­μο­σιεύ­μα­τα και βι­βλία. Δυ­στυ­χώς, για τις πη­γές δεν έ­χει προ­βλε­φθεί ε­νιαίος τρό­πος βι­βλιο­γρα­φι­κής κα­τα­γρα­φής. Άλλο­τε οι πα­ρα­πο­μπές εν­σω­μα­τώ­νο­νται στο κεί­με­νο, άλ­λο­τε κα­τα­χω­ρί­ζο­νται σε υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, ε­νώ, συ­χνό­τε­ρα, πα­ρα­λεί­πο­νται Όσο α­φο­ρά το ποιόν αυ­τών των ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κών συ­σχε­τί­σεων και α­να­φο­ρών, δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση, ό­τι οι προ­λο­γι­στές α­πευ­θύ­νο­νται σε κοι­νό­τη­τα ει­δη­μό­νων, α­δια­φο­ρώ­ντας για το πλα­τύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, πά­ντως, αυ­τές οι μνείες δεί­χνουν πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν κα­ρύ­κευ­μα του λό­γου και λι­γό­τε­ρο ως α­να­γκαία πα­ρά­θε­ση για την α­νά­πτυ­ξη της ό­ποιας συλ­λο­γι­στι­κής. Όπως και να το κά­νου­με, μια α­να­φο­ρά στον Βιτ­τγκεν­στάιν ή τον Μι­χαήλ Μπα­χτίν, ό­ταν, μά­λι­στα, αυ­τή δεν γί­νε­ται ά­πα­ξ, αλ­λά ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται δις και τρις, προσ­δί­δει δια­φο­ρε­τι­κό κύ­ρος σε έ­να κεί­με­νο. Λ.χ., ο Πα­πα­θα­να­σίου, για να έ­χει την ευ­και­ρία να α­να­φερ­θεί στην κα­τά Μπα­χτίν ερ­μη­νεία του Ντο­στο­γιέφ­σκι, πα­ρα­κά­μπτει – ε­κτός κι αν του δια­φεύ­γει - την αυ­το­νό­η­τη δια­φο­ρά με­τα­ξύ κυ­ριο­λε­κτι­κής και με­τα­φο­ρι­κής χρή­σης της λέ­ξης “χα­μά­λης”, που κά­νει ο Πα­πα­δια­μά­ντης σε δυο διη­γή­μα­τα. Ως γνω­στόν, οι ά­ρι­στοι των φι­λο­λό­γων εί­ναι ε­κεί­νοι που κά­πο­τε υ­πο­πί­πτουν στο ο­λί­σθη­μα της υ­πε­ρερ­μη­νείας. Αντί­στοι­χο ρό­λο, πά­ντως, με ε­κεί­νον του Μπα­χτίν φαί­νε­ται να ε­πι­φυ­λάσ­σουν οι ελ­λη­νο­κε­ντρι­κοί στον Ζή­σι­μο Λο­ρε­ντζά­το.
Απο­μέ­νει η τρί­τη ε­νό­τη­τα, με τους προ­λό­γους των δυο τε­λευ­ταίων τό­μων, στους ο­ποίους δη­μο­σιεύο­νται τα ποιη­τι­κά και τα μη λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να του Πα­πα­δια­μά­ντη, και ο ε­πί­λο­γος. Τους προ­λό­γους, τους α­να­λαμ­βά­νουν οι κα­θ’ ύ­λην αρ­μό­διοι. Ο Κο­σμό­που­λος, ως ποιη­τής, τα «Ποιη­τι­κά και άλ­λα κεί­με­να», ο Δη­μή­τρης Μαυ­ρό­που­λος, ως θε­ο­λό­γος, τα θρη­σκευ­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται στον τε­λευ­ταίο τό­μο «Η Δί­ψα του Δαυϊδ και άλ­λα κεί­με­να». Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος δεν θη­ρεύει λε­κτι­κούς και άλ­λους ε­ντυ­πω­σια­σμούς. Σχο­λιά­ζει κά­ποια ση­μεία, που, σή­με­ρα πλέ­ον, δεν εί­ναι αυ­το­νό­η­τα, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, η διά­κρι­ση Εκκλη­σίας και Θρη­σκείας. Ακό­μη, ε­πι­μέ­νει σε ο­ρι­σμέ­να βιο­γρα­φι­κά του Πα­πα­δια­μά­ντη, τα ο­ποία τεί­νουν να δια­γρα­φούν. Έτσι, φω­τί­ζει τις συγ­γρα­φι­κές προ­θέ­σεις. Τέ­λος, τον ε­πί­λο­γο α­να­λαμ­βά­νει ο Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος, που εί­ναι και ο μό­νος α­μι­γής πε­ζο­γρά­φος της ο­μά­δας και ά­ρα, ο στε­νό­τε­ρος “συγ­γε­νής” του Πα­πα­δια­μά­ντη. Το κεί­με­νό του εί­ναι το α­να­με­νό­με­νο α­πό έ­ναν διη­γη­μα­το­γρά­φο, που στέ­κει θαυ­μα­στι­κός προς τον μα­κρι­νό πρό­γο­νο. Ίσως, ό­μως και να υ­περ­βάλ­λει, του­λά­χι­στον φρα­στι­κά, στο “ε­γκώ­μιο του διη­γη­μα­το­γρά­φου”, ερ­χό­με­νος σε πα­ρα­φω­νία τό­σο με το δι­κό του α­φη­γη­μα­τι­κό ύ­φος ό­σο και με ε­κεί­νο του τι­μώ­με­νου. Το βα­σι­κό, ό­μως, κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, εί­ναι ό­τι α­δι­κεί τις εν­δια­φέ­ρου­σες πα­ρα­τη­ρή­σεις ε­πί του συ­νό­λου του έρ­γου, που συ­γκε­ντρώ­νει και οι ο­ποίες θα χρειά­ζο­νταν ε­κτε­νέ­στε­ρη και συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρη α­νά­πτυ­ξη.
Πρέ­πει, με­τα­ξύ άλ­λων, να λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι τα δε­κα­πέ­ντε ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να και ο ε­πί­λο­γος δεν λει­τουρ­γούν α­νε­ξάρ­τη­τα. Συ­νι­στούν ψη­φί­δες, των ο­ποίων η συ­νέ­νω­ση προ­σφέ­ρει την ει­κό­να του συ­νο­λι­κού έρ­γου. Οπό­τε γεν­νά­ται το ε­ρώ­τη­μα, ποιος εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, που πα­ρου­σιά­ζουν. Με άλ­λα λό­για, ποιος εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, που σχη­μα­τί­ζουν σαν σε κο­λάζ οι λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο γε­νι­κευ­τι­κές α­πο­φάν­σεις των δέ­κα κει­με­νο­γρά­φων. Κα­τ’ αρ­χάς, αυ­τός ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεί­χνει σαν έ­νας γρα­φι­κός πε­ρι­θω­ρια­κός, έ­τσι ό­πως ο Κα­λο­γε­ρό­που­λος συ­νο­ψί­ζει τα του βίου του, στον πρό­λο­γο του έ­βδο­μου τό­μου: “Η προ­σω­πι­κή του ζωή κι­νεί­ται με­τα­ξύ των γρα­φείων της «Ακρο­πό­λεως», της τα­βέρ­νας του Κα­χρι­μά­νη και των ναΐσκων της Αθή­νας και των πε­ρι­χώ­ρω­ν”. Φρά­ση, προ­σφυώς δια­τυ­πω­μέ­νη, ώ­στε να ε­ξυ­πα­κούε­ται η γε­νί­κευ­σή της, με αλ­λα­γή ε­φη­με­ρί­δας και τα­βέρ­νας. Επι­προ­σθέ­τως, πρό­κει­ται για έ­ναν Πα­πα­δια­μά­ντη πε­νό­με­νο ή και “πέ­νη”, κα­τά τα γρα­φό­με­να των Πα­πα­θα­να­σίου και Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου. Αυ­τήν την ει­κό­να την συν­θέ­τουν με φρά­σεις, που α­λιεύουν α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία του Πα­πα­δια­μά­ντη με τους γο­νείς του, της ο­ποίας η α­νά­γνω­ση, ο έ­νας του­λά­χι­στον ο­μο­λο­γεί ό­τι τον “συ­γκλο­νί­ζει”. Δια της με­θό­δου της κο­πτο­ρα­πτι­κής δια­στέλ­λουν τα γρα­φό­με­να ε­πί το δρα­μα­τι­κό­τε­ρο. Για πα­ρά­δειγ­μα, στις 15 Φε­βρουα­ρίου 1881, ο Πα­πα­δια­μά­ντης γρά­φει:«Με 6 χιλ. δραχ­μάς διε­τη­ρή­θην ε­γώ εις τας Αθή­νας ε­πί 10 έ­τη, πό­τε νη­στι­κός και πό­τε χορ­τά­τος.» Και ο προ­λο­γι­στής γε­νι­κεύει:«...έ­ζη­σε στην Αθή­να πε­ρί­που 35 χρό­νια, “πό­τε νη­στι­κός και πό­τε χορ­τά­τος”, κα­τά τα λε­γό­με­νά του...» Ή, ε­πί­σης, στις 18 Αυ­γού­στου 1889, γρά­φει: «Ευ­ρί­σκο­μαι χω­ρίς λε­πτόν, διό­τι ε­πλή­ρω­σα τα χρέη μου και έ­κα­μα και ρού­χα. Αλλ’ αν τυ­χόν έ­χε­τε α­νά­γκην α­πό λε­πτά, πα­ρα­κα­λώ τον κ. Αλέξ. Μω­ραϊτί­δην, όν α­σπά­ζο­μαι, να σας δώ­ση πε­νή­ντα δραχ­μάς, και ά­μα έλ­θη εις Αθή­νας τά­χι­στα συν Θεώ, θα τω τας α­πο­δώ­σω.» Και ο ε­πι­λο­γι­στής με­τα­πλά­θει: «...ό­ταν (για πολ­λο­στή φο­ρά) γρά­φει ό­τι “βρί­σκο­μαι χω­ρίς λε­πτό” και να πα­ρα­κα­λέ­σουν τον Μω­ραϊτί­δη για δα­νει­κά, έ­χει πα­τή­σει τα 38...» Και ως κα­τα­κλεί­δα, ο ε­πι­λο­γι­στής α­νά­γει τη “στέ­ρη­ση” σε “δρα­μα­τι­κή συ­νι­στώ­σα του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου”.
Αν σε αυ­τά τα κεί­με­να διο­γκώ­νο­νται τα βιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, υ­πάρ­χουν και ση­μεία άλ­λων κει­μέ­νων, που πα­ρερ­μη­νεύο­νται. Λ.χ., ο Σταύ­ρος Ζου­μπου­λά­κης, στον πρό­λο­γο του δέ­κα­του τρί­του τό­μου, ό­που συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα 25 α­πό τα 32 διη­γή­μα­τα, που δη­μο­σιεύ­τη­καν με­τά θά­να­το, α­πο­πει­ρά­ται να α­ναι­ρέ­σει το χα­ρα­κτη­ρι­σμό του “κα­τ’ α­πο­κο­πήν διη­γη­μα­το­γρά­φου”, με το σκε­πτι­κό ό­τι πε­ρί­που το 20% των διη­γη­μά­των δη­μο­σιεύ­θη­κε με­τα­θα­νά­τια. Άρα, κα­τα­λή­γει, τα φύ­λα­γε στο συρ­τά­ρι του. Λη­σμο­νεί, ω­στό­σο, ό­τι τα δέ­κα εξ αυ­τών έ­μει­ναν στην τσά­ντα του Δη­μη­τρίου Κα­κλα­μά­νου, ό­ταν ε­κεί­νος ε­γκα­τέ­λει­ψε το «Νέ­ον Άστυ» για τα δι­πλω­μα­τι­κά πό­στα. Ενώ κά­ποια α­πό τα υ­πό­λοι­πα πρέ­πει να τα ε­τοί­μα­ζε για συ­γκε­κρι­μέ­να έ­ντυ­πα. Πα­ρά­δειγ­μα, το δεύ­τε­ρο πε­ριο­δι­κό του φί­λου του Γε­ρά­σι­μου Βώ­κου, «Ο Καλ­λι­τέ­χνης», που εί­χε ξε­κι­νή­σει Απρί­λιο 1910. Εκεί δη­μο­σιεύο­νται εν­νέα με­τα­θα­νά­τια.
Κα­τά τα άλ­λα, για το τι ε­ξαί­ρε­ται α­πό το έρ­γο του, μια πρώ­τη α­πά­ντη­ση δί­νουν τα διη­γή­μα­τα, που τιτ­λο­φο­ρούν τους τό­μους. Μια δεύ­τε­ρη, ε­κεί­να που ε­πι­λέ­γουν να σχο­λιά­σουν δια μα­κρών οι προ­λο­γι­στές. Και μια τρί­τη, ό­σα ε­κεί­νοι ρη­τά ξε­χω­ρί­ζουν. Σε γε­νι­κές γραμ­μές, υ­πε­ρι­σχύει η τρέ­χου­σα ε­πα­να­ξιο­λό­γη­ση του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου. Πα­ρά­δειγ­μα, ο Ζου­μπου­λά­κης, στον πρό­λο­γο του ό­γδοου τό­μου, με 14 διη­γή­μα­τα, με­τα­ξύ των ο­ποίων τα «Λα­μπριά­τι­κος Ψάλ­της», «Η Νο­σταλ­γός», «Η Γλυ­κο­φι­λού­σα», «Ο Έρω­τας στα χιό­νια», προ­κρί­νει το «Πα­τέ­ρα στο σπί­τι!». Κι αυ­τό, ό­πως ε­ξη­γεί, για­τί προ­τάσ­σει το θέ­μα, πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας “τα αι­σθη­τι­κά του κρι­τή­ρια”. Ένα θέ­μα κοι­νω­νι­κό, που α­πο­δί­δε­ται, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, συ­γκι­νη­σια­κά φορ­τι­σμέ­νο. Και οι α­να­γνώ­στες, κα­θώς και οι κρι­τι­κοί, που, με το ί­διο σκε­πτι­κό, α­να­κη­ρύσ­σουν σε μπε­στ σέλ­λε­ρ, κα­θώς και σε βρα­βεύ­σι­μο, α­πό τη σο­δειά του 2010, το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Τα σα­κιά», θα συμ­φω­νή­σουν μα­ζί του.
Για την προ­βο­λή ε­νός Πα­πα­δια­μά­ντη σύμ­φω­νου με τα ση­με­ρι­νά γού­στα, δεν γί­νο­νται υ­πο­κει­με­νι­κές α­να­γνώ­σεις μό­νο των ε­πι­στο­λών αλ­λά και των διη­γη­μά­των. Για πα­ρά­δειγ­μα, το προοί­μιο του «Λα­μπριά­τι­κου ψάλ­τη» κα­τα­λή­γει με τη δια­βε­βαίω­ση του α­φη­γη­τή ό­τι θα ε­ξα­κο­λου­θή­σει “να ζω­γρα­φεί με­τά στορ­γής τα γνή­σια ελ­λη­νι­κά ή­θη”. Και ο προ­λο­γι­στής συ­μπε­ραί­νει, δη­λα­δή τα “α­γνά, α­νό­θευ­τα, γη­γε­νή”. Τα δυο τε­λευ­ταία ε­πί­θε­τα, πράγ­μα­τι, συ­νι­στούν ερ­μη­νεία του “γνή­σια”, αλ­λά ε­κεί­νο το “α­γνά”, πό­θεν τεκ­μαί­ρε­ται; Δεί­χνει, μά­λι­στα, ο προ­λο­γι­στής να δια­φω­νεί ό­τι εί­ναι “γνή­σια ελ­λη­νι­κά ή­θη” τα έ­θι­μα του αρ­ρα­βώ­να, έ­τσι ό­πως πα­ρα­στα­τι­κά πε­ρι­γρά­φο­νται στο διή­γη­μα «Τα Συ­χα­ρί­κια», ε­πει­δή, σή­με­ρα, το μό­νο που μπο­ρού­με να α­ντι­λη­φθού­με σε αυ­τά εί­ναι “δει­σι­δαι­μο­νία” και “συμ­βο­λι­κή βία κα­τά των γυ­ναι­κώ­ν”. Ο ί­διος προ­λο­γι­στής, συ­νο­ψί­ζο­ντας την υ­πό­θε­ση του διη­γή­μα­τος, «Τα Βε­νέ­τι­κα», πα­ρου­σιά­ζει τους τρεις ή­ρωες, τους δυο ευ­σε­βείς νέ­ους και τον Γιαν­νιό, τον ο­πα­δό της Με­γά­λης Ιδέ­ας, πα­ρεμ­βάλ­λο­ντας την πα­ρα­τή­ρη­ση: «Όλη η φα­ντα­σιό­πλη­κτη Ελλά­δα πα­ρού­σα ε­δώ, σε τού­τη τη μι­κρή πα­ρέα.» Έτσι, ό­μως, δη­μιουρ­γεί­ται σύγ­χυ­ση α­νά­με­σα στις προ­θέ­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη και την ερ­μη­νεία του με­λε­τη­τή, ε­πει­δή ο τε­λευ­ταίος πα­ρα­γνω­ρί­ζει τα συμ­φρα­ζό­με­να της ε­πο­χής, αυ­τά που θεω­ρού­νται ως προ­εόρ­τια των Βαλ­κα­νι­κών πο­λέ­μων.
