Σάββατο 11 Απριλίου 2009

“Μικρές λίστες” του «Διαβάζω». Πέντε απορίες και μια διαπίστωση

Την προ­η­γού­με­νη Δευ­τέ­ρα δό­θη­καν στη δη­μο­σιό­τη­τα οι “μι­κρές λί­στες” των υ­πο­ψη­φίων για τα βρα­βεία του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», τα ο­ποία θα α­πο­νε­μη­θούν στις 4 Μαΐου. Τα υ­πο­ψή­φια βι­βλία ε­πι­λέχ­θη­καν, ό­πως προσ­διο­ρί­ζε­ται, α­πό “τη βι­βλιο­πα­ρα­γω­γή του 2008”. Η ε­πτα­με­λής κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή α­παρ­τί­ζε­ται α­πό πα­νε­πι­στη­μια­κούς, με­λε­τη­τές και κρι­τι­κούς: Αλέ­ξης Ζή­ρας, Κώ­στας Κα­ρα­κώ­τιας, Ντέι­βι­ντ Κό­νο­λι, Χρι­στί­να Ντου­νιά, Δη­μή­τρης Πο­λυ­χρο­νά­κης, Λί­ζυ Τσι­ρι­μώ­κου και Κώ­στας Κα­τσου­λά­ρης, που εί­ναι α­νά­με­σά τους ο μό­νος και με την ι­διό­τη­τα του πε­ζο­γρά­φου. Πι­στεύου­με πως τα σχό­λια για τις ε­πι­λο­γές της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής πε­ριτ­τεύουν. Οι κρι­τές δεί­χνουν με τις “λί­στες” που προ­τεί­νουν το λο­γο­τε­χνι­κό τους γού­στο και τις προ­σω­πι­κές τους συ­μπά­θειες. Ωστό­σο, θα δια­τυ­πώ­σου­με πέ­ντε α­πο­ρίες, χω­ρίς την πα­ρα­μι­κρή ε­λε­γκτι­κή διά­θε­ση, μό­νο και μό­νο ε­πει­δή α­δυ­να­τού­με να κα­τα­νοή­σου­με ο­ρι­σμέ­να ση­μεία στις “λί­στες”. Τέ­λος, θα προ­σθέ­σου­με και μια δια­πί­στω­ση, πι­στεύο­ντας πως εί­ναι εν­δια­φέ­ρου­σα.
Απο­ρία πρώ­τη: Δε­δο­μέ­νου ό­τι οι εκ­δό­τες του «Δια­βά­ζω», κα­τά τη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο του πε­ριο­δι­κού, τρο­πο­ποίη­σαν τον κα­νο­νι­σμό για την α­πο­νο­μή του βρα­βείου πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, πε­ριο­ρί­ζο­ντάς το σε υ­πο­ψή­φιους κά­τω των σα­ρά­ντα ε­τών, ε­πι­βάλ­λε­ται κα­τά την κα­τάρ­τι­ση της “λί­στας”, πέ­ραν της λο­γο­τε­χνι­κής ποιό­τη­τας ε­νός βι­βλίου, να ε­λέγ­χε­ται και η η­λι­κία του συγ­γρα­φέα. Στη “λί­στα” των εν­νέα υ­πο­ψη­φίων, ο Νί­κος Αδάμ Βου­δού­ρης, πα­ρό­λο που έ­γρα­ψε έ­να εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο, θα πρέ­πει να α­πο­κλει­στεί, κα­θό­σον, σύμ­φω­να με τα βιο­γρα­φι­κά του στοι­χεία, εί­ναι γεν­νη­θείς στις 9.5.1965. Ενώ, έ­να δεύ­τε­ρος, ο Γιώρ­γος Ψάλ­της, βρί­σκε­ται η­λι­κια­κά α­κρι­βώς στο ό­ριο.
Απο­ρία δεύ­τε­ρη: Στα υ­πο­ψή­φια βι­βλία για το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος συ­γκα­τα­λέ­γε­ται το βι­βλίο της Μα­ρί­νας Κα­ρα­γά­τση, «Το ευ­χα­ρι­στη­μέ­νο ή οι δι­κοί μου άν­θρω­ποι», το ο­ποίο, α­κό­μη κι αν δια­θέ­τει λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές, εί­ναι μαρ­τυ­ρία εν­δοοι­κο­γε­νεια­κού χα­ρα­κτή­ρα και ό­χι μυ­θι­στό­ρη­μα. Διό­λου α­πί­θα­νο, ως υ­πο­ψή­φιο προς βρά­βευ­ση στην εν λό­γω κα­τη­γο­ρία, να λει­τουρ­γή­σει ως άλ­λο­θι ε­ξο­στρα­κι­σμού α­μι­γώς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κών βι­βλίων.
Απο­ρία τρί­τη: Πα­ρα­τη­ρώ­ντας στις “λί­στες” των υ­πο­ψη­φίων βι­βλίων την κα­τά εκ­δο­τι­κό οί­κο α­ντι­στοι­χού­σα συμ­με­το­χή, έκ­πλη­ξη προ­κα­λεί η εκ­προ­σώ­πη­ση τριών με­γά­λων εκ­δο­τι­κών οί­κων, ι­διαί­τε­ρα στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, με έ­να μό­νο βι­βλίο: Εστία, Πα­τά­κης, Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα. Ο τε­λευ­ταίος, μά­λι­στα, ε­φέ­τος το χει­μώ­να ε­ξέ­δω­σε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα γνω­στών συγ­γρα­φέων, τα ο­ποία και συ­ζη­τή­θη­καν και στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας α­νή­κουν. Συν­θή­κες, τις ο­ποίες ο­ρι­σμέ­να α­πό τα προ­κρι­νό­με­να βι­βλία δεν πλη­ρούν.
Απο­ρία τέ­ταρ­τη: Ανα­φέ­ρε­ται πως ο Πέ­τρος Μάρ­κα­ρης και ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός ε­ξαι­ρέ­θη­καν α­πό τη μι­κρή “λί­στα” του βρα­βείου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ό­πως οι ί­διοι ε­πι­θυ­μού­σαν, ε­πει­δή κα­τέ­χουν δη­μό­σιες θέ­σεις. Απο­ρού­με, κα­τ’ αρ­χήν, πως ο­ρί­ζε­ται μια δη­μό­σια θέ­ση. Ένας κα­θη­γη­τής πα­νε­πι­στη­μίου ή έ­νας δι­πλω­μά­της, για πα­ρά­δειγ­μα, δεν κα­τέ­χει δη­μό­σια θέ­ση; Αλλά, κυ­ρίως, α­πο­ρού­με για την πρω­το­βου­λία των συ­γκε­κρι­μέ­νων συγ­γρα­φέων, που δεί­χνει πως αμ­φι­σβη­τούν το α­διά­βλη­το της κρι­τι­κής δια­δι­κα­σίας. Αν υ­πάρ­χουν τέ­τοιες υ­πό­νοιες για το έρ­γο ε­νός κρι­τι­κού, εί­τε πρό­κει­ται για τις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις που δη­μο­σιεύει εί­τε για τις βρα­βεύ­σεις στις ο­ποίες συμ­με­τέ­χει, τό­τε τα βι­βλία ό­σων κα­τέ­χουν δη­μό­σιες θέ­σεις θα έ­πρε­πε να ε­ξαι­ρού­νται και α­πό τις κρι­τι­κές πα­ρου­σιά­σεις. Μέ­χρι σή­με­ρα, οι κα­τέ­χο­ντες δη­μό­σιες θέ­σεις έ­δει­ξαν πά­ντο­τε ε­μπι­στο­σύ­νη στην κρι­τι­κή. Αρκεί να θυ­μί­σου­με το πα­ρά­δειγ­μα του Νί­κου Θέ­με­λη, ο ο­ποίος, το ί­διο έ­τος, και πα­ρά την υ­ψη­λή θέ­ση που κα­τεί­χε, α­πο­δέχ­θη­κε το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ό­σο και το α­ντί­στοι­χο Βρα­βείο του «Δια­βά­ζω».
