Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

Στα σολωμέικα (Στάση δεύτερη)

Θανάσης Βαλτινός "Άνθη της αβύσσου"
Εκδόσεις Εστίας Απρίλιος 2008

Και επανερχόμαστε, όπως είχαμε δεσμευθεί, στο δωδέκατο πεζογράφημα του Θανάση Βαλτινού, και αυτό στη μορφή βιβλίου αντί του υποσχεμένου σιντί. Από μια άποψη, παράδοξη μεταστροφή, όταν μέχρι πρότινος, ο συγγραφέας υποστήριζε πως το βιβλίο, ως λογοτεχνική έκφραση, έχει ολοκληρώσει τη διαδρομή του και χρειάζεται ρηξικέλευθες προτάσεις. Αν και το πιο ανησυχητικό είναι η εξαγγελία και του δέκατου τρίτου βιβλίου του, που θα είναι, λέει, "κλασικότροπο και ερωτικό". Και το χαρακτηρίζουμε ανησυχητικό, γιατί μπορεί και να δείχνει, πως ο λογοτέχνης προσαρμόζεται στον ακαδημαϊκό θώκο, παρά τις δηλώσεις του, να καταβάλλει προσπάθειες ώστε να φαρδύνει ο θώκος για να χωρέσει και τις τολμηρότερες περιφέρειες της λογοτεχνίας.
Στο προηγούμενο δημοσίευμά μας, είχαμε σχολιάσει την εισαγωγή του βιβλίου, οπότε μένει το κυρίως σώμα, με τη μορφή σεναρίου, που δεν επιλέχτηκε ως κατάλληλο αφηγηματικό είδος, όπως γράφτηκε και όπως θα μπορούσε να συμβαίνει, αλλά έτυχε να υπάρχει έτοιμο. Διαφορετικής πνοής το σενάριο, σε σύγκριση με τη μεταμοντέρνα διάθεση της εισαγωγής, καθώς γράφτηκε λίγα χρόνια νωρίτερα το 1996, στο ξεκίνημα του απομυθοποιητικού ρεύματος, και το βασικότερο, προοριζόταν για ταινία και δη, επετειακού χαρακτήρα. Αν και αναφέρεται στον ίδιο ήρωα, τον Σολωμό όπως τον συστήνει η εισαγωγή, φωτίζει πλαγίως πρόσωπα και καταστάσεις, μάλλον "δείχνοντας" παρά "λέγοντας". Στην εκδοχή του βιβλίου, το σενάριο απαρτίζεται από 58 σκηνές, όπου διακρίνονται τρεις σεκάνς, ενώ εννέα σκηνές έχουν χαρακτήρα ατμοσφαιρικής εικόνας, θα λέγαμε, περισσότερο λογοτεχνικής και λιγότερο κινηματογραφικής. Προνομιούχος τόπος του σεναρίου η Ζάκυνθος, εκτός από οκτώ σκηνές, που εκτυλίσσονται στην Κέρκυρα, και ακόμη, τρεις πάνω στο ατμόπλοιο "Επτάνησος", που κάνει τη διαδρομή Κέρκυρα-Ζάκυνθο, με τελικό προορισμό την Πάτρα.
Ο παροντικός χρόνος του σεναρίου είναι το οκτάμηνο, από τις 9 Σεπτεμβρίου 1836 μέχρι τις 3 Μαΐου 1837, που ο Σολωμός παρέμεινε στην Ζάκυνθο κατά το τρίτο και τελευταίο ταξίδι του στην γενέθλια νήσο, μετά το 1828 που εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα. Μόνο οι πέντε αρχικές σκηνές τοποθετούνται στις παραμονές της αναχώρησής του από την Κέρκυρα και οι τρεις τελευταίες στα κατοπινά χρόνια, επίσης στην Κέρκυρα. Η μια, το 1847 (αν και εκ παραδρομής αναφέρεται το 1848), η επόμενη παίζει μεταξύ 1847 και 1848, καθώς η μνεία του θανάτου του δικηγόρου Γιάννη Γαλβάνη προ διετίας την εντοπίζει στις αρχές του 1847, ενώ η αναφορά στην συνταγματική μεταρρύθμιση που εγκαθίδρυσε την ελευθερία του Τύπου, καθώς και το συμβάν με τον "πόρφυρα" που κατασπάραξε βρετανό στρατιώτη, την τοποθετούν καλοκαίρι 1848. Και η τελευταία, σε ένα ακαθόριστο παρόν. Όπως και η δεύτερη σκηνή, πρόκειται και πάλι για μια στατική εικόνα, που δείχνει γκραβούρα της πόλης της Κέρκυρας, ενώ περνούν γράμματα. Με τη μορφή εγκυκλοπαιδικού λήμματος, αναφέρεται ο θάνατος του Σολωμού το 1857 και η ανακήρυξη, "το 1865, αμέσως μετά την ένωση των Ιονίων Νήσων με την Ελλάδα" των δυο πρώτων στροφών από τον "Ύμνον εις την Ελευθερίαν" "επισήμως σε ελληνικό εθνικό ύμνο". Αν και δεν έγινε ακριβώς έτσι. Το 1865, οι δυο στροφές χαρακτηρίστηκαν "επίσημον εθνικόν άσμα" του Βασιλικού Ναυτικού, μετέπειτα του Στρατού και αργότερα, εθνικός ύμνος. Το ενδιαφέρον, όμως, έγκειται στη διατύπωση "ελληνικός εθνικός ύμνος" αντί του συνήθους "εθνικός ύμνος της Ελλάδος", που μπορεί να εκληφθεί και σαν μια πρόσθετη πινελιά σε ένα σενάριο που φροντίζει να πάρει τις πρέπουσες αποστάσεις από παλαιότερα κείμενα που "υπηρετούσαν τα ιδεώδη της πατρίδος". Πέραν αυτών, στο σενάριο προβλέπονται και επτά σκηνές, που διαδραματίζονται σε παλαιότερα χρόνια, τα παιδικά του Σολωμού, 1806-1807, και τα νεανικά του, 1822-1823. Σκηνές που ο συγγραφέας προτρέπει να αποδοθούν κινηματογραφικά ως φαντασίωση ή "σαν παραίσθηση" και ακόμη, "με την αυθαιρεσία που λειτουργούν τα όνειρα".
Βραβευμένος σεναριογράφος ο Βαλτινός, γνωρίζει πόσο καθοριστικό είναι για μια ταινία το ξεκίνημα. Γι' αυτό και προτάσσει μια σκηνή ρομάντζου στους ελαιώνες της Ζακύνθου, τον χειμώνα του 1823. Ο Σολωμός και η Μαρία Παπαγεωργοπούλου, σε μεσημεριανή βόλτα με άμαξα. Εκείνη, γεμάτη ερωτική προσμονή, προσφέρει τα χείλη της, εκείνος αντιπαρέρχεται, μιλώντας για τον καιρό. Τρία χρόνια αργότερα, η Μαρία, πλανταγμένη από έρωτα για "έναν νέον βενετόν μουσικόν", που αποκαλύφθηκε νυμφευμένος, αυτοκτονεί και ο Σολωμός συνθέτει την "Φαρμακωμένη". Ωστόσο, κατά το σενάριο, δέκα χρόνια αργότερα βαυκαλίζεται με την ιδέα πως αυτός της έδωσε το φαρμάκι "γιατί δεν τόλμησε ν' απλώσει το χέρι του". Την είδε, λέει, να τον μέμφεται στο όνειρό του, που συνιστά, ως γνωστόν, τον προνομιούχο τόπο των απωθημένων.
Ερωτικό, λοιπόν, το ξεκίνημα του σεναρίου, αντί ενός πατριωτικού ανοίγματος, που πιθανώς να αναμενόταν, μια και γίνεται μνεία στο 1823. Για παράδειγμα, αναφέρουμε ένα λεύκωμα, που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις "Μικρή Άρκτος", συνοδευτικό έκθεσης 65 νεότερων ζωγράφων, με τίτλο, "Σκιαγραφώντας τον Διονύσιο Σολωμό". Ως εισαγωγή παρατίθενται οι "Σημειώσεις για τον κόμη Σολωμό" του Νικόλαου Χαλικιόπουλου Μάντζαρου, με ημερομηνία 31 Οκτωβρίου 1848, γραμμένες ιταλικά (στο λεύκωμα, σε μετάφραση Β. Ρούβαλη), και κείμενο της επιμελήτριας της έκθεσης Ίρις Κρητικού. Το πρώτο, με την οπτική μιας μακρόχρονης φιλίας, αναδεικνύει έναν χαρισματικό, αν και χωρίς εξιδανικεύσεις, Σολωμό. Ενώ, το δεύτερο ανατρέχει, όπως και το σενάριο, στο 1823. Όχι, όμως, στο χειμώνα εκείνου του έτους, αλλά στον μήνα Μάϊο, όταν, στην ζακυνθινή ύπαιθρο, ο Σολωμός δεν έκανε αμαξάδες αλλά έγραφε τον "Ύμνον εις την Ελευθερίαν". Όπου, η Κρητικού επαναλαμβάνει πως "το ποίημα, εμπνευσμένο από την ελληνική επανάσταση του 1821, γράφτηκε υπό τον ήχο των κανονιών της τουρκικής πολιορκίας του Μεσολογγίου." Αντιθέτως, από το σενάριο η Επανάσταση απουσιάζει, όχι μόνο ως πηγή έμπνευσης του "Ύμνου εις την Ελευθερίαν" αλλά και ως γεγονός. Μόνο δυο αναφορές. Όταν μνημονεύεται ο Ιωάννης Βερναρδάκης, θερμός υποστηρικτής του Αγώνα αλλά εντελώς αφανής σήμερα, ο οποίος έδωσε την περιουσία του για να φτιαχτεί στο νότιο άκρο της πόλης της Ζακύνθου συνοικισμός για τους πρόσφυγες του 1821, τα Μπεναρδακέικα. Και εν τη ρύμη του λόγου, η πολιορκία του Μεσολογγίου.
Και ακολουθούν πέντε σκηνές στην Κέρκυρα του 1836 (εκ παραδρομής, αναφέρεται πως ο Σολωμός "είναι εγκατεστημένος στο νησί από δεκαετίας"). Η τελευταία εκτυλίσσεται την 8η Σεπτεμβρίου, ημέρα της αναχώρησης του Σολωμού για την Ζάκυνθο. Και πάλι σε άμαξα, ο Σολωμός με θελκτική γυναικεία ύπαρξη, την Αδελαΐδα Καρβελά, χήρα ολίγων μηνών του φίλου του Γκαετάνο Γκρασσέτι. Εκείνη επιζητά συναισθηματική προσέγγιση, εκείνος και πάλι αντιπαρέρχεται, πίνοντας από "μικρό πλακέ μπουκάλι" που "βγάζει από τη μέσα τσέπη της ζακέτας του". Όπου έχουν προηγηθεί δυο σκηνές εστιασμένες στην βερντέα, το γνωστό λευκό ζακυνθινό κρασί, και στο πόσο πολύτιμη ήταν για τον Σολωμό.
