Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Ψηφίδες για τον Κάρολο Κουν

Βί­κτωρ Θ. Με­λάς
«Κά­ρο­λος Κουν
Σκόρ­πιες α­να­μνή­σεις
Από τη ζωή του»
Μ.Ι.Ε.Τ., Ιού­νιος 2011

Με­τά τους δυο τό­μους-λευ­κώ­μα­τα για τον Κά­ρο­λο Κουν, που ε­ξέ­δω­σαν μέ­σα στην τε­λευ­ταία τριε­τία τα δυο πο­λι­τι­στι­κά ι­δρύ­μα­τα, το Μ.Ι.Ε.Τ. και το Μπε­νά­κειο, έ­να α­κό­μη βι­βλίο για τον Κουν, α­κό­μη και ο­λι­γο­σέ­λι­δο, δεί­χνει σαν υ­περ­βο­λή. Κι ό­μως, το και­νού­ριο βι­βλίο, ό­χι μό­νο δεν πλε­ο­νά­ζει, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, συ­μπλη­ρώ­νει την ει­κό­να του θε­α­τράν­θρω­που κα­τά τον μο­να­δι­κό τρό­πο που μό­νο μια μαρ­τυ­ρία μπο­ρεί να ε­πι­τε­λέ­σει. Οι εν­θυ­μή­σεις φί­λων και στε­νών συ­νερ­γα­τών α­πο­τε­λούν πά­ντο­τε μο­να­δι­κή και α­να­ντι­κα­τά­στα­τη πη­γή πλη­ρο­φο­ριών. Το μό­νο μειο­νέ­κτη­μα πα­ρό­μοιων κα­τα­θέ­σεων μνή­μης εί­ναι ό­τι οι γρά­φο­ντες συ­χνά πα­ρα­σύ­ρο­νται α­πό τα συ­ναι­σθή­μα­τά τους και με­γε­θύ­νουν συμ­βά­ντα, με­γα­λύ­νο­ντας το πρό­σω­πο. Ο συγ­γρα­φέ­ας του πρό­σφα­του βι­βλίου φαί­νε­ται να έ­χει κα­τά νου αυ­τήν την πα­γί­δα και λαμ­βά­νει τα μέ­τρα του. Όπως γρά­φει στον πρό­λο­γο, φρο­ντί­ζει για τα πε­ρι­στα­τι­κά που α­φη­γεί­ται να υ­πάρ­χει η μαρ­τυ­ρία και άλ­λων πα­ρευ­ρι­σκό­με­νων σε αυ­τά. Με άλ­λα λό­για, φαί­νε­ται να ση­κώ­νει το πα­ρα­πέ­τα­σμα του ι­διω­τι­κού χώ­ρου με­τά με­γά­λης προ­σο­χής. Ίσως, τό­σο μό­νο, ό­σο πι­στεύει ό­τι θα ά­ρε­σε στον α­πο­θα­νό­ντα.
Ο Βί­κτωρ Με­λάς δεν εί­ναι άν­θρω­πος του θεά­τρου. Εί­ναι γνω­στός ως συλ­λέ­κτης πα­λαιών ελ­λη­νι­κών χαρ­τών και κυ­ρίως ως με­λε­τη­τής τους, χά­ρις και στα βι­βλία του, την συ­νο­πτι­κή ι­στο­ρία της χαρ­το­γρα­φίας, «Γης πε­ρίο­δος πά­σης», που εί­χε εκ­δώ­σει προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας, και τους «Άτλα­ντες των Μερ­κα­τό­ρ-Χό­ντιους», το 2003. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, τον Κουν τον γνώ­ρι­σε τρια­ντά­χρο­νος, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’50. Δη­λα­δή, ό­ταν ξε­κι­νού­σε το Υπό­γειο. Ήταν το υ­πό­γειο του κι­νη­μα­το­γρά­φου Ορφέα, με το τα­μείο ε­ντός της ο­μώ­νυ­μης Στοάς, που δεν εί­χε α­κό­μη α­πο­κτή­σει το πα­ρα­κλά­δι της Στοάς του Βι­βλίου προς την ο­δό Πε­σματ­ζό­γλου. Επι­σή­μως, το Υπό­γειο ο­νο­μα­ζό­ταν τό­τε Θέ­α­τρο Ορφεύς.
Ορι­σμέ­νες ει­δι­κής φύ­σης λε­πτο­μέ­ρειες που α­φη­γεί­ται ο Με­λάς, προ­δί­δουν την ι­διό­τη­τα του νο­μι­κού συμ­βού­λου, με την ο­ποία θα πρέ­πει να συμ­με­τεί­χε στην θε­α­τρι­κή ο­μά­δα. Άλλω­στε, σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό του, δι­κη­γο­ρού­σε α­πό το 1948, με ει­δί­κευ­ση στο δί­καιο των ε­ται­ρειών και της πνευ­μα­τι­κής ι­διο­κτη­σίας. Όπως και να έ­χει, μα­θαί­νου­με πως μια α­πό τις πρώ­τες στη χώ­ρα μας α­στι­κή μη κερ­δο­σκο­πι­κή ε­ται­ρεία που ι­δρύ­θη­κε, ή­ταν η Ελλη­νι­κή Εται­ρεία Θεά­τρου-Θέ­α­τρο Τέ­χνης. Το δι­κό της κα­τα­στα­τι­κό υιο­θέ­τη­σαν ως πρό­τυ­πο πολ­λές α­πό ε­κεί­νες που α­κο­λού­θη­σαν. Ο Με­λάς θυ­μά­ται ό­τι η με­τα­τρο­πή του Θεά­τρου α­πό ε­ται­ρεία φυ­σι­κού προ­σώ­που σε μη κερ­δο­σκο­πι­κού νο­μι­κού προ­σώ­που έ­γι­νε, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, α­να­γκα­στι­κά, το 1968. Εκεί­νη τη χρο­νιά, λό­γω και της λο­γο­κρι­σίας, που εί­χε ε­πι­βάλ­λει η Δι­κτα­το­ρία, τα οι­κο­νο­μι­κά του Κουν εί­χαν χει­ρο­τε­ρέ­ψει. Σε αυ­τό συ­νέ­βα­λε και το πεί­σμα του να μην θέ­λει να α­κού­σει για πε­ρι­κο­πές στο ρε­περ­τό­ριο και το θία­σο. Τό­τε, χά­ρις σε ε­νέρ­γειες της νύ­φης του Στρά­τη Μυ­ρι­βή­λη, Καί­της Κα­σι­μά­τη-Μυ­ρι­βή­λη, που ή­ταν εκ­πρό­σω­πος του Ιδρύ­μα­τος Φορ­ντ στην Ελλά­δα, θα μπο­ρού­σε να του δο­θεί κά­ποια οι­κο­νο­μι­κή στή­ρι­ξη. Μό­νο που, σύμ­φω­να με το κα­τα­στα­τι­κό του Ιδρύ­μα­τος, θα έ­πρε­πε να αλ­λά­ξει την νο­μι­κή υ­πό­στα­ση του Θεά­τρου του. Βε­βαίως, το πρό­βλη­μα για τον Κουν δεν ή­ταν η αλ­λα­γή του κα­τα­στα­τι­κού, αλ­λά η α­πο­δο­χή α­με­ρι­κά­νι­κης βοή­θειας εν και­ρώ Δι­κτα­το­ρίας. Τε­λι­κά, θέ­λο­ντας και μη, συμ­βι­βά­στη­κε με την ι­δέα, α­φού του δό­θη­κε η υ­πό­σχε­ση ό­τι δεν θα υ­πάρ­ξει α­νά­μει­ξη στα έρ­γα που θα α­νέ­βα­ζε.
Γε­νι­κό­τε­ρα, το γε­γο­νός ό­τι ο Κουν διεκ­δι­κού­σε, ευ­θύς εξ αρ­χής, για το Θέ­α­τρό του το στά­τους κρα­τι­κού θεά­τρου, εί­χε το κό­στος του. Όπως φαί­νε­ται, περ­νού­σε αρ­κε­τό χρό­νο, στο γρα­φειά­κι του, στο Υπό­γειο, πριν και με­τά την πρό­βα, προ­σπα­θώ­ντας να ι­σο­σκε­λί­σει τα οι­κο­νο­μι­κά του. Έκα­νε τις προ­σθα­φαι­ρέ­σεις του σε έ­να μπλο­κά­κι δια­στά­σεων 10 ε­πί 5 ε­κα­το­στών. Όμως, δεν ή­ταν τα μι­κρο­σκο­πι­κά του γράμ­μα­τα, που έ­φε­ραν, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, το λο­γι­στι­κό λά­θος. Ο φταί­χτης ή­ταν μια πρώην, δη­λα­δή προ­δι­κτα­το­ρι­κή, Υπουρ­γός, αρ­μό­δια για τα ερ­γα­σια­κά, που α­θέ­τη­σε την υ­πό­σχε­σή της. Μέ­νει η α­πο­ρία, σε ποια πρώην Υπουρ­γό μπο­ρεί να α­πευ­θύν­θη­κε ο Κουν το 1969, δε­δο­μέ­νου ό­τι στην τε­λευ­ταία προ­δι­κτα­το­ρι­κή κυ­βέρ­νη­ση δεν συμ­με­τεί­χε κα­μιά γυ­ναί­κα. Όπως και να έ­χει, στο σκα­μνί βρέ­θη­κε ο Πρό­ε­δρος του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου του Θεά­τρου Τέ­χνης, με την κα­τη­γο­ρία ό­τι δια­τη­ρού­σε “δι­πλά βι­βλία”.
Δε­κα­ε­πτά συν μια ι­στο­ρίες έ­χει συ­γκε­ντρώ­σει ο Με­λάς, τις ο­ποίες και πα­ρα­τάσ­σει, ε­κτός αυ­τής της μιας, κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά. Η μο­να­δι­κή ά­χρο­νη ι­στο­ρία τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Η δια­δι­κα­σία της δη­μιουρ­γίας» και πε­ρι­γρά­φει, α­πό την ο­πτι­κή γω­νία ε­νός πα­ρα­τη­ρη­τή, τι σή­μαι­νε μια πρό­βα, ό­ταν την μπα­γκέ­τα την κρα­τού­σε ο Κουν. Με διευ­θυ­ντή ορ­χή­στρας τον εί­χε πα­ρο­μοιά­σει ο συν­θέ­της Γιάν­νης Χρή­στου. Και ε­κεί­νος κά­τι ή­ξε­ρε, α­φού τον εί­χε πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε τρεις α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες πα­ρα­στά­σεις του. Μέ­σα στην δε­κα­ε­τία του ’60, ο Χρή­στου εί­χε γρά­ψει τη μου­σι­κή για τους «Πέρ­σες», τους «Βά­τρα­χους» και το κύ­κνειο ά­σμα του, τον η­λεκ­τρο­νι­κό «Οι­δί­πο­δα», που α­νέ­βη­κε τον Μάϊο του 1969. Στις 8 Ια­νουα­ρίου 1970, τη νύ­χτα των γε­νε­θλίων του, σκο­τώ­θη­κε σε αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα. Στο κεί­με­νό του, ο Με­λάς δεν α­να­φέ­ρε­ται σε μια πρό­βα σε α­νοι­κτό χώ­ρο ή σε έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε θέ­α­τρο, αλ­λά στο Υπό­γειο. Σε ε­κεί­νο τον πε­ριο­ρι­σμέ­νο υ­πό­γειο χώ­ρο, στον ο­ποίο α­πα­γο­ρεύο­νταν οι θε­α­τές, πλην των πο­λύ οι­κείων του Κουν, ό­πως ή­ταν ο ί­διος ο Με­λάς. Για­τί η πρό­βα για τον Κουν ή­ταν μέ­ρος της δη­μιουρ­γι­κής δια­δι­κα­σίας. Εκνευ­ρι­ζό­ταν, φώ­να­ζε, ξε­σπού­σε, με έ­να λό­γο, “φλε­γό­τα­ν”.
Ο Με­λάς πα­ρα­θέ­τει μια ι­στο­ρία κα­τ’ έ­τος, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το 1959. Κά­ποια χρό­νια τα προ­σπερ­νά­ει, ε­νώ το 1969 κα­τα­χω­ρεί δυο ι­στο­ρίες και τον τε­λευ­ταίο χρό­νο, το 1987, τρεις. Ο Κουν πέ­θα­νε στις 14 Φε­βρουα­ρίου 1987. Εί­ναι μια ω­ραία σύ­μπτω­ση, ο ε­ρα­στής του θεά­τρου να πε­θαί­νει την η­μέ­ρα, που έ­χου­με υιο­θε­τή­σει ως η­μέ­ρα των ε­ρω­τευ­μέ­νων. Ο Κουν εί­χε ο­ρί­σει ε­κτε­λε­στή της δια­θή­κης, που εί­χε συ­ντά­ξει στις 27 Οκτω­βρίου 1986, τον Με­λά. Ήταν το 1977, στη διάρ­κεια πε­ριο­δείας, συ­γκε­κρι­μέ­να στην Στοκ­χόλ­μη, στο δω­μά­τιο ε­νός νο­σο­κο­μείου, ό­που εί­χε βρε­θεί κλι­νή­ρης, την πα­ρα­μο­νή της πα­ρά­στα­σης, που του έ­κα­νε για πρώ­τη φο­ρά λό­γο για την σύ­ντα­ξη δια­θή­κης. Σαν δια­δό­χους του έ­βλε­πε τον Δη­μή­τρη Χατ­ζη­μάρ­κο και τον Γιώρ­γο Λα­ζά­νη. Μό­νο που ο πρώ­τος α­πε­βίω­σε τον ε­πό­με­νο χρό­νο, στα 59 του, και η δια­θή­κη χρειά­στη­κε πολ­λές συ­ζη­τή­σεις και σχέ­δια ε­πί σχε­δίων για να πά­ρει την τε­λι­κή ο­λι­γό­λο­γη μορ­φή της. Το ι­στο­ρι­κό της δη­μο­σίευ­σης της δια­θή­κης εί­ναι μια α­πό τις τρεις ι­στο­ρίες του 1987. Πα­ρα­τάσ­σε­ται με­τά ε­κεί­νη του θα­νά­του του και πριν α­πό την κα­τα­λη­κτι­κή ι­στο­ρία για το τε­λευ­ταίο έρ­γο που σκη­νο­θέ­τη­σε, «Ο ή­χος του ό­πλου» της Λού­λας Ανα­γνω­στά­κη, και του ο­ποίου η πρε­μιέ­ρα συ­νέ­πε­σε με την η­μέ­ρα του θα­νά­του του. Το ι­στο­ρι­κό ει­κο­νο­γρα­φεί­ται με το τεκ­μή­ριο της ι­διό­γρα­φης δια­θή­κης. Όπως ε­ξη­γεί ο Με­λάς, η δη­μο­σίευ­ση μιας ι­διό­γρα­φης δια­θή­κης γί­νε­ται στο Πρω­το­δι­κείο με έ­να ή δυο μάρ­τυ­ρες και συ­νι­στά μια ο­λι­γό­λε­πτη δια­δι­κα­σία. Του Κουν, ω­στό­σο, έ­γι­νε στις 20 Φε­βρουα­ρίου, α­προ­γραμ­μά­τι­στα και αυ­θόρ­μη­τα προ ε­νός πυ­κνού α­κρο­α­τη­ρίου, το ο­ποίο, κα­τά α­παί­τη­ση του νε­α­ρού τό­τε δι­κα­στή και σή­με­ρα α­ρε­ο­πα­γί­τη Ελευ­θέ­ριου Νι­κο­λό­που­λου, στά­θη­κε όρ­θιο και τή­ρη­σε α­πό­λυ­τη σι­γή. Έτυ­χε να εί­ναι και ο δι­κα­στής έ­νας α­πό τους θαυ­μα­στές του. Για­τί ο Κουν ή­ταν και ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι έ­να μυ­θι­κό πρό­σω­πο.
Η Ελλά­δα μπο­ρεί να υ­πε­ρη­φα­νεύε­ται για το θέ­α­τρο της. Ευ­τύ­χη­σε σε με­γά­λους σκη­νο­θέ­τες και η­θο­ποιούς. Ωστό­σο, η πο­ρεία του Κουν στά­θη­κε θρυ­λι­κή και ως ε­ξαι­ρε­τέα του κα­νό­να που συν­δέει τους με­γά­λους σκη­νο­θέ­τες με τα κρα­τι­κά θέ­α­τρα. Γε­νι­κώς, ε­ξαι­ρε­τέα πολ­λών κα­νό­νων, δε­δο­μέ­νου ό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν αυ­το­δί­δα­κτο, με ε­πί­ση­μη φοί­τη­ση, έ­να ε­ξά­μη­νο αι­σθη­τι­κής στη Σορ­βόν­νη. Στά­θη­κε έ­νας μο­να­δι­κός κα­θη­γη­τής αγ­γλι­κών του Κολ­λε­γίου Αθη­νών, που έ­φτια­ξε μα­θη­τι­κό θία­σο και α­νέ­βα­σε τα πρώ­τα έρ­γα στο πλαί­σιο της δι­δα­σκα­λίας. Αυ­τό, πριν 82 χρό­νια, Ια­νουά­ριο 1930. Το 1942, δη­μιούρ­γη­σε το Θέ­α­τρο Τέ­χνης και τη Σχο­λή του, με έ­δρα για την προ­ε­τοι­μα­σία των πα­ρα­στά­σεων έ­να δω­μά­τιο στην αυ­λή ε­νός διώ­ρο­φου, σή­με­ρα σω­ζό­με­νου, ε­πί της ο­δού Ζωο­δό­χου Πη­γής 9. Μέ­χρι το 1954, τις πα­ρα­στά­σεις τις έ­δι­νε σε διά­φο­ρα θέ­α­τρα που του πα­ρα­χω­ρού­σαν. Με το Υπό­γειο, το 1954, η πο­ρεία του ο­μα­λο­ποιεί­ται και σαν να πλη­σιά­ζει τον θε­α­τρι­κό κα­νό­να. Εδώ, ας ση­μειω­θεί, ό­τι πρό­κει­ται για το πρώ­το κλει­στό θέ­α­τρο στην Ελλά­δα που υιο­θε­τεί κυ­κλι­κή σκη­νή.
Το πρώ­το ελ­λη­νι­κό έρ­γο, που α­νέ­βα­σε ο Κουν το τρί­το έ­τος του Κολ­λε­γίου, Μάϊο 1932, ή­ταν οι «Όρνι­θες» του Αρι­στο­φά­νη, σε με­τά­φρα­ση Βα­σί­λη Ρώ­τα και η­θο­ποιούς μα­θη­τές της τρί­της τά­ξης. Αν ή­θε­λε κα­νείς να συ­γκρα­τή­σει έ­να μό­νο έρ­γο α­πό ό­σα α­νέ­βα­σε, αυ­τό θα ή­ταν οι «Όρνι­θες». Για πολ­λούς λό­γους, το πό­σο τον α­πα­σχό­λη­σαν, την με­γά­λη ε­πι­τυ­χία ο­ρι­σμέ­νων πα­ρα­στά­σεων αλ­λά και το θό­ρυ­βο που προ­κά­λε­σαν κά­ποιες άλ­λες. Γι’ αυ­τό και ο Με­λάς α­φιε­ρώ­νει στο έρ­γο πέ­ντε ι­στο­ρίες, που ξε­κι­νούν με το τρί­το του α­νέ­βα­σμα, στις 29 Αυ­γού­στου 1959, που εί­ναι και το πρώ­το ε­πί­ση­μο, στο Ωδείο Ηρώ­δου Αττι­κού. Εί­κο­σι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, Ια­νουά­ριο 1939, με τις «Όρνι­θες», ο Κουν α­πο­χαι­ρέ­τη­σε το Κολ­λέ­γιο.
Η πρώ­τη ι­στο­ρία του Με­λά πε­ρι­γρά­φει «Εκεί­νη την α­τε­λείω­τη νύ­χτα στη Φω­κίω­νος Νέ­γρη...», με­τά την πα­ρά­στα­ση στο Ηρώ­δειο. Πέ­ντε χι­λιά­δες θε­α­τές εί­χαν πα­ρα­κο­λου­θή­σει την πα­ρά­στα­ση, χω­ρι­σμέ­νοι σε δύο στρα­τό­πε­δα, ε­κεί­νους που ε­πευ­φη­μού­σαν και τους άλ­λους που σφύ­ρι­ζαν. Ο πρώ­τος που εί­χε φω­νά­ξει «Αί­σχος», ή­ταν ο ζω­γρά­φος Γιώρ­γος Μαυ­ροΐδης. Τό­σο θό­ρυ­βο εί­χε προ­κα­λέ­σει ε­κεί­νο το «Αί­σχος», που, 44 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν πέ­θα­νε στα 91 του, μνη­μο­νεύ­θη­κε στις νε­κρο­λο­γίες του. Η δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία εκ­κι­νεί με την α­πα­γό­ρευ­ση της πα­ρά­στα­σης για προ­σβο­λή του θρη­σκευ­τι­κού αι­σθή­μα­τος των Ελλή­νων αλ­λά και του αρ­χαίου πνεύ­μα­τος και α­φη­γεί­ται την «Εκκό­λα­ψη των νέων Ορνί­θων». Το πεί­σμα του Κουν, τις ση­μα­ντι­κές βελ­τιώ­σεις που ε­πέ­φε­ρε, αλ­λά και την ευ­φυή ι­δέα του να εκ­με­ταλ­λευ­θεί το σύ­μπλεγ­μα των συ­μπα­τριω­τών του α­πέ­να­ντι στους Γάλ­λους, α­νε­βά­ζο­ντας τις νέες «Όρνι­θες» πρώ­τα στο Πα­ρί­σι και με­τά στην Αθή­να. Η τρί­τη ι­στο­ρία εί­ναι, α­κρι­βώς, για την πα­ρά­στα­ση στο Θέ­α­τρο Σά­ρα Μπερ­νά­ρ, στο πλαί­σιο του Φε­στι­βάλ του Θεά­τρου των Εθνών, 2-4 Ιου­λίου 1962. Ο Με­λάς κα­τορ­θώ­νει να με­ταγ­γί­σει ό­λη τη συ­γκί­νη­ση ε­κεί­νης της ση­μα­ντι­κής πα­ρά­στα­σης του Ελλη­νι­κού Θεά­τρου. Μια α­κό­μη ι­στο­ρία γρά­φε­ται για τις «Όρνι­θες» το κα­λο­καί­ρι του 1964, με α­φορ­μή την ξαφ­νι­κή ι­δέα του Μά­νου Χατ­ζι­δά­κι να α­πο­σύ­ρει τη μου­σι­κή του και μά­λι­στα, τις πα­ρα­μο­νές ε­νός νέ­ου α­νε­βά­σμα­τος. Η τε­λευ­ταία σχε­τι­κή ι­στο­ρία, το 1976, ε­μπλέ­κει τον τό­τε Πρό­ε­δρο της Δη­μο­κρα­τίας, τον Κων­στα­ντί­νο Τσά­τσο, που, το 1959, ως Υπουρ­γός Προ­ε­δρίας εί­χε μεν α­πα­γο­ρεύ­σει τις «Όρνι­θες», αλ­λά, χά­ρις στο πε­νά­κι του Φω­κίω­να Δη­μη­τριά­δη, το πλή­ρω­σε α­κρι­βά.
Ο Με­λάς α­φη­γεί­ται με χιού­μορ τις α­να­μνή­σεις του. Χω­ρίς να μα­κρη­γο­ρεί, με­τα­φέ­ρει την α­τμό­σφαι­ρα και σκια­γρα­φεί τον άν­θρω­πο Κουν. Έτσι α­να­δύε­ται έ­νας τε­λειο­μα­νής, που αι­σθα­νό­ταν κα­θα­ρό­αι­μος κλη­ρο­νό­μος του αρ­χαίου ελ­λη­νι­κού δρά­μα­τος, για­τί ζού­σε στην ί­δια χώ­ρα με τους Αρχαίους και α­πό το ί­διο αυ­τό φυ­σι­κό και αν­θρώ­πι­νο πε­ρι­βάλ­λον αν­τλού­σε την έ­μπνευ­σή του. Σε σχέ­ση με άλ­λους αν­θρώ­πους του ελ­λη­νι­κού θεά­τρου, η πιο ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά του Κουν, πέ­ραν των ε­πι­μέ­ρους δια­φο­ρών, ε­ντο­πί­ζε­ται στο ό­τι ε­κεί­νος μοί­ρα­ζε ε­ξί­σου το εν­δια­φέ­ρον του α­νά­με­σα στο κλα­σι­κό και το σύγ­χρο­νο δρα­μα­το­λό­γιο.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/2/2012.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Οι φυλές των πρωτοεμφανιζόμενων