Απο­ρία πέ­μπτη: Και μια α­πο­ρία μάλ­λον προ­σω­πι­κή, ε­πει­δή εμ­μέ­νου­με στην ά­πο­ψη πως υ­πάρ­χει μια ε­λά­χι­στη κοι­νή συ­νι­στώ­σα στο λο­γο­τε­χνι­κό γού­στο, αρ­νού­με­νοι να α­πο­δε­χτού­με τον πλή­ρη υ­πο­κει­με­νι­σμό. Απο­ρού­με, λοι­πόν, για την α­που­σία α­πό τη “λί­στα” πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων του Πά­νου Τσί­ρου, για τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Φέρ­τε μου το κε­φά­λι της Μα­ρίας Κέν­σο­ρα», που εκ­δό­θη­κε τον Ια­νουά­ριο του 2008. Μή­πως οι κρι­τές δεν διά­βα­σαν το βι­βλίο; Για­τί, ό­πως και να το κά­νου­με, τα μέ­λη μιας κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής δεν μπο­ρεί να έ­χουν δια­βά­σει το σύ­νο­λο της βι­βλιο­πα­ρα­γω­γής ε­νός έ­τους. Εκτός α­πό ό­σα βι­βλία γνω­ρί­ζουν εξ αυ­το­ψίας, τους ε­πη­ρεά­ζει το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα, τα δη­μο­σιεύ­μα­τα του Τύ­που και εάν κρί­νου­με α­πό τις “λί­στες”, ο εκ­δό­της, που έ­χει ε­ξε­λιχ­θεί στον κα­λύ­τε­ρο μά­νατ­ζερ ε­νός συγ­γρα­φέα. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ε­πει­δή ζού­με σε πο­νη­ρούς και­ρούς, διευ­κρι­νί­ζου­με πως ο Τσί­ρος δεν εί­ναι συγ­γε­νής ή φί­λος ού­τε καν γνω­στός.
Τέ­λος, θα θέ­λα­με να δια­τυ­πώ­σου­με και μια εν­δια­φέ­ρου­σα δια­πί­στω­ση. Όπως δεί­χνουν και οι “λί­στες”, το συγ­γρα­φι­κό τα­λέ­ντο θα πρέ­πει να εί­ναι κλη­ρο­νο­μι­κό, κά­τι σαν τις κλη­ρο­νο­μι­κές αρ­ρώ­στιες. Αλλιώς, πώς να ε­ξη­γή­σει κα­νείς το γε­γο­νός ό­τι ό­λα τα τέ­κνα συγ­γρα­φέων που ε­ξέ­δω­σαν βι­βλίο ε­ντός του 2008 συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν στις “λί­στες”.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Πολλαπλές εκδοχές μιας ιστορίας

«Το Δέ­ντρο»
Τεύ­χος 167-168
Χει­μώ­νας 2008
Εδώ και αρ­κε­τά χρό­νια, οι συγ­γρα­φείς έ­χουν α­πο­δε­χτεί να γρά­φουν κα­τά πα­ραγ­γε­λία. Με­ρι­κοί, μά­λι­στα, έ­χουν φτά­σει να γρά­φουν μό­νο κα­τά πα­ραγ­γε­λία. Ξε­κί­νη­σαν με διη­γή­μα­τα, ό­μως, στη συ­νέ­χεια, προέ­κυ­ψαν και νου­βέ­λες, προ­σφά­τως δε, α­να­κοι­νώ­θη­καν και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τους κα­θο­ρί­ζουν το θέ­μα, κα­τά κα­νό­να, τους προσ­διο­ρί­ζουν και την έ­κτα­ση, το ο­ποίο ση­μαί­νει τον α­κρι­βή α­ριθ­μό λέ­ξεων. Μέ­χρι σή­με­ρα, έ­χου­με α­κού­σει για πα­ραγ­γε­λίες των τρια­κο­σίων λέ­ξεων μέ­χρι και των δυό­μι­σι χι­λιά­δων ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων. Οι λέ­ξεις, μά­λι­στα, α­πο­βαί­νουν το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο, ό­χι μό­νο της μορ­φής –ποιος σκά­ζει για τη μορ­φή– ό­σο της α­μοι­βής, που έ­χει α­πο­βεί ο κύ­ριος στό­χος των συγ­γρα­φέων, μια και ε­παί­ρο­νται πως εί­ναι πλέ­ον και ε­παγ­γελ­μα­τίες. Τώ­ρα, βε­βαίως, ε­μείς για­τί να α­νη­συ­χού­με για το κα­λό της λο­γο­τε­χνίας; Αφού έ­τσι συμ­βαί­νει σε Εσπε­ρία και Αμε­ρι­κή, αυ­τό θα εί­ναι και το πρέ­πον.
Το πα­ρή­γο­ρο, πά­ντως, εί­ναι πως, συν το χρό­νω, οι πα­ραγ­γε­λιο­δό­τες προ­τεί­νουν ο­λοέ­να και πιο ευ­φά­ντα­στα θέ­μα­τα, κα­θώς ε­ξαν­τλού­νται τα γνω­στά. Με­τά τις ι­στο­ρίες με πρό­τυ­πο διη­γή­μα­τα των κλα­σι­κών της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης, ήλ­θαν τα διη­γή­μα­τα για τα με­γά­λα θέ­μα­τα της πα­γκό­σμιας ε­πι­και­ρό­τη­τας, ό­πως, λ.χ., ο Άλλος ή τα οι­κο­λο­γι­κά, στα ο­ποία φαι­νό­ταν πως θα κολ­λή­σου­με για τα κα­λά. Να, ό­μως, που οι εκ­δό­τες του «Δέ­ντρου» εί­χαν μια φρέ­σκια ι­δέα. Έγρα­ψαν οι ί­διοι μια ι­στο­ρία, σύ­ντο­μη αν και ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη, και πρό­τει­ναν σε 23 συγ­γρα­φείς να την α­να­συν­θέ­σουν κα­τά το δο­κούν. Πρό­κει­ται για μια λυ­πη­τε­ρή ι­στο­ρία, με ψήγ­μα­τα νο­σταλ­γίας. Ένα δε­κά­χρο­νο παι­δί έρ­χε­ται μα­ζί με τον πα­τέ­ρα του στην Αθή­να του 1956 για να δει τη μη­τέ­ρα του, που πά­σχει α­πό α­νία­τη α­σθέ­νεια και της συ­μπα­ρα­στέ­κε­ται η α­δελ­φή της. Δια­μέ­νουν στο ξε­νο­δο­χείο «Ελβε­τία» ε­πί της ο­δού Σα­τω­βριάν­δου. Με­τά πε­νή­ντα χρό­νια, το αλ­λο­τι­νό παι­δί, που εί­ναι πλέ­ον μό­νι­μος κά­τοι­κος Αθη­νών, α­πο­φα­σί­ζει να μπει στο ξε­νο­δο­χείο και να ζη­τή­σει να δει το συ­γκε­κρι­μέ­νο δω­μά­τιο. Όμως, ο ρε­σε­ψιο­νί­στ δεν τον α­φή­νει, για­τί το ξε­νο­δο­χείο, ό­πως, άλ­λω­στε, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα στην πε­ριο­χή της Ομο­νοίας, έ­χει γί­νει τό­πος ε­πί πλη­ρω­μή συ­νευ­ρέ­σεων.
Δια­βά­ζο­ντας τις α­να­πλά­σεις και τα γε­μί­σμα­τα στην εν λό­γω ι­στο­ρία, που πρό­τει­ναν οι συ­νερ­γά­τες, κα­τα­λή­ξα­με πως ο ο­ποιοσ­δή­πο­τε μπο­ρεί να δώ­σει κά­ποια εκ­δο­χή. Μό­νο που αυ­τή η εκ­δο­χή δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό το πό­σο δη­μιουρ­γι­κή εί­ναι η πρό­κλη­ση, αλ­λά α­πό τις δη­μιουρ­γι­κές δυ­να­τό­τη­τες του γρά­φο­ντα. Από την άλ­λη, δια­πι­στώ­σα­με πως έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, εί­τε δο­κι­μά­ζε­ται σε ε­λεύ­θε­ρο θέ­μα εί­τε σε δο­σμέ­νο, οι λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές που ε­πι­δει­κνύει, αν βε­βαίως δια­θέ­τει, πα­ρα­μέ­νουν λί­γο-πο­λύ οι ί­διες. Κα­τά τα άλ­λα, ο­ρι­σμέ­νοι, κά­πο­τε και οι πιο τα­λα­ντού­χοι, πα­ρα­με­ρί­ζουν την ι­στο­ρία και πλά­θουν μια άλ­λη, σύμ­φω­να με τις εμ­μο­νές τους.