Πο­λύ φο­βό­μα­στε, ό­τι το σύ­νο­λο των συ­νο­δευ­τι­κών κει­μέ­νων δεί­χνει μάλ­λον σαν κο­λάζ προ­σω­πι­κών α­πό­ψεων, ό­που χω­λαί­νει το πραγ­μα­το­λο­γι­κό μέ­ρος, το ο­ποίο και θα α­να­πλή­ρω­νε το κε­νό του φι­λο­λο­γι­κού σχο­λια­σμού. Προ­σο­μοιά­ζει με τις συ­να­γω­γές κει­μέ­νων ή και με τα α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών, που κα­ταρ­τί­ζο­νται για έ­ναν τι­μώ­με­νο συγ­γρα­φέα. Πρό­θε­ση αυ­τού του σχο­λια­σμού δεν εί­ναι να μειώ­σει την ό­ποια α­ξία των νέων «Απά­ντων», αλ­λά να κα­τα­στή­σει σα­φές ό­τι δεν πρό­κει­ται για την χρη­στι­κή έκ­δο­ση ε­νός κλα­σι­κού έρ­γου. Ου­δό­λως κα­τα­νοού­με τον ε­πι­με­λη­τή, που δια­τεί­νε­ται ό­τι η εν λό­γω έκ­δο­ση θα πρέ­πει να λη­φθεί υ­πό­ψη κα­τά την κα­τάρ­τι­ση μιας μελ­λο­ντι­κής διορ­θω­μέ­νης έκ­δο­σης, εί­τε κρι­τι­κή εί­ναι αυ­τή εί­τε χρη­στι­κή. Όπως και να έ­χει, η χρη­στι­κή έκ­δο­ση, που θα ε­τοί­μα­ζε έ­νας εκ­δο­τι­κός οί­κος, μη γι­νό­με­νη υ­πό το άγ­χος του χρό­νου, θα εί­χε α­πο­φύ­γει τα ο­ποία τυ­πο­γρα­φι­κά λά­θη, θα εί­χε δια­φο­ρε­τι­κά φρο­ντί­σει το γλωσ­σά­ρι, θα εί­χε συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρα α­φαι­ρέ­σει τα νό­θα κεί­με­να και προ­σθέ­σει τα με­τα­γε­νέ­στε­ρα ευ­ρή­μα­τα: το μο­να­δι­κό α­νευ­ρε­θέν διή­γη­μα, τα και­νο­φα­νή γνή­σια και τις, α­πό πα­λαιό­τε­ρα γνω­στές, τρο­πο­ποιή­σεις σε δυο διη­γή­μα­τα. Μια α­νά­λο­γη έκ­δο­ση, στο­χεύο­ντας μα­κρο­πρό­θε­σμα να α­πο­τε­λέ­σει προ­σφο­ρά στα γράμ­μα­τα, δεν θα εί­χε α­νά­γκη ά­γρας ε­ντυ­πώ­σεων. Θα αρ­κεί­το σε έ­να ε­κτε­νές ε­πί­με­τρο, στο ο­ποίο θα δί­νο­νταν με α­κρί­βεια ο­ρι­σμέ­να α­πα­ραί­τη­τα φι­λο­λο­γι­κά στοι­χεία. Τε­λι­κά, η πρό­σφα­τη έκ­δο­ση δεν εί­ναι ού­τε η χρη­στι­κή ε­νός κλα­σι­κού έρ­γου ού­τε, α­ναμ­φί­βο­λα, μια σει­ρά πε­ρι­πτέ­ρου. Έχει τον νό­θο χα­ρα­κτή­ρα πολ­λών ση­με­ρι­νών εκ­δο­τι­κών εγ­χει­ρη­μά­των, που με­τεω­ρί­ζο­νται με­τα­ξύ λο­γο­τε­χνίας και κα­τα­να­λω­τι­κού προϊό­ντος, και τα ο­ποία, χά­ρις α­κρι­βώς σε αυ­τόν το χα­ρα­κτή­ρα τους, φαί­νε­ται να ευ­δο­κι­μούν στην α­γο­ρά.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/12/2011.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Απάντων Παπαδιαμάντη συνέχεια

Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης
«Άπα­ντα»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος
Έκδο­ση «ΤΟ ΒΗ­ΜΑ βι­βλιο­θή­κη»

Συ­νε­χί­ζου­με τον σχο­λια­σμό των νέων «Απά­ντων» Πα­πα­δια­μά­ντη, που εί­χα­με ξε­κι­νή­σει την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή. Όπως ή­δη α­να­φέ­ρα­με, πρό­κει­ται για μια α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες σει­ρές, αν ό­χι τη ση­μα­ντι­κό­τε­ρη, εν μέ­σω των σει­ρών, υ­πό μορ­φή βι­βλίω­ν-προ­σφο­ρών, που έ­χει εκ­δώ­σει, μέ­χρι σή­με­ρα, η ε­φη­με­ρί­δα «Το Βή­μα» και τις ο­ποίες φι­λό­δο­ξα α­πο­κα­λεί «Βι­βλιο­θή­κη». Θυ­μί­ζου­με ό­τι αυ­τή η δε­κα­πε­ντά­το­μη σει­ρά προέ­κυ­ψε ως πα­ρά­γω­γο α­πό την πε­ντά­το­μη κρι­τι­κή έκ­δο­ση των «Απά­ντων» του εκ­δο­τι­κού οί­κου «Δό­μος». Πα­λαιό ό­νει­ρο του εκ­δό­τη Δη­μή­τρη Μαυ­ρό­που­λου και του ε­πι­με­λη­τή Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου ή­ταν η έκ­δο­ση της χρη­στι­κής έκ­δο­σης των «Απά­ντων». Ένα ό­νει­ρο θε­ρι­νής νυ­κτός, δε­δο­μέ­νου ό­τι την κρι­τι­κή έκ­δο­ση εί­χαν αρ­χί­σει να την ε­τοι­μά­ζουν α­πό το 1979 και για την ο­λο­κλή­ρω­σή της α­παι­τή­θη­κε κο­ντά μια δε­κα­ε­τία. Κι ό­μως, χά­ρις στο νέο εκ­δό­τη, μέ­σα στο ε­ορ­τα­στι­κό του Πα­πα­δια­μά­ντη έ­α­ρ, το ό­νει­ρό τους με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε ο­νει­ρε­μέ­νο θε­ρι­νό α­νά­γνω­σμα για χι­λιά­δες Έλλη­νες. Σύμ­φω­να με τον ε­πι­με­λη­τή και πρώ­τον τη τά­ξει πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γο, η εν λό­γω έκ­δο­ση α­ξιο­λο­γεί­ται ως η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη προ­σφο­ρά στη μνή­μη του Πα­πα­δια­μά­ντη για τα ε­κα­τό χρό­νια α­πό το θά­να­τό του. Δια­πί­στω­ση που συ­νι­στά μέ­γα έ­παι­νο για την ε­φη­με­ρί­δα, η ο­ποία εί­χε την ι­δέα και βε­βαίως, διέ­θε­τε τα μέ­σα για την υ­λο­ποίη­σή της, αλ­λά, άρ­ρη­τα, και ψό­γο για τους εκ­δο­τι­κούς οί­κους, που δεν έ­πρα­ξαν τα κα­τά δύ­να­μη και πε­ριο­ρί­στη­καν σε ε­πα­νεκ­δό­σεις ή και εκ του προ­χεί­ρου, αν­θο­λο­γίες διη­γη­μά­των. Με αυ­τά ως προοί­μιο, συ­νε­χί­ζου­με τον σχο­λια­σμό α­πό το ση­μείο που τον εί­χα­με α­φή­σει, δη­λα­δή την προ­σθή­κη Προ­λο­γι­κού Ση­μειώ­μα­τος σε κά­θε τό­μο και Επί­με­τρου στο συ­νο­λι­κό έρ­γο.
Πρό­λο­γοι και ε­πί­λο­γος α­πο­τε­λούν έ­να σύ­νο­λο δε­καέ­ξι κει­μέ­νων, ε­νώ οι συγ­γρα­φείς τους συ­νι­στούν μια μι­κρό­τε­ρη, δε­κα­με­λή ο­μά­δα, κα­θώς ο ε­πι­με­λη­τής α­να­λαμ­βά­νει τρεις προ­λό­γους και τέσ­σε­ρις συ­νερ­γά­τες α­πό δυο. Πρό­κει­ται για συ­στη­μα­τι­κούς με­λε­τη­τές του Πα­πα­δια­μά­ντη, αλ­λά και για συγ­γρα­φείς μίας ή δύο σχε­τι­κών με­λε­τών, α­κό­μη και κα­μίας. Ωστό­σο, εί­ναι οι ε­παγ­γελ­μα­τι­κές και λοι­πές ι­διό­τη­τές τους, αυ­τές που τους κα­θι­στούν κα­τάλ­λη­λους για τη συγ­γρα­φή ε­νός πα­ρό­μοιου κει­μέ­νου, το ο­ποίο α­πευ­θύ­νε­ται στο πλα­τύ κοι­νό. Επτά α­πό αυ­τούς θή­τευ­σαν ή και θη­τεύουν στη Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Εκπαί­δευ­ση. Δύο, μά­λι­στα, εί­ναι εν ε­νερ­γεία σχο­λι­κοί σύμ­βου­λοι. Ο έ­νας εξ αυ­τών τυγ­χά­νει μέ­λος της ο­μά­δας συγ­γρα­φής του βι­βλίου «Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Λο­γο­τε­χνία» για την Τρί­τη Λυ­κείου, στο ο­ποίο ο Πα­πα­δια­μά­ντης συ­νι­στά τη μια α­πό τις ε­πτά κύ­ριες ε­νό­τη­τες. Πέ­ντε εί­ναι ποιη­τές. Δύο εί­ναι βρα­βευ­μέ­νοι διη­γη­μα­το­γρά­φοι. Δύο εί­ναι θε­ο­λό­γοι. Δυο εί­ναι εκ­δό­τες του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο έ­νας της μη­τρι­κής έκ­δο­σης. Σχε­δόν ό­λοι α­πο­λαμ­βά­νουν υ­πό­λη­ψης έ­γκρι­του δο­κι­μιο­γρά­φου. Προ­φα­νώς, ό­πως συμ­βαί­νει κα­τά κα­νό­να σή­με­ρα με τους πνευ­μα­τι­κούς αν­θρώ­πους, οι συγ­γρα­φείς των κει­μέ­νων έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας ι­διό­τη­τες. Γε­γο­νός που θα πρέ­πει να λει­τούρ­γη­σε κα­θο­ρι­στι­κά στην ε­πι­λο­γή τους α­πό τον ε­πι­με­λη­τή. Από την άλ­λη, αυ­τό, α­κρι­βώς, με­γε­θύ­νει τις προσ­δο­κίες για έ­να ό­χι συμ­βα­τι­κό κεί­με­νο, αλ­λά για έ­ναν πρό­λο­γο, που θα πα­ρα­κι­νεί ε­κεί­νον, που δεν γνω­ρί­ζει κα­λά ή και κα­θό­λου τον Πα­πα­δια­μά­ντη, να ξε­κι­νή­σει την α­νά­γνω­ση ε­νός τό­μου. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, ο κά­θε πρό­λο­γος έ­χει και ει­δι­κό­τε­ρο, διτ­τό στό­χο. Αφε­νός μεν θα πρέ­πει να προϊδεά­ζει για το κύ­ριο μέ­ρος του συ­γκε­κρι­μέ­νου τό­μου και α­φε­τέ­ρου να λει­τουρ­γεί ως υ­πο­κα­τά­στα­το του φι­λο­λο­γι­κού σχο­λια­σμού της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, ο ο­ποίος α­φαι­ρέ­θη­κε χά­ριν ευ­χρη­στίας.
Η πα­ρου­σία­ση μιας συ­να­γω­γής κει­μέ­νων εί­ναι πά­ντο­τε δυ­σχε­ρής, πό­σω μάλ­λον ό­ταν πρό­κει­ται για προ­λό­γους ε­πι­μέ­ρους τμη­μά­των συ­γκε­κρι­μέ­νου έρ­γου. Προς διευ­κό­λυν­ση, α­κο­λου­θού­με τον υ­πάρ­χο­ντα χω­ρι­σμό των τό­μων σε ε­κτε­νή πε­ζά, διη­γή­μα­τα, ποιη­τι­κά και μη λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να. Ορι­σμέ­νοι προ­λο­γι­στές (συ­νο­λι­κά τρεις), ό­πως ε­πί­σης ο ε­πι­λο­γι­στής, τιτ­λο­φο­ρούν ό­λα ή κά­ποια α­πό τα κεί­με­νά τους, δί­νο­ντάς έ­τσι σε έ­ξι κεί­με­να την υ­πό­στα­ση αυ­το­τε­λούς άρ­θρου, ε­νώ οι υ­πό­λοι­ποι αρ­κού­νται στον τίτ­λο του Προ­λο­γι­κού Ση­μειώ­μα­τος. Μια πρώ­τη ε­νό­τη­τα α­πο­τε­λούν οι πρό­λο­γοι των πέ­ντε πρώ­των τό­μων με τα ε­κτε­νή πε­ζά. Τους προ­λό­γους των τριών εξ αυ­τών, ε­κεί­νους με πε­ριτ­τό αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό, γρά­φει ο ε­πι­με­λη­τής («Η Φό­νισ­σα»-«Χρή­στος Μη­λιό­νης», «Οι Έμπο­ροι των Εθνών», «Η Γυ­φτο­πού­λα»). Του δεύ­τε­ρου («Τα Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια»-«Βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα»), τον α­να­λαμ­βά­νει ο Λου­κάς Κού­σου­λας, τρό­πον τι­νά δι­καιω­μα­τι­κά, α­φού, ή­δη α­πό το Πρώ­το Συ­νέ­δριο Πα­πα­δια­μά­ντη, το 1991, τον α­πα­σχο­λεί ο πρό­λο­γος στα «Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια». Ενώ, του τέ­ταρ­του, για το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Η Με­τα­νά­στις», τον ε­πω­μί­ζε­ται ο Δη­μή­τρης Κο­σμό­που­λος. Και οι τρεις προσ­διο­ρί­ζουν το χρό­νο γρα­φής των πε­ζών, σχο­λιά­ζουν το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος στο ο­ποίο α­νή­κουν και συ­νο­ψί­ζουν την υ­πό­θε­ση, εν­θέ­το­ντας πα­ρα­θέ­μα­τα. Εδώ, αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα στους προ­λό­γους, λό­γω με­ρι­κής α­να­τρο­πής της χρο­νο­λο­γι­κής σει­ράς κα­τά την πα­ρά­τα­ξη των πε­ζών, πα­ρα­τη­ρού­νται ε­πι­κα­λύ­ψεις. Στους δυο προ­λό­γους, του Κού­σου­λα και του Κο­σμό­που­λου, ο σχο­λια­σμός μύ­θου και η­ρώων α­πο­τε­λεί το κυ­ρίως θέ­μα. Αντι­θέ­τως, ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος δί­νει βά­ρος στην πρόσ­λη­ψη του έρ­γου, πα­ρα­θέ­το­ντας σχε­τι­κά στοι­χεία.
Κα­λή ι­δέα, την ο­ποία μό­νο έ­νας προ­λο­γι­στής με γνώ­ση του θέ­μα­τος μπο­ρεί να πραγ­μα­τώ­σει. Θα α­να­με­νό­ταν, ω­στό­σο, να ε­πι­λέ­ξει τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες με­λέ­τες, δί­νο­ντας προ­σι­τές σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό και με κά­ποια πλη­ρό­τη­τα πα­ρα­πο­μπές. Για πα­ρά­δειγ­μα, το “δο­κί­μιο” του Κω­στή Μπα­στιά «Ο Πα­πα­δια­μά­ντης» εί­ναι μεν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό του 1962, που εκ­δό­θη­κε, αλ­λά δεν εί­ναι το μό­νο, ώ­στε να α­να­φέ­ρε­ται και στα τέσ­σε­ρα πε­ζά ως η βα­σι­κή πα­ρα­πο­μπή και μά­λι­στα, σε έ­να εξ αυ­τών, τους «Εμπό­ρους των Εθνών», η α­να­σκευή ά­πο­ψης του Μπα­στιά να κα­τα­λαμ­βά­νει σχε­δόν το έ­να τρί­το του προ­λό­γου. Μάλ­λον ο προ­λο­γι­στής πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό τον πρό­λο­γο της ε­πα­νέκ­δο­σης του βι­βλίου του Μπα­στιά, που, ό­πως έ­χει ε­ξαγ­γελ­θεί, ε­τοι­μά­ζει εκ πα­ραλ­λή­λου. Πα­ρα­σύ­ρε­ται, ό­μως, και α­πό το ευ­ρύ γνω­στι­κό του πε­δίο, θεω­ρώ­ντας ως αυ­το­νό­η­τα πρό­σω­πα και έ­ντυ­πα. Λ.χ., σχο­λιά­ζο­ντας τη «Φό­νισ­σα», α­να­φέ­ρει πα­ρα­τή­ρη­ση του Β. Ν. Μπό­νου, ά­νευ λοι­πών στοι­χείων. Πό­σοι, ό­μως, γνω­ρί­ζουν τον ευ­βοέα ποιη­τή και την ε­να­σχό­λη­σή του με τον σκια­θί­τη γεί­το­νά του; Κα­τά τα άλ­λα, στις τρεις, ό­λες κι ό­λες, πα­ρα­πο­μπές, που δί­νει γι’ αυ­τό το ση­μα­ντι­κό πε­ζό, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει άρ­θρο σε α­ξιό­λο­γο μεν αλ­λά μι­κρής εμ­βέ­λειας εκ­κλη­σια­στι­κό πε­ριο­δι­κό. Ενώ, για τη «Γυ­φτο­πού­λα», πα­ρα­πέ­μπει σε με­λέ­τη­μά του, δί­νο­ντας ως πη­γή ε­ξαν­τλη­μέ­νο βι­βλίο του 1992, πα­ρό­τι α­κέ­ραιο το κεί­με­νο έ­χει α­να­δη­μο­σιευ­τεί, του­λά­χι­στον άλ­λες δύο φο­ρές, σε βι­βλία της τε­λευ­ταίας ε­ξα­ε­τίας. Πα­ρα­σύ­ρε­ται, ε­πί­σης, α­πό τον οί­στρο του, κα­τα­λή­γο­ντας έ­ναν εκ των προ­λό­γων με το ρη­το­ρι­κό αλ­λά σκο­τει­νό για τους πολ­λούς ε­ρώ­τη­μα: «Ο Πα­πα­δια­μά­ντης ού­τε αν­θελ­λη­νι­κός ή­ταν ού­τε α­νελ­λή­νι­στος – μα τι λέω τώ­ρα;» Πράγ­μα­τι, τι λέει;, α­πο­ρεί και ο δύ­σμοι­ρος α­να­γνώ­στης, ποιος και πό­τε α­πο­κά­λε­σε τον Πα­πα­δια­μά­ντη αν­θελ­λη­νι­κό και α­νελ­λή­νι­στο;
Από την άλ­λη, α­ξιο­ση­μείω­τες εί­ναι οι α­σα­φείς εκ­φρά­σεις στον πρό­λο­γο του πρώ­του τό­μου της σει­ράς, στις ο­ποίες α­να­γκά­ζε­ται να κα­τα­φύ­γει αυ­τός ο α­κρι­βο­λό­γος φι­λό­λο­γος: «Οι αυ­το­τε­λείς εκ­δό­σεις της Φό­νισ­σας εί­ναι πά­μπολ­λες...Το πλή­θος των εκ­δό­σεων, που μάλ­λον δεν έ­χουν κα­τα­γρα­φεί, το α­ντα­γω­νί­ζο­νται οι α­πει­ρά­ριθ­μες και ε­πί­σης βι­βλιο­γρα­φι­κά α­νυ­πό­τα­κτες με­λέ­τες...» Κι αυ­τό, λό­γω α­που­σίας Βι­βλιο­γρα­φίας Πα­πα­δια­μά­ντη. Αυ­τό το “μέ­γα κα­λό και πρώ­το στη φι­λο­λο­γία”, που ο ί­διος στον “ει­κο­σι­πε­ντά­χρο­νο πλου­ν” του δεν θεώ­ρη­σε ως πρώ­το μέ­λη­μα. Και κα­λά ως πρώ­το μέ­λη­μα, αλ­λά για­τί ό­χι ως δεύ­τε­ρο, υ­πό τη μορ­φή προ­τρο­πής προς νεό­τε­ρους, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κής χά­ρις στο γό­η­τρο που, ε­δώ και χρό­νια, α­πο­λαμ­βά­νει; Πι­στεύου­με ό­τι τη μομ­φή για τη μη κα­τάρ­τι­ση Βι­βλιο­γρα­φίας κα­τά την με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή τρια­κο­ντα­πε­ντα­ε­τία την μοι­ρά­ζε­ται δι­καιω­μα­τι­κά με τους δυο τρεις πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γους, που κα­τεί­χαν ή κα­τέ­χουν πα­νε­πι­στη­μια­κούς θώ­κους.
