Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Στον τόπο του Καρκαβίτσα



Τά­κης Ν. Λαϊνάς
«Ο κά­μπος ο κό­σμος
El campo el mundo»
Εκδό­σεις
Πα­ρα­τη­ρη­τής της Θρά­κης
Κο­μο­τη­νή-Λε­χαι­νά
Νοέ­μ­βριος 2011

Άποψη
του Σιδηροδρομικού
Σταθμού
Λεχαινών.


Στον ο­δη­γό του Στέ­φα­νου Ψη­μέ­νου «Ανε­ξε­ρεύ­νη­τη Πε­λο­πό­ν­νη­σος», που κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1999 ως δεύ­τε­ρος τό­μος, με­τά α­πό ε­κεί­νον της Κρή­της, στη σει­ρά τα­ξι­διω­τι­κών ο­δη­γών με τον γε­νι­κό τί­τ­λο «Ανε­ξε­ρεύ­νη­τη Ελλά­δα», τα Λε­χαι­νά δεν υ­πά­ρ­χουν στο ευ­ρε­τή­ριο. Ο α­να­γνώ­στης και ε­πί­δο­ξος τα­ξι­διώ­της υ­πο­θέ­τει ό­τι η πα­ρά­λει­ψη έ­γι­νε α­πό α­βλε­ψία, α­φού μοιά­ζει α­πί­θα­νο να μην α­να­φέ­ρο­νται τα Λε­χαι­νά σε έ­ναν πα­ρό­μοιας έ­κτα­σης Οδη­γό. Σύ­μ­φω­να με τις ε­γκυ­κλο­παί­δειες, πρό­κει­ται για κω­μό­πο­λη του νο­μού Ηλείας, που, μέ­χρι το 1999, ή­ταν η έ­δρα του ο­μώ­νυ­μου δή­μου, με 3541 κα­τοί­κους. Οπό­τε, ό­ντας α­γεω­γρά­φη­τος, α­ρ­χί­ζει το φυ­λ­λο­μέ­τρη­μα του Οδη­γού. Όπως πλη­ρο­φο­ρεί στην ει­σα­γω­γή ο Ψη­μέ­νος, έ­κα­νε την α­να­γκαία έ­ρευ­να για την κα­τά­ρ­τι­ση του Οδη­γού ως μη­χα­νό­βιος τα­ξι­διώ­της και πα­ρου­σιά­ζει τον τό­πο με βά­ση τις δια­δρο­μές που α­κο­λού­θη­σε. Προ­βλέ­πο­νται, συ­νο­λι­κά, έ­ξι δια­δρο­μές, που χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται α­πό το ση­μείο ε­κ­κί­νη­σης, συν τέ­σ­σε­ρις, α­πο­κα­λού­με­νες ο­ρει­νές. Βο­η­θού­με­νος α­πό τον χά­ρ­τη, ο με­λ­λο­ντι­κός τα­ξι­διώ­της, για να ε­ντο­πί­σει τα Λε­χαι­νά, α­να­τρέ­χει  στη δια­δρο­μή Πά­τρα-Πύ­ρ­γου. Ακο­λου­θώ­ντας την Εθνι­κή Οδό, δια­βά­ζει για τα Βρα­χναίι­κα, που συ­ν­δυά­ζουν τα πα­λαιά πέ­τρι­να σπί­τια με τα φρο­ντι­σμέ­να μπα­ρ, για το πο­λύ κα­λό ξε­νο­δο­χείο στο χω­ριό Κα­μί­νια και το ε­ξαι­ρε­τι­κό κά­μπι­ν­γκ, λί­γο πα­ρα­κά­τω, στην Κά­τω Αλι­σ­σό. Επί­σης, για την ό­μο­ρ­φη κω­μό­πο­λη Κά­τω Αχα­γιά, και στη συ­νέ­χεια, για τη φτω­χι­κή Μα­νο­λά­δα, με μό­λις έ­να βυ­ζα­ντι­νό ε­κ­κλη­σά­κι, α­λ­λά και για την πο­λύ­κο­σμη Βά­ρ­δα. Κά­που ε­δώ, ε­πι­τέ­λους, ε­ντο­πί­ζει τα Λε­χαι­νά, τυ­πω­μέ­να με μαύ­ρα στοι­χεία, ό­πως και ό­λοι οι ά­λ­λοι βα­σι­κοί στα­θ­μοί. Εί­ναι η πό­λη που στοι­χειώ­νει εξ α­πα­λών ο­νύ­χων την φα­ντα­σία του χά­ρη στη “λυ­γε­ρή” α­λ­λά ά­τυ­χη Ανθή, την η­ρωί­δα του α­γα­πη­μέ­νου του λε­χαι­νιώ­τη συ­γ­γρα­φέα, την ο­ποία, ό­ντας α­φό­ρη­τα ρο­μα­ντι­κός, την ταύ­τι­ζε α­νέ­κα­θεν με την υ­πα­ρ­κτή α­λ­λά ά­πι­στη Ιο­λά­ν­δη, την α­γα­πη­μέ­νη του Ανδρέα Κα­ρ­κα­βί­τσα, που στά­θη­κε η α­φο­ρ­μή για να γρα­φτεί το μυ­θι­στό­ρη­μα των Λε­χαι­νών.  
Ο Οδη­γός πλη­ρο­φο­ρεί: “Τα Λε­χαι­νά εί­ναι η πα­τρί­δα του Ανδρέα Κα­ρ­κα­βί­τσα, α­λ­λά αυ­τός δεν εί­ναι λό­γος για να ε­πι­σκε­φθεί­τε αυ­τή την ά­χα­ρη ε­πα­ρ­χια­κή πό­λη.” Η πρώ­τη α­ντί­δρα­ση εί­ναι η α­πο­γοή­τευ­ση. Όταν, ό­μως, δια­βά­ζει τη φρά­ση, που α­κο­λου­θεί, η α­πο­γοή­τευ­ση με­τα­τρέ­πε­ται σε α­γα­νά­κτη­ση: “Αντί­θε­τα, η Ανδρα­βί­δα, με­ρι­κά χι­λιό­με­τρα πα­ρα­κά­τω, δια­σώ­ζει έ­να ε­λά­χι­στο δεί­γ­μα α­πό την πα­λιά της αί­γλη.” Υπή­ρ­ξε η πε­ρί­φη­μη Andre Ville, η πρω­τεύου­σα του πρι­γκι­πά­του του Μο­ρέως. Άλλω­στε και ο Δή­μος Λε­χαι­νών έ­δω­σε τη θέ­ση του στον Δή­μο Ανδρα­βί­δας-Κυ­λ­λή­νης. Η ε­τυ­μη­γο­ρία του Οδη­γού μπο­ρεί να εί­ναι και εκ του πο­νη­ρού, για να στρέ­ψει το ε­ν­δια­φέ­ρον του τα­ξι­διώ­τη στη γει­το­νι­κή πο­λι­τεία του η­λεια­κού κά­μπου. Αν, ό­μως, αυ­τός α­γα­να­κτεί, πώς θα πρέ­πει να αι­σθά­νο­νται οι τρεις χι­λιά­δες τό­σοι κά­τοι­κοι της πό­λης; Κι αν ό­χι ό­λοι, του­λά­χι­στον η δρά­κα των δια­νοού­με­νων ή και η με­γα­λύ­τε­ρη ο­μά­δα των α­πο­κα­λού­με­νων σή­με­ρα ε­νε­ρ­γών πο­λι­τώ­ν; Το ε­ρώ­τη­μα δρά­τ­τε­ται της ευ­και­ρίας να το θέ­σει, ό­ταν βρί­σκε­ται  ε­πί τό­που, για­τί, σε πεί­σμα του Οδη­γού, αυ­τός τα­ξι­δεύει στη γε­νέ­τει­ρα του συ­γ­γρα­φέα του.
Ως α­πά­ντη­ση, έ­νας α­πό αυ­τούς, ο Τά­κης Λαϊνάς του ε­γ­χει­ρί­ζει το φρε­σκο­τυ­πω­μέ­νο βι­βλίο του. Καί­τοι φα­να­τι­κός θα­μώ­νας των α­θη­ναϊκών βι­βλιο­πω­λείων, δεν το εί­χε ε­πι­ση­μά­νει. Με έ­να τό­σο πρω­τό­τυ­πο ε­ξώ­φυ­λ­λο, αν υ­πή­ρ­χε, α­κό­μη και κα­τα­χω­νια­σμέ­νο, δεν θα πε­ρ­νού­σε α­πα­ρα­τή­ρη­το. Τον πα­ρα­ξε­νεύει ο ε­κ­δό­της, ό­που λα­ν­θά­νει συ­νε­ν­νό­η­ση Θρά­κης και Ηλείας. Λα­θραία γε­ν­νιέ­ται η σκέ­ψη πως μια πα­ρό­μοια συ­νε­ρ­γα­σία, ε­ρή­μην των Αθη­νών, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λέ­σει μέ­χρι και πο­λι­τι­στι­κή πρό­τα­ση, αν ό­χι και πο­λι­τι­κή, προς α­πο­μό­νω­ση της μο­λυ­σμα­τι­κής ε­στίας, στην ο­ποία, συν τω χρό­νω, με­τα­μο­ρ­φώ­νε­ται η ο­μ­φα­λο­σκο­πού­με­νη πρω­τεύου­σα. Κα­τά τα ά­λ­λα, βρί­σκει σχε­δόν ποιη­τι­κό τον τί­τ­λο. Δεν γνω­ρί­ζει, ό­μως, τι ση­μαί­νει να έ­χεις γε­ν­νη­θεί σε έ­ναν κά­μπο. Πό­σο α­ντί­στοι­χη μπο­ρεί να εί­ναι η αί­σθη­ση με ε­κεί­νη του νη­σιώ­τη. Ού­τε εί­ναι τό­σο γεω­γρα­φη­μέ­νος, ώ­στε να μπο­ρεί να σχε­διά­σει στο χά­ρ­τη τη γρα­μ­μή που πε­ρι­κλείει τον η­λεια­κό κά­μπο. Το βι­βλίο τον βο­η­θά­ει: “Στην κα­ρ­διά του κά­μπου, η Γα­στού­νη.” Γι’ αυ­τόν, μια α­κό­μη ά­γνω­στη πό­λη, κι αυ­τή μυ­θο­ποιη­μέ­νη, χά­ρη σε έ­τε­ρο προ­σφι­λή συ­γ­γρα­φέα. Μό­νο που ε­κεί­νον τον διά­βα­σε πο­λύ α­ρ­γό­τε­ρα. Για την α­κρί­βεια, τον διά­βα­σε και τον ξα­να­διά­βα­σε, μέ­νο­ντας πά­ντα με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι μέ­ρος α­πό το νό­η­μα τού δια­φεύ­γει. Ο Οδη­γός του Ψη­μέ­νου στέ­κε­ται και για την Γα­στού­νη το ί­διο α­πο­τρε­πτι­κός: «...Τα σχό­λια των πα­λιών πε­ριη­γη­τών για το α­ν­θυ­γιει­νό κλί­μα της ε­ξα­κο­λου­θούν να ι­σχύουν μέ­χρι σή­με­ρα. Δεν έ­χε­τε λοι­πόν λό­γο να μεί­νε­τε ε­δώ...» Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, δεν α­να­φέ­ρει ού­τε το ό­νο­μα του συ­γ­γρα­φέα. Πι­θα­νώς α­πό ά­γνοια, ί­σως, ό­μως, και για­τί α­πό τον Νί­κο Κα­χτί­τση δεν έ­μει­νε κά­ποιο σπί­τι. Άλλω­στε, ε­κεί γε­ν­νή­θη­κε, α­λ­λού με­γά­λω­σε κι α­λ­λού έ­ζη­σε. Όπως και να έ­χει, ού­τε πο­τέ κα­νείς σκέ­φτη­κε να του στή­σει α­ν­δριά­ντα στη γε­νέ­τει­ρα ή κά­που α­λ­λού. Μέ­νει α­πο­ρία μην και υ­πά­ρ­χει κα­νέ­νας δρό­μος στο ό­νο­μά του.  
Επα­νε­ρ­χό­μα­στε στον η­λεια­κό κά­μπο και το βι­βλίο: “Ο δι­κός μας κά­μπος, ο δι­κός μας κό­σμος ε­νιαίος και ε­πι­κλι­νής, φω­τα­γω­γη­μέ­νος ο­μοιό­μο­ρ­φα α­πό τα Σα­βά­λια ως το Βου­πρά­σιο.” Νυ­χτε­ρι­νή η ει­κό­να του Λαϊνά, εί­ναι “α­πό την κα­τη­φό­ρα προς Νε­ο­χώ­ρι”. Ανα­ζη­τά ο α­να­γνώ­στης τα τρία ο­νό­μα­τα στο χά­ρ­τη. Ορια­κά ση­μεία του κά­μπου που δια­σχί­ζει ο Πη­νειός, σχη­μα­τί­ζουν έ­να νο­η­τό τρί­γω­νο. Ένα ά­λ­λο τρί­γω­νο, πο­λύ μι­κρό­τε­ρο, εί­ναι ε­κεί­νο των τριών κω­μο­πό­λεων, Ανδρα­βί­δα-Λε­χαι­νά-Μυ­ρ­σί­νη, που πα­ρου­σιά­ζει ο συ­γ­γρα­φέ­ας στο κε­φά­λαιο, με τί­τ­λο, «Haca negra luna roja». Κα­τά τη γνώ­μη μας, το α­ρ­τιό­τε­ρο τα­ξι­διω­τι­κό κεί­με­νο του βι­βλίου. Για το δια­κει­με­νι­κό του ά­νοι­γ­μα και την φρα­στι­κή του πύ­κνω­ση, θα το ζή­λευαν και δό­κι­μοι συ­γ­γρα­φείς. Εδώ, ο ι­σπα­νι­κός τί­τ­λος πα­ρα­πέ­μπει στον Φε­ντε­ρί­κο Γκα­ρ­σία Λό­ρ­κα. Προ­χω­ρώ­ντας την α­νά­γνω­ση λύ­νε­ται και η α­πο­ρία του ι­σπα­νι­κού δεύ­τε­ρου μέ­ρους του τί­τ­λου του βι­βλίου, που ο α­θη­ναίος α­να­γνώ­στης θα μπο­ρού­σε να ε­κλά­βει ως ε­κ­ζή­τη­ση. Δια­βά­ζου­με: “Il campo, για τον Ιτα­λό κα­ρ­που­ζέ­μπο­ρο και τις ου­ρές α­πό τις ντα­λί­κες στα βε­ν­ζι­νά­δι­κα... El campo, για την ό­μο­ρ­φη Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­να με δυο παι­διά στο Σαν Ντο­μί­γκο, που δου­λεύει τα βρά­δια ει­σ­πρά­τ­το­ντας έ­να με­ρί­διο α­πό την ε­πι­δό­τη­ση των ε­σπε­ρι­δο­ει­δών και του ε­λαιό­λα­δου.” Με αυ­τές τις φρά­σεις, ο συ­γ­γρα­φέ­ας χα­ρά­ζει τα α­ν­θρω­πο­γεω­γρα­φι­κά ό­ρια του κά­μπου α­λ­λά και του κό­σμου του. Από τη μια, ο α­ντί­πε­ρα της Αδρια­τι­κής λαός, α­πό την ά­λ­λη, τα με­τα­να­στευ­τι­κά κύ­μα­τα.
Ο Λαϊνάς, γεω­πό­νος το ε­πά­γ­γε­λ­μα, πε­ρι­γρά­φει “το γού­πα­το του εύ­φο­ρου κά­μπου”, συ­ν­δυά­ζο­ντας την ε­πι­στη­μο­νι­κή α­κρι­βο­λο­γία με την βιω­μα­τι­κή συ­γκί­νη­ση. Επι­ση­μαί­νει τα κα­κώς κεί­με­να, κά­πο­τε κα­τα­γ­γε­λ­τι­κά, συ­χνό­τε­ρα ει­ρω­νι­κά, πο­τέ ό­μως, με το συ­χνά α­πα­ντώ­με­νο σύ­μπλε­γ­μα του ε­πα­ρ­χιώ­τη α­πέ­να­ντι στον Αθη­ναίο. Άλλω­στε, αυ­τός α­ντι­τεί­νει το α­τού ε­νός Λε­χαι­νιώ­τη: «Στις μι­κρές κοι­νω­νίες που ζού­με η α­ντί­δρα­ση και ο συ­ντη­ρη­τι­σμός έ­χουν ό­νο­μα και ε­πώ­νυ­μο...» Πα­ρο­μοίως, δεν υ­πά­ρ­χει ού­τε ί­χνος α­γα­νά­κτη­σης για τη δυ­σφή­μη­ση του τό­που του α­πό τον τα­ξι­διω­τι­κό Οδη­γό. Μά­λι­στα, η ε­πί­μα­χη φρά­ση τί­θε­ται ως μό­το στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του βι­βλίου, το α­φιε­ρω­μέ­νο στον Κα­ρ­κα­βί­τσα και τα Λε­χαι­νά. Σε αυ­τό, ω­στό­σο, δί­νει, έ­στω και πλα­γίως, την α­πά­ντη­ση. Κα­τα­ρ­χάς α­να­πτύ­σ­σει τι ση­μαί­νει “αυ­το­διοι­κη­τι­κή πο­λι­τι­κή-πρό­τα­ση” για την α­νά­δει­ξη ε­νός τό­που, το­νί­ζο­ντας ό­τι πρέ­πει να προ­σε­χ­θούν  τα ι­διαί­τε­ρα, συ­χνά και μο­να­δι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του. Για τα Λε­χαι­νά α­ρ­κεί­ται να α­να­φέ­ρει τρεις ι­διαι­τε­ρό­τη­τες: Κο­τύ­χι, Αλυ­κές, Κα­ρ­κα­βί­τσας. Σε κά­θε έ­να α­φιε­ρώ­νει αυ­το­τε­λές κε­φά­λαιο. 
Το Κο­τύ­χι, μια τυ­πι­κή με­σο­γεια­κή λι­μνο­θά­λα­σ­σα, 7χλμ. βο­ρείως, εί­ναι έ­νας “ε­πί­γειος πα­ρά­δει­σος που πε­ρι­μέ­νει σω­τη­ρία”. Και μό­νο οι κα­τά­λο­γοι  με τα ο­νό­μα­τα των με­τα­να­στευ­τι­κών που­λιών και των ποι­κι­λιών α­πό πά­πιες προ­δια­θέ­τουν για το πα­ρα­δει­σέ­νιο του μέ­ρους, θυ­μί­ζο­ντας κεί­με­νο του Ν. Γ. Πε­ντζί­κη. Εκεί­νος ή­ταν φα­ρ­μα­κο­ποιός το ε­πά­γ­γε­λ­μα. Μό­νο που αυ­τός ο πα­ρά­δει­σος βρί­σκε­ται α­νά­με­σα στις κοί­τες του Πη­νειού και του Λα­ρι­σ­σού, α­πει­λού­με­νος α­πό το φρά­γ­μα του πρώ­του. Εξαι­τίας του, τα ε­ν­νέα λα­γκά­δια, που κα­τα­λή­γουν στον υ­γρο­βιό­το­πο, φέ­ρ­νουν πε­ρι­σ­σό­τε­ρο γλυ­κό νε­ρό. Κά­τι η α­λ­λα­γή της ι­σο­ρ­ρο­πίας του νε­ρού, κά­τι οι φε­ρ­τές ύ­λες και το μπά­ζω­μα, το Κο­τύ­χι α­πει­λεί­ται με α­φα­νι­σμό.
Δεύ­τε­ρη ι­διαι­τε­ρό­τη­τα, οι Αλυ­κές Λε­χαι­νών, έ­κτα­σης 380 στρε­μ­μά­των. Πρώην Αλυ­κές, α­φού η ζή­τη­ση για το χλω­ριού­χο νά­τριο στην ε­πο­χή των υ­δρο­γο­να­ν­θρά­κων, του­τέ­στιν του πε­τρε­λαίου, μειώ­θη­κε κα­τά πο­λύ. Μέ­νουν, ό­μως, οι α­μ­μο­θί­νες και τα οι­κο­συ­στή­μα­τα, οι μι­κροί γλά­ροι και οι κύ­κνοι, που, σή­με­ρα, εί­ναι τό­σο α­να­γκαία για την ε­πι­βίω­ση ό­χι μό­νο του τό­που α­λ­λά ό­λων μας, ό­σο ή­ταν το α­λά­τι κά­πο­τε. Εδώ, έ­χει ε­φα­ρ­μο­γή το φαι­νό­με­νο της πε­τα­λού­δας, που α­να­κα­λύ­ψα­με πρό­σφα­τα και το με­τα­φέ­ρα­με α­πό τη θεω­ρία του χά­ους στις χρη­μα­τοοι­κο­νο­μι­κές ι­σο­ρ­ρο­πίες. Από μια ά­πο­ψη α­να­με­νό­με­νο, στον οι­κο­νο­μι­σμό που έ­χει σα­ρώ­σει κά­θε ά­λ­λη έ­γνοια στην ε­πο­χή μας. Ποιος δια­νο­εί­ται ό­τι χω­ρίς του­ρί­στες μπο­ρεί και να ε­πι­βιώ­σου­με, ε­νώ, χω­ρίς α­μ­μο­θί­νες και θα­λε­ρά οι­κο­συ­στή­μα­τα, θα α­πο­βιώ­σου­με στα σί­γου­ρα. Δυ­στυ­χώς, δεν εί­μα­στε πτη­νά α­πο­δη­μη­τι­κά, να πε­τά­ξου­με σε ά­λ­λη γη σε ά­λ­λα μέ­ρη.  
Όσο για τον Κα­ρ­κα­βί­τσα, μέ­νει “ο πα­ρα­βια­σμέ­νος αι­σθη­τι­κά α­ν­δριά­ντας του στην κε­ντρι­κή πλα­τεία”. Μέ­νει, ό­μως, και ο ο­μώ­νυ­μος πο­λι­τι­στι­κός σύ­λ­λο­γος Λε­χαι­νών, στον ο­ποίο με­τέ­χει ε­νε­ρ­γά ο συ­γ­γρα­φέ­ας α­πό ι­δρύ­σεώς του το ’70. Ο τα­ξι­διώ­της μό­λις τώ­ρα πλη­ρο­φο­ρεί­ται την ύ­πα­ρ­ξή του. Όσο δρα­στή­ριος κι αν εί­ναι έ­νας σύ­λ­λο­γος ε­κτός πρω­τευού­σης, ό­σο ε­ν­δια­φέ­ρου­σες κι αν εί­ναι οι ε­κ­δη­λώ­σεις που διο­ρ­γα­νώ­νει, για να προ­βλη­θεί α­πό μια α­θη­ναϊκή ε­φη­με­ρί­δα, θα πρέ­πει να έ­χει τις κα­τά­λ­λη­λες δια­συ­ν­δέ­σεις ή ά­κρες, κα­τά την έ­κ­φρα­ση του συ­ρ­μού. Στο βι­βλίο, ο Λαϊνάς κά­νει διά­γνω­ση των προ­βλη­μά­των και προ­τεί­νει λύ­σεις. Γνω­ρί­ζει, πά­ντως, κα­θώς έ­χει α­να­μι­χ­θεί στα κοι­νά ως νο­μα­ρ­χια­κός και δη­μο­τι­κός σύ­μ­βου­λος και σή­με­ρα, ως μέ­λος της το­πι­κής πε­ρι­βα­λ­λο­ντι­κής έ­νω­σης, ό­τι οι κα­τέ­χο­ντες την ε­ξου­σία α­γνοούν τον τό­πο και τα μο­να­δι­κά κρι­τή­ρια για τις α­πο­φά­σεις τους εί­ναι τα οι­κο­νο­μι­κά. Στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση προς ό­φε­λος της χώ­ρας, στην χει­ρό­τε­ρη για ί­διον κέ­ρ­δος. 
Εκεί­νο που α­πή­λαυ­σε ο τα­ξι­διώ­της, κα­τά την α­νά­γνω­ση του βι­βλίου, ή­ταν οι δια­δο­χι­κές στρώ­σεις α­πό πε­ρι­γρα­φές ε­νός πα­ρε­λ­θό­ντος τρό­που ζωής, που ε­να­λ­λά­σ­σο­νται με θεω­ρή­σεις μιας ση­με­ρι­νής κα­τά­στα­σης, ό­που τα πά­ντα έ­χουν ο­μοιο­γε­νο­ποιη­θεί και ι­σο­πε­δω­θεί. Η α­φή­γη­ση ζω­ντα­νεύει την ευ­δαι­μο­νία ε­νός κό­σμου, που εί­χε μέ­τρο στον τρό­πο που ζού­σε και στα πρά­γ­μα­τα που έ­φτια­χνε, έ­στω κι αν στε­ρεί­το του με­γέ­θους των ση­με­ρι­νών υ­λι­κών α­γα­θών. Τε­λι­κά, κα­τέ­λη­ξε πως ά­ν­θρω­ποι σαν και τον συ­γ­γρα­φέα, που πε­ρ­πα­τούν στα πε­ρι­βό­λια και το δά­σος, που α­πο­λα­μ­βά­νουν το σα­ρα­νταή­με­ρο, α­πό του Αγίου Φι­λί­π­που μέ­χρι τα Χρι­στού­γε­ν­να, α­δια­φο­ρώ­ντας για την πι­θα­νή ή μη ε­πι­μι­ξία χρι­στια­νι­σμού-α­ρ­χαιό­τη­τας, τέ­λος, που πι­στεύουν ό­τι η ζωή δεν εί­ναι θέ­μα πο­σό­τη­τας α­λ­λά ποιό­τη­τας, θα έ­πρε­πε να γρά­φουν τους τα­ξι­διω­τι­κούς ο­δη­γούς και ό­χι μό­νο.   