Εδώ και δε­κα­πέ­ντε πε­ρί­που χρό­νια άρ­χι­σε να εκ­δη­λώ­νε­ται έ­ντο­νο εν­δια­φέ­ρον για τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φείς. Ήρθε ως συ­να­κό­λου­θο της προ­σπά­θειας, που γι­νό­ταν τό­τε, α­νά­δει­ξης και προώ­θη­σης της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Στον πα­κτω­λό των εξ Εσπε­ρίας ερ­χό­με­νων χρη­μά­των, ή­ταν και τα κον­δύ­λια για τον πο­λι­τι­σμό και τους ε­πι­μέ­ρους το­μείς του, των ο­ποίων η α­πορ­ρό­φη­ση, του­λά­χι­στον κα­τά τρό­πο ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κό, α­πο­τέ­λε­σε α­νέ­κα­θεν πρό­βλη­μα. Στο χώ­ρο του βι­βλίου, το βα­σι­κό α­πό­κτη­μα ή­ταν το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.), που κα­τόρ­θω­σε να α­πορ­ρο­φή­σει με το πα­ρα­πά­νω κον­δύ­λια και να ξε­πε­ρά­σει σε μέ­γε­θος α­ντί­στοι­χα άλ­λων ευ­ρω­παϊκών χω­ρών, πλη­θυ­σμια­κά πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρων. Η προ­σφο­ρά του, ό­μως, πε­ριο­ρί­στη­κε στα αρ­χι­κά φι­λό­δο­ξα σχέ­δια και η­μι­τε­λή προ­γράμ­μα­τα, που ά­φη­σαν, εις α­νά­μνη­ση, ντά­νες α­πό φυλ­λά­δια και βι­βλιά­ρια. Ίσως, αν εί­χε θε­σπι­στεί ι­σό­βιος διευ­θυ­ντής, η Μυρ­σί­νη Ζορ­μπά να εί­χε κα­τα­φέ­ρει να υ­λο­ποιή­σει το στό­χο ε­νός ευ­ρω­παϊκών α­παι­τή­σεων Κέ­ντρο Βι­βλίου. Ο διά­δο­χός της, πά­ντως, αρ­κέ­στη­κε να α­κυ­ρώ­σει ό­σα εί­χαν γί­νει ε­πί των η­με­ρών της, φρο­ντί­ζο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο για την προ­σω­πι­κή του προ­βο­λή. Ακό­μη κα­λύ­τε­ρα θα ή­ταν να εί­χε προ­βλε­φθεί ι­σό­βιος διευ­θυ­ντής ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής. Μπο­ρεί κά­τι τέ­τοιο να α­κού­γε­ται ρα­τσι­στι­κό στη ση­με­ρι­νή πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή κοι­νό­τη­τα, αλ­λά έ­τσι θα εί­χε α­πο­φευχ­θεί η γαλ­λίς διευ­θύ­ντρια, που α­κο­λού­θη­σε και μά­λι­στα μα­κρο­η­με­ρεύει. Εί­ναι κι αυ­τό μια ελ­λη­νι­κή πα­τέ­ντα. Όσο λι­γό­τε­ρο κα­τάλ­λη­λος εί­ναι κά­ποιος για μια θέ­ση, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρα­μέ­νει σε αυ­τήν. Στο μό­νο που διέ­πρε­ψε η εν λό­γω κυ­ρία, εί­ναι ο μι­μη­τι­σμός ξέ­νων προ­τύ­πων, μη λαμ­βά­νο­ντας κα­θό­λου υ­πό­ψη τις ι­διαι­τε­ρό­τη­τες του γη­γε­νούς προϊό­ντος. Μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, μη α­να­γνω­ρί­ζο­ντας το ελ­λη­νι­κό βι­βλίο ως δια­φο­ρε­τι­κή ο­ντό­τη­τα και ε­πι­δει­κνύο­ντας σνο­μπι­σμό στο πλα­σά­ρι­σμά του.

Υπουρ­γι­κή πρω­το­βου­λία

Όσο, πά­ντως, α­φο­ρά τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φείς, το Ε.ΚΕ.ΒΙ. μό­λις ε­φέ­τος φαί­νε­ται να τους θυ­μή­θη­κε εκ νέ­ου. Αυ­τή τη φο­ρά, ό­μως, την πρω­το­βου­λία την διεκ­δι­κεί ο ί­διος ο Υπουρ­γός. Δε­δο­μέ­νου ό­τι, ό­πως γρά­φε­ται, δεν διεκ­δι­κεί κα­μία άλ­λη πρω­το­βου­λία στο χώ­ρο του πο­λι­τι­σμού, θα πρέ­πει να τον πι­στέ­ψου­με. Τώ­ρα, βε­βαίως, και ο Υπουρ­γός, καί­τοι αυ­τός ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής, αν κρί­νου­με α­πό το εί­δος των πρω­το­βου­λιών που έ­λα­βε, δεν μοιά­ζει να έ­χει και πο­λύ γνώ­ση των ι­διαι­τε­ρο­τή­των της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Φε­στι­βάλ νέων συγ­γρα­φέων και βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, με ό­ριο η­λι­κίας, εί­ναι πρω­το­βου­λίες τό­σο αλ­λό­τριες προς τα κα­θ’ η­μάς, ό­σο και ε­κεί­νο το τρα­γε­λα­φι­κό Βρα­βείο Ανα­γνω­στών της γαλ­λί­δος διευ­θύ­ντριας, που το μό­νο που ά­φη­σε εί­ναι τον ε­ξευ­τε­λι­σμό δυο τριών κα­λών συγ­γρα­φέων, οι ο­ποίοι κα­τέ­φυ­γαν σε πο­τα­πά μέ­σα για να το α­πο­κτή­σουν. Μπο­ρεί στις Η.Π.Α., για πα­ρά­δειγ­μα, που σπού­δα­σε ο Υπουρ­γός μας, οι νέ­οι, που δεν εί­ναι των 400 ευ­ρώ αλ­λά των 400 λέ­ξεων, να κα­τα­φέρ­νουν στην ο­χλα­γω­γία των Φε­στι­βάλ να γρά­φουν ι­στο­ρίες και ποιή­μα­τα. Μπο­ρεί α­κό­μη η πνευ­μα­τι­κή δη­μιουρ­γία, με τον τε­χνο­κρα­τι­κό τρό­πο που γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή, να ε­πι­δέ­χε­ται ό­ριο η­λι­κίας. Πά­ντως, στα ε­δώ Φε­στι­βάλ συ­νή­θως μό­νο ξε­φα­ντώ­νου­με, ε­νώ ό­ριο η­λι­κίας εί­θι­σται να προ­βλέ­πε­ται μό­νο για μειω­μέ­νες τι­μές σε συ­γκοι­νω­νίες και θεά­μα­τα.

Στο εκ­δο­τι­κό πε­δίο

Αντι­θέ­τως, το θέ­μα των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων α­πα­σχό­λη­σε εξ αρ­χής τους εκ­δό­τες, ε­νώ, ως συ­νέ­χεια μιας ά­τυ­πης α­λυ­σί­δας, κα­τα­πιά­στη­καν με την προ­βο­λή τους και οι δη­μο­σιο­γρα­φού­ντες βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές. Εδώ, το ό­ριο η­λι­κίας τέ­θη­κε άρ­ρη­τα και ή­ταν μέ­σα στα α­να­με­νό­με­να, ως μέ­ρος του κα­τά πι­στή μί­μη­ση καλ­λιερ­γού­με­νου σταρ­σύ­στεμ. Με τι ί­ματζ να προω­θη­θεί έ­νας πε­νη­ντά­ρης! Κι αν εί­ναι ά­ντρας, ό­λο και κά­τι γί­νε­ται, δε­δο­μέ­νης και της πα­ρα­δο­σια­κής αί­γλης των γκρί­ζων κρο­τά­φων. Αν πρό­κει­ται, ό­μως, για γυ­ναί­κα, μό­νο με α­πό­κρυ­ψη και ρε­του­σα­ρι­σμέ­νες φω­το­γρα­φίες μπο­ρεί να γί­νει κά­ποια προ­σπά­θεια. Ας μην λη­σμο­νού­με, ό­τι η ι­σχύς της ει­κό­νας στις νεό­τε­ρες γε­νιές εί­ναι υ­περ­βο­λι­κά ά­νι­ση έ­να­ντι του γρα­πτού λό­γου.
Το εν­δια­φέ­ρον εί­ναι ό­τι τα βι­βλία των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων, α­κρι­βώς ε­πει­δή α­να­κα­τεύο­νται οι εκ­δό­τες, φθά­νουν στον Τύ­πο ή­δη κλα­σα­ρι­σμέ­να. Άλλος ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του με­γά­λου εκ­δό­τη κι άλ­λος του μι­κρού. Το βι­βλίο του πρώ­του δια­θέ­τει ε­κεί­να τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, που ευ­νοούν την ε­ξέ­λι­ξή του μέ­χρι και σε ευ­πώ­λη­το. Αυ­τό το δια­πι­στώ­νει το αι­σθη­τή­ριο, που δια­θέ­τουν οι έ­να­ντι οι­κο­νο­μι­κού α­ντι­τί­μου α­να­γνώ­στες, ό­πως α­πο­κα­λού­νται, του με­γά­λου εκ­δό­τη. Πρό­κει­ται για ευαί­σθη­τες κε­ραίες, που ε­ντο­πί­ζουν α­μέ­σως τις α­νε­πι­θύ­μη­τες λο­γο­τε­χνι­κές ι­διό­τη­τες. Γι’ αυ­τό και α­πό τα ξα­κρί­διά τους, συ­χνά προ­κύ­πτει ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του μι­κρού εκ­δό­τη. Προ­σο­χή, ό­μως, για­τί σε μι­κρά σύ­νο­λα, ό­πως αυ­τά του γη­γε­νούς εκ­δο­τι­κού χώ­ρου, οι γε­νι­κεύ­σεις εί­ναι ε­πι­σφα­λείς. Οι μι­κροί εκ­δό­τες μπο­ρεί να έ­χουν ως κοι­νό πα­ρο­νο­μα­στή τον πε­ριο­ρι­σμέ­νο ε­τη­σίως α­ριθ­μό βι­βλίων, αλ­λά δια­φέ­ρουν με­τα­ξύ τους πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους με­γά­λους. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, έ­χουν εμ­φα­νι­στεί ο­ρι­σμέ­νοι, που προ­βάλ­λουν προ­φίλ δια­νοού­με­νου, με φι­λο­δο­ξίες, του­λά­χι­στον φαι­νο­με­νι­κά, πέ­ραν του ε­μπο­ρι­κού ο­φέ­λους. Απόρ­ροια αυ­τού, οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι των εν λό­γω εκ­δο­τών να σχη­μα­τί­ζουν δια­κρι­τές ο­μά­δες. Όλως ι­διαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση α­πο­τε­λούν τα πρω­τά­κια των εκ­δό­σεων Πό­λις. Μά­λι­στα, χά­ρις στις ε­πι­τυ­χίες τους, πολ­λοί ε­πί­δο­ξοι συγ­γρα­φείς βά­ζουν τον συ­γκε­κρι­μέ­νο εκ­δο­τι­κό οί­κο πρώ­το στη λί­στα των προ­τι­μή­σεών τους, πριν και α­πό τους με­γά­λους εκ­δό­τες. Το το­πίο, ω­στό­σο, των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων το συ­σκο­τί­ζουν κά­ποιοι μι­κροί εκ­δό­τες, που α­πο­δέ­χο­νται και τις έ­να­ντι χρη­μα­τι­κού πο­σού εκ­δό­σεις. Αυ­τό κα­θ’ αυ­τό δεν θα ή­ταν με­μπτό, αν δεν α­πο­κρυ­βό­ταν. Άλλω­στε, το ι­δίοις α­να­λώ­μα­σιν συ­νη­θι­ζό­ταν α­νέ­κα­θεν στην λο­γο­τε­χνία. Στις ση­με­ρι­νές, ό­μως, συν­θή­κες, τη­ρεί­ται μυ­στι­κό­τη­τα και ε­πι­προ­σθέ­τως, οι εκ­δό­τες, ως κα­λοί ε­παγ­γελ­μα­τίες, φρο­ντί­ζουν για την ευ­με­νή υ­πο­δο­χή αυ­τών των “πλη­ρω­μέ­νω­ν” βι­βλίων, τα ο­ποία, κα­μιά φο­ρά, φτά­νουν να α­πο­σπούν μέ­χρι και βρα­βεύ­σεις.

Τα βρα­βεία

Σκο­πός των βρα­βεύ­σεων πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων εί­ναι να γί­νει έ­να δεύ­τε­ρο ξε­διά­λεγ­μα της ή­ρας α­πό το στά­ρι, με­τά α­πό ε­κεί­νο του εκ­δό­τη. Σε ό­λες, γε­νι­κώς, τις βρα­βεύ­σεις, οι ε­ξω­γε­νείς α­να­μί­ξεις στο έρ­γο της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής προ­κα­λούν σύγ­χυ­ση. Αυ­τή, ω­στό­σο, με­γε­θύ­νε­ται στην πε­ρί­πτω­ση των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων, που το συγ­γρα­φι­κό τους στίγ­μα δεν έ­χει α­κό­μη ε­παρ­κώς κα­τα­γρα­φεί. Αρχι­κά, οι βρα­βεύ­σεις πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων γί­νο­νταν α­πό βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, που εί­χαν κά­ποια συ­νο­λι­κή ει­κό­να των υ­πο­ψή­φιων βι­βλίων και προ­κρί­ναν με λο­γο­τε­χνι­κά μέ­τρα α­ξιο­λό­γη­σης, χω­ρίς δια­βου­λεύ­σεις. Έτσι, του­λά­χι­στον εί­χαν ξε­κι­νή­σει στον πε­ριο­δι­κό Τύ­πο. Το πρώ­το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου ή­ταν του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», ι­δέα του Ηρα­κλή Πα­πα­λέ­ξη. Στην πο­ρεία, προέ­κυ­ψαν κι άλ­λα βρα­βεία α­πό πε­ριο­δι­κά, εκ­δο­τι­κούς οί­κους και άλ­λους ι­διω­τι­κούς φο­ρείς, μέ­χρι πέ­ρυ­σι, που, δε­κα­πέ­ντε χρό­νια με­τά τη θέ­σπι­ση του πρώ­του βρα­βείου, θε­σπί­στη­κε και κρα­τι­κό βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου με α­κρι­βές ό­ριο η­λι­κίας. Το πρώ­το δείγ­μα γρα­φής, που έ­δω­σε η α­να­νεω­μέ­νη Κρι­τι­κή Επι­τρο­πή για το εν λό­γω νεό­κο­πο βρα­βείο, δεί­χνει ό­τι ε­πι­κρά­τη­σε σύ­νε­ση. Προς α­πο­φυ­γή του ρί­σκου, προ ε­νός συ­νό­λου υ­πο­ψη­φίων α­σα­φώς δια­γε­γραμ­μέ­νου, προ­τι­μή­θη­κε η σο­λο­μώ­ντεια λύ­ση του μοι­ρά­σμα­τος του βρα­βείου σε έ­ναν ποιη­τή και έ­ναν πε­ζο­γρά­φο. Αμφό­τε­ροι τριά­ντα ε­τών και ή­δη βρα­βευ­μέ­νοι με άλ­λα βρα­βεία για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους. Με άλ­λα λό­για, α­σφα­λής ή κα­θό­λου α­βα­σά­νι­στη λύ­ση ε­πί του συ­νό­λου.
Δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρί­πτω­ση στις δια­κρί­σεις πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων α­πο­τε­λεί ο δια­γω­νι­σμός διη­γή­μα­τος, «HOTEL-Ένοι­κοι γρα­φής», των εκ­δό­σεων Πα­τά­κη, ι­δέα του Μι­σέλ Φάϊς. Εί­ναι μια συ­στη­μα­τι­κή εκ­δο­τι­κή προ­σπά­θεια για την προώ­θη­ση νέων συγ­γρα­φέων, που ξε­κί­νη­σε το 2006 με ε­τή­σιους θε­μα­τι­κούς δια­γω­νι­σμούς. Εκτός α­πό τον συγ­γρα­φέα του διη­γή­μα­τος, που βρα­βεύε­ται, α­να­κοι­νώ­νε­ται και βρα­χεία λί­στα, με κυ­μαι­νό­με­νο α­ριθ­μό ε­πι­λα­χό­ντων, γύ­ρω στους δέ­κα. Από αυ­τούς τους ε­τή­σιους δια­γω­νι­σμούς προ­κύ­πτει μια αν­θο­λο­γία διη­γη­μά­των, που α­παρ­τί­ζε­ται α­πό το βρα­βευ­μέ­νο διή­γη­μα και πέ­ντε α­πό τα κα­τα­χω­ρού­με­να στην βρα­χεία λί­στα, ε­νώ προ­στί­θε­νται και διη­γή­μα­τα γνω­στών πε­ζο­γρά­φων και ε­νός α­πό τους πα­λαιό­τε­ρα βρα­βευ­μέ­νους, που συμ­με­τέ­χουν ως μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Εκτός α­πό την αν­θο­λο­γία, εκ­δί­δο­νται και συλ­λο­γές διη­γη­μά­των των δια­κρι­θέ­ντων, ό­που στο ξά­κρι­σμά τους και την κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή συμ­με­τέ­χει η Άννα Πα­τά­κη.

Σχο­λές συγ­γρα­φέων

Ωστό­σο, στις συ­ζη­τή­σεις που γί­νο­νται γύ­ρω α­πό τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους τα τε­λευ­ταία χρό­νια, κυ­ριαρ­χούν οι Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. Ένας θε­σμός, που ήρ­θε μεν με κα­θυ­στέ­ρη­ση εξ Αμε­ρι­κής, αλ­λά τον ο­ποίο α­γκά­λια­σε εν­θου­σιω­δώς το πα­νελ­λή­νιον. Ει­ση­γη­τής θεω­ρεί­ται ο Στρα­τής Χα­βια­ράς, ο ο­ποίος και α­νέ­λα­βε διευ­θυ­ντής της πρώ­της Σχο­λής, που ά­νοι­ξε τις πύ­λες της το 2005 υ­πό τη σκέ­πη του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Ο θε­σμός συ­ζη­τή­θη­κε, βρή­κε φα­να­τι­κούς υ­πο­στη­ρι­κτές, ε­ξα­σφά­λι­σε γνω­στά ο­νό­μα­τα ως δι­δά­σκο­ντες, μέ­χρι και α­κα­δη­μαϊκούς. Κυ­ρίως βρή­κε μα­θη­τές. Όλο και συ­χνό­τε­ρα, πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι συγ­γρα­φείς α­να­φέ­ρουν στα βιο­γρα­φι­κά τους, εν μέ­σω δι­πλω­μά­των και δι­δα­κτο­ρι­κών, φοί­τη­ση σε κά­ποια Σχο­λή Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. Μά­λι­στα, ό­πως συμ­βαί­νει με τους σπου­δα­στές της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών, ό­που α­να­φέ­ρε­ται ει­δι­κό­τε­ρα και το Εργα­στή­ριο γνω­στού ζω­γρά­φου-κα­θη­γη­τή στο ο­ποίο μα­θή­τευ­σαν, οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι α­να­φέ­ρουν την μα­θη­τεία τους στον άλ­φα ή βή­τα γνω­στό συγ­γρα­φέα, ο ο­ποίος, καί­τοι ο ί­διος αυ­το­δί­δα­κτος, κα­τόρ­θω­σε να α­πο­κτή­σει αί­γλη με­γά­λου δά­σκα­λου.
Σή­με­ρα, ο α­κρι­βής α­ριθ­μός των εν λό­γω Σχο­λών μο­νί­μως λαν­θά­νει. Νέες α­νοί­γουν, πα­λαιές κλεί­νουν, ε­νώ υ­πάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­νες, που βρί­σκο­νται για έ­να διά­στη­μα εν υ­πνώ­σει. Πλη­θαί­νουν, πά­ντως, και αρ­χί­ζει να ση­μειώ­νε­ται έλ­λει­ψη δι­δα­σκό­ντων. Στις και­νού­ριες Σχο­λές, βρί­σκεις κα­μιά φο­ρά και συγ­γρα­φείς, που θα έ­πρε­πε να κα­θί­σουν, α­ντί στο έ­δρα­νο του δι­δά­σκο­ντος, στο θρα­νίο του δι­δα­σκό­με­νου. Αυ­τό, βε­βαίως, μό­νο εάν συμ­με­ρί­ζε­ται κα­νείς την ά­πο­ψη, ό­τι η συγ­γρα­φή δι­δά­σκε­ται. Αλή­θεια, τι ω­ραία που θά­ταν! Ένας φι­λο­μα­θής και προ­κομ­μέ­νος τον έ­να χρό­νο να μα­θαί­νει μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία, τον άλ­λο να α­σκεί­ται στη νου­βέ­λα, τον πα­ράλ­λο στην διη­γη­μα­το­γρα­φία. Μέ­χρι και ποιη­τής μπο­ρεί να γί­νει, αν το τρα­βά­ει η ό­ρε­ξή του. Μά­λι­στα, ό­λα αυ­τά, με τις ί­διες ώ­ρες και τα ί­δια δί­δακ­τρα, που ση­μαί­νει ό­τι οι ει­δή­μο­νες τα α­να­γνω­ρί­ζουν ως εγ­χει­ρή­μα­τα της ί­διας δυ­σκο­λίας. Απο­ρού­με, μό­νο, πώς α­κό­μη δεν προέ­κυ­ψε ε­ξει­δι­κευ­μέ­νη μα­θη­τεία στη συγ­γρα­φή μπε­στ σέ­λερ. Για­τί, για πα­ρά­δειγ­μα, δί­πλα στην αί­θου­σα του Γιώρ­γη Για­τρο­μα­νω­λά­κη, που δι­δά­σκει μυ­θι­στό­ρη­μα σε μια εκ των Σχο­λών, να μην δι­δά­σκει η Πα­σχα­λία Τραυ­λού το μπε­στ σέ­λε­ρ; Την γκε­το­ποίη­ση της λε­γό­με­νης, κα­τά πα­ρα­βία­ση του πο­λι­τι­κά ορ­θού, πα­ρα­λο­γο­τε­χνίας φαί­νε­ται να προ­τί­θε­ται να κα­ταρ­γή­σει πρώ­τη η Εται­ρεία Συγ­γρα­φέων. Αδιά­φο­ρο αν οι ι­δρυ­τές της εί­χαν υ­ψη­λά στά­νταρ και την εί­χαν ο­ρα­μα­τι­στεί ως νη­σί­δα λο­γο­τε­χνών. Ανα­φέ­ρα­με, δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, τον Για­τρο­μα­νω­λά­κη, για­τί αυ­τός και ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός εί­ναι οι μό­νοι α­πό τους δι­δά­σκο­ντες, που υ­πέ­γρα­ψαν το ι­δρυ­τι­κό της Εται­ρείας την 2α Ιου­λίου του 1981. Όσο για την Τραυ­λού, συ­μπτω­μα­τι­κά συ­ντο­πί­τισ­σα του Ακα­δη­μαϊκού μας, εί­ναι η πρώ­τη της ο­μά­δας των α­πο­κα­λού­με­νων πα­ρα­λο­γο­τε­χνών, που προ­τά­θη­κε ως μέ­λος της Εται­ρείας και ό­πως α­κού­γε­ται, η υ­πο­ψη­φιό­τη­τά της α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται ευ­με­νώς ό­χι μό­νο α­πό τα νεό­τε­ρα μέ­λη, αλ­λά και α­πό τους πρε­σβύ­τε­ρους.
Τώ­ρα, με το οι­κο­νο­μι­κό στέ­γνω­μα, εάν θα εμ­φα­νι­στεί ή ό­χι α­πο­πλη­θω­ρι­στι­κή τά­ση σε σχο­λές, βρα­βεύ­σεις και φε­στι­βά­λ, ου­δείς μπο­ρεί να προ­βλέ­ψει. Ού­τε, βε­βαίως, μπο­ρεί κα­νείς να προ­βλέ­ψει, πό­σο κα­τα­στρο­φι­κή θα εί­ναι αυ­τή για τα κά­θε εί­δους και φυ­λής πρω­τά­κια.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/2/2012

Στα σκοτεινά θολάμια της μνήμης

Στά­θης Κο­ψα­χεί­λης
«Πα­ρα­μι­λη­τά»
Εκδό­σεις Θερ­μαϊκός
Θεσ­σα­λο­νί­κη, Νοέμ­βριος 2011

Φωτογραφία του Δημήτρη Παπαδήμου από την έκθεση
που οργανώνει το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας.


