Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Ένα ενδιαφέρον απάνθισμα ποιημάτων


«Ανδρέας Σ. Ιωάννου «Ανθολογία Ευβοέων Ποιητών» Έκδοση της Βιβλιοθήκης Χαλκίδας, Μάιος 2008
Αφοσιωμένοι στον τόπο τους οι Ευβοείς, αυτόχθονες και ετερόχθονες, όπως δείχνουν και οι δραστήριες ενώσεις τους, αποφάσισαν την επανέκδοση μιας παλαιάς και σήμερα πλέον δυσεύρετης ανθολογίας, που κατέγραφε το ποιητικό γίγνεσθαι κατά την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία. Το Εφορευτικό Συμβούλιο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Χαλκίδας, σε συνεργασία με την Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών, το Σύνδεσμο Φιλολόγων Ευβοίας και το Σύλλογο «Φίλοι του Γιάννη Σκαρίμπα», προχώρησε σε φωτοαναστατική ανατύπωση της ανθολογίας του Ανδρέα Ιωάννου, που τυπώθηκε στην Χαλκίδα από τον Αύγουστο του 1958 μέχρι τον Γενάρη του 1960, σε πεντακόσια αντίτυπα. Ταυτόχρονα, δημοσιευόταν, με τη μορφή οκτασέλιδων φυλλαδίων, στο περιοδικό «Ευβοϊκός Λόγος», που μόλις είχε ξεκινήσει το 1958. Κύπριος ο Ιωάννου, βρέθηκε μετά τον Πόλεμο, αρχικά Νομάρχης Σάμου και Δωδεκανήσου και στη συνέχεια, την πενταετία 1955-1960, Νομάρχης Ευβοίας, όπου και εξέδωσε τρία βιβλία, ένα λεύκωμα για τις «Βυζαντινές τοιχογραφίες της Εύβοιας», μια μελέτη για την «Εκκλησία του Αη-Γιώργη του Αρμά στην Εύβοια» και την ανθολογία ευβοέων ποιητών και ως συνέχεια των ανθολογιών κυπριακής ποίησης και πεζογραφίας, που είχε καταρτίσει. Στα εν συντομία αναφερόμενα βιογραφικά του Ιωάννου, να προσθέσουμε τη συμβολή του στις εικαστικές τέχνες, με σειρά μελετών, κυρίως, όμως, με την ίδρυση της Πινακοθήκης Ρόδου και την ενίσχυση άλλων πινακοθηκών, ενώ, το 1972, που πέθανε, μόλις είχε αναλάβει γενικός διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης.
Συνολικά ανθολογούνται 36 ποιητές, που θα εντάσσονταν στους μεσοπολεμικούς και τους ποιητές της πρώτης και δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, καθώς τα έτη γέννησής τους καλύπτουν το ευρύ φάσμα μιας τεσσαρακονταετίας, από το 1893 μέχρι το 1932. Από αυτούς, οι δέκα σημειώνεται πως γεννήθηκαν σε άλλα μέρη αλλά έζησαν στην Εύβοια, οι περισσότεροι δια βίου, με πρώτο και καλλίτερο, τον Γιάννη Σκαρίμπα. Στους 36 ποιητές συγκαταλέγονται και έξι γυναίκες, μεταξύ των οποίων η Μαργαρίτα Δαλμάτη και η Καλλιόπη Σκαρίμπα. Στην πρόσφατη επανέκδοση, έχει προστεθεί σύντομος πρόλογος του εκδοτικού φορέα αλλά λείπει ένα επιλογικό σημείωμα με πληροφορίες για τους ανθολογούμενους, πέραν του χρόνου και του τόπου γέννησής τους, που αναφέρονται στην αρχική έκδοση, το οποίο και θα έδινε την πορεία τους κατά τις ενδιάμεσες δεκαετίες. Την εποχή της ανθολόγησης, τρεις είχαν κιόλας πεθάνει, ο Κώστας Κουκής στα 26 του το 1929 και οι Γιώργος Φουρλής και Μιλτιάδης Παπαϊωάννου, το 1944, έχοντας σαρανταρίσει. Οι συντελεστές της έκδοσης φαίνεται να πιστεύουν πως τα ποιήματα δεν χρειάζονται την ταυτότητα του δημιουργού τους για να συγκινήσουν, ωστόσο, θα ήταν μια καλή ευκαιρία να καταγραφούν αυτοί οι, εν πολλοίς, αφανείς Ευβοείς ποιητές. Γιατί, κι αν ορισμένοι από αυτούς είναι σήμερα γνωστοί, αυτό δεν οφείλεται στην ποιητική τους ιδιότητα.
Οι ποιητές παρατίθενται σε χρονολογική σειρά, με βάση το έτος της γέννησής τους, όπου ο Ιωάννου προτάσσει μεν ορθά τον Σκαρίμπα, αλλά με λανθασμένη την χρονολογία γέννησης, το 1897 αντί του 1893. Ακολουθεί ο Άγγελος Δρόσος, που γεννήθηκε το 1896 στην Ιστιαία Ευβοίας αλλά ήδη από τα δεκατέσσερά του βρέθηκε ορφανός στην Αθήνα, στρατεύθηκε στους Βαλκανικούς Πολέμους, και από τα σύνορα της Μακεδονίας πέρασε στη Μικρά Ασία και τη Σμύρνη, όπου παντρεύτηκε και ταυτόχρονα, άσκησε τη δημοσιογραφία ως συνεργάτης ελληνικών εφημερίδων και πολεμικός ανταποκριτής αθηναϊκών. Το 2005, η κόρη του, η ποιήτρια Καίτη Δρόσου, επανεξέδωσε τη μαρτυρία του από την Καταστροφή του 1922, «Ανάμεσα στους πεθαμένους», με υπότιτλο «Το βιβλίο του χαλασμού», που είχε εκδώσει ο Δρόσος το 1933, όντας δημοσιογράφος στην Αθήνα. Είχαν προηγηθεί τα ποιητικά του, «Ρυθμοί δίχως ρίμες» του 1924 και «Δισταγμοί» του 1931.
Από τους υπόλοιπους, γνωστοί σε εμάς, σήμερα, είναι οι νεότεροι της ανθολογίας, με πρώτη την Δαλμάτη, που κι αυτή δεν θα χαρακτηριζόταν Χαλκιδαία, μια και εγκατέλειψε τη γενέτειρά της το 1937, στα δεκαέξι της. Η Δαλμάτη διέπρεψε στο χώρο της μουσικής και ως τσεμπελίστρια. Γνωστή δοκιμιογράφος, συγγραφέας θεατρικών έργων, κυρίως μεταφράστρια της ιταλικής λογοτεχνίας και της νεοελληνικής ποίησης στα ιταλικά, τιμήθηκε με τον Σταυρό του Ιππότη της Ιταλικής Δημοκρατίας για τη συμβολή της στις μορφωτικές σχέσεις των δυο χωρών. Όσο για την ποιήτρια, πέραν των δυο συλλογών, που ανθολογεί ο Ιωάννου, εξέδωσε μια τρίτη, «Οδηγός Μουσείου» το 1964, και την συγκεντρωτική, «Ποίηση», το 1971, για την οποία και βραβεύτηκε με το πρώτο κρατικό βραβείο, ενώ το δεύτερο είχε απονεμηθεί στην Κική Δημουλά.
Και ακολουθεί ο Σπύρος Κοκκίνης, γεννημένος στη Χαλκίδα το 1928, που έγραψε, πέρα από ποιήματα, διηγήματα και μελετήματα, συμπτωματικά, μάλιστα, τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ταξιδιωτικών εντυπώσεων για το βιβλίο του, «Ταξίδια στην Ελλάδα», το 1976, τη χρονιά που ο Σκαρίμπας έπαιρνε το πρώτο κρατικό βραβείο διηγήματος για τη συλλογή του «Φυγή προς τα εμπρός». Μετά έρχονται, ο συνομήλικός του Βασίλης Κούλης από τους Καλημεριάνους της Κύμης, που, εκτός των άλλων, μετέφρασε και τους «Μεταφυσικούς ποιητές» του Τ.Σ. Έλιοτ, ο δημοσιογράφος Γιώργος Πηλιχός, γεννημένος το 1929 στο Κιλκίς αλλά μεγαλωμένος στην Εύβοια, που πέθανε προς πενταετίας, ο Γιάννης Γκίκας, γεννημένος το 1930 στην Αθήνα αλλά κάτοικος παιδιόθεν της Καρύστου, με τα θαυμάσια «Κάστρα» του και ο συνομήλικός του, παιδαγωγός και συγγραφέας, Γιώργος Παπαστάμος, με διηγήματα από τον Εμφύλιο, ποιήματα αλλά και σημαντικές μελέτες. Φίλος του Σκαρίμπα, επιμελητής του αφιερώματος στο περιοδικό «Διαβάζω», πέθανε κι αυτός προ διετίας. Και μένουν δύο μάχιμοι και γνωστοί στο αθηναϊκό κοινό, ο θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος Κώστας Ασημακόπουλος και ο βενιαμίν της ανθολογίας, Τάκης Μαστροδημήτρης, γεννημένος στο Μαντούδι Ευβοίας. Στον, όχι και ευκαταφρόνητων διαστάσεων, τόμο, «Ευκαρπίας Έπαινος», αφιέρωμα στον καθηγητή Παναγιώτη Δ. Μαστροδημήτρη, που μόλις κυκλοφόρησε, προτάσσεται ένα εμπεριστατωμένο μελέτημα του Γιώργου Ανδρειωμένου για το έργο του, με αναγραφή των δημοσιευμάτων του. Ωστόσο, τα ποιήματα της νεότητας, δημοσιευμένα κυρίως στο περιοδικό «Ευβοϊκός Λόγος», δεν μνημονεύονται. Κι όμως, ακόμη κι αν πρόκειται για νεανικές παρασπονδίες και στη συνέχεια ο καθηγητής δεν έγραψε ούτε ένα στίχο, αποτελούν τεκμήριο ευαισθησίας, συνιστώντας καλές αφετηρίες για τον φιλόλογο. Απορούμε μια σημερινή ανθολογία ευβοέων ποιητών τι ψαριά θα έβγαζε.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Μια αμνημόνευτη ποιήτρια


