Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Δόκιμος περιπολάρχης



Γιώρ­γος Σκα­μπαρ­δώ­νης
«Πε­ρι­πο­λών πε­ρί πολ­λών τυρ­βά­ζω»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Οκτώ­βριος 2011

Η πρό­σφα­τη γε­νι­κευ­μέ­νη κρί­ση της χώ­ρας έ­φε­ρε τη γε­νιά της με­τα­πο­λί­τευ­σης στο προ­σκή­νιο, ό­χι μό­νο το πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κό αλ­λά και το λο­γο­τε­χνι­κό. Νεό­τε­ροι συγ­γρα­φείς, ό­πως ο Μά­κης Κα­ρα­γιάν­νης και ο Νί­κος Πα­να­γιω­τό­που­λος, της έ­δω­σαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο στα τε­λευ­ταία μυ­θι­στο­ρή­μα­τά τους, «Το ό­νει­ρο του Οδυσ­σέ­α» και «Τα παι­διά του Κάϊν» α­ντι­στοί­χως. Εκεί­νο που θέ­λη­σαν να δεί­ξουν, ό­πως φαί­νε­ται μέ­σα α­πό την πλο­κή, τις ε­ξη­γή­σεις των α­φη­γη­τών, αλ­λά και τις μα­κριές συ­ζη­τή­σεις των προ­σώ­πων, εί­ναι ό­τι για ό­λα φταί­νε οι Κάϊν αυ­τής της γε­νιάς. Για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με τη δια­τύ­πω­ση του Πα­να­γιω­τό­που­λου, που ε­πι­κα­λεί­ται το βι­βλι­κό πα­ρά­δειγ­μα, οι Κάϊν, για­τί υ­πε­ρί­σχυ­σαν των Άβελ. Ως μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κούς Κάϊν, ο μεν πρώ­τος δια­λέ­γει ό­σους έ­παι­ξαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο σε κά­ποιο σκάν­δα­λο, ο δε δεύ­τε­ρος το θία­σο των βο­λε­μέ­νων κο­μπάρ­σων. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι, ε­νώ πλά­θουν πει­στι­κούς Κάϊν, φαί­νε­ται να δυ­σκο­λεύο­νται με τους Άβελ. Σαν να μην έ­χουν κα­θα­ρή ει­κό­να, ποιοι εί­ναι ε­κεί­νοι, που θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν τον α­ντί­πο­δα. 
Την α­πά­ντη­ση την δί­νει εμ­μέ­σως, με το  βι­βλίο του, έ­νας λί­γο με­γα­λύ­τε­ρος, ο Γιώρ­γος Σκα­μπαρ­δώ­νης. Ου­σια­στι­κά, αυ­τός έ­χει αρ­χί­σει να πλά­θει τους Άβελ α­πό πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, στα διη­γή­μα­τα που δη­μο­σιεύει ε­δώ και του­λά­χι­στον μια δε­κα­πε­ντα­ε­τία, πριν α­κό­μη γυ­ρί­σει η χι­λιε­τία και κα­κο­φορ­μί­σει η ε­θνι­κή πλη­γή. Κα­τά μία ά­πο­ψη, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης, ευ­θύς εξ αρ­χής, τους ί­διους χα­ρα­κτή­ρες προ­βάλ­λει ως το ά­λας, αν ό­χι της γης, σί­γου­ρα, πά­ντως, της ρά­τσας των Ελλή­νων, για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με μια πε­πα­λαιω­μέ­νη αλ­λά προ­σφι­λή κά­πο­τε έκ­φρα­ση. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός, ω­στό­σο, του Άβελ δεν ται­ριά­ζει στους χα­ρα­κτή­ρες που σμι­λεύει, κα­θώς, πόρ­ρω α­πέ­χουν α­πό “στρογ­γυ­λε­μέ­να” πρό­τυ­πα α­θωό­τη­τας και κα­λο­σύ­νης. Δεν εί­ναι οι χα­ρι­σμα­τι­κοί και ά­ρι­στοι, ού­τε, ό­μως, α­νή­κουν, σώ­νει και κα­λά, στο κοι­νω­νι­κό πε­ρι­θώ­ριο, ό­πως τους φα­ντα­σιώ­νο­νται ο Πα­να­γιω­τό­που­λος και οι συ­νο­μή­λι­κοί του συγ­γρα­φείς. Εί­ναι άν­θρω­ποι της δι­πλα­νής πόρ­τας, που συ­χνά τους α­πο­κα­λούν τρε­λά­ρες ή και λο­ξούς. Αλλά και στις πε­ρι­πτώ­σεις που, λό­γω κοι­νω­νι­κής θέ­σης, α­πο­λαμ­βά­νουν σε­βα­σμού, τη ρε­τσι­νιά του ι­διόρ­ρυθ­μου δεν την γλι­τώ­νουν. Κι αυ­τό, συ­νή­θως, λό­γω της έμ­μο­νης προ­σή­λω­σής τους σε κά­ποιο έρ­γο, κα­τά κα­νό­να “ου­χί πα­ρα­δε­δεγ­μέ­νης χρη­σι­μό­τη­τος”. Εί­τε πρό­κει­ται για ε­ρα­σι­τε­χνι­κή ε­να­σχό­λη­ση εί­τε για κα­θα­ρά ε­παγ­γελ­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, ε­πι­δί­δο­νται σε αυ­τό με τό­ση α­φο­σίω­ση, ώ­στε να υ­περ­βαί­νει τις α­παι­τή­σεις  της συ­γκε­κρι­μέ­νης δου­λειάς και η α­να­ζή­τη­ση της τε­λειό­τη­τας να κα­τα­λή­γει αυ­το­σκο­πός. 
Σή­με­ρα, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης, εί­κο­σι ο­κτώ έ­τη με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του πρώ­του του διη­γή­μα­τος, θεω­ρεί­ται πλέ­ον έ­νας ση­μα­ντι­κός πε­ζο­γρά­φος, διη­γη­μα­το­γρά­φος τε και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Ωστό­σο, η ι­διο­μορ­φία του μυ­θο­πλα­στι­κού του κό­σμου φαί­νε­ται σαν να λαν­θά­νει. Πι­θα­νώς, για­τί τον υ­πο­βάλ­λει ε­ντέ­χνως και πλα­γίως, μέ­σα α­πό βι­βλία με τίτ­λους, που δεί­χνουν γρι­φώ­δεις. Ου­σια­στι­κά, πρό­κει­ται για προ­σφυώς πα­ραλ­λαγ­μέ­να γνω­στά ο­ξύ­μω­ρα σχή­μα­τα, τα ο­ποία κυ­ριο­λε­κτούν μεν, αλ­λά γί­νο­νται α­ντι­λη­πτά μάλ­λον σαν λε­κτι­κά πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα. Συμ­βάλ­λει, πά­ντως, κα­θο­ρι­στι­κά ο πρω­το­πρό­σω­πος α­φη­γη­τής, που, κα­τά κα­νό­να, ε­πι­στρα­τεύει. Αυ­τός δεν ε­ξη­γεί το σκε­πτι­κό και τις  προ­θέ­σεις των η­ρώων, ό­πως κά­νουν, κα­τά τα α­με­ρι­κα­νι­κά πρό­τυ­πα, οι α­φη­γη­τές των μπε­στ-σέ­λε­ρ, αλ­λά και των ι­στο­ριών πολ­λών νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Αντί αυ­τών, ε­κεί­νος προ­χω­ρά­ει α­π’ ευ­θείας στο στή­σι­μο του σκη­νι­κού, ε­πι­μέ­νο­ντας στο χρό­νο και τον τό­πο. Στη συ­νε­χεία, με την ί­δια σα­φή­νεια και το χυ­μώ­δες λε­κτι­κό της κα­θο­μι­λου­μέ­νης, πε­ρι­γρά­φει το σου­λού­πι πρω­τα­γω­νι­στών και κο­μπάρ­σων. Οι πε­ρι­γρα­φές α­πο­λαμ­βά­νουν της πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τας θε­α­τρι­κού έρ­γου.
Για πα­ρά­δειγ­μα, δυο α­πό τα πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν θε­α­τρι­κά μο­νό­πρα­κτα. Το πρώ­το, «Δυο κι­λά ζα­βο­γα­ρί­δες», ε­κτυ­λίσ­σε­ται σε η­μιυ­πό­γειο τα­βερ­νείο α­πό τα πα­λιά της Θεσ­σα­λο­νί­κης, ε­νώ το δεύ­τε­ρο, «Κα­τη­φο­ρι­κή θά­λασ­σα», πα­ρά θι­ν’ α­λός. Μό­νο που και στα δυο, η φρε­νή­ρης δρά­ση του τέ­λους δια­φεύ­γει των ο­ρίων της θε­α­τρι­κής σκη­νής. Για το φι­νά­λε, θα χρεια­ζό­ταν έ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό μο­νο­πλά­νο. Και στα δυο διη­γή­μα­τα, πρω­τα­γω­νι­στεί η τό­σο προ­σφι­λής στον συγ­γρα­φέα α­ντρο­πα­ρέα, πε­ντα­με­λής αλ­λά δια­φο­ρε­τι­κής, στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, κοι­νω­νι­κής τά­ξης. Πά­ντως, σε αμ­φό­τε­ρες τις πε­ρι­πτώ­σεις, ου­δό­λως α­πα­σχο­λούν τα μέ­λη της η γε­νι­κή κρί­ση και η δι­κή τους οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στση. Μό­νο η ευ­ζωία τους, ό­πως, ό­μως, ε­κεί­νοι την α­ντι­λαμ­βά­νο­νται, με “ζα­βο­γα­ρί­δες”, “σπά­ρους Μη­χα­νιώ­νας” και τσί­που­ρα. 
Αφού ο α­φη­γη­τής του Σκα­μπαρ­δώ­νη ο­λο­κλη­ρώ­σει αυ­τά τα προ­κα­ταρ­κτι­κά, αρ­χί­ζει την πε­ρι­γρα­φή του έρ­γου, που συ­νι­στά την κύ­ρια ε­να­σχό­λη­ση του κε­ντρι­κού ή­ρωα. Ονο­μα­τί­ζει ε­πα­κρι­βώς τα πράγ­μα­τα, σε τέ­τοιο βαθ­μό α­κρι­βο­λο­γίας, που οι ση­με­ρι­νοί ο­πα­δοί της εν τά­χει α­νά­γνω­σης μπο­ρεί μέ­χρι και να ε­νο­χλη­θούν, διε­ρω­τώ­με­νοι, προς τι τό­σο λε­κτι­κό λε­πτο­λό­γη­μα. Σε κά­ποιους, ω­στό­σο, στο τέ­λος  της α­νά­γνω­σης, α­πο­μέ­νει αί­σθη­ση ι­κα­νο­ποίη­σης, ό­πως ύ­στε­ρα α­πό θε­ρα­πευ­τι­κή α­γω­γή. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, το πρό­βλη­μα εί­ναι μια ι­διά­ζου­σα μορ­φή λε­ξι­πε­νίας, που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ε­ξα­πλώ­νε­ται με α­νη­συ­χη­τι­κό ρυθ­μό α­κό­μη και στη μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία. Κα­τ’ αυ­τήν χά­νο­νται τα ο­νό­μα­τα των πραγ­μά­των και τη θέ­ση τους κα­τα­λαμ­βά­νουν τα α­φη­ρη­μέ­να ου­σια­στι­κά. Ο στό­χος, πά­ντως, του Σκα­μπαρ­δώ­νη εί­ναι να προ­βάλ­λει ευ­κρι­νέ­στε­ρα η εμ­μο­νή του ή­ρωα. Στις πε­ρι­πτώ­σεις που αυ­τή δια­φεύ­γει των συ­νη­θι­σμέ­νων προ­ση­λώ­σεων, πα­ρα­τί­θε­ται, ως α­να­γκαία πα­ρέκ­βα­ση, το ι­στο­ρι­κό της, το ο­ποίο μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί και ως το ψα­χνό της α­φή­γη­σης. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, στο ε­ναρ­κτή­ριο «Zippo χρω­μίου με χά­ραγ­μα», ό­που  α­νι­στο­ρεί­ται το πώς προέ­κυ­ψε έ­νας πε­ρι­πτε­ράς συλ­λέ­κτης α­να­πτή­ρων και μά­λι­στα, α­πό την ε­φη­βεία του, που εί­θι­σται να εί­ναι η ε­πο­χή για τα πλέ­ον εν­δια­φέ­ρο­ντα ε­ρω­τι­κά α­νάμ­μα­τα.
Σε άλ­λα πά­λι διη­γή­μα­τα, που τον ή­ρωα α­πα­σχο­λεί έ­να έρ­γο, λί­γο-πο­λύ συ­νη­θι­σμέ­νο, η α­φή­γη­ση α­πλώ­νε­ται στο σχο­λα­στι­κό τρό­πο της ε­κτέ­λε­σής του. Όπως στην πε­ρί­πτω­ση ε­κεί­νου του ά­ψο­γου ο­δο­κα­θα­ρι­στή στο διή­γη­μα της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής «Ο ο­δο­κα­θα­ρι­στής, 5.30 το πρωί», ή, στο πρό­σφα­το, «Το φί­δι στη φάτ­νη», του ιε­ρέα, που, ό­ταν έ­νας μι­κρός α­νέ­τρε­ψε την ώ­ρα της με­τά­λη­ψης το δι­σκο­πό­τη­ρο, σύρ­θη­κε στο δά­πε­δο και έ­γλει­ψε “σχο­λα­στι­κά, ε­πί­μο­να”, πό­ντο-πό­ντο τη με­τα­λα­βιά. Και α­κό­μη άλ­λων η­ρώων σε διη­γή­μα­τα της νέ­ας σο­δειάς, που α­ντι­με­τω­πί­ζουν τη δου­λειά τους ως λει­τούρ­γη­μα, σαν τον Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τη κυρ Σω­φρό­νιο, “κά­το­χο μο­να­δι­κής συ­ντα­γής για την πα­ρα­σκευή λου­κου­μιώ­ν”. 
Σε ο­ρι­σμέ­να διη­γή­μα­τα, ο συγ­γρα­φέ­ας υιο­θε­τεί την πε­ριο­ρι­σμέ­νη ο­πτι­κή γω­νία του α­φη­γη­τή, δο­κι­μά­ζο­ντας τον α­να­γνώ­στη. Σε α­ντί­θε­ση με τους συγ­γρα­φείς που τα δί­νουν ό­λα α­να­λυ­τι­κά, κά­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο και α­πό α­να­λυ­τι­κά, μην και βρει προ­σκόμ­μα­τα το πλα­τύ κοι­νό, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης φαί­νε­ται σαν να δη­λώ­νει ό­τι τον εν­δια­φέ­ρουν γε­νι­κώς οι α­σκη­μέ­νοι α­να­γνώ­στες και ει­δι­κό­τε­ρα, οι ε­ξοι­κειω­μέ­νοι με τον κό­σμο των ι­στο­ριών του. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα, εί­ναι η “προ­πό­νη­ση” του Μα­νώ­λη Χιώ­τη πριν α­νε­βεί στο πάλ­κο και αρ­χί­σει ε­κεί­νο το “α­δια­νό­η­το τα­ξί­μι”. Ο α­φη­γη­τής, θα λέ­γα­με ό­τι δί­νει ρέ­στα στην πε­ρι­γρα­φή του μου­σι­κού αυ­το­σχε­δια­σμού, α­φή­νει, ό­μως, στα αυ­το­νό­η­τα, τι εν­νο­εί με “την πιο σω­στή στά­ση” του σώ­μα­τος του ορ­γα­νο­παί­κτη, για την ε­πί­τευ­ξη της ο­ποίας ε­κεί­νος στέ­κε­ται γυ­μνός “με το λευ­κό σλιπ και τις λευ­κές κάλ­τσες”, “μια ο­λό­κλη­ρη ώ­ρα”, “μπρο­στά σ’ έ­ναν ο­λό­σω­μο κα­θρέ­φτη”. Ποιος θυ­μά­ται ό­τι ο Χιώ­της έ­παι­ζε μπου­ζού­κι πά­ντο­τε όρ­θιος; Πα­ρο­μοίως, στην ι­στο­ρία του ι­διο­φυούς πια­νί­στα, που κα­τέ­λη­ξε ε­ρη­μί­της στο Άγιο Όρος, μέ­νει στα αυ­το­νό­η­τα, ό­τι το τρα­γού­δι του τίτ­λου του διη­γή­μα­τος, «We will meet again», ή­ταν γνω­στή ε­πι­τυ­χία του 1940, ε­πο­χή πο­λέ­μου και α­πο­χαι­ρε­τι­σμών.  
Οι ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ροι, πά­ντως, τρε­λά­ρες της πρό­σφα­της συλ­λο­γής εί­ναι δυο φοι­τη­τές της Αρχι­τε­κτο­νι­κής, που δεν εί­χαν ι­διαί­τε­ρες ε­πι­δό­σεις στα μα­θή­μα­τα, αλ­λά ού­τε με­γά­λο εν­δια­φέ­ρον για τα ι­δε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κά. Ού­τε καν για τα κο­ρί­τσια. Αυ­τούς τους εν­διέ­φε­ραν μό­νο οι “κα­τα­σκευές”. Χά­ρις σε αυ­τό το α­πο­κλει­στι­κό εν­δια­φέ­ρον τους, στα ό­ρια της μο­νο­μα­νίας, η κα­τα­σκευή στο σα­λό­νι τρί­πα­του ε­ρει­πιώ­δους νε­ο­κλα­σι­κού ε­νός ι­στιο­φό­ρου, κο­ντά πέ­ντε μέ­τρα μή­κους, σω­στού «Θα­λασ­σίου δαί­μο­νος», το κα­τέ­βα­σμά του α­πό το μπαλ­κό­νι, η κα­θέλ­κυ­σή του και ο πρώ­τος πλους α­πο­τε­λούν τα ε­πει­σό­δια μιας συ­ναρ­πα­στι­κής πε­ρι­πέ­τειας. Τύ­φλα να ’χει ο «Τυ­φώ­νας» του Τζό­ζεφ Κόν­ρα­ντ μπρο­στά “στη μπου­κα­δού­ρα που ρο­βο­λού­σε α­π’ το Άγιον Όρος και σά­ρω­νε ό­λο το πέ­λα­γος”. Εδώ, φαί­νε­ται, για άλ­λη μια φο­ρά, ό­τι ο συγ­γρα­φέ­ας δεν ε­πι­λέ­γει τυ­χαία το πρώ­το πρό­σω­πο. Με αυ­τό κα­τορ­θώ­νει και διο­χε­τεύει στην α­φή­γη­ση τον οί­στρο, που έ­χουν οι διη­γή­σεις ό­σων πα­ρα­μυ­θά­δων έρ­χο­νται α­πό τη λά­λα ρά­τσα των Ελλή­νων. Κι ό­πως α­πο­φθέγ­γε­ται, σε έ­τε­ρο διή­γη­μα, συ­νο­μι­λώ­ντας με τις τρεις Μοί­ρες, που τον ε­πι­σκέ­φτη­καν σαν τρεις “ε­ξαί­σιες στα­χτά­ρες”:  “Το πρό­βλη­μά μας εί­ναι ό­τι πρέ­πει να βρού­με έ­ναν νέο, βα­θύ­τε­ρο οί­στρο”. Πα­ραί­νε­ση, που θα μπο­ρού­σε να α­πευ­θύ­νε­ται σε νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς ή και σε ό­λους τους πο­λί­τες της χει­μα­ζό­με­νης χώ­ρας. 
Ενα άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του μυ­θο­πλα­στι­κού κό­σμου του Σκα­μπαρ­δώ­νη εί­ναι ό­τι φα­ντά­ζει με­γα­λύ­τε­ρος του συ­νή­θους αν­θρω­πο­κε­ντρι­κού σύ­μπα­ντος. Αυ­τήν την αί­σθη­ση την προ­κα­λεί ο στε­νός συγ­χρω­τι­σμός των η­ρώων με τε­θνεώ­τες και ζω­ντα­νά. Οι ι­στο­ρίες για τον παπ­πού Θεό­δω­ρο Κλή­με­ντο, που στοι­χειώ­νει α­πό νω­ρίς τη συγ­γρα­φι­κή φα­ντα­σία, πα­ρου­σιά­ζουν θαυ­μα­στι­κά τις α­ντο­χές και τα γλέ­ντια των πα­λαιό­τε­ρων. Πα­ρο­μοίως, οι ι­στο­ρίες για τα πά­σης φύ­σεως ζω­ντα­νά, δο­ξά­ζουν τις συ­χνά πα­ρά­ξε­νες, με τα αν­θρώ­πι­να μέ­τρα και σταθ­μά, ι­κα­νό­τη­τές τους. Του αέ­ρος, ό­πως οι στα­χτά­ρες του πρό­σφα­του διη­γή­μα­τος, φτω­χοί συγ­γε­νείς των χε­λι­δο­νιών, αλ­λά με ε­ξαι­ρε­τι­κές ε­πι­δό­σεις, στο ση­μείο να κοι­μού­νται εν πτή­σει. Αλλά και της θά­λασ­σας, ό­πως ο θη­ριώ­δης γου­λια­νός διη­γή­μα­τος της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής, που ε­γκλω­βί­στη­κε στην εκ­κλη­σία της Αγια-Βαρ­βά­ρας του χω­ριού Νε­ράι­δα, άλ­λο­τε πο­τέ στις όχ­θες του Αλιάκ­μο­να και ε­δώ και σα­ρά­ντα χρό­νια στο βυ­θό της λί­μνης Πο­λυ­φύ­του. Ή, α­κό­μη, το τρο­με­ρό γρι­βά­δι πα­λαιό­τε­ρου διη­γή­μα­τος, το ο­ποίο περ­νά ζωή χα­ρι­σά­με­νη στη μπα­νιέ­ρα του δια­με­ρί­σμα­τος ε­νός τρε­λά­ρα. Λι­γό­τε­ρα τα ό­ντα της ξη­ράς, αλ­λά το κε­νό α­να­πλη­ρώ­νουν οι εκ­πλη­κτι­κής ευ­φυΐας σκύ­λοι. Μό­νο που στα διη­γή­μα­τα του Σκα­μπαρ­δώ­νη δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται σε ρό­λο θύ­μα­τος της αν­θρώ­πι­νης βίας, ό­πως τους θέ­λουν άλ­λοι ζωό­φι­λοι συγ­γρα­φείς, αλ­λά εκ­φο­βι­στή. 
Η α­φή­γη­ση του Σκα­μπαρ­δώ­νη δια­θέ­τει ό­λα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πα­ρα­μυ­θι­κής διή­γη­σης: ρυθ­μό, α­να­τρο­πές και το βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κο λε­κτι­κό. Πέ­ραν, ό­μως, αυ­τών, ευ­θύς εξ αρ­χής,  δη­μο­σίευε και σύ­ντο­μα διη­γή­μα­τα της μιας το πο­λύ σε­λί­δας. Κα­θώς η τε­λευ­ταία συλ­λο­γή του κυ­κλο­φό­ρη­σε φθι­νό­πω­ρο του 2011, έ­γρα­ψε και δυο μί­νι διη­γή­μα­τα για τους τι­μώ­με­νους κα­τά το ε­πε­τεια­κό έ­τος. Μπο­ρεί να μην φτά­νουν ε­κεί­νο το μο­να­δι­κό διή­γη­μα της μιας πα­ρα­γρά­φου, «Ανα­φο­ρά υ­πα­στυ­νό­μου Ιωάν­νη Πε­τρά­κη», σε μια α­πό τις κα­λύ­τε­ρες συλ­λο­γές του, «Πά­λι κε­ντά­ει ο στρα­τη­γός», α­φού ο συγ­γρα­φέ­ας δεί­χνει να με­τριά­ζει την εκ­φρα­στι­κή του αυ­θορ­μη­σία, σί­γου­ρα πά­ντως δεν συ­γκρί­νο­νται με το δια­δι­κτυα­κό φρού­το του μπον­ζάϊ διη­γή­μα­τος, που ε­σχά­τως αν­θεί και στα κα­θ’ η­μάς. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ευ­τυ­χεί του Ελύ­τη, «Η ποίη­ση βα­ρά­ει κα­τα­κέ­φα­λα», πα­ρά του Πα­πα­δια­μά­ντη με τον δά­νειο πα­πα­δια­μά­ντειο τίτ­λο «Νε­κρός τα­ξι­διώ­της». Φαί­νε­ται πως ο Σκα­μπαρ­δώ­νης “συ­νο­μι­λεί” κα­λύ­τε­ρα υ­πο­γείως με τον Σκια­θί­τη. Αυ­τήν την ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γούν τα υ­πο­κο­ρι­στι­κά που πυ­κνώ­νουν ή, α­κό­μη, κά­ποιες θα­λασ­σι­νές εκ­φρά­σεις σαν ε­κεί­νες τις δύ­στρο­πες του Πα­πα­δια­μά­ντη, που οι με­τα­γε­νέ­στε­ροι α­πέ­δω­σαν σε τυ­πο­γρα­φι­κά σφάλ­μα­τα. “Αί­θριος ο ου­ρα­νός, σταυ­ρω­μέ­νος α­πό τον βορ­ρά­ν”, γρά­φει ο Σκια­θί­της. “Έξω ο γαρ­μπής α­φιέ­ρω­νε”, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης. Ίσως, ό­μως, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση να μην πρό­κει­ται για “συ­νο­μι­λία”, αλ­λά για κοι­νά α­κού­σμα­τα. Απο­μέ­νει να ε­πι­χει­ρή­σου­με τη δια­κει­με­νι­κή λε­γό­με­νη προ­σέγ­γι­ση σε έ­να α­πό τα διη­γή­μα­τα, την ο­ποία υ­πο­στη­ρί­ζουν ο­ρι­σμέ­να πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, ό­πως α­πο­κα­λού­νται. Προ­σώ­ρας συ­νο­ψί­ζου­με: Ο συγ­γρα­φέ­ας “πε­ρί πολ­λών τυρ­βά­ζει”, ό­πως ο ί­διος δη­λώ­νει, την πε­ριο­χή, πά­ντως, της διη­γη­μα­το­γρα­φίας την πε­ρι­πο­λεί ευ­δο­κί­μως. 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/11/2012.