Στην πρώτη, ένας "χαμάλης", πρωΐ, στο λιμάνι της Κέρκυρας, κουβαλάει καλάθια, κιβώτια και μια "βαρέλα", ενώ "ακούγεται off" η φωνή του μικρότερου αδελφού του Σολωμού, Δημήτρη, να διαβάζει επιστολή του προς τον Σολωμό, με ημερομηνία 25 Ιουλίου 1836, η οποία και ενσωματώνεται στο σενάριο. Στο τρέχον τεύχος της "Νέας Εστίας", ο Τάσος Καλούτσας σχολιάζει τον πλαστό χαρακτήρα της επιστολής. Μια "θεμιτή αυθαιρεσία", όπως σπεύδει να διευκρινίσει, εξηγώντας πως "ο συγγραφέας επινοεί το περιεχόμενό της λαμβάνοντας υπόψη του τα γράμματα του Σολωμου της 6.7 και 7.8.1836 και το σχόλιο των μελετητών ότι δεν έχουμε το γράμμα του Δημήτρη", που αναφέρεται στη δεύτερη επιστολή του Σολωμού, αφού δεν σώζονται επιστολές του στη διετία, Αύγουστο 1835-Νοέμβριο 1837. Ωστόσο, η ανάγνωση της Αλληλογραφίας Σολωμού δείχνει πως η "πλαστή" επιστολή έχει συντεθεί με την επικίνδυνη, αν και τόσο διαδεδομένη, τεχνική της κοπτοραπτικής από τρεις επιστολές του Δημήτρη, σταλμένες σε διαφορετικούς χρόνους, λαμβάνοντας υπόψη το δεύτερο γράμμα του Σολωμού και ακόμη, μια επιστολή του Νικόλαου Λούντζη.
Συγκεκριμένα, η αρχή της επιστολής είναι από το άνοιγμα της πρώτης σωζόμενης επιστολής του Δημήτρη, της 18ης Σεπτεμβρίου 1837. Αυτολεξεί, με περικομμένο ένα ενδιάμεσο κομμάτι, αλλαγή στίξης και αντικατάσταση του Κεφαλλονίτη Διονύσιου Γράβαρη με τον φανταστικό Εμμανουήλ Γρίβαρη: "Από τον καπετάνιο Εμμανουήλ Γρίβαρη με το παρανόμι Ζιμπιλάκης θα λάβεις (...) ένα μικρό κιβώτιο με μέσα ένα σακούλι με παξιμάδια. Σε παρακαλώ να μου ξαναστείλεις και το ένα και το άλλο, επειδή θα τα χρησιμοποιήσουμε και άλλες φορές για τον ίδιο σκοπό." Νοηματικά, όμως, πλήρως παραλλαγμένη, καθώς στην αρχική γίνεται λόγος για "ένα σακουλάκι με παξιμάδια", όπου η πλαγιογράμμιση υπαινίσσεται άλλου τύπου συναλλαγές, εξ ου και η ειδική συσκευασία που πρέπει να φυλαχθεί. Η συνέχεια της "πλαστής" επιστολής είναι από την πρώτη παράγραφο της δεύτερης σωζόμενης επιστολής του Δημήτρη, της 11ης Αυγούστου 1835, με κάποιες εκφραστικές αλλαγές και περικοπές, όπου αναφέρεται η αποστολή "κοφινιών με διάφορα πράγματα" και "μιας κασίτσας με δώδεκα μποτίλιες σουμάδα", καταλήγοντας, "Τα πράματα είναι άφθονα και θα μπορέσεις να κάνεις δώρο σε αρκετούς." Σε αυτό το σημείο, ο Βαλτινός προσθέτει μόλις έξι λεξούλες, "από τους φίλους σου της Αρμοστείας." Μετά τσιμπάει μια φράση της πρώτης επιστολής του Δημήτρη, "Σε πληροφορώ ότι ο ναύλος είναι πληρωμένος.", ως γέφυρα, πριν παραθέσει αυτούσια μια σύντομη επιστολή του Δημήτρη, πολύ μεταγενέστερη, της 2ας Μαΐου 1841. Πρόκειται για τη μοναδική επιστολή σε ολόκληρη την Αλληλογραφία τους, που δεν έχει ως κυρίως θέμα οικογενειακά και περιουσιακά ζητήματα αλλά την εξεύρεση καλής ποιότητας βερντέα. Ίσως και γιατί ο Δημήτρης θέλει να αποφύγει να απαντήσει στην επιστολή του αδελφού του, της 25ης Μαρτίου 1841, όπου το κυρίως θέμα δεν είναι η παραγγελία οίνου αλλά παραινέσεις σχετικά με την υγεία του. Όσο για την επιστολή του Σολωμού, της 7ης Αυγούστου 1836, που αναφέρει ο Καλούτσας, πρόκειται για το υστερόγραφο της επιστολής, όπου γίνεται λόγος για ένα καπέλο, που ο Σολωμός ήθελε να αγοράσει στον Λούντζη. Τέλος, το κλείσιμο της "πλαστής" επιστολής, στο οποίο ο δικηγόρος Γαλβάνης στέλνει χαιρετισμούς στον Σολωμό και τον ρωτάει, αν θα αποφασίσει να επισκεφθεί την Ζάκυνθο, "τώρα που οι γνωστοί λόγοι εξέλιπαν", αντλείται από επιστολή του Λούντζη προς τον Σολωμό. Όμως, ούτε ο Λούντζης, πόσω μάλλον ο Γαλβάνης, δεν θα ισχυρίζονταν, τον Ιούλιο του 1836, πως όλα βαίνουν καλώς ως προς τη δικαστική διαμάχη. Αλλά η κοπτοραπτική είθισται να καταργεί τη χρονική αλληλουχία και πλην όλων των άλλων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εμφανίζει έναν εσαεί αλκοολικό Σολωμό, όπως δείχνει, εν έτει 1836, η αποστολή και στην επόμενη σκηνή, η παραλαβή της "βαρέλας". Ανεξάρτητα αν στην Αλληλογραφία, "βαρέλα" και όχι "βαρέλι" ζητά ο Σολωμός, για πρώτη φορά, στην επιστολή του της 20ης Απριλίου 1849, με την πολύ καλή δικαιολογία, για "να μπορεί το κρασί να παλιώνει μέσα στις μποτίλιες". Όπως και να έχει, ο πότης Σολωμός θα εμφανισθεί και σε κατοπινές σκηνές, με αποκορύφωση την παραφορά του έως τον εξευτελισμό κατά τη γιορτή των γενεθλίων του, στις 8 Απριλίου 1837.
Και επανερχόμαστε στις αρχικές σκηνές, στις οποίες, πέραν του "ερωτικά ιδιόρρυθμου" και πότη Σολωμού, γίνεται λόγος και για "τη δικαστική σύγκρουση με τον ετεροθαλή αδελφό του Ιωάννη Λεονταράκη" και τη "μοιχαλίδα" μητέρα. Μάλιστα, για να αναδειχθεί το οικογενειακό δράμα, έχουν προβλεφθεί εισαγωγικά, πριν ακόμη την άφιξη του Σολωμού στην Ζάκυνθο, ως εν πλω αναμνήσεις, δύο σκηνές του 1806 στο εξοχικό αρχοντικό τους, στο Ακρωτήρι Ζακύνθου, με τον πατέρα, εξηνταεννιάχρονο και βαριά άρρωστο, τη μητέρα, Αγγελική Νίκλη, ακόμη αστεφάνωτη -παλλακίδα, είναι η λέξη που χρησιμοποιείται- τον ίδιο και τον αδελφό του, Δημήτρη. Από όπου αντλείται και το οπισθόφυλλο, που θέλει να τονίσει ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό του Σολωμού πως ήταν νόθο παιδί ενός ευγενούς και μιας λαϊκής γυναίκας. Τουτέστιν, την "ψυχολογική του άβυσσο" και όχι τα "άνθη" της πέννας του. Πάντως, από ψυχαναλυτικής απόψεως, βαρύνουσα δείχνει η δεύτερη σκηνή. Οι τέσσερις τους, και πάλι σε άμαξα, ο πατέρας βάζει χέρι στην ερωμένη του, "προχωρώντας προς το εσωτερικό του μηρού της", και "ο μικρός Νιόνιος" παίρνει μάτι. Με άλλα λόγια, μια σκηνή, που ζητά να αδράξει το σολωμικό οιδιπόδειο εν τη γενέσει του. Ωστόσο, ο συγγραφέας έχει προβλέψει για τους ανεπαρκείς σε φροϋδικές αναγνώσεις μια κατοπινή σκηνή, με τον κοντά σαραντάρη Σολωμό να ατενίζει, στον κήπο εγκαταλελειμμένης έπαυλης "δίπλα σε ένα στεγνό σιντριβάνι, έναν μικρό μαρμάρινο Νάρκισσο, που άλλοτε θα καθρεφτιζόταν στα νερά του, να στέκεται όρθιος με σπασμένα τα γεννητικά του όργανα". Για το τραύμα του νόθου γιου υπάρχει ακόμη μια σκηνή, από τις τελευταίες, σαν ανάμνηση του πιωμένου Σολωμού, τις παραμονές της επιστροφής του στην Κέρκυρα, αφού έχει σιγουρευτεί η ευτυχής έκβαση της μακρόσυρτης δικαστικής διαμάχης. Ανατρέχει στη νύχτα της 27ης Φεβρουαρίου 1807, όταν ο πατέρας Σολωμός νυμφεύεται την Αγγελική, κυριολεκτικά στο παρά-πέντε. Τα ξημερώματα πεθαίνει και με τη διαθήκη του νομιμοποιεί τα δυο αδέλφια.
Μεγάλη έκταση του σεναρίου καταλαμβάνει η δίκη. Μια σεκάνς έξι μακριών σκηνών, με μια να εκτυλίσσεται στην αίθουσα του δικαστηρίου, ενώ παρεμβάλλονται σχετικές συζητήσεις και σε άλλες σκηνές. Καλά διαβασμένος ο Βαλτινός, πολύ πέραν της Αλληλογραφίας Σολωμού, ανασυσταίνει λεπτομερώς την επίμαχη σχέση της Αγγελικής Νίκλη, ζώντος του πατέρα Σολωμού, με τον δεύτερο σύζυγό της, εστιάζοντας στο γιο που απέκτησε μαζί του, κυρίως, όμως, επιμένοντας στην αμείλικτη στάση, που κράτησε ο Σολωμός απέναντι στη μητέρα του. Όσο για τον ποιητή Σολωμό, αυτός αργεί να εμφανιστεί στο σενάριο. Ακόμη και μια αρχική σκηνή που θέλει να δείξει την ακτινοβολία του και πόσο τιμάται από τους κερκυραίους συμπολίτες του, σκιάζεται από τις σχεδόν συνωμοτικές προετοιμασίες των δυο αδελφών για την τελική φάση του δικαστικού αγώνα. Αναγκαστικά, όμως, για τον, κατά Βαλτινό, ποιητή Σολωμό, η συνέχεια όχι επί της οθόνης αλλά την επόμενη Κυριακή.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Στα σολωμέικα (Στάση πρώτη)