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 22/7/2012.

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Ο Εμφύλιος μόνο ως μυθιστόρημα



Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός
«Ανά­πλους»
Μυ­θι­στό­ρη­μα
Εκδό­σεις 
Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας
Μάρ­τιος 2012

Ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, σε συ­νέ­ντευ­ξη, με α­φορ­μή το πρό­σφα­το βι­βλίο του, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται πως γρά­φο­ντας ό­σα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά γρά­φει και με τον τρό­πο που τα γρά­φει, κυ­νη­γά την α­θα­να­σία του.  Η δια­τύ­πω­ση  γεν­νά αυ­τό­μα­τα τον α­ντί­λο­γό της, α­φού την α­θα­να­σία του, την έ­χει ή­δη διτ­τά κα­τα­κτή­σει. Εξ ο­ρι­σμού, ως μέ­λος της Ακα­δη­μίας, και εξ α­ντι­κει­μέ­νου, με 14 βι­βλία στη διάρ­κεια 50 ε­τών. Δεν θα την κρί­νει λοι­πόν, το δέ­κα­το πέ­μπτο, α­σχέ­τως αν εκ­δό­θη­κε σε γε­νέ­θλιο έ­τος πε­ρά­σμα­τος σε νέα δε­κα­ε­τία του βίου ή αν έ­χει πιο εμ­φα­νή αυ­το­βιο­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Όσο για τη γνω­στή ρή­ση, τα ύ­στε­ρα κρί­νουν τα πρό­τε­ρα του αν­δρός, αυ­τή δεν ι­σχύει για το δη­μιουρ­γι­κό έρ­γο ε­νός λο­γο­τέ­χνη. Εί­θι­σται να την ε­πι­κα­λού­νται για ζη­τή­μα­τα που α­φο­ρούν την η­θι­κή στά­ση κά­ποιου. Απο­κα­λύ­ψεις για το ποιόν ε­νός συγ­γρα­φέα μπο­ρεί μεν να ε­πη­ρεά­ζουν τη φή­μη του, αλ­λά μό­νο σε βρα­χυ­χρό­νια κλί­μα­κα. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση του Γκύ­ντερ Γκρας, ό­ταν, προ ε­ξα­ε­τίας, ε­ξέ­δω­σε έ­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλίο.     
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, οι βίοι Γκρας και Βαλ­τι­νού βαί­νουν πα­ράλ­λη­λα, με δια­φο­ρά η­λι­κίας μια πε­ντα­ε­τία. Στα τριά­ντα τους εκ­δί­δουν τα πε­ζά που τους κα­θιε­ρώ­νουν και με τα ο­ποία το­πο­θε­τού­νται ι­δε­ο­λο­γι­κά στη συ­νεί­δη­ση του κοι­νού («Τε­νε­κε­δέ­νιο τα­μπούρ­λο»-«Κά­θο­δος των εν­νιά»). Σε αυ­τά α­να­φέ­ρο­νται σε κρί­σι­μες ι­στο­ρι­κές πε­ριό­δους, στη­ρι­ζό­με­νοι και στα βιώ­μα­τά τους. Κα­τά μια ά­πο­ψη, α­πο­κα­λύ­πτουν ό­σα μπο­ρεί να α­πο­δεχ­θεί το πο­λι­τι­κό και καλ­λι­τε­χνι­κό κλί­μα της ε­πο­χής. Πε­νή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, εκ­δί­δουν βι­βλία, στα ο­ποία ε­πι­λέ­γουν τη λο­γο­τε­χνι­κή φόρ­μα της αυ­το­βιο­γρά­φη­σης, ώ­στε να μπο­ρούν να εκ­φρα­στούν ευ­κο­λό­τε­ρα για ό­σα εί­χαν μεί­νει κρυμ­μέ­να («Ξε­φλου­δί­ζο­ντας το κρεμ­μύ­δι»-«Ανά­πλους»). Τώ­ρα φαί­νε­ται να πι­στεύουν ό­τι το ε­πι­τρέ­πει το κλί­μα, που έ­χει αλ­λά­ξει, έ­χο­ντας σε αυ­τό συμ­βάλ­λει και οι ί­διοι με τα βι­βλία τους. Βε­βαίως, εν­δια­μέ­σως, ο Γκρας πή­ρε το 1999 το Νό­μπε­λ, ε­νώ ο Βαλ­τι­νός δεν το πή­ρε το 2004, αλ­λά ού­τε και νυμ­φεύ­θη­κε δις. Ως γνω­στόν, πα­ρό­μοια γε­γο­νό­τα κρέ­μο­νται κα­τά πο­λύ α­πό τις συ­γκυ­ρίες. Για πα­ρά­δειγ­μα, θυ­μί­ζου­με ό­τι το 2004 η Εται­ρεία Ελλή­νων Λο­γο­τε­χνών πρό­τει­νε για το Νό­μπελ έ­ναν άλ­λο Αρκά­δα, τον ποιη­τή Ηλία Σι­μό­που­λο. Από ό­σο γνω­ρί­ζου­με, άλ­λη πρό­τα­ση α­πό ελ­λη­νι­κής πλευ­ράς δεν υ­πήρ­ξε.         
Συ­μπτω­μα­τι­κά, το πρό­σφα­το βι­βλίο του Βαλ­τι­νού αρ­χί­ζει με χρο­νι­κή α­να­φο­ρά στο 2004. Τό­τε η Ευ­γε­νία Φα­κί­νου του έ­δω­σε 17 γρα­πτές ε­ρω­τή­σεις για έ­να κα­λο­και­ρι­νό α­φιέ­ρω­μα της ε­φη­με­ρί­δας «Το Βή­μα», στο ο­ποίο θα συμ­με­τεί­χαν ο­κτώ συγ­γρα­φείς. Εδώ, ο Βαλ­τι­νός ε­πα­να­λαμ­βά­νει το μυ­θο­πλα­στι­κό ά­νοιγ­μα, που εί­χε ε­πι­νοή­σει στο προ­η­γού­με­νο πε­ζό, «Ο τε­λευ­ταίος Βαρ­λά­μης». Δη­λα­δή, εκ­κι­νεί και πά­λι α­πό δη­μο­σιεύ­μα­τα σχε­τι­κά με την ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Μό­νο που ε­κεί δεί­χνει πε­ρισ­σό­τε­ρο α­λη­θο­φα­νές, κα­θώς ε­μπλέ­κει το πε­ριο­δι­κό «Νέα Εστία» και τον εκ­δό­τη του. Σε α­ντί­θε­ση με την Φα­κί­νου, που την γνω­ρί­ζου­με στο ρό­λο του συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νου. Κι ό­μως, το πρώ­το εί­ναι  ε­πι­νο­η­μέ­νο και το δεύ­τε­ρο πραγ­μα­τι­κό. Μέ­νει ζη­τού­με­νη η δρα­στι­κό­τη­τα αυ­τού του παί­γνιου μιας πει­ραγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ό­που μό­νο ο ε­ξοι­κειω­μέ­νος με το θέ­μα α­να­γνώ­στης α­ντι­λαμ­βά­νε­ται την τρο­πο­ποιη­τι­κή πα­ρέμ­βα­ση. Ο α­νυ­πο­ψία­στος πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό αυ­τό το έ­ντε­χνο α­φη­γη­μα­τι­κό photoshop και έ­τσι δη­μιουρ­γεί τις παρ­θε­νι­κές του ει­κό­νες για πρό­σω­πα και συμ­βά­ντα. Η ει­σα­γω­γή ε­παυ­ξά­νε­ται με μια πλέ­ον πε­ρί­τε­χνη προ­σθή­κη, η ο­ποία και παίρ­νει τη μορ­φή πλαι­σίου, κα­θώς προ­βλέ­πε­ται και ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μα. 
Οι 17 ε­ρω­τή­σεις της Φα­κί­νου χρη­σι­μεύουν σαν μπού­σου­λας σε μια προ­φο­ρι­κή συ­νέ­ντευ­ξη 307 ε­ρω­τή­σεων, ε­ξαώ­ρου διάρ­κειας, που δί­νε­ται σε με­τα­πτυ­χια­κή φοι­τή­τρια. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα με­τά τα «Φτε­ρά μπε­κά­τσας» με α­μι­γή δια­λο­γι­κή φόρ­μα, σε α­πό­στα­ση ει­κο­σα­ε­τίας. Ξε­κι­νώ­ντας, ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος την χα­ρα­κτη­ρί­ζει συ­ζή­τη­ση και δί­νει στην φοι­τή­τρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μιας συ­νο­μι­λή­τριας εν­δια­φέ­ρου­σας, α­κό­μη και για έ­να ε­ρω­τι­κό παι­χνί­δι­σμα. Στη συ­νέ­χεια, ό­μως, πε­ριο­ρί­ζει την η­ρωί­δα του σε διευ­κο­λυ­ντι­κές για ό­σα ε­πι­θυ­μεί να α­φη­γη­θεί ε­ρω­τή­σεις ή και σε ε­πι­γραμ­μα­τι­κές δια­πι­στώ­σεις. Ού­τε στο ε­ρω­τι­κό μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος φαί­νε­ται να την χρη­σι­μο­ποιεί. Κα­θί­στα­ται έ­τσι α­νε­νερ­γή η ε­ντυ­πω­σια­κή κα­τά­λη­ξη, η ο­ποία αυ­το­νο­μεί­ται στην α­κρο­τε­λεύ­τια σε­λί­δα της α­φή­γη­σης,  σε θέ­ση δη­λα­δή σύ­ντο­μου ε­πι­λό­γου, δεί­χνο­ντας σαν έ­να α­πρό­βλε­πτο κρε­σέ­ντο, χω­ρίς προ­η­γού­με­νη κλι­μά­κω­ση της έ­ντα­σης ή έ­στω κά­ποια υ­παι­νι­κτι­κή προ­ει­δο­ποίη­ση. Κα­τά τα άλ­λα, οι προ­βλέ­ψι­μες ε­ρω­τή­σεις της και οι κά­πο­τε α­φε­λείς α­ντι­δρά­σεις της δια­τη­ρούν έ­ναν βε­βια­σμέ­νο χα­ρα­κτή­ρα, ό­πως σε συ­νέ­ντευ­ξη νιό­βγαλ­της δη­μο­σιο­γρά­φου και ό­χι με­λε­τή­τριας που “έ­χει δια­βά­σει τα πά­ντα, α­πό και για σέ­να”, ό­πως του την έ­χει συ­στή­σει ο ε­πο­πτεύων κα­θη­γη­τής της.   
Εδώ, ο Βαλ­τι­νός α­να­κα­τώ­νει, ό­πως το συ­νη­θί­ζει, έ­ναν φί­λο. Τον ποιη­τή Μί­μη Σου­λιώ­τη, κα­θη­γη­τή Νέ­ας Ελλη­νι­κής Φι­λο­λο­γίας στο Πα­νε­πι­στή­μιο Δυ­τι­κής Μα­κε­δο­νίας. Δεν τον ε­πι­λέ­γει τυ­χαία. Μια ε­βδο­μά­δα με­τά τη δη­μο­σίευ­ση της συ­νέ­ντευ­ξής του στην Φα­κί­νου, στην ί­δια ε­φη­με­ρί­δα, δη­μο­σιεύ­τη­κε άρ­θρο του Σου­λιώ­τη υ­πε­ρα­σπι­στι­κό του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος «Ορθο­κω­στά» και εν γέ­νει του έρ­γου του, το­νί­ζο­ντας ό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν α­πό τους κα­λύ­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους μας. Θυ­μί­ζου­με ό­τι αυ­τός, με την υ­πο­στή­ρι­ξη του Βαλ­τι­νού, ε­νέ­τα­ξε προ τριε­τίας, για πρώ­τη φο­ρά στα κα­θ’ η­μάς, τα σε­μι­νά­ρια δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής σε με­τα­πτυ­χια­κό πρό­γραμ­μα σπου­δών. Επί­σης, στο μι­κρό ό­νο­μα της φοι­τή­τριας, λαν­θά­νει α­να­φο­ρά σε μια φί­λη α­πό τα πα­λιά του συγ­γρα­φέα. Το ό­νο­μα εί­ναι Κρί­στα και στον συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νο θα πρέ­πει να θυ­μί­ζει, ό­πως δεί­χνει ο τρό­πος που προ­φέ­ρει το ό­νο­μά της, την Κρί­στα Βολφ. Η πρώ­τη με­τά­φρα­ση βι­βλίου της έ­γι­νε χά­ρις στο Βαλ­τι­νό α­πό τον με­τα­φρα­στή του στα γερ­μα­νι­κά, τον συγ­γρα­φέα Θω­μά Νι­κο­λά­ου, άλ­λο­τε πο­τέ α­νταρ­τό­που­λο, με­γα­λω­μέ­νο στην Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία. Ήταν η «Κασ­σάν­δρα», το 1986. Συ­μπτω­μα­τι­κά, η Βολφ α­πε­βίω­σε την 1η Δεκ. 2011, ό­ταν ο πρό­λο­γος θα πρέ­πει να εί­χε γρα­φτεί. 
Μό­νο που το ό­νο­μα της φοι­τή­τριας δεν εί­ναι ξε­νό­φερ­το αλ­λά ελ­λη­νι­κό­τα­το. Γρά­φε­ται με ύ­ψι­λον και ο­φεί­λε­ται στη για­γιά της: την  Κρυ­στάλ­λω ή και Κρυ­σταλ­λέ­νια, έ­να α­πό τα πολ­λά πα­ρω­νύ­μια της Πα­να­γίας. Ού­τε, ό­μως, το ε­πί­θε­το της φοι­τή­τριας ε­πι­λέ­γε­ται τυ­χαία. Εί­ναι αμ­φί­ση­μο. Ονο­μά­ζε­ται Στρα­τή­γη και ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος σπεύ­δει να διευ­κρι­νί­σει ό­τι πρό­κει­ται για “α­πλή συ­νω­νυ­μία με τον μι­νό­ρε ποιη­τή των αρ­χών του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να”. Εννο­εί τον Γεώρ­γιο Στρα­τή­γη, μάλ­λον του προ­πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να, κι ας α­πε­βίω­σε το 1938. Δεν συ­μπλη­ρώ­νει, ω­στό­σο, ό­τι εί­ναι κο­ντο­χω­ρια­νός του. Εκεί­νος, ό­μως, α­πό τα χω­ριά της νό­τιας Κυ­νου­ρίας, της Τσα­κω­νιάς. Συ­γκε­κρι­μέ­να, α­πό την Κα­στά­νι­τσα, “το τε­λευ­ταίο χω­ριό στις α­να­το­λι­κές λα­γό­νες του Πάρ­νω­να”, κα­τά την ποιη­τι­κή προ­σω­πο­ποίη­ση του βου­νού α­πό τον ί­διο τον Βαλ­τι­νό. Ο Στρα­τή­γης, πά­ντως, δεν φρό­ντι­ζε για τη δι­κή του α­θα­να­σία αλ­λά γι’ αυ­τήν της τσα­κω­νι­κής, ό­πως δεί­χνει το διή­γη­μά του «Α Τσου­ράν­να», γραμ­μέ­νο στο το­πι­κό ι­διό­λε­κτο. 
Ο σκο­πός της συ­νέ­ντευ­ξης εί­ναι να συ­ναχ­θεί υ­λι­κό για τη δια­τρι­βή της φοι­τή­τριας, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο του Βαλ­τι­νού. Δεν πρό­κει­ται, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν, για τα δυο γνω­στό­τε­ρα βι­βλία του, που α­ντα­να­κλούν την Ιστο­ρία της δε­κα­ε­τίας του ’40, «Κά­θο­δος των εν­νιά» και «Ορθο­κω­στά». Γι’ αυ­τά πρό­λα­βαν με­λε­τή­τριες του ε­ξω­τε­ρι­κού. Για την Θεσ­σα­λο­νι­κιά φοι­τή­τρια έ­μει­νε έ­να διή­γη­μα, το «Εθι­σμός στη Νι­κο­τί­νη», δη­μο­σιευ­μέ­νο για πρώ­τη φο­ρά, Φεβ. 1979. Ου­δό­λως, ω­στό­σο, ευ­κα­τα­φρό­νη­το, ό­πως σπεύ­δει να το­νί­σει ο συγ­γρα­φέ­ας. “Ο Πό­λε­μος, η Κα­το­χή και ο Εμφύ­λιος μέ­σα α­πό τα μά­τια ε­νός παι­διού που ε­πρό­κει­το να ε­ξε­λιχ­θεί σε συγ­γρα­φέ­α”.  Μό­νο που, σύμ­φω­να με αυ­τήν τη διευ­κρί­νι­ση, οι α­πα­ντή­σεις του ε­νή­λι­κα θα ε­πι­κε­ντρω­θούν σε ό­σα ε­κεί­νο το παι­δί α­ντι­λή­φθη­κε. Εκ προοι­μίου, λοι­πόν, αν ό­ντως υ­πάρ­χουν προ­θέ­σεις αυ­το­βιο­γρα­φι­κές και ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κές, θα χρεια­στούν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κοί τό­μοι. 
Ο Βαλ­τι­νός, σε άλ­λη συ­νέ­ντευ­ξή του σχε­τι­κή με το πρό­σφα­το βι­βλίο, προσ­διο­ρί­ζει ό­τι πρό­κει­ται για “αυ­το­α­ναι­ρού­με­νη αυ­το­βιο­γρα­φι­κή ι­στο­ρία”. Πράγ­μα­τι, η α­ναί­ρε­ση υ­πάρ­χει ή­δη στο ε­ξώ­φυλ­λο, ό­που τον τίτ­λο συ­νο­δεύει ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός μυ­θι­στό­ρη­μα. Θα πρέ­πει, βε­βαίως, να λη­φθεί υ­π’ ό­ψη ό­τι ο Βαλ­τι­νός εί­ναι υ­πο­στη­ρι­κτής της ά­πο­ψης ό­τι ό­λα εί­ναι α­φή­γη­ση. Λ.χ., πι­στεύει ό­τι τον Εμφύ­λιο θα πρέ­πει να τον δια­βά­σου­με σαν μυ­θι­στό­ρη­μα. Για την α­κρί­βεια, ό­χι ε­μείς –κα­τα­πώς πι­στεύει, εί­ναι νω­ρίς α­κό­μη– αλ­λά τα δι­σέγ­γο­να ό­σων συμ­με­τεί­χαν. Όσο για τον τίτ­λο, διευ­κρι­νί­ζει ό­τι εν­νο­εί έ­ναν “α­νά­πλου προς το έρ­γο του”. Αυ­τό ξε­κα­θα­ρί­ζε­ται, για να μην υ­πάρ­ξει πα­ρα­νό­η­ση και ε­κλη­φθεί ό­τι ση­μαί­νει τον πλου ε­νά­ντια στους α­νέ­μους. Αντι­θέ­τως, γι’ αυ­τόν τον “α­νά­πλου” φαί­νε­ται να εκ­με­ταλ­λεύε­ται τον ού­ριο ά­νε­μο της με­τα­νεω­τε­ρί­ζου­σας ε­πο­χής. Όπως πα­ρα­τη­ρεί στη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή πλέ­ον συ­νέ­ντευ­ξη, στα πε­ζά του κα­τά και­ρούς αυ­το­λο­γο­κρί­θη­κε. Κι αυ­τό, λό­γω “ψυ­χο­λο­γι­κής δυ­σκο­λίας να πεις την α­λή­θεια για ό­σα ξέ­ρεις, ό­ταν η κρα­τού­σα ε­ντύ­πω­ση εί­ναι α­ντί­θε­τη”. 
Πι­στεύου­με ό­τι ο Βαλ­τι­νός δεν εν­νο­εί τό­σο την κυ­ριαρ­χού­σα ε­ντύ­πω­ση ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου κοι­νού, ό­σο τις α­πό­ψεις μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης κοι­νό­τη­τας α­πό ε­παΐο­ντες και λο­γο­τέ­χνες, στην ο­ποία έ­νας συγ­γρα­φέ­ας φι­λο­δο­ξεί να α­νή­κει. Ανά­λο­γα με τη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο, δεν αλ­λά­ζουν μό­νο οι α­πό­ψεις ε­νός συγ­γρα­φέα, αλ­λά και η κοι­νό­τη­τα, στην ο­ποία προ­σβλέ­πει, και μα­ζί της, η θέ­ση την ο­ποία κα­τέ­χει ε­ντός της. Για πα­ρά­δειγ­μα, ό­σο α­φο­ρά τον Βαλ­τι­νό, το 1963, που δη­μο­σιεύε­ται «Η κά­θο­δος των εν­νιά», το στίγ­μα το δί­νει ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης και ό­χι η ο­μά­δα του πε­ριο­δι­κού «Επο­χές». Αντί­στοι­χα, το 1979, που δη­μο­σιεύε­ται ο «Εθι­σμός στη Νι­κο­τί­νη», το προσ­διο­ρί­ζουν μια-δύο η­γε­τι­κές φυ­σιο­γνω­μίες της ο­μά­δας των «18 κει­μέ­νων», ε­νώ, το 2012, που εκ­δί­δε­ται ο «Ανά­πλους», το το­πίο έ­χει αλ­λά­ξει, θα λέ­γα­με ρι­ζι­κά. Αφε­νός μεν δεν υ­πάρ­χει λο­γο­τε­χνι­κός κύ­κλος, πα­ρά μό­νο με­μο­νω­μέ­νοι συγ­γρα­φείς μι­κρό­τε­ρης η­λι­κίας που τον πε­ρι­βάλ­λουν, α­φε­τέ­ρου το σφι­χτα­γκά­λια­σμα πε­ζο­γρα­φίας και Ιστο­ρίας έ­φε­ρε στο προ­σκή­νιο την κοι­νό­τη­τα των ι­στο­ρι­κών ή, σω­στό­τε­ρα, τις κοι­νό­τη­τες, κα­θώς η διά­στα­ση α­πό­ψεων έ­χει πά­ρει τη μορ­φή σχί­σμα­τος. Στην, ας πού­με, με­τα­νε­ο­τε­ρι­κών θέ­σεων κοι­νό­τη­τα, κυ­ριαρ­χεί η δυά­δα με­λε­τη­τών που έ­στη­σε το Δί­κτυο Εμφυ­λίων Πο­λέ­μων, Κα­λύ­βας-Μα­ρα­ντζί­δης. Σε αυ­τήν, ο Βαλ­τι­νός  κα­τέ­χει τι­μη­τι­κή θέ­ση. Οι εν λό­γω με­λε­τη­τές, α­κό­μη και για τον ο­ρι­σμό των ρευ­στών χρο­νι­κών ο­ρίων έ­ναρ­ξης του Ελλη­νι­κού Εμφυ­λίου α­κο­λού­θη­σαν τις δι­κές του κω­δι­κο­ποιή­σεις. Αυ­τές οι με­τα­το­πί­σεις και αλ­λα­γές α­ντα­να­κλώ­νται στο πα­ρά­δειγ­μα που φέρ­νει, ό­ταν κά­νει λό­γο για “ψυ­χο­λο­γι­κή δυ­σκο­λία”.   