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Οροπεδίαση


«Οροπέδιο»
Τεύχος 12
Καλοκαίρι 2012

Ο Γιάννης Σκαρίμπας σε αργό σκέρτσο ζεμπέκικου.
Φωτογραφία Γιάννη Στυλιανού



Στις πολ­λές μέ­χρι σή­με­ρα α­φιε­ρω­μα­τι­κές σε­λί­δες για τον Γιάν­νη Σκα­ρί­μπα έρ­χο­νται να προ­στε­θούν και οι εν­δια­φέ­ρου­σες σε­λί­δες του  πε­ριο­δι­κού «Ορο­πέ­διο». Πρό­κει­ται για σχε­τι­κά νέο πε­ριο­δι­κό, το ο­ποίο δύ­σκο­λα τα­ξι­νο­μεί­ται. Εί­ναι πε­λο­πον­νή­σιο πε­ριο­δι­κό, γε­νι­κώς της πε­ρι­φέ­ρειας, της ε­παρ­χίας ό­πως λέ­γα­με πα­λαιό­τε­ρα, ή α­θη­ναϊκό; Μάλ­λον μοι­ρα­σμέ­νο δεί­χνει. Ως έ­δρα δη­λώ­νε­ται η Αθή­να, αλ­λά καρ­διά του εγ­χει­ρή­μα­τος φαί­νε­ται να πα­ρα­μέ­νει η Νε­μού­τα Φο­λό­ης. Όπως και να έ­χει, ο εκ­δό­της του, ο ποιη­τής Δη­μή­τρης Κα­νελ­λό­που­λος, τη­ρώ­ντας την υ­πό­σχε­ση, που εί­χε δώ­σει στο πρώ­το τεύ­χος, κα­λο­καί­ρι 2006, α­πό το ο­ρο­πέ­διο της Φο­λό­ης, ε­ξα­κο­λου­θεί να ε­πι­σκο­πεί “την Ηλεία και ό­λο τον Μω­ριά, αλ­λά και πα­ρα­πέ­ρα ό­λη την Ελλά­δα”. Μέ­χρι την Χαλ­κί­δα, “την πε­ρι­πό­θη­τη πό­λη” του Σκα­ρί­μπα. Ετοί­μα­σε έ­ναν α­φιε­ρω­μα­τι­κό τό­μο, α­πό­το­κο μιας “κε­ραυ­νο­βό­λας α­γά­πης”, που χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό τα Χρι­στού­γεν­να του 1971, ό­ταν πή­ρε μια πρώ­τη γεύ­ση, δια­βά­ζο­ντας «Το θείο τρα­γί». Βε­βαίως, βιά­στη­κε λί­γο, α­φού το ε­πε­τεια­κό έ­τος εί­ναι το 2013, τον Σε­πτέμ­βριο, ό­ταν συ­μπλη­ρώ­νο­νται 120 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Σκα­ρί­μπα ή και το 2014, Ια­νουά­ριο, που συ­μπλη­ρώ­νο­νται 30 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του.
Στο α­φιέ­ρω­μα, κα­τά σει­ρά πε­ριε­χο­μέ­νων, γρά­φου­ν: Νί­κος Γρι­πο­νη­σιώ­της, Συ­μεών Γρ. Στα­μπου­λού, Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος, Δη­μή­τρης Κα­νελ­λό­που­λος, Σού­λα Πα­πα­γεωρ­γο­πού­λου - Ιωαν­νί­δη, Ηρώ Τσαρ­νά, Σπύ­ρος Κυ­ριά­κης, Κων­στα­ντί­νος Κλ. Μπαϊρα­κτά­ρης. Επί­σης, δη­μο­σιεύο­νται οι ο­μι­λίες στην «Εσπε­ρί­δα για την ποίη­ση του Γιάν­νη Σκα­ρί­μπα», που πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής, στις 16 Ια­νουα­ρίου 2012. Ακό­μη, κεί­με­να των Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου και Κώ­στα Μίσ­σιου. Και τέ­λος, δυο α­θη­σαύ­ρι­στα κεί­με­να και έ­να α­νέκ­δο­το ποίη­μα του Σκα­ρί­μπα. Σε­λί­δες πλού­σιες σε πλη­ρο­φο­ρίες. Να προ­σθέ­σου­με τρεις πα­ρα­τη­ρή­σεις, κά­τι σαν πα­ρο­ρά­μα­τα.
Όσο α­φο­ρά τα γλωσ­σι­κά του Σκα­ρί­μπα, το “α­μο­λάω” ταυ­τί­ζε­ται μό­νο ως προς την πρώ­τη ση­μα­σία του με το “μο­λάω”, ό­που το δεύ­τε­ρο ση­μαί­νει “ι­δίως χα­λα­ρώ­νω πα­ρά τοις ναυ­τι­κοίς”, γι’ αυ­τό και το υιο­θε­τεί ο Σκα­ρί­μπας σε α­ντι­κα­τά­στα­ση του “ντώ­νω”, ώ­στε να ε­ναρ­μο­νί­ζε­ται με τη θα­λασ­σι­νή ει­κό­να του τε­τρά­στι­χου («Τρά­βα λοι­πόν, α­φού με πας, τρά­βα ζωή-κα­ρά­βι, / γύ­ρω θα πέ­φτει –κα­τα­χνιά– του χρό­νου η σιω­πή, / κι η α­γά­πη της –φά­ρος βα­θιά– θα σβει μιά και θ’ α­νά­βει / σαν μια κλω­στή που μιά μο­λά­ει και μια πά­ει να κο­πεί!...»).
Όσο α­φο­ρά τη φρά­ση «Ψυ­χή βα­θιά!», που χρη­σι­μο­ποιεί ο Σκα­ρί­μπας σε διή­γη­μά του, μάλ­λον α­παι­τεί βα­θύ­τε­ρη “α­να­σκα­φή”  και συ­νε­πέ­στε­ρη “κα­τα­γρα­φή” της πε­ρι­πε­τειώ­δους πο­ρείας της, για να μην α­να­πα­ρά­γο­νται και διαιω­νί­ζο­νται στρε­βλές α­πό­ψεις. Όσο για το τρα­γου­δά­κι, που πα­ρα­τί­θε­ται ως τεκ­μή­ριο ό­τι η εν λό­γω φρά­ση χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε στον Εμφύ­λιο, α­νή­κει στα νό­θα της δια­δι­κτυα­κής ε­πι­κρά­τειας και συ­μπλη­ρώ­νε­ται με έ­να τρί­το τε­τρά­στι­χο: «Αντάρ­τισ­σες του ο­νεί­ρου θυ­γα­τέ­ρες / δεν σας τρο­μά­ζουν οι σφαί­ρες / στο χτή­νος ορ­μά­τε Ψυ­χή Βα­θιά / για δί­κιο, τι­μή, λευ­τε­ριά.»
Ένα τρί­το πα­ρό­ρα­μα ε­ντο­πί­ζε­ται στο ε­ξαι­ρε­τι­κά εν­δια­φέ­ρον φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό, με το ο­ποίο ει­κο­νο­γρα­φεί­ται το σκα­ρι­μπι­κό α­φιέ­ρω­μα. Εκεί, οι α­πο­δι­δό­με­νες φω­το­γρα­φίες του Σκα­ρί­μπα στον θεσ­σα­λο­νι­κιό πε­ζο­γρά­φο Τό­λη Κα­ζα­ντζή εί­ναι μεν α­πό το Αρχείο του, αλ­λά οι λή­ψεις έ­γι­ναν α­πό τον ε­πι­στή­θιο φί­λο του, τον ε­ρα­σι­τέ­χνη φω­το­γρά­φο Γιάν­νη Στυ­λια­νού. Διό­λου α­πί­θα­νο, τα αρ­νη­τι­κά να έ­γι­ναν κι αυ­τά στά­χτη στην πρό­σφα­τη κα­τα­στρο­φι­κή πυρ­κα­γιά των Αρχείων του Μου­σείου Φω­το­γρα­φίας Θεσ­σα­λι­κής.  
Οι δυο-τρεις αυ­τές πα­ρα­τη­ρή­σεις ας μην ε­κλη­φθούν ως μεμ­ψι­μοι­ρία, αλ­λά ως εν­δε­λε­χή α­νά­γνω­ση του α­φιε­ρω­μα­τι­κού τεύ­χους. Αυ­τή η ε­ξή­γη­ση ε­πει­δή δεν έ­χου­με συ­νη­θί­σει α­κό­μη σε  ά­νευ α­να­γνω­στι­κού α­ντι­κρί­σμα­τος γε­νι­κό­λο­γους σχο­λια­σμούς και ε­παί­νους.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/11/2012.

Άγνωστοι σε εμάς οι δυο ακριανοί της φωτογραφίας: Νίκος Γιαννόπουλος, Φώτης Μπρεδάκις. Στο κέντρο, ο Ν. Γ. Πεντζίκης και δίπλα του, η ερασιτέχνις ζωγράφος πεντζικικών επιρροών Νιόβη Παπαδημητρακοπούλου, που είχε την τύχη κάποιων ολονυχτιών με ατέρμονες πεντζίκειες αφηγήσεις. Σύμφωνα με την λεζάντα, βρίσκονται στην είσοδο της Μονής Εικοσιφοίνισσας Παγγαίου, 1966. Από το ανάριχτο παλτό της κυρίας εικάζουμε πως θα πρέπει να ήταν τέτοια εποχή. Πιθανώς, 22 ή 23 Νοεμβρίου, όταν η Μονή εορτάζει εις μνήμη των δυο πρώτων κτητόρων της Αγίου Γερμανού και Αγίου Διονυσίου.