Μια γε­ρό­ντισ­σα φέρ­νει το νε­ο­γέν­νη­το σι­γο­κλαί­γο­ντας, για­τί το παι­δί γεν­νή­θη­κε λει­ψό. «Το χε­ρά­κι του, τα δα­χτυ­λά­κια του ...», λέει, α­πευ­θυ­νό­με­νη στον παπ­πού, που πε­ρι­μέ­νει να το δει. Βγά­ζο­ντας το δε­ξί χε­ρά­κι α­π’ τα φα­σκιά, ε­κεί­νος βλέ­πει “μια γρο­θί­τσα με κά­τι μι­κρά ε­ξο­γκω­μα­τά­κια”. Την α­να­πη­ρία που α­νήγ­γει­λε η γε­ρό­ντισ­σα δεν την βλέ­πει. Κι ό­μως, ε­κεί­νη προ­φή­τε­ψε σω­στά γι’ αυ­τό το παι­δί, που γεν­νή­θη­κε κα­μιά ε­ξη­ντα­ριά χρό­νια πί­σω. Πράγ­μα­τι, έ­γι­νε έ­νας ά­ντρας, που δεν εί­χε δά­χτυ­λα για να γρά­ψει τις μα­γι­κές διη­γή­σεις που α­σφυ­κτιού­σαν ε­ντός του. Όπως σω­στός έ­μελ­λε να α­πο­δειχ­θεί και ο χρη­σμός της: «Μπο­ρεί...μπο­ρεί και να φυ­τρώ­σουν, πο­τέ δεν ξέ­ρεις...» Τε­λι­κά, τα δά­χτυ­λα φύ­τρω­σαν. Αυ­τό, ω­στό­σο, δεν έ­γι­νε κα­μιά ε­ξη­ντα­ριά χρό­νια με­τά, ού­τε α­κρι­βέ­στε­ρα, πε­νή­ντα τέσ­σε­ρα, ό­σα με­τρά­ει σή­με­ρα ο εν λό­γω ά­ντρας. Τριά­ντα ε­νός ή­ταν, ό­ταν δη­μο­σίευ­σε το πρώ­το του διή­γη­μα, το φθι­νό­πω­ρο του 1988. Με ε­κεί­νο το πρώ­το διή­γη­μα, ε­γεν­νή­θην η­μίν διη­γη­μα­το­γρά­φος, ό­πως θα έ­γρα­φαν και οι δη­μο­σιο­γρά­φοι, αν τον εί­χαν πά­ρει εί­δη­ση. Ο ί­διος δεν φαί­νε­ται να το α­ξιο­λο­γεί και ού­τε που το α­να­φέ­ρει κα­τά την πρό­σφα­τη δεύ­τε­ρη, α­πό ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζου­με, εμ­φά­νι­σή του στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, αυ­τή τη φο­ρά με βι­βλίο.

Το πρώ­το διή­γη­μα της συλ­λο­γής του Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη έ­χει τίτ­λο, «Το χε­ρά­κι», και θα μπο­ρού­σε, κα­τά μία εκ­δο­χή, να ε­κλη­φθεί σαν μια κρυ­πτό-αυ­το­βιο­γρα­φι­κή διή­γη­ση. Εί­ναι έ­να μι­κρό διή­γη­μα της μιας σε­λί­δας, που δί­νει την ε­ντύ­πω­ση προ­λο­γι­κού στα υ­πό­λοι­πα διη­γή­μα­τα του βι­βλίου. Για την α­κρί­βεια, συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας τίτ­λο και μό­το, εί­ναι, ό­λες κι ό­λες, 170 λέ­ξεις. Ωστό­σο, δεν πρό­κει­ται για μια, κα­τά την τρέ­χου­σα ο­ρο­λο­γία, μπον­ζάϊ ι­στο­ρία, αλ­λά για έ­να κα­θα­ρό­αι­μο διή­γη­μα. Εί­ναι μια α­φή­γη­ση σε πρώ­το πρό­σω­πο, που κα­ταρ­γεί την ο­μα­λή συ­νέ­χεια του χρό­νου. Περ­νώ­ντας α­πό την πρώ­τη πα­ρά­γρα­φο, που ε­πέ­χει θέ­ση ει­σα­γω­γής, στο κυ­ρίως σώ­μα, τα ό­ρια πα­ρό­ντος και πα­ρελ­θό­ντος συγ­χέ­ο­νται. Ενώ, αρ­χι­κά, η α­φή­γη­ση ε­στιά­ζει στην πε­ρι­πλά­νη­ση του παπ­πού στο δά­σος, στη συ­νέ­χεια, πα­ρα­κο­λου­θεί τη κα­τά­δυ­σή του στη μνή­μη, που την πα­ρου­σιά­ζει σαν ε­ξε­ρεύ­νη­ση ε­νός πα­ρελ­θο­ντι­κού το­πίου. Στην πα­ρα­στα­τι­κή φρά­ση, “α­νοί­γει δρό­μο α­νά­με­σα στις ζε­λε­νιές”, έρ­χε­ται ως α­ντί­στι­ξη η με­τω­νυ­μι­κή, “με κό­πο πα­ρα­με­ρί­ζει τα χρό­νια, ό­πως τις κα­λα­μιές στα βάλ­τα”. Και οι δυο σκη­νές χω­ρά­νε στην ί­δια σε­κά­νς, σαν δυο πλά­να. Το πρώ­το μα­κρι­νό, το δεύ­τε­ρο κο­ντι­νό, κα­τα­λή­γει με την α­νά­δυ­ση του παπ­πού στο πα­ρόν ε­νός βα­σα­νι­σμέ­νου βίου, του ο­ποίου σπα­ράγ­μα­τα α­να­σύ­ρο­νται σε άλ­λα διη­γή­μα­τα.
Ο α­φη­γη­τής του Κο­ψα­χεί­λη συ­μπα­ρα­τάσ­σε­ται “με τους λυ­πη­μέ­νους”, ό­πως προϊδεά­ζει και το μό­το του βι­βλίου. Πρό­κει­ται για δά­νειο α­πό το μό­το μιας ποιη­τι­κής συλ­λο­γής με τον πα­ρά­δο­ξο τίτ­λο «Με των α­λό­γων τα φα­ντά­σμα­τα», που τυ­πώ­θη­κε πριν 25 χρό­νια στο ι­στο­ρι­κό, πλέ­ον, τυ­πο­γρα­φείο του Φί­λιπ­που Βλά­χου. Όσο για τον ποιη­τή, εί­ναι ο Χρή­στος Μπρά­βος, συ­νο­νό­μα­τος του παπ­πού των διη­γη­μά­των. Ή, μή­πως, εί­ναι ο παπ­πούς ε­κεί­νος που πή­ρε το ό­νο­μά του α­πό τον ποιη­τή; Διό­λου α­πί­θα­νο, α­φού στις προ ει­κο­σα­ε­τίας δη­μο­σιεύ­σεις των διη­γη­μά­των δεν ο­νο­μα­τί­ζε­ται. Όπως και να έ­χει, στο μό­το, το μι­κρό ό­νο­μα του ποιη­τή θα προ­τι­μού­σα­με να α­να­γρά­φε­ται α­κέ­ραιο. Ένας λό­γος θα ή­ταν για να μνη­μο­νευ­θεί έ­νας ποιη­τής που ά­φη­σε έ­να σχε­δόν μο­να­δι­κό στίγ­μα στην με­τα­πο­λε­μι­κή ποίη­ση, πα­ρό­λο που έ­φυ­γε νω­ρίς - τριά­ντα εν­νιά χρο­νών, το 1987. Υπάρ­χει, ό­μως, και έ­νας δεύ­τε­ρος λό­γος, που α­φο­ρά το βι­βλίο. Τα διη­γή­μα­τα του Κο­ψα­χεί­λη δια­τη­ρούν κά­ποιους δε­σμούς συγ­γέ­νειας με τα ποιή­μα­τα του Μπρά­βου, στο βαθ­μό που αμ­φό­τε­ρα ο­ρί­ζο­νται α­πό τους γει­το­νι­κούς γε­νέ­θλιους τό­πους των δυο συγ­γρα­φέων - Λι­τό­χω­ρο Πιε­ρίας, Δε­σκά­τη Γρε­βε­νών. Ταυ­τό­χρο­να, με­τρά­νε την α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στη γε­νιά του ’80, στην ο­ποία παίρ­νει με κα­θυ­στέ­ρη­ση, αλ­λά αυ­το­δι­καίως, τη θέ­ση του ο Κο­ψα­χεί­λης, και ε­κεί­νη του ’70, στην ο­ποία έ­χει τα­ξι­νο­μη­θεί ο Μπρά­βος, και ε­κεί­νος με κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη εμ­φά­νι­ση. Το μό­το το α­φιε­ρώ­νει ο ποιη­τής στον πα­τέ­ρα του και εί­ναι “εν­θύ­μιον λύ­πης” για τους ητ­τη­μέ­νους της δι­κής του γε­νιάς, ε­κεί­νους του Εμφυ­λίου. Το ί­διο μό­το, στο πρό­σφα­το βι­βλίο, α­να­φέ­ρε­ται σε αν­θρώ­πους μιας ο­ρε­σί­βιας κοι­νό­τη­τας, που εί­χαν δύ­σκο­λη ζωή. Ο α­φη­γη­τής του Κο­ψα­χεί­λη δεν α­να­κα­λεί ι­στο­ρίες α­πό τη δε­κα­ε­τία του ’40. Μό­νο έ­να διή­γη­μα, «Ο Αλή Τσα­ού­σης», το­πο­θε­τεί­ται σε τα­ραγ­μέ­νη ε­πο­χή. Εί­ναι μια α­φή­γη­ση α­πό τα χρό­νια του προ­πάπ­που του, που πρό­λα­βε να ζή­σει με το φό­βο του Τούρ­κου, ό­ταν ο Όλυ­μπος εί­χε γε­μί­σει α­ντάρ­τες.
Στα διη­γή­μα­τα, το αί­σθη­μα της λύ­πης λες και έρ­χε­ται α­πό τις πη­γές της α­φή­γη­σης, ό­πως η έκ­κρι­ση ι­δρώ­τα α­πό τους πό­ρους του δέρ­μα­τος. Τα ι­θα­γε­νή στοι­χεία α­πο­δει­κνύο­νται α­κέ­νω­τη πη­γή, σω­στός πα­κτω­λός, διη­γή­σεων. Τί­πο­τα δεν εί­ναι α­ξιο­θέ­α­το, δη­λα­δή του­ρι­στι­κό ή η­θο­γρα­φι­κό. Ο γε­νέ­θλιος τό­πος α­πο­τε­λεί στα­θε­ρό ση­μείο α­να­φο­ράς, ό­χι μό­νο ως α­σα­φής γεω­γρα­φι­κός χώ­ρος, αλ­λά, κυ­ρίως, ως τό­πος μνή­μης. Τό­πος, ό­μως, στοι­χειω­μέ­νος με τους α­διό­ρα­τους κιν­δύ­νους που κρύ­βει η μνή­μη των νε­κρών. Φύ­ση και άν­θρω­ποι α­να­πλά­θο­νται με την αρ­χαϊκή τους μορ­φή, ό­πως σώ­ζο­νταν μέ­χρι τις δύο πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές δε­κα­ε­τίες. Ξε­δι­πλώ­νο­νται οι ι­στο­ρίες τους και μέ­σα σε αυ­τές χω­νεύο­νται οι ι­στο­ρίες, που ε­κεί­νοι α­φη­γού­νταν για τη δι­κή τους δύ­σκο­λη ζωή, αλ­λά και των γο­νιών και των παπ­πού­δων τους. Η α­νά­πλα­ση αυ­τού του κό­σμου, ο­ρι­στι­κά πλέ­ον α­πο­λε­σθέ­ντος, γί­νε­ται με σύγ­χρο­νη ευαι­σθη­σία, κα­τα­φεύ­γο­ντας σε και­νο­φα­νείς, προ­σω­πι­κούς τρό­πους. Η γρα­φή δια­τη­ρεί την ι­θα­γέ­νειά της, χω­ρίς κα­θό­λου να ξε­νί­ζει ο ε­μπλου­τι­σμός της με το το­πι­κό ι­διό­λε­κτο. Δύ­σκο­λα μπο­ρεί να προσ­διο­ρι­στεί, αλ­λά σαν κά­τι να την συν­δέει με το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι. Πρό­κει­ται, δη­λα­δή, για λαν­θά­νο­ντα ή μα­κρι­νό α­πό­η­χο.
Πυ­κνή η α­φή­γη­ση, βα­σί­ζε­ται στο ρή­μα, α­πο­φεύ­γο­ντας την κα­λο­λο­γία του ε­πι­θέ­του. Την στε­ρεώ­νουν τα ο­νό­μα­τα των πραγ­μά­των και ο α­πο­κλει­σμός των ου­σια­στι­κο­ποιη­μέ­νων λέ­ξεων, που α­πο­νευ­ρώ­νουν τις α­φη­γή­σεις των νεό­τε­ρων. Ση­μειω­τέ­ον ό­τι τα πράγ­μα­τα που α­να­φέ­ρο­νται στα διη­γή­μα­τα του Κο­ψα­χεί­λη, α­νή­κουν σε έ­ναν πα­λαιό, ά­γνω­στο σή­με­ρα, κό­σμο. Άλλω­στε, τα ο­νό­μα­τα των πραγ­μά­των σβή­νουν πρώ­τα, ε­νώ τα ί­δια τα πράγ­μα­τα, του­λά­χι­στον ο­ρι­σμέ­να α­πό αυ­τά, δια­σώ­ζο­νται, χά­ρις στη με­τα­μόρ­φω­σή τους α­πό χρη­στι­κά σε συλ­λε­κτι­κά. Δεν πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για μια στα­τι­κή α­φή­γη­ση, πε­ρι­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Η ε­ναλ­λα­γή ει­κό­νων και σκη­νών γί­νε­ται με γορ­γό ρυθ­μό, σχε­δόν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κής δια­δο­χής. Βε­βαίως, δεν έ­χου­με κα­τά νου τον α­με­ρι­κά­νι­κο κι­νη­μα­το­γρά­φο του με­γά­λου κοι­νού, αλ­λά ως προς την α­τμό­σφαι­ρα και ό­χι το ρυθ­μό, κά­ποιες ται­νίες τύ­που Αγγε­λό­που­λου. Πέ­ραν της ε­πι­και­ρό­τη­τας, έ­να κοι­νό στοι­χείο αυ­τών των ται­νιών, που γνώ­ρι­σαν την μέ­σα Ελλά­δα στο πα­γκό­σμιο κοι­νό, με τα διη­γή­μα­τα εί­ναι το ο­ρει­νό ή πα­ρα­πο­τά­μιο σκη­νι­κό. Εί­ναι, ε­πί­σης, τα μου­ντά χρώ­μα­τα, κά­πο­τε το βα­θύ της νύ­χτας, σε σύμ­μι­ξη με το ο­μι­χλώ­δες της μνή­μης, που έ­χουν τα χιο­νι­σμέ­να το­πία. Ενδει­κτι­κός ο τίτ­λος, «Νύ­χτα με χιό­νι», αλ­λά και το θέ­μα του πρώ­του διη­γή­μα­τος, που δη­μο­σίευ­σε ο Κο­ψα­χεί­λης.
Κυ­ρίαρ­χος εί­ναι ο φό­βος του θα­νά­του, που έρ­χε­ται σαν “γράγ­γω­μα στο στή­θος”. Ένας τρό­πος για την α­ντι­με­τώ­πι­ση αυ­τού του με­τα­φυ­σι­κού φό­βου στά­θη­κε α­νέ­κα­θεν ο ε­ξορ­θο­λο­γι­σμός του. Γι΄αυ­τό και η λαϊκή φα­ντα­σία θέ­λει τον Χά­ρο­ντα με σα­φή πα­ρα­στα­τι­κή ει­κό­να. Εκτός αυ­τού, τον θέ­λει να κρα­τά­ει μια σει­ρά ό­ταν έρ­χε­ται να πά­ρει κά­ποιον. Τον παίρ­νει, λέ­νε, ό­ταν έρ­χε­ται η ώ­ρα του. Με το ρί­γος του θα­νά­του να παί­ζει ευαί­σθη­τη πυ­ξί­δα στο βό­ρι­σμα του και­ρού, ο συγ­γρα­φέ­ας στή­νει διη­γή­μα­τα με ή­ρωες, άλ­λους έρ­μαια του φό­βου κι άλ­λους στωι­κούς να ε­τοι­μά­ζο­νται. Στα διη­γή­μα­τα εί­ναι συ­χνά τα συ­να­πα­ντή­μα­τα με τον Χά­ρο­ντα. Στο τε­λευ­ταίο της συλ­λο­γής, «Ο ί­σκιος», εί­ναι ο παπ­πούς αυ­τός που τον α­ντι­κρί­ζει. Εδώ, ελ­λει­πτι­κή η α­φή­γη­ση, κι­νεί­ται σε μια α­τμό­σφαι­ρα πα­ρα­λό­γου. Το διή­γη­μα εί­χε δη­μο­σιευ­τεί πα­λαιό­τε­ρα με δια­φο­ρε­τι­κή την κα­τα­λη­κτι­κή πα­ρά­γρα­φο. Κα­τά μια εκ­δο­χή, ο Χά­ρο­ντας δεν θα πά­ρει τον παπ­πού. Για άλ­λον θα χτυ­πή­σουν οι κα­μπά­νες του χω­ριού. Όμως ε­κεί­νος θα μεί­νει σαν πα­ρα­λο­γι­σμέ­νος σε μια πέ­τρα, τρέ­μο­ντας την ε­πι­στρο­φή του. Έτσι, η α­φή­γη­ση ε­πα­νέρ­χε­ται σε έ­να ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο, σε α­ντί­θε­ση με την πρώ­τη εκ­δο­χή, που μέ­νει στην ε­πι­κρά­τεια του υ­περ­φυ­σι­κού. Ίσως αυ­τή η πα­λαιό­τε­ρη πα­ραλ­λα­γή να ή­ταν προ­τι­μό­τε­ρη για την πε­ρι­γρα­φή ε­νός υ­περ­φυ­σι­κού φό­βου, που σκιά­ζει “αν­θρώ­πους και κτή­νη”.
Οι άν­θρω­ποι αυ­τού του αλ­λο­τι­νού κό­σμου πα­ρα­μέ­νουν στε­νά δε­μέ­νοι με τα ζω­ντα­νά τους. Δεν πρό­κει­ται, βέ­βαια, για την άρ­ρω­στη σχέ­ση του ση­με­ρι­νού α­στού, αλ­λά για μια αλ­λη­λο­ε­ξάρ­τη­ση προς κοι­νή ε­πι­βίω­ση. Θα ή­ταν ύ­βρις να α­πο­κα­λέ­σει κα­νείς τα διη­γή­μα­τα του βι­βλίου ζωο­φι­λι­κά. Συ­μπα­ρα­τάσ­σο­νται ό­λα στο φό­βο του Χά­ρο­ντα, εί­τε αυ­τός έρ­θει για άν­θρω­πο του σπι­τιού εί­τε για τη λα­γω­νί­κα, το ά­λο­γο, την κα­τσί­κα, α­νε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τό εί­ναι νε­α­ρό ή γε­ρα­σμέ­νο. Για να αι­σθη­το­ποιή­σει το με­τα­φυ­σι­κό φορ­τίο του θέ­μα­τός του, ο συγ­γρα­φέ­ας δο­κι­μά­ζει τις διό­δους πέ­ραν των αι­σθη­τη­ρια­κών ε­μπει­ριών. Κα­τ’ ό­ναρ γί­νε­ται το α­ντά­μω­μα του α­φη­γη­τή με την πε­θα­μέ­νη μη­τέ­ρα του. Σαν ο­πτι­κή πα­ραί­σθη­ση αν­θρώ­πων με­γα­λω­μέ­νων με ι­στο­ρίες για φά­σμα­τα προ­σφι­λών νε­κρών, φέ­ρει ο α­φη­γη­τής σε πέ­ρας το αλ­λό­κο­το θέ­λη­μα του πε­θα­μέ­νου παπ­πού. Σαν υ­πο­βο­λή μα­κρό­χρο­νων α­φη­γή­σεων για θαύ­μα­τα και α­γίους, γί­νο­νται οι φο­βι­κές συ­να­ντή­σεις με έ­ναν Άγιο Αντώ­νιο, που φέρ­νει μορ­φι­κά στον Χά­ρο­ντα, και τον Άγιο Διο­νύ­σιο τον Ολυ­μπί­τη, που ά­στρα­ψε και βρό­ντη­ξε ό­ταν ιε­ρό­συ­λοι υ­λο­τό­μοι άγ­γι­ξαν τα αιω­νό­βια ρό­μπο­λα του μο­να­στη­ριού του.
Δυο διη­γή­μα­τα ξε­φεύ­γουν α­πό τη με­λαγ­χο­λι­κή α­τμό­σφαι­ρα. Το έ­να α­νι­στο­ρεί το πά­θη­μα ε­νός α­γρό­τη, πο­λύ μύω­πα, που πο­τέ δεν μπό­ρε­σε να δει την ψη­λό­τε­ρη κο­ρυ­φή του Ολύ­μπου και ο­λό­κλη­ρης της Ελλά­δας κι ας εί­χε τον Μύ­τι­κα μια ζωή ση­μείο κα­τα­τε­θέν στον ο­ρί­ζο­ντα. Κά­τι που δεν έ­βλε­πε, κά­τι που ο νους του συ­χνά πυ­κνά σερ­νό­ταν “στα σκο­τει­νά θο­λά­μια της μνή­μης”, πέ­ρα­σε την α­λε­πού για το σκύ­λο του και την ά­φη­σε να μπει στο κο­τέ­τσι. Η σκη­νή της α­να­μέ­τρη­σης ά­ντρα και α­λε­πούς, μέ­σα στο κο­τέ­τσι, δεί­χνει, με την εύ­θυ­μη κο­ρύ­φω­σή της, τις δυ­να­τό­τη­τες του συγ­γρα­φέα και για άλ­λου τύ­που α­φη­γή­σεις. Ακό­μη και ε­ρω­τι­κές, κα­θώς στο φαι­δρό κλεί­σι­μο του διη­γή­μα­τος υ­πάρ­χει και έ­να πρω­τό­τυ­πο ως σύλ­λη­ψη η­δο­νι­κό σκίρ­τη­μα. Πιο ε­ρω­τι­κό προ­βάλ­λει έ­να άλ­λο διή­γη­μα με τον α­φη­γη­τή πε­ντά­χρο­νο, να νιώ­θει την πρώ­τη ε­ρω­τι­κή α­να­στά­τω­ση, κοι­τά­ζο­ντας τις νω­πο­γρα­φίες στον γυ­ναι­κω­τή της εκ­κλη­σίας, με την πόρ­νη στο κο­λα­στή­ριο, και με­τά, στο γυ­ρι­σμό, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας το σμί­ξι­μο των ζω­ντα­νών. Μπο­ρεί να σι­χαί­νε­ται, μπο­ρεί να τρο­μά­ζει, αλ­λά ο ε­ρε­θι­σμός του ζωη­ρεύει. Αυ­τά τα διη­γή­μα­τα εί­ναι α­πό τα πρό­σφα­τα του Κο­ψα­χεί­λη.
Ο τίτ­λος του βι­βλίου α­ντα­πο­κρί­νε­ται στο ο­μοιο­γε­νές στοι­χείο των διη­γη­μά­των αλ­λά λει­τουρ­γεί και σαν πλά­για μνη­μό­νευ­ση του πε­ριο­δι­κού, ό­που ο Κο­ψα­χεί­λης δη­μο­σίευ­σε για πρώ­τη φο­ρά τα διη­γή­μα­τά του. Θυ­μί­ζου­με στους Ιε­ρο­σο­λυ­μί­τες, την πα­ρέα ε­κεί­νου του πε­ριο­δι­κού, που φι­λο­δό­ξη­σε να δια­μορ­φώ­σει μια λο­γο­τε­χνι­κή νη­σί­δα ε­κτός της α­γο­ραίας πε­ριο­χής. Η πα­ρέα, βέ­βαια, σκόρ­πι­σε. Ήταν ο Γιάν­νης Πα­τσώ­νης, που ως συγ­γρα­φέ­ας προϋπήρ­χε του πε­ριο­δι­κού. Ήταν ο Γε­ρά­σι­μος Δεν­δρι­νός και ο Μί­νως Μαρ­κά­κης, που ε­ξέ­δω­σαν βι­βλίο νω­ρίς και νω­ρίς φαί­νε­ται να σιώ­πη­σαν. Ήταν ο Γιώρ­γος Γκο­λο­μπίας, που τα διη­γή­μα­τά του εκ­δό­θη­καν α­πό τους φί­λους του με­τά τον θά­να­τό του. Ήταν έ­νας δυο α­κό­μη τα­λα­ντού­χοι, που ε­πι­μέ­νουν να κρα­τά­νε κλει­δω­μέ­να τα συρ­τά­ριά τους. Ήταν ο Κο­ψα­χεί­λης, που υ­πέ­κυ­ψε στον πει­ρα­σμό να βγά­λει βι­βλίο. Ίσως αυ­τός να εί­ναι α­νά­με­σα στους τε­λευ­ταίους, που κου­βα­λούν α­κό­μη μύ­θους του α­γρο­τι­κού χώ­ρου.
Απο­φθεγ­μα­τι­κά και εν­δε­χο­μέ­νως αυ­θαί­ρε­τα, θα λέ­γα­με, ό­τι ο Κο­ψα­χεί­λης έ­χει πιά­σει και ξε­τυ­λί­γει τον α­ριάδ­νειο μί­το ε­νός κό­σμου κα­τα­δι­κα­σμέ­νου α­πό και­ρό σε α­φά­νεια. Ας ελ­πί­σου­με το ε­μπνευ­σμέ­νο ξε­τύ­λιγ­μα να μη στα­μα­τή­σει ε­δώ, για­τί, κα­τά τον Χρή­στο Μπρά­βο: «Τί­πο­τ’ α­π’ ό­λ’ αυ­τά/ δε φαί­νε­ται στο χάρ­τη».