Ανα­φέ­ρε­ται στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Αντί», «Εμφύ­λιος Πό­λε­μος: 50 χρό­νια με­τά», δη­μο­σιευ­μέ­νο στις 17 Σεπ. 1999. Στο α­φιέ­ρω­μα, την πρω­το­κα­θε­δρία την έ­χουν ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης και οι ι­στο­ρι­κοί Φί­λιπ­πος Ηλιού και Γιώρ­γος Μαρ­γα­ρί­της. Το κεί­με­νο του Βαλ­τι­νού δη­μο­σιεύ­τη­κε, λό­γω πλη­θώ­ρας ύ­λης, σε έ­να κα­το­πι­νό συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος. Σε αυ­τό πε­ρι­γρά­φει την κα­τά­στα­ση που ε­πι­κρά­τη­σε στη Σπάρ­τη με­τά την α­πο­χώ­ρη­ση των Γερ­μα­νών, στις 3 Σεπ. 1944: “Εντε­ταλ­μέ­νοι ρή­το­ρες, πά­λι α­πό το μπαλ­κό­νι του Δη­μαρ­χείου, κα­νο­ναρ­χού­σαν συ­ναρ­πά­ζο­ντας τα πλή­θη. Ο α­ντί­λα­λος της σκο­τει­νής ια­χής «Θά­να­τος» κά­που α­κού­γε­ται α­κό­μα.” Εξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι α­πο­σιώ­πη­σε έ­ναν α­πό τους “α­γκι­τά­το­ρες”, ό­πως ε­ναλ­λα­κτι­κά α­πο­κα­λεί στο μυ­θι­στό­ρη­μα τους “ε­ντε­ταλ­μέ­νους ρή­το­ρες”. Ονό­μα­τα, έ­τσι κι αλ­λιώς, δεν α­να­φέ­ρει στο κεί­με­νο. Έναν, ω­στό­σο, πι­στεύει ό­τι έ­πρε­πε να τον εί­χε κα­το­νο­μά­σει. Κι αυ­τό, λό­γω της ζωη­ρής ε­ντύ­πω­σης, που του εί­χε κά­νει τό­τε. “Κο­ντός με γε­νειά­δα. Με σταυ­ρω­τά φυ­σε­κλί­κια στο στή­θος. Και στη ζώ­νη τις δυο κά­μες. Την Ελέ­νη και τη Μα­ριώ. Κό­μπα­ζε. Μ’ αυ­τές τι­μω­ρού­σε τα θύ­μα­τά του. Πά­ντα «προ­δό­τες». Τους έ­δι­νε την ευ­χέ­ρεια να δια­λέ­ξουν με ποια α­πό τις δυο θα τους έ­σφα­ζε... ” Ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος ή­ταν τό­τε δε­κα­τριών χρο­νών. Όπως λέει, “δεν ξέ­ρει ποια σκο­πι­μό­τη­τα ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε αυ­τή η πα­ρά­στα­ση φρί­κης”. Και συ­μπλη­ρώ­νει, “Πά­ντως την α­πο­σιώ­πη­σα. Κα­νέ­νας δεν θα με πί­στευε.” Και η φοι­τή­τρια συμ­φω­νεί, “Ού­τε ε­γώ σε πι­στεύω.” Το παι­δί εί­χε α­κό­μη συ­γκρα­τή­σει φρά­σεις ό­πως, “Θά­να­το στους πλου­το­κρά­τες, θά­να­το στους τσι­φλι­κά­δες.”
Εξαί­ρε­τη η πε­ρι­γρα­φή της σκη­νής στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Ακρι­βώς, η έμ­φα­ση σε ό,τι συ­γκρά­τη­σε το παι­δί. Με πα­ρό­μοιες ε­ντυ­πώ­σεις α­πό τον πε­ρί­γυ­ρο και το στε­νό­τε­ρο, οι­κο­γε­νεια­κό και φι­λι­κό, πε­ρι­βάλ­λον, δια­μορ­φώ­νε­ται α­νέ­κα­θεν ο ε­νή­λι­κας της ε­πό­με­νης γε­νιάς. Από τον α­ντι­κομ­μου­νι­στή μέ­χρι τον στα­λι­νι­κό.  Και έ­νας συγ­γρα­φέ­ας α­πό τις μνή­μες του αν­τλεί. Κι αν ο σκο­τω­μέ­νος συμ­μα­θη­τής και φί­λος πή­γε α­πό βό­λι Ελα­σί­τη ή αν η για­γιά α­φη­γεί­το μα­κε­λειά α­νταρ­τών, α­ντί­στοι­χη θα εί­ναι η φόρ­τι­ση. Τε­λευ­ταία οι συγ­γρα­φείς αρ­χί­ζουν να νιώ­θουν πιο ε­λεύ­θε­ροι, ό­ταν α­φη­γού­νται τις ι­στο­ρίες τους. Το πι­θα­νό­τε­ρο, ε­κεί­νοι οι “α­γκι­τά­το­ρες” του Βαλ­τι­νού να φώ­να­ζαν και θά­να­το στους δο­σί­λο­γους, θά­να­το στους ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες, αλ­λά το παι­δί δεν συ­γκρά­τη­σε τις λέ­ξεις. Ού­τε, βε­βαίως, μπο­ρού­σε να κα­τα­λά­βει σε τι ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε η πα­ρά­στα­ση της φρί­κης με τις “χατ­ζά­ρες”. Εδώ πα­ρεμ­βαί­νει ο ε­νή­λι­κας, αλ­λά μό­νο για να θέ­σει σε α­νω­φε­ρή τη λέ­ξη προ­δό­τες, α­φή­νο­ντας έ­τσι με­τέω­ρα τα κί­νη­τρα, που μπο­ρεί να εί­ναι μέ­χρι και προ­σω­πι­κές δια­φο­ρές. 
Μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, ό­μως, στρέ­φει την αμ­φι­σβή­τη­ση σε συ­γκε­κρι­μέ­νο Ελα­σί­τη κα­πε­τά­νιο, τον Γιώρ­γο Αρε­τά­κη, γνω­στό ως κα­πε­τάν Σφα­κια­νό. Πα­ρό­μοια κα­τη­γο­ρία μπο­ρεί να δια­τύ­πω­νε και έ­νας ι­στο­ρι­κός, αλ­λά ε­κεί­νος θα έ­πρε­πε να προ­σκο­μί­σει α­πο­δεί­ξεις. Δεν θα αρ­κού­σε μια α­πω­θη­τι­κή ει­κό­να, α­κό­μη κι αν ε­μπε­ριέ­χει “ποιη­τι­κό α­πό­σταγ­μα”. Δεν τί­θε­ται θέ­μα κα­τά πό­σο οι υ­πεύ­θυ­νοι του α­φιε­ρώ­μα­τος στο «Αντί» θα τον πί­στευαν ή ό­χι. Το πιο πι­θα­νό εί­ναι πως, για τις α­νά­γκες ε­νός πα­ρό­μοιου κει­μέ­νου, θα του ζη­τού­σαν να συ­μπλη­ρώ­σει την παι­δι­κή ε­μπει­ρία με ι­στο­ρι­κές πλη­ρο­φο­ρίες για το ή­θος του προ­σώ­που. Κι αυ­τό, πι­θα­νώς και να χα­λού­σε την ποιη­τι­κή της α­φή­γη­σης. Πι­στεύου­με, πά­ντως, ό­τι μια δευ­τε­ρεύου­σα πλη­ρο­φο­ρία θα της πρό­σθε­τε τη γο­η­τεία της αμ­φι­ση­μίας. Θα μπο­ρού­σε, δη­λα­δή, να μνη­μο­νεύ­σει και σαν μια πρώ­τη νύ­ξη για ε­κεί­νους τους ά­γριους και­ρούς, την ι­διαί­τε­ρη σχέ­ση του α­ντάρ­τη αλ­λά και του ο­ποιου­δή­πο­τε έ­νο­πλου με το του­φέ­κι ή την “χατ­ζά­ρα” του. Κα­τά κα­νό­να τα βά­φτι­ζε, ό­ταν τα βά­φτι­ζε, με τα ο­νό­μα­τα α­δι­κο­σκο­τω­μέ­νων ή, κα­μιά φο­ρά, προ­σφι­λών του γυ­ναι­κών. Με αυ­τά έ­παιρ­νε εκ­δί­κη­ση, εί­τε σκο­τώ­νο­ντας τον υ­παί­τιο ή, το συ­νη­θέ­στε­ρο, άλ­λον του ι­δίου φυ­ρά­μα­τος. Η προ­σω­πο­ποίη­ση ξε­νί­ζει σή­με­ρα,  κρα­τά­ει, ω­στό­σο, α­πό τα προ­ε­παν­στα­τι­κά χρό­νια. Άλλω­στε και ο ί­διος ο Βαλ­τι­νός πα­ρα­θέ­τει  στο μυ­θι­στό­ρη­μα μια πα­ρό­μοια ι­στο­ρία εκ­δί­κη­σης. Όμως, ντο­κου­μέ­ντο, ό­χι διή­γη­μα, σπεύ­δει να διευ­κρι­νί­σει. Η α­νά­μνη­ση εί­ναι α­πό τη μά­χη του Μυ­στρά, που άρ­χι­σε στις 10 Οκτ. 1944 και κρά­τη­σε δυο μέ­ρες, α­νά­με­σα στο Τάγ­μα Γυ­θείου του Γιάν­νη Τσό­μπου και την 9η Τα­ξιαρ­χία του Ε­ΛΑΣ, ό­που η μά­χη έ­γει­ρε υ­πέρ των α­νταρ­τών χά­ρη στα πυ­ρο­βό­λα που εί­χε α­φή­σει φεύ­γο­ντας ο Πα­πα­δόγ­γο­νας. Κα­τά  δια­τα­γή του Σα­ρά­φη, γε­νι­κώς οι αιχ­μά­λω­τοι ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες  φυ­λάσ­σο­νταν για να α­πο­φευχ­θούν οι βιαιο­πρα­γίες.  Υπό τις ά­τα­κτες τό­τε συν­θή­κες και την ε­κτό­νω­ση συσ­σω­ρευ­μέ­νου πά­θους με­τά την α­πο­χώ­ρη­ση των Γερ­μα­νών,  ο έ­λεγ­χος ξέ­φευ­γε, κα­τα­λή­γο­ντας συ­χνά σε α­ντεκ­δι­κή­σεις. Σε α­νά­λο­γες πε­ρι­πτώ­σεις δε γι­νό­ταν άλ­λο α­πό αυ­τό που κά­νει  και ο ή­ρωας του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος για την ά­δι­κη ε­κτέ­λε­ση του α­δελ­φού του α­πό τα Τάγ­μα­τα Ασφα­λείας.
Οσο α­φο­ρά τον “α­νά­πλου προς το έρ­γο του”, α­κο­λου­θεί την δο­κι­μα­σμέ­να ε­πι­τυ­χη­μέ­νη γραμ­μή της «Ορθο­κω­στά». Απο­δί­δει, και πά­λι, τρό­πον τι­νά, δι­καιο­σύ­νη, δεί­χνο­ντας τις θε­τι­κές πλευ­ρές των λε­γό­με­νων τό­τε ε­θνι­κο­φρό­νων. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Πά­νος Κα­τσα­ρέ­ας, ή­ταν μεν ι­δρυ­τής και αρ­χη­γός των Ε­Α­Ο­Κ, του­τέ­στιν των Εθνι­κών Αντι­κομ­μου­νι­στι­κών Ομά­δων Κυ­νη­γών, αλ­λά “δεν ή­ταν πά­ντως χα­σά­πης”, το­νί­ζει ο συ­νε­νευ­ξια­ζό­με­νος, πα­ρα­μέ­νο­ντας προ­ση­λω­μέ­νος στην ει­κό­να και τις ε­ντυ­πώ­σεις του αλ­λο­τι­νού παι­διού. Στους ι­στό­το­πους των νυν εμ­φο­ρού­με­νων α­πό τις ί­διες α­διάλ­λα­κτες ε­θνο­κε­ντρι­κές ι­δέες, εί­ναι ο α­ε­τός της Μά­νης, που έ­σω­σε την Ελλά­δα α­πό τον Σλα­βο­κομ­μου­νι­σμό και τους Βουλ­γά­ρους. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το παι­δί τον θυ­μά­ται γο­η­τευ­τι­κό, πά­ντα ξυ­ρι­σμέ­νο – ού­τε σύ­γκρι­ση με τον κο­ντο­στού­πη γε­νειο­φό­ρο Σφα­κια­νό. Άλλω­στε, ή­ταν φί­λος του θείου του, πρώην α­ρι­στε­ρού αλ­λά ό­χι κομ­μου­νι­στή. Εμφα­νί­ζε­ται σαν τρο­τσκι­στής ή αρ­χειο­μαρ­ξι­στής, που, στα πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, προ­βάλ­λει ως ο συ­μπα­θής α­ρι­στε­ρός ε­κεί­νης της ε­πο­χής. Ο Κα­τσα­ρέ­ας, πά­ντως, “ό­σους έ­πια­νε ζω­ντα­νούς και δεν τους βά­ρυ­νε αί­μα, τους ά­φη­νε να φύ­γουν. «Να εί­σαι κα­λός Έλλη­νας», ή­ταν η τυ­πι­κή ε­πω­δός”, σύμ­φω­να με πρό­σφα­τη έ­ρευ­να, που ά­κου­σε ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος  σε συ­νέ­δριο του Δι­κτύου Εμφυ­λίων Πο­λέ­μων. Το παι­δί έ­μει­νε με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι “τον σκό­τω­σαν σε ε­νέ­δρα το 1947, κά­που προς Γε­ρά­κι - Σκά­λα”, αλ­λά “στην τύ­χη”. Ίσως, σε έ­να προ­σε­χή τό­μο αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ο συγ­γρα­φέ­ας να στή­σει έ­να πε­ζό για τη σφα­γή α­μά­χων στη Βαμ­βα­κού, Οκτ. του 1946, και τη σχέ­ση της με την φο­νι­κή ε­νέ­δρα στο δρό­μο Σκά­λα - Λε­βέ­τσο­βα, κο­ντά στο Γε­ρά­κι, Μάρ.1947. Αδελ­φός ή ξά­δελ­φος 
–πε­ρι­μέ­νου­με κι ε­μείς να μά­θου­με– ε­κεί­νου του νε­κρού της Βαμ­βα­κούς, που το κε­φά­λι του, πε­ρι­φε­ρό­με­νο σε πα­λού­κι, ε­κτέ­θη­κε στην πλα­τεία του χω­ριού Αρά­χω­βα (ση­με­ρι­νές Κα­ρυές), ορ­γά­νω­σε τη μοι­ραία  ε­πί­θε­ση στην “η­μι­στρα­τιω­τι­κή” ο­μά­δα Κα­τσα­ρέα. Εί­πα­με Εμφύ­λιος, αλ­λά ό­χι λο­γο­τε­χνι­κή α­δεία να α­πο­κό­πτε­ται το νή­μα που συν­δέει τα γε­γο­νό­τα σε έ­ναν έ­στω και φαι­νο­με­νι­κό κύ­κλο α­ντεκ­δι­κή­σεων.
Η α­φή­γη­ση δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στους ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες. Υπάρ­χουν και Χί­τες α­δι­κο­σκο­τω­μέ­νοι. Στην πε­ρί­πτω­ση ε­νός Χί­τη, ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­φεύ­γει να κά­νει γέ­φυ­ρα με το προ­η­γού­με­νο έρ­γο του. Ίσως, την φυ­λά­ει κι αυ­τήν για τον ε­πό­με­νο τό­μο. Δί­νει πα­ρα­στα­τι­κά το σκο­τω­μό του αρ­χη­γού της Χ, του δι­κη­γό­ρου Κω­στή Κο­ντο­βου­νή­σιου και του ε­ξά­χρο­νου γιου του. Την ε­κτέ­λε­ση ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος την α­πο­δί­δει στον κα­πε­τά­ν-Τρα­γιά, ψευ­δώ­νυ­μο του Κω­στα­ντα­ρά­κου, ε­νός α­πό τους εν­νιά της “Κα­θό­δου”. Ή μή­πως ό­χι; 
Σε έ­να πρώ­το πλά­νο, ω­στό­σο, το μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι έ­νας συ­ναρ­πα­στι­κός “α­νά­πλους”  στο συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό του παι­διού και του έ­φη­βου, έ­τσι ό­πως με­γα­λώ­νει κά­που α­νά­με­σα στην ύ­παι­θρο και την ε­παρ­χια­κή πό­λη, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τα ζω­ντα­νά να ζευ­γα­ρώ­νουν και αρ­γό­τε­ρα, μυού­με­νος στην τε­λε­τουρ­γία του μπορ­ντέ­λου. Αυ­τός ο “α­νά­πλους”  έ­χει ως α­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι του τον τρό­πο που ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­σταί­νει τον τό­πο. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, την κοι­λά­δα του Ευ­ρώ­τα, που, ό­πως ο­μο­λο­γεί σε προ­γε­νέ­στε­ρο κεί­με­νό του, εί­ναι η πε­ριο­χή που α­σκεί πά­νω του μια ι­διά­ζου­σα γο­η­τεία ε­ντε­λώς προ­σω­πι­κού, σχε­δόν “μυ­στι­κού”, χα­ρα­κτή­ρα. Το γε­γο­νός ό­τι κα­τορ­θώ­νει να ε­μπο­τί­σει με αυ­τήν τη γο­η­τεία το πρό­σφα­το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό α­φή­γη­μα προ­σμε­τρά­ται στις ε­πι­τυ­χίες κα­τά “το κυ­νή­γι της α­θα­να­σίας”. 
Ως βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, αι­σθα­νό­μα­στε την ί­δια ψυ­χο­λο­γι­κή δυ­σκο­λία με τον συγ­γρα­φέα να πού­με τη γνώ­μη μας, ό­ταν η κρα­τού­σα ά­πο­ψη στην κοι­νό­τη­τα των ει­δη­μό­νων εί­ναι α­ντί­θε­τη. Εκεί, φαί­νε­ται να ε­πι­κρα­τεί εν­θου­σια­σμός για τη με­τα­νε­ο­τε­ρι­κό­τη­τα του α­φη­γή­μα­τος τό­σο στο λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο ό­σο και σε ε­κεί­νο της Ιστο­ρίας. Στο πρώ­το α­ξιο­λο­γού­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο οι μορ­φι­κοί πει­ρα­μα­τι­σμοί, ό­πως ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός του ως μυ­θι­στό­ρη­μα και η ε­πι­νό­η­ση της φα­ντα­στι­κής συ­νέ­ντευ­ξης. Στο δεύ­τε­ρο, εν­θου­σιά­ζει η α­μαύ­ρω­ση της ει­κό­νας του α­ντάρ­τη και η α­πό­δο­ση  ά­δο­λων προ­θέ­σεων στον ταγ­μα­τα­σφα­λί­τη ή, α­κό­μη, στον ε­πι­φα­νή Χί­τη, τύ­που Κο­ντο­βου­νή­σιου. Ίσως, να έ­χουν δί­κιο. Αλλιώς, πώς θα γρα­φτεί ο Εμφύ­λιος σαν μυ­θι­στό­ρη­μα; 
Μέ­νο­ντας τώ­ρα στο τε­λευ­ταίο, δη­λα­δή α­πο­κλει­στι­κά στο μυ­θι­στό­ρη­μα, νο­μί­ζου­με ό­τι οι νε­α­ράς η­λι­κίας  α­να­γνώ­στες δύ­σκο­λα θα κρα­τή­σουν μέ­χρι τέ­λους τον μί­το της α­φή­γη­σης, κα­θώς ε­κεί α­να­μι­γνύο­νται  αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα και προ­σω­πι­κές μνή­μες με σκόρ­πια πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία του Εμφυ­λίου στη νό­τια Πε­λο­πόν­νη­σο. Αυ­τό ως α­πλή δια­πί­στω­ση, ό­χι ως α­τέ­λεια ή μορ­φή α­δυ­να­μίας, α­φού η ρι­ζο­σπα­στι­κή και­νο­το­μία σε κά­θε α­νά­λο­γου εί­δους α­φή­γη­ση θέ­τει α­να­γνω­στι­κές προϋπο­θέ­σεις. Βέ­βαια, για τους φα­να­τι­κούς α­να­γνώ­στες του Βαλ­τι­νού δεν τί­θε­ται τέ­τοιο θέ­μα. Αυ­τοί ε­θι­σμέ­νοι, το πο­λύ πο­λύ να ρί­ξουν εκ νέ­ου μα­τιές στα προ­η­γού­με­να βι­βλία. Το αν με το ρη­ξι­κέ­λευ­θο ε­φεύ­ρη­μα, ι­δίως της μορ­φής, πέ­τυ­χε ή ό­χι αυ­τή τη φο­ρά η συ­ντα­γή και ως βι­βλίο προ­στί­θε­ται α­πλώς στην προί­κα του ή εγ­γρά­φε­ται ως γε­ρό πα­νω­προί­κι, αυ­τό θα φα­νεί στο μέλ­λον.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