Στο προ­η­γού­με­νο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Ορο­πέ­διο» (τεύ­χος 11, Χει­μώ­νας 2011-2012), δη­μο­σιεύε­ται α­φιέ­ρω­μα στον Ήλειο πε­ζο­γρά­φο Νί­κο Κα­χτί­τση. Το α­φιέ­ρω­μα πα­ρου­σιά­ζει έ­να τμή­μα του αλ­λη­λο­γρά­φου Κα­χτί­τση, σω­στό πα­γό­βου­νο, που μό­νο την κο­ρυ­φή του έ­χου­με δει. Ως μι­κρή γεύ­ση αυ­τού του με­γά­λου ε­πι­στο­λο­γρά­φου της ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας, α­να­δη­μο­σιεύου­με ε­πι­στο­λή του προς τον Νί­κο Γα­βριήλ Πε­ντζί­κη, έ­τε­ρο μέ­γα ε­πι­στο­λο­γρά­φο. Μα­ζί με δυο άλ­λες με­τα­γε­νέ­στε­ρες ε­πι­στο­λές, πρω­το­δη­μο­σιεύε­ται στο τεύ­χος. Τις σχο­λιά­ζει ο υιός Πε­ντζί­κη. Ο Γα­βριήλ Νί­κος Πε­ντζί­κης, που εί­ναι ο ση­με­ρι­νός κά­το­χος αυ­τού του τε­ρά­στιου θη­σαυ­ρού. Σή­με­ρα, εί­ναι έ­νας α­πό τους λι­γο­στούς, πι­θα­νώς ο μό­νος, κα­τό­χους τό­σο ε­κτε­τα­μέ­νων και τό­σο λο­γο­τε­χνι­κά ση­μα­ντι­κών ε­πι­στο­λι­κών σω­μά­των, που έ­χει την α­να­γκαία παι­δεία, ώ­στε  ο ί­διος να α­να­λά­βει την α­νά­δει­ξή τους, δια­φυ­λάτ­το­ντάς τα α­πό τις αυ­θαι­ρε­σίες αλ­λά και την ά­γνοια του ξέ­νου σχο­λιο­γρά­φου. Για­τί ο­λι­γω­ρεί; Αυ­τός ει­δι­κά, την ώ­ρα ε­κεί­νης της α­πώ­τε­ρης Κρί­σης, θα έ­χει να λο­γο­δο­τή­σει προ δυο Πα­τέ­ρων, με τον δεύ­τε­ρο πλέ­ον τρο­με­ρό. Ιδού η Ρό­δος, ι­δού και το πή­δη­μα. Εφέ­τος έ­κλει­σε τα ε­ξή­ντα και στις 13 Ια­νουα­ρίου 2013 θα ε­ορ­τά­σου­με τα εί­κο­σι χρό­νια α­πό την α­πο­δη­μία του πα­τρός του. Αν ζού­σε ο Κα­χτί­τσης, θα­λε­ρός 87ού­της, “θα γύ­ρι­ζε στους δρό­μους τις νύ­χτες με ή χω­ρίς φί­λους, φω­νά­ζο­ντας” εν εκ­στά­σει: «Νί­κος Γα­βριήλ Πε­ντζί­κης. Ο Κα­λύ­τε­ρος Λο­γο­τέ­χνης της Γης». Θα το έ­πρατ­τε και προς ε­ξι­λέω­ση για την ε­φη­βι­κή του ά­γνοια. Πε­ρισ­σό­τε­ρα στο τεύ­χος.
Μ.Θ.

Χά­ος, 28 προς 29 Ιαν. 1953
Αγα­πη­τέ μου Κύ­ριε Νί­κο,
Να ξέ­ρα­τε πό­σο σας νο­σταλ­γώ. Για­τί δεν α­πα­ντή­σα­τε τό­σον και­ρό στο τό­σο με­γά­λο γράμ­μα μου; Τώ­ρα πια εί­ναι αρ­γά. Σας γρά­φω α­πό τους αι­θέ­ρες στα μι­σά του δρό­μου με­τα­ξύ Τύ­νι­δος και Duala. Η ώ­ρα εί­ναι 12 πα­ρά 10 τη νύ­χτα δη­λα­δή 1 πα­ρά 10 στην Ελλά­δα. Εσείς, α­φού τε­λειώ­σα­τε κά­ποιο νέο σας χει­ρό­γρα­φο, α­φού κά­να­τε τη συ­νη­θι­σμέ­νη σας βόλ­τα με το Γιώρ­γη Κι­τσό­που­λο, πά­τε τώ­ρα να κοι­μη­θή­τε. Σκέ­φτο­μαι τη Θεσ­σα­λι­κή, την Τρά­πε­ζα της Χίου, τον Αρχι­τε­κτο­νί­δη α­πέ­να­ντι α­πό το Φα­ρα­κείο σας. Εγώ, έ­χω α­κό­μη 16 ώ­ρες α­ε­ρο­πο­ρι­κό τα­ξί­δι. Δί­πλα μου έ­νας Γάλ­λος κοι­μά­ται σα γου­ρου­νά­κι- τζου-τζου... Στο άλ­λο κά­θι­σμα κά­θε­ται μία νε­α­ρά κυ­ρία με το παι­δά­κι της. Δεν με διε­γεί­ρει τό­σο αυ­τή, ό­σο μιά μι­σά­νοι­χτη με­γά­λη τσά­ντα της α­π’ ό­που ε­ξέ­χουν κά­τι πα­νά­κια μι­σοϋγρα­μέ­να, έ­να σα­που­νά­κι, δυο γο­βά­κια, κ.λπ. Δεν μπο­ρώ να γρά­ψω με ά­νε­ση για­τί τα φώ­τα τα με­γά­λα του α­ε­ρο­πλά­νου έ­χουν σβή­σει για να κοι­μη­θούν οι άλ­λοι, και το α­το­μι­κό μου φω­τά­κι μου έρ­χε­ται α­νά­πο­δα. Δεν ξέ­ρε­τε τι μου δη­μιουρ­γεί αυ­τό το κοι­μι­σμέ­νο αν­θρώ­πι­νο φορ­τίο που τα­ξι­δεύει στο χά­ος.
   Τώ­ρα έ­κα­να μία μι­κρή βόλ­τα στο διά­δρο­μο. Τα­ξι­δεύου­με α­πά­νω σ’ έ­να στρώ­μα α­πό ο­μί­χλη. Αύ­ριο το πρωί θα εί­ναι πιό κα­λά. Και αύ­ριο το α­πό­γιομ­μα θα εί­μαι στον τε­λι­κό προο­ρι­σμό μου. Θα σας γρά­ψω α­πό ε­κεί.
Δι­κό σας πά­ντο­τε,
Νί­κος
Εί­μαι ο μό­νος που μι­λά­ει αγ­γλι­κά. Όλοι οι άλ­λοι γαλ­λι­κά. Όλοι με ρω­τούν αν κά­νει πο­λύ κρύο στο Λον­δί­νο! Χα! Χα!
Τώ­ρα έ­φτα­σα-
Γράψ­τε μου:
N. Kach-


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/11/2012.

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Μόνιμες ή παροδικές απουσίες



Ανη­συ­χία προ­κα­λεί ο χώ­ρος των λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών, κα­θώς οι εκ­δό­τες τους, ο έ­νας με­τά τον άλ­λο, ‘‘την κά­νουν με μι­κρά πη­δη­μα­τά­κια’’. Μπο­ρεί να χτυ­πά ά­κομ­ψα αυ­τή η α­γο­ραία δια­τύ­πω­ση, ω­στό­σο, με τα προ­βλή­μα­τα που έ­φε­ρε η γε­νι­κό­τε­ρη οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ροι εκ­δό­τες πε­ριο­δι­κών δεί­χνουν α­να­πο­φά­σι­στοι και α­βέ­βαιοι. Πι­θα­νώς, για­τί εί­χαν συ­νη­θί­σει η έκ­δο­ση του πε­ριο­δι­κού να ‘‘τρέ­χει α­πό μό­νη της’’, στη­ρι­ζό­με­νοι στην κε­κτη­μέ­νη τα­χύ­τη­τα. Το κά­θε και­νού­ριο τεύ­χος δεν α­ντι­με­τω­πι­ζό­ταν, πα­ρά ί­σως κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, με με­ρά­κι σαν έ­να και­νο­φα­νές εγ­χεί­ρη­μα, αλ­λά έ­γερ­νε προς την τυ­πο­ποίη­ση. Το θε­μα­τι­κό φά­σμα της ύ­λης ή­ταν κα­τά κα­νό­να προσ­διο­ρι­σμέ­νο. Ο κύ­κλος των συ­νερ­γα­τών εί­χε προ πολ­λού ε­πι­λεχ­θεί, δε­δο­μέ­νης της με­γά­λης δε­ξα­με­νής προ­σφε­ρό­με­νων. Οι κα­τα­χω­ρού­με­νες δια­φη­μί­σεις πα­ρέ­με­ναν λί­γο-πο­λύ στα­θε­ρές. Η προ­βο­λή κά­θε τεύ­χους στις ε­φη­με­ρί­δες θεω­ρεί­το δε­δο­μέ­νη χά­ρις σε έ­να κύ­κλο δη­μο­σιο­γρά­φων, για τον ο­ποίο εί­χε εξ αρ­χής με­ρι­μνή­σει ο εκ­δό­της, καλ­λιερ­γώ­ντας προ­σω­πι­κές σχέ­σεις μα­ζί τους, θερ­μό­τη­τας ευ­θέως α­νά­λο­γης με την εμ­βέ­λεια του ε­ντύ­που, στο ο­ποίο ερ­γά­ζο­νταν. Ύστε­ρα, βο­η­θού­σαν οι ε­πι­φυλ­λί­δες και τα δη­μο­σιεύ­μα­τα ε­πώ­νυ­μων φί­λων του πε­ριο­δι­κού, που λει­τουρ­γού­σαν πλα­γίως, κά­τι σαν γκρί­ζα δια­φή­μι­ση. Τέ­λος, η διά­θε­ση του τεύ­χους, με συν­δρο­μές και πω­λή­σεις, ή­ταν προ­κα­θο­ρι­σμέ­νη. Υπο­θέ­του­με, χω­ρίς κα­μία σχε­τι­κή γνώ­ση, ό­τι η έκ­δο­ση κά­θε τεύ­χους, σε οι­κο­νο­μι­κό ε­πί­πε­δο, δεν θα ή­ταν α­πλώς ι­σο­σκε­λι­σμέ­νη, αλ­λά θα α­πέ­φε­ρε και κά­ποιο κέρ­δος, το ο­ποίο, στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία, φύ­ρα­νε. 
Τώ­ρα, λοι­πόν, α­παι­τεί­ται οι εκ­δό­τες πε­ριο­δι­κών να δρα­στη­ριο­ποιη­θούν και να λει­τουρ­γή­σουν, ως έ­να βαθ­μό, ι­δίαις δα­πά­ναις. Κυ­ρίως, χρειά­ζε­ται να ξα­να­βρούν λί­γο α­πό τον εν­θου­σια­σμό του ξε­κι­νή­μα­τος και να μην κα­τα­τρύ­χο­νται με το κα­τά πό­σο χρειά­ζο­νται τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά την ε­πο­χή της δια­δι­κτυα­κής ε­πι­κοι­νω­νίας. Εί­ναι, ό­λως διό­λου, στρε­βλή η ά­πο­ψη ό­τι προο­ρι­σμός και στό­χος ε­νός λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού εί­ναι να λύ­νει τα υ­παρ­ξια­κά  προ­βλή­μα­τα μιας πα­ρέ­ας. Στρε­βλή ό­σο και ε­πι­κίν­δυ­νη, κα­θώς κερ­δί­ζει έ­δα­φος α­νά­με­σα στους νεό­τε­ρους και συ­χνά ε­πι­στρα­τεύε­ται α­πό τους ί­διους τους εκ­δό­τες σαν δι­καιο­λο­γία για την α­προ­θυ­μία τους να ε­ντεί­νουν τις προ­σπά­θειές τους. Κα­τά τη γνώ­μη μας, α­πό αυ­τήν τη α­ντί­λη­ψη πε­ρί ε­νός λο­γο­τε­χνι­κού  πε­ριο­δι­κού α­πορ­ρέ­ουν πολ­λές α­δυ­να­μίες, που α­νέ­κυ­ψαν τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Από τη δη­μο­σίευ­ση ά­τε­χνων ποιη­τι­κών συν­θέ­σεων που α­πο­κα­λού­νται ποιή­μα­τα και σύ­ντο­μων ι­στο­ριών που  ε­κλαμ­βά­νο­νται ως διη­γή­μα­τα μέ­χρι την κά­λυ­ψη των σε­λί­δων κρι­τι­κής με ε­γκω­μια­στι­κές πα­ρου­σιά­σεις βι­βλίων φί­λων α­πό φί­λους. Αν και το πιο α­νε­πι­θύ­μη­το ε­πα­κό­λου­θο εί­ναι η ε­ντύ­πω­ση, που έ­χει καλ­λιερ­γη­θεί ό­τι το κύ­ριο έρ­γο των λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών εί­ναι τα α­φιε­ρώ­μα­τα, με α­πο­τέ­λε­σμα, ο­ρι­σμέ­να εξ αυ­τών να κα­τα­λή­γουν πε­ριο­δι­κές εκ­δό­σεις α­φιε­ρω­μα­τι­κών τευ­χών. 
Oλες αυ­τές οι γε­νι­κο­λο­γίες ξε­κι­νούν α­πό την έ­γνοια μην και μεί­νει το κλει­νόν ά­στυ χω­ρίς λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, δε­δο­μέ­νου ό­τι ή­δη τρία α­πό αυ­τά έ­χουν και­ρό να δώ­σουν το πα­ρόν. Εί­χε προ­η­γη­θεί η α­να­κοί­νω­ση του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω» ό­τι α­να­στέλ­λει την κυ­κλο­φο­ρία του μέ­χρι τον Δε­κέμ­βριο. Υπ’ ό­ψιν ό­τι το «Δια­βά­ζω» δεν εί­ναι α­πλώς έ­να λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, αλ­λά η μο­να­δι­κή “μη­νιαία ε­πι­θεώ­ρη­ση βι­βλίου”, που στή­θη­κε φι­λό­δο­ξα στο πρό­τυ­πο του «Magazine litteraire», Ια­νουά­ριο 1976. Φαί­νε­ται, ό­μως, πως, με­τά α­πό 35 χρό­νια, κα­τέ­λη­ξε α­σύμ­φο­ρο, ί­σως ζη­μιο­γό­νο, οι­κο­νο­μι­κά, με α­πο­τέ­λε­σμα να που­λη­θεί. Μπο­ρεί να συ­νέ­τει­ναν κι άλ­λοι λό­γοι, σχε­τι­κή πλη­ρο­φό­ρη­ση δεν θεω­ρή­θη­κε α­πα­ραί­τη­το να δο­θεί. Πά­ντως, Ιού­νιο 2011, προέ­κυ­ψε νέ­ος εκ­δό­της, ξέ­νος προς το χώ­ρο του βι­βλίου. Για να κά­νει, ω­στό­σο, μια ε­πέν­δυ­ση, ό­πως η α­γο­ρά του πλέ­ον μα­κρό­βιου με­τα­πο­λι­τευ­τι­κού λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού, υ­πέ­θε­τε κα­νείς ό­τι εί­χε συ­γκε­κρι­μέ­νες ι­δέες και προ­τά­σεις. Μό­νο έ­νας ε­πι­χει­ρη­μα­τίας, με σο­βα­ρές και πέ­ραν του κέρ­δους προ­θέ­σεις, ε­πεν­δύει αυ­τήν την ε­πο­χή σε έ­να τό­σο ε­πι­σφα­λές πο­λι­τι­στι­κό προϊόν. Οπό­τε η δια­κο­πή της κυ­κλο­φο­ρίας του πε­ριο­δι­κού για την εύ­ρε­ση μιας  “α­να­νεω­μέ­νης πρό­τα­σης”, ό­πως α­να­κοι­νώ­θη­κε, ό­ταν το α­να­γνω­στι­κό κοι­νό δεν εί­χε καν το χρό­νο να κα­τα­λά­βει την “πρό­τα­ση” εκ­κί­νη­σης, η ο­ποία πρό­λα­βε κιό­λας να πα­λιώ­σει τό­σο ώ­στε να χρειά­ζε­ται α­να­νέω­ση, δη­μιουρ­γεί α­νη­συ­χία μην και προ­κύ­ψουν πα­ρά φύ­σιν με­τα­μορ­φώ­σεις. Όταν, μά­λι­στα, ο νέ­ος ι­διο­κτή­της του πε­ριο­δι­κού το χα­ρα­κτη­ρί­ζει στην α­να­κοί­νω­σή του “εκ­παι­δευ­τι­κό-βι­βλιο­γρα­φι­κό σύμ­βου­λο”. Έτσι α­ντι­λαμ­βά­νε­ται μια “μη­νιαία ε­πι­θεώ­ρη­ση βι­βλίου”, με τις δρα­στη­ριό­τη­τες που εί­χε α­να­πτύ­ξει το «Δια­βά­ζω»;      
Συ­νε­χί­στη­κε η ε­ξα­φά­νι­ση του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού «Η Λέ­ξη», που εί­χε συμ­βεί αιφ­νι­δια­στι­κά και χω­ρίς κα­μία σχε­τι­κή α­να­κοί­νω­ση. Μέ­χρι σή­με­ρα, ου­δείς γνω­ρί­ζει αν πρό­κει­ται για δια­κο­πή της έκ­δο­σης ή μή­πως, και σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, για α­να­στο­λή. Κι αν συμ­βαί­νει το δεύ­τε­ρο, πό­σο χρό­νο προ­βλέ­πε­ται να κρα­τή­σει και α­πό ποιους πα­ρά­γο­ντες ε­ξαρ­τά­ται. Το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι δεν το χω­ρά­ει ο νους, έ­να πε­ριο­δι­κό με το κύ­ρος αλ­λά και την α­πή­χη­ση της «Λέ­ξης» να κλεί­νει λό­γω οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας. Πού εί­ναι ό­λοι ε­κεί­νοι οι ε­πι­φα­νείς συ­νερ­γά­τες, οι ο­ποίοι το στή­ρι­ξαν ε­πί μια τρια­κο­ντα­ε­τία;  Δεν α­νη­συ­χού­ν; Θυ­μί­ζου­με ό­τι το τε­λευ­ταίο τεύ­χος ή­ταν δι­πλό, με αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό 203-204 και κά­λυ­πτε το ε­ξά­μη­νο Ια­νουά­ριος-Ιού­νιος 2010. Ακό­μη δυο τεύ­χη χρειά­ζο­νταν για να κλεί­σει το 2010 και να συ­μπλη­ρω­θεί αι­σίως η τρια­κο­ντα­ε­τία. Η πε­ρί­πτω­ση της «Λέ­ξης» μας φέρ­νει στο νου ε­κεί­νους τους θα­νά­τους, αν πρό­κει­ται βε­βαίως για ο­ρι­στι­κό τέ­λος, που, στο κη­δειό­ση­μο, α­ντί η­λι­κίας α­να­γρά­φε­ται “πλή­ρης η­με­ρώ­ν”. Πά­ντως, το ε­κτε­νές α­φιέ­ρω­μα στην κυ­πρια­κή λο­γο­τε­χνία του τε­λευ­ταίου τεύ­χους δεν πα­ρου­σία­ζε κα­νέ­να ί­χνος κό­πω­σης.
Eνα τρί­το λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, που φαί­νε­ται ‘‘να την κά­νει’’, κι αυ­τό α­θό­ρυ­βα, εί­ναι το πε­ριο­δι­κό του Γρη­γο­ρίου Ξε­νό­που­λου. Η μα­κρό­βια «Νέα Εστία», που βρί­σκε­ται στο μέ­σο της έ­να­της δε­κα­ε­τίας έκ­δο­σής της. Εδώ, η α­πο­ρία εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη, για­τί ο εκ­δό­της δεν εί­ναι έ­νας νεό­κο­πος στο χώ­ρο του βι­βλίου ε­πι­χει­ρη­μα­τίας, ού­τε έ­νας ποιη­τής, αλ­λά έ­νας μα­κρό­βιος εκ­δο­τι­κός οί­κος. Και δη, ι­στο­ρι­κός, ό­πως άλ­λω­στε και το πε­ριο­δι­κό, αυ­τός της Εστίας. Όμως, ας μην υ­περ­βάλ­λου­με. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, δεν γί­νε­ται λό­γος για δια­κο­πή ού­τε για α­να­στο­λή κυ­κλο­φο­ρίας. Σύμ­φω­να με ό­σα έ­χουν α­να­κοι­νω­θεί, α­πο­φα­σί­στη­καν δυο μεί­ζο­νες αλ­λα­γές. Αλλα­γή διευ­θυ­ντή και αλ­λα­γή συ­χνό­τη­τας κυ­κλο­φο­ρίας. Εκεί­νο που γεν­νά α­πο­ρία εί­ναι για­τί οι συ­γκε­κρι­μέ­νες αλ­λα­γές  α­πο­φα­σί­στη­καν σε μια - κα­τά την ε­ντύ­πω­σή μας - αν­θη­ρή για το πε­ριο­δι­κό πε­ρίο­δο. Η προ­η­γού­με­νη αλ­λα­γή διευ­θυ­ντή εί­χε γί­νει το 1998, ό­ταν η «Νέα Εστία» βρι­σκό­ταν σε φθί­νου­σα πο­ρεία. Εκεί­νη η αλ­λα­γή α­πο­δείχ­θη­κε ά­κρως ε­πι­τυ­χής. Το πε­ριο­δι­κό δεν ξα­να­κέρ­δι­σε μό­νο στα­θε­ρή θέ­ση και ε­κτί­μη­ση, που λί­γο πο­λύ και υ­πό άλ­λες συν­θή­κες α­πο­λάμ­βα­νε κα­τά τον μα­κρύ μι­σό αιώ­να του Πέ­τρου Χά­ρη, αλ­λά κα­τέ­λα­βε θέ­ση στην ε­μπρο­σθο­φυ­λα­κή του λο­γο­τε­χνι­κού Τύ­που. Με­τα­μόρ­φω­σε έ­να πα­ρα­δο­σια­κό, σχε­δόν πα­ρακ­μια­κό, πε­ριο­δι­κό σε φο­ρέα σύγ­χρο­νων ή, σω­στό­τε­ρα,  με­τα­νεω­τε­ρι­κών α­ντι­λή­ψεων.
Δε­κα­τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και ε­νώ δεν υ­πήρ­χαν ση­μεία κάμ­ψης, α­ντι­θέ­τως, ό­λο και με­γά­λω­νε η αί­γλη του πε­ριο­δι­κού, α­να­κοι­νώ­θη­κε η α­ντι­κα­τά­στα­ση του διευ­θυ­ντή. Η πρώ­τη σκέ­ψη μας ή­ταν μή­πως και οι κλη­ρο­νό­μοι του Ξε­νό­που­λου θέ­λη­σαν να ε­ναρ­μο­νι­στούν με το δι­κό του πνεύ­μα. Να μειώ­σουν, δη­λα­δή, τα ρη­ξι­κέ­λευ­θα α­νοίγ­μα­τα και να βά­λουν στο πη­δά­λιο κά­ποιο λο­γο­τέ­χνη. Με άλ­λα λό­για, να α­να­στή­σουν τη λο­γο­τε­χνι­κή «Νέα Εστία» της πρώ­της πε­ριό­δου. Τε­λι­κά, ε­πρό­κει­το για α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Διευ­θυ­ντής του πε­ριο­δι­κού α­να­κοι­νώ­θη­κε ό­τι α­να­λαμ­βά­νει έ­νας ι­στο­ρι­κός. Εδώ, δεν έ­χει ση­μα­σία η στάθ­μη και το κύ­ρος του ε­πι­στή­μο­να, ε­κεί­νο που βα­ραί­νει εί­ναι ο τρό­πος σκέ­ψης ε­νός ι­στο­ρι­κού έ­να­ντι ε­νός λο­γο­τέ­χνη. Με ποια καλ­λιερ­γη­μέ­νη ευαι­σθη­σία και γνώ­ση θα ε­πι­λέ­ξει το κα­λό ποίη­μα, το άρ­τιο διή­γη­μα, την με­στή κρι­τι­κή πα­ρου­σία­ση, το εν­δει­κνυό­με­νο α­φιέ­ρω­μα; Δεν εί­μα­στε προ­φή­τες κα­κών, έ­χου­με, ω­στό­σο, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι θα λει­τουρ­γή­σει ό­πως οι υ­πουρ­γοί μας. Δη­λα­δή, αυ­το­σχε­διά­ζο­ντας εκ της ό­ποιας λο­γο­τε­χνι­κής πε­ριου­σίας και βέ­βαια, στη­ρι­ζό­με­νος σε συμ­βού­λους της ε­πι­λο­γής του.  
Ίσως, ό­μως, η αλ­λα­γή να μην έ­χει και τό­ση βα­ρύ­τη­τα, α­φού, ταυ­τό­χρο­να, α­πο­φα­σί­στη­κε η υ­πο­βάθ­μι­ση του πε­ριο­δι­κού. Για­τί, βε­βαίως, η αλ­λα­γή της συ­χνό­τη­τας έκ­δο­σης, α­πό μη­νιαίο σε τρι­μη­νιαίο, υ­πο­βάθ­μι­ση ση­μαί­νει ως προς το ρό­λο, που θέ­λει να έ­χει στο χώ­ρο του βι­βλίου. Οι λό­γοι δεν α­να­κοι­νώ­θη­καν. Αν, πά­ντως, εί­ναι οι συ­νή­θεις για έ­ναν εκ­δο­τι­κό οί­κο λό­γοι οι­κο­νο­μίας, δεί­χνει α­στό­χα­στο. Δεν ξε­κι­νάς την ε­ξοι­κο­νό­μη­ση πό­ρων α­πό την α­τμο­μη­χα­νή της ε­πι­χεί­ρη­σης. Εκτός κι αν οι κλη­ρο­νό­μοι του Γεωρ­γίου Κασ­δό­νη, ι­δρυ­τή του εκ­δο­τι­κού οί­κου της Εστίας, αλ­λά και του Ξε­νό­που­λου, δεν έ­χουν συ­νει­δη­το­ποιή­σει το κε­φά­λαιο που α­ντι­προ­σω­πεύει το πε­ριο­δι­κό. Πά­ντως, προ δυο ε­τών, Οκτώ­βριο 2010, σε κοι­νή συ­νέ­ντευ­ξη των δυο κυ­ριών του εκ­δο­τι­κού οί­κου, πρε­σβύ­τε­ρης και νεό­τε­ρης, το­νί­ζε­ται ό­τι η φι­λο­σο­φία του εκ­δο­τι­κού οί­κου εί­ναι σε­βα­σμός στην πα­ρά­δο­ση και ό­τι το πε­ριο­δι­κό τους συ­νι­στά θε­σμό. Ένας θε­σμός, που έ­φθα­σε το 1855ο τεύ­χος. Εν προ­κει­μέ­νω δεν τί­θε­ται θέ­μα α­να­στο­λής της έκ­δο­σης του πε­ριο­δι­κού, ό­πως στις δύο προ­η­γού­με­νες πε­ρι­πτώ­σεις, μό­νο που έ­να πε­ριο­δι­κό-θε­σμός δεν μπο­ρεί να έ­χει την οια­δή­πο­τε συ­νέ­χεια. 

