Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Η απειλή του μαλλιαρο-κομμουνισμού



Μα­ρία Ρε­πού­ση
«Τα Μα­ρασ­λεια­κά (1925-1927)»
Εκδό­σεις Πό­λις
Απρί­λιος 2012

Ποιος γνω­ρί­ζει τι α­κρι­βώς ή­ταν τα Μα­ρασ­λεια­κά; Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό ό­σους τα έ­χουν α­κου­στά τα το­πο­θε­τούν α­ο­ρί­στως μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’20 και τα συ­σχε­τί­ζουν α­σα­φώς με το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα. Τα συν­δέ­ουν, δη­λα­δή, με τα Ευαγ­γε­λι­κά, τα Ορε­στεια­κά και τα Αθεϊκά. Μό­νο που ε­κεί­να μέ­σω της ο­νο­μα­σίας προϊδεά­ζουν πε­ρί τί­νος πρό­κει­ται, ε­νώ τα Μα­ρασ­λεια­κά πα­ρα­πέ­μπουν, του­λά­χι­στον τον Αθη­ναίο, σε δρό­μο του Κο­λω­να­κίου και σε ο­μώ­νυ­μο ε­κεί σχο­λείο. Ποιος γνω­ρί­ζει αν ο δρό­μος πή­ρε το ό­νο­μά του α­πό το σχο­λείο ή το σχο­λείο α­πό το δρό­μο; Πό­σω μάλ­λον να γνω­ρί­ζει ό­τι υ­πήρ­ξε έ­νας εξ Οδησ­σού ευερ­γέ­της με αυ­τό το ό­νο­μα, που φρό­ντι­σε για την α­νέ­γερ­ση του σχο­λείου, ό­πως και για αρ­κε­τών άλ­λων εκ­παι­δευ­τι­κών ι­δρυ­μά­των. Ψι­λά γράμ­μα­τα ό­τι το οι­κό­πε­δο το πα­ρα­χώ­ρη­σε η Μο­νή Πε­τρά­κη, στην ο­ποία κά­πο­τε α­νή­κε ό­λη ε­κεί­νη η κα­τω­φέ­ρεια του Λυ­κα­βητ­τού. Ίσως, ω­στό­σο, και να έ­χει α­κου­στά, ό­τι δεν ε­πρό­κει­το για έ­να σχο­λείο αλ­λά για συ­γκρό­τη­μα σχο­λείων, που άλ­λο­τε πο­τέ πε­ριε­λάμ­βα­νε την Παι­δα­γω­γι­κή Ακα­δη­μία, το Μα­ράσ­λειο Δι­δα­σκα­λείο και συ­στε­γα­ζό­με­να δη­μο­τι­κά πει­ρα­μα­τι­κά σχο­λεία. Ενδια­μέ­σως, βε­βαίως, έ­χουν γί­νει πολ­λές αλ­λα­γές. Μέ­χρι που πέ­ρυ­σι κα­ταρ­γή­θη­κε το Δι­δα­σκα­λείο, που εί­χε ε­πα­να­λει­τουρ­γή­σει προ τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τίας για την με­τεκ­παί­δευ­ση των δα­σκά­λων. Πρώ­τη φο­ρά εί­χε κα­ταρ­γη­θεί το 1933. Τό­τε, ό­μως, για να συμ­μορ­φω­θεί σε έ­ναν ε­νιαίο τύ­πο εκ­παί­δευ­σης και να α­πο­τε­λέ­σει μια α­πό τις δε­κα­πέ­ντε Παι­δα­γω­γι­κές Ακα­δη­μίες, οι ο­ποίες, με τη σει­ρά τους, κα­ταρ­γή­θη­καν το 1990, για να α­ντι­κα­τα­στα­θούν α­πό τα πα­νε­πι­στη­μια­κά παι­δα­γω­γι­κά τμή­μα­τα. Όλα αυ­τά έ­γι­ναν για να βελ­τιω­θεί η πρω­το­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση, δη­λα­δή τα θε­μέ­λια της δια βίου μά­θη­σης, ό­πως φι­λό­δο­ξα ε­παύ­ξη­σε την ο­νο­μα­σία του το μέ­χρι πρό­τι­νος Υπουρ­γείο Παι­δείας και Θρη­σκευ­μά­των. Μέλ­λει να φα­νεί ά­ξιο αυ­τής της σχοι­νο­τε­νούς με­το­νο­μα­σίας, χω­ρίς να εί­ναι κα­θό­λου σί­γου­ρο ό­τι θα στε­ριώ­σει. Για­τί αν υ­πάρ­χει κά­τι που ό­λοι γνω­ρί­ζουν, αυ­τό εί­ναι ό­τι ο σχε­δια­σμός της παι­δείας αλ­λά­ζει κά­θε φο­ρά που η κυ­βέρ­νη­ση περ­νά­ει α­πό τους μεν στους δε. Ευ­τυ­χώς, τρί­τοι πο­τέ δεν υ­πήρ­ξαν, κι αν εμ­φα­νί­στη­καν, χά­θη­καν γρή­γο­ρα. Κι αυ­τό συμ­βαί­νει α­πό γε­νέ­σεως του γλωσ­σι­κού ζη­τή­μα­τος.
Δεν θα υ­πήρ­χε, πά­ντως, κα­μία δυ­σκο­λία, αν ε­κεί­νοι που βά­φτι­σαν τα Μα­ρασ­λεια­κά, τα εί­χαν κα­τά κυ­ριο­λε­ξία α­πο­κα­λέ­σει Αντε­θνι­κά, κα­τά το πα­ρά­δειγ­μα των Αθεϊκών. Τό­τε, θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να ει­κά­σει ευ­θύς α­μέ­σως ό­τι ε­ντάσ­σο­νται στις με­γά­λες δια­μά­χες, που τα­ράσ­σουν το πα­νελ­λή­νιο ο­σά­κις θί­γο­νται τα θρη­σκευ­τι­κά και τα ε­θνι­κά θε­μέ­λια της χώ­ρας. Όπως συ­νέ­βη στις αρ­χές του 20ου αιώ­να, με τη με­τά­φρα­ση των ευαγ­γε­λίων  και με­τά, της αι­σχύ­λειας Ορέ­στειας, που έ­δω­σαν α­ντι­στοί­χως το έ­ναυ­σμα για τα Ευαγ­γε­λι­κά και τα Ορε­στεια­κά. Αλλά και λί­γο αρ­γό­τε­ρα, με τη δι­δα­σκα­λία των δυο μα­θη­μά­των που συ­νι­στούν τους πυ­λώ­νες της μά­θη­σης, του­τέ­στιν των Θρη­σκευ­τι­κών και της Ιστο­ρίας.  Για­τί τα πε­ρι­βό­η­τα Μα­ρασ­λεια­κά εί­ναι συν­δε­δε­μέ­να με τον τρό­πο που δι­δά­σκε­ται η Ιστο­ρία σε α­ντι­στοι­χία με τα Αθεϊκά, που προέ­κυ­ψαν με α­φορ­μή το μά­θη­μα των Θρη­σκευ­τι­κών. Αυ­τά έ­λα­βαν χώ­ρα το 1911, στο Παρ­θε­να­γω­γείο του Βό­λου, και θα μπο­ρού­σαν να εί­χαν ο­νο­μα­στεί Βο­λιώ­τι­κα, ό­πως τα ε­πό­με­να, του 1925, που δια­δρα­μα­τί­σθη­καν στο εκ­παι­δευ­τι­κό μέ­γα­ρο του Μα­ρασ­λείου. 
Το πιο πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι αυ­τές οι τέσ­σε­ρις δια­μά­χες του πρώ­του τέ­ταρ­του του προ­η­γού­με­νου αιώ­να, ό­χι μό­νο δεν διευ­θε­τή­θη­καν, αλ­λά ε­ξα­κο­λου­θούν να δί­νουν α­φορ­μές σε α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις. Μέ­χρι σή­με­ρα, δεν έ­χει ε­πι­τρα­πεί η με­τά­φρα­ση εξ ο­λο­κλή­ρου της Αγίας Γρα­φής, πό­σω μάλ­λον, ό­πως ε­πι­θυ­μεί μια με­ρί­δα πνευ­μα­τι­κών αν­θρώ­πων, να α­να­γι­γνώ­σκε­ται το ευαγ­γέ­λιο α­πό άμ­βω­νος στη δη­μο­τι­κή. Εσα­εί φαί­νε­ται να προ­βλη­μα­τί­ζει η λε­κτι­κή α­πλο­ποίη­ση κα­τά το α­νέ­βα­σμα των ελ­λη­νι­κών τρα­γω­διών. Ενώ, στο θέ­μα των Θρη­σκευ­τι­κών, το πρό­βλη­μα έ­χει πε­ραι­τέ­ρω πε­ρι­πλεχ­θεί, α­φό­του γί­να­με και ε­μείς μια πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή κοι­νω­νία, κα­τά την κα­θώς πρέ­πει α­να­φο­ρά στο ση­με­ρι­νό τουρ­λού των α­πα­ντα­χού α­να­γκε­μέ­νων και κα­τα­τρεγ­μέ­νων. Δεν α­πα­σχο­λεί πλέ­ον ο τρό­πος δι­δα­σκα­λίας του μα­θή­μα­τος, αλ­λά αυ­τή κα­θ’ ε­αυ­τή η ύ­παρ­ξή του και το κα­τά πό­σο η πο­λι­τεία έ­χει το συ­νταγ­μα­τι­κό δι­καίω­μα να κα­το­χυ­ρώ­σει τη δι­δα­σκα­λία της θρη­σκείας, που α­σπά­ζε­ται η πλειο­νό­τη­τα του πλη­θυ­σμού της χώ­ρας. Όσο για τη δι­δα­σκα­λία της Ιστο­ρίας, το δί­λημ­μα με­τα­ξύ ε­θνι­κής και “συγ­χρο­νι­στι­κής” σχο­λι­κής Ιστο­ρίας, που προ­κά­λε­σε τα Μα­ρασ­λεια­κά, ό­χι μό­νο πα­ρα­μέ­νει φλέ­γον, αλ­λά και προ­κα­λεί δια­μά­χες, που “η με­τα­φο­ρά τους στο δη­μό­σιο χώ­ρο”, με άλ­λα λό­για το φού­σκω­μα της ό­ποιας διέ­νε­ξης α­πό τα ΜΜΕ, εί­ναι τέ­τοιας έ­κτα­σης και έ­ντα­σης, που μπρο­στά του ω­χριούν ό­σα συ­νέ­βη­σαν προ 85 τό­σων χρό­νων. 
Ίσως η α­πά­ντη­ση στο πα­ρά­δο­ξο της διαιώ­νι­σης των εν λό­γω προ­βλη­μά­των να συ­νο­ψί­ζε­ται σε μια φρά­ση  α­πό το άρ­θρο ε­νός κε­φαλ­λο­νί­τη δά­σκα­λου, που δη­μο­σιεύ­τη­κε την ε­πο­χή των Μα­ρασ­λεια­κών. Καί­τοι δη­μο­τι­κι­στής και φι­λο­πρόο­δος, δή­λω­νε ό­τι δι­δά­σκει την Ιστο­ρία ως πα­τριώ­της και ό­χι ως “συγ­χρο­νι­στής”, προ­σθέ­το­ντας: «Όταν η Ελλά­δα λά­βη κι αυ­τή τη θέ­ση της στο Ανα­το­λι­κό η­μι­σφαί­ριο, τό­τε δι­δά­σκου­με συγ­χρο­νι­σμέ­να.» Αυ­τή η α­πό­φαν­ση μας φέρ­νει στο νου το πο­λυ­μνη­μο­νευ­μέ­νο προοί­μιο διη­γή­μα­τος του Πα­πα­δια­μά­ντη, ό­που ο α­φη­γη­τής δια­τεί­νε­ται ό­τι, “Άγγλος ή Γερ­μα­νός ή Γάλ­λος δύ­να­ται να εί­ναι κο­σμο­πο­λί­της ή α­ναρ­χι­κός ή ά­θε­ος ή ο,τι­δή­πο­τε, για­τί έ­κα­με το πα­τριω­τι­κόν χρέ­ος του, έ­κτι­σε με­γά­λη πα­τρί­δα, αλ­λά ό­χι ο Γραι­κύ­λος της σή­με­ρο­ν”. Αναμ­φι­βό­λως, άλ­λος ο Γραι­κύ­λος του 1893 και άλ­λος ο Έλλη­νας στα ο­δυ­νη­ρά με­θεόρ­τια της Μι­κρα­σια­τι­κής Κα­τα­στρο­φής. Πό­σω μάλ­λον ο ση­με­ρι­νός, που έ­τσι που το πά­ει, δι­χα­σμέ­νος με­τα­ξύ ε­θνι­κού και συγ­χρο­νι­στι­κού πνεύ­μα­τος, σε λί­γο θα ψά­χνει για θέ­ση, ό­χι σε έ­να α­πό τα δυο Ημι­σφαί­ρια, αλ­λά στο φεγ­γά­ρι.                                                                                        
Ένα άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, κι αυ­τό α­πό μια ά­πο­ψη πα­ρά­δο­ξο, εί­ναι ό­τι, στις εν λό­γω δια­μά­χες, ό­λα τα φώ­τα εί­ναι στραμ­μέ­να στις γυ­ναί­κες. Με­τρού­με του­λά­χι­στον τρεις, που βρέ­θη­καν στη δί­νη των γε­γο­νό­των, ό­που οι δυο πα­λαιό­τε­ρες πλή­ρω­σαν α­κρι­βά τη στά­ση τους, ε­νώ η ση­με­ρι­νή α­ντα­μεί­φθη­κε και μά­λι­στα δι­πλά, α­φού και προήχ­θη στην πα­νε­πι­στη­μια­κή της στα­διο­δρο­μία και κά­θι­σε στα βου­λευ­τι­κά έ­δρα­να. Ση­μά­δι ό­τι οι και­ροί έ­χουν αλ­λά­ξει. Ανα­κε­φα­λαιώ­νου­με, στα Αθεϊκά δί­νει την α­φορ­μή μια 33χρο­νη το 1911, η Μα­νιά­τισ­σα φι­λό­λο­γος Πη­νε­λό­πη Χρι­στά­κου. Στα Μα­ρασ­λεια­κά, η 27χρο­νη το 1925, Αθη­ναία φι­λό­λο­γος, Ρό­ζα Ιωάν­νου. Το δυ­στύ­χη­μα γι’ αυ­τήν την πρώι­μη φε­μι­νί­στρια εί­ναι ό­τι γρά­φτη­κε στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας με το ό­νο­μα του αν­δρός της, Γιάν­νη Ιμβριώ­τη. Και δεν έ­φτα­νε αυ­τό, αλ­λά ε­πι­προ­σθέ­τως ε­πι­σκιά­στη­κε σε ό­λους τους το­μείς α­πό τη δρά­ση ε­κεί­νου, που υ­πήρ­ξε πα­νε­πι­στη­μια­κός, α­ντι­στα­σια­κός και πο­λι­τευ­τής της Αρι­στε­ράς. Ακό­μη και στα Μα­ρασ­λεια­κά, εν τέ­λει, πα­ρέ­μει­νε στο δεύ­τε­ρο ρό­λο, α­φού ως πρω­τα­γω­νι­στής τους, ό­πως και των Αθεϊκών, έ­μει­νε ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος. Ωστό­σο, στην προ ε­ξα­ε­τίας εκ­παι­δευ­τι­κή δια­μά­χη, που έ­μει­νε ως η δια­μά­χη πε­ρί του βι­βλίου Ιστο­ρίας της ΣΤ΄Δη­μο­τι­κού, πρω­τα­γω­νί­στη­σε μια γυ­ναί­κα μό­νη, που τυ­χαί­νει και συγ­γρα­φέ­ας της πρώ­της εν­δε­λε­χούς ε­ξι­στό­ρη­σης των Μα­ρασ­λεια­κών. Φί­λα κεί­με­νοι και πο­λέ­μιοι της Μα­ρίας Ρε­πού­ση θα πρέ­πει να συμ­φω­νή­σουν σε έ­να ση­μείο: Η με­λέ­τη, που άρ­χι­σε να γρά­φει στο τέ­λος του 2007, δη­λα­δή α­μέ­σως με­τά την α­πό­συρ­ση του δι­δα­κτι­κού εγ­χει­ρι­δίου, στην κα­τάρ­τι­ση του ο­ποίου προΐστα­το  –πι­θα­νώς και για να πα­ρη­γο­ρη­θεί–  και την ο­ποία ο­λο­κλή­ρω­σε τον Δεκ. του 2011, συ­νι­στά μια ρέ­ου­σα α­φή­γη­ση, που στη­ρί­ζε­ται σε ε­κτε­τα­μέ­νη έ­ρευ­να.
Εκ πρώ­της ό­ψεως, κο­ντά 500 με­γα­λό­σχη­μες σε­λί­δες για να πε­ρι­γρα­φεί μια δια­μά­χη, που κρά­τη­σε μό­λις μια διε­τία, φαί­νε­ται σαν υ­περ­βο­λή, ε­πι­σείο­ντας τη μομ­φή της φλυα­ρίας, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, συ­νη­θί­ζει το άλ­λο φύ­λο να α­πο­δί­δει στις γυ­ναί­κες. Ωστό­σο, οι ε­πι­πλέ­ον σε­λί­δες εί­ναι α­πα­ραί­τη­τες για να κα­τα­νοή­σει ο ση­με­ρι­νός α­να­γνώ­στης το πώς και το για­τί μια συ­νε­δρία­ση των δι­δα­σκό­ντων στο Μα­ράσ­λειο Δι­δα­σκα­λείο και συ­γκε­κρι­μέ­να, η το­πο­θέ­τη­ση μιας νε­α­ρής φι­λό­λο­γου, που δί­δα­σκε Ιστο­ρία στην τρί­τη και τε­λευ­ταία τά­ξη του Δι­δα­σκα­λείου, προ­κά­λε­σε τό­ση α­να­στά­τω­ση. Κα­ταρ­χάς, προ­βλέ­πε­ται έ­να πρώ­το μέ­ρος για ό,τι α­πο­κα­λεί η συγ­γρα­φέ­ας “το πε­ρι­βάλ­λον των Μα­ρασ­λεια­κώ­ν”, το ο­ποίο συ­γκε­κρι­με­νο­ποιεί­ται σε τρεις συ­νι­στώ­σες: α) “Το έ­θνος και η ι­στο­ρία του”, κα­θώς η Με­γά­λη Ιδέα έ­δυε και οι σο­σια­λι­στι­κές ι­δέες κέρ­δι­ζαν έ­δα­φος, ε­πη­ρεά­ζο­ντας τις α­ντι­λή­ψεις για την ε­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα. β) “Η εκ­παί­δευ­ση και η γλώσ­σα”, ό­που πί­σω α­πό την α­ντί­θε­ση κα­θα­ρεύου­σας-δη­μο­τι­κής υ­πό­φω­σκε η δια­πά­λη δυο α­ντι­λή­ψεων, της πα­ρα­δο­σια­κής ή ε­θνι­κής και της συγ­χρο­νι­στι­κής ή δυ­τι­κό­φι­λης. γ) “Η κοι­νω­νία και τα φύ­λα”, που ση­μαί­νει την πα­ρα­δο­χή ό­τι η κοι­νω­νία πρέ­πει να έ­χει ό­σα φύ­λα προέ­βλε­ψε η φύ­ση, του­τέ­στιν δυο και ό­χι το ε­ξής έ­να. Δύ­σκο­λο το πέ­ρα­σμα σε έ­να “έμ­φυ­λο πε­ρι­βάλ­λο­ν”, ό­πως το α­πο­κα­λεί η συγ­γρα­φέ­ας, το ο­ποίο, για την ε­πο­χή του­λά­χι­στον των Μα­ρασ­λεια­κών, σή­μαι­νε σχε­δόν εμ­φύ­λιο πό­λε­μο. Μπο­ρεί ό­χι σώ­μα με σώ­μα, αλ­λά δια του δη­μο­σίου λό­γου.