Ερχό­μα­στε στη δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα, αυ­τή των διη­γη­μά­των, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται στους ο­κτώ ε­πό­με­νους τό­μους (6-13). Πρό­κει­ται για 167 διη­γή­μα­τα, στα ο­ποία συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται και το προ διε­τίας ε­ντο­πι­σθέν. Μα­ζί με τα δυο “κοι­νω­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα” («Η Φό­νισ­σα» και «Τα Ρο­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια) και τα δυο ε­κτε­νή πε­ζά αλ­λά ό­χι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα («Χρή­στος Μη­λιό­νης» και «Βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα») φθά­νουν τα 171 και α­πο­τε­λούν το διη­γη­μα­τι­κό σώ­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Κα­τά το μοί­ρα­σμα σε τό­μους, ρυθ­μι­στι­κός πα­ρά­γων στά­θη­κε η α­νά­γκη πα­ρα­πλή­σιου α­ριθ­μού σε­λί­δων α­νά τό­μο. Εί­ναι, ω­στό­σο, εμ­φα­νές, ό­τι υ­πήρ­χε η δυ­να­τό­τη­τα να δια­τη­ρη­θούν ο­ρι­σμέ­νες του­λά­χι­στον χρο­νο­λο­γι­κές ε­νό­τη­τες, ό­πως δη­μιουρ­γού­νται α­πό την πα­ρά­τα­ξη των κει­μέ­νων. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι η δια­τά­ρα­ξή τους φαί­νε­ται να μην γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή α­πό ο­ρι­σμέ­νους προ­λο­γι­στές, ε­νώ, α­ντι­θέ­τως, σε μια πε­ρί­πτω­ση, γί­νε­ται κα­τά α­παί­τη­σή του.
Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, στον έ­κτο τό­μο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται τα 17 διη­γή­μα­τα της πε­ριό­δου Χρι­στού­γεν­να 1887-Χρι­στού­γεν­να 1891, στον ε­πό­με­νο τα ε­πτά α­πό τα ο­κτώ διη­γή­μα­τα του 1892. Ενώ, στον με­θε­πό­με­νο, σύμ­φω­να με τον προ­λο­γι­στή, Σταύ­ρο Ζου­μπου­λά­κη, δε­κα­τέσ­σε­ρα, δη­μο­σιευ­μέ­να α­πό τα τέ­λη του 1893 ως την 1 Ια­νουα­ρίου 1896. Άρα, εί­τε έ­χου­με κε­νό γρα­φής εί­τε πα­ρά­λει­ψη διη­γη­μά­των. Τί­πο­τα α­πό τα δύο. Στον τό­μο, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο του 1892, «Οι ε­λα­φροΐσκιω­τοι», που πε­ρίσ­σε­ψε α­πό τον προ­η­γού­με­νο, κα­θώς και τα δύο των πρώ­των μη­νών του 1893. Ο γρά­φων μάλ­λον πρό­σε­ξε μό­νο το προ­τασ­σό­με­νο διή­γη­μα, ό­που και τον πα­ρέ­συ­ρε η δια­φο­ρά στις η­με­ρο­μη­νίες γρα­φής και πρώ­της δη­μο­σίευ­σης. Πα­ρο­μοίως, ο προ­λο­γι­στής του δω­δέ­κα­του τό­μου, Τα­σού­λα Κα­ρα­γεωρ­γίου, δια­τεί­νε­ται ό­τι τα 30 διη­γή­μα­τα του τό­μου εί­ναι δη­μο­σιευ­μέ­να την πε­ρίο­δο 1907-1912, ε­νώ τα δυο πρώ­τα δη­μο­σιεύ­τη­καν Δε­κέμ­βριο 1906. Αντι­θέ­τως, ο προ­λο­γι­στής του έ­να­του τό­μου, Στέ­λιος Πα­πα­θα­να­σίου, για να υ­πο­στη­ρί­ξει τα συ­μπε­ρά­σμα­τά του πα­ρεμ­βαί­νει σε βά­ρος της χρο­νο­λο­γι­κής ε­νό­τη­τας. Ο συ­γκε­κρι­μέ­νος τό­μος, με δυο ε­πι­πλέ­ον διη­γή­μα­τα, θα κά­λυ­πτε α­κέ­ραια τα έ­τη 1896 έως και 1900. Εξαι­ρού­νται, ό­μως, το πρώ­το διή­γη­μα του 1896 και το τε­λευ­ταίο του 1900. Έτσι, προ­κύ­πτει έ­νας τό­μος, ό­που το πρώ­το διή­γη­μα εί­ναι «Ο Ξε­πε­σμέ­νος Δερ­βί­σης» και το τε­λευ­ταίο, «Ο Γεί­το­νας με το λα­γού­το». Σε αυ­τήν τη διά­τα­ξη, στη­ρί­ζει ο Πα­πα­θα­να­σίου τον πρό­λο­γό του, ε­ξαί­ρο­ντας το πρώ­το ως το κα­λύ­τε­ρο των α­θη­ναϊκών και υ­πο­βι­βά­ζο­ντας το τε­λευ­ταίο. Επι­προ­σθέ­τως, το τε­λευ­ταίο του 1900, «Η Φαρ­μα­κο­λύ­τρια», ως ε­ναρ­κτή­ριο του ε­πό­με­νου τό­μου, το κα­θι­στά α­κρο­γω­νιαίο λί­θο του δεύ­τε­ρου προ­λό­γου, που συγ­γρά­φει.
Και μό­νο αυ­τά τα πα­ρα­δείγ­μα­τα δεί­χνουν ό­τι τα συ­γκε­κρι­μέ­να διη­γή­μα­τα ε­νός τό­μου δεν εί­ναι το κυ­ρίως θέ­μα των προ­λό­γων. Αντί για το corpus των διη­γη­μά­των, που κλή­θη­κε έ­κα­στος να πα­ρου­σιά­σει, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι σχο­λιά­ζουν έ­να διή­γη­μα, κά­νο­ντας α­να­φο­ρά, δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, σε δυο-τρία α­πό τα υ­πό­λοι­πα ή και σε διη­γή­μα­τα άλ­λων τό­μων, ό­ταν τα λοι­πά διη­γή­μα­τα του τό­μου δεν ται­ριά­ζουν με τις προ­τι­μή­σεις τους. Κα­τά κα­νό­να, προ­βάλ­λουν το διή­γη­μα, με το ο­ποίο τιτ­λο­φο­ρεί­ται ο τό­μος. Κι αυ­τό ό­χι ως α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό της ο­μά­δας, αλ­λά ως το, κα­τά τη γνώ­μη τους, κο­ρυ­φαίο. Άλλω­στε, πι­θα­νώς, με βά­ση τις προ­τι­μή­σεις τους και με τη σύμ­φω­νη γνώ­μη του ε­πι­με­λη­τή, να έ­γι­νε η ε­πι­λο­γή του. Όπως και να έ­χει, θυ­μί­ζουν τον Λά­κη Προ­γκί­δη, αν δεν πα­τούν στα βή­μα­τά του, ο ο­ποίος α­να­κή­ρυ­ξε τον Πα­πα­δια­μά­ντη μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο ε­φά­μιλ­λο των Ευ­ρω­παίων με βά­ση έ­να και μο­να­δι­κό διή­γη­μα. Ακό­μη, ό­μως, και τρεις εξ αυ­τών, που θεω­ρούν ό­τι ε­πι­βάλ­λε­ται να σχο­λιά­σουν πε­ρισ­σό­τε­ρα και λει­τουρ­γώ­ντας ως φι­λό­τι­μοι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, γρά­φουν α­πό μια φρά­ση για με­ρι­κά α­κό­μη, τα α­ντι­με­τω­πί­ζουν με­μο­νω­μέ­να, σκια­γρα­φώ­ντας την υ­πό­θε­ση ε­νός ε­κά­στου.
Ού­τε καν τους ε­νο­ποιη­τι­κούς δε­σμούς, που προ­κύ­πτουν α­πό την πα­ρά­τα­ξη των διη­γη­μά­των κα­τά τη χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά της πρώ­της δη­μο­σίευ­σης, φαί­νε­ται να λαμ­βά­νουν υ­πό­ψη. Εκτός κι αν τους πα­ρα­κά­μπτουν σκο­πί­μως. Πα­ρά­δειγ­μα, ο έ­κτος τό­μος, ό­που, α­πό τα 17 διη­γή­μα­τα, τα 11 εί­ναι ε­ορ­τα­στι­κά, και ο ό­γδοος, με 8 ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα α­πό τα 14. Αυ­τόν τον εμ­φα­νή συν­δε­τι­κό ι­στό, οι δυο προ­λο­γι­στές, ο Άγγε­λος Μα­ντάς και ο Ζου­μπου­λά­κης, δεν τον σχο­λιά­ζουν. Αντ’ αυ­τού, α­να­πτύσ­σουν θέ­μα­τα, που δεί­χνουν να συν­δέ­ο­νται με τα προ­σω­πι­κά τους εν­δια­φέ­ρο­ντα. Ο πρώ­τος δεν α­να­φέ­ρε­ται σε κα­νέ­να ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα, ού­τε καν σε ε­κεί­νο του τίτ­λου, «Η Στα­χο­μα­ζώ­χτρα», αλ­λά ε­πι­λέ­γει ως κυ­ρίως θέ­μα έ­να α­πό τα πέ­ντε υ­πο­λει­πό­με­να, «Η Μαυ­ρο­μα­ντη­λού», που τον α­πα­σχο­λεί ε­δώ και χρό­νια, κα­θώς α­πο­τέ­λε­σε μι­κρό ο­λί­σθη­μα της δι­δα­κτο­ρι­κής του δια­τρι­βής. Ο δεύ­τε­ρος ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται μεν σε έ­να ε­ορ­τα­στι­κό, το «Λα­μπριά­τι­κος ψάλ­της», αλ­λά δεν τον ελ­κύει αυ­τό κα­θ’ αυ­τό το διή­γη­μα ή, έ­στω, το πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο προοί­μιο. Ακό­μη και την η­με­ρο­μη­νία πρώ­της δη­μο­σίευ­σής του φαί­νε­ται να τη λη­σμο­νεί. Ο λό­γος εί­ναι πρό­σφα­το φι­λο­λο­γι­κό εύ­ρη­μα, για το ο­ποίο ο εν­θου­σια­σμός του εί­ναι α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρος, κα­θώς η α­να­κοί­νω­σή του έ­γι­νε στο πε­ριο­δι­κό, που ο ί­διος διευ­θύ­νει.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, εί­ναι α­ξιο­ση­μείω­το, ό­τι, στα δε­καέ­ξι συ­νο­λι­κά έν­θε­τα κεί­με­να, σε κα­νέ­να δεν α­να­φέ­ρε­ται, ού­τε ως πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­γρα­ψε ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, ό­τι, με αυ­τά ξε­κί­νη­σε και με αυ­τά πο­ρεύ­τη­κε μέ­χρι σχε­δόν το τέ­λος του 19ου αι. Δη­λα­δή, μια με­γά­λη πε­ρίο­δο, που α­ντι­στοι­χεί στα δύο τρί­τα του συγ­γρα­φι­κού του βίου. Επί­σης, κα­νέ­νας τό­μος δεν τιτ­λο­φο­ρεί­ται με τίτ­λο ε­ορ­τα­στι­κού, πλην του έ­κτου, «Η Στα­χο­μα­ζώ­χτρα και άλ­λα διη­γή­μα­τα», στη ε­πι­λο­γή του ο­ποίου, ό­μως, θα πρέ­πει να βά­ρυ­νε η κοι­νω­νιο­λο­γι­κή συ­νι­στώ­σα...
Συ­νέ­χεια και Τέ­λος την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λε­ζά­ντα φω­το­γρα­φίας: Πορ­τραί­το (ξυ­λο­γρα­φία) του Πα­πα­δια­μά­ντη, το πρώ­το (1941) α­πό τα δύο, που φι­λο­τέ­χνη­σε ο χα­ρά­κτης Α. Τάσ­σος.

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 4/12/2011.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Σχόλια στα νέα Άπαντα

Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης
«Άπα­ντα»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος
Έκδο­ση «ΤΟ ΒΗ­ΜΑ βι­βλιο­θή­κη»

Εφέ­τος το κα­λο­καί­ρι, συ­γκε­κρι­μέ­να κά­θε Πα­ρα­σκευή, α­πό τις 22 Μαΐου μέ­χρι τις 27 Αυ­γού­στου, κυ­κλο­φο­ρού­σε και α­πό έ­νας τό­μος των «Απά­ντων» Πα­πα­δια­μά­ντη. Πρό­κει­ται για μια δε­κα­πε­ντά­το­μη έκ­δο­ση της ε­φη­με­ρί­δας «Το Βή­μα». Εντάσ­σε­ται στις εκ­δό­σεις βι­βλίω­ν-προ­σφο­ρών της ε­φη­με­ρί­δας, με τον γε­νι­κό τίτ­λο «Βι­βλιο­θή­κη». Η έκ­δο­ση έ­γι­νε με α­φορ­μή το ε­φε­τι­νό «Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη». Ως γνω­στόν, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι προ­σφο­ρές έ­χουν α­πο­δειχ­θεί με­γά­λο κε­φά­λαιο για τις ε­φη­με­ρί­δες, στο βαθ­μό να τεί­νουν να τις υ­πο­κα­τα­στή­σουν. Όλο και συ­χνό­τε­ρα, η ε­πι­λο­γή μιας ε­φη­με­ρί­δας α­πό τον α­να­γνώ­στη δεν γί­νε­ται με κρι­τή­ριο αυ­τήν κα­θ’ ε­αυ­τήν την ε­φη­με­ρί­δα αλ­λά τις προ­σφο­ρές της. Τα βι­βλία-προ­σφο­ρές, εί­τε συ­νο­δεύουν μα­ζί με πρό­σθε­τα έν­θε­τα, CD και DVD το πλή­ρες, δι­πλά­σιας τι­μής, κυ­ρια­κά­τι­κο φύλ­λο, εί­τε πω­λού­νται στα πε­ρί­πτε­ρα, άλ­λο­τε με κου­πό­νια, που προ­σφέ­ρει η ε­φη­με­ρί­δα, συν πρό­σθε­το α­ντί­τι­μο κι άλ­λο­τε α­νε­ξάρ­τη­τα. Αυ­τά τα τε­λευ­ταία παίρ­νουν τη θέ­ση τους δί­πλα στις ε­βδο­μα­διαίες ε­φη­με­ρί­δες και ε­πι­στρέ­φο­νται στο πρα­κτο­ρείο μα­ζί με αυ­τές στο τέ­λος της ε­βδο­μά­δας. Τα δι­καιώ­μα­τα ε­πα­νέκ­δο­σης, που ε­ξα­σφα­λί­ζουν οι ε­φη­με­ρί­δες α­πό τους εκ­δο­τι­κούς οί­κους, δεν ε­πι­τρέ­πουν, στη συ­νέ­χεια, τη διά­θε­σή τους και στα βι­βλιο­πω­λεία.