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 5/2/2012.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Ο αθέατος ιεροφάντης

«Ο Πα­πα­δια­μά­ντης του
Ζή­σι­μου Λο­ρε­ντζά­του»
Επι­μέ­λεια
Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος
Εκδό­σεις Ίκα­ρος
Νοέμ­βριος 2011

Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος (αριστερά)
με τον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο.
==================


“Ο Πα­πα­δια­μά­ντης του Λο­ρε­ντζά­του” α­νέρ­χε­ται σε 97 σε­λί­δες. Αντι­στρό­φως, ο Λο­ρε­ντζά­τος του Πα­πα­δια­μά­ντη, που ση­μαί­νει ο Λο­ρε­ντζά­τος στο χώ­ρο των με­λε­τη­τών του Πα­πα­δια­μά­ντη, ως πρό­σω­πο α­να­φο­ράς, ε­κτεί­νε­ται σε πολ­λα­πλά­σιο α­ριθ­μό σε­λί­δων. Εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρος α­πό τον Λο­ρε­ντζά­το του Σο­λω­μού ή τον Λο­ρε­ντζά­το των Πόε, Πά­ου­ντ, Ζι­ντ και Μπλέ­ηκ α­θροι­σμέ­νους. “Ο Πα­πα­δια­μά­ντης του Λο­ρε­ντζά­του” γέν­νη­σε μέ­ρος μό­νο του Λο­ρε­ντζά­του του Πα­πα­δια­μά­ντη. Υπάρ­χει έ­να άλ­λο κομ­μά­τι, μη με­τρή­σι­μο, που προέ­κυ­ψε α­πό τον λό­γο του Λο­ρε­ντζά­του. Αυ­τό, α­πό τη φύ­ση του, δεν ε­πι­δέ­χε­ται κα­τα­γρα­φής. Ει­κά­ζε­ται, πά­ντως, ση­μα­ντι­κό, δε­δο­μέ­νου ό­τι στά­θη­κε η κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη για αρ­κε­τούς νεό­τε­ρους. Δεν θα ή­ταν υ­περ­βο­λή ο ι­σχυ­ρι­σμός ό­τι ο Λο­ρε­ντζά­τος του Πα­πα­δια­μά­ντη εί­ναι έ­νας μύ­θος. Μό­νο που, ό­πως ό­λοι οι μύ­θοι, εί­ναι κι αυ­τός ευ­πρό­σβλη­τος, ι­διαί­τε­ρα κα­θώς βρί­σκε­ται σε σχέ­ση ε­ξάρ­τη­σης α­πό “τον Πα­πα­δια­μά­ντη του Λο­ρε­ντζά­του”. Όταν αυ­τός ο δεύ­τε­ρος γί­νει κτή­μα ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου α­να­γνω­στι­κού κοι­νού, που έ­χει συ­νη­θί­σει να κρί­νει τα βι­βλία α­πό το ζυ­γι­σμέ­νο βά­ρος τους, ο μύ­θος του Λο­ρε­ντζά­του κιν­δυ­νεύει να πε­ρι­πέ­σει α­πό την εύ­ση­μη ση­μα­σία της λέ­ξης, που δη­λώ­νει την αί­γλη του προ­σώ­που, στην κα­κό­ση­μη του μυ­θεύ­μα­τος.
Με την πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, αυ­τός ο πε­ρι­βό­η­τος Λο­ρε­ντζά­τος του Πα­πα­δια­μά­ντη, το α­ντί­πα­λον δέ­ος ό­σων φω­τι­σμέ­νων με την εξ Εσπε­ρίας σο­φία ε­πι­δί­δο­νται στην πα­πα­δια­μά­ντεια α­να­το­μία, βρί­σκε­ται σε μια, με­ρι­κώς του­λά­χι­στον, προ­σβά­σι­μη μορ­φή. Οπό­τε ό­λοι αυ­τοί και μα­ζί τους έ­να πλή­θος α­πό αμ­φι­σβη­τίες θα σπεύ­σουν να βά­λουν τον δά­κτυ­λον εις τον τύ­πον των ή­λων. Πό­σω μάλ­λον, ό­ταν η κα­τα­λη­κτι­κή φρά­ση του κει­μέ­νου στο ο­πι­σθό­φυλ­λο συ­νο­ψί­ζει: «Στο βι­βλίο αυ­τό έ­χουν συ­ναχ­θεί ό­λα ό­σα ο Ζ. Λ. εί­πε για τον δεύ­τε­ρο με­γά­λο “ε­γκρα­τευ­τή” της γλώσ­σας μας.» (Δά­νειο α­πό την κα­τα­γρα­φή του Λο­ρε­ντζά­του: «Ο Σο­λω­μός ή ο Πα­πα­δια­μά­ντης – δυο με­γά­λοι ε­γκρα­τευ­τές στη γλώσ­σα μας».) Με­γά­λη κου­βέ­ντα αυ­τό το “ό­λα ό­σα ο Ζ. Λ. εί­πε” για τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Όπως και να έ­χει, α­κό­μη και πα­ρα­κά­μπτο­ντάς την, η πρό­σφα­τη πε­ρι­συ­να­γω­γή “του λο­ρε­ντζα­τι­κού Πα­πα­δια­μά­ντη” μπο­ρεί να α­πο­βεί ζη­μιο­γό­νος. Αυ­τοί που εί­χαν την α­γα­θή προ­αί­ρε­ση της εκ­πό­νη­σής της, φαί­νε­ται να μη διεί­δαν τον κίν­δυ­νο. Ει­δάλ­λως δεν θα υ­πο­βί­βα­ζαν το έρ­γο στην τρέ­χου­σα τα­κτι­κή που α­κο­λου­θεί­ται για την κα­τάρ­τι­ση βι­βλίων με σκόρ­πια δη­μο­σιεύ­μα­τα, πα­ρα­βλέ­πο­ντας τον α­παι­τού­με­νο ά­θλο. Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι ε­νέ­δω­σαν στον ε­ορ­τα­στι­κό συρ­μό και ό­πως φαί­νε­ται εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, δού­λε­ψαν υ­πό πίε­ση χρό­νου για να προ­λά­βουν προ­θε­σμίες.
Στο προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα, δί­νε­ται το σκε­πτι­κό της έκ­δο­σης. Κα­τ’ αρ­χάς, α­να­γνω­ρί­ζε­ται ό­τι ά­πα­ντα τα ευ­ρι­σκό­με­να εί­ναι λι­γο­στά και το­νί­ζε­ται η α­νά­γκη πο­λυ­σέ­λι­δης ει­σα­γω­γής, χω­ρίς ό­μως να αι­τιο­λο­γεί­ται η α­που­σία της. Ως κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο για την α­πό­φα­ση της έκ­δο­σης προ­βάλ­λε­ται το τε­λευ­ταίο βι­βλίο του Λο­ρε­ντζά­του, «Collectanea», για την ε­τοι­μα­σία του ο­ποίου εί­χε ο ί­διος με­ρι­μνή­σει. Ο τό­μος αυ­τός, χω­ρίς το ση­μείω­μα του ε­πι­με­λη­τή, το υ­πό­μνη­μα πη­γών και τον πί­να­κα των ο­νο­μά­των, φτά­νει τις 778 σε­λί­δες. Μέ­σα σε αυ­τές, η πα­πα­δια­μά­ντεια νη­σί­δα, που έ­γει­ρε α­πο­φα­σι­στι­κά την πλά­στιγ­γα υ­πέρ της έκ­δο­σης, εί­ναι έ­κτα­σης μό­λις 25 σε­λί­δων. Λό­γω της πε­ριο­ρι­σμέ­νης έ­κτα­σης, θα α­να­με­νό­ταν κά­ποιος σχο­λια­σμός της βα­ρύ­τη­τάς της. Αντ’ αυ­τού, υ­πάρ­χει η α­πό­φαν­ση ό­τι αυ­τές οι σε­λί­δες, που προ­στέ­θη­καν στις υ­πάρ­χου­σες 72, κα­τέ­στη­σαν “τον Πα­πα­δια­μά­ντη του Λο­ρε­ντζά­του” desideratum της πα­πα­δια­μα­ντι­κής βι­βλιο­γρα­φίας. Η δια­τύ­πω­ση, με το λα­τι­νι­στί λο­φίο της, α­ναμ­φι­βό­λως, υ­πο­βάλ­λει. Μό­νο που οι φι­λό­λο­γοι εί­θι­σται να κά­νουν λό­γο για desiderata, ά­παξ και υ­πάρ­χει έ­να στέ­ρεο σώ­μα. Η σκόρ­πια σε τε­μα­χί­δια, εν πολ­λοίς α­νυ­πό­λη­πτα α­πό τους ί­διους, βι­βλιο­γρα­φία Πα­πα­δια­μά­ντη εί­ναι λί­γο α­στείο να έ­χει και desiderata.
Ας δού­με, ό­μως, σε τι συ­νί­στα­ται αυ­τός “ο Πα­πα­δια­μά­ντης του Λο­ρε­ντζά­του”. Εκτός α­πό το κυ­ρίως σώ­μα, προ­βλέ­πο­νται προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα του ε­πι­με­λη­τή Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου και ε­πί­με­τρο του Σταύ­ρου Ζου­μπου­λά­κη. Προς πε­ραι­τέ­ρω α­νά­δει­ξη του Λο­ρε­ντζά­του του Πα­πα­δια­μά­ντη, θα α­να­με­νό­ταν, στο ε­πί­με­τρο, και η δη­μο­σίευ­ση του η­με­ρο­λο­γίου του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου α­πό την δε­κα­ε­τή ε­να­σχό­λη­σή του με την έκ­δο­ση των Απά­ντων Πα­πα­δια­μά­ντη. Έτσι, θα α­πο­κα­λυ­πτό­ταν ο α­φα­νής αλ­λά κα­θο­ρι­στι­κός ρό­λος του Λο­ρε­ντζά­του στην εκ­πό­νη­σή τους. Όπως γρά­φει ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος, προ­λο­γι­κά, στη δη­μο­σίευ­ση ε­νός δεύ­τε­ρου μέ­ρους του η­με­ρο­λο­γίου στο πε­ριο­δι­κό «Νέα Εστία», δεν το συ­μπε­ριέ­λα­βε λό­γω “της α­να­πό­φευ­κτα ναρ­κισ­σι­στι­κής χροιάς του”. Κι ό­μως, η α­νά­γνω­ση του η­με­ρο­λο­γίου πι­στο­ποιεί α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το.
Το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα εί­ναι γραμ­μέ­νο με το γνω­στό κομ­ψό και η­θε­λη­μέ­να ελ­λει­πτι­κό ύ­φος του ε­πι­με­λη­τή. Ωστό­σο, για τις α­νά­γκες μιας ει­σα­γω­γής πι­στεύου­με ό­τι θα χρεια­ζό­ταν, ε­κτός α­πό με­γα­λύ­τε­ρο ά­πλω­μα, πε­ρισ­σό­τε­ρη σα­φή­νεια. Ένα πρώ­το πα­ρά­δειγ­μα προ­σφέ­ρει το ά­νοιγ­μα του κει­μέ­νου με την ε­πι­σή­μαν­ση μιας α­ντί­φα­σης, ε­ντυ­πω­σια­κής μεν, αλ­λά η ο­ποία, με την γε­νι­κό­λο­γη δια­τύ­πω­σή της, δη­μιουρ­γεί λά­θος ε­ντυ­πώ­σεις. Ο Λο­ρε­ντζά­τος, στο δεύ­τε­ρο κεί­με­νό του για τον Σο­λω­μό, ε­κεί­νο του 1965, δια­κη­ρύσ­σει, κα­τα­λή­γο­ντας, ό­τι μπο­ρεί να πε­ρά­σει ο­λό­κλη­ρη τη ζωή του μό­νο με τον Σο­λω­μό α­πό τους Έλλη­νες ποιη­τές και α­πό τους πε­ζο­γρά­φους μό­νο με τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Στα γρα­πτά του, ό­μως, τον Πα­πα­δια­μά­ντη, μέ­χρι το 1961 που δη­μο­σιεύει το πρώ­το κεί­με­νο για ε­κεί­νον, τον μνη­μο­νεύει μό­νο δυο φο­ρές. Ο ε­πι­με­λη­τής, ε­πι­ση­μαί­νο­ντας την α­ντί­φα­ση, συ­μπε­ραί­νει ό­τι του­λά­χι­στον κα­τά το πρώ­το μι­σό της ζωής του (το 1961 εί­ναι 46 ε­τών και α­πο­δη­μεί στα 89) και την πρώ­τη συγ­γρα­φι­κή του ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία (εμ­φα­νί­ζε­ται το 1936) εί­ναι δο­σμέ­νος μι­σός στον Σο­λω­μό και ο άλ­λος μι­σός σε ξέ­νους. Εδώ, ω­στό­σο, εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη η διευ­κρί­νι­ση, ό­τι ο Λο­ρε­ντζά­τος άρ­γη­σε να δη­μο­σιεύ­σει και ε­πι­πλέ­ον, στά­θη­κε ο­λι­γο­γρά­φος. Αυ­τός, λοι­πόν, ο μι­σός Σο­λω­μός συ­νί­στα­ται σε έ­να δο­κί­μιο, το πρώ­το του 1947, στο ο­ποίο και οι δυο μνείες στον Πα­πα­δια­μά­ντη. Το υ­πό­λοι­πο δο­κι­μια­κό έρ­γο της πρώ­της πε­ριό­δου α­φο­ρά α­πο­κλει­στι­κά ξέ­νους.
Ένα δεύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα συ­νι­στά η ε­ξή­γη­ση αυ­τής της α­ντί­φα­σης, που δί­νε­ται στη συ­νέ­χεια. Σύμ­φω­να με τον Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λο, η α­ντί­φα­ση ο­φεί­λε­ται στην αλ­λα­γή του Λο­ρε­ντζά­του, που φαί­νε­ται, συ­γκρί­νο­ντας τα γρα­πτά του πριν το 1961, ό­που κρα­τά­ει α­πό­στα­ση α­πό την Εκκλη­σία, με τα δύο κεί­με­να ε­κεί­νου του έ­τους (το άρ­θρο που δη­μο­σιεύει στο πε­ριο­δι­κό «Ο Τα­χυ­δρό­μος» για τα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Πα­πα­δια­μά­ντη και το δο­κί­μιο «Το χα­μέ­νο κέ­ντρο», με το ο­ποίο συμ­με­τέ­χει στον τό­μο «Για τον Σε­φέ­ρη. Τι­μη­τι­κό α­φιέ­ρω­μα στα τριά­ντα χρό­νια της Στρο­φής»), στα ο­ποία α­πο­δέ­χε­ται το κέ­ντρο του κό­σμου του Πα­πα­δια­μά­ντη, που δεν εί­ναι άλ­λο α­πό “το χα­μέ­νο κέ­ντρο”. Ο προ­λο­γι­στής πα­ρα­τη­ρεί ό­τι η με­τα­στρο­φή του Λο­ρε­ντζά­του έ­γι­νε ξαφ­νι­κά και προ­σθέ­τει, “ί­σως ό­χι τό­σο ξαφ­νι­κά για τον ί­διο ό­σο για μας”. Κι ό­μως, η αρ­γή πο­ρεία της έ­χει α­φή­σει ί­χνη, τα ο­ποία, ό­ντας δη­μο­σιευ­μέ­να, συ­νι­στούν κομ­μά­τι α­πό “τον Πα­πα­δια­μά­ντη του Λο­ρε­ντζά­του”. Βρί­σκο­νται στα «Γράμ­μα­τα Σε­φέ­ρη-Λο­ρε­ντζά­του», τα ο­ποία ε­πι­με­λή­θη­κε ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος και μά­λι­στα, α­μέ­σως με­τά τα Άπα­ντα Πα­πα­δια­μά­ντη. Πρώ­το ί­χνος της, στην ε­πι­στο­λή της 18ης Απρι­λίου 1956, στην ο­ποία ο Λο­ρε­ντζά­τος σχο­λιά­ζει τη συλ­λο­γή του Σε­φέ­ρη «...Κύ­προν, ου μ’ ε­θέ­σπι­σεν...», που μό­λις εί­χε λά­βει. Ο Σε­φέ­ρης, στην α­πά­ντη­σή του, ε­πι­ση­μαί­νει την αλ­λα­γή και τον α­πο­κα­λεί “ο νέ­ος Ζή­σι­μος”. Σε δυο με­τα­γε­νέ­στε­ρες ε­πι­στο­λές τους, γί­νε­ται α­να­φο­ρά στον Πα­πα­δια­μά­ντη, με α­φορ­μή το πρώ­το κεί­με­νο του Λο­ρε­ντζά­του για ε­κεί­νον. Γρά­φει ο Σε­φέ­ρης: «Αυ­τές τις μέ­ρες διά­βα­σα στον Τα­χυ­δρό­μο τη συ­νει­σφο­ρά σου στον Πα­πα­δια­μά­ντη... χα­ρά που εί­δα έ­να γρα­φτό δι­κό σου. Θά ’λε­γα ί­σως και λύ­πη που δεν συ­νε­χί­στη­κε ο Σο­λω­μός· λέω ί­σως για­τί θυ­μά­μαι έ­ναν μα­θη­τή του μα­κα­ρί­τη Allain μνη­μο­νεύο­ντας το δά­σκα­λο ό­ταν μπή­κε στην τά­ξη και χω­ρίς να πει λέ­ξη έ­γρα­ψε στο μαυ­ρο­πί­να­κα: Πρέ­πει να παίρ­νου­με το μα­κρύ­τε­ρο δρό­μο – Πλά­των (δεν ξέ­ρω πού) – πή­ρες το μα­κρύ­τε­ρο δρό­μο – ο Θεός μα­ζί σου...» Ο Λο­ρε­ντζά­τος, α­πα­ντώ­ντας, ευ­χα­ρι­στεί, αλ­λά α­πο­φεύ­γει να κά­νει κά­ποια σχε­τι­κή νύ­ξη.
Ένα τρί­το πα­ρά­δειγ­μα του γρι­φώ­δους χα­ρα­κτή­ρα του προ­λο­γι­κού ση­μειώ­μα­τος συ­νι­στά η α­να­φο­ρά στην πα­λαιό­τε­ρη κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος πα­ρα­θέ­τει τις α­πό­ψεις δυο συγ­γρα­φέων, χω­ρίς α­να­φο­ρά ο­νο­μά­των, α­πο­δί­δο­ντάς τες, γε­νι­κώς και α­ο­ρί­στως, “στήν ε­πί­ση­μη γραμ­μα­το­λο­γι­κή κρί­ση”. Μέ­νει ζη­τού­με­νο ποιός και πό­τε ό­ρι­σε μια πα­ρό­μοια κρί­ση. Την ί­δια α­πο­ρία γεν­νά και η α­να­φο­ρά στο ε­πί­με­τρο “στους σο­βα­ρούς κρι­τι­κούς”. Αυ­τές οι μνείες, με την α­ο­ρι­στία τους, προ­σβάλ­λουν σύ­νο­λα πνευ­μα­τι­κών αν­θρώ­πων, χω­ρίς να προ­στα­τεύουν α­πό τους Ιε­ρο­σο­λυ­μί­τες συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα.