Θανάσης Βαλτινός
"Άνθη της αβύσσου"
Εκδόσεις Εστίας
Απρίλιος 2008

Στη μάχη του Βατερλώ, όταν ζητήθηκε από τον στρατηγό του Ναπολέοντα, Πιέρ Καμπρόν να παραδοθεί, αποκρίθηκε μονολεκτικά "Merde!". Απάντηση που τόσο εντυπωσίασε τους συμπατριώτες του, ώστε να προκύψει αντίστοιχος ευφημισμός, που έμελλε να γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής. Πρώτος ο Βίκτωρ Ουγκώ υποκατέστησε την κακόηχη κυριολεξία με την περίφραση, "η λέξη του Καμπρόν", και πλείστοι άλλοι τον μιμήθηκαν. Δέκα χρόνια μετά την αθυρόστομη απάντηση του βοναπαρτικού στρατηγού προς τους Άγγλους, την 1η Μαΐου 1825, ο Διονύσιος Σολωμός είχε πλέον ολοκληρώσει το σύνθεμά του για τον θάνατο του Μπάϋρον, το οποίο κυοφορούσε ήδη από το θάνατο του Λόρδου, την προηγούμενη άνοιξη. Στα διασωθέντα αυτόγραφα του ποιήματος, μεταξύ άλλων διορθωμάτων των παρατηρήσεων, διαφορετικών περιόδων, φιγουράρει ελληνιστί και "η δύσοσμη λέξη του στρατηγού Καμπρόν", κατά την κόσμια διατύπωση του Γιώργου Βελουδή, στο δοκίμιό του για τους βασανισμούς του Σολωμού "στο ντιβάνι της ψυχανάλυσης" (περιοδικό "Κ", Τεύχος 16, Ιούνιος 2008). Συγκεκριμένα, ο Βελουδής παραθέτει μεταξύ άλλων και την ψυχαναλυτική ερμηνεία για τη χρήση της ίδιας λέξης από τον ευγενή Σολωμό, που είχε δώσει προ ετών ο ψυχίατρος Διονύσης Λιάρος, "Η πρώτη εικασία είναι ότι ο Σολωμός έπασχε από αυτό το συναίσθημα, που θα λέγαμε, πρωκτικής αηδίας, απέναντι στα ίδια του τα δημιουργήματα...". Όπου, στην κατακλείδα του δοκιμίου, φαίνεται πως υπερίσχυσε το θυμικό ταμπεραμέντο του Βελουδή και ως άλλος στρατηγός Καμπρόν εκφράζει την αγανάκτησή του για παρόμοιες ερμηνείες, αναγράφοντας "τη δύσοσμη λέξη" σε τρίγλωσση παραλλαγή, αποφεύγοντας, ωστόσο, την ελληνική, το πιθανότερο για να μην ενοχλήσει τους αναγνώστες του.
Διαφορετικής νοοτροπίας οι δημοσιογράφοι, κυνηγούν, ως γνωστόν, μετά μανίας εντυπωσιακούς τίτλους. Και βεβαίως, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αφήσουν ανεκμετάλλευτη "τη δύσοσμη λέξη του Καμπρόν", όταν, μάλιστα, την βρίσκουν στις πρώτες σελίδες ενός βιβλίου. ""Σκατά!" σχολιάζει ο Σολωμός" είναι ο καμπανιστός τίτλος για την πρώτη παρουσίαση στον Τύπο του καινούργιου βιβλίου του Θανάση Βαλτινού, με θέμα τον Σολωμό, όπου η πρώτη λέξη του τίτλου με εντονότερου μαύρου χρώματος τυπογραφικά στοιχεία. Και ακολουθεί κείμενο, που εξαίρει τα κουσούρια του Σολωμού και πάνω απ' όλα "την ερωτική ιδιορρυθμία του". Μια πολιτικώς ορθή έκφραση της εποχής μας, που αγκαλιάζει πλείστες όσες διαστροφές. Αντί αυτής, ο Βαλτινός, σε μια από τις συντεντεύξεις που ακολούθησαν, έκανε λόγο για άνθρωπο "μονήρη, ερωτικά ιδιαίτερα ερημωμένο". Μόνο που έπεσε σε νεόκοπη δημοσιογράφο, η οποία και έσπευσε να το μεταγράψει στο δικό της λεκτικό ως "άγονο ερωτικά άνθρωπο", σπρώχνοντας τον συγγραφέα στη χαριτωμένη διευκρίνιση πως "δεν υπάρχει καμιά επιβεβαιωμένη ερωτική δραστηριότητα του Σολωμού". Δηλαδή, κάτι σαν τα πολιτικά φρονήματα, που απαιτούσαν κάποτε πιστοποιητικό εθνικοφροσύνης. Ανέκαθεν, οι σχέσεις του Σολωμού με τις γυναίκες απασχολούσαν τους μελετητές, με πρώτους και καλύτερους τους ψυχαναλυτές και τους ψυχαναλίζοντες. Αν και η διατύπωση του Βαλτινού θυμίζει μάλλον τον μισογύνη Σολωμό του Τάσου Βουρνά.
Όπως και να έχει, "η ερωτική ιδιορρυθμία" του Σολωμού εντάσσεται "στη σκοτεινή του πλευρά", η οποία φαίνεται να συνεπαίρνει τον Βαλτινό, και ως θιασώτη της γενικότερα παρατηρούμενης τάσης προς την απομυθοποίηση. Πάντως, υιοθετώντας την τρέχουσα τακτική, δεν παραλείπει να επικαλεστεί το απυρόβλητο της μυθοπλασίας, διευκρινίζοντας πως πρόκειται "για πλασματικό ήρωα και ας μη μας ξεγελάει το γεγονός ότι ανταποκρίνεται στα πραγματικά στοιχεία του ποιητή Σολωμού". Οπότε, σε ανεπαρκείς αναγνώστες, όπως αποκαλεί ο Βαλτινός τους μη κατανοούντες το έργο του, γεννάται η εύλογη απορία, γιατί να ταλαιπωρείται ένα ιστορικό πρόσωπο, δεδομένου ότι στη μεταμοντέρνα εποχή η μυθιστορία όχι μόνο συμπαρατάσσεται με την Ιστορία αλλά και στοιχίζεται μπροστά από αυτήν. Πόσω μάλλον όταν πρόκειται για το βιβλίο ενός αναγνωρισμένου και εκτός ελλαδικών συνόρων λογοτέχνη.
Το βιβλίο για τον Σολωμό γράφτηκε σε τρεις χρόνους. Το 1996, όταν είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες για τον διπλό εορτασμό, των 140 χρόνων από το θάνατό του κατά το επόμενο έτος και των 200 από τη γέννησή του κατά το μεθεπόμενο, προγραμματιζόταν και μια ταινία γύρω από τον ποιητή. Ο Βαλτινός ανέλαβε να γράψει το σενάριο, που θα πρέπει και να ολοκλήρωσε εντός του έτους. Όμως, τελικά, η ταινία ματαιώθηκε και το σενάριο πήρε τη θέση του στους θησαυρούς του περιβόητου συρταριού του. Το 2003, ο Βαλτινός έγραψε, και πάλι κατά παραγγελία, ένα κείμενο υπό μορφή επιστολής προς τον Σολωμό, που δημοσιεύθηκε σε σειρά με τον γενικό τίτλο, "Φανταστικό ταχυδρομείο". Μια από τις πολλές σειρές, που έχει στήσει στο ένθετο βιβλίου της "Ελευθεροτυπίας" ο ανεξάντλητος σε ιδέες Μισέλ Φάϊς. Τέλος, το 2008, κι αυτό ένα επετειακό έτος Σολωμού, ο Βαλτινός ανέσυρε τα δυο κείμενα και έφτιαξε το βιβλίο, με το δημοσίευμα ως εισαγωγή και το σενάριο ως κυρίως σώμα.
Σύμφωνα με σημείωση στο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού "Πόρφυρας", στο οποίο, προς εξαετίας, είχε δημοσιευθεί απόσπασμα του σεναρίου, ο συγγραφέας έχει προσθέσει στο αρχικό σενάριο μερικές σκηνές και έχει αφαιρέσει κάποιες άλλες. Παρεμπιπτόντως, βρίσκουμε υπερβολικό τον ισχυρισμό των εκδοτών πως "ένα μεγάλο μέρος από το σενάριο" έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό, όταν πρόκειται για οκτώ σκηνές από τις συνολικά 58 του βιβλίου ή για έξι της αρχικής μορφής του σεναρίου, που θα πρέπει να αριθμούσε περί τις 40, καθώς ο συγγραφέας προτίμησε στο βιβλίο να σπάσει μερικές σκηνές, δημιουργώντας ορισμένες εντυπωσιακές εικόνες. Από την άλλη, πρόκειται για τις τελικά ολιγάριθμες σκηνές, που προβάλλουν τον ποιητή Σολωμό. Πάντως, ο τίτλος του βιβλίου είχε εξευρεθεί ήδη από τότε, αν δεν πρόκειται για τον τίτλο του κινηματογραφικού σεναρίου.
Ο σολωμικός στίχος, "Το χάσμα π' άνοιξ' ο σεισμός κι' ευθύς εγιόμησ' άνθη", που επιλέγεται ως μόττο του βιβλίου, δείχνει την, τρόπον τινά, επίσημη πηγή έμπνευσης του τίτλου. Ωστόσο, το δίπολο των δυο ουσιαστικών και η προφανής νοηματοδότησή του παραπέμπουν στα "Άνθη του κακού" του Μπωντλέρ. Αν και ισχυρότερος ο δεύτερος πόλος, θυμίζει στον έλληνα αναγνώστη το δημοφιλές, "άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου", οδηγώντας τον κατ' ευθείαν στο ψαχνό του βιβλίου, που είναι "η σκοτεινή πλευρά του Σολωμού". Ωστόσο, αυτή η πλευρά αποδεικνύεται διαφορετικής σκοτεινότητας στα δυο κείμενα, αφού, ως γνωστόν, το ύφος ενός πεζού εξαρτάται από τον χρόνο γραφής του και κυρίως, από τον προορισμό του, όπως, λ.χ., το έντυπο που δημοσιεύεται.
Μεταμοντέρνας πνοής η εισαγωγή, ξεκινά διεκτραγωδώντας την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου, όπου, για τον χαρακτηρισμό της, ποιητική αδεία, επιστρατεύονται ηχηρές λέξεις, όπως "τροπαιοφόρος ήττα" και "καταδικασμένος αγώνας". Εννοείται με τη γλώσσα και την ποίηση, που αντιστέκονται στον Σολωμό. Ακόμη, γίνεται λόγος για τον "σπαραγμό" του πάνω στα "σπαράγματα" και την "απόγνωσή" του, με την τελεία να την βάζει η επανάληψη " της δύσοσμης λέξης του Καμπρόν". Ως κατακλείδα της επιστολής προς τον "Κόντε", ο συγγραφέας παραθέτει ένα τρίστιχο, που υποτίθεται πως απαγγέλλει ο Σολωμός, όχι, όμως, δικό του, αλλά "ενός σύγχρονου Σκανδιναβού φίλου" του Βαλτινού, όπου, και πάλι, ως ανεπαρκείς ή και αμβλύνοες αναγνώστες, δεν κατανοούμε σε τι αποσκοπεί αυτή η συγγραφική "αυθαιρεσία", όπως την αποκαλεί.
Κατά τα άλλα, η εισαγωγή αποφθέγγεται για το ποιόν του Σολωμού και το είδος των σχέσεων που διατηρούσε με ανθρώπους του στενού του περιβάλλοντος. Αν και ο συγγραφέας επικαλείται την Αλληλογραφία Σολωμού, μάλλον δεν χρειάζεται ντοκουμέντα για τη συναγωγή των όποιων συμπερασμάτων, καθώς, βοηθούσης της παραφιλολογίας, έχει πλάσει με τη φαντασία του ένα πρόσωπο μυθιστορηματικού ήρωα, κατά πολύ προσφορότερο από το πραγματικό. Άλλωστε τα κείμενα ιδιωτικού χαρακτήρα, ημερολόγια και επιστολές, καθώς περιέχουν εκφράσεις, διφορούμενες ή και ασαφείς στους τρίτους, εύκολα νοηματοδοτούνται κατά το δοκούν.
Σε υψηλούς τόνους η εισαγωγή, με μια δόση υπερβολής, όπως συνηθίζεται σε παρόμοια κείμενα, προκρίνει την Αλληλογραφία ως "το μεγάλο έργο του ποιητή", ανακαλύπτοντας στα εκατόν σαράντα εφτά γράμματά του, τον νάρκισσο, τον εμπαθή, τον εύθικτο, τον άστοργο με τους φίλους, Σολωμό. Μάλιστα, μέσα στον οίστρο του ο συγγραφέας διατυπώνει το φοβερό αξίωμα, "Οι ποιητές από αυτό το υλικό είναι φτιαγμένοι". Ουαί τους καλούς τε και αγαθούς. Με αυτόν τον τυφλοσούρτη, μπορούμε να τους διαγράψουμε αδιάβαστους από τον λογοτεχνικό κανόνα. Τώρα καταλαβαίνουμε, γιατί, επί των ημερών μας, καταβάλλονται τόσες προσπάθειες, ώστε να αποκαλυφθεί ένας, για παράδειγμα, "σκοτεινός" Παπαδιαμάντης. Όσο για τις σχέσεις του Σολωμού με τους γύρω του, ο συγγραφέας αποφαίνεται πως τον Νικόλαο Λούντζη τον είχε σχεδόν "δούλο" και πως η Μαρία Παπαγεωργοπούλου, που ενέπνευσε την "Φαρμακωμένη", ήταν σφόδρα ερωτευμένη μαζί του και γι' αυτόν φαρμακώθηκε. Αν και ως προς αυτό το τελευταίο, ο συγγραφέας δικαιολογείται πως πρόκειται για την πάντοτε αναγκαία "δόση γλυκασμού". Μόνο που, σε αυτήν την περίπτωση, βγήκε ελαφρώς παραφουσκωμένη.
Παρεμπιπτόντως, δεν ισχυριζόμαστε πως τα τεκμήρια βγάζουν άγγελο τον Σολωμό. Εκείνο, όμως, που διακρίνει το μεταμοντέρνο πεζό είναι η έμφαση σε ό,τι σκοτεινό και απομυθοποιητικό, ως στοιχείο, που, από μόνο του, σήμερα, εντυπωσιάζει όσο και γοητεύει την αβάν-γκαρντ του αναγνωστικού κοινού, η οποία έχει πλέον κουραστεί με τις εξιδανικεύσεις προσώπων, ιδεολογιών, θεσμών κ.λπ., κ.λπ.. Όπως και να έχει, ο Βαλτινός, στην εισαγωγή αναφέρεται στο ιστορικό συγγραφής του σεναρίου και στις δικές του προθέσεις. Άλλωστε, μόνο γι' αυτές μπορεί να μιλά ένας συγγραφέας. Εν τέλει, δυο αβύσσους του Σολωμού ήθελε να εξεικονίσει, την "ψυχολογική άβυσσο" και την "άβυσσο του παλέματος με τη γλώσσα".
Όσο για εμάς, με αυτά τα ολίγα ολοκληρώσαμε τα περικείμενα στοιχεία, όπως θα έλεγε κι ένας γαλλοτραφείς θεωρητικός της λογοτεχνίας, και θα συνεχίσουμε την επόμενη Κυριακή -καλά να είμαστε- με τον κειμενικό κορμό.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

