Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Αίσιο το 2013



Ο Καβάφης σε σκίτσο του Ν. Παππά, δημοσιευμένο στο ετήσιο αλεξανδρινό Ημερολόγιο «Σατάν», του 1927. Ο Καβάφης έχει πλέον κερδίσει επιφανή θέση, τουλάχιστον στο χώρο των αλεξανδρινών γραμμάτων. Κατά το σκίτσο, όμως, τον κυνηγούν εφιάλτες γιατί πολλοί ετοίμαζαν βιβλία για το έργο του και φοβάται για το περιεχόμενό τους. Συμμεριζόμαστε τους φόβους του για το τι μπορεί να του ετοιμάζουν σήμερα που καταξιώνεται πλέον σε παγκόσμιο επίπεδο.





Το νέο έ­τος φο­βί­ζει γε­νι­κώς. Φο­βί­ζει, ό­μως,  ε­πι­πλέ­ον με το α­ριθ­μη­τι­κό του φορ­τίο. Για να μη φα­νού­με υ­περ­βο­λι­κοί, θα έ­πρε­πε να προ­σθέ­σου­με, ό­τι ο α­ριθ­μός δε­κα­τρία, έ­τσι που προ­βάλ­λει, φο­βί­ζει μό­νο τους προ­λη­πτι­κούς. Τον τε­λευ­ταίο και­ρό, ω­στό­σο, με την κα­κο­τυ­χία που μας κυ­νη­γά­ει, ποιος δεν κα­τέ­χε­ται α­πό δει­σι­δαι­μο­νίες. Μό­νο με βά­σκα­νο δαί­μο­να ε­ξη­γεί­ται τό­ση γκα­ντε­μιά. Όλα δεί­χνουν προς την κα­τεύ­θυν­ση υ­περ­φυ­σι­κών δυ­νά­μεων, που έ­χουν “συ­νω­μο­τή­σει” ε­να­ντίον μας. Υπάρ­χουν, βε­βαίως, ε­κεί­νοι που, για α­κό­μη μια φο­ρά, ό­λο και κά­τι πε­ρι­μέ­νουν – άλ­λοι το ά­στρο εξ Εσπε­ρίας, άλ­λοι τους τρεις Μά­γους και άλ­λοι τον Σω­τή­ρα. Όσοι, ό­μως, νιώ­θουν τον κλοιό να σφίγ­γει ά­σκη­μα, έ­χουν στα­μα­τή­σει να ε­κλο­γι­κεύουν τα πράγ­μα­τα. Η α­σύ­στο­λη ρη­το­ρεία των πο­λι­τι­κών, που συ­νε­χώς στέλ­νουν μη­νύ­μα­τα σε αό­ρα­τους α­πο­δέ­κτες και δί­νουν μά­χες με σκιές, πε­ρι­φε­ρό­με­νοι σαν φου­σκω­μέ­νοι διά­νοι στα ευ­ρω­παϊκά σα­λό­νια, η α­τέρ­μο­νος δη­μο­σιο­γρα­φι­κή ε­νη­μέ­ρω­ση για ε­κα­τομ­μύ­ρια και δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια ευ­ρώ ε­νός ει­κο­νι­κού δού­ναι και λα­βείν, ό­λος αυ­τός ο θό­ρυ­βος που γί­νε­ται ε­ρή­μην η­μών για ε­μάς, έ­χει ε­πι­φέ­ρει την ο­λο­σχε­ρή α­πο­διορ­γά­νω­ση. Το μό­νο που α­να­μέ­νε­ται εί­ναι η η­μέ­ρα μιας α­προσ­διό­ρι­στης αλ­λά α­να­πό­φευ­κτης συ­ντέ­λειας του κό­σμου μας. Πα­ρό­λο που ό­λοι  –ό­σοι, βε­βαίως, έ­χουν την πο­λυ­τέ­λεια της πε­ρι­συλ­λο­γής– δια­τεί­νο­νται ό­τι εί­ναι παι­διά του Δια­φω­τι­σμού, αυ­τήν την ή­μέ­ρα, την βλέ­πουν να έρ­χε­ται ε­ντός του νέ­ου έ­τους. Η α­πο­φρά­δα η­μέ­ρα της δι­κής μας Ιστο­ρίας, αν εί­ναι να ’ρθει, δεν μπο­ρεί πα­ρά να εί­ναι μια α­πό τις 365 του μο­να­δι­κού έ­τους του τρέ­χο­ντος αιώ­να, που λή­γει στον δυ­σοίω­νο α­ριθ­μό 13 και το ο­ποίο συ­νέ­πε­σε με αυ­τήν την ε­ξο­ντω­τι­κή πε­ρίο­δο. 
Αρχέ­γο­νοι φό­βοι, που οι αι­τιο­λο­γίες τους έ­χουν χα­θεί στα βά­θη του χρό­νου, κα­θη­συ­χά­ζουν τα λε­ξι­κά, προ­τεί­νο­ντας, ως μια πρώ­τη γε­νε­σιουρ­γό αι­τία, το Μυ­στι­κό Δεί­πνο, ό­που ο Ιη­σούς έ­κα­νε την α­πο­κο­τιά να χα­λά­σει τη συμ­με­τρία του κό­σμου, γευ­μα­τί­ζο­ντας με τους δώ­δε­κα Απο­στό­λους ως δέ­κα­τος τρί­τος. Από ε­κεί ξε­κί­νη­σαν τα πά­θη του. Χά­θη­κε να εύ­ρι­σκε έ­ναν δέ­κα­το τέ­ταρ­το. Γι’ αυ­τό και α­πό τό­τε, πλεί­στους ό­σους έ­χει ε­μπνεύ­σει η ε­σπευ­σμέ­νη α­νεύ­ρε­ση ε­νός δέ­κα­του τέ­ταρ­του προ­σκε­κλη­μέ­νου. Από την σπαρ­τα­ρι­στή κω­μω­δία, «Ο δα­σκα­λά­κος ή­ταν λε­βε­ντιά», με το τρίο Βου­τσά-Φι­λιπ­πί­δη-Πα­πα­γιαν­νό­που­λου, μέ­χρι το πρό­σφα­το μπε­στ σέ­λερ του Πιέρ Ασσου­λίν, «Οι προ­σκε­κλη­μέ­νοι». 
Οι προ­λη­πτι­κοί δεν κά­θο­νται πο­τέ σε έ­να τρα­πέ­ζι, στο ο­ποίο έ­χουν ή­δη πά­ρει θέ­ση δώ­δε­κα συν­δαι­τυ­μό­νες. Ού­τε ε­πι­χει­ρούν τί­πο­τα στις 13 του μή­να. Μή­πως, λοι­πόν, και ε­μείς δεν πρέ­πει να ξε­κι­νή­σου­με α­πο­λύ­τως τί­πο­τα στη διάρ­κεια αυ­τού του δυ­σοίω­νου έ­τους; Έτσι κι αλ­λιώς, α­πό τρα­πε­ζώ­μα­τα, αν πα­ρ’ ελ­πί­δα προ­κύ­ψουν, δεν υ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση να α­πέ­χου­με. Κάλ­λιο δέ­κα­τοι τρί­τοι πα­ρά λι­μο­κτο­νού­ντες. Αν, πά­ντως, εκ των πραγ­μά­των στα­θεί α­πα­γο­ρευ­τι­κό να σταυ­ρώ­σου­με τα χέ­ρια και να πε­ρι­μέ­νου­με το έ­τος να πε­ρά­σει, ας α­πέ­χου­με του­λά­χι­στον ο­ποιασ­δή­πο­τε φύ­σης πρω­το­βου­λιών στις 13 ε­κά­στου μή­να. Σε τρεις μή­νες του έ­τους, μά­λι­στα, πρέ­πει να δο­θεί ό­λως ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή. Ει δυ­να­τόν, να μην ξε­μυ­τί­σου­με α­πό την οι­κία μας, ό­ποιος, βε­βαίως, θα ε­ξα­κο­λου­θεί να έ­χει μια στέ­γη πά­νω α­πό το κε­φά­λι του. Κα­τ’ αρ­χάς, την 13η Αυ­γού­στου, που πέ­φτει η­μέ­ρα Τρί­τη, κα­θό­σον, ε­δώ και αιώ­νες, α­πο­τε­λεί α­πο­φρά­δα η­μέ­ρα για ε­μάς τους Έλλη­νες. Από την πέν­θι­μη Τρί­τη της 29ης Μαΐου 1453, που χά­σα­με την Πό­λη. Εκτός, ό­μως, α­πό την Τρί­τη, σαν γνή­σιοι Ευ­ρω­παίοι, γρου­σού­ζι­κη η­μέ­ρα θα πρέ­πει να υ­πο­λο­γί­ζου­με και την Πα­ρα­σκευή. Πα­ρα­σκευή και 13, τον Οκτώ­βριο του 1307, ο Φί­λιπ­πος Δ΄, ο ε­πο­νο­μα­ζό­με­νος Ωραίος  –αν τον έ­χε­τε α­κου­στά– ε­ξο­λό­θρευ­σε το Τάγ­μα των Ναϊτών. Προ­σο­χή, λοι­πόν, στον Σε­πτέμ­βριο και στον Δε­κέμ­βριο, που θα έ­χου­με Πα­ρα­σκευή και 13.
Οι ι­στο­ρη­μέ­νοι, βε­βαίως, θα θυ­μη­θούν το προ­η­γού­με­νο έ­τος στην ι­στο­ρία του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, που έ­λη­γε σε δέ­κα τρία, το 1913. Εκεί­νο, για τη χώ­ρα, δεν εί­χε κα­κή έκ­βα­ση, για τον λαό, ό­μως, στά­θη­κε ζο­φε­ρό. Του­λά­χι­στον το ε­μπό­λε­μο πρώ­το ε­ξά­μη­νό του. Μπο­ρεί η χώ­ρα, με τη Συν­θή­κη του Βου­κου­ρε­στίου, στις 28 Ιου­λίου, να α­πλώ­θη­κε προς Βορ­ρά μέ­χρι το Τε­πε­λέ­νι και προς Ανα­το­λάς μέ­χρι τον Νέ­στο, αλ­λά δεν ή­ταν και λί­γοι οι νε­κροί, οι τραυ­μα­τίες, ά­σε πια τους κα­κου­χού­με­νους. Δεν α­πο­κλείε­ται, το 2013, να προ­κύ­ψει μια πα­ρό­μοια α­να­ντι­στοι­χία με­τα­ξύ χώ­ρας και λα­ού. Αν ευο­δω­θούν οι προσ­δο­κίες των αι­σιό­δο­ξων και οι ευ­ρω­παϊκοί ε­να­γκα­λι­σμοί α­πο­δώ­σουν, η χώ­ρα μπο­ρεί και να ορ­θο­πο­δή­σει, ό,τι ση­μαί­νει αυ­τό, οι πο­λί­τες της, ό­μως, θα τρα­βή­ξουν του λι­να­ριού τα πά­θη. Πλην, βε­βαίως, του πο­σο­στού ε­κεί­νου που έ­χει, σαν την κα­μή­λα, α­πο­θη­κεύ­σει ξί­γκι με­τά πολ­λών άλ­λων στην κα­μπού­ρα του.

Κα­ρα­γκιοζ­μπερ­ντές

Ας σο­βα­ρευ­τού­με, ό­μως. Μια σε­λί­δα βι­βλίου πρέ­πει να την α­πα­σχο­λούν θέ­μα­τα της δι­κής της πε­ριο­χής. Και μά­λι­στα, λό­γω η­με­ρών, ει δυ­να­τόν, θέ­μα­τα ευ­χά­ρι­στα. Πού, ό­μως, να βρε­θούν τα ευ­χά­ρι­στα, έ­τσι που κα­τά­ντη­σαν το χώ­ρο του βι­βλίου. Κα­ρα­γκιοζ­μπερ­ντές, με πρώ­τους, ε­πί σκη­νής, τους καυ­χη­σιά­ρη­δες και τους κό­λα­κες. Ποιο βι­βλίο να σχο­λιά­σεις, ό­ταν βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις και βρα­βεύ­σεις έ­χουν πά­ρει τη μορ­φή της πα­ρα­δο­σια­κής α­νταλ­λα­γής ε­πι­σκέ­ψεων α­βρο­φρο­σύ­νης, με το δώ­ρο και το α­ντί­δω­ρό τους. Όταν, σε αρ­μο­νία με το κοι­νω­νι­κό στά­τους του συγ­γρα­φέα, συμ­βα­δί­ζει και το πό­νη­μά του. Αλί­μο­νο σε ε­κεί­νον που “δεν τον ξέ­ρει ο θυ­ρω­ρός του”. Το βι­βλίο του πά­ει για πολ­το­ποίη­ση α­μνη­μό­νευ­το. Πα­λαιό­τε­ρα, οι νεό­τε­ροι εμ­φα­νί­ζο­νταν πιο συμ­μα­ζε­μέ­νοι, του­λά­χι­στον μπρο­στά στους πρε­σβύ­τε­ρους, που εί­χαν ση­μαί­νο­ντα λό­γο. Σαν τα παι­διά, που, πα­ρου­σία των γο­νέων, στέ­κο­νταν κά­πο­τε προ­σο­χή. Με τη λε­γό­με­νη, ό­μως, μα­ζι­κή δη­μο­κρα­τία, που θε­ο­ποιεί τη νεό­τη­τα, οι πρε­σβύ­τε­ροι, ό­ταν δεν σιω­πούν, ά­γο­νται και φέ­ρο­νται, μην και τους ρί­ξουν στον Καιά­δα. Ακά­θε­κτοι οι μι­κρό­τε­ροι προ­ε­λαύ­νουν με έ­παρ­ση. Βα­σι­κό τους μέ­λη­μα το πώς θα γρά­ψουν έ­να βι­βλίο που θα προ­κα­λέ­σει. Τι α­πα­σχο­λεί; Η κρί­ση, η γε­νιά της Με­τα­πο­λί­τευ­σης, ο Εμφύ­λιος –ο­τι­δή­πο­τε συ­ζη­τεί­ται τους δί­νει έ­μπνευ­ση. Επεί­γο­νται, μά­λι­στα, μην και πε­ρά­σει η ε­πι­και­ρό­τη­τα.

Ο μεί­ζων του 2013

Ας αλ­λά­ξου­με, ό­μως, αυ­τό το τρο­πά­ριο της μεμ­ψι­μοι­ρίας, για­τί κιν­δυ­νεύου­με να γί­νου­με –αν δεν έ­χου­με ή­δη γί­νει– γρα­φι­κοί. Πρω­το­χρο­νιά με­θαύ­ριο, ας μι­λή­σου­με για τις συγ­γρα­φι­κές ε­πε­τείους του ερ­χό­με­νου έ­τους. Προ­φα­νώς, τις μεί­ζο­νες ση­μα­ντι­κών συγ­γρα­φέων. Για τους ήσ­σο­νες συγ­γρα­φείς και τους εξ ε­παρ­χίας κα­τα­γό­με­νους θα με­ρι­μνή­σουν σύλ­λο­γοι και μι­κρές κοι­νό­τη­τες, που, πα­ρα­δό­ξως, στη γε­νι­κό­τε­ρη διά­λυ­ση, δια­τη­ρούν τη συ­νε­κτι­κό­τη­τά τους. Ως ο μεί­ζων του 2013 προ­βάλ­λει ο Κα­βά­φης. Δι­πλή ε­πέ­τειος, ό­πως του Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 150 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του και 80 α­πό τον θά­να­τό του. Αρχές Δε­κεμ­βρίου, μια δη­μο­σιο­γρά­φος ε­γκά­λε­σε το υ­πουρ­γείο Πο­λι­τι­σμού για κα­θυ­στέ­ρη­ση της κή­ρυ­ξης Έτους Κα­βά­φη το 2013. Ποιο υ­πουρ­γείο Πο­λι­τι­σμού; Με­τά την συγ­χώ­νευ­ση των Υπουρ­γείων, την ο­ποία ο Πρω­θυ­πουρ­γός ξε­κί­νη­σε α­πό του Πο­λι­τι­σμού, μια Γραμ­μα­τεία ου­σια­στι­κά α­πέ­μει­νε και έ­νας Ανα­πλη­ρω­τής υ­πουρ­γός. Τέως Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού γαρ ο Πρω­θυ­πουρ­γός εί­χε προ­σω­πι­κή γνώ­ση για την α­χρη­στία του εν λό­γω Υπουρ­γείου. 
Η δη­μο­σιο­γρά­φος, πά­ντως, υ­πο­ψιά­στη­κε ό­τι η πο­λι­τι­κή η­γε­σία μπο­ρεί να κω­λυ­σιερ­γεί για­τί προ­τι­μά άλ­λον τι­μώ­με­νο, πε­ρισ­σό­τε­ρο ταυ­τι­σμέ­νο με το ι­δε­ο­λο­γι­κό της προ­φίλ. Ποιό ι­δε­ο­λο­γι­κό προ­φίλ εν­νοού­σε; Γα­λα­ζω­πό; Πρα­σι­νί­ζο­ν; Ή, μή­πως, το ρο­δί­ζον α­πό τη ντρο­πή του; Όπως και να έ­χει, κα­θη­συ­χα­στι­κή η Γραμ­μα­τεία Πο­λι­τι­σμού, δια­βε­βαίω­σε ό­τι το 2013 θα εί­ναι Έτος Κα­βά­φη. Όσο για την κα­θυ­στέ­ρη­ση, ας ό­ψε­ται η γρα­φειο­κρα­τία. Δεν διευ­κρί­νι­σε, αν θα α­να­μιχ­θεί η ί­δια στον ε­ορ­τα­σμό τό­σο δρα­στή­ρια ό­σο κα­τά το προ­η­γού­με­νο Έτος Κα­βά­φη, το 2003. Τό­τε, το ΥΠ.ΠΟ, κα­τά πά­για συ­νή­θειά του, εί­χε προ­σθέ­σει στις α­φί­σες των εκ­δη­λώ­σεων την υ­πο­στή­ρι­ξή του. 
Γε­νι­κό­τε­ρα, πά­ντως, οι δη­μο­σιο­γρά­φοι κα­θη­σύ­χα­ζαν ό­τι για την ε­πέ­τειο Κα­βά­φη έ­χει προ­βλέ­ψει η Ου­νέ­σκο. Μό­νο που δεν έ­δι­ναν πλη­ρο­φο­ρίες τι εί­δους ε­πε­τεια­κό Έτος ε­ξα­σφα­λί­ζει ο εν λό­γω Οργα­νι­σμός, πέ­ραν του κα­τα­λό­γου, που κα­ταρ­τί­ζει κά­θε χρό­νο με τις α­νά χώ­ρα ε­πε­τείους. Βε­βαίως, και μό­νο η κα­τα­χώ­ρη­ση για το 2013 του Κα­βά­φη στην Ελλά­δα, προσ­δί­δει στο γε­γο­νός “οι­κου­με­νι­κή διά­στα­ση”. Όπως και να έ­χει, εί­θι­σται το πρώ­το μέ­λη­μα, ό­ποιου φο­ρέα α­να­λαμ­βά­νει την πρω­το­βου­λία των ε­ορ­τα­σμών, να εί­ναι η α­να­κοί­νω­ση ε­νός ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων συ­νε­δρίων. Αυ­το­νό­η­τα διε­θνών, ό­ταν πρό­κει­ται για έ­ναν κλα­σι­κό συγ­γρα­φέα. Με­τά, λοι­πόν, τους περ­σι­νούς (2011) ε­ορ­τα­σμούς Πα­πα­δια­μά­ντη και Ελύ­τη με συ­νέ­δρια στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής, α­να­με­νό­ταν ε­κεί να διορ­γα­νω­θεί και το Συ­νέ­δριο Κα­βά­φη. Πό­σω μάλ­λον στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, που κά­το­χος του Αρχείου του για 43 έ­τη, κο­ντά μι­σό αιώ­να, ή­ταν η οι­κο­γέ­νεια Σαβ­βί­δη. Συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία, πέ­ρα α­πό νο­μι­κές δο­μές, Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής και ΔΟ­Λ, στο Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο του Με­γά­ρου βρί­σκε­ται η Λέ­να Λα­μπρά­κη-Σαβ­βί­δη και ε­πί­σης, στη θέ­ση του α­ντι­προέ­δρου του Σπου­δα­στη­ρίου Νέ­ου Ελλη­νι­σμού, που ι­δρύ­θη­κε τέ­λη 1996 για “την δια­τή­ρη­ση της πνευ­μα­τι­κής και α­κα­δη­μαϊκής πα­ρά­δο­σης Κ. Θ. Δη­μα­ρά και Γ. Π. Σαβ­βί­δη”. 
Θυ­μί­ζου­με ό­τι το Αρχείο Κα­βά­φη ή­ταν στην κα­το­χή του Γ. Π. Σαβ­βί­δη, α­πό το 1969, που α­γο­ρά­στη­κε α­πό την κλη­ρο­νό­μο του Κα­βά­φη, Ρί­κα Σε­γκο­πού­λου, μέ­χρι το θά­να­τό του, στις 11 Ιου­νίου 1995. Ένα α­κέ­ραιο τέ­ταρ­το του αιώ­να. Στη φρο­ντί­δα του βρι­σκό­ταν α­κό­μη νω­ρί­τε­ρα, α­πό το 1963. Αυ­τό α­πο­τέ­λε­σε το με­γά­λο θη­σαυ­ρό του Σπου­δα­στη­ρίου και σχε­δόν την μο­να­δι­κή –δεν νο­μί­ζου­με ό­τι υ­περ­βάλ­λου­με– έ­γνοια του διευ­θυ­ντή του, του δευ­τε­ρό­το­κου γιου του Γιώρ­γου και της Λέ­νας Σαβ­βί­δη. Στα «Μι­κρά Κα­βα­φι­κά», το 1985, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης δεί­χνει την ι­διαί­τε­ρη θέ­ση που δί­νει στον δευ­τε­ρό­το­κο με την α­φιέ­ρω­ση: «...για τον Μα­νό­λη μας, που εί­ναι “ο χρό­νος ο α­λη­θι­νός”». Και ε­κεί­νος α­πο­δεί­χτη­κε ά­ξιος της ε­μπι­στο­σύ­νης, φρο­ντί­ζο­ντας τον Κα­βά­φη και το Αρχείο του. Όπως ο ί­διος α­να­φέ­ρει, στή­ρι­ξε κά­ποιες ση­μα­ντι­κές εκ­δό­σεις και έ­στη­σε τις α­να­γκαίες ι­στο­σε­λί­δες. Επι­προ­σθέ­τως, το κα­λά προ­στα­τευ­μέ­νο Αρχείο θα πρέ­πει να βοή­θη­σε στην υ­πο­δειγ­μα­τι­κή Βι­βλιο­γρα­φία Κα­βά­φη, που ο φί­λος και συ­νερ­γά­της του Γ. Π. Σαβ­βί­δη, Δη­μή­τρης Δα­σκα­λό­που­λος, πα­ρου­σία­σε το 2000. Βοή­θη­σε μέ­χρι και στην έκ­δο­ση, στα τέ­λη του 2012, της ε­ξαν­τλη­τι­κής με­λέ­της του Χρή­στου Πα­πά­ζο­γλου, «Με­τρι­κή και α­φή­γη­ση. Για μια συ­στη­μα­τι­κή με­τρι­κή και ρυθ­μι­κή α­νά­λυ­ση των κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των», που α­πο­τε­λού­σε, κα­τά τον Γ. Π. Σαβ­βί­δη, “έ­να α­πό τα βα­σι­κά desiderata της κα­βα­φι­κής έ­ρευ­νας”.