Όπως και να έ­χει, ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η εκ­δο­χή του Κώ­στα Μαυ­ρου­δή, που εί­ναι και ο έ­νας α­πό τους δυο εκ­δό­τες. Θα μπο­ρού­σε κα­νείς να ει­κά­σει πως α­πό την ι­στο­ρία του προήλ­θε η πε­ρί­λη­ψη που δό­θη­κε στους συ­νερ­γά­τες. Δε­δο­μέ­νου ό­τι ο έ­τε­ρος εκ­δό­της, ο Τά­σος Γου­δέ­λης, καί­τοι α­μι­γής διη­γη­μα­το­γρά­φος, δεν συμ­με­τέ­χει. Αν και έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση πως γε­νι­κό­τε­ρα α­πέ­χει των κα­τά πα­ραγ­γε­λία διη­γη­μά­των. Τέ­λος, θα προ­τεί­να­με ως ευ­ρη­μα­τι­κό­τε­ρη εκ­δο­χή του Χά­ρη Μαυ­ρο­μά­τη, που, ου­σια­στι­κά, προ­τεί­νει ως ι­στο­ρία την ί­δια την ι­στο­ρία, με την αι­τιο­λο­γία πως μια ι­στο­ρία α­νή­κει σε αυ­τόν που την φα­ντά­στη­κε. Επί­σης, πα­ρα­τη­ρού­με πως οι πιο εν­δια­φέ­ρου­σες εκ­δο­χές δεν ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στο θέ­μα της α­νία­της νό­σου αλ­λά σε δευ­τε­ρεύο­ντα στοι­χεία και κυ­ρίως στο ξε­νο­δο­χείο και τη γύ­ρω πε­ριο­χή. Εδώ, την πιο ευ­φά­ντα­στη εκ­δο­χή τη δί­νει η Μα­ρία Γα­βα­λά, μια συγ­γρα­φέ­ας που μας α­φή­νει την ε­ντύ­πω­ση πως άλ­λο­τε βρί­σκει κι άλ­λο­τε χά­νει τον κα­λό πε­ζο­γρά­φο που κου­βα­λά­ει ε­ντός της.
Πα­ρά τις ό­ποιες α­ντιρ­ρή­σεις μπο­ρεί να έ­χει κα­νείς για τα κα­τά πα­ραγ­γε­λία διη­γή­μα­τα, η συ­γκε­κρι­μέ­νη συ­να­γω­γή των 23 ι­στο­ριών πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, συ­στή­νο­ντας και δυο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους: τον Νί­κο Κου­φά­κη και την Ρεγ­γί­να Μπού­κου­ρα.
Μ. Θ.

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας. Άλλοτε... και πέρυσι...

Πριν τρεις Κυ­ρια­κές, στις 15 Μαρ­τίου 2009, έ­γι­νε η ε­πί­ση­μη τε­λε­τή α­πο­νο­μής των Κρα­τι­κών Βρα­βείων Λο­γο­τε­χνίας για τα βι­βλία που εκ­δό­θη­καν το 2007. Αν η α­πο­νο­μή εί­χε γί­νει στην ώ­ρα της, δη­λα­δή ε­ντός του 2008, τό­τε η εκ­δή­λω­ση θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ε­πε­τεια­κή, α­φού θα συ­μπλη­ρώ­νο­νταν 50 χρό­νια α­πό την πρώ­τη α­πο­νο­μή που εί­χε πραγ­μα­το­ποιη­θεί στις 9 Ια­νουα­ρίου 1958. Το γε­γο­νός, πά­ντως, πως η ε­φε­τι­νή α­πο­νο­μή έ­λα­βε χώ­ρα στη με­γά­λη αί­θου­σα του «Παρ­νασ­σού» ε­πί της πλα­τείας Κα­ρύ­τση, ό­πως και ε­κεί­νη του 1958, προ­σέ­δω­σε έ­ναν ε­πε­τεια­κό χα­ρα­κτή­ρα στην ό­λη εκ­δή­λω­ση. Άλλω­στε, ού­τε η πρώ­τη α­πο­νο­μή εί­χε γί­νει στην ώ­ρα της, α­φού τα πρώ­τα βρα­βευ­θέ­ντα βι­βλία ή­ταν εκ­δό­σεις του 1955. Μό­νο που τό­τε υ­πήρ­χε σο­βα­ρός λό­γος για την α­να­βο­λή της α­πο­νο­μής, η α­σθέ­νεια του Υπουρ­γού Παι­δείας και Θρη­σκευ­μά­των Πέ­τρου Λε­βα­ντή και τε­λι­κά, ο θά­να­τός του. Μά­λι­στα, το 1958, εί­χαν α­πο­νε­μη­θεί τα βρα­βεία δυο ε­τών, του 1955 και του 1956, με την αι­τιο­λο­γία πως ε­ντός του 1957 α­που­σία­ζαν στο ε­ξω­τε­ρι­κό δύο μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Ακρι­βώς ό­πως συ­νέ­βη και πέ­ρυ­σι, που α­πο­νε­μή­θη­καν μα­ζί τα βρα­βεία του 2005 και του 2006, αν και σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση η ευ­θύ­νη ή­ταν του ΥΠ.ΠΟ, που δυ­σκο­λευό­ταν να κα­ταρ­τί­σει την κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή. Τε­λι­κά, αν ψά­ξει κα­νείς, α­να­κα­λύ­πτει πως τα κοι­νά ση­μεία εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τις δια­φο­ρές, ί­σως και για­τί πρό­κει­ται για χρο­νί­ζου­σες κα­τα­στά­σεις και πά­γιες νοο­τρο­πίες.
Τό­τε το α­κρο­α­τή­ριο ή­ταν πυ­κνό­τα­το και θερ­μές οι εκ­δη­λώ­σεις του για τους τι­μη­θέ­ντες. Εφέ­τος ή­ταν α­κό­μη πυ­κνό­τε­ρο, τό­σο που δεν χώ­ρε­σε στην αί­θου­σα, ό­χι ό­μως και το ί­διο φι­λι­κό, του­λά­χι­στον α­πέ­να­ντι στην κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή. Μά­λι­στα, στο ρε­πορ­τάζ των ε­φη­με­ρί­δων δεν υ­πήρ­ξε η πα­ρα­μι­κρή μνεία στα μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, ού­τε καν στον Πρό­ε­δρο. Οι δη­μο­σιο­γρά­φοι έ­χρι­σαν πρω­τα­γω­νι­στή της βρα­διάς το νέο Υπουρ­γό Πο­λι­τι­σμού, α­νε­ξάρ­τη­τα αν μί­λη­σε γε­νι­κώς και α­ο­ρί­στως πε­ρί πο­λι­τι­κής βι­βλίου και κρα­τι­κών βρα­βείων. Από την οι­κο­γέ­νεια των Μπε­νά­κη­δων κα­τά­γε­ται ο Αντώ­νης Σα­μα­ράς, α­πό την πα­τρι­νή πο­λι­τι­κή οι­κο­γέ­νεια των Γε­ρο­κω­στό­που­λων ο Αλιλ­λέ­ας Γε­ρο­κω­στό­που­λος, που ή­ταν υ­πουρ­γός Παι­δείας στην α­πο­νο­μή του 1958. Πα­ρό­λο που η συ­νο­λι­κή θη­τεία του τε­λευ­ταίου στο Υπουρ­γείο διήρ­κε­σε κά­που δυο χρό­νια και μά­λι­στα, δια­κε­κομ­μέ­να, σε αυ­τόν ο­φεί­λε­ται η α­πό­φα­ση για την κα­θιέ­ρω­ση του θε­σμού των Κρα­τι­κών Βρα­βείων κα­τά την πρώ­τη του θη­τεία, ε­πί Πα­πά­γου. Υπουρ­γός εί­χε α­να­λά­βει στα τέ­λη του 1954, ό­ταν ο Πα­πά­γος έ­κα­νε έ­ναν ευ­ρύ α­να­σχη­μα­τι­σμό με­τά την πα­ραί­τη­ση Μαρ­κε­ζί­νη, και εί­χε πα­ρα­μεί­νει στη θέ­ση του και με­τά το θά­να­το του Πα­πά­γου, μέ­χρι τις πρώ­τες ε­κλο­γές του Κα­ρα­μαν­λή, στις 19 Φε­βρουα­ρίου του 1956. Ο Κα­ρα­μαν­λής εί­χε προ­τι­μή­σει τον Λε­βα­ντή, αλ­λά με­τά το θά­να­τό του ε­πα­νέ­φε­ρε, Ιού­νιο 1957, τον Γε­ρο­κω­στό­που­λο, και τον κρά­τη­σε μέ­χρι τις ε­πό­με­νες ε­κλο­γές, τον Μάρ­τιο του 1958. Έτσι, έ­μελ­λε να πα­ρευ­ρε­θεί σε δυο ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα για το χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας: την τα­φή του Κα­ζα­ντζά­κη και την α­πο­νο­μή των πρώ­των κρα­τι­κών βρα­βείων. Όπως ο Σα­μα­ράς, α­ντί­στοι­χα και ο Γε­ρο­κω­στό­που­λος, γε­νι­κώς και α­ο­ρί­στως, εί­χε μι­λή­σει, δί­νο­ντας υ­πο­σχέ­σεις, πα­ρό­λο που γνώ­ρι­ζε πως ε­πί­κει­ντο ε­κλο­γές. Πά­γιες τα­κτι­κές που ξε­κι­νούν α­πό τον Υπουρ­γό και α­πλώ­νο­νται σε κρι­τές και κρι­νό­με­νους.