 Υ.Γ.: Μια διευ­κρί­νι­ση προς α­πο­φυ­γή τυ­χόν πα­ρα­νοή­σεων.  Ορι­σμέ­νες σκέ­ψεις και σχό­λια του κει­μέ­νου δεί­χνουν να υ­περ­βαί­νουν τη λο­γο­τε­χνι­κή α­φή­γη­ση και να δια­τα­ράσ­σουν την αυ­το­τέ­λεια του ό­λου α­φη­γη­μα­τι­κού πε­δίου. Έχου­με, ω­στό­σο, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι η α­φή­γη­ση του Βαλ­τι­νού δεν παύει να λει­τουρ­γεί και πέ­ραν των στε­νών της ο­ρίων, ό­χι ε­ντε­λώς α­νε­ξάρ­τη­τα, αλ­λά σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο πε­δίο, θα λέ­γα­με δευ­τε­ρο­γε­νές ή α­κό­μη και τρι­το­γε­νές. Με άλ­λα λό­για, μέ­ρος α­π’  ό­σα δια­τυ­πώ­θη­καν ε­δώ  δεν εί­ναι πα­ντε­λώς ά­σχε­τα, του­λά­χι­στον θε­μα­τι­κά, με ο­ρι­σμέ­νες συν­δη­λώ­σεις της α­φή­γη­σης. Το πό­σο, άλ­λω­στε, μία α­φή­γη­ση πα­ρα­μέ­νει α­μι­γής μύ­θος χω­ρίς κα­θό­λου ε­ξαρ­τή­σεις α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εί­ναι στη λο­γο­τε­χνία, πε­ρισ­σό­τε­ρο την με­τα­νε­ο­τε­ρι­κή,  έ­να  διαρ­κές ζη­τού­με­νο. Δεν υ­πήρ­ξε, ού­τε υ­πάρ­χει ε­π’ αυ­τού σα­φές ή κοι­νής πα­ρα­δο­χής συ­ντα­γο­λό­γιο. Μπο­ρεί α­νε­μπό­δι­στα να α­κο­λου­θεί την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δια­τη­ρώ­ντας α­κό­μη και πλή­ρη α­ντι­στοι­χία. Τώ­ρα, το πού α­κρι­βώς ε­ντο­πί­ζε­ται η δη­μιουρ­γι­κή της πνοή, ό­ταν  βρί­σκε­ται σε πλή­ρη α­ντι­στοι­χία, αυ­τό εί­ναι έ­να άλ­λο ζη­τού­με­νο.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/7/2012.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Μεθεόρτια επετειακού έτους



«Άθως», χαρακτικό (ξυλογραφία)
του Πολυκλείτου Ρέγκου.


Το πρό­σφα­το ε­πε­τεια­κό έ­τος Πα­πα­δια­μά­ντη στά­θη­κε φτω­χό σε εκ­δό­σεις του έρ­γου του. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με τα Άπα­ντα, που ε­ξέ­δω­σε ο Δη­μο­σιο­γρα­φι­κός Οργα­νι­σμός Λα­μπρά­κη, οι υ­πό­λοι­πες εκ­δό­σεις πε­ριο­ρί­στη­καν σε ε­πα­νεκ­δό­σεις αν­θο­λο­γιών και εκ­δό­σεις με­μο­νω­μέ­νων διη­γη­μά­των. Ακό­μη και οι δύο πιο πρό­σφα­τες αν­θο­λο­γίες (Χρ. Λιο­ντά­κη, Κ. Ακρί­βου), που συ­ζη­τή­θη­καν ε­ντός του έ­τους, εί­χαν εκ­δο­θεί το 2010. Για το 2011, κα­τα­γρά­φου­με μια μό­νο και­νού­ρια αν­θο­λο­γία, που έρ­χε­ται α­πό τον εκ­κλη­σια­στι­κό χώ­ρο. Επί­σης, δεν εκ­δό­θη­κε κα­μία πα­πα­δια­μα­ντι­κή με­τά­φρα­ση, πα­ρό­λο που ο περ­σι­νός ε­ορ­τα­σμός ε­πι­κε­ντρώ­θη­κε στον με­τα­φρα­στή και με­τα­φρα­ζό­με­νο Πα­πα­δια­μά­ντη. Όσο α­φο­ρά, ω­στό­σο, το δεύ­τε­ρο σκέ­λος, εκ­δό­θη­καν δυο με­τα­φρά­σεις έρ­γων του: «Η Φό­νισ­σα» στα γαλ­λι­κά α­πό την Λια­νταίν Σέρ­ραρ­ντ και τρία διη­γή­μα­τα στα ι­σπα­νι­κά α­πό την Μ. Σ. Ντίος Σα­ντς. Αλλά το πα­πα­δια­μα­ντι­κό έ­τος ή­ταν φτω­χό και σε εκ­δό­σεις σχε­τι­κές με το έρ­γο του. Με­τρη­μέ­νοι με­λε­τη­τές συ­γκέ­ντρω­σαν κυ­ρίως πα­λαιό­τε­ρα κεί­με­νά τους, ε­νώ η Ε.Σ.Η.Ε.Α. ε­ξέ­δω­σε μια αν­θο­λο­γία πε­ζών και ποιη­μά­των για τον τι­μώ­με­νο. Ως ση­μα­ντι­κό­τε­ρη έκ­δο­ση του έ­τους μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί «Ο Πα­πα­δια­μά­ντης του Ζή­σι­μου Λο­ρε­ντζά­του» του Ν.Δ.Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου.
     Κα­τά τα άλ­λα, στη διάρ­κεια του ε­πε­τεια­κού έ­τους, ο Πα­πα­δια­μά­ντης προ­βλή­θη­κε α­πό τον Τύ­πο, ι­διαί­τε­ρα η πτυ­χή του ε­ρω­τι­κού συγ­γρα­φέα, σε α­ντί­στι­ξη με τον Άγιο των Γραμ­μά­των, ό­πως ή­ταν η ε­πι­κρα­τού­σα πτυ­χή και θεώ­ρη­ση σε προ­γε­νέ­στε­ρη πε­ρίο­δο. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον πό­σο και πώς τον τί­μη­σε ο χώ­ρος των θρη­σκευό­με­νων κα­τά το ε­πε­τεια­κό έ­τος. Η αν­θο­λο­γία που α­να­φέ­ρα­με εί­ναι α­γιο­ρεί­τι­κη έκ­δο­ση α­πό «Το πε­ρι­βό­λι της Πα­να­γίας», ό­πως τό­σο ποιη­τι­κά α­πο­κα­λεί­ται ο Άθως, που, σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση, δό­θη­κε στην Θε­ο­μή­το­ρα ως κλή­ρος δι­δα­σκα­λίας. Αυ­τή εί­ναι και η μο­να­δι­κή εκ­κλη­σια­στι­κή έκ­δο­ση, πέ­ραν ε­νός η­με­ρο­λο­γίου. Ωστό­σο, δύο θε­ο­λο­γι­κές πε­ριο­δι­κές εκ­δό­σεις («Σύ­να­ξη», «Επί­γνω­ση») τον τί­μη­σαν με α­φιε­ρω­μα­τι­κές σε­λί­δες, ε­νώ μια α­κό­μη, η τρι­μη­νιαία «Θε­ο­λο­γία», με α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος, το τέ­ταρ­το του 2011. Σε αυ­τές τις σε­λί­δες στη μνή­μη του Πα­πα­δια­μά­ντη, δη­μο­σιεύο­νται κεί­με­να ιε­ρω­μέ­νων, θε­ο­λό­γων και λαϊκών, ό­που σε ό­λα η έμ­φα­ση δί­νε­ται, σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά, στον ευ­σε­βή Πα­πα­δια­μά­ντη και την θρη­σκευ­τι­κή πλευ­ρά του έρ­γου του.    
   Πα­ρό­τι α­γιο­ρεί­τι­κη έκ­δο­ση η αν­θο­λο­γία και κα­τά το προοί­μιο ε­στια­σμέ­νη στο “εκ­κλη­σια­στι­κό βίω­μα” των πα­πα­δια­μα­ντι­κών σε­λί­δων, τα 21 διη­γή­μα­τα, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται, εί­ναι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά ο­λό­κλη­ρου του έρ­γου. Κα­λύ­πτουν ο­λό­κλη­ρη την εκ­δο­τι­κή πε­ρίο­δο, α­πό τα πρώ­τα ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα μέ­χρι τα με­τα­θα­νά­τια, ό­που τα πε­ρισ­σό­τε­ρα εί­ναι μεν σκια­θί­τι­κα αλ­λά συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και τέσ­σε­ρα α­θη­ναϊκά. Την αν­θο­λό­γη­ση και την ε­πι­μέ­λεια α­να­λαμ­βά­νει ο Δη­μή­τρης Χρι­στα­φα­κό­που­λος, γνω­στός α­πό τις με­τα­φρά­σεις Λό­γων των Πα­τέ­ρων της Εκκλη­σίας και Δι­δα­χών των Γε­ρό­ντων της Ερή­μου, ε­νώ το ει­σα­γω­γι­κό σχό­λιο εί­ναι του δρα­μι­νού φι­λό­λο­γου και μου­σι­κού Γιώρ­γου Φρα­ντζο­λά. Ο δεύ­τε­ρος συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους λι­γο­στούς, που ε­ξέ­δω­σαν βι­βλίο για τον Πα­πα­δια­μά­ντη το 2011.  Τον πε­ρα­σμέ­νο Δε­κέμ­βριο κυ­κλο­φό­ρη­σε «Το κα­μί­νι που δρο­σί­ζει», μια συ­να­γω­γή κει­μέ­νων του για την μου­σι­κό­τη­τα της γλώσ­σας του Πα­πα­δια­μά­ντη, ό­που συ­στε­γά­ζο­νται και α­ντί­στοι­χα κεί­με­να για τον Ν. Γ. Πε­ντζί­κη. Η ει­σα­γω­γή του στην αν­θο­λο­γία εκ­κι­νεί με “το γλαυ­κό” του Ελύ­τη, συ­νε­χί­ζει με το οι­κείο του θέ­μα, τη μου­σι­κή των διη­γη­μά­των, και κα­τα­λή­γει με το θαύ­μα της μο­σχο­βο­λιάς α­πό το μνή­μα τεσ­σά­ρων χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών προ­σώ­πων του Πα­πα­δια­μά­ντη, που εί­χαν μαρ­τυ­ρι­κό βίο ή θά­να­το. Οι ι­στο­ρίες τους βρί­σκο­νται α­νά­με­σα στα αν­θο­λο­γη­μέ­να διη­γή­μα­τα, μα­ζί με άλ­λες ι­στο­ρίες, που κι αυ­τές α­νι­στο­ρούν θαύ­μα­τα, έ­στω και λι­γό­τε­ρο ε­ντυ­πω­σια­κά. Υπάρ­χουν και ι­στο­ρίες, ό­που το θαύ­μα δεν συ­ντε­λεί­ται, ό­πως στο διή­γη­μα «Η συ­ντέ­κνισ­σα». Σε αυ­τό, το βρέ­φος εκ­πνέει. Πρό­λα­βαν, ω­στό­σο, και το βά­φτι­σαν, ο­πό­τε μπο­ρεί “να τα­φή σ’ ά­για χώ­μα­τα”. Ο ιε­ρέ­ας κα­θη­συ­χά­ζει την συ­ντέ­κνισ­σα, λέ­γο­ντας, “Εί­ναι στον Πα­ρά­δει­σο πρύ­μα, ό­που κι αν το βά­λου­με”. Εξ ου και ο τίτ­λος της συλ­λο­γής, «Στον Πα­ρά­δει­σο πρύ­μα».
   Η συ­γκε­κρι­μέ­νη αν­θο­λο­γία θέ­τει εμ­μέ­σως το θέ­μα των ερ­μη­νευ­τι­κών σχο­λίων, που θα α­να­με­νό­ταν να α­πα­σχο­λή­σει σε με­γα­λύ­τε­ρη κλί­μα­κα την έκ­δο­ση των νέων Απά­ντων. Ο ε­πι­με­λη­τής της έκ­δο­σης δί­νει σε υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις την ερ­μη­νεία των ι­διω­μα­τι­κών λέ­ξεων, κα­θώς και τις α­παι­τού­με­νες πα­ρα­πο­μπές σε εκ­κλη­σια­στι­κά, αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κά και λοι­πά κεί­με­να για τις δά­νειες φρά­σεις και πε­ρι­κο­πές, α­κο­λου­θώ­ντας την κρι­τι­κή έκ­δο­ση του Δό­μου, α­πό την ο­ποία και παίρ­νει το κεί­με­νο. Ενίο­τε ερ­μη­νεύει και κά­ποια ε­πι­πλέ­ον λέ­ξη, που ο ε­πι­με­λη­τής του Δό­μου εί­χε θεω­ρή­σει γνω­στή, ό­πως, λ.χ., η πτι­σά­νη. Μό­νο που την ερ­μη­νεύει σύμ­φω­να με τα εν χρή­σει σή­με­ρα λε­ξι­κά, ως “φαρ­μα­κευ­τι­κό ρό­φη­μα”. Εμείς, ω­στό­σο, πι­στεύου­με ό­τι ο στό­χος των ερ­μη­νευ­τι­κών σχο­λίων εί­ναι να α­να­πα­ρά­γουν το γνω­στι­κό σύ­μπαν της ε­πο­χής του συγ­γρα­φέα, ώ­στε να δί­νουν στη λέ­ξη το αρ­μό­ζον νό­η­μα. Λ.χ., την ε­πο­χή του Πα­πα­δια­μά­ντη η πτι­σά­νη ή­ταν α­κό­μη ο ιπ­πο­κρά­τειος χυ­λός, του­τέ­στιν το διαι­τη­τι­κό κρι­θα­ρό­νε­ρο.
  Ένα κα­λύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα μας δί­νει η προ­σπά­θεια του ε­πι­με­λη­τή της αν­θο­λο­γίας να α­πο­κα­τα­στή­σει το κεί­με­νο ε­νός α­πό τα διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη, που εκ­δό­θη­καν με­τά τον θά­να­τό του. Πρό­κει­ται για «Τ’ Αγγέ­λια­σμα», ό­που α­νι­στο­ρού­νται τα της α­σθέ­νειας του κα­πε­τάν Γ. του Μ. και ο θά­να­τός του.  Σύμ­φω­να με τον Ιωάν­νη Φρα­γκού­λα, την έ­μπνευ­ση για το διή­γη­μα την έ­δω­σε στον Πα­πα­δια­μά­ντη ο πρόω­ρος θά­να­τος, στα 45, του πλοιάρ­χου Γιώρ­γου Μαυ­ρο­για­λή, που α­πε­βίω­σε στο ε­ξο­χι­κό του στην Κε­χριά στις 24 Ιου­νίου 1891. Σε αυ­τό το διή­γη­μα, α­να­φέ­ρε­ται και η πτι­σά­νη, με α­φορ­μή τις διά­φο­ρες δίαι­τες, στις ο­ποίες εί­χαν υ­πο­βάλ­λει τον κα­πε­τά­νιο “οι κα­θη­γη­ταί των Αθη­νώ­ν”, α­δυ­να­τώ­ντας να κα­τα­λή­ξουν σε διά­γνω­ση της α­σθέ­νειάς του. Μια άλ­λη δίαι­τα, που δο­κί­μα­σαν, ή­ταν αυ­τή της γα­λα­κτο­φα­γίας. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­να­φέ­ρε­ται: «...κ’ η­να­γκά­ζε­το να γι­νη πά­λιν γα­λα­κτο­φά­γος, ο­ποίοι ή­σαν οι πα­λαιοί Α*** κι ο Ρό­τσιλ­δ, ο ε­βραίος χι­λιε­κα­τομ­μυ­ριού­χος εις τα Πα­ρί­σια, και τό­σοι άλ­λοι δυ­στυ­χείς.» Οι τρεις α­στε­ρί­σκοι δη­λώ­νουν χά­σμα στο κεί­με­νο κα­τά τον εκ­δό­τη, στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση τον φί­λο του Πα­πα­δια­μά­ντη Γε­ρά­σι­μο Βώ­κο, α­φού στο πε­ριο­δι­κό του «Ο Καλ­λι­τέ­χνης» πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε το διή­γη­μα, Απρί­λιο 1912.
   Το εν λό­γω χά­σμα στά­θη­κε η α­φορ­μή για μια εν­δια­φέ­ρου­σα συ­νο­μι­λία α­νά­με­σα σε δυο ε­πι­με­λη­τές, αυ­τόν της αν­θο­λο­γίας και ε­κεί­νον της κρι­τι­κής έκ­δο­σης του Δό­μου. Ο πρώ­τος θέ­λη­σε να συ­μπλη­ρώ­σει το χά­σμα, κα­θώς η λέ­ξη γα­λα­κτο­φά­γος του θύ­μι­σε τους ο­μη­ρι­κούς γλα­κτο­φά­γους. Και συ­γκε­κρι­μέ­να, τα της Ρα­ψω­δίας Ν της Ιλιά­δας: «...Μυ­σών τ’ αγ­χε­μά­χων και α­γαυών Ιππη­μολ­γών, Γλα­κτο­φά­γων, Αβίων τε δι­καιο­τά­των αν­θρώ­πων». Οπό­τε και α­ντι­κα­τέ­στη­σε το Α*** με το Άβιοι. Ο δεύ­τε­ρος α­ντέ­τει­νε ό­τι στο ο­μη­ρι­κό κεί­με­νο το γλα­κτο­φά­γοι α­πο­δί­δε­ται στους Ιππη­μολ­γούς και ό­χι στους Αβίους. Όπως και να έ­χει, αμ­φό­τε­ροι προ­σπα­θούν να δια­γνώ­σουν την πρό­θε­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη με βά­ση το ο­μη­ρι­κό κεί­με­νο. Εκεί­νος, ό­μως, έ­γρα­φε εκ πε­ριου­σίας. Λ.χ., για φρά­σεις ό­πως “α­σφο­δε­λός λει­μώ­ν” ή “ε­πί γή­ρα­ος ου­δώ”, για τις ο­ποίες δί­νο­νται ο­μη­ρι­κές πα­ρα­πο­μπές, θα μπο­ρού­σε να γί­νει α­να­φο­ρά και σε δια­φο­ρε­τι­κές πη­γές, κα­θώς α­νή­κουν στο γνω­στι­κό πε­δίο μιας ε­πο­χής, α­πό το ο­ποίο και αν­τλεί ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Οπό­τε το ε­ρώ­τη­μα τί­θε­ται κά­πως δια­φο­ρε­τι­κά: ό­χι ποιούς α­πο­κα­λεί ο Όμη­ρος γα­λα­κτο­φά­γους, αλ­λά ποιά α­πό τα πα­λαιά σκυ­θι­κά φύ­λα ε­φέ­ρο­ντο τό­τε ως γα­λα­κτο­φά­γα.
  Δί­κην πε­ριερ­γείας, αν α­να­τρέ­ξου­με σε μια χρη­στι­κή, σή­με­ρα, ε­γκυ­κλο­παί­δεια, βρί­σκου­με τους Ιππη­μολ­γούς, τους Γλα­κτο­φά­γους και τους Αβίους να ο­ρί­ζο­νται ως τρεις αρ­χαίες φυ­λές Σκυ­θών. Προ­σθέ­τουν, μά­λι­στα, την πα­ρα­τή­ρη­ση ό­τι πολ­λοί αμ­φι­σβή­τη­σαν τον Όμη­ρο και τους θεώ­ρη­σαν πλά­σμα­τα της φα­ντα­σίας του, αλ­λά ο Στρά­βων ε­πι­βε­βαίω­σε ό­τι πρό­κει­ται για υ­παρ­κτά σκυ­θι­κά φύ­λα. Λε­ξι­κά, ω­στό­σο, ό­πως των Λί­ντελ - Σκοτ ή και του Δη­μη­τρά­κου, θέ­τουν το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για ε­πί­θε­τα ή ου­σια­στι­κά, με άλ­λα λό­για αν πρό­κει­ται για τρία σκυ­θι­κά φύ­λα ή μή­πως για έ­να. Στο πέ­ρα­σμα των αιώ­νων, οι λε­ξι­κο­γρά­φοι δια­λέ­γουν έ­να α­πό τα τρία ως ό­νο­μα, λ.χ. ο Ησύ­χιος α­να­φέ­ρει τους Γλα­κτο­φά­γους, ε­νώ στους χρό­νους του Αλε­ξάν­δρου μνη­μο­νεύο­νται οι Αβίοι, και τα άλ­λα δυο τα θεω­ρούν ως προσ­διο­ρι­στι­κά του ο­νό­μα­τος ε­πί­θε­τα, χω­ρίς να α­πο­κλείουν να πρό­κει­ται για τρία χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ε­πί­θε­τα των Σκυ­θών, που τους διέ­κρι­ναν α­πό τους γει­το­νι­κούς Μυ­σίους. 
   Η πα­ρά­πλευ­ρη α­να­φο­ρά μέ­σα στο κεί­με­νο στον Ρό­τσιλ­δ, που α­πα­σχο­λού­σε τον Τύ­πο ε­κεί­νης της ε­πο­χής, ό­πως και η έ­τε­ρη, πριν α­πό λί­γες α­ρά­δες, “στο ψη­τόν της σού­βλας”, που οι Φρά­γκοι α­πο­κα­λού­σαν “ρο­τί α­λά παλ­λη­κά­ρ” α­ντα­να­κλά την πε­ρι­παι­κτι­κή διά­θε­ση του συγ­γρα­φέα, αλ­λά και ό­τι παίρ­νει έ­μπνευ­ση και στοι­χεία α­πό λαϊκά ή και ε­κλαϊκευ­τι­κά έ­ντυ­πα. Για πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­να τα χρό­νια, έ­να ε­γκυ­κλο­παι­δι­κό λε­ξι­κό ευ­ρύ­τε­ρης χρή­σης ή­ταν η «Πρό­δρο­μος Ελλη­νι­κή Βι­βλιο­θή­κη», τυ­πω­μέ­νη στην Αθή­να το 1841 αλ­λά ψευ­δο­χρο­νο­λο­γη­μέ­νη ως πα­ρι­σι­νή έκ­δο­ση του 1805. Πρό­κει­ται για την συ­να­γω­γή κει­μέ­νων, που εί­χε κά­νει ο Κο­ραής με την οι­κο­νο­μι­κή στή­ρι­ξη των α­δελ­φών Ζω­σι­μά­δων. Εκεί, α­νά­με­σα σε πλεί­στα άλ­λα, πα­ρου­σιά­ζο­νται και “τα σω­ζό­με­να Νι­κο­λά­ου Δα­μα­σκη­νού”, που φέ­ρε­ται ως ι­στο­ρι­κός και φι­λό­σο­φος. Σύγ­χρο­νος του Ηρώ­δη ο Δα­μα­σκη­νός, τού εί­χε α­φιε­ρώ­σει το βι­βλίο «Πα­ρά­δο­ξων ε­θνών συ­να­γω­γή», που συ­νέ­γρα­ψε στη­ρι­ζό­με­νος στον Στρά­βω­να. Το βι­βλίο, ό­πως και τα πο­λυά­ριθ­μα άλ­λα του Δα­μα­σκη­νού, δεν σώ­θη­κε. Σπα­ράγ­μα­τα διέ­σω­σε ο Στο­βαίος, και αυ­τά  συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν στη Βι­βλιο­θή­κη Κο­ραή. Εκεί υ­πάρ­χει ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο για το σκυ­θι­κό έ­θνος των Γα­λα­κτο­φά­γων, τους ο­ποίους ο­νο­μά­ζει και Αβίους “ή δια το γην μη γεωρ­γείν, ή δια το α­οί­κους εί­ναι, ή δια το χρή­σθαι τού­τους μό­νους τό­ξοις, βιόν γαρ λέ­γει το τό­ξο­ν”. Και πέ­ραν, ό­μως, αυ­τής της πη­γής, που φαί­νε­ται ό­τι ή­ταν χρη­στι­κή στα χρό­νια του Πα­πα­δια­μά­ντη, τους γα­λα­κτο­φά­γους Αβίους τους α­να­φέ­ρουν πλεί­στες ό­σες πη­γές α­πό τον Στρά­βω­να μέ­χρι, αν δεν σφάλ­λου­με, ο Αλέ­ξαν­δρος Ρί­ζος Ρα­γκα­βής στο Λε­ξι­κό Ελλη­νι­κής Αρχαιο­λο­γίας.  
      Θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με πως τό­σο η αν­θο­λο­γία ό­σο και τα πα­πα­δια­μα­ντι­κά α­φιε­ρώ­μα­τα των εκ­κλη­σια­στι­κών πε­ριο­δι­κών, πα­ρά το εν­δια­φέ­ρον τους, έ­μει­ναν στο στε­νό κύ­κλο των θρη­σκευό­με­νων α­να­γνω­στών τους. Ανα­με­νό­με­νο, α­φού δια­τί­θε­νται σε πε­ριο­ρι­σμέ­να βι­βλιο­πω­λεία, με μο­να­δι­κή, ί­σως, ε­ξαί­ρε­ση το πε­ριο­δι­κό «Σύ­να­ξη». Λο­γι­κό, λοι­πόν, να μεί­νουν και ε­κτός της φω­τει­νής δέ­σμης των ΜΜΕ.
 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 24/6/2012