Ορφα­νό σε ξέ­να χέ­ρια

Τε­λι­κά, α­ντί της α­ναγ­γε­λίας Συ­νε­δρίου Κα­βά­φη στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής ή ο­που­δή­πο­τε αλ­λού, γνω­στο­ποιή­θη­κε ό­τι το Αρχείο Κα­βά­φη δεν α­νή­κει πλέ­ον στην οι­κο­γέ­νεια Σαβ­βί­δη. Με­γά­λη α­πο­ρία μας προ­κά­λε­σε αυ­τή η με­τα­βί­βα­ση του Αρχείου “σε άλ­λα χέ­ρια”. Οι δη­μο­σιο­γρά­φοι, πά­ντως, με έ­γκυ­ρη ε­νη­μέ­ρω­ση, θριαμ­βο­λο­γούν για το γε­γο­νός ό­τι “πα­ρέ­μει­νε σε ελ­λη­νι­κά χέ­ρια”, κα­θώς, ό­πως το­νί­ζουν, το διεκ­δι­κού­σαν α­κα­δη­μαϊκά ι­δρύ­μα­τα Ευ­ρώ­πης και Η­ΠΑ. Δη­λα­δή, με ποιο τρό­πο το διεκ­δι­κού­σαν, ό­πως έ­ναν πί­να­κα Παρ­θέ­νη που κα­το­χυ­ρώ­νε­ται στον πλειο­δό­τη; Πά­λι οι δυ­σοίω­νοι και­ροί; Αυ­τοί, ό­μως, θα ήλ­πι­ζε κα­νείς ό­τι δεν ε­πη­ρεά­ζουν Ιδρύ­μα­τα της τά­ξης του Σπου­δα­στη­ρίου. O α­δό­κη­τος α­πο­χω­ρι­σμός του Αρχείου Κα­βά­φη α­πό το Σπου­δα­στή­ριο μας ξε­νί­ζει. Μας ξε­νί­ζει για πολ­λούς λό­γους, αλ­λά, κυ­ρίως, ε­πει­δή το συ­νο­δεύουν κά­ποια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά φι­λο­λο­γι­κού “πά­θους”. Τα με­γά­λα πά­θη, ως γνω­στόν, εί­ναι α­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι του ε­αυ­τού μας και ού­τε για τον πρώ­το λα­χνό του Εθνι­κού Λα­χείου δεν τα α­πο­χω­ρι­ζό­μα­στε. Ο Κα­βά­φης, λοι­πόν, στά­θη­κε έ­να με­γά­λο πά­θος για τον Γ. Π. Σαβ­βί­δη. Αλλά και ο δευ­τε­ρό­το­κος Σαβ­βί­δης φε­ρό­ταν πα­θια­σμέ­νος με την πε­ρί­πτω­ση Κα­βά­φη. Από χεί­λη υ­πε­ρά­νω αμ­φι­σβή­τη­σης, εί­χα­με μά­θει ό­τι ε­τοί­μα­ζε βιο­γρα­φία Κα­βά­φη. Ο ί­διος, ω­στό­σο, σε πρό­σφα­τη συ­νέ­ντευ­ξή του, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται: «Σκε­φτό­μουν α­πό και­ρό πώς θα μπο­ρού­σα να α­ξιο­ποιή­σω κα­λύ­τε­ρα το Αρχείο Κα­βά­φη, για­τί εί­δα ό­τι ε­γώ δεν ε­παρ­κού­σα. Εί­μαι φι­λό­λο­γος και θα έ­πρε­πε  στ’ α­λή­θεια να δο­κι­μά­σου­με μια μη φι­λο­λο­γι­κή προ­σέγ­γι­ση, για­τί αυ­τή εί­χε σχε­δόν φτά­σει στα ό­ριά της...» Απο­ρού­με, υ­πάρ­χουν ό­ρια για τη φι­λο­λο­γι­κή προ­σέγ­γι­ση;
Δια­φο­ρε­τι­κά σκε­φτό­ταν το φθι­νό­πω­ρο του 2009. Τό­τε, ο ση­με­ρι­νός Πρω­θυ­πουρ­γός, ως υ­πουρ­γός Πο­λι­τι­σμού, του εί­χε τά­ξει την πα­ρα­χώ­ρη­ση της οι­κίας Κω­λέτ­τη για Μου­σείο Κα­βά­φη. Εί­χε. μά­λι­στα, βρε­θεί χρη­μα­το­δό­της για την α­να­πα­λαίω­ση, η ο­ποία εί­χε ξε­κι­νή­σει πά­ραυ­τα. Θα α­πο­τε­λού­σε μια ι­δα­νι­κή στέ­γη για τον Αλε­ξαν­δρι­νό, αυ­τό το μο­να­δι­κό μπαλ­κό­νι στον αρ­χαίο ελ­λη­νι­κό και  με­τα­βυ­ζα­ντι­νό κό­σμο. Μό­νο τα συ­να­πα­ντή­μα­τα του ποιη­τή, στις κά­μα­ρες και τους δια­δρό­μους, με τον φου­στα­νε­λο­φό­ρο πο­λι­τι­κό θα μπο­ρού­σαν να α­πο­βούν προ­βλη­μα­τι­κά. Τό­τε, ο Μα­νό­λης Σαβ­βί­δης πρό­σβλε­πε, σύμ­φω­να πά­λι με συ­νέ­ντευ­ξή του, “σε έ­να α­πό τα πλη­ρέ­στε­ρα και αρ­τιό­τε­ρα κέ­ντρα με­λέ­της και προ­βο­λής Κα­βά­φη και μα­ζί της νέ­ας ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας και πο­λι­τι­σμού”. Με­τά τις ε­κλο­γές, το έρ­γο ναυά­γη­σε.  Βγή­καν “ψεύ­τι­κα τα λό­για, τα με­γά­λα”. Μέ­νει, ω­στό­σο, η α­πο­ρία για­τί ε­γκα­τα­λεί­φθη­κε τό­σο εύ­κο­λα η ι­δέα για έ­να Μου­σείο, κα­λύ­τε­ρα Ίδρυ­μα Κα­βά­φη, στην πά­ντο­τε δια­θέ­σι­μη οι­κία Κω­λέτ­τη. Εί­τε με α­πο­κλει­στι­κά ελ­λη­νι­κή χρη­μα­το­δό­τη­ση εί­τε με συγ­χρη­μα­το­δό­τη­ση, η οι­κο­γέ­νεια Σαβ­βί­δη, με το κύ­ρος που δια­θέ­τει, θα μπο­ρού­σε να πραγ­μα­το­ποιή­σει το ό­ρα­μα για έ­να Κέ­ντρο Με­λέ­της της πε­ριω­πής του Κα­βά­φη και της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Ας μην λη­σμο­νού­με ό­τι αυ­τή εί­ναι η προί­κα της χώ­ρας για να υ­πάρ­χει στο μέλ­λον και ό­χι τα τριά­κο­ντα ή ό­σα ευ­ρω­παϊκά αρ­γύ­ρια προς διά­σω­σή της.  
Βε­βαίως, “ελ­λη­νι­κά χέ­ρια” πα­ρέ­λα­βαν το Αρχείο Κα­βά­φη. Η νέα στέ­γη του Αρχείου θα εί­ναι η νεό­τευ­κτη Στέ­γη Γραμ­μά­των και Τε­χνών του Ιδρύ­μα­τος Αλέ­ξαν­δρου Ωνά­ση. Η με­γα­λο­α­στι­κή οι­κία στο α­διέ­ξο­δο “rond point” της ο­δού Μου­ρού­ζη, ό­που βρί­σκε­ται το Σπου­δα­στή­ριο, α­ντι­κα­θί­στα­ται α­πό την υ­περ­σύγ­χρο­νη αρ­χι­τε­κτο­νι­κή της λεω­φό­ρου Συγ­γρού, ο­λωσ­διό­λου ξέ­νη προς το κα­βα­φι­κό κλί­μα. Πα­ρό­μοια ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γούν και οι α­πό­ψεις του ση­με­ρι­νού Προέ­δρου του Ιδρύ­μα­τος, Αντώ­νη Πα­πα­δη­μη­τρίου, πρω­τό­το­κου γιου του πρώ­του Προέ­δρου Στέ­λιου Πα­πα­δη­μη­τρίου: «...σκο­πεύου­με με το Αρχείο να κά­νου­με κά­τι πο­λύ σύγ­χρο­νο που θα α­πευ­θύ­νε­ται σε νέ­ους αν­θρώ­πους... θα εί­ναι προ­σβά­σι­μο σε ό­λους... θα δια­μορ­φώ­σου­με έ­ναν ει­δι­κό εκ­θε­σια­κό χώ­ρο...πο­λύ μο­ντέρ­νο... ώ­στε να “ζω­ντα­νεύου­ν” τα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη... θέ­λου­με να ε­νι­σχύ­σου­με τον διε­θνή χα­ρα­κτή­ρα του...» Ενώ, εμ­φα­τι­κά δη­λώ­νει: «Δεν θα κά­νου­με έ­να συ­νέ­δριο Κα­βά­φη στο ο­ποίο θα κα­λέ­σου­με τους πο­λύ γνω­στούς και κα­λούς με­λε­τη­τές του έρ­γου του Κα­βά­φη, αλ­λά κά­τι που θα α­νοί­ξει τον κό­σμο προς τον ποιη­τή...» Πι­θα­νώς, αν ζού­σε ο πα­τήρ Πα­πα­δη­μη­τρίου, το Αρχείο να μη στε­γα­ζό­ταν σε αυ­τό το ξέ­νο πε­ρι­βάλ­λον. Αλε­ξαν­δρι­νός ε­κεί­νος, ί­σως να δη­μιουρ­γού­σε κά­ποιο χώ­ρο στο νε­ο­κλα­σι­κό της ο­δού Αμα­λίας. Το πι­θα­νό­τε­ρο, να μην προέ­βλε­πε αυ­τό το τό­σο δη­μο­κρα­τι­κό “ά­νοιγ­μα του κό­σμου προς τον ποιη­τή”. Παι­δία να θρο­νιά­ζο­νται στην πο­λυ­θρό­να Του, έ­φη­βοι να ση­μειώ­νουν στί­χους στα χει­ρό­γρα­φά Του, νε­κρό­φι­λοι να πα­σπα­τεύουν τη νε­κρι­κή μά­σκα Του. Μάλ­λον θα α­πέ­φευ­γε και τα ε­ντυ­πω­σια­κά δρώ­με­να. Τε­λι­κά, στις ε­ξαγ­γε­λίες του Προέ­δρου έρ­χο­νται να προ­στε­θούν διορ­θω­τι­κά ε­κεί­νες της υ­πο­διευ­θύ­ντριας της Στέ­γης. Σύμ­φω­να με αυ­τές, πα­ρα­με­ρί­ζο­νται η δη­μιουρ­γία Μου­σείου Κα­βά­φη και η έμ­φα­ση στους ε­πε­τεια­κούς ε­ορ­τα­σμούς. Τί­θε­ται, ε­πί­σης, ως βα­σι­κή προ­τε­ραιό­τη­τα, η προ­σέγ­γι­ση νεό­τε­ρων η­λι­κιών μέ­σω του δια­δι­κτύου.  
Όσο για τον διε­θνή χα­ρα­κτή­ρα του Κα­βά­φη, μάλ­λον πε­ρι­φρού­ρη­ση α­παι­τεί­ται πα­ρά ε­νί­σχυ­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, υ­πάρ­χει έ­να με­γά­λο κομ­μά­τι της διε­θνούς κοι­νό­τη­τας, που θλί­βε­ται, για­τί ο Κα­βά­φης δεν έ­χει πά­ρει τη θέ­ση που του α­να­λο­γεί στην Gay Literature. Γε­νι­κό­τε­ρα, ε­κτός Ελλά­δος, φαί­νε­ται ό­τι πρω­το­στα­τεί “ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος και δια­σπο­ρι­κός Κα­βά­φης”, ο ο­ποίος και κρί­νε­ται “πιο προσ­γειω­μέ­νος και ε­πί­και­ρος”. Ωστό­σο, ό­σοι α­σχο­λού­νται με τον διε­θνή χα­ρα­κτή­ρα του, κα­λό εί­ναι να μην λη­σμο­νούν ό­τι υ­πήρ­ξε έ­νας “κα­θα­ρό­αι­μος αι­σθη­τής”, ό­πως εύ­στο­χα τον έ­χει χα­ρα­κτη­ρί­σει ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Ένας “ε­στέ­τ”, που εί­χε “την α­ντί­λη­ψη πως το έρ­γο του δεν εί­ναι (και δεν πρέ­πει με κα­νέ­ναν τρό­πο να κα­τα­ντή­σει) ε­μπο­ρεύ­σι­μο α­γα­θό”, και ό­τι η δη­μο­σίευ­σή του “ι­σο­δυ­να­μεί με εκ­πόρ­νευ­ση”. Όταν ο Κα­βά­φης δη­μο­σίευε το έ­κα­νε για τους “μυη­μέ­νους” και τις εκ­δό­σεις του τις ε­τοί­μα­ζε για τους “happy few”.

Σε ποιον α­νή­κει το 2013

Όταν τα πράγ­μα­τα στέ­νευαν, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης στρε­φό­ταν στους ήσ­σο­νες. Μή­πως να α­να­κη­ρύ­ξου­με το 2013 Έτος Σου­ρή, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 160 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του, την 1η Φε­βρουα­ρίου 1853. Μην και “γε­λά­σει λί­γο το χει­λά­κι μας” με τον Ρω­μηό του. “Ο ρα­χατ­λής Έλλην, α­πο­λαμ­βά­νων α­μέ­ρι­μνος τον ναρ­γι­λέ του, λου­στρά­ρων τα πα­πού­τσια του και δια­βά­ζων την ε­φη­με­ρί­δα του”, σκι­τσα­ρι­σμέ­νος α­πό τον Θέ­μο Άννι­νο, πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε την 2α Απρι­λίου 1883 στην ο­μώ­νυ­μη ε­φη­με­ρί­δα, την ο­ποία έ­γρα­φε ο Σου­ρής, σύμ­φω­να και με τον υ­πό­τιτ­λο. Δεν θα σι­γο­ντά­ρου­με Άγγλους, Γάλ­λους, Γερ­μα­νούς, που βλέ­πουν στον ση­με­ρι­νό Έλλη­να τον νω­χε­λή Ρω­μηό του Σου­ρή. Πά­ντως, εί­ναι γε­γο­νός ό­τι, σε ε­πο­χή οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, ό­λων των ει­δών τα κα­τα­στή­μα­τα κλεί­νουν και τα μό­να που α­νοί­γουν εί­ναι κα­φε­τέ­ριες και φα­γά­δι­κα.
Όπως κά­θε χρό­νο, οι ε­πέ­τειοι εί­ναι αρ­κε­τές. Οι δρα­στή­ριοι Αι­τω­λο­α­καρ­νά­νες θα ξα­να­θυ­μη­θούν τον Πα­λα­μά και τα 70χρο­να α­πό το θά­να­τό του. Το ί­διο πι­στεύου­με και οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς με την ει­κο­σα­ε­τία α­πό τον θά­να­το του Ν. Γ. Πε­ντζί­κη. Τα 180 α­πό το θά­να­το του Κο­ραή, το πι­θα­νό­τε­ρο να πε­ρά­σουν ε­ντε­λώς α­μνη­μό­νευ­τα. Όσο για την πλειά­δα των άλ­λο­τε πο­τέ ε­πι­φα­νών, που συ­νέ­πε­σε να γεν­νη­θούν το 1883, μάλ­λον μό­νο ο Κα­ζα­ντζά­κης θα πε­ρι­σω­θεί. Ήδη, οι ο­μώ­νυ­μες εκ­δό­σεις ε­τοί­μα­σαν Ημε­ρο­λό­γιο 2013, ε­νώ ά­νοι­ξε έκ­θε­ση-α­φιέ­ρω­μα, «130 χρό­νια Νί­κος Κα­ζα­ντζά­κης». Επει­δή υ­πάρ­χει Ίδρυ­μα Τρια­ντα­φυλ­λί­δη, ί­σως να ε­ορ­τα­στεί και η δι­κή του ε­πέ­τειος.   
Κα­λός ο Κα­βά­φης, κα­λός και ο Κα­ζα­ντζά­κης, το 2013, ό­μως, σύμ­φω­να με τις ε­ορ­τα­ζό­με­νες συ­νή­θως ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δες, α­νή­κει στον Δη­μή­τρη Χατ­ζή. Γεν­νή­θη­κε στα Γιάν­νε­να την 21η Νο­εμ­βρίου 1913 και υ­πο­θέ­του­με ό­τι ε­ξα­κο­λου­θούν να τον ε­ντάσ­σουν στους μεί­ζο­νες. Σί­γου­ρα, θα τον θυ­μη­θούν τον Χατ­ζή. Πρώ­τοι α­πό ό­λους οι συ­ντο­πί­τες του, οι Ηπει­ρώ­τες. Ύστε­ρα, και κλη­ρο­νό­μο έ­χει, και εκ­δό­τη, και δυο ε­ρί­ζουν, του­λά­χι­στον μέ­χρι πρό­σφα­τα, για τη φρο­ντί­δα του έρ­γου του. Τα ε­πε­τεια­κά έ­τη, ό­μως, εί­ναι δου­λειά των κρα­τι­κών φο­ρέων. Ήδη, το 2013 α­να­κη­ρύ­χτη­κε και ε­πί­ση­μα Έτος Κα­βά­φη. Αλλά και το 2011 εί­χε α­να­κη­ρυ­χτεί και μά­λι­στα, α­πό νω­ρίς, Έτος Ελύ­τη, ε­ορ­τά­στη­κε ό­μως ως Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη, παίρ­νο­ντας πλη­θω­ρι­κές δια­στά­σεις.   
Αρκε­τά. Χί­λιες πα­ρά τρεις σε­λί­δες Ex Libris εί­ναι πολ­λές, πά­ρα πολ­λές. Ας μας ευ­χη­θού­με, ω­στό­σο, να ε­πι­βιώ­σου­με του 2013. Εμείς, το Ex Libris, η Επο­χή. “Χλω­μό’’ το βλέ­που­με, αλ­λά η ελ­πί­δα, λέ­νε, ό­τι πε­θαί­νει τε­λευ­ταία. 
Μ.Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/12/2012.



Ο Γεώργιος Σουρής σε γελοιγραφικό σκίτσο του στενού του φίλου Θέμου Άννινου. «Ο Ρωμηός», που επί 35 χρόνια έγραφε και εξέδιδε ο Σουρής, αποτελεί φαινόμενο για τον ελληνικό σατυρικό Τύπο. Εβδομαδιαίο έμμετρο φύλλο «Ο Ρωμηός», η μακροβιότητα (2/4/1883 – 17/11/1918) και η τεράστια απήχησή του σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, οφειλόταν στη στιχουργική ικανότητα του Σουρή, αλλά και στο έμφυτο ταλέντο του να συλλαμβάνει το σφυγμό του μεγάλου κοινού και να προσαρμόζεται στη νοοτροπία του. Μέσα από τους διαλόγους των δύο ηρώων του, του Φασουλή και του Περικλέτου,  αναδυόταν ο χαρακτήρας τού τότε μέσου Έλληνα. Μπορεί σε παραλλαγή, αλλά οι περισσότερες όψεις αυτού του χαρακτήρα μάς συνοδεύουν ως σήμερα. Μόνο που μέσα στη σημερινή σοβαροφάνεια δεν υπάρχει άξιος αντικαταστάτης του Σουρή.




Ο Δημήτρης Χατζής κλείνει ακριβώς έναν αιώνα από γεννήσεως. Είναι μάλλον απίθανο να συγκινήσει τον σημερινό Αναπληρωτή υπουργό επί θεμάτων πολιτισμού, καθώς ο γιαννιώτης συγγραφέας βρίσκεται ιδεολογικά στην απέναντι όχθη. Έτσι μένει ανάμεσα στους Ανυπεράσπιστους. Ο μόνος, που θα μπορούσε να εισηγηθεί  Έτος Χατζή, είναι ο μέχρι προ ολίγων ημερών Πρόεδρος του Ε.ΚΕ.ΒΙ. και ακαδημαϊκός Θανάσης Βαλτινός. Με τις πρόσφατες, όμως, ανακατατάξεις στις λογοτεχνικές γενιές, όπως τις εισηγούνται οι νέοι κριτικοί, ανήκει πλέον στην ίδια γενιά με τον Χατζή, την πρώτη μεταπολεμική. Όπότε, ο επίζηλος τίτλος του κορυφαίου διηγηματογράφου της γενιάς του βρίσκει πρεσβύτη ανταγωνιστή. Με ισχυρό αντίπαλο τον Χατζή, η πρωτοκαθεδρία αρχίζει να κλονίζεται. Ο Χατζής, πάντως, διατηρούσε στενούς δεσμούς μέχρι τέλους με την ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Αφορμή, λοιπόν, οι άλλοτε Ρηγάδες, που συνασπίζονται σήμερα γύρω από τον ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ., να  κηρύξουν εκείνοι Έτος Χατζή –κάτι σαν αντι-Έτος–  με πρωτοστάτη τον εκ Παρισίων Νίκο Γουλανδρή. Αυτός κάτι ξέρει παραπάνω – εκτός εάν έκανε απώθηση στο ρηγάδικο  παρελθόν του.