Τα στε­νό­χω­ρα αυ­τά σχό­λια, ας μην βια­στεί κα­νείς να τα ταυ­τί­σει με Σα­μα­ρά­δες, Βε­νι­ζέ­λους και Κου­βέ­λη­δες, που γυ­ρεύουν α­δια­κρί­τως οι­κο­νο­μι­κές θυ­σίες, για­τί ε­δώ υ­πάρ­χει μια λε­πτή, αλ­λά ου­σιώ­δης, δια­φο­ρά. Εάν δε­χτού­με ό­τι η δια­κο­πή της έκ­δο­σης κά­ποιου λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού συ­ναρ­τά­ται ευ­θέως με την τρέ­χου­σα οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, τό­τε ό­λες οι ε­πι­ση­μάν­σεις ι­σχύουν στο α­κέ­ραιο. Έχουν, ό­μως, κα­τα­λή­ξει τό­σο α­πο­πνι­κτι­κά τα πράγ­μα­τα ώ­στε να ο­ρί­ζουν τη μοί­ρα των λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κώ­ν;  Μπο­ρεί, ναι, μπο­ρεί και ό­χι.   Εάν, πά­ντως, δε­χτού­με μια κά­πως ι­δε­α­λι­στι­κή ά­πο­ψη, τό­τε τα σχό­λια α­πο­κτούν δια­φο­ρε­τι­κή διά­στα­ση, η ο­ποία υ­περ­βαί­νει τον α­σφυ­κτι­κό κλοιό της ση­με­ρι­νής οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης.  Σύμ­φω­να, λοι­πόν, με αυ­τήν την ι­δε­α­λι­στι­κή ά­πο­ψη, πο­τέ μέ­χρι σή­με­ρα – ού­τε σε ζό­ρι­κες οι­κο­νο­μι­κά ε­πο­χές – δεν εί­χαν τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά α­μι­γώς ε­μπο­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα κι αυ­τό ε­πει­δή συ­νι­στούν α­πα­ραί­τη­τη πτυ­χή του γε­νι­κό­τε­ρου πνευ­μα­τι­κού μας βίου. Από τις δύο α­πό­ψεις – αυ­τήν την α­μι­γώς ε­μπο­ρι­κή και αυ­τήν με τα ι­δε­α­λι­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά – δια­λέ­γει κα­νείς και κρί­νει. Ό,τι, πά­ντως, εκ των δύο και να δια­λέ­ξου­με, δεν πρέ­πει να ξε­χνά­με πως κά­πο­τε εκ­δί­δο­νταν πε­ριο­δι­κά, μά­λι­στα ση­μα­ντι­κά, με οι­κο­νο­μι­κές θυ­σίες ή με ρε­φε­νέ μιας μι­κρής πα­ρέ­ας. Τό­τε, ού­τε δια­φη­μί­σεις υ­πήρ­χαν, ού­τε  πε­ριώ­νυ­μοι χο­ρη­γοί, ού­τε προ­θά­λα­μοι δη­μό­σιων ορ­γα­νι­σμών προς οι­κο­νο­μι­κή ε­νί­σχυ­ση. Μή­πως, δη­λα­δή, λό­γω της γε­νι­κό­τε­ρης δυσ­πρα­γίας, α­ντί ε­μπρός, θα πρέ­πει να πά­με με­ρι­κές δε­κα­ε­τίες προς τα πί­σω, ξα­να­φέρ­νο­ντας στην ε­πι­φά­νεια ε­ντε­λώς ξε­χα­σμέ­νους τρό­πους. Με τις  δυ­σμε­νείς σή­με­ρα συν­θή­κες, τί­πο­τα δεν α­πο­κλείε­ται. Εκτός κι αν, λό­γω οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, φτά­σου­με στο ση­μείο να θεω­ρού­με γε­νι­κώς τον πο­λι­τι­σμό δια­κο­σμη­τι­κό ή, α­κό­μη, και πε­ριτ­τό στοι­χείο. Έχου­με, άλ­λω­στε, κά­νει το πρώ­το βή­μα, κα­ταρ­γώ­ντας το ο­μώ­νυ­μο Υπουρ­γείο.

 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/10/2012.

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Ειρωνική θεώρηση του παρόντος



Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος
«Η ε­πι­δη­μία
οι θε­οί α­νά­με­σά μας»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Οκτώ­βριος 2011

Γκράφιτι (στένσιλ) σύνθημα
στο πλατύσκαλο της άνω εισόδου
στον Άγιο Δημήτριο Ψυχικού.







Με­γά­λη α­νη­συ­χία μας κα­τέ­λα­βε, ό­ταν δεν α­να­κα­λύ­ψα­με μυ­θι­στό­ρη­μα του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου στον κα­τά­λο­γο “των 100 νέων τίτ­λων του φθι­νο­πώ­ρου”, που δη­μο­σίευ­σε αρ­χές Σε­πτεμ­βρίου το βι­βλια­κό έν­θε­το του «Βή­μα­τος». Βε­βαίως, ο δη­μο­σιο­γρά­φος, στον πρό­λο­γό του, προϊδέ­α­ζε για την α­που­σία “των με­γά­λων ο­νο­μά­των της σύγ­χρο­νης ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας”. Εμείς, ω­στό­σο, ο­ρι­σμέ­νους α­πό ε­κεί­νους που α­να­φέ­ρει θα τους κα­τα­τάσ­σα­με α­νεν­δοία­στα στα με­γά­λα ο­νό­μα­τα. Ό,τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει αυ­τή η η­χη­ρή φρά­ση. Από την άλ­λη, το γε­γο­νός ό­τι πε­ριο­ρί­ζει την ε­πι­λο­γή του σε εί­κο­σι ό­λους κι ό­λους τίτ­λους πε­ζο­γρα­φι­κών βι­βλίων Ελλή­νων συγ­γρα­φέων, δί­νο­ντας κύ­ρια έμ­φα­ση στους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους, το α­στυ­νο­μι­κό και το ξέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, α­φή­νει μια ελ­πί­δα στα πα­ρα­λει­πό­με­να να βρί­σκε­ται και το και­νού­ριο του Θε­ο­δω­ρό­που­λου. Χλω­μό, θα μας α­ντέ­τει­ναν ό­σοι πα­ρα­κο­λου­θούν το χώ­ρο του βι­βλίου αλ­λά και τον ευ­ρύ­τε­ρο πο­λι­τι­στι­κό. Ο αρ­κάς συγ­γρα­φέ­ας, με ό­ποιο μέ­τρο και να με­τρη­θεί, α­γο­ραίο ή λο­γο­τε­χνι­κό, στα με­γά­λα ο­νό­μα­τα κα­τα­χω­ρεί­ται. 