Στο τέ­λος του προ­λο­γι­κού ση­μειώ­μα­τος, πα­ρου­σιά­ζο­νται τα πε­ριε­χό­με­να του βι­βλίου. Η σει­ρά της πα­ρά­τα­ξης δεν εί­ναι η συ­νή­θης χρο­νο­λο­γι­κή. Προ­τάσ­σο­νται τα δυο δο­κί­μια, του 1961 και του 1985, έ­πε­ται το Νο 930 α­πό τα «Collectanea», το μο­να­δι­κό εξ ο­λο­κλή­ρου α­φιε­ρω­μέ­νο στον Πα­πα­δια­μά­ντη, και α­κο­λου­θεί έ­να μέ­ρος της με­λέ­της «Οι Ρω­μιές», του 1976 (τα δυο τε­λευ­ταία διέ­λα­θαν α­πό τον πί­να­κα πε­ριε­χο­μέ­νων). Σε δυο κε­φά­λαια, πα­ρα­τί­θε­νται οι α­πο­σπα­σμα­τι­κές μνη­μο­νεύ­σεις Πα­πα­δια­μά­ντη. Στο πρώ­το, οι 19 (και ό­χι 20, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στον πρό­λο­γο) μνείες α­πό τις τρί­το­μες «Με­λέ­τες», στο δεύ­τε­ρο οι 23 (ό­χι 22) υ­πο­λει­πό­με­νες μνείες α­πό τα «Collectanea». Ενώ, σε έ­να τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα ε­να­πο­μεί­να­ντα.
Η κα­τάρ­τι­ση του βι­βλίου δεί­χνει τη διά­θε­ση να γί­νει οι­κο­νο­μία σε­λί­δων. Από τα κεί­με­να αν­θο­λο­γού­νται α­πο­σπά­σμα­τα, τα ο­ποία δεν ση­μα­το­δο­τού­νται σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις με τις κα­θιε­ρω­μέ­νες τε­λί­τσες στα ση­μεία που α­πο­κό­πη­καν. Όσο α­φο­ρά τις «Με­λέ­τες», κα­τά κα­νό­να ε­πι­λέ­γο­νται α­κέ­ραιες πα­ρά­γρα­φοι. Υπάρ­χουν, ω­στό­σο, δυο πε­ρι­πτώ­σεις, ό­που οι φρά­σεις κό­βο­νται στη μέ­ση. Ού­τε καν χώ­ρος για ο­λό­κλη­ρη τη φρά­ση. Σαν να μην εν­δια­φέ­ρουν οι σκέ­ψεις που ξε­δι­πλώ­νει ο Λο­ρε­ντζά­τος και για την δια­τύ­πω­ση των ο­ποίων κα­τα­φεύ­γει σε μια φρά­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη ή σε μνη­μό­νευ­ση του ο­νό­μα­τός του. Κι ό­μως, πρό­κει­ται για ση­μα­ντι­κές πε­ρι­κο­πές, που θα ά­ξι­ζε να δια­βά­σει ο ση­με­ρι­νός α­να­γνώ­στης. Η μια α­να­φέ­ρε­ται στη σχέ­ση μας με την Ευ­ρώ­πη και η άλ­λη, στην πα­ραλ­λη­λία Πα­πα­δια­μά­ντη και Μα­κρυ­γιάν­νη, ό­σο α­φο­ρά την α­ξία του έρ­γου τους για τους κα­το­πι­νούς. Για τα «Collectanea», ό­που το κα­θέ­να α­πο­τε­λεί αυ­τό­νο­μο κεί­με­νο, σύ­ντο­μο μεν αλ­λά πε­ριε­κτι­κό, ο τε­μα­χι­σμός εί­ναι α­κό­μη πιο α­πρό­σφο­ρος. Τα 19 α­να­δη­μο­σιεύο­νται α­κέ­ραια. Από τα υ­πό­λοι­πα τέσ­σε­ρα ε­πι­λέ­γο­νται α­πο­σπά­σμα­τα. Εξ αυ­τών, στο πρώ­το α­φαι­ρεί­ται το τε­λευ­ταίο κομ­μά­τι, πε­ρί τα 2/3 του κει­μέ­νου, ό­που ε­ξαί­ρε­ται η μο­να­δι­κό­τη­τα της μη­τρι­κής γλώσ­σας, στο δεύ­τε­ρο, μι­κρό τμή­μα της αρ­χής, στο τρί­το, το αρ­χι­κό κομ­μά­τι, σχε­δόν το μι­σό του κει­μέ­νου, πε­ρί του πο­λι­τι­κά στρα­τευ­μέ­νου αν­θρώ­που, στο τέ­ταρ­το, το με­σαίο κομ­μά­τι, γύ­ρω α­πό τη σχέ­ση των ποιη­τών με το γά­μο.
Απο­μέ­νουν τα τέσ­σε­ρα προ­τασ­σό­με­να κεί­με­να, α­πό τα ο­ποία κυ­ρίως θα σχη­μα­τί­σει ο α­να­γνώ­στης ει­κό­να για τον Λο­ρε­ντζά­το. Ωστό­σο, και αυ­τά, συ­γκε­κρι­μέ­να το πρώ­το και το τέ­ταρ­το, α­να­δη­μο­σιεύο­νται με­τά φει­δούς σε­λί­δων. Το πρώ­το κεί­με­νο, του 1961, α­να­δη­μο­σιεύε­ται στην τε­λι­κή του μορ­φή, δια­φο­ρε­τι­κή α­πό ε­κεί­νη του άρ­θρου. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, έ­χουν προ­στε­θεί δώ­δε­κα σχε­τι­κά με­γά­λα κομ­μά­τια. Μπο­ρεί α­πα­ραί­τη­τα για τη με­τα­μόρ­φω­ση του άρ­θρου σε με­λέ­τη­μα, ω­στό­σο, με την πα­ρά­θε­σή τους, αμ­βλύ­νε­ται ο μα­χη­τι­κός τό­νος του άρ­θρου. Πι­στεύου­με πως θα έ­πρε­πε να δο­θεί και η πρώ­τη μορ­φή και μά­λι­στα, με το ση­μείω­μα της σύ­ντα­ξης του πε­ριο­δι­κού, που ε­πεί­χε θέ­ση προ­λό­γου. Ιδιαί­τε­ρα ση­μα­ντι­κό το ση­μείω­μα αυ­τό, α­πο­τυ­πώ­νει την α­νη­συ­χία των υ­πευ­θύ­νων του πε­ριο­δι­κού για τον “αι­ρε­τι­κό”, ό­πως τον α­πο­κα­λούν, χα­ρα­κτή­ρα του κει­μέ­νου του Λο­ρε­ντζά­του, τον ο­ποίον εί­χαν οι ί­διοι προ­σκα­λέ­σει “να τε­λέ­σει μνη­μό­συ­νο ό­χι φι­λο­λο­γι­κό αλ­λά πνευ­μα­τι­κό και ε­θνι­κό” για τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Θυ­μί­ζου­με ό­τι πρό­κει­ται για τον Γιώρ­γο και την Λέ­να Σαβ­βί­δη. Κα­θό­λου τυ­χαία πρό­σω­πα στον τό­τε «Τα­χυ­δρό­μο». Στο ση­μείω­μά τους, α­πο­κα­λούν τον Λο­ρε­ντζά­το, “έ­ναν α­πό τους πιο στο­χα­στι­κούς και δυ­στυ­χώς πιο ο­λι­γο­γρά­φους εκ­προ­σώ­πους της με­τα­πο­λε­μι­κής γε­νεάς”.
Όσο για το τέ­ταρ­το κεί­με­νο, την τε­τρα­με­ρή με­λέ­τη «Οι Ρω­μιές», α­να­δη­μο­σιεύο­νται το πρώ­το μέ­ρος και η αρ­χή του τέ­ταρ­του. Πι­στεύου­με ό­τι στο τέ­λος του πρώ­του μέ­ρους, που α­φο­ρά τις Ρω­μιές του Πα­πα­δια­μά­ντη, θα έ­πρε­πε να υ­πάρ­χει ση­μείω­ση με τα ο­νό­μα­τα των άλ­λων τριών λο­γο­τε­χνών, των ο­ποίων, τις Ρω­μιές, ο με­λε­τη­τής συ­μπα­ρα­τάσ­σει με ε­κεί­νες του Πα­πα­δια­μά­ντη. Του­τέ­στιν, Κα­βά­φης, Σι­κε­λια­νός, Χατ­ζής. Όσο για την πα­ρά­θε­ση των έ­ξι πρώ­των α­ρά­δων α­πό το τέ­ταρ­το μέ­ρος, ε­πει­δή σε αυ­τές α­να­φέ­ρε­ται ο Πα­πα­δια­μά­ντης, κα­λύ­πτουν μεν το φι­λο­λο­γι­κό στό­χο να αν­θο­λο­γη­θούν ό­λες οι α­να­φο­ρές στον Σκια­θί­τη, αλ­λά δί­νουν μια πρώ­τη γεύ­ση της Ρω­μιάς του Χατ­ζή, που έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι δεν συμ­φω­νεί με το πνεύ­μα του σχε­τι­κά ε­κτε­νούς τέ­ταρ­του μέ­ρους.
Και ερ­χό­μα­στε στο ε­πί­με­τρο, ό­που πα­ρου­σιά­ζε­ται ο Λο­ρε­ντζά­τος του Πα­πα­δια­μά­ντη. Όχι ό­πως θα τον πα­ρου­σία­ζε το η­με­ρο­λό­γιο του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου ως κα­θο­ρι­στι­κό συ­ντε­λε­στή ε­νός ση­μα­ντι­κού έρ­γου, αλ­λά, πιο φι­λό­δο­ξα, σαν ε­μπνευ­στή προ­σώ­πων. Ο Ζου­μπου­λά­κης δεν αρ­κεί­ται να δεί­ξει πό­τε εμ­φα­νί­στη­καν και ποιοι ή­ταν οι πρώ­τοι πι­στοί του, αλ­λά δί­νει ει­κό­να μιας λα­μπα­δη­δρο­μίας πε­νή­ντα χρό­νων για τη διά­δο­ση του λό­γου του. Για τη διή­γη­ση αυ­τής της μα­κριάς ι­στο­ρίας εκ­κι­νεί α­πό τις πρό­σφα­τες δια­πι­στώ­σεις δυο με­λε­τη­τριών σχε­τι­κά με την α­πή­χη­ση του πρώ­του άρ­θρου του Λο­ρε­ντζά­του, ε­κεί­νου του 1961. Δε­δο­μέ­νου ό­τι μα­γιά του ε­πί­με­τρου στά­θη­κε η πα­ρου­σία­ση του τό­μου «Ει­σα­γω­γή στην πε­ζο­γρα­φία του Πα­πα­δια­μά­ντη», που ε­πι­με­λή­θη­κε η Γ. Φα­ρί­νου –Μα­λα­μα­τά­ρη, προ­τάσ­σει τη δι­κή της ά­πο­ψη, ε­νώ ε­πι­κου­ρι­κά πα­ρα­θέ­τει και ε­κεί­νη της Σο­φίας Μπό­ρα, δια­τυ­πω­μέ­νη στη δι­δα­κτο­ρι­κή της δια­τρι­βή, α­νέκ­δο­τη μεν αλ­λά δια­δι­κτυα­κώς προ­σβά­σι­μη. Μό­νο που, ό­πως συμ­βαί­νει συ­χνά ό­ταν συ­νο­ψί­ζου­με ξέ­να κεί­με­να, η σύ­ντμη­ση και η λε­κτι­κή πα­ραλ­λα­γή μιας φρά­σης μπο­ρούν να ο­ξύ­νουν ή και να αμ­βλύ­νούν το νό­η­μα α­νά­λο­γα με τη διά­θε­ση του γρά­φο­ντα. Έτσι, α­πό τη γε­νι­κό­τε­ρα α­πο­δε­κτή θέ­ση ό­τι ο Λο­ρε­ντζά­τος, με το άρ­θρο του, ε­γκαι­νιά­ζει “μια δια­φο­ρε­τι­κή γραμ­μή α­να­γνώ­σεων στο πλαί­σιο της ορ­θό­δο­ξης πα­ρά­δο­σης, του­λά­χι­στον ό­πως αρ­χί­ζει (αυ­τή) να προσ­λαμ­βά­νε­ται α­πό εκ­πρό­σώ­πους της ελ­λη­νι­κής δια­νό­η­σης στο δεύ­τε­ρο μι­σό του 20ου αιώ­να”, προ­κύ­πτει ό­τι “η Ορθό­δο­ξη α­νά­γνω­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη ε­γκαι­νιά­ζε­ται το 1961”. Από­φαν­ση που δια­γρά­φει τους θρη­σκευό­με­νους και λοι­πούς πα­ρα­πλή­σιας α­ντί­λη­ψης του προ­η­γού­με­νου μι­σού αιώ­να. Αμέ­σως με­τά δί­νε­ται μια ε­ναλ­λα­κτι­κή, μάλ­λον κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή, δια­τύ­πω­ση: «Κα­νείς α­πό τους σο­βα­ρούς κρι­τι­κούς δεν σκέ­φτη­κε ή δεν εν­δια­φέρ­θη­κε πο­τέ να προ­βάλ­λει τον Πα­πα­δια­μά­ντη ως πνευ­μα­τι­κό ο­δη­γό για μια Ορθό­δο­ξη ζωή. Αυ­τό πράγ­μα­τι θα το προ­τεί­νει ο Λο­ρε­ντζά­τος με ε­κεί­νο το μα­χη­τι­κό κεί­με­νο του 1961.» Πι­στεύου­με ό­τι πρό­κει­ται για μια γε­νι­κευ­τι­κή ε­πί­τα­ση, που πα­ρα­βλέ­πει τις α­πο­χρώ­σεις, τό­σο ση­μα­ντι­κές στα κεί­με­να των λι­γο­στών ε­γκρα­τευ­τών στη γλώσ­σα μας, ό­πως και ο Λο­ρε­ντζά­τος. Εκεί­νος, πρώ­τα προ­βάλ­λει τον Πα­πα­δια­μά­ντη σαν πνευ­μα­τι­κό μας κε­φά­λαιο, με­τά α­να­φέ­ρει το πό­σο ση­μα­ντι­κή εί­ναι η σχέ­ση του αν­θρώ­που με κά­ποια πα­ρά­δο­ση, δί­νο­ντας πα­ρα­δείγ­μα­τα και άλ­λων πα­ρα­δό­σεων πλην της χρι­στια­νι­κής, ό­πως ε­κεί­νης που υ­πήρ­χε στους Δελ­φούς και την ο­ποία α­κο­λου­θού­σε ο Σω­κρά­της, και ύ­στε­ρα, κά­νει λό­γο, για τον Πα­πα­δια­μά­ντη ως πνευ­μα­τι­κό ο­δη­γό. Μα­κράν του Λο­ρε­ντζά­του βρί­σκε­ται έ­να κή­ρυγ­μα θρη­σκευ­τι­κής φύ­σης. Ίσως και να η­χεί α­κό­μη ε­ντός του η προ­ει­δο­ποίη­ση του Σε­φέ­ρη: “Ο κίν­δυ­νός σου εί­ναι ο θεω­ρη­τι­κός ιε­ρο­φά­ντης. Πρό­σε­ξε.”
Στη συ­νέ­χεια, ο Ζου­μπου­λά­κης α­να­φέ­ρει ε­πι­λε­κτι­κά τρεις με­λε­τη­τές (Φ. Κό­ντο­γλου, Τ. Κ. Πα­πα­τσώ­νης, Κ. Μπα­στιάς), που δια­τύ­πω­σαν πα­ρα­πλή­σιες α­πό­ψεις με ε­κεί­νες του Λο­ρε­ντζά­του, κα­τά το ε­πε­τεια­κό 1961 ή και νω­ρί­τε­ρα, ε­πι­ση­μαί­νο­ντας τα ση­μεία στα ο­ποία υ­στε­ρούν σε σχέ­ση με ε­κεί­νον. Εδώ, ό­πως και στην α­κό­λου­θη πρό­κρι­ση ό­σων έ­παι­ξαν ρό­λο λα­μπα­δη­φό­ρων, στη­ρί­ζε­ται στη ση­με­ρι­νή α­πο­τί­μη­ση των προ­σώ­πων, δια­φο­ρε­τι­κή ε­κεί­νης πα­λαιό­τε­ρων δε­κα­ε­τιών. Άρα η α­πά­ντη­ση στο ε­ρώ­τη­μα, “για­τί το κεί­με­νο του Λο­ρε­ντζά­του προ­κρί­θη­κε ως το ι­δρυ­τι­κό”, α­ντι­στοι­χεί σε μια τρέ­χου­σα ε­κτί­μη­ση προ­σώ­πων και φι­λο­λο­γι­κών α­ντι­λή­ψεων. Όσο α­φο­ρά το δεύ­τε­ρο ε­ρώ­τη­μα, “για­τί το 1961 να στα­θεί ση­μείο εκ­κί­νη­σης”, δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη ό­τι ο­φεί­λε­ται στο ρεύ­μα της θε­ο­λο­γίας του ’60, ό­πως αυ­τό εκ­φρά­στη­κε μέ­σα α­πό το τρι­μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό «Σύ­νο­ρο», που προέ­κυ­ψε το 1964 σαν συ­νέ­χεια της μη­νιαίας «Σκα­πά­νης», που εί­χε ξε­κι­νή­σει τρία χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Αυ­τήν την ι­στο­ρία την έ­χει διη­γη­θεί ο Χρή­στος Γιαν­να­ράς σε πο­λυ­σέ­λι­δη με­λέ­τη του, το 1992. Εκεί, σε έ­να κε­φά­λαιο πα­ρα­θέ­τει τα του Πα­πα­δια­μά­ντη και της “σχο­λής” του και στο ε­πό­με­νο, τα της δε­κα­ε­τίας του ’60. Δεν συν­δέει, ό­μως, αυ­τά τα δυο. Τη γέ­φυ­ρα, που ο­ρί­ζει τον Πα­πα­δια­μά­ντη ως “τη με­γά­λη σύγ­χρο­νη Ορθό­δο­ξη φυ­σιο­γνω­μία ε­κεί­νου του θε­ο­λο­γι­κού ρεύ­μα­τος”, την α­πο­κα­θι­στά, κα­τά τη γνώ­μη μας αυ­θαί­ρε­τα, ο Ζου­μπου­λά­κης. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο εν­θου­σια­σμός του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου με το άρ­θρο του Λο­ρε­ντζά­του και η με­τα­λα­μπά­δευ­σή του στον φί­λο του Γιαν­να­ρά, προ­η­γού­νται του πε­ριο­δι­κού και εν πολ­λοίς, ε­ξε­λίσ­σο­νται σε προ­σω­πι­κή βά­ση και α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό ε­κεί­νο.
Ο Ζου­μπου­λά­κης προ­χω­ρά και στη δε­κα­ε­τία του ’80 με “την έκ­πλη­ξη των νε­ορ­θό­δο­ξω­ν”, για να κα­τα­λή­ξει με “τους ση­με­ρι­νούς θια­σώ­τες της Ορθό­δο­ξης ερ­μη­νευ­τι­κής του Πα­πα­δια­μά­ντη”, πολ­λοί α­πό αυ­τούς “μα­θη­τές του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου”. Μό­νο που στη συ­νέ­χεια μάλ­λον α­ντι­φά­σκει. Υπο­στη­ρί­ζει μεν ό­τι ο Λο­ρε­ντζά­τος “δεν έ­μει­νε πι­στός στην α­κραία και ε­ντέ­λει α­διέ­ξο­δη θέ­ση που υ­πο­στή­ρι­ξε τό­τε”. Αλλά δεν διευ­κρι­νί­ζει σε τι θέ­σεις κα­τέ­λη­ξαν οι πι­στοί του, οι μα­θη­τές των πι­στών του, αλ­λά και οι θε­ο­λο­γι­κές ε­νώ­σεις ή ό­πως αλ­λιώς ο­νο­μά­ζο­νται, που ι­σχυ­ρί­στη­κε προ­η­γου­μέ­νως ό­τι συ­νε­χί­ζουν στη γραμ­μή των θε­ο­λό­γων του ’60 και των νε­ορ­θό­δο­ξων.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/1/2012.