Αφιερώματα



Λι­γο­στά εί­ναι τα α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών για το πα­πα­δια­μα­ντι­κό έ­τος. Έλαμ­ψαν, δη­λα­δή, δια της α­που­σίας τους τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά. Μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί το α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο», ε­νώ α­φιε­ρω­μα­τι­κές σε­λί­δες συ­να­ντά­με σε δυο-τρία άλ­λα («Κου­κού­τσι», «Δια­βά­ζω», «Νέα Ευ­θύ­νη»).  Πιο αι­σθη­τή εί­ναι η α­δια­φο­ρία του ε­παρ­χια­κού Τύ­που, με ε­ξαί­ρε­ση τις α­φιε­ρω­μα­τι­κές σε­λί­δες της ε­τή­σιας έκ­δο­σης «Αρχείο Θεσ­σα­λι­κών Με­λε­τών», που έ­κα­νε την πρε­μιέ­ρα του Έτους, έ­να με­γά­λο τμή­μα της ε­ξα­μη­νιαίας έκ­δο­σης «Τα Αι­τω­λι­κά», ό­που α­πο­θη­σαυ­ρί­στη­καν τα κεί­με­να τριών Ημε­ρί­δων στις πρω­τεύου­σες της Αι­τω­λίας, και δύο ευ­βοϊκά α­φιε­ρώ­μα­τα στα πε­ριο­δι­κά της Χαλ­κί­δας, «Τα Νε­φού­ρια» και το «manifesto». Σε αυ­τό το μάλ­λον φτω­χό το­πίο, δυο πρω­τό­τυ­πα α­φιε­ρώ­μα­τα, δη­μο­σιευ­μέ­να σε ε­φη­με­ρί­δες της κε­ντρι­κής Μα­κε­δο­νίας, α­πο­τε­λούν μια ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη.
 1) «Θέ­μα», Εβδο­μα­διαία ε­φη­με­ρί­δα της Χαλ­κι­δι­κής, Τεύ­χος 38ο,
17 Μαρ­τίου 2011
Το α­φιέ­ρω­μα για το ε­πε­τεια­κό έ­τος Πα­πα­δια­μά­ντη κα­τα­λαμ­βά­νει τις ο­κτώ σε­λί­δες του 24σέ­λι­δου της ε­φη­με­ρί­δας. Την ε­πι­μέ­λεια φέ­ρει ο ι­στο­ρι­κός Νί­κος Κα­ρα­μα­νά­βης. Ανα­σύ­ρο­νται κεί­με­να σχε­τι­κά με το θά­να­το του Πα­πα­δια­μά­ντη α­πό ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά του Ια­νουα­ρίου του 1911. Κα­ταρ­χάς, στο πρώ­το δι­σέ­λι­δο, α­να­δη­μο­σιεύο­νται η αγ­γε­λία θα­νά­του και άρ­θρο του Μ. Σω­φρο­νιά­δη, α­πό την πρωι­νή ε­φη­με­ρί­δα της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης «Πρόο­δος», τα ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει με υ­πο­μνη­μα­τι­σμό ο ι­στο­ρι­κός Χρή­στος Γ. Ανδρεά­δης. Να προ­σθέ­σου­με, ό­σο α­φο­ρά τον Σω­φρο­νιά­δη, ό­τι πρό­κει­ται για τον πο­λύ γνω­στό τό­τε λό­γιο αρ­θρο­γρά­φο του ελ­λη­νι­κού Τύ­που της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, φαρ­μα­κο­ποιό το ε­πάγ­γελ­μα, Μι­χαήλ Σω­φρο­νιά­δη. Προ ε­ξα­ε­τίας εκ­δό­θη­κε συλ­λο­γή άρ­θρων του της πε­ριό­δου 1905-1921, ε­νώ, το 2003, εί­χε ε­πα­νεκ­δο­θεί η με­λέ­τη του «Η ά­λω­σις της Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως υ­πό των Τούρ­κων τω 1453», την ο­ποία εί­χε δη­μο­σιεύ­σει σε σει­ρά ε­πι­φυλ­λί­δων το 1919 και την εί­χε εκ­δώ­σει, την ε­πό­με­νη χρο­νιά, σε βι­βλίο. 
Ένα δεύ­τε­ρο δι­σέ­λι­δο έρ­χε­ται και πά­λι α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, αυ­τή τη φο­ρά, α­πό α­να­δί­φη­ση στην ε­βδο­μα­διαία ε­φη­με­ρί­δα «Απ’ ό­λα», που ε­ξέ­δι­δε για μια δε­κα­ε­τία (1910-1920) ο Συ­ρια­νός την κα­τα­γω­γή Θό­δω­ρος Κα­βα­λιέ­ρος Μαρ­κουί­ζος. Ανα­δη­μο­σιεύο­νται σύ­ντο­μο κεί­με­νο του ι­δίου και το διή­γη­μα «Το νη­σί της Ου­ρα­νί­τσας». Ει­κο­νο­γρα­φεί­ται με ζω­γρα­φι­κό πορ­τρέ­το του Πα­πα­δια­μά­ντη α­πό τον μα­θη­τή του Κό­ντο­γλου Γεώρ­γιο Γλιά­τα. Το α­φιέ­ρω­μα συ­μπλη­ρώ­νε­ται με α­να­δη­μο­σιεύ­σεις α­πό την «Εφη­με­ρί­δα των Κυ­ριών» της Καλ­λιρ­ρό­ης Παρ­ρέν (την αγ­γε­λία του θα­νά­του και το διή­γη­μα «Η Πε­ποι­κιλ­μέ­νη») και α­πό την θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κη ε­φη­με­ρί­δα «Νέα Αλή­θεια» (κεί­με­νο του ι­στο­ρι­κού της Θρά­κης Κων­στα­ντί­νου Κουρ­τί­δη). Στην τε­λευ­ταία σε­λί­δα, ο ε­πι­με­λη­τής του α­φιε­ρώ­μα­τος ε­ντο­πί­ζει μια δια­κει­με­νι­κή συ­νο­μι­λία α­νά­με­σα στο διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη «Τρε­λή βρα­διά», του 1901, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο Εθνι­κόν Ημε­ρο­λό­γιον Σκό­κου και το ποίη­μα «Ο Μπα­τα­ριάς» του Μα­λα­κά­ση, του 1920. 
2) «Άπο­ψη», Εβδο­μα­διαία ε­φη­με­ρί­δα οι­κο­νο­μι­κής α­νά­πτυ­ξης
Πέλ­λας, Φύλ­λο 212, 25 Μαρ­τίου 2011
Η δη­μο­σίευ­ση του α­φιε­ρώ­μα­τος έ­γι­νε την 25η Μαρ­τίου, με α­πο­τέ­λε­σμα το δε­κα­ε­ξα­σέ­λι­δο της ε­φη­με­ρί­δας να μοι­ρά­ζε­ται α­νά­με­σα στον Πα­πα­δια­μά­ντη και τον ε­ορ­τα­σμό της ε­θνι­κής ε­ορ­τής. Το α­φιέ­ρω­μα α­πλώ­νε­ται σε 11 σε­λί­δες, χω­ρίς προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα, ού­τε α­να­φο­ρά ε­πι­με­λη­τή. Και σε αυ­τό α­να­σύ­ρο­νται εν μέ­ρει κεί­με­να α­πό πα­λαιό­τε­ρα πε­ριο­δι­κά. Το βα­σι­κό κεί­με­νο, έ­κτα­σης σχε­δόν τεσ­σά­ρων και η­μί­σεως σε­λί­δων, εί­ναι η με­λέ­τη «Ντο­στο­γιέφ­σκυ και Πα­πα­δια­μά­ντης: Οι πλού­σιοι πέ­νη­τες» του Μο­να­χού Μωυ­σέως Αγιο­ρεί­του. Με πλού­σιο συγ­γρα­φι­κό έρ­γο ο μο­να­χός Μωυ­σής, αρ­χι­συ­ντά­κτης του α­γιο­ρεί­τι­κου πε­ριο­δι­κού «Πρω­τά­τον», δη­μο­σίευ­σε την εν λό­γω με­λέ­τη στις αρ­χές του μο­να­στι­κού του βίου, Νοέ. 1981, στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Επο­πτεία» για τα ε­κα­τό χρό­νια α­πό το θά­να­το του Ρώ­σου συγ­γρα­φέα. Ανα­φέ­ρε­ται δια­δο­χι­κά στο βίο και το έρ­γο των δυο συγ­γρα­φέων, ε­νώ, ως κα­τα­κλεί­δα, τους α­ντι­πα­ρα­βάλ­λει, ση­μειώ­νο­ντας ο­μοιό­τη­τες και δια­φο­ρές στις ι­δέες τους πε­ρί ε­ξευ­ρω­παϊσμού και Ορθο­δο­ξίας. Εκτός α­πό το εν­δια­φέ­ρον αυ­τής κα­θ’ ε­αυ­τής της με­λέ­της, η α­να­δη­μο­σίευ­σή της θυ­μί­ζει τη δι­πλή, ό­πως και του Πα­πα­δια­μά­ντη, ε­πέ­τειο του Ντο­στο­γιέφ­σκι. Η συ­νά­ντη­ση των δυο ε­πε­κτά­θη­κε και στη σύ­μπτω­ση των βιο­γρα­φι­κών τους συ­ντε­ταγ­μέ­νων. Γεν­νή­σεις και θά­να­τοι σε α­πό­στα­ση τρια­κο­ντα­ε­τίας, κα­θώς αμ­φό­τε­ροι α­πε­βίω­σαν στα 60 τους.
Εκεί­νο που προ­κα­λεί κά­ποια σύγ­χυ­ση εί­ναι η α­να­δη­μο­σίευ­ση α­πό το πε­ριο­δι­κό «Επο­πτεία», ως συ­νο­δευ­τι­κής της με­λέ­της, ε­πι­στο­λής του Λά­μπρου Ξη­ντά­ρη, με η­με­ρο­μη­νία 28 Ιουν. 1982, ό­που κα­ταγ­γέλ­λε­ται λο­γο­κλο­πή σε βά­ρος της με­λέ­της. Πρό­κει­ται για τη με­λέ­τη της Αθη­νάς Κα­ρα­μπέ­τσου, με τίτ­λο «Πα­πα­δια­μά­ντης και Ντο­στο­γιέφ­σκη», δη­μο­σιευ­μέ­νη στην «Νέα Εστία», την 1η Απρ. 1982, ως συ­μπλή­ρω­μα στα α­φιε­ρω­μα­τι­κά κεί­με­να στον Ντο­στο­γιέφ­σκι, που δη­μο­σίευ­σε το πε­ριο­δι­κό κα­τά το 1981. Σύμ­φω­να με τον ε­πι­στο­λο­γρά­φο, η με­λέ­τη του μο­να­χού Μωυ­σή δεν α­πο­τέ­λε­σε μό­νο την κυ­ρίως πη­γή, αλ­λά α­ντι­γρά­φτη­καν α­κέ­ραιες φρά­σεις και ι­δέες, χω­ρίς σχε­τι­κή πα­ρα­πο­μπή. Δεν νο­εί­ται α­να­δη­μο­σίευ­ση πα­ρό­μοιας ε­πι­στο­λής χω­ρίς πα­ρά­θε­ση και της ε­πί­μα­χης με­λέ­της. Εμείς, πά­ντως, δια­βά­ζο­ντάς την, δεν α­πο­κο­μί­σα­με ε­ντύ­πω­ση α­ντι­γρα­φής. Η με­λέ­τη της Κα­ρα­μπέ­τσου στη­ρί­ζε­ται σε πα­ράλ­λη­λη πα­ρου­σία­ση των δυο συγ­γρα­φέων, δί­νο­ντας έμ­φα­ση στον Πα­πα­δια­μά­ντη. Επι­μέ­νει στη με­τά­φρα­ση α­πό ε­κεί­νον του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, «Το Έγκλη­μα και η Τι­μω­ρία», που τό­τε α­κό­μη δεν έ­χει εκ­δο­θεί σε βι­βλίο. Ο ε­πι­στο­λο­γρά­φος φαί­νε­ται να μην εί­ναι κα­λός γνώ­στης του έρ­γου του Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­θώς ει­ρω­νεύε­ται τη με­λε­τή­τρια, για­τί γρά­φει τον Ντο­στο­γιέφ­σκι με ή­τα, δη­λα­δή ό­πως γρά­φε­ται στη με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Να θυ­μί­σου­με ό­τι η φι­λό­λο­γος Κα­ρα­μπέ­τσου ή­ταν η υ­πεύ­θυ­νη του μη­νιαίου πε­ριο­δι­κού «Σκα­πά­νη», κα­τά την πρώ­τη πε­ρίο­δο, 1961-63. Επί­σης, συγ­γρα­φέ­ας βιο­γρα­φίας του Αθα­νά­σιου Πά­ριου. 
Ακο­λου­θούν τέσ­σε­ρα κεί­με­να μι­κρό­τε­ρης έ­κτα­σης και δια­φο­ρε­τι­κής πνοής: Ένα εν­δια­φέ­ρον σχό­λιο του Νέ­αν­θου Θρα­κί­τη για τις ερ­μη­νευ­τι­κές έν­νοιες του ρή­μα­τος πο­δί­ζω στη ναυ­τι­κή και τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Άρθρο του Αρχι­μαν­δρί­τη Πα­ντε­λεή­μων Κα­ρα­λά­ζου, «Ο κο­σμο­κα­λό­γη­ρος ή ο ά­γιος των γραμ­μά­των», ό­που δια­τυ­πώ­νε­ται η ά­πο­ψη πως η Εκκλη­σία θα εί­χε κερ­δί­σει έ­ναν με­γά­λο σύγ­χρο­νο Πα­τέ­ρα, αν ο Σκια­θί­της εί­χε μεί­νει στο Άγιο Όρος. Όσο για τα ό­ποια πά­θη τού με­τέ­πει­τα βίου του,  τα δι­καιο­λο­γεί με την πα­ρα­βο­λή του γέ­ρο­ντα Παΐσιου: «Όταν μας προ­σφέ­ρει κά­ποιος έ­να σα­κί με κα­ρύ­δια, δεν εί­ναι κα­θό­λου σω­στό να δια­μαρ­τυ­ρό­μα­στε για πέ­ντε – έ­ξι μου­χλια­σμέ­να...» Ανα­δη­μο­σιεύε­ται α­πό την ε­φη­με­ρί­δα «Θέ­μα» το κεί­με­νο του Νί­κου Κα­ρα­μα­νά­βη, «Η τρελ­λή βρα­δυά του Πα­πα­δια­μά­ντη στο Μπα­τα­ριά του Μα­λα­κά­ση», κα­θώς και τα δυο διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Τέ­λος, κεί­με­νο του Τά­σου Πα­ντε­λί­δη, ο ο­ποίος α­να­διη­γεί­ται μια α­νά­μνη­ση του Σταμ Σταμ. Ενώ, ποίη­μα για τον τι­μώ­με­νο συν­θέ­τει η Β. Αντω­νο­πού­λου- Μου­λα­λή.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/6/2012

Μαθηματικός γρίφος με φόντο τη Σέριφο



Τεύ­κρος Μι­χα­η­λί­δης
«Τα τέσ­σε­ρα χρώ­μα­τα
του κα­λο­και­ριού»
Εκδό­σεις Πό­λις
Οκτώ­βριος 2011


Ο γερμανός μαθηματικός Ντέϊβιντ Χίλμπερτ.