Κα­τά κα­νό­να, στα βι­βλία-προ­σφο­ρές, το με­ρί­διο της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας εί­ναι μι­κρό, κα­θώς το εν­δια­φέ­ρον ελ­κύουν οι τα­ξι­διω­τι­κοί ο­δη­γοί, τα βι­βλία Τέ­χνης και α­πό τη λο­γο­τε­χνία, η α­φρό­κρε­μα της ξε­νό­γλωσ­σης. Ακό­μη μι­κρό­τε­ρο εί­ναι το κομ­μά­τι της πα­λαιό­τε­ρης ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας, κα­θώς προ­τι­μώ­νται, α­να­λο­γι­κά, οι πο­λυ­δια­βα­σμέ­νοι του με­σο­πο­λέ­μου. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, προ διε­τίας, ά­νοι­ξη 2009, η ε­φη­με­ρί­δα «Το Βή­μα» εί­χε ξε­κι­νή­σει τη «Βι­βλιο­θή­κη Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γραμ­μα­τείας», με πα­λαιό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους. Η σει­ρά εί­χε δια­φη­μι­στεί ό­τι θα διαρ­κού­σε ο­λό­κλη­ρο το κα­λο­καί­ρι και οι τό­μοι θα κυ­κλο­φο­ρού­σαν σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση ως προ­σφο­ρά, που θα συ­νό­δευε το κα­θη­με­ρι­νό, τό­τε α­κό­μη, φύλ­λο της ε­φη­με­ρί­δας. Τε­λι­κά, η σει­ρά δια­κό­πη­κε στα μέ­σα Ιου­λίου, φθά­νο­ντας στον 56ο τό­μο. Ο εκ­δο­τι­κός οί­κος, α­πό τον ο­ποίον εί­χαν α­γο­ρα­στεί τα δι­καιώ­μα­τα, ή­ταν οι εκ­δό­σεις «Πε­λε­κά­νος», ό­που η συ­γκε­κρι­μέ­νη σει­ρά, με τίτ­λο «Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Γραμ­μα­τεία», φθά­νει τους 172 τό­μους. Σε ε­κεί­νη τη σει­ρά, με­τα­ξύ των βι­βλίων “της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης”, υ­πάρ­χουν και ο­κτώ τό­μοι του Πα­πα­δια­μά­ντη. Στους 56 τό­μους, που ε­πα­νεκ­δό­θη­καν ως προ­σφο­ρά α­πό το «Βή­μα», συ­μπε­ρι­λή­φθη­καν οι έ­ξι.
Η ε­φε­τι­νή προ­σφο­ρά της ε­φη­με­ρί­δας δεν ε­πι­δέ­χε­ται σύ­γκρι­ση με την προ­πέρ­σι­νη. Τώ­ρα πρό­κει­ται για ε­πα­νέκ­δο­ση ο­λό­κλη­ρου του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου. Και μά­λι­στα, ό­χι α­πό μια ο­ποια­δή­πο­τε μη­τρι­κή έκ­δο­ση, αλ­λά α­πό την πε­ντά­το­μη των «Απά­ντων» του εκ­δο­τι­κού οί­κου «Δό­μος», που θεω­ρεί­ται ως η πιο έ­γκρι­τη. Αναμ­φι­βό­λως, α­πο­τε­λεί μια α­πό τις κα­λύ­τε­ρες σει­ρές βι­βλίω­ν–προ­σφο­ρών. Σω­στό δια­μά­ντι α­νά­με­σα στα βι­βλία πε­ρι­πτέ­ρου, που θα ά­ξι­ζε δια­φο­ρε­τι­κή μοί­ρα α­πό ε­κεί­νη της διά­θε­σης των τό­μων μό­νο για μια ε­βδο­μά­δα. Η σει­ρά, πά­ντως, έ­τυ­χε ε­ξαι­ρε­τι­κής προ­βο­λής. Ήδη, α­πό το δι­σέ­λι­δο σα­λό­νι, που α­φιέ­ρω­σε η ε­φη­με­ρί­δα στο φύλ­λο της 15ης Μαΐου, προ­α­ναγ­γελ­λό­ταν ως η α­να­με­νό­με­νη “χρη­στι­κή έκ­δο­ση” των «Απά­ντων». Και έ­τσι συ­νέ­χι­σε να δια­φη­μί­ζε­ται ο­λό­κλη­ρο το κα­λο­καί­ρι. Πα­ρεν­θε­τι­κά, να ση­μειώ­σου­με, ό­τι μο­νί­μως στη δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια χρη­σι­μο­ποιεί­το το έ­να α­πό τα δυο χα­ρα­κτι­κά πορ­τραί­τα (ξυ­λο­γρα­φίες) του Πα­πα­δια­μά­ντη, που φι­λο­τέ­χνη­σε ο χα­ρά­κτης Α. Τάσ­σος, χω­ρίς ού­τε μια φο­ρά να α­να­φερ­θεί το ό­νο­μά του.
Βε­βαίως, οι δια­φη­μι­στι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις λει­τουρ­γούν πά­ντο­τε δια της με­γα­λη­γο­ρίας. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη, ω­στό­σο, πε­ρί­πτω­ση, ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός του έρ­γου ως “χρη­στι­κή έκ­δο­ση”, την ο­ποία ο­νει­ρεύο­νταν, ε­δώ και χρό­νια, ο εκ­δό­της και ο ε­πι­με­λη­τής της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, ε­πι­κυ­ρώ­θη­κε α­πό τους ί­διους, κα­τά την ε­πί­ση­μη πα­ρου­σία­ση του έρ­γου, που διορ­γά­νω­σε, την 6η Ιου­νίου, ο νέ­ος εκ­δό­της στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής. Και προ­σε­πι­κυ­ρώ­θη­κε, τέσ­σε­ρις μή­νες αρ­γό­τε­ρα, με την τε­λι­κή α­πο­τί­μη­ση της έκ­δο­σης α­πό τον ε­πι­με­λη­τή της σε σχε­τι­κό κεί­με­νο στο «Βή­μα» (9/10). Για την α­κρί­βεια, ό­χι μό­νο την ο­νει­ρεύο­νταν, αλ­λά και την εί­χαν ε­ντά­ξει στο εκ­δο­τι­κό πρό­γραμ­μα του «Δό­μου», ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στο «Απάν­θι­σμα Διη­γη­μά­των», που εί­χαν εκ­δώ­σει το 2001. Με βά­ση αυ­τά, α­να­κύ­πτει το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο πρό­κει­ται πράγ­μα­τι για τη “χρη­στι­κή έκ­δο­ση” της πλέ­ον έ­γκρι­της έκ­δο­σης των «Απά­ντων» Πα­πα­δια­μά­ντη. Δε­δο­μέ­νου ό­τι για μια έκ­δο­ση υ­ψη­λών α­παι­τή­σεων, ό­πως οι χρη­στι­κές εκ­δό­σεις κλα­σι­κών έρ­γων, δεν αρ­κούν οι προ­θέ­σεις. Μια πα­ρό­μοια έκ­δο­ση υ­πό­κει­ται σε ο­ρι­σμέ­νες προ­δια­γρα­φές, οι ο­ποίες α­παι­τούν, πρώ­τα α­π’ ό­λα, ι­κα­νό χρό­νο α­πό τον σχε­δια­σμό τους μέ­χρι την πε­ραίω­σή τους. Η έκ­δο­ση, ό­πως γρά­φτη­κε, έ­γι­νε εν μια νυ­κτί. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να· μή­να Μάρ­τιο έ­κα­νε την πρό­τα­ση ο νέ­ος εκ­δό­της στον πα­λαιό. Από τη στιγ­μή που συμ­φω­νή­θη­κε, το σύ­νο­λο του έρ­γου σχε­διά­στη­κε και υ­λο­ποιή­θη­κε ε­ντός δύο-τριών μη­νών. Ενίο­τε, ό­μως, έ­νας πο­λυ­δύ­να­μος μη­χα­νι­σμός κά­νει θαύ­μα­τα. Ας δού­με, λοι­πόν, με με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή τη συ­γκε­κρι­μέ­νη έκ­δο­ση. Έτσι κι αλ­λιώς, το Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη, του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας, δεν έ­χει ευ­τυ­χή­σει σε έ­ντυ­πες εκ­δό­σεις.
Κα­τ’ αρ­χάς, ως προς τον σχε­δια­σμό της σει­ράς, δεν υιο­θε­τή­θη­κε το μι­κρό σχή­μα βι­βλίου τσέ­πης, με μα­λα­κό ε­ξώ­φυλ­λο, ό­πως ε­κεί­νο της προ­πέρ­σι­νης προ­σφο­ράς της «Βι­βλιο­θή­κης Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γραμ­μα­τείας». Η σει­ρά των «Απά­ντων» εί­ναι σχή­μα­τος λί­γο με­γα­λύ­τε­ρου του κα­θιε­ρω­μέ­νου α­πό τους εκ­δο­τι­κούς οί­κους για βι­βλία πε­ζο­γρα­φίας. Οι τό­μοι εί­ναι χαρ­τό­δε­τοι, αλ­λά με σκλη­ρό ε­ξώ­φυλ­λο, στο ο­ποίο οι εκ­δό­τες κα­τα­φεύ­γουν συ­νή­θως για να δη­μιουρ­γή­σουν ε­ντύ­πω­ση πο­λυ­τε­λούς έκ­δο­σης. Όπως συ­νη­θί­ζε­ται σε πα­ρό­μοιες εκ­δό­σεις, το ε­ξώ­φυλ­λο φέ­ρει κα­λαί­σθη­τη κου­βερ­τού­ρα. Σύμ­φω­να με το προ­τασ­σό­με­νο σε ό­λους τους τό­μους Ση­μείω­μα για την Έκδο­ση, το κεί­με­νο λαμ­βά­νε­ται ως έ­χει α­πό τη μη­τρι­κή έκ­δο­ση, με ο­ρι­σμέ­νες διορ­θώ­σεις γρα­φών, που εί­χαν ει­σαχ­θεί στο «Απάν­θι­σμα Διη­γη­μά­των». Επί­σης, πα­ρα­λεί­πε­ται η στι­χα­ρίθ­μη­ση, ο­πό­τε τυ­χόν λά­θη πε­ριο­ρί­ζο­νται στην α­να­διά­τα­ξη των α­ρά­δων. Και βε­βαίως, μπο­ρούν να πα­ρει­σφρή­σουν στις και­νού­ριες σε­λί­δες πε­ριε­χο­μέ­νων, που α­παι­τή­θη­καν. Σε αυ­τές υ­πάρ­χουν μι­κρές αλ­λα­γές των τίτ­λω­ν: σε έ­ξι πε­ρι­πτώ­σεις, τα πρώ­τα γράμ­μα­τα των λέ­ξεων με­τα­πί­πτουν α­πό κε­φα­λαία σε μι­κρά ή και α­ντι­στρό­φως, το «Φώ­τα Ολό­φω­τα» α­πο­κτά ε­νώ­τιο, το «Πά­σχα Ρω­μέι­κο» δια­λυ­τι­κά, «Η Καλ­λι­κατ­ζού­να» χά­νει το έ­να λάμ­δα, «Το Ιδιό­κτη­το» α­πο­κτά α­νω­φε­ρή, «Στο Χρι­στό στο Κά­στρο» προ­στί­θε­ται κόμ­μα. Δυο α­πό τις αλ­λα­γές έ­χουν υιο­θε­τη­θεί και στο «Απάν­θι­σμα Διη­γη­μά­των». Αν πρό­κει­ται, λοι­πόν, για η­θε­λη­μέ­νες αλ­λα­γές, δε­δο­μέ­νου ό­τι ό­λες, πλην μιας, δια­τη­ρού­νται στον πί­να­κα πε­ριε­χο­μέ­νων του τε­λευ­ταίου τό­μου, θα α­να­με­νό­ταν αι­τιο­λό­γη­ση.
Επί­σης, χά­ριν ευ­χρη­στίας, το κεί­με­νο α­πο­γυ­μνώ­νε­ται α­πό τον φι­λο­λο­γι­κό σχο­λια­σμό της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, του­τέ­στιν πα­ρα­λεί­πο­νται το κρι­τι­κό υ­πό­μνη­μα, το υ­πό­μνη­μα πη­γών, οι πί­να­κες προ­σώ­πων και το­πω­νυ­μίων και τα βι­βλιο­γρα­φι­κά. Δια­σώ­ζε­ται ο γε­νι­κός πί­να­κας πε­ριε­χο­μέ­νων, στον ο­ποίο έ­χει προ­στε­θεί πί­να­κας λοι­πών κει­μέ­νων ε­κτός διη­γη­μά­των και μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Εί­ναι ο κα­νό­νας σε πα­ρό­μοιους πί­να­κες να πα­ρει­σφρύουν πη­δή­μα­τα κα­τά την αλ­φα­βη­τι­κή πα­ρά­θε­ση. Με δε­δο­μέ­νη τη στε­νό­τη­τα χρό­νου, τέσ­σε­ρις α­βλε­ψίες στην πα­ρά­θε­ση και τη σε­λι­δα­ρίθ­μη­ση εί­ναι κα­τόρ­θω­μα.
Η μο­να­δι­κή σω­ζό­με­νη πλη­ρο­φο­ρία σχε­τι­κά με πα­λαιό­τε­ρες δη­μο­σιεύ­σεις ε­νός κει­μέ­νου εί­ναι το έ­τος πρώ­της δη­μο­σίευ­σης στο τέ­λος κά­θε πε­ζού. Δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τό, ως συ­νο­δευ­τι­κό των πε­ζών, λαμ­βά­νε­ται ως έ­χει α­πό τη μη­τρι­κή έκ­δο­ση, δεν υ­πάρ­χει πε­ρι­θώ­ριο λά­θους. Έτσι, ό­μως, μπο­ρεί να ε­πα­να­λη­φθούν τυ­χόν υ­πάρ­χου­σες α­βλε­ψίες. Πα­ρά­δειγ­μα, το διή­γη­μα «Ο Αντί­κτυ­πος του νου» δη­μο­σιεύε­ται και πά­λι με χρο­νο­λο­γία πρώ­της δη­μο­σίευ­σης το 1912. Ωστό­σο, στον πρό­λο­γο του ε­πό­με­νου τό­μου, το λά­θος διορ­θώ­νε­ται σιω­πη­ρά. Εκεί προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι η πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση αυ­τού του η­μι­τε­λούς διη­γή­μα­τος έ­γι­νε σε δυο τμή­μα­τα, το 1910 και το 1929.
Όπως και στη μη­τρι­κή έκ­δο­ση, το κυ­ρίως σώ­μα κά­θε τό­μου συ­μπλη­ρώ­νε­ται με γλωσ­σά­ρι, το ο­ποίο, σε σύ­γκρι­ση με το αρ­χι­κό, εί­ναι συ­νε­πτυγ­μέ­νο. Ενώ, σε μια έκ­δο­ση, που α­πευ­θύ­νε­ται στο πλα­τύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, θα α­να­με­νό­ταν να συμ­βαί­νει α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Ο πε­ριο­ρι­σμός δεν α­φο­ρά το πλή­θος των λέ­ξεων ό­σο τις ε­πε­ξη­γή­σεις και τις βι­βλιο­γρα­φι­κές πα­ρα­πο­μπές. Αυ­τές, ω­στό­σο, δεν έ­χουν μό­νο φι­λο­λο­γι­κό εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, εί­ναι α­να­γκαία η διά­κρι­ση της ι­διω­μα­τι­κής χρή­σης α­πό την κα­νο­νι­κή και ε­πί­σης, του σκια­θί­τι­κου ι­διό­λε­κτου α­πό ε­κεί­νο του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ένα πρό­χει­ρο πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η ερ­μη­νεία του α­δια­φό­ρε­τος ως μα­κα­ρί­της, που, χω­ρίς ε­πε­ξή­γη­ση, εν­δέ­χε­ται να προ­κα­λέ­σει σύγ­χυ­ση σε έ­να νεό­τε­ρο α­να­γνώ­στη. Όσο για το γε­νι­κό γλωσ­σά­ρι της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, φαί­νε­ται ό­τι θεω­ρή­θη­κε φι­λο­λο­γι­κός φόρ­τος.
Ένα βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό μιας πα­ρό­μοιας έκ­δο­σης, ό­ταν, βε­βαίως, πρό­κει­ται για έ­να κλα­σι­κό έρ­γο, ό­που μια χρη­στι­κή έκ­δο­ση πρέ­πει να μέ­νει πι­στή στο πρω­τό­τυ­πο, εί­ναι η πα­ρά­τα­ξη των κει­μέ­νων. Στα «Άπα­ντα» Πα­πα­δια­μά­ντη της έκ­δο­σης του «Δό­μου» α­κο­λου­θεί­ται η χρο­νο­λο­γία πρώ­της δη­μο­σίευ­σης. Δυ­στυ­χώς, η νέα σει­ρά ε­νέ­δω­σε στις συ­νή­θεις ε­μπο­ρι­κές σκο­πι­μό­τη­τες. Ως γνω­στόν, στις σει­ρές των βι­βλίω­ν-προ­σφο­ρών δί­νε­ται ι­διαί­τε­ρο βά­ρος στην ε­πι­λο­γή των πρώ­των τό­μων, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τοί λει­τουρ­γούν ως κρά­χτης της δια­φη­μι­στι­κής κα­μπά­νιας. Όπως, λοι­πόν, μια σει­ρά βι­βλίων Τέ­χνης προ­βάλ­λει ως δέ­λε­αρ τον Μι­χαήλ Άγγε­λο, έ­τσι και μια σει­ρά της “πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης”, εί­τε πρό­κει­ται για μία, ό­πως η προ­πέρ­σι­νη, χω­ρίς ι­διαί­τε­ρες τυ­πο­τε­χνι­κές α­ξιώ­σεις, εί­τε για την ε­φε­τι­νή, υ­ψη­λών προ­δια­γρα­φών, το δέ­λε­αρ εί­ναι η «Φό­νισ­σα». Σε αυ­τήν, προς συ­μπλή­ρω­ση των σε­λί­δων του πρώ­του τό­μου, προ­στέ­θη­κε το «Χρή­στος Μη­λιό­νης». Η δια­τά­ρα­ξη, ό­μως, της μη­τρι­κής πα­ρά­τα­ξης ε­πε­κτά­θη­κε και στους δυο ε­πό­με­νους τό­μους. Στο δεύ­τε­ρο τό­μο, προ­τι­μή­θη­κε το πε­ζό, στο ο­ποίο, προ δε­κα­ε­τίας, εί­χε στη­ριχ­θεί η “ευ­ρω­παϊκή α­να­βά­πτι­σή” του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Τα Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια», συ­μπλη­ρω­μέ­νο με το «Βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα». Ενώ, για τον τρί­το, ε­πι­λέχ­θη­κε το μυ­θι­στό­ρη­μα «Οι Έμπο­ροι των Εθνών», κα­θώς θεω­ρή­θη­κε γνω­στό­τε­ρο του χρο­νο­λο­γι­κά πρώ­του, «Η Με­τα­νά­στις». Κα­τά τα άλ­λα, α­πό τον τέ­ταρ­το τό­μο και ε­φε­ξής α­κο­λου­θεί­ται η σει­ρά των τεσ­σά­ρων πρώ­των τό­μων της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, χω­ρίς, ω­στό­σο, κά­ποια υ­πο­ση­μείω­ση για τη θέ­ση που εί­χαν στην αρ­χι­κή πα­ρά­τα­ξη τα πέ­ντε πε­ζά που προ­τάχ­θη­καν. Εκτε­τα­μέ­νη α­να­διά­τα­ξη έ­γι­νε στα ποιη­τι­κά και στα μη λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να του πέ­μπτου τό­μου.