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Καμπούρογλου συνέχεια



Ιω­σήφ Σιακ­κής
«Δ. Γ. Κα­μπού­ρο­γλου
Η ζωή και το έρ­γο του»
Εκδό­σεις ΜΙΕ­Τ
Ιού­λιος 2012

Επα­νερ­χό­μα­στε στο θέ­μα της προ­η­γού­με­νης Κυ­ρια­κής, τον Δη­μή­τριο Κα­μπού­ρο­γλου. Η βιο­γρα­φία του Ιω­σήφ Σιακ­κή α­κο­λου­θεί τις τρεις γνω­στές βιο­γρα­φίες του Κα­μπού­ρο­γλου, συν­δυά­ζο­ντας την χρο­νο­λο­γι­κή α­νά­πτυ­ξη με την κα­τά θέ­μα πα­ρου­σία­ση. Υπερ­τε­ρεί, ω­στό­σο, στο βι­βλιο­γρα­φι­κό μέ­ρος, κα­θώς σε αυ­τό συ­γκε­ντρώ­νο­νται στοι­χεία για ε­πι­μέ­ρους θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες. Αλλά και δια­φο­ρο­ποιεί­ται, κυ­ρίως ως προς το ύ­φος, α­φού οι προ­η­γού­με­νοι τρεις βιο­γρά­φοι δια­πνέ­ο­νταν α­πό θαυ­μα­σμό προς το πρό­σω­πο του βιο­γρα­φού­με­νου και στις κρί­σεις τους έ­λα­βαν υ­π’ ό­ψιν τα μέ­τρα και σταθ­μά της ε­πο­χής του. Αυ­τό, βέ­βαια, ή­ταν α­να­με­νό­με­νο, δε­δο­μέ­νης της μα­κριάς σχέ­σης που εί­χαν και οι τρεις με το έρ­γο του. Ο πρώ­τος βιο­γρά­φος εί­ναι ο συ­νε­χι­στής του ι­στο­ρι­κού έρ­γου του, ο Δη­μή­τριος Αλε­ξάν­δρου Γέ­ρο­ντας. Ήταν εί­κο­σι εν­νέα ε­τών το 1942, που α­πε­βίω­σε ο Κα­μπού­ρο­γλους και τον θαύ­μα­ζε α­πό παι­δί. Στε­νός συγ­γε­νής του, δι­σέγ­γο­νος του Δη­μο­γέ­ρο­ντα Άγγε­λου Σω­τη­ρια­νού Αλε­ξάν­δρου Γέ­ρο­ντα, πάπ­που εκ μη­τρός του Κα­μπού­ρο­γλου. Τέσ­σε­ρις γιους και δυο κό­ρες εί­χε ο Γέ­ρο­ντας, η μη­τέ­ρα του Κα­μπού­ρο­γλου, Μα­ριάν­να, ή­ταν η δευ­τε­ρό­το­κη. Η βιο­γρα­φία του Γέ­ρο­ντα εκ­δό­θη­κε το 1974. Η ε­πό­με­νη, ε­πτά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, εί­ναι κι αυ­τή έρ­γο ε­νός νε­α­ρού φί­λου του Κα­μπού­ρο­γλου κα­τά τα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζωής του, του Διο­νύ­ση Τρο­βά. Τέ­λος, η πιο πρό­σφα­τη, που εκ­δό­θη­κε το 1996, εί­ναι της δη­μο­σιο­γρά­φου και συγ­γρα­φέως Ευ­γε­νίας Ζω­γρά­φου, η ο­ποία εί­χε γνω­ρί­σει τον συ­νο­νό­μα­το εγ­γο­νό τού Κα­μπού­ρο­γλου, στη μνή­μη του ο­ποίου και την α­φιε­ρώ­νει. Μια ε­πι­πλέ­ον έν­δει­ξη της κα­λής γνω­ρι­μίας της βιο­γρά­φου με τον Κα­μπού­ρο­γλου και την ε­πο­χή του α­πο­τε­λεί το γε­γο­νός ό­τι την προ­λο­γί­ζει ο πρε­σβύ­της πλέ­ον Γέ­ρο­ντας.   
Στο εκ­δο­τι­κό ση­μείω­μα της βιο­γρα­φίας του Σιακ­κή, δεν ε­ξη­γού­νται οι λό­γοι, που ε­κεί­νος την ά­φη­σε α­νέκ­δο­τη. Οι ε­πι­με­λη­τές α­να­φέ­ρουν ό­τι “α­πό τη βι­βλιο­γρα­φία που χρη­σι­μο­ποιεί ο συγ­γρα­φέ­ας συ­νά­γε­ται ό­τι η τε­λευ­ταία ε­πε­ξερ­γα­σία πρέ­πει να έ­γι­νε ό­χι πο­λύ αρ­γό­τε­ρα α­πό το 1974”. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στη βι­βλιο­γρα­φία κα­τα­χω­ρεί­ται δη­μο­σίευ­μα α­πό τα Χρι­στού­γεν­να 1979. Με βά­ση τη δεύ­τε­ρη βιο­γρα­φία, του Τρο­βά, μπο­ρού­με να προσ­διο­ρί­σου­με με αρ­κε­τή α­κρί­βεια τη χρο­νο­λο­γία συγ­γρα­φής της. Ο Σιακ­κής βι­βλιο­γρα­φεί δυο δη­μο­σιεύ­μα­τα του Τρο­βά της δε­κα­ε­τίας του 1940 αλ­λά δεν κα­τα­γρά­φει τη βιο­γρα­φία του. Γε­γο­νός που δεί­χνει ό­τι η βιο­γρα­φία Σιακ­κή θα πρέ­πει να γρά­φε­ται ή, έ­στω, να ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται ε­ντός του 1980, ταυ­τό­χρο­να με ε­κεί­νη του Τρο­βά. Στο συ­νο­δευ­τι­κό ση­μείω­μα του Αρχείου Σιακ­κή, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι “με την ερ­γα­σία του για τον Κα­μπού­ρο­γλου πή­ρε μέ­ρος σε δια­γω­νι­σμό της Ακα­δη­μίας”. Δεν α­πο­κλείε­ται ο δια­γω­νι­σμός να συν­δεό­ταν με την ε­πέ­τειο Κα­μπού­ρο­γλου του 1982. Αυ­τό το ση­μείο θα μπο­ρού­σε να δια­σα­φη­νι­στεί.
Σε μια πα­ρό­μοια υ­πό­θε­ση συ­νη­γο­ρεί ο βια­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας της συγ­γρα­φής των τε­λευ­ταίων κε­φα­λαίων κα­θώς και τα βι­βλιο­γρα­φι­κά κε­νά. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο τρί­το κε­φά­λαιο, ο Σιακ­κής υ­πό­σχε­ται να πα­ρα­θέ­σει στο τέ­λος πί­να­κα με τα δη­μο­σιεύ­μα­τα του Κα­μπού­ρο­γλου στο πε­ριο­δι­κό «Εβδο­μάς», τον ο­ποίο πα­ρα­λεί­πει. Ένα άλ­λο πα­ρά­δειγ­μα της ε­πεί­γου­σας συρ­ρα­φής του υ­λι­κού δί­νουν κά­ποιες αλ­λη­λο­α­ναι­ρού­με­νες α­να­φο­ρές. Όπως, λ.χ., ό­τι, στις 21.3.1921, “στη μπυ­ρα­ρία του Φι­ξ”, ί­δρυ­σε τον Σύλ­λο­γο των Συγ­γρα­φέων αλ­λά και τον Οδοι­πο­ρι­κό Σύν­δε­σμο. Εκεί­νο, πά­ντως, το βρά­δυ ί­δρυ­σε μό­νο τον δεύ­τε­ρο. Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, το βι­βλιο­γρα­φι­κό τμή­μα δεί­χνει ό­τι ο Κα­μπού­ρο­γλους δεν τον α­πα­σχό­λη­σε ι­διαί­τε­ρα ως ε­ρευ­νη­τι­κό α­ντι­κεί­με­νο. Πα­ρό­τι το 1978 ε­γκα­τέ­λει­ψε τη δι­κη­γο­ρία για την έ­ρευ­να, στον Κα­μπού­ρο­γλου δεν ε­πα­νήλ­θε κα­τά την ε­να­πο­μέ­νου­σα ει­κο­σα­ε­τία του βίου του. Πέ­θα­νε το 1999, σε η­λι­κία 82 ε­τών. Ωστό­σο, η α­να­ζή­τη­ση στοι­χείων γύ­ρω α­πό αυ­τόν θα πρέ­πει να εί­χε ξε­κι­νή­σει πο­λύ νω­ρί­τε­ρα. Ίσως και α­πό το 1951, ό­ταν το πρώ­το του βι­βλίο, έ­να τα­ξι­διω­τι­κό στον τό­πο κα­τα­γω­γής του πα­τέ­ρα του, «Γνω­ρι­μία με την Ερέ­τρια», α­πέ­σπα­σε το πρώ­το βρα­βείο της Ελλη­νι­κής Πε­ριη­γη­τι­κής Λέ­σχης. 
Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, το τε­λευ­ταίο βι­βλιο­γρα­φι­κό μέ­ρος της βιο­γρα­φίας πε­ρι­λαμ­βά­νει: Α. Χρο­νο­λο­γι­κό πί­να­κα των έρ­γων του Κα­μπού­ρο­γλου και των δη­μο­σιεύ­σεων αρ­χείων και χει­ρο­γρά­φων, που υ­πάρ­χουν μεν και στις άλ­λες βιο­γρα­φίες, αλ­λά, ε­δώ, οι εκ­δό­σεις εί­ναι πλη­ρέ­στε­ρα κα­τα­γε­γραμ­μέ­νες. Β. Τα δη­μο­σιεύ­μα­τά του στην ε­φη­με­ρί­δα «Εστία» με το ψευ­δώ­νυ­μο Ανα­δρο­μά­ρης. Η α­πο­δελ­τίω­ση α­φο­ρά την πε­ρίο­δο 1913 -1937, χω­ρίς να εί­ναι πλή­ρης. Στο α­ντί­στοι­χο κε­φά­λαιο της βιο­γρα­φίας, το 1913 α­να­φέ­ρε­ται ως το έ­τος που ο Κα­μπού­ρο­γλους πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται με αυ­τό το ψευ­δώ­νυ­μο. Ο Ανα­δρο­μά­ρης, ω­στό­σο, έ­κα­νε το ντε­μπού­το του το 1911 και συ­νέ­χι­σε μέ­χρι τέ­λους, α­πο­θνή­σκο­ντας ο­μού με­τά του κτή­το­ρά του. Γ. Με­ρι­κή βι­βλιο­γρά­φη­ση ό­σων έ­γρα­ψαν γι’ αυ­τόν, που α­φο­ρά την πε­ρίο­δο 1920-1979, με ε­πτά σκόρ­πια λήμ­μα­τα σε προ­η­γού­με­να χρό­νια, 1891-1905. Η πα­ρά­θε­ση εί­ναι κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά του ο­νό­μα­τος του συγ­γρα­φέα. Ευ­κρι­νέ­στε­ρη ει­κό­να θα δι­νό­ταν, αν πα­ρου­σιά­ζο­νταν σε ε­νό­τη­τες τα α­φιε­ρώ­μα­τα, ό­πως τα ε­κτε­νή της «Νέ­ας Εστίας» και της «Ελλη­νι­κής Δη­μιουρ­γίας, και αυ­το­νο­μού­νταν οι συ­νε­ντεύ­ξεις του. Δ. Στην τε­λευ­ταία ε­νό­τη­τα πα­ρου­σιά­ζε­ται α­πάν­θι­σμα κρί­σεων, χω­ρίς ό­μως βι­βλιο­γρα­φι­κές πα­ρα­πο­μπές. Πά­ντως, η δια­σπο­ρά των δη­μο­σιευ­μά­των του Κα­μπού­ρο­γλου σε πλή­θος ε­ντύ­πων, α­πό τα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1870 μέ­χρι το θά­να­τό του, κα­θι­στά τη βι­βλιο­γρα­φία του δυ­σε­πί­τευ­κτη.

Oπως και να έ­χει, πα­ρό­μοιες εκ­δό­σεις, ε­κλι­πό­ντος του συγ­γρα­φέα, χρειά­ζο­νται φι­λο­λο­γι­κή στή­ρι­ξη και ί­σως κά­ποιο συ­νο­δευ­τι­κό σχο­λια­σμό, κυ­ρίως για την πε­ρίο­δο με­τά τη συγ­γρα­φή τους. Ο σχο­λια­σμός χρειά­ζε­ται, ό­χι μό­νο για τυ­χόν α­βλε­ψίες, αλ­λά και για στρυφ­νές ή κά­πο­τε και α­δό­κι­μες δια­τυ­πώ­σεις. Ήδη, στο πρώ­το κε­φά­λαιο, το προ­σε­κτι­κό­τε­ρα γραμ­μέ­νο, υ­πάρ­χουν και α­πό τα δυο εί­δη. Από λά­θος της πη­γής α­πό την ο­ποία αν­τλεί­ται η πλη­ρο­φο­ρία, ο πα­τήρ του Κα­μπού­ρο­γλου, ο Γρη­γό­ριος, α­να­φέ­ρε­ται ως πρω­τό­το­κος, α­ντί για τρι­τό­το­κος γιος του πάπ­που Δη­μη­τρίου Ιωάν­νη Κα­μπού­ρο­γλου. Ενώ, κά­πως βια­στι­κά α­πο­δί­δε­ται στον πάπ­πο του πάπ­που του, τον Δη­μή­τριο Στρού­μπο το πα­ρα­τσού­κλι Κα­μπού­ρης α­κό­μη πριν να φύ­γει α­πό το τό­πο του, την Τσερ­νί­τσα Μεσ­ση­νίας. Το λήμ­μα της ε­γκυ­κλο­παί­δειας Ελευ­θε­ρου­δά­κη, γραμ­μέ­νο α­πό τον ί­διο τον Κα­μπού­ρο­γλου, προσ­διο­ρί­ζει: «Όνο­μα αρ­χαίας οι­κο­γε­νείας εξ Αλα­γω­νίας της Μεσ­ση­νίας. Η οι­κο­γέ­νεια  αύ­τη εί­νε κλά­δος της πο­λυ­σχι­δούς Ηπει­ρω­τι­κής προ­ε­λεύ­σεως οι­κο­γε­νείας των Στρού­μπων, ων αρ­χι­κώς έ­φε­ρε και το ε­πώ­νυ­μο. Εις εκ της οι­κο­γε­νείας ταύ­της α­πε­στά­λη πο­τέ βε­κί­λης του τό­που (α­ντι­πρό­σω­πος προς διε­ξα­γω­γή υ­πο­θέ­σεων) εις Κων­στα­ντι­νού­πο­λιν... Ήτο υ­ψη­λός και πως κυρ­τός, ε­πει­δή δε με­γά­λως διε­κρί­θη, τον υιόν του τον ε­χα­ρα­κτή­ρι­ζον οι Τούρ­κοι ως “Κα­μπούρ ο­γλού”, ή­τοι υιόν του κυρ­τού. Έκτο­τε ε­λη­σμο­νή­θη­σαν οι Στρού­μποι και οι Κα­μπού­ρο­γλοι διε­κλα­δί­σθη­σαν δια του προ­σω­νυ­μίου αυ­τού.» Επί­σης, σύγ­χυ­ση προ­κα­λεί η α­να­φο­ρά σε δυο μέ­λη της οι­κο­γέ­νειας των Στρού­μπων, που φέ­ρουν το πα­ρω­νύ­μιο Γεωρ­γί­λης, τον Ιωάν­νη Πα­να­γιώ­του Στρού­μπο και τον α­πό α­δελ­φό δι­σέγ­γο­νό του, Δη­μή­τριο Γεωρ­γίου Στρού­μπο. Σύγ­χυ­ση, που ε­πι­τεί­νει η συ­νέ­νω­ση των δυο προ­σώ­πων στο Ευ­ρε­τή­ριο.
Πέ­ραν αυ­τών, υ­πάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­νες α­πο­σιω­πή­σεις. Εκτός κι αν πρό­κει­ται για ελ­λι­πή πλη­ρο­φό­ρη­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο προ­πάπ­πος Ιωάν­νης Κα­μπού­ρο­γλους, σύμ­φω­να με ε­πι­στο­λή του Στα­μά­τη Κου­μπά­ρη προς τον Εμμα­νουήλ Ξάν­θο, χά­θη­κε κα­τά τις σφα­γές του 1821 στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Αν και δεν α­να­φέ­ρε­ται ρη­τά, στις 10 Μαρ­τίου 1821, έ­πε­σε θύ­μα τους. Ο Σιακ­κής α­να­φέ­ρει ό­τι α­γνο­εί­ται η τύ­χη του, πα­ρό­λο που έ­χει ε­ρευ­νή­σει έγ­γρα­φα σχε­τι­κά με τον θρα­κιώ­τη Φι­λι­κό Στα­μά­τη. Όσο για τον πάπ­πο Δη­μή­τριο, α­να­φέ­ρει ό­τι χά­νο­νται τα ί­χνη του στη Βιέν­νη. Πράγ­μα­τι, α­φού φυ­γά­δευ­σε τα πέ­ντε παι­διά του στην Οδησ­σό, ο ί­διος κα­τέ­φυ­γε στην Βιέν­νη, ό­που, ό­μως, ξα­να­πα­ντρεύ­τη­κε. Πρό­κει­ται, βέ­βαια, για λε­πτο­μέ­ρειες, οι ο­ποίες, ω­στό­σο, χρειά­ζο­νται τις υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις τους.  
Το ί­διο ι­σχύει και για το Ευ­ρε­τή­ριο. Με τη χρή­ση του Η/Υ, η κα­τάρ­τι­σή του έ­χει θεω­ρη­θεί εύ­κο­λη υ­πό­θε­ση, που δεν α­παι­τεί την κα­λή γνώ­ση τού προς ευ­ρε­τη­ρία­ση βι­βλίου, με α­πο­τέ­λε­σμα να εμ­φα­νί­ζο­νται ό­λο και συ­χνό­τε­ρα ελ­λεί­ψεις. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Μη­λιά­δης της βιο­γρα­φίας, ο συ­νι­δρυ­τής του «Οδοι­πο­ρι­κού Συν­δέ­σμου», ο­νο­μά­ζε­ται Θεό­δω­ρος και δεν εί­ναι ο χιώ­της ζω­γρά­φος Στυ­λια­νός Μη­λιά­δης, ού­τε ο Ν.Π.Απο­στο­λό­που­λος του πε­ριο­δι­κού «Νέ­οι Δρό­μοι» εί­ναι ο στο­χα­στής Ντί­μης Απο­στο­λό­που­λος. Γε­νι­κώς, τα μι­κρά ο­νό­μα­τα εί­ναι α­να­γκαία. Λ.χ., σκέ­το το Θω­μό­που­λος δεν πα­ρα­πέ­μπει μό­νο στον γλύ­πτη Θω­μά Θω­μό­που­λο. Εκτός α­πό τα μι­κρά ο­νό­μα­τα, συ­χνά χρειά­ζο­νται και οι τίτ­λοι. Λ.χ., το Ιγνά­τιος Να­ζιαν­ζού δεί­χνει σαν ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο και δεν δη­λώ­νει τον Επί­σκο­πο Να­ζιαν­ζού Ιγνά­τιο Σα­ρά­φο­γλου. Τέ­λος, ό­ταν υ­πάρ­χουν 13 Κα­μπού­ρο­γλοι και έ­ξι Στρού­μποι, η α­να­φο­ρά στο βαθ­μό συγ­γέ­νειας εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη.

Αρκε­τά θα εί­χα­με να προ­σθέ­σου­με σχε­τι­κά με τον τρό­πο που ο Σιακ­κής α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τον Κα­μπού­ρο­γλου και την ε­πο­χή του. Αρκού­με­θα εν­δει­κτι­κά σε ό­σα γρά­φει σχε­τι­κά με τον Οδοι­πο­ρι­κό Σύν­δε­σμο. Κα­τ’ αρ­χάς, υ­πο­τι­μά στη γέ­νε­ση ε­νός πα­ρό­μοιου συλ­λό­γου τον κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο του συ­στη­μα­τι­κού ο­δοι­πό­ρου και κα­λού γνώ­στη του ατ­τι­κού χώ­ρου, που ή­ταν ο Κα­μπού­ρο­γλους. Ύστε­ρα, δεί­χνει να ε­ξο­μοιώ­νει την Αθη­ναία του ’20 με την χει­ρα­φε­τη­μέ­νη της ε­πο­χής του, ό­ταν γρά­φει:   «...Εί­χε ό­μως την πα­ρα­ξε­νιά να μη θέ­λει γυ­ναί­κες για μέ­λη, τις θεω­ρού­σε α­νώ­ρι­μες για τέ­τοιες δου­λειές, δεν τις έ­βρι­σκε ι­κα­νές για σκλη­ρα­γω­γίες...» Σαν να α­γνο­εί ό­τι, κα­τά τον Κα­μπού­ρο­γλου, ο­δοι­πο­ρία σή­μαι­νε ε­νερ­γή πε­ρι­πλά­νη­ση προς ά­γραν πλη­ρο­φο­ριών και πα­ρα­τη­ρή­σεων. Και α­κό­μη, ό­τι, με τον Οδοι­πο­ρι­κό Σύν­δε­σμο, ε­πε­δίω­κε να ορ­γα­νώ­σει την κα­λύ­τε­ρη γνω­ρι­μία με τον τό­πο. Εκεί­νος α­ντι­λαμ­βα­νό­ταν την ο­δοι­πο­ρία σαν προ­σκύ­νη­μα, που έ­πρε­πε να εί­ναι α­διά­σπα­στο, γι’ αυ­τό και δεν θέ­λη­σε τη συμ­με­το­χή γυ­ναι­κών. Η προ­σω­νυ­μία, πά­ντως, του “χα­ρού­με­νου στρα­το­κό­που”, που του α­πο­δί­δει, ε­νέ­χει α­πό­χρω­ση κα­ρι­κα­τού­ρας.  
Σχο­λια­σμό θα χρεια­ζό­ταν και η α­πο­τί­μη­ση, που α­πο­πει­ρά­ται, ό­πως και οι άλ­λοι τρεις βιο­γρά­φοι, του έρ­γου του. Δύο μό­νο πα­ρα­τη­ρή­σεις. Πι­στεύου­με πως α­δι­κεί τον ι­στο­ρι­κό Κα­μπού­ρο­γλου, θεω­ρώ­ντας το έρ­γο του α­πο­κλει­στι­κά έρ­γο ι­στο­ριο­δί­φη. Σαν να μην α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τη σπου­δαιό­τη­τα της τρί­το­μης «Ιστο­ρίας των Αθη­ναίων», με την ο­ποία ο Κα­μπού­ρο­γλους κερ­δί­ζει ε­πα­ξίως τον τίτ­λο του ι­στο­ρι­κού και δη, του και­νο­τό­μου για την ε­πο­χή του, με την ε­πι­λο­γή του να μην ι­στο­ρή­σει την πό­λη αλ­λά τους κα­τοί­κους της, κα­θώς και με τον τρό­πο που α­να­πτύσ­σει το ι­στο­ρι­κό υ­λι­κό. Όσο α­φο­ρά τον διη­γη­μα­το­γρά­φο, οι α­πό­ψεις του Σιακ­κή α­ντα­να­κλούν τις προσ­λαμ­βά­νου­σες της ε­πο­χής του. Έχο­ντας ο ί­διος δο­κι­μα­στεί στον πε­ζό λό­γο κα­τά τα πρώ­τα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια, ε­ξαί­ρει τα ι­στο­ρι­κά διη­γή­μα­τα του Κα­μπού­ρο­γλου, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­να α­πό ε­κεί­να που α­πο­κα­λεί “η­θο­γρα­φή­μα­τα”, για τα ο­ποία και πα­ρα­τη­ρεί ό­τι “δεν θα εί­χαν τί­πο­τα να ζη­λέ­ψουν α­πό τα η­θο­γρα­φή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη”. 