Σε κρί­σι­μο σταυ­ρο­δρό­μι

Όπως και να έ­χει, θυ­μί­ζου­με ό­τι και το τε­λευ­ταίο του μυ­θι­στό­ρη­μα κυ­κλο­φό­ρη­σε πά­νω που οι φα­να­τι­κοί α­να­γνώ­στες του εί­χαν αρ­χί­σει να α­δη­μο­νούν. Οκτώ­βριο 2011. Εκεί­νο τον Μάρ­τιο εί­χε συ­μπλη­ρω­θεί ή­δη χρό­νος α­πό την έκ­δο­ση του προ­η­γού­με­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Το ξυ­πό­λυ­το σύν­νε­φο», και εί­ναι γνω­στή τοις πά­σι η τα­κτι­κό­τη­τα στην έκ­δο­ση των βι­βλίων του, την ο­ποία τη­ρεί α­πα­ρε­γκλί­τως τα τε­λευ­ταία χρό­νια, α­φό­του η ε­να­σχό­λη­σή του με τη συγ­γρα­φή α­πέ­κτη­σε ε­παγ­γελ­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Με­τά, μά­λι­στα, α­πό “την ι­στο­ρία μιας κω­μω­δίας”, ό­πως ή­ταν ο υ­πό­τιτ­λος στο «Ξυ­πό­λυ­το σύν­νε­φο», που συ­νι­στού­σε μο­να­δι­κό δείγ­μα αρ­χαιό­θε­μης σά­τι­ρας στα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά χρο­νι­κά της πε­ζο­γρα­φίας μας, η α­νυ­πο­μο­νη­σία τους ή­ταν α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη. Πι­θα­νώς και για­τί α­ντι­λαμ­βά­νο­νταν ό­τι ο α­γα­πη­μέ­νος τους συγ­γρα­φέ­ας βρι­σκό­ταν σε κρί­σι­μο σταυ­ρο­δρό­μι. Έπρε­πε να ε­πι­λέ­ξει με­τα­ξύ δο­κι­μια­κού-στο­χα­στι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, για το ο­ποίο οι κρι­τι­κοί τον εί­χαν τό­σο ε­παι­νέ­σει, και σά­τι­ρας, εί­δος στο ο­ποίο δεν εί­χε ει­σέ­τι κα­το­χυ­ρώ­σει το κύ­ρος του.
Απο­λάμ­βα­ναν, βε­βαίως, σε κα­θη­με­ρι­νή πλέ­ον βά­ση το σαρ­κα­στι­κό του ύ­φος, χά­ρις στην α­να­βάθ­μι­ση των ε­πι­φυλ­λί­δων του στη θέ­ση που τους α­να­λο­γεί δί­πλα στην πο­λι­τι­κή σχο­λιο­γρα­φία. Ωστό­σο, εί­χαν αρ­χί­σει να φο­βού­νται, μην και εί­χε δί­κιο ο Δαί­μων του Σω­κρά­τη, ε­κεί­νος ο μο­να­δι­κός α­φη­γη­τής του προ­η­γού­με­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, που δια­τει­νό­ταν ό­τι ο σαρ­κα­σμός εί­ναι έ­να πρά­μα σαν “τη φα­γού­ρα που θες να την ξύ­σεις για να γλι­τώ­σεις α­π’ το βά­σα­νο”. Γρά­ψε-γρά­ψε, κά­θε μέ­ρα, σκέ­φτο­νταν, μπο­ρεί και να του πε­ρά­σει η φα­γού­ρα για τα κα­κώς κεί­με­να στο πα­νελ­λή­νιο. Άδι­κοι φό­βοι. Μό­λις έ­να ε­ξά­μη­νο άρ­γη­σε τό­τε ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος στο ε­τή­σιο εκ­δο­τι­κό του ρα­ντε­βού. Κα­θυ­στέ­ρη­ση, που μπο­ρεί και να ο­φει­λό­ταν στην αλ­λα­γή εκ­δό­τη, την ο­ποία συ­νη­θί­ζει α­νά δε­κα­ε­τία. 
Λό­γω α­νω­τέ­ρας βίας, το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μά του δεν το σχο­λιά­σα­με στην ώ­ρα του. Αφού, λοι­πόν, προ­σώ­ρας νέο δεν εμ­φα­νί­στη­κε, ε­πω­φε­λού­μα­στε να κα­λύ­ψου­με την πα­ρά­λει­ψη. Ύστε­ρα, έ­να φρε­σκά­ρι­σμα της μνή­μης δεί­χνει α­να­γκαίο, κα­θώς, ό­λως πα­ρα­δό­ξως, το βι­βλίο α­που­σιά­ζει α­πό τις βρα­χείες λί­στες των ποι­κι­λώ­νυ­μων βρα­βεύ­σεων για το 2011. Πρό­κει­ται για το ό­γδοο μυ­θι­στό­ρη­μα του Θε­ο­δω­ρό­που­λου, με­τρώ­ντας ό­σα ο ί­διος χα­ρα­κτη­ρί­ζει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Κα­τά τα άλ­λα, εί­ναι το δω­δέ­κα­το βι­βλίο του στην κα­τη­γο­ρία της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, έ­ντε­κα εί­ναι τα α­να­γνω­ρι­σμέ­να, που κα­τα­γρά­φο­νται στον κα­τά­λο­γο των βι­βλίων του συγ­γρα­φέα στην α­ρι­στε­ρή σε­λί­δα α­πέ­να­ντι ε­κεί­νης του τίτ­λου. Εμείς, ό­μως, ε­πι­μέ­νου­με να με­τρού­με και το πρώ­το πε­ζο­γρά­φη­μά του, «Ο βίος στην πο­λι­τεία του Θο­δω­ρή Κο­τρω­νη­θο­δω­ρή­κω­λου», που κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό τον εκ­δο­τι­κό οί­κο Ολκός, το 1976, και το ο­ποίο ο συγ­γρα­φέ­ας έ­χει σιω­πη­ρά δια­γρά­ψει. Πά­ντως, με ε­κεί­νο συ­νυ­πο­λο­γι­ζό­με­νο, ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος συ­μπλη­ρώ­νει τριά­ντα πέ­ντε έ­τη συγ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας. Όσα και τα α­παι­τού­με­να συ­ντά­ξι­μα για έ­ναν ε­παγ­γελ­μα­τία. Ευ­τυ­χώς, ό­μως, πα­ρό­μοιες νόρ­μες δεν ι­σχύουν για έ­ναν λο­γο­τέ­χνη.

Μυ­στα­κο­φό­ρα θή­λεα

Κα­τά τη γνώ­μη μας, ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος κα­λά θα κά­νει να α­να­σκου­μπω­θεί και να στρω­θεί στη συγ­γρα­φή. Αναμ­φι­βό­λως, η ε­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φία σε με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας ε­φη­με­ρί­δα προ­σφέ­ρει υ­ψη­λή α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα. Και ως γνω­στόν, την σή­με­ρον, η α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα, α­πό ό­που κι αν προέρ­χε­ται, α­νοί­γει πόρ­τες. Ωστό­σο, εν γέ­νει η ε­φη­με­ρι­δο­γρα­φία εί­ναι εί­δος ό­χι μό­νο ε­φή­με­ρο αλ­λά και ο­λι­σθη­ρό. Πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­νο το “μυ­στα­κο­φό­ρος θε­ού­σα”, που πα­ρει­σέ­φρη­σε σε πρό­σφα­το δη­μο­σίευ­μά του. Οφεί­λε­ται, βε­βαίως, στην εν θερ­μώ γρα­φή. Εμφα­νή και στο α­να­κά­τω­μα των ο­νο­μά­των δυο ε­πι­φα­νών του ΠΑ­ΣΟ­Κ, που έ­χουν την α­τυ­χία να φέ­ρουν το ί­διο ε­πί­θε­το. Το κοι­νό­τα­το στη γε­νέ­τει­ρά τους, τη λε­βε­ντο­γέν­να Κρή­τη, Ανδρου­λά­κης. Ωστό­σο, φρίτ­του­με στην προο­πτι­κή, αν δεν τον ι­κα­νο­ποιή­σει η πα­ρου­σία­ση του βι­βλίου του, σε μια εν θερ­μώ γραμ­μέ­νη δια­μαρ­τυ­ρία, να μας α­πο­κα­λέ­σει μυ­στα­κο­φό­ρο κρι­τι­κό. Δυ­στυ­χώς, θε­ού­σες και κρι­τι­κοί, ε­κτός α­σφα­λι­στι­κών τα­μείων, δεν μπο­ρούν να α­ντι­με­τω­πί­σουν “α­πο­τρί­χω­ση ά­νω χεί­λους με λέϊζε­ρ”. Πά­ντως, ο μύ­στα­ξ, έ­τσι κι αλ­λιώς φύ­σει α­ραιός στα θή­λεα, μάλ­λον δεν συ­νι­στά μέ­τρο πα­ρα­βα­τι­κό­τη­τας, ού­τε ι­κα­νο­τή­των. Όπως και να έ­χει, α­πό τον κα­λό μας συγ­γρα­φέα α­να­μέ­νε­ται νέο μυ­θι­στό­ρη­μα, τώ­ρα που βρί­σκε­ται στην η­λι­κία της συγ­γρα­φι­κής ω­ρι­μό­τη­τας και φαί­νε­ται να έ­χει ε­πι­λέ­ξει ο­ρι­στι­κά ως προο­πτι­κή της συγ­γρα­φι­κής του ύ­παρ­ξης, κα­θώς οι και­ροί ε­πι­τάσ­σουν, την ει­ρω­νι­κή θεώ­ρη­ση των πραγ­μά­των. 
Κα­τά τα άλ­λα, κρί­νο­ντας και α­πό το τε­λευ­ταίο του βι­βλίο, δεν ε­γκα­τα­λεί­πει τις εμ­μο­νές του. Συ­νε­χί­ζει α­πτό­η­τος το δού­ναι και λα­βείν με τους θε­ούς των Ελλή­νων –προς θε­ού, ό­χι των ση­με­ρι­νώ­ν– που στά­θη­καν, ευ­θύς εξ αρ­χής, ο κι­νη­τή­ριος μο­χλός του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού του κό­σμου. Βι­βλίο πα­ρά βι­βλίο και α­πό έ­νας κα­θα­ρό­αι­μος ή μι­γάς θεός σέρ­νει το χο­ρό: Περ­σε­φό­νη, Πά­νας, Νάρ­κισ­σος, Διό­νυ­σος, Αφρο­δί­τη και στο προ­η­γού­με­νο, ο­λό­κλη­ρο το Δω­δε­κά­θεο, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της τά­ξης των Δαι­μό­νων. Για το τε­λευ­ταίο του μυ­θι­στό­ρη­μα, ε­πέ­λε­ξε τον πρω­το­φα­νέ­ρω­το “θεό της με­τριό­τη­τας”, τον ο­ποίο το­πο­θε­τεί “κά­που τρια­κο­στό έ­κτο στην κα­τά­τα­ξη του Δω­δε­κά­θε­ου” και τον συ­στή­νει, σε συμ­φω­νία με το ό­νο­μά του, ως χρυ­σή με­τριό­τη­τα, δη­λα­δή πα­ντε­λώς α­νά­ξιο. 
Εδώ, έ­νας α­να­γνώ­στης, που α­γνο­εί πό­σο δει­νός γνώ­στης του ελ­λη­νι­κού κό­σμου εί­ναι ο συγ­γρα­φέ­ας, μπο­ρεί να του α­πο­δώ­σει γλωσ­σι­κό ο­λί­σθη­μα. Εί­ναι γνω­στό ό­τι οι Ολύ­μπιοι τι­μού­σαν το μέ­τρο και ό­ρι­ζαν την με­τριό­τη­τα ως την ι­διό­τη­τα του με­τρίου, δη­λα­δή του εμ­μέ­νο­ντος ως προς τις ε­πι­λο­γές και τις πρά­ξεις του στο μέ­τρο. Οπό­τε έ­νας θεός της με­τριό­τη­τας θα α­να­με­νό­ταν να κα­τα­τα­γεί με­τα­ξύ των πρώ­των. Δεν ο­λι­σθαί­νουν, ω­στό­σο, μό­νο οι άν­θρω­ποι αλ­λά και οι ση­μα­σίες των λέ­ξεων. Έτσι και η ση­μα­σία της λέ­ξης με­τριό­τη­τα, με­τα­κύ­λη­σε α­πό το εύ­ση­μο στο κα­κό­ση­μο. Πρό­κει­ται, λοι­πόν, για έ­ναν α­πό τους πολ­λούς εκ­φρα­στι­κούς α­να­χρο­νι­σμούς, στους ο­ποίους α­να­γκά­ζε­ται να κα­τα­φύ­γει ο α­φη­γη­τής ως δια­με­σο­λα­βη­τής με­τα­ξύ Ολύ­μπιων και συγ­χρό­νων του και για τους ο­ποίους ζη­τά­ει κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη συγ­γνώ­μη α­πό τον α­να­γνώ­στη, ό­πως συ­νή­θι­ζαν οι α­φη­γη­τές στις πα­λαιές κα­λές μυ­θι­στο­ρίες.
   
Τα με­γά­λα λό­για

Ήταν, ε­πο­μέ­νως, οι α­νά­γκες της μυ­θο­πλα­σίας, που α­παι­τού­σαν έ­ναν θεό, ο ο­ποίος να κα­τε­βά­ζει ι­δέες και να λέει με­γά­λα λό­για, αλ­λά να α­δυ­να­τεί να πε­ρά­σει στα έρ­γα. Ας μην λη­σμο­νού­με, ό­τι συ­νι­στά πά­για τα­κτι­κή του συγ­γρα­φέα να πλά­θει τους θε­ούς κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­σιν των αν­θρώ­πων. Και δη, πα­λαιό­τε­ρων και συγ­χρό­νων, α­φού, του­λά­χι­στον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, αυ­τή η α­θά­να­τη ρά­τσα ε­λά­χι­στα μό­νο έ­χει αλ­λά­ξει. Αυ­τός, λοι­πόν, ο κα­τα­χρη­στι­κά α­πο­κα­λού­με­νος “θεός της με­τριό­τη­τας”, ο­ρα­μα­τί­στη­κε να ε­πι­τε­λέ­σει δυο έρ­γα. Το έ­να στον κα­τα­σκευα­στι­κό το­μέα και το δεύ­τε­ρο σε ε­κεί­νον της ποίη­σης. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν ε­πι­λέ­γει τυ­χαία τους συ­γκε­κρι­μέ­νους δυο στό­χους α­πό τους ουκ ο­λί­γους προ­σφε­ρό­με­νους για τους ει­ρω­νι­κούς του μύ­δρους. 
Στην ε­πι­λο­γή του πρώ­του δια­φαί­νο­νται α­νο­μο­λό­γη­τοι λό­γοι ε­ντο­πιό­τη­τας, δε­δο­μέ­νου ό­τι προ­κρί­νει, ως το ι­δα­νι­κό πα­ρά­δειγ­μα για τον τρό­πο ε­κτέ­λε­σης των ε­πι­δο­τού­με­νων με κοι­νο­τι­κά κον­δύ­λια έρ­γων, την ε­θνι­κή ο­δό Κο­ρίν­θου-Σπάρ­της. Κω­λυ­σιερ­γίες, α­θε­τή­σεις και λοι­πές α­τα­σθα­λίες κα­τά την κα­τα­σκευή τής εν λό­γω, ε­σα­εί η­μι­τε­λούς, ε­θνι­κής ο­δού α­να­με­νό­με­νο εί­ναι να συ­νι­στούν κό­λα­φο για την υ­πε­ρη­φά­νεια κά­θε Πε­λο­πον­νή­σιου, πό­σο μάλ­λον ε­νός Αρκά­δα. Όσο για τον δεύ­τε­ρο στό­χο της ποίη­σης, αυ­τός α­πο­τε­λεί α­νέ­κα­θεν πρω­ταρ­χι­κή πη­γή της έ­μπνευ­σής του. Στην ε­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φία του τον α­πα­σχο­λούν οι πο­λι­τι­κοί άν­δρες και οι οι­κο­νο­μι­κοί πα­ρά­γο­ντες, ως μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο, ό­μως, α­κό­μη κι ό­ταν τους ε­μπλέ­κει στην υ­πό­θε­ση, ό­πως στο τε­λευ­ταίο βι­βλίο του, μπο­ρεί να πλά­θει έ­ναν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό τύ­πο, αλ­λά δεν δί­νει και τον κα­λύ­τε­ρο ε­αυ­τό του. Ού­τε σύ­γκρι­ση με την ει­ρω­νι­κή υ­πο­νό­μευ­ση των ποιη­τών και των τρό­πων, που ε­κεί­νοι μη­χα­νεύο­νται για να βρί­σκο­νται στο προ­σκή­νιο. Εκμε­ταλ­λευό­με­νοι, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, το μύ­θο του κα­τα­ρα­μέ­νου ποιη­τή. Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι, πλην των ποιη­τών, τον δη­μιουρ­γι­κό του οί­στρο τον διε­γεί­ρουν οι η­θο­ποιοί και εν γέ­νει, ο χώ­ρος του θεά­τρου. Εδώ, στην πα­λαιό­θεν προ­σφι­λή του Επί­δαυ­ρο, έρ­χο­νται να προ­στε­θούν οι πο­λυά­ριθ­μες ο­μα­δού­λες, που, σε και­ρούς κρί­σης, ό­πως οι ση­με­ρι­νοί, στή­νουν τη σκη­νή τους ό­που λά­χει.
Όπως εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, ά­ξιος του ο­νό­μα­τός του ο “θεός της με­τριό­τη­τας”, δεν πραγ­μα­το­ποίη­σε κα­νέ­να α­πό τα δυο έρ­γα. Ωστό­σο, το δεύ­τε­ρο, δη­λα­δή η σύν­θε­ση του έ­πους των Ολύ­μπιων θεών, ε­κεί­νους, α­κό­μη και ως προο­πτι­κή, πο­λύ τους θο­ρύ­βη­σε. Πι­θα­νώς, για­τί, γνω­ρί­ζο­ντας τα αί­σχη και τις γε­λοιό­τη­τες του κα­θη­με­ρι­νού τους βίου, δεν α­πέ­κλειαν να ε­μπνεύ­σουν α­κό­μη και έ­ναν α­τά­λα­ντο. Κα­λή ώ­ρα, ό­πως οι σύγ­χρο­νοί μας, οι ο­ποίοι, με­τα­γρά­φο­ντας ό­ψεις της τρέ­χου­σας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, συν­θέ­τουν ρο­μά­ντσα, που έρ­χο­νται πρώ­τα σε πω­λή­σεις. Ακο­λου­θούν κα­τά πό­δας οι δη­μο­σιο­γρά­φοι και τα κα­τα­χω­ρούν στα βι­βλια­κά έν­θε­τα των ε­φη­με­ρί­δων, ως πρώ­τα στη στή­λη της “ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας”. Έτσι κι αλ­λιώς, η σχε­τι­κή  στή­λη σπα­νίως φι­λο­ξε­νεί λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία, κα­θώς αυ­τά έρ­χο­νται τε­λευ­ταία στις προ­τι­μή­σεις. Παίρ­νουν έ­τσι τα μυα­λά τους αέ­ρα και ζη­τούν μέ­χρι να α­λώ­σουν τον Όλυ­μπο των συγ­γρα­φέων. Σε α­ντί­θε­ση, πά­ντως, με το ση­με­ρι­νό διευ­θυ­ντή­ριο των συγ­γρα­φέων, που φαί­νε­ται εν­δο­τι­κό στο ά­νοιγ­μα των πυ­λών του, οι Ολύ­μπιοι του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος έ­σπευ­σαν να ε­ξο­ρί­σουν τον “θεό της με­τριό­τη­τας”. 