"Η ζωή και το έργο του Ιωάννη Α. Βαλαωρίτη"

Έκδοση της Νομαρχιακής
Αυτοδιοίκησης Λευκάδας
και του Πανεπιστημίου Πειραιώς
Επιμέλεια: Θανάσης Καλαφάτης-
Ζήσιμος Συνοδινός

Για τυχόν αιθεροβάμονες, που δεν τους απασχολούν τα οικονομικά, παρά ενδιαφέρονται μόνο για τη λογοτεχνία, θα πρέπει να συστήσουμε τον Ιωάννη Βαλαωρίτη ως πρωτότοκο γιο του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, πάππο του επίσης ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη και επιστήθιο φίλο του Γεωργίου Δροσίνη. Η λογοτεχνία ή, μάλλον ακριβέστερα, η ποίηση, οφείλει στον Ιωάννη Βαλαωρίτη τη βιογραφία του πατέρα του, που δημοσιεύθηκε ως εισαγωγή στην τρίτομη έκδοση του 1907, "Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Βίος και έργα", και ανατυπώθηκε στον τόμο του 1980, "Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Βίος, Επιστολές και Πολιτικά κείμενα", σε επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη και Νίκης Λυκούργου. Κατά τα άλλα, ο Ιωάννης Βαλαωρίτης υπήρξε λαμπρός οικονομολόγος και συνέβαλε καθοριστικά ως κορυφαίο στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην αναδιοργάνωση του γηγενούς τραπεζικού συστήματος. Θα αναμενόταν μια βιογραφία του, την οποία και ετοιμάζει η Ελένη Γαρδίκα-Κατσιαδάκη, εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Αντ' αυτής, θα πρέπει προσώρας να αρκεστούμε στα πρακτικά Διεπιστημονικού Συνδρίου, που έγινε στο γενέθλιο τόπο του, την Λευκάδα, τον Οκτώβριο του 2000, και τα οποία εκδόθηκαν πέρυσι. Ένας τόμος 460 σελίδων, χωρισμένος σε δυο μέρη^ στο πρώτο δημοσιεύονται οι ομιλίες, κατανεμημένες σε πέντε ενότητες, και στο δεύτερο, βιογραφικά στοιχεία, που σκιαγραφούν τη φυσιογνωμία του.
Για να υπογραμμίσουμε την βιβλιογραφική αξία του τόμου, εκκινούμε κατ' αντίστροφη φορά, από το δεύτερο μέρος, όπου και έχουν συγκεντρωθεί ουκ ολίγα ενδιαφέροντα στοιχεία. Κατ'αρχήν, εικοσασέλιδο, τριμερές χρονολόγιο, όπου, στο πρώτο και μεγαλύτερο μέρος, καταγράφονται τα γεγονότα του βίου του Ιωάννη Βαλαωρίτη, ενώ, στα δυο άλλα, αναφέρονται συμβάντα της πολιτικής και οικονομικής ζωής της Ελλάδας και του διεθνούς περιβάλλοντος. Ακολουθούν το σχεδιάγραμμα του γενεαλογικού δέντρου της οικογένειας, που κρατά από τους αρματωλούς της Ευρυτανίας, η εργογραφία του Ιωάννη Βαλαωρίτη, όπου συμπεριλαμβάνονται αδημοσίευτες έως και χειρόγραφες μελέτες του, με σημαντικότερο βιβλίο του, την "Ιστορία της Εθνκής Τραπέζης της Ελλάδος, 1842-1902", και ακόμη, βιβλιογραφία, κατ' επιλογήν αποσπάσματα από το έργο του και κρίσεις διαφόρων. Σε ιλλουστρασιόν χαρτί δημοσιεύονται αρχειακές φωτογραφίες και μια ενότητα, ως "μικρό λεύκωμα", που θέλει να αναδείξει τη σχέση του Βαλαωρίτη με τα Επτάνησα. Αυτό το χορταστικό και γενικότερου ενδιαφέροντος δεύτερο μέρος οφείλεται στους δύο επιμελητές, που, για μια ακόμη φορά, αποδεικνύουν την αφοσίωσή τους στα Επτάνησα. 1/4πως είχαμε ήδη κατ' επανάληψη την ευκαιρία να παρατηρήσουμε, τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία της εποχής της παγκοσμιοποίησης ξεκινούν από το θάλλον, όσο ποτέ άλλοτε, αίσθημα της εντοπιότητας.
Τέκνο της Λευκάδας ο Ιωάννης Βαλαωρίτης, γεννήθηκε στο νησί στις 17 Ιουνίου 1855 και πέθανε στις 16 Μαρτίου 1914, στον προλιμένα του Πειραιά, σε ένα θλιβερό ατύχημα. Ήταν 57 ετών, μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερος από τον πατέρα του, όταν πέθανε, στις 24 Ιουλίου 1879. Ο Ιωάννης Βαλαωρίτης σπούδασε νομικά στην Αθήνα, άσκησε τη δικηγορία για μια διετία στη Λευκάδα και μετά στην Αθήνα, όπου αρχικά εργάστηκε στην Εταιρεία Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου και από το 1890 στην Εθνική Τράπεζα. Τα πρώτα χρόνια, ως γενικός γραμματέας, από το 1895 ως υποδιοικητής και μετά το 1911 ως διοικητής.
Οι ομιλητές αναφέρονται στη συμβολή και τις δραστηριότητές του ως τραπεζίτη, σκιαγραφώντας παράλληλα την ιστορία της Εθνικής Τράπεζας και την οικονομική πολιτική της χώρας. Μεταξύ αυτών, ο Ευάγγελος Πρόντζας ερευνά τα σημεία που συναντήθηκαν δυο εξέχουσες προσωπικότητες του τραπεζικού χώρου, ο "ανατολίτης" Ανδρέας Συγγρός και ο λευκαδίτης Βαλαωρίτης. Σε ιδιαίτερη ενότητα αναπτύσσεται η συμμετοχή του Βαλαωρίτη στον εκσυγχρονισμό της χώρας, σε έργα όπως η διώρυγα της Κορίνθου, και οι δραστηριότητές του από τη θέση του στενού συνεργάτη του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στην τελευταία ενότητα παρουσιάζονται οι στενές σχέσεις του Βαλαωρίτη με την οικογένειά του. Αντλώντας από τους θησαυρούς του ΕΛΙΑ, όπου φυλάσσεται το αρχείο της οικογένειας, η Χριστίνα Βάρδα δείχνει τις σχέσεις με τον πατέρα του και η Λίντα Παπαγαλάνη, με τη μητέρα του, δημοσιεύοντας επιστολές τους, ενώ ο Κώστας Κατηφόρης παρουσιάζει τον φοιτητή της νομικής Βαλαωρίτη.
Τέλος, παρόλο που δεν υπάρχει ιδιαίτερη ομιλία για τις δυο επτανήσιες προσωπικότητες του τραπεζικού χώρου, τον Βαλαωρίτη και τον νεότερό του, κερκυραίο Ανδρέα Ανδρεάδη, στις συζητήσεις αναφέρονται οι αναμεταξύ τους σχέσεις, όπου και σχολιάζεται το τέλος των Επτάνησων, με τις αρχοντικές οικογένειες και το ιδιαίτερο κοινωνικό στάτους, που επήλθε με την Ένωση.
Μ. Θ.