Μέ­νουν δυο πρω­ταρ­χι­κά βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία του Κα­μπού­ρο­γλου, που η νέα βιο­γρα­φία α­φή­νει α­σχο­λία­στα. Το ε­πί­θε­τό του και η η­με­ρο­μη­νία της γέν­νη­σής του. Σύμ­φω­να με υ­πο­ση­μείω­ση των ε­πι­με­λη­τών, “το ό­νο­μα στην ο­νο­μα­στι­κή εμ­φα­νί­ζε­ται ε­ξαρ­χής και με τους δυο τύ­πους: Κα­μπού­ρο­γλους και Κα­μπού­ρο­γλου”. Όχι α­κρι­βώς. Το πα­ρω­νύ­μιο, που οι Τούρ­κοι εί­χαν α­πο­δώ­σει στους δυο γιους του Δη­μη­τρίου Στρού­μπου, “Κα­μπούρ ο­γλού” ε­ξελ­λη­νί­στη­κε ε­ξαρ­χής, ό­πως ό­λα τα α­ντί­στοι­χα α­πό τους Έλλη­νες της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης και της Μι­κράς Ασίας, δια της προ­σθή­κης του τε­λι­κού σίγ­μα. Από τον Ιωάν­νη Κα­μπού­ρο­γλου του Δη­μη­τρίου Στρού­μπου μέ­χρι τον εγ­γο­νό του Γρη­γό­ριο Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου και τον δι­σέγ­γο­νό του, τον Δη­μή­τριο Γρη­γο­ρίου Κα­μπού­ρο­γλου, ό­λοι υ­πέ­γρα­φαν ως Κα­μπού­ρο­γλους και ως Κα­μπού­ρο­γλους α­να­φέ­ρο­νταν. Μά­λι­στα, ο Γρη­γό­ριος Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλους, στο πε­ριο­δι­κό του «Ευ­τέρ­πη», χρη­σι­μο­ποιεί τον πλή­ρως ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νο τύ­πο Κα­μπού­ρο­γλος. 
Όσο για τον ί­διο τον Δη­μή­τριο, ως Κα­μπού­ρο­γλους, δεν α­να­φέ­ρε­ται μό­νο α­πό τους συγ­χρό­νους του, αλ­λά και α­πό τους νεό­τε­ρους, ό­πως τον κα­τά μι­σό αιώ­να μι­κρό­τε­ρό του Κω­στή Μπα­στιά. Από­δει­ξη, η πε­ρι­πα­τη­τι­κή τους συ­νο­μι­λία, το 1931, ό­που ο ο­γδο­η­κο­ντα­ε­τής συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος ξε­πο­δά­ρια­σε τον τρια­ντά­ρη Μπα­στιά, Πέ­ρα­μα-Πει­ραια, γύ­ρω στα 10 χλμ. πε­ζή. Ο πιο οι­κείος σε ε­μάς σή­με­ρα τύ­πος Κα­μπού­ρο­γλου ε­πι­κρά­τη­σε με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά. Τον υιο­θε­τεί ο πρώ­τος βιο­γρά­φος του το 1974, κα­θώς και η Ζω­γρά­φου. Ωστό­σο, οι Τρο­βάς και Σιακ­κής, που πι­θα­νώς και οι δυο ε­τοι­μά­ζουν τις βιο­γρα­φίες τους για το ε­πε­τεια­κό 1982 εμ­μέ­νουν στο Κα­μπού­ρο­γλους. Ο δεύ­τε­ρος, μά­λι­στα, υιο­θε­τεί στον τίτ­λο το Κα­μπού­ρο­γλους ά­κλι­το, «Η ζωή και το έρ­γο του Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλους». Από ε­κεί και πέ­ρα ε­πεμ­βαί­νουν διορ­θω­τι­κά οι ε­πι­με­λη­τές, Γιάν­νης Ξού­ριας και Ελέ­νη Μι­χα­λο­πού­λου. 
Και ερ­χό­μα­στε στην η­με­ρο­μη­νία της γέν­νη­σής του. Αδιά­ψευ­στη πη­γή α­πο­τε­λεί το Ση­μειω­μα­τά­ριο του εκ μη­τρός πάπ­που του Άγγε­λου Γέ­ρο­ντα, που, ό­πως συ­νή­θι­ζαν άλ­λο­τε οι γε­νάρ­χες οι­κο­γε­νειών, κα­τέ­γρα­φε γεν­νή­σεις, βα­φτί­σια, γά­μους και θα­νά­τους. Εκεί α­να­γρά­φε­ται: “1852, Σε­πτεμ­βρίου 29, η­μέ­ρα Δευ­τέ­ρα”. Ο Κα­μπού­ρο­γλους, στον έ­να τό­μο α­πό τα «Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα μιας μα­κράς ζωής», που ε­ξέ­δω­σε το 1934, προσ­διο­ρί­ζει ό­τι “η γέν­νη­σίς του, την 1ην με­τά το με­σο­νύ­κτιο της 29ης κα­θω­ρί­σθη οι­κο­γε­νεια­κώς, ως γε­νο­μέ­νη την 30ην πα­ρά την πρό­λη­ψιν της Τρί­της”. Πο­λύς λό­γος έ­γι­νε α­πό συ­γκαι­ρι­νούς του και με­τα­γε­νέ­στε­ρους γι’ αυ­τήν την η­με­ρο­μη­νία, κα­θώς την συ­νέ­δε­σαν χρο­νι­κά με τη θύελ­λα στην Αθή­να το βρά­δυ της 14ης Οκτω­βρίου 1852 και την πτώ­ση της 16ης σω­ζό­με­νης κο­λό­νας του να­ού του Ολυ­μπίου Διός. Από τους πρώ­τους που α­να­φέ­ρουν τη σύ­μπτω­ση εί­ναι ο Μποέμ (Δη­μή­τριος Χατ­ζό­που­λος) σε συ­νέ­ντευ­ξη του Κα­μπού­ρο­γλου στην ε­φη­με­ρί­δα «Το Άστυ»: «...ε­γεν­νή­θη α­κρι­βώς ό­τε έ­πι­πτεν η στή­λη του Ολυ­μπίου Διός, και ο πα­τήρ του εί­πε τό­τε, “ή μέ­γα κα­κόν ή μέ­γα κα­λόν θα γί­νη το παι­δί αυ­τό”...» Η α­να­φο­ρά, ό­μως, που ήρ­θε και ε­δραίω­σε το μύ­θο ή­ταν το τε­τρά­στι­χο, το ο­ποίο του έ­στει­λε ο Δρο­σί­νης ως ευ­χη­τή­ριο τη­λε­γρά­φη­μα για την Ογδο­η­κο­ντα­ε­τη­ρί­δα του: «Τη μέ­ρα που γεν­νή­θη­κες/ γκρε­μί­στη­κε η κο­λό­να./ Στη θέ­ση της στυ­λώ­θη­κες–/ θα φτά­σης τον αιώ­να!» Πά­ντως, ο ί­διος, λί­γο αρ­γό­τε­ρα, στα «Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα...» του, σχο­λιά­ζει: «...Κά­ποιος λο­γι­κο­φα­νής νεω­τε­ρι­σμός την 30ην αυ­τήν Σε­πτεμ­βρίου την κά­μνει 12 και κα­τό­πιν 13 Οκτω­βρίου...» Προ­φα­νώς εν­νο­εί την αλ­λα­γή Ημε­ρο­λο­γίου, κα­θώς οι δια­στά­σεις των συ­νε­πα­γό­με­νων η­με­ρο­λο­για­κών διορ­θώ­σεων δεν εί­χαν α­κό­μη τό­τε, πα­ρά την πα­ρέ­λευ­ση δε­κα­ε­τίας, γί­νει α­ντι­λη­πτές. Όπως και να έ­χει, στη βιο­γρα­φία του Σιακ­κή, ως η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης α­να­φέ­ρε­ται η 14η Οκτω­βρίου 1852, χω­ρίς α­να­φο­ρά στη σύν­δε­σή της με την πτώ­ση της κο­λό­νας. Ημε­ρο­μη­νία λαν­θα­σμέ­νη και με τα δυο Ημε­ρο­λό­για.
Και α­πα­ντού­με στο ε­ρώ­τη­μα, που εί­χα­με θέ­σει ως τίτ­λο στο δη­μο­σίευ­μα της προ­η­γού­με­νης Κυ­ρια­κής, «Ποιον εν­δια­φέ­ρει ο Δη­μή­τριος Κα­μπού­ρο­γλους». Μάλ­λον κα­νέ­ναν. Mια και­νού­ρια, ό­μως, βιο­γρα­φία μπο­ρεί να κι­νή­σει την πε­ριέρ­γεια, αρ­κεί το πρό­σω­πο του βιο­γρα­φού­με­νου να τύ­χει της κα­τάλ­λη­λης προ­βο­λής, ώ­στε να ταυ­τί­ζε­ται με τις ση­με­ρι­νές προ­τι­μή­σεις. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/12/2012.

Ποιον ενδιαφέρει ο Δημήτριος Καμπούρογλους



Ο Δη­μή­τριος Γρη­γο­ρίου Κα­μπού­ρο­γλους, συ­νο­μή­λι­κος του Νι­κό­λα­ου Πο­λί­τη, έ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρος του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο ι­στο­ρι­κός η­μών των Αθη­ναίων, δεν φαί­νε­ται να πή­ρε τη θέ­ση που τού α­ντι­στοι­χού­σε στην Ιστο­ρία. Μπο­ρεί να μην πέ­ρα­σε στα ψι­λά γράμ­μα­τα, α­πο­τε­λεί, πά­ντως, έ­να πα­ρω­χη­μέ­νο κε­φά­λαιο. Σή­με­ρα κα­τα­λή­γουν σε πραγ­μα­τι­κή ει­ρω­νεία ό­σα εί­χε δια­τυ­πώ­σει ο Νί­κος Βέ­ης πριν 80 χρό­νια, στην ο­μι­λία του κα­τά τον ε­ορ­τα­σμό της Ογδο­η­κο­ντα­ε­τη­ρί­δος του Κα­μπού­ρο­γλου. Στην αί­θου­σα του «Παρ­νασ­σού», ο πε­νη­ντά­χρο­νος τό­τε Βέ­ης, ε­ξέ­χου­σα φυ­σιο­γνω­μία της πα­νε­πι­στη­μια­κής κοι­νό­τη­τας, θέ­λο­ντας να δεί­ξει πό­σο α­δύ­να­το ή­ταν να λη­σμο­νη­θεί πο­τέ ο τι­μώ­με­νος, με­γά­λυ­νε την προ­σω­πι­κό­τη­τά του δια της συ­γκρί­σεως με τις στα­θε­ρές του κό­σμου τους. Έκλει­νε την ο­μι­λία του με την α­πό­φαν­ση: «...το ό­νο­μά του –και α­φού ο ί­διος γλυ­κο­κοι­μη­θή στην α­γκά­λη της Δό­ξας– θα ζή­ση ε­φ’ ό­σον ε­ξα­κο­λου­θεί ο ρυθ­μός του κό­σμου αυ­τού, οι άν­θρω­ποι εν­δια­φέ­ρο­νται για τα κα­λά, χρή­σι­μα και ω­ραία, και ε­φ’ ό­σον κε­λαϊδούν τ’ α­η­δό­νια στον Κο­λω­νό, και τα πορ­φυ­ρώ­μα­τα και τα χρυ­σο­σύ­νε­φα στο­λί­ζουν τον Αττι­κό ου­ρα­νό.» Δεν ή­ταν ι­δα­νι­κά τα πράγ­μα­τα ε­κεί­νον τον Οκτώ­βριο του 1932, αλ­λά ο κό­σμος τό­τε α­κό­μη πρέ­πει να έ­δι­νε ε­ντύ­πω­ση ευ­ρυθ­μίας. Ου­δείς δια­νο­εί­το πως ο χα­μη­λός λό­φος του Κο­λω­νού θα ε­ξα­φα­νι­ζό­ταν μα­ζί με τ’ α­η­δό­νιά του, πό­σω μάλ­λον ό­τι οι άν­θρω­ποι δεν θα έ­δι­ναν δε­κά­ρα για τα κα­λά και ω­ραία πα­ρά μό­νο για τα “κα­λά και συμ­φέ­ρο­ντα”. Συ­να­κό­λου­θα, α­πα­λεί­φθη­κε και το ό­νο­μα του τι­μώ­με­νου.
Σή­με­ρα, ποιος έ­χει α­κου­στά τον Δη­μή­τριο Κα­μπού­ρο­γλου. Ακό­μη και σε ό­σους το ό­νο­μά του μπο­ρεί κά­τι να λέει, ού­τε αυ­τοί α­να­κα­λούν κά­ποια συ­γκε­κρι­μέ­νη πλη­ρο­φο­ρία. Ιδίως, οι κά­τω των σα­ρά­ντα πέ­ντε, που φοί­τη­σαν στην δευ­τε­ρο­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση με­τά την ο­ρι­στι­κή κα­θιέ­ρω­ση του λυ­κείου. Τό­τε, κα­θώς με αυ­τήν την τε­λευ­ταία αλ­λα­γή του εκ­παι­δευ­τι­κού συ­στή­μα­τος δό­θη­κε δια­φο­ρε­τι­κή έμ­φα­ση στα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να, τα πε­ζά του Κα­μπού­ρο­γλου α­πο­σύρ­θη­καν ο­ρι­στι­κά α­πό τα σχο­λι­κά εγ­χει­ρί­δια. Ού­τε, ό­μως, οι με­γα­λύ­τε­ροι, οι γεν­νη­μέ­νοι στα χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, α­πό την Κα­το­χή μέ­χρι τη Δι­κτα­το­ρία, ό­ταν τα α­να­γνω­στι­κά ό­λων των τά­ξεων διέ­σω­ζαν κά­ποιο κεί­με­νό του για την Αθή­να, γνω­ρί­ζουν το έρ­γο του. Εδώ, δεν φαί­νε­ται να το γνω­ρί­ζουν οι α­κό­μη πρε­σβύ­τε­ροι, που τον πρό­λα­βαν ζώ­ντα και οι ο­ποίοι σή­με­ρα α­πο­τε­λούν την πνευ­μα­τι­κή η­γε­σία. Κι αν το γνω­ρί­ζουν, μάλ­λον υ­πο­τι­μούν την α­ξία του, αν δεν το α­πα­ξιούν. Ει­δάλ­λως, πώς ε­ξη­γεί­ται ο μη ε­ορ­τα­σμός, ού­τε καν η α­πλή μνη­μό­νευ­ση της ε­φε­τι­νής δι­πλής ε­πε­τείου του Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 160 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του και 70 α­πό το θά­να­τό του. 
Θα α­να­με­νό­ταν, ω­στό­σο, να τον θυ­μη­θούν τα πνευ­μα­τι­κά Iδρύ­μα­τα, του­λά­χι­στον ε­κεί­να, στων ο­ποίων την ί­δρυ­ση πρω­το­στά­τη­σε. Κα­τ’ αρ­χάς, η Ακα­δη­μία Αθη­νών, ως το κο­ρυ­φαίο με­τα­ξύ αυ­τών, της ο­ποίας, το 1927, α­πο­τέ­λε­σε το πρώ­το ε­κλεγ­μέ­νο μέ­λος στην τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών, υ­περ­τε­ρώ­ντας των δυο συ­νυ­πο­ψη­φίων του, Νιρ­βά­να και Ξε­νό­που­λου. Ως οι πρώ­τοι α­κα­δη­μαϊκοί θεω­ρού­νται οι Πα­λα­μάς, Δρο­σί­νης, Προ­βε­λέγ­γιος, ό­μως ε­κεί­νη η τριά­δα εί­χε διο­ρι­στεί α­πό την κυ­βέρ­νη­ση Πα­γκά­λου, κα­τά την ί­δρυ­ση της Ακα­δη­μίας, έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, το 1926. Από τους πρώ­τους τρεις, πρό­ε­δρος της Ακα­δη­μίας χρη­μά­τι­σε μό­νο ο Πα­λα­μάς, το 1930. Ο Κα­μπού­ρο­γλους α­νέ­λα­βε την προ­ε­δρία τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα.
Έτε­ρο Ίδρυ­μα, που θα α­να­με­νό­ταν να τον τι­μή­σει, εί­ναι η Ε­ΣΗΕ­Α, και δε­δο­μέ­νου ό­τι συ­νη­θί­ζει, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, να ε­ορ­τά­ζει τις ε­πε­τείους των ε­πι­φα­νών με­λών της. Ο Κα­μπού­ρο­γλους δεν α­πο­τέ­λε­σε μό­νο ε­ξέ­χον μέ­λος της δη­μο­σιο­γρα­φι­κής κοι­νό­τη­τας, αλ­λά ή­ταν και ο πρώ­τος εγ­γρα­φείς στα κα­τά­στι­χά της, κά­το­χος της δη­μο­σιο­γρα­φι­κής ταυ­τό­τη­τας με αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό έ­να.  Ενδει­κτι­κό στοι­χείο, πά­ντως,  της α­φά­νειας που έ­χει πε­ρι­πέ­σει ως δη­μο­σιο­γρά­φος, εί­ναι η α­που­σία λήμ­μα­τος στην τε­τρά­το­μη  «Εγκυ­κλο­παί­δεια του ελ­λη­νι­κού Τύ­που 1784-1974», που εκ­δό­θη­κε προ τε­τρα­ε­τίας. Δεν α­πο­κλείε­ται η Ε­ΣΗΕ­Α να τον θυ­μη­θεί το 2014, ό­που η ί­δια θα ε­ορ­τά­ζει ε­νός αιώ­να βίο.
Υπάρ­χουν, ό­μως, και πα­λαιό­τε­ρα Ιδρύ­μα­τα, που ο­φεί­λουν τη γέ­νε­σή τους στον Κα­μπού­ρο­γλου και σε μια δρά­κα αν­θρώ­πων πέ­ριξ αυ­τού. Πά­ντο­τε ακ­μαία, πα­ρά τα 130 χρό­νια που με­τρά­ει, η Ιστο­ρι­κή και Εθνο­λο­γι­κή Εται­ρεία δεν θυ­μή­θη­κε ε­φέ­τος τους δυο στυ­λο­βά­τες της, Πο­λί­τη-Κα­μπού­ρο­γλου, κι ας συ­νέ­βα­λαν κα­θο­ρι­στι­κά στη δη­μιουρ­γία της ί­διας και του Εθνι­κού Ιστο­ρι­κού Μου­σείου για τη  στέ­γα­ση των κει­μη­λίων του 1821. Τον λη­σμό­νη­σε, πα­ρό­τι σε αυ­τήν ε­να­πό­κει­ται και το πο­λύ­τι­μο Αρχείο του. Πα­ρό­μοια α­μνη­σία ε­πέ­δει­ξε και η Χρι­στια­νι­κή Αρχαιο­λο­γι­κή Εται­ρεία,  που ι­δρύ­θη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Στις 23 Φε­βρουα­ρίου 1884, προς α­να­χαί­τι­ση της ά­κρι­της αρ­χαιο­μα­νίας που εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει, ο Κα­μπού­ρο­γλους μα­ζί με τον βυ­ζα­ντι­νο­λό­γο Γιώρ­γο Λα­μπά­κη την σύ­στη­σαν για τη δια­φύ­λα­ξη των χρι­στια­νι­κών μνη­μείων. Μό­νο που, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, πα­ρά την ί­δρυ­ση της Εται­ρείας και τις πιέ­σεις που ά­σκη­σε ο Κα­μπού­ρο­γλους με την αρ­θρο­γρα­φία του, κυ­ρίως, μέ­σα α­πό το νεό­τευ­κτο τό­τε πε­ριο­δι­κό του «Εβδο­μάς», στέ­γη δεν βρέ­θη­κε. Θα χρεια­στούν τριά­ντα χρό­νια για να προ­κύ­ψει Βυ­ζα­ντι­νό Μου­σείο Αθη­νών και άλ­λα δέ­κα για να α­νοί­ξει τις πύ­λες του. 
Εκτός των Ιδρυ­μά­των, το 2012, θα α­να­με­νό­ταν να α­να­κη­ρυχ­θεί Έτος Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου α­πό την πό­λη των Αθη­νών. Αυ­τό ως ε­λά­χι­στο φό­ρο τι­μής σε ε­κεί­νον, που ε­ρεύ­νη­σε τις ι­στο­ρι­κές πη­γές, συ­γκέ­ντρω­σε το υ­λι­κό και το πα­ρου­σία­σε σε έ­να τρί­το­μο έρ­γο για τα “μνη­μεία της Ιστο­ρίας”, ε­νώ, πα­ράλ­λη­λα, έ­γρα­ψε την «Ιστο­ρία των Αθη­ναίων ε­πί Τουρ­κο­κρα­τίας». Ο ί­διος α­νέ­στη­σε την Πα­λιά Αθή­να, πα­ρα­κι­νώ­ντας και άλ­λους α­πό τους α­πο­κα­λού­με­νους κά­πο­τε Γκά­γκα­ρους, που κρα­τού­σαν α­πό τις πα­λαιές α­θη­ναϊκές οι­κο­γέ­νειες του και­ρού της Τουρ­κο­κρα­τίας, να εν­δια­φερ­θούν για την πό­λη τους. Το 1895, εί­ναι έ­να α­πό τα 197 ι­δρυ­τι­κά μέ­λη του «Αθη­ναϊκού Συλ­λό­γου», του ση­με­ρι­νού «Συλ­λό­γου των Αθη­ναίων». 
Πά­νω α­πό ό­λα τα άλ­λα, στά­θη­κε ο πρώ­τος πλά­νης, έ­νας μπων­τλε­ρι­κός flaneur, της πό­λης, κα­θώς και έ­να πρό­τυ­πο φυ­σιο­λά­τρη πα­ρα­τη­ρη­τή των ε­ξο­χών της, που ζη­τού­σε να ο­νο­μα­τί­σει ό­σα α­παρ­τί­ζουν το μο­να­δι­κό ατ­τι­κό το­πίο. Αυ­τός ί­δρυ­σε στις 21 Μαρ­τίου 1921 τον Οδοι­πο­ρι­κό Σύν­δε­σμο. Τον ο­νό­μα­σε, μά­λι­στα, «Οι Δώ­δε­κα Από­στο­λοι», προς υ­πο­γράμ­μι­ση του α­πο­στο­λι­κού πά­θους με το ο­ποίο α­ντι­με­τώ­πι­ζε την πε­ζο­πο­ρία. Χω­ρίς, βε­βαίως, να αρ­νεί­ται τον ψυ­χα­γω­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα της. Από­δει­ξη ό­τι ε­πέ­λε­ξε για την ε­ναρ­κτή­ρια συ­νεύ­ρε­ση την αί­θου­σα του ζυ­θο­πω­λείου Φιξ. Η Πε­ριη­γη­τι­κή Λέ­σχη, στην ο­ποία με­ταλ­λά­χτη­κε ο Οδοι­πο­ρι­κός Σύν­δε­σμος δε­καέ­ξι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, μα­ζί με την ΕΛ­ΠΑ και τα άλ­λα πα­ρα­κλά­διά της, δεν θυ­μή­θη­κε τον Πρω­το­πό­ρο. Από μια ά­πο­ψη, κα­λύ­τε­ρα. Έτσι κι αλ­λιώς, σή­με­ρα, ό­σοι πε­ζο­πο­ρούν, ε­ξαι­ρου­μέ­νων των κυ­νη­γών, το κά­νουν, εί­τε για­τί τους το συ­νέ­στη­σε ο για­τρός εί­τε για τις α­νά­γκες των σκύ­λων τους. Και ό­πως εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, πε­ριο­ρί­ζο­νται σε μο­νο­πά­τια εύ­κο­λης πρό­σβα­σης, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας τα ο­ρει­νά για μο­το­κρός και τα πιο βα­τά α­πό αυ­τά για τους πο­δη­λά­τες.
Επα­νερ­χό­με­νοι στην Ογδο­η­κο­ντα­ε­τη­ρί­δα του Κα­μπού­ρο­γλου, έ­τε­ρος ε­πι­φα­νής ο­μι­λη­τής, ο Αρχιε­πί­σκο­πος Αθη­νών Χρυ­σό­στο­μος, α­πο­φαι­νό­ταν ό­τι ε­κεί­νος “κα­τέ­λα­βεν έν­δο­ξον θέ­σιν εν τη ι­στο­ρία των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­τω­ν” και ό­τι “προ του έρ­γου του με­τά θαυ­μα­σμού θα στα­θούν και αι μέλ­λου­σαι γε­νε­αί”. Αι­σιό­δο­ξη πρό­βλε­ψη, που ται­ριά­ζει στο λό­γο ε­νός εκ­κλη­σια­στι­κού ιε­ράρ­χη. Τε­λι­κά, ό­μως, ό­χι “έν­δο­ξο­ν” αλ­λά α­σή­μα­ντη θέ­ση κα­τέ­λα­βε στις ι­στο­ρίες της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Όταν μνη­μο­νεύε­ται, α­να­φέ­ρε­ται με δυο-τρεις α­ρά­δες. Πα­ρο­μοίως, στις πρό­σφα­τες ε­γκυ­κλο­παί­δειες, ό­πως η Πά­πυ­ρος-Λα­ρούς-Μπρι­τά­νι­κα, οι λημ­μα­το­γρά­φοι στέ­κο­νται αυ­στη­ροί. Την ί­δια α­νε­πιεί­κεια, που φα­νε­ρώ­νει και λαν­θα­σμέ­νη α­ντί­λη­ψη της ι­διαί­τε­ρης πε­ρί­πτω­σης που συ­νι­στά ο Κα­μπού­ρο­γλους, ε­πι­δει­κνύουν οι γραμ­μα­το­λό­γοι. Ού­τε καν οι ι­στο­ρι­κοί δεν δεί­χνουν σε­βα­στι­κοί προς την προ­δρο­μι­κή πε­ρί­πτω­σή του, πε­ριο­ρί­ζο­ντας το έρ­γο του σε αυ­τό του ι­στο­ριο­δί­φη. Κι αυ­τό, ό­χι με την αί­γλη που α­πο­λάμ­βα­νε κά­πο­τε, αλ­λά με την υ­πο­τι­μη­τι­κή διά­θε­ση που α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται στην ε­πο­χή της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Ιω­σήφ Σιακ­κής
«Δ. Γ. Κα­μπού­ρο­γλου
Η ζωή και το έρ­γο του»
Εκδό­σεις ΜΙΕ­Τ
Ιού­λιος 2012