Τό­τε, ο Υπουρ­γός εί­χε μι­λή­σει τε­λευ­ταίος, κα­θώς τη βρα­διά εί­χε α­νοί­ξει ο διευ­θυ­ντής Γραμ­μά­των, Τε­χνών και Θεά­τρου Γεώρ­γιος Κουρ­νού­τος, που συμ­με­τεί­χε και στην κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή, ε­νώ δεύ­τε­ρος εί­χε μι­λή­σει ο πρό­ε­δρος της ε­πι­τρο­πής Γεώρ­γιος Ζώ­ρας. Ο αρ­χι­κός κα­νο­νι­σμός των Βρα­βείων προέ­βλε­πε η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή να α­πο­τε­λεί­ται α­πό τους δυο κα­θη­γη­τές Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Φι­λο­λο­γίας στα Πα­νε­πι­στή­μια Αθη­νών και Θεσ­σα­λο­νί­κης, τέσ­σε­ρις κρι­τι­κούς και τον διευ­θυ­ντή Γραμ­μά­των. Στο Κα­πο­δι­στρια­κό, την έ­δρα κα­τεί­χε α­πό το 1942 μέ­χρι το 1968 ο Ζώ­ρας. Κα­θη­γη­τής στο Αρι­στο­τέ­λειο ή­ταν ο Λί­νος Πο­λί­της, που εί­χε συμ­με­τά­σχει μό­νο στις βρα­βεύ­σεις του 1955 και στη συ­νέ­χεια, πα­ραι­τή­θη­κε, για­τί α­δυ­να­τού­σε να πα­ρευ­ρί­σκε­ται στις συ­νε­δριά­σεις. Γε­νι­κώς, στις ε­πι­τρο­πές, οι πα­ραι­τή­σεις συ­νη­θί­ζο­νται. Στην τε­λευ­ταία ε­πι­τρο­πή πα­ραι­τή­θη­καν στα­δια­κά τέσ­σε­ρα μέ­λη, τα ο­ποία, ό­μως, α­ντι­κα­τα­στά­θη­καν. Μά­λι­στα, η τε­λευ­ταία α­πο­χώ­ρη­ση, της συγ­γρα­φέως Ισμή­νης Κα­πά­νταη, έ­φε­ρε στην ε­πι­τρο­πή τον γιο του αλ­λο­τι­νού προέ­δρου, Γε­ρά­σι­μο Ζώ­ρα.
Τό­τε, στην ε­πι­τρο­πή με­τεί­χαν τέσ­σε­ρεις κρι­τι­κοί, που α­πο­λάμ­βα­ναν της γε­νι­κό­τε­ρης α­να­γνώ­ρι­σης: ο Άλκης Θρύ­λος, ο Γιώρ­γος Κα­ρα­ντώ­νης, ο Βά­σος Βα­ρί­κας και έ­νας τέ­ταρ­τος, που δεν γνω­ρί­ζου­με. Πά­ντως, οι Κλέων Πα­ρά­σχος, Πέ­τρος Χά­ρης και Γιάν­νης Χατ­ζί­νης, που ή­ταν οι γνω­στό­τε­ροι κρι­τι­κοί ε­κεί­να τα χρό­νια, α­πο­κλείο­νται, α­φού συ­γκα­τα­λέ­γο­νται στους βρα­βευ­θέ­ντες. Ο ι­σχύων, σή­με­ρα, νό­μος προ­βλέ­πει τρι­με­λή εκ­προ­σώ­πη­ση α­πό τους χώ­ρους, της κρι­τι­κής, της λο­γο­τε­χνίας και τον πα­νε­πι­στη­μια­κό, α­ντί­στοι­χα. Αν και αυ­τή η διά­κρι­ση δεν λαμ­βά­νε­ται σο­βα­ρά υ­πό­ψη, α­φού σχε­δόν ό­λοι οι πα­νε­πι­στη­μια­κοί εί­ναι και συγ­γρα­φείς, ε­νώ ό­λοι οι α­σχο­λού­με­νοι γε­νι­κώς με τη λο­γο­τε­χνία εί­ναι και ο­λί­γον τι κρι­τι­κοί. Όπως και να έ­χει, ο πρό­ε­δρος εί­ναι πά­ντο­τε έ­νας πα­νε­πι­στη­μια­κός και στην τε­λευ­ταία ε­πι­τρο­πή, το πό­στο το εί­χε ο Πα­να­γιώ­της Μα­στρο­δη­μή­τρης, ο­μό­τι­μος πλέ­ον κα­θη­γη­τής, που κα­τεί­χε το ί­διο πα­νε­πι­στη­μια­κό θώ­κο με τον πρό­ε­δρο του 1958. Αρχι­κά, οι άλ­λοι δυο πα­νε­πι­στη­μια­κοί της ε­πι­τρο­πής ή­ταν ο Μι­χά­λης Κο­πι­δά­κης και η Αλε­ξάν­δρα Σα­μουή­λ, που πα­ραι­τή­θη­καν. Ενδια­μέ­σως, ό­μως, ο Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος, που αρ­χι­κά ή­ταν μό­νο συγ­γρα­φέ­ας έ­γι­νε πα­νε­πι­στη­μια­κός, ε­νώ προ­στέ­θη­κε ο γιος Ζώ­ρα. Οι τρεις κρι­τι­κοί, αρ­χι­κά, ή­ταν ο Νί­κος Λά­ζα­ρης που πα­ραι­τή­θη­κε και α­ντι­κα­τα­στά­θη­κε α­πό τη Χα­ρί­κλεια Δη­μο­πού­λου, ο Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης και η Λώ­ρη Κέ­ζα. Όσο για τους συγ­γρα­φείς, που εί­ναι το μό­νο εν α­φθο­νία εί­δος, κα­θώς πα­ρου­σιά­ζο­νται πά­ντο­τε πρό­θυ­μοι να με­τέ­χουν σε κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές, αρ­χι­κά ή­ταν ο ποιη­τής Κώ­στας Σο­φια­νός, ο Ανδρειω­μέ­νος και η Κα­πά­νταη και στην τε­λι­κή, ο Σο­φια­νός, ο Κώ­στας Αση­μα­κό­που­λος και ο Δη­μή­τρης Λα­μπρέλ­λης.
Τις πρώ­τες δε­κα­ε­τίες α­πο­νέ­μο­νταν πρώ­τα και δεύ­τε­ρα βρα­βεία, ποίη­σης, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, δο­κι­μίου, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας και τα­ξι­διω­τι­κής ε­ντύ­πω­σης. Όμως, το 1989, με α­πό­φα­ση της υ­πουρ­γού Με­λί­νας Μερ­κού­ρη, τα δεύ­τε­ρα βρα­βεία κα­ταρ­γή­θη­καν, κα­θώς με­ρι­κοί τι­μώ­με­νοι αρ­νού­νταν να τα πα­ρα­λά­βουν ως μειω­τι­κά της α­ξίας τους. Επί­σης, τα δυο τε­λευ­ταία βρα­βεία ε­νώ­θη­καν σε έ­να, το ο­ποίο τε­λι­κά συ­μπε­ριέ­λα­βε τα χρο­νι­κά και τις μαρ­τυ­ρίες, κά­τι σαν βρα­βείο πα­σπαρ­τού. Τέ­λος, το 1993, κα­θιε­ρώ­θη­κε έ­να Ει­δι­κό ή και Με­γά­λο Βρα­βείο. Τώ­ρα, πώς ό­λα αυ­τά τα βρα­βεία α­πο­νέ­μο­νταν τό­τε και πώς σή­με­ρα, εί­ναι έ­να εν­δια­φέ­ρον ε­ρώ­τη­μα, στο ο­ποίο φαί­νε­ται ό­τι ο κα­θέ­νας δί­νει τη δι­κή του α­πά­ντη­ση. Εμείς πα­ρα­κο­λου­θού­με τις βρα­βεύ­σεις εκ του σύ­νεγ­γυς ε­πί σει­ρά ε­τών. Το συ­μπέ­ρα­σμα στο ο­ποίο έ­χου­με κα­τα­λή­ξει εί­ναι, πως ο­ποιοσ­δή­πο­τε α­πο­δέ­χε­ται να συμ­με­τά­σχει σε κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή εκ­κι­νεί, έ­χο­ντας κα­τά νου τις συ­μπά­θειές του, και το εν­νοού­με με την ευ­ρύ­τε­ρη έν­νοια και πέ­ραν των στε­νών φι­λι­κών σχέ­σεων. Από ε­κεί και πέ­ρα, αν τα βρα­βευ­μέ­να βι­βλία δια­φο­ρο­ποιού­νται σε ποιό­τη­τα, αυ­τό ο­φεί­λε­ται, πρω­τί­στως, στο λο­γο­τε­χνι­κό γού­στο των κρι­τών και δευ­τε­ρευό­ντως, στη γε­νι­κό­τε­ρη ι­σχύ της λαϊκής ρή­σης, “δεί­ξε μου τον φί­λο σου, να σου πως ποιος εί­σαι”. Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά θα λέ­γα­με πως αν θέ­λου­με λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία κύ­ρους, ας φρο­ντί­ζουν οι ι­θύ­νο­ντες -ποιοι ι­θύ­νο­ντες- τα μέ­λη της ε­πι­τρο­πής να μην εί­ναι ά­γευ­στα λο­γο­τε­χνίας.