Καλλιόπη Σκαρίμπα "Ποιήματα" Έκδοση της Βιβλιοθήκης Χαλκίδας Χαλκίδα, 2008 "Τα Νεφούρια" Ένα φυλλάδιο της "Διαμέτρου" Τεύχος 20 Φθινόπωρο 2008


Δυο εκδόσεις για την ποιήτρια Καλλιόπη Σκαρίμπα, με στόχο, όπως εκ προοιμίου ορίζεται, να ανασυρθεί από την αφάνεια. Επαινετέα η διπλή χειρονομία, τόσο των ευβοϊκών ενώσεων να εκδώσουν ένα συγκεντρωτικό τόμο με τα ποιήματά της, όσο και του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου να της αφιερώσει το εικοστό τεύχος του περιοδικού του, με το οποίο και συμπληρώνει δεκαετή παρουσία. Ωστόσο, ας μας επιτραπεί ο αντίλογος και λόγω, ας πούμε, φυλετικής συγγένειας. Αναρωτιόμαστε, ήταν άραγε ανάγκη, ακόμη και σε αυτήν την μεταθανάτια και τόσο καθυστερημένη μνημόνευση, οι τρεις λέξεις να είναι για τον αδελφό της, Γιάννη Σκαρίμπα, και άντε, η μία, κι αυτή τσιγκούνικη, για την ίδια.
Κατ' αρχήν, όσο ακύμαντη κι αν υπήρξε η ζωή της, αντιστοιχούσε και σε αυτήν ένα βιογραφικό σημείωμα, που αν δεν το γράψουν οι συντοπίτες της, πως να παραδειγματιστούν οι ξενοχωρίτες, που καταρτίζουν τα λεξικά και τις γραμματολογίες. Η μοναδική πληροφορία που δίνεται και στις δυο εκδόσεις είναι πως γεννήθηκε το 1916 και πέθανε το 1983, ζώντας μονίμως στην Χαλκίδα και στη "βαριά σκιά του αδελφού της". Να σημειώσουμε, όμως, πως στην "Ανθολογία Ευβοέων Ποιητών" του Ανδρέα Ιωάννου, ο οποίος ήταν κάτοικος Χαλκίδας την περίοδο 1955-1960, που ετοίμαζε την ανθολογία του, και θα γνώριζε την οικογένεια Σκαρίμπα, το πιθανότερο και την ίδια προσωπικά, αναφέρεται πως γεννήθηκε το 1915 στην Πάτρα και ζούσε από το 1924 στην Χαλκίδα. Επίσης, το 1915 αναφέρεται ως έτος γεννήσεως της Σκαρίμπα και στο "χρονολόγιο" του αφιερώματος στον Σκαρίμπα, που συνέταξε, το 1991, για το περιοδικό "Διαβάζω" ο ευβοέας φίλος τους Γιώργος Παπαστάμος. Μπορεί, λοιπόν, όπως ο Σκαρίμπας δεν γεννήθηκε στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος, όπως καταθέτουν οι παλαιότερες πηγές, αλλά στο Αίγιο και η Σκαρίμπα να γεννήθηκε στην Πάτρα και όχι στην Χαλκίδα. Θα ήταν, λοιπόν, μια ευκαιρία να ξεκαθάριζαν τα βιογραφικά της.
Στην πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της επανεκδίδονται οι τρεις ποιητικές συλλογές της αλλά όχι άπαντα τα ποιήματά της, καθώς αρκετά ακόμη βρίσκονται σκόρπια σε περιοδικά. Με την ευκαιρία, θα αναμενόταν η καταγραφή τους. Σύμφωνα και με τη μελέτη της Αλεξάνδρας Μπουφέα για τα λογοτεχνικά περιοδικά της Κατοχής, η Σκαρίμπα δεν φαίνεται να κινήθηκε στα περιοδικά που δημοσίευε ο αδελφός της. Ενώ, σε εκείνη την περίοδο, ο Σκαρίμπας δημοσίευσε συνολικά σε έξι περιοδικά, η Σκαρίμπα συμμετείχε μόνο σε ένα από αυτά, στα "Ευβοϊκά Γράμματα", δημοσίευσε, όμως, ένα ποίημα στα "Ηπειρωτικά Γράμματα", όπου δεν υπάρχει συνεργασία του Σκαρίμπα. Στα "Ευβοϊκά Γράμματα", η Σκαρίμπα δημοσίευσε συνολικά δέκα ποιήματα, μεταξύ των οποίων το σατιρικό "Αντίποινα" ως απάντηση στο χλευαστικό για τις γυναίκες ποίημα του Ανδρέα Ζώντου. Η Μπουφέα αξιολογεί και τα τέσσερα πεζά, που δημοσιεύει η Σκαρίμπα στο περιοδικό ως αποσπάσματα από ανέκδοτο μυθιστόρημα.
Ένα περιοδικό της Κατοχής, που είχε, όμως, ξεκινήσει νωρίτερα και συνεπώς, δεν συμπεριλαμβάνεται στη μελέτη της Μπουφέα, είναι τα "Πειραϊκά Γράμματα", που ξεκινούν τον Ιανουάριο του 1940 και μετονομαζόμενα, από τον Ιούλιο του 1943, σε "Γράμματα", συνεχίζουν μέχρι το 1947. Το συγκεκριμένο περιοδικό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περίπτωση της Σκαρίμπα, καθώς υπογραμμίζει τη μοίρα της αμνημόνευτης ποιήτριας, που της έλαχε σαν αδελφής σημαντικού συγγραφέα. Όπως πλείστα όσα περιοδικά, έτσι και τα "Πειραϊκά Γράμματα", αναγράφουν στο εξώφυλλο κάθε τεύχους τα ονόματα των συνεργατών, πλην, όμως, της Σκαρίμπα, λες και αρκεί ένας Σκαρίμπας στο εξώφυλλο. Τον Ιούνιο του 1943, δίπλα στο "Η μικρή κυρία" του Σκαρίμπα, δημοσιεύει και η Σκαρίμπα το "Ζαβολιές", ποίημα εφάμιλλο, αν όχι καλύτερο, του αδελφικού στιχουργήματος. Να, λοιπόν, που, με ένα πρόχειρο ξεφύλλισμα, έχουμε δυο ενδιαφέροντα ποιήματα της Σκαρίμπα, "Αντίποινα" και "Ζαβολιές", που δεν συμπεριλαμβάνονται στις συλλογές της, ούτε αυτούσια ούτε σε παραλλαγμένη μορφή.
Οι τρεις ποιητικές συλλογές, που επανεκδίδονται στον τόμο, είναι "Η Σιωπή των ουρανών" από τις εκδόσεις Μαυρίδη, "Ναδίρ", χωρίς αναφορά εκδοτικού οίκου, με την αναγραφή στο εξώφυλλο, Χαλκίδα 1970, και "Ίσιδα", και πάλι χωρίς εκδότη, με την αναγραφή, Χαλκίδα 1977. Ως χρονολογία έκδοσης της πρώτης συλλογής μνημονεύεται το 1949, ενώ ο Παπαστάμος στο "χρονολόγιο" την τοποθετεί το 1950. Στη συγκεντρωτική έκδοση προτάσσεται πρόλογος του Μανώλη Κεραμάρη εκ μέρους της Βιβλιοθήκης Χαλκίδας, παλαιότερο κείμενο του Δημήτρη Διακομόπουλου και κείμενο του Νίκου Γριπονησιώτη, ένα από τα πολλά ψευδώνυμα του Τριανταφυλλόπουλου, που ο ίδιος έχει αποκαλύψει.
Ευβοέας ο Διακομόπουλος, υποθέτουμε κάτοικος Χαλκίδας, δίνει την εικόνα μιας φευγαλέας φιγούρας, που περιδιάβαζε στους δρόμους της πόλης. Γενικότερα, περιγράφει την Σκαρίμπα μονήρη και απόμακρη. Ωστόσο, όπως και σε άλλα κείμενά του, η ποιητική του διάθεση θολώνει τα πρόσωπα, μειώνοντας την αξία της μαρτυρίας. Όσο για τον Γριπονησιώτη, αυτός εστιάζει σε ένα ποίημα της πρώτης συλλογής, "Το άλλο ταξείδι", που είναι αφιερωμένο στον αδελφό της, και το συγκρίνει με το ποίημα "Νοσταλγία", που είχε δημοσιευθεί στα "Ευβοϊκά Γράμματα", το 1944. Κατά τον μελετητή, συμπερασματικά, η Σκαρίμπα "κρατάει του αδελφού της ένα συμπαθητικό, αλλά όχι πάντα ευδιάκριτο ίσο". Μερικές φορές διακρίνει "το περίγραμμα των αχναριών της ή το όποιο μέταλλο της δικής της φωνής". Δυο κείμενα, τα οποία μάλλον δεν ανοίγουν την όρεξη ενός αναγνώστη, που τυχαίνει να μην έχει ποτέ του ακούσει το όνομα Καλλιόπη Σκαρίμπα. Τουλάχιστον ας υιοθετούσαν οι επιμελητές την τακτική του Γ. Π. Σαββίδη, που έδινε πάντοτε τον πρώτο λόγο στον συγγραφέα, παραθέτοντας τα συνοδευτικά κείμενα ως επίλογο.
Αλλά ο πρώτος λόγος δεν δίνεται στην Καλλιόπη Σκαρίμπα ούτε στο αφιέρωμα του περιοδικού. Τα "Νεφούρια" δεν ξεκινουν με πρωτοσέλιδο ποίημα της Σκαρίμπα, ως είθισται σε τεύχη τιμής, αλλά με ποίημα γραμμένο στη μνήμη της. Ούτε, όμως, Χαλκιδαίου ούτε κάποιου που να την είχε γνωρίσει, αλλά νεότερου πελοποννήσιου ποιητή. Όσο για τα ποιήματα της ίδιας, αυτά περιορίζονται στις εσωτερικές σελίδες. Μετά το εισαγωγικό ποίημα, δημοσιεύεται μια ανάμνηση του Λουκά Κούσουλα από το 1946, όταν δεκαεπταετής παραθέριζε στις κατασκηνώσεις της Ιτέας και χάρις σε ένα φίλο του, είχε συναντήσει την Σκαρίμπα. Το κυρίως σώμα του αφιερώματος συνίσταται από τα μελετήματα δυο πανεπιστημιακών, που έχουν καθιερωθεί ως "οι βαθείς γνώστες του Σκαρίμπα". Ο ένας, ο λέκτορας του Πανεπιστημίου της Λειψίας, Συμεών Γρ. Σταμπουλός, σχολιάζει την ποίηση τής Σκαρίμπα, επισημαίνοντας, αφενός μεν αντηχήσεις από Μαρία Πολυδούρη και αφετέρου, ποιήματα "γραμμένα εν πολλοίς με τον τρόπο του Σκαρίμπα". Και ο άλλος, η Κατερίνα Κωστίου, ψηλαφεί στίχο προς στίχο την Σκαρίμπα, ψαύοντας το σώμα του αδελφού της. Θα λέγαμε, πως, σύμφωνα και με την τρέχουσα ορολογία, οι μελετητές εξαντλούν το θέμα της διακειμενικότητας. Τι θα είχαν, ωστόσο, να πουν σε ένα νεότερο αναγνώστη, που δεν έτυχε να διαβάσει (όσο αδιανόητο κι αν φαίνεται) ούτε Γιάννη Σκαρίμπα ούτε Πολυδούρη;
Κατά τα άλλα, ο επιμελητής του αφιερώματος απορεί γιατί δεν υπάρχει η Καλλιόπη Σκαρίμπα στο νεότευκτο Λεξικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Επίσης, αναφέρει πως δεν κατόρθωσε να εντοπίσει κάποια κριτική για τις ποιητικές συλλογές της. Δίκην παραδείγματος, αναδημοσιεύουμε την κριτική για την πρώτη συλλογή της του Αλέξανδρου Αργυρίου. Όπου, και πάλι, θα ήταν μια καλή ευκαιρία, κάποιος φιλόλογος, που θα αξιολογούσε να ασχοληθεί με την ίδια την Σκαρίμπα, και όχι ως έτερον ήμισυ του αδελφού της, να καταρτίσει την, έστω και ισχνή, βιβλιογραφία της. Από την άλλη, οργισμένοι Χαλκιδαίοι θα αναφωνήσουν. Μετά εικοσιπενταετή λήθη, της αφιερώνουμε δυο εκδόσεις και εσείς μεμψιμοιρείτε! Σχετική λήθη, θα αποκρινόμαστε. Ας σερφάρουν στο Διαδίκτυο και θα την βρουν μπροστά από τον αδελφό της, δίπλα δίπλα με τον Τάκη Σινόπουλο.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Πανεπιστημιακών σκευωρίες και εμπάθειες