Εκπνέ­ο­ντος του 2012, ου­δείς εκ­δό­της ε­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε κά­ποιο α­πό τα βι­βλία του Κα­μπού­ρο­γλου, ού­τε βρέ­θη­κε πε­ριο­δι­κό να δη­μο­σιεύ­σει έ­στω και με­ρι­κές α­φιε­ρω­μα­τι­κές σε­λί­δες. Μάλ­λον για­τί οι σύμ­βου­λοι των εκ­δο­τών, ό­σο και οι εκ­δό­τες πε­ριο­δι­κών, α­δια­φο­ρούν για τον Κα­μπού­ρο­γλου ή, το πι­θα­νό­τε­ρο, τον α­γνοούν. Σε αυ­τόν τον κα­νό­να, υ­πήρ­ξε μια ε­ξαί­ρε­ση. Το ΜΙΕΤ ε­ξέ­δω­σε βιο­γρα­φία του και μά­λι­στα, στη σει­ρά «Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Προ­σω­πο­γρα­φιών». Θυ­μί­ζου­με ό­τι πρό­κει­ται για σει­ρά, που ξε­κί­νη­σε ο Ε. Χ. Κάσ­δα­γλης το 1978, με πρώ­το τό­μο, τη βιο­γρα­φία Αλέ­ξαν­δρου Δελ­μού­ζου α­πό τον Ε. Π. Πα­πα­νού­τσο, και συ­νέ­χι­σε με κο­ρυ­φαίες προ­σω­πι­κό­τη­τες των Γραμ­μά­των και Τε­χνών, ό­που ως βιο­γρά­φοι ε­πι­λέ­γο­νταν συγ­γρα­φείς ση­μα­ντι­κοί στον το­μέα του ε­κά­στο­τε  βιο­γρα­φού­με­νου. Το 1999, με τη συ­μπλή­ρω­ση 15 τό­μων και με­τά τον ξαφ­νι­κό θά­να­το του Κάσ­δα­γλη, στις 11 Μαρ­τίου 1998, η σει­ρά δια­κό­πη­κε για μια δε­κα­ε­τία. Συ­νε­χί­στη­κε το 2009, με τον Παύ­λο Καλ­λι­γά και ε­φέ­τος με τον Κα­μπού­ρο­γλου. Και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις, το στοι­χείο που δια­φο­ρο­ποιεί­ται σε σχέ­ση με την πρώ­τη πε­ρίο­δο εί­ναι το πρό­σω­πο του βιο­γρά­φου, που δεν εί­ναι κά­ποιος α­πό τους γνω­στούς με­λε­τη­τές του βιο­γρα­φού­με­νου. 
Η βιο­γρα­φία του Καλ­λι­γά εί­ναι με­τά­φρα­ση α­πό τα γαλ­λι­κά γαλ­λί­δος με­λε­τή­τριας (την εί­χα­με σχο­λιά­σει στις 10 Ιου­νίου 2010). Συγ­γρα­φέ­ας της βιο­γρα­φίας του Κα­μπού­ρο­γλου εί­ναι ο νο­μι­κός και ι­στο­ριο­δί­φης Ιω­σήφ Σιακ­κής, που α­σχο­λή­θη­κε κυ­ρίως με τον ελ­λη­νι­κό ε­βραϊσμό. Η βιο­γρα­φία πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στο Αρχείο του, το ο­ποίο δω­ρί­θη­κε α­πό τον γιο του στο Ε­ΛΙΑ, Φε­βρουά­ριο 2003, με τον ό­ρο μέ­χρι το 2005 να εκ­δο­θούν η βιο­γρα­φία και η με­λέ­τη «Τα ε­βραϊκά ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μα στην Ελλά­δα α­πό τον 14ο μέ­χρι τον 19ο αιώ­να». Με τη δια­δι­κα­σία της εν­σω­μά­τω­σης του Ε­ΛΙΑ στο ΜΙΕ­Τ, η εκ­πλή­ρω­ση του ό­ρου άρ­γη­σε μεν, αλ­λά η βιο­γρα­φία εί­χε την κα­λή τύ­χη να πά­ρει θέ­ση σε μια ε­πί­λε­κτη σει­ρά. Όσο για τη δεύ­τε­ρη με­λέ­τη, α­πέ­κτη­σε προ­σώ­ρας μό­νο η­λεκ­τρο­νι­κή υ­πό­στα­ση.                 
Στο εκ­δο­τι­κό ση­μείω­μα του τό­μου, δεν α­να­φέ­ρε­ται ως έ­να ε­πι­πλέ­ον κί­νη­τρο της έκ­δο­σης η ε­φε­τι­νή ε­πέ­τειος, πα­ρά μό­νο η δια­πί­στω­ση ό­τι “η γο­η­τευ­τι­κή μορ­φή του Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου εμ­φα­νί­ζε­ται μάλ­λον πα­ρα­με­λη­μέ­νη στη βι­βλιο­γρα­φία”. Δεν θα συμ­φω­νού­σα­με. Υπάρ­χουν τα δι­κά του βι­βλία ό­σο και τα βι­βλία, που α­να­φέ­ρο­νται σε αυ­τόν και το έρ­γο του, α­νε­ξάρ­τη­τα αν τα πε­ρισ­σό­τε­ρα εί­ναι ε­ξαν­τλη­μέ­να. Κά­ποια α­πό αυ­τά έ­χουν δια­σω­θεί χά­ρις στις Ανα­στα­τι­κές Εκδό­σεις Διον. Νό­τη Κα­ρα­βία. Υπάρ­χουν, πά­ντως, και τρεις βιο­γρα­φίες, οι δυο σε κυ­κλο­φο­ρία. Αυ­τό, βε­βαίως, δεν α­κυ­ρώ­νει την α­ξία μιας τέ­ταρ­της. Δε­δο­μέ­νου, ό­μως, ό­τι αυ­τή εμ­φα­νί­ζε­ται ως έ­να νέο α­πό­κτη­μα και μά­λι­στα, με τη σφρα­γί­δα κύ­ρους που φέ­ρει ο συ­γκε­κρι­μέ­νος εκ­δό­της,  οι α­παι­τή­σεις εί­ναι υ­ψη­λό­τε­ρες. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, πέ­φτει σε αυ­τήν το βά­ρος να α­να­στή­σει τον λη­σμο­νη­μέ­νο Κα­μπού­ρο­γλου, πα­ρα­κι­νώ­ντας τους νεό­τε­ρους να α­να­ζη­τή­σουν τα βι­βλία του, μή­πως και α­να­κα­λύ­ψουν πί­σω α­πό την τε­ρα­τώ­δη ση­με­ρι­νή Αθή­να, την αλ­λο­τι­νή της γο­η­τεία. Γι’ αυ­τό α­κρι­βώς θα ε­πα­νέλ­θου­με, ε­πι­μέ­νο­ντας σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία. Κα­λό εί­ναι μια βιο­γρα­φία να πλη­ρο­φο­ρεί, ό­χι μό­νο ε­παρ­κώς, αλ­λά και ε­π’ α­κρι­βώς, για το βιο­γρα­φού­με­νο πρό­σω­πο.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/12/2012.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Η άτακτη Μοσχούλα



Κώ­στας Μουρ­σε­λάς
«Στην ά­κρη της νύ­χτας»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Νοέμ­βριος 2011

Η ενσάρκωση της Μοσχούλας από την ηθοποιό Καλλιόπη Σίμου σε θεατρική διασκευή του διηγήματος «Όνειρο στο κύμα» κατά το επετειακό έτος 2011.



Εν μέ­ρει, κλε­ψί­τιτ­λο θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα του Κώ­στα Μουρ­σε­λά, κα­θώς ο τίτ­λος του α­να­κα­λεί ε­κεί­νον του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Λουί-Φερ­ντι­νάν Σε­λίν, που εκ­δό­θη­κε προ ο­γδό­ντα χρό­νων. Το «Τα­ξί­δι στην ά­κρη της νύ­χτας», ό­πως α­πο­δό­θη­κε ο τίτ­λος α­πό την Σε­σίλ Ιγγλέ­ση Μαρ­γέλ­λου στην, προ πε­ντα­ε­τίας, με­τά­φρα­ση του βι­βλίου στα ελ­λη­νι­κά. Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Μουρ­σε­λά α­φί­στα­ται σε προ­θέ­σεις α­πό το σε­λι­νι­κό, α­φού η συγ­γρα­φή του ξε­κί­νη­σε χω­ρίς με­γά­λες φι­λο­δο­ξίες ως έ­να κα­τά πα­ραγ­γε­λία διή­γη­μα πά­νω σε δο­σμέ­νο θέ­μα. Ίσως και γι’ αυ­τό, σε πεί­σμα της ε­πο­χής που γρά­φε­ται, δεν κι­νεί­ται σε έ­ναν ε­λεει­νό και φρι­κα­λέο κό­σμο, ό­πως ε­κεί­νον του Σε­λίν. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Μουρ­σε­λά υ­πάρ­χει χρό­νος για έ­ρω­τα και λο­γο­τε­χνι­κές α­να­δι­φή­σεις. Άλλω­στε ο ή­ρωάς του, συμ­βι­βα­σμέ­νος με τον ε­αυ­τό του και τους γύ­ρω του, πόρ­ρω α­πέ­χει α­πό ε­κεί­νον του Σε­λίν, που ε­πα­να­στα­τεί ε­νά­ντια στις κοι­νω­νι­κές συμ­βά­σεις. Εί­ναι, πά­ντως, κι αυ­τό γραμ­μέ­νο σε πρώ­το πρό­σω­πο, με α­φη­γη­τή έ­ναν ά­ντρα. Πρό­κει­ται για έ­ναν ε­γκε­φα­λι­κό συγ­γρα­φέα, που δι­στά­ζει να σπρώ­ξει “τα πράγ­μα­τα στην ά­κρη τους... στο μη πε­ραι­τέ­ρω”, τό­σο στη ζωή ό­σο και στα βι­βλία του. Κι ό­ταν λέ­με ζωή, εν­νοού­με κυ­ρίως ή και α­πο­κλει­στι­κά τον έ­ρω­τα. Από τό­τε που ο Μουρ­σε­λάς ε­γκα­τέ­λει­ψε το θέ­α­τρο για την πε­ζο­γρα­φία, αυ­τός εί­ναι ο μό­νι­μος πρω­τα­γω­νι­στής του σε διη­γή­μα­τα, νου­βέ­λες και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ονο­μά­ζε­ται Κων­στα­ντής Μα­νω­λό­που­λος και πλά­στη­κε πριν α­πό κο­ντά μια ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία για τις α­νά­γκες του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Βαμ­μέ­να κόκ­κι­να μαλ­λιά». Από μιας αρ­χής, πρό­βα­λε σαν το alter ego του συγ­γρα­φέα και έ­τσι πα­ρέ­μει­νε.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, βρί­σκου­με ά­σχη­μη ι­δέα, χά­ριν α­πλο­ποίη­σης της ορ­θο­γρα­φίας, έ­να κα­θα­ρό­αι­μο πε­λο­πον­νή­σιο ε­πί­θε­το, ό­πως το Μα­νω­λό­που­λος, να γρά­φε­ται στην πρό­σφα­τη έκ­δο­ση με δυο ό­μι­κρον. Επί­σης, ά­σχη­μη ι­δέα, που προ­κα­λεί μά­λι­στα σύγ­χυ­ση, εί­ναι, στον κα­τ’ ε­πι­λο­γή κα­τά­λο­γο των έρ­γων του συγ­γρα­φέα, που πα­ρα­τί­θε­ται στην α­ρι­στε­ρή σε­λί­δα ε­κεί­νης του τίτ­λου, να μη δί­νε­ται η χρο­νο­λο­γία της πρώ­της έκ­δο­σης, αλ­λά μια τυ­χού­σα, κά­ποιας ε­πα­νέκ­δο­σης. Για πα­ρά­δειγ­μα, σύμ­φω­να με αυ­τόν τον κα­τά­λο­γο,  ο Μουρ­σε­λάς συ­νέ­χι­σε να γρά­φει θέ­α­τρο και με­τά την έκ­δο­ση του πρώ­του του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, το ο­ποίο κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1991. Ωστό­σο, α­φό­του γνώ­ρι­σε την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή ευ­ρυ­χω­ρία, δεν θέ­λη­σε ή δεν μπό­ρε­σε να ξα­να­δο­κι­μα­στεί στην πει­θαρ­χία του θε­α­τρι­κού λό­γου. Όσο για το μυ­θι­στό­ρη­μα, εκ­δό­θη­κε φθι­νό­πω­ρο 1989, ε­νώ, φθι­νό­πω­ρο 1992, ή­ταν ή­δη τη­λε­ο­πτι­κή σει­ρά. Χρο­νο­λο­γία σταθ­μός, κα­θώς ση­μα­το­δο­τεί την ε­πί­ση­μη έ­ναρ­ξη της ε­πο­χής του μπε­στ-σέ­λερ.   
Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα, μα­ζί με τον Κων­στα­ντή Μα­νω­λό­που­λο ε­πα­νεμ­φα­νί­ζο­νται και οι υ­πό­λοι­ποι της πε­λο­πον­νή­σιας α­ντρο­πα­ρέ­ας. Λια­κό­που­λος, Δρα­κό­που­λος και σία. Κυ­ρίαρ­χη μορ­φή, ω­στό­σο, πα­ρα­μέ­νει η ε­σα­εί πέ­τρα του σκαν­δά­λου ε­κεί­νης της πα­ρέ­ας. Το “κά­θαρ­μα” αλ­λά και ο ή­ρωάς τους, ο Μι­κρα­σιά­της Μα­νώ­λης Ρε­τσί­νας. Ζορ­μπά τον α­πο­κα­λεί ο Μα­νω­λό­που­λος.  Και πράγ­μα­τι, ως πρό­τυ­πο στο πλά­σι­μο των δυο χα­ρα­κτή­ρων και της α­να­με­τα­ξύ τους σχέ­σης λει­τούρ­γη­σε ευ­θύς ε­ξαρ­χής το κα­ζα­ντζα­κι­κό δί­δυ­μο του αγ­γλοέλ­λη­να συγ­γρα­φέα, που εί­ναι και ο α­φη­γη­τής, και του Αλέ­ξη Ζορ­μπά. Όπως στο κα­λού­πι υ­παρ­κτού προ­σώ­που πλά­στη­κε ο Ζορ­μπάς, έ­τσι προέ­κυ­ψε και ο Ρε­τσί­νας. Σύμ­φω­να με τις συ­νε­ντεύ­ξεις του Μουρ­σε­λά, τον γνώ­ρι­σε στα γυ­μνα­σια­κά του χρό­νια, στον Πει­ραιά. Ήταν λί­γο με­γα­λύ­τε­ρός του, αλ­λά πο­λύ πιο “περ­πα­τη­μέ­νος”.  Ο Λούης, κα­τα­πώς βά­φτι­σε αυ­τόν τον δι­κό του Ζορ­μπά, ε­ντυ­πω­σία­σε τον ά­τολ­μο και ε­ρω­τι­κά ά­πρα­γο έ­φη­βο, που ή­ταν τό­τε. Εξο­μο­λο­γεί­ται πως, για χρό­νια, τον κυο­φο­ρού­σε ως μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα. Η γέν­να ήρ­θε α­πό μό­νη της, σε μια φά­ση της ζωής του, που ε­κεί­νος ή­ταν κου­βα­ρια­σμέ­νος στο κε­λί του. Ο Λούης δεν τον έ­συ­ρε στο χο­ρό μιας ζωής σαν τη δι­κή του. Τον πα­ρέ­συ­ρε, ό­μως, στο χο­ρό της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας.