Αυ­τή τη φο­ρά, ο Τεύ­κρος Μι­χα­η­λί­δης δεν γρά­φει έ­να α­στυ­νο­μι­κό μα­θη­μα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά έ­να ε­ρω­τι­κό μα­θη­μα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα. Αντί­στοι­χα, τα θε­μα­τι­κά υ­λι­κά που χρη­σι­μο­ποιεί δεν εί­ναι έ­να ή πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­γκλή­μα­τα αλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιας, συ­γκε­κρι­μέ­να τρεις, ε­ρω­τι­κές ι­στο­ρίες, ε­νώ πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρός, κά­τι σαν α­κρο­γω­νιαίος λί­θος, ο μα­θη­μα­τι­κός γρί­φος. Όπως στα­θε­ρό πα­ρα­μέ­νει και το ε­πάγ­γελ­μα του ή­ρωα. Εί­ναι και πά­λι έ­νας μα­θη­μα­τι­κός. Μό­νο που ε­δώ δεν πρό­κει­ται για έ­ναν πα­θια­σμέ­νο, που έ­χει α­να­γά­γει την ε­πι­στή­μη του σε κέ­ντρο του κό­σμου. Ο και­νού­ριος ή­ρωας, στο μό­νο που ήλ­πι­ζε, ό­ταν τε­λείω­σε το Πα­νε­πι­στή­μιο, ή­ταν μια στα­θε­ρή δου­λειά. Αν βρέ­θη­κε να α­σχο­λεί­ται με­τά μα­νίας με έ­να α­πό τα ά­λυ­τα προ­βλή­μα­τα των Μα­θη­μα­τι­κών, ας ό­ψε­ται ο έ­ρω­τας και δη, κε­ραυ­νο­βό­λος. Κα­τά τα άλ­λα, έ­νας πα­ρό­μοιος έ­ρω­τας θα μπο­ρού­σε να φου­ντώ­σει ο­που­δή­πο­τε  και ο­πο­τε­δή­πο­τε. Όμως ο συγ­γρα­φέ­ας έ­χει δεί­ξει ό­τι συν­δυά­ζει το εν­δια­φέ­ρον του για τα Μα­θη­μα­τι­κά με ε­κεί­νο για την Ιστο­ρία, γε­νι­κώς και ει­δι­κό­τε­ρα, για την Ιστο­ρία της ε­πι­στή­μης του, των Μα­θη­μα­τι­κών. Γι’ αυ­τό και ε­πι­λέ­γει α­ντί­στοι­χα τον τό­πο και τον χρό­νο ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, τους τό­πους και τους χρό­νους, α­φού, και πά­λι, δεν αρ­κεί­ται σε έ­να ε­πί­πε­δο, αλ­λά μοι­ρά­ζει την ι­στο­ρία του σε τρεις γε­νιές. Αυ­τή του μα­θη­μα­τι­κού και της α­γα­πη­μέ­νης του και ε­κεί­νες, της μη­τέ­ρας και της για­γιάς της, που η κα­θε­μιά τους ζει έ­ναν με­γά­λο έ­ρω­τα.
Εύ­στο­χος εί­ναι ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, κα­θώς κα­τορ­θώ­νει να δώ­σει ποιη­τι­κή χροιά στην ο­νο­μα­σία του μα­θη­μα­τι­κού προ­βλή­μα­τος. Για ό­σους, βε­βαίως, γνω­ρί­ζουν ό­τι υ­πάρ­χει πρό­βλη­μα μα­θη­μα­τι­κών με μια ο­νο­μα­σία ό­πως “τα τέσ­σε­ρα χρώ­μα­τα”, που, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, δεν α­να­κα­τώ­νει ο­νό­μα­τα μα­θη­μα­τι­κών και ε­πι­στη­μο­νι­κούς ό­ρους. Με τον τίτ­λο, ό­μως, κα­θο­ρί­ζε­ται η ε­πο­χή του έ­τους, στην ο­ποία το­πο­θε­τεί­ται το πα­ρόν της α­φή­γη­σης. Εί­ναι η πε­ρίο­δος του κα­λο­και­ριού, που θεω­ρεί­ται ως η πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη για να φου­ντώ­σει έ­νας έ­ρω­τας. Γι’ αυ­τό, ό­μως, χρειά­ζε­ται και έ­νας προ­σφυής τό­πος. Οπό­τε, οι ε­πι­λο­γές α­πο­κλί­νουν προς τη νη­σιω­τι­κή Ελλά­δα, ά­ντε το πο­λύ, και προς κά­ποια πα­ρα­θα­λάσ­σια πε­ριο­χή της η­πει­ρω­τι­κής. Από αυ­τό το εν­δει­κνυό­με­νο για το ε­ρω­τι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα γεω­γρα­φι­κό σύ­νο­λο, ο Μι­χα­η­λί­δης ε­πι­λέ­γει τη Σέ­ρι­φο. Σε αυ­τήν την προ­τί­μη­ση, δεν φαί­νε­ται να συ­ντεί­νουν λό­γοι προ­σω­πι­κοί και συ­ναι­σθη­μα­τι­κοί, ό­πως συμ­βαί­νει με άλ­λους νεό­τε­ρους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους, χω­ρίς, βε­βαίως, και να α­πο­κλείο­νται πα­ρό­μοια κί­νη­τρα. Λ.χ., ου­δό­λως υ­στε­ρεί ο τρό­πος που πε­ρι­γρά­φει τη Σέ­ρι­φο α­πό ε­κεί­νον της Αμά­ντας Μι­χα­λο­πού­λου, ό­ταν α­να­φέ­ρε­ται στην Αστυ­πά­λαια, που έ­χει ε­ξο­μο­λο­γη­θεί ό­τι εί­ναι ο α­γα­πη­μέ­νος της τό­πος δια­κο­πών. Μό­νο που το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο για την προ­τί­μη­ση του Μι­χα­η­λί­δη εί­ναι η ι­στο­ρία του νη­σιού, την ο­ποία και εκ­με­ταλ­λεύε­ται κα­τά το στή­σι­μο του μύ­θου. Τον εν­δια­φέ­ρει η άλ­λο­τε πο­τέ Σέ­ρι­φος, που ζού­σε α­πό τα με­ταλ­λεία. Την πα­ρου­σιά­ζει και ως α­ντί­πο­δα στη Σέ­ρι­φο με­τά το 1964, ό­ταν κλεί­νουν ο­ρι­στι­κά τα με­ταλ­λεία και ε­πι­κρα­τεί ε­γκα­τά­λει­ψη. Τό­τε, με­σού­σης της Δι­κτα­το­ρίας, το­πο­θε­τεί­ται το πα­ρόν της α­φή­γη­σης, ε­νώ, το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, σε α­ντί­στι­ξη, πε­ρι­γρά­φει τη Σε­ρί­φο στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’80, που αρ­χί­ζει να ζει την του­ρι­στι­κή ά­νοι­ξη. 
Για την πα­λαιά Σέ­ρι­φο, ο συγ­γρα­φέ­ας δεν α­να­τρέ­χει στο νη­σί των μυ­θο­λο­γι­κών και αρ­χαίων χρό­νων, ού­τε στην πρώ­τη Ελλη­νι­κή Με­ταλ­λευ­τι­κή Εται­ρεία ε­πί Ανδρέα Συγ­γρού ή στην ε­πο­χή της γαλ­λι­κής με­ταλ­λευ­τι­κής ε­ται­ρείας του Λαυ­ρίου, αλ­λά ό­ταν την διοί­κη­ση της αρ­χι­κά ελ­λη­νο­γαλ­λι­κών συμ­φε­ρό­ντων «Σέ­ρι­φο-Σπη­λια­λέ­ζα» εί­χε α­να­λά­βει η γερ­μα­νι­κή οι­κο­γέ­νεια των Γκρό­μαν. Και συ­γκε­κρι­μέ­να, ο γιός του πρώ­του διευ­θυ­ντή, του Αι­μί­λιου, ο Γεώρ­γιος Γκρό­μαν, που εί­χε ε­φαρ­μό­σει πρό­γραμ­μα μέ­γι­στης εκ­με­τάλ­λευ­σης του ερ­γα­τι­κού δυ­να­μι­κού, το ο­ποίο και ο­δή­γη­σε, τον Ιού­νιο του 1916, στην ί­δρυ­ση του Σω­μα­τείου Με­ταλ­λευ­τών Σε­ρί­φου. Αυ­τό ή­ταν που ορ­γά­νω­σε τις ερ­γα­τι­κές διεκ­δι­κή­σεις και την α­περ­γία της 7ης Αυ­γού­στου, που ε­ξε­λίχ­θη­κε σε ε­ξέ­γερ­ση και κα­τά­λη­ψη της ε­ξου­σίας στο νη­σί α­πό τους με­ταλ­λω­ρύ­χους για έ­να δε­κα­πεν­θή­με­ρο, με α­πο­τέ­λε­σμα, στις 21 Αυ­γού­στου, να σταλ­θεί ε­πί τό­που α­πό­σπα­σμα Χω­ρο­φυ­λα­κής. Τα της α­περ­γίας της Σε­ρί­φου, ή­τοι “την α­φή­γη­ση των αι­μα­τη­ρών σκη­νών της 21ης Αυ­γού­στου 1916 εις τα με­ταλ­λω­ρυ­χεία του Με­γά­λου Λει­βα­δίου της Σε­ρί­φου”, έ­γρα­ψε στη φυ­λα­κή της Σύ­ρου ο πρω­τερ­γά­της του ξε­ση­κω­μού των ερ­γα­τών, Κων­στα­ντί­νος Σπέ­ρας. Το βι­βλίο του πρω­το­εκ­δό­θη­κε το 1919 και ε­πα­νεκ­δό­θη­κε προ δε­κα­ε­τίας. 
Βίος και πο­λι­τεία ή­ταν αυ­τός ο Σπέ­ρας. Τον συ­να­ντού­με, δυο χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, στις α­περ­γίες των κα­πνερ­γα­τών της Κα­βά­λας, και τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στο δεύ­τε­ρο συ­νέ­δριο της ΓΣΕΕ στην Αθή­να, να η­γεί­ται της α­ντί­πα­λης προς το ΚΚΕ και μειο­ψη­φού­σας τά­σης. Σε­ρι­φιώ­της, α­ναρ­χο­συν­δι­κα­λι­στής, α­πό τα ι­δρυ­τι­κά μέ­λη του Ε­ΚΑ και της ΓΣΕΕ, εί­χε έ­να ά­δο­ξο και α­κό­μη μέ­χρι σή­με­ρα θο­λό, ό­σον α­φο­ρά τους υ­παι­τίους, τέ­λος. Οποιοσ­δή­πο­τε άλ­λος μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος θα εκ­με­ταλ­λευό­ταν έ­ναν πα­ρό­μοιο χα­ρα­κτή­ρα, τό­σο πρό­σφο­ρο α­κό­μη και για δια­κει­με­νι­κές πα­ρεκ­βά­σεις. Μπο­ρεί να έ­στη­νε, λ.χ., μια μυ­θο­πλα­στι­κή συ­νο­μι­λία με τα πε­ζά του Π. Χ. Μάρ­κο­γλου, ό­που πρω­τα­γω­νι­στούν οι κα­πνερ­γά­τες της Κα­βά­λας και γί­νο­νται α­να­δρο­μές στα χρό­νια που πέ­ρα­σε α­πό ε­κεί ο Σπέ­ρας. Ή, α­κό­μη, με έ­να πραγ­μα­τι­κό πρό­σω­πο, ό­πως ο Κω­στής Μπα­στιάς, που, τον Αύ­γου­στο του 1918, στη Σύ­ρο ί­δρυ­σε με τον Σπέ­ρα τον Μορ­φω­τι­κό Εργα­τι­κό Όμι­λο. Τό­τε, ο Μπα­στιάς ή­ταν μό­λις 17 και ο Σπέ­ρας, αν δεν σφάλ­λου­με, 25, γεν­νη­μέ­νος το 1893 και ό­χι το 1883. Του Μι­χα­η­λί­δη, ό­μως, δεν του α­ρέ­σουν, του­λά­χι­στον προς το πα­ρόν, πα­ρό­μοια α­φη­γη­μα­τι­κά παι­χνί­δια. Προ­τάσ­σει την συ­νε­κτι­κή δο­μή της ι­στο­ρίας του, χω­ρίς να στρε­βλώ­νει για τις α­νά­γκες της τα ι­στο­ρι­κά δε­δο­μέ­να, ού­τε να κά­νει κα­τά­χρη­ση στην εκ­με­τάλ­λευ­σή τους.
Πλά­θει έ­ναν ή­ρωα, συ­νο­μή­λι­κο του Σπέ­ρα, γάλ­λο μη­χα­νι­κό ο­ρυ­χείων, ο ο­ποίος θα ζή­σει α­πό κο­ντά τα αι­μα­τη­ρά γε­γο­νό­τα και θα γρά­ψει γι’ αυ­τά στο η­με­ρο­λό­γιό του. Όπως θα γρά­ψει και για τον έ­ρω­τά του με μια νη­σιώ­τισ­σα, αλ­λά και τις μά­χες του Α΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου, στις ο­ποίες θα ε­μπλα­κεί, ε­πι­στρέ­φο­ντας στην πα­τρί­δα του. Αυ­τό εί­ναι το ι­στο­ρι­κό βά­θος πε­δίου, που ε­ξα­σφα­λί­ζει η ε­πι­λο­γή του τό­που, και το ο­ποίο δέ­νε­ται με την ι­στο­ρία της για­γιάς. Με­τά έρ­χε­ται το δεύ­τε­ρο χρο­νι­κό ε­πί­πε­δο, ο έ­ρω­τας της μη­τέ­ρας για έ­ναν γερ­μα­νό μα­θη­μα­τι­κό, που συ­νε­χί­ζει την πε­ρι­διά­βα­ση στην ευ­ρω­παϊκή Ιστο­ρία, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να ε­ξα­σφα­λί­ζει και το μα­θη­μα­τι­κό σκέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.  Αυ­τό το τε­λευ­ταίο πε­ριο­ρί­ζε­ται α­πό το αί­τη­μα να υ­πάρ­χει σα­σπέ­νς, ά­ρα γρί­φος, που ση­μαί­νει ό­τι η υ­πό­θε­ση θα πρέ­πει να ε­πι­κε­ντρω­θεί και πά­λι σε έ­να α­πό τα ά­λυ­τα προ­βλή­μα­τα των Μα­θη­μα­τι­κών. Μό­νο που στο και­νού­ριό του βι­βλίο, ο Μι­χα­η­λί­δης, ό­πως ο κά­θε ι­στο­ρη­μέ­νος ε­πι­στή­μο­νας που βρί­σκε­ται α­ντι­μέ­τω­πος με τις τε­χνο­λο­γι­κές ε­ξε­λί­ξεις, δεί­χνει ε­πι­προ­σθέ­τως ό­τι έ­χει και φι­λο­σο­φι­κές α­νη­συ­χίες. Γι’ αυ­τό και δεν δια­λέ­γει έ­να α­πό τα 23 προ­βλή­μα­τα, που δια­τύ­πω­σε ο  δια­πρε­πής γερ­μα­νός μα­θη­μα­τι­κός Ντέϊβι­ντ Χίλ­μπερτ στο δεύ­τε­ρο Διε­θνές Μα­θη­μα­τι­κό Συ­νέ­δριο, Αύ­γου­στο 1900. Άλλω­στε, αυ­τά α­πο­τέ­λε­σαν προ ε­ξα­ε­τίας τον πυ­ρή­να του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Πυ­θα­γό­ρεια ε­γκλή­μα­τα». Πά­ντως, για τον Χίλ­μπερτ προ­βλέ­πει ρό­λο και στη δρά­ση του νέ­ου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Αυ­τή τη φο­ρά, εκ­με­ταλ­λεύε­ται την ι­διό­τη­τά του ως διευ­θυ­ντή του Μα­θη­μα­τι­κού Ινστι­τού­του του Γκέ­τιν­γκεν, ό­που δί­δα­ξε κο­ντά μι­σό αιώ­να, α­πό το 1895 μέ­χρι το θά­να­τό του, στις 14 Φε­βρουα­ρίου 1943, υ­πό να­ζι­στι­κό πλέ­ον κα­θε­στώς σε έ­να α­πο­κα­θαρ­μέ­νο α­πό τους Εβραίους και α­ντι­στοί­χως α­πο­δυ­να­μω­μέ­νο Γκέ­τιν­γκεν. Εκεί, το­πο­θε­τεί τον γερ­μα­νό ή­ρωά του, τον μα­θη­μα­τι­κό. Ξε­κι­νά­ει το με­τα­πτυ­χια­κό του, στις αρ­χές της  δε­κα­ε­τίας του ’30 και εί­ναι ο Χίλ­μπερτ ε­κεί­νος που τον εν­θαρ­ρύ­νει να ε­πι­λέ­ξει ως θέ­μα της δια­τρι­βής του το πρό­βλη­μα των τεσ­σά­ρων χρω­μά­των, πα­ρό­λο που δεν  κα­τα­χω­ρεί­ται στα ά­λυ­τα προ­βλή­μα­τα του κυ­ρίως κορ­μού των Μα­θη­μα­τι­κών. Σή­με­ρα θεω­ρεί­ται πρό­βλη­μα της το­πο­λο­γίας, την ο­ποία α­πο­κα­λούν και “λα­στι­χέ­νια γεω­με­τρία”, κα­θώς στη­ρί­ζε­ται στην γεω­με­τρι­κή πα­ρα­μόρ­φω­ση της υ­πό με­λέ­τη ο­ντό­τη­τας, μέ­χρι αυ­τή να συ­μπέ­σει με άλ­λη, ι­σο­δύ­να­μη ό­σο α­φο­ρά τις ι­διό­τη­τες που ε­ξε­τά­ζο­νται. Αυ­τή, α­κρι­βώς, εί­ναι η μέ­θο­δος, με την ο­ποία έ­χουν προ­σπα­θή­σει να λύ­σουν και το συ­γκε­κρι­μέ­νο πρό­βλη­μα. Μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, λέ­γε­ται ό­τι α­πο­τε­λεί το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο πρό­βλη­μα, που α­ντι­με­τώ­πι­σε η θεω­ρία των γρα­φη­μά­των. Θεω­ρία που α­να­δείχ­θη­κε κα­τά το με­σο­πό­λε­μο και πο­λύ βοή­θη­σε την το­πο­λο­γία.
Μα­κράν, ό­μως, του Μι­χα­η­λί­δη οι ε­πι­στη­μο­νι­κοί ό­ροι. Χω­ρίς να α­πλο­ποιεί στρε­βλω­τι­κά το μα­θη­μα­τι­κό πρό­βλη­μα, κα­τορ­θώ­νει να το πε­ρι­γρά­ψει κα­τά εύ­λη­πτο τρό­πο και μά­λι­στα, χω­ρίς να δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση πως δι­δά­σκει α­δύ­να­τους στα μα­θη­μα­τι­κά α­να­γνώ­στες. Ακό­μη και τα γρα­φή­μα­τα, που εί­ναι α­να­γκαία ώ­στε να δο­θεί μια ει­κό­να του τρό­που, με τον ο­ποίο οι μα­θη­μα­τι­κοί προ­σπά­θη­σαν να ε­πι­λύ­σουν το συ­γκε­κρι­μέ­νο πρό­βλη­μα και τα ο­ποία πα­ρα­θέ­τει, κα­τορ­θώ­νει να τα χω­νέ­ψει στην α­φή­γη­ση με δια­φω­τι­στι­κούς δια­λό­γους. Το μυ­θι­στό­ρη­μά του θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί τερ­πνό και ω­φέ­λι­μο, τό­σο α­πό ι­στο­ρι­κή ό­σο και α­πό μα­θη­μα­τι­κή σκο­πιά. Ρί­χνει μια μα­τιά στον 20ό αιώ­να, ε­στιά­ζο­ντας στους δυο Πο­λέ­μους, σε δυο χώ­ρες, τη να­ζι­στι­κή Γερ­μα­νία και την κα­τε­χό­με­νη Γαλ­λία. Ενώ σχο­λιά­ζει έ­να φαι­νο­με­νι­κά α­πλό πρό­βλη­μα, του ο­ποίου η πρώ­τη μα­θη­μα­τι­κή δια­τύ­πω­ση ε­ντο­πί­ζε­ται προ 160 ε­τών, σε ε­πι­στο­λή ε­νός μα­θη­μα­τι­κού, κα­θη­γη­τή στο Ιμπέ­ριαλ Κόλ­λετζ του Λον­δί­νου, προς συ­νά­δελ­φό του: Ποιος εί­ναι ο ε­λά­χι­στος α­ριθ­μός δια­φο­ρε­τι­κών χρω­μά­των, που α­παι­τού­νται για να χω­μα­τί­σου­με έ­να χάρ­τη, με τον αυ­το­νό­η­το πε­ριο­ρι­σμό δια­φο­ρε­τι­κές πε­ριο­χές να έ­χουν δια­φο­ρε­τι­κά χρώ­μα­τα; Η ε­μπει­ρία των πα­λαιών χαρ­το­γρά­φων έ­δι­νε την α­πά­ντη­ση. Τέσ­σε­ρα χρώ­μα­τα αρ­κούν. Άλλο ό­μως ο α­ντι­κει­με­νι­κός κό­σμος και άλ­λο μια μα­θη­μα­τι­κή α­πό­δει­ξη. Τον πρώ­το που προ­σπά­θη­σε να α­πο­δεί­ξει ό­τι αρ­κούν τέσ­σε­ρα χρώ­μα­τα, έ­ναν φοι­τη­τή του εν λό­γω κα­θη­γη­τή, τον α­κο­λού­θη­σαν πλεί­στοι ό­σοι ε­πι­φα­νείς μα­θη­μα­τι­κοί, χω­ρίς να κα­τορ­θώ­σουν να προ­σκο­μί­σουν μια α­πό­δει­ξη. Ένας πρό­τει­νε μια α­πό­δει­ξη, η ο­ποία έ­γι­νε α­πο­δε­κτή α­πό την πα­νε­πι­στη­μια­κή κοι­νό­τη­τα. Δέ­κα χρό­νια, ό­μως, αρ­γό­τε­ρα έ­νας άλ­λος έ­δει­ξε ό­τι η α­πό­δει­ξη ί­σχυε για πέ­ντε χρώ­μα­τα, αλ­λά έ­με­νε να α­πο­δειχ­θεί για τέσ­σε­ρα. Το κρί­σι­μο πέ­ρα­σμα, για την ε­πάρ­κεια τεσ­σά­ρων χρω­μά­των, έ­γι­νε το 1976, αλ­λά με τη βοή­θεια η­λεκ­τρο­νι­κού υ­πο­λο­γι­στή. Τό­τε, οι μεν ι­δε­α­λι­στές μα­θη­μα­τι­κοί αρ­νή­θη­καν μια πα­ρό­μοια α­πό­δει­ξη ως μη α­μι­γώς μα­θη­μα­τι­κή, υ­πήρ­ξαν, ό­μως, και ο­ρι­σμέ­νοι, που άρ­χι­σαν να προ­βλη­μα­τί­ζο­νται για την φύ­ση και την ου­σία των Μα­θη­μα­τι­κών.
Στο ε­πί­με­τρο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, σαν συ­νέ­χεια στον προ­βλη­μα­τι­σμό του ή­ρωα, ο συγ­γρα­φέ­ας σχο­λιά­ζει τις αλ­λα­γές στις φι­λο­σο­φι­κές βά­σεις των Μα­θη­μα­τι­κών, που έ­φε­ρε αυ­τή η πρώ­τη πρό­τα­ση, η ο­ποία α­πο­δείχ­θη­κε με την χρή­ση μη­χα­νι­κών μέ­σων και ό­χι με το χαρ­τί, το μο­λύ­βι και τη μα­θη­μα­τι­κή φα­ντα­σία. Πα­ρα­θέ­τει, μά­λι­στα, τις α­πό­ψεις του Τό­μας Τι­μόζ­κο πε­ρί ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου ο­ρι­σμού αυ­τού που α­πο­κα­λεί­ται μα­θη­μα­τι­κή α­πό­δει­ξη. Αυ­τά ό­σο α­φο­ρά το πε­ριε­χό­με­νο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που θα μπο­ρού­σε να α­πλω­θεί στο δι­πλά­σιο ή και το τρι­πλά­σιο των σε­λί­δων. Οι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι, ό­μως, που έρ­χο­νται α­πό το χώ­ρο των Μα­θη­μα­τι­κών, δεν κα­τα­πιά­νο­νται με με­γά­λες συν­θέ­σεις. Όσο α­φο­ρά τη μορ­φή, ο Μι­χα­η­λί­δης συμ­με­ρί­ζε­ται την τρέ­χου­σα τά­ση προς κά­ποια εκ­ζή­τη­ση. Ποι­κίλ­λει την πρω­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση, με τις η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις του Γάλ­λου και τις ε­πι­στο­λές του Γερ­μα­νού. Κα­τά τα άλ­λα, θα θλί­ψει έ­να γυ­ναι­κείο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό με το τρα­γι­κό φι­νά­λε, που δί­νει στις δύο ε­ρω­τι­κές ι­στο­ρίες. Το α­πο­ζη­μιώ­νει, πά­ντως, με το ει­δυλ­λια­κό χά­πι ε­ντ του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Έστω κι αν οι μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί ή­ρωες δεν γνώ­ρι­σαν τη δό­ξα του λύ­τη ε­νός ά­λυ­του προ­βλή­μα­τος. Εσα­εί ά­λυ­το για τους σκε­πτό­με­νους ι­δε­α­λι­στι­κά πα­ρα­μέ­νει το πρό­βλη­μα των τεσ­σά­ρων χρω­μά­των. Οι α­να­γνώ­στες μπο­ρούν να πά­ρουν μο­λύ­βι και χαρ­τί. Πο­τέ δεν ξέ­ρεις.     