Από πού το Μηλιώνης

Χριστόφορος Μηλιώνης "Τα πικρά γλυκά" Εκδόσεις Μεταίχμιο Ιούνιος 2008

Ο Χριστόφορος Μηλιώνης παρατάσσει μια ενδεκάδα πεζών που δημοσιεύθηκαν εντός του 21ου αιώνος. Κάτι σαν διαπιστευτήρια πρεσβευτή μιας αφηγηματικής τέχνης και τεχνικής με ευδόκιμο πορεία, που δηλώνει πως θα επιβιώσει και σε ξενικούς καιρούς. Όταν, στον τρέχοντα αιώνα, πολλοί βαφτίζουν τις χαλαρές ιστορίες τους διηγήματα, αυτός έχει την πολυτέλεια να τις αποκαλεί ιστορίες, επινοώντας για το σύνολο έναν πρόσφορο τίτλο, καθώς όλες οι διηγήσεις χρωματίζονται από τη διάθεση του αφηγητή να κάνει τα αλλοτινά πικρά, δια της ανιστορήσεώς τους, γλυκά. Εκείνο που, εκ πρώτης όψεως, παραξενεύει είναι η σειρά που επιλέγει, για την παράταξή τους, καθώς δεν ακολουθεί τη χρονολογική, της δημοσίευσής τους, ούτε, όμως, ομαδοποιήσεις σύμφωνα με τις μνημονικές αλληλουχίες. Προσωπική μας υπόθεση, πιθανώς αυθαίρετη, αν και τεκμηριώνεται θεματικά από τα διηγήματα, πως ο συγγραφέας αυτοσυστήνεται, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τον αφηγητή του, έστω και καθυστερημένα, αφού ήδη έχουν εορτάσει αρμονικώς συμβιώνοντες τους χρυσούς γάμους τους και πλησίστιοι προχωρούν προς τους αδαμάντινους. Γιατί πώς αλλιώς στοιχειοθετείται ένα πρόσωπο, αν όχι ψηφίδα-ψηφίδα, εκκινώντας από το όνομα και προχωρώντας στο παρουσιαστικό, το επάγγελμα, τον γενέθλιο τόπο, τις φιλίες, που οδηγούν απαξάπαντες τους αρσενικούς στα χρόνια της στρατιωτικής τους θητείας, και ακόμη, τα πολιτικά φρονήματα και τις κοινωνικές ευαισθησίες, με τα τελευταία διηγήματα να αναφέρονται σε ερωτικά σκιρτήματα, αποκαλύπτοντας τον ρομαντισμό του αφηγητή.
Κατά διαβολική σύμπτωση, στο επίθετο του Μηλιώνη συναντιούνται Βιζυηνός και Παπαδιαμάντης, τουλάχιστον κατά τους συνειρμούς του επιρρεπούς αναγνώστη. Οπότε και αυτός, στην πρώτη ιστορία του βιβλίου του γύρω από το όνομά του, μνημονεύει δεόντως αμφοτέρους. Εν αρχή, Βιζυηνός, με τον τίτλο του τελευταίου διηγήματος, που δημοσίευσε ο Θρακιώτης όσο ζούσε, "Διατί η μηλιά δεν έγεινε μηλέα", ως μόττο της ιστορίας, που τιτλοφορείται, "Η μηλιά", αλλά και με την πρώτη ετυμολογία του επιθέτου Μηλιώνης, αυτήν που δίνει η γιαγιά Μηλιώνω με τ' όνομα, πως τάχατες οφειλόταν σε προγονή τους, όμορφη σαν μηλιά, που την έλεγαν Μηλιά. Και συνεχίζει η ιστορία με τον Βιζυηνό, καθώς ο αφηγητής του Μηλιώνη, όπως εκείνος του Βιζυηνού, αναπτύσσει σχέση άφατης τρυφερότητας με τη γλυκομηλιά του κήπου του ή, έστω, κατά τη διήγηση, του αμπελιού του. Οι δυο ιστορίες αποκλίνουν, όταν εμφανίζεται ο κατοχικός δάσκαλος του Μηλιώνη, ο οποίος, σε αντίθεση με τον φραγκοφορεμένο του Βιζυηνού, δεν εκδιώκει τη μηλιά εγκαθιστώντας "την κυρά μηλέα" αλλά προτείνει δεύτερη ετυμολογία του επιθέτου, από τα μιλιούνια, καθόσον δύσκολοι καιροί και οι πεινασμένοι καρβέλια ονειρεύονταν.
Καταμεσής της ιστορίας εμφανίζεται και ο Παπαδιαμάντης, όταν δια στόματος διακεκριμένου γλωσσολόγου δίνεται η τρίτη ετυμολογία του επιθέτου από τα τουφέκια της Επανάστασης, τα μιλιόνια, και τον περιβόητο της Ακαρνανίας κλέφτη και αρματωλό, Χρήστο Μιλιόνη, για τον οποίον ο Σκιαθίτης έγραψε το τέταρτο και τελευταίο μυθιστόρημά του, συμπτωματικά δημοσιευμένο την ίδια χρονιά με το διήγημα του Βιζυηνού, το "Χρήστος Μηλιόνης", με ήτα και όμικρον, αν και τελικά οι εγκυκλοπαίδειες κατέγραψαν τον οπλαρχηγό με ήτα και ωμέγα, τοποθετώντας τον ακριβώς πριν από τον Χριστόφορο Μηλιώνη. Μάλιστα, αποδίδουν με την ίδια γραφή και την επιγραφή στο σωζόμενο δαχτυλίδι του, που ο Μηλιώνης μας πληροφορεί πως είναι με ήτα και όμικρον.
Ωστόσο, ο Βιζυηνός επανέρχεται στην κατακλείδα της ιστορίας, καθώς ο συγγραφέας εντοπίζει σε επιστολή του Αλκίφρονος μια συνονόματη της γιαγιάς του. Μηλιώνη ονομάζεται η γυναίκα κτηνοτρόφου και ο άγγλος σχολιαστής σημειώνει αρμοδίως: "Μηλιώνη, αυτή που έχει πρόσωπο σαν μήλο!". Χαριτολογώντας ο συγγραφέας, συνοδεύει τη μετάφραση της επιστολής με την παρατήρηση πως θα πρέπει να πρόκειται για την 54η προγιαγιά του, μια και τοποθετεί τον Αλκίφρονα στον 2ο μ.Χ. αιώνα. Οπότε φίλος του φιλόλογος, διαβάζοντας το δημοσίευμα, του αποστέλλει επιστολή με το επιμύθιο: "... ήδη από τότε η μηλέα είχε γίνει μηλιά..." Κάπως έτσι, ευρηματικά, ολοκληρώνεται η ιστορία, αν και δεν χρειαζόταν να γίνει η μηλέα μηλιά για να προκύψει μια Μηλιώνη. Θα μπορούσε η μηλιά να παραμείνει γέννημα των μεσαιωνικών χρόνων και η κατά Αλκίφρονα Μηλιώνη να έλκει την καταγωγή της από το ομόθεμο μηλίς, ομώνυμο του μηλέα και της ίδιας ηλικίας. Ύστερα, ένας λιγότερο ρομαντικός σχολιαστής θα μπορούσε να υποθέσει πως το όνομα της συμβίας κτηνοτρόφου παραπέμπει στα άλλα μήλα, τα ζωντανά και τα σφαγεία, όπως, λ.χ., τα εν χρήσει και σήμερα, μηλωτή και μηλιόρα.
Αυτή η πρώτη ιστορία δείχνει και τον τρόπο που δομούνται τα διηγήματα με την έντεχνη συρραφή περιστατικών διαφορετικών εποχών, διανθισμένων, κατά την ανιστόρησή τους, με στίχους, καθώς ο αφηγητής διαπλέει την ελληνική γραμματεία, από την αρχαία μέχρι τα δημοτικά τραγούδια, για τα οποία και τρέφει όλως ιδιαίτερη αδυναμία. Ενώ, νότες ευθυμίας προσθέτει ο αυτοσαρκασμός του. Αν και σε κάποιες περιπτώσεις σαν να φαλτσάρει, όταν μετατρέπεται σε πικρία παραγκωνισμού. Μέσα σε ατμόσφαιρα θυμηδίας εκτυλίσσεται το επόμενο διήγημα, που αναφέρεται στο παρουσιαστικό του αφηγητή, πλαγίως μέσω της φωτογραφίας του, καθώς ειρωνεύεται την έπαρση των συγγραφέων και την βαρύνουσα σημασία που δίνει η εποχή μας στην προβολή του προσώπου, κατά προτίμηση νέου και ωραίου, έναντι της αξίας του έργου, που φτάνει να καταλήγει δευτερευούσης σημασίας.
Στη συνέχεια, έχοντας ο Μηλιώνης, προ πολλού, παραμερίσει τις σκληρές αναμνήσεις της δεκαετίας του '40, ξεκινά από τα μεταπολεμικά χρόνια και αφηγείται ένα περιστατικό από τα πρώτα έτη του εκπαιδευτικού βίου του, προσδίδοντάς του, με την κατακλείδα, επίκαιρο χαρακτήρα. Και πάλι, παίζει με τις συμπτώσεις, με άνεση, χωρίς να δημιουργείται η εντύπωση του στημένου. Ακολουθούν δυο διηγήματα για τον γενέθλιο τόπο, αν και όχι ακριβώς το Περιστέρι Πωγωνίου αλλά "τα δικά του Γιάννενα", για τα οποία έχει φτιάξει και βιβλίο. Μάλιστα, είναι η μοναδική "πόλη στη λογοτεχνία", κατά την ονομασία τής εν λόγω σειράς, που στήνεται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα με κείμενα συγγραφέων της περιοχής, στην πλειοψηφία τους Γιαννιώτες.
Στην επόμενη ιστορία, το "Προσκλητήριο", όπως δηλώνει και ο τίτλος, γίνεται γενικό προσκλητήριο συγκληρωτών της στρατιωτικής θητείας, με τις μορφές τους να "διαπερνούν το χάος των δεκαετιών". Οι χυμώδεις διάλογοι, έτσι όπως συμπληρώνονται με ηπειρωτικά άσματα, δίνουν στο διήγημα ιδιαίτερη θέση μέσα στην πεζογραφία περί την στρατιωτική ζωή. Από το στρατό, τουλάχιστον κατά το ήμισυ, και το επόμενο διήγημα, μόνο που σε αυτό υπερισχύει ο πικρίζων σχολιασμός της πολιτικής κατάστασης, άλλοτε και τώρα. Ενώ, για την σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, υπάρχει μια αθηναϊκή ιστορία με προσφυγάκια και αφρικάνα μετανάστιδα, εξ ου και ο παπαδιαμάντειος τίτλος, "Η μετανάστις", που εναρμονίζεται με το ισχύον επί του θέματος πολιτικώς οθρό. Τουτέστιν, τέρατα ρατσισμού οι γηγενείς, θύματα οι πανταχόθεν μετανάστες.
Προς το τέλος, δυο διηγήματα, με έναν αισθησιασμό που κοντεύει να εκλείψει από την πεζογραφία μας. Στο ένα, η συγκίνηση ενός εφήβου από το πρώτο αντίκρυσμα του γυναικείου μαστού, όταν πετάγεται έξω πάνω στο ρίξιμο του λιθαριού. Και πάλι, ο Μηλιώνης δένει τις αναμνήσεις τού αφηγητή με ομόθεμο κλέφτικο τραγούδι. Το δεύτερο, ξεκινώντας ως ταξιδιωτικό, εξελίσσεται σε ερωτικό, καθώς ο συγγραφέας καλλιεργεί με δολιότητα αντίστοιχες αναγνωστικές προσδοκίες. Από μιας αρχής και ενώ ο αφηγητής περιδιαβάζει σε Βρυξέλλες και Άμστερνταμ, υπάρχει η αναμονή μιας πολλά υποσχόμενης συνάντησης με Ολλανδέζα. Αντί αυτής, βρίσκεται καθισμένος σε καφετέρια να ερωτοτροπεί με το όμορφο κορίτσι του γειτονικού τραπεζιού. Ή τουλάχιστον, αυτήν την εντύπωση δημιουργεί η αφήγηση, μέχρι πλήρους ανατροπής της, καθώς ο Μηλιώνης προσθέτει μια Λολίτα στην πεζογραφία. Μάλιστα, εναρμονιζόμενος και πάλι με την εποχή του, την θέλει πολύ μικρότερη της ναμποκοφικής, του νηπιαγωγείου. Στο τελευταίο διήγημα, ρομαντικός ο αφηγητής, αναζητά τα φαντάσματα των παιδικών του χρόνων. Πέρα, όμως, από τη θεματική του βιβλίου, εκείνο που διακρίνει τα διηγήματα του Μηλιώνη είναι η αβίαστη γλώσσα και το, προ πολλού, κατακτημένο ύφος.


Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

Στον αφρό των ημερών


Νίκος Βλαντής "Λήθη" Εκδόσεις Κέδρος Απρίλιος 2008

Με την ευρεία, όσο ποτέ πριν, εξάπλωση της διακειμενικότητας στην πεζογραφία των νεότερων δεν προβληματίζονται μόνο οι κριτικοί της λογοτεχνίας αλλά και οι αναγνώστες, οι οποίοι, εντός ολίγου, θα χρειάζονται φροντιστήριο πριν να ξεκινήσουν ένα μυθιστόρημα. Οι πρώτοι μπορεί να θέτουν θέματα ηθικής τάξεως και να κόπτονται για την ύπαρξη παραπομπών, όπου να αναγράφονται με το νι και με το σίγμα τα δάνεια των συγγραφέων. Οι δεύτεροι, όμως, οσονούπω, θα αρχίσουν να εκλιπαρούν τους συγγραφείς για καταλόγους των βιβλίων, με τα οποία συνομίλησαν δημιουργικά, μήπως και μπορέσουν να προπαρασκευασθούν για την ανάγνωση. Στους παλιούς καλούς καιρούς, προ διακειμενικότητας και διαδικτύου, ο συγγραφέας έμπαινε στον κόπο να περιγράψει τους ήρωές του. Τώρα, καθώς παίζει στα δάχτυλα την ξένη λογοτεχνία, τσιμπάει έναν έτοιμο, πετάει εκεί ένα όνομα και καθάρισε. Ευαισθητοποιημένοι κριτικοί αναζητούν τα όρια της συνομιλίας - δημιουργικής, στείρας, συνειδητής, ασύνειδης, ο,τιδήποτε τελοσπάντων- πέραν των οποίων, σκέπτονται σοβαρά να αρχίσουν να χρησιμοποιούν τον απηρχαιωμένο όρο της λογοκλοπής, παρακάμπτοντας ως άκρως απαισιόδοξες μεταμοντέρνες αποφάνσεις της μορφής, "λογοκλοπή δεν είναι δυνατή διότι δεν είναι δυνατή η ίδια η πρωτοτυπία". Από την πλευρά τους, πρακτικοί άνθρωποι οι αναγνώστες, το μόνο που ζητούν από τους συγγραφείς είναι, ει δυνατόν, να αντλούν τον μυθοπλαστικό κόσμο τους από προσιτές σε αυτούς πηγές. Γιατί, τι να την κάνουν οι έρμοι μια παραπομπή σ' ένα δυσεύρετο βιβλίο, όπως, λ.χ., το μυθιστόρημα "Φυγή χωρίς τέλος" του Γιόζεφ Ροτ, που αποτελεί βασικό βοήθημα για την ανάγνωση του καινούργιου μυθιστορήματος του Νίκου Βλαντή. Χάθηκε ένας Τζων Κουτσί, που τα μυθιστορήματά του όχι μόνο είναι γνωστά τοις πάσι, αλλά πολλοί φαίνεται να τα έχουν αποστηθίσει, κάτι σαν ευαγγέλιο, οπότε όποια φράση κι αν οικειοποιηθεί ο συγγραφέας, χτυπάνε τα καμπανάκια της διακειμενικότητας. Αν και για να μην αδικούμε τον Βλαντή, έστω και προτρέχοντας, σπεύδουμε να αναφέρουμε πως δεν εμπνέεται μόνο από τον Ροτ αλλά και από τους κλασικούς, που ο αναγνώστης καλά θα κάνει να διαβάσει τα μυθιστορήματά τους. Αν όχι αυτά καθ' εαυτά, τουλάχιστον μια κάποια διακειμενική τους έκφανση, όπως, καλή ώρα, ο αφηγητής του Βλαντή που γνωρίζει τον Ιούλιο Βερν μέσω Πωλ 1/4στερ.
1/4πως και να έχει, πιστεύουμε πως ο Βλαντής διεκδικεί επαξίως τα πρωτεία εν μέσω των νεότερων για τη χρήση διακειμενικών στοιχείων, παρόλο που ο ίδιος καταδικάζει τα διανοουμενίστικα διακειμενικά παιχνίδια, όπως τα αποκαλεί, θεωρώντας πως χαρακτηρίζουν μια ανάλαφρη όσο και ανούσια μεταμοντέρνα εποχή, κάτι σαν αφρός των ημερών, κατά τη διατύπωσή του. Για την αφηγηματική τεχνική που ακολουθεί, προτιμά, όπως άλλωστε απαξάπαντες οι συγγραφείς, νεότεροι και πρεσβύτεροι, μια κομψότερη λέξη, αυτήν της συνομιλίας. Άλλωστε δεν διστάζει να εξομολογηθεί πως η ανασφάλεια που αισθάνεται ως δημιουργός είναι αυτή που τον ωθεί στη συνομιλία με συγχρόνους του και παλαιότερους συγγραφείς. Και όπως φαίνεται από το βιογραφικό του, η περίοδος ανασφάλειας υπήρξε μακρά, αλλά ταυτόχρονα, και εξόχως παραγωγική. Από τον Μάϊο του 2000, που εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, "Αλκιβιάδης Δεσμώτης", μέχρι τον εφετεινό Απρίλιο και την "Λήθη", συμπλήρωσε οκτώ βιβλία. Πάντως, δηλώνει πως αισθάνεται, σήμερα πλέον, πυρφόρος, αφού μαζί με τον πρώτο ήρωά του, τον Αλκιβιάδη, ξεπέρασε τα στάδια του Δεσμώτη και του Λυόμενου. Με άλλα λόγια, νοιώθει έτοιμος να παράγει σπινθήρες μυθοπλασίας αυτοαναφλεγόμενος. Με το πρόσφατο μυθιστόρημα ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με όσους μυθιστορηματικούς ήρωες τον έχουν στοιχειώσει και μελλοντικώς, προτίθεται να πλάθει τους δικούς του. Τουλάχιστον έτσι δήλωνε άμα τη εκδόσει του μυθιστορήματος.
Το καινούργιο μυθιστόρημά του παραμένει στον χώρο του φανταστικού, όπως και τα προηγούμενα. Αντί μιας νήσου κάπου στον Ατλαντικό, που είχε επινοήσει στο προηγούμενο βιβλίο του ως "Writersland" ή, ελληνιστί, "Το νησί των συγγραφέων", τοποθετημένης εν έτει 2129 μ. Χ., στο πρόσφατο στήνει την "Λιθόπολη" των μυθιστορηματικών ηρώων σαν ένα "λίθινο Μανχάτταν", με "τυπικούς ουρανοξύστες" και "προπολεμικούς χαϊγουέις", που βρίσκεται σε "μια διαφορετική διάσταση του σύμπαντος", όπου οι δείκτες των ρολογιών έχουν σταματήσει. Δυστυχώς, κατά την μετάφραση, θα χαθεί η δισημία της ονομασίας Λιθόπολη, που, πέραν της πετρόχτιστης κατασκευής, παραπέμπει ηχητικά και στην λήθη που τρομάζει τους κατοικούντες σε αυτήν, καθώς τυγχάνουν ήρωες μυθιστορημάτων της νεώτερης εποχής, μακράν των επικών και τραγικών, δεδομένου ότι οι λογοτεχνικές εμμονές του συγγραφέα έχουν βάθος χρόνου το πολύ δυο αιώνων. Ούτε στην "Writersland" ούτε στην πρόσφατη, "Heroesland", εμφανίζονται συγγραφείς και χαρακτήρες από την παρακαταθήκη παλαιότερων αιώνων. Με εξαίρεση έναν Οβριό, απαραίτητο για την ευρηματική κατακλείδα. Τουλάχιστον ο Βλαντής δεν κατατρύχεται από το φάντασμα του Άμλετ ούτε καν του Δον Κιχώτη, με τους οποίους, αναμφιβόλως, θα διανοίγονταν πλήθος μυθοπλαστικές δυνατότητες, για να χρησιμοποιήσουμε μια προσφιλή στους κριτικούς έκφραση. Ωστόσο, παρόμοιοι αρχετυπικοί ήρωες δεν διατρέχουν τον κίνδυνο να περιπέσουν στα σκοτεινά ύδατα της Λήθης, γι' αυτό και δεν χωρούν στην Λιθόπολη.
Η κινητήρια ιδέα του μυθιστορήματος συνίσταται στον τρόπο επιβίωσης των κατοίκων της. Απειλούμενοι από την λήθη, δεδομένης της βάναυσης εποχής μας, που πολτοποιεί βιβλία και αναζητά αδιάκοπα καινούργιους συγγραφείς όσο γίνεται νεότερους, ει δυνατόν και γυμνασιόπαιδες, αναγκάζονται κι αυτοί οι ταλαίπωροι να καταφύγουν στη βία. Με τηλεπάθεια, τηλεκίνηση και ό,τι άλλο παραφυσικό μπορεί κανείς να φανταστεί, προσελκύουν στην Λιθόπολη ζώντες συγγραφείς και τους πειθαναγκάζουν να γράφουν μέχρι τελικής πτώσεως μυθιστορήματα γι' αυτούς. Κάτι σαν διακειμενικές μυθοπλασίες, στις οποίες θα πρωταγωνιστούν σε νέες περιπέτειες.
Ωραία ιδέα, αποφαίνεται ανεπαρκής κριτικός. Δάνεια, διατείνεται έτερος που δείχνει διαβασμένος, αποδίδοντας την πατρότητά της στον Στήβεν Κινγκ, στον οποίο φαίνεται να οφείλεται και το στοχαστικό βάθος που θέλει να δώσει ο συγγραφέας στην υπόθεση. Ενδίδοντας ο Βλαντής στην γενικότερη μεταφυσική κλίση που σημειώνεται εσχάτως, εμφανίζει την μετάβαση του αφηγητή από την Θεσσαλονίκη στην Λιθόπολη ως μέρος νυχτερινού εφιάλτη, ο οποίος εξελίσσεται σε μεταφυσική εμπειρία, με καταβυθίσεις σε "μαύρες τρύπες" και νυχτοπερπατήματα σε "παράλληλες πραγματικότητες".
Αν οι κριτικοί δυσκολεύονται με την αξιολόγηση του μυθιστορήματος, καθώς διακρίνουν έως και μίμηση ύφους, οι αναγνώστες έχουν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα με τους μυθιστορηματικούς ήρωες, έτσι όπως σωρεύονται ονόματα, χωρίς αναφορά του γενέθλιου βιβλίου ή του γεννήτορα συγγραφέα. Λ.χ., ξαφνικά εμφανίζεται ένας τύπος ονόματι Χένρι Τσινάσκι. Πασίγνωστος θα μου πείτε, γιατί κι αν δεν έχεις διαβάσει τις "Γυναίκες" ή κάποιο συναφές, θα έχεις δει τις ταινίες, που στηρίχτηκαν στα μυθιστορήματα. Αν, όμως, λέμε, αν, δεν είσαι της γενιάς των Μπητ, αν δεν κοιμάσαι αγκαλιά με τον Τσαρλς Μπουκόφσκι, ο ήρωας, όπως και να το κάνουμε, μένει ξεκρέμαστος, παρά την ολοσέλιδη περιγραφή του παρουσιαστικού του. Αν και τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο με όσα πρόσωπα αναφέρονται μόνο ονομαστικά. Ευτυχώς, πάντως, που, όπως ήδη αναφέραμε, πρωταγωνιστούν οι ήρωες ενός κλασικού, όπως ο Ντοστογιέφσκι. Και πάλι, όμως, ακόμη κι αν έχει διαβάσει ο αναγνώστης τους "Αδελφούς Καραμάζωφ", που είναι το αναγκαίο ντοστογιεφσκικό βοήθημα γι' αυτό τουλάχιστον το βιβλίο του Βλαντή, αφού με τον "Ηλίθιο" υπόσχεται να ασχοληθεί μελλοντικώς, θα βρεθεί εν συγχίσει, καθώς, μυθιστορηματική αδεία, ο πατέρας Καραμάζωφ ονομάζεται Αλεξέϊ Φιοντόροβιτς και όχι Φιόντορ Παύλοβιτς, και οι γιοι του αναδιατάσσονται ηλικιακά. Ιβάν, Ντμίτρι, Αλιόσα, αντί για Ντμίτρι, ο πρωτότοκος από τον πρώτο γάμο του Φιόντορ Παύλοβιτς με την Αδελαΐδα Ιβάνοβνα Μιούσοβα και Ιβάν και Αλιόσα, οι δυο επόμενοι της Σοφίας Ιβάνοβνα. Παρεμπιπτόντως, εμείς επιμένουμε στη γραφή των σλαβικών επιθέτων με ωμέγα και το ίδιο θα συστήναμε στους συγγραφείς που εμπλέκουν στις μυθιστορίες τους Ρώσσους, Πολωνούς, Βουλγάρους. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το ωμέγα, ως μέγα φωνήεν, ακόμη κι αν τύχει και απωλέσει λόγω απροσεξίας το καταληκτικό φ, διατηρεί αδιαμφισβήτητη την εθνική ταυτότητα.
3/4στερα, δεν είναι και λίγες οι περιπτώσεις, που ο αναγνώστης αναρωτιέται, τι άραγε θέλει να πει ο συγγραφέας. 1/4πως, για παράδειγμα, με τους κλώνους του Μπάρτλεμπυ. Οι φανατικοί θιασώτες του Βλαντή και όχι μόνον θα έχουν διαβάσει το "Μπάρτλεμπυ ο κομπιουτεράς". Μια, τω όντι, δημιουργική διασκευή της νουβέλας του Μέλβιλ, "Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς", την οποία μπορεί και να μην έχουν διαβάσει. Ωστόσο, γεννιέται η απορία, από πού και ως πού, στην ουτοπική Λιθόπολη, οι πολλαπλοί Μπάρτλεμπυ, είτε κατάγονται από τον κομπιουτερά είτε από τον γραφιά, να εμφανίζονται ως όργανα της τάξεως. Τέλος, αν ο αναγνώστης τυχαίνει να έχει κορώνα στην κεφαλή του την ελληνική πεζογραφία, δηλαδή, αν πρόκειται για έναν κοινό ελληναρά, πολύ θα απογοητευθεί μη συναντώντας ούτε έναν συμπατριώτη του στην Λιθόπολη, όπως, άλλωστε, συχνά αγανακτεί και με τα δημοσιεύματα του ξένου Τύπου, που, όταν αποφασίζουν να συνθέσουν τον λογοτεχνικό κανόνα και τη λίστα των διαχρονικών ηρώων, ποτέ δεν αναφέρουν και κάποιον Έλληνα. Ίσως, μόνο, τον Ζορμπά, που, παρεμπιπτόντως, αν το βίαζε λίγο ο Βλαντής θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον Τσινάσκι. Αλλά αυτός γράφει για τα προσωπικά του φαντάσματα, και το 1973, που γεννήθηκε, η Ελλάδα του Ζορμπά γύριζε σελίδα. Πάντως, κατ' εξαίρεση, ανάμεσα στους δεσμώτες της Λιθόπολης αναφέρεται ο σερραίος πεζογράφος Λευτέρης Μαυρόπουλος. Δυστυχώς, όμως, τόσο επιφανειακά, που οποιοσδήποτε άλλος βορειοελλαδίτης συγγραφέας θα ταίριαζε. Ωστόσο, οι ήρωες του Μαυρόπουλου, ιδίως οι "θανατοναύτες" του, προσφέρουν ευκαιρία συνομιλίας. Αλλά τη συνομιλία με γηγενείς συνομηλίκους τους, δεν την καταδέχονται οι νεότεροι, παρόλο που θα μπορούσε να αποβεί γόνιμη.
Βεβαίως, το κύριο πρόσωπο στους δεσμώτες της Λιθόπολης είναι ο αφηγητής, που εμφανίζεται ως alter ego του συγγραφέα. Στο πρώτο κεφάλαιο και το τρίτο, που είναι και το καταληκτικό, σε μια προσπάθεια να φυτευτεί το φανταστικό σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο, ο Βλαντής διανθίζει την υπόθεση με αυτοβιογραφικές λεπτομέρειες. 1/4μως, σαν να σχηματοποιεί τις σχέσεις του συγγραφέα με τον εκδοτικό του οίκο όπως και τη συμμετοχή του στην περιώνυμη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης, που θα συνιστούσαν ενδιαφέρουσες πινελιές σε μια ρεαλιστική αφήγηση. Κι αυτό, γιατί επιζητά να δείξει το υπαρξιακό δράμα ενός τυπικού συγγραφέα, ετών τριάντα δυο, επιμένοντας στο επηρμένο και αντικοινωνικό τού χαρακτήρα του. Σε αυτό το κομμάτι του μυθιστορήματος υπάρχουν και αρκετές λεκτικές αστοχίες, οι οποίες θα μπορούσε και να συνιστούν μέρος του προσωπικού ύφους του Βλαντή, που προβάλλει κάπως χύμα. Άλλωστε, το μεγάλο ατού των μεταμοντέρνων συλλήψεων βρίσκεται ακριβώς σε αυτήν τη γενική ρευστότητα, όπου σφιχταγκαλιάζονται τα υφολογικά τερτίπια και ο δαίμων του τυπογραφείου, το πρωτότυπο και το δάνειο. Για παράδειγμα, στο βιβλίο, με πλάγια γράμματα αποδίδονται τόσο τα δάνεια αποσπάσματα όσο και οι σκέψεις του ήρωα, που ενίοτε συνευρίσκονται στην ίδια σελίδα.
Ωστόσο, ο αναγνώστης μπορεί να αφήσει τα αχανή βάθη του μυθιστορήματος στους κριτικούς και να κολυμπήσει στην επιφάνεια, όπου θα απολαύσει τις περιπέτειες του δεσμώτη αφηγητή στο μυθιστορηματικό Μανχάτταν, που τόσο έντεχνα έστησε ο συγγραφέας, συνδυάζοντας συναφή διαβάσματα με τις γνώσεις του μηχανικού-πολεοδόμου, που διαθέτει. Το δεύτερο και κυρίως μέρος του μυθιστορήματος προσφέρει άφθονες σελίδες με σασπένς, διανθισμένο με ροζ σκηνές και δη, αναβαθμισμένες, χάρις στη δάνεια ηρωίδα αλλά και τον οίστρο ενός ερωτευμένου αφηγητή, όπου ένας βιβλιοπαρουσιαστής τύπου Έλσας Μάξγουελ θα μπορούσε να διακρίνει αυτοβιογραφικά ίχνη. Προς το τέλος, μάλιστα, διαφαίνεται και μια κάποια χιουμοριστική διάθεση, όταν εμπλέκεται η δυναμική φάρα των εβραίων μυθιστορηματικών ηρώων, αρκούντως δολία, ώστε αυτή μόνο να μεθοδεύει φυγαδεύσεις από την Λιθόπολη, προφανώς με το αζημίωτο.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