Πα­θια­σμέ­νος με τον έ­ρω­τα

Το 2011 ή­ταν Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Οι δυο τρεις μά­νατ­ζερ της λο­γο­τε­χνίας που δια­θέ­του­με, έ­σπευ­σαν να πα­ραγ­γεί­λουν διη­γή­μα­τα, α­φη­γή­σεις ή ό,τι άλ­λο ή­θε­λε προ­κύ­ψει, με δο­σμέ­νο θέ­μα τον Πα­πα­δια­μά­ντη και το έρ­γο του. Αλλά, κα­τά την ε­ορ­τα­στι­κή α­νά­στα­σή του, σε ό­λες τις εκ­φάν­σεις της – δη­μο­σιο­γρα­φι­κή, συγ­γρα­φι­κή, θε­α­τρι­κή, τη­λε­ο­πτι­κή – ε­πι­κρά­τη­σε ως κα­νό­νας, ό­τι, στο έρ­γο του, πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα και μυ­θο­πλα­στι­κοί χα­ρα­κτή­ρες βρί­σκο­νται σε πλή­ρη ταύ­τι­ση, με τον ί­διο τον Πα­πα­δια­μά­ντη μο­νί­μως στο ρό­λο του α­φη­γη­τή. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, ό­πως και πολ­λοί ση­με­ρι­νοί συγ­γρα­φείς, δεν κά­νει άλ­λο α­πό το να αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται. Με άλ­λα λό­για, η ζωή του, για τους α­να­γνώ­στες της με­τα­νεω­τε­ρι­κής ε­πο­χής, εί­ναι α­νοι­χτό βι­βλίο. Αντί για σκο­τει­νές πτυ­χές, έ­χου­με στη διά­θε­σή μας έ­ρω­τες και πά­θη των ουκ ο­λί­γων η­ρώων του. Το θέ­μα, λοι­πόν, εί­ναι ο βίος και η πο­λι­τεία του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο Μουρ­σε­λάς, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, εκ­μυ­στη­ρεύε­ται, ό­τι, ε­δώ και χρό­νια, εί­χε αρ­χί­σει να τον εν­δια­φέ­ρει η ζωή του Πα­πα­δια­μά­ντη και να τον βλέ­πει σαν πι­θα­νό ή­ρωά του. Ήθε­λε να εμ­βα­θύ­νει στον ε­σω­τε­ρι­κό του κό­σμο. Κά­πως α­σα­φές αυ­τό το τε­λευ­ταίο, ω­στό­σο, η ε­ξο­μο­λό­γη­ση, που α­κο­λου­θεί εί­ναι αρ­κού­ντως α­πο­σα­φη­νι­στι­κή: “Έτσι ά­γιος και α­μαρ­τω­λός που ή­ταν συγ­χρό­νως, έ­τσι πα­θια­σμέ­νος με τη γυ­ναί­κα και τον έ­ρω­τα και που, ό­πως λέ­νε, δεν τόλ­μη­σε πο­τέ να φέ­ρει κά­ποια στο κρε­βά­τι του”. 
Με αυ­τά κα­τά νου ξε­κί­νη­σε το κα­τά πα­ραγ­γε­λία διή­γη­μα. Τε­λι­κά, φαί­νε­ται ό­τι το α­πο­τέ­λε­σμα κρί­θη­κε τό­σο ε­πι­τυ­χη­μέ­νο, ώ­στε να ε­πα­νέλ­θει και να α­πλώ­σει τη μυ­θο­πλα­στι­κή ζύ­μη σε έ­κτα­ση μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ευ­θύς εξ αρ­χής, α­κο­λού­θη­σε την ε­πι­κρα­τού­σα α­νά την υ­φή­λιο συ­νή­θεια, α­ντί “το στό­ρι” να ε­πι­νο­εί­ται εκ του μη­δε­νός, να ε­πι­χει­ρεί­ται η συ­νέ­χι­ση ε­νός πα­λαιό­τε­ρου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ή και θε­α­τρι­κού έρ­γου. Μό­νο που αυ­τός προ­τί­μη­σε μια πιο πε­ποι­κιλ­μέ­νη μορ­φή. Επι­νό­η­σε την προέ­κτα­ση ε­νός πα­πα­δια­μα­ντι­κού διη­γή­μα­τος και την εν­σω­μά­τω­σε στο δι­κό του μυ­θο­πλα­στι­κό χώ­ρο, προ­βάλ­λο­ντας ως κυ­ρίως α­φή­γη­ση το πώς προέ­κυ­ψε ως υ­πο­κα­τά­στα­το του συγ­γρα­φέα Πα­πα­δια­μά­ντη το δί­δυ­μο Μα­νω­λό­που­λου-Ρε­τσί­να. Έτσι, στή­νει μια μάλ­λον πε­ρί­πλο­κη ι­στο­ρία, που του δί­νει την ευ­και­ρία να σχο­λιά­σει τη γνω­στή α­ντι­πα­ρά­θε­ση ό­σων πι­στεύουν ό­τι η λο­γο­τε­χνία α­ντα­να­κλά πι­στά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και ε­κεί­νων, που υ­πε­ρα­σπί­ζο­νται την αυ­το­τέ­λειά της. Υπέρ­μα­χος της πρώ­της ά­πο­ψης εί­ναι ο Ρε­τσί­νας και της δεύ­τε­ρης, ο Μα­νω­λό­που­λος, ως συγ­γρα­φέ­ας. Τε­λι­κά, υ­πε­ρί­σχυ­σε, κα­τά α­λη­θο­φα­νή αν και ε­λα­φρώς πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νο τρό­πο, η ά­πο­ψη του Ρε­τσί­να και ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε έ­να α­πό τα διη­γή­μα­τα που ο “ά­τολ­μος” και εν ζωή και συγ­γρα­φι­κά Πα­πα­δια­μά­ντης ά­φη­σε με “κο­λο­βό φι­νά­λε”. Όσο για την ε­πι­λο­γή του διη­γή­μα­τος, αυ­τή πα­ρου­σιά­ζε­ται ευ­θύς εξ αρ­χής ως δε­δο­μέ­νη, α­φού το ζη­τού­με­νο ή­ταν μια πα­πα­δια­μα­ντι­κή η­ρωί­δα, που θα μπο­ρού­σε να κα­τα­λή­ξει στο κρε­βά­τι του α­φη­γη­τή, του­τέ­στιν του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο οιοσ­δή­πο­τε, α­πό τους πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γους μέ­χρι τον πρώ­το τυ­χό­ντα α­πό­φοι­το λυ­κείου, θα υ­πο­δεί­κνυε α­συ­ζη­τη­τί την Μο­σχού­λα. Κα­τά συ­νέ­πεια, αν έ­να πα­πα­δια­μα­ντι­κό διή­γη­μα πα­ρα­μέ­νει φαι­νο­με­νι­κά η­μι­τε­λές, αυ­τό εί­ναι το «Όνει­ρο στο κύ­μα». Μέ­χρι που οι νεό­τε­ροι σχο­λι­κοί σύμ­βου­λοι το πρό­τα­ξαν στο α­να­γνω­στι­κό της τρί­της Λυ­κείου, το­νί­ζο­ντας ό­τι κα­τα­χω­ρί­ζε­ται στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά. 

Το δί­κιο του α­να­γνώ­στη

Θη­ρίο εί­χε γί­νει ο Σά­λι­ντζε­ρ, καί­τοι στα ε­νε­νή­ντα του, ό­ταν κα­τα­πιά­στη­καν να ο­λο­κλη­ρώ­σουν τον κρι­νό­με­νο ως κο­λο­βό «Φύ­λα­κα στη σί­κα­λη». Κι αν δεν πέ­θαι­νε, διό­λου α­πί­θα­νο να κα­τέ­φευ­γε στην αυ­το­δι­κία, κα­θώς τα δι­κα­στή­ρια δι­καιώ­νουν συ­νή­θως το ευ­ρύ κοι­νό, που θέ­λει έ­να ζου­με­ρό “στό­ρυ” και ό­χι δύ­σβα­τα α­να­γνώ­σμα­τα. Όπως δια­τεί­νε­ται και ο Ρε­τσί­νας, ο συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει να δί­νει έ­να φι­νά­λε, ό­χι κα­τά το γού­στο του, αλ­λά τέ­τοιο που να ι­κα­νο­ποιεί τα α­να­γνω­στι­κά γού­στα. Η α­πει­λή, πά­ντως, της αυ­το­δι­κίας δεν υ­πάρ­χει στην πε­ρί­πτω­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη, ε­κα­τόν έ­να χρό­νια πε­θα­μέ­νος. Όσο για τους σε­βά­σμιους πνευ­μα­τι­κούς κλη­ρο­νό­μους του έρ­γου του, αυ­τοί εί­ναι ό­λοι τους του γλυ­κού νε­ρού. Ού­τε δια της γρα­φί­δος δεν τολ­μούν να τον υ­πε­ρα­σπι­στούν. 
Για να προ­κύ­ψει α­πό το διή­γη­μα μυ­θι­στό­ρη­μα, ο Μουρ­σε­λάς, ό­πως το συ­νη­θί­ζει, το χώ­ρι­σε σε δυο ί­σα μέ­ρη. Απλώ­νει την α­φή­γη­ση α­πό το νεό­κο­πο φι­νά­λε του πα­πα­δια­μα­ντι­κού διη­γή­μα­τος, φρο­ντί­ζο­ντας να δη­μιουρ­γή­σει σα­σπέ­νς γύ­ρω α­πό την ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέα του, αλ­λά και την ψυ­χο­λο­γι­κή κα­τά­στα­ση, στην ο­ποία ε­κεί­νος βρι­σκό­ταν ώ­στε να α­πο­τολ­μή­σει πα­ρό­μοια α­πο­κο­τιά. Για να το ε­πι­τύ­χει, εκ­με­ταλ­λεύε­ται τη φρά­ση του α­φη­γη­τή του Πα­πα­δια­μά­ντη γύ­ρω α­πό το τι α­πέ­γι­νε η Μο­σχού­λα: «...Σπα­νίως την εί­δα έ­κτο­τε, και δεν η­ξεύ­ρω τι γί­νε­ται τώ­ρα, ο­πό­τε εί­ναι α­πλή θυ­γά­τηρ της Εύας, ό­πως ό­λαι.» Έτσι, πλά­θει δυο θυ­γα­τέ­ρες της Εύας. Μια πρώ­τη για το κρε­βά­τι του δι­κού του α­φη­γη­τή, του Μα­νο­λώ­που­λου, και μια για την κλί­νη του α­φη­γη­τή του Πα­πα­δια­μά­ντη. 

Φι­λο­λο­γι­σμοί
έ­να­ντι μυ­θο­πλα­σίας

Το πραγ­μα­τι­κό ό­νο­μα της Μο­σχού­λας, κα­τά το μυ­θι­στό­ρη­μα, εί­ναι Ου­ρα­νία Πα­ρί­ση. Ο Ιωάν­νης Φρα­γκού­λας, που ξε­χώ­ρι­σε τα πραγ­μα­τι­κά α­πό τα φα­ντα­στι­κά ο­νό­μα­τα και πρό­σω­πα στον πα­πα­δια­μα­ντι­κό κό­σμο, υ­πο­στή­ρι­ξε βά­σι­μα πως το μό­νο πραγ­μα­τι­κό ό­νο­μα στο εν λό­γω διή­γη­μα εί­ναι του πά­τερ Σι­σώη και ό­τι ο κυρ  Μό­σχος και η α­νι­ψιά του η Μο­σχού­λα α­νή­κουν στα φα­ντα­στι­κά πρό­σω­πα. Δεν σκέ­φτη­κε ο κα­η­μέ­νος ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης “για ευ­νό­η­τους λό­γους” τους εί­χε αλ­λά­ξει τα ο­νό­μα­τα. Η συ­νέ­χεια της “κο­λο­βής ι­στο­ρίας” του Πα­πα­δια­μά­ντη το­πο­θε­τεί­ται λί­γο με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του “κο­λο­βού” διη­γή­μα­τος, Οκτώ­βριο 1900, στην Αθή­να. Στην α­νω­νυ­μία του με­γά­λου πλή­θους της πρω­τεύου­σας βρή­καν κα­τα­φύ­γιο θείος και α­νι­ψιά Πα­ρί­ση, κα­θώς, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, εμ­φα­νί­ζο­νται ως πα­ρά­νο­μο ζεύ­γος. Επί­σης, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, ζουν α­κό­μη ο πα­τέ­ρας του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο πα­π’ Αδα­μά­ντιος Εμμα­νουή­λ, και η μη­τέ­ρα του, ό­πως και ο φί­λος του Νή­φω­νας, κα­τά κό­σμον Δια­νέ­λος, με τον ο­ποίο ε­ξα­κο­λου­θεί να “μπε­κρο­πί­νει”. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­ψα­ξε και βρή­κε σε συ­νοι­κία της Αθή­νας το σπί­τι του ζεύ­γους και άρ­χι­σε να πα­ρα­φυ­λά­ει την Μο­σχού­λα, κα­θι­σμέ­νος στο κα­φε­νείο της γω­νίας. Αντί­θε­τα με τις συ­νή­θειές του, το έ­ρι­χνε στα “ου­ζά­κια”. Όσο για την Μο­σχού­λα, εμ­φα­νί­ζε­ται σαν μια σύγ­χρο­νη Λο­λί­τα.  Σπι­τω­μέ­νη α­πό τον θείο, συμ­με­τέ­χει στα ε­ρω­τι­κά τους παι­χνί­δια και “στη ζού­λα κα­πνί­ζει”. 
Ανα­μέ­νο­ντας στο κα­φε­νείο ο Πα­πα­δια­μά­ντης, υ­πο­τί­θε­ται ό­τι βα­σα­νι­ζό­ταν να βρει θέ­μα για το διή­γη­μα που του εί­χε πα­ραγ­γεί­λει ο Δρο­σί­νης και το ο­ποίο δεν σή­κω­νε κα­θυ­στέ­ρη­ση. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο εί­ναι δι­κό μας. Ο Μουρ­σε­λάς μάλ­λον δεν θα γνω­ρί­ζει το δι­δα­κτι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου πε­ριο­δι­κό «Εθνι­κή Αγω­γή», που ο Δρο­σί­νης ξε­κί­νη­σε την ε­πο­μέ­νη του α­τυ­χούς πο­λέ­μου του 1897 και το ο­ποίο πρό­σε­χε ι­διαί­τε­ρα. Τε­λι­κά, έ­να βρά­δυ κα­θώς ερ­χό­ταν να στή­σει καρ­τέ­ρι, μια συ­νά­ντη­ση του έ­δω­σε την ι­δέα για το διή­γη­μα, που εί­ναι «Τα δαι­μό­νια στο ρέ­μα». Μπο­ρεί μεν ε­κεί­νο το διή­γη­μα να δη­μο­σιεύ­τη­κε πριν το «Όνει­ρο στο κύ­μα», στις 15 Ιου­λίου 1900, αλ­λά για τις α­νά­γκες της μυ­θο­πλα­σίας το­πο­θε­τεί­ται αρ­γό­τε­ρα. Όπως και να έ­χει, το 1900, ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­πο­λάμ­βα­νε με­γά­λης α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τας, ό­πως θα το θέ­τα­με σή­με­ρα. Τό­σο με­γά­λης, που έ­νας α­πό ε­κεί­νη “την α­συ­μπα­θή και ά­στορ­γο συ­ντρο­φιά”, που στο διή­γη­μα τον ε­γκα­τέ­λει­ψε στο ρέ­μα, τον α­να­γνώ­ρι­σε στο δρό­μο και του ζή­τη­σε συγ­γνώ­μη για την αλ­λο­τι­νή συ­μπε­ρι­φο­ρά του. Εκεί­νη η πα­ρέα παι­διών εί­χε ε­γκα­τα­λεί­ψει τον α­φη­γη­τή, “δε­κα­ε­τές παι­δίο­ν”, “στην βρύ­σιν του Χαι­ρη­μο­νά”. Πε­ρι­πλα­νώ­με­νο ε­κεί, το παι­δίον, του­τέ­στιν ο Πα­πα­δια­μά­ντης, εί­χε μια τραυ­μα­τι­κή ε­μπει­ρία, με συ­νέ­πειες σε ό­λη του τη ζωή.

Ίμε­ρος ά­νευ κλι­νο­πά­λης

Πα­ρα­στα­τι­κή και χυ­μώ­δης εί­ναι η συ­ζή­τη­ση Μα­νω­λό­που­λου και Ρε­τσί­να για το πό­σο “ξε­νέ­ρω­τος ε­ρω­τι­κά” ή­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Προ­βλη­μα­τί­ζο­νταν κα­τά πό­σο “εί­χε πά­ει πο­τέ με γυ­ναί­κα” ή, μή­πως “μια στις τό­σες, πλή­ρω­νε μια ο­ρι­σμέ­νη πόρ­νη να τον ε­πι­σκέ­πτε­ται τις νύ­χτες στο σπί­τι του”. Λο­γι­κό­τε­ρος των δυο ο Μα­νω­λό­που­λος, α­ντέ­κρουε την πι­θα­νό­τη­τα με το σκε­πτι­κό ό­τι “οι βί­ζι­τες α­πό τέ­τοιες γυ­ναί­κες πλη­ρώ­νο­νται α­δρά”. Κα­τά τα άλ­λα, τον φα­ντά­ζο­νταν “κα­θι­σμέ­νο στο σα­ρα­βα­λια­σμέ­νο γρα­φειά­κι του, στο μι­σο­ε­ρει­πω­μέ­νο σπι­τά­κι του, να θυ­μά­ται το γυ­μνό της Μο­σχού­λας”. Πε­νη­ντά­ρης ε­κεί­νος, σα­ρά­ντα τό­σο ε­κεί­νη. Σα­ρά­ντα ο­κτώ, κα­τά το διή­γη­μα, αλ­λά πα­ρό­μοια η­λι­κία σί­γου­ρα θα α­πω­θού­σε την α­να­γνώ­στρια, συ­νη­θι­σμέ­νη στις α­πο­κα­λού­με­νες ροζ ι­στο­ρίες. Όπως και να έ­χει, στο “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο” «Όνει­ρο στο κύ­μα», δει­πνούν οι δυο τους “σε τα­βερ­νά­κι της Πλά­κας”. Εκεί­νος, ό­ντας “ά­τολ­μος”, ό­ρι­σε το ρα­ντε­βού δια ε­πι­στο­λής. Η Μο­σχού­λα τον γνώ­ρι­σε α­μέ­σως α­πό “τις φω­το­γρα­φίες του στις ε­φη­με­ρί­δες”. Ας μην το χα­λά­σου­με με την φι­λο­λο­γί­ζου­σα πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι τό­τε α­κό­μη δεν τον εί­χε α­πα­θα­να­τί­σει ο φω­το­γρα­φι­κός φα­κός. Τέ­λος, ε­κεί­νη, σαν άλ­λη Εύα, τον πα­ρέ­συ­ρε στο σπί­τι της, μια και ο θείος έ­λει­πε στη Σκιά­θο.
Δυ­στυ­χώς, πα­ρό­λο που το φι­νά­λε του “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νου” διη­γή­μα­τος δεν γρά­φε­ται για να ι­κα­νο­ποιή­σει τον α­να­γνώ­στη της ρο­μα­ντι­κής ε­πο­χής του Πα­πα­δια­μά­ντη αλ­λά τον με­τα­νεω­τε­ρι­κό της σή­με­ρον, δεν προ­βλέ­πε­ται η ε­πί κλί­νης συ­νεύ­ρε­ση Πα­πα­δια­μά­ντη και Μο­σχού­λας. Η μια σκη­νή α­πό ε­ρω­τι­κή κλι­νο­πά­λη, που α­να­ζη­τού­σε δια­καώς στο έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη ο Κώ­στας Ακρί­βος, δεν υ­πάρ­χει ού­τε στην κα­τά Μουρ­σε­λά “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη” μορ­φή. Ο Μουρ­σε­λάς δεν αγ­γί­ζει “τα ιε­ρά και ό­σια”. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, ως μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και δη, μπε­στ-σε­λε­ρί­στας, γνω­ρί­ζει πως να ι­κα­νο­ποιεί τους α­να­γνώ­στες του, ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, τις α­να­γνώ­στριές του. Γι’ αυ­τό ξε­κι­νά­ει με μια Εύα στο κρε­βά­τι του Μα­νω­λό­που­λου. Άλλω­στε, με αυ­τόν έ­χει το πά­νω χέ­ρι, δι­κό του alter ego εί­ναι. Εκεί, λοι­πόν, πραγ­μα­το­ποιεί­ται μια μο­να­δι­κή σκη­νή κλι­νο­πά­λης, κα­τά τις κά­πο­τε και “πα­ρεκ­κλί­νου­σες” ε­ρω­τι­κές εμ­μο­νές ε­νός Πε­λο­πον­νή­σιου. Κι αυ­τό, χά­ρις στην Εύα, που, ό­πως ό­λες οι Εύες, γνω­ρί­ζει να με­τα­μορ­φώ­νε­ται την κρί­σι­μη στιγ­μή α­πό σε­μνή και ά­πρα­γη σε πόρ­νη. Μια σκη­νή, που, στη λο­γο­τε­χνι­κή εκ­δο­χή της, εί­ναι αι­σθη­σια­κή και πο­λύ θα την ζή­λευαν οι κυ­ρίες που συγ­γρά­φουν τα μπε­στ σέ­λερ. Μό­νο που ε­κεί­νες, α­κό­μη και ό­ταν α­πο­τολ­μούν να την εν­θέ­σουν, ό­πως γί­νε­ται σε έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της Δη­μου­λί­δου, που πα­ρέ­μει­νε για μή­νες στους κα­τα­λό­γους των μπε­στ-σέ­λε­ρ, πο­τέ δεν θα εκ­κι­νού­σαν με αυ­τήν. Τολ­μη­ρός ό­σο και ρο­μα­ντι­κός ο Μουρ­σε­λάς, την προ­τάσ­σει μεν, αλ­λά φυ­λά­ει για το τέ­λος τη σκη­νή του με­γά­λου έ­ρω­τα, που θα διαρ­κέ­σει για το υ­πό­λοι­πο του βίου των δυο ε­ρα­στών. Δη­λα­δή, με την ο­πτι­κή μιας α­να­γνώ­στριας, γρά­φει “το α­πό­λυ­το μπε­στ-σέ­λε­ρ”. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, ό­πως και ο Πα­πα­δια­μά­ντης, δεν κα­τόρ­θω­σε να πά­ρει κε­φά­λι α­πό την βα­σί­λισ­σα του μπε­στ-σέ­λερ κα­τά το πα­πα­δια­μα­ντι­κό 2011, Λέ­να Μα­ντά.  
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου 


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/12/2012.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Αγαπώντες και αγαπώμενοι




Δη­μή­τρης Νόλ­λας
«Στον τό­πο»
Εκδό­σεις Ίκα­ρος
Απρί­λιος 2012

Μόναχο, 1971.
Φωτογραφία Δημήτρη Σούλα.