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/6/2012

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Η απειλή του μαλλιαρο-κομμουνισμού



Μα­ρία Ρε­πού­ση
«Τα Μα­ρασ­λεια­κά (1925-1927)»
Εκδό­σεις Πό­λις
Απρί­λιος 2012

Ποιος γνω­ρί­ζει τι α­κρι­βώς ή­ταν τα Μα­ρασ­λεια­κά; Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό ό­σους τα έ­χουν α­κου­στά τα το­πο­θε­τούν α­ο­ρί­στως μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’20 και τα συ­σχε­τί­ζουν α­σα­φώς με το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα. Τα συν­δέ­ουν, δη­λα­δή, με τα Ευαγ­γε­λι­κά, τα Ορε­στεια­κά και τα Αθεϊκά. Μό­νο που ε­κεί­να μέ­σω της ο­νο­μα­σίας προϊδεά­ζουν πε­ρί τί­νος πρό­κει­ται, ε­νώ τα Μα­ρασ­λεια­κά πα­ρα­πέ­μπουν, του­λά­χι­στον τον Αθη­ναίο, σε δρό­μο του Κο­λω­να­κίου και σε ο­μώ­νυ­μο ε­κεί σχο­λείο. Ποιος γνω­ρί­ζει αν ο δρό­μος πή­ρε το ό­νο­μά του α­πό το σχο­λείο ή το σχο­λείο α­πό το δρό­μο; Πό­σω μάλ­λον να γνω­ρί­ζει ό­τι υ­πήρ­ξε έ­νας εξ Οδησ­σού ευερ­γέ­της με αυ­τό το ό­νο­μα, που φρό­ντι­σε για την α­νέ­γερ­ση του σχο­λείου, ό­πως και για αρ­κε­τών άλ­λων εκ­παι­δευ­τι­κών ι­δρυ­μά­των. Ψι­λά γράμ­μα­τα ό­τι το οι­κό­πε­δο το πα­ρα­χώ­ρη­σε η Μο­νή Πε­τρά­κη, στην ο­ποία κά­πο­τε α­νή­κε ό­λη ε­κεί­νη η κα­τω­φέ­ρεια του Λυ­κα­βητ­τού. Ίσως, ω­στό­σο, και να έ­χει α­κου­στά, ό­τι δεν ε­πρό­κει­το για έ­να σχο­λείο αλ­λά για συ­γκρό­τη­μα σχο­λείων, που άλ­λο­τε πο­τέ πε­ριε­λάμ­βα­νε την Παι­δα­γω­γι­κή Ακα­δη­μία, το Μα­ράσ­λειο Δι­δα­σκα­λείο και συ­στε­γα­ζό­με­να δη­μο­τι­κά πει­ρα­μα­τι­κά σχο­λεία. Ενδια­μέ­σως, βε­βαίως, έ­χουν γί­νει πολ­λές αλ­λα­γές. Μέ­χρι που πέ­ρυ­σι κα­ταρ­γή­θη­κε το Δι­δα­σκα­λείο, που εί­χε ε­πα­να­λει­τουρ­γή­σει προ τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τίας για την με­τεκ­παί­δευ­ση των δα­σκά­λων. Πρώ­τη φο­ρά εί­χε κα­ταρ­γη­θεί το 1933. Τό­τε, ό­μως, για να συμ­μορ­φω­θεί σε έ­ναν ε­νιαίο τύ­πο εκ­παί­δευ­σης και να α­πο­τε­λέ­σει μια α­πό τις δε­κα­πέ­ντε Παι­δα­γω­γι­κές Ακα­δη­μίες, οι ο­ποίες, με τη σει­ρά τους, κα­ταρ­γή­θη­καν το 1990, για να α­ντι­κα­τα­στα­θούν α­πό τα πα­νε­πι­στη­μια­κά παι­δα­γω­γι­κά τμή­μα­τα. Όλα αυ­τά έ­γι­ναν για να βελ­τιω­θεί η πρω­το­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση, δη­λα­δή τα θε­μέ­λια της δια βίου μά­θη­σης, ό­πως φι­λό­δο­ξα ε­παύ­ξη­σε την ο­νο­μα­σία του το μέ­χρι πρό­τι­νος Υπουρ­γείο Παι­δείας και Θρη­σκευ­μά­των. Μέλ­λει να φα­νεί ά­ξιο αυ­τής της σχοι­νο­τε­νούς με­το­νο­μα­σίας, χω­ρίς να εί­ναι κα­θό­λου σί­γου­ρο ό­τι θα στε­ριώ­σει. Για­τί αν υ­πάρ­χει κά­τι που ό­λοι γνω­ρί­ζουν, αυ­τό εί­ναι ό­τι ο σχε­δια­σμός της παι­δείας αλ­λά­ζει κά­θε φο­ρά που η κυ­βέρ­νη­ση περ­νά­ει α­πό τους μεν στους δε. Ευ­τυ­χώς, τρί­τοι πο­τέ δεν υ­πήρ­ξαν, κι αν εμ­φα­νί­στη­καν, χά­θη­καν γρή­γο­ρα. Κι αυ­τό συμ­βαί­νει α­πό γε­νέ­σεως του γλωσ­σι­κού ζη­τή­μα­τος.
Δεν θα υ­πήρ­χε, πά­ντως, κα­μία δυ­σκο­λία, αν ε­κεί­νοι που βά­φτι­σαν τα Μα­ρασ­λεια­κά, τα εί­χαν κα­τά κυ­ριο­λε­ξία α­πο­κα­λέ­σει Αντε­θνι­κά, κα­τά το πα­ρά­δειγ­μα των Αθεϊκών. Τό­τε, θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να ει­κά­σει ευ­θύς α­μέ­σως ό­τι ε­ντάσ­σο­νται στις με­γά­λες δια­μά­χες, που τα­ράσ­σουν το πα­νελ­λή­νιο ο­σά­κις θί­γο­νται τα θρη­σκευ­τι­κά και τα ε­θνι­κά θε­μέ­λια της χώ­ρας. Όπως συ­νέ­βη στις αρ­χές του 20ου αιώ­να, με τη με­τά­φρα­ση των ευαγ­γε­λίων  και με­τά, της αι­σχύ­λειας Ορέ­στειας, που έ­δω­σαν α­ντι­στοί­χως το έ­ναυ­σμα για τα Ευαγ­γε­λι­κά και τα Ορε­στεια­κά. Αλλά και λί­γο αρ­γό­τε­ρα, με τη δι­δα­σκα­λία των δυο μα­θη­μά­των που συ­νι­στούν τους πυ­λώ­νες της μά­θη­σης, του­τέ­στιν των Θρη­σκευ­τι­κών και της Ιστο­ρίας.  Για­τί τα πε­ρι­βό­η­τα Μα­ρασ­λεια­κά εί­ναι συν­δε­δε­μέ­να με τον τρό­πο που δι­δά­σκε­ται η Ιστο­ρία σε α­ντι­στοι­χία με τα Αθεϊκά, που προέ­κυ­ψαν με α­φορ­μή το μά­θη­μα των Θρη­σκευ­τι­κών. Αυ­τά έ­λα­βαν χώ­ρα το 1911, στο Παρ­θε­να­γω­γείο του Βό­λου, και θα μπο­ρού­σαν να εί­χαν ο­νο­μα­στεί Βο­λιώ­τι­κα, ό­πως τα ε­πό­με­να, του 1925, που δια­δρα­μα­τί­σθη­καν στο εκ­παι­δευ­τι­κό μέ­γα­ρο του Μα­ρασ­λείου. 
Το πιο πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι αυ­τές οι τέσ­σε­ρις δια­μά­χες του πρώ­του τέ­ταρ­του του προ­η­γού­με­νου αιώ­να, ό­χι μό­νο δεν διευ­θε­τή­θη­καν, αλ­λά ε­ξα­κο­λου­θούν να δί­νουν α­φορ­μές σε α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις. Μέ­χρι σή­με­ρα, δεν έ­χει ε­πι­τρα­πεί η με­τά­φρα­ση εξ ο­λο­κλή­ρου της Αγίας Γρα­φής, πό­σω μάλ­λον, ό­πως ε­πι­θυ­μεί μια με­ρί­δα πνευ­μα­τι­κών αν­θρώ­πων, να α­να­γι­γνώ­σκε­ται το ευαγ­γέ­λιο α­πό άμ­βω­νος στη δη­μο­τι­κή. Εσα­εί φαί­νε­ται να προ­βλη­μα­τί­ζει η λε­κτι­κή α­πλο­ποίη­ση κα­τά το α­νέ­βα­σμα των ελ­λη­νι­κών τρα­γω­διών. Ενώ, στο θέ­μα των Θρη­σκευ­τι­κών, το πρό­βλη­μα έ­χει πε­ραι­τέ­ρω πε­ρι­πλεχ­θεί, α­φό­του γί­να­με και ε­μείς μια πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή κοι­νω­νία, κα­τά την κα­θώς πρέ­πει α­να­φο­ρά στο ση­με­ρι­νό τουρ­λού των α­πα­ντα­χού α­να­γκε­μέ­νων και κα­τα­τρεγ­μέ­νων. Δεν α­πα­σχο­λεί πλέ­ον ο τρό­πος δι­δα­σκα­λίας του μα­θή­μα­τος, αλ­λά αυ­τή κα­θ’ ε­αυ­τή η ύ­παρ­ξή του και το κα­τά πό­σο η πο­λι­τεία έ­χει το συ­νταγ­μα­τι­κό δι­καίω­μα να κα­το­χυ­ρώ­σει τη δι­δα­σκα­λία της θρη­σκείας, που α­σπά­ζε­ται η πλειο­νό­τη­τα του πλη­θυ­σμού της χώ­ρας. Όσο για τη δι­δα­σκα­λία της Ιστο­ρίας, το δί­λημ­μα με­τα­ξύ ε­θνι­κής και “συγ­χρο­νι­στι­κής” σχο­λι­κής Ιστο­ρίας, που προ­κά­λε­σε τα Μα­ρασ­λεια­κά, ό­χι μό­νο πα­ρα­μέ­νει φλέ­γον, αλ­λά και προ­κα­λεί δια­μά­χες, που “η με­τα­φο­ρά τους στο δη­μό­σιο χώ­ρο”, με άλ­λα λό­για το φού­σκω­μα της ό­ποιας διέ­νε­ξης α­πό τα ΜΜΕ, εί­ναι τέ­τοιας έ­κτα­σης και έ­ντα­σης, που μπρο­στά του ω­χριούν ό­σα συ­νέ­βη­σαν προ 85 τό­σων χρό­νων. 
Ίσως η α­πά­ντη­ση στο πα­ρά­δο­ξο της διαιώ­νι­σης των εν λό­γω προ­βλη­μά­των να συ­νο­ψί­ζε­ται σε μια φρά­ση  α­πό το άρ­θρο ε­νός κε­φαλ­λο­νί­τη δά­σκα­λου, που δη­μο­σιεύ­τη­κε την ε­πο­χή των Μα­ρασ­λεια­κών. Καί­τοι δη­μο­τι­κι­στής και φι­λο­πρόο­δος, δή­λω­νε ό­τι δι­δά­σκει την Ιστο­ρία ως πα­τριώ­της και ό­χι ως “συγ­χρο­νι­στής”, προ­σθέ­το­ντας: «Όταν η Ελλά­δα λά­βη κι αυ­τή τη θέ­ση της στο Ανα­το­λι­κό η­μι­σφαί­ριο, τό­τε δι­δά­σκου­με συγ­χρο­νι­σμέ­να.» Αυ­τή η α­πό­φαν­ση μας φέρ­νει στο νου το πο­λυ­μνη­μο­νευ­μέ­νο προοί­μιο διη­γή­μα­τος του Πα­πα­δια­μά­ντη, ό­που ο α­φη­γη­τής δια­τεί­νε­ται ό­τι, “Άγγλος ή Γερ­μα­νός ή Γάλ­λος δύ­να­ται να εί­ναι κο­σμο­πο­λί­της ή α­ναρ­χι­κός ή ά­θε­ος ή ο,τι­δή­πο­τε, για­τί έ­κα­με το πα­τριω­τι­κόν χρέ­ος του, έ­κτι­σε με­γά­λη πα­τρί­δα, αλ­λά ό­χι ο Γραι­κύ­λος της σή­με­ρο­ν”. Αναμ­φι­βό­λως, άλ­λος ο Γραι­κύ­λος του 1893 και άλ­λος ο Έλλη­νας στα ο­δυ­νη­ρά με­θεόρ­τια της Μι­κρα­σια­τι­κής Κα­τα­στρο­φής. Πό­σω μάλ­λον ο ση­με­ρι­νός, που έ­τσι που το πά­ει, δι­χα­σμέ­νος με­τα­ξύ ε­θνι­κού και συγ­χρο­νι­στι­κού πνεύ­μα­τος, σε λί­γο θα ψά­χνει για θέ­ση, ό­χι σε έ­να α­πό τα δυο Ημι­σφαί­ρια, αλ­λά στο φεγ­γά­ρι.                                                                                        
Ένα άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, κι αυ­τό α­πό μια ά­πο­ψη πα­ρά­δο­ξο, εί­ναι ό­τι, στις εν λό­γω δια­μά­χες, ό­λα τα φώ­τα εί­ναι στραμ­μέ­να στις γυ­ναί­κες. Με­τρού­με του­λά­χι­στον τρεις, που βρέ­θη­καν στη δί­νη των γε­γο­νό­των, ό­που οι δυο πα­λαιό­τε­ρες πλή­ρω­σαν α­κρι­βά τη στά­ση τους, ε­νώ η ση­με­ρι­νή α­ντα­μεί­φθη­κε και μά­λι­στα δι­πλά, α­φού και προήχ­θη στην πα­νε­πι­στη­μια­κή της στα­διο­δρο­μία και κά­θι­σε στα βου­λευ­τι­κά έ­δρα­να. Ση­μά­δι ό­τι οι και­ροί έ­χουν αλ­λά­ξει. Ανα­κε­φα­λαιώ­νου­με, στα Αθεϊκά δί­νει την α­φορ­μή μια 33χρο­νη το 1911, η Μα­νιά­τισ­σα φι­λό­λο­γος Πη­νε­λό­πη Χρι­στά­κου. Στα Μα­ρασ­λεια­κά, η 27χρο­νη το 1925, Αθη­ναία φι­λό­λο­γος, Ρό­ζα Ιωάν­νου. Το δυ­στύ­χη­μα γι’ αυ­τήν την πρώι­μη φε­μι­νί­στρια εί­ναι ό­τι γρά­φτη­κε στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας με το ό­νο­μα του αν­δρός της, Γιάν­νη Ιμβριώ­τη. Και δεν έ­φτα­νε αυ­τό, αλ­λά ε­πι­προ­σθέ­τως ε­πι­σκιά­στη­κε σε ό­λους τους το­μείς α­πό τη δρά­ση ε­κεί­νου, που υ­πήρ­ξε πα­νε­πι­στη­μια­κός, α­ντι­στα­σια­κός και πο­λι­τευ­τής της Αρι­στε­ράς. Ακό­μη και στα Μα­ρασ­λεια­κά, εν τέ­λει, πα­ρέ­μει­νε στο δεύ­τε­ρο ρό­λο, α­φού ως πρω­τα­γω­νι­στής τους, ό­πως και των Αθεϊκών, έ­μει­νε ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος. Ωστό­σο, στην προ ε­ξα­ε­τίας εκ­παι­δευ­τι­κή δια­μά­χη, που έ­μει­νε ως η δια­μά­χη πε­ρί του βι­βλίου Ιστο­ρίας της ΣΤ΄Δη­μο­τι­κού, πρω­τα­γω­νί­στη­σε μια γυ­ναί­κα μό­νη, που τυ­χαί­νει και συγ­γρα­φέ­ας της πρώ­της εν­δε­λε­χούς ε­ξι­στό­ρη­σης των Μα­ρασ­λεια­κών. Φί­λα κεί­με­νοι και πο­λέ­μιοι της Μα­ρίας Ρε­πού­ση θα πρέ­πει να συμ­φω­νή­σουν σε έ­να ση­μείο: Η με­λέ­τη, που άρ­χι­σε να γρά­φει στο τέ­λος του 2007, δη­λα­δή α­μέ­σως με­τά την α­πό­συρ­ση του δι­δα­κτι­κού εγ­χει­ρι­δίου, στην κα­τάρ­τι­ση του ο­ποίου προΐστα­το  –πι­θα­νώς και για να πα­ρη­γο­ρη­θεί–  και την ο­ποία ο­λο­κλή­ρω­σε τον Δεκ. του 2011, συ­νι­στά μια ρέ­ου­σα α­φή­γη­ση, που στη­ρί­ζε­ται σε ε­κτε­τα­μέ­νη έ­ρευ­να.
Εκ πρώ­της ό­ψεως, κο­ντά 500 με­γα­λό­σχη­μες σε­λί­δες για να πε­ρι­γρα­φεί μια δια­μά­χη, που κρά­τη­σε μό­λις μια διε­τία, φαί­νε­ται σαν υ­περ­βο­λή, ε­πι­σείο­ντας τη μομ­φή της φλυα­ρίας, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, συ­νη­θί­ζει το άλ­λο φύ­λο να α­πο­δί­δει στις γυ­ναί­κες. Ωστό­σο, οι ε­πι­πλέ­ον σε­λί­δες εί­ναι α­πα­ραί­τη­τες για να κα­τα­νοή­σει ο ση­με­ρι­νός α­να­γνώ­στης το πώς και το για­τί μια συ­νε­δρία­ση των δι­δα­σκό­ντων στο Μα­ράσ­λειο Δι­δα­σκα­λείο και συ­γκε­κρι­μέ­να, η το­πο­θέ­τη­ση μιας νε­α­ρής φι­λό­λο­γου, που δί­δα­σκε Ιστο­ρία στην τρί­τη και τε­λευ­ταία τά­ξη του Δι­δα­σκα­λείου, προ­κά­λε­σε τό­ση α­να­στά­τω­ση. Κα­ταρ­χάς, προ­βλέ­πε­ται έ­να πρώ­το μέ­ρος για ό,τι α­πο­κα­λεί η συγ­γρα­φέ­ας “το πε­ρι­βάλ­λον των Μα­ρασ­λεια­κώ­ν”, το ο­ποίο συ­γκε­κρι­με­νο­ποιεί­ται σε τρεις συ­νι­στώ­σες: α) “Το έ­θνος και η ι­στο­ρία του”, κα­θώς η Με­γά­λη Ιδέα έ­δυε και οι σο­σια­λι­στι­κές ι­δέες κέρ­δι­ζαν έ­δα­φος, ε­πη­ρεά­ζο­ντας τις α­ντι­λή­ψεις για την ε­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα. β) “Η εκ­παί­δευ­ση και η γλώσ­σα”, ό­που πί­σω α­πό την α­ντί­θε­ση κα­θα­ρεύου­σας-δη­μο­τι­κής υ­πό­φω­σκε η δια­πά­λη δυο α­ντι­λή­ψεων, της πα­ρα­δο­σια­κής ή ε­θνι­κής και της συγ­χρο­νι­στι­κής ή δυ­τι­κό­φι­λης. γ) “Η κοι­νω­νία και τα φύ­λα”, που ση­μαί­νει την πα­ρα­δο­χή ό­τι η κοι­νω­νία πρέ­πει να έ­χει ό­σα φύ­λα προέ­βλε­ψε η φύ­ση, του­τέ­στιν δυο και ό­χι το ε­ξής έ­να. Δύ­σκο­λο το πέ­ρα­σμα σε έ­να “έμ­φυ­λο πε­ρι­βάλ­λο­ν”, ό­πως το α­πο­κα­λεί η συγ­γρα­φέ­ας, το ο­ποίο, για την ε­πο­χή του­λά­χι­στον των Μα­ρασ­λεια­κών, σή­μαι­νε σχε­δόν εμ­φύ­λιο πό­λε­μο. Μπο­ρεί ό­χι σώ­μα με σώ­μα, αλ­λά δια του δη­μο­σίου λό­γου.