Ένα α­πό τα desiderata, που λέ­νε οι φι­λό­λο­γοι, μιας α­να­θεω­ρη­μέ­νης ή μιας χρη­στι­κής έκ­δο­σης των «Απά­ντων» Πα­πα­δια­μά­ντη εί­ναι να λη­φθούν υ­πό­ψη τα νέα στοι­χεία, που προέ­κυ­ψαν στο μα­κρύ διά­στη­μα μιας ει­κο­σα­ε­τίας. Όσο α­φο­ρά το κυ­ρίως έρ­γο, η συ­γκο­μι­δή εί­ναι φτω­χή. Προ­στί­θε­ται έ­να διή­γη­μα, «Το Για­λό­ξυ­λο», που ε­ντο­πί­στη­κε πρό­περ­σι α­πό τον Βα­σί­λειο Τω­μα­δά­κη, και γί­νο­νται αλ­λα­γές σε δυο διη­γή­μα­τα α­πό τα δη­μο­σιευ­θέ­ντα με­τά το θά­να­το του Πα­πα­δια­μά­ντη. Στο η­μι­τε­λές «Ο Αντί­κτυ­πος του νου» και στο ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο αλ­λά ά­τιτ­λο, που δη­μο­σιευό­ταν με τον “θε­τό” τίτ­λο «Ο Κα­λού­μπας» και ε­δώ α­πο­κτά τον πλα­γίως τεκ­μη­ριω­μέ­νο τίτ­λο, «Το Θε­ο­πό­ντι».
Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες αλ­λα­γές α­φο­ρούν τα μη λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να του Πα­πα­δια­μά­ντη και α­να­φέ­ρο­νται α­να­λυ­τι­κά σε Ση­μείω­μα για τους τό­μους 14 και 15, δη­μο­σιευ­μέ­νο στον 14ο τό­μο. Ως νό­θα α­φαι­ρού­νται έ­ξι α­νυ­πό­γρα­φα δη­μο­σιεύ­μα­τα στην ε­φη­με­ρί­δα «Εφη­με­ρίς», δυο στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις», το έ­να α­νυ­πό­γρα­φο και το άλ­λο και με την υ­πο­γρα­φή Πμ., και έ­να στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις Εσπε­ρι­νή» με την υ­πο­γρα­φή Πδμ. Αντ’ αυ­τών, προ­στί­θε­νται πέ­ντε νέα ευ­ρή­μα­τα, γνή­σια κα­τά τους ε­ρευ­νη­τές, πα­ρό­λο που τα δυο α­πό αυ­τά φέ­ρουν υ­πο­γρα­φή Α.Π.. Στην πε­ρί­πτω­ση που η πα­τρό­τη­τα συ­νά­γε­ται μό­νο α­πό την υ­πο­γρα­φή, η τεκ­μη­ρίω­ση δεν εί­ναι ε­παρ­κής, δε­δο­μέ­νου ό­τι μπο­ρεί να α­νή­κει σε άλ­λο συ­νερ­γά­τη με τα ί­δια αρ­χι­κά. Όπως και να έ­χει, σε μια α­πό τις πα­ρα­πο­μπές για τα α­πο­δει­κτι­κά στοι­χεία, ο δαί­μων του τυ­πο­γρα­φείου αλ­λοίω­σε τον α­ριθ­μό τεύ­χους α­πό 1799 σε 1709.
Και ε­πα­νερ­χό­μα­στε στην α­να­διά­τα­ξη του πέ­μπτου τό­μου της μη­τρι­κής έκ­δο­σης, ο ο­ποίος α­πο­τε­λεί­ται α­πό εν­νέα ε­νό­τη­τες. Οι τρεις πρώ­τες, Ποιή­μα­τα, Υμνο­γρα­φή­μα­τα και Σα­τι­ρι­κά, ε­ντάχ­θη­καν στον 14ο τό­μο, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ποιη­τι­κά και άλ­λα κεί­με­να». Μό­νο που τα­ξι­νο­μή­θη­καν σε δυο ε­νό­τη­τες, ό­που τα Σα­τι­ρι­κά εν­σω­μα­τώ­θη­καν στα Υμνο­γρα­φή­μα­τα, με κρι­τή­ριο το ο­μό­τρο­πο της γρα­φής, πα­ρα­βλέ­πο­ντας τη θε­μα­τι­κή α­νο­μοιό­τη­τα. Η τέ­ταρ­τη ε­νό­τη­τα με τα Θρη­σκευ­τι­κά Άρθρα (28, μείον έ­ξι νό­θα συν τρία νέα) α­πο­τέ­λε­σε τον κυ­ρίως κορ­μό του τε­λευ­ταίου τό­μου. Ενώ, οι υ­πό­λοι­πες πέ­ντε ε­νό­τη­τες, Διορ­θω­τι­κά (3), Μου­σι­κο­λο­γι­κά (4), Φι­λο­λο­γι­κά (15, μείον δυο νό­θα), Διά­φο­ρα (12) και Νε­κρο­λο­γίες (9, μείον έ­να νό­θο), δια­μοι­ρά­στη­καν στους δυο τό­μους, με στό­χο να συ­γκε­ντρω­θούν στον τε­λευ­ταίο τό­μο ά­πα­ντα τα θρη­σκευ­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου κεί­με­να. Έτσι, για τον 14ο τό­μο, α­πέ­μει­να­ν: έ­να α­πό τα Διορ­θω­τι­κά, δυο α­πό τα Μου­σι­κο­λο­γι­κά, ό­λα τα Φι­λο­λο­γι­κά πλην του «Η Έννοια του Θε­ού και ο υ­λι­σμός», ό­λα τα Διά­φο­ρα πλην μια σύ­ντο­μης ε­πι­στο­λής και πα­ρα­δό­ξως, ο­λό­κλη­ρη η ε­νό­τη­τα Νε­κρο­λο­γίες, πα­ρό­τι δυο α­να­φέ­ρο­νται σε πρό­σω­πα της Εκκλη­σίας. Άστο­χη δεί­χνει και η τα­ξι­νό­μη­ση αυ­τών των κει­μέ­νων. Αντί του αρ­χι­κού ει­δο­λο­γι­κού κρι­τη­ρίου, προ­τι­μή­θη­κε ε­κεί­νο της έ­κτα­σης κά­θε κει­μέ­νου, με α­πο­τέ­λε­σμα τα κεί­με­να να κα­τα­νε­μη­θούν σε δυο ε­νό­τη­τες: Εκτε­τα­μέ­να Πε­ζά και Διά­φο­ρα Μι­κρά Κεί­με­να. Αυ­τή η κα­τά­τα­ξη δη­μιουρ­γεί α­πί­θα­νες γειτ­νιά­σεις, ό­πως ε­κεί­νη της ευ­τρά­πε­λης “Γνώ­μης δια τον Σού­ρη­ν” με τη νε­κρο­λο­γία για τον Πα­πα-Αδα­μά­ντιο, Οι­κο­νό­μο.
Η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη και­νο­το­μία των νέων «Απά­ντων» εί­ναι η προ­σθή­κη Προ­λο­γι­κού Ση­μειώ­μα­τος σε κά­θε τό­μο και στο τέ­λος, Επί­με­τρου για το συ­νο­λι­κό έρ­γο. Δεν γνω­ρί­ζου­με άλ­λη έκ­δο­ση Απά­ντων με προ­λό­γους δια­φο­ρε­τι­κών προ­σώ­πων σε κά­θε τό­μο. Συ­νή­θως προ­βλέ­πε­ται πρό­λο­γος και ε­πί­με­τρο του ό­λου έρ­γου. Εννοού­με έκ­δο­ση Απά­ντων α­πό κα­νο­νι­κό εκ­δο­τι­κό οί­κο, για­τί, στα βι­βλία-προ­σφο­ρές, ό­λα παί­ζουν. Θα ε­πα­νέλ­θου­με ...
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Πορτραίτο (ξυλογραφία) του Παπαδιαμάντη. Φιλοτεχνήθηκε από τον χαράκτη Α. Τάσσο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Σκιαθίτη.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/11/2011

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Τινά ταπεινά περί Σεφέρη

Eνας βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής της τρέ­χου­σας σή­με­ρα λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρα­γω­γής σπα­νίως και με­τά με­γά­λης προ­σο­χής κα­τα­φεύ­γει στη χρή­ση του ό­ρου λο­γο­κλο­πή. Κα­τά και­ρούς, ω­στό­σο, τον ε­κτο­ξεύουν ε­να­ντίον κά­ποιου νεό­τε­ρου συγ­γρα­φέα συ­νο­μή­λι­κοι ο­μό­τε­χνοί του, χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νοι, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, α­πό έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, ως ε­μπα­θείς. Αυ­τό, για­τί α­νέ­κα­θεν η κα­θα­ρή κλο­πή στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, αν δεν πρό­κει­ται για κλε­ψί­τυ­πη α­να­πα­ρα­γω­γή α­κέ­ραιου έρ­γου, δύ­σκο­λα α­πο­δει­κνύε­ται. Άπαξ και έ­νας συγ­γρα­φέ­ας α­πο­λαμ­βά­νει της υ­πό­λη­ψης του λο­γο­τέ­χνη, κά­θε εί­δους δά­νεια, πα­ντα­χό­θεν ερ­χό­με­να, θεω­ρού­νται ως θε­μι­τά. Γι’ αυ­τό, εάν κα­μιά φο­ρά τύ­χει και σπά­σει το πό­δι του ο διά­βο­λος και έ­νας συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­πεμ­φθεί στη δι­καιο­σύ­νη για λο­γο­κλο­πή, α­ντί να προ­σπα­θεί να δεί­ξει ό­τι δεν πρό­κει­ται για ι­διο­ποίη­ση ξέ­νης πνευ­μα­τι­κής ι­διο­κτη­σίας, υ­πε­ρα­μύ­νε­ται της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας του βι­βλίου του. Και ε­πει­δή πα­ρό­μοια α­πό­δει­ξη στο χώ­ρο της τέ­χνης εί­ναι μάλ­λον α­νέ­φι­κτη, ε­πι­κα­λεί­ται την αυ­θε­ντία της κρι­τι­κής, προ­σκο­μί­ζο­ντας βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις α­πό ό­σο το δυ­να­τόν πιο έ­γκρι­τες υ­πο­γρα­φές και έ­ντυ­πα. Όλοι γνω­ρί­ζουν πό­σο αίο­λες εί­ναι πα­ρό­μοιες μαρ­τυ­ρίες, ε­ντού­τοις αυ­τές προ­σφέ­ρουν στο βι­βλίο το status του λο­γο­τε­χνι­κού και ο συγ­γρα­φέ­ας α­θωώ­νε­ται. Οι μό­νες πε­ρι­πτώ­σεις, που μπο­ρεί να κρι­θεί κα­τα­δι­κα­στέ­ος, εί­ναι ό­ταν θί­γο­νται ευ­θέως συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα. Πά­ντως, ο­ποια­δή­πο­τε κα­τά­λη­ξη και να έ­χει δι­κα­στι­κά η υ­πό­θε­ση, α­μαυ­ρώ­νε­ται η υ­πό­λη­ψή του. Όμως, την σή­με­ρον, πα­ρό­μοιες σκιές γρή­γο­ρα α­το­νούν με τη βοή­θεια της δια­φη­μι­στι­κής προ­βο­λής των ε­πό­με­νων έρ­γων του.
Αν, ό­μως, α­νέ­κα­θεν, η κα­τη­γο­ρία της λο­γο­κλο­πής προ­σέ­κρουε στην πε­ρι­πε­πλεγ­μέ­νη σχέ­ση λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας και δα­νείων, πό­σω μάλ­λον, σή­με­ρα, που, με την ε­πι­κρά­τη­ση του με­τα­μο­ντέρ­νου, ό­χι μό­νο αμ­φι­σβη­τή­θη­κε η ι­σχύς του πρω­τό­τυ­που, αλ­λά και κα­το­χυ­ρώ­θη­κε ως κα­νό­νας το μυ­θι­στό­ρη­μα χα­λα­ρής δο­μής και συ­χνά, α­κό­μη χα­λα­ρό­τε­ρης νο­η­μα­τι­κής συ­νο­χής. Αντί, λοι­πόν, έ­νας νου­νε­χής βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής να α­να­φέ­ρε­ται σε λο­γο­κλο­πή, πα­ρου­σιά­ζει τις ό­ποιες ο­μοιό­τη­τες με άλ­λα έρ­γα ε­ντο­πί­ζει, κα­τα­φεύ­γο­ντας στη χρή­ση ό­ρων, που να συ­νά­δουν προς τη δη­μιουρ­γι­κή δια­δι­κα­σία. Βέ­βαια, στο θέ­μα της ο­ρο­λο­γίας παί­ζει ρό­λο και η η­λι­κία του βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή. Ένας με­γα­λύ­τε­ρος ι­χνη­λα­τεί ε­πι­δρά­σεις και υ­παι­νίσ­σε­ται “συ­νο­μι­λίες” με πρό­γο­νους ή και αλ­λο­ε­θνείς σύγ­χρο­νους. Ενώ, έ­νας νεό­τε­ρος υιο­θε­τεί τον φροϋδι­κής ε­μπνεύ­σεως ό­ρο δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, που σαν ο­μπρέ­λα κα­λύ­πτει συ­νει­δη­τές και α­σύ­νει­δες συ­νο­μι­λίες τό­σο των συγ­γρα­φέων ό­σο και των κει­μέ­νων. Με αυ­τήν την κά­πως α­σα­φή γλώσ­σα, πα­ρου­σιά­ζε­ται έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που δα­νεί­ζε­ται αυ­τού­σια χω­ρία αλ­λό­τριων πη­γών, ή και α­πο­τε­λεί­ται εξ ο­λο­κλή­ρου α­πό αυ­τά. Η δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση πε­ρι­γρά­φε­ται συ­νή­θως με πλειά­δα ε­ξε­ζη­τη­μέ­νων ό­ρων, α­πό τον βυ­ζα­ντι­νής κα­τα­γω­γής ό­ρο κέ­ντρω­νας μέ­χρι τους γαλ­λι­κούς πα­στίς και κο­λάζ. Η μο­να­δι­κή δια­κρι­τι­κή ευ­χέ­ρεια του βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή εί­ναι να ε­πι­χει­ρή­σει την α­ντι­δια­στο­λή μιας μο­ντερ­νί­στι­κης σύν­θε­σης, ό­που υ­πει­σέρ­χε­ται η συγ­γρα­φι­κή με­του­σίω­ση, και μιας με­τα­μο­ντέρ­νας, που δη­μιουρ­γεί την αί­σθη­ση της ελ­λι­πούς α­φο­μοίω­σης.
Με ό­λα αυ­τά ως αυ­το­νό­η­τα και δε­δο­μέ­να, πο­λύ α­πο­ρή­σα­με, δια­βά­ζο­ντας στο κα­λο­και­ρι­νό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο» το κεί­με­νο του Τά­σου Γου­δέ­λη πε­ρί “λο­γο­κλο­πίας”. Το τεύ­χος φι­λο­ξε­νεί ε­κτε­νές α­φιέ­ρω­μα στον Πα­πα­δια­μά­ντη, αλ­λά το συ­γκε­κρι­μέ­νο κεί­με­νο δη­μο­σιεύε­ται στην κα­τα­λη­κτι­κή ε­νό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού «Τα Φύλ­λα». Ωστό­σο, θα μπο­ρού­σε να ε­νταχ­θεί στο σώ­μα του α­φιε­ρώ­μα­τος, ό­πως ε­πί­σης και σε ε­κεί­νο του α­νοι­ξιά­τι­κου τεύ­χους, για τον Σε­φέ­ρη, α­φού εί­ναι ο Σε­φέ­ρης που εμ­φα­νί­ζε­ται ως λο­γο­κλό­πος. Αυ­τή τη φο­ρά, ό­χι του Έλιοτ ή του Βαλ­λε­ρύ, ως εί­θι­σται α­πό την ε­πο­χή της βρά­βευ­σής του, πι­θα­νώς και νω­ρί­τε­ρα, αλ­λά του Πα­πα­δια­μά­ντη. Βε­βαίως, ό­πως συμ­βαί­νει και με τον Σαίξ­πη­ρ, πα­ρό­μοιες κα­τη­γο­ρίες ε­λά­χι­στα ε­πη­ρεά­ζουν την πρόσ­λη­ψη του έρ­γου του. Σε έ­να, ό­μως, πε­ριο­ρι­σμέ­νο κοι­νό, α­κό­μη και ό­ταν πα­ρό­μοιες μομ­φές δεν συ­ζη­τού­νται, βα­ραί­νουν. Ιδιαί­τε­ρα, ό­ταν έρ­χο­νται α­πό έ­ναν κρι­τι­κό. Βα­ραί­νουν, μά­λι­στα, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­ταν δη­μο­σιεύο­νται σε τεύ­χη ε­πε­τεια­κών α­φιε­ρω­μά­των για τα 100 χρό­νια α­πό το θά­να­το του Πα­πα­δια­μά­ντη και τα 40 α­πό ε­κεί­νον του Σε­φέ­ρη. Αφιε­ρώ­μα­τα, που προ­σβλέ­πουν, ό­πως δη­λώ­νουν οι εκ­δό­τες, σε “νέες α­να­γνώ­σεις” και ε­πα­νε­κτι­μή­σεις.