Σωτηρία Σταυρακοπούλου
"Σπάνιες αλήθειες"
Εκδόσεις Εστίας
Νοέμβριος 2008

Όπως έχουμε ξαναγράψει, η Σωτηρία Σταυρακοπούλου συνιστά μια ιδιαίτερη περίπτωση μέσα στην ομάδα των συγγραφέων, που εμφανίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1980. Γεννημένη στο Βόλο το 1957, πρωτοπαρουσιάζεται το 1980 και εκδίδει μέσα σε μια τετραετία, 1980-1983, τρία βιβλιάρια σαν ασκήσεις νεωτερικής γραφής. Επανέρχεται το 1989 με το ψευδώνυμο Ηρώ Σταυράκη και εκδίδει "την εξαισίας πόρνης φυλλάδα" "Άλμα", με παραμυθικό ύφος και δάνεια από βικτωριανές μυθιστορίες. Ακολουθεί δωδεκαετής σιωπή και μετά, το 2001, το πρώτο μυθιστόρημα, "Οι Δεξιώσεις", το 2005, το δεύτερο, "Η μεθυσμένη γυναίκα", και προσφάτως, το τρίτο. Τρία ομότροπα μυθιστορήματα, όπου πρόσωπα και συμβάντα παρουσιάζονται μέσα από τον προφορικό λόγο των κεντρικών ηρώων τους. Στα δυο πρώτα, με τη μορφή παρατεταμένης ομιλίας προς έναν σιωπούντα τρίτο, και στο πρόσφατο, σαν μονόλογος εις εαυτόν. Ως φιλολογική περιέργεια παραμένει το κατά πόσο αυτή η αλλαγή πλεύσης προς το ρεαλιστικότερο, κυρίως η υιοθέτηση της συγκεκριμένης μυθιστορηματικής μορφής, οφείλεται στο συγχρωτισμό της συγγραφέως με την ομάδα των νεοελληνιστών του King's College του Λονδίνου, όπου το βιβλίο της "Άλμα" αποτέλεσε το θέμα της διδακτορικής διατριβής της Αθανασίας Σουρμπάτη, στην οποία και αφιερώνεται το πρόσφατο μυθιστόρημα. Παραπλήσιοι αφηγηματικοί τρόποι υιοθετούνται από την ομήλικη της Σταυρακοπούλου και διδάκτορα του King's College, Ελένη Γιαννακάκη, στα δυο μυθιστορήματά της, που εκδόθηκαν περίπου τις ίδιες χρονιές με της Σταυρακοπούλου και συμπτωματικά, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Επιπροσθέτως, η Σταυρακοπούλου, στα δυο πρώτα μυθιστορήματά της, εμμένει στο θέμα του Άλλου, που είναι το προσφιλέστερο της ευρωπαϊκής και αμερικανικής λογοτεχνίας στις αρχές του τρέχοντος αιώνα.
Ωστόσο, η Σταυρακοπούλου, παρά την εξαρχής νεωτερική γραφή της, παρέμεινε σχετικά αφανής, πιθανώς, γιατί δεν κατοικεί στην Αθήνα, ούτε, όπως η Γιαννακάκη, στην Αγγλία, αλλά βρίσκεται εγκατεστημένη από τα φοιτητικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη, και ακόμη, γιατί, τη δεκαετία του 1990, όταν η λεγόμενη γενιά του ΄80 άρχισε να προβάλλεται, εκείνη απουσίαζε. Το χαμένο έδαφος φάνηκε να το κερδίζει με το δεύτερο μυθιστόρημά της, όχι όμως για τον τρόπο της γραφής του, αλλά χάρις στο θέμα του, το γάμο ενός Θεσσαλονικιού με αλβανή μετανάστρια. Σε αυτό το βιβλίο της, η Σταυρακοπούλου πραγματεύεται το πρόβλημα της ένταξης και του αποκλεισμού που επιφυλάσσει η ελληνική κοινωνία σε έναν έκαστο, ανάλογα με την εθνική του ταυτότητα αλλά και το βαλλάντιό του, όπου, την σήμερον, ο άνεργος καταλήγει υποδεέστερος του Αλβανού. Ακριβώς, αυτόν τον νεόκοπο παρία της μαζικής δημοκρατίας αναδεικνύει σε μυθιστορηματικό ήρωα, σκιαγραφώντας, στα δυο πρώτα μυθιστορήματά της, την εναγώνια προσπάθειά του να δώσει στους γύρω του μια αρεστή εικόνα, ακόμη και ψευδολογώντας. Και φαίνεται πως στάθηκε τόσο πειστική στο πλάσιμο του λόγου ενός σαραντάρη άνεργου, που επιχειρεί επιδρομές στους πλούσιους μπουφέδες των πάσης φύσεως ανοιχτών "δεξιώσεων", στο ομότιτλο μυθιστόρημά της, ώστε να βρεθεί Θεσσαλονικιός να την μηνύσει για "κλοπή ζωής".
Πέραν, όμως, του κοινωνιολογικού και ψυχογραφικού ενδιαφέροντος των μυθιστορημάτων της, παρατηρούσαμε πως μένει ζητούμενη η αισθητική απόλαυση που μπορεί να προσφέρει ο προφορικός λόγος ενός ημιμαθούς Έλληνα, που ενηλικιώθηκε στη μεταπολίτευση, όπως οι ήρωές της, ο Δήμος Περπατάρης και ο Δημήτρης Βαρδαλάχος. Λες και εισακούστηκε η ένστασή μας, η συγγραφέας, στο πρόσφατο μυθιστόρημά της, εγκαταλείπει το χώρο των περιθωριακών και μετατοπίζεται σε άλλον, υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου. Αυτή τη φορά, ανασυνθέτει τη γλώσσα στην οποία αρθρώνονται οι σκέψεις μιας γυναίκας πανεπιστημιακής παιδείας, ακριβώς όπως κάνει η Γιαννακάκη στο δεύτερο μυθιστόρημά της, "Τα χερουβείμ της μοκέτας". Μόνο που αυτή δεν αρκείται σε μια ηρωίδα αλλά μοιράζει το μυθιστόρημά της σε δυο φωνές. Συγκεκριμένα, σε δυο καθηγήτριες του τομέα νέων ελληνικών του τμήματος φιλολογίας της φιλοσοφικής σχολής. Δεδομένου, όμως, ότι εργάζεται στον εν λόγω τομέα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από το 1980 ως επιστημονικός συνεργάτης και σήμερα πλέον, ως λέκτορας, προτιμά να τοποθετήσει τη δράση στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, προσθέτοντας και τη γνωστή σημείωση, την οποία είχε παραλείψει στα προηγούμενα βιβλία της, πως τα πρόσωπα είναι επινοημένα και τα γεγονότα φανταστικά. Ανεξάρτητα αν, αυτή τη φορά, δεν κινδυνεύει από μηνύσεις, αφού οι πνευματικοί άνθρωποι, ως γνωστόν, μάχονται εναντίον της λογοκρισίας, που ορισμένοι οπισθοδρομικοί αποπειρώνται να ασκήσουν στη λογοτεχνία.
Κυρίως θέμα του μυθιστορήματος είναι η φιλία, όχι όμως ως δεσμός αμοιβαίας αγάπης, αφοσίωσης και κατανόησης, αλλά ένα είδος όλως ιδιαίτερο φιλίας, η γυναικεία φιλία. Με άλλα λόγια, μια σχέση αλληλεξάρτησης και κυμαινομένων αισθημάτων, συχνά ανταγωνιστικών, όπου τυχόν υπεροχή σε κάποιο τομέα της μίας μπορεί να οδηγήσει την άλλη στην αντιπάθεια, μέχρι και στην εχθρότητα, μη αποκλείοντας ύπουλες και μνησίκακες συμπεριφορές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δυο γυναικών, γύρω στα εξήντα, που γνωρίζονται από τα νεανικά τους χρόνια, η σχέση τους έχει μεν παγιωθεί αλλά δοθείσης αφορμής φτάνει σε ακραίες εκφάνσεις. Μόνο που αν, παλαιότερα, οι μεγάλες φιλίες διαλύονταν για έναν άντρα, στα φεμινιστικά χρόνια, το αντικείμενο της διαμάχης μπορεί να είναι και ένας πανεπιστημιακός ή άλλος θώκος.