"Η Λέξη" Τεύχος 196 Ιούνιος 2008

Αφιέρωμα στο "ελληνικό διήγημα", όπου ανθολογούνται είκοσι οκτώ πεζά ισάριθμων συγγραφέων, συνοδευόμενο από CD, στο οποίο η Λήδα Πρωτοψάλτη διαβάζει "οκτώ μεγάλους έλληνες διηγηματογράφους" της παλαιότερης πεζογραφίας μας, πλην Παπαδιαμάντη. Πρώτη καινοτομία. Δεύτερη καινοτομία, η ανθολόγηση πεζών δέκα τριών καθαρόαιμων μυθιστοριογράφων και η πρόταξη των γνωστότερων εξ αυτών στο εξώφυλλο. Να σημειώσουμε πως τόσο στο εξώφυλλο όσο και στη σελίδα περιεχομένων έχει παραληφθεί ο Γιώργος Μανιώτης. Τρίτη καινοτομία, που θα την χαρακτηρίζαμε αθέμιτη, κι ας μας συμπαθούν οι επιμελητές, η μη πρόταξη του μόνου τεθνεώτος εν μέσω είκοσι επτά μάχιμων. 1/4ταν, μάλιστα, πρόκειται για σημαντικό διηγηματογράφο, ανάμεσα στους λιγοστούς, κατά την πρόσφατη τριακονταετία, της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Τον Τελέμαχο Αλαβέρα. Και επιπροσθέτως, όταν ο λόγος γίνεται για το τελευταίο κείμενό του, γραμμένο ειδικά για το αφιέρωμα, με ημερομηνία 8.5.2007, που φέρει και την υπογραφή του. Πέθανε σε σχετικά μεγάλη ηλικία ο Αλαβέρας και κάποιοι μπορεί να σκεφτούν πως τα οψιμάδια, όπως τα πρωτόλεια, είναι, κατά κανόνα, δευτεροκλασάτα. Ωστόσο, όπως είχαμε την ευκαιρία να σημειώσουμε με αφορμή τις δυο τελευταίες συλλογές διηγημάτων του, ο Αλαβέρας έγραφε όλο και καλύτερα διηγήματα. Παρεμπιπτόντως, το στερνό του, το "Σε Λα Βι", αναφέρεται σε ένα "ανθρωπάκι", όπως και το μυθιστόρημα του Τζαμιώτη. Του Εμφυλίου αυτό του Αλαβέρα, της Δικτατορίας του Τζαμιώτη, και τα δυο "με τη μέθοδο του γλείφειν" όχι μόνο επεβίωσαν αλλά και καζάντισαν. Κατά Αλαβέρα, "τσανακογλείφτες" (ο Μπαμπινιώτης το θέλει με δυο ν από το σαννάκιον).
Και επανερχόμαστε στους ζώντες της ανθολόγησης. Την σήμερον, απαξάπαντες οι συγγραφείς γράφουν και σύντομες ιστορίες, ακόμη και αυτοί που οι κριτικοί τοποθετούν σε ό,τι αποκαλούν παραλογοτεχνία, συνήθως κατόπιν παραγγελίας κάποιου εντύπου, όπου οι αρνήσεις θα υποθέταμε πως σπανίζουν, και τις οποίες, σε τακτά διαστήματα, συγκεντρώνουν σε βιβλίο, όπως πράττουν όλοι οι γραφιάδες, επιφυλλιδογράφοι, βιβλιοπαρουσιαστές, κριτικοί και λοιποί. Εκμεταλλευόμενοι την ευρυχωρία της ελληνικής, θα μπορούσαμε να θέσουμε κι ένα ρητορικό ερώτημα: Είναι όλες οι ιστορίες διηγήματα; Οπότε και θα απαντούσαμε κατηγορηματικά όχι, επιχειρηματολογώντας επί μακρόν. Το διήγημα συνιστά ένα μοναδικό είδος που ευδοκιμούσε ανέκαθεν στα καθ' ημάς και το οποίο, παρά τις αντίξοες ή μάλλον ορθότερα μολυσματικές συνθήκες που επικρατούν, εξακολουθεί να καλλιεργείται και από τους νεώτερους.
Μεταπολεμικά, το ελληνικό διήγημα οφείλει την πρώτη του ανθοφορία στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, ζώντες τε και τεθνεώτες. Αυτό το βαρύ πυροβολικό θα περιμέναμε να αναδεικνύεται στο αφιέρωμα, μια και το περιοδικό εξασφάλισε τις συνεργασίες δυο από τους επιφανέστερους. Παπαδημητρακόπουλος, Μηλιώνης ή και Μηλιώνης Παπαδημητρακόπουλος. Ας μην τσακωθούμε σε ποιον θα δώσουμε τα σκήπτρα. Ως καθαρόαιμος διηγηματογράφος κερδίζει πόντους ο Παπαδημητρακόπουλος, καθώς, μάλιστα, μετέχει με ένα διήγημα-μινιατούρα, που συγκεντρώνει τα βασικά χαρακτηριστικά του είδους? λιτότητα, πύκνωση, έως και την καταληκτική έκπληξη με την ανατροπή των αναγνωστικών προσδοκιών. Στην ίδια γενιά ανήκουν, τουλάχιστον ληξιαρχικά, και οι Περικλής Σφυρίδης και Νίκος Τριανταφυλλόπουλος, που προτιμούν να αφηγηθούν ιστορίες. Τα άπλυτα των κρατικών βραβείων είναι το θέμα του Σφυρίδη και το αφηγείται με τη γνωστή του άνεση, στολίζοντας δεόντως τις διάφορες περιπτώσεις, χωρίς αναφορά ονομάτων, ανεξάρτητα αν τα προσωπεία αποβαίνουν διάφανα, τουλάχιστον για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Θλιβερή η ιστορία των κρατικών βραβείων και εν γένει, οι βραβεύσεις στα καθ' ημάς, οπότε δεν είναι κακή ιδέα να αρχίσει να γίνεται ευρύτερα γνωστή, έστω και διαμέσου της μυθοπλασίας. Ωστόσο, η ιστορία του Σφυρίδη μας στενοχώρησε, καθώς διακρίναμε πίσω από το κεντρικό πρόσωπο έναν προσφιλή συγγραφέα, που δικαιούται το σεβασμό μας, πρώτον, για το έργο του και δευτερευόντως, γιατί δεν είναι πια ανάμεσά μας. 1/4σο για τον Τριανταφυλλόπουλο, στον κόσμο του, με την "φεγγερή Ελβίρα" και τον Παπαδιαμάντη. Έστω και από το παράθυρο, φανερώθηκε και ο Σκιαθίτης στη μάζωξη, γιατί τι αφιέρωμα στο ελληνικό διήγημα θα ήταν χωρίς αυτόν.
Πέραν, όμως, της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, η σημερινή άνθηση του διηγήματος ήρθε από τους νεότερους, τους εμφανισθέντες μετά το '80. Στο αφιέρωμα συμμετέχουν πέντε από τους σημαντικούς της ομάδας, οι οποίοι και θα αναμενόταν να καταλαμβάνουν, αν όχι ιδιαίτερη θέση, τουλάχιστον διακριτή. Λογαριάζουμε τον καθαρόαιμο διηγηματογράφο Τάσο Καλούτσα, τον Δημήτρη Πετσετίδη, τον Τάσο Γουδέλη, τον Χρήστο Χαρτοματσίδη, όπου η σειρά ακολουθεί την πρώτη τους εμφάνιση και όχι αναγκαστικά και το προσωπικό μας γούστο. Και ακόμη ένας, ο Βασίλης Γκουρογιάννης, που λογαριάζεται ως μυθιστοριογράφος, έδωσε, όμως, πρόσφατα, μερικά πολύ ενδιαφέροντα διηγήματα.
Το αφιέρωμα εικονογραφείται από τον Ράλλη Κοψίδη και θα ήταν ευκαιρία για ένα κείμενο γύρω από το έργο του. Τέλος, στην "κλεψύδρα", μια νεκρολογία από τον Παναγιώτη Τέτση για τον Δημήτρη Παπαστάμο, τρίτον στη σειρά μεταπολεμικά διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης προτού αυτή παραδοθεί στα θήλεα. Δυστυχώς, δεν αναφέρεται η ημερομηνία θανάτου του.