Ο Γου­δέ­λης δεν τεκ­μη­ριώ­νει ό­τι ο Σε­φέ­ρης “α­ντέ­γρα­ψε” Πα­πα­δια­μά­ντη. Ου­σια­στι­κά, δεν τον α­πα­σχο­λούν οι δυο πα­λαιό­τε­ροι, αλ­λά έ­νας ο­μή­λι­κός του, ο Νά­σος Βα­γε­νάς. Ει­δι­κό­τε­ρα, ο Βα­γε­νάς ως με­λε­τη­τής του σε­φε­ρι­κού έρ­γου. Στο άρ­θρο του, με τίτ­λο, «Μια πα­ρά­δο­ξη (;) σχέ­ση», πε­ρι­γρά­φει τη σχέ­ση Βα­γε­νά-Σε­φέ­ρη. Ή, ό­πως ο ί­διος συ­νο­ψί­ζει εκ των υ­στέ­ρων, “πε­ρι­γρά­φει τη σχι­ζο­φρε­νι­κή σχέ­ση του θαυ­μα­στή και του ει­δώ­λου του”. Ξε­κι­νά­ει α­πό τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή, που υ­πέ­βα­λε ο Βα­γε­νάς στο Καί­μπριτζ το 1979, «Ο ποιη­τής και ο χο­ρευ­τής. Μια ε­ξέ­τα­ση της ποιη­τι­κής και της ποίη­σης του Σε­φέ­ρη», και κα­τα­λή­γει στο πρό­σφα­το βι­βλίο του, «Κι­νού­με­νος στό­χος». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, α­πο­ρού­με, για­τί το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “το­μί­διο”, ό­ταν πρό­κει­ται για βι­βλίο 268 σε­λί­δων, ό­που α­να­δη­μο­σιεύο­νται 29 “κρι­τι­κά κεί­με­να”, με­τα­ξύ των ο­ποίων έ­ξι ε­κτε­νείς συμ­με­το­χές σε συλ­λο­γι­κές εκ­δό­σεις και συ­νέ­δρια. Στο βι­βλίο δη­μο­σιεύο­νται και έ­ξι κεί­με­να, που α­φο­ρούν τον Σε­φέ­ρη. Ο Γου­δέ­λης α­να­φέ­ρε­ται σε δυο α­πό αυ­τά, για να ε­πι­κε­ντρω­θεί, τε­λι­κά, σε έ­να. Πρό­κει­ται για μια α­πό τις εί­κο­σι Επι­φυλ­λί­δες του Βα­γε­νά, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται στο βι­βλίο, με τίτ­λο, «Σε­φέ­ρης-Πα­πα­δια­μά­ντης: Ο έ­ρω­τας στην ο­μί­χλη». Σύμ­φω­να με τον Γου­δέ­λη, σε αυ­τήν α­πο­δει­κνύε­ται η “λο­γο­κλο­πία” του Σε­φέ­ρη. Αυ­τήν την “λο­γο­κλο­πία”, ο ί­διος δεν την ε­λέγ­χει ού­τε την αμ­φι­σβη­τεί. Αντι­θέ­τως, την ε­πι­κρο­τεί, κά­νο­ντας λό­γο για “κραυ­γα­λέες ο­μοιό­τη­τες” με­τα­ξύ πρω­τό­τυ­που και “α­ντί­γρα­φου”. Άλλω­στε, ε­κεί­νος εί­ναι που κά­νει χρή­ση του ό­ρου “λο­γο­κλο­πία”. Ο Βα­γε­νάς δια­τεί­νε­ται ό­τι δεί­χνει, “δε­σμούς ό­χι μό­νο συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς και ευ­ρύ­τε­ρα δια­κει­με­νι­κούς, αλ­λά –ό­πως δεί­χνουν αρ­κε­τές ει­κό­νες και λε­πτο­μέ­ρειες ει­κό­νων των δυο κει­μέ­νω­ν– σχέ­σεις γε­νε­τι­κής φύ­σεως”. Στο πρό­σφα­το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού, α­φιε­ρω­μέ­νο στην ξέ­νη ποίη­ση, δη­μο­σιεύε­ται ε­κτε­νής α­πά­ντη­ση του Βα­γε­νά και πα­ράλ­λη­λος σχο­λια­σμός της α­πά­ντη­σής του α­πό τον Γου­δέ­λη. Ο Βα­γε­νάς α­να­σκευά­ζει πει­στι­κά τη μομ­φή πε­ρί “συ­νη­γο­ρίας υ­πέρ του Σε­φέ­ρη, σε βαθ­μό ε­ξι­δα­νι­κευ­τι­κό” και ε­πι­μέ­νει στην α­νάρ­μο­στη χρή­ση της λέ­ξης “λο­γο­κλο­πία”. Ενώ, ο Γου­δέ­λης ε­πα­να­λαμ­βά­νει και ε­παυ­ξά­νει τις αρ­χι­κές δια­πι­στώ­σεις του. Σαν, δη­λα­δή, να α­πα­ξιοί να συ­νε­χί­σει τον διά­λο­γο, που ο ί­διος ξε­κί­νη­σε, α­πα­ντώ­ντας στις εν­στά­σεις του βαλ­λό­με­νου. Αυ­τό προς με­γά­λη α­πο­γοή­τευ­ση των α­να­γνω­στών, που μέ­νουν με τις α­πο­ρίες τους. Με­τα­ξύ άλ­λων, ποια μπο­ρεί να εί­ναι η “λο­γο­κλο­πία” του Σε­φέ­ρη, με την ο­ποία ο Βα­γε­νάς α­σχο­λεί­ται στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της δια­τρι­βής του. Όπως και να έ­χει, χά­ρις στις εκ­κρε­μείς α­πο­ρίες μας, εί­χα­με το κέρ­δος μιας δεύ­τε­ρης α­νά­γνω­σης ε­κεί­νης της πρώ­της με­λέ­της, με την ο­ποία εμ­φα­νί­στη­κε το άλ­λο πρό­σω­πο του ποιη­τή Βα­γε­νά, ε­κεί­νο του θεω­ρη­τι­κού της λο­γο­τε­χνίας.
Μέ­νει, ό­μως, α­νοι­κτό το θέ­μα της “λο­γο­κλο­πίας” Σε­φέ­ρη α­πό Πα­πα­δια­μά­ντη. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η “λο­γο­κλο­πία” α­φο­ρά το πα­πα­δια­μα­ντι­κό διή­γη­μα «Ο έ­ρω­τας στα χιό­νια» και το σε­φε­ρι­κό ποίη­μα «Fog». Τα Χρι­στού­γεν­να του 2005, που εί­χα­με δια­βά­σει την Επι­φυλ­λί­δα Βα­γε­νά, μας εί­χαν γεν­νη­θεί ο­ρι­σμέ­νες α­πο­ρίες. Το κεί­με­νο του Γου­δέ­λη, λό­γω των α­κραίων θέ­σεών του, τις α­να­κί­νη­σε. Τις πα­ρα­θέ­του­με για την α­ξία που μπο­ρεί να έ­χουν οι α­πο­ρίες ε­νός α­να­γνώ­στη.
Κα­τ’ αρ­χάς, ο Βα­γε­νάς ε­πι­ση­μαί­νει τις α­να­λο­γίες στη δο­μή των δυο κει­μέ­νων. Για το διή­γη­μα ε­πι­κα­λεί­ται την “τρια­δι­κή κα­τα­νο­μή” των με­ρών του, που έ­χει προ­τεί­νει ο Γ. Κε­χα­γιό­γλου. Όπως ε­κεί­νος έ­γρα­φε προ τρια­κο­ντα­ε­τίας, “το κεί­με­νο του διη­γή­μα­τος α­πο­τε­λεί­ται α­πό τρία ά­νι­σα μέ­ρη (δια­χω­ρί­ζο­νται με κε­νό διά­στη­μα)”. Ωστό­σο, σε ό­λες τις δη­μο­σιεύ­σεις του, το κεί­με­νο χω­ρί­ζε­ται με κε­νά δια­στή­μα­τα σε πέ­ντε μέ­ρη. Από αυ­τά προ­κύ­πτουν τα τρία του Κε­χα­γιό­γλου δια συ­νε­νώ­σεως πρώ­του και δεύ­τε­ρου, τρί­του και τέ­ταρ­του. Η α­ντί­στοι­χη “τρι­με­ρής α­νά­πτυ­ξη των στρο­φώ­ν” του ποιή­μα­τος “ση­μαί­νε­ται με την ε­πω­δι­κή ε­πα­νά­λη­ψη του στί­χου ε­νός ε­λα­φρού ε­ρω­τι­κού τρα­γου­διού στην αρ­χή του κά­θε μέ­ρους («Πες της το μ’ έ­να γιου­κα­λί­λι»)”. Ο με­λε­τη­τής προ­σθέ­τει ό­τι “α­νά­λο­γα ε­πω­δι­κή εί­ναι η ε­πα­νά­λη­ψη των δη­μο­τι­κό­τρο­πων ε­ρω­τι­κών δι­στί­χων που τρα­γου­δά­ει ο ή­ρωας του διη­γή­μα­τος”. Όχι α­κρι­βώς. Τα δυο συ­νο­λι­κά δί­στι­χα του διη­γή­μα­τος δεν τί­θε­νται στην αρ­χή του κά­θε μέ­ρους της τρια­δι­κής δο­μής. Συ­γκε­κρι­μέ­να, και τα δυο μα­ζί, εν σει­ρά, κλεί­νουν το πρώ­το μέ­ρος της πε­ντα­δι­κής δο­μής, ε­νώ μό­νο του, το πρώ­το, κλεί­νει το τρί­το μέ­ρος της.
Επι­προ­σθέ­τως, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι “και στα δυο κεί­με­να οι στί­χοι των τρα­γου­διών α­πευ­θυ­νό­με­νοι προς το α­ντι­κεί­με­νο του πό­θου των πρω­τα­γω­νι­στών τους συ­νο­ψί­ζουν το αί­σθη­μά τους”. Αυ­τό ι­σχύει για το έ­να δί­στι­χο του διη­γή­μα­τος. Όσο για το ποίη­μα, ο στί­χος του τρα­γου­διού, το ο­ποίο παί­ζει έ­νας “φω­νο­γρά­φος”, α­πευ­θύ­νε­ται στον πρω­τα­γω­νι­στή. Όπως πλη­ρο­φο­ρεί η Πο­λί­να Τα­μπα­κά­κη, στην πρω­τό­τυ­πη με­λέ­τη της «Η “μου­σι­κή ποιη­τι­κή” του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη», πρό­κει­ται για έ­να τρα­γού­δι του Φρανκ Κρά­μι­τ, που έ­γι­νε με­γά­λη ε­πι­τυ­χία α­μέ­σως μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1924. Το ποίη­μα, ε­κτός α­πό αγ­γλι­κό τίτ­λο, φέ­ρει ως υ­πό­τιτ­λο τον αγ­γλι­κό τίτ­λο του τρα­γου­διού και συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τον προσ­διο­ρι­σμό «Λον­δί­νο, Χρι­στού­γεν­να 1924», προσ­λαμ­βά­νο­ντας έ­τσι έ­να ε­πι­και­ρι­κό πλαί­σιο. Σύμ­φω­να με τον Ρό­ντρικ Μπή­τόν, ο αρ­χι­κός υ­πό­τιτ­λος ή­ταν «Μια αυ­το­προ­σω­πο­γρα­φία του Λον­δί­νου».
Στη συ­νέ­χεια, ο με­λε­τη­τής ε­πι­ση­μαί­νει “ο­ρι­σμέ­να κοι­νά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στην πε­ρι­γρα­φή της γυ­ναί­κας: «Πο­λυ­λο­γού και ψεύ­τρα» εμ­φα­νί­ζε­ται στο διή­γη­μα, φλύα­ρη και α­να­ξιό­πι­στη «Λό­για για λό­για, κι άλ­λα λό­για» τη βλέ­που­με στο «Fog»”. Εδώ, η α­πο­ρία εί­ναι για­τί α­πο­δί­δει στη γυ­ναί­κα το δεύ­τε­ρο στί­χο του πρώ­του τε­τρά­στι­χου του δεύ­τε­ρου μέ­ρους, που, συ­μπλη­ρω­μέ­νος με το ε­ρω­τη­μα­τι­κό, α­κο­λου­θεί τον πρώ­το, ε­κεί­νον του τρα­γου­διού. Κά­τι σαν ε­ρω­τη­μα­τι­κή α­πά­ντη­ση στην πα­ρό­τρυν­ση του τρα­γου­διού. Ο Μπή­τον ε­ντο­πί­ζει, σε ε­πι­στο­λή του Σε­φέ­ρη προς τον πα­τέ­ρα του, τη φρά­ση, “έ­χω βα­ρε­θεί τα λό­για και λό­για που μέ­νουν μό­νο λό­για”. Εκεί­να τα Χρι­στού­γεν­να, ο Σε­φέ­ρης ή­ταν θυ­μω­μέ­νος με τον πα­τέ­ρα του, για­τί του εί­χε α­πα­γο­ρέ­ψει να πε­ρά­σει τις ε­ορ­τά­σι­μες η­μέ­ρες στο Πα­ρί­σι με την κα­λή του.
Ο Βα­γε­νάς προ­σθέ­τει ό­τι “και στα δυο κεί­με­να η φι­λα­ρέ­σκεια της γυ­ναί­κας δη­λώ­νε­ται με τον γυα­λι­στε­ρό καλ­λω­πι­σμό της (Πα­πα­δια­μά­ντης: «το γυά­λι­σμά της, το βερ­νί­κι και το κοκ­κι­νά­δι της»· Σε­φέ­ρης: «Βλέ­πω τα κόκ­κι­να της νύ­χια / μπρος στη φω­τιά πώς θα γυα­λί­ζουν»)”. Ωστό­σο, οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι δυο στί­χοι του Σε­φέ­ρη, α­πό το τρί­το μέ­ρος του ποιή­μα­τος, το ο­ποίο α­πο­τε­λεί­ται α­πό έ­να μό­νο τε­τρά­στι­χο, πα­ρεμ­βάλ­λο­νται α­νά­με­σα στον πρώ­το στί­χο, ε­κεί­νο του τρα­γου­διού, και το στί­χο, «και τη θυ­μά­μαι με το βή­χα.» Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι αυ­τός ο τε­λευ­ταίος στί­χος δί­νει δια­φο­ρε­τι­κό νό­η­μα σε ο­λό­κλη­ρο το τε­τρά­στι­χο. Σε ε­πι­στο­λή του Σε­φέ­ρη προς την α­δελ­φή του, με η­με­ρο­μη­νία 28 Οκτω­βρίου 1922, υ­πάρ­χει σε πο­λύ­στι­χο ποίη­μα, γραμ­μέ­νο για ε­κεί­νη, ο στί­χος: «το βή­χα σου πά­λι θ’ α­κού­σω μό­νος μου σε ά­δειο τριό­δι». Η Ιωάν­να Τσά­τσου δί­νει την πρό­σθε­τη πλη­ρο­φο­ρία ό­τι της το ξα­νά­στει­λε “α­πό τη Λό­ντρα δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στις 25 Νο­εμ­βρίου του 1924”. Εδώ, ω­στό­σο, η α­πο­ρία εί­ναι κα­τά πό­σο ο πρω­τα­γω­νι­στής του ποιή­μα­τος, ως προ­σω­πείο του ει­κο­σι­τε­τρά­χρο­νου ποιη­τή, τρε­λά ε­ρω­τευ­μέ­νου με δε­κα­ο­χτά­χρο­νη Πα­ρι­ζιά­να, α­να­φέ­ρει τα κόκ­κι­να νύ­χια σαν στοι­χείο φι­λα­ρέ­σκειας και ό­χι γο­η­τείας. Και πά­λι, σύμ­φω­να με τον βιο­γρά­φο του Σε­φέ­ρη, το «Fog» εί­ναι το τε­λευ­ταίο ποίη­μα της ε­νό­τη­τας «Νυ­χτιά­τι­κα», που εί­χε αρ­χί­σει να γρά­φει στο Πα­ρί­σι. Σύμ­φω­να με τις ε­πι­στο­λές του προς την α­δελ­φή του αυ­τά τα ποιή­μα­τα τα σχε­δία­ζε α­πό το χει­μώ­να του 1922.