Για να προβάλλει η συγγραφέας την πολυπλοκότητα μιας παρόμοιας σχέσης επιλέγει ως υπόθεση του βιβλίου της το χρονικό της εκλογής της μίας από τις δυο στη θέση τακτικού καθηγητή, με την άλλη να κατέχει ήδη τον θώκο και να έχει λόγο κριτή και δη, τον πρώτο. Όπου η προετοιμασία παίρνει τη μορφή Γολγοθά για την υποψήφια, καθώς έχει προηγηθεί μια πρώτη κρίση προ επτά ετών, όταν έληγε η θητεία της μετά εικοσαετή υπηρεσία στο πανεπιστήμιο, κατά την οποία είχε ατυχήσει και απαιτήθηκε δικαστικός αγώνας για να βρει το δίκιό της. Για την εντελέστερη πολιορκία του θέματος, το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο και εκτενέστερο, τον λόγο έχει αποκλειστικά η υποψήφια, όπου, σε δώδεκα κεφάλαια και πλήθος υποκεφαλαίων, παρουσιάζει την εικόνα που έχει για τον εαυτό της και ταυτόχρονα, πώς αντιλαμβάνεται τη φίλη της και τους λοιπούς συναδέλφους της. Ενώ, μεταφέροντας συχνά αυτούσια τα λόγια των άλλων ή και παρεμβάλλοντας κάποιους διαλόγους, φανερώνεται πώς εκείνοι την αντιμετωπίζουν και ιδιαίτερα, η φίλη της. Με τον άναρχο τρόπο της συνειρμικής ανάκλησης, παρέχονται στοιχεία για τη ζωή τους μέσα από παρελθοντικά συμβάντα και κουβέντες. Κάπως έτσι διαγράφονται δυο γυναίκες διαφορετικής ψυχοσύνθεσης, αμφότερες με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ικανοποιημένες με όσα έχουν πετύχει, που αντιμετωπίζουν συγκαταβατικά η μια τις αδυναμίες της άλλης. Εξωστρεφής η υποψήφια, ανασφαλής, με ψυχολογικά προβλήματα, η ήδη καθηγήτρια, με παρέες και μόνιμο σύντροφο, έναν μεγαλύτερό της, η πρώτη, μόνη η δεύτερη, αλλά, όπως φημολογείται, με πολλές, κατά καιρούς, περιπέτειες, από έναν επιφανή συγγραφέα μέχρι νεότερούς της υφισταμένους. Εξ ου, ίσως, και το όνομά της, Εύα Αδάμ, ενώ η άλλη αποκαλείται Αγγέλα Ηλιάκου, όπου Ηλίας ο σύντροφός της.
Συντομότερο το δεύτερο μέρος, με τη δοκιμασία της εκλογής να επίκειται, μοιράζεται στις δυο γυναίκες. Εναλλάξ οι αφηγήτριες αποκαλύπτουν τις θυμικές τους μεταπτώσεις, ιδίως τα ψεύδη και τα προσχήματα που σκαρφίζεται η δεύτερη για να δικαιολογήσει εις εαυτόν την τελικά καθόλου φιλική στάση της. Ακόμη συντομότερο το τρίτο, μετά την ευτυχή έκβαση της εκλογής, το μοιράζονται οι δυο τακτικές πλέον καθηγήτριες. Με αυτή την εκ των έσω περιγραφή, η συγγραφέας αποτυπώνει τους κλυδωνισμούς μιας γυναικείας φιλίας μέχρι το τραγικό φινάλε της. Και συνάμα, αποκαλύπτει γυμνή την ακαδημαϊκή κοινότητα, σε όλο το μεγαλείο της υποκρισίας της, ενώ το πανεπιστημιακό σύστημα δείχνει ως αδιέξοδο, έτσι όπως όλα είναι παιγμένα εκ των προτέρων ανάμεσα στις φράξιες των ισχυρών. Τέλος, ως φιλόλογος η συγγραφέας, που έχει ασχοληθεί και με την φαναριώτικη ποίηση, στολίζει το μυθιστόρημά της με τρίστιχα ως μότο των τριών ενοτήτων και μονόστιχα ως επικεφαλίδες των υποκεφαλαίων, τα οποία αντλεί από τη "Μισμαγιά", "το ανθολόγιο φαναριώτικης ποίησης", που είχε εκδώσει, το 1993, η πρεσβύτερη συνάδελφός της, Άντεια Φραντζή. Οι στίχοι χρησιμοποιούνται αυτούσιοι ή και παραλλαγμένοι, ενώ η συγγραφέας συνδυάζει στίχους από διαφορετικές ενότητες, καταφεύγοντας, πέραν της ανθολογίας, και στα εκτενέστερα πρωτότυπα, όπως το στιχούργημα του Καισάριου Δαπόντε, "Περί ματαιότητος κόσμου και αθλιότητος του ανθρώπου", ώστε να ταιριάζουν με τα συμφραζόμενα του μυθιστορήματός της.
Η παρουσίαση του βιβλίου θα μπορούσε να τελειώνει εδώ, αν η συγγραφέας δεν εφάρμοζε μια προκλητική τακτική, αμφίβολης σκοπιμότητας. Αντί να επινοήσει τον βίο των δυο ηρωίδων, τον αντιγράφει από τα βιογραφικά στοιχεία δυο καθηγητριών του Αριστοτελείου, αγγίζοντας και την ευαίσθητη περιοχή των λεγομένων προσωπικών δεδομένων. Ακόμη και οι επιμέρους, μικρές παραλλαγές που σχεδιάζει, δεν ανήκουν στο χώρο της φαντασίας, αλλά κι αυτές ξεκοπιάρονται από τα βιογραφικά υπαρκτών προσώπων. Όπως, για παράδειγμα, ο θάνατος της Εύας, όπου το πραγματικό πρόσωπο ζει και βασιλεύει, τον οποίο δανείζεται, με κάθε λεπτομέρεια, από το άτυχο τέλος ενός συγγραφέα, φίλου των δυο καθηγητριών. Την ίδια τακτική εφαρμόζει και στο πλάσιμο των υπολοίπων ηρώων, όπως του άγγλου νεοελληνιστή που εχθρεύεται η Αγγέλα, του έτερου, νεότερου εκλέκτορα, ή ακόμη, του υποψηφίου, που τυγχάνει και προστατευόμενος της Εύας. Δεν θα προχωρήσουμε σε ταυτοποιήσεις, μιά και μπορεί κανείς να αποκρυπτογραφήσει και μάλιστα, πολύ εύκολα, σε ποιό υπαρκτό πρόσωπο αντιστοιχεί το κάθε μυθιστορηματικό, καθώς τα προσωπεία είναι ηθελημένα διάφανα.
Από την άλλη, η στρατηγική της Σταυρακοπούλου μπορεί να θίγει ορισμένα πρόσωπα, σε κάποια, όμως, σημεία, καταλήγει διασκεδαστική. Για παράδειγμα, προς το τέλος του μυθιστορήματος εμφανίζεται ένας ήρωας, που παίρνει το όνομά του από τον Αστροπολίτη του κατά Βολταίρου "Μέμνονα", το πρώτο εκτενές στιχούργημα στη "Μισμαγιά", σε έμμετρη απόδοση του Ευγένιου Βούλγαρη. Μυθιστορηματική αδεία, Αστροπολίτης, δηλαδή, σε σημερινή απόδοση, ο κάτοικος του άστρου Σείριος, βαφτίζεται ένας "φωτισμένος καθηγητής από το προοδευτικό πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης", που κατέφθασε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και έσωσε, με την υποστήριξή του, την Αγγέλα από τις κακοήθειες της Εύας. Οπότε και είναι ο μοναδικός ήρωας του βιβλίου που περιγράφεται, προφανώς από την οπτική γωνία της Αγγέλας, με φωτεινά χρώματα, ως στέρεος και ενιαίος, διόλου αντιφατικός. Εν κατακλείδι, "ένας αγαθός δαίμονας που τον χαίρεται η Θεσσαλονίκη". Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλα σημεία, όπου η ειρωνεία, αν πρόκειται βεβαίως για ειρωνεία, άπτεται της ύβρεως. Συγκεκριμένα, στο πρώτο κεφάλαιο, όπου γελοιοποιείται ένας σημαντικός ποιητής και μάλιστα, τη χλεύη την φορτώνεται η ηρωίδα, που υποτίθεται πως ξεδιπλώνει τις σκέψεις της. Πράγματι, είναι κρίμα και για τη συγγραφέα και για το μυθιστόρημα, ανεξάρτητα αν η στρατηγική της Σταυρακοπούλου συνάδει με το μεταμοντέρνο πνεύμα της εποχής μας.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Πάλι ερωτικά τρίγωνα