Απο­γοή­τευ­ση μας εί­χε προ­κα­λέ­σει πέ­ρυ­σι την ά­νοι­ξη η αγ­γε­λία της προ­σε­χούς έκ­δο­σης α­πά­ντων των διη­γη­μά­των του Δη­μή­τρη Νόλ­λα. Μια πα­ρό­μοια πρό­θε­ση δεν έ­χει, βε­βαίως, τί­πο­τα το ε­πι­κρι­τέο. Μό­νο που  η έκ­δο­ση Απά­ντων δη­λώ­νει το τε­τε­λε­σμέ­νο ε­νός έρ­γου, κι αυ­τό, στην πε­ρί­πτω­ση ε­νός κα­θό­λα μά­χι­μου συγ­γρα­φέα, ε­νέ­χει σπέρ­μα πα­ραί­τη­σης. Ει­κά­σα­με, ω­στό­σο, και μια δια­φο­ρε­τι­κή εκ­δο­χή για την α­πό­φα­σή του. Δε­δο­μέ­νου ό­τι το έρ­γο του Νόλ­λα ε­ξαρ­χής μοι­ρά­στη­κε με­τα­ξύ με­γά­λης, με­σαίας και σύ­ντο­μης φόρ­μας (5 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, 4 νου­βέ­λες, 5 συλ­λο­γές διη­γη­μά­των), η έκ­δο­ση α­πά­ντων των διη­γη­μά­των θα μπο­ρού­σε να ση­μαί­νει ό­τι “κλεί­νει” ως διη­γη­μα­το­γρά­φος για να εκ­χω­ρή­σει ό­λη τη θέ­ση στον μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο. Πι­θα­νό­τη­τα, που, ε­πί­σης, μας δυ­σα­ρέ­στη­σε. Όχι πως δεν ε­κτι­μού­με τη μέ­χρι σή­με­ρα μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία του, α­ντι­θέ­τως, την έ­χου­με και σε δη­μο­σιεύ­μα­τά μας ε­γκω­μιά­σει. Εμείς, ω­στό­σο, πι­στεύου­με ό­τι ε­κεί­νο που έ­χει α­νά­γκη η ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία εί­ναι τα διη­γή­μα­τά του. Ιδιαί­τε­ρα τώ­ρα που ο πρώ­τος τυ­χών δη­μο­σιεύει ό­που λά­χει ι­στο­ρίες και στη συ­νέ­χεια, τις εκ­δί­δει σε βι­βλίο, με φαρ­δύ πλα­τύ, δί­κην υ­πό­τιτ­λου, τον ει­δο­λο­γι­κό προσ­διο­ρι­σμό διη­γή­μα­τα. Έρχο­νται, μά­λι­στα, α­πό κο­ντά οι ει­δι­κοί ε­πί των λο­γο­τε­χνι­κών και α­πο­φαί­νο­νται ό­τι έ­χου­με “έ­κρη­ξη διη­γή­μα­τος”. Ενώ οι “μά­στο­ρες”, ό­πως έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει να α­πο­κα­λούν τους κο­ρυ­φαίους του εί­δους, αρ­γούν. Άπα­ντα ο έ­νας, ά­πα­ντα ο άλ­λος, ομ­φα­λο­σκό­πη­ση πε­πραγ­μέ­νων ο τρί­τος, εν τέ­λει θα λη­σμο­νή­σου­με τι ση­μαί­νει διή­γη­μα ή, μάλ­λον, θα το ε­ξα­με­ρι­κα­νί­σου­με κι αυ­τό και θα τε­λειώ­νου­με με τα γνή­σια ελ­λη­νι­κά προϊό­ντα.
Φθι­νό­πω­ρο 2011, α­ντί για τα υ­πε­σχη­μέ­να Άπα­ντα, δη­μο­σιεύ­τη­κε στο πε­ριο­δι­κό «Οδός Πα­νός» έ­να και­νού­ριο σύ­ντο­μο πε­ζό του Νόλ­λα, με ό­λες τις α­ρε­τές του γνή­σιου διη­γή­μα­τος. Μα­φιό­ζι­κο το σκη­νι­κό, σε κρυ­φό μπαρ πί­σω α­πό βι­τρί­να «Εδώ­δι­μα-Αποι­κια­κά», στην α­γο­ρά της Τσι­μι­σκή, του­τέ­στιν στην καρ­διά της Θεσ­σα­λο­νί­κης, κα­τά τα με­θεόρ­τια της δο­λο­φο­νίας Λα­μπρά­κη, με θα­μώ­νες χω­ρο­φύ­λα­κες και α­ντί για γυ­ναί­κες, λι­κνι­ζό­με­να γκαρ­σό­νια. Ο τό­πος και η ε­πο­χή, ο εκ Γερ­μα­νίας με­τα­νά­στης, η η­δο­νο­θη­ρία ως δι­κλεί­δα α­σφα­λείας για το Σώ­μα της Χω­ρο­φυ­λα­κής, και εν μέ­σω ό­λων αυ­τών, το σα­σπέ­νς της α­να­ζή­τη­σης μιας Χρυ­σάν­θης, που, σαν “μια άλ­λη Ελέ­νη”, μπο­ρεί να εί­ναι κι αυ­τή “έ­να που­κά­μι­σο α­δεια­νό”, δεί­χνο­νται μέ­σα σε πέ­ντε σε­λί­δες. Το πε­ζό φέ­ρει τίτ­λο, «Τα­ξί­δι στην Ελλά­δα», προσ­διο­ρι­στι­κό υ­πό­τιτ­λο “α­πό­σπα­σμα”, αύ­ξο­ντα λα­τι­νι­κό α­ριθ­μό πέ­ντε και ως ε­πι­μέ­ρους τίτ­λο, το «Εδώ­δι­μα-Αποι­κια­κά». Άρα, συ­νά­δει με την εκ­δο­χή της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας, αν δεν πρό­κει­ται για με­τα­μο­ντέρ­να με­ταμ­φίε­ση, την ο­ποία πρέ­πει να έ­χου­με πά­ντα κα­τά νου.
Ευ­τυ­χώς, ε­φέ­τος τον Απρί­λιο, εκ­δό­θη­κε μια συλ­λο­γή δέ­κα διη­γη­μά­των, ό­που τα ε­πτά εί­ναι δη­μο­σιευ­μέ­να μέ­σα στην τε­τρα­ε­τία, Χρι­στού­γεν­να 2004-Αύ­γου­στο 2009. Πι­θα­νώς και ως πρό­γευ­ση των Απά­ντων, κα­θώς το ο­πι­σθό­φυλ­λο φέ­ρει την υ­πο­γρα­φή της υ­πευ­θύ­νου για την κα­τάρ­τι­σή τους θεω­ρη­τι­κού. Όπως και να έ­χει, υ­πάρ­χουν τρία α­δη­μο­σίευ­τα διη­γή­μα­τα. Για το ά­ρι­στο του α­πο­τε­λέ­σμα­τος α­πο­φάν­θη­κε α­πό τους πρώ­τους ο Δ. Ν. Μα­ρω­νί­της, α­πο­δί­δο­ντας στον Νόλ­λα τον ε­πί­ζη­λο τίτ­λο “του αρ­τιό­τε­ρου πε­ζο­γρά­φου της γε­νιάς του”. Το πρό­βλη­μα με αυ­τήν την α­πό­φαν­ση δεν έ­γκει­ται στον α­πό­λυ­το χα­ρα­κτή­ρα της, αλ­λά στο γε­γο­νός ό­τι η πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά θεω­ρη­τι­κών, στην ο­ποία και πρω­το­στα­τεί ο Μα­ρω­νί­της, δεν έ­χει κα­τα­λή­ξει σε ποια γε­νιά α­νή­κουν οι γεν­νη­θέ­ντες στα α­κέ­ραια πολ­λα­πλά­σια των δε­κα­ε­τιών, ό­πως ο Νόλ­λας. Αν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι εν­νο­εί ως γε­νιά του Νόλ­λα, γεν­νη­θέ­ντος το 1940, τη δεύ­τε­ρη, ο έ­παι­νος α­πο­κτά άλ­λο βά­ρος, για­τί σε ε­κεί­νη με­τρού­με του­λά­χι­στον τρεις με τέσ­σε­ρις “μα­στό­ρους” του διη­γή­μα­τος. Αν πά­λι τα­ξι­νο­μη­θεί στην ε­πό­με­νη, που εί­ναι γε­νιά μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων, ο έ­παι­νος α­πο­βαί­νει σχε­δόν αυ­το­νό­η­τος, κά­τι σαν φό­ρος τι­μής στο κα­λό διή­γη­μα.

Ανθρω­πο­κε­ντρι­κός ο Νόλ­λας, αυ­τή τη φο­ρά πλά­θει ή­ρωες που δια­γρά­φουν τις τρο­χιές του βίου τους “στον τό­πο”. Εκεί­νο που βα­ραί­νει κα­θο­ρι­στι­κά στις ι­στο­ρίες του δεν εί­ναι το πέ­ρα­σμα του χρό­νου, αλ­λά η αλ­λα­γή του τό­που. Ορι­σμέ­νοι έρ­χο­νται α­πό το χω­ριό, το νη­σί ή την κω­μό­πο­λη στην Αθή­να, και άλ­λοι πη­γαί­νουν α­πό την Αθή­να σε Βιέν­νη, Γερ­μα­νία ή Αυ­στρα­λία, αλ­λά και τού­μπα­λιν, κά­ποιοι φτά­νουν α­πό τα τέσ­σε­ρα ση­μεία του ο­ρί­ζο­ντα στην Ελλά­δα. Σαν το βα­σι­κό να μην εί­ναι ο προο­ρι­σμός αλ­λά η αλ­λα­γή του τό­που. Οι χρό­νοι που ε­κτυ­λίσ­σο­νται οι ι­στο­ρίες και συ­να­κό­λου­θα, οι κα­τα­στά­σεις μέ­σα στις ο­ποίες δια­δρα­μα­τί­ζο­νται, α­πέ­χουν πα­ρα­σάγ­γας, α­φού το ά­νοιγ­μα στις α­φη­γή­σεις του βι­βλίου υ­περ­βαί­νει την πε­ντη­κο­ντα­ε­τία. Ξε­κι­νά α­πό την ε­παύ­ριο ε­κεί­νης της τε­λευ­ταίας για τη χώ­ρα δε­κα­ε­τίας “πο­λέ­μου και κα­τα­στρο­φώ­ν” και φτά­νει μέ­χρι έ­να α­προσ­διό­ρι­στο πα­ρόν. Ωστό­σο, αυ­τό που προ­βάλ­λε­ται με τη συ­στοί­χι­ση των ι­στο­ριών δεν εί­ναι η δια­φο­ρε­τι­κή χρο­νι­κή συ­νι­στώ­σα αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, η σύ­γκλι­ση των δια­φο­ρε­τι­κών κα­τα­στά­σεων, έ­τσι ό­πως στα­θε­ρά κα­τα­λή­γουν στη δυ­στυ­χία ή και στην κα­τα­στρο­φή ε­κεί­νου που α­πο­τόλ­μη­σε την με­τα­κί­νη­ση. Όλοι ε­γκα­τα­λεί­πουν έ­ναν τό­πο, που με­τά ε­σα­εί νο­σταλ­γούν, για έ­ναν άλ­λον δει­νών δο­κι­μα­σιών, προς ε­ξα­σφά­λι­ση κά­ποιας οι­κο­νο­μι­κής ευε­ξίας ή και μό­νο των προς το ζην. 
Κι ό­μως, κα­νείς “δεν κά­θε­ται στα αυ­γά του”, ό­πως πα­ρο­τρύ­νει ο ή­ρωας του τε­λευ­ταίου, ο­μό­τιτ­λου της συλ­λο­γής, διη­γή­μα­τος. Αυ­τός εί­ναι ο μό­νος, που αρ­νεί­ται ό­χι μό­νο να φύ­γει με­τα­νά­στης, αλ­λά και να κά­νει ο­ποια­δή­πο­τε αλ­λα­γή στη ζωή του. Κι αυ­τό, για­τί στά­θη­κε αυ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας ε­νός θα­νά­του που ε­πήλ­θε ό­λως διό­λου συ­μπτω­μα­τι­κά, λό­γω αλ­λα­γής θέ­σης α­πό μια κο­τρό­να στη δι­πλα­νή, που φαι­νό­ταν βο­λι­κό­τε­ρη για σκα­μνά­κι. Έζη­σε στά­σι­μος, “στον τό­πο”, για να δια­φύ­γει ή έ­στω να αρ­γο­πο­ρή­σει το μοι­ραίο, και του έ­λα­χε να “μεί­νει στον τό­πο”, ό­ταν άλ­λα­ξε θέ­ση σε έ­να πα­γκά­κι για να βο­λευ­τεί κα­λύ­τε­ρα. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μια πρώ­τη πα­ρα­τή­ρη­ση ό­σο α­φο­ρά την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα του Νόλ­λα στο σύ­νο­λο της γε­νιάς του, στην πε­ρί­πτω­ση που αυ­τή εί­ναι η δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή,  θα λέ­γα­με ό­τι δια­κρί­νε­ται ως διη­γη­μα­το­γρά­φος για γο­νι­μό­τε­ρη φα­ντα­σία, κα­θώς πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρά σε α­πό­στα­ση α­σφα­λείας α­πό το έκ­δη­λα βιω­μα­τι­κό στοι­χείο.
Κα­τά τα άλ­λα, σή­με­ρα, που, στην πε­ζο­γρα­φία των νεό­τε­ρων, κυ­ριαρ­χούν οι σκη­νές βίας και υ­περ­τε­ρεί στις ό­ποιες σχέ­σεις των χα­ρα­κτή­ρων η σκλη­ρό­τη­τα, η τρυ­φε­ρό­τη­τα που νο­τί­ζει τις ι­στο­ρίες του Νόλ­λα έ­χει κά­τι το πα­ρα­μυ­θι­κό. Εκ πρώ­της ό­ψεως, φαί­νε­ται πα­ρά­ξε­νη αυ­τή η γλυ­κύ­τη­τα των αι­σθη­μά­των, ό­ταν ο μυ­θο­πλα­στι­κός κό­σμος του συ­ντί­θε­ται α­πό τα­λαί­πω­ρους και πα­ρίες. Το μό­το του πρώ­του διη­γή­μα­τος, «Μω­ρέ παι­διά κα­η­μέ­να/ παι­διά ξε­νι­τε­μέ­να», α­να­κα­λεί το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι, «Μω­ρέ παι­διά κα­η­μέ­να, παι­διά της Σα­μα­ρί­νας κι ας εί­στε λε­ρω­μέ­να», που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι μό­το ο­λό­κλη­ρου του βι­βλίου. Κι αν ό­λοι οι ξε­νι­τε­μέ­νοι δεν εί­ναι μα­τω­μέ­νοι, κα­τα­πώς υ­παι­νίσ­σε­ται το δη­μώ­δες ά­σμα, α­πό το ά­γριο ξύ­λο, εί­ναι λε­ρω­μέ­νοι, άλ­λοι α­πό το κάρ­βου­νο του Ρουρ και άλ­λοι α­πό την κα­κο­με­τα­χεί­ρι­ση του κά­θε έ­να, που ευη­με­ρεί με τον δι­κό τους ι­δρώ­τα. Θα μπο­ρού­σε να υ­πο­θέ­σει κα­νείς ό­τι ο Νόλ­λας ε­ξω­ραΐζει τις δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις. Ού­τε αυ­τό, ό­μως, κά­νει. Αντι­θέ­τως, τις πε­ρι­γρά­φει ί­σως και με πε­ρισ­σή α­κρι­βο­λο­γία. Το μυ­στι­κό φαί­νε­ται να εί­ναι η ο­πτι­κή γω­νία που υιο­θε­τεί. Επι­κε­ντρώ­νε­ται στην ευαί­σθη­τη έως και τρυ­φε­ρή πλευ­ρά, που σή­με­ρα τεί­νει να ε­κλεί­ψει α­πό τους πά­ντες, πό­σω μάλ­λον τους ή­ρωές του, που δεν έ­χουν στον ή­λιο μοί­ρα. Κι ό­μως, αν ό­χι α­πα­ξά­πα­ντες, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, δια­θέ­τουν μια πα­ρό­μοια ευά­λω­τη πλευ­ρά. Ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­κλί­νει α­πό τον ρε­α­λι­στι­κό κα­νό­να, χα­ρί­ζο­ντας στον α­να­γνώ­στη την ου­το­πία “των α­γα­πω­μέ­νω­ν”. 
Ας α­φή­σου­με, ό­μως, το αρ­σε­νι­κό γέ­νος, που ο­φεί­λει κα­νείς να χρη­σι­μο­ποιεί σε γε­νι­κό­λο­γες εκ­φρά­σεις, ό­ταν α­να­φέ­ρε­ται σε αμ­φό­τε­ρα τα φύ­λα. Αυ­τήν την ου­το­πία ο Νόλ­λας την χα­ρί­ζει στις α­να­γνώ­στριες, που κα­τα­φεύ­γουν εν κρυ­πτώ στα ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Μό­νο που ε­κεί λεί­πει το ευ­φρα­ντι­κό μέ­σο της γλώσ­σας, με α­πο­τέ­λε­σμα ο ε­ρω­τι­κός μύ­θος να προσ­λαμ­βά­νε­ται ε­γκε­φα­λι­κά και να μη γλυ­καί­νει τα μέ­σα τους. Οι ι­στο­ρίες του Νόλ­λα κα­λύ­πτουν έ­να ευ­ρύ φά­σμα α­γα­πώ­ντων και α­γα­πω­μέ­νων. Ένας ε­ρω­τό­πλα­γκτος προ­σφέ­ρει τό­ση πολ­λή λα­τρεία, που ε­κεί­νη πνί­γε­ται και τον ε­γκα­τα­λεί­πει. Πα­ρο­μοίως, κά­ποιος που εί­ναι δυ­να­τός ή και μια ζωή κου­μπω­μέ­νος, μπο­ρεί να στύ­βει την πέ­τρα, ό­πως λέει ο λαός, αλ­λά την κα­λή του δεν έ­χει τη δύ­να­μη να την κρα­τή­σει κο­ντά του. Από την άλ­λη, ά­ντρες, που δεί­χνουν ά­καρ­δοι, γί­νο­νται σπλαγ­χνι­κοί με μια γε­ρό­ντισ­σα και πιο μη­τρι­κοί α­πό μα­νά­δες με έ­να βρέ­φος. Και α­φού οι λέ­ξεις, πα­ρά η υ­πό­θε­ση, εί­ναι σε ό­λες τις ι­στο­ρίες οι κα­λοί α­γω­γοί της συ­ναι­σθη­μα­τι­κής γλυ­κύ­τη­τας, ο συγ­γρα­φέ­ας εκ­με­ταλ­λεύε­ται και τις με­τα­κυ­λί­σεις της ση­μα­σίας τους. Έτσι εμ­φυ­τεύει σε μια ι­στο­ρία α­γνής παι­δο­φι­λίας ε­νός γυ­ρο­λό­γου για την μι­κρή Ασμάτ –ό­νο­μα κα­θό­λου τυ­χαίο– το σπέρ­μα του παι­δο­φι­λι­κού έ­ρω­τα, που προ­κα­λεί την ορ­γή των ο­μο­ε­θνών της. 
Δύο α­πό τα τρία α­δη­μο­σίευ­τα διη­γή­μα­τα εί­ναι τα πιο ε­ρω­τι­κά της συλ­λο­γής. Το πρώ­το έ­χει τίτ­λο, που θα ταί­ρια­ζε και σε ροζ ι­στο­ρία, «Ένα κου­λού­ρι στα δυο». Αυ­τό μοι­ρά­ζε­ται έ­να ζεύ­γος σα­ρα­ντά­ρη­δων μι­κροϋπαλ­λή­λων, που συμ­βιώ­νουν δέ­κα χρό­νια, χω­ρίς παι­διά. “Εί­ναι αρ­γά για παι­διά, τι να το κά­νου­με το στε­φά­νι”, έ­λε­γε ε­κεί­νος. “Δεν πά­ει να πει τί­πο­τα αυ­τό”, α­πα­ντού­σε ε­κεί­νη. “Αλλά δεν το ’κα­νε ζή­τη­μα”, πα­ρα­τη­ρεί ε­πι­γραμ­μα­τι­κά ο α­φη­γη­τής του Νόλ­λα, ε­νώ ο α­φη­γη­τής ε­νός ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος θα πρό­σθε­τε, “για να μην τον χά­σει”. Πι­θα­νώς και να  συ­νέ­χι­ζε με τις μη­χα­νορ­ρα­φίες και τις γα­λι­φιές, που ε­κεί­νη θα ε­πι­νοού­σε για να ε­πι­τύ­χει το πο­λυ­πό­θη­το κου­κού­λω­μα. Πά­ντως, τα σου­σά­μια που σκορ­πί­στη­καν πά­νω στο τρα­πέ­ζι με το μοί­ρα­σμα του κου­λου­ριού, δεν θα του περ­νού­σε α­πό το μυα­λό να τα εκ­με­ταλ­λευ­τεί. Στο διή­γη­μα του Νόλ­λα, την ώ­ρα που ε­κεί­νος ε­ξο­μο­λο­γεί­ται πα­λαιά σφάλ­μα­τα και πό­νους, ε­κεί­νη τον ταΐζει έ­να έ­να σπό­ρια σου­σα­μιού. Ο δι­κός του α­φη­γη­τής δεν πε­ρι­γρά­φει με λό­για το δε­σμό τους, αλ­λά με μια α­σή­μα­ντη πρά­ξη τού δί­νει σω­μα­τι­κή ζε­στα­σιά. 
Σε αυ­τήν τη σω­μα­τι­κή ζε­στα­σιά, που θε­ρα­πεύει, ε­πα­νέρ­χε­ται στο δεύ­τε­ρο διή­γη­μα. Εκεί, ο μω­λω­πι­σμέ­νος α­πό ά­γριο ξυ­λο­δαρ­μό ή­ρωας χώ­νε­ται στην α­γκα­λιά της γυ­ναί­κας, ό­πως εί­χε α­κού­σει ό­τι κά­να­νε οι πα­λιοί, που τυ­λί­γα­νε με το το­μά­ρι α­πό έ­να άρ­τι σφαγ­μέ­νο ζώο τον α­νε­λέ­η­τα κα­κο­ποιη­μέ­νο δι­κό τους άν­θρω­πο. Διη­γή­μα­τα γυ­ναι­κείας ευαι­σθη­σίας, θα α­πο­φαι­νό­ταν μια α­να­γνώ­στρια, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι γυ­ναί­κες, πα­ρά το πρα­κτι­κό τους πνεύ­μα, θεω­ρούν την ευαι­σθη­σία δι­κό τους α­πο­κλει­στι­κό προ­νό­μιο. Μό­νο που κα­μιά γυ­ναί­κα συγ­γρα­φέ­ας δεν θα εί­χε την ευαι­σθη­σία να πα­ρο­μοιά­σει την γυ­ναι­κεία φω­νή με “θρόι­σμα κουρ­τί­νας σε αυ­γου­στιά­τι­κο μελ­τέ­μι”. Εν τέ­λει, αυ­τή η σχε­δόν πα­ρα­μυ­θι­κή τρυ­φε­ρό­τη­τα α­πο­κρύ­βει το βα­θύ­τε­ρο υ­παρ­ξια­κό άγ­χος, ό­που πραγ­μα­τι­κές πα­ρα­στά­σεις, πα­ραι­σθή­σεις και ε­φιάλ­τες λει­τουρ­γούν σαν συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία. Δεν χω­ρά­ει συ­ζή­τη­ση. Τα  Άπα­ντα μπο­ρούν να πε­ρι­μέ­νουν.   

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/12/2012.


Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Αποχαιρετισμοί κάτω από τα κλαψόδεντρα



Την προ­πε­ρα­σμέ­νη Κυ­ρια­κή, σχο­λιά­ζο­ντας την τε­λευ­ταία συλ­λο­γή του Γιώρ­γου Σκα­μπαρ­δώ­νη, «Πε­ρι­πο­λών πε­ρί πολ­λών τυρ­βά­ζω», εί­χα­με υ­πο­σχε­θεί να ε­πα­νέλ­θου­με σε έ­να α­πό τα 26 διη­γή­μα­τα, κα­θώς έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι “συ­νο­μι­λεί” με ο­ρι­σμέ­να διη­γή­μα­τα, τό­σο πα­λαιό­τε­ρα ό­σο και ο­μό­χρο­νά του. Ένα α­πό αυ­τά δη­μο­σιεύ­τη­κε στο ε­πε­τεια­κό τεύ­χος των «Ελι­μεια­κών», στο ο­ποίο α­να­φε­ρό­μα­στε αυ­το­τε­λώς στη σε­λί­δα. Δε­δο­μέ­νου ό­τι η συλ­λο­γή και το τεύ­χος δη­μο­σιεύ­τη­καν σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να, ει­κά­ζου­με ό­τι πρό­κει­ται για “συ­νο­μι­λία” πέ­ραν της πρό­θε­σης των συγ­γρα­φέων. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, οι θεω­ρη­τι­κοί της λο­γο­τε­χνίας συμ­βου­λεύουν, κα­τ’ αρ­χάς την ε­ξέ­τα­ση κα­θε­νός χω­ρι­στά σε σχέ­ση και με τα ε­ξω­κει­με­νι­κά στοι­χεία και στη συ­νέ­χεια, τη συ­γκρι­τι­κή τους προ­σέγ­γι­ση. Αμ’ έ­πος α­μ’ έρ­γον. Το διή­γη­μα του πε­ριο­δι­κού έ­χει τίτ­λο «Τα Κλα­ψό­δε­ντρα» και εί­ναι της ψυ­χο­λό­γου και συγ­γρα­φέως Κα­τε­ρί­νας Μή­λιου. Πα­ρου­σιά­ζε­ται ως α­πό­το­κο της αυ­το­βιο­γρα­φίας του Μή­λιου Δ. Μή­λιου, που δη­μο­σιεύ­τη­κε σε προ­η­γού­με­να τεύ­χη, με τίτ­λο «Η οι­κο­γέ­νεια Μή­λιου της Κο­ζά­νης», με δι­κή της ε­πι­μέ­λεια. Σε αυ­τό θα ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός σύ­ντο­μη ι­στο­ρία πα­ρά διή­γη­μα, κα­θώς α­νι­στο­ρεί τους δύ­σκο­λους α­πο­χαι­ρε­τι­σμούς, ό­ταν στε­νοί συγ­γε­νείς έ­φευ­γαν με­τα­νά­στες, γνω­ρί­ζο­ντας ό­τι ο χω­ρι­σμός θα εί­ναι μα­κρό­χρο­νος, κά­πο­τε και χω­ρίς ε­πι­στρο­φή. Τα δυο με­γα­λύ­τε­ρα α­δέλ­φια του α­φη­γη­τή έ­φυ­γαν για την Αυ­στρα­λία σχε­δόν έ­φη­βοι, το 1926 ο με­γά­λος, το 1932 ο δεύ­τε­ρος. Ο πρώ­τος ε­πέ­στρε­ψε οι­κο­γε­νεια­κά το 1959, ο δεύ­τε­ρος δεν γύ­ρι­σε. Σκο­τώ­θη­κε σε αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα το 1960. Γύ­ρι­σε η γυ­ναί­κα του με τα τρία παι­διά τους. Πι­θα­νώς έ­να α­πό αυ­τά να εί­ναι η συγ­γρα­φέ­ας, κα­θώς, σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό της, γεν­νή­θη­κε στην Αυ­στρα­λία και με­γά­λω­σε στην Κο­ζά­νη. Όπως και να έ­χει, ως α­φη­γη­τή ε­πι­στρα­τεύει τον τρί­το α­δελ­φό, που δεν ξε­νι­τεύ­τη­κε. Στη με­τά­θε­ση, ω­στό­σο, ο­ρι­σμέ­νων πο­λύ­τι­μων γι’ αυ­τήν α­να­μνή­σεων, φαί­νε­ται να μπλέ­κει κά­που χρό­νους και γε­γο­νό­τα. Λ.χ., το τρα­γού­δι του Χατ­ζι­δά­κι, «Τα παι­διά του Πει­ραιά», γραμ­μέ­νο για το «Πο­τέ την Κυ­ρια­κή», δεν μπο­ρεί να α­κου­γό­ταν στο λι­μά­νι του Γυ­θείου, ού­τε άλ­λω­στε ο­που­δή­πο­τε αλ­λού, σε κα­νέ­ναν α­πο­χαι­ρε­τι­σμό πριν το 1960, που γυ­ρί­στη­κε η ται­νία. 
   Χά­ρις, πά­ντως, στον α­φη­γη­τή της πιά­νει το νή­μα της ι­στο­ρίας α­πό το α­πώ­τε­ρο πα­ρελ­θόν και μνη­μο­νεύει κά­ποιους άλ­λους, αυ­τή τη φο­ρά, χερ­σαίους α­πο­χαι­ρε­τι­σμούς, που ού­τε ε­κεί­νη ού­τε ο α­φη­γη­τής της έ­ζη­σαν. Εκεί­νος, ό­μως, πρό­λα­βε τις διη­γή­σεις της για­γιάς του. Ήταν οι α­πο­χαι­ρε­τι­σμοί, που γί­νο­νταν κά­τω α­πό τα ψη­λό­κορ­μα δέ­ντρα του χω­ρα­φιού τους, ό­ταν, σε δύ­σκο­λα χρό­νια, “χω­ρί­ζο­νταν οι οι­κο­γέ­νειες για να πά­νε άλ­λοι στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, άλ­λοι στη Σερ­βία κι άλ­λοι στη Βγιέν­να.” “Γι’ αυ­τό και τα ’λε­γαν κλα­ψό­δε­ντρα.” Δεν προσ­διο­ρί­ζει τι εί­δους δέ­ντρα εί­ναι, μια και οι α­πα­ντα­χού Ελι­μιώ­τες γνω­ρί­ζουν τον τό­πο τους και τη χλω­ρί­δα του. Ο τυ­χών, ό­μως, α­να­γνώ­στης, συ­χνά παι­δί των πό­λεων ό­πως ε­μείς, μπο­ρεί να φα­ντα­σιώ­νε­ται για κλα­ψό­δε­ντρα α­πό πλα­τά­νια μέ­χρι και ε­κεί­να τα ρό­μπο­λα, που φτά­νουν τα 40 μέ­τρα. Γι’ αυ­τά, τα α­κό­μη και ως ό­νο­μα ά­γνω­στα σε ε­μάς, δια­βά­σα­με σε έ­να διή­γη­μα άλ­λου Μα­κε­δό­να συγ­γρα­φέα, του Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη. Από την Κε­ντρι­κή Μα­κε­δο­νία ε­κεί­νος, γεν­νη­μέ­νος στο Λι­τό­χω­ρο Πιε­ρίας. Στο γλωσ­σά­ρι της συλ­λο­γής, που ε­ξέ­δω­σε τον Νοέμ­βριο του 2011, με τίτ­λο «Πα­ρα­μι­λη­τά», ε­ξη­γεί πως ρό­μπο­λο α­πο­κα­λεί­ται το λευ­κό­δερ­μο πεύ­κο, που φυ­τρώ­νει σε υ­ψό­με­τρο 1500-2400 μέ­τρων. Στο διή­γη­μά του, «Η α­σέ­βεια των λο­τό­μων», ω­στό­σο, θάλ­λουν γύ­ρω α­πό την πα­λαιά Μο­νή του Αγίου Διο­νυ­σίου του Ολυ­μπί­τη, που βρί­σκε­ται σε υ­ψό­με­τρο ό­χι με­γα­λύ­τε­ρο των 800 μέ­τρων. Δη­λα­δή, στο ί­διο υ­ψό­με­τρο με τη Σέ­λι­τσα, ό­πως ο­νο­μα­ζό­ταν πα­λαιό­τε­ρα η Ερά­τυ­ρα, στις πλα­γιές του ό­ρους Άσκιο ή και Σι­νιά­τσι­κο, ό­που η Μή­λιου το­πο­θε­τεί την ι­στο­ρία της. Ό,τι εί­δους δέ­ντρα και να εί­ναι τα κλα­ψό­δε­ντρα, στους ε­φιάλ­τες του α­φη­γη­τή εμ­φα­νί­ζο­νται ζευ­γα­ρω­μέ­να. “Δυο δέ­ντρα στοι­χειώ­νουν έ­να μαύ­ρο ου­ρα­νό”. 
Το διή­γη­μα του Σκα­μπαρ­δώ­νη τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ο Κλα­ψό­δε­ντρος» και α­πό μια ά­πο­ψη, κα­τέ­χει προ­νο­μιού­χο θέ­ση στη συλ­λο­γή, α­φού σε αυ­τό α­να­φέ­ρε­ται το έ­να α­πό τα δυο μό­το του βι­βλίου. Το­πο­θε­τεί­ται και αυ­τό στο Νο­μό Κο­ζά­νης, αλ­λά στο δυ­τι­κό­τε­ρο ά­κρο του, στις πα­ρυ­φές του ό­ρους Βόϊο. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στον Πε­ντά­λο­φο Κο­ζά­νης, πα­λαιό­τε­ρα Ζου­πά­νι, ο­νο­μα­στό άλ­λο­τε για τους κτι­στά­δες πέ­τρας. “Πέ­τρα εί­χα­μι, πέ­τρα δου­λε­ψά­μι”, σύμ­φω­να με το μό­το, που εί­ναι στο δι­κό τους ι­διό­λε­κτο, τα κου­δα­ρί­τι­κα. Κλα­ψό­δε­ντρο α­πο­κα­λού­σαν έ­ναν πλά­τα­νο στην α­να­το­λι­κή πλευ­ρά του χω­ριού, εί­κο­σι έ­να μέ­τρα ύ­ψους, με με­γά­λη ι­στο­ρία α­πό τα χρό­νια της Τουρ­κο­κρα­τίας. “Ήταν το ση­μείο ό­που οι οι­κο­γέ­νειες α­πο­χαι­ρε­τού­σαν τα πε­ρί­φη­μα συ­νερ­γεία των μα­στό­ρων που έ­φευ­γαν να δου­λέ­ψου­νε σε μέ­ρη μα­κρι­νά.” Δια­φο­ρε­τι­κές, ω­στό­σο, οι κα­τευ­θύν­σεις α­πό ε­κεί­νες των ξε­νι­τε­μών στην ι­στο­ρία της Μή­λιου. Ού­τε Κων­στα­ντι­νού­πο­λη ού­τε Βγιέν­να πή­γαι­να­ν· “η χά­ρη τους έ­φτα­νε ως την Εύ­βοια και την Πε­λο­πόν­νη­σο”. Στο διή­γη­μα οι α­πο­χαι­ρε­τι­σμοί α­να­φέ­ρο­νται πα­ρε­μπι­πτό­ντως, κα­θώς η α­φή­γη­ση ε­στιά­ζει στον κε­ντρι­κό ή­ρωα και τη σχέ­ση του με τον αιω­νό­βιο κλα­ψό­δε­ντρο. Έναν δά­σκα­λο ε­τών 39, εγ­γο­νό χτί­στη, με τό­πο δια­μο­νής την Θεσ­σα­λο­νί­κη και θε­ρι­νό κα­τα­φύ­γιο το κτή­μα στον τό­πο της κα­τα­γω­γής του, τον Πε­ντά­λο­φο. Μέ­σα α­πό το ε­φιαλ­τι­κό ό­νει­ρο του δά­σκα­λου, με το ο­ποίο α­νοί­γει το διή­γη­μα, δια­φαί­νε­ται η αί­σθη­ση κα­τά­πτω­σης και μα­ταίω­σης, που τον έ­χει κα­τα­λά­βει. Νιώ­θει και ε­κεί­νος άρ­ρω­στος, ό­πως ο πλά­τα­νος που τον σι­γο­τρώει έ­νας εξ Αμε­ρι­κής προ­ερ­χό­με­νος μύ­κη­τας. 
   Ού­τε το ε­φιαλ­τι­κό ό­νει­ρο ού­τε ο ε­να­γκα­λι­σμός του με τον κλα­ψό­δε­ντρο, που έρ­χε­ται σαν κα­τα­λη­κτι­κή κο­ρύ­φω­ση της διή­γη­σης, έ­χουν ο­μοιό­τη­τα με το ε­νύ­πνιο «Υπό την βα­σι­λι­κήν δρυν» του εν­δε­κα­ε­τούς πα­πα­δια­μά­ντειου παι­δίου και την “ά­φα­τον συ­γκί­νη­σι­ν” που το με­γα­λο­πρε­πές ε­κεί­νο δέ­ντρο του προ­κα­λού­σε σαν μα­γι­κή με­τα­μόρ­φω­ση “κό­ρης παρ­θε­νι­κής του βου­νού”. Κι ό­μως, κά­ποιος, πι­θα­νώς αρ­κού­ντως ευ­φά­ντα­στος ή και ευαί­σθη­τος, ί­σως α­φου­γκρα­στεί τη “συ­νο­μι­λία” των δυο διη­γη­μά­των στο κρά­τη­μα του αν­θρώ­που α­πό το δέ­ντρο, κυ­ρίως στην έμ­ψυ­χη υ­πό­στα­ση, που και οι δυο α­φη­γή­σεις του προσ­δί­δουν. Η νύμ­φη “Αμα­δρυάς συ­να­πο­θνή­σκει με την δρυ­ν” στο διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, ε­νώ, στου Σκα­μπαρ­δώ­νη, η ε­πα­φή με τον κορ­μό του πλά­τα­νου ε­πι­δρά  ως ζωο­γό­νος δύ­να­μη στον κα­τα­πτο­η­μέ­νο ψυ­χι­σμό του ή­ρωα.    
     Επι­μέ­νο­ντας στη “συ­νο­μι­λία” με τον Πα­πα­δια­μά­ντη, οι α­πο­χαι­ρε­τι­σμοί των διη­γη­μά­των της Μή­λιου και του Σκα­μπαρ­δώ­νη, που γί­νο­νται  κά­τω α­πό τα κλα­ψό­δε­ντρα, α­να­κα­λούν έ­τε­ρο διή­γη­μά του, με θα­λάσ­σιους α­ντί χερ­σαίους α­πο­χαι­ρε­τι­σμούς. “Επά­νω εις τον βρά­χον της ε­ρή­μου βο­ρει­νής α­κτής, πλη­σίον εις το λη­σμο­νη­μέ­νον πα­ρεκ­κλή­σι της Πα­να­γίας της Κα­τευο­δώ­τρας” μα­ζεύο­νταν οι γυ­ναί­κες των θα­λασ­σι­νών και α­γνά­ντευαν τα κα­ρά­βια των δι­κών τους κα­θώς σάλ­πα­ραν. Μό­νο που σε ε­κεί­νο «Τ’ Αγνά­ντε­μα», τα δά­κρυα μπο­ρού­σαν να έ­χουν μέ­χρι και τρα­γι­κά ε­πα­κό­λου­θα. Σύμ­φω­να με μύ­θο α­πό την ε­πο­χή “των πα­λαιών Ελλή­νω­ν”, το Φλαν­δρώ, α­γνα­ντεύο­ντας “το κα­ρά­βι του άν­δρα της που έ­φευ­γε, έ­κλα­ψε πι­κρά κ’ έ­πε­σαν τα δά­κρυά της στα κύ­μα­τα και τα κύ­μα­τα ε­πι­κρά­θη­καν, κ’ ε­φαρ­μα­κώ­θη­καν, και θύ­μω­σαν ... και στο δρό­μο τους που ηύ­ραν το κα­ρά­βι,  έ­πνι­ξαν τον άν­δρα της”.
Ας α­φή­σου­με, ό­μως, τον Σκια­θί­τη, κι ας ε­πι­κε­ντρω­θού­με στις “συ­νο­μι­λίες” των τριών Μα­κε­δό­νων συγ­γρα­φέων, που συ­νέ­πε­σε να δη­μο­σιεύ­σουν τα διη­γή­μα­τά τους φθι­νό­πω­ρο του 2011. Η “συ­νο­μι­λία” των διη­γη­μά­των Μή­λιου-Σκα­μπαρ­δώ­νη πα­ρα­μέ­νει στο θε­μα­τι­κό πε­δίο, σε α­ντί­θε­ση με ε­κεί­νη των Κο­ψα­χεί­λη-Σκα­μπαρ­δώ­νη. Μπο­ρεί μεν ο Κο­ψα­χεί­λης να μην κα­τα­φεύ­γει στο μύ­θο του κλα­ψό­δε­ντρου, αλ­λά και ε­κεί­νος δί­νει στα αιω­νό­βια ρό­μπο­λα έμ­ψυ­χη υ­πό­στα­ση. Ύστε­ρα, η “συ­νο­μι­λία” των δυο διη­γη­μα­το­γρά­φων δη­λώ­νε­ται ποι­κι­λο­τρό­πως α­πό τους ί­διους και δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στα συ­γκε­κρι­μέ­να διη­γή­μα­τα. Σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι, στα πρό­σφα­τα βι­βλία τους α­νταλ­λάσ­σουν α­φιε­ρώ­σεις σε ε­πι­μέ­ρους διη­γή­μα­τα. Πι­θα­νώς και ως έν­δει­ξη ά­δη­λων προ­σφο­ρών υ­πό τη μορ­φή πυ­ρή­νων έ­μπνευ­σης. Χω­ρίς να γνω­ρί­ζου­με πρό­σω­πα και πράγ­μα­τα, κά­νου­με την ει­κα­σία ό­τι οι μυ­θο­πλα­στι­κοί τους κό­σμοι συγ­γέ­νευαν πριν δια­βά­σουν ο έ­νας τον άλ­λο. Το 1988-1990, δη­μο­σίευ­σε ο Κο­ψα­χεί­λης τα τέσ­σε­ρα πρώ­τα διη­γή­μα­τά του σε α­θη­ναϊκό πε­ριο­δι­κό («Το πα­ρα­μι­λη­τό»). Ο Σκα­μπαρ­δώ­νης εί­χε δη­μο­σιεύ­σει διη­γή­μα­τα νω­ρί­τε­ρα αλ­λά σε πε­ριο­δι­κά της Θεσ­σα­λο­νί­κης, τό­τε, ω­στό­σο, ε­ξέ­δω­σε τα δυο πρώ­τα του βι­βλία, εμ­μέ­νο­ντας σε Θεσ­σα­λο­νι­κείς εκ­δό­τες. Στον πρώ­το εκ­δό­τη του (Ια­νός) θα βγά­λει ο Κο­ψα­χεί­λης, 22 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το έ­να και μο­να­δι­κό βι­βλίο του, το ο­ποίο, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, στην Αθή­να έ­λα­βε μια κρι­τι­κή έ­να­ντι εί­κο­σι, πι­θα­νώς και πε­ρισ­σό­τε­ρων, του Σκα­μπαρ­δώ­νη. Με άλ­λα λό­για, οι συγ­γρα­φι­κοί βίοι τους μό­νο πα­ράλ­λη­λοι δεν εί­ναι, αλ­λά η ι­στο­ρία της λο­γο­τε­χνίας στοι­χειο­θε­τεί­ται με κεί­με­να και ό­χι με βιο­γρα­φι­κά. Όσο για τις κρι­τι­κές εί­ναι, κα­τά κα­νό­να, θέ­μα γνω­ρι­μιών και α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τας του συγ­γρα­φέα. Ακό­μη και τα μέ­λη των κρι­τι­κών ε­πι­τρο­πών δια­βά­ζουν τα βι­βλία, που τους προω­θεί ο κύ­κλος των γνω­στών τους. Όσων δια­θέ­τουν α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα δεν χρειά­ζε­ται ού­τε καν να τα δια­βά­σουν, α­φού δεν χρειά­ζε­ται να υ­πε­ρα­σπί­σουν την υ­πο­ψη­φιό­τη­τά τους. Γι’ αυ­τά αρ­κεί το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα.
    Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της συγ­γέ­νειας των μυ­θο­πλα­στι­κών τους κό­σμων εί­ναι ο στε­νός συγ­χρω­τι­σμός των η­ρώων τους με τε­θνεώ­τες και ζω­ντα­νά. Στα πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα του Σκα­μπαρ­δώ­νη, οι προ­σφι­λείς α­πο­θα­νό­ντες στοι­χειώ­νουν τη μνή­μη του α­φη­γη­τή, στα πα­λαιό­τε­ρα, ω­στό­σο, πα­ρου­σιά­ζο­νταν και σαν ε­νύ­πνια φά­σμα­τα. Στα διη­γή­μα­τα του Κο­ψα­χεί­λη, το με­τα­φυ­σι­κό στοι­χείο εί­ναι πο­λύ ε­ντο­νό­τε­ρο, κα­τα­λή­γο­ντας κα­θο­ρι­στι­κό της ε­ντύ­πω­σης. Ένα α­πό τα κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τά του, με πρω­τα­γω­νι­στή τον παπ­πού “ε­δώ και έ­ντε­κα χρό­νια πε­θα­μέ­νο”, εί­ναι το «Φθι­νό­πω­ρο». Το­πο­θε­τεί­ται στο χω­ριό Βυ­θός, γει­το­νι­κό του Πε­ντά­λο­φου. Όπως α­φη­γεί­ται ο Σκα­μπαρ­δώ­νης στο δι­κό του διή­γη­μα, πα­λιά ο Βυ­θός ο­νο­μα­ζό­ταν Ντό­λος και οι Ντο­λια­νά­τες κτι­στά­δες εί­χαν φθά­σει μέ­χρι την Περ­σία, ό­που έ­χτι­σαν α­νά­κτο­ρο για τον Σά­χη. Τό­ση ή­ταν η φή­μη τους, που στα χω­ριά του Βόϊου α­πα­θα­να­τί­στη­καν στα χρι­στού­γεν­νιά­τι­κα κά­λα­ντα, ε­ξο­στρα­κί­ζο­ντας τους τρεις Μά­γους: «Εκ της Περ­σίας έρ­χο­νται σα­ρά­ντα Ντο­λια­νά­τες...»
    Το διή­γη­μα του Κο­ψα­χεί­λη,  στη δεύ­τε­ρη δη­μο­σίευ­σή του στο βι­βλίο, εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο στον Σκα­μπαρ­δώ­νη. Αντι­στοί­χως, το δι­κό του, «Ο Κλα­ψό­δε­ντρος», εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο στον Κο­ψα­χεί­λη. Ίσως, οι λό­γοι να εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ροι του ε­νός, πι­θα­νώς και μέ­σα α­πό τη σχέ­ση τους με τους τό­πους. Στέρ­γιος, πά­ντως, εί­ναι το ό­νο­μα του ή­ρωα στο διή­γη­μα του Σκα­μπαρ­δώ­νη, το ί­διο με του κα­κού στο διή­γη­μα του Κο­ψα­χεί­λη. Σε ε­κεί­νο εί­ναι έ­νας α­πό τους λο­τό­μους, που κό­βουν τα αιω­νό­βια ρό­μπο­λα του Αγίου Διο­νυ­σίου του Ολυ­μπί­τη. Πέ­φτο­ντας το δέ­ντρο του λιά­νι­σε το κε­φά­λι. Αγίου τι­μω­ρία. Η συγ­γέ­νεια δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στο ό­νο­μα, άλ­λω­στε κι έ­νας άλ­λος ή­ρωας του Σκα­μπαρ­δώ­νη, έ­νας τρε­λά­ρας, έ­χει το ί­διο ό­νο­μα. Εί­ναι βα­θύ­τε­ρη, κα­θώς συν­δέε­ται με το υ­φέρ­πον με­τα­φυ­σι­κό στοι­χείο. Για πα­ρά­δειγ­μα,  και στους δυο, κά­ποια σπά­νια φυ­σι­κά φαι­νό­με­να συμ­βαί­νει να παίρ­νουν τις δια­στά­σεις του υ­περ­φυ­σι­κού χά­ρις στον τρό­πο της α­νι­στό­ρη­σής τους. Στα δυο πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα του Σκα­μπαρ­δώ­νη και του Κο­ψα­χεί­λη “βρέ­χει ψά­ρια και μπα­κά­κια”. Στο πρώ­το, τα βα­τρά­χια στον πα­ρα­λια­κό της Το­ρώ­νης εί­ναι ο πυ­ρή­νας γύ­ρω α­πό τον ο­ποίο στρο­βι­λί­ζε­ται έ­νας ο­λο­νύ­χτιος ε­φιάλ­της. Στο δεύ­τε­ρο, μέ­νει η φο­βι­κή ει­κα­σία να “ή­ταν ση­μά­δι του Αγίου”, που “ή­ταν πο­λύ χο­λω­μέ­νος”. Και στις δυο α­φη­γή­σεις υ­πάρ­χει η μυ­στι­κι­στι­κή υ­φή της μα­γείας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 25/11/2012.