Ακο­λου­θούν κά­ποια α­πό τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ά­ντρα, που ο Βα­γε­νάς θεω­ρεί κοι­νά στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, ε­νώ ε­πι­ση­μαί­νει τις συ­μπτώ­σεις στους ρη­μα­τι­κούς τύ­πους, με τους ο­ποίους ε­κεί­νοι α­να­φέ­ρουν πα­ρελ­θο­ντι­κούς έ­ρω­τες και πα­ρο­ντι­κή μο­να­ξιά. Ωστό­σο, κα­τά τον με­λε­τη­τή, τη συ­νο­μι­λία του ποιή­μα­τος με το διή­γη­μα την κα­θι­στά “α­διαμ­φι­σβή­τη­τη” η ο­μοιό­τη­τα δυο ει­κό­νων. “Η πρώ­τη ει­κό­να εί­ναι το πε­ριε­χό­με­νο της «ο­νει­ρι­κό­τη­τας», την ο­ποία βιώ­νουν οι δυο ή­ρωες· η αί­σθη­ση ε­νός βυ­θού, ό­που βρί­σκο­νται ναυα­γι­σμέ­νοι”. Πα­ρό­μοιες ει­κό­νες, ω­στό­σο, υ­πάρ­χουν και σε ε­πι­στο­λές του Σε­φέ­ρη προς τον α­δελ­φό του, αλ­λά και προς την α­δελ­φή του. Από το Πα­ρί­σι, στις 4 Φε­βρουα­ρίου 1923, της γρά­φει: “Εί­μαι ο σκά­φαν­δρος, με κα­τέ­βα­σαν στο βυ­θό του ω­κε­α­νού, βρή­κα τα πο­λύ­τι­μα α­νεί­πω­τα πε­τρά­δια της χα­μέ­νης Ατλα­ντί­δος… Κό­βω το σκοι­νί που με βα­στά και τον α­να­πνευ­στι­κό σω­λή­να, και μέ­νω κά­τω…”
“Η δεύ­τε­ρη ει­κό­να εί­ναι ε­κεί­νη ε­νός μα­ρα­ζω­μέ­νου (Σε­φέ­ρης) / μα­ρα­σμέ­νου (Πα­πα­δια­μά­ντης) και ά­σφαι­ρου ε­ρω­τι­δέα (ε­ρω­τι­δέων), που προ­σπα­θεί, μέ­σα στο λευ­κό το­πίο, να χτυ­πή­σει, σαν να ή­ταν που­λιά, τις καρ­διές / ψυ­χές των αν­θρώ­πω­ν”. Εδώ, η α­πο­ρία εί­ναι διτ­τή. Ο ή­ρωας του Πα­πα­δια­μά­ντη θα μπο­ρού­σε να α­πο­κλη­θεί ε­ρω­τι­δέ­ας, δε­δο­μέ­νου ό­τι υ­πήρ­ξε έ­νας ε­ρω­τύ­λος κα­πε­τά­νιος. Επί­σης, ά­σφαι­ρος, λό­γω η­λι­κίας και μέ­θης. Για τον ή­ρωα, ό­μως, του ποιή­μα­τος δεν υ­πάρ­χουν α­ντί­στοι­χα ε­σω­κει­με­νι­κά στοι­χεία. Όσο για τον ποιη­τή, στο βαθ­μό που προ­βάλ­λει βιώ­μα­τά του, ι­σχύει α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Εκεί­να τα χρό­νια της νεό­τη­τας, δεί­χνει σαν α­κρά­τη­τος ε­ρω­τι­δέ­ας. Το δεύ­τε­ρο σκέ­λος της α­πο­ρίας μας α­φο­ρά το πώς πιά­νο­νται το χει­μώ­να τα κοσ­σύ­φια και οι τσί­χλες. Πό­θεν τεκ­μαί­ρε­ται ό­τι ο Σε­φέ­ρης μα­θαί­νει τον τρό­πο α­πό το διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη; Για­τί να μην τον γνώ­ρι­ζε, ό­πως το γνω­ρί­ζουν α­κό­μη ως σή­με­ρα ό­σοι κά­ποιας η­λι­κίας προέρ­χο­νται εξ ε­παρ­χίας; Η ί­δια α­πο­ρία ι­σχύει για την ει­κό­να της νε­α­ρής γυ­ναί­κας της «Έγκω­μης», που ο με­λε­τη­τής πι­στεύει ό­τι προέ­κυ­ψε α­πό πα­πα­δια­μα­ντι­κά υ­λι­κά και συ­γκε­κρι­μέ­να, α­πό την ει­κό­να της Μο­σχού­λας στο «Όνει­ρο στο κύ­μα». Για­τί να μην υ­πο­θέ­σου­με ό­τι ε­δώ ε­μπνέε­ται, ό­πως βέ­βαια και ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­πό το «Άσμα Ασμά­των», το ο­ποίο, μά­λι­στα, με­τέ­φρα­ζε ε­κεί­να τα χρό­νια;
Τέ­λος, μια ε­ξω­κει­με­νι­κή α­πο­ρία. Η συ­γκρι­τι­κή α­νά­γνω­ση του Βα­γε­νά δέ­χε­ται ως αυ­το­νό­η­τη τη γνω­ρι­μία του Σε­φέ­ρη με το έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη. Κι αν ό­χι τη γνω­ρι­μία με ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο του, σί­γου­ρα τη κα­λή γνώ­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου διη­γή­μα­τος. Εί­ναι, ό­μως, αυ­τή τό­σο αυ­το­νό­η­τη, ό­ταν πρό­κει­ται για τον ει­κο­σι­τε­τρά­χρο­νο Σε­φέ­ρη του 1924; Κα­τ’ αρ­χάς, βρί­σκο­νταν βι­βλία του Πα­πα­δια­μά­ντη στα α­θη­ναϊκά βι­βλιο­πω­λεία της ε­πο­χής και ποια; Θυ­μί­ζου­με ό­τι το διή­γη­μα πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στην «Ακρό­πο­λη», στο φύλ­λο της 1ης Ια­νουα­ρίου 1896. Όπως ορ­θά πα­ρα­τη­ρεί ο Βα­γε­νάς, πα­ρό­λο που εί­ναι και χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο και πρω­το­χρω­νιά­τι­κο και των Φώ­των, λό­γω της δις ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νης ε­πω­δού, «Χρι­στού­γεν­να, Άις-Βα­σί­λης, Φώ­τα», συ­χνά α­που­σιά­ζει α­πό τους τό­μους με τα ε­ορ­τα­στι­κά. Να συ­μπλη­ρώ­σου­με, ω­στό­σο, ό­τι συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στους τό­μους των ε­ρω­τι­κών. Μια πρώ­τη α­να­δη­μο­σίευ­σή του έ­γι­νε στον πρώ­το α­πό τους συ­νο­λι­κά έ­ντε­κα τό­μους του Φέ­ξη, «Η Μά­γισ­σες» του 1912, και δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στα «Πρω­το­χρο­νιά­τι­κα Διη­γή­μα­τα» του Δι­καίου. Απου­σιά­ζει, ω­στό­σο, α­πό τους τό­μους του Ελευ­θε­ρου­δά­κη, που αρ­χί­ζουν να εκ­δί­δο­νται το 1924. Ο Σε­φέ­ρης βρί­σκε­ται μέ­χρι το 1914 στη Σμύρ­νη. Από ε­κεί­νο το κα­λο­καί­ρι και μέ­χρι το κα­λο­καί­ρι του 1918, κα­τοι­κεί στην Αθή­να. Στη συ­νέ­χεια, ζει στο Πα­ρί­σι μέ­χρι το κα­λο­καί­ρι του 1924, που α­να­χω­ρεί για το Λον­δί­νο. Συ­χνά, α­πό το Πα­ρί­σι, ζη­τά­ει α­πό την α­δελ­φή του να του στεί­λει ελ­λη­νι­κά βι­βλία. Όχι, ό­μως, Πα­πα­δια­μά­ντη. Οπό­τε, θα πρέ­πει να υ­πο­θέ­σου­με ό­τι, α­νά­με­σα στα 14 και τα 18, έ­πε­σε στα χέ­ρια του, πι­θα­νώς ε­ντό­πι­σε στην πα­τρι­κή βι­βλιο­θή­κη, το βι­βλιά­ριο του Φέ­ξη ή του Δι­καίου ή και τα δύο, και τα πή­ρε μα­ζί του στο Πα­ρί­σι. Το να λει­τούρ­γη­σε μό­νο α­πό τη δε­ξα­με­νή της μνή­μης, φαί­νε­ται μάλ­λον α­πί­θα­νο. Ύστε­ρα, τί­θε­ται και το ε­ρώ­τη­μα, ποια μπο­ρεί να ή­ταν η γνώ­μη του Σε­φέ­ρη για την πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση, ό­ταν, την ί­δια ε­πο­χή α­πό το Πα­ρί­σι, έ­γρα­φε στην α­δελ­φή του: «Στην ελ­λη­νι­κή, ε­κτός α­πό αι­σθή­μα­τα βου­νί­σια ή χω­ρια­νέϊκα δεν μπο­ρού­με να πού­με τί­πο­τα για την ώ­ρα, γι’ αυ­τό και τα πιο πο­λι­τι­σμέ­να ποιή­μα­τα που έ­χουν γρα­φεί στην ελ­λη­νι­κή μυ­ρί­ζουν μυτ­ζή­θρα...» Στα θε­ρι­στι­κά πυ­ρά της σκλη­ρό­καρ­δης αυ­τής δια­τύ­πω­σης μέ­νει ά­ρα­γε ε­κτός στό­χου ο Πα­πα­δια­μά­ντης; Μι­λά­ει, βέ­βαια, για ποίη­ση, αλ­λά μοιά­ζει α­πί­θα­νο, εάν α­να­λο­γι­στού­με ό­τι θα μπο­ρού­σε, για πα­ρά­δειγ­μα, να τον α­ντι­δια­στεί­λει ως α­να­σχε­τι­κό στοι­χείο.
Επι­λο­γι­κά να ση­μειώ­σου­με το αυ­το­νό­η­το: Σχε­δόν ό­λες μας οι α­πο­ρίες έ­χουν νό­η­μα, ε­φό­σον α­σπα­στού­με την ι­σχύ του βιο­γρα­φι­σμού, ή, έ­στω, ό­τι υ­πάρ­χουν στο βά­θος κά­ποια στοι­χεία βιο­γρα­φι­σμού. Σε α­ντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση, ό­λα εί­ναι πε­ριτ­τή φι­λο­λο­γία.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/11/2011.

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Περί δολοφόνων και “αναγνωρισιμότητας”

Τά­σος Ανα­στα­σίου
«Συ­νε­σταλ­μέ­νος δο­λο­φό­νος»
Εκδό­σεις Κουκ­κί­δα
Αθή­να, Ια­νουά­ριος 2011

Ο τίτ­λος του πρώ­του πε­ζο­γρα­φι­κού βι­βλίου του Τά­σου Ανα­στα­σίου καλ­λιερ­γεί την προσ­δο­κία του α­στυ­νο­μι­κού. Δη­λα­δή, γε­νι­κό­τε­ρα, ε­νός α­να­γνώ­σμα­τος, που να στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό ε­γκλή­μα­τα και την ε­ξι­χνία­σή τους. Στο βι­βλίο, ω­στό­σο, ε­γκλή­μα­τα δεν δια­πράτ­το­νται. Ού­τε ε­γκλή­μα­τα αν­θρω­πο­κτο­νίας ού­τε α­ξιό­ποι­νες πρά­ξεις, που να χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ως ε­γκλή­μα­τα. Τα μό­να ε­γκλή­μα­τα, που ε­ξι­χνιά­ζο­νται, εί­ναι ο­ρι­σμέ­νες συ­μπε­ρι­φο­ρές, οι ο­ποίες δεί­χνουν κοι­νό­το­πες, αλ­λά θα μπο­ρού­σαν να α­πο­κλη­θούν ε­γκλη­μα­τι­κές, με την τρέ­χου­σα εμ­φα­τι­κή χρή­ση της λέ­ξης, λό­γω των βλα­πτι­κών συ­νε­πειών που έ­χουν για τον α­πο­δέ­κτη τους. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, βε­βαίως, ε­κεί­νο που εν­δια­φέ­ρει δεν εί­ναι ο δρά­στης, μια και αυ­τός εί­ναι εξ αρ­χής γνω­στός, αλ­λά τα αί­τια της συ­μπε­ρι­φο­ράς του. Εδώ, ό­μως, ι­σχύει το κοι­νώς λε­γό­με­νο, ά­βυσ­σος η ψυ­χή του αν­θρώ­που. Πό­σω μάλ­λον, ό­ταν πρό­κει­ται, ό­πως α­πο­κα­λύ­πτει εκ προοι­μίου ο τίτ­λος, για έ­ναν συ­νε­σταλ­μέ­νο δο­λο­φό­νο. Προ­σο­χή, ό­χι έ­ναν δει­λό, ο ο­ποίος φο­βά­ται να α­ντι­με­τω­πί­σει τις δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις, αλ­λά έ­ναν α­να­σφα­λή, που ό­ταν βρί­σκε­ται σε μη οι­κείο πε­ρι­βάλ­λον, ε­νώ­πιον πε­ρισ­σό­τε­ρων αν­θρώ­πων δεν έ­χει ά­νε­ση λό­γων και κι­νή­σεων. Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος μπο­ρεί θαυ­μά­σια να α­ντι­με­τω­πί­σει προ­βλη­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις και ό­ταν βρί­σκε­ται μό­νος με τον άλ­λον, τον ο­ποίο θεω­ρεί ως υ­παί­τιο, δεί­χνει το πραγ­μα­τι­κό του πρό­σω­πο.
Τό­τε, αυ­τός ο συ­νε­σταλ­μέ­νος α­πο­βαί­νει πιο ε­πι­κίν­δυ­νος, για­τί οι πρά­ξεις του υ­πο­κι­νού­νται α­πό α­νε­ξι­χνία­στα αι­σθή­μα­τα κα­τω­τε­ρό­τη­τας. Από αυ­τά, που οι ει­δή­μο­νες τα­ξι­νο­μούν στα συ­μπλέγ­μα­τα. Ταυ­τό­χρο­να, εμ­φα­νί­ζε­ται πιο α­πο­φα­σι­σμέ­νος, ι­δίως ό­ταν πρό­κει­ται για ε­γκλη­μα­τι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές στο ε­ρω­τι­κό πε­δίο. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, δρα με πρό­θε­ση και κυ­ρίως, με δό­λο, αιφ­νι­διά­ζο­ντας τον άλ­λο. Μέ­χρι και την ψυ­χι­κή του ι­σορ­ρο­πία μπο­ρεί να κα­τα­στρέ­ψει, αν αυ­τός ο δεύ­τε­ρος εί­ναι έ­να ά­το­μο φύ­σει ή και θέ­σει ευά­λω­το. Έναν πα­ρό­μοιο δο­λο­φό­νο πλά­θει ο Ανα­στα­σίου, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας ψη­φί­δα – ψη­φί­δα τον ε­ρω­τι­κό του δε­σμό με το, α­πό μια ά­πο­ψη, θύ­μα. Με αυ­τόν τον τρό­πο, σκια­γρα­φεί έ­ναν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τύ­πο σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κής συ­νύ­παρ­ξης, που έ­χει ως κα­τά­λη­ξη έ­ναν χω­ρι­σμό, α­ντί­στοι­χης συ­ναι­σθη­μα­τι­κής ι­σορ­ρο­πίας. Η γυ­ναί­κα πε­ρι­γρά­φε­ται ως ά­το­μο καλ­λιερ­γη­μέ­νο και α­πό κα­λή οι­κο­γέ­νεια. Εί­ναι, ό­μως, μια “α­σχη­μο­μού­ρα χο­ντρή”. Προ­σκολ­λά­ται στο σύ­ντρο­φό της α­πό την πρώ­τη νύ­χτα, που, υ­πο­κλέ­πτο­ντάς τον α­πό μια φί­λη, περ­νά­νε μα­ζί και ε­πί μια τριε­τία. Γνω­ρί­ζει δί­πλα του τη δυ­στυ­χία δυο εκ­τρώ­σεων, α­ντί του έγ­γα­μου βίου και της ευ­τυ­χούς α­πό­κτη­σης δυο τέ­κνων. Μέ­χρι που ε­κεί­νος α­πο­φα­σί­ζει να φύ­γει. Αρχι­κά, προ­σπα­θεί να ε­πι­τύ­χει την α­πα­γκί­στρω­σή του κοι­νή συ­ναι­νέ­σει. Εκεί­νη, ό­μως, βρί­σκε­ται σε κα­τά­στα­ση πλή­ρους ψυ­χι­κής ε­ξάρ­τη­σης. Η ε­πι­μο­νή της τον σπρώ­χνει σε βίαια συ­μπε­ρι­φο­ρά και ε­κεί­νη μέ­νει α­δρα­νής σαν να α­πο­λαμ­βά­νει τον ε­ξευ­τε­λι­σμό της. Φα­ντα­σιώ­νε­ται, μά­λι­στα, ό­τι εί­ναι η ί­δια που κα­θο­ρί­ζει τη συ­μπε­ρι­φο­ρά του, σε μια πλή­ρη σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κή α­ντι­στρο­φή. Όταν ορ­θο­φρο­νεί, ω­στό­σο, τον βλέ­πει σαν έ­ναν ε­πηρ­μέ­νο φαλ­λό. Από την πλευ­ρά του, ο “συ­νε­σταλ­μέ­νος δο­λο­φό­νος” φα­ντα­σιώ­νε­ται συμ­βο­λι­κούς φό­νους. Τε­λι­κά, δο­λο­φο­νεί ε­μπρά­κτως τα τε­λευ­ταία γυ­ναι­κεία σκιρ­τή­μα­τα.
Αυ­τός, ό­μως, δεν εί­ναι ο μο­να­δι­κός ή­ρωας του Ανα­στα­σίου, πα­ρά μό­νο ο κε­ντρι­κός χα­ρα­κτή­ρας του ο­μό­τιτ­λου διη­γή­μα­τος, α­φού δεν πρό­κει­ται για μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά, ό­πως δη­λώ­νε­ται και στο ε­ξώ­φυλ­λο, για συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Συ­γκε­κρι­μέ­να, ο­κτώ ε­κτε­νών πε­ζών, τα ο­ποία, έ­τσι ό­πως χω­ρί­ζο­νται σε α­ριθ­μη­μέ­να υ­πο­κε­φά­λαια, δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση μί­νι μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Αυ­τήν την ε­ντύ­πω­ση ε­πι­τεί­νει η α­νά­πτυ­ξη του α­φη­γη­μα­τι­κού ι­στού σε πολ­λα­πλά ε­πί­πε­δα χρό­νου και τό­που. Για πε­ζά πα­ρό­μοιας έ­κτα­σης, ε­πι­στρα­τεύε­ται συ­νή­θως ο ό­ρος νου­βέ­λα, που έ­χει κα­τα­λή­ξει πα­σπαρ­τού, έ­τσι ό­πως δεν προσ­διο­ρί­ζο­νται πρό­σθε­τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά σχε­τι­κά με την πλο­κή και τους χα­ρα­κτή­ρες. Στα ο­κτώ διη­γή­μα­τα, ο συγ­γρα­φέ­ας πολ­λα­πλα­σιά­ζει τους δο­λο­φό­νους. Σχε­δόν ό­λοι τους εμ­φα­νί­ζο­νται συ­νε­σταλ­μέ­νοι, με τις ι­στο­ρίες τους να κα­λύ­πτουν έ­να με­γά­λο φά­σμα κα­θη­με­ρι­νών ε­γκλη­μα­τι­κών συ­μπε­ρι­φο­ρών.