Τζιυπριώτικα τραούδκια

Θε­ο­δό­σης Πυ­λα­ρι­νός
«Εν ει­να­λίη Κύ­πρω
έσ­σε­τ’ α­οι­δός
Με­λε­τή­μα­τα για
την κυ­πρια­κή λο­γο­τε­χνία»
Εκδό­σεις ΑΙ­ΠΕΙΑ
Αθή­να 2011

O Βασίλης Μιχαηλίδης
================


Στην Πέ­τρα του Ρω­μιού, μια υ­πέ­ρο­χη α­κτή της Πά­φου, λέ­γε­ται ό­τι γεν­νή­θη­κε η Αφρο­δί­τη η Κύ­πρι­δα. Εκτός, ό­μως, α­πό την Αφρο­δί­τη, οι Κύ­πριοι διεκ­δι­κούν και τον Όμη­ρο. Κα­τά τον Παυ­σα­νία, εί­ναι ο μυ­θι­κός ποιη­τής Εύ­κλος ε­κεί­νος που προ­φή­τε­ψε τη γέν­νη­ση του Ομή­ρου στο νη­σί α­πό κύ­πρια μά­να με το στί­χο, “Και τό­τ’ εν ει­να­λίη Κύ­πρω μέ­γας έσ­σε­τ’ α­οι­δός”. Ένας στί­χος, που τε­λι­κά δια­φεύ­γει του μύ­θου και α­ντα­να­κλά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ακό­μη κι αν α­φή­σου­με τον Όμη­ρο στην Ιω­νία και τις ε­πτά πό­λεις που ε­ρί­ζουν ως γε­νέ­τει­ρες, στη Με­γα­λό­νη­σο γεν­νή­θη­κε πλειά­δα ποιη­τών και μά­λι­στα, σε ό­λες τις πε­ριό­δους της ι­στο­ρίας της. Αυ­τήν την ποιη­τι­κή αν­θο­φο­ρία έρ­χε­ται να μας θυ­μί­σει το και­νού­ριο βι­βλίο του Θε­ο­δό­ση Πυ­λα­ρι­νού, στο ο­ποίο συ­γκε­ντρώ­νο­νται δε­κα­τέσ­σε­ρα με­λε­τή­μα­τά του. Δυο α­πό αυ­τά δη­μο­σιεύο­νται για πρώ­τη φο­ρά, ε­νώ τα υ­πό­λοι­πα έ­χουν δη­μο­σιευ­θεί ε­ντός της τε­λευ­ταίας πε­ντα­ε­τίας σε κυ­πρια­κά έ­ντυ­πα, πλην τριών που πα­ρου­σιά­στη­καν σε ελ­λα­δί­τι­κες εκ­δό­σεις. Γε­νι­κώς, τα βι­βλία γύ­ρω α­πό την κυ­πρια­κή λο­γο­τε­χνία εν­δια­φέ­ρουν εκ προοι­μίου και ως εί­δος εν α­νε­παρ­κεία. Εκτός αυ­τού, σύμ­φω­να με την ε­γκυ­κλο­παί­δεια Πά­πυ­ρος Larousse Britannica, η κυ­πρια­κή λο­γο­τε­χνία α­πο­τε­λεί α­να­πό­σπα­στο τμή­μα της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Θεω­ρεί­ται τό­σο α­να­πό­σπα­στο, ώ­στε να μην εν­σω­μα­τώ­νε­ται στο λήμ­μα Κύ­προς, αλ­λά να κα­τα­χω­ρεί­ται στο Ελλάς (Λο­γο­τε­χνία). Το ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον των με­λε­τη­μά­των του Πυ­λα­ρι­νού ο­φεί­λε­ται στο διε­ξο­δι­κό τρό­πο γρα­φής τους, χά­ρις στον ο­ποίο τα πρό­σω­πα της λο­γο­τε­χνίας δια­πλέ­κο­νται με την Ιστο­ρία. Κα­λύ­πτουν χρο­νι­κά σχε­δόν έ­ναν αιώ­να, ξε­κι­νώ­ντας με τον Βα­σί­λη Μι­χα­η­λί­δη, γεν­νη­μέ­νο το 1849, και κα­τα­λή­γο­ντας στον Κυ­ριά­κο Χα­ρα­λα­μπί­δη, γεν­νη­μέ­νο το 1940. Πρό­σθε­το δέ­λε­α­ρ, του­λά­χι­στον για μια με­ρί­δα α­να­γνω­στών, συ­νι­στά η εμ­μο­νή του με­λε­τη­τή στην α­να­δί­φη­ση του πα­λαιό­τε­ρου πε­ριο­δι­κού Τύ­που, ελ­λα­δι­κού και κυ­πρια­κού.
Η πα­ρά­τα­ξη των με­λε­τη­μά­των στο βι­βλίο α­κο­λου­θεί την χρο­νο­λο­γι­κή α­νέ­λι­ξη. Προ­τάσ­σο­νται δυο με­λε­τή­μα­τα για τον Μι­χα­η­λί­δη. Να θυ­μί­σου­με ό­τι στον ποιη­τή εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο και το φθι­νο­πω­ρι­νό τεύ­χος του κυ­πρια­κού πε­ριο­δι­κού «Νέα Επο­χή». Ο Μι­χα­η­λί­δης πλη­ροί το α­ξίω­μα που θέ­λει οι με­γά­λοι ποιη­τές να έ­χουν πρό­βλη­μα με τη γλώσ­σα. Με άλ­λα λό­για, τα ποιή­μα­τά τους να εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα της πά­λης μα­ζί της. Ο ί­διος χα­ρα­κτη­ρί­ζει ε­αυ­τόν “που­λί τραυ­λό στην γλώσ­σα”. Κι αυ­τό, ξε­κι­νώ­ντας, στο ποίη­μα «Τοις φί­λοις α­να­γνώ­σταις» της πρώ­της του συλ­λο­γής, ε­κεί­νης του 1882. Ο Πυ­λα­ρι­νός ε­πι­λέ­γει τον στί­χο για μό­το, κα­θώς το θέ­μα του εί­ναι “η πο­λύ­μορ­φη λο­γο­τε­χνι­κή γλώσ­σα” του ποιη­τή. Ο Μι­χα­η­λί­δης δεν έ­γρα­ψε μό­νο στην κυ­πρια­κή διά­λε­κτο, σε αυ­τήν ό­μως έ­δω­σε τα κα­λύ­τε­ρα ποιή­μα­τα, ε­κεί­να με τα ο­ποία και κα­τα­γρά­φτη­κε ως ο ε­θνι­κός ποιη­τής της Κύ­πρου. Εθνι­κός και χά­ρις στα πα­τριω­τι­κά του, με κο­ρυ­φαίο, «Η ε­νά­τη Ιου­λίου 1821 εν Λευ­κω­σία», που κα­τα­λή­γει, “Η Ρω­μηο­σύ­νη εν­νά χα­θεί, ό­ντας ο κό­σμος λεί­ψει!” Ήταν γραμ­μέ­νο για τον μυη­μέ­νο στη Φι­λι­κή Εται­ρεία Αρχιε­πί­σκο­πο Κύ­πρου Κυ­πρια­νό, τον ο­ποίο α­παγ­χό­νι­σαν οι Οθω­μα­νοί α­πό φό­βο μην και με­τα­δώ­σει τη φλό­γα της Επα­νά­στα­σης. Τις γλωσ­σι­κές δια­κυ­μάν­σεις του Μι­χα­η­λί­δη πα­ρα­κο­λου­θεί ο με­λε­τη­τής και στις δη­μο­σιεύ­σεις ποιη­μά­των του στις ε­φη­με­ρί­δες της Λε­με­σού. Από το χω­ριό Λευ­κό­νοι­κο της ε­παρ­χίας Αμμο­χώ­στου, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στη Λε­με­σό με­τά τις σπου­δές του στην Ιτα­λία και την ο­ρι­στι­κή ε­πι­στρο­φή του στο νη­σί. Το δεύ­τε­ρο με­λέ­τη­μα για τον ποιη­τή α­φο­ρά το ποίη­μά του, «Η Ανε­ρά­δα», δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1893 στην «Σάλ­πιγ­γα», ε­νυ­πό­γρα­φα, αλ­λά χω­ρίς τίτ­λο. Αντί τίτ­λου α­να­γρά­φε­ται «Ποίη­μα (Εις Κυ­πρια­κήν διά­λε­κτον)». Η ε­ξή­γη­ση αυ­τής της εκ πρώ­της ό­ψεως πα­ρά­δο­ξης α­πό­κρυ­ψης δί­νει την ευ­και­ρία να σχο­λια­στεί γε­νι­κό­τε­ρα η σχέ­ση των κύ­πριων λο­γίων της ε­πο­χής με την κυ­πρια­κή διά­λε­κτο.
Ακο­λου­θεί με­λέ­τη­μα για τον δεύ­τε­ρο με­γά­λο κύ­πριο ποιη­τή, τον Δη­μή­τρη Λι­πέρ­τη, κα­τά δε­κα­ε­πτά χρό­νια νεό­τε­ρο του Μι­χα­η­λί­δη. Από την κα­θα­ρεύου­σα ξε­κί­νη­σε, αλ­λά χά­ρις στα «Τζιυ­πριώ­τι­κα τρα­ούδ­κια», που ε­ξέ­δω­σε πε­νη­ντά­ρης πια, ε­κτι­μή­θη­κε. Ο Πυ­λα­ρι­νός δεν α­σχο­λεί­ται με την ποίη­σή του, αλ­λά με την ά­στορ­γη α­ντι­με­τώ­πι­ση που έ­τυ­χε α­πό το Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών. To 1900, o Λι­πέρ­της, α­φού εί­χε σπου­δά­σει σε Βη­ρυ­τό και Ιτα­λία, φι­λο­δό­ξη­σε να φοι­τή­σει στο “ε­θνι­κό κέ­ντρο”. Αν ό­χι στη Φι­λο­σο­φι­κή, ό­που πα­ρα­κο­λου­θού­σε πα­ρα­δό­σεις, του­λά­χι­στον στην Θε­ο­λο­γι­κή. Σύμ­φω­να με τα Πρα­κτι­κά Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής και Συ­γκλή­του, η αί­τη­σή του δις α­πορ­ρί­φθη­κε.
Στη συ­νέ­χεια, πα­ρα­τάσ­σο­νται τρία με­λε­τή­μα­τα ε­κτός ποίη­σης. Το πρώ­το στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τη γνω­ρι­μία του Παύ­λου Νιρ­βά­να με τον κύ­πριο λό­γιο Με­νέ­λαο Φρα­γκού­δη, διευ­θυ­ντή της μα­κρό­βιας ε­φη­με­ρί­δας της Λε­με­σού «Αλή­θεια». Με βά­ση την ει­δη­σε­ο­γρα­φία της ε­φη­με­ρί­δας, ο με­λε­τη­τής πε­ρι­γρά­φει τη γνω­ρι­μία τους το 1906, “κα­τά τον κα­τά­πλου του εύ­δρο­μου «Ναύαρ­χος Μια­ού­λης» στην Κύ­προ”, ε­νώ, με ε­κτε­νείς υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, σκια­γρα­φεί την τό­τε λο­γο­τε­χνι­κή κί­νη­ση στη Με­γα­λό­νη­σο. Σχε­δόν ο­μή­λι­κοι οι δυο συγ­γρα­φείς, με τις χρο­νι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες του βίου του Νιρ­βά­να να ταυ­τί­ζο­νται με ε­κεί­νες του Λι­πέρ­τη. Αμφό­τε­ροι γεν­νή­θη­καν το 1866 και α­πε­βίω­σαν το 1937. Το δεύ­τε­ρο σχο­λιά­ζει “την ι­διό­τυ­πη γλώσ­σα του Νί­κου Νι­κο­λαΐδη”. Το τρί­το α­φο­ρά τη γνω­ρι­μία δυο αν­δρών της Εκκλη­σίας, του μη­τρο­πο­λί­τη Κι­τίου Κυ­πρια­νού και του Αρχιε­πι­σκό­που Ζα­κύν­θου Διο­νυ­σίου Λά­τα.
Το εν­δια­φέ­ρον κερ­δί­ζει το με­λέ­τη­μα για την πρώ­τη με­γά­λη παι­δα­γω­γό της Λε­με­σού, την πρώ­τη Λα­ο­γρά­φο του ευ­ρύ­τε­ρου ελ­λη­νι­κού χώ­ρου και την πρώ­τη λο­γο­τέ­χνι­δα της Κύ­πρου, κα­τα­πώς την συ­στή­νει ο Πυ­λα­ρι­νός. Πρό­κει­ται για την Πο­λυ­ξέ­νη Λοϊζιά­δα, λο­γία και ποιή­τρια, που πα­ρα­λεί­πε­ται στις ελ­λα­δί­τι­κες γραμ­μα­το­λο­γίες και ε­γκυ­κλο­παί­δειες. Την τι­μά, ω­στό­σο, το ελ­λα­δί­τι­κο κί­νη­μα για την χει­ρα­φέ­τη­ση της γυ­ναί­κας. Ενώ, η Ει­ρή­νη Ρι­ζά­κη, στη με­λέ­τη της «Οι “γρά­φου­σες” Ελλη­νί­δες», α­να­φέ­ρει το δρα­μα­τι­κόν ει­δύλ­λιον, «Η δού­λη Κύ­προς», που η Λοϊζιάς ε­ξέ­δω­σε το 1890. Στο βι­βλίο δη­μο­σιεύο­νται ε­πι­στο­λές της, στις ο­ποίες προ­βάλ­λει η προ­σω­πι­κό­τη­τά της, ε­νώ δί­νε­ται και μια ει­κό­να της πο­λύ­πλευ­ρης δρά­σης της. Επί­σης, ι­χνη­λα­τεί­ται η πα­ρου­σία της στην «Εφη­με­ρί­δα των Κυ­ριών» της σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κής της Καλ­λι­ρό­ης Παρ­ρέν.
Με ε­ξαί­ρε­ση τα δυο κα­τα­λη­κτι­κά με­λε­τή­μα­τα για τους ποιη­τές Ανδρέα Πα­στελ­λά και Κυ­ριά­κο Χα­ρα­λα­μπί­δη, τα ε­να­πο­μεί­να­ντα εί­ναι α­πο­θη­σαυ­ρί­σμα­τα α­πό «Το Πε­ριο­δι­κόν της Με­γά­λης Ελλη­νι­κής Εγκυ­κλο­παι­δείας». Γί­νο­νται με γνώ­μο­να τις ι­χνη­λα­σίες κύ­πριων ποιη­τώ­ν: των ο­μή­λι­κων Τεύ­κρου Ανθία και Παύ­λου Κρι­ναίου, του α­ρι­στε­ρού α­γω­νι­στή Θε­ο­δό­ση Πιε­ρί­δη και άλ­λων συγ­γρα­φέων γνω­στών στην ε­πο­χή τους. Εν κα­τα­κλεί­δι, ε­πει­δή η σά­τι­ρα στά­θη­κε το ά­λας πα­λαιό­τε­ρων ε­ντύ­πων, ξε­χω­ρί­ζου­με το με­λέ­τη­μα για το πε­ριο­δι­κό «Μα­στί­γιον», που εκ­δι­δό­ταν στην Λευ­κω­σία ε­πί μια ει­κο­σα­ε­τία, 1911-1930, και ε­ξέ­πνευ­σε με­τά του δη­μιουρ­γού του. Πα­ρα­μέ­νο­ντας αν­θη­ρό, θα μπο­ρού­σε η έκ­δο­σή του να συ­νε­χι­στεί, αλ­λά, ό­πως τα πε­ρισ­σό­τε­ρα πε­ριο­δι­κά, κυ­ρίως τα σα­τι­ρι­κά, ή­ταν έρ­γο ε­νός αν­δρός, του ποιη­τή Ιωάν­νη Περ­δίου. Γεν­νιέ­ται, πά­ντως, σε ε­μάς η α­πο­ρία, για­τί έ­νας ελ­λα­δί­της κα­θη­γη­τής του Ιό­νιου Πα­νε­πι­στή­μιου, ό­πως ο Πυ­λα­ρι­νός, δεν κα­τα­πιά­νε­ται με τα ουκ ο­λί­γα σα­τι­ρι­κά έ­ντυ­πα της Επτα­νή­σου και προ­τι­μά ε­κεί­να της Κύ­πρου. Όπως και να έ­χει, το βι­βλίο εί­ναι έ­να α­πό τα πρώ­τα των εκ­δό­σεων, που ξε­κί­νη­σε το Σπί­τι της Κύ­πρου σε συ­νερ­γα­σία με τις εκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος και χο­ρη­γό την Εται­ρεία Φί­λων του Σπι­τιού της Κύ­πρου. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με τις α­δυ­να­μίες στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση, πρό­κει­ται για μια πο­λύ κα­λή τυ­πο­τε­χνι­κά έκ­δο­ση.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/1/2012.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Έρωτες της μιας νύχτας

Vivant Denon
«Χω­ρίς ε­παύ­ριον»
Με­τά­φρα­ση Ανδρέ­ας Στάϊκος
Με­τά­φρα­ση ει­σα­γω­γι­κών κει­μέ­νων
και ε­πί­με­τρου Ιωάν­να Λεκ­κά­κου
Εκδό­σεις Άγρα
Νοέμ­βριος 2011
Σελ. 169