Πά­ντως, ο κα­νό­νας εί­ναι έ­να μέ­λος να δί­νει “μά­χες” ε­ντός της ε­πι­τρο­πής για να ε­πι­κρα­τή­σουν οι συ­μπά­θειές του. Αυ­τό, σή­με­ρα, γί­νε­ται μεν, αλ­λά θεω­ρεί­ται με­μ­πτό. Γι’ αυ­τό, άλ­λω­στε, κα­ταρ­γή­θη­καν τα πρα­κτι­κά και α­ντι­κα­τα­στά­θη­καν με ευ­πρε­πείς εκ­θέ­σεις ό­σων ε­λέχ­θη­σαν, που συ­ντάσ­σο­νται εκ των υ­στέ­ρων α­πό το κά­θε μέ­λος για ό­σα εί­πε. Τό­τε, ό­μως, το να δί­νει έ­να μέ­λος “μά­χες” φαί­νε­ται πως ε­θεω­ρεί­το α­ρε­τή. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα, ό­σα γρά­φει ο Πέ­τρος Χά­ρης για τον Άλκη Θρύ­λο, κα­τά κό­σμον Ελέ­νη Ου­ρά­νη, στο α­φιέ­ρω­μα της «Νέ­ας Εστίας», έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­τό της, στις 1.12.1972. Εξυ­μνώ­ντας την α­κε­ραιό­τη­τα και τον σπά­νιο χα­ρα­κτή­ρα της, που την έ­κα­νε α­προ­σπέ­λα­στο δι­κα­στή στο έρ­γο του κρι­τι­κού, α­να­φέ­ρει πως στα κρα­τι­κά βρα­βεία λο­γο­τε­χνίας του 1956, ως μέ­λος της ε­πι­τρο­πής η Ου­ρά­νη, υ­πο­στή­ρι­ξε στε­νό της φί­λο, στον ο­ποίο και α­πο­νε­μή­θη­κε το βρα­βείο. Αυ­τό, ό­μως, που ο Χά­ρης α­πο­κα­λεί α­κε­ραιό­τη­τα έ­γκει­ται στο γε­γο­νός πως δεν τού το α­πε­κά­λυ­ψε, αλ­λά τον ά­φη­σε να το πλη­ρο­φο­ρη­θεί τη βρα­διά της α­πο­νο­μής.
Ανα­φέ­ρου­με την ι­στο­ρία προς γνώ­ση και συμ­μόρ­φω­ση ό­σων κα­κο­λο­γούν τον πρό­ε­δρο ή το τά­δε μέ­λος της ε­πι­τρο­πής για με­ρο­λη­ψία υ­πέρ των φί­λων τους. Ενώ, θα έ­πρε­πε να τους ε­παι­νούν, α­φού, βε­βαίως, προ­η­γου­μέ­νως, φρο­ντί­σουν να μά­θουν κα­τά πό­σο, με­τά τη νι­κη­φό­ρο “μά­χη” που έ­δω­σαν, τη­λε­φώ­νη­σαν ή δεν τη­λε­φώ­νη­σαν στον βρα­βευ­θέ­ντα. Για πλη­ρό­τη­τα, να α­να­φέ­ρου­με πως ο τι­μη­θείς με το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος το 1956 και στε­νός φί­λος της Ου­ρά­νη ή­ταν ο Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λος, με το βι­βλίο του «Τα ε­φτά κοι­μι­σμέ­να παι­διά». Τό­τε, τα υ­πο­ψή­φια μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ή­ταν μό­λις 33 και α­πό αυ­τά, η ε­πι­τρο­πή εί­χε ξε­χω­ρί­σει τέσ­σε­ρα. Αυ­τή η “short list”, κα­τά την τρέ­χου­σα σή­με­ρα ο­ρο­λο­γία, πε­ριε­λάμ­βα­νε τον «Κί­τρι­νο Φά­κελ­λο» του Μ. Κα­ρα­γά­τση, τον «Χατ­ζή Μα­νουήλ» του Θρά­σου Κα­στα­νά­κη και το «Ένα παι­δί με­τρά­ει τ’ ά­στρα» του Με­νέ­λα­ου Λου­ντέ­μη. Από αυ­τά α­πο­κλεί­στη­κε το βι­βλίο του Κα­ρα­γά­τση, για­τί τού εί­χε ή­δη α­πο­νε­μη­θεί το βρα­βείο διη­γή­μα­τος του 1955 για τη συλ­λο­γή του, η «Με­γά­λη Λι­τα­νεία». Κα­λά να πά­θει ο Κα­ρα­γά­τσης. Μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ων, να α­πο­δεχ­θεί βρα­βείο διη­γή­μα­τος. Ωστό­σο, θερ­μό­αι­μος ο Κα­ρα­γά­τσης, ποιος ξέ­ρει, μπο­ρεί και να δια­μαρ­τυ­ρό­ταν, αν η α­πο­νο­μή των βρα­βείων του 1955 γι­νό­ταν στην ώ­ρα της. Πά­ντως, και το ε­πό­με­νο βρα­βείο διη­γή­μα­τος, του 1956, σε μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο δό­θη­κε, τον Θα­νά­ση Πε­τσά­λη-Διο­μή­δη, που θα εί­πε, υ­πο­θέ­του­με, και ευ­χα­ρι­στώ. Όπως άλ­λω­στε, και πλεί­στα ό­σα βρα­βεία διη­γή­μα­τος στα εν­διά­με­σα πε­νή­ντα χρό­νια.
Θυ­μί­ζου­με τους βρα­βευ­θέ­ντες ε­κεί­νης της διε­τίας. Το 1955, το βρα­βείο ποίη­σης δό­θη­κε στον Νι­κη­φό­ρο Βρετ­τά­κο, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος δεν α­πο­νε­μή­θη­κε, διη­γή­μα­τος στον Μ. Κα­ρα­γά­τση, δο­κι­μίου στον Κλέω­να Πα­ρά­σχο, τα­ξι­διω­τι­κής ε­ντύ­πω­σης στον Πέ­τρο Χά­ρη και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας στον Τά­σο Αθα­να­σιά­δη. Ενώ, τα δεύ­τε­ρα της ί­διας χρο­νιάς δό­θη­καν στους ε­ξής: ποίη­σης εξ η­μι­σείας στον Γιώρ­γο Θέ­με­λη και στην Ζωή Κα­ρέλ­λη, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον Νί­κο Κάσ­δα­γλη, διη­γή­μα­τος στον Σπύ­ρο Πλα­σκο­βί­τη και δο­κι­μίου στον Γιάν­νη Χατ­ζί­νη. Το 1956, το βρα­βείο ποίη­σης δό­θη­κε εξ η­μι­σείας στον Γιάν­νη Ρί­τσο και στον Άρη Δι­κταίο, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λο, διη­γή­μα­τος στον Θ. Πε­τσά­λη-Διο­μή­δη, δο­κι­μίου στον Γιώρ­γο Θε­ο­το­κά, τα­ξι­διω­τι­κής ε­ντύ­πω­σης στον Παύ­λο Πα­λαιο­λό­γο και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας στον Ιωάν­νη Θε­ο­δω­ρα­κό­που­λο. Ενώ, τα δεύ­τε­ρα δό­θη­καν στους ε­ξής: ποίη­σης στον Μη­νά Δη­μά­κη, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον Κώ­στα Σού­κα, διη­γή­μα­τος εξ η­μι­σείας στην Τα­τιά­να Γκρί­τση-Μιλ­λιέξ και στον Γιάν­νη Μα­γκλή και δο­κι­μίου στον Χρυ­σό Ευελ­πί­δη.