Ακο­λου­θεί έ­να δεύ­τε­ρο μέ­ρος, της ί­διας έ­κτα­σης, πα­ρό­λο που, σε αυ­τό, πε­ρι­γρά­φε­ται αυ­τό κα­θ’ ε­αυ­τό “το μα­ρασ­λεια­κό ε­πει­σό­διο”. Από ε­δώ, μπο­ρεί να ξε­κι­νή­σει την α­νά­γνω­ση ο τυ­χών ι­στο­ρη­μέ­νος. Η συγ­γρα­φέ­ας ε­ξη­γεί σε τι έ­γκει­ται “η πρό­κλη­ση του Μα­ρασ­λεια­κού συ­γρο­τή­μα­τος”. Η δεύ­τε­ρη “πρό­κλη­ση” του Δελ­μού­ζου, δέ­κα πέ­ντε χρό­νια με­τά ε­κεί­νη του Παρ­θε­να­γω­γείου Βό­λου, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει η Έφη Γα­ζή σε κε­φά­λαιο της πρό­σφα­της με­λέ­της της, με τίτ­λο, «Η α­νά­δυ­ση του η­θι­κού πα­νι­κού». Σε ε­κεί­νη τη με­λέ­τη, πα­ρου­σιά­ζο­νται και τα Μα­ρασ­λεια­κά, αλ­λά με ε­στία­ση στο “σύν­θη­μα” «Πα­τρίς, Θρη­σκεία, Οι­κο­γέ­νεια», ό­πως εί­ναι και ο τίτ­λος της. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, δεν θα μας πα­ρα­ξέ­νευε αν αυ­τές οι δυο με­λέ­τες μο­νο­πω­λού­σαν για τη διε­τία 2011-2012 τις βρα­βεύ­σεις δο­κι­μίου. Όπως και να έ­χει, τα α­ντί­στοι­χα κε­φά­λαια των δυο με­λε­τών εκ­κι­νούν το­νί­ζο­ντας, για­τί η α­να­γκαία –ό­χι, βε­βαίως, και ι­κα­νή– συν­θή­κη για την α­να­βάθ­μι­ση της εκ­παί­δευ­σης εί­ναι η διά­πλα­ση των δα­σκά­λων και οι αλ­λα­γές στο Δη­μο­τι­κό. Ωστό­σο, το 1925, ο δη­μο­τι­κι­σμός έ­χει πλέ­ον α­πλώ­σει ρί­ζες στους εκ­παι­δευ­τι­κούς. Επί­σης, οι δι­δά­σκο­ντες στο Μα­ράσ­λειο φαί­νε­ται να ο­μο­φω­νούν ό­τι η δι­δα­σκό­με­νη Ιστο­ρία πρέ­πει να εί­ναι η Ιστο­ρία του πο­λι­τι­σμού. Από ε­κεί και πέ­ρα, ό­ταν γί­νε­ται λό­γος για την Επα­νά­στα­ση του 1821, οι ε­νη­με­ρω­μέ­νοι γύ­ρω α­πό τις νέες α­ντι­λή­ψεις δι­δα­κτι­κής της Ιστο­ρίας α­πο­φεύ­γουν να θέ­σουν το θέ­μα του ρό­λου της α­στι­κής τά­ξης σε αυ­τήν, ό,τι ή­θε­λε αυ­τό ση­μαί­νει για την ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της ε­πο­χής, κα­θώς και να κά­νουν λό­γο για τυ­χόν οι­κο­νο­μι­κό πα­ρά­γο­ντα. Για­τί αυ­τά, δεν προ­δί­δουν μό­νο ε­πη­ρε­α­σμό α­πό τα Φώ­τα της Εσπε­ρίας και αμ­φι­σβή­τη­ση του ε­θνε­γερ­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα της Επα­νά­στα­σης, αλ­λά ό­ζουν ι­δέες Σκλη­ρού και Κορ­δά­του ή, ό­πως θα λέ­γα­με λί­γο αρ­γό­τε­ρα, δεί­χνουν κομ­μου­νι­στι­κό δά­κτυ­λο.
Στην ε­πί­μα­χη συ­νε­δρία, που λαμ­βά­νει χώ­ρα την ε­πο­μέ­νη της ε­θνι­κής ε­ορ­τής, στις 26 Μαρ­τίου 1925, η Ιμβριώ­τη έ­χει κλη­θεί να δώ­σει ε­ξη­γή­σεις για τον τρό­πο της δι­δα­σκα­λίας της. Στο λό­γο της, δεν ε­πι­δει­κνύει την α­παι­τού­με­νη δι­πλω­μα­τία, αλ­λά εκ­θέ­τει ευ­θαρ­σώς τις α­πό­ψεις της. Κι αυ­τό εί­ναι το “α­τό­πη­μά” της, ό­πως γρά­φει η Ρε­πού­ση, α­να­λο­γι­ζό­με­νη πι­θα­νώς το δι­κό της “α­τό­πη­μα”. Προ­σο­χή, δεν κά­νει λό­γο για σφάλ­μα, αλ­λά μό­νο για α­τό­πη­μα, που ση­μαί­νει ε­νέρ­γεια α­κα­τάλ­λη­λη στις δε­δο­μέ­νες πε­ρι­στά­σεις. Έτσι, α­ντί να δια­σκε­δά­σει τις κα­τη­γο­ρίες, τις ε­πι­βε­βαιώ­νει. Από ε­κεί και με­τά, άρ­χι­σε η χρο­νο­βό­ρος δια­δι­κα­σία α­να­κρί­σεων και εκ­θέ­σεων, που προ­σέ­κρου­σε και στην μη ύ­παρ­ξη έ­γκυ­ρων Πρα­κτι­κών α­πό τις ε­πί­μα­χες συ­νε­δρίες. Φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι πά­για τα­κτι­κή στα κα­θ’ η­μάς, τα Πρα­κτι­κά να συ­ντάσ­σο­νται εκ των υ­στέ­ρων με βά­ση ση­μειώ­μα­τα ό­σων συμ­με­τεί­χαν. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, γί­νε­ται στα Κρα­τι­κά Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας.
Ίσως το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο μέ­ρος της με­λέ­της, τό­σο α­πό πλευ­ράς έ­ρευ­νας ό­σο και εν­δια­φέ­ρο­ντος, εί­ναι το τρί­το, α­φιε­ρω­μέ­νο στα με­θεόρ­τια του λό­γου της Ιμβριώ­τη. Στο πώς πα­ρου­σιά­ζουν οι ε­φη­με­ρί­δες της Αθή­νας τα α­πο­κα­λού­με­να Μα­ρασ­λεια­κά. Στον α­ντί­χτυ­πο που έ­χουν τα δη­μο­σιεύ­μα­τα, έ­τσι ό­πως διαν­θί­ζο­νται με ευ­φά­ντα­στες στρε­βλώ­σεις και σκαν­δα­λι­στι­κές ι­στο­ρίες, ε­μπνευ­σμέ­νες κυ­ρίως α­πό το μέ­νος που προ­κα­λού­σε η α­νά­μει­ξη των γυ­ναι­κών στα κοι­νά. Τέ­λος, στο πώς ό­λα - και­νά δαι­μό­νια και αί­σχη - α­πο­δί­δο­νται στους συ­νή­θεις ύ­πο­πτους της ε­πο­χής, του­τέ­στιν τους “μαλ­λια­ρο­κομ­μου­νι­στές”, ο­πό­τε και παίρ­νουν δια­στά­σεις ε­θνι­κού κιν­δύ­νου, ε­σα­εί φρά­ση-κλει­δί για κυο­φο­ρού­με­νες στρα­τιω­τι­κές ε­πεμ­βά­σεις. Αυ­τή η νεό­κο­πη λε­κτι­κή συ­νέ­νω­ση δη­μο­τι­κι­σμού-κομ­μου­νι­σμού, που προ­κύ­πτει στη διάρ­κεια του Εθνι­κού Συ­νε­δρίου (23 Απρ-2 Μαΐ 1925), ό­ταν α­νά­βουν τα αί­μα­τα, συ­νε­νώ­νει μεν την α­πει­λή για τη γλώσ­σα και την ε­θνι­κή ι­δε­ο­λο­γία, αλ­λά προ­κα­λεί και συ­γκρού­σεις ε­ντός των δη­μο­τι­κι­στών, κα­θώς μια με­ρί­δα α­πό αυ­τούς δεν α­πο­δέ­χε­ται τις μαρ­ξι­στι­κές ι­δέες. 
Από την ε­κτε­νή πε­ρι­γρα­φή, που δί­νε­ται στη με­λέ­τη, για τη στά­ση της τριαν­δρίας του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου α­πό αρ­χής των Μα­ρασ­λεια­κών, δια­φαί­νε­ται η διά­σπα­ση, που ε­πέρ­χε­ται, τε­λι­κά, τον Μάρ. του 1927, ό­πως και ο ρό­λος ε­νός ε­κά­στου. Οι δυο, Δελ­μού­ζος-Γλη­νός, συ­γκρούο­νται, ο τρί­τος, ο πά­ντο­τε ι­διό­μορ­φος και μο­νή­ρης Τρια­ντα­φυλ­λί­δης, σιω­πά. Σχε­τι­κά εν συ­ντο­μία πε­ρι­γρά­φε­ται η στά­ση της Ιμβριώ­τη, με την πα­ρά­θε­ση μι­κρού α­πο­σπά­σμα­τος α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία της με τον Δελ­μού­ζο και πε­ρι­λη­πτι­κή α­να­φο­ρά σε μια μο­να­δι­κή συ­νέ­ντευ­ξή της. Πι­στεύου­με ό­τι η Ρε­πού­ση α­δι­κεί την η­ρωί­δα αυ­τής της πρώ­της α­φή­γη­σης, που στή­νει. Κρί­μα να μεί­νει α­πό την πα­ρά­τολ­μη Ρό­ζα, που σή­κω­σε την μπα­ντιέ­ρα των Μα­ρασ­λεια­κών, αυ­τό το, “Θα γί­νω κομ­μου­νί­στρια για να τους εκ­δι­κη­θώ”.
Κα­τά τα άλ­λα, τό­τε ό­πως και τώ­ρα, το α­να­γνω­στι­κό κοι­νό των ε­φη­με­ρί­δων προ­τι­μού­σε να ε­νη­με­ρώ­νε­ται γύ­ρω α­πό τα καυ­τά θέ­μα­τα της ε­πι­και­ρό­τη­τας, ό­χι α­πό έ­γκυ­ρα άρ­θρα και νη­φά­λιες α­να­λύ­σεις, αλ­λά α­πό έκ­δη­λα προ­κα­τει­λημ­μέ­νες δη­μο­σιο­γρα­φι­κές κα­μπά­νιες. Με άλ­λα λό­για, να μην σπα­ζο­κε­φα­λιά­ζει να μορ­φώ­σει ι­δίαν ά­πο­ψη, αλ­λά να παίρ­νει μα­ση­μέ­νη τη γνώ­μη του άλ­φα ή του βή­τα ε­πω­νύ­μου, που για να εί­ναι και ε­πώ­νυ­μος κά­τι θα ξέ­ρει πά­ρα πά­νω. Ύστε­ρα, δια­βά­ζο­ντας δια­δο­χι­κές κα­μπά­νιες για ποι­κί­λα ζη­τή­μα­τα, ο κα­θέ­νας έ­χει ξε­δια­λέ­ξει χο­ντρι­κά τους ο­μοϊδεά­τες του και α­να­λό­γως στοι­χί­ζε­ται ε­κεί ως ο­πα­δός. Για τα Μα­ρασ­λεια­κά έ­γι­ναν δυο με­γά­λης έ­κτα­σης κα­μπά­νιες α­πό τις ε­φη­με­ρί­δες «Σκριπ» και «Δη­μο­κρα­τία» του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­να­στα­σίου. Άρχι­σαν ταυ­τό­χρο­να, τέ­λη Ιαν. 1926, με­σού­σης της δι­κτα­το­ρίας Θεό­δω­ρου Πά­γκα­λου, που εί­χε φρο­ντί­σει να α­πο­λύ­σει ό­λους τους ε­μπλε­κό­με­νους. Πε­ρισ­σό­τε­ρο εν­δια­φέ­ρου­σα για ε­μάς εί­ναι η δεύ­τε­ρη, κα­θώς α­πευ­θύ­νε­ται και σε γνω­στές προ­σω­πι­κό­τη­τες του λο­γο­τε­χνι­κού χώ­ρου. Κα­τά κα­νό­να, οι συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νοι κρα­τούν άλ­λη στά­ση στο γλωσ­σι­κό και άλ­λη στην ί­δια την εκ­παι­δευ­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Βλα­χο­γιάν­νης και ο Γρυ­πά­ρης εί­ναι δύο α­πό ε­κεί­νους που α­πο­φεύ­γουν να α­να­φερ­θούν στα Μα­ρασ­λεια­κά. Δυ­να­μι­κά κλεί­νει αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη κα­μπά­νια ο δη­μο­τι­κι­στής δά­σκα­λος Μέ­νος Φι­λή­ντας, ε­γκω­μιά­ζο­ντας τους τρεις ι­δε­ο­λό­γους που ρί­χτη­καν στον α­γώ­να για να ε­δραιω­θεί η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, που εί­ναι η γλώσ­σα που μι­λούν οι Έλλη­νες. Για το α­λη­θές του λό­γου πα­ρα­θέ­τει στι­χο­μυ­θία δα­σκά­λου-μα­θη­τή:
– Τι θα πει παι­δί μου κά­το­πτρο­ν;
– Κά­τω που τρων, κύ­ριε.
Κα­τα­το­πι­στι­κό το ε­ρά­νι­σμα της με­λέ­της α­πό τις δυο κα­μπά­νιες, ό­πως και το τε­λευ­ταίο, σχε­δόν έ­να τρί­το της με­λέ­της, ό­που α­να­δη­μο­σιεύο­νται οι α­να­κρι­τι­κές εκ­θέ­σεις για τα Μα­ρασ­λεια­κά και πα­ρα­τί­θε­νται οι ση­μειώ­σεις κά­θε κε­φα­λαίου, με πλή­ρη και α­κρι­βή βιο­γρα­φι­κά, αλ­λά και ε­πί­μα­χα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό α­να­φε­ρό­με­να κεί­με­να, κά­πο­τε και α­κέ­ραια τα κεί­με­να. Έτσι, ο α­να­γνώ­στης μπο­ρεί να μορ­φώ­σει ά­πο­ψη, πέ­ραν της δια­φαι­νό­με­νης στην α­φή­γη­ση. Ας ε­πι­ση­μά­νου­με, ό­μως, και έ­να α­δύ­να­το ση­μείο. Εμείς δεν εί­μα­στε ι­στο­ρι­κοί, έ­χου­με, ω­στό­σο, την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι δεν νο­εί­ται ευ­ρε­τή­ριο προ­σώ­πων χω­ρίς τα μι­κρά ο­νό­μα­τα των α­να­φε­ρο­μέ­νων. Ού­τε καν το αρ­χι­κό του ο­νό­μα­τος. Η προ­σθή­κη της ι­διό­τη­τάς τους δεν υ­πο­κα­θι­στά το βα­φτι­στι­κό. Άλλω­στε, πρό­κει­ται για πα­νε­πι­στη­μια­κούς κα­θη­γη­τές, υ­πουρ­γούς και κα­θη­γη­τές του Μα­ρασ­λείου, των ο­ποίων ό­χι μό­νο τα μι­κρά ο­νό­μα­τα αλ­λά και τα βιο­γρα­φι­κά εί­ναι γνω­στά. Πα­ρά­δειγ­μα, ο Συ­μια­κός Μι­χαήλ Βο­λο­νά­κης, κα­θη­γη­τής τό­τε Ιστο­ρίας Μέ­σων και Νεό­τε­ρων Χρό­νων, που μα­ζί με τον Να­ξιώ­τη Νι­κό­λαο Εξαρ­χό­που­λο, κα­θη­γη­τή παι­δα­γω­γι­κής, ή­ταν τα βα­σι­κά μέ­λη του Εκπαι­δευ­τι­κού Συμ­βου­λίου. Άλλα πα­ρα­δείγ­μα­τα, ο υ­πουρ­γός Παι­δείας Κων­στα­ντί­νος Σπυ­ρί­δης, ο λο­γο­τέ­χνης Αντώ­νης Τραυ­λα­ντώ­νης, κα­θώς και η πλειά­δα των κα­θη­γη­τών του Μα­ρασ­λείου, με­τα­ξύ των ο­ποίων ο Κε­φαλ­λή­νιος κα­θη­γη­τής Γυ­μνα­στι­κής Αθα­νά­σιος Λευ­κα­δί­της, που εί­ναι και ο ι­δρυ­τής του προ­σκο­πι­σμού στην Ελλά­δα. Τέ­λος, α­πό τα μι­κρά ο­νό­μα­τα, που δεν πα­ρα­λεί­πο­νται, έ­να α­να­γρά­φε­ται λαν­θα­σμέ­να. Χω­ρίς ε­κεί­νο το νι στο Κω(ν)στα­ντί­νος ή­θε­λε, ό­χι τυ­χαία, το ό­νο­μά του ο Χατ­ζό­που­λος, έ­νας α­πό τους πρώ­τους δη­μο­τι­κι­στές και σο­σια­λι­στές.
Ανά­γο­ντας το θέ­μα της με­λέ­της σε έ­να γε­νι­κό­τε­ρο ε­πί­πε­δο, θα μπο­ρού­σε κα­νείς να ε­πι­ση­μά­νει το ε­ξής: Την ί­δια ε­πο­χή ο κομ­μου­νι­στι­κός κίν­δυ­νος αιω­ρεί­ται ως φό­βη­τρο α­πό την άρ­χου­σα τά­ξη, δη­λα­δή την α­στι­κή, πά­νω α­π’ ό­λη την Ευ­ρώ­πη, κα­θώς έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει πλέ­ον η Ρω­σι­κή Επα­νά­στα­ση. Συ­νε­πώς, ού­τε σ’ αυ­τόν τον το­μέα κρα­τά­με τα σκή­πτρα της πρω­το­πο­ρίας. Με μό­νη δια­φο­ρά ό­τι ε­δώ –ε­κτός της θρη­σκείας, της έν­νοιας της πα­τρί­δας και της α­στι­κής ι­διο­κτη­σίας– ο κομ­μου­νι­στι­κός κίν­δυ­νος α­να­μι­γνύε­ται α­πό τους κρα­τού­ντες με το ή­δη ο­ξυμ­μέ­νο γλωσ­σι­κό. Έτσι σχη­μα­τί­ζε­ται το ι­δε­ο­λο­γι­κό δί­δυ­μο του “μαλ­λια­ρο-κομ­μου­νι­σμού”, το ο­ποίο προ­βάλ­λε­ται ως ά­κρως ε­πι­βλα­βές για την ε­θνι­κή υ­πό­στα­ση. Η ε­πα­νά­λη­ψη του ί­διου μο­ντέ­λου, αλ­λά χω­ρίς το  “μαλ­λια­ρό”, θα ο­δη­γή­σει με­τά εί­κο­σι χρό­νια σε Εμφύ­λιο. Φαί­νε­ται, τε­λι­κά, ό­τι ως κοι­νω­νι­κή ο­ντό­τη­τα μας δια­κα­τέ­χει έμ­μο­να κά­ποιο δι­χα­στι­κό σύν­δρο­μο. Το αυ­τα­πό­δει­κτο υ­πάρ­χει και σή­με­ρα. Κο­χλά­ζει, αλ­λά σε συ­γκρα­τη­μέ­να ό­ρια, με τους μνη­μο­νια­κούς και α­ντι­μνη­μο­νια­κούς. Το πιο πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι στη ση­με­ρι­νή έ­ντα­ση ο Τύ­πος (= ΜΜΕ) “παί­ζει” α­κρι­βώς τα ί­δια “παι­χνί­δια” με τον μα­κρι­νό του πρό­γο­νο στα Μα­ρασ­λεια­κά. Σε συ­γκρι­τι­κό, μά­λι­στα, ε­πί­πε­δο, το “παί­ζει” α­π’ τη μια πλευ­ρά με λι­γό­τε­ρα προ­σχή­μα­τα, χω­ρίς α­ντί­στοι­χης σο­βα­ρό­τη­τας ι­δε­ο­λο­γι­κό υ­πό­βα­θρο, ε­νώ  συ­χνά ει­σέρ­χε­ται α­προ­κά­λυ­πτα το στοι­χείο της ι­διο­τέ­λειας. Συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας και την συ­γκρι­τι­κά πιο δρα­στι­κή α­πή­χη­ση των ση­με­ρι­νών ΜΜΕ, τό­τε οι ί­διοι ό­ροι α­πο­κτούν τρο­πή προς το χει­ρό­τε­ρο. Αντί, δη­λα­δή, να πά­με ε­μπρός, πά­με πί­σω. Ως μό­νο αι­σιό­δο­ξο μέ­νει  η α­που­σία α­πει­λής δι­κτα­το­ρίας α­πό κά­ποιον νέο Πά­γκα­λο. Κά­τι εί­ναι κι αυ­τό, εάν το δού­με σε συ­σχε­τι­σμό με α­νά­λο­γες πε­ρι­πέ­τειες στο πα­ρελ­θόν. 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/6/2011.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Σπονδυλωτές ιστορίες