Υπάρ­χουν πολ­λών ει­δών έ­ρω­τες. Στο έ­να ά­κρο βρί­σκο­νται οι μα­κρο­χρό­νιοι, με α­πο­δυ­να­μω­μέ­νο το ε­ρω­τι­κό πά­θος, και στο άλ­λο οι έ­ρω­τες της μίας νύ­χτας, με το πά­θος να πε­ρισ­σεύει. Για δια­φο­ρε­τι­κούς λό­γους, και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις η α­βρό­τη­τα υ­πο­χω­ρεί και οι λε­πτο­μέ­ρειες στην καλ­λιέρ­γεια της σα­γή­νης, που προ­η­γεί­ται της α­πό­λαυ­σης, πα­ρα­με­ρί­ζο­νται. Τις α­πώ­λειες σε η­δο­νή των ε­ρα­στών τις θυ­μί­ζει αυ­τή η ε­ξαί­σια νου­βέ­λα η­λι­κίας κο­ντά δυό­μι­σι αιώ­νων και έ­κτα­σης πε­ρί τις τριά­ντα σε­λί­δες. Αν α­πα­λει­φθούν οι τίτ­λοι ευ­γε­νείας των η­ρώων, θα μπο­ρού­σε να εί­χε γρα­φτεί σή­με­ρα α­πό κά­ποιον, στον ο­ποίο να ται­ριά­ζει το πα­ρω­νύ­μιο Φαύ­νος, που α­πέ­δι­δαν στον συγ­γρα­φέα της νου­βέ­λας οι κυ­ρίες της Αυ­λής των Λου­δο­βί­κων, ό­λες, α­νε­ξαι­ρέ­τως η­λι­κίας, θύ­μα­τα της γο­η­τείας του. Αν και μια σύγ­χρο­νη εκ­δο­χή, πι­θα­νώς, να μην α­κο­λου­θού­σε τις δυο πα­ραλ­λα­γές- την πρώ­τη του 1777 και την δεύ­τε­ρη του 1812- που α­να­δη­μο­σιεύο­νται στον τό­μο, αλ­λά να α­πέ­κλι­νε προς τις εν­διά­με­σες ε­πα­να­γρα­φές, που χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν πιο ε­λευ­θε­ριά­ζου­σες.
Η νου­βέ­λα μας θύ­μι­σε έ­να γκρά­φι­τι σε τοί­χο των Εξαρ­χείω­ν: «Ο ρό­λος του έ­ρω­τα εί­ναι να ε­πι­νο­εί την α­νοι­κειό­τη­τα μι­κρή μου.» Αυ­τό, α­κρι­βώς, ε­πι­τυγ­χά­νουν οι ε­ρα­στές της νου­βέ­λας. Μό­νο που γι’ αυ­τήν την αλ­χη­μεία, α­παι­τεί­ται ο έ­νας να παί­ζει το ρό­λο του μύ­στη. Με άλ­λα λό­για, να υ­πάρ­χει δια­φο­ρά η­λι­κίας α­νά­με­σα στους δυο, ό­πως υ­πο­νο­εί η τρυ­φε­ρή ε­πω­δός του γκρά­φι­τι και ό­πως συμ­βαί­νει στη νου­βέ­λα. Εκεί, ό­μως, κα­τ’ α­ντι­στρο­φή, α­φού ε­κεί­νη εί­ναι μια κυ­ρία κά­ποιας η­λι­κίας και ε­κεί­νος μό­λις ει­κο­σα­ε­τής. Σή­με­ρα, που ό­χι μό­νο οι ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις αλ­λά και οι εκ­φρά­σεις έ­χουν χά­σει την α­βρό­τη­τά τους, τη σχέ­ση των δυο ε­ρα­στών της νου­βέ­λας θα την α­πο­κα­λού­σα­με λα­θρο­γα­μία και δη, στο γό­να­το, α­φού και οι δυο εί­ναι δε­σμευ­μέ­νοι. Εκεί­νη, μά­λι­στα, δι­πλά, έ­χο­ντας σύ­ζυ­γο και ε­ρα­στή. Ενώ, ε­κεί­νος εί­ναι ε­ρω­τευ­μέ­νος με μια κυ­ρία της α­ρι­στο­κρα­τίας, ε­πί­σης δι­πλά δε­σμευ­μέ­νη, α­φού δια­τη­ρεί, πλην του νε­α­ρού, δε­σμό με δυο ε­ρα­στές. Στη νου­βέ­λα, η γυ­ναί­κα πε­ρι­γρά­φε­ται πλα­νεύ­τρα α­πό τη φύ­ση της και πρω­τέ­ας στην αλ­λα­γή των προ­σω­πείων, σκη­νο­θέ­τις μιας συ­νεύ­ρε­σης, που εί­ναι η α­πο­θέω­ση του αι­σθη­σια­σμού. Στη με­τα­φε­μι­νί­ζου­σα ε­πο­χή, οι α­ντί­στοι­χες κυ­ρίες με κοι­νω­νι­κό κύ­ρος - λ.χ., μια γιά­πισ­σα- μπο­ρεί να εμ­φα­νί­ζουν πα­ρα­πλή­σια συ­μπε­ρι­φο­ρά, μό­νο που τον έ­ρω­τα, ό­πως και τα λοι­πά του βίου, α­πλώς τα δια­χει­ρί­ζο­νται, χω­ρίς ι­διαί­τε­ρη φα­ντα­σία. Και μό­νο, λοι­πόν, γι’ αυ­τό το λό­γο, η νου­βέ­λα συ­νι­στά έ­να μο­να­δι­κό δώ­ρο για τις κυ­ρίες της καρ­διάς σας, μή­πως και ε­πα­να­κτή­σουν τον αι­σθη­σια­σμό, που α­πο­στέ­γνω­σαν τρέ­χο­ντα μπε­στ σέ­λερ και δια­χει­ρι­ζό­με­νες σχέ­σεις.
Πα­ρα­πλα­νη­τι­κός ο ελ­λη­νι­κός τίτ­λος του βι­βλίου, θα τις θέλ­ξει, κα­θώς ται­ριά­ζει σε δρα­μα­τι­κά ρο­μά­ντσα για μοι­ραίους έ­ρω­τες, ε­ξαρ­χής κα­τα­δι­κα­σμέ­νους, α­λά Ρω­μαίος και Ιου­λιέ­τα. Και μά­λι­στα, ρο­μά­ντσα ε­πο­χής, χά­ρις στη λό­για ε­πί­φα­ση, που προσ­δί­δει ε­κεί­νο το ε­παύ­ριον έ­να­ντι του αύ­ριο. Ένας ω­ραίος τίτ­λος, που συμ­φω­νεί και με τον α­ντί­στοι­χο αγ­γλι­κό, αλ­λά ί­σως και να προ­δί­δει το πνεύ­μα του πρω­τό­τυ­που τίτ­λου, ο ο­ποίος βρί­σκε­ται σε αρ­μο­νία με το μύ­θο της νου­βέ­λας. Πώς, ό­μως, να α­πο­δο­θεί στη γλώσ­σα μας το «Point de lendemain»; Πά­ντως, στον τίτ­λο του πρω­τό­τυ­που, που α­ντα­να­κλά την κα­τα­κλεί­δα της ι­στο­ρίας, δεν υ­πάρ­χει η δυ­στυ­χία ε­νός ο­ρι­στι­κού α­πο­χαι­ρε­τι­σμού. Άλλω­στε, στη δεύ­τε­ρη εκ­δο­χή της νου­βέ­λας, ό­ταν η κυ­ρία α­πο­χαι­ρε­τά τον νε­α­ρό ε­ρα­στή ε­κεί­νης της νύ­χτας, δεν προ­σθέ­τει το με­λο­δρα­μα­τι­κό “για πά­ντα” της πρώ­της γρα­φής. Επί­σης, ας μην λη­σμο­νού­με, ό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν ει­κο­σά­ρη, έμ­μο­να προ­σκολ­λη­μέ­νο σε μια άλ­λη κυ­ρία, ο ο­ποίος, ω­στό­σο, την προ­η­γού­με­νη νύ­χτα, γνώ­ρι­σε την η­δο­νή των αι­σθή­σεων. Εκεί­νο, λοι­πόν, που τον α­πα­σχο­λεί στο τα­ξί­δι της ε­πι­στρο­φής, εί­ναι το δί­δαγ­μα αυ­τής της ε­μπει­ρίας, που του έ­δει­ξε ό­τι η ου­σία εί­ναι η η­δο­νή και μά­λι­στα, ό­ταν εί­ναι α­πηλ­λαγ­μέ­νη α­πό τον ψυ­χα­να­γκα­σμό του έ­ρω­τα. Αυ­τό το εκ της πεί­ρας μά­θη­μα θα εί­ναι το ε­πό­με­νο ση­μείο των ε­ρω­τι­κών του α­να­ζη­τή­σεων.
Ποιος, ό­μως, εί­ναι ο συγ­γρα­φέ­ας αυ­τής της πε­ριώ­νυ­μης στα γαλ­λι­κά γράμ­μα­τα νου­βέ­λας, που ο γνω­στός γάλ­λος κρι­τι­κός Σαι­ντ-Μπε­β, στα «Λο­γο­τε­χνι­κά Πορ­τραί­τα» του, την χα­ρα­κτη­ρί­ζει το μο­να­δι­κό πραγ­μα­τι­κά κομ­ψό δείγ­μα στο εί­δος του ε­ρω­το­γρα­φή­μα­τος; Για δε­κα­ε­τίες οι γνώ­μες δι­χά­ζο­νταν. Άλλοι την α­πέ­δι­δαν στον Κλω­ντ Ζο­σέφ Ντο­ρά και άλ­λοι στον Ντο­μι­νίκ Βι­βάν ντε Νον ή και Ντε­νόν. Το ε­ρώ­τη­μα α­πα­ντή­θη­κε ο­ρι­στι­κά, το 1864, με την λε­πτο­με­ρή ε­ξέ­τα­ση του ι­στο­ρι­κού των πρώ­των εκ­δό­σεων. Στην πρό­σφα­τη ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση, δί­νο­νται οι σχε­τι­κές πλη­ρο­φο­ρίες και μά­λι­στα, πολ­λα­πλώς, κα­θώς, ε­κτός α­πό τις ση­μειώ­σεις, α­να­δη­μο­σιεύο­νται δυο πρό­λο­γοι α­πό γαλ­λι­κές εκ­δό­σεις της νου­βέ­λας κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­πε­ντα­ε­τία, του συγ­γρα­φέα Ζου­λιέν Σε­ντρές και του με­λε­τη­τή των ι­δεών του 18ου αιώ­να, Μι­σέλ Ντε­λόν. Επί­σης, ως ε­πί­με­τρο, προ­στί­θε­νται κεί­με­να των Ανα­τόλ Φρα­νς και Μί­λαν Κού­ντε­ρα, κα­θώς και χρο­νο­λό­γιο. Εξ ό­λων αυ­τών συ­νά­γε­ται ό­τι συγ­γρα­φέ­ας της νου­βέ­λας εί­ναι ο Ντε­νόν. Μό­νο που τα αλ­λη­λο­κα­λυ­πτό­με­να στοι­χεία δη­μιουρ­γούν την υ­πό­νοια ό­τι ο πρε­σβύ­τε­ρός του και φί­λος του Ντο­ρά μπο­ρεί και να την σφε­τε­ρί­στη­κε.
Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, η νου­βέ­λα δη­μο­σιεύ­τη­κε για πρώ­τη φο­ρά το 1777, υ­πο­γε­γραμ­μέ­νη με τα αρ­χι­κά του Ντε­νόν, στην πα­ρι­σι­νή μη­νιαία «Εφη­με­ρί­δα των Κυ­ριών», που ε­ξέ­δι­δε μια κυ­ρία, στης ο­ποίας το λο­γο­τε­χνι­κό σα­λό­νι σύ­χνα­ζε ο Ντε­νόν. Αρχι­συ­ντά­κτης ή­ταν ο Ντο­ρά, ο ο­ποίος και ση­μειώ­νει προ­λο­γι­κά ό­τι η ι­στο­ρία του φά­νη­κε πνευ­μα­τώ­δης και πρω­τό­τυ­πη, γι’ αυ­τό και την συ­μπε­ριέ­λα­βε. Την ξα­να­τύ­πω­σε ο ί­διος ο Ντο­ρά, το 1780, σε δί­το­μα α­νά­λε­κτα έρ­γων δι­κών του και άλ­λων λο­γίων, ό­λα δη­μο­σιευ­μέ­να στην «Εφη­με­ρί­δα των Κυ­ριών». Εκεί, η νου­βέ­λα δεν φέ­ρει υ­πο­γρα­φή. Πι­θα­νώς για­τί τα αρ­χι­κά της πρώ­της υ­πο­γρα­φής, M.D.G.O.D.R., του­τέ­στιν M. Denon Gentilhomme Ordinaire du Roi, δεν άρ­μο­ζαν στο δι­πλω­μα­τι­κό πό­στο, που ο Ντε­νόν εί­χε εν­δια­μέ­σως ε­ξα­σφα­λί­σει στην Ιτα­λία. Το ί­διο έ­τος, ό­μως, η νου­βέ­λα ξα­να­τυ­πώ­θη­κε στα Άπα­ντα του Ντο­ρά. Μό­νο που, αυ­τή τη φο­ρά, δεν εί­χε ε­κεί­νος την πρω­το­βου­λία, α­φού εί­χε στο με­τα­ξύ – συ­γκε­κρι­μέ­να, στις 29 Απρι­λίου - α­πο­δη­μή­σει. Η πρω­το­βου­λία κα­θώς και η ε­πι­μέ­λεια α­νή­κουν σε έ­ναν συγ­γε­νή του, στον ο­ποίο φαί­νε­ται να ο­φεί­λε­ται και η έκ­δο­ση του 1802, και πά­λι σε τό­μο με έρ­γα του Ντο­ρά. Θα πρέ­πει, ε­δώ να α­να­φερ­θεί, ό­τι ο Ντο­ρά ή­ταν έ­νας μάλ­λον μέ­τριος θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας και πε­ζο­γρά­φος, που φρό­ντι­ζε ό­μως ι­διαί­τε­ρα τα της προ­βο­λής του. Όπως φαί­νε­ται, ο Ντε­νόν α­δια­φό­ρη­σε για το πρώ­το τύ­πω­μα της νου­βέ­λας του, ό­ντας πο­λύ α­πα­σχο­λη­μέ­νος με την ε­παγ­γελ­μα­τι­κή του στα­διο­δρο­μία. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, μαρ­τυ­ρία, ό­τι την έκ­δο­ση της δεύ­τε­ρης εκ­δο­χής της νου­βέ­λας, του 1812, και πά­λι α­νώ­νυ­μη, την ε­πι­με­λή­θη­κε ο ί­διος. Σύμ­φω­να με μαρ­τυ­ρίες, με­τα­ξύ αυ­τών και του Μπαλ­ζά­κ, στη διάρ­κεια ε­νός πρι­γκι­πι­κού δεί­πνου, ό­ταν ήρ­θε η συ­ζή­τη­ση στο α­νε­ξάν­τλη­το θέ­μα της γυ­ναι­κείας πα­νουρ­γίας, ο Ντε­νόν α­φη­γή­θη­κε την ι­στο­ρία, γο­η­τεύο­ντας το α­κρο­α­τή­ριό του. Έσπευ­σε, μά­λι­στα, την ε­παύ­ριον του δεί­πνου, να την τυ­πώ­σει σε βι­βλιά­ριο για να έ­χει την ευ­χα­ρί­στη­ση να την προ­σφέ­ρει με­τά α­φιε­ρώ­σεως στην ο­λι­γο­με­λή και ε­κλε­κτή ο­μή­γυ­ρη ε­κεί­νου του δεί­πνου. Ει­κά­ζε­ται ό­τι τυ­πώ­θη­καν 25 με 30 α­ντί­τυ­πα. Εκεί­νο, πά­ντως, που κα­τα­τέ­θη­κε στην Αυ­το­κρα­το­ρι­κή Βι­βλιο­θή­κη, φέ­ρει, κά­τω α­πό το α­πο­στο­λι­κό α­πό­φθεγ­μα, “το γαρ γράμ­μα α­πο­κτέν­νει, το δε πνεύ­μα ζωο­ποιεί”, που προ­στέ­θη­κε ως μό­το, υ­πο­γρα­φή με τα αρ­χι­κά του ο­νό­μα­τός του.
Το μό­νο σί­γου­ρο για τον α­ναμ­φί­βο­λα πο­λυ­τά­λα­ντο αλ­λά και πο­λύ ά­σχη­μο, του­λά­χι­στον κα­τά τη θη­λυ­κή ε­τυ­μη­γο­ρία της ε­πο­χής του, Ντε­νόν εί­ναι ό­τι ή­ταν έ­νας πνευ­μα­τώ­δης συ­ζη­τη­τής, που γνώ­ρι­ζε το πως να γο­η­τεύει τους άλ­λους, α­νε­ξαρ­τή­τως φύ­λου και κοι­νω­νι­κής τά­ξης. Προ πα­ντός, τους ευ­γε­νείς και τους α­ξιω­μα­τού­χους, πα­ρό­τι προ­ερ­χό­ταν α­πό την ε­κτός Πα­ρι­σιού ευ­κα­τά­στα­τη αλ­λά χα­μη­λό­βαθ­μη α­ρι­στο­κρα­τία. Χά­ρις στους κομ­ψούς και θελ­κτι­κούς του τρό­πους ε­πέ­πλευ­σε στην γαλ­λι­κή α­ρι­στο­κρα­τία πα­ρα­πά­νω α­πό μι­σό, ι­διαί­τε­ρα τα­ρα­χώ­δη, αιώ­να. Από το 1769, σε η­λι­κία εί­κο­σι δυο ε­τών, που κά­νει το ντε­μπού­το του στην Αυ­λή του Λου­δο­βί­κου ΙΕ΄ μέ­χρι το 1825, που πε­θαί­νει ως έ­νας τι­μη­μέ­νος πρε­σβύ­της στην Αυ­λή του Κά­ρο­λο Ι΄. Ως χα­ρά­κτης συ­στή­νε­ται στον πρώ­το Λου­δο­βί­κο, ως δι­πλω­μά­της πε­ρι­φέ­ρε­ται στην Ευ­ρώ­πη, α­πό την Ρω­σία στην Ελβε­τία και την Ιτα­λία, ε­πί βα­σι­λείας του ε­πό­με­νου Λου­δο­βί­κου, του Ι­ΣΤ΄, ως καλ­λι­τέ­χνης και ε­πι­στή­μο­νας, ό­χι μό­νο ε­πι­βιώ­νει, αλ­λά και προο­δεύει στα χρό­νια της Γαλ­λι­κής Επα­νά­στα­σης. Υπό την προ­στα­σία του Ρο­βε­σπιέ­ρου γί­νε­ται χα­ρά­κτης της Δη­μο­κρα­τίας, ως σύ­ντρο­φος του Μπα­ράς κυ­κλο­φο­ρεί στα γαλ­λι­κά σα­λό­νια την πε­ρίο­δο του Διευ­θυ­ντη­ρίου, δεν κα­τα­πο­ντί­ζε­ται ό­μως με­τ’ αυ­τού, α­φού βρί­σκε­ται ή­δη υ­πό την προ­στα­σία του Να­πο­λέ­ο­ντα. Τό­τε, σε η­λι­κία πε­νή­ντα ε­τών, ξε­κι­νά το κύ­ριο και λα­μπρό­τε­ρο στά­διο της ζωής του. Ακο­λου­θεί τον Να­πο­λέ­ο­ντα στην εκ­στρα­τεία του στην Αί­γυ­πτο, κο­μί­ζο­ντας σχέ­δια και ε­κα­το­ντά­δες χα­ρα­κτι­κά, τα ο­ποία και ει­κο­νο­γρα­φούν την α­νι­στό­ρη­ση του «Τα­ξι­διού στην Κά­τω και Άνω Αί­γυ­πτο». Πρό­κει­ται για έ­να βι­βλίο, που κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1802 και προ­κά­λε­σε αί­σθη­ση στην τα­ραγ­μέ­νη Ευ­ρώ­πη. Πρώ­τος αι­γυ­πτιο­λό­γος ο βα­ρώ­νος πλέ­ον Ντε­νόν, γί­νε­ται ο πρώ­τος διευ­θυ­ντής του Κε­ντρι­κού Μου­σείου των Τε­χνών, το ο­ποίο, το 1803, με­το­νο­μά­ζε­ται σε Μου­σείο Να­πο­λέ­ο­ντος. Το 1770, ο Λου­δο­βί­κος ΙΕ΄ τον εί­χε το­πο­θε­τή­σει φύ­λα­κα της συλ­λο­γής πο­λύ­τι­μων λί­θων της κυ­ρίας ντε Πο­μπα­ντού­ρ, τριά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, α­πα­ξά­πα­ντες οι καλ­λι­τε­χνι­κοί θη­σαυ­ροί της χώ­ρας βρί­σκο­νται στη δι­καιο­δο­σία του. Κι ε­κεί­νος, ό­χι μό­νο τους φυ­λάσ­σει, αλ­λά με ζή­λο τους πολ­λα­πλα­σιά­ζει. Ακο­λου­θεί τον Να­πο­λέ­ο­ντα στις εκ­στρα­τείες του σε Ιτα­λία, Γερ­μα­νία, Αυ­στρία, Ισπα­νία, κα­τα­γρά­φο­ντας ε­πί τό­που τα έρ­γα τέ­χνης, τα ο­ποία ε­πι­τάσ­σο­νται και λα­φυ­ρα­γω­γού­νται. Το 1814, ό­ταν το Μου­σείο Να­πο­λέ­ο­ντος με­το­νο­μά­ζε­ται σε Βα­σι­λι­κό Μου­σείο και το Συ­νέ­δριο της Βιέν­νης α­πο­φα­σί­ζει την ε­πι­στρο­φή των έρ­γων τέ­χνης, ο Ντε­νόν πα­ραι­τεί­ται. Ο Σε­ντρές, προ­λο­γί­ζο­ντας την πρώ­τη έκ­δο­ση του 21ου αιώ­να, τον α­πο­κα­λεί λω­πο­δύ­τη. Υπάρ­χει, ό­μως, και η ά­πο­ψη ό­τι μόχ­θη­σε για έ­να με­γά­λο μου­σείο τέ­χνης α­ντά­ξιο ο­λό­κλη­ρης της Ευ­ρώ­πης, ό­που θα φυ­λάσ­σο­νταν και οι θη­σαυ­ροί των άλ­λων η­πεί­ρων, προ­στα­τευ­μέ­νοι α­πό τις το­πι­κές συ­γκρού­σεις. Το 1870, που πή­ρε τε­λι­κά το ό­νο­μα Εθνι­κό Μου­σείο του Λού­βρου, ή­ταν κα­τά πο­λύ φτω­χό­τε­ρο.
Επει­δή, στην Ελλά­δα, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα γί­νο­νται α­προ­γραμ­μά­τι­στα και λί­γο τυ­χαία, α­ντί να γνω­ρί­σου­με τον Ντε­νόν α­πό τα πε­ρί Τέ­χνης βι­βλία του, μας συ­στή­νε­ται με το έ­να και μο­να­δι­κό λο­γο­τε­χνι­κό του πά­ρερ­γο. Τη νου­βέ­λα, που το βά­θος του μύ­θου της εί­ναι πραγ­μα­τι­κό, ό­πως βε­βαιώ­νει ο Ντο­ρά στο ει­σα­γω­γι­κό μό­το της πρώ­της δη­μο­σίευ­σής της στο πε­ριο­δι­κό που διευ­θύ­νει. Τι, α­κρι­βώς, εν­νο­εί; Πως μπο­ρεί να εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό μια α­λη­θι­νή ι­στο­ρία ή ό­τι α­ντα­να­κλά μια τρέ­χου­σα σε ε­κεί­νη την ε­πο­χή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα; Πά­ντως, ο Ντε­νόν, ό­ταν δεν βρι­σκό­ταν υ­πό την προ­στα­σία ι­σχυ­ρών αν­δρών, κα­τέ­φευ­γε στα σα­λό­νια κυ­ριών, κο­σμι­κών ή λο­γίων, ή, στις ευ­τυ­χείς πε­ρι­πτώ­σεις, κο­σμι­κών λο­γίων ό­πως η Κερ­κυ­ραία Ισα­βέλ­λα Θε­ο­τό­κη, με­τέ­πει­τα κό­μισ­σα Αλμπρί­τσι. Η ε­ρω­τι­κή τους σχέ­ση ξε­κί­νη­σε ταυ­τό­χρο­να με την Επα­νά­στα­ση και χά­ρις σε αυ­τήν, ό­ταν βρέ­θη­κε α­πο­κομ­μέ­νος στη Βε­νε­τία. Σα­ρα­ντά­ρης ε­κεί­νος, ού­τε τριά­ντα η Ισα­βέλ­λα. Πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­μως, εν­δια­φέ­ρου­σα εί­ναι μια άλ­λη ε­ρω­τι­κή ι­στο­ρία της Ισα­βέλ­λας, λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με έ­ναν άλ­λο συγ­γρα­φέα, τό­τε α­κό­μη έ­φη­βο, τον Ού­γκο Φώ­σκο­λο. Εκεί­νη η ι­στο­ρία θυ­μί­ζει τη νου­βέ­λα. Ήταν χω­ρίς ε­παύ­ριον, ό­χι, ό­μως, και της μιας νύ­χτας, α­φού η Ισα­βέλ­λα φέ­ρε­ται ως μού­σα των πρώ­των έρ­γων του Φώ­σκο­λου. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αν κά­ποιος εκ­δό­της γο­η­τευ­θεί α­πό τη νου­βέ­λα, θα μπο­ρού­σε να μας προ­σφέ­ρει σαν συ­νέ­χεια τις ε­πι­στο­λές του Ντε­νόν προς την Ισα­βέλ­λα. Κι αν οι κο­ντά 300 σε­λί­δες τους φαί­νο­νται πολ­λές, δε­δο­μέ­νου ό­τι κρά­τη­σε μέ­χρι το 1816, ας κά­νει μια ε­πι­λο­γή των πρώ­των και πλέ­ον πε­ρι­πα­θών. Επί­σης, πα­ρεν­θε­τι­κά, α­πο­ρού­με πώς γί­νε­ται ο σχε­δια­στής και ε­πι­με­λη­τής της έκ­δο­σης να πα­ρα­κά­μπτει τον Ντε­νόν, ε­πι­λέ­γο­ντας για ει­κό­να ε­ξω­φύλ­λου πί­να­κα ε­νός άλ­λου γάλ­λου ζω­γρά­φου, του λί­γο πρε­σβύ­τε­ρου Ζαν Ονο­ρέ Φρα­γκο­νάρ. Αναμ­φι­βό­λως, το λεύ­κω­μα, που εκ­δό­θη­κε το 2006 για την δια­κο­σιε­τη­ρί­δα α­πό τον θά­να­το του Φρα­γκο­νά­ρ, με τα σχέ­δια και τους πί­να­κες, που ε­κεί­νος εί­χε ε­τοι­μά­σει για τα πα­ρα­μύ­θια του Λα Φο­νταίν, προ­σφέ­ρε­ται για ει­κο­νο­γρά­φη­ση της νου­βέ­λας του Ντε­νόν, αλ­λά και τα δι­κά του, έ­στω χω­ρίς χρώ­μα, δεν υ­στε­ρούν.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/1/2012

Λεζάντα φωτογραφίας: Αυτοπροσωπογραφία σε πολλαπλά πρόσωπα του Ντομινίκ Βιβάν Ντενόν.

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Διασταύρωση επετείων

Λεζάντα φωτογραφίας: Από τα επετειακά κατορθώματα της 6ης Δεκεμβρίου. Ο Παπαδιαμάντης ως αόμματος (Φωτ. Κ. Λιόντης).

Χρι­στού­γεν­να 2011 ε­ξέ­πνευ­σε το έ­τος Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη. Πρω­το­χρο­νιά 2012 α­νέ­τει­λε το έ­τος Κα­ρό­λου Ντί­κε­νς. Το πρώ­το, ού­τε καν ε­πι­σή­μως α­πό την ελ­λη­νι­κή πο­λι­τεία α­να­κη­ρύ­χτη­κε έ­τος Πα­πα­δια­μά­ντη. Αντι­θέ­τως, το δεύ­τε­ρο ε­ξαγ­γέλ­θη­κε, με­τά φα­νών και λα­μπά­δων, ως πα­γκό­σμιο έ­τος Ντί­κε­νς, με τις προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νες εκ­δη­λώ­σεις να φτά­νουν μέ­χρι τα πέ­ρα­τα της άλ­λο­τε πο­τέ γη­ραιάς Αλβιώ­νος. Το χο­ρό των ε­ορ­τα­σμών θα σύ­ρει η πό­λη του Ντί­κε­νς, το Λον­δί­νο. Κα­τά κα­λή τύ­χη της πρω­τεύου­σας του Ηνω­μέ­νου Βα­σι­λείου, η δια­κο­σιε­τη­ρί­δα του Ντί­κε­νς συ­νέ­πε­σε με τη διε­ξα­γω­γή στην πό­λη των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων. Ως τη βα­σι­κή πο­λι­τι­στι­κή α­τρα­ξιόν ε­τοι­μά­ζο­νται οι Λον­δρέ­ζοι να προ­βάλ­λουν τον κο­ρυ­φαίο κλα­σι­κό τους συγ­γρα­φέα. Έχουν ή­δη α­να­και­νί­σει το μου­σείο του, στο κέ­ντρο της πό­λης, και κα­τα­στρώ­σει πλού­σιο πρό­γραμ­μα εκ­δη­λώ­σεων. Το μου­σείο στε­γά­ζε­ται σε έ­να α­πό τα σπί­τια, στα ο­ποία έ­ζη­σε ο Ντί­κε­νς. Λι­γό­τε­ρο α­πό τρία χρό­νια έ­μει­νε σε αυ­τό, ή­ταν ό­μως η πρώ­τη κα­τοι­κία με­σο­α­στι­κών προ­δια­γρα­φών που α­πέ­κτη­σε, μό­λις εί­χε αρ­χί­σει να κα­τα­ξιώ­νε­ται ως δη­μο­σιο­γρά­φος και έ­κα­νε τα πρώ­τα του συγ­γρα­φι­κά βή­μα­τα. Εκεί έ­γρα­ψε τον «Όλι­βερ Τουί­στ». Εί­ναι, πά­ντως, το μο­να­δι­κό κτί­σμα, που έ­φθα­σε α­κέ­ραιο μέ­χρι τον 20ο αιώ­να. Δρα­στή­ριος ο Σύλ­λο­γος Ντί­κε­νς, που έ­χει συ­στα­θεί α­πό το 1902, το διέ­σω­σε α­πό την κα­τε­δά­φι­ση και το με­τέ­τρε­ψε σε μου­σείο, το ο­ποίο λει­τουρ­γεί α­πό το 1925.
Σε α­ντί­θε­ση, ο Πα­πα­δια­μά­ντης, μια ε­ντοι­χι­σμέ­νη προ­το­μή, ό­λη κι ό­λη, ευ­τύ­χη­σε να α­πο­κτή­σει στην Αθή­να, στην πλα­τεία Δε­ξα­με­νής, στο Κο­λω­νά­κι, ό­που έ­ζη­σε τα τε­λευ­ταία χρό­νια της α­θη­ναϊκής του με­τοι­κε­σίας. Κι αυ­τής, ό­μως, της βγά­λα­με τα μά­τια ή, ε­πί το α­κρι­βέ­στε­ρο, έ­πε­σε θύ­μα πρό­σφα­του βαν­δα­λι­σμού. Κα­τά τα άλ­λα, σύμ­φω­να με τις πο­μπώ­δεις εκ­φρά­σεις των υ­πουρ­γών Πο­λι­τι­σμού, η Αθή­να μας, με το κλέ­ος των α­γαλ­μά­των της, συ­νι­στά α­κρο­γω­νιαίο λί­θο της βα­ριάς βιο­μη­χα­νίας της χώ­ρας μας, που εί­ναι ο του­ρι­σμός.
Όσο για τα υ­πό­λοι­πα του έ­τους Ντί­κε­νς, ο Σύλ­λο­γός του έ­χει ή­δη α­ναγ­γεί­λει το Συ­νέ­δριο Ντί­κε­νς του 2012, προ­κρί­νο­ντας ως τό­πο διε­ξα­γω­γής τη γε­νέ­τει­ρά του, το Πόρ­τσμουθ. Σε α­ντί­θε­ση με την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μά­ντη, που φαί­νε­ται να νιώ­θει κά­θε φο­ρά συ­μπλεγ­μα­τι­κά να πραγ­μα­το­ποιή­σει το Συ­νέ­δριο στη Σκιά­θο. Να ση­μειώ­σου­με, ε­πί­σης, ό­τι ο Σύλ­λο­γος Ντί­κε­νς έ­χει ή­δη α­ναγ­γεί­λει το πρό­γραμ­μα του Συ­νε­δρίου, προσ­διο­ρί­ζο­ντας το χρό­νο και ό­λες τις λε­πτο­μέ­ρειες σχε­τι­κά και με τη συμ­με­το­χή σε αυ­τό, τις ο­ποίες α­να­κοι­νώ­νει στον διε­θνή Τύ­πο, ώ­στε το Συ­νέ­δριο να εί­ναι α­νοι­χτό για κά­θε εν­δια­φε­ρό­με­νο α­πα­ντα­χού της γης. Και πά­λι, σε α­ντί­θε­ση με την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μά­ντη, που δεν δη­μο­σιο­ποιεί ευ­ρύ­τε­ρα τις α­πο­φά­σεις της, τις ο­ποίες, ού­τως ή άλ­λως, παίρ­νει στο πα­ρά πέ­ντε. Τέ­λος, πα­ρό­λο που ο Ντί­κε­νς, ε­κτός α­πό Σύλ­λο­γο, έ­χει και νεό­τε­ρη Εται­ρεία, έ­να μό­νο διε­θνές Συ­νέ­δριο προ­γραμ­μα­τί­ζε­ται, στις 9 με 14 Αυ­γού­στου, και θα α­φο­ρά τον Ντί­κε­νς και το έρ­γο του, χω­ρίς θε­μα­τι­κούς πε­ριο­ρι­σμούς.

Δια­φο­ρές

Η δια­φο­ρά στην α­ντι­με­τώ­πι­ση των δυο συγ­γρα­φέων, ό­σο α­φο­ρά τη διε­θνή κοι­νό­τη­τα, εί­ναι συ­νάρ­τη­ση πολ­λών πα­ρα­γό­ντων, με κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο ε­κεί­νο της γλώσ­σας. Πέ­ραν, ό­μως, των πε­ριο­ρι­σμέ­νων ο­ρίων της ελ­λη­νι­κής, βα­σι­κός συ­ντε­λε­στής εί­ναι και το εί­δος της λο­γο­τε­χνίας, που καλ­λιέρ­γη­σαν οι δυο συγ­γρα­φείς. Όσο πε­ριο­ρι­στι­κή α­πο­βαί­νει η γλώσ­σα γρα­φής, α­ντί­στοι­χα δε­σμευ­τι­κό στην α­πή­χη­ση ε­νός συγ­γρα­φέα εί­ναι το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος του διη­γή­μα­τος ή και γε­νι­κό­τε­ρα της σύ­ντο­μης φόρ­μας έ­να­ντι του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Κο­ρυ­φαίος μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ο Ντί­κε­νς, ψυ­χα­γώ­γη­σε με τα βι­βλία του και τις με­τα­μορ­φώ­σεις τους σε ται­νίες, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές και τη­λε­ο­πτι­κές, σε θε­α­τρι­κά έρ­γα μέ­χρι και σε κό­μι­κς, ό­λες τις η­λι­κίες και ό­λες τις γε­νιές α­πό την ε­πο­χή του και του­λά­χι­στον μέ­χρι την η­λεκ­τρο­νι­κή ε­πέ­λα­ση. Ενώ, ο Πα­πα­δια­μά­ντης κω­δι­κο­ποιεί­ται ως διη­γη­μα­το­γρά­φος και α­να­λο­γι­κά πα­ρα­μέ­νει, πε­ρισ­σό­τε­ρο σή­με­ρα, δυσ­πρό­σι­τος στο ευ­ρύ κοι­νό. Αυ­τή η δια­φο­ρά, ω­στό­σο, δεν ση­μα­το­δο­τεί και δια­φο­ρά α­να­στή­μα­τος. Ο Ντί­κε­νς έ­χει μεν κα­τα­χω­ρη­θεί ως κλα­σι­κός συγ­γρα­φέ­ας των αγ­γλι­κών γραμ­μά­των, αλ­λά η κρι­τι­κή, κα­τά και­ρούς, του κα­τα­λό­γι­σε συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό έως και με­λο­δρα­μα­τι­σμό, χα­ο­τι­κή δο­μή και ρε­α­λι­σμό νο­θευ­μέ­νο με ε­ξω­πραγ­μα­τι­κά στοι­χεία ρο­μα­ντι­κής προέ­λευ­σης. Με βά­ση ό­λα αυ­τά, οι Άγγλοι μο­ντερ­νι­στές τον ε­ξαί­ρε­σαν α­πό τον λο­γο­τε­χνι­κό Κα­νό­να που κα­τάρ­τι­σαν. Μέ­νει ζη­τού­με­νο, ποια μπο­ρεί να ή­ταν η ά­πο­ψή τους για τα διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη.