Αγγέλα Καστρινάκη "Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας" Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα Νοέμβριος 2008

Aκρως αποκαλυπτική για τα αισθήματα της συγγραφέως είναι η φωτογραφία της στο "αυτάκι" του βιβλίου. Αντί του βεβιασμένου μειδιάματος των παλαιότερων φωτογραφιών σε συλλογές διηγημάτων και μελέτες, ένα τσαχπίνικο χαμόγελο πλέριας ικανοποίησης, που παραπέμπει σε ευτυχή μητέρα. Και πράγματι, το πολυπόθητο μυθιστόρημα είναι γεγονός και δη, καθ' όλα υγιές και τετράπαχο, κοντά τετρακόσιες σελίδες, δηλαδή πέραν πάσης προσδοκίας. Μετά τους φόβους της για έλλειψη πηγαίου αφηγηματικού ταλέντου, λίγο πριν μπει στα ήντα, και ενώ νεότεροι ιστορικοί της ελληνικής λογοτεχνίας ετοιμάζονταν να την εντάξουν στους αμιγείς διηγηματογράφους, έρχεται το μυθιστόρημα, που θα μπορούσε και να σημαίνει πως το κυρίως έργο της μόλις ξεκινάει. Γιατί, όπως εξομολογείται, "σαν σκανταλιά" άρχισε να γράφει διηγήματα για τους στενούς της φίλους και γλυκάθηκε. Οπότε, τώρα, με το μυθιστόρημα και τη μεταγραφή σε μεγάλο εκδοτικό οίκο, μπορεί να καλομάθει και χρόνο παρά χρόνο να ξεφουρνίζει βιβλίο.
Πάντως, αναδρομικά, θα λέγαμε πως η Καστρινάκη προχώρησε με μικρά πηδηματάκια. Πρώτα άρχισε να απλώνει σε μεγαλύτερη έκταση τα διηγήματά της, μετά δοκίμασε να τα συνενώσει σε σπονδυλωτά σύνολα, μέχρι που στο προηγούμενο βιβλίο της κατέφυγε στην αυτοβιογραφία με δεκανίκια τα κατά καιρούς δημοσιευμένα δοκίμιά της. Ήταν μια πρώτη φιλόδοξη προσπάθεια να ενωθούν σε ένα σώμα η πεζογράφος και η φιλόλογος. Στη συνέχεια, η αργαστή συνεργασία τους έφερε το μυθιστόρημα, κι ας μην ξεπεράστηκαν οι αδυναμίες, που η φιλόλογος είχε επισημάνει στην πεζογράφο, αφού ούτε ιστορίες γέννησε, ούτε περιπέτειες φαντάστηκε, ούτε κόσμους έπλασε. Αν και όλα αυτά μάλλον περιττεύουν στη λεγόμενη μεταμυθοπλασία, προς την οποία και τείνει το μυθιστόρημα δια της σωτήριας επεμβάσεως της φιλολόγου.
Κυρίως θέμα του μυθιστορήματος, που δηλώνεται και με τον τίτλο, είναι ο έρωτας, όπως άλλωστε, και στα τριάντα τρία διηγήματα που προηγήθηκαν. "Έρως-Ήρως", που θα έλεγε και ο Παπαδιαμάντης. Αν και ο τίτλος ανακαλεί έναν άλλο πιο πρόσφατο, τον "Έρωτα στα χρόνια της χολέρας", του γνωστού μυθιστορήματος του Μαρκές για το μέγα πάθος. Ένα παρόμοιο πάθος θα μπορούσε να μεταμορφώσει τα διηγήματα σε μυθιστόρημα, καθώς οι συζυγικές αταξίες, που σκηνοθετεί η συγγραφέας από το 1990, δηλαδή από μιας αρχής, θα αποκτούσαν το απαιτούμενο συναισθηματικό βάθος. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ματιά στον τίτλο, αλλάζει την προοπτική, αφού δεν πρόκειται για τη χολέρα, που μαστίζει την Καραβαϊκή του Μαρκές, αλλά "για τον καιρό της ειρωνείας". Στο οπισθόφυλλο, διευκρινίζεται πως με αυτήν την μάλλον γριφώδη έκφραση νοείται "η εποχή της άκρας αυτοσυνειδησίας", που υποτίθεται πως είναι οι αρχές του τρέχοντος αιώνα. Αυτήν, ακριβώς, που επιδεικνύει η συγγραφέας, όταν ειρωνεύεται τα πάθη των ηρώων της, έχοντας ξεπεράσει τα επίπεδα τυποποιημένης εξιδανίκευσης προσώπων του παρελθόντος και έχοντας φθάσει μάλλον στο άλλο άκρο.
Όπως και να έχει, με μια ακόμη ιστορία απιστίας πορεύεται το μυθιστόρημα, απεκδυόμενο αναγκαστικά την ερεθιστική αμφισημία των ερωτικών σχέσεων, που επέτρεπε το διήγημα. Η συγγραφέας επαναφέρει πολλά από τα πρόσωπα των διηγημάτων της, με πρώτη και καλλίτερη, τη γνώριμη ηρωίδα της, μια επιστήμονα, σύζυγο και μητέρα, που θα μπορούσε να εκληφθεί και ως πρότυπο της μπερδεμένης διανοούμενης μιας μεταφεμινίζουσας εποχής. Δίπλα της, ο σύζυγος, με τον ίδιο πάντοτε σωματότυπο και χαρακτήρα, ανεκτικός ή μάλλον στωικός, μη εκδηλωτικός έως αδιάφορος περί τα ερωτικά, από τις διαχύσεις μέχρι τις συνευρέσεις. Κατ' εξαίρεση, όμως, στο μυθιστόρημα έχει κι αυτός μια περιπέτεια με μια νεαρά. Αν και ο Θεός να την κάνει περιπέτεια, έτσι κολλημένο στη σύζυγο, που τον θέλει, για ακόμη μια φορά, η συγγραφέας. Όσο για τον εραστή, έχει παρουσιαστεί σε παραπλήσιες εκδοχές στα διηγήματα της τελευταίας συλλογής. Στρογγυλοπρόσωπος, με απαρχές φαλάκρας, αβρός, μια ιδέα θηλυπρεπής, τόσο όσο χρειάζεται για να αντισταθμιστεί ο βαρύς διανοούμενος σύζυγος. Αλλά και τα διάφορα επιμέρους θέματα, από τις προκαταρκτικές ερωτοτροπίες μέχρι τις αποδράσεις από τη συζυγική στέγη, έχουν δοκιμαστεί στα διηγήματα. Για παράδειγμα, το ηλεκτρονικό φλερτ, με το οποίο ξεκινά το μυθιστόρημα, χρησιμοποιήθηκε και στο διήγημα "Η κατασκευή της Πηνελόπης", αλλά σε πολύ μικρότερη έκταση. Κατά τα λοιπά, και πάλι η αφήγηση κινείται στο παρόν, χωρίς αναφορές στο οποιοδήποτε κοινωνικοπολιτικό περίγυρο. Και πάλι, οι δυο εραστές κατοικούν σε διαφορετικές πόλεις, ώστε η ερωτική παρασπονδία να έχει το πρόσθετο άρωμα της φυγής. Μόνο που στα διηγήματα, η ηρωίδα κατοικεί στην επαρχία και ταξιδεύει στην Αθήνα για τις τρέλες της, ενώ, στο μυθιστόρημα, κατοικεί στην πρωτεύουσα και πηγαίνει στη συμπρωτεύουσα για να σμίξει με τον Καβαλιώτη την καταγωγή εραστή της. Γενικώς, η συγγραφέας αδιαφορεί για τον τόπο, ούτε καν τα στέκια της Θεσσαλονίκης δεν την συγκινούν. Σε αντίθεση με άλλους πεζογράφους, όπως φαίνεται, δεν έχει την ανάγκη παρόμοιων περιγραφών για να αβγατίσει την αφήγησή της.