Δη­μή­τρης Πε­τσε­τί­δης
«Εν οί­κω»
Εκδό­σεις Με­ταίχ­μιο
Μάρ­τιος 2012

Από τις 5 Φε­βρουα­ρίου 1977, που ο Δη­μή­τρης Πε­τσε­τί­δης δη­μο­σίευ­σε το πρώ­το του διή­γη­μα, «Το παλ­λη­κά­ρι», στην ε­φη­με­ρί­δα «Τα Νέ­α», μέ­χρι τον Οκτώ­βριο του 2007, που ε­ξέ­δω­σε το έ­βδο­μο βι­βλίο του, εί­χε στρογ­γυ­λέ­ψει τα δη­μο­σιευ­μέ­να πε­ζά του σε ε­κα­τό. Σύμ­φω­να με τους δι­κούς του χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, 99 διη­γή­μα­τα και μια νου­βέ­λα. Κα­νέ­να, ω­στό­σο, α­πό τα ε­πτά βι­βλία, που εί­χε εκ­δώ­σει, δεν εί­χε α­πο­σπά­σει κά­ποιο βρα­βείο. Η μό­νη διά­κρι­ση, που εί­χε λά­βει ή­ταν ο έ­παι­νος στον Β΄ Πα­νελ­λή­νιο Δια­γω­νι­σμό της ε­φη­με­ρί­δας «Η Κα­θη­με­ρι­νή», το 1981, πριν α­κό­μη εκ­δώ­σει βι­βλίο, για το διή­γη­μά του «Σι­δη­ρο­δρο­μι­κός Σταθ­μός Σπάρ­της». Αυ­τά, μέ­χρι τις 29 Δε­κεμ­βρίου 2011, που του α­πο­νε­μή­θη­κε α­πό την Ακα­δη­μία Αθη­νών το Βρα­βείο Ου­ρά­νη για το σύ­νο­λο του έρ­γου του. Θα έ­λε­γε κα­νείς, ό­τι, έ­στω και κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, δι­καιώ­θη­κε. Πλην, ό­μως, για τα Βρα­βεία της Ακα­δη­μίας, ε­κεί­νο που βα­ραί­νει, κα­τά τη λαϊκή ρή­ση, εί­ναι να έ­χεις μπάρ­μπα στην Κο­ρώ­νη. Από μια ά­πο­ψη, ε­δώ και χρό­νια, ό­λα τα βρα­βεία μας, λί­γο πο­λύ, έ­νας θείος ή μια θεία στην Κο­ρώ­νη τα ρυθ­μί­ζει. Με μια μι­κρή, ω­στό­σο, δια­φο­ρά· στα άλ­λα βρα­βεία υ­πάρ­χει και κά­ποια αρ­μό­δια ε­πι­τρο­πή. Δεν λεί­πουν, βε­βαίως, οι πε­ρι­πτώ­σεις μέ­λος κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής να μην έ­χει δια­βά­σει βι­βλίο που βρά­βευ­σε, μέ­νει, ω­στό­σο, η υ­πο­γρα­φή της συ­νε­νο­χής. Αλλά και στα Βρα­βεία της Ακα­δη­μίας υ­πάρ­χει ε­πι­τρο­πή. Και τι ε­πι­τρο­πή! Αν δεν σφάλ­λου­με, ο­λό­κλη­ρο το σώ­μα των Ακα­δη­μαϊκών α­πο­φα­σί­ζει. Δε­δο­μέ­νου, ό­μως, ό­τι δεν μπο­ρείς να έ­χεις την α­παί­τη­ση οι Ακα­δη­μαϊκοί να έ­χουν δια­βά­σει τα βι­βλία της χρο­νιάς, ό­πως έ­χεις α­πό τις κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές των δια­φό­ρων βρα­βείων, την ε­νη­με­ρω­τι­κή ει­σή­γη­ση α­να­λαμ­βά­νουν οι αρ­μό­διοι Ακα­δη­μαϊκοί. Ου­σια­στι­κά, έ­νας-δύο, ά­ντε το πο­λύ τρεις,  α­πο­φα­σί­ζουν και το σώ­μα των Ακα­δη­μαϊκών υιο­θε­τεί τις προ­τά­σεις τους. Οι τυ­χόν εν­στά­σεις φαί­νε­ται να πε­ριο­ρί­ζο­νται σε θέ­μα­τα ι­δε­ο­λο­γι­κής και η­θι­κής τά­ξης. Πα­ρα­δό­ξως, αυ­τή η τα­κτι­κή δεν δεί­χνει να ε­νο­χλεί. Σε α­ντί­θε­ση με τα άλ­λα βρα­βεία, ό­που ό­λο και κά­ποιος πα­ρα­πο­νεί­ται για τις ε­πι­λο­γές των ε­πι­τρο­πών. Πι­θα­νώς, για­τί πά­ντο­τε σε­βό­μα­στε τους εκ­προ­σώ­πους της οιασ­δή­πο­τε ε­ξου­σίας. Πό­σω μάλ­λον τους Αθα­νά­τους.
Όπως και να έ­χει, ο Πε­τσε­τί­δης θα ή­ταν μια κα­λή ε­πι­λο­γή για το βρα­βείο διη­γή­μα­τος. Το βρα­βείο συ­νο­λι­κού έρ­γου θα λέ­γα­με ό­τι α­ντι­στοι­χεί σε κά­ποιον που έ­χει κλεί­σει τον δη­μιουρ­γι­κό κύ­κλο του ή, το πο­λύ, τεί­νει να τον κλεί­σει. Το γε­γο­νός ό­τι μό­λις τρεις μή­νες με­τά την α­πο­νο­μή εκ­δί­δε­ται το και­νού­ριο βι­βλίο του, με δε­κα­πέ­ντε νέα διη­γή­μα­τα, που θα σταθ­μι­στούν και μπο­ρεί να αλ­λά­ξουν το κέ­ντρο βά­ρους, δεί­χνει το βε­βια­σμέ­νο της βρά­βευ­σης. Έτσι κι αλ­λιώς, ελ­λο­χεύει το πα­ρά­δο­ξο, ό­ταν παίρ­νεις στα χέ­ριά σου έ­να βι­βλίο, που σε πλη­ρο­φο­ρεί, ή­δη α­πό το ε­ξώ­φυλ­λο, ό­τι α­νή­κει σε έ­να βρα­βευ­μέ­νο σύ­νο­λο. Όσο α­φο­ρά, βε­βαίως, τον και­νού­ριο εκ­δό­τη του Πε­τσε­τί­δη, τον πέ­μπτο στη σει­ρά, αυ­τός εί­ναι δι­καιο­λο­γη­μέ­νος. Να μην δια­φη­μί­σει την πρα­μά­τειά του, έ­τσι που του προέ­κυ­ψε, πριν α­κό­μη την έκ­δο­ση, βρα­βευ­μέ­νη; 
Τώ­ρα, κα­τά πό­σο η βρά­βευ­ση της Ακα­δη­μίας θα φέ­ρει και άλ­λες δια­κρί­σεις, μέ­νει να φα­νεί. Πά­ντως, ο τίτ­λος του βι­βλίου, με τον λό­γιο χα­ρα­κτή­ρα του, που για πρώ­τη φο­ρά ε­πι­στρα­τεύει ο συγ­γρα­φέ­ας, θυ­μί­ζει μια άλ­λη λαϊκή ρή­ση, τα εν οί­κω μη εν δή­μω. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, δεί­χνει σαν να ι­σχυ­ρο­ποιεί την ε­ντύ­πω­ση της αυ­το­βιο­γρα­φίας, που δη­μιουρ­γεί το πρώ­το πρό­σω­πο της α­φή­γη­σης. Ωστό­σο, ο Πε­τσε­τί­δης εί­χε α­πορ­ρί­ψει α­πό την αρ­χή το τρί­το πρό­σω­πο. Σε μια πρώ­τη συ­νέ­ντευ­ξη, δή­λω­νε την α­ντι­πά­θειά του για τον πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή. Ακρι­βέ­στε­ρα, για τον συγ­γρα­φέ­α-θεό. Άλλω­στε και τις φα­ντα­στι­κές ι­στο­ρίες του, μέ­χρι τον βίο και την πο­λι­τεία του Λέ­ο­ντα Ίδα Μπο­να­σπάρ­τη στη μο­να­δι­κή νου­βέ­λα του «Τρο­πι­κός του Λέ­ο­ντος», σε πρώ­το πρό­σω­πο τις α­φη­γεί­ται. Από την άλ­λη, συ­χνά, οι συγ­γρα­φείς, σε μια ο­ρι­σμέ­νη φά­ση της ζωής τους, νιώ­θουν την α­νά­γκη να πα­ρα­βούν την εν λό­γω ρή­ση και να γί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κοί. Σε ποιο βαθ­μό, μό­νο αυ­τοί το γνω­ρί­ζουν, α­φού η πα­ρου­σία­ση των α­φη­γού­με­νων με την μορ­φή της αυ­το­βιο­γρά­φη­σης μπο­ρεί να εί­ναι έ­νας α­πό τους τρό­πους για να στη­θεί ο ι­στός της μυ­θο­πλα­σίας. 
Πέ­ραν αυ­τών, το και­νού­ριο βι­βλίο του Πε­τσε­τί­δη θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί σπον­δυ­λω­τό και οιο­νεί αυ­το­βιο­γρα­φι­κό. Τύ­ποις, πρό­κει­ται για μια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Δε­κα­πέ­ντε τον α­ριθ­μό, δη­λα­δή κο­ντά στον μέ­σο ό­ρο των συλ­λο­γών του, και της κα­θιε­ρω­μέ­νης τους έ­κτα­σης, δη­λα­δή με­ρι­κών σε­λί­δων. Θα λέ­γα­με, ό­τι αυ­τή η έ­κτα­ση εί­ναι η ι­δε­α­τή για έ­να διή­γη­μα. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ω­στό­σο, κα­θώς έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει να α­πο­κα­λού­νται διη­γή­μα­τα ό­λες οι ι­στο­ρίες, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο σχοι­νο­τε­νείς, τα διη­γή­μα­τα του Πε­τσε­τί­δη θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν μάλ­λον σύ­ντο­μα. Τα δώ­δε­κα α­πό αυ­τά πα­ρα­κο­λου­θούν, σε χρο­νι­κή α­νέ­λι­ξη, τον α­φη­γη­τή να με­τα­κο­μί­ζει α­πό την κοι­λά­δα του Ευ­ρώ­τα στην Αθή­να λό­γω σπου­δών, εν­δια­μέ­σως στον Λα­γκα­δά για το στρα­τιω­τι­κό, πί­σω στην Αθή­να και τέ­λος, να ε­γκα­θί­στα­ται στην ε­παρ­χια­κή πό­λη, ό­που δια­μέ­νει. Η ε­παρ­χια­κή πό­λη δεν κα­το­νο­μά­ζε­ται. Ωστό­σο, σε έ­να α­πό τα και­νού­ρια διη­γή­μα­τα, το «Αί­θου­σα α­να­μο­νής», ό­ταν ο α­φη­γη­τής ο­ρί­ζει την εν λό­γω ε­παρ­χια­κή πό­λη σαν μια πό­λη ό­που δεν υ­πάρ­χει “ού­τε γραμ­μή τρέ­νου, και έ­τσι ού­τε αί­θου­σα α­να­μο­νής σι­δη­ρο­δρο­μι­κού σταθ­μού”, φαί­νε­ται σαν να συ­νο­μι­λεί με ε­κεί­νο το πρώ­το βρα­βευ­μέ­νο διή­γη­μα, «Σι­δη­ρο­δρο­μι­κός Σταθ­μός Σπά­ρ­της». Εκεί­νο εί­ναι γραμ­μέ­νο σε τρί­το πρό­σω­πο, με τον έ­φη­βο ή­ρωα να ο­νει­ρεύε­ται να φύ­γει κά­ποια μέ­ρα με το τραί­νο, μή­πως και γλυ­τώ­σει τον ξυ­λο­δαρ­μό του κα­θη­γη­τή. Ήταν η δε­κα­ε­τία του ’50, που η ρή­ση, α­μαρ­τίαι γο­νέων παι­δεύου­σι τέ­κνα, συ­νι­στού­σε τον χρυ­σό κα­νό­να σε εκ­παί­δευ­ση και στρα­τό. Σαρ­κά­ζο­ντας ο α­φη­γη­τής, κλεί­νει το διή­γη­μα διευ­κρι­νί­ζο­ντας: «Όσο για τον σι­δη­ρο­δρο­μι­κό σταθ­μό Σπάρ­της και ποιος δεν το ξέ­ρει! Τα τραί­να δε φτά­νουν στη Λα­κω­νία...»
Το δω­δέ­κα­το και τε­λευ­ταίο της συλ­λο­γής διή­γη­μα γρά­φτη­κε με σκε­λε­τό τους στί­χους ε­νός ποιή­μα­τος του α­με­ρι­κα­νού ποιη­τή και ζω­γρά­φου Κέ­νεθ Ρέξ­ροθ. Οι κα­τα­νε­μη­μέ­νοι σε κά­θε πα­ρά­γρα­φο έν­θε­τοι στί­χοι τυ­πώ­νο­νται με μαύ­ρα πλά­για στοι­χεία και υ­πο­γραμ­μί­ζο­νται. Πα­ρό­τι το διή­γη­μα κρα­τά τον τίτ­λο του ποιή­μα­τος, «Τα πλε­ο­νε­κτή­μα­τα της μα­θή­σεως», δια­βά­ζε­ται ως συ­μπλή­ρω­μα σε αυ­τήν την, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, αυ­το­βιο­γρά­φη­ση και συ­νά­μα, έρ­χε­ται σαν πα­ρα­πλα­νη­τι­κή κά­λυ­ψη, κά­τι σαν κα­μου­φλά­ζ, α­να­μι­γνύο­ντας τα πραγ­μα­τι­κά βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία με μυ­θο­πλα­στι­κά. Μό­νο που αυ­τές οι φα­ντα­στι­κές προ­σθή­κες μέ­νουν ξέ­νες τό­σο προς το πνεύ­μα του βι­βλίου ό­σο και της συ­γκε­κρι­μέ­νης ι­στο­ρίας. Οι πα­ραλ­λα­γές, που υ­πα­γο­ρεύο­νται α­πό τους αυ­το­βιο­γρα­φι­κούς στί­χους του α­με­ρι­κα­νού ποιη­τή –ε­νός α­ναρ­χί­ζο­ντα στα νιά­τα του, συ­νο­δοι­πό­ρου των Μπη­τ, και ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νου, ό­ταν συν­θέ­τει το ποίη­μα, α­πό τη δεύ­τε­ρη σύ­ζυ­γο που λά­τρευε– δεί­χνουν σαν κα­κο­φο­ρε­μέ­νη μά­σκα. Κα­τά κά­ποιο δυ­σά­ρε­στο τρό­πο, στρε­βλώ­νουν το πρό­σω­πο του α­φη­γη­τή του Πε­τσε­τί­δη, που συ­νι­στά έ­να α­πό τα α­τού της διη­γη­μα­το­γρα­φίας του. Αυ­τός πλά­στη­κε σαν το α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό παι­δί στην Πε­λο­πόν­νη­σο της δε­κα­ε­τίας του ’40, σαν τον τυ­πι­κό ε­παρ­χιώ­τη φοι­τη­τή στην Αθή­να του ’50 και αρ­γό­τε­ρα, μέ­χρι και τις αρ­χές του ’80, και τέ­λος, σαν τον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τύ­πο μιας μειο­ψη­φίας, που διά­λε­ξε ε­κεί­να τα χρό­νια να ε­πι­στρέ­ψει για μό­νι­μη ε­γκα­τά­στα­ση στη γε­νέ­τει­ρα. Συ­νή­θως, στα κα­θ’ η­μάς, ε­πι­στρέ­φουν οι πα­ντρε­μέ­νοι, με την προο­πτι­κή της οι­κο­γέ­νειας. Αν ο α­να­γνώ­στης πα­ρα­νοή­σει και α­να­ζη­τή­σει στη συ­γκε­κρι­μέ­νη ι­στο­ρία α­φη­γη­μα­τι­κή συ­νέ­χεια, θα βρει ε­λά­χι­στα α­λη­θο­φα­νή αυ­τόν τον α­πο­συ­νά­γω­γο πό­τη. Ύστε­ρα, πό­της με άσ­προ κρα­σί και δη, ζε­στό, ό­πως τον ο­ρί­ζει ο στί­χος, μό­νο έ­νας Αμε­ρι­κα­νός μπο­ρεί να το δια­νο­η­θεί. Αν και α­κό­μη πιο α­πε­ρί­γρα­πτος προ­βάλ­λει ο ε­ρω­το­μα­νής του δια­δι­κτύου, που, ω­στό­σο, με μο­λύ­βι και χαρ­τί γρά­φει ποιή­μα­τα, σχε­διά­ζο­ντας γυ­μνές στο πε­ρι­θώ­ριο. Ο Ρέξ­ροθ πέ­θα­νε το 1982 και, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν έ­γι­νε πο­τέ η­λεκ­τρο­νι­κός χα­σο­μέ­ρης.
Ανά­με­σα στα δώ­δε­κα διη­γή­μα­τα, υ­πάρ­χει και έ­να μί­νι διή­γη­μα της μιας σε­λί­δας, που θα μπο­ρού­σε να προέρ­χε­ται α­πό τα βιώ­μα­τα του α­φη­γη­τή ή και να εί­ναι προϊόν μυ­θο­πλα­σίας. Αυ­τό, α­ντι­θέ­τως, δέ­νει με το προ­φίλ του α­φη­γη­τή. Στα δε­κα­ε­πτά του, α­κό­μη παρ­θέ­νος, μη γνω­ρί­ζο­ντας τι θα πει καύ­κος ή καύ­χος, ό­πως εί­ναι ο τίτ­λος του διη­γή­μα­τος και ό­πως τον α­πο­κά­λε­σε ο συ­μπα­τριώ­της του, ό­ταν τον εί­δε με­σά­νυ­χτα να φεύ­γει α­πό την κά­μα­ρά τους, έ­χει την πρώ­τη του ε­ρω­τι­κή ε­μπει­ρία. Εδώ, η γλώσ­σα εί­ναι δρα­στι­κή και η α­φή­γη­ση λα­κω­νι­κή στις πε­ρι­γρα­φές, αλ­λά ου­δό­λως στε­γνω­μέ­νη. Αυ­τό, πά­ντως, το διή­γη­μα δεν α­κο­λου­θεί την χρο­νι­κή πα­ρά­τα­ξη. Ο α­φη­γη­τής πε­ρι­γρά­φει ει­κό­νες και στή­νει σκη­νές ε­ρω­τι­κής προ­σμο­νής, αλ­λά πα­ρα­κά­μπτει τα δια­τρέ­ξα­ντα ε­πί της κλί­νης του “μι­κρού δω­μα­τίου σε έ­να μι­κρό σπί­τι στο στε­νό δρο­μά­κι”. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η τά­ση προς τα υ­πο­κο­ρι­στι­κά εί­ναι πρό­σφα­τη και πα­ρα­τη­ρεί­ται σε αρ­κε­τούς διη­γη­μα­το­γρά­φους, ζη­λω­τές του τίτ­λου του μά­στο­ρα. Πι­θα­νώς, να εί­ναι πα­πα­δια­μά­ντεια ε­πιρ­ροή, κα­θώς, πέ­ρυ­σι, με την ευ­και­ρία του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έ­τους, πλεί­στοι ό­σοι δή­λω­ναν ό­τι δια­βά­ζουν με πά­θος τον Σκια­θί­τη. Με­τα­ξύ αυ­τών, α­πό τους πρώ­τους και ο Πε­τσε­τί­δης. Δέ­κα χρό­νια πριν, ε­ξα­νί­στα­το ό­ταν συ­νε­χώς ά­κουε και διά­βα­ζε α­να­φο­ρές στο ό­νο­μα Πα­πα­δια­μά­ντη. Φαί­νε­ται, τό­τε, δεν εί­χε α­κό­μη α­να­γά­γει τον Σκια­θί­τη σε “κα­θη­γη­τή εις την δια βίου μά­θη­ση”. Κάλ­λιο αρ­γά πα­ρά πο­τέ, κα­τά έ­τε­ρη θυ­μό­σο­φη ρή­ση.
Τα τρία ε­να­πο­μεί­να­ντα διη­γή­μα­τα με τα ο­ποία συ­μπλη­ρώ­νε­ται η δε­κα­πε­ντά­δα έ­χουν πα­ρα­πλή­σιους τίτ­λους, ό­που αλ­λά­ζει μό­νο το ε­πί­θε­το της κα­θο­ρι­στι­κής λέ­ξης που εί­ναι το “δω­μά­τιο”. “Χα­μέ­νο”, “κλει­στό” ή “σκο­τει­νό” το δω­μά­τιο, πά­ντως, και στις τρεις πε­ρι­πτώ­σεις, σε αυ­τό μπαι­νο­βγαί­νουν υ­περ­βα­τι­κές ο­ντό­τη­τες. Το πρώ­το α­πό αυ­τά, με το ο­ποίο και α­νοί­γει η συλ­λο­γή, πα­ρου­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον. Η α­ο­ρι­στία των α­να­φο­ρών και ο ρυθ­μός της α­φή­γη­σης τού δί­νει τη μορ­φή ε­φιάλ­τη. Όχι, ό­μως, ε­νός τυ­χό­ντος ε­φιάλ­τη, αλ­λά τού πο­λύ συ­γκε­κρι­μέ­νου της δια­βίω­σης σε μια α­θη­ναϊκή πο­λυ­κα­τοι­κία. Ο συγ­γρα­φέ­ας κι­νεί­ται με α­πρό­σμε­νη ά­νε­ση στο υ­περ­ρε­α­λι­στι­κής ε­μπνεύ­σεως σκη­νι­κό που στή­νει. Αντι­θέ­τως, στα άλ­λα δυο, η έ­ξο­δος ε­κτός ρε­α­λι­στι­κού πλαι­σίου χω­λαί­νει. Ωστό­σο, α­πό το δεύ­τε­ρο, μέ­νει η σκη­νή με τους νε­κρούς γο­νείς. Αυ­τοί ί­πτα­νται και ο μι­κρα­σιά­της πα­τέ­ρας α­πο­κα­λεί την σύ­ντρο­φό του, “σου­ρου­κλε­μιά­ρα”, συ­νώ­νυ­μο του πιο γνω­στού   σουρ­τού­κα, κα­λώ­ντας την να τον α­κο­λου­θή­σει. Όσο για το τρί­το, αυ­τό δεί­χνει α­νι­σο­βα­ρές με τό­σες ε­γκι­βω­τι­σμέ­νες ρε­α­λι­στι­κές ι­στο­ρίες, μέ­χρι ε­κεί­νο το κλι­σέ με τις γά­τες της Μα­κρό­νη­σου, και συ­μπλή­ρω­μα, την φροϋδι­κών κα­τα­βο­λών ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κή κα­τά­λη­ξη.
Εν αρ­χή της συλ­λο­γής, το­πο­θε­τεί­ται μεν διή­γη­μα καφ­κι­κής α­τμό­σφαι­ρας, αλ­λά η πραγ­μα­τι­κή αρ­χή ή και συ­νέ­χεια με τα πα­λαιό­τε­ρα διη­γή­μα­τα του Πε­τσε­τί­δη α­πο­κα­θί­στα­ται με το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, «Στους μύ­λους της Βαρ­δού­νιας». Την το­πο­θε­σία την γνω­ρί­ζου­με. Υπάρ­χουν κά­ποια μέ­ρη, που πο­τέ δεν ε­πι­σκέ­φτη­κες, ο­πό­τε δεν α­πο­κλείε­ται να εί­ναι φα­ντα­στι­κά, ό­μως έ­χεις α­πό αυ­τά μια κα­θα­ρή ει­κό­να. Σαν να βρέ­θη­κες στο βά­θος της χα­ρά­δρας, με τα ο­χτώ σπί­τια ό­λα ό­λα και τους δυο α­νε­μό­μυ­λους, ό­πως πε­ρι­γρά­φε­ται στο διή­γη­μα του 1986, «Φα­ντά­ροι στους Μύ­λους». Στο και­νού­ριο, η πε­ρι­γρα­φή α­πλώ­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο, για­τί το σπί­τι της για­γιάς και η μα­γεία τού γύ­ρω τό­που εί­ναι ε­κεί­νο που θέ­λει να φω­τί­σει η μνή­μη. Υπάρ­χουν και σε αυ­τό νύ­ξεις στα γε­γο­νό­τα της Κα­το­χής και του Εμφυ­λίου, α­πο­τε­λούν, ό­μως, πε­ρισ­σό­τε­ρο τον διά­κο­σμο. Αλλά, α­κό­μη και σαν α­φη­γη­μα­τι­κός διά­κο­σμος, φαί­νε­ται να ω­χριά μπρο­στά στην ε­ντύ­πω­ση α­πό το θαύ­μα της Πα­να­γίας στον Πο­λυά­ρα­βο την ε­πο­χή του Μπραΐμη.
   Άνι­σα σε δυ­να­μι­κή τα διη­γή­μα­τα, κερ­δί­ζουν ε­κεί­να για πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές και α­συ­ντέ­λε­στους έ­ρω­τες. Υπάρ­χουν ι­στο­ρίες, στις ο­ποίες μό­νο έ­να ε­πι­μέ­ρους τμή­μα τους έ­χει ο­ντό­τη­τα διη­γή­μα­τος. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πό το «Hotel Ελβε­τία, 3ος ό­ρο­φος», το ί­ζη­μα εί­ναι η τε­λευ­ταία σε­λί­δα, ό­που α­νι­στο­ρεί­ται μια ε­πί­σκε­ψη στο εν λό­γω ξε­νο­δο­χείο της ο­δού Σα­τω­βριάν­δου σα­ρά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Από μια ά­πο­ψη, το γε­γο­νός ό­τι το διή­γη­μα ως σύ­νο­λο πά­σχει, δι­καιο­λο­γεί­ται, α­φού γρά­φτη­κε κα­τά πα­ραγ­γε­λία πε­ριο­δι­κού, που έ­δι­νε την αρ­χή της ι­στο­ρίας και ζη­τού­σε α­πό τους συμ­με­τέ­χο­ντες να την ο­λο­κλη­ρώ­σουν. Όπως και να έ­χει, με τα και­νού­ρια διη­γή­μα­τα, ο συγ­γρα­φέ­ας θα μπο­ρού­σε να κερ­δί­σει μια δεύ­τε­ρη βρά­βευ­ση, α­κό­μη και να υ­πο­βάλ­λει υ­πο­ψη­φιό­τη­τα για τα Βρα­βεία της Ακα­δη­μίας, αν κά­τι τέ­τοιο ε­πι­τρέ­πε­ται με­τά τη βρά­βευ­ση ο­λό­κλη­ρου του έρ­γου.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/5/2012.

Παπαδιαμάντης και ΕΚΕΒΙ

Στου Μα­κρυ­γιάν­νη, ε­πί της ο­δού Αθα­να­σίου Διά­κου, γω­νία με Πο­ρί­νου, βρί­σκε­ται το πο­λυώ­ρο­φο κτί­ριο, στο ο­ποίο στε­γά­ζε­ται το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου. Στις δυο ό­ψεις εί­ναι α­ναρ­τη­μέ­να μο­νί­μως πα­νώ α­πό τα ε­πε­τεια­κά έ­τη, που ε­ορ­τά­στη­καν κα­τά τα πρώ­τα χρό­νια του νέ­ου αιώ­να. Επί της προ­σό­ψεως: Εγγο­νό­που­λος 2007, Κα­ρα­γά­τσης 2008, Ρί­τσος 2009, Γκά­τσος 2011, Βρετ­τά­κος 2012. Στην ό­ψη της πα­ρό­δου: Θε­ο­το­κάς 2005, Πα­πα­δια­μά­ντης 2001. Όλα τα πα­νώ, α­νε­ξαι­ρέ­τως, α­να­γρά­φουν ό­τι εί­ναι για την ε­πέ­τειο των 100 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­ση ε­κά­στου των τι­μώ­με­νων. Με άλ­λα λό­για, και οι ε­πτά υ­πέ­ρο­χοι εί­ναι της γε­νιάς του ’30. Κά­ποιοι α­πό τους πε­ρα­στι­κούς – και εί­ναι πολ­λοί χά­ρις στην πε­ζο­δρό­μη­ση της ο­δού Μα­κρυ­γιάν­νη και το σταθ­μό του Με­τρό – εκ­φρά­ζουν α­πο­ρία. Οι έ­νοι­κοι, ό­μως, του Ε.ΚΕ.ΒΙ. ου­δό­λως εκ­πλήσ­σο­νται. Εκα­τό χρό­νια, λοι­πόν, το 2001, α­πό τη γέν­νη­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/5/2012.