Με τα ση­με­ρι­νά κρι­τή­ρια, εάν λά­βου­με υ­πό­ψη τους συγ­γρα­φείς και τα βρα­βευ­θέ­ντα τό­τε βι­βλία, μπο­ρού­με να πού­με, πως α­νή­κουν α­μι­γώς στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας. Επί­σης, πα­ρα­τη­ρού­με πως, πα­ρά το βα­ρύ με­τεμ­φυ­λια­κό κλί­μα της ε­πο­χής, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή πα­ρα­μέ­ρι­σε, ως έ­ναν του­λά­χι­στον βαθ­μό, τα ι­δε­ο­λο­γι­κά κρι­τή­ρια. Θυ­μί­ζου­με και τα ε­φε­τι­νά βρα­βεία, για να διευ­κο­λύ­νου­με τις συ­γκρί­σεις. Το Με­γά­λο δό­θη­κε στον Κώ­στα Γεωρ­γου­σό­που­λο, ποίη­σης στην Δή­μη­τρα Χρι­στο­δού­λου, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον Γιώρ­γο Λε­ο­νάρ­δο, διη­γή­μα­τος στην Ευ­γε­νία Φα­κί­νου, δο­κι­μίου στον Βαγ­γέ­λη Αθα­να­σό­που­λο και το πα­σπαρ­τού στον Βα­σί­λη Τζα­να­κά­ρη. Κα­τά τα άλ­λα, δυ­στυ­χώς, δεν γνω­ρί­ζου­με ποια μέ­λη της τε­λευ­ταίας ε­πι­τρο­πής έ­δω­σαν “μά­χες”, ού­τε εάν κρα­τή­θη­καν στο ύ­ψος μιας Άλκης Θρύ­λου, α­ντι­στε­κό­με­νοι στον πει­ρα­σμό να δώ­σουν πρώ­τοι τα συ­χα­ρί­κια στον υ­πο­ψή­φιο, για τον ο­ποίο μόχ­θη­σαν.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

Μεταγλωττισμένος Ραγκαβής

Λί­τσα Χατ­ζο­πού­λου
«Α. Ρ. Ρα­γκα­βής:
έ­νας “στρα­τευ­μέ­νος”
στον 19ο αιώ­να»
Εκδό­σεις Τό­πος
Φε­βρουά­ριος 2009

Στις 27 Δε­κεμ­βρίου του 2009 συ­μπλη­ρώ­νο­νται δια­κό­σια χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Ρα­γκα­βή. Ως δώ­ρο για την ε­πέ­τειό του φαί­νε­ται πως του ε­πι­φυ­λάχ­θη­κε η τι­μή να με­τα­γλωτ­τι­σθεί κι αυ­τός στη νέα ελ­λη­νι­κή. Ένδει­ξη πως δεν έ­χει πα­ρα­γκω­νι­σθεί, αλ­λά πως συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη χο­ρεία των α­ξια­νά­γνω­στων συγ­γρα­φέων του 19ου αιώ­να. Το 2005, που με­τα­γλωτ­τί­στη­κε για α­κό­μη μια φο­ρά η «Πά­πισ­σα Ιωάν­να» του Ροΐδη, θεω­ρή­θη­κε κο­σμοϊστο­ρι­κό γε­γο­νός. Αντι­θέ­τως, η με­τα­γλώτ­τι­ση διη­γη­μά­των του Ρα­γκα­βή έ­χει πα­ρα­μεί­νει μέ­χρι στιγ­μής α­σχο­λία­στη. Ίσως και για­τί δεν εκ­δό­θη­κε αυ­το­τε­λώς, αλ­λά μα­ζί με μια γε­νι­κό­τε­ρη πα­ρου­σία­ση του ί­διου και του έρ­γου του. Ωστό­σο, το ε­ρώ­τη­μα που α­να­φύε­ται στην πε­ρί­πτω­ση του Ρα­γκα­βή, εί­ναι κα­τά πό­σο οι ε­νά­ντιοι της με­τα­γλώτ­τι­σης των θεω­ρού­με­νων ως κλασ­σι­κών της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ου­σια­στι­κά της τριά­δας Πα­πα­δια­μά­ντης-Βι­ζυη­νός-Ροΐδης, θα πρό­βα­λαν εν­στά­σεις και για τη με­τα­γλώτ­τι­ση του Ρα­γκα­βή ή μή­πως στην πε­ρί­πτω­σή του θα πε­ριό­ρι­ζαν τις α­ντιρ­ρή­σεις τους σε θέ­μα αρ­χής. Δη­λα­δή, πως η ελ­λη­νι­κή του 19ου αιώ­να, α­κό­μη και η αρ­χαιο­πρε­πής του Ρα­γκα­βή και των α­δελ­φών Σού­τσου, δεν χρή­ζει με­τα­γλώτ­τι­σης, α­φού πρό­κει­ται για μια και ε­νιαία γλώσ­σα, που κα­λά θα κά­νουν οι νεό­τε­ρες γε­νιές να μά­θουν. Αν ό­χι παι­διό­θεν, έ­στω με­γα­λώ­νο­ντας ι­δίοις κό­ποις, μια και το εκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­μα ο­λι­γω­ρεί. Για­τί, κα­τά τα άλ­λα, ό­σο α­φο­ρά τον Ρα­γκα­βή, α­κό­μη και ό­σοι δεν αμ­φι­σβη­τούν τη λο­γο­τε­χνι­κή του α­ξία, ε­κτι­μούν στα διη­γή­μα­τά του, τα θέ­μα­τα, την πλο­κή, τους χα­ρα­κτή­ρες, τις ι­δε­ο­λο­γι­κές θέ­σεις, τε­λο­σπά­ντων, ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο πλην της γλώσ­σας. Με­ρι­κοί, μά­λι­στα, με τις α­πο­τι­μή­σεις τους σχε­δόν προ­τρέ­πουν να με­τα­γλωτ­τι­σθεί. Με­τα­ξύ αυ­τών, πρώ­τος και καλ­λί­τε­ρος, ο Κ.Θ.Δη­μα­ράς. Στην Ιστο­ρία του γρά­φει: “Όταν υ­περ­νι­κη­θεί η γλωσ­σι­κή α­νία, βρι­σκό­μα­στε μπρο­στά σε έρ­γα που έ­χουν παλ­μό, ου­σία, σύν­θε­ση...» Αν και τον Δη­μα­ρά σε γλωσ­σι­κά θέ­μα­τα καλ­λί­τε­ρα να τον πα­ρα­κά­μπτου­με, α­φού οι προ­τι­μή­σεις του, ό­σο α­φο­ρά την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, δεν εκ­φρά­ζουν το λο­γο­τε­χνι­κό γού­στο, που τε­λι­κά ε­πε­κρά­τη­σε. Θυ­μί­ζου­με πως σχε­δόν τυ­χαία χα­ρα­κτη­ρί­ζει την πα­πα­δια­μα­ντι­κή γλώσ­σα και κα­θ’ υ­περ­βο­λήν κα­θα­ρεύου­σα ε­κεί­νη του Ροΐδη.
Όπως και να έ­χει, η με­τα­γλώτ­τι­ση τριών διη­γη­μά­των του Ρα­γκα­βή δη­μο­σιεύε­ται στο βι­βλίο της Λί­τσας Χατ­ζο­πού­λου, που ε­γκαι­νιά­ζει τη σει­ρά «Επί των κει­μέ­νων». Ο διευ­θυ­ντής της σει­ράς, Άρης Μα­ρα­γκό­που­λος, ο­ρί­ζει ως στό­χο της την εκ νέ­ου α­νά­γνω­ση συγ­γρα­φέων και κει­μέ­νων υ­πό το φως της νεό­τε­ρης κρι­τι­κής. Και α­κρι­βώς, αυ­τήν τη νεό­τε­ρη κρι­τι­κή εκ­προ­σω­πεί, κα­τά τον καλ­λί­τε­ρο τρό­πο, για την πε­ρί­πτω­ση του Ρα­γκα­βή, η Χατ­ζο­πού­λου, κα­θώς α­σχο­λεί­ται συ­στη­μα­τι­κά μα­ζί του α­πό το 1990. Ο Ρα­γκα­βής α­πο­τέ­λε­σε το α­ντι­κεί­με­νο της δι­δα­κτο­ρι­κής δια­τρι­βής της και το θέ­μα τριών βι­βλίων της, μη συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας την α­πο­δελ­τίω­ση του πε­ριο­δι­κού «Ευ­τέρ­πη», που προέ­κυ­ψε ως ε­πα­κό­λου­θο της ε­να­σχό­λη­σής της με τον Ρα­γκα­βή. Θυ­μί­ζου­με πως αυ­τός έ­δω­σε το ό­νο­μα Ευ­τέρ­πη στο πε­ριο­δι­κό του συμ­μα­θη­τή του α­πό την Οδησ­σό Γρη­γο­ρίου Κα­μπού­ρο­γλου, το ο­ποίο άρ­χι­σε να εκ­δί­δε­ται την 1η Σε­πτεμ­βρίου του 1847. Μέ­λος της συ­ντα­κτι­κής ε­πι­τρο­πής του πε­ριο­δι­κού μέ­χρι τα τέ­λη του 1849 ο Ρα­γκα­βής, δη­μο­σίευ­σε σε αυ­τό 13 α­πό τα συ­νο­λι­κά 22 διη­γή­μα­τά του κα­θώς και άλ­λα κεί­με­νά του. Εγκα­τέ­λει­ψε την «Ευ­τέρ­πη» μό­νο ό­ταν εί­χε πια στα σκα­ριά το δι­κό του πε­ριο­δι­κό, την «Παν­δώ­ρα», που ε­ξέ­δω­σε με τους φί­λους του Νι­κό­λαο Δρα­γού­μη και Κων­στα­ντί­νο Πα­παρ­ρη­γό­που­λο.