Μ. Θ.

Ανθρωπάκι παντός καιρού


Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης "Η εφεύρεση της σκιάς" Εκδόσεις Καστανιώτη Ιούνιος 2008
Oπως συνέβη με τη δεκαετία του '40, που τροφοδότησε πρώτα τους συγκαιρινούς της, τους συνυπάρχοντες με τα γεγονότα, μετά, τους έχοντες εφηβικές ή και παιδικές μνήμες, και τέλος, τις φουρνιές των τότε ακόμη αγέννητων, ήρθε η σειρά και της τελευταίας Δικτατορίας να περάσει από τους συγγραφείς εκείνης της εποχής, τότε ενήλικες ή και νεοσσούς, στους γεννηθέντες εντός της επταετίας και ευρισκόμενους σήμερα σε ώριμη ηλικία. Μεσούσης της Δικτατορίας, το 1970, είδε το φως της ημέρας ο Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, πρωτοεμφανισθείς το 2001 με το ψευδώνυμο Κωνσταντίνος Δ. Νούλας, που, πιθανώς, και να δήλωνε κρίση ανασφάλειας, η οποία, όμως, τάχιστα ξεπεράστηκε, αφού, το ίδιο έτος, εξέδωσε έτερο βιβλιάριο με το πραγματικό του όνομα. Και μεσούσης της Δικτατορίας, συγκεκριμένα, την 28η Απριλίου 1970, εκκινεί το έκτο βιβλίο του, όπου η Δικτατορία διαγράφεται με τον τρόπο που προσώρας ιστοριογραφείται. Αναφέρονται ορισμένα στερεότυπα απολυταρχικών καθεστώτων, όπως οι πανταχού παρόντες ένστολοι και η βία της αστυνομίας, συνοδευόμενα από κάποια ιδιαίτερα γνωρίσματα της Ελληνικής Δικτατορίας, όπως μια ομάδα δυσαρεστημένων ανώτερων αξιωματικών, ως υπόλειμμα της επίδοξης Χούντας των Στρατηγών, και μια άλλη, αντιστασιακών, με αρχηγό Έλληνα εκ Παρισίων. Ιστορικά πρόσωπα δεν εμπλέκονται στο μυθιστόρημα, μόνο ο τότε ηγέτης της χώρας, και αυτός πλαγίως, διαμέσου ορισμένων χαρακτηριστικών του, ως ο μύστακας, το κοντόσωμο και οι γκριμάτσες. 1/4πως φαίνεται, δεν ήρθε η ώρα για την αποδομητική αναθεώρηση της εποχής ελέω μυθοπλασίας. Μάλλον θα πρέπει πρώτα να εξαντληθεί η δεκαετία του '40 και ο μύθος του Πολυτεχνείου να ξεφτίσει εκ των έσω, ώστε, όπως έγινε με τον Εμφύλιο, οι ίδιοι οι θιασώτες του να αποδεχθούν μια Ορθοκωστά της απριλιανής Δικτατορίας, όπου θα αναδεικνύεται η σκοπιά του ασφαλίτη.
1/4πως κι αν έχει, το θέμα του Τζαμιώτη δεν είναι η δραματοποίηση και η ανατομία της Δικτατορίας, ούτε καν η παραφορά της εξουσίας, που συσκοτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη οδηγώντας την αμετάκλητα στην συναισθηματική απογύμνωση, όπως υποστηρίζει το σημείωμα στο οπισθόφυλλο. Αλλά, πιστεύουμε, το πλάσιμο ενός ήρωα, όπου επίθετα όπως φίλαυτος και φιλόδοξος, χωρίς, να είναι παράταιρα, δεν αρκούν για να αποδώσουν αυτό το "ανθρωπάκι", κατά την έκφραση του αφηγητή, που, τον καιρό της Δικτατορίας, αντιπροσώπευε ένα ουδόλως ευκαταφρόνητο κομμάτι του πληθυσμού και το οποίο, θα λέγαμε πως τείνει να γίνει διαχρονικό. Το σίγουρο είναι πως η φαντασία του Τζαμιώτη δεν χρειάζεται ιστορικά υποστυλώματα, αφού η μέχρι σήμερα συγγραφική του πορεία αποδεικνύει πως είναι ιδιαίτερα επινοητικός, κινούμενος με άνεση μεταξύ φανταστικού και πραγματικού. Αυτή τη φορά, ανατρέχει στο 1970, όταν το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας μετονομάζεται και επισήμως σε Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, ξεκινώντας μεγαλόπνοη φάση αναμόρφωσης. Τότε, μεταξύ άλλων καινοτομιών, προστίθεται και δελτίο ειδήσεων για κωφαλάλους. Η φαεινή ιδέα του Τζαμιώτη έγκειται στον άνθρωπο που υποτίθεται πως αναλαμβάνει το καινοφανές πόστο του παρουσιαστή. Ένας τριανταδυάχρονος, με σπουδές ανθρωπολογίας στο Παρίσι, που βιοπορίζεται ως δάσκαλος νοηματικής, καλλιεργώντας, μέσω των επαγγελματικών του προσβάσεων, σχέσεις με τους ισχυρούς, κατά τον γλοιώδη τρόπο, που αυτό συνήθως γίνεται. Και ακριβώς, χάρις στον πατέρα μαθήτριάς του, που τυγχάνει στυλοβάτης του καθεστώτος, αναρριχάται στη θέση.
Τετραμερής η δομή του μυθιστορήματος, θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί η άνοδος και η πτώση ενός καιροσκόπου, καθώς τα δυο πρώτα κεφάλαια περιγράφουν την μεταμόρφωσή του σε διασημότητα δεδομένης της τηλεοπτικής και γενικότερης πολιτιστικής ένδειας της εποχής, ενώ τα δυο τελευταία και εκτενέστερα παρακολουθούν την καθοδική του πορεία. Βασισμένη στα νοήματα η γλώσσα των κωφαλάλων, χωρίς τις φιοριτούρες του προφορικού λόγου, απογυμνώνει τα πρόσωπα. Εξαίροντας κατ' ανάγκην, προς πληρέστερη κατανόηση, τα κουσούριά τους, προσβάλλει τους υψηλά ιστάμενους, οπότε πίπτει βαρύς ο πέλεκυς της λογοκρισίας. Περιδεής ο δάσκαλος πειθαρχεί, θίγεται όμως ο επαγγελματισμός του, για τον οποίο τόσο επαίρεται, και ανταποδίδει στα μουλλωχτά, επεμβαίνοντας στις ειδήσεις. Αν και κατ' αντίστροφο της συνήθους φορά, αφού, στις ήδη παραφθαρμένες ειδήσεις, αποκαθιστά τις νοθευμένες πληροφορίες. Κατεργαριά που γρήγορα βαριέται, μια και το μοναδικό κίνητρο είναι ο τραυματισμένος του εγωισμός, και την εγκαταλείπει, πιστεύοντας πως ουδείς τον μυρίστηκε. Εν τέλει, ωστόσο, πλείστοι όσοι τον έχουν αντιληφθεί, από την κωφάλαλη μαθήτριά του μέχρι ομάδες αντικαθεστωτικών ποικίλων ιδεολογικών πεποιθήσεων και διαθέσεων, οπότε και αρχίζουν παρακολουθήσεις, ανακρίσεις, εκβιασμοί.
Δεν είναι, όμως, οι σκηνές δράσης που κερδίζουν το ενδιαφέρον, αλλά ο τρόπος που στοιχειοθετείται η ψυχοσύνθεση του ήρωα. Από μια άποψη, πρότυπο πρακτικού ανθρώπου. Πολιτικά αμέτοχος, εκτιμώντας πως οι ιδεολογίες φέρνουν μπελάδες. Συναισθηματικά αδιάφορος, φοβούμενος πως οι δεσμεύσεις εμποδίζουν την προσωπική ευδοκίμηση. Ένας άνθρωπος δειλός και μονόχνοτος, που καταφεύγει σε φανταστικές ιστορίες για το παρελθόν του, προσπαθώντας να συγκινήσει τις νεόκοπες κοινωνικές του σχέσεις. Χωρίς φίλους και ερωτικές συντρόφους, μόνο τις πολυπόθητες υψηλά ιστάμενες γνωριμίες και τις κατακτήσεις του στο γυναικείο φύλο, καθόσον ευπαρουσίαστος, προς σεξουαλική και μόνο ικανοποίηση.
Αυτόν τον ήρωα βάζει στο μικροσκόπιο ο Τζαμιώτης με την αφηγηματική τεχνική που αναπτύσσει. Διατηρώντας τη δοκιμιακή εκφορά του λόγου των προηγούμενων πεζογραφημάτων του, ουσιαστικά παντρεύει δυο αφηγηματικούς τρόπους. Έναν που κυριαρχεί, με μακριές προτάσεις, όπου γίνεται εκτεταμένη χρήση της άνω τελείας, και μεταφορά των συνομιλιών σε πλάγιο λόγο. Και έναν βοηθητικό, για τις πολυπρόσωπες σκηνές, με σύντομες προτάσεις, σαν σκηνικές οδηγίες θεατρικού έργου, που περιγράφουν χώρους και κινήσεις. Η ιδανική τεχνική, σε συνδυασμό με τη γλώσσα, για να δημιουργηθεί μια αίσθηση αποστασιοποίησης του αφηγητή. Παντεπόπτης, στο ρόλο του παρατηρητή, εναλλάσσει οπτικές γωνίες, αν και εστιάζει κυρίως στον ήρωα, επιστρατεύοντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο για να εκφράσει τις απαξιωτικές κρίσεις του, ενώ διατυπώνει ψυχολογικές και κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, που φανερώνουν εμβάθυνση στα ανθρώπινα. Μόνο που ο κοινωνιολογικός σχολιασμός, με τα περιστατικά που συγκεντρώνει, ιδίως, στο δεύτερο μέρος, όπου ζητά να δείξει την νέα κοινωνική ζωή του ήρωα, δείχνει να βαραίνει την οικονομία του μυθιστορήματος. 1/4πως, εν μέρει, και οι ιστορίες για πρωτόγονους λαούς, στις οποίες έχει ιδιαίτερη αδυναμία ο ήρωας και στις οποίες καταφεύγει κάθε φορά που ο περίγυρος γίνεται απειλητικός. Συνολικά στο μυθιστόρημα παρατίθενται έντεκα παρόμοιες αφηγήσεις για ισάριθμες φυλές. Φανταστικές οι φυλές και οι ιστορίες επινοημένες, δεν στερούνται πρωτοτυπίας, αν και ορισμένες δείχνουν βεβιασμένες. Ο Τζαμιώτης, με τις νουβέλες του, έχει δείξει πως αντιλαμβάνεται τι σημαίνει οικονομία ενός πεζογραφήματος. Οπότε, υποθέτουμε, πως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αγωνίζεται να προσαρμόσει την έκταση του μυθιστορήματός του σε κάποιες ανομολόγητες αλλά ίσως υπαρκτές, εκδοτικές προδιαγραφές.
Τέλος, την ειρωνική ματιά του αφηγητή δείχνει η βγαλμένη από τη ζωή κατάληξη του μυθιστορήματος. Τους πάσης φύσεως αντικαθεστωτικούς και τις πόρνες φοβάται ο ήρωας πως θα του την φέρουν, αλλά είναι οι ευυπόληπτες που αποδεικνύονται "πουτάνες". Κατά τα άλλα, ως γνωστόν, τα "ανθρωπάκια" στα καθ' υμάς ποτέ δεν χάνονται. Οπότε, μένει ανοιχτό το ενδεχόμενο, ο ήρωας να επανέλθει στα χρόνια της μεταπολίτευσης ως μέγας επιχειρηματίας, που, με τη σειρά του, θα καταχράται το δημόσιο χρήμα, όπως και οι προκάτοχοί του επί Δικτατορίας.

Μ. Θεοδοσοπούλου