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Ο Λεγκράν και οι επτά επιστολογράφοι του



Γιάν­νης Πα­πα­κώ­στας
«Ο EMILE LEGRAND
και η Ελλη­νι­κή Βι­βλιο­γρα­φία
Αρχεια­κή με­λέ­τη»
Εκδό­σεις Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη
Νοέ. 2011

Μια αλ­λη­λο­γρα­φία πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, ό­ταν γνω­ρί­ζου­με τα πρό­σω­πα των αλ­λη­λο­γρά­φων. Εμείς, ό­μως, δη­λα­δή έ­να κά­πως ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, πό­σο μπο­ρεί να γνω­ρί­ζου­με τον γάλ­λο ελ­λη­νι­στή και βι­βλιο­γρά­φο Εμίλ Λε­γκρά­ν; Σε μια κα­θο­λι­κού χα­ρα­κτή­ρα κλί­μα­κα α­πα­ντή­σεων,  μή­πως η ε­πι­κρα­τέ­στε­ρη α­πά­ντη­ση θα ή­ταν  κα­θό­λου; Αλλά μή­πως και γνω­ρί­ζου­με τι εί­δους βι­βλιο­γρα­φία εί­ναι αυ­τή η «Ελλη­νι­κή Βι­βλιο­γρα­φία», ό­πως α­πο­δό­θη­κε στα ελ­λη­νι­κά ο τίτ­λος της; Πό­σω μάλ­λον να την έ­χου­με φυλ­λο­με­τρή­σει; Αλλά και πού να την βρεις να την πε­ριερ­γα­στείς; 
Προ­χω­ρώ­ντας τώ­ρα στους αλ­λη­λο­γρά­φους· πό­σο γνω­ρί­ζου­με τον ι­στο­ριο­δί­φη Κων­στα­ντί­νο Σά­θα, ο ο­ποίος θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί ο γνω­στό­τε­ρος με­τα­ξύ των συ­νο­λι­κά ε­πτά ε­πι­στο­λο­γρά­φων του Λε­γκράν, των ο­ποίων ε­πι­στο­λές δη­μο­σιεύο­νται στο βι­βλίο; Όσο για τα ο­νό­μα­τα των υ­πο­λοί­πων,  ού­τε που τα έ­χου­με α­κού­σει, α­σχέ­τως εάν τρία α­πό αυ­τά α­ντι­στοι­χούν σε δύο ε­πι­φα­νείς βυ­ζα­ντι­νο­λό­γους και έ­ναν Πα­τριάρ­χη Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως. Άλλω­στε, κα­νέ­να α­πό τα α­να­φε­ρό­με­να ο­νό­μα­τα δεν κα­τα­χω­ρεί­ται στις ε­γκύ­κλιες σπου­δές, ού­τε έ­χει φτά­σει πο­τέ να α­πο­τε­λεί πτυ­χή της γε­νι­κό­τε­ρης παι­δείας μας. 
Συ­νε­πώς, η αλ­λη­λο­γρα­φία του Λε­γκράν  μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό τους ει­δή­μο­νες ως ση­μα­ντι­κό έρ­γο, α­φού α­φο­ρά την κυο­φο­ρία μιας θε­με­λιώ­δους για τις νε­ο­ελ­λη­νι­κές σπου­δές βι­βλιο­γρα­φίας, αλ­λά εκ προοι­μίου στε­ρεί­ται  α­να­γνω­στών. Έχου­με, μά­λι­στα, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι δεν θα α­πο­κτού­σε α­να­γνώ­στες ού­τε εάν ή­ταν ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στή αυ­τή η τε­ρά­στιας έ­κτα­σης βι­βλιο­γρα­φία, που συ­νέ­τα­ξε ο γάλ­λος ελ­λη­νι­στής. Κι αυ­τό για­τί το σκε­πτι­κό με το ο­ποίο κα­ταρ­τί­στη­κε μάλ­λον δεν συμ­φω­νεί με τα ση­με­ρι­νά κρι­τή­ρια α­ξιο­λό­γη­σης. Κα­λύ­πτει μεν τα βι­βλία α­πό τέσ­σε­ρις αιώ­νες τουρ­κο­κρα­τίας, δη­λα­δή α­πό την εμ­φά­νι­ση της τυ­πο­γρα­φίας μέ­χρι το 1790, αλ­λά με τον ό­ρο, έ­νας του­λά­χι­στον α­πό τους συ­ντε­λε­στές τού κα­τα­γρα­φό­με­νου βι­βλίου –του­τέ­στιν συγ­γρα­φέ­ας, ε­πι­με­λη­τής, εκ­δό­της–  να εί­ναι Έλλη­νας ή ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής, με σχε­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα σε αυ­τήν την πε­ρίο­δο. Ανε­ξάρ­τη­τα α­πό τη γλώσ­σα του βι­βλίου. Αυ­τό, με­θερ­μη­νευό­με­νο, α­πο­κλείει μια έκ­δο­ση, λ.χ., Αρι­στο­τέ­λη ή Ευ­ρι­πί­δη, που ε­πι­με­λή­θη­καν και ε­ξέ­δω­σαν ξέ­νοι, ε­νώ συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει πλή­θος εκ­κλη­σια­στι­κών βι­βλίων.    
Υπάρ­χει, ω­στό­σο, και η ά­πο­ψη, ό­τι μια αλ­λη­λο­γρα­φία, αυ­τή κα­θ’ ε­αυ­τή ως α­νά­γνω­σμα, μπο­ρεί να α­να­πτύ­ξει τη δι­κή της δυ­να­μι­κή, δε­δο­μέ­νου ό­τι δεν α­παι­τεί το γνω­στι­κό πε­δίο, που χρειά­ζε­ται η α­νά­γνω­ση του κυ­ρίως έρ­γου των αλ­λη­λο­γρά­φων. Στο γε­γο­νός, άλ­λω­στε, ό­τι μπο­ρεί να κι­νή­σει το εν­δια­φέ­ρον ε­νός νεό­τε­ρου και μη ει­δι­κού α­να­γνω­στι­κού κοι­νού, έ­γκει­ται μέ­ρος της α­ξίας μιας αλ­λη­λο­γρα­φίας. Για να ε­πι­τευχ­θεί, ό­μως, αυ­τό, α­παι­τού­νται ο­ρι­σμέ­νες προϋπο­θέ­σεις. Κα­τ’ αρ­χήν, η αλ­λη­λο­γρα­φία να εί­ναι αμ­φί­πλευ­ρη, ώ­στε να α­να­πτύσ­σε­ται διά­λο­γος με­τα­ξύ των δυο αλ­λη­λο­γρά­φων, ο ο­ποίος, σε α­ντί­θε­ση με την μο­νό­πλευ­ρη και συ­να­κό­λου­θα μο­νο­λο­γι­κή ε­πι­στο­λο­γρα­φία, δί­νει μια ει­κό­να, έ­στω και πε­ρί δια­γραμ­μά­των, του θέ­μα­τος.  Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, αυ­τό εί­ναι α­δύ­να­το, α­φού, ό­πως φαί­νε­ται, σε κα­νέ­να α­πό τα αρ­χεία των αλ­λη­λο­γρά­φων του Λε­γκράν δεν δια­σώ­θη­καν ε­πι­στο­λές του, ού­τε ο ί­διος ή­ταν τό­σο συ­στη­μα­τι­κός ώ­στε να κρα­τά­ει α­ντί­γρα­φο. Πα­ρό­λο που αυ­τό το τε­λευ­ταίο, θα α­να­με­νό­ταν. Αν ό­χι α­ντί­γρα­φο, του­λά­χι­στον κά­ποια ση­μείω­ση εις ε­αυ­τόν, ό­λο και θα πρέ­πει να κρα­τού­σε, δε­δο­μέ­νου ό­τι ζη­τού­σε κεί­με­να και πλη­ρο­φο­ρίες ταυ­τό­χρο­να α­πό έ­να πλή­θος προ­σώ­πων. Ποιος γνω­ρί­ζει αν δεν υ­πάρ­χει έ­να πα­ρό­μοιο μνη­μό­νιο στο Αρχείο του; Κα­τά κα­νό­να, για να ε­ντο­πι­σθεί το ο­τι­δή­πο­τε, α­παι­τεί­ται ο ε­ρευ­νών να έ­χει συ­γκε­κρι­μέ­νη ει­κό­να του ζη­τού­με­νου.
Μια δεύ­τε­ρη προϋπό­θε­ση θα ή­ταν να πρό­κει­ται του­λά­χι­στον για έ­να α­κέ­ραιο ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα. Αυ­τή η προϋπό­θε­ση εν μέ­ρει πλη­ρού­ται.  Οι ε­πι­στο­λο­γρά­φοι εί­ναι ε­πτά και α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία του κα­θε­νός σώ­ζε­ται έ­να με­γα­λύ­τε­ρο ή μι­κρό­τε­ρο τμή­μα, μέ­χρι το ε­λά­χι­στο της μιας ε­πι­στο­λής. Ωστό­σο, τα πέ­ντε α­πό τα ε­πι­στο­λι­κά σώ­μα­τα, των τεσ­σά­ρων Ελλή­νων ε­πι­στο­λο­γρά­φων και του ε­νός Πο­λω­νού, που εί­ναι και το κυ­ρίως σώ­μα, κα­λύ­πτουν, χω­ρίς να ε­πι­κα­λύ­πτο­νται, την μα­κριά χρο­νι­κή πε­ρίο­δο συγ­γρα­φής της «Ελλη­νι­κής Βι­βλιο­γρα­φίας», δη­λα­δή α­πό το 1869 μέ­χρι το 1910. Πα­ρα­δό­ξως, μά­λι­στα, φαί­νε­ται να σώ­ζε­ται σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, η ε­ναρ­κτή­ρια ε­πι­στο­λή. Με αυ­τό το α­τού, αν ο ε­πι­με­λη­τής ή­θε­λε να ελ­κύ­σει έ­να κά­πως πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό, θα χρεια­ζό­ταν να πα­ρου­σιά­σει τα πρό­σω­πα, πρω­τί­στως τον Λε­γκράν, που εί­ναι ο βα­σι­κός αλ­λά βου­βός συ­νο­μι­λη­τής, αλ­λά και να α­πο­κα­τα­στή­σει τον α­να­με­τα­ξύ τους διά­λο­γο, με πλη­ρο­φο­ρίες ε­κτός αλ­λη­λο­γρα­φίας, ό­πως το ποιες ή­ταν κά­θε φο­ρά οι α­ντι­δρά­σεις του πα­ρα­λή­πτη σε ό­σα του έ­γρα­φαν. Δη­λα­δή, κα­τά πό­σο έ­πρατ­τε σύμ­φω­να με τις συ­στά­σεις και διορ­θώ­σεις, που του έ­κα­ναν, το πώς α­ντι­με­τώ­πι­ζε τις τυ­χόν α­παι­τή­σεις, που πρό­βα­λαν, ή και τις κρί­σεις, που δια­τύ­πω­ναν.
Από τον πε­ρα­σμέ­νο Μάϊο, που δια­βά­σα­με για το υ­πό εκ­κό­λα­ψη βι­βλίο του Γιάν­νη Πα­πα­κώ­στα, πε­ρι­μέ­να­με με εν­δια­φέ­ρον να μά­θου­με πε­ρισ­σό­τε­ρα για τον γάλ­λο ελ­λη­νι­στή και το μνη­μειώ­δες έρ­γο του. Τε­λι­κά, πρό­κει­ται, σύμ­φω­να και με τον υ­πό­τιτ­λο, για μια “αρ­χεια­κή με­λέ­τη”, που έ­χει κα­ταρ­τι­σθεί με τέ­τοιο τρό­πο, ώ­στε να α­πο­βεί πο­λύ­τι­μη για έ­ναν ευ­ρύ κύ­κλο με­λε­τη­τών, δη­λα­δή για ό­λους ε­κεί­νους που ε­ντρυ­φούν ή και χρη­σι­μο­ποιούν ως βα­σι­κό βοή­θη­μα την «Ελλη­νι­κή Βι­βλιο­γρα­φία» του Λε­γκράν. Τό­σο το πρώ­το μέ­ρος της με­λέ­της, το ει­σα­γω­γι­κό στην αλ­λη­λο­γρα­φία, ό­σο και τα υ­πο­σε­λί­δια φι­λο­λο­γι­κά σχό­λια συ­ντάχ­θη­καν, έ­χο­ντας κα­τά νου αυ­τό το κοι­νό, που έ­χει την ευ­χέ­ρεια να κα­τα­φεύ­γει στις αρ­χεια­κές πη­γές. Οι υ­πό­λοι­ποι θα πρέ­πει να αρ­κε­στούν στις α­πό­ψεις  πε­ρί των προ­σώ­πων και των κι­νή­τρων τους, ό­πως τις συ­νο­ψί­ζει ο ε­πι­με­λη­τής. Για τα πρό­σω­πα, ω­στό­σο, ε­κεί­νης της ε­πο­χής, την α­ξία τους και τις με­τα­ξύ τους δια­φο­ρές, κα­λό εί­ναι να δια­μορ­φώ­νο­νται κρί­σεις α­πό πρω­το­γε­νείς πη­γές.
Το πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι ο κε­ντρι­κός ή­ρωας αυ­τής της α­φή­γη­σης, ο Αι­μί­λιος Λε­γράν­διος, ό­πως ο ί­διος φέ­ρε­ται να εί­χε ε­ξελ­λη­νί­σει το ό­νο­μά του. Για τα βιο­γρα­φι­κά του δί­νο­νται δυο βα­σι­κές πα­ρα­πο­μπές: Σε κεί­με­νο του μα­θη­τή και δια­δό­χου του Υμπέρ Περ­νώ, εν­σω­μα­τω­μέ­νο στον τε­λευ­ταίο τό­μο της «Ελλη­νι­κής Βι­βλιο­γρα­φίας», τον ο­ποίο ε­πι­με­λή­θη­κε ε­κεί­νος με­τά το θά­να­το του Λε­γκράν. Και σε α­νέκ­δο­τη δα­κτυ­λο­γρα­φη­μέ­νη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του 1974 στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Σορ­βό­νης της Μα­ριάν­νας Δή­τσα. Ενώ, δεν δί­νο­νται  ε­παρ­κείς πλη­ρο­φο­ρίες, ό­πως γί­νε­ται για τους λι­γό­τε­ρο ή και κα­θό­λου γνω­στούς ε­πι­στο­λο­γρά­φους του. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πό τις πλη­ρο­φο­ρίες που πα­ρα­τί­θε­νται, μα­θαί­νου­με την η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης του Λε­γκραν (30 Δεκ. 1841), αλ­λά μό­νο την χρο­νο­λο­γία θα­νά­του, ε­νώ εί­ναι γνω­στή η η­με­ρο­μη­νία (14 Νοε. 1914), χω­ρίς ι­διαί­τε­ρη α­να­φο­ρά στις συν­θή­κες θα­νά­του του, που συ­νή­θως έ­χουν ά­με­ση σχέ­ση με την τύ­χη των κα­τά­λοι­πων. Επί­σης, ό­τι φοί­τη­σε στο Λύ­κειο Caen, που ως ο­νο­μα­σία δεν λέει τί­πο­τα στον τυ­χό­ντα έλ­λη­να α­να­γνώ­στη. Ποιος γνω­ρί­ζει ό­τι το εν λό­γω ί­δρυ­μα εί­ναι έ­να α­πό τα πρώ­τα κα­θο­λι­κά λύ­κεια της Γαλ­λίας; Γι’ αυ­τό, α­κρι­βώς, και ε­πι­λέ­χτη­κε α­πό την οι­κο­γέ­νεια Λε­γκράν, που τον προό­ρι­ζε για το ιε­ρα­τι­κό ε­πάγ­γελ­μα. Μπο­ρεί μεν ε­κεί­νος να το ε­γκα­τέ­λει­ψε νω­ρίς, αλ­λά στην ε­κεί δια­μο­νή του ό­φει­λε το εν­δια­φέ­ρον του για τον νεό­τε­ρο ελ­λη­νι­σμό. Ακό­μη, ό­τι τα­ξί­δε­ψε στην Αθή­να και αλ­λού στην Ευ­ρώ­πη, χω­ρίς, ό­μως, α­να­φο­ρά χρο­νο­λο­γιών, που θα μπο­ρού­σαν να α­πο­βούν βο­η­θη­τι­κές κα­τά την α­νά­γνω­ση των ε­πι­στο­λών.    
Με­γα­λύ­τε­ρη εί­ναι η α­πο­γοή­τευ­ση ε­κεί­νου του φι­λο­πε­ρίερ­γου α­να­γνώ­στη, που  μπο­ρεί να μην εί­χε την τύ­χη να πε­ριερ­γα­στεί το βι­βλιο­γρα­φι­κό κο­λοσ­σό του Λε­γκράν, αλ­λά έ­τυ­χε να φυλ­λο­με­τρή­σει ή και να δια­βά­σει ε­πι­λε­κτι­κά κά­ποια α­πό τα βι­βλία του Σά­θα. Αυ­τός ήλ­πι­ζε να μά­θει πε­ρισ­σό­τε­ρα, κα­θώς τον κέρ­δι­σε ο πλού­τος των στοι­χείων και η ζω­ντά­νια της α­φή­γη­σης. Εδώ, η κύ­ρια πη­γή του Πα­πα­κώ­στα εί­ναι οι 80 ε­πι­στο­λές Σά­θα προς Δη­μή­τριο Βι­κέ­λα, που βρί­σκο­νται α­νέκ­δο­τες στο Αρχείο του δεύ­τε­ρου. Κά­θε φο­ρά που αν­τλεί μια πλη­ρο­φο­ρία, α­να­φέ­ρει ό­τι πρό­κει­ται για ά­γνω­στη ή, κα­τά πα­ραλ­λα­γή, α­δη­μο­σίευ­τη ε­πι­στο­λή, ε­νίο­τε πα­ρα­θέ­τει και ε­πί­μα­χο α­πό­σπα­σμα. Ας μας ε­πι­τρα­πεί να χα­ρα­κτη­ρί­σου­με αυ­τήν την τα­κτι­κή ως το κι­νέ­ζι­κο μαρ­τύ­ριο της στα­γό­νας. Και δεν εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά. Σε πρό­σφα­το δη­μο­σίευ­μά του, εί­χε πα­ρου­σιά­σει με­ρι­κές ε­πι­στο­λές του εκ­δό­τη Γεωρ­γίου Κασ­δό­νη προς Βι­κέ­λα, χω­ρίς να α­να­φέ­ρει το συ­νο­λι­κό α­ριθ­μό και το χρο­νι­κό τους ά­νοιγ­μα. Ολό­κλη­ρο σύλ­λο­γο έ­στη­σε ο Βι­κέ­λας. Απο­ρού­με, για­τί αυ­τά τα πο­λύ­τι­μα ε­πι­στο­λι­κά σώ­μα­τα, που τα ο­φεί­λου­με στην ευ­τα­ξία και προ­νο­η­τι­κό­τη­τά του, να μην έ­χουν εκ­δο­θεί σε μια σει­ρά τό­μων. 
Οι ε­πι­στο­λές Σά­θα προς Βι­κέ­λα φαί­νε­ται να α­πο­τε­λούν προ­α­παι­τού­με­νο των ε­πι­στο­λών του προς Λε­γκράν. Ει­δάλ­λως, οι σχέ­σεις Λε­γκρά­ν-Σά­θα μέ­νουν θο­λές, α­δι­κώ­ντας αμ­φό­τε­ρους και κυ­ρίως τον Σά­θα. Ση­μειω­τέ­ον ό­τι πρό­κει­ται για τον μο­να­δι­κό α­πό τους ε­πι­στο­λο­γρά­φους του Λε­γκράν, που εί­ναι ο­μή­λι­κός του και την πε­ρίο­δο της αλ­λη­λο­γρα­φίας τους, του­λά­χι­στον στο πρώ­το τμή­μα των 38 ε­πι­στο­λών, γραμ­μέ­νων στα ελ­λη­νι­κά και χω­ρίς με­γά­λα χρο­νι­κά κε­νά, α­πό τον Ιού­νιο 1869 μέ­χρι τον Νοέμ­βριο 1872, ο Λε­γκράν δεν εί­χε αρ­χί­σει να δι­δά­σκει στο Πα­νε­πι­στή­μιο. Άρα, θα μπο­ρού­σαν να θεω­ρη­θούν, α­πό κά­θε ά­πο­ψη, ως ι­σό­τι­μοι, κα­θώς αμ­φό­τε­ροι μό­λις ξε­κι­νού­σαν. Ο Πα­πα­κώ­στας δια­βε­βαιώ­νει ό­τι, σύμ­φω­να με τις πη­γές του, ο Λε­γκράν εκ­φρα­ζό­ταν υ­πο­τι­μη­τι­κά για το έρ­γο του Σά­θα. Το για­τί μέ­νει με­τέω­ρο.     
Κα­τά τα άλ­λα, ό­σο α­φο­ρά την έκ­δο­ση της αλ­λη­λο­γρα­φίας, ι­σχύει η αρ­χή, ό­τι το κα­λό πράγ­μα αρ­γεί να γί­νει. Η “αρ­χεια­κή με­λέ­τη” τυ­πώ­θη­κε Νοέ. 2011. Πα­ρου­σιά­ζει έ­να ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα 160 γραμ­μά­των α­πό τα κα­τά­λοι­πα του Λε­γκράν, που, με το θά­να­τό του, έ­μει­ναν στον Περ­νώ. Το 1903, ο δεύ­τε­ρος ή­ταν 33 ε­τών. Πέ­θα­νε το 1946. Ένα χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, πή­γε στο Πα­ρί­σι ως υ­πό­τρο­φος του γαλ­λι­κού κρά­τους ο Στα­μά­της Κα­ρατ­ζάς, τό­τε νέ­ος δι­δά­κτο­ρας. Ο Περ­νώ του ε­μπι­στεύ­τη­κε το εν λό­γω ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα προς έκ­δο­ση. Εκεί­νος, με τη σει­ρά του, δε­κα­ε­τίες αρ­γό­τε­ρα, το ε­μπι­στεύ­τη­κε, και πά­λι προς έκ­δο­ση, σε έ­ναν άλ­λο νέο δι­δά­κτο­ρα, τον Πα­πα­κώ­στα. Στο προοί­μιο της έκ­δο­σης, αυ­τός δεν προσ­διο­ρί­ζει τη χρο­νο­λο­γία. Πά­ντως ο Κα­ρατ­ζάς πέ­θα­νε το 1986, αλ­λά, λό­γω προ­βλη­μά­των υ­γείας, εί­χε ε­γκα­τα­λεί­ψει το Πα­νε­πι­στή­μιο α­πό το 1975. 
Στο προοί­μιό του, ο Πα­πα­κώ­στας προσ­διο­ρί­ζει ό­τι δεν πρό­κει­ται για προ­σω­πι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία αλ­λά για ε­πι­στη­μο­νι­κό διά­λο­γο. Κι αν ό­χι α­κρι­βώς για διά­λο­γο, για μια σει­ρά α­πό μο­νο­λό­γους, που α­ντα­να­κλούν  το πώς γι­νό­ταν τό­τε η έ­ρευ­να γε­νι­κό­τε­ρα, και πέ­ραν του συ­γκε­κρι­μέ­νου πα­ρα­δείγ­μα­τος της κα­τάρ­τι­σης α­πό τον Λε­γκράν της Βι­βλιο­γρα­φίας του. Ο Πα­πα­κώ­στας α­να­δει­κνύει αυ­τό “το ρεύ­μα ι­δεώ­ν” με­τα­ξύ Ανα­το­λής και Δύ­σης, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τις έ­ρευ­νες των ε­πι­στο­λο­γρά­φων. Οι ε­πι­στο­λι­κοί μο­νό­λο­γοι δια­τάσ­σο­νται ως ε­ξής: 41 ε­πι­στο­λές Σά­θα, στο διά­στη­μα 1869-1880, α­πό Αθή­να, Βιέν­νη, Βε­νε­τία, Πα­ρί­σι, με κε­νό το διά­στη­μα 1872-1877, κα­τά το ο­ποίο συ­να­ντή­θη­καν στο Πα­ρί­σι και συ­νερ­γά­στη­καν. Η αλ­λη­λο­γρα­φία τους ξε­κι­νά, ό­πως και ό­λες οι άλ­λες, κα­τά πα­ρό­τρυν­ση κοι­νού γνω­στού. Ανταλ­λάσ­σουν πλη­ρο­φο­ρίες και συ­χνά ο έ­νας σχο­λιά­ζει βι­βλίο του άλ­λου, ε­νώ αλ­λη­λο­κα­λύ­πτουν α­νά­γκες σε α­γο­ρές βι­βλίων. Ο Σά­θας του α­ντι­γρά­φει του­λά­χι­στον δυο έρ­γα και του υ­πο­δει­κνύει με­τά ε­πι­μο­νής τα α­ξιό­λο­γα προς έκ­δο­ση, ό­πως τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα του Κο­λο­κο­τρώ­νη και τη γραμ­μα­τι­κή του Νι­κό­λα­ου Σο­φια­νού. Αντι­θέ­τως, τον α­πο­τρέ­πει να α­να­τυ­πώ­σει κά­ποια άλ­λα, ό­πως την φυλ­λά­δα του Σπα­νού. Εδώ, ο ε­πι­με­λη­τής πα­ρα­τη­ρεί ό­τι ο Σά­θας α­ντι­με­τω­πί­ζει τον Λε­γκράν ι­σό­τι­μα, αν ό­χι α­πό θέ­ση υ­πε­ρο­χής, χω­ρίς να λαμ­βά­νει υ­πό­ψη του την ε­πι­στη­μο­νι­κή πρόο­δο ε­κεί­νου. Θα λέ­γα­με ό­τι εκ­φρά­ζε­ται με το κύ­ρος κά­ποιου που γνω­ρί­ζει έ­να θέ­μα α­πό πρώ­το χέ­ρι και τα κεί­με­να εξ αυ­το­ψίας, αλ­λά και με την υ­πε­ρο­χή της ελ­λη­νι­κής ως μη­τρι­κής γλώσ­σας. Απο­ρού­με για­τί χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον Σά­θα ως κά­ποιον που δεν ά­σκη­σε κα­νέ­να ε­πάγ­γελ­μα, με κρι­τή­ριο ό­τι η πη­γή της χρη­μα­το­δό­τη­σής του ή­ταν το κρά­τος.  Με αυ­τήν τη λο­γι­κή, και σή­με­ρα, ε­ρευ­νη­τής θα πρέ­πει να θεω­ρεί­ται μό­νο ο ορ­γα­νι­κά ε­νταγ­μέ­νος σε έ­να ί­δρυ­μα ή ο χρη­μα­το­δο­τού­με­νος α­πό αυ­τό. 
Ακο­λου­θούν 18 ε­πι­στο­λές του Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τη Βα­σί­λειου Γεωρ­γιά­δη, α­πό το Μό­να­χο, την πε­ρίο­δο Ιουν. 1882-Απρ. 1883. Τό­τε με­τα­πτυ­χια­κός φοι­τη­τής ο Γεωρ­για­δης - εί­ναι ο κα­τό­πιν Πα­τριάρ­χης Βα­σί­λειος ο Γ΄- γρά­φει ε­κτε­νείς ε­πι­στο­λές, στις ο­ποίες πε­ρι­γρά­φει βι­βλία, πολ­λά α­πό τα ο­ποία και τού α­ντι­γρά­φει. Εί­ναι μό­λις πέ­ντε χρό­νια νεό­τε­ρος του Λε­γκράν, αλ­λά ο τό­νος των ε­πι­στο­λών εί­ναι αυ­τός του ευ­πει­θούς μα­θη­τού. Έπο­νται οι 14 ε­πι­στο­λές του πη­λιο­ρεί­τη δά­σκα­λου και ιε­ρέα Αθα­νά­σιου Πα­πα­δό­που­λου Κε­ρα­μέως, α­πό Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και Ιε­ρο­σό­λυ­μα, την πε­ρίο­δο Δεκ. 1884- Δεκ. 1887.  Δε­κα­πέ­ντε χρό­νια νεό­τε­ρος ο Κε­ρα­μεύς, 28 ε­τών το 1884, α­ντι­γρά­φει κυ­ρίως Μη­ναία και πε­ρι­γρά­φει εκ­κλη­σια­στι­κά βι­βλία, ό­πως και ο Γεωρ­γιά­δης. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, οι ε­πι­στο­λές του έ­χουν έ­ναν τό­νο οι­κειό­τη­τας. Ο τέ­ταρ­τος έλ­λη­νας ε­πι­στο­λο­γρά­φος εί­ναι ο ε­πί­σης Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­της Βα­σί­λειος Μυ­στα­κί­δης, 16 χρό­νια νεό­τε­ρος του Λε­γκράν, 30 ε­τών το 1888, ό­ταν αρ­χί­ζει η αλ­λη­λο­γρα­φία τους, που εί­ναι και η με­γα­λύ­τε­ρη α­πό τις σω­ζό­με­νες, φθά­νο­ντας 49 ε­πι­στο­λές μέ­χρι το 1890. Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες σταλ­μέ­νες α­πό τη Γερ­μα­νία, ό­που βρι­σκό­ταν ως με­τα­πτυ­χια­κός φοι­τη­τής, ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στο Αρχείο του ελ­λη­νι­στή θε­ο­λό­γου του 16ου αιώ­να, Μαρ­τί­νου Κρού­σιου. Πο­λυ­λο­γά και μί­ζε­ρο τον βρί­σκει ο ε­πι­με­λη­τής. Μάλ­λον πο­λύ πρό­θυ­μος φαί­νε­ται σε ε­μάς, ό­πως και ο έ­τε­ρος με­τα­πτυ­χια­κός, ο Γεωρ­γιά­δης. Εί­ναι δύο φι­λό­τι­μοι α­ντι­γρα­φείς, που ε­πι­μέ­νουν στην πι­στή έκ­δο­ση των έρ­γων.
Γε­νι­κό­τε­ρα, δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση ό­τι οι ε­πι­στο­λο­γρά­φοι έ­χουν ως βα­σι­κό κί­νη­τρο την προ­βο­λή των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των στον ευ­ρω­παϊκό χώ­ρο, γι’ αυ­τό και νιώ­θουν υ­πό­χρε­οι α­πέ­να­ντι στον γάλ­λο ελ­λη­νι­στή και, α­πό μια στιγ­μή και με­τά, πα­νε­πι­στη­μια­κό. Εκεί­νος, α­πό την πλευ­ρά του, στο Πα­ρί­σι ή και στην ε­ξο­χή, κα­τήρ­τι­ζε με βά­ση τις πλη­ρο­φο­ρίες  και τις α­ντι­γρα­φές τους τα δελ­τία της Βι­βλιο­γρα­φίας. Σε αυ­τά, α­νέ­φε­ρε τη βι­βλιο­θή­κη, αλ­λά ό­χι πά­ντο­τε τον ε­ρευ­νη­τή. Η μνεία ε­ξαρ­τιό­ταν α­πό τη θέ­ση που κα­τεί­χε. Ένας με­τα­πτυ­χια­κός, τό­τε ό­πως και σή­με­ρα, δεν μνη­μο­νεύε­ται. Ορι­σμέ­νες α­πό τις αλ­λη­λο­γρα­φίες φαί­νε­ται να δια­κό­πτο­νται λό­γω οι­κο­νο­μι­κού αι­τή­μα­τος του ε­ρευ­νη­τή. Κά­ποια πράγ­μα­τα ό­πως φαί­νε­ται δεν αλ­λά­ζουν. Σε αυ­τά θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με την δι­χό­νοια, που φαί­νε­ται να υ­πάρ­χει α­να­με­τα­ξύ  κά­ποιων ε­πι­στο­λο­γρά­φων. Ενώ, ο­μα­δι­κά πυ­ρά ε­ξα­πο­λύουν ε­να­ντίον του Μα­νουήλ Γε­δεών, στα ο­ποία προ­στί­θε­ται και η α­ντι­πά­θεια του Λε­γκράν, κα­θώς φαί­νε­ται ό­τι ο Γε­δεών, α­πό μιας αρ­χής, του εί­χε ζη­τή­σει α­μοι­βή για την ό­ποια βοή­θεια στην έ­ρευ­να. Όπως και να έ­χει, δεν δί­νο­νται α­κρι­βείς πλη­ρο­φο­ρίες για τις σχέ­σεις αυ­τών των δυο, πα­ρά μό­νο ό­τι ή­ταν και ο Γε­δεών α­νά­με­σα στους ε­πι­στο­λο­γρά­φους του Λε­γκράν. 
 Πέ­ρα α­πό τις ε­πι­μέ­ρους πα­ρα­τη­ρή­σεις, εν­δε­χο­μέ­νως μεμ­ψί­μοι­ρες, η έκ­δο­ση της αλ­λη­λο­γρα­φίας εί­ναι άρ­τια, τό­σο ως ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα ό­σο και ως αρ­χεια­κή με­λέ­τη. Ενδει­κτι­κό της προ­σε­κτι­κής ε­πι­μέ­λειας εί­ναι ο υ­πο­μνη­μα­τι­σμός, ο ο­ποίος δεν ε­ξαν­τλεί­ται στην α­πλή λημ­μα­το­γρά­φη­ση, αλ­λά συ­χνά προ­κύ­πτει α­πό αρ­χεια­κή έ­ρευ­να. Σε αυ­τό πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γι­στεί και η συμ­βο­λή του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη, που συ­μπε­ριέ­λα­βε στο εκ­δο­τι­κό του πρό­γραμ­μα την α­ντιε­μπο­ρι­κή αυ­τή έκ­δο­ση. Εκεί­νο, πά­ντως, που κα­θί­στα­ται σα­φές α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία Λε­γκράν εί­ναι ό­τι αυ­τή η μνη­μειώ­δης Βι­βλιο­γρα­φία δεν ο­φεί­λε­ται α­πο­κλει­στι­κά σε έ­να πρό­σω­πο. Ένα  πο­σο­στό της, το ο­ποίο μέ­νει α­διευ­κρί­νι­στο, προέ­κυ­ψε μέ­σα α­πό συλ­λο­γι­κό μόχ­θο. Εκεί­νος, ε­κτός α­πό ε­μπνευ­στής και συ­στη­μα­τι­κός ε­ρα­νι­στής λημ­μά­των ο ί­διος,  κρα­τά θέ­ση μό­νι­μου συ­ντο­νι­στή και αυ­στη­ρού ε­λε­γκτή στο τε­λι­κό ά­θροι­σμα του λημ­μα­το­λο­γίου.  Πί­σω του, ό­μως, στοι­χί­ζο­νται, δη­λω­μέ­να ή ό­χι, α­κό­μη κά­ποια πρό­σω­πα. Εξ αυ­τών, το πό­σο α­κρι­βώς συ­νέ­βαλ­λε ο κα­θέ­νας συ­νι­στά έ­να ζη­τού­με­νο, το ο­ποίο ί­σως να μη μά­θου­με πο­τέ. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/5/2012.