Ακο­λου­θεί έ­να δεύ­τε­ρο μέ­ρος, της ί­διας έ­κτα­σης, πα­ρό­λο που, σε αυ­τό, πε­ρι­γρά­φε­ται αυ­τό κα­θ’ ε­αυ­τό “το μα­ρασ­λεια­κό ε­πει­σό­διο”. Από ε­δώ, μπο­ρεί να ξε­κι­νή­σει την α­νά­γνω­ση ο τυ­χών ι­στο­ρη­μέ­νος. Η συγ­γρα­φέ­ας ε­ξη­γεί σε τι έ­γκει­ται “η πρό­κλη­ση του Μα­ρασ­λεια­κού συ­γρο­τή­μα­τος”. Η δεύ­τε­ρη “πρό­κλη­ση” του Δελ­μού­ζου, δέ­κα πέ­ντε χρό­νια με­τά ε­κεί­νη του Παρ­θε­να­γω­γείου Βό­λου, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει η Έφη Γα­ζή σε κε­φά­λαιο της πρό­σφα­της με­λέ­της της, με τίτ­λο, «Η α­νά­δυ­ση του η­θι­κού πα­νι­κού». Σε ε­κεί­νη τη με­λέ­τη, πα­ρου­σιά­ζο­νται και τα Μα­ρασ­λεια­κά, αλ­λά με ε­στία­ση στο “σύν­θη­μα” «Πα­τρίς, Θρη­σκεία, Οι­κο­γέ­νεια», ό­πως εί­ναι και ο τίτ­λος της. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, δεν θα μας πα­ρα­ξέ­νευε αν αυ­τές οι δυο με­λέ­τες μο­νο­πω­λού­σαν για τη διε­τία 2011-2012 τις βρα­βεύ­σεις δο­κι­μίου. Όπως και να έ­χει, τα α­ντί­στοι­χα κε­φά­λαια των δυο με­λε­τών εκ­κι­νούν το­νί­ζο­ντας, για­τί η α­να­γκαία –ό­χι, βε­βαίως, και ι­κα­νή– συν­θή­κη για την α­να­βάθ­μι­ση της εκ­παί­δευ­σης εί­ναι η διά­πλα­ση των δα­σκά­λων και οι αλ­λα­γές στο Δη­μο­τι­κό. Ωστό­σο, το 1925, ο δη­μο­τι­κι­σμός έ­χει πλέ­ον α­πλώ­σει ρί­ζες στους εκ­παι­δευ­τι­κούς. Επί­σης, οι δι­δά­σκο­ντες στο Μα­ράσ­λειο φαί­νε­ται να ο­μο­φω­νούν ό­τι η δι­δα­σκό­με­νη Ιστο­ρία πρέ­πει να εί­ναι η Ιστο­ρία του πο­λι­τι­σμού. Από ε­κεί και πέ­ρα, ό­ταν γί­νε­ται λό­γος για την Επα­νά­στα­ση του 1821, οι ε­νη­με­ρω­μέ­νοι γύ­ρω α­πό τις νέες α­ντι­λή­ψεις δι­δα­κτι­κής της Ιστο­ρίας α­πο­φεύ­γουν να θέ­σουν το θέ­μα του ρό­λου της α­στι­κής τά­ξης σε αυ­τήν, ό,τι ή­θε­λε αυ­τό ση­μαί­νει για την ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της ε­πο­χής, κα­θώς και να κά­νουν λό­γο για τυ­χόν οι­κο­νο­μι­κό πα­ρά­γο­ντα. Για­τί αυ­τά, δεν προ­δί­δουν μό­νο ε­πη­ρε­α­σμό α­πό τα Φώ­τα της Εσπε­ρίας και αμ­φι­σβή­τη­ση του ε­θνε­γερ­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα της Επα­νά­στα­σης, αλ­λά ό­ζουν ι­δέες Σκλη­ρού και Κορ­δά­του ή, ό­πως θα λέ­γα­με λί­γο αρ­γό­τε­ρα, δεί­χνουν κομ­μου­νι­στι­κό δά­κτυ­λο.
Στην ε­πί­μα­χη συ­νε­δρία, που λαμ­βά­νει χώ­ρα την ε­πο­μέ­νη της ε­θνι­κής ε­ορ­τής, στις 26 Μαρ­τίου 1925, η Ιμβριώ­τη έ­χει κλη­θεί να δώ­σει ε­ξη­γή­σεις για τον τρό­πο της δι­δα­σκα­λίας της. Στο λό­γο της, δεν ε­πι­δει­κνύει την α­παι­τού­με­νη δι­πλω­μα­τία, αλ­λά εκ­θέ­τει ευ­θαρ­σώς τις α­πό­ψεις της. Κι αυ­τό εί­ναι το “α­τό­πη­μά” της, ό­πως γρά­φει η Ρε­πού­ση, α­να­λο­γι­ζό­με­νη πι­θα­νώς το δι­κό της “α­τό­πη­μα”. Προ­σο­χή, δεν κά­νει λό­γο για σφάλ­μα, αλ­λά μό­νο για α­τό­πη­μα, που ση­μαί­νει ε­νέρ­γεια α­κα­τάλ­λη­λη στις δε­δο­μέ­νες πε­ρι­στά­σεις. Έτσι, α­ντί να δια­σκε­δά­σει τις κα­τη­γο­ρίες, τις ε­πι­βε­βαιώ­νει. Από ε­κεί και με­τά, άρ­χι­σε η χρο­νο­βό­ρος δια­δι­κα­σία α­να­κρί­σεων και εκ­θέ­σεων, που προ­σέ­κρου­σε και στην μη ύ­παρ­ξη έ­γκυ­ρων Πρα­κτι­κών α­πό τις ε­πί­μα­χες συ­νε­δρίες. Φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι πά­για τα­κτι­κή στα κα­θ’ η­μάς, τα Πρα­κτι­κά να συ­ντάσ­σο­νται εκ των υ­στέ­ρων με βά­ση ση­μειώ­μα­τα ό­σων συμ­με­τεί­χαν. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, γί­νε­ται στα Κρα­τι­κά Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας.
Ίσως το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο μέ­ρος της με­λέ­της, τό­σο α­πό πλευ­ράς έ­ρευ­νας ό­σο και εν­δια­φέ­ρο­ντος, εί­ναι το τρί­το, α­φιε­ρω­μέ­νο στα με­θεόρ­τια του λό­γου της Ιμβριώ­τη. Στο πώς πα­ρου­σιά­ζουν οι ε­φη­με­ρί­δες της Αθή­νας τα α­πο­κα­λού­με­να Μα­ρασ­λεια­κά. Στον α­ντί­χτυ­πο που έ­χουν τα δη­μο­σιεύ­μα­τα, έ­τσι ό­πως διαν­θί­ζο­νται με ευ­φά­ντα­στες στρε­βλώ­σεις και σκαν­δα­λι­στι­κές ι­στο­ρίες, ε­μπνευ­σμέ­νες κυ­ρίως α­πό το μέ­νος που προ­κα­λού­σε η α­νά­μει­ξη των γυ­ναι­κών στα κοι­νά. Τέ­λος, στο πώς ό­λα - και­νά δαι­μό­νια και αί­σχη - α­πο­δί­δο­νται στους συ­νή­θεις ύ­πο­πτους της ε­πο­χής, του­τέ­στιν τους “μαλ­λια­ρο­κομ­μου­νι­στές”, ο­πό­τε και παίρ­νουν δια­στά­σεις ε­θνι­κού κιν­δύ­νου, ε­σα­εί φρά­ση-κλει­δί για κυο­φο­ρού­με­νες στρα­τιω­τι­κές ε­πεμ­βά­σεις. Αυ­τή η νεό­κο­πη λε­κτι­κή συ­νέ­νω­ση δη­μο­τι­κι­σμού-κομ­μου­νι­σμού, που προ­κύ­πτει στη διάρ­κεια του Εθνι­κού Συ­νε­δρίου (23 Απρ-2 Μαΐ 1925), ό­ταν α­νά­βουν τα αί­μα­τα, συ­νε­νώ­νει μεν την α­πει­λή για τη γλώσ­σα και την ε­θνι­κή ι­δε­ο­λο­γία, αλ­λά προ­κα­λεί και συ­γκρού­σεις ε­ντός των δη­μο­τι­κι­στών, κα­θώς μια με­ρί­δα α­πό αυ­τούς δεν α­πο­δέ­χε­ται τις μαρ­ξι­στι­κές ι­δέες. 
Από την ε­κτε­νή πε­ρι­γρα­φή, που δί­νε­ται στη με­λέ­τη, για τη στά­ση της τριαν­δρίας του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου α­πό αρ­χής των Μα­ρασ­λεια­κών, δια­φαί­νε­ται η διά­σπα­ση, που ε­πέρ­χε­ται, τε­λι­κά, τον Μάρ. του 1927, ό­πως και ο ρό­λος ε­νός ε­κά­στου. Οι δυο, Δελ­μού­ζος-Γλη­νός, συ­γκρούο­νται, ο τρί­τος, ο πά­ντο­τε ι­διό­μορ­φος και μο­νή­ρης Τρια­ντα­φυλ­λί­δης, σιω­πά. Σχε­τι­κά εν συ­ντο­μία πε­ρι­γρά­φε­ται η στά­ση της Ιμβριώ­τη, με την πα­ρά­θε­ση μι­κρού α­πο­σπά­σμα­τος α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία της με τον Δελ­μού­ζο και πε­ρι­λη­πτι­κή α­να­φο­ρά σε μια μο­να­δι­κή συ­νέ­ντευ­ξή της. Πι­στεύου­με ό­τι η Ρε­πού­ση α­δι­κεί την η­ρωί­δα αυ­τής της πρώ­της α­φή­γη­σης, που στή­νει. Κρί­μα να μεί­νει α­πό την πα­ρά­τολ­μη Ρό­ζα, που σή­κω­σε την μπα­ντιέ­ρα των Μα­ρασ­λεια­κών, αυ­τό το, “Θα γί­νω κομ­μου­νί­στρια για να τους εκ­δι­κη­θώ”.
Κα­τά τα άλ­λα, τό­τε ό­πως και τώ­ρα, το α­να­γνω­στι­κό κοι­νό των ε­φη­με­ρί­δων προ­τι­μού­σε να ε­νη­με­ρώ­νε­ται γύ­ρω α­πό τα καυ­τά θέ­μα­τα της ε­πι­και­ρό­τη­τας, ό­χι α­πό έ­γκυ­ρα άρ­θρα και νη­φά­λιες α­να­λύ­σεις, αλ­λά α­πό έκ­δη­λα προ­κα­τει­λημ­μέ­νες δη­μο­σιο­γρα­φι­κές κα­μπά­νιες. Με άλ­λα λό­για, να μην σπα­ζο­κε­φα­λιά­ζει να μορ­φώ­σει ι­δίαν ά­πο­ψη, αλ­λά να παίρ­νει μα­ση­μέ­νη τη γνώ­μη του άλ­φα ή του βή­τα ε­πω­νύ­μου, που για να εί­ναι και ε­πώ­νυ­μος κά­τι θα ξέ­ρει πά­ρα πά­νω. Ύστε­ρα, δια­βά­ζο­ντας δια­δο­χι­κές κα­μπά­νιες για ποι­κί­λα ζη­τή­μα­τα, ο κα­θέ­νας έ­χει ξε­δια­λέ­ξει χο­ντρι­κά τους ο­μοϊδεά­τες του και α­να­λό­γως στοι­χί­ζε­ται ε­κεί ως ο­πα­δός. Για τα Μα­ρασ­λεια­κά έ­γι­ναν δυο με­γά­λης έ­κτα­σης κα­μπά­νιες α­πό τις ε­φη­με­ρί­δες «Σκριπ» και «Δη­μο­κρα­τία» του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­να­στα­σίου. Άρχι­σαν ταυ­τό­χρο­να, τέ­λη Ιαν. 1926, με­σού­σης της δι­κτα­το­ρίας Θεό­δω­ρου Πά­γκα­λου, που εί­χε φρο­ντί­σει να α­πο­λύ­σει ό­λους τους ε­μπλε­κό­με­νους. Πε­ρισ­σό­τε­ρο εν­δια­φέ­ρου­σα για ε­μάς εί­ναι η δεύ­τε­ρη, κα­θώς α­πευ­θύ­νε­ται και σε γνω­στές προ­σω­πι­κό­τη­τες του λο­γο­τε­χνι­κού χώ­ρου. Κα­τά κα­νό­να, οι συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νοι κρα­τούν άλ­λη στά­ση στο γλωσ­σι­κό και άλ­λη στην ί­δια την εκ­παι­δευ­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Βλα­χο­γιάν­νης και ο Γρυ­πά­ρης εί­ναι δύο α­πό ε­κεί­νους που α­πο­φεύ­γουν να α­να­φερ­θούν στα Μα­ρασ­λεια­κά. Δυ­να­μι­κά κλεί­νει αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη κα­μπά­νια ο δη­μο­τι­κι­στής δά­σκα­λος Μέ­νος Φι­λή­ντας, ε­γκω­μιά­ζο­ντας τους τρεις ι­δε­ο­λό­γους που ρί­χτη­καν στον α­γώ­να για να ε­δραιω­θεί η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, που εί­ναι η γλώσ­σα που μι­λούν οι Έλλη­νες. Για το α­λη­θές του λό­γου πα­ρα­θέ­τει στι­χο­μυ­θία δα­σκά­λου-μα­θη­τή:
– Τι θα πει παι­δί μου κά­το­πτρο­ν;
– Κά­τω που τρων, κύ­ριε.
Κα­τα­το­πι­στι­κό το ε­ρά­νι­σμα της με­λέ­της α­πό τις δυο κα­μπά­νιες, ό­πως και το τε­λευ­ταίο, σχε­δόν έ­να τρί­το της με­λέ­της, ό­που α­να­δη­μο­σιεύο­νται οι α­να­κρι­τι­κές εκ­θέ­σεις για τα Μα­ρασ­λεια­κά και πα­ρα­τί­θε­νται οι ση­μειώ­σεις κά­θε κε­φα­λαίου, με πλή­ρη και α­κρι­βή βιο­γρα­φι­κά, αλ­λά και ε­πί­μα­χα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό α­να­φε­ρό­με­να κεί­με­να, κά­πο­τε και α­κέ­ραια τα κεί­με­να. Έτσι, ο α­να­γνώ­στης μπο­ρεί να μορ­φώ­σει ά­πο­ψη, πέ­ραν της δια­φαι­νό­με­νης στην α­φή­γη­ση. Ας ε­πι­ση­μά­νου­με, ό­μως, και έ­να α­δύ­να­το ση­μείο. Εμείς δεν εί­μα­στε ι­στο­ρι­κοί, έ­χου­με, ω­στό­σο, την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι δεν νο­εί­ται ευ­ρε­τή­ριο προ­σώ­πων χω­ρίς τα μι­κρά ο­νό­μα­τα των α­να­φε­ρο­μέ­νων. Ού­τε καν το αρ­χι­κό του ο­νό­μα­τος. Η προ­σθή­κη της ι­διό­τη­τάς τους δεν υ­πο­κα­θι­στά το βα­φτι­στι­κό. Άλλω­στε, πρό­κει­ται για πα­νε­πι­στη­μια­κούς κα­θη­γη­τές, υ­πουρ­γούς και κα­θη­γη­τές του Μα­ρασ­λείου, των ο­ποίων ό­χι μό­νο τα μι­κρά ο­νό­μα­τα αλ­λά και τα βιο­γρα­φι­κά εί­ναι γνω­στά. Πα­ρά­δειγ­μα, ο Συ­μια­κός Μι­χαήλ Βο­λο­νά­κης, κα­θη­γη­τής τό­τε Ιστο­ρίας Μέ­σων και Νεό­τε­ρων Χρό­νων, που μα­ζί με τον Να­ξιώ­τη Νι­κό­λαο Εξαρ­χό­που­λο, κα­θη­γη­τή παι­δα­γω­γι­κής, ή­ταν τα βα­σι­κά μέ­λη του Εκπαι­δευ­τι­κού Συμ­βου­λίου. Άλλα πα­ρα­δείγ­μα­τα, ο υ­πουρ­γός Παι­δείας Κων­στα­ντί­νος Σπυ­ρί­δης, ο λο­γο­τέ­χνης Αντώ­νης Τραυ­λα­ντώ­νης, κα­θώς και η πλειά­δα των κα­θη­γη­τών του Μα­ρασ­λείου, με­τα­ξύ των ο­ποίων ο Κε­φαλ­λή­νιος κα­θη­γη­τής Γυ­μνα­στι­κής Αθα­νά­σιος Λευ­κα­δί­της, που εί­ναι και ο ι­δρυ­τής του προ­σκο­πι­σμού στην Ελλά­δα. Τέ­λος, α­πό τα μι­κρά ο­νό­μα­τα, που δεν πα­ρα­λεί­πο­νται, έ­να α­να­γρά­φε­ται λαν­θα­σμέ­να. Χω­ρίς ε­κεί­νο το νι στο Κω(ν)στα­ντί­νος ή­θε­λε, ό­χι τυ­χαία, το ό­νο­μά του ο Χατ­ζό­που­λος, έ­νας α­πό τους πρώ­τους δη­μο­τι­κι­στές και σο­σια­λι­στές.
Ανά­γο­ντας το θέ­μα της με­λέ­της σε έ­να γε­νι­κό­τε­ρο ε­πί­πε­δο, θα μπο­ρού­σε κα­νείς να ε­πι­ση­μά­νει το ε­ξής: Την ί­δια ε­πο­χή ο κομ­μου­νι­στι­κός κίν­δυ­νος αιω­ρεί­ται ως φό­βη­τρο α­πό την άρ­χου­σα τά­ξη, δη­λα­δή την α­στι­κή, πά­νω α­π’ ό­λη την Ευ­ρώ­πη, κα­θώς έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει πλέ­ον η Ρω­σι­κή Επα­νά­στα­ση. Συ­νε­πώς, ού­τε σ’ αυ­τόν τον το­μέα κρα­τά­με τα σκή­πτρα της πρω­το­πο­ρίας. Με μό­νη δια­φο­ρά ό­τι ε­δώ –ε­κτός της θρη­σκείας, της έν­νοιας της πα­τρί­δας και της α­στι­κής ι­διο­κτη­σίας– ο κομ­μου­νι­στι­κός κίν­δυ­νος α­να­μι­γνύε­ται α­πό τους κρα­τού­ντες με το ή­δη ο­ξυμ­μέ­νο γλωσ­σι­κό. Έτσι σχη­μα­τί­ζε­ται το ι­δε­ο­λο­γι­κό δί­δυ­μο του “μαλ­λια­ρο-κομ­μου­νι­σμού”, το ο­ποίο προ­βάλ­λε­ται ως ά­κρως ε­πι­βλα­βές για την ε­θνι­κή υ­πό­στα­ση. Η ε­πα­νά­λη­ψη του ί­διου μο­ντέ­λου, αλ­λά χω­ρίς το  “μαλ­λια­ρό”, θα ο­δη­γή­σει με­τά εί­κο­σι χρό­νια σε Εμφύ­λιο. Φαί­νε­ται, τε­λι­κά, ό­τι ως κοι­νω­νι­κή ο­ντό­τη­τα μας δια­κα­τέ­χει έμ­μο­να κά­ποιο δι­χα­στι­κό σύν­δρο­μο. Το αυ­τα­πό­δει­κτο υ­πάρ­χει και σή­με­ρα. Κο­χλά­ζει, αλ­λά σε συ­γκρα­τη­μέ­να ό­ρια, με τους μνη­μο­νια­κούς και α­ντι­μνη­μο­νια­κούς. Το πιο πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι στη ση­με­ρι­νή έ­ντα­ση ο Τύ­πος (= ΜΜΕ) “παί­ζει” α­κρι­βώς τα ί­δια “παι­χνί­δια” με τον μα­κρι­νό του πρό­γο­νο στα Μα­ρασ­λεια­κά. Σε συ­γκρι­τι­κό, μά­λι­στα, ε­πί­πε­δο, το “παί­ζει” α­π’ τη μια πλευ­ρά με λι­γό­τε­ρα προ­σχή­μα­τα, χω­ρίς α­ντί­στοι­χης σο­βα­ρό­τη­τας ι­δε­ο­λο­γι­κό υ­πό­βα­θρο, ε­νώ  συ­χνά ει­σέρ­χε­ται α­προ­κά­λυ­πτα το στοι­χείο της ι­διο­τέ­λειας. Συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας και την συ­γκρι­τι­κά πιο δρα­στι­κή α­πή­χη­ση των ση­με­ρι­νών ΜΜΕ, τό­τε οι ί­διοι ό­ροι α­πο­κτούν τρο­πή προς το χει­ρό­τε­ρο. Αντί, δη­λα­δή, να πά­με ε­μπρός, πά­με πί­σω. Ως μό­νο αι­σιό­δο­ξο μέ­νει  η α­που­σία α­πει­λής δι­κτα­το­ρίας α­πό κά­ποιον νέο Πά­γκα­λο. Κά­τι εί­ναι κι αυ­τό, εάν το δού­με σε συ­σχε­τι­σμό με α­νά­λο­γες πε­ρι­πέ­τειες στο πα­ρελ­θόν. 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/6/2011.