Στο πρώτο μισό του μυθιστορήματος, ο έρωτας φουσκώνει σαν καλοδουλεμένη ζύμη. Στην πρώτη συνάντηση, το φιλί, και στη δεύτερη, η ερωτική συνεύρεση, με μια θαυμάσια περιγραφή των λεπτομερειών, όπου, αν και χρησιμοποιείται ένας μεταφορικός λόγος, δίνεται σαφής εικόνα των γυναικείων προτιμήσεων μακράν του τρόπου που φαντασιώνει ο κάθε επιβήτορας. Μετά έρχεται η κορύφωση του ερωτικού πάθους, καθώς το συνδαυλίζει ο υποχρεωτικός χωρισμός του Πάσχα, που είθισται να εορτάζεται μετά συζύγων και τέκνων. Στο δεύτερο μέρος, λαμβάνουν χώρα οι αποκαλύψεις στους εκατέρωθεν συζύγους και η αναχώρηση της ηρωίδας από την οικογενειακή στέγη, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του συζύγου να δειχθεί τρυφερός, μήπως και την συγκρατήσει. Σε αυτό το σημείο, δημιουργείται η εντύπωση πως η συγγραφέας αδυνατεί να σκηνοθετήσει τη συνέχεια με προαποφασισμένη την επιστροφή της άπιστης οίκαδε. Όσο περισσότερο δοτικός γίνεται ο εραστής, τόσο εκείνη δυσανασχετεί. Τελικά, ως λόγος ρήξης προβάλλει το γεγονός πως ο εραστής δεν λιώνει τις ασπιρίνες στο στόμα, όπως ο σύζυγος, αλλά με κουτάλι. Άντε να συνέβαλαν και οι διατροφικές τους διαφωνίες. Εκείνος τρελαίνεται για παριζάκι που εκείνης, μια και φαίνεται να προέρχεται από καλλίτερη οικογένεια, της φέρνει αναγούλα. Όπως και να έχει, η ηρωίδα επιστρέφει, έχοντας διαγράψει τον εραστή, σαν το πάθος της να εξανεμίστηκε εν μια νυκτί. Σε ολόκληρο το τελευταίο κεφάλαιο, την απασχολεί ο σύζυγος και μόνο αυτός, αγωνιζόμενη να απομακρύνει τη νεαρά φίλη του, που δείχνει ερωτευμένη. Γενικότερα, όλοι οι ήρωες -ο σύζυγος, ο εραστής, η φίλη του συζύγου, η σύζυγος του εραστή- πείθουν για την ειλικρίνεια των αισθημάτων τους, πλην της ηρωίδας, η οποία, για ακόμη μια φορά, εμφανίζεται συναισθηματικά μετέωρη, μπορεί και απλώς κακομαθημένη. Κατά μια φροϋδική άποψη, είναι ανώριμη, όπως δείχνει και η προσκόλλησή της στον μπαμπά-σύζυγο, ο οποίος της προσφέρει την απαραίτητη συναισθηματική ασφάλεια για να απολαύσει τις ερωτικές αταξίες της. Μια παρόμοια θέαση του μυθιστορήματος κερδίζει έδαφος και λόγω της προνομιούχου θέσης που έχουν στην αφήγηση τα όνειρα της ηρωίδας, όπου, αντί για τον πρίγκιπα, πρωταγωνιστεί ο παπουτσωμένος γάτος ως τιμωρός.
Ως εδώ, το μυθιστόρημα σαν ερωτική ιστορία, ίσως και να μην έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μπροστά σε τόσες και τόσες δραματικές ιστορίες. Όμως, το ζουμί του βιβλίου δεν βρίσκεται στην πλοκή αλλά στον χαρακτηριστικό τρόπο της Καστρινάκη να διυλίζει τις καταστάσεις σε αναζήτηση βαθύτερων προεκτάσεων. Στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, υιοθετεί μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, που παρακολουθεί την οπτική γωνία της ηρωίδας, δηλαδή και πάλι ενός εγκεφαλικού τύπου, με αναλαμπές ευαισθησίας, που επεξεργάζεται την παραμικρή λεπτομέρεια στο παρουσιαστικό, τις κινήσεις, τις κουβέντες του άλλου, φαντασιώνοντας σκέψεις, αισθήματα ή και τάχατες κρυφές πλευρές της ψυχοσύνθεσής του. Ωστόσο, ως ποίκιλμα της κυρίως αφήγησης, προβλέπονται και κάποιοι μονόλογοι, αποσπάσματα ημερολογίων και ηλεκτρονικά μηνύματα, που δείχνουν σαν μια φιλότιμη προσπάθεια της συγγραφέως να δημιουργήσει κι αυτή λίγο αφηγηματικό τουρλού, που εσχάτως εκτιμάται ως μορφική ανησυχία.
Όμως, η ουσιαστική διαφοροποίηση του μυθιστορήματος έναντι των διηγημάτων συνίσταται στις παρεμβάσεις της συγγραφέως, που γίνονται με την εποπτεία αλλά και την αποφαντική άνεση της μελετήτριας. Σε ένα ολόκληρο κεφάλαιο, στον επίλογο, σε παρενθετικές περικοπές, ακόμη και σε υποσελίδιες σημειώσεις, η Καστρινάκη αναλύει διεξοδικά τις επιλογές της, από τις μάλλον επουσιώδεις, όπως το ονομάτισμα των ηρώων, μέχρι τις βαρύνουσες, καθώς είναι οι αυτοκτονιακές τάσεις τους. Κύρια χαρακτηριστικά αυτού του συγγραφικού σχολιασμού αποβαίνουν ο σκεπτικισμός και ο σαρκασμός, που δεν εμβαθύνουν ιδιαίτερα αλλά αρκούνται σε ευφυόλογες παρατηρήσεις κοινωνιολογικού περιεχομένου και φεμινιστικής χροιάς, από αυτές που ενθουσιάζουν ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ως πρόσθετο δέλεαρ, γίνονται και κάποιες σκόρπιες αναφορές σε διάσημους έρωτες της λογοτεχνίας, αν και πάλι ακροθιγώς. Όπως και να έχει, τον χαρίεντα τρόπο της Καστρινάκη να αποφθέγγεται ειρωνικά για ιστορικά πρόσωπα, ερήμην της εποχής που έζησαν, τον απολαμβάνουμε στο κεφάλαιο που αφιερώνει στον έρωτα της Πηνελόπης Δέλτα και του Ίωνος Δραγούμη. Από το ύψος ενός σύγχρονου διανοούμενου διαγιγνώσκει στα ημερολόγια της Δέλτα έλλειψη χιούμορ και μεγαλοστομία, σαρκάζοντας το ολοσχερές ψυχικό δέσιμο και την τάχατες άσπιλη σχέση τους, με αποκορύφωμα εκείνη την πατριδολατρεία, που υποτίθεται πως τους ένωνε. Πράγματι, την εποχή του ηλεκτρονικού φλερτ και της άμεσης ερωτικής συνεύρεσης, κάτι τύποι σαν την Δέλτα, τον Δραγούμη και τον Περικλή Γιαννόπουλο, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, μνημονεύεται, γιατί ο λόγος της αυτοχειρίας του εικάζεται από την συγγραφέα πως ήταν ερωτικός, δείχνουν ολωσδιόλου κωμικοί.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008