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Μεταξύ ειρωνείας και νοσταλγίας


Βα­σί­λης Π. Κα­ρα­γιάν­νης
«Συ­γκε­χυ­μέ­νες α­γά­πες»
Εκδό­σεις Γα­βριήλ­δης
Νοέμ­βριος 2011  

Έργο του ζωγράφου Κώστα Ντιός,
που κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογής.


Με την συ­νε­χή α­πί­σχναν­ση ή και α­πλο­ποίη­ση της ελ­λη­νι­κής, που, α­πό μια νε­ο­τε­ρί­ζου­σα ο­πτι­κή χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως α­πο­λέ­πι­ση α­πό έ­να πα­λαιό­τε­ρο γλωσ­σι­κό υ­λι­κό προς εκ­συγ­χρο­νι­σμό, τα διη­γή­μα­τα του Βα­σί­λη Κα­ρα­γιάν­νη μπο­ρεί και να α­πο­μα­κρύ­νουν το ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Κά­τι οι ά­γνω­στες λέ­ξεις, κά­τι η ποι­κι­λία των εκ­φρα­στι­κών τρό­πων, κά­τι οι ει­ρω­νι­κές α­πο­χρώ­σεις, που υ­πο­σκά­πτουν το ό­ποιο στέ­ρεο έ­δα­φος μυ­θο­πλα­σίας, πι­στεύου­με ό­τι δυ­σκο­λεύουν έ­να μέ­σο ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη. Άλλω­στε και η α­νά­γνω­ση μια συ­νή­θεια εί­ναι, την ο­ποία δια­μορ­φώ­νει η κά­θε ε­πο­χή με τους δι­κούς της μέ­σους ό­ρους α­να­γνω­σμά­των. Τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ό­μως, που α­πο­κλείουν τους πολ­λούς, ελ­κύουν την α­να­γνω­στι­κή μειο­νό­τη­τα. Όσους, δη­λα­δή, δια­θέ­τουν κά­ποια λε­κτι­κή ε­πάρ­κεια και α­ρέ­σκο­νται στη σκω­πτι­κή θεώ­ρη­ση των πραγ­μά­των. Αυ­τήν τη με­ρί­δα α­να­γνω­στών την έ­χει κερ­δί­σει ο Κα­ρα­γιάν­νης και μό­νο με τους τίτ­λους των νέων διη­γη­μά­των του, έ­τσι ό­πως δεί­χνουν εκ προοι­μίου τον α­συ­νή­θη και ι­διό­τυ­πο χα­ρα­κτή­ρα της έ­μπνευ­σης.
Η πρό­σφα­τη συλ­λο­γή πε­ρι­λαμ­βά­νει ε­πτά διη­γή­μα­τα συν μια “η­μι­νου­βέ­λα”, σύμ­φω­να με τους ει­δο­λο­γι­κούς χα­ρα­κτη­ρι­σμούς του συγ­γρα­φέα. Το ε­κτε­νές πε­ζό, με τίτ­λο «Τα 6,6 της σκη­νο­πη­γίας», πα­ρου­σιά­ζει τα του σει­σμού 6,6 Ρί­χτε­ρ, που έ­πλη­ξε την πε­ριο­χή της Κο­ζά­νης στις 13 Μαΐου 1995. Αφη­γη­μα­τι­κά δια­φο­ρε­τι­κό και θε­μα­τι­κά ε­στια­σμέ­νο, δια­φο­ρο­ποιεί­ται α­πό το υ­πό­λοι­πο βι­βλίο και αυ­το­νο­μεί­ται. Αντι­θέ­τως, τα ε­πτά διη­γή­μα­τα δεν έ­χουν έ­ναν συ­γκε­κρι­μέ­νο μύ­θο, δη­λα­δή μια σα­φώς δια­γε­γραμ­μέ­νη υ­πό­θε­ση, που να συ­νο­ψί­ζε­ται και να προ­σφέ­ρε­ται για α­να­διή­γη­ση. Δια­κρί­νε­ται, ω­στό­σο, σε ό­λα έ­νας αρ­χι­κός θε­μα­τι­κός πυ­ρή­νας, ε­νώ, κα­θώς προ­χω­ρά η α­φή­γη­ση, α­πο­κα­λύ­πτο­νται και άλ­λοι δευ­τε­ρεύο­ντες. Αυ­τοί φαί­νε­ται σαν να α­να­δύο­νται α­πό τις συ­νειρ­μι­κές πα­ρεκ­βά­σεις του α­φη­γη­τή, οι ο­ποίες και α­πο­τε­λούν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του τρό­που που διη­γεί­ται. Οι α­φη­γή­σεις δεν έ­χουν ε­πι­και­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ού­τε ό­ταν πε­ρι­γρά­φουν συ­γκε­κρι­μέ­να πε­ρι­στα­τι­κά. Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πα­σχο­λεί γε­νι­κό­τε­ρα η αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, που α­νά­λο­γα με τις πε­ρι­στά­σεις δεί­χνει δια­φο­ρε­τι­κές πλευ­ρές της. Ο α­φη­γη­τής πε­ρι­γρά­φει, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, χω­ρίς να συμ­με­τέ­χει αλ­λά και χω­ρίς να μέ­νει ου­δέ­τε­ρος. Τα σχό­λιά του δεν έ­χουν χα­ρα­κτή­ρα ε­πε­ξή­γη­σης ού­τε κρι­τι­κής. Έτσι ό­πως α­να­τρέ­χει σε πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές, δια­φαί­νε­ται μια φι­λο­σο­φί­ζου­σα διά­θε­ση, που κα­θό­λου δεν ε­πι­βα­ρύ­νει την α­φή­γη­ση. Το μυ­στι­κό της α­λα­φρά­δας της εί­ναι οι δια­κυ­μάν­σεις της ει­ρω­νείας που καλ­λιερ­γεί. Σε άλ­λά ση­μεία, πα­ρα­μέ­νει δια­κρι­τι­κή, σχε­δόν κρυμ­μέ­νη μέ­σα σε α­πα­νω­τές στρώ­σεις νο­σταλ­γι­κής διά­θε­σης και άλ­λού προ­βάλ­λει σε πρώ­το πλά­νο, κά­πο­τε κα­τα­φα­νώς πε­ρι­παι­κτι­κή.
Σύμ­φω­να και με τους αι­σώ­πειους μύ­θους, τα αν­θρώ­πι­να κα­τά Κα­ρα­γιάν­νη μπο­ρούν να α­να­δειχ­θούν και με ι­στο­ρίες, που έ­χουν ή­ρωες ζώα. Ένα α­πό τα δια­σκε­δα­στι­κό­τε­ρα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τα συ­νου­σια­στι­κά ή­θη, πα­λαιό­τε­ρα και νεό­τε­ρα, ε­στιά­ζο­ντας στα α­ντί­στοι­χα των αι­γών. Ήδη, ο τίτ­λος του διη­γή­μα­τος, «Τρά­γου α­πό­δρα­ση», που στην κα­θο­μι­λου­μέ­νη θα α­πο­δι­δό­ταν «Ο τρά­γος το ’σκα­σε», δη­λώ­νει, του­λά­χι­στον για τους κι­νη­μα­το­γρα­φό­φι­λους, τον αν­θρω­πο­μορ­φι­σμό, κα­θό­σον εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τη δη­μο­φι­λή ται­νία, «Η νύ­φη το ’σκα­σε». Κα­τά τον υ­πέρ­τιτ­λο, το διή­γη­μα έ­χει τη μορ­φή “ποι­με­νι­κού ε­ρω­τι­κού δράγ­μα­τος”. Προ­σο­χή ε­δώ στο λο­γο­παί­γνιο: ο υ­πέρ­τιτ­λος πα­ρα­πέ­μπει μεν η­χη­τι­κά στο βου­κο­λι­κό δρά­μα, δια­κρι­τι­κά, ό­μως, κά­νει λό­γο για δράγ­μα, του­τέ­στιν πρό­χει­ρο σχε­δία­σμα. Όπως και να έ­χει, η ι­στο­ρία ξε­κι­νά με το δα­νει­σμό α­πό τον γεί­το­να του τρά­γου και την με­τα­γω­γή του στον στά­βλο, ό­που βρί­σκε­ται μα­ζί με τα λοι­πά κα­τοι­κί­δια του νοι­κο­κυ­ριού η γί­δα, και τε­λειώ­νει με τη φυ­γή του προ του κα­τα­να­γκα­στι­κού έρ­γου προς τον πα­ρα­κεί­με­νο “τό­πο χλο­ε­ρό  και α­να­παύ­σεως”. Απο­κτά, ω­στό­σο, σχε­δόν με­τα­νε­ο­τε­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα, κα­θώς ο κυ­ρίως κορ­μός διαν­θί­ζε­ται με εμ­βό­λι­μες, δο­κι­μια­κής φύ­σεως πα­ρεκ­βά­σεις για την τε­χνι­κή ζευ­γα­ρώ­μα­τος των βοο­ει­δών, α­πό τον δά­νειο μπου­γά μέ­χρι τις πρα­κτι­κές της σπερ­μα­τέγ­χυ­σης και του ευ­νου­χι­σμού. Ένας σχο­λια­σμός, που α­να­με­τρά ό­λο το μέ­γε­θος της βίαιης πα­ρέμ­βα­σης του αν­θρώ­που στα ε­ρω­τι­κά των ζώων προς ί­διον ό­φε­λος. Το ποι­με­νι­κό δρά­μα και τα συ­να­φή το­πο­θε­τού­νται, ό­πως αρ­μό­ζει, στο σκη­νι­κό του χω­ριού, ε­νώ οι δια­κει­με­νι­κοί δια­σκε­λι­σμοί, α­πό την ελ­λη­νι­κή μυ­θο­λο­γία στον Μπόρ­χες και τον Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κό,  δί­νουν την ευ­και­ρία για σα­τι­ρι­κά ι­ντερ­μέ­δια.
Επα­νερ­χό­με­νοι στο πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό λε­κτι­κό του βι­βλίου, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι δεν γί­νε­ται προς ε­πί­δει­ξη, αλ­λά ως βο­η­θη­τι­κό κα­τά την πρό­σμι­ξη δια­φο­ρε­τι­κών ει­δών λό­γου. Από το ι­διό­λε­κτο της α­φή­γη­σης περ­νά­με σε εκ­φρά­σεις της κα­θα­ρεύου­σας, που συ­νά­δουν με έ­ναν δο­κι­μια­κό λό­γο, κα­θώς και σε δά­νειες λέ­ξεις α­πό ξέ­να κεί­με­να, που ε­πέ­χουν θέ­ση υ­πό­μνη­σης. Ανα­πό­φευ­κτα, σε αυ­τές τις έμ­με­σες, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο πλά­γιες α­να­φο­ρές, μπο­ρεί να υ­πάρ­χουν α­πώ­λειες κα­τά την α­νά­γνω­ση. Πα­ρά­δειγ­μα, ο τίτ­λος του ε­νός α­πό τα δυο άλ­λα διη­γή­μα­τα, που, ε­πί­σης, πλέ­κο­νται γύ­ρω α­πό ε­ρω­τι­κά σμι­ξί­μα­τα, αλ­λά αυ­τά χω­ρίς συμ­βο­λι­στι­κές υ­πεκ­φυ­γές στο ζωι­κό βα­σί­λειο, πε­ρι­παί­ζο­ντας ευ­θέως τα αν­θρώ­πι­να. Ο τίτ­λος εί­ναι «Κο­λό­κες στην άμ­μο». Το θέ­μα, ό­πως προοιω­νί­ζε­ται α­πό τον τίτ­λο και τον υ­πέρ­τιτ­λο, «Κύ­πρια Επ(ε)ια», στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τα ε­πι­πό­λαια αλ­λά ό­χι και α­διά­φο­ρα ε­ρω­τι­κά παι­χνί­δια στη διάρ­κεια ε­νός τα­ξι­διού α­να­ψυ­χής στην Κύ­προ. Ο πλα­γίως σε­φε­ρι­κός τίτ­λος, μα­ζί με έ­να ε­μπει­ρί­κιο διάν­θι­σμα για την αρ­σε­νι­κή γο­νι­μο­ποιό βρο­χή και με­ρι­κούς στί­χους Κω­στή Πα­λα­μά, ε­παυ­ξά­νει τη θυ­μη­δία ό­σων α­νι­στο­ρού­νται. Το ί­διο α­πο­τέ­λε­σμα ε­πι­τυγ­χά­νε­ται στο άλ­λο ε­ρω­τι­κό διή­γη­μα, με προσ­διο­ρι­στι­κό υ­πέρ­τιτ­λο, «Αι­μα­τη­ρή η­θο­γρα­φία». Αυ­τή τη φο­ρά, χά­ρις στην υιο­θέ­τη­ση της με­θό­δου της συρ­ρα­φής αλ­λό­τριων κει­μέ­νων. Για το σω­τή­ριον έ­τος 1928, στην ε­ξι­στό­ρη­ση ε­νός ε­ρω­τι­κού δρά­μα­τος, που ο­δη­γεί στον τά­φο –α­κρι­βέ­στε­ρα σε δύο  τά­φους, κα­θό­σον πο­λύ αι­μα­τη­ρό– και τη φυ­λα­κή, πα­ρεμ­βάλ­λο­νται ει­δή­σεις το­πι­κής ε­φη­με­ρί­δας πο­λι­τι­κού και κοι­νω­νι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου Μό­νο που ε­δώ, ο κω­μι­κο­τρα­γι­κός χα­ρα­κτή­ρας της ι­στο­ρίας φαί­νε­ται σαν να α­ντα­να­κλά­ται και στη μέ­θο­δο γρα­φής της. Πι­θα­νώς, προς δια­κω­μώ­δη­ση ε­νός α­φη­γη­μα­τι­κού τρό­που, που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, στα κα­θ’ η­μάς, θεω­ρεί­ται ως σή­μα κα­τα­τε­θέν υ­ψη­λής λο­γο­τε­χνίας.
Μια α­πό τις ι­στο­ρίες της συλ­λο­γής εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νη στα κα­τορ­θώ­μα­τα των παι­δι­κών χρό­νων. Ήδη, α­πό τον τίτ­λο, «Ο Μποέμ και οι Βο­η­μοί της μνή­μης μας», άρ­χο­νται οι δια­κει­με­νι­κές σε λο­γο­τε­χνία και κι­νη­μα­το­γρά­φο νύ­ξεις. Εδώ, ό­πως δη­λώ­νε­ται ευ­θαρ­σώς και με τον υ­πό­τιτ­λο, «Μνή­μη δι­καίων με­τ’ ε­γκω­μίων», υ­πε­ρι­σχύει η νο­σταλ­γία, ε­νώ α­να­σταί­νε­ται για α­κό­μη μια φο­ρά  ο γε­νέ­θλιος τό­πος, η Κο­ζά­νη. Συ­νυ­φα­σμέ­νο, ω­στό­σο, με τον τό­πο αλ­λά και με τον χρό­νο, εί­ναι το ι­δε­ο­λο­γι­κό πα­ρελ­θόν. Μπο­ρεί α­πό το α­να­πε­πτα­μέ­νο φά­σμα της ει­ρω­νείας να ε­πι­λέ­γε­ται για τις α­να­μνή­σεις ο πε­ρι­παι­κτι­κός τό­νος, αλ­λά­ζει, ό­μως, και γί­νε­ται πι­κρός, κά­πο­τε και κα­ταγ­γελ­τι­κός, ό­ταν η α­φή­γη­ση σκο­ντά­φτει στον Εμφύ­λιο ή και στα με­τεμ­φυ­λια­κά, σε χρό­νους, δη­λα­δή, που προ­βάλ­λει κα­θο­ρι­στι­κό το δί­δυ­μο ε­θνι­κο­φρο­σύ­νης κο­μου­νι­σμού.
Στη συλ­λο­γή, με­τρά­με δυο ι­στο­ρίες τα­ξι­διω­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Μια σύ­ντο­μη, ό­που ο α­φη­γη­τής φαί­νε­ται σαν να ει­ρω­νεύε­ται το ι­τα­λι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο, ε­νώ συ­μπά­σχει με τους εκ βορ­ράς λα­θραίως ερ­χό­με­νους, ό­που δεν α­πο­φεύ­γο­νται οι ε­λα­φρώς δρα­μα­τι­κοί τό­νοι. Και μια ε­κτε­νή, που πε­ρι­γρά­φει έ­να α­νοι­ξιά­τι­κο τε­τραή­με­ρο ο­δοι­πο­ρι­κό στο Άγιο Όρος. Η α­φή­γη­ση ξε­κι­νά με την α­να­χώ­ρη­ση α­πό την Ου­ρα­νού­πο­λη την τρί­τη πρωι­νή του Σαβ­βά­του και τε­λειώ­νει με την α­να­χώ­ρη­ση για το τα­ξί­δι της ε­πι­στρο­φής α­πό το λι­μά­νι της Δάφ­νης, με­ση­μέ­ρι Τρί­της. Ο α­φη­γη­τής χα­ρα­κτη­ρί­ζει το τα­ξί­δι ε­ξαί­σιο και ε­μείς, α­πό την πλευ­ρά μας, συ­ναρ­πα­στι­κή την ε­ξι­στό­ρη­σή του. Πι­θα­νώς και για­τί α­φο­ρά ο­δοι­πο­ρι­κό σε μια πε­ριο­χή, που θα πα­ρα­μεί­νει – και κα­λώς θα κά­νει να πα­ρα­μεί­νει – φα­ντα­στι­κή για το ή­μι­συ και κά­τι του πλη­θυ­σμού, στο ο­ποίο α­νή­κου­με. Συμ­βάλ­λουν, πά­ντως, ο ελ­λει­πτι­κός χα­ρα­κτή­ρας της διή­γη­σης, η πρό­τα­ξη σε κά­θε μια α­πό τις η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές του η­με­ρή­σιου ε­ορ­το­λο­γίου και βε­βαίως, ο χιου­μο­ρι­στι­κός σχο­λια­σμός.
Απο­μέ­νει το πρώ­το διή­γη­μα της συλ­λο­γής και, κα­τά τη γνώ­μη μας, το μορ­φι­κά ε­ντε­λέ­στε­ρο. Στο α­πο­τέ­λε­σμα, συ­νε­πι­κου­ρούν, και πά­λι, ο ει­ρω­νι­κός σχο­λια­σμός
–αυ­τή τη φο­ρά κουρ­δι­σμέ­νος στο μο­τί­βο μα­ταιό­της μα­ταιο­τή­τω­ν– αλ­λά και το πυ­κνό πέ­πλο α­να­φο­ρών, που η α­φή­γη­ση α­πο­κρύ­βει. Ό,τι, βε­βαίως, μέ­νει κρυ­πτι­κό για τον α­θη­ναίο α­να­γνώ­στη, δεί­χνει να συ­νι­στά συ­νο­μι­λία με­τα­ξύ ζώ­ντων και τε­θνεώ­των, λο­γο­τε­χνών και καλ­λι­τε­χνών της Κο­ζά­νης. Στο διή­γη­μα, η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα δη­λώ­νε­ται και με τον υ­πέρ­τιτ­λο. Μό­νο που, αυ­τή τη φο­ρά, η “δια­κει­με­νι­κή πε­ρι­διά­βα­ση” ξε­κι­νά­ει α­πό διά­δο­χο του Μπόρ­χες, τον Σέρ­βο ε­βραϊκής κα­τα­γω­γής Ντα­νί­λο Κις. Εκεί­νος ή­ταν που, το 1983, πέ­ντε χρό­νια πριν τον πρώι­μο θά­να­τό του, στα 54, κα­τήρ­τι­σε την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή «Εγκυ­κλο­παί­δεια των νε­κρών», α­πο­τίο­ντας φό­ρο τι­μής σε ό­σους, λό­γω πρόω­ρου θα­νά­του κα­τά τις στα­λι­νι­κές διώ­ξεις, κα­μιά ε­κυ­κλο­παί­δεια δεν κα­τέ­γρα­ψε το ό­νο­μά τους. Σαν σε ε­γκυ­κλο­παί­δεια, και ο Κα­ρα­γιάν­νης κα­τα­γρά­φει στο διή­γη­μά του τα κα­τα­ρα­μέ­να παι­διά άλ­λων τό­πων και ε­πο­χών. Με­τα­ξύ αυ­τών, κα­τα­χω­ρεί το ό­νο­μα του με­τα­φρα­στή του βι­βλίου του Κις, Χρή­στου Αρβα­νι­τί­δη, που έ­φυ­γε νω­ρίς. Κά­ποιες άλ­λες, ω­στό­σο, α­να­φο­ρές, ό­πως ε­κεί­νη στον Νί­κο Μπε­λο­γιάν­νη, μέ­νουν πέ­ραν του δέ­ο­ντος κρυ­πτι­κές, του­λά­χι­στον για έ­ναν  φι­λο­πε­ρίερ­γο α­να­γνώ­στη. Όσο για τον τίτ­λο, «Ο πα­τών ε­πί πτω­μά­των κι ο πε­ρι­πα­τών ε­πί χρω­μά­των», μπο­ρεί να εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό το α­να­στά­σι­μο, “θα­νά­τω θά­να­τον πα­τή­σας”, αλ­λά, ταυ­τό­χρο­να, κυ­ριο­λε­κτεί, α­φού ο ή­ρωας εί­ναι έ­νας ζω­γρά­φος, που έ­χει α­να­λά­βει την ε­πί τό­που α­γιο­γρά­φη­ση μαρ­μά­ρι­νου ε­πι­τύμ­βιου. Αυ­τός δεν κα­το­νο­μά­ζε­ται. Μό­νο δί­νε­ται η πλη­ρο­φο­ρία πως, ό­ταν σπού­δα­ζε στο Πα­ρί­σι, εί­χε γνω­ρί­σει τον Σέρ­βο συγ­γρα­φέα, κι αυ­τό χά­ρις στον έλ­λη­να με­τα­φρα­στή του. Κα­τά μια άλ­λη α­φή­γη­ση, ζω­γρά­φος και συγ­γρα­φέ­ας ξη­με­ρώ­θη­καν, α­δειά­ζο­ντας την μπου­κά­λα με το τσί­που­ρο, που εί­χε στεί­λει ο Χρή­στος στον Ντα­νί­λο.
Ο συν­δυα­σμός κει­με­νι­κών και ε­ξω­κει­με­νι­κών στοι­χείων υ­πο­δη­λώ­νει ως πρό­τυ­πο του κε­ντρι­κού ή­ρωα τον ζω­γρά­φο Κώ­στα Ντιός, του ο­ποίου πί­να­κας κο­σμεί το ε­ξώ­φυλ­λο του βι­βλίου. Τον εί­χα­με ξα­να­συ­να­ντή­σει, προ χρό­νων, στο διή­γη­μα του Δη­μή­τρη Νόλ­λα «Η μη­χα­νή υ­π’ α­ριθ­μό 721». Εκεί α­να­φε­ρό­ταν έ­νας α­πό τους πιο ε­ντυ­πω­σια­κούς πί­να­κές του. Κα­θι­σμέ­νος σε μια κα­φε­τέ­ρια της Κο­ζά­νης ο Νόλ­λας, πα­ρα­τη­ρεί τον πί­να­κα, που κα­λύ­πτει ο­λό­κλη­ρο τον έ­ναν τοί­χο. Η α­μα­ξο­στοι­χία στον πί­να­κα τού φαί­νε­ται σαν να κα­τα­κρη­μνί­ζε­ται μα­ζί με τον θερ­μα­στή της μέ­σα στο δω­μά­τιο, θυ­μί­ζο­ντάς του λη­σμο­νη­μέ­νους φρου­ρούς του Ελλη­νι­σμού. Και τα δυο διη­γή­μα­τα, του Κα­ρα­γιάν­νη και του Νόλ­λα, με πλά­γιες μνείες σε αυ­τό­χει­ρες και α­δι­κο­σκο­τω­μέ­νους, ε­στιά­ζουν στη μνή­μη του τό­που. Από μια ά­πο­ψη, α­πο­τε­λεί και θέ­μα ο­λό­κλη­ρης της νέ­ας συλ­λο­γής του Κα­ρα­γιάν­νη, έ­στω και λαν­θά­νον πί­σω α­πό μια δια­βρω­τι­κή ει­ρω­νεία.  