Την ει­σα­γω­γή του βι­βλίου η Χατ­ζο­πού­λου την ξε­κι­νά με την ε­ναρ­κτή­ρια φρά­ση των «Απο­μνη­μο­νευ­μά­των» του Ρα­γκα­βή, «Εκ κα­τα­γω­γής ει­μί Φα­να­ριώ­της...». Εί­ναι μια φρά­ση που δεί­χνει προ­κλη­τι­κή, κα­θώς ο Ρα­γκα­βής την γρά­φει το 1887, ό­ταν γνω­ρί­ζει πλέ­ον πως συ­νι­στά “κη­λί­δα και ύ­βρι­ν” για τη γε­νιά του 1880. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το 2009 συ­μπλη­ρώ­νο­νται και 230 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του πα­τέ­ρα του Ια­κω­βά­κη Ρί­ζου Ρα­γκα­βή, που κα­τα­γό­ταν α­πό την πα­λαιά οι­κο­γέ­νεια των Ρα­γκα­βέ. Ο Ρα­γκα­βής με­γά­λω­σε στην αυ­λή του η­γε­μό­να Αλέ­ξαν­δρου Σού­τσου και στα με­τέ­πει­τα χρό­νια εί­χε δα­σκά­λους τον Γεώρ­γιο Γεν­νά­διο και τον Κων­στα­ντί­νο Βαρ­δα­λά­χο. Με λί­γα λό­για, μα­θή­τευ­σε στον Δια­φω­τι­σμό, ε­νώ οι σπου­δές του στο Μό­να­χο έ­γι­ναν στο κλί­μα του “κλα­σι­κι­στι­κού ρο­μα­ντι­σμού”. Αυ­τές οι ε­πιρ­ροές θα μπο­ρού­σαν να ερ­μη­νεύ­σουν τη στά­ση του, τό­σο στην πο­λι­τι­κή ό­σο και στη λο­γο­τε­χνία, που χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό με­τριο­πά­θεια και συ­ντη­ρη­τι­σμό.
Η Χατ­ζο­πού­λου βρί­σκει α­ντι­στοι­χίες α­νά­με­σα στον φα­να­ριω­τι­σμό και τον σή­με­ρα ι­σχύο­ντα πο­λι­τι­κό ρε­α­λι­σμό. Πα­ρο­μοίως, πα­ραλ­λη­λί­ζει τις ε­πι­λο­γές του Ρα­γκα­βή στην πε­ζο­γρα­φία με αυ­τές ε­νός “στρα­τευ­μέ­νου” συγ­γρα­φέα. Στα διη­γή­μα­τά του, ο Ρα­γκα­βής προ­σπα­θεί να συν­δυά­σει το τερ­πνό με­τά του ω­φε­λί­μου. Ο έ­ρω­τας α­πο­τε­λεί μεν τον πυ­ρή­να στις πε­ρισ­σό­τε­ρες ι­στο­ρίες του, αλ­λά χω­ρίς ρο­μα­ντι­κές ε­ξάρ­σεις, υ­πα­κούο­ντας σε μια σει­ρά κοι­νω­νι­κών α­ξιών, ώ­στε να πα­ρα­δειγ­μα­τί­ζο­νται οι νε­α­ρές α­να­γνώ­στριες. Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, πα­ρό­λο που, κα­τά κα­νό­να, οι ι­στο­ρίες του δια­δρα­μα­τί­ζο­νται ε­κτός Ελλά­δος, στό­χος του εί­ναι, μέ­σω αυ­τών, να πα­ρου­σιά­σει τα φλέ­γο­ντα για την Ευ­ρώ­πη κοι­νω­νι­κά προ­βλή­μα­τα, ό­πως η εκ­με­τάλ­λευ­ση της παι­δι­κής ερ­γα­σίας, το δου­λε­μπό­ριο, ο ρό­λος της γυ­ναί­κας και άλ­λα. Η ει­σα­γω­γή της Χατ­ζο­πού­λου εί­ναι ευ­σύ­νο­πτη και ταυ­τό­χρο­να πλή­ρης, δεί­χνο­ντας πό­σο κερ­δί­ζει η με­λέ­τη ε­νός θέ­μα­τος, ό­ταν πο­λιορ­κεί­ται ε­πί μα­κρόν και α­πό δια­φο­ρε­τι­κές πλευ­ρές. Όσο α­φο­ρά τη με­τα­γλώτ­τι­ση, εκ­θέ­τει στο ε­πί­με­τρο το σκε­πτι­κό του εγ­χει­ρή­μα­τος, που ου­σια­στι­κά στη­ρί­χτη­κε στην ε­πι­και­ρό­τη­τα της θε­μα­τι­κής του Ρα­γκα­βή, θεω­ρώ­ντας ως αυ­το­νό­η­τη την α­νε­παρ­κή γνώ­ση της κα­θα­ρεύου­σας α­πό το ση­με­ρι­νό α­να­γνω­στι­κό κοι­νό.
Η ι­δέα για τη με­τα­γλώτ­τι­ση του Ρα­γκα­βή α­νή­κει στον τε­λευ­ταίο με­τα­φρα­στή της «Πά­πισ­σας Ιωάν­νας», τον Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη. Μό­νο που αυ­τός πρό­τει­νε να με­τα­φρα­στεί το μο­να­δι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα του Ρα­γκα­βή, «Ο Αυ­θέ­ντης του Μω­ρέως». Τε­λι­κά, ό­μως, ε­πε­κρά­τη­σε η ά­πο­ψη η αρ­χή να γί­νει με τρία α­πό τα διη­γή­μα­τά του, που εί­χαν πρω­το­δη­μο­σιευ­τεί στην «Ευ­τέρ­πη», και τα τρία ε­ντός του 1848: Τη «Λέι­λα», το «Χρυ­σό μα­στί­γιο» και το «Γλου­μυ­μά­ουθ». Για ό­σους θε­λή­σουν να δια­βά­σουν εκ πα­ραλ­λή­λου ή και εκ των υ­στέ­ρων τα διη­γή­μα­τα στο πρω­τό­τυ­πο, προ­σφέ­ρε­ται η προ δε­κα­ε­τίας δί­το­μη έκ­δο­ση των «Διη­γη­μά­των» του Ρα­γκα­βή, σε ε­πι­μέ­λεια Δη­μή­τρη Τζιό­βα, α­πό το Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη. Επί­σης, η αυ­το­τε­λής έκ­δο­ση του «Γλου­μυ­μά­ουθ», α­πό τον Τά­κη Κα­για­λή, στις εκ­δό­σεις Νε­φέ­λη.
“Πα­τέ­ρα του νε­ο­ελ­λη­νι­κού διη­γή­μα­τος” έ­χουν α­πο­κα­λέ­σει τον Ρα­γκα­βή και ό­πως φαί­νε­ται, για πλεί­στους ό­σους λό­γους ε­ξα­κο­λου­θεί να προ­σφέ­ρε­ται για α­νά­γνω­ση. Για­τί τα κοι­νω­νι­κά προ­βλή­μα­τα που α­πα­σχο­λού­σαν την ε­πο­χή του έ­μελ­λε να διαιω­νι­σθούν. Για­τί οι ή­ρωες του εί­ναι α­λη­θο­φα­νείς και με­τρη­μέ­νοι σαν χα­ρα­κτή­ρες. Για­τί οι πε­ρι­γρα­φές του εί­ναι α­κρι­βείς και πα­ρα­στα­τι­κές. Και τέ­λος, για­τί έ­χει κι αυ­τός, ό­πως και οι ση­με­ρι­νοί μα­κρι­νοί του α­πό­γο­νοι, προ­τί­μη­ση στις ξέ­νες χώ­ρες. Όσο για την με­τα­γλώτ­τι­ση μας φαί­νε­ται α­κρι­βής και στρω­τή. Από την άλ­λη, ό­πως η με­τά­φρα­ση ε­νός ξε­νό­γλωσ­σου κει­μέ­νου, α­κό­μη και η καλ­λί­τε­ρη, δια­τα­ράσ­σει το αρ­χι­κό κεί­με­νο, έ­τσι και η με­τα­γλώτ­τι­ση του Ρα­γκα­βή δια­φο­ρο­ποιεί το ύ­φος και τις α­πο­χρώ­σεις του πρω­το­τύ­που. Για πα­ρά­δειγ­μα πα­ρα­θέ­του­με έ­να σπά­ραγ­μα α­πό το τρί­το διή­γη­μα μα­ζί με τη με­τα­γλώτ­τι­σή του: «Αβέ­βαιοί τι­νες και φα­ντα­σιώ­δεις μορ­φαί, πλα­νω­μέ­νην τι­νά δε­χό­με­ναι α­κτί­να του ά­νω φω­τός, α­νε­φαί­νο­ντο ά­νευ κα­τα­λη­πτού δια­γράμ­μα­τος εκ του α­χα­νούς της νυ­κτός κόλ­που.» «Κά­τι α­σα­φείς και α­χνές μορ­φές, στις ο­ποίες έ­φτα­ναν σκόρ­πιες α­κτί­νες φω­τός α­πό πά­νω, ξε­πρό­βαλ­λαν χω­ρίς συ­γκε­κρι­μέ­νο πε­ρί­γραμ­μα μέ­σα α­πό τον α­χα­νή κόλ­πο της νύ­χτας.»