Πρώ­τες με­τα­φρά­σεις

Πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μια γε­νιά χω­ρί­ζει τον Σκια­θί­τη α­πό τον λον­δρέ­ζο ο­μό­τε­χνό του. Εφέ­τος ε­ορ­τά­ζο­νται τα 200 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Ντί­κε­νς, στις 7 Φε­βρουα­ρίου 1812. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης γεν­νή­θη­κε 39 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στις 4 Μαρ­τίου 1851. Το 2011, συ­μπλη­ρώ­θη­κε έ­νας αιώ­νας α­πό το θά­να­τό του, στις 2 Ια­νουα­ρίου 1911. Κυ­ρια­κή γεν­νή­θη­κε και Κυ­ρια­κή πέ­θα­νε, λί­γο πριν κλεί­σει τα 60. Σε πα­ρα­πλή­σια η­λι­κία, έ­χο­ντας συ­μπλη­ρώ­σει τα 58, πέ­θα­νε ο Ντί­κε­νς, στις 8 Ιου­νίου 1870. Αμφό­τε­ροι χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται και κοι­νω­νι­κοί συγ­γρα­φείς. Κυ­ρίως κοι­νω­νι­κός συγ­γρα­φέ­ας ο Ντί­κε­νς, πε­ριέ­γρα­ψε και ε­πέ­κρι­νε ό­ψεις του βι­κτω­ρια­νού κό­σμου, μέ­σα στον ο­ποίο έ­ζη­σε. Όταν α­νέ­βη­κε στο θρό­νο η δε­κα­ο­χτά­χρο­νη Βι­κτω­ρία, το 1837, ε­κεί­νος ή­ταν ή­δη έ­νας δη­μο­φι­λής συγ­γρα­φέ­ας, πα­ρό­τι εί­χε εκ­δώ­σει μό­λις έ­να βι­βλίο τον προ­η­γού­με­νο χρό­νο. Το έ­τος της εν­θρό­νι­σής της δη­μο­σίευ­σε σε συ­νέ­χειες τον «Όλι­βερ Τουί­στ». Όταν πέ­θα­νε η Βα­σί­λισ­σα, το 1901, ε­κεί­νος εί­χε ή­δη ει­σέλ­θει στο πάν­θεο των κλα­σι­κών.
Δια βίου και σε ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο του, ο Ντί­κε­νς στά­θη­κε υ­πε­ρα­σπι­στής του λα­ού. Ανέ­δει­ξε αυ­τούς που δεν έ­χουν στον ή­λιο μοί­ρα, ορ­φα­νά και πα­ρίες, γε­λοιο­γρα­φώ­ντας τους τύ­ποις ε­νά­ρε­τους και κα­ταγ­γέλ­λο­ντας τους εκ­με­ταλ­λευ­τές. Με­τα­ξύ άλ­λων, πλά­θει στον «Όλι­βερ Τουί­στ» έ­ναν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό τύ­πο φι­λο­χρή­μα­του κα­κούρ­γου στον υ­πό­κο­σμο του Λον­δί­νου, τον Εβραίο Φέϊγκιν. Εί­ναι αρ­χη­γός συμ­μο­ρίας, που έ­χει στή­σει “σχο­λή” πορ­το­φο­λά­δων, ό­που εκ­παι­δεύει κα­ταλ­λή­λως ό­σα παι­διά πέ­φτουν στα χέ­ριά του. Αυ­τός ο ή­ρωας πο­λύ του κό­στι­σε του Ντί­κε­νς και ό­χι μό­νο με­τα­θα­να­τίως, ό­πως ο Σάϋλωκ του Σαίξ­πηρ. Οι κα­τη­γο­ρίες για α­ντι­ση­μι­τι­σμό ε­πη­ρέ­α­σαν α­κό­μη και το πλά­σι­μο, α­πό έ­να ση­μείο και ύ­στε­ρα, του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, κα­θώς γρα­φό­ταν και δη­μο­σιευό­ταν σε συ­νέ­χειες. Ο Ντί­κε­νς, ως προς τις πο­λι­τι­κές του α­ντι­λή­ψεις, πα­ρέ­μει­νε έ­νας α­στός της ε­πο­χής του. Γνη­σιό­τε­ρα λαϊκός υ­πήρ­ξε ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Μα­κράν, πά­ντως, και των δυο, οι ρι­ζο­σπα­στι­κές ι­δέες. Κι ό­μως, σε έ­ναν ρι­ζο­σπά­στη, που εν­θου­σιά­στη­κε με την κοι­νω­νι­κή κρι­τι­κή, που α­σκεί ο Ντί­κε­νς, πο­λύ πι­θα­νόν να ο­φεί­λε­ται η πρώ­τη με­τά­φρα­ση βι­βλίου του στα ελ­λη­νι­κά.
Αυ­τό το πρώ­το βι­βλίο του Ντί­κε­νς εί­ναι το κοι­νω­νι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα «Τα δύ­σκο­λα χρό­νια». Εκδό­θη­κε το 1887 α­πό το πε­ριο­δι­κό «Εβδο­μάς», χω­ρίς ό­νο­μα με­τα­φρα­στή. Προ­η­γου­μέ­νως, εί­χε δη­μο­σιευ­θεί σε συ­νέ­χειες στο εν λό­γω πε­ριο­δι­κό. Το ε­πό­με­νο έ­τος, εκ­δό­θη­κε έ­να δεύ­τε­ρο βι­βλίο του, «Το Άσμα των Χρι­στου­γέν­νων», ό­πως α­πο­δό­θη­κε ο πρω­τό­τυ­πος τίτ­λος, τα «Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα κά­λα­ντα». Αυ­τή τη φο­ρά, με ό­νο­μα με­τα­φρα­στή. Πρό­κει­ται για τον Πα­να­γιώ­τη Πα­νά, έ­να α­πό τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα πρό­σω­πα, αν ό­χι το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, του ελ­λη­νι­κού ρι­ζο­σπα­στι­σμού κα­τά τον 19ο αι. Έχου­με αρ­κε­τές εν­δεί­ξεις, που ο­δη­γούν στην ει­κα­σία ό­τι ε­κεί­νος εί­ναι ο με­τα­φρα­στής και του πρώ­του βι­βλίου. Υπέρ αυ­τού συ­νη­γο­ρεί, ε­κτός α­πό το θέ­μα του βι­βλίου, και το ό­τι ο Πα­νάς πα­ρα­μέ­νει μό­νι­μος συ­νερ­γά­της του πε­ριο­δι­κού, κυ­ρίως ως με­τα­φρα­στής, α­πό το 1884.
Ο Ντί­κε­νς, ό­μως, εί­ναι α­πό πο­λύ νω­ρί­τε­ρα δη­μο­φι­λής και στη χώ­ρα μας. Ήδη α­πό τα μέ­σα του 19ου αι. γί­νε­ται γνω­στός στο ελ­λη­νι­κό κοι­νό ως δη­μο­σιο­γρά­φος, ι­δίως με με­τα­φρά­σεις τα­ξι­διω­τι­κών του κει­μέ­νων. Η θαυ­μα­στι­κή μνη­μό­νευ­σή του, το 1891, α­πό τον Ιωάν­νη Κα­μπού­ρο­γλου, εκ­δό­τη της ε­φη­με­ρί­δας «Νέα Εφη­με­ρίς», δεί­χνει την ε­ξέ­χου­σα θέ­ση που κα­τέ­χει στην ε­κτί­μη­ση των λο­γίων της ε­πο­χής. Ο Κα­μπού­ρο­γλου τον α­να­φέ­ρει για να κα­λο­συ­στή­σει τον Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­θώς δη­μο­σιεύει αγ­γε­λία για την προ­σε­χή έκ­δο­ση συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του, με τίτ­λο, «Θα­λασ­σι­νά Ει­δύλ­λια»: “Αμε­ρι­κα­νός σχε­δόν εις τα διη­γή­μα­τά του, ω­σάν τον Πόε, ω­σάν τον Δίκ­κε­νς τον άγ­γλον εί­νε ο κ. Πα­πα­δια­μά­ντης”. Στις πρώ­τες δε­κα­ε­τίες του 20ου αιώ­να, πά­ντως, για τις ο­ποίες έ­χου­με κά­πως κα­λύ­τε­ρη ει­κό­να του πε­ριο­δι­κού Τύ­που, ο Ντί­κε­νς εμ­φα­νί­ζε­ται με με­τρη­μέ­να διη­γή­μα­τα. Όσο για τις με­τα­φρά­σεις βι­βλίων του, λεί­πει, και στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, συ­στη­μα­τι­κή βι­βλιο­γρα­φι­κή κα­τα­γρα­φή. Μια πρώ­τη α­πό­πει­ρα έ­κα­νε ο Θο­δω­ρής Πε­τρό­που­λος, ε­πι­κε­ντρώ­νο­ντας το εν­δια­φέ­ρον του στα πιο προ­σι­τά με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια. Δη­μο­σιεύ­θη­κε το 1989, στο μο­να­δι­κό, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, α­φιέ­ρω­μα πε­ριο­δι­κού στον Ντί­κε­νς, του «Δια­βά­ζω», σε ε­πι­μέ­λεια Γιώρ­γου Γα­λά­ντη. Ένας α­πό τους πρώ­τους με­τα­φρα­στές του Ντί­κε­νς, κα­τά την πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή δε­κα­ε­τία, εί­ναι ο πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νος Γιώρ­γος Κοτ­ζιού­λας, ο ο­ποίος και προ­τάσ­σει στη με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος «Με­γά­λες προσ­δο­κίες» ε­γκω­μια­στι­κό πρό­λο­γο. Εκεί, πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι το συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα εί­χε προ­κρι­θεί σε έ­ρευ­να των αρ­χών του ’50 για το κα­λύ­τε­ρο ευ­ρω­παϊκό μυ­θι­στό­ρη­μα. Τε­λι­κά, πολ­λές εί­ναι οι με­τα­φρά­σεις, κυ­ρίως διη­γη­μά­των, του Ντί­κε­νς, που δη­μο­σιεύο­νται χω­ρίς ό­νο­μα με­τα­φρα­στή. Ωστό­σο, ου­δείς έ­χει α­πο­δώ­σει κά­ποια α­πό αυ­τές στον Πα­πα­δια­μά­ντη. Αν και πρό­σφα­τα, σε εκ­πο­μπή της ε­πε­τεια­κής για τον Πα­πα­δια­μά­ντη σει­ράς «Το σκο­τει­νό τρυ­γό­νι», το ι­σχυ­ρί­στη­κε ο ι­στο­ρι­κός τέ­χνης Μά­νος Στε­φα­νί­δης. Αλλά, το πι­θα­νό­τε­ρο, ε­πρό­κει­το για lapsus linguae.

Εκλε­κτι­κή συγ­γέ­νεια

Ανά­με­σα στον Πα­πα­δια­μά­ντη και τον Ντί­κε­νς υ­πάρ­χει μια κά­ποια ε­κλε­κτι­κή συγ­γέ­νεια ό­σο α­φο­ρά την α­γά­πη τους για τον κό­σμο των παι­διών, στο πλά­σι­μο του ο­ποίου και οι δυο α­ντα­να­κλούν δι­κά τους βιώ­μα­τα. Ενώ, αμ­φό­τε­ροι δεί­χνουν προ­τί­μη­ση στους τα­πει­νούς και τους πα­ρίες των πό­λεων. Ο κα­τ’ ε­ξο­χήν, ό­μως, λο­γο­τε­χνι­κός τό­πος στον ο­ποίο συ­να­ντιού­νται, δεν εί­ναι το κοι­νω­νι­κό πε­ζό αλ­λά το ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα. Ο Ντί­κε­νς θεω­ρεί­ται ο ει­ση­γη­τής του χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου διη­γή­μα­τος. Από το 1843 μέ­χρι το 1867 δη­μο­σίευε κά­θε χρό­νο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τα στα πε­ριο­δι­κά, που ε­ξέ­δι­δε ο ί­διος, Στη συ­νέ­χεια, συ­γκέ­ντρω­νε τα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τά του σε τό­μους, ε­νώ, τα πρώ­τα χρό­νια, ε­ξέ­δω­σε και πέ­ντε ε­κτε­νείς ι­στο­ρίες, που θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν με­γά­λες νου­βέ­λες. Η πρώ­τη εί­ναι τα «Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα κά­λα­ντα», που α­πο­δό­θη­κε στα ελ­λη­νι­κά «Το Άσμα των Χρι­στου­γέν­νων».
Ο Ντί­κε­νς συ­νέ­βα­λε στην κα­θιέ­ρω­ση του χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου διη­γή­μα­τος και στην Ελλά­δα. Πολ­λοί εί­ναι οι έλ­λη­νες συγ­γρα­φείς που δη­μο­σίευ­σαν χρι­στου­γεν­νιά­τι­κες ι­στο­ρίες. Μό­νο, ό­μως, ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­κο­λού­θη­σε το πα­ρά­δειγ­μά του, δη­μο­σιεύο­ντας με πα­ρό­μοια τα­κτι­κό­τη­τα. Ξε­κί­νη­σε εί­κο­σι χρό­νια α­φό­του ε­κεί­νος στα­μά­τη­σε, τα Χρι­στού­γεν­να του 1887, ό­ταν έ­κα­νε την εμ­φά­νι­σή του ο πρώ­τος Ντί­κε­νς στα ελ­λη­νι­κά βι­βλιο­πω­λεία. Οι δια­φο­ρές, ω­στό­σο, α­νά­με­σα στον Σκια­θί­τη και τον Λον­δρέ­ζο εί­ναι ση­μα­ντι­κές. Ο Ντί­κε­νς εί­ναι ο ει­ση­γη­τής του χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου διη­γή­μα­τος, αλ­λά ό­χι κα­θο­λι­κά και του ε­ορ­τα­στι­κού. Ανέ­στη­σε μεν το πνεύ­μα των Χρι­στου­γέν­νων για τους Άγγλους και τους Αμε­ρι­κα­νούς, αλ­λά συγ­γρα­φι­κά δεν τον α­πα­σχό­λη­σε κα­μία άλ­λη θρη­σκευ­τι­κή ε­ορ­τή. Ίσως για­τί ή­ταν Αγγλι­κα­νός στο θρή­σκευ­μα και το Πά­σχα εί­ναι ε­ορ­τή της Ορθο­δο­ξίας. Αλλά και ο ορ­θό­δο­ξος Ντο­στο­γιέφ­σκι, που δη­μο­σίευ­σε ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα, μό­νο για τα Χρι­στού­γεν­να έ­γρα­ψε. Οπό­τε εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης ε­κεί­νος που ε­γκαι­νιά­ζει ευ­ρύ­τε­ρα το ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα. Δυ­στυ­χώς, ό­μως, για ε­κεί­νον ή μάλ­λον ορ­θό­τε­ρα, για την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, “Άγγλοι ή Γερ­μα­νοί ή Γάλ­λοι” α­ξιο­λο­γούν το εί­δος, ό­χι, ό­μως, “οι Γρα­κύ­λοι της σή­με­ρο­ν”, του­λά­χι­στον κα­τα­πώς συ­νά­γε­ται α­πό τα δη­μο­σιεύ­μα­τά τους. Αυ­τοί, ό­ταν δεν του βγά­ζουν τα μά­τια, του βά­ζουν τα γυα­λιά ή μάλ­λον, μα­το­γυά­λια εξ Εσπε­ρίας ερ­χό­με­να. Βε­βαίως, αυ­τή εί­ναι η κυ­ρίαρ­χη ο­πτι­κή και α­πο­κα­λεί­ται ευ­ρω­παϊκή α­να­βά­πτι­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη.
Αλλά κι αν πε­ριο­ρι­στού­με στο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο διή­γη­μα, του Πα­πα­δια­μά­ντη δια­φέ­ρει ου­σια­στι­κά α­πό ε­κεί­νο του Ντί­κε­νς. Φα­ντα­στι­κά και η­θο­ποιη­τι­κά έ­χουν χα­ρα­κτη­ρι­στεί τα διη­γή­μα­τα του Ντί­κε­νς. Το κύ­ριο, ό­μως, γνώ­ρι­σμά τους εί­ναι η προ­βο­λή της οι­κο­γέ­νειας και του χα­ρού­με­νου ε­ορ­τα­σμού στους κόλ­πους της. Σε α­ντί­θε­ση με του Πα­πα­δια­μά­ντη, που α­γκα­λιά­ζουν ο­λό­κλη­ρη την κοι­νό­τη­τα, με προ­ε­ξάρ­χον σε ο­ρι­σμέ­να το εκ­κλη­σια­στι­κό τε­λε­τουρ­γι­κό. Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά το πε­ριε­χό­με­νο, για­τί ει­δο­λο­γι­κά, ού­τε φα­ντα­στι­κά εί­ναι, πλην ε­νός που έ­χει πα­ρα­μυ­θι­τι­κή μορ­φή («Άνθος του Για­λού»), ού­τε η­θο­ποιη­τι­κά, του­λά­χι­στον ό­χι με τον προ­φα­νή τρό­πο ε­κεί­νων του Ντί­κε­νς.

Δια­κει­με­νι­κό­τη­τα

Ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν φαί­νε­ται να ε­πη­ρεά­στη­κε, του­λά­χι­στον ά­με­σα, α­πό το έρ­γο του Ντί­κε­νς, ού­τε στα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τα ού­τε γε­νι­κό­τε­ρα. Αν και πρό­σφα­τα ε­πι­ση­μάν­θη­κε μια πρω­τό­τυ­πη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Σε δη­μο­σίευ­μα κυ­ρια­κά­τι­κης ε­φη­με­ρί­δας, α­νή­με­ρα το Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο, ο Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος α­φή­νει α­νοι­χτό το εν­δε­χό­με­νο ο Πα­πα­δια­μά­ντης να δα­νεί­στη­κε μια φρά­ση α­πό τον «Όλι­βερ Τουί­στ». Για μια ο­ποια­δή­πο­τε φρά­ση, ό­σο ποιη­τι­κή ή άλ­λως πώς ε­ντυ­πω­σια­κή κι αν εί­ναι, δεν θα ά­ξι­ζε να γί­νει λό­γος. Πρό­κει­ται, ό­μως, για τη δια­ση­μό­τε­ρη φρά­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη α­πό το γνω­στό­τε­ρο έρ­γο του, την «Φό­νισ­σα». Συ­γκε­κρι­μέ­να, την κα­τα­κλεί­δα: «...Η γραία Χα­δού­λα εύ­ρε τον θά­να­τον... εις το ή­μι­συ του δρό­μου, με­τα­ξύ της θείας και της αν­θρώ­πι­νης δι­καιο­σύ­νης.» Ο Ρα­πτό­που­λος ε­ντο­πί­ζει τη φρά­ση σε έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια του «Όλι­βερ Τουί­στ», ε­κεί που πε­ρι­γρά­φε­ται ο θά­να­τος του πρω­το­πα­λί­κα­ρου της συμ­μο­ρίας του Φέϊγκιν, του Μπιλ Σάϊκς. Στη με­τά­φρα­ση, που έ­πε­σε στα χέ­ριά του, δια­βά­ζει «...Ο φο­νιάς τι­νά­χτη­κε α­πελ­πι­σμέ­να και τα πό­δια του συ­σπά­στη­καν στο κε­νό. Κι έ­μει­νε ε­κεί κρε­μα­σμέ­νος, με το μα­χαί­ρι α­νοι­χτό στη σφιγ­μέ­νη του πα­λά­μη. Εκεί έ­μει­νε, με­τέω­ρος, α­νά­με­σα στη θεία και την αν­θρώ­πι­νη δι­καιο­σύ­νη.»
Ο Ρα­πτό­που­λος, πι­θα­νώς μη α­ντι­λαμ­βα­νό­με­νος τη ση­μα­σία ε­νός πα­ρό­μοιου δα­νείου, δεν α­να­τρέ­χει στο πρω­τό­τυ­πο του «Όλι­βερ Τουί­στ» προς διευ­κρί­νι­ση. Αφή­νει τη σκιά της “λο­γο­κλο­πής” να πλα­νιέ­ται πά­νω α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη, για να σώ­σει την ε­πι­φυλ­λί­δα του ή μάλ­λον τον τίτ­λο της, «Εις το ή­μι­συ του δρό­μου». Να δια­λύ­σου­με, λοι­πόν, τη σκιά. Στο πρω­τό­τυ­πο δεν υ­πάρ­χει η ε­πί­μα­χη φρά­ση. Άρα πρό­κει­ται για προ­σθή­κη του με­τα­φρα­στή. Ο Ρα­πτό­που­λος α­να­ρω­τιέ­ται, μή­πως ή­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης ε­κεί­νος που με­τέ­φρα­σε το βι­βλίο. Κι ό­μως, ό­πως μας πλη­ρο­φο­ρεί, τη με­τά­φρα­ση υ­πο­γρά­φει ο/η ά­γνω­στος/στη Ε. ΠΟ­ΛΙ­ΤΟΥ και εί­ναι ε­πα­νέκ­δο­ση του 2000, που κυ­κλο­φο­ρεί α­πό τις εκ­δό­σεις DeAgostini Hellas. Γνω­στές οι εν λό­γω εκ­δό­σεις σε ευ­ρω­παϊκό ε­πί­πε­δο, με πο­ρεία 110 χρό­νων, έ­χουν πά­ρει το ό­νο­μά τους α­πό τον ι­τα­λό γεω­γρά­φο Τζιο­βά­νι Ντε Αγκο­στί­νι. Στην Ελλά­δα, ω­στό­σο, εμ­φα­νί­στη­καν το 1995. Οι εκ­δό­σεις τους βι­βλίων του Ντί­κε­νς στη­ρί­χτη­καν σε πα­λαιό­τε­ρες με­τα­φρά­σεις άλ­λων εκ­δο­τών. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη εί­ναι των εκ­δό­σεων Μί­νωας του 1968. Την α­να­φέ­ρει ο Πε­τρό­που­λος στη βι­βλιο­γρα­φία του, μό­νο που γρά­φει τον με­τα­φρα­στή Κ. Πο­λί­του. Όπως και να έ­χει, ε­μάς ο με­τα­φρα­στής δεν μας φαί­νε­ται και τό­σο ά­γνω­στος. Θα μπο­ρού­σε να πρό­κει­ται για την νε­ο­ελ­λη­νί­στρια Ελέ­νη Πο­λί­του-Μαρ­μα­ρι­νού, που, πι­θα­νώς, τό­τε α­κό­μη να μην εί­χε α­πο­κτή­σει το δεύ­τε­ρο ε­πί­θε­το ού­τε να εί­χε γί­νει κα­θη­γή­τρια. Μπο­ρεί να μην εί­χε καν φύ­γει για τις με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δές στο Λον­δί­νο. Φαί­νε­ται, πά­ντως, πως α­γα­πού­σε α­πό τό­τε τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Από τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα, που βάλ­θη­κε να ι­χνη­λα­τή­σει και με τη βοή­θεια της τε­χνο­λο­γίας τον με­τα­φρα­στή Πα­πα­δια­μά­ντη. Από ό­σο γνω­ρί­ζου­με και αν η ει­κα­σία μας ευ­στα­θεί, εί­ναι το πρώ­το πα­ρά­δειγ­μα πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γου, που λει­τουρ­γεί με­τα­φρα­στι­κά κα­τά το πρό­τυ­πο του Πα­πα­δια­μά­ντη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/1/2012.