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/5/2012.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Περιπέτειες χειρογράφου



Σάν­νυ Χαί­γκμα­ν-Χατ­ζο­πού­λου
«Τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά μου
“Η ζωή μου
με τον Κώ­στα Χατ­ζό­που­λο”»
Επι­μέ­λεια, σχό­λια, έ­ρευ­να
“Σάν­νυ και Σέ­ντα”
Μαί­ρη Χρυ­σι­κο­πού­λου
Έκδο­ση Λα­ο­γρα­φι­κό-
Ιστο­ρι­κό-Φι­λο­λο­γι­κό
Μου­σείο Αι­τω­λο­α­καρ­να­νίας
Αγρί­νιο, Δεκ. 2011

Ο Κ. Χατζόπουλος
σε σκίτσο του ζωγράφου
Σπύρου Βανδώρου.


Η βιο­γρα­φία κά­ποιου συγ­γρα­φέα δεν θεω­ρεί­ται πλέ­ον η κύ­ρια ο­δός στην προ­σέγ­γι­ση του έρ­γου του, ω­στό­σο η συμ­βο­λή της στη συ­ναρ­μο­γή των ε­πί μέ­ρους ψη­φί­δων πα­ρα­μέ­νει ση­μα­ντι­κή. Εξ ου και η σύν­θε­ση μιας α­ξιό­πι­στης βιο­γρα­φίας α­πο­τε­λεί πρω­ταρ­χι­κό αί­τη­μα. Αυ­τήν την α­νά­γκη, ω­στό­σο, δεν την σταθ­μί­ζουν πά­ντο­τε σω­στά ό­σοι συμ­βάλ­λουν στη συγ­γρα­φή της. Συ­χνά, ε­κεί­νοι που γνώ­ρι­σαν τον συγ­γρα­φέα πα­ραλ­λάσ­σουν τα γε­γο­νό­τα στις μαρ­τυ­ρίες τους, ε­νώ δεν εί­ναι και λί­γες οι πε­ρι­πτώ­σεις με­λε­τη­τών που αλ­λοιώ­νουν κα­τά την έ­ρευ­νά τους τα δε­δο­μέ­να. Με άλ­λα λό­για, οι δυο αυ­τές βα­σι­κές ο­μά­δες, στις ο­ποίες στη­ρί­ζε­ται η σύν­θε­ση της βιο­γρα­φίας ε­νός συγ­γρα­φέα, συ­χνά συλ­λαμ­βά­νο­νται να προ­τάσ­σουν προ­σω­πι­κές σκο­πι­μό­τη­τες. Αυ­τός εί­ναι έ­νας ε­πι­πλέ­ον λό­γος που η βιο­γρα­φία κά­θε συγ­γρα­φέα δεν θα πρέ­πει πο­τέ να θεω­ρεί­ται ως τε­λειω­μέ­νο έρ­γο. Από τον νέο με­λε­τη­τή α­να­μέ­νε­ται, πέ­ρα α­πό τις δια­φο­ρε­τι­κές δια­νοί­ξεις, ο έ­λεγ­χος ό­πως και η α­πο­σα­φή­νι­ση ή έ­στω ο ε­ντο­πι­σμός σκο­τει­νών ση­μείων. Αυ­τό το δι­πλό στό­χο ε­πι­χει­ρεί να ε­πι­τύ­χει η Μαί­ρη Χρυ­σι­κο­πού­λου με το πρό­σφα­το βι­βλίο της για τον Κω­στα­ντί­νο Χατ­ζό­που­λο. 
Στο πρώ­το και κύ­ριο μέ­ρος του βι­βλίου, δη­μο­σιεύει την αυ­το­βιο­γρα­φι­κή διή­γη­ση της συ­ζύ­γου του, Σάν­νυς Χαί­γκμα­ν-Χατ­ζο­πού­λου και, εν συ­νε­χεία, πα­ρα­θέ­τει τα στοι­χεία που προέ­κυ­ψαν α­πό την έ­ρευ­νά της γύ­ρω α­πό την αυ­θε­ντι­κό­τη­τα του κει­μέ­νου. Χω­ρίς α­πο­σιω­πή­σεις, ξε­δι­πλώ­νει τις πε­ρι­πέ­τειες ε­νός, σή­με­ρα πλέ­ον, χα­μέ­νου χει­ρο­γρά­φου. Πα­ρό­λα αυ­τά, α­φή­νει α­νοι­κτή την αι­σιό­δο­ξη εκ­δο­χή να πρό­κει­ται για έ­να λαν­θά­νον χει­ρό­γρα­φο. Γε­γο­νός, πά­ντως, εί­ναι ό­τι το κεί­με­νο δη­μο­σιεύε­ται ε­πι­τέ­λους α­κέ­ραιο στα ελ­λη­νι­κά. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι η με­τά­φρα­σή του α­πό την κό­ρη του Χατ­ζό­που­λου, Σέ­ντα, ή­ταν δια­θέ­σι­μη α­πό το 1980, ε­πο­χή που ε­κεί­νη κα­τέ­θε­σε ο­λό­κλη­ρο το οι­κο­γε­νεια­κό αρ­χείο στο Ε.Λ.Ι.Α.. Από τό­τε, το κεί­με­νο α­πο­τέ­λε­σε δο­μι­κό στοι­χείο της βιο­γρα­φίας Χατ­ζό­που­λου. Απο­σπά­σμα­τα δη­μο­σιεύ­θη­καν σε με­λέ­τες, ε­νώ, το 2005, εκ­δό­θη­κε για πρώ­τη φο­ρά α­κέ­ραιο στα γαλ­λι­κά, ως συ­νο­δευ­τι­κό σε με­τά­φρα­ση δυο διη­γη­μά­των του. Σε έ­να δεύ­τε­ρο μέ­ρος του βι­βλίου, η Χρυ­σι­κο­πού­λου συ­μπλη­ρώ­νει τα βιο­γρα­φι­κά του, δί­νο­ντας πλη­ρο­φο­ρίες σχε­τι­κές με τον τό­πο και την κα­τα­γω­γή του. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, συ­νε­χί­ζει να κα­τα­θέ­τει τη μαρ­τυ­ρία της α­πό την προ­νο­μιού­χο θέ­ση της συ­ντο­πί­τισ­σας, που εί­χε αρ­χί­σει προ ει­κο­σα­ε­τίας στο ε­πι­στη­μο­νι­κό συ­μπό­σιο, με τίτ­λο, «Ο Κω­στα­ντί­νος Χατ­ζό­που­λος ως συγ­γρα­φέ­ας και θεω­ρη­τι­κός», το ο­ποίο εί­χε διορ­γα­νώ­σει ο Φι­λο­λο­γι­κός Όμι­λος Αγρι­νίου, που φέ­ρει το ό­νο­μά του.

Το μυ­στή­ριο του χει­ρο­γρά­φου

Αν θέ­λου­με να α­να­τρέ­ξου­με στην α­φε­τη­ρία της συγ­γρα­φής τού αυ­το­βιο­γρα­φι­κού κει­μέ­νου της Χαί­γκμαν, θα πρέ­πει να α­να­φέ­ρου­με ως κι­νη­τή­ριο μο­χλό τον Γιώρ­γο Βα­λέ­τα. Μυ­τι­λη­νιός, φι­λό­λο­γος Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης, μέ­λος της γε­νιάς του με­σο­πο­λέ­μου, εί­χε βά­λει σκο­πό της ζωής του την κα­τάρ­τι­ση Απά­ντων ο­ρι­σμέ­νων πα­λαιό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, τα ο­ποία εί­χε προ­γραμ­μα­τί­σει να συ­νο­δεύο­νται α­πό βιο­γρα­φία και βι­βλιο­γρα­φία. Την σχε­τι­κή έ­ρευ­να και την πε­ρι­συλ­λο­γή του σκόρ­πιου υ­λι­κού τις εί­χε ξε­κι­νή­σει α­πό τον με­σο­πό­λε­μο. Ωστό­σο, τους α­να­γκαίους οι­κο­νο­μι­κούς πό­ρους άρ­γη­σε να τους ε­ξα­σφα­λί­σει. Έτσι οι πρώ­τοι τό­μοι της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Βι­βλιο­θή­κης του, ό­πως την α­πο­κά­λε­σε, εκ­δό­θη­καν στη δε­κα­ε­τία του ’50.
Ανά­με­σα στους πρώ­τους, που ήλ­κυ­σαν το εν­δια­φέ­ρον του φαί­νε­ται ό­τι ή­ταν ο Χατ­ζό­που­λος. Ιδε­ο­λό­γος σο­σια­λι­στής και δη­μο­τι­κι­στής, θα πρέ­πει να α­πο­τε­λού­σε το ι­δα­νι­κό πρό­τυ­πο προ­γό­νου. Στο τρί­το α­φιέ­ρω­μα πε­ριο­δι­κού, αυ­τό της «Νέ­ας Εστίας» (Οκτ. 1940), για τα ει­κο­σά­χρο­να α­πό τον θά­να­τό του, ο Βα­λέ­τας ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι το 1933 εί­χε γρά­ψει στην χή­ρα του Χατ­ζό­που­λου, ζη­τώ­ντας βιο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρίες. Τε­λι­κά, η α­νταλ­λα­γή ε­πι­στο­λών και κυ­ρίως, η προ­θυ­μία της, του έ­δω­σαν την ι­δέα να την πα­ρο­τρύ­νει να α­φη­γη­θεί τις α­να­μνή­σεις της. Εκεί­νη, α­φο­σιω­μέ­νη δια βίου στη μνή­μη του Έλλη­να, κα­τα­πώς τον εί­χε αρ­χι­κά βα­φτί­σει, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα του έ­στει­λε “δυο τό­μους γερ­μα­νι­κά γραμ­μέ­νους”. Η πρώ­τη, α­ναμ­φι­βό­λως κα­λο­προ­αί­ρε­τη, αυ­θαι­ρε­σία του Βα­λέ­τα εί­ναι η αλ­λα­γή του τίτ­λου. Η Χαί­γκμαν τιτ­λο­φο­ρού­σε τη διή­γη­σή της «Οι α­να­μνή­σεις μου», ε­νώ ε­κεί­νος, στο δη­μο­σίευ­μα της «Νέ­ας Εστίας», ό­που και πα­ρα­θέ­τει δυο α­πο­σπά­σμα­τα, χρη­σι­μο­ποιεί τον μάλ­λον πα­ρά­ται­ρο τίτ­λο «Τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά μου». Στη συ­νέ­χεια, δεν κα­τόρ­θω­σε να τη­ρή­σει την υ­πό­σχε­ση, που της εί­χε δώ­σει, δη­λα­δή να τα δη­μο­σιεύ­σει ως συ­νο­δευ­τι­κά στα Άπα­ντα  Χατ­ζό­που­λου, α­φού, μέ­χρι τον θά­να­τό της (13 Ιουλ. 1952), δεν εί­χε ε­ξευ­ρε­θεί εκ­δό­της.
Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, τα ί­χνη του χει­ρο­γρά­φου μπερ­δεύο­νται. Από δυο ε­πι­στο­λές Βα­λέ­τα προς Χαί­γκμαν των αρ­χών του 1937, συ­νά­γε­ται: Πρώ­τον, ό­τι Απρί­λιο 1935 της έ­στει­λε το χει­ρό­γρα­φο μέ­σω του Κώ­στα Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου, πρώ­του ε­ξά­δελ­φου του Χατ­ζό­που­λου. Δεύ­τε­ρον, ό­τι το χει­ρό­γρα­φο δεν έ­φτα­σε τό­τε στα χέ­ριά της. Πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, με­τά το 1960, η Χρυ­σι­κο­πού­λου θυ­μά­ται τον Βα­λέ­τα να λέει ό­τι η κό­ρη τον κα­τη­γο­ρεί πως πα­ρα­κρά­τη­σε το χει­ρό­γρα­φο. Επί­σης, το 1984, σε ε­πι­στο­λή του προς την κό­ρη του Χατ­ζό­που­λου, της ζη­τά­ει ε­πί­μο­να συ­νά­ντη­ση, κα­θώς ε­κεί­νη δεν έ­δι­νε ά­δεια προς έκ­δο­ση των Απά­ντων Χατ­ζό­που­λου και των Απο­μνη­μο­νευ­μά­των της μη­τέ­ρας της. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι το 1978, η Σέ­ντα δί­νει με­τα­φρα­σμέ­να α­πο­σπά­σμα­τα της α­φή­γη­σης της μη­τέ­ρας της στην Κρί­στα Ανε­μού­δη-Αρζό­γλου, που α­σχο­λεί­ται με τα κρι­τι­κά κεί­με­να του Χατ­ζό­που­λου, και δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κα­τα­θέ­τει τη με­τά­φρα­ση ο­λό­κλη­ρου του κει­μέ­νου, μα­ζί με τις σω­ζό­με­νες ε­πι­στο­λές Βα­λέ­τα, στο Ε.Λ.Ι.Α..
Πολ­λές εί­ναι οι α­πο­ρίες, που γεν­νιού­νται και τις ο­ποίες συ­νο­ψί­ζει η Χρυ­σι­κο­πού­λου, α­φού, προ­η­γου­μέ­νως, ε­ρεύ­νη­σε ε­πί μα­ταίω πι­θα­νά αρ­χεία για τον ε­ντο­πι­σμό του χει­ρο­γρά­φου. Κα­τά μια εκ­δο­χή, σύμ­φω­νη με ό­σα υ­πο­στή­ρι­ζε ο Βα­λέ­τας, θα πρέ­πει το χει­ρό­γρα­φο να εί­χε ξε­μεί­νει στα χέ­ρια του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου και να ε­στά­λη στη Σάν­νυ με­τά τις ε­πι­στο­λές του 1937. Αυ­τό τεκ­μαί­ρε­ται και α­πό το γε­γο­νός, ό­τι στο α­φιέ­ρω­μα της «Νέ­ας Εστίας», α­φε­νός μεν δη­μο­σιεύε­ται με­λέ­τη του Βα­λέ­τα που βιο­γρα­φεί τον Χατ­ζό­που­λο στη­ριγ­μέ­νη στο κεί­με­νό της, ό­που την μνη­μο­νεύει ως την υ­πέ­ρο­χη γυ­ναί­κα, που πραγ­μα­τι­κά έ­σω­σε το Χατ­ζό­που­λο και α­φε­τέ­ρου η ί­δια υ­πο­γρά­φει τη με­τά­φρα­ση των δυο α­πο­σπα­σμά­των. Οπό­τε, η κό­ρη θα πρέ­πει να ψεύ­δε­ται και ο λό­γος να εί­ναι η φη­μο­λο­γού­με­νη α­ντι­πά­θειά της για τον Βα­λέ­τα. Κα­τά την γαλ­λί­δα με­τα­φρά­στρια Νι­κόλ Λε Μπρι, αυ­τό ο­φεί­λε­ται στην κομ­μου­νι­στι­κή ι­δε­ο­λο­γία, που φαί­νε­ται να του α­πο­δί­δουν. Ενώ, η Χρυ­σι­κο­πού­λου προ­σθέ­τει την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι η Σέ­ντα εί­χε κά­νει δυο γά­μους, τον πρώ­το με φιν­λαν­δό α­ξιω­μα­τού­χο και ό­ταν χή­ρε­ψε, στη δε­κα­ε­τία του ’60, με τον δι­κη­γό­ρο Πε­ρι­κλή Δρί­βα, τον ο­ποίο χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­κρο­δε­ξιό. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, η Σέ­ντα αρ­νεί­το ό­τι ο πα­τέ­ρας της ή­ταν σο­σια­λι­στής. Στη με­τά­φρα­ση του κει­μέ­νου της μη­τέ­ρας της δεν α­να­φέ­ρε­ται ό­τι ε­κεί­νος εί­χε με­τα­φρά­σει το Κομ­μου­νι­στι­κό Μα­νι­φέ­στο, ό­που μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για δι­κή της πα­ρέμ­βα­ση. Όπως και να έ­χει, αυ­τή εί­ναι η αι­σιό­δο­ξη εκ­δο­χή, για­τί ση­μαί­νει ό­τι με­τέ­φρα­σε α­πό το πρω­τό­τυ­πο, το ο­ποίο ε­πι­λε­κτι­κά, τρό­πον τι­νά, μπο­ρεί και να λο­γό­κρι­νε. Γι’ αυ­τό, πι­θα­νώς, και να μην το πα­ρέ­δω­σε μα­ζί με το υ­πό­λοι­πο αρ­χείο. Κα­τά αυ­τήν την εκ­δο­χή, θα πρέ­πει να ε­ξαί­ρε­σε και το σώ­μα των ε­πι­στο­λών Βα­λέ­τα. 
Κα­τά μια δεύ­τε­ρη εκ­δο­χή, εί­ναι ο Βα­λέ­τας ε­κεί­νος που ψεύ­δε­ται. Αν, ό­μως, το γερ­μα­νι­κό χει­ρό­γρα­φο δεν ε­πι­στρά­φη­κε στη Σάν­νυ, α­πό ποιο χει­ρό­γρα­φο έ­γι­νε η με­τά­φρα­ση; Ήταν ε­κεί­νη τό­σο συ­στη­μα­τι­κή, ώ­στε να κρα­τή­σει α­ντί­γρα­φο; Εκτός κι αν δεν πρό­κει­ται για με­τά­φρα­ση, αλ­λά για κεί­με­νο, που  έ­γρα­ψε η Σέ­ντα. Θα μπο­ρού­σε να υ­πο­θέ­σει κα­νείς α­πό μνή­μης, αν και δεν εί­ναι κα­θό­λου σί­γου­ρο, ό­τι  εί­χε δια­βά­σει τη διή­γη­ση της μη­τέ­ρας της, α­φού τη δε­κα­ε­τία του ’30 εί­χε τη δι­κή της οι­κο­γέ­νεια και πι­θα­νώς, δεν κα­τοι­κού­σαν ού­τε καν στην ί­δια πό­λη. Το γε­γο­νός ό­τι δια­τη­ρεί­ται η αλ­λη­λου­χία των γε­γο­νό­των, δεί­χνει την ύ­παρ­ξη κά­ποιου πρω­τό­τυ­που κει­μέ­νου. Σύμ­φω­να με το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό της ση­μείω­μα, εί­χε α­σχο­λη­θεί με τη με­τά­φρα­ση ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας και εί­χε εκ­δώ­σει ποιη­τι­κές συλ­λο­γές. Άρα, εί­χε συγ­γρα­φι­κές φι­λο­δο­ξίες. Αυ­τή εί­ναι η δυ­σά­ρε­στη εκ­δο­χή, για­τί η κό­ρη, ό­ταν πέ­θα­νε ο πα­τέ­ρας της ή­ταν δέ­κα ο­κτώ ε­τών, ο­πό­τε δια­τη­ρεί λι­γο­στές α­να­μνή­σεις α­πό τα πρώ­τα χρό­νια και γρά­φει με βά­ση διη­γή­σεις της μη­τέ­ρας της. 
Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, πα­ρα­μέ­νει ά­γνω­στη η τύ­χη του χει­ρο­γρά­φου. Ανά­με­σα στα αρ­χεία που ε­ρεύ­νη­σε η Χρυ­σι­κο­πού­λου, δεν α­να­φέ­ρε­ται ε­κεί­νο της Σέ­ντας, που θα πρέ­πει να έ­μει­νε στους ό­ποιους κλη­ρο­νό­μους της. Εκεί, α­κό­μη κι αν δεν υ­πάρ­χει κά­ποιο γερ­μα­νι­κό πρω­τό­τυ­πο, θα σώ­ζο­νται οι υ­πό­λοι­πες ε­πι­στο­λές Βα­λέ­τα. Με­γα­λύ­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει το αρ­χείο Βα­λέ­τα. Σε αυ­τό, α­κό­μη κι αν δεν υ­πάρ­χει το γερ­μα­νι­κό πρω­τό­τυ­πο, θα πρέ­πει να σώ­ζο­νται ε­πι­στο­λές της Σάν­νυ, αλ­λά και κά­ποια με­τα­φρά­σμα­τα βά­σει του χει­ρο­γρά­φου. Πι­στεύου­με ό­τι μάλ­λον δεν δό­θη­κε η α­να­λο­γού­σα ση­μα­σία  στον σκιώ­δη τρί­το άν­θρω­πο. Όταν ο Βα­λέ­τας ζη­τού­σε με­τά ε­πι­μο­νής τις α­να­μνή­σεις της Σάν­νυ, θα πρέ­πει να εί­χε ή­δη κα­τά νου κά­ποιον γερ­μα­νο­μα­θή φί­λο, που θα του τα με­τέ­φρα­ζε προ­φο­ρι­κά, γρα­πτά, εν πε­ρι­λή­ψει, ε­πα­κρι­βώς, με κά­ποιο, πά­ντως, τρό­πο. Ακό­μη κι αν δε­χτού­με ό­τι ε­πέ­στρε­ψε το χει­ρό­γρα­φο, εί­ναι δυ­να­τόν ο ί­διος να μην κρά­τη­σε κά­ποιας μορ­φής α­ντί­γρα­φο; Πό­σο εύ­κο­λο, ό­μως, ή­ταν τό­τε και μά­λι­στα στη Μυ­τι­λή­νη, έ­να α­ντί­γρα­φο γερ­μα­νι­κού χει­ρο­γρά­φου; Ύστε­ρα, υ­πάρ­χει η με­τά­φρα­ση των δυο α­πο­σπα­σμά­των του α­φιε­ρώ­μα­τος της «Νέ­ας Εστίας». Η Χρυ­σού­λα Σπυ­ρέ­λη, που συ­νει­σφέ­ρει στο βι­βλίο της Χρυ­σι­κο­πού­λου έ­να ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νο με­τα­θα­νά­τιο χρο­νο­λό­γιο Χατ­ζό­που­λου, το ο­ποίο κα­λύ­πτει τα 90 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του (1920-2010), υ­πο­θέ­τει ό­τι η με­τά­φρα­ση έ­γι­νε α­πό την Σάν­νυ και ό­τι πι­θα­νώς να την υ­πα­γό­ρευ­σε στον Βα­λέ­τα. Αν και δεν μπο­ρεί να α­πο­κλει­στεί το εν­δε­χό­με­νο να μην ε­νη­με­ρώ­θη­κε για το α­φιέ­ρω­μα, δε­δο­μέ­νου ό­τι κα­τοι­κού­σε στην Φιν­λαν­δία, που βρι­σκό­ταν υ­πό σο­βιε­τι­κή κα­το­χή.