Οι βλα­βε­ρές συ­νέ­πειες
της ε­ρω­τι­κής έ­ξα­ψης

Ήρθε, ό­μως, το πλή­ρω­μα του χρό­νου και μια ω­ραία πρωία, ε­κεί­νος προσ­γειώ­θη­κε στο δια­με­ρι­σμα­τά­κι, ό­χι του συγ­γρα­φέα στα πε­ρι­λύ­σια πε­δία, ό­πως συ­νέ­βη με τον Δαί­μο­να του Σω­κρά­τη στο προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά σε ε­κεί­νο της κα­λής του στο Πε­δίο του Άρεως. Για­τί, ό­σο πα­ρά­ξε­νο και να φαί­νε­ται, καί­τοι θεός και δη ε­ξό­ρι­στος, υ­πήρ­χε μια γυ­ναί­κα στη ζωή του. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος με­ρι­μνά πά­ντο­τε για την ε­ρω­τι­κή πλευ­ρά των μυ­θι­στο­ρη­μά­των του. Κα­τά τα άλ­λα, πα­ρό­τι τρι­το­κλα­σά­τος θεός ο νέ­ος του ή­ρωας, ό­πως συ­χνά συμ­βαί­νει και με τους θνη­τούς, ε­ρω­τεύε­ται πρω­το­κλα­σά­τες θέ­αι­νες. Την Αφρο­δί­τη στον Όλυ­μπο και ε­πί γης, την Άρτε­μη, η ο­ποία, ω­στό­σο, κα­λύ­πτε­ται πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Κύν­θια. Ακό­μη κι αν δεν ή­ταν γνω­στό τοις πά­σι το εν λό­γω πα­ρω­νύ­μιο της Άρτε­μης, την ταυ­τό­τη­τά της την προ­δί­δουν οι γλα­φυ­ρές πε­ρι­γρα­φές του α­φη­γη­τή για το α­γο­ρί­στι­κο πα­ρου­σια­στι­κό της.  
Το θέ­μα, ό­μως, δεν εί­ναι ο έ­ρω­τας του ζεύ­γους, αλ­λά οι βλα­βε­ρές συ­νέ­πειες της ε­ρω­τι­κής έ­ξα­ψης ε­νός θε­ού. Αυ­τή, πε­ραι­τέ­ρω αυ­ξη­μέ­νη α­πό τη συ­γκί­νη­ση του νό­στου, ό­ταν βρέ­θη­κε μα­ζί με την κα­λή του για λί­γες μέ­ρες στα γε­νέ­θλια α­κρο­γιά­λια του Ομή­ρου, άγ­γι­ξε ύ­ψη, ο­δη­γώ­ντας τον σε α­πρό­σμε­νο ποιη­τι­κό οί­στρο. Αδυ­να­τώ­ντας, ό­μως, ως “θεός της με­τριό­τη­τας”, να τον με­τα­δώ­σει σε συ­γκε­κρι­μέ­νο θνη­τό, κα­τα­πώς έ­πρατ­ταν οι Ολύ­μπιοι, τον ά­φη­σε α­νε­ξέ­λε­γκτο. Τό­τε, έ­να τε­ρά­στιο ω­στι­κό κύ­μα αι­σθη­μα­τι­κού α­να­βρα­σμού, έ­πλη­ξε α­πα­ξά­πα­ντες τους κα­τοί­κους της χώ­ρας, προ­κα­λώ­ντας γε­νι­κευ­μέ­νη λυ­ρι­κή υ­περ­διέ­γερ­ση. Αυ­τή, εν συ­ντο­μία, εί­ναι η ε­πι­δη­μία, που έ­φε­ρε η πα­ρου­σία του θε­ού α­νά­με­σά μας και η ο­ποία συ­νι­στά την πε­μπτου­σία του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. 
    Βε­βαίως, ο α­φη­γη­τής ει­κά­ζει ό­τι την προ­κά­λε­σε σκό­πι­μα ο “θεός της με­τριό­τη­τας” για “να δια­σύ­ρει α­κό­μη και τα τε­λευ­ταία ί­χνη σο­βα­ρό­τη­τας που διέ­θε­τε η χώ­ρα”, παίρ­νο­ντας έ­τσι εκ­δί­κη­ση για το ναυά­γιο της ε­θνι­κής ο­δού. Απο­πει­ρά­ται, μά­λι­στα, έ­ναν πα­ραλ­λη­λι­σμό της ε­πι­δη­μίας με τον λοι­μό, που ε­νέ­σκη­ψε στην Αθή­να κα­τά τον πρώ­το χρό­νο του Πε­λο­πον­νη­σια­κού Πο­λέ­μου. Από την Αι­θιο­πία ήρ­θε ο λοι­μός και κα­ταρ­ρά­κω­σε το φρό­νη­μα των Αθη­ναίων. Από την Υπο­σα­χά­ριο Αφρι­κή ήρ­θε στο μυ­θι­στό­ρη­μα η ε­πι­δη­μία, α­φού ε­κεί ή­ταν ο τό­πος ε­ξο­ρίας του “θε­ού της με­τριό­τη­τας”, και κο­ρύ­φω­σε την σο­βού­σα πο­λι­τι­κο-οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. 
   Πλα­νά­ται, ω­στό­σο, ο α­φη­γη­τής πλά­νην οικ­τρά, κα­θώς η ε­πι­δη­μία, σε α­ντί­θε­ση με τον λοι­μό, α­να­πτέ­ρω­σε το η­θι­κό των συγ­χρό­νων μας. Και ό­σα έ­πρα­ξαν α­πό ε­κεί και πέ­ρα, βαν­δα­λι­σμούς και πυρ­πο­λή­σεις, δεν α­πέρ­ρε­αν α­πό την α­πει­λή της πτώ­χευ­σης, αλ­λά έ­νε­κα συ­ναι­σθη­μα­τι­κού πλού­του. Άρα, ο θεός και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, βε­βαίως, ο συγ­γρα­φέ­ας δια της μυ­θο­πλα­σίας του, προ­σφέ­ρει άλ­λο­θι στους συγ­χρό­νους μας. Δεν εί­ναι ψεύ­τες και κα­τα­χρα­στές, αλ­λά ποιη­τι­κές ψυ­χές, αυ­θόρ­μη­τες και συ­ναι­σθη­μα­τι­κές. Ας ση­μειώ­σου­με ε­δώ τα ε­ξής: γρά­φτη­κε ό­τι ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος ποιεί αλ­λη­γο­ρία. Σφάλ­μα, ού­τε σε πλα­σμα­τι­κούς χα­ρα­κτή­ρες ού­τε σε συμ­βο­λι­κές πρά­ξεις κα­τα­φεύ­γει. Επί­σης, υ­πο­στη­ρί­χτη­κε ό­τι ποιεί πα­ρω­δία. Δεύ­τε­ρο σφάλ­μα, ου­δέν πρό­σω­πο και ου­δε­μία κα­τά­στα­ση δια­στρέ­φε­ται ε­πι το γε­λοιο­δέ­στε­ρο. Φα­ντα­στι­κός μεν ο κό­σμος αν­θρώ­πων τε και θεών, που πλά­θει, αλ­λά σε πι­στή α­ντα­νά­κλα­ση του υ­πάρ­χο­ντος. Μέ­σα σε αυ­τόν, ο α­φη­γη­τής λει­τουρ­γεί σαν έ­νας ει­ρω­νι­κός, ε­νίο­τε σαρ­κα­στι­κός, πα­ρα­τη­ρη­τής. Για να μην πο­λυ­λο­γού­με, πρό­κει­ται για έ­να ε­ξό­χως ε­πί­και­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα, κα­θώς μια με­γά­λη με­ρί­δα των συ­μπα­τριω­τών μας την σω­τη­ρία α­πό το οι­κο­νο­μι­κό τσου­νά­μι, ό­πως το α­πο­κα­λούν, εξ ου­ρα­νού την α­να­μέ­νουν. Κα­τά τα άλ­λα, με­τά το Δαι­μό­νιο του Σω­κρά­τη και τον ε­ρω­τύ­λο “θεό της με­τριό­τη­τας”, ευ­κταίο θα ή­ταν να τρι­τώ­σει με την κά­θο­δο ε­νός πραγ­μα­τι­κού Ολύ­μπιου. Μό­νο έ­νας πρω­το­κλα­σά­τος θεός θα εί­χε πι­θα­νό­τη­τες να α­πο­τρέ­ψει το τέ­λος των μα­κρι­νών, ο­μαί­μων ή έ­στω και εκ γλωσ­σι­κής αγ­χι­στείας, α­πο­γό­νων του.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 21/10/2012.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Κλειστές πόρτες - Από τον Σαρτρ στην Μπογιάνου