Ένα βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι ο τρό­πος, που πε­ρι­γρά­φο­νται οι συ­μπε­ρι­φο­ρές αυ­τού του τύ­που. Δεν α­πο­τε­λούν πα­ρά α­πό­το­κα των κα­θη­με­ρι­νών σχέ­σεων των η­ρώων, ό­πως αυ­τές κλι­μα­κώ­νο­νται α­πό τη διέ­νε­ξη στην προ­στρι­βή, η ο­ποία, α­νά­λο­γα με την ο­ξύ­τη­τά της, μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε φι­λο­νι­κία ή α­κό­μη και σύ­γκρου­ση. Αν και οι πλέ­ον ε­πώ­δυ­νες συ­μπε­ρι­φο­ρές για τον βαλ­λό­με­νο εί­ναι ε­κεί­νες που μέ­νουν α­να­ντα­πό­δο­τες, χω­ρίς την α­να­κου­φι­στι­κή ε­κτό­νω­ση, με δέ­σμιο το συ­ναι­σθη­μα­τι­κό φορ­τίο να κα­τα­χω­νιά­ζε­ται στα ε­σώ­τε­ρα. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, ως δι­κλεί­δα α­σφα­λείας, λει­τουρ­γεί η διο­χέ­τευ­ση της ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας σε τρί­τους. Ο συγ­γρα­φέ­ας εμ­βα­θύ­νει στον ψυ­χι­σμό των η­ρώων του μέ­σα α­πό έ­να σχε­δόν ψυ­χα­να­λυ­τι­κό πρί­σμα. Πα­ρά το ξε­κί­νη­μά του α­πό την ποίη­ση, η γρα­φή του έ­χει μια δο­κι­μια­κή στε­ρεό­τη­τα. Πι­στεύου­με, ω­στό­σο, ό­τι θα κέρ­δι­ζε αν συν­δυα­ζό­ταν με το υ­παι­νι­κτι­κό στοι­χείο της ποίη­σης ή, μάλ­λον, με έ­ναν πυ­κνό­τε­ρο και λι­γό­τε­ρο πε­ρι­φρα­στι­κό λό­γο. Όταν πρά­ξεις και α­ντι­δρά­σεις πε­ρι­γρά­φο­νται με ε­πάρ­κεια, πε­ριτ­τεύουν οι ε­πε­ξη­γή­σεις, που χα­λα­ρώ­νουν την α­φή­γη­ση.
Ο “συ­νε­σταλ­μέ­νος δο­λο­φό­νος” δεν εί­ναι σε ό­λα τα διη­γή­μα­τα ο με­γα­λύ­τε­ρος και ο δυ­να­τό­τε­ρος. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο πρώ­το, εί­ναι έ­νας έ­φη­βος, ε­νώ το τρό­πον τι­νά θύ­μα του εί­ναι ο α­δελ­φός της μη­τέ­ρας του και ο μο­να­δι­κός α­ρι­στε­ρός στο σόϊ της. Η ι­στο­ρία ξε­κι­νά α­πό τις ε­πι­πλή­ξεις του θείου και τα αμ­φί­θυ­μα αι­σθή­μα­τα του α­νι­ψιού για να με­τα­πη­δή­σει στη σύ­γκρου­ση του θείου με έ­ναν άλ­λο συγ­γε­νή, κι αυ­τός θείος, αλ­λά ε­θνι­κό­φρων, ε­νώ στα­θε­ρός πα­ρα­μέ­νει ο “χο­ρός”, τον ο­ποίο σχη­μα­τί­ζει γύ­ρω τους η οι­κο­γέ­νεια, προ­σαυ­ξη­μέ­νη με τους γεί­το­νες. Ως τό­πος δρά­σης, σε αυ­τό το διή­γη­μα, ε­πι­λέ­γε­ται η Άμφισ­σα, ό­που η τα­ρα­χώ­δης ι­στο­ρία της κα­τά την Αντί­στα­ση και τον Εμφύ­λιο χρη­σι­μεύει στην α­φή­γη­ση ως βά­θος πε­δίου. Σε α­ντί­θε­ση με το ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη δυα­δι­κή σχέ­ση, δεί­χνο­ντας τις ψυ­χο­γρα­φι­κές δε­ξιό­τη­τες του συγ­γρα­φέα, ε­δώ υ­πε­ρι­σχύει η ο­πτι­κή του α­φη­γη­τή, η ο­ποία πα­ρα­μέ­νει η ί­δια και σε άλ­λα διη­γή­μα­τα, πα­ρό­τι αλ­λά­ζουν τα προ­σω­πεία του. Εί­ναι αυ­τή του α­ρι­στε­ρού εκ­συγ­χρο­νι­στή, με τις εμ­μο­νές του να δεί­χνουν σαν α­νε­στραμ­μέ­νο εί­δω­λο ε­κεί­νων ε­νός συ­ντη­ρη­τι­κού πα­λαιό­τε­ρου. Κά­πως έ­τσι προ­κύ­πτει το διή­γη­μα, «Το χα­μό­γε­λο του Τούρ­κου», με μια αμ­φί­θυ­μη ο­πτι­κή, πα­ρα­πλή­σια με ε­κεί­νη του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μά του «Ο πα­λαι­στής και ο δερ­βί­σης». Ο θε­μα­τι­κός πυ­ρή­νας της α­ντι­πα­λό­τη­τας “αν­θέλ­λη­να” και φί­λα κεί­με­νου προς τους με­τα­νά­στες ε­πα­νέρ­χε­ται και σε άλ­λα διη­γή­μα­τα. Πα­ρο­μοίως, η προ­νο­μιού­χος θέ­ση, που δί­νε­ται σή­με­ρα στη νεό­τη­τα έ­να­ντι της γη­ραιάς η­λι­κίας, σε α­ντί­θε­ση με προ­γε­νέ­στε­ρες ε­πο­χές, ε­μπνέει το διή­γη­μα «Πε­ρι­στα­τι­κό με χιό­νι». Σε αυ­τό, ο μα­θη­τής φέρ­νει με τις ε­ρω­τή­σεις του σε δύ­σκο­λη θέ­ση τον κα­θη­γη­τή, ό­πως συμ­βαί­νει και στο μυ­θι­στό­ρη­μα της ε­πί­σης πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νης Βα­σι­λι­κής Πέ­τσα, «Θυ­μά­μαι».
Υπάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­να διη­γή­μα­τα, που α­πο­κλί­νουν α­πό την ψυ­χο­γρα­φία των η­ρώων προς μια α­πο­τύ­πω­ση της ελ­λη­νι­κής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας νε­ο­ρε­α­λι­στι­κού τύ­που. Και σε αυ­τό το πε­δίο, ο Ανα­στα­σίου δεν τα κα­τα­φέρ­νει και ά­σχη­μα, ε­πι­δει­κνύο­ντας χιού­μορ και διεισ­δυ­τι­κό­τη­τα, ό­πως εί­χε πα­ρα­τη­ρή­σει η Ρού­λα Γεωρ­γα­κο­πού­λου, συ­γκρα­τώ­ντας το βι­βλίο του στις ε­πι­λο­γές της. Εμείς, ω­στό­σο, πι­στεύου­με ό­τι θα χρεια­ζό­ταν να τι­θα­σεύ­σει κά­πως τον οί­στρο του, φρο­ντί­ζο­ντας για την οι­κο­νο­μία του συ­νό­λου. Όσο ε­πώ­δυ­νο και να εί­ναι για τον οιον­δή­πο­τε γρά­φο­ντα το α­πο­λέ­πι­σμα του δη­μιουρ­γή­μα­τός του, αυ­τό α­πο­βαί­νει, κα­τά κα­νό­να, προς ό­φε­λός του. Εί­τε, για να α­να­δειχ­θεί σε έ­να διή­γη­μα, ό­πως το «Φελ­λί­νι my ass (ρε!)», το θέ­α­τρο του πα­ρα­λό­γου, που παί­ζε­ται κα­θη­με­ρι­νά στο στή­σι­μο ε­νός ε­ντύ­που, ε­φη­με­ρί­δας ή πε­ριο­δι­κού. Εί­τε, ό­πως στα διη­γή­μα­τα «Οι ε­λευ­θέ­ριοι» και «Η στιγ­μή του κλά­μα­τος», για να προ­βάλ­λουν πιο ξε­κά­θα­ρα οι ι­λα­ρές και τρα­γι­κές ό­ψεις, που εμ­φα­νί­ζουν οι ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις, ε­λευ­θέ­ριες και έγ­γα­μες.
Όπως και να έ­χει, ο Τά­σος Ανα­στα­σίου εί­ναι έ­νας πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του σω­τή­ριου έ­τους 2011, που ε­ξέ­δω­σε έ­να εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο, το ο­ποίο δεν έ­τυ­χε α­ντί­στοι­χης προ­βο­λής. Όπως, ό­μως, συμ­βαί­νει σε ό­λους τους χώ­ρους, έ­τσι και στο χώ­ρο του βι­βλίου, η προ­βο­λή εί­ναι συ­νάρ­τη­ση πλεί­στων ό­σων πα­ρα­γό­ντων. Όσο για το βι­βλίο, αυ­τό κα­θ’ ε­αυ­τό, α­πλώς α­πο­τε­λεί έ­ναν α­πό αυ­τούς. Μέ­νει, μά­λι­στα, ζη­τού­με­νο, αν εί­ναι ο πρω­ταρ­χι­κός. Πιο κα­θο­ρι­στι­κή της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας του κει­μέ­νου α­πο­βαί­νει η “α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα”, που α­πο­λαμ­βά­νει ο συγ­γρα­φέ­ας. Άλλω­στε, μέ­χρι και στη Βου­λή ή και στα υ­πουρ­γι­κά έ­δρα­να με βά­ση την “α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα” προω­θεί­ται κά­ποιος. Ύστε­ρα, έρ­χε­ται ο εκ­δό­της. Η δι­κή του “α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα”, αλ­λά και τι έ­χει ε­πεν­δύ­σει σε έ­ναν συ­γκε­κρι­μέ­νο συγ­γρα­φέα. Οι με­γά­λοι εκ­δό­τες εκ­δί­δουν πολ­λούς συγ­γρα­φείς. Εκ των πραγ­μά­των, εί­ναι α­να­γκα­σμέ­νοι να πο­ντά­ρουν σε δυο-τρεις. Αυ­τούς θα προ­βάλ­λουν με κα­νο­νι­κή ή και γκρί­ζα δια­φή­μι­ση. Με­τά, έρ­χε­ται το ε­πάγ­γελ­μα του συγ­γρα­φέα. Αν ο συγ­γρα­φέ­ας έ­χει έ­να “χρή­σι­μο για τους συ­ναν­θρώ­πους του ε­πάγ­γελ­μα”, ό­λο και κά­ποιοι ει­δή­μο­νες και ε­ξέ­χο­ντες θα υ­πάρ­ξουν που θα ξε­πλη­ρώ­σουν υ­πο­χρεώ­σεις. Την σή­με­ρον, εί­ναι βα­θιά νυ­χτω­μέ­νοι ό­σοι πι­στεύουν ό­τι έ­νας συγ­γρα­φέ­ας αρ­κεί να γρά­ψει το βι­βλίο του. Πρέ­πει να α­να­πτύ­ξει και τις α­να­γκαίες υ­πο­στη­ρι­κτι­κές δη­μό­σιες σχέ­σεις, για­τί, κα­τά το κοι­νώς λε­γό­με­νο, το έ­να χέ­ρι νί­βει το άλ­λο και τα δυο το πρό­σω­πο. Λα­μπρή α­πό­δει­ξη ό­λων αυ­τών, η πε­ρί­πτω­ση Τά­σου Ανα­στα­σίου. Σχε­τι­κά μι­κρός ο εκ­δο­τι­κός οί­κος, αν δεν α­πα­τώ­με­θα, μό­λις πρό­σφα­τα ει­σήλ­θε στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Κα­θη­γη­τής Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης ο συγ­γρα­φέ­ας. Ού­τε πο­λι­τι­κός, ού­τε με­γα­λο­για­τρός ή με­γα­λο­ε­πι­χει­ρη­μα­τίας, ού­τε μέ­λος συλ­λό­γων και ε­ται­ρειών, ώ­στε να καλ­λιερ­γή­σει σχέ­σεις με υ­ψη­λά ι­στά­με­νους. Μό­λις έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, που φαί­νε­ται να συ­νι­στά ε­ξαί­ρε­ση στην ομ­φα­λο­σκο­πού­με­νη γε­νιά του ’80, ε­πε­σή­μα­νε το βι­βλίο τού, θέ­λου­με να πι­στεύου­με α­γνώ­στου του, Ανα­στα­σίου. Τε­λι­κά, το μο­να­δι­κό ση­μείο που στά­θη­κε τυ­χε­ρός ο Ανα­στα­σίου, εί­ναι ως προς το χρό­νο έκ­δο­σης του βι­βλίου του. Ετών 35, το 2011, μό­λις που πρό­λα­βε το ό­ριο η­λι­κίας του νέ­ου θε­σμο­θε­τη­μέ­νου κρα­τι­κού βρα­βείου για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φείς. Τώ­ρα, για­τί, ως ο­ρια­κή η­λι­κία για την πρώ­τη εμ­φά­νι­ση, ε­πι­λέχ­θη­κε ε­κεί­νη των 35 ε­τών και ό­χι των 30 ή και των 40, που ι­σχύει για το πρώ­το θε­σμο­θε­τη­μέ­νο βρα­βείο του εί­δους, τρέ­χα γύ­ρευε. Δεν ευ­τυ­χή­σα­με πο­τέ οι υ­πουρ­γοί Πο­λι­τι­σμού να έ­χουν κά­ποια σχέ­ση με το χώ­ρο του βι­βλίου. Πλην των πρώ­των. Συ­γκε­κρι­μέ­να, του δεύ­τε­ρου στη σει­ρά, Δη­μή­τρη Τσά­κω­να, των τριών βρα­χύ­βιων που τον α­κο­λού­θη­σαν Κων­στα­ντί­νου Τσά­τσου, Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λου, Κων­στα­ντί­νου Τρυ­πά­νη και ε­νός έ­βδο­μου, λί­γο πιο μα­κρό­βιου, του Δη­μή­τριου Νιά­νια. Οι υ­πό­λοι­ποι, εί­τε εν­δια­φέ­ρο­νταν για έ­ναν άλ­λο πο­λι­τι­στι­κό χώ­ρο σε τέ­τοιο βαθ­μό που ο χώ­ρος του βι­βλίου να εμ­φα­νί­ζε­ται ως ο φτω­χός α­δελ­φός, εί­τε α­δια­φο­ρού­σαν συ­νο­λι­κά για τα πο­λι­τι­σμι­κά πράγ­μα­τα, γνω­ρί­ζο­ντας μό­νο α­πό πο­δό­σφαι­ρο. Στην έ­ρευ­να, πό­σα βι­βλία δια­βά­ζουν το χρό­νο, μάλ­λον θα έ­πρε­πε να α­πα­ντή­σουν ου­δέν. Υπάρ­χει, βε­βαίως, και ο Υπουρ­γός, που, ε­πί των η­με­ρών του, ι­δρύ­θη­κε το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου. Αυ­τό, ό­μως, εί­ναι μια άλ­λη, με­γά­λη ι­στο­ρία.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου


ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟ­ΠΟ ΤΟΥ

Όπου και να τα­ξι­δέ­ψω η Ελλά­δα με πλη­γώ­νει
ΓΙΩΡ­ΓΟΣ ΣΕ­ΦΕ­ΡΗΣ
«Με τον τρό­πο του Γ.Σ.»
Εις μνή­μην...

Σαν σκό­τω­σαν οι Πραί­το­ρες το α­γέ­νειο παι­δί
–οι ά­φρο­νες γο­νείς του πώς δεν του ’παν
του προ­κομ­μέ­νου τους, γό­νου της κα­λής τά­ξεως,
να μη γυρ­νά σε λά­θος τό­πο λά­θος ώ­ρα;–
o πε­ρι­σπού­δα­στος Παυ­λί­στω­ρ, τρα­νός μας υ­πουρ­γός
–της ε­ξου­σίας μας δό­ξα, αί­μα των Κα­ρα­μαν­λι­δώ­ν–
α­μέ­σως α­πε­φάν­θη, με τη δει­νή του ευ­φρά­δεια,
σ’ αυ­τούς που του ζη­τού­σαν έ­να σχό­λιο:
«Με­μο­νω­μέ­νο ή­ταν το πε­ρι­στα­τι­κόν».
Και πρό­σθε­σε κα­τό­πιν, μει­λί­χιος ό­πως πά­ντα:
«Αν πά­λι γί­νει κά­πως –κά­τι βε­βαίως που α­πεύ­χο­μαι–
τό­τε θα εί­ναι δύο τυ­χαία γε­γο­νό­τα.
Κι αν πά­λι κά­νει ο διά­ο­λος και ε­πα­να­λη­φθεί
τό­τε θα κά­μω λό­γον διά σπά­νια συμ­βά­ντα.
Κι αν ο­λωσ­διό­λου τρε­λα­θούν οι Πραί­το­ρες - άν­θρω­ποι εί­με­θα δα!–
κι έ­χουν πυ­ρο­βο­λή­σει κο­ντά κα­μιά δε­κά­δα,
φρο­νώ πως θα μου γεν­νη­θεί έ­ντο­νη α­νη­συ­χία».
Σο­φό, ό­πως συ­νή­θως, το σχό­λιό του κρί­να­με.
Εξαίφ­νης λί­γες μέ­ρες κα­τό­πιν σ’ ό­νει­ρό του
ο πε­ρι­σπού­δα­στος Παυ­λί­στωρ εί­δε
της Ιστο­ρίας τον άγ­γε­λο με πύ­ρι­νη ρομ­φαία
να πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζει στις έ­ρη­μες ο­δούς
και να φω­τί­ζει ά­γριος την πα­γω­μέ­νη νύ­χτα.
Βα­θέως α­νη­σύ­χη­σε τον υ­πουρ­γό το πράγ­μα·
τι ά­ρα­γε να σή­μαι­νεν ο πυ­ρο­φό­ρος άγ­γε­λος;
Aσφα­λώς ά­σχε­τα εί­ναι τα δύο γε­γο­νό­τα:
To σκο­τει­νό το ε­νύ­πνιο και του νε­α­ρού το α­τύ­χη­μα.
Ωστό­σο προ­σπα­θού­με – και θα ε­ξα­κο­λου­θή­σου­με,
ύ­στε­ρα α­π’ τις δι­κές του, τις αυ­στη­ρές συ­στά­σεις–
κά­ποια ερ­μη­νεία να δώ­σου­με στο ό­νει­ρο ε­κεί­νο.
Ευ­ρι­πί­δης Γα­ρα­ντού­δης
«Ονει­ρεύ­τη­κα τη Genova»
Εκδό­σεις Με­λά­νι, Ιού­λιος 2011

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή", στις 13/11/2011.