Δυο με­τα­φρα­στές

Ο με­τα­φρα­στής των α­πο­σπα­σμά­των της «Νέ­ας Εστίας» εί­τε έ­χει έ­να γλα­φυ­ρό γερ­μα­νι­κό πρω­τό­τυ­πο εί­τε ε­κεί­νος το με­τα­πλά­θει σε γλα­φυ­ρή ε­ξι­στό­ρη­ση. Αυ­τό, ό­μως, το τε­λευ­ταίο θα μπο­ρού­σε να εί­ναι έρ­γο του Βα­λέ­τα, αν δε­χτού­με την εκ­δο­χή της Σπυ­ρέ­λη ό­τι η με­τά­φρα­ση α­πό την Σάν­νυ ή­ταν προ­φο­ρι­κή κα­θ’ υ­πα­γό­ρευ­ση. Επί­σης, θα μπο­ρού­σε να ή­ταν έρ­γο του γερ­μα­νο­μα­θή φί­λου του. Πά­ντως, η τε­λι­κή με­τά­φρα­ση δεν έ­χει α­ντί­στοι­χες λο­γο­τε­χνι­κές α­ξιώ­σεις. Εκεί­νο που α­νη­συ­χεί πε­ρισ­σό­τε­ρο, εί­ναι η κά­ποια α­ο­ρι­στία, που πα­ρα­τη­ρεί­ται στην τε­λι­κή με­τά­φρα­ση, ό­σο α­φο­ρά συ­γκε­κρι­μέ­να γε­γο­νό­τα, σε σύ­γκρι­ση με τα πριν δη­μο­σιευ­μέ­να α­πο­σπά­σμα­τα. Σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, πα­ρα­τη­ρεί­ται τά­ση να στρογ­γυ­λευ­τούν τα συμ­βά­ντα, ε­νώ δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση ό­τι ο τρό­πος, που η γρά­φου­σα πε­ρι­γρά­φει τα αι­σθή­μα­τά της εί­ναι σχη­μα­τι­κός. Όπως και να έ­χει, χά­ρις στο πρό­σφα­το βι­βλίο, έ­χου­με μια κα­θα­ρό­τε­ρη ει­κό­να. Η έ­ρευ­να της Χρυ­σι­κο­πού­λου διορ­θώ­νει ο­ρι­σμέ­νες σκό­πι­μες πα­ρα­ποιή­σεις της Σέ­ντας, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, α­πο­κρύ­βει πλη­ρο­φο­ρίες, ε­νώ φαί­νε­ται και η ση­μα­σία του αρ­χείου Βα­λέ­τα, που οι κλη­ρο­νό­μοι του δεν α­ξιο­ποιούν α­ντί­στοι­χα. Να προ­σθέ­σου­με, ό­τι, στο πρό­σφα­το βι­βλίο, δη­μο­σιεύε­ται έ­νας με­γά­λος α­ριθ­μός φω­το­γρα­φιών, που συ­νι­στούν τεκ­μή­ρια για τους δυο κό­σμους του συγ­γρα­φέα, τον πα­τρο­γο­νι­κό του Αγρι­νίου και τον φιν­λαν­δι­κό της συ­ζύ­γου και της κό­ρης του.
   Εκεί­νο, που έ­χει γε­νι­κό­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον, εί­ναι ό­τι η μνή­μη Χατ­ζό­που­λου συ­ντη­ρεί­ται τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες α­πό τους συ­ντο­πί­τες του. Δι­κό τους έρ­γο εί­ναι το Συ­μπό­σιο του 1993, η βρα­βευ­μέ­νη μο­νο­γρα­φία του Τά­κη Καρ­βέ­λη «Κω­στα­ντί­νος Χατ­ζό­που­λος ο πρω­το­πό­ρος» και το πρό­σφα­το βι­βλίο. Όσο για την α­θη­ναϊκή φρο­ντί­δα, πε­ριο­ρί­στη­κε σε μια α­να­μνη­στι­κή πλά­κα στο σπί­τι του ε­πί της ο­δού Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Όχι, την πο­λυ­κα­τοι­κία στη γω­νία Ισαύ­ρων και Μαυ­ρο­μι­χά­λη, σε δια­μέ­ρι­σμα της ο­ποίας έ­μει­νε νιό­πα­ντρος και γεν­νή­θη­κε η κό­ρη του, αλ­λά στο δεύ­τε­ρο, που α­γό­ρα­σε στις αρ­χές του 1920. Σώ­ζε­ται, ό­πως το πε­ρι­γρά­φει η α­φή­γη­ση: τριώ­ρο­φο, με ω­ραία μπαλ­κό­νια. Μό­νο που δεν έ­ζη­σε σε αυ­τό πα­ρά λί­γους μή­νες. Στην ε­ντοι­χι­σμέ­νη α­να­μνη­στι­κή πλά­κα α­να­φέ­ρε­ται α­ο­ρί­στως ό­τι ε­κεί έ­ζη­σε, και ε­πι­πλέ­ον, α­να­γρά­φε­ται η ε­σφαλ­μέ­νη  πλη­ρο­φο­ρία ό­τι γεν­νή­θη­κε το 1871. Ποιος ε­πω­μί­στη­κε τα βά­ρη τό­σο με­γά­λης και α­ξιο­ζή­λευ­της φρο­ντί­δας, μέ­νει ά­γνω­στο.     

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου


Παρατεινόμενη σύγχυση


Το 1898 ο Κω­στα­ντί­νος Χατ­ζό­που­λος, πε­ρι­στοι­χι­σμέ­νος α­πό μια ο­μά­δα άλ­λων νε­α­ρών, εκ­δί­δει το βρα­χύ­βιο (Νοε. 1898-Οκτ. 1899), αλ­λά πρω­το­πο­ρια­κό για την ε­πο­χή, λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό «Η Τέ­χνη». Η ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού έ­χει διτ­τό χα­ρα­κτή­ρα. Απο­τε­λεί βή­μα ι­δεών της νε­α­ρής τό­τε σο­σια­λι­στι­κής δια­νό­η­σης και, ε­πί­σης, το πρώ­το λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό που υιο­θε­τεί ε­ξαρ­χής και γρά­φε­ται στη δη­μο­τι­κή. Προ­κα­λεί, βε­βαίως, ο­ξυμ­μέ­νες α­ντι­δρά­σεις α­πό τους τό­τε συ­ντη­ρη­τι­κούς κύ­κλους, ι­δίως στη χρή­ση της δη­μο­τι­κής, Κα­θό­λου πα­ρά­δο­ξο. Υπήρ­χαν οι κα­θιε­ρω­μέ­νες α­ντι­λή­ψεις ε­πί του γλωσ­σι­κού και κα­θώς το κί­νη­μα του Δη­μο­τι­κι­σμού βρί­σκε­ται α­κό­μη στα πρώ­τα του βή­μα­τα, στις με­τα­ξύ τους α­ψι­μα­χίες α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται ως α­προ­σάρ­μο­στος προ­πέ­της. Στο κέ­ντρο της δια­μά­χης βρί­σκε­ται ο Ψυ­χά­ρης, ε­νώ α­νά­με­σα στους σθε­να­ρούς, που κρα­τούν τις προ­φυ­λα­κές του κι­νή­μα­τος, βρί­σκε­ται ο Χατ­ζό­που­λος. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, αλ­λά και εύ­στο­χο, ε­πί του γλωσ­σι­κού δι­χα­σμού εί­ναι αυ­τό που γρά­φει λί­γο αρ­γό­τε­ρα (8/1/1907) σε Γερ­μα­νό ελ­λη­νι­στή φί­λο του, ο ο­ποίος του ζη­τά ε­τυ­μο­λο­γι­κές διευ­κρι­νί­σεις: Μας κα­τή­ντη­σαν και η δη­μο­τι­κή και η κα­θα­ρεύου­σα ξέ­νες, πη­δού­με, σαν τό­πια, α­νά­με­σα σε δυο τοί­χους, α­πό τη μια στην άλ­λη.
 Σ’ αυ­τήν την πρώι­μη φά­ση της γλωσ­σι­κής δια­μά­χης, έ­νας α­πό τον κύ­κλο του πε­ριο­δι­κού, ο Κω­στής Πα­σα­γιάν­νης, δια­τη­ρού­σε πλού­σια μαλ­λιά και γέ­νια. Αυ­τόν εί­δε κά­ποιο βρά­δυ ο Γιάν­νης Κον­δυ­λά­κης στο κα­φε­νείο του Ζα­χα­ρά­του, ό­που σύ­χνα­ζαν οι πε­ρισ­σό­τε­ροι λό­γιοι της ε­πο­χής, και δεί­χνο­ντάς τον σε φί­λους του, τον α­πο­κά­λε­σε Μ α λ λ ι α ρ ό. Το ε­πί­θε­το, υ­περ­βαί­νο­ντας τις αρ­χι­κές προ­θέ­σεις του Κον­δυ­λά­κη, γε­νι­κεύ­τη­κε. Έγι­νε μό­δα στο στρα­τό­πε­δο των κα­θα­ρο­λό­γων και κα­τέ­λη­ξε σε συ­νώ­νυ­μο του χυ­δαϊστής ή ψυ­χα­ρι­στής. Χω­ρίς κα­μία α­να­στο­λή το υιο­θέ­τη­σαν αρ­γό­τε­ρα στην πο­λε­μι­κή τους και οι ί­διοι οι δη­μο­τι­κι­στές, κυ­ρίως α­πό το στε­νό πε­ρι­βάλ­λον του ΝΟΥ­ΜΑ, με­τριά­ζο­ντας με τη χρή­ση τον χλευα­στι­κό του τό­νο. Έτσι, α­πό έ­να τυ­χαίο συμ­βάν και μια έ­μπνευ­ση της στιγ­μής, που μοιά­ζουν με πα­ρα­φι­λο­λο­γία, προέ­κυ­ψε και έ­χει γραμ­μα­το­λο­γι­κά κω­δι­κο­ποιη­θεί, μα­ζί με τα πα­ρά­γω­γα, ο  πιο γνω­στός  χα­ρα­κτη­ρι­σμός του Δη­μο­τι­κι­σμού. Αντι­θέ­τως, το ί­διο το συμ­βάν και ο ο­νο­μα­το­θέ­της έ­χουν βυ­θι­στεί στην α­φά­νεια.  Λο­γι­κό, α­φού στη λο­γο­τε­χνία, ό­πως και ο­που­δή­πο­τε αλ­λού,  υ­πάρ­χει ο σκο­τει­νός βυ­θός.
 Κα­τά δαι­μο­νι­κή σύ­μπτω­ση, - αυ­τό ό­χι πα­ρα­φι­λο­λο­γία αλ­λά φι­λο­λο­γι­κό ζη­τού­με­νο - την η­μέ­ρα που η ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία πεν­θεί το θά­να­το του Κον­δυ­λά­κη (25/7/1920), με κά­ποιες ώ­ρες δια­φο­ρά προς τα πί­σω (24/7), πεν­θεί και το θά­να­το του Χατ­ζό­που­λου. Εκεί­νος α­πε­βίω­σε εν πλώ προς Ιτα­λία και ε­ντα­φιά­σθη­κε πρό­χει­ρα στο Μπρί­ντι­ζι. Οι   α­σχο­λού­με­νοι με τον Χατ­ζό­που­λο, ό­σους του­λά­χι­στον ε­λέγ­ξα­με, δέ­σμιοι των Απο­μνη­μο­νευ­μά­των της συ­ζύ­γου του, πέ­φτουν στην ε­πι­κίν­δυ­νη πα­γί­δα Πα­λαιού και Νέ­ου Ημε­ρο­λο­γίου, κα­τα­χω­ρώ­ντας ως η­με­ρο­μη­νία θα­νά­του την πα­ρα­δι­δό­με­νη α­πό ε­κεί­νη: 5 Αυγ. 1920. Έχει ά­ρα­γε αυ­τό κα­μιά α­ξία; Μπο­ρεί ναι, μπο­ρεί και ό­χι. Εξαρ­τά­ται. Εάν, πά­ντως, γί­νει   α­πο­δε­κτή, τό­τε ο Χατ­ζό­που­λος α­πε­βίω­σε με­τά την υ­πο­γρα­φή της Συν­θή­κης των Σε­βρώ­ν(28/7), με­τά την α­πό­πει­ρα δο­λο­φο­νίας του Βε­νι­ζέ­λου στο Πα­ρί­σι (30/7) και με­τά τη δο­λο­φο­νία του Ίω­νος Δρα­γού­μη στην Αθή­να (31/7). Όλα, δη­λα­δή, αυ­τά τα βα­ρυ­σή­μα­ντα γε­γο­νό­τα, τα ο­ποία έ­χουν προ­η­γη­θεί του ξαφ­νι­κού θα­νά­του του, μέ­νουν, σύμ­φω­να με τα Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, α­διά­φο­ρα και α­σχο­λία­στα α­πό τον Χατ­ζό­που­λο. Εί­ναι μεν προ­φα­νές, αλ­λά, ό­πως φαί­νε­ται, ό­χι αυ­το­νό­η­το. Ή, λοι­πόν, ό­λα πα­ρα­τάσ­σο­νται σε αρ­μο­νι­κή αλ­λη­λου­χία με το Πα­λαιό η­με­ρο­λό­γιο ή, δια­φο­ρε­τι­κά, ... α­νά­στα ο Κύ­ριος σε ό­σα έ­χουν συμ­βεί πριν και με­τά θά­να­τον. Εάν, μά­λι­στα, προς γε­νι­κό­τε­ρο συ­σχε­τι­σμό τον το­πο­θε­τή­σου­με στο κέ­ντρο, με­τα­ξύ αυ­τών που προ­η­γού­νται και ε­κεί­νων που έ­πο­νται του θα­νά­του, τό­τε η σύγ­χυ­ση ε­πι­τεί­νε­ται. Όλα δια­τα­ράσ­σο­νται  και η  α­ντι­στοι­χία Χατ­ζό­που­λου με τα συμ­φρα­ζό­με­να της ε­πο­χής κα­τα­λή­γει πα­ρα­πλα­νη­τι­κή. Πρό­κει­ται, βέ­βαια, για α­κού­σιο λά­θος. Πα­ρό­λα αυ­τά, κα­λό εί­ναι να μη διαιω­νί­ζε­ται, του­λά­χι­στον στις τά­ξεις των φι­λο­λο­γού­ντων. Το ί­διο, ε­πί­σης, σε κά­θε εί­δους η­με­ρο­λο­για­κές πλη­ρο­φο­ρίες. Για πα­ρά­δειγ­μα, θα λέ­γα­με κραυ­γα­λέ­ας α­να­κρί­βειας, η Χαί­γκμαν α­να­φέ­ρει στα Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ως θε­α­τρι­κή πρε­μιέ­ρα του Φά­ου­στ, έρ­γο υ­πο­δειγ­μα­τι­κής με­τά­φρα­σης α­πό τον Χατ­ζό­που­λο, την 18η Δεκ. 1904. Εί­ναι, ω­στό­σο, ε­ξα­κρι­βω­μέ­νο ό­τι η ε­πί­ση­μη ή πα­νη­γυ­ρι­κή πα­ρά­στα­ση στο Βα­σι­λι­κό Θέ­α­τρο δό­θη­κε  νω­ρί­τε­ρα, 27 Νοε. του ι­δίου έ­τους, ε­νώ ως πρώ­τη πα­ρά­στα­ση κα­τα­γρά­φε­ται ε­κεί­νη της 20ης Νοε. Συ­νε­πώς, ό­λες οι πλη­ρο­φο­ρίες πρέ­πει να ε­λέγ­χο­νται προς ε­ξά­λει­ψη πι­θα­νών λα­θών, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο σε πε­ρι­πτώ­σεις ό­πως αυ­τή του Χατ­ζό­που­λου, που δεν έ­χει βι­βλιο­γρα­φι­κά διε­ρευ­νη­θεί ό­σο της α­να­λο­γεί ως λο­γο­τε­χνι­κό α­νά­στη­μα.
 Χατ­ζό­που­λου θέ­λο­ντος, μπο­ρεί να ε­πα­νέλ­θου­με.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/4/2012.


Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Δεύτερη Πάπισσα Ιωάννα


Μα­ριέτ­τα Γιαν­νο­πού­λου-Μι­νώ­του
«Η αυ­θε­ντι­κή ι­στο­ρία της
Πά­πισ­σας Ιωάν­νας»
Ει­σα­γω­γή-Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Πέρ­σα Απο­στο­λή
Εκδό­σεις Πε­ρί­πλους
Ια­νουά­ριος 2012

Πορτρέτο της Πάπισσας
Ιωάννας σε νεαρή ηλικία,
από γκραβούρα
δημοσιευμένη
στο βιβλίο του Φιορέττι.