"Το Δέντρο" Τεύχος 163-164 Καλοκαίρι 2008

Το 1937, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μπωβουάρ ξεκίνησαν την περιοδεία τους στην Ελλάδα από την Αθήνα. Το πιθανότερο, γιατί είχαν έρθει δια θαλάσσης και έπιασαν στον Πειραιά αλλά και γιατί, για τους απανταχού φιλέλληνες όλων των εποχών Αθήνα ίσον Ακρόπολη. Πάντως, όχι γιατί η Αθήνα ήταν η πρωτεύουσα της χώρας κι ας την περιέγραφε ο Μπλέ Οδηγός μεγάλη και καινούργια πόλη. Η πρώτη εντύπωση του Σαρτρ υπήρξε κατηγορηματική: "... Ως πόλη η Αθήνα είναι ανύπαρκτη. Δεν έχει ούτε μορφή ούτε ενότητα ούτε περίγραμμα. Είναι ένας σωρός από πράγματα βαλμένα το ένα πλάϊ στο άλλο, με ένα κέντρο ωστόσο που -αυτό μόνο του- είναι κοινότυπο και δίχως ενδιαφέρον. Για την υπόλοιπη πόλη διστάζει κανείς αν πρόκειται για κινητή κατασκήνωση μετά από σεισμό ή για επιχείρηση κατεδάφισης. Αυτό δεν το έχω ξαναδεί πουθενά..."
Οι επιμελητές του τεύχους επέλεξαν την τελευταία φράση του Σαρτρ ως τίτλο ενός απανθίσματος εντυπώσεων από την Ελλάδα. Καθώς, μάλιστα, απομόνωσαν την πρόταση, αυτή έχασε τον απαξιωτικό της χαρακτήρα, απέκτησε διφορούμενη σημασία και μπορεί να νοηθεί μέχρι και θαυμαστική. Ειδάλλως δεν θα κάλυπτε τις εντυπώσεις των σαράντα δυο ανθολογούμενων επισκεπτών, που συμφωνούν στο εξαιρετικό του τόπου, μια και το ενδιαφέρον τους επικεντρώνεται στις αρχαιότητες και το φυσικό περιβάλλον. Ενδεικτικός ο θαυμασμός του Λε Κορμπυζιέ, που ταξίδεψε στις Κυκλάδες τέσσερα χρόνια πριν τον Σαρτρ και ανακάλυψε την αρμονία της νησιωτικής αρχιτεκτονικής. Τα σπίτια, όμοια κατάλευκα λουλούδια που ανθούσαν για παρηγοριά των ανθρώπων ενός μηχανικού πολιτισμού. Ήταν το δεύτερο ταξίδι του στην Ελλάδα, το πρώτο είχε γίνει το 1910 και είχε περιοριστεί στο Άγιο Όρος. Και από εκεί είχε κρατήσει ένα όραμα, που δεν το είχε ξαναδεί πουθενά. "΄Ένας πυλώνας αρχαίου φρουρίου και η λεία άκρια των τειχών, που λες και τοποθετεί τα κελιά -με τις στοές τους ανοιχτές προς τη θάλασσα- ψηλά στον ουρανό".
Στο αφιέρωμα συγκεντρώνονται σαράντα τρία κείμενα -αποσπάσματα ταξιδιωτικών, αυτοτελή, ποιήματα- με παλαιότερο το ταξίδι του Λε Κορμπυζιέ στον Άθω. Το επόμενο χρονικά είναι ένα "γράμμα από τους Δελφούς", με ημερομηνία 2 Μαΐου 1932, της Βιρτζίνιας Γουλφ. Με βρετανικό φλέγμα αποφαίνεται πως η Ελλάδα είναι ιδανική για μόνιμη εγκατάσταση και για τον επιπλέον λόγο πως είναι αναγκασμένοι να απέχουν της οινοποσίας λόγω ασυνεννοησίας, αφού αγνοούν τη λέξη κρασί και επιμένουν να ζητούν οίνο. Συνοψίζοντας τα αισθήματα των ξένων, εκστατικοί δείχνουν οι τέσσερις προσκυνητές στο Άγιο Όρος, ακόμη κι ένας νεότερος όπως ο Βιθέντε Φερνάντεθ Γκονθάλεθ, εντυπωσιασμένοι, αν όχι γοητευμένοι, οι δεκαπέντε που περιηγούνται τη χώρα, όπως ο Φρεντ Ριντ από τη Θεσσαλονίκη, ο Μαξ Φρις από την Ακροκόρινθο, ο Λώρενς Ντάρρελ από την Κέρκυρα ή και ο Ραιημόν Κενώ από τους Δελφούς. Πέραν από τους ισόβιους λάτρες του ελληνικού καλοκαιριού όπως ο Ζακ Λακαριέρ. Ακόμη και οι Έλληνες, με τα τόσα κουσούρια τους, περιγράφονται ως συμπαθείς ή έστω, αρκούντως ενδιαφέροντες, σύμφωνα και με τον Εουτζένιο Μοντάλε.
Απομένουν οι δυσάρεστες εντυπώσεις, που γεννά η μοναδική πόλη της Αθήνας, αν και οι περισσότεροι επισκέπτες της επικεντρώνουν τα κείμενά τους στην Ακρόπολη και τον Παρθενώνα. Ωστόσο, κανείς τους δεν είναι τόσο απορριπτικός όσο ο Σαρτρ, εκτός, ίσως, από τον Μισέλ Ντεόν, που αποχαιρετά το παλιό καφενείο του Απότσου, "μιλώντας για τη δεκαετία του '60, που είδε την Ελλάδα να ξεπουλάει την ομορφιά της στους τουρίστες σαν πόρνη". Αλλά, έτσι κι αλλιώς, τον Ντεόν, σε αντίθεση με τον συμπατριώτη του Πωλ Μοράν, ούτε το Αιγαίο κατάφερε να τον γλυκάνει. Αδυσώπητος, γιατί όχι και αντικειμενικός, αποφαίνεται: "... Δεν είναι αρκετό να πει κανείς πως στους σημερινούς Έλληνες λείπει το γούστο. Έχουν άσχημο γούστο, το χειρότερο που υπάρχει...". Τελικά, την καλή, κατά μια άποψη, κουβέντα για την Αθήνα την λέει ένας Έλληνας, ο Κώστας Ταχτσής σε δυο ξένους φίλους του, που τον επισκέπτονται την άνοιξη του 1986: "Στο πιο όμορφο τοπίο του κόσμου έχουν χτίσει την πιο άσχημη πρωτεύουσα του κόσμου... Αλλά όταν νυχτώνει, ομορφαίνει κάπως..."
Να σημειώσουμε πως, όταν αναφερόμαστε σε εντυπώσεις ξένων επισκεπτών, δεν ακριβολογούμε, καθώς οι επιμελητές εξομολογούνται πως έστησαν εντός του αφιερώματος "ένα δημιουργικό παίγνιο", καλώντας γνωστούς έλληνες συγγραφείς να υποδυθούν ξένους ομοτέχνους τους σε ψευδεπίγραφα κείμενα. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ερεθιστικό "κουίζ", αν το καθιστούσαν προσιτό σε υποψήφιους λύτες, ορίζοντας τουλάχιστον το ένα από τα δυο σκέλη. Είτε ποιοι είναι οι Έλληνες είτε ποιους ξένους μιμήθηκαν. Λ.χ., αν υποθέταμε πως οι Έλληνες υπογράφουν ως μεταφραστές των κειμένων, που συνθέτουν, θα προτείναμε ορισμένους συνήθεις ύποπτους παρόμοιων μεταμφιέσεων, όπως, καλή ώρα, ο Φίλιππος Δρακονταειδής ή ο Χρήστος Μπουλώτης. Όπως και να έχει, επειδή κείμενα γνωστών ελλήνων συγγραφέων γραμμένα με τον τρόπο επίσης γνωστών ξένων συγγραφέων και σπανίζουν επί των ημερών μας και συνιστούν κομμάτι της λογοτεχνικής ιστορίας, αναμένεται σε προσεχές τεύχος η λύση του "κουίζ". Την εικονογράφηση του αφιερώματος ανέλαβε ο γνωστός σκιτσογράφος και πεζογράφος, Δημήτρης Πετσετίδης.
Επί του πιεστηρίου μας πρόλαβε το νέο διπλό τεύχος, αφιερωμένο στο νεοελληνικό σουρεαλισμό, το οποίο συνοδεύεται από CD με τη φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου. Αυτό, όμως, δεν μειώνει το ενδιαφέρον του προηγούμενου τεύχους. Άλλωστε, δεν θα συμπλήρωνε "Το Δέντρο" τριακονταετία, αν τα αφιερώματά του δεν είχαν αντοχή στο χρόνο.
Μ. Θ.