Ευ­γε­νία Μπο­γιά­νου 
«Κλει­στή πόρ­τα»
Εκδό­σεις Πό­λις
Ια­νουά­ριος 2012

Υπάρ­χουν τίτ­λοι βι­βλίων ε­ντυ­πω­σια­κοί και τίτ­λοι συμ­βα­τι­κοί. Υπάρ­χουν δη­λα­δή, τίτ­λοι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κοί ό­σων πραγ­μα­τεύε­ται ή μπο­ρεί να υ­παι­νίσ­σε­ται το βι­βλίο ή, α­κό­μη, και ξέ­νοι προς το θέ­μα του, που προ­τι­μώ­νται για την πρω­το­τυ­πία τους. Η Ευ­γε­νία Μπο­γιά­νου, στις δύο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των που έ­χει εκ­δώ­σει, ε­πι­λέ­γει κά­θε φο­ρά τον τίτ­λο ε­νός α­πό τα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής. Πι­θα­νώς, για­τί θεω­ρεί πως α­πο­δί­δει την κε­ντρι­κή ι­δέα του βι­βλίου. Οι τίτ­λοι των δυο βι­βλίων της –«Το μυ­στι­κό» και «Κλει­στή πόρ­τα»– θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν κοι­νό­το­ποι, σε α­ντί­θε­ση με το κει­με­νά­κι στο ο­πι­σθό­φυλ­λο του δεύ­τε­ρου βι­βλίου. Σε αυ­τό χρη­σι­μο­ποιού­νται ε­ξε­ζη­τη­μέ­νες φρά­σεις, που υ­πό­σχο­νται στο­χα­στι­κό βά­θος. Πα­ρά­δειγ­μα, “οι άν­θρω­ποι του δι­πλα­νού σύ­μπα­ντος” α­ντί της συ­νή­θους δια­τύ­πω­σης “οι άν­θρω­ποι της δι­πλα­νής πόρ­τας”. Με αυ­τήν την πα­ραλ­λα­γή υ­πο­δη­λώ­νε­ται ό­τι οι συ­νη­θι­σμέ­νοι άν­θρω­ποι, που βλέ­που­με κα­θη­με­ρι­νά, κρύ­βουν έ­ναν ο­λό­κλη­ρο κό­σμο μέ­σα τους. Αυ­τό το “σύ­μπα­ν”- πο­λύ του συρ­μού τε­λευ­ταία η λέ­ξη σύ­μπαν - υ­πό­σχε­ται να α­πο­κα­λύ­ψει ή, έ­στω, να σκια­γρα­φή­σει η συγ­γρα­φέ­ας μέ­σα α­πό τις ι­στο­ρίες της. Ωστό­σο, ο­ρι­σμέ­νες φρά­σεις, στις ο­ποίες κα­τα­φεύ­γει, ό­πως “το πραγ­μα­τι­κό κά­τω α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα” ή “οι ζωές της α­νω­νυ­μίας”, μπο­ρεί μεν να έ­χουν στο­χα­στι­κό ε­πί­χρι­σμα, εν­δε­χο­μέ­νως και κά­ποια ποιη­τι­κή χροιά, αλ­λά γέρ­νουν ε­πι­κίν­δυ­να προς την κε­νο­λο­γία. 
Όσο για τη σύ­μπτω­ση του τίτ­λου με ε­κεί­νον του θε­α­τρι­κού έρ­γου, που έ­γρα­ψε ο Ζα­ν-Πωλ Σαρ­τρ προ 68 ε­τών, μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι δεν εί­ναι ε­μπρό­θε­τη. Άλλω­στε, α­πό ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζου­με, πο­τέ ο τίτ­λος του γαλ­λι­κού έρ­γου δεν α­πο­δό­θη­κε αυ­το­λε­ξεί στα ελ­λη­νι­κά. Επι­κρά­τη­σε η ε­λεύ­θε­ρη α­πό­δο­ση «Κε­κλει­σμέ­νων των θυ­ρών», που, αν την προ­τι­μού­σε ο Σαρ­τρ, θα εί­χε προ­τά­ξει στον τίτ­λο την α­να­γκαία μο­νο­σύλ­λα­βη πρό­θε­ση (α­ντί «Huis clos», «Ά huis clos»). Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, εμ­φα­νί­στη­κε και η α­πό­δο­ση, «Με κλει­στές πόρ­τες» και πιο πρό­σφα­τα, «Κλει­στές πόρ­τες». Ωστό­σο, το α­πό­φθεγ­μα, που αν­τλή­θη­κε α­πό το συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο, “η κό­λα­ση εί­ναι οι άλ­λοι”, πι­θα­νώς η δια­ση­μό­τε­ρη των ρή­σεων του Σαρ­τρ, κα­θώς κα­τέ­λη­ξε σχε­δόν σή­μα κα­τα­τε­θέν της υ­παρ­ξια­κής φι­λο­σο­φίας του, του­λά­χι­στον στην φι­λο­λαϊκή εκ­δο­χή της, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί ε­πι­μύ­θιο και στις ι­στο­ρίες της Μπο­γιά­νου.
Έντε­κα ι­στο­ρίες για έ­ντε­κα αν­θρώ­πους, που βρί­σκο­νται μπρο­στά α­πό μια κλει­στή πόρ­τα, α­κρι­βέ­στε­ρα μπρο­στά α­πό πολ­λές κλει­στές πόρ­τες ή και α­κό­μη α­κρι­βέ­στε­ρα, για αν­θρώ­πους, οι ο­ποίοι, προς ό­ποια κα­τεύ­θυν­ση κι αν κοι­τά­ζουν βλέ­πουν μια κλει­στή πόρ­τα. Αυ­τό, ω­στό­σο, δεν πρέ­πει να δη­μιουρ­γή­σει την ε­ντύ­πω­ση ό­τι το θέ­μα των ι­στο­ριών έ­χει σχέ­ση με το ση­με­ρι­νό α­διέ­ξο­δο της χώ­ρας και συ­να­κό­λου­θα, μιας με­γά­λης με­ρί­δας του πλη­θυ­σμού της. Μπο­ρεί κά­ποιοι α­πό τους ή­ρωες να α­ντι­με­τω­πί­ζουν οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα, αλ­λά αυ­τά έρ­χο­νται σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα μπρο­στά στα κοι­νω­νι­κά και υ­παρ­ξια­κά τους α­διέ­ξο­δα. Όλα ό­σα τους πνί­γουν, πά­ντως, έ­τσι ό­πως αυ­τά α­να­κι­νού­νται α­πό τα γε­γο­νό­τα σε μια ο­ρι­σμέ­νη μέ­ρα και ώ­ρα της ζωής τους, συ­νι­στούν ό,τι θα μπο­ρού­σε να α­πο­κλη­θεί υ­πό­θε­ση της κά­θε ι­στο­ρίας, η ο­ποία συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τις α­πα­ραί­τη­τες α­να­δρο­μές σε κά­ποια συμ­βά­ντα α­πό το πα­ρελ­θόν τους. Επι­λέ­γο­νται ε­κεί­να τα συ­γκε­κρι­μέ­να πε­ρι­στα­τι­κά, που αυ­τοί πι­στεύουν ό­τι βά­ρυ­ναν κα­τά την δια­μόρ­φω­σή τους, ή μάλ­λον, ό­τι δη­μιούρ­γη­σαν την προ­βλη­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση, στην ο­ποία βρί­σκο­νται. 
Δυο εί­ναι τα δια­κρι­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της συλ­λο­γής: Πρώ­το, ο ι­διό­τυ­πος τρό­πος, με τον ο­ποίο με­τεω­ρί­ζε­ται α­νά­με­σα στο σπον­δυ­λω­τό μυ­θι­στό­ρη­μα και τη συ­να­γω­γή αυ­τό­νο­μων ι­στο­ριών.  Και δεύ­τε­ρο, η α­φη­γη­μα­τι­κή μορ­φή, που ε­πι­λέ­γει η συγ­γρα­φέ­ας. Όσο α­φο­ρά το πρώ­το, ό­πως γί­νε­ται συ­χνά με στό­χο να δη­μιουρ­γη­θεί η ε­πί­φα­ση της συ­νέ­χειας, οι ι­στο­ρίες γε­φυ­ρώ­νο­νται με ή­ρωες, που ε­ξέρ­χο­νται α­πό τη μία για να ει­σέλ­θουν σε κά­ποια α­πό τις ε­πό­με­νες. Μό­νο που στο μυ­θο­πλα­στι­κό πε­δίο της Μπο­γιά­νου ε­πι­κρα­τεί ευ­τα­ξία, η ο­ποία φαί­νε­ται να χα­ρα­κτη­ρί­ζει γε­νι­κό­τε­ρα την α­φή­γη­σή της, με α­πο­τέ­λε­σμα οι ή­ρωές της να στή­νουν κά­τι σαν α­φη­γη­μα­τι­κή σκυ­τα­λο­δρο­μία. Κά­θε ι­στο­ρία έ­χει έ­ναν κε­ντρι­κό ή­ρωα, που κου­βε­ντιά­ζει με έ­να άλ­λο πρό­σω­πο ή και συ­γκρούε­ται μα­ζί του δια ζώ­σης ή τη­λε­φω­νι­κώς. Εναλ­λα­κτι­κά, μπο­ρεί να μην κου­βε­ντιά­ζει μα­ζί του, αλ­λά α­πλώς αυ­τό το πρό­σω­πο να α­πα­σχο­λεί πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λι­γό­τε­ρο τις σκέ­ψεις του. Ακό­μη, μπο­ρεί και μό­νο να το συ­να­ντά ή και μό­νο να το βλέ­πει φευ­γα­λέα και εκ του μα­κρό­θεν, χω­ρίς πο­τέ να το έ­χει γνω­ρί­σει. Όπως και να έ­χει, αυ­τό το δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο α­να­λαμ­βά­νει ρό­λο πρω­τα­γω­νι­στή στην ε­πό­με­νη ι­στο­ρία.
Όσο προ­χω­ρά­ει αυ­τή η σκυ­τα­λο­δρο­μία, τό­σο δυ­σκο­λό­τε­ρα φαί­νε­ται να γί­νε­ται η δια­δο­χή. Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, το πέ­ρα­σμα α­πό την πρώ­τη στη δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία, α­κό­μη και τα δυο ε­πό­με­να, γί­νο­νται α­πρό­σκο­πτα, σαν αλ­λα­γή ο­πτι­κής γω­νίας κα­τά την α­φή­γη­ση. Στη συ­νέ­χεια, ό­μως, δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση ό­τι το δευ­τε­ρεύον πρό­σω­πο εί­ναι πα­ρεί­σα­κτο στην ι­στο­ρία και ό­τι ει­σέρ­χε­ται, μό­νο και μό­νο, για να α­πο­τε­λέ­σει τον κε­ντρι­κό ή­ρωα της ε­πό­με­νης. Αυ­τός ο βε­βια­σμέ­νος χα­ρα­κτή­ρας γί­νε­ται πιο αι­σθη­τός στο μέ­σο πε­ρί­που του βι­βλίου, κα­τά το πέ­ρα­σμα α­πό το έ­κτο διή­γη­μα στο ε­πό­με­νο. Εδώ, για να εμ­φα­νι­στεί ο ή­ρωας της ε­πό­με­νης ι­στο­ρίας σαν δευ­τε­ρα­γω­νι­στής της προ­η­γού­με­νης, η συγ­γρα­φέ­ας πα­ραλ­λάσ­σει χω­ρίς ι­διαί­τε­ρη πει­στι­κό­τη­τα την αρ­χι­κά δια­φαι­νό­με­νη ει­κό­να του ή­ρωά της. Ενώ α­νι­στο­ρεί τα δει­νά ε­νός οι­κο­γε­νειάρ­χη, που α­να­γκά­ζε­ται να κά­νει δυο δου­λειές γα να θρέ­ψει δυο παι­διά και μια πάγ­χο­ντρη ό­σο και κα­τα­πιε­στι­κή σύ­ζυ­γο, αιφ­νι­δίως τον με­τα­μορ­φώ­νει σε η­δο­νο­βλε­ψία. Λό­γω αυ­τού του χα­λα­ρού συν­δέ­σμου α­νά­με­σα στους δυο δια­δο­χι­κούς ή­ρωες, οι έ­ντε­κα συ­νο­λι­κά πρω­τα­γω­νι­στές δη­μιουρ­γούν δυο δια­κρι­τά σύ­νο­λα. Στη δεύ­τε­ρη ο­μά­δα ι­στο­ριών, η συγ­γρα­φέ­ας ε­πα­νέρ­χε­ται σε κα­τα­στά­σεις του ί­διου τύ­που με ε­κεί­νες της πρώ­της ο­μά­δας, αλ­λά το­πο­θε­τη­μέ­νες σε δια­φο­ρε­τι­κές χρο­νι­κές και το­πι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες. Για πα­ρά­δειγ­μα: Δυο η­ρωί­δες βιώ­νουν τον ε­ξα­να­γκα­σμό του βια­σμού· η μια με­τα­νά­στρια, η άλ­λη φυ­λα­κι­σμέ­νη κα­τά την πε­ρίο­δο του Εμφυ­λίου – μια κά­πως ό­ψι­μη εμ­μο­νή των νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Ενώ, δυο άλ­λες έ­χα­σαν την μη­τέ­ρα τους σε μι­κρή η­λι­κία· ο­κτώ η μια, δέ­κα η άλ­λη, φτά­νο­ντας  και οι δυο στο ση­μείο να μι­σούν μέ­χρι θα­νά­του τον πα­τέ­ρα τους. Δυο πά­λι ή­ρωες έ­χουν κα­τα­λή­ξει αλ­κοο­λι­κοί.
Αυ­τή η ε­πα­να­λη­πτι­κό­τη­τα δρα­μα­τι­κών κα­τα­στά­σεων θα μπο­ρού­σε να στο­χεύει σε έ­να α­φη­γη­μα­τι­κό πεί­ρα­μα, σε συ­σχε­τι­σμό και με την μορ­φή, η ο­ποία α­να­δει­κνύει τους συ­νειρ­μούς των προ­σώ­πων. Πρό­κει­ται για έ­ναν τύ­πο ε­σω­τε­ρι­κού μο­νο­λό­γου, που, στη ροή του, φέρ­νει στην ε­πι­φά­νεια ε­ντυ­πώ­σεις και σκέ­ψεις. Γει­το­νεύει, ω­στό­σο, πε­ρισ­σό­τε­ρο με τη διή­γη­ση ε­νός δρώ­ντα προ­νο­μια­κού α­φη­γη­τή, έ­τσι ό­πως ξε­δι­πλώ­νε­ται με ειρ­μό, χω­ρίς κε­νά και με α­να­λυ­τι­κές πε­ρι­γρα­φές. Πα­ρό­λα αυ­τά, πα­ρα­μέ­νει έ­νας εν­διά­θε­τος λό­γος, που θα πρέ­πει λο­γι­κά να πλά­θε­ται με βά­ση την ι­διο­προ­σω­πία ε­νός ε­κά­στου α­φη­γη­τή. Όσοι συγ­γρα­φείς κα­τα­γί­νο­νται με πα­ρό­μοιου τύ­που α­φη­γή­σεις, θεω­ρού­νται ε­πι­τυ­χείς, αν κα­τορ­θώ­σουν να α­πο­τυ­πώ­σουν την ι­διο­συ­γκρα­σια­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα ε­νός προ­σώ­που. Με έ­ντε­κα α­φη­γη­τές και μά­λι­στα, τό­σο δια­φο­ρε­τι­κούς α­να­με­τα­ξύ τους, η Μπο­γιά­νου μάλ­λον βά­ζει ψη­λά τον πή­χυ.   
Σε ε­κεί­νες τις ι­στο­ρίες ή στα τμή­μα­τα ι­στο­ριών, που πε­ρι­γρά­φει συ­ναι­σθη­μα­τι­κές με­τα­πτώ­σεις κα­τά την ε­ξέ­λι­ξη μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης σκη­νής, κα­τορ­θώ­νει με μι­κρο­πε­ρίο­δο λό­γο να δώ­σει, αν ό­χι έ­ναν χα­ρα­κτή­ρα, σί­γου­ρα, πά­ντως, έ­ναν τύ­πο αν­θρώ­που. Μια πα­γί­δα, ω­στό­σο, την ο­ποία συ­χνά δεν α­πο­φεύ­γει, εί­ναι οι κλι­σέ σκέ­ψεις, ό­ταν α­νό­μοιοι χα­ρα­κτή­ρες βρί­σκο­νται α­ντι­μέ­τω­ποι με τις ί­διες κα­τα­στά­σεις, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, τα χρέη προς το δη­μό­σιο. Επί­σης, η ι­διαι­τε­ρό­τη­τα ε­νός προ­σώ­που αμ­βλύ­νε­ται στις πα­ρελ­θο­ντι­κές α­να­δρο­μές, ό­που σκια­γρα­φεί­ται η τρο­χιά ο­λό­κλη­ρου του βίου. Εδώ,  οι συγ­γε­νι­κές σχέ­σεις σαν να τυ­πο­ποιού­νται. Ιδίως, η σχέ­ση πα­τέ­ρα και κό­ρης, ό­ταν η μη­τέ­ρα πε­θαί­νει νω­ρίς, που ε­πα­νέρ­χε­ται στις ι­στο­ρίες. Πα­ρο­μοίως, οι σχέ­σεις χή­ρας μη­τέ­ρας και γιου ή και συ­ζύ­γων, που ού­τε αυ­τές ξε­φεύ­γουν α­πό το φροϋδι­κό δό­κα­νο.
Μο­νο­λο­γώ­ντας εις ε­αυ­τόν οι ή­ρωες, α­να­λύουν ό­σα τους συμ­βαί­νουν. Όλοι α­νε­ξαι­ρέ­τως έ­χουν ι­διαί­τε­ρα α­νε­πτυγ­μέ­νο το γνώ­θι σαυ­τόν, ε­πι­δει­κνύο­ντας συ­χνά αυ­το­συ­νει­δη­σία α­να­ντί­στοι­χη με την ψυ­χο­σύν­θε­σή τους. Ανά­με­σά τους και δυο με­τα­νά­στες. Σπα­νί­ζουν, σή­με­ρα πλέ­ον, οι συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, ι­δίως νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, χω­ρίς με­τα­νά­στες. Φαί­νε­ται να α­πο­τε­λούν κά­τι σαν το ά­λας της εγ­χώ­ριας διη­γη­μα­το­γρα­φίας. Εδώ, έρ­χο­νται α­πό την Τυ­φλί­δα. Τε­λευ­ταία, οι Γεωρ­για­νοί έ­χουν αρ­χί­σει να ε­κτο­πί­ζουν α­πό την πρω­το­κα­θε­δρία τους Αλβα­νούς. Το πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νο, ω­στό­σο, ά­νοιγ­μα της βε­ντά­λιας των η­ρώων, δεν εί­ναι οι με­τα­νά­στες αλ­λά οι τε­θνεώ­τες. Οι ι­στο­ρίες της Μπο­γιά­νου δεν εί­ναι χα­ρού­με­νες. Αλλά και ποιες ι­στο­ρίες νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων κουρ­δί­ζο­νται σε εύ­θυ­μους ή έ­στω, α­νά­λα­φρους τό­νους;  Θα λέ­γα­με, σχε­δόν σαν α­ξίω­μα, ό­τι το πέν­θος ται­ριά­ζει στην ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία, τό­σο ό­σο στην κα­τά Ο’Νιλ Ηλέκ­τρα. Άλλω­στε, και οι δυο έ­χουν ως κοι­νό ση­μείο τη φροϋδι­κή διά­στα­ση. Πα­ρό­λα αυ­τά, η ι­στο­ρία με κε­ντρι­κό ή­ρωα και α­φη­γη­τή μια νε­κρή κα­τα­λή­γει σχε­δόν ε­φιαλ­τι­κή, έ­τσι ό­πως προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι πρό­κει­ται για μια θα­νού­σα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τρία χρό­νια, που πα­ρα­μέ­νει ε­ντα­φια­σμέ­νη, λό­γω κα­θυ­στέ­ρη­σης της α­να­κο­μι­δής ο­στών, και η ο­ποία έ­χει σώας τας φρέ­νας. Πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι αγ­γί­ζει το γκρο­τέ­σκο η ό­λη σύλ­λη­ψη μιας πά­σχου­σας α­πό γε­ρο­ντι­κή ά­νοια, η ο­ποία, σε πεί­σμα της ια­τρι­κής διά­γνω­σης, δια­τη­ρεί α­κέ­ραιες τις νο­η­τι­κές ι­κα­νό­τη­τές της κα­τά τα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζωής της ό­πως και με­τά θά­να­το. Όχι μό­νο θυ­μά­ται τα πά­ντα, μέ­χρι έ­να τρα­γι­κό συμ­βάν του 1947, αλ­λά και δια­θέ­τει ε­ξημ­μέ­νη φα­ντα­σία.
Το α­τού του βι­βλίου βρί­σκε­ται στις στι­χο­μυ­θίες και τον πλά­γιο λό­γο, που δί­νουν γρή­γο­ρο ρυθ­μό στον ε­σω­τε­ρι­κής ε­στία­σης α­φη­γη­μα­τι­κό κορ­μό. Αφη­γη­μα­τι­κά υ­πε­ρέ­χει το πρώ­το δί­πτυ­χο ι­στο­ριών, χά­ρις, κυ­ρίως, στην ελ­λει­πτι­κή α­πό­δο­ση αι­σθη­μά­των και προ­θέ­σεων. Κα­τά τα άλ­λα, πι­στεύου­με ό­τι, αν η συγ­γρα­φέ­ας δεν ή­ταν α­φη­γη­μα­τι­κά ό­σο και μορ­φι­κά τό­σο φι­λό­δο­ξη, το α­πο­τέ­λε­σμα θα ή­ταν πο­λύ πιο ε­πι­τυ­χές. Επί­σης, έ­χου­με την ά­πο­ψη ό­τι η υ­πο­δο­χή, που ε­πι­φυ­λάσ­σει ο Τύ­πος στους νεό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους, έ­τσι ό­πως τα­λα­ντώ­νε­ται α­νά­με­σα στην α­γνό­η­ση και τον εν­θου­σιώ­δη ε­να­γκα­λι­σμό, δεν προ­σφέ­ρει μια κα­θα­ρή ει­κό­να. Σί­γου­ρα, πά­ντως, δεν α­φή­νει και πολ­λά πε­ρι­θώ­ρια για μια ι­σόρ­ρο­πη κρι­τι­κή προ­σέγ­γι­ση, η ο­ποία, υ­πό δια­φο­ρε­τι­κές συν­θή­κες και για ο­ρι­σμέ­νους α­πό αυ­τούς, εν­δε­χο­μέ­νως να λει­τουρ­γού­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κά.     
    
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/10/2012.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Κωμωδία παρεξηγήσεων



Λεω­νί­δας Κα­κά­ρο­γλου
«Η ζωή και τί­πο­τ’ άλ­λο»
Εκδό­σεις 
Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Νοέμ­βριος 2011