Δεν κυ­νη­γά­με ε­μείς τις ε­πε­τείους, τα βι­βλία έρ­χο­νται και μας τις θυ­μί­ζουν. Την ε­πέ­τειο της συ­μπλή­ρω­σης πε­νή­ντα χρό­νων α­πό το θά­να­το της Μα­ριέτ­τας Γιαν­νο­πού­λου-Μι­νώ­του, στις 27 Απρι­λίου 1962, την υ­πεν­θυ­μί­ζει η έκ­δο­ση της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας, που συ­νέ­γρα­ψε για την Πά­πισ­σα Ιωάν­να, χω­ρίς, ω­στό­σο, η ε­πέ­τειος να μνη­μο­νεύε­ται ως α­φορ­μή της έκ­δο­σης. Προ διε­τίας, η φι­λό­λο­γος και ε­ρευ­νή­τρια Πέρ­σα Απο­στο­λή, σε συ­νέ­δριο, που α­φο­ρού­σε τις «Ταυ­τό­τη­τες στον ελ­λη­νι­κό κό­σμο α­πό το 1204 έως σή­με­ρα», εί­χε πα­ρου­σιά­σει το συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο της Μι­νώ­του ως «Μια ά­γνω­στη λο­γο­τε­χνι­κή με­τά­πλα­ση ε­νός δια­βό­η­του μύ­θου». 
Ο ε­ντο­πι­σμός του, ό­πως ε­ξη­γού­σε, ή­ταν έ­να α­πό τα ευ­ρή­μα­τα της έ­ρευ­νας για “τη γυ­ναι­κεία ει­κα­στι­κή και λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρου­σία στα πε­ριο­δι­κά λό­γου και τέ­χνης”, που έ­γι­νε στο πλαί­σιο ε­ρευ­νη­τι­κού προ­γράμ­μα­τος για το Φύ­λο. Πράγ­μα­τι, σε α­θη­ναϊκό πε­ριο­δι­κό δη­μο­σιεύ­τη­κε η εν λό­γω μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στο ε­βδο­μα­διαίο ποι­κί­λης ύ­λης «Εβδο­μάς», το ο­ποίο, ω­στό­σο, δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα «Πε­ριο­δι­κά λό­γου και τέ­χνης», που βι­βλιο­γρα­φή­θη­καν α­πό την ε­ρευ­νη­τι­κή ο­μά­δα του Χ .Λ. Κα­ρά­ο­γλου, ού­τε στην ευ­ρύ­τε­ρη κα­τα­γρα­φή της πρό­σφα­της «Εγκυ­κλο­παί­δειας του ελ­λη­νι­κού Τύ­που». Το μό­νο λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό με αυ­τόν τον τίτ­λο, που φαί­νε­ται ό­τι συ­γκρά­τη­σε η Ιστο­ρία, εί­ναι το πα­λαιό του 19ου αιώ­να. Η «Εβδο­μάς» των Φώ­του Γιο­φύλ­λη και Ντό­λη Νίκ­βα και το «Μπου­κέ­το», που α­πο­τέ­λε­σαν τον οι­κο­γε­νεια­κό Τύ­πο στο με­σο­πό­λε­μο, α­πο­κλή­θη­καν λαϊκά πε­ριο­δι­κά και α­πο­κλεί­στη­καν, πα­ρά τα πολ­λά και ε­κτε­νή δη­μο­σιεύ­μα­τα συγ­γρα­φέων, οι ο­ποίοι κα­τα­γρά­φτη­καν στο λο­γο­τε­χνι­κό δυ­να­μι­κό.
Η δη­μο­σίευ­ση της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας της Μι­νώ­του ξε­κί­νη­σε σε έ­να μα­γιά­τι­κο τεύ­χος του 1931, με ε­ξώ­φυλ­λο, το λι­θο­γρα­φι­κό πορ­τρέ­το μιας γυ­ναί­κας, της ο­ποίας την πε­ρι­γρα­φή συ­νό­ψι­ζε η λε­ζά­ντα με το στί­χο, «Γυ­ναί­κες, που κυτ­τά­τε στο κε­νό με βλέμ­μα ξε­χα­σμέ­νο!...», του Κώ­στα Ου­ρά­νη, α­πό το ποίη­μα «Πε­ρα­στι­κές». Σε ε­κεί­νο το τεύ­χος, ό­πως α­να­κοί­νω­ναν οι εκ­δό­τες, άρ­χι­ζε η δη­μο­σίευ­ση “τριών θαυ­μα­σίων α­να­γνω­σμά­τω­ν”. Η «Πά­πισ­σα Ιωάν­να» προ­τασ­σό­ταν και α­κο­λου­θού­σαν το «Αντίο α­γά­πη!...» της ι­τα­λο­ελ­λη­νί­δας (α­πό να­πο­λι­τά­νο πα­τέ­ρα και πα­τρι­νιά μη­τέ­ρα) Ματ­θίλ­δης Σε­ράο και «Οι έ­ρω­τες του Μπαρ­τα­λιάν» του δη­μο­φι­λή τό­τε γάλ­λου Μι­χαήλ Ζε­βά­κο. Συ­μπτω­μα­τι­κά, και οι τρεις συγ­γρα­φείς ή­ταν μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι και δη­μο­σιο­γρά­φοι, που εί­χαν εκ­δώ­σει και δι­κά τους έ­ντυ­πα. Το μυ­θι­στό­ρη­μα της Μι­νώ­του, κρά­τη­σε την πρω­το­κα­θε­δρία ο­λό­κλη­ρο το κα­λο­καί­ρι, με ε­πί­λε­κτη ει­κο­νο­γρά­φη­ση, που συ­μπλή­ρω­νε τα ι­στο­ρού­με­να. Πολ­λά α­πό τα χα­ρα­κτι­κά προέρ­χο­νταν α­πό το βι­βλίο του Φιο­ρέτ­τι για την Πά­πισ­σα Ιωάν­να, το ο­ποίο η Μι­νώ­του α­να­φέ­ρει ως μια α­πό τις βα­σι­κές πη­γές της συγ­γρα­φής. Η «Πά­πισ­σα Ιωάν­να» ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε σε 18 τεύ­χη, στις 19 Σε­πτεμ­βρίου, ε­νώ τα άλ­λα “δυο α­να­γνώ­σμα­τα” συ­νε­χί­ζο­νταν. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι οι δυο ξέ­νοι συγ­γρα­φείς ή­ταν γεν­νη­μέ­νοι πε­ρί τα μέ­σα του 19ου αιώ­να και τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά τους, στο πρω­τό­τυ­πο, εί­χαν προ πολ­λού εκ­δο­θεί σε βι­βλίο. Τό­τε η Μι­νώ­του ή­ταν τριά­ντα ε­νός ε­τών και αυ­τή ή­ταν η πρώ­τη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία που δη­μο­σίευε. Πα­ρό­τι, αρ­γό­τε­ρα, θα πρέ­πει να εί­χε την δυ­να­τό­τη­τα, δεν την ε­ξέ­δω­σε σε βι­βλίο. Έτσι, η με­τα­μόρ­φω­ση του “θαυ­μα­σίου α­να­γνώ­σμα­τος” σε βι­βλίο χρειά­στη­κε να πε­ρι­μέ­νει ο­γδό­ντα χρό­νια, μέ­χρι να προ­κύ­ψει η έ­ρευ­να για τις γυ­ναί­κες συγ­γρα­φείς του πε­ριο­δι­κού Τύ­που αλ­λά και να βρε­θεί εκ­δό­της με ευαι­σθη­σίες τό­σο στα φυ­λε­τι­κά ό­σο και στα ε­πτα­νη­σια­κά θέ­μα­τα. 
Άργη­σε, αλ­λά ευ­τύ­χι­σε. Η Απο­στο­λή το α­να­δει­κνύει με τον α­να­γκαίο σχο­λια­σμό, προ­σαρ­μό­ζο­ντας το κεί­με­νο στην τρέ­χου­σα ορ­θο­γρα­φία και στί­ξη. Μι­κρό­τε­ρη φρο­ντί­δα φαί­νε­ται να έ­δει­ξε στην πα­ρου­σία­ση της συγ­γρα­φέως. Μπο­ρεί η Μα­ριέτ­τα Γιαν­νο­πού­λου-Μι­νώ­του να ή­ταν στην ε­πο­χή της α­πό τις πιο δρα­στή­ριες γυ­ναί­κες συγ­γρα­φείς, ω­στό­σο γρή­γο­ρα λη­σμο­νή­θη­κε. Σή­με­ρα, έ­νας δη­μο­σιο­γρά­φος, που θα του ζη­τού­σαν να γρά­ψει για την ε­πέ­τειο του μι­σού αιώ­να α­πό τον θά­να­τό της, θα δυ­σκο­λευό­ταν. Το πι­θα­νό­τε­ρο εί­ναι να κα­τέ­φευ­γε στο Δια­δί­κτυο, και κα­θώς πρό­κει­ται για συγ­γρα­φέα, να α­να­ζη­τού­σε στοι­χεία στην ι­στο­σε­λί­δα του Εθνι­κού Κέ­ντρου Βι­βλίου. Εκεί, θα εύ­ρι­σκε την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι η Μι­νώ­του συμ­με­τεί­χε στο συλ­λο­γι­κό τό­μο «Ο Κων­στα­ντί­νος Κα­ρα­μαν­λής στον ει­κο­στό αιώ­να», που μπο­ρεί και να μην τον πα­ρα­ξέ­νευε. Ωστό­σο, η ε­πό­με­νη πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι ε­πι­με­λή­θη­κε τό­μο με πρα­κτι­κά διη­με­ρί­δας, που έ­λα­βε χώ­ρα στις 18-19 Μαΐου 2005, μάλ­λον θα κλό­νι­ζε την ε­μπι­στο­σύ­νη του στο δια­δι­κτυα­κό σύ­μπαν. 
Από μια ά­πο­ψη, το σφάλ­μα ε­κεί­νων που έ­γρα­ψαν το λήμ­μα εί­ναι α­σή­μα­ντο. Απλο­ποίη­σαν τα ε­πί­θε­τα δυο γυ­ναι­κών συγ­γρα­φέων, πα­ρα­βλέ­πο­ντας το πα­τρι­κό συν­θε­τι­κό του ε­πω­νύ­μου της πρώ­της και το συ­ζυ­γι­κό της δεύ­τε­ρης, με α­πο­τέ­λε­σμα να συγ­χω­νευ­τούν τα έρ­γα της για­γιάς με αυ­τά της εγ­γο­νής, που τυ­χαί­νει να εί­ναι υ­πεύ­θυ­νη του ι­στο­ρι­κού αρ­χείου του Ιδρύ­μα­τος «Κων­στα­ντί­νος Γ. Κα­ρα­μαν­λής». Πά­λι κα­λά, που δεν α­να­φέ­ρουν πως συμ­με­τεί­χε και στο συλ­λο­γι­κό τό­μο του 2008 «Το ο­δοι­πο­ρι­κό ε­νός συλ­λέ­κτη» ή, α­κό­μη, πως έ­γρα­ψε την ει­σα­γω­γή του λευ­κώ­μα­τος, τα «Ελλη­νι­κά κε­ντή­μα­τα», που εκ­δό­θη­κε α­πό την Ιστο­ρι­κή και Εθνο­λο­γι­κή Εται­ρεία, στην ο­ποία η συγ­γρα­φέ­ας ή­ταν μέ­λος. Και για­τί ό­χι, α­φού και στις δυο εκ­δό­σεις συμ­με­τέ­χει μια Μι­νώ­του, κι αυ­τή με δυο ε­πώ­νυ­μα. Αλλά­ζει, βε­βαίως, το μι­κρό ό­νο­μα, γί­νε­ται Μα­ρία, κα­θώς, αυ­τή τη φο­ρά, πρό­κει­ται για τη νύ­φη της συγ­γρα­φέως. Αλλά τι Μα­ρία τι Μα­ριέτ­τα; Άλλω­στε και την Γιαν­νο­πού­λου-Μι­νώ­του ως Μα­ρία και Μα­ριέτ­τα την α­να­φέ­ρει η ε­γκυ­κλο­παί­δεια Πά­πυ­ρος-Larousse-Britannica, που, κα­τά τα άλ­λα, α­κο­λου­θεί τη συ­μπι­λη­μα­τι­κή λο­γι­κή του Δια­δι­κτύου. Συμ­φύ­ρει ό­λους τους α­νή­κο­ντες στην ευ­γε­νή οι­κο­γέ­νεια των Μι­νώ­των σε έ­να λήμ­μα, το ο­ποίο ξε­κι­νά­ει α­πό έ­ναν Λαυ­ρέ­ντιο του 12ου αιώ­να και κα­τα­λή­γει με τη δια­ζευγ­μέ­νη σύ­ζυ­γο του τε­λευ­ταίου Μι­νώ­του, του Σπυ­ρί­δω­να. Από μια ά­πο­ψη, ί­σως και να ται­ριά­ζει σε μια φε­μι­νί­στρια, ό­πως η Μι­νώ­του, να προ­τάσ­σε­ται ό­λων των ι­διο­τή­των της ε­κεί­νη της δια­ζευγ­μέ­νης. Πά­ντως, σαν μια γνή­σια χει­ρα­φε­τη­μέ­νη γυ­ναί­κα, κα­τά την δε­κα­ε­τή έγ­γα­μη πε­ρίο­δο, δεν α­νέ­στει­λε την πο­λύ­πλευ­ρη δρα­στη­ριό­τη­τά της, α­ντι­θέ­τως ε­ξέ­δω­σε τα πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα βι­βλία της.  
Όπως και να έ­χει, του­λά­χι­στον στην ι­στο­σε­λί­δα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. και στην Εγκυ­κλο­παί­δεια α­να­φέ­ρε­ται, ε­νώ στις ι­στο­ρίες της λο­γο­τε­χνίας δεν ε­πι­βιώ­νει κα­νέ­να ί­χνος της. Ού­τε καν σε ε­κεί­νη του Νί­κου Παπ­πά, που συ­γκε­ντρώ­νει σε δυο κε­φά­λαια ποιή­τριες και πε­ζο­γρά­φους, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό γε­νιές, σαν μια μειο­νό­τη­τα, που πρέ­πει κά­που να στε­γα­στεί. Ωστό­σο, χά­ρις στις συ­νερ­γα­σίες της σε διά­φο­ρα πε­ριο­δι­κά, α­να­φέ­ρε­ται στη γραμ­μα­το­λο­γία του Αλέξ. Αργυ­ρίου και τις βι­βλιο­γρα­φίες πε­ριο­δι­κών. Ανε­ξάρ­τη­τα αν τα πε­ριο­δι­κά, στα ο­ποία πρω­το­στά­τη­σε, δεν μνη­μο­νεύο­νται. Ού­τε το νε­α­νι­κό «Εύα Νι­κή­τρια», που ε­ξέ­δω­σε στην Ζά­κυν­θο κα­τά τη διε­τία 1921-1923, ού­τε τα «Επτα­νη­σια­κά Γράμ­μα­τα» του Βά­σου Φω­κά, που κυ­κλο­φό­ρη­σαν την πε­ρίο­δο 1950-1951 και στα ο­ποία εί­χε την αρ­χι­συ­ντα­ξία. Το μό­νο που α­ξιο­λο­γεί­ται εί­ναι η «Ιό­νιος Ανθο­λο­γία», το ο­ποίο ε­ξέ­δω­σε με τον σύ­ζυ­γό της το 1927 και το διηύ­θυ­νε μέ­χρι το 1935, που χώ­ρι­σε. Και αυ­τό, πά­ντως, πα­ρα­λεί­πε­ται στην προ­α­να­φερ­θεί­σα «Εγκυ­κλο­παί­δεια του ελ­λη­νι­κού Τύ­που».   
Στην ει­σα­γω­γή της Απο­στο­λή, δί­νε­ται μια συ­νο­πτι­κή ει­κό­να του συγ­γρα­φι­κού έρ­γου και της πνευ­μα­τι­κής δρά­σης της Μι­νώ­του. Όταν, ω­στό­σο, α­να­φέ­ρει τα πε­ρί ε­ντο­πι­σμού της «Πά­πισ­σας Ιωάν­νας», δεν α­κρι­βο­λο­γεί. Δεν χρεια­ζό­ταν ι­διαί­τε­ρη έ­ρευ­να για να α­να­κα­λυ­φθεί το δη­μο­σίευ­μα. Το 1957, η συγ­γρα­φέ­ας, γνω­ρί­ζο­ντας ή­δη ό­τι πά­σχει α­πό καρ­κί­νο, εί­χε η ί­δια συ­ντά­ξει και εκ­δώ­σει την ερ­γο­γρα­φία της, με τον τίτ­λο, «Η Ανα­γρα­φή μου». Πρό­κει­ται για μια ι­διω­τι­κή έκ­δο­ση, προ πολ­λού ε­ξαν­τλη­μέ­νη. Πι­στεύου­με ό­τι στο πρό­σφα­το βι­βλίο θα έ­πρε­πε να α­να­δη­μο­σιεύε­ται του­λά­χι­στον ο κα­τά­λο­γος των βι­βλίων της, ο ο­ποίος πα­ρα­λεί­πε­ται και στον α­φιε­ρω­μα­τι­κό τό­μο του πε­ριο­δι­κού «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα», που κυ­κλο­φό­ρη­σε ε­πε­τεια­κά προ δε­κα­ε­τίας. Όσο για την πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι τα δη­μο­σιεύ­μα­τά της φθά­νουν τα 600 ή στα­τι­στι­κά δε­δο­μέ­να για την ει­δο­λο­γι­κή και χρο­νο­λο­γι­κή κα­τά­τα­ξη του έρ­γου της εί­ναι μι­κρής α­ξίας. Αν βοή­θη­σε σε κά­τι την Απο­στο­λή το ε­ρευ­νη­τι­κό πρό­γραμ­μα στο ο­ποίο συμ­με­τεί­χε, δεν ή­ταν στην α­νεύ­ρε­ση του κει­μέ­νου, αλ­λά στην α­ξιο­λό­γη­ση του θέ­μα­τος. Ει­δάλ­λως, ί­σως και να μην α­σχο­λιό­ταν με έ­να πε­ζό, δη­μο­σιευ­μέ­νο σε συ­νέ­χειες, σε λαϊκό πε­ριο­δι­κό. Ας εί­ναι κα­λά η α­να­νέω­ση της ο­ρο­λο­γίας, που ε­ντάσ­σει την εν λό­γω μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία στην θε­μα­τι­κή ο­μπρέ­λα της φυ­λε­τι­κής ταυ­τό­τη­τας και της πα­ρεν­δυ­σίας. 
Για την υ­στε­ρο­φη­μία της Μι­νώ­του φαί­νε­ται να ται­ριά­ζει η τε­λευ­ταία φρά­ση της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας, που α­να­φέ­ρε­ται στην με­τά θά­να­το διαιώ­νι­ση της φή­μης της Πά­πισ­σας Ιωάν­νας: «...αν δεν ε­πρό­κει­το για γυ­ναί­κα, ο­ρι­σμέ­νως η ι­στο­ρία των πα­πών θα την κα­τέ­τασ­σε πε­ρή­φα­να δί­πλα στους Ου­μα­νι­στές ε­κεί­νους πά­πες που με τ’ ό­νο­μά τους λα­μπρύ­νουν τις σε­λί­δες της.» Εκεί­νο που μέ­νει ζη­τού­με­νο εί­ναι δί­πλα σε ποιους μια γραμ­μα­το­λο­γία θα κα­τέ­τασ­σε την Μι­νώ­του. Η ό­ποια α­πά­ντη­ση θα προϋπέ­θε­τε ε­παρ­κή γνώ­ση του έρ­γου της. Γνω­στό­τε­ρες, σή­με­ρα, εί­ναι οι λα­ο­γρα­φι­κές της με­λέ­τες χά­ρις και στις ε­πα­νεκ­δό­σεις τους. Επί­σης, οι ι­στο­ρι­κές της με­λέ­τες, ό­πως «Το ρε­μπε­λιό των πο­πο­λά­ρων», κα­θώς και δυο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κές βιο­γρα­φίες για την Ισα­βέλ­λα Θε­ο­τό­κη και τον Τζιά­κο­μο Λε­ο­πάρ­ντι. Ίσως, το λι­γό­τε­ρο γνω­στό κομ­μά­τι του έρ­γου της να εί­ναι οι λο­γο­τε­χνι­κές της ε­πι­δό­σεις. Σύμ­φω­να με την ει­δο­λο­γι­κή κα­τά­τα­ξη στην «Ανα­γρα­φή» της, ό­πως την πα­ρα­θέ­τει ο Διο­νύ­σης Σέρ­ρας, έ­χει δη­μο­σιεύ­σει έ­να με­γά­λο α­ριθ­μό διη­γη­μά­των, ω­στό­σο, δεν α­να­φέ­ρε­ται η τύ­χη τους. Δη­λα­δή, η συ­γκέ­ντρω­σή τους σε συλ­λο­γές α­πό την ί­δια ή με­τά θά­να­το. Επί­σης, προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι έ­χει δη­μο­σιεύ­σει έ­ξι μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κές βιο­γρα­φίες και πά­λι χω­ρίς να διευ­κρι­νί­ζε­ται πό­σες έ­χουν εκ­δο­θεί σε βι­βλίο. Πά­ντως, έ­νας ση­με­ρι­νός α­να­γνώ­στης παίρ­νει μια πρώ­τη γεύ­ση α­πό την πρό­σφα­τη έκ­δο­ση.
Έτσι ό­πως με­τεω­ρί­ζε­ται η Πά­πισ­σα Ιωάν­να με­τα­ξύ Ιστο­ρίας και μύ­θου, ο ι­σχυ­ρι­σμός της Μι­νώ­του ό­τι συ­νέ­θε­σε την αυ­θε­ντι­κή ι­στο­ρία της δεί­χνει ου­το­πι­κός. Το σί­γου­ρο, ό­μως, εί­ναι ό­τι πρό­κει­ται για μια αυ­θε­ντι­κά γυ­ναι­κεία εκ­δο­χή του βίου της. Χά­ρις στο ρο­μα­ντι­σμό της, που έ­χει μια με­γά­λη δό­ση πρα­κτι­κού πνεύ­μα­τος, οι η­ρωί­δες της, τό­σο η Πά­πισ­σα ό­σο και το ε­πι­νο­η­μέ­νο πρό­σω­πο της ε­τε­ρο­θα­λούς α­δελ­φής της, κα­θί­στα­νται πιο α­λη­θο­φα­νείς. Όσο για τους αν­δρι­κούς χα­ρα­κτή­ρες, αλ­λά και την ε­ρω­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά και των δυο φύ­λων, έ­χουν τα γνώ­ρι­μα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της γυ­ναι­κείας γρα­φής, ό­πως αυ­τή  δια­μορ­φώ­θη­κε στα χρό­νια του με­σο­πο­λέ­μου. Η Απο­στο­λή δί­νει μια διε­ξο­δι­κή α­νά­λυ­ση της υ­πό­θε­σης και των υ­φο­λο­γι­κών χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, σε μια προ­σπά­θεια το βι­βλίο της Μι­νώ­του να πά­ρει τη θέ­ση του στη διε­θνή γε­νε­α­λο­γία της Πά­πισ­σας. Εμείς την διε­θνή την α­γνοού­με, ού­τε γνω­ρί­ζου­με αν υ­πάρ­χει ελ­λη­νι­κή α­ντί­στοι­χη, ε­κτός α­πό τις δια­σκευές και τις α­πο­δό­σεις στη δη­μο­τι­κή της «Πά­πισ­σας Ιωάν­νας» του Ροΐδη. Πι­στεύου­με, πά­ντως, ό­τι το βι­βλίο της Μι­νώ­του προ­σφέ­ρε­ται για το ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, που έ­χει κα­τα­λή­ξει να ση­μαί­νει το γυ­ναι­κείο και το ο­ποίο αμ­φι­βάλ­λου­με αν έ­χει δια­βά­σει την εκ­δο­χή του Ροΐδη. Εκτός κι αν διά­βα­σε την πρό­σφα­τη, στα νέα ελ­λη­νι­κά, που μάλ­λον θα το α­πο­γοή­τευ­σε, έ­τσι που α­φυ­δα­τώ­νει την πε­ρι­βό­η­τη ροΐδεια ει­ρω­νεία, χω­ρίς να προ­βάλ­λει σε α­ντι­στάθ­μι­σμα έ­ναν γο­η­τευ­τι­κό γυ­ναι­κείο χα­ρα­κτή­ρα. Επί­σης, η Απο­στο­λή κά­νει την πα­ρα­τή­ρη­ση πως η η­ρωί­δα της Μι­νώ­του δεν έ­χει έμ­φυ­λη συ­νεί­δη­ση. Ευ­τυ­χώς, για­τί, αν εί­χε, το μυ­θι­στό­ρη­μα θα α­νή­κε στη στρα­τευ­μέ­νη λο­γο­τε­χνία, ό­που, με­τα­ξύ άλ­λων, ε­ντάσ­σε­ται και η φε­μι­νι­στι­κή. 
Όπως και να έ­χει, μας πρό­σφε­ρε έ­να εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο, και ως γυ­ναι­κεία συ­νει­σφο­ρά στην ε­πέ­τειο της πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας α­πό το θά­να­το της συγ­γρα­φέως.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/4/2012.