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

Πουλί σεμνό του φθινοπώρου...

Μί­χος Κά­ρης «Υστε­ρό­γρα­φα»
Εκδό­σεις Πο­τα­μός Αθή­να, 2008

Η λο­γο­τε­χνία του αλ­βα­νι­κού Με­τώ­που έ­χει να ε­πι­δεί­ξει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ποίη­ση, χρο­νι­κά, μαρ­τυ­ρίες. Μό­νο η σχε­τι­κή διη­γη­μα­το­γρα­φία φαί­νε­ται να υ­στε­ρεί, πα­ρα­μέ­νο­ντας, έως σή­με­ρα, πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νη. Μο­να­δι­κή, ί­σως, ε­ξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί η πε­ρί­πτω­ση του Γε­ρά­σι­μου Γρη­γό­ρη, που έ­χει κά­πως σχο­λια­στεί. Μια άλ­λη πε­ρί­πτω­ση, πα­ντε­λώς α­γνο­η­μέ­νη, εί­ναι ο Μί­χος Κά­ρης, τον ο­ποίο ε­πα­να­φέ­ρει στο προ­σκή­νιο το πρό­σφα­το βι­βλίο, α­κρι­βώς, με έ­να α­φή­γη­μα α­πό τον Πό­λε­μο του ’40. Το «Όρχος Πυ­ρο­μα­χι­κών», ό­πως τιτ­λο­φο­ρεί­ται. Πρό­κει­ται για σε­λί­δες η­με­ρο­λο­γίου του ί­διου του συγ­γρα­φέα α­πό το αλ­βα­νι­κό Μέ­τω­πο. Ωστό­σο, με την σπον­δυ­λω­τή μορ­φή που έ­χει, κα­θώς χω­ρί­ζε­ται σε εί­κο­σι μέ­ρη, θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί και ως συλ­λο­γή διη­γη­μά­των.
Με πα­ρα­στα­τι­κό τρό­πο α­νι­στο­ρού­νται τα δει­νά ε­νός ε­πί­στρα­του που κλή­θη­κε α­πό τους πρώ­τους, α­μέ­σως με­τά την κή­ρυ­ξη του Πο­λέ­μου. Μέ­σα σε λι­γό­τε­ρο α­πό τρεις μέ­ρες βρέ­θη­κε α­πό πο­λί­της στην Αθή­να στη ζώ­νη των ε­πι­χει­ρή­σεων. Αν και α­πέ­φυ­γε τη γραμ­μή πυ­ρός, α­φού, α­ντί ό­πλου, τού έ­δω­σαν μου­λά­ρι, ο α­γώ­νας που κα­λεί­το να δώ­σει δεν ή­ταν κα­θό­λου α­με­λη­τέ­ος. Μου­λα­ράς, ό­πως τους α­πο­κα­λού­σαν τό­τε, έ­πρε­πε να τα βγά­λει πέ­ρα με έ­να κα­μπί­σιο ζω­ντα­νό, ο­λωσ­διό­λου α­κα­τάλ­λη­λο για το κα­κο­τρά­χα­λο των αλ­βα­νι­κών βου­νών, που γί­νο­νταν α­προ­σπέ­λα­στα το χει­μώ­να. Το­πο­θε­τη­μέ­νος στα με­τα­γω­γι­κά, στον όρ­χο πυ­ρο­μα­χι­κών, η α­πο­στο­λή του ή­ταν να με­τα­φέ­ρει ο­βί­δες και προ­μή­θειες στη γραμ­μή του Με­τώ­που, ό­που έ­δι­νε τη μά­χη το ο­ρει­βα­τι­κό πυ­ρο­βο­λι­κό. Η βά­ση στρα­το­πέ­δευ­σής του βρι­σκό­ταν κο­ντά στη Μο­σχό­πο­λη. Στις δύ­σκο­λες δια­δρο­μές που εί­χε να κά­νει, ή­ταν και η πο­ρεία μέ­χρι την Κο­ρυ­τσά.
Η α­φή­γη­ση προ­χω­ρά με τη λε­πτο­με­ρή πα­ρά­θε­ση συμ­βά­ντων, μα­ζί με σκέ­ψεις και κά­ποιες στι­χο­μυ­θίες, σκια­γρα­φώ­ντας με ε­νάρ­γεια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς τύ­πους φα­ντά­ρων. Χω­ρίς η­ρωϊκές ε­ξάρ­σεις, πε­ρι­γρά­φο­νται σκη­νές πο­ρείας και α­νά­παυ­λας, ό­που ει­κό­νες πλή­ρους κα­τάρ­ρευ­σης α­πό τις κα­κου­χίες ε­ναλ­λάσ­σο­νται με άλ­λες ψυ­χι­κής α­νά­τα­σης, ό­πως η υ­πο­δο­χή που ε­πε­φύ­λα­ξαν στους στρα­τιώ­τες οι κά­τοι­κοι της μό­λις α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νης Κο­ρυ­τσάς. Το βα­ρύ κλί­μα έρ­χο­νται να δια­σκε­δά­σουν τα σου­σού­μια των φα­ντά­ρων, ό­πως το­νί­ζο­νται μέ­σα α­πό τη διή­γη­ση κά­ποιων πε­ρι­στα­τι­κών. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του α­φη­γη­τή εί­ναι η αμ­φι­τα­λά­ντευ­σή του α­νά­με­σα σε δυο εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­τες δια­θέ­σεις. Από τη μια, το πεί­σμα του να φέ­ρει σε πέ­ρας μια α­πο­στο­λή και α­πό την άλ­λη, έ­να αί­σθη­μα μα­ταιό­τη­τας, που κο­ρυ­φώ­νε­ται στο τέ­λος με το ε­ρώ­τη­μα, “για­τί τό­σος πό­νος”. Κι αυ­τό συμ­βαί­νει, ό­ταν ε­πι­στρέ­φει α­πό το Μέ­τω­πο, με­τά α­πό τέσ­σε­ρις μή­νες, α­νά­πη­ρος. Αν και το ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρο τμή­μα της α­φή­γη­σης α­φο­ρά κά­ποιες α­πο­στο­λές, που δεί­χνουν τον τρό­πο που πο­λέ­μη­σαν οι έλ­λη­νες στρα­τιώ­τες. “Δί­χως βα­ρυ­γκό­μια και δί­χως σα­μα­τά”, σαν σε “τα­μέ­νο σκο­πό”. Ακό­μη κι ό­ταν μια α­πο­στο­λή φαι­νό­ταν ά­σκο­πη, η δια­τα­γή ε­ξε­τε­λεί­το. Πα­ρά­δειγ­μα, η με­τα­φο­ρά νε­κρού α­πό το χει­ρουρ­γείο της πρώ­της γραμ­μής σε έ­να έ­ρη­μο μο­να­στή­ρι για να τα­φεί δί­πλα σε άλ­λους φα­ντά­ρους, που εί­χαν σκο­τω­θεί σε μά­χη ε­πί τό­που. Στο διή­γη­μα ξε­τυ­λί­γε­ται η ο­λο­νύ­χτια πο­ρεία για τη με­τα­φο­ρά του φο­ρείου μέ­σα α­πό γι­δό­στρα­τες. Την τρα­γι­κό­τη­τα της κα­τά­στα­σης ε­λα­φρύ­νουν κω­μι­κές σκη­νές, ό­πως, ό­ταν ο νε­κρός γλυ­στρά­ει α­πό το φο­ρείο, και ό­λοι μα­ζί, ζώ­ντες και νε­κροί, κου­τρου­βα­λιά­ζο­νται α­γκα­λια­σμέ­νοι. Ως ει­ρω­νι­κή κα­τα­κλεί­δα έρ­χε­ται η τα­φή χω­ρίς ού­τε καν έ­να σταυ­ρό με το ό­νο­μά του, δί­πλα σε έ­ναν τυ­χε­ρό­τε­ρο, που στο σταυ­ρό του εί­ναι γραμ­μέ­νο, «Νι­κό­λα­ος Ανδρέ­ου, α­π’ την Ηλεία, τά­δε κλά­σης ιπ­πι­κού».
Το α­φή­γη­μα πρω­το­εκ­δό­θη­κε το 1984, με τον πλή­ρη τίτ­λο «10ος Όρχος Πυ­ρο­