Άγγελοι και δαίμονες

Μαρία Κουγιουμτζή
"Άγριο βελούδο"
Εκδόσεις Καστανιώτη
Οκτώβριος 2008

Ο τίτλος του πρώτου διηγήματος, "Άγριο βελούδο", προκρίθηκε ως τίτλος ολόκληρος της συλλογής, πιθανώς και γιατί είναι ο μόνος εντυπωσιακός μεταξύ των είκοσι επτά τίτλων ισάριθμων διηγημάτων. Τελικά, όμως, οι δυο αλληλοαναιρούμενες λέξεις, που τον απαρτίζουν, με τις ερωτικές συνδηλώσεις τους, φαίνεται να ταιριάζουν γάντι στις ετερόκλιτες ιστορίες του βιβλίου, ανεξάρτητα αν λίγες μόνο από αυτές θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ερωτικές. Ακριβολογώντας, θα αρκούσε το επίθετο άγριος, με τις πολλαπλές αποχρώσεις του, από το πρωτόγονο στοιχείο μέχρι το ανήμερο και βίαιο, για να χαρακτηριστούν τα διηγήματα. Μακράν, πάντως, της κυριολεκτούσης σημασίας, που αναφέρεται στην τραχύτητα κατά την αφή ως το αντίθετο του μαλακού και απαλού, που συνάδει με το βελούδο, καθώς το θέμα των ιστοριών είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, όταν δοκιμάζονται σε τεταμένες ή και έκρυθμες καταστάσεις, οπότε και η γλώσσα κινείται στο μεταφορικό πεδίο.
Ανάλογα άγρια διηγήματα γράφονται συνήθως από νεότερους ηλικιακά συγγραφείς, με επιδράσεις κυρίως από την αμερικανική λογοτεχνία. Γι' αυτό και ερχόμενα από μια Θεσσαλονικιά, που, αν εμφανιζόταν στην ώρα της, θα συμβάδιζε με τη γενιά του '70, συνιστούν έκπληξη. Πάντως, ο συνδετικός κρίκος των ιστοριών δεν είναι ο τόπος, που μένει στα περισσότερα διηγήματα απροσδιόριστος ή το πολύ-πολύ να αναφέρονται κάποια ξενικά τοπωνύμια και μόνο κατ' εξαίρεση, ορισμένα μέρη της συμπρωτεύουσας. Ούτε, όμως, ο χρόνος, που, κατά κανόνα δεν προσδιορίζεται και μόνο στο μότο ενός διηγήματος παρατίθεται η ημερομηνία, "Χριστούγεννα 1952", ενώ, σε ένα δυο άλλα, υποδηλώνεται η εποχή του Εμφυλίου. Τελικά, αν ζητείται ένας κοινός παρονομαστής για τις ιστορίες, πιθανώς αυτός να βρίσκεται στο επιχειρούμενο αγκάλιασμα τρυφερότητας και σκληρότητας, σύμφωνα και με το σημείωμα του οπισθόφυλλου, που, όμως, όπως αρμόζει σε παρόμοιες καταχωρήσεις, εξαίρει, ρέποντας προς τη γλαφυρότητα.
Τα περισσότερα άγρια διηγήματα, τουλάχιστον των τελευταίων χρόνων, αφορούν, παρίες, κυρίως πρόσφυγες και μετανάστες, αλλά και ερωτικά παραβατικούς, όπως οι τραβεστί και οι παιδεραστές, με ένα λόγο πασχίζουν να προβάλλουν τον περιβόητο Άλλο των μεγαλουπόλεων. Στις ιστορίες της Κουγιουμτζή, πιθανώς και γιατί οι περισσότερες γράφτηκαν σε προηγούμενα χρόνια, όσο τουλάχιστον μπορούμε να κρίνουμε από τα επτά δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά διηγήματα, πρωταγωνιστούν μεν ταλαίπωροι, μεταξύ αυτών και ένας μετανάστης, τουλάχιστον ένας τραβεστί, ένας ίσως και δυο επίδοξοι παιδεραστές, αλλά υπερισχύουν οι καταπιεσμένοι κατά μια μάλλον διαχρονική αντίληψη ή, και γενικότερα, οι κατατρεγμένοι από τη μοίρα, όπως παλαιότερα συνήθιζαν να αποκαλούν όσους τους λάχαιναν κακιές αρρώστιες και άκαιροι θάνατοι.
Ακόμη και οι ερωτικές ιστορίες της Κουγιουμτζή μόνο ροζ δεν είναι, καθώς, ευθύς εξ αρχής, με το που περιγράφονται οι ήρωες, φαίνεται πως βαίνουν κατά κρημνών. Όπως εκείνα τα παράδοξα τρίο, που σκιαγραφούνται σε δυο διηγήματα, το "Άγριο Βελούδο" και το "Ιζόλδη". Αχώριστοι οι τρεις τους στο πρώτο, με αμφίσημες φυλετικές ταυτότητες, βρίσκονται συνεχώς μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Εξ ανάγκης συνυπάρχοντες στο δεύτερο, με τον τρίτο, έναν επιθετικό παρείσακτο, που αποκαλύπτει τα τρυφερά του αισθήματα μόνο σε κρίσιμες καταστάσεις. Πάντως, το κατ' εξοχήν ερωτικό διήγημα της συλλογής, το "Ανατροπή", δείχνει μάλλον σαν φαντασιακή πραγμάτωση της τέλειας σαδομαζοχιστικής σχέσης, όπου η βία έρχεται σαν επακόλουθο ανήμερης ζήλιας και η υποταγή ως συνέπεια μαζοχιστικής εμμονής, με τους ήρωες να μένουν ένα βήμα πριν το φονικό, που, ωστόσο, σε άλλες ιστορίες, όχι μόνο συντελείται, αλλά αποτελεί, τρόπον τινά, τον πρωταρχικό πυρήνα του μύθου. Αν και οι σκληρότερες ιστορίες έχουν ως κυρίως θέμα τη βία με την ωμή μορφή του σεξουαλικού καταναγκασμού, που ασκείται από τη θέση του εκάστοτε ισχυρού, είτε αυτός τυχαίνει να είναι το αφεντικό είτε ο αστυνομικός. Άγριες ιστορίες, που θα μπορούσαν να κριθούν έως και παρατραβηγμένες, ιδιαίτερα αυτές που λείπει ακόμη και σαν πρόφαση η ερωτική έλξη.
Σε ορισμένα διηγήματα, από τα πιο επιτυχημένα της συλλογής, όλα συμβαίνουν μέσα από τη σκοπιά και την αντιληπτική ικανότητα, που διαθέτει ένα κοριτσάκι. Και πάλι, τα γεγονότα είναι ασυνήθη και συχνά απωθητικά, ακόμη και ο ερωτισμός, όταν υπάρχει, μοιάζει διάστροφος, ωστόσο το ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο, που το παιδί βιώνει την τρυφερότητα και τη βία. Η Κουγιουμτζή κατορθώνει να ανιχνεύσει τον ψυχισμό ενός παιδιού, την προσήλωση ή και την εκδικητικότητα, που επιδεικνύει προς τους ενήλικες, αισθήματα, που συνήθως κουβαλάει μέχρι και την ωριμότητα. Λιγότερο επιτυχημένα δείχνουν τα διηγήματα, που οι ήρωες, κατά κανόνα γυναίκες, αναλαμβάνουν να αποκαταστήσουν μια δικαιότερη τάξη πραγμάτων, φθάνοντας μέχρι και το έγκλημα. Κι αυτό γιατί η συγγραφέας παραμελεί την ψυχολογική παράμετρο, που στέκεται κατά κανόνα αποτρεπτική σε παρόμοιες ακραίες συμπεριφορές.
Όπως και να έχει, αν πράγματι θεωρήσουμε τον μυθοπλαστικό κόσμο της Κουγιουμτζή σαν ένα σύμπαν αγγέλων και δαιμόνων, όπως προτρέπει το σημείωμα του οπισθόφυλλου, πειστικότεροι προβάλλουν οι δαίμονες, ενώ οι άγγελοι φαίνεται να πλάστηκαν εξ ανάγκης, προς εξισορρόπηση. Πειστικοί δείχνουν μόνο όταν επανέρχονται σαν σκιές και φάσματα, ιδιαίτερα κατά το πρώτο μετά θάνατο σαρανταήμερο, που είναι ακόμη προσκολλημένοι στα εγκόσμια. Σε κάποια διηγήματα, ως κυρίως θέμα ή και σαν καταληκτήριο εύρημα, η Κουγιουμτζή αποπειράται άνοιγμα προς το μεταφυσικό, όπως άλλωστε, τον τελευταίο καιρό, όλο και περισσότεροι συγγραφείς. Σε ένα από αυτά, πιθανώς το εντελέστερο, οι πεθαμένοι συγχρωτίζονται με τους τρελούς και η αφήγηση κινείται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασιακού.
Γενικότερα, η αφήγηση θέλγει με τις περιγραφές, που εστιάζουν στα πρόσωπα, αποκαλύπτοντας, με ένα πλούσιο μεταφορικό λόγο, τα κρυμμένα αισθήματα. Ακόμη και τα πιο αδύνατα, από πλευράς πλοκής, διηγήματα σώζονται με τον αργό και υπαινικτικό τρόπο που προχωρά η διήγηση, χωρίς να ξεκαθαρίζει τους ρόλους και τις καταστάσεις, διατηρώντας μια παράξενη ρευστότητα που εντείνει το σασπένς της αμφισημίας, για να καταλήξει στην ανατροπή των σχέσεων, καθώς ο αδύνατος κατορθώνει ακόμη και την ύστατη στιγμή, σε μερικές μάλιστα ιστορίες μεταθανατίως, να πάρει εκδίκηση. Παραδόξως, ενώ η αφήγηση επιμένει σε ακραίες, ως επί το πλείστον, νοσηρές καταστάσεις, συνάμα ξεχειλίζει από τρυφερότητα, οπότε, ακόμη και η συχνά μελοδραματική έξοδος από τη ζωή ενός ήρωα, δείχνει σαν επινόηση παραμυθίας για όλους τους αδικαίωτους.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

Φθινοπωρινή ποίηση

Μανόλης Ξεξάκης
"Ποιήματα"
Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες
Σεπτέμβριος 2008

Ο Μανόλης Ξεξάκης εορτάζει την επέτειο της συμπλήρωσης μιας ακόμη δεκαετίας του βίου του, με την καινούργια συλλογή ποιημάτων, την τέταρτη στη σειρά, μετά τις δύο πρώτες, "Ασκήσεις μαθηματικών" και "Πλόες ερωτικοί", που εκδόθηκαν αμφότερες το 1980, και μια τρίτη, "Κάτοπτρα μελαγχολικού λόγου", που κυκλοφόρησε το 1987. Η πρώτη εμφάνισή του έγινε πολύ νωρίτερα, το 1971, και το πρώτο βιβλίο του, "Ο θάνατος του ιππικού", εκδόθηκε το 1977. Πρόκειται για μια ιδιότυπη συλλογή αφηγημάτων, που δείχνουν μετέωρα μεταξύ πεζογραφίας και ποίησης, όπως φαίνεται πως παρέμεινε και ο συγγραφέας. Πολύ αργότερα, το 2000, εκδόθηκε μια δεύτερη συλλογή πεζών, "Σονάτα κομπολογιών", και ενδιαμέσως, ένα μοναδικό μυθιστόρημα, πριν είκοσι χρόνια, "Πού κούκος, πού άνεμος", το οποίο και συγκρατούμε στα αξιομνημόνευτα της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Μεγάλου σχήματος το νέο βιβλίο, με εικονογράφηση Αλέκου Φασιανού, χωρίζεται σε τρεις ενότητες, που παίρνουν ως πρώτη ύλη τις αντίστοιχες ποιητικές συλλογές και ξαναδουλεύουν τα ποιήματα, παραλλάσσοντας και προσθέτοντας. Υπάρχουν, όμως, και καινούργια ποιήματα ερωτικής πνοής και κριτικής διάθεσης. Στη συλλογή συνυπάρχουν ο γενέθλιος τόπος του Ξεξάκη, το Ρέθυμνο, η πόλη του που είναι η Θεσσαλονίκη, και τα μαθηματικά, επιστήμη που σπούδασε και άσκησε και η οποία φαίνεται να αποτελεί ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Στη δεύτερη ενότητα των καινούργιων ποιημάτων, αυτών με μαθηματική καταγωγή, ο Ξεξάκης προσπαθεί και συχνά κατορθώνει να δημιουργήσει ποιητική αίσθηση μέσα από αλγεβρικές σχέσεις και λογικές αρχές.
"Ένας κρημνοβάτης παραβατικός" ο ποιητής, σε ώρα ωριμότητας, μετά από τριανταπεντάχρονη και πλέον θητεία στη λογοτεχνία.
Μ. Θ.