Ορι­σμέ­νοι ποιη­τές, ό­ταν με­τα­το­πί­ζο­νται  ή κι­νού­νται ταυ­τό­χρο­να και στην πε­ζο­γρα­φία, με­ταγ­γί­ζουν ε­κεί και κά­ποια στοι­χεία της ποίη­σής τους. Αυ­τά μπο­ρεί να εί­ναι γλωσ­σι­κά και υ­φο­λο­γι­κά, ή α­κό­μη, πλεό­να­σμα φα­ντα­σίας και λυ­ρι­κή διά­θε­ση, κα­θώς και τρό­ποι πε­ρι­γρα­φής που α­πο­κλί­νουν προς το φα­ντα­στι­κό. Όσοι, βέ­βαια, α­κο­λου­θούν αυ­τόν τον δια­φο­ρε­τι­κό ‘‘χει­ρι­σμό’’, ο ο­ποίος κα­τα­λή­γει δη­λω­τι­κός των ποιη­τι­κών τους κα­τα­βο­λών, έρ­χο­νται α­ντι­μέ­τω­ποι με το σε­φε­ρι­κό α­ξίω­μα· ό­τι δεν υ­πάρ­χει χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα στον κό­σμο α­πό την πρό­ζα που λέ­γε­ται ποιη­τι­κή. Πρό­ζα που πά­ει να χο­ρέ­ψει εί­ναι ά­σκη­μη πρό­ζα, ό­πως αυ­το­λε­ξεί το δια­τυ­πώ­νει ο ποιη­τής. Σύμ­φω­να με τον Σε­φέ­ρη πά­ντα, ό­ποιος γρά­φει πρό­ζα πρέ­πει να έ­χει ο­ρι­σμέ­να πράγ­μα­τα να δεί­ξει, που να πι­στεύει πως εί­ναι α­ξιό­λο­γα. Σε αυ­τό α­κρι­βώς το ση­μείο,  δη­λα­δή στο κί­νη­τρο για τη στρο­φή ε­νός ποιη­τή στην πρό­ζα, συμ­βάλ­λουν, σε αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις, ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κοί λό­γοι. Αρκε­τοί ποιη­τές φαί­νε­ται να ε­πι­λέ­γουν την πρό­ζα, ό­χι για­τί την θεω­ρούν προ­σφο­ρό­τε­ρη για ό­σα θέ­λουν να γρά­ψουν, αλ­λά πα­ρα­συ­ρό­με­νοι α­πό τον συρ­μό, που υ­πό­σχε­ται α­να­βαθ­μι­σμέ­νη συγ­γρα­φι­κή α­πή­χη­ση. Άλλω­στε, οι σει­ρή­νες της ε­πι­τυ­χίας δεν πλα­νεύουν μό­νο τους ποιη­τές, αλ­λά πά­σης φύ­σεως συγ­γρα­φείς, θε­α­τρι­κούς, δο­κι­μιο­γρά­φους, κα­θώς και κά­θε εί­δους ε­παγ­γελ­μα­τίες. Αυ­τή η πε­ζο­γρα­φι­κή ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή μό­δα εμ­φα­νί­στη­κε κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να και φού­ντω­σε στον τρέ­χο­ντα, πλήτ­το­ντας α­ντί­στοι­χα, τις η­λι­κια­κά μά­χι­μες και συ­να­κό­λου­θα, εν­δο­τι­κές σε πα­ρό­μοιους πει­ρα­σμούς γε­νιές.   
Ο Λεω­νί­δας Κα­κά­ρο­γλου α­νή­κει σε μια πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή γε­νιά, για την ο­ποία τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα γε­γο­νό­τα, ε­κεί­να που έ­ζη­σε α­πό πρώ­το χέ­ρι, ή­ταν το Πο­λυ­τε­χνείο και η πτώ­ση της Δι­κτα­το­ρίας. Συ­γκα­τα­λέ­γε­ται σε ό­σους εί­χαν την πρώ­τη τους καρ­πο­φο­ρία με το ξε­κί­νη­μα της δε­κα­ε­τίας του ’80. Ας μην μπλέ­ξου­με με την κα­θιε­ρω­μέ­νη γε­νε­α­λο­γι­κή τα­ξι­νό­μη­ση, κα­θώς τύ­ποις μεν ε­ντάσ­σε­ται στη γε­νιά του ’70, αλ­λά φαί­νε­ται να συγ­γε­νεύει πε­ρισ­σό­τε­ρο με την ε­πό­με­νη. Όπως και να έ­χει, κά­ποιοι α­πό τους κα­λύ­τε­ρους και των δυο ο­μά­δων έ­κα­ναν, πρώι­μα ή ό­ψι­μα, στρο­φή στην πε­ζο­γρα­φία, ό­που, στην πλειο­ψη­φία τους, και ε­γκα­τα­στά­θη­καν. Ο Κα­κά­ρο­γλου μάλ­λον άρ­γη­σε,  έ­στω κι αν σε θέ­μα­τα δη­μιουρ­γι­κής ε­πώα­σης δεν τί­θε­νται χρο­νι­κά ό­ρια.  Συ­μπλή­ρω­σε,  πά­ντως, μια α­κέ­ραια τρια­κο­ντα­ε­τία ως ποιη­τής, ε­ξέ­δω­σε ε­πτά ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, μέ­νο­ντας ω­στό­σο, ε­κτός αν­θο­λο­γιών και συγ­γρα­φι­κών σω­μα­τείων, αλ­λά και μη α­πα­σχο­λώ­ντας ι­διαι­τέ­ρως τους  κρι­τι­κούς λο­γο­τε­χνίας. Ίσως, σε αυ­τό να συ­νέ­τει­νε και το ό­τι α­νή­κει στην ο­μά­δα των λο­γο­τε­χνών της ε­παρ­χίας. Μπο­ρεί να έ­χει ε­ξο­βε­λι­στεί η λέ­ξη ε­παρ­χιώ­της, ό­πως γε­νι­κό­τε­ρα λέ­ξεις συ­να­φείς με την ε­ντο­πιό­τη­τα, ω­στό­σο, δια­τη­ρεί­ται η ι­διαί­τε­ρη α­ντι­με­τώ­πι­ση αυ­τών των ο­μά­δων. Δεν πρό­κει­ται, α­κρι­βώς, για πα­ρα­γκω­νι­σμό αλ­λά πε­ρί μιας σχε­τι­κής α­δια­φο­ρίας. Κι ό­μως, αυ­τή η ο­μά­δα εί­ναι ε­κεί­νη, που κυ­ρίως συ­ντη­ρεί τη μνή­μη, και κά­ποιοι, οι κα­λύ­τε­ροι της ο­μά­δας, κα­τορ­θώ­νουν μέ­σα α­πό τις δι­κές τους ει­κό­νες να α­να­συν­θέ­σουν τη μνή­μη του τό­που. 
Ο Κα­κά­ρο­γλου, την πρώ­τη α­πό­πει­ρα στον πε­ζό λό­γο δεν την κά­νει με διη­γή­μα­τα, αλ­λά ξα­νοί­γε­ται α­π’ ευ­θείας στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Το α­πο­φά­σι­σε τώ­ρα, που η μό­δα της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας δεί­χνει να υ­πο­χω­ρεί, α­φού, προ­η­γου­μέ­νως, α­λώ­θη­κε α­πό το μπε­στ σέ­λερ. Η αρ­χι­κή ε­ντύ­πω­ση εί­ναι ό­τι πρό­κει­ται για έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που συμ­βα­δί­ζει με την ε­πι­και­ρό­τη­τα. Δε­δο­μέ­νου ό­τι το θέ­μα του δεί­χνει συ­νυ­φα­σμέ­νο με τους α­γα­να­κτι­σμέ­νους πο­λί­τες, που εμ­φα­νί­σθη­καν ως αυ­τό­νο­μη ο­μά­δα δρά­σης, ό­ταν η δυ­σφο­ρία για τα κα­κώς κεί­με­να έ­φθα­σε στα ό­ρια της ορ­γής. Από το πρώ­το κε­φά­λαιο, α­να­φέ­ρο­νται α­πει­λη­τι­κά α­νώ­νυ­μα τη­λε­φω­νή­μα­τα και προ­κη­ρύ­ξεις, για να α­κο­λου­θή­σουν στα ε­πό­με­να, προ­σκλή­σεις για συ­γκε­ντρώ­σεις δια­μαρ­τυ­ρίας και βομ­βι­στι­κές ε­νέρ­γειες. Ευ­φά­ντα­στα στη­μέ­νη η υ­πό­θε­ση, ει­ρω­νεύε­ται πλα­γίως τις δι­κα­στι­κές αρ­χές και την Ασφά­λεια, που υ­πο­ψιά­ζο­νται πί­σω α­πό ο­ποια­δή­πο­τε ε­νέρ­γεια, α­κό­μη και πί­σω α­πό τη­λε­φω­νή­μα­τα που α­πο­δει­κνύο­νται φάρ­σες, πως κρύ­βο­νται τρο­μο­κρα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις. Τον πε­ρα­σμέ­νο Απρί­λιο, βομ­βι­στι­κή ε­νέρ­γεια σε τρέ­νο α­νέ­λα­βε ορ­γά­νω­ση με την ε­πω­νυ­μία Κί­νη­μα 12 Φλε­βά­ρη. Συ­μπτω­μα­τι­κά, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, γί­νε­ται λό­γος για την τρο­μο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση 1η ΦΛΕ­ΒΑ­ΡΗ, που πριν α­πό δυο χρό­νια δρού­σε στην Αθή­να. Με άλ­λα λό­για, η ε­πι­και­ρό­τη­τα έρ­χε­ται να  συ­μπλεύ­σει με τα μυ­θο­πλα­στι­κά δρώ­με­να, ε­παυ­ξά­νο­ντας την α­λη­θο­φά­νεια μιας ι­στο­ρίας, που το­πο­θε­τεί­ται στην μα­κρι­νή ά­νοι­ξη του 1989, ό­ταν α­κό­μη δρού­σε και βα­σί­λευε η 17 Νοέμ­βρη.   
Η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή  ορ­γά­νω­ση ο­νο­μά­ζε­ται Πο­λί­τες ε­νά­ντια στην του­ρι­στι­κή μό­λυν­ση και δρα σε πα­ρα­θα­λάσ­σια πό­λη του Νό­του. Όποιος ή ό­ποιοι κρύ­βο­νται πί­σω α­πό αυ­τήν την ε­πω­νυ­μία δεν εί­ναι α­γα­να­κτι­σμέ­νοι με την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, κα­θό­σον βρι­σκό­μα­στε α­κό­μη στα χρό­νια των πα­χιών α­γε­λά­δων, αλ­λά με την η­χορ­ρύ­παν­ση. Ει­δι­κό­τε­ρα, με τους υ­περ­βο­λι­κούς θο­ρύ­βους που προ­κα­λεί σε έ­ναν ή­συ­χο τό­πο η του­ρι­στι­κή ε­πέ­λα­ση, με την αυ­ξη­μέ­νη κί­νη­ση των τρο­χο­φό­ρων και κυ­ρίως, με τα πά­σης φύ­σεως μα­γα­ζιά δια­σκέ­δα­σης. Ο πε­ρί κέ­ντρων α­να­ψυ­χής νό­μος θα θε­σπι­στεί δώ­δε­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Αν και ό­πως ό­λοι οι νό­μοι, θα μεί­νει κι αυ­τός α­νε­νερ­γός. Ωστό­σο, οι πο­λί­τες ε­πι­μέ­νουν να ε­να­πο­θέ­τουν τις ελ­πί­δες τους στους νό­μους, ι­διαί­τε­ρα, ό­ταν πρό­κει­ται για εκ­προ­σώ­πους της Δι­καιο­σύ­νης. 
Στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, οι α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις των κοι­νω­νι­κών συ­νό­λων εί­θι­σται να α­να­δει­κνύο­νται μέ­σω ε­νός α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κού δί­πο­λου θύ­τη - θύ­μα­τος. Ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει ως θύ­τη, ό­χι α­πλώς κά­ποιον που θο­ρυ­βεί, αλ­λά έ­ναν άν­θρω­πο για τον ο­ποίον ο θό­ρυ­βος α­πο­τε­λεί  μο­να­δι­κή πη­γή ευ­χα­ρί­στη­σης. Ενώ, ως θύ­μα, έ­ναν ψυ­χο­σύν­θε­σης εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­της, για τον ο­ποίο ο θό­ρυ­βος συ­νι­στά η­χη­τι­κή τρο­μο­κρα­τία. Και ε­πει­δή, στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, πρό­κει­ται για την εκ­κω­φα­ντι­κή μου­σι­κή νυ­κτε­ρι­νού μα­γα­ζιού, ο πρώ­τος εί­ναι έ­νας νε­α­ρός ντι­σκ τζό­κεϋ και ο δεύ­τε­ρος, έ­νας με­σή­λι­κας κά­τοι­κος γει­το­νι­κής κα­τοι­κίας, που, για χρό­νια, δο­κι­μά­ζει εις μά­την με κα­ταγ­γε­λίες και δί­κες να κλεί­σει το μα­γα­ζί, πριν κα­τα­λή­ξει στην αυ­το­δι­κία. Προς ε­νί­σχυ­ση της μυ­θο­πλα­στι­κής ί­ντρι­γκας, ο τα­λαι­πω­ρού­με­νος πο­λί­της εί­ναι ο πρω­το­δί­κης της πό­λης.  Οπό­τε, ό­ταν γί­νε­ται η πρώ­τη βομ­βι­στι­κή ε­νέρ­γεια και συλ­λαμ­βά­νε­ται ως πι­θα­νός έ­νο­χος, λό­γω μιας σει­ράς συ­μπτώ­σεων, ο ντι­σκ τζό­κεϋ, ε­κεί­νος α­να­λαμ­βά­νει το ρό­λο του α­να­κρι­τή. Με άλ­λα λό­για, α­πό θύ­μα γί­νε­ται ο θύ­της και μπο­ρεί ε­πι­τέ­λους να πά­ρει το νό­μο στα χέ­ριά του. Εδώ, κα­νο­νι­κά, θα κο­ρυ­φω­νό­ταν το σα­σπέ­νς της ι­στο­ρίας, με το φλέ­γον ε­ρώ­τη­μα, αν θα υ­πε­ρι­σχύ­σει ο α­γα­να­κτι­σμέ­νος πο­λί­της ή μή­πως, τε­λι­κά, ο λει­τουρ­γός της Δι­καιο­σύ­νης πρά­ξει κα­τά συ­νεί­δη­ση.
Μό­νο που ο Κα­κά­ρο­γλου, την υ­πό­θε­ση που ε­πι­νό­η­σε δεν την α­να­πτύσ­σει σε έ­να ρε­α­λι­στι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα κοι­νω­νι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου. Στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, χα­ρα­κτη­ρί­ζει το μυ­θι­στό­ρη­μα κω­μω­δία πα­ρε­ξη­γή­σεων. Και πράγ­μα­τι, δη­μιουρ­γεί πε­ρί­πλο­κες κα­τα­στά­σεις, ως α­πο­τέ­λε­σμα σω­ρείας συ­μπτώ­σεων, ό­που  ε­μπλέ­κο­νται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί τύ­ποι, τις ο­ποίες πε­ρι­γρά­φει σαν σκη­νές φαρ­σο­κω­μω­δίας. Έτσι, μά­λι­στα, που ε­ναλ­λάσ­σει την τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση με τις πρω­το­πρό­σω­πες των δυο βα­σι­κών χα­ρά­κτη­ρων, εί­ναι σαν να κά­νει έ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κού τύ­που γκρο πλαν στις σκέ­ψεις τους. Ού­τε, ό­μως, η εν­δο­σκό­πη­σή τους τον εν­δια­φέ­ρει. Ου­σια­στι­κά, πλά­θει τους δυο ή­ρωες σαν πα­ραλ­λα­γές του ί­διου ψυ­χι­σμού. Εί­ναι και οι δυο ευαί­σθη­τοι, α­δυ­να­τούν να πά­ρουν α­πο­φά­σεις, θεω­ρούν ό­τι η ζωή τους εί­ναι μπερ­δε­μέ­νη και τα­λαί­πω­ρη, ε­νώ έ­χουν κα­τα­κα­θί­σει σε μια κα­θη­με­ρι­νή ρου­τί­να. Και οι δύο ζουν για ε­κεί­νες τις ώ­ρες, που δια­φεύ­γουν με τη φα­ντα­σία τους στο πα­ρελ­θόν. Δεί­χνουν μάλ­λον σαν να ο­νει­ρεύο­νται, κα­θώς η νο­σταλ­γία α­να­πλά­θει τις πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές σχε­δόν πα­ρα­μυ­θέ­νιες. Ο με­σή­λι­κας α­να­τρέ­χει σε έ­να μο­να­δι­κό έ­ρω­τά του, που ξε­κί­νη­σε στην Πορ­το­γα­λία. Ο νέ­ος, στα παι­δι­κά του χρό­νια, στο χω­ριό. Αυ­τόν τον δεύ­τε­ρο, ο έ­ρω­τας στο πα­ρόν τον μπερ­δεύει και τε­λι­κά, πα­ραι­τεί­ται, προ­τι­μώ­ντας την α­σφά­λεια που προ­σφέ­ρει μια μα­κρό­χρο­νη σχέ­ση. Όσο για τη δυ­να­τό­τη­τα δια­φυ­γής στο ό­νει­ρο, και στους δυο σχε­τί­ζε­ται με τα ντε­σι­μπέλ. Ο πρώ­τος χρειά­ζε­ται σιω­πή, που γι’ αυ­τόν α­ντι­στοι­χεί στα 15 ντε­σι­μπέ­λ, που οι με­τρή­σεις δί­νουν στο θρόι­σμα των φύλ­λων, και ο δεύ­τε­ρος θό­ρυ­βο, του­τέ­στιν τα 100 και πλέ­ον ντε­σι­μπέλ α­πό τη μου­σι­κή του τε­τρα­κα­να­λι­κού συ­στή­μα­τος του νυ­κτε­ρι­νού μα­γα­ζιού.
Κι ό­μως, το ψα­χνό του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος βρί­σκε­ται αλ­λού. Μέ­σα α­πό τα φα­ντα­σιο­κο­πή­μα­τα των η­ρώων και την πα­ρεμ­βαλ­λό­με­νη διή­γη­ση ε­νός πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή, προ­βάλ­λει μια ε­νιαία θυ­μι­κή διά­θε­ση, που δια­μορ­φώ­νε­ται α­πό το φως και τις και­ρι­κές συν­θή­κες, ό­πως η δρο­σιά και το α­ε­ρά­κι, α­κό­μη, α­πό τις μυ­ρω­διές της πα­ρα­θα­λάσ­σιας πό­λης του Νό­του, στην ο­ποία δια­δρα­μα­τί­ζε­ται η ι­στο­ρία. Όλα αυ­τά δη­λα­δή, που θρέ­φουν τη νο­σταλ­γία του συγ­γρα­φέα για την πό­λη του, ό­πως ή­ταν μια φο­ρά κι έ­ναν και­ρό, πριν την ε­πέ­λα­ση του μπε­τόν και του πλα­στι­κού. Δεν την ο­νο­μα­τί­ζει αλ­λά και δεν πα­ραλ­λάσ­σει το­πω­νύ­μια ού­τε με­ταμ­φιέ­ζει τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Ανα­σταί­νει το γε­νέ­θλιο τό­πο του, τα Χα­νιά, που πρω­τα­γω­νι­στούν και στην ποίη­σή του. Μό­νο που στην ευ­ρυ­χω­ρία της πρό­ζας, κή­ποι, κα­λό­γου­στα ε­σω­τε­ρι­κά σπι­τιών, δρό­μοι, αρ­χι­τε­κτο­νι­κές λε­πτο­μέ­ρειες κτι­ρίων, μέ­χρι η θά­λασ­σα, και κα­λύ­τε­ρα α­να­δει­κνύο­νται και έ­να με­γα­λύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό συ­γκι­νούν. Ο Κα­κά­ρο­γλου με­ταγ­γί­ζει την ευ­φρο­σύ­νη α­πό το αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κο φως, χω­ρίς το μυ­θι­στό­ρη­μα να κά­νει τις α­νε­πι­θύ­μη­τες κοι­λιές της ποιη­τι­κί­ζου­σας πρό­ζας. Ένας τρό­πος με τον ο­ποίον το κα­τορ­θώ­νει, εί­ναι πα­ρεμ­βάλ­λο­ντας ή­ρωες και σκη­νές, που ξε­φεύ­γουν α­πό τα ρε­α­λι­στι­κά πλαί­σια. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο πρω­το­δί­κης συ­να­πα­ντιέ­ται με δυο ε­τε­ρό­κλι­τες υ­πάρ­ξεις, που μοιά­ζουν σαν α­πο­κυή­μα­τα της φα­ντα­σίας του. Μια φλα­ου­τί­στα, που θα του μι­λή­σει για τη σα­θρό­τη­τα της νο­σταλ­γίας, και έ­ναν “μνη­μο­σκό­πο” -  κα­τά το ρα­βδο­σκό­πος - που του α­να­πτύσ­σει πό­σο πο­λύ­τι­μο πράγ­μα εί­ναι η μνή­μη. Και οι δυο δεί­χνουν ε­μπνευ­σμέ­νοι α­πό τις υ­περ­ρε­α­λι­στι­κές φι­γού­ρες του ποιη­τι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου. Τώ­ρα, που έ­φυ­γαν οι ποιη­τές-σκη­νο­θέ­τες, μα­κά­ρι να προ­κύ­ψουν ποιη­τές-μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι ώ­στε να μας τους θυ­μί­ζουν. Όπως και να έ­χει, πρό­κει­ται για έ­να δια­φο­ρε­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, που ε­πα­να­φέ­ρει την ευ­φο­ρία ε­νός κό­σμου στα αν­θρώ­πι­να μέ­τρα, που χά­σα­με εν ο­νό­μα­τι της α­νε­ξέ­λε­γκτης προό­δου.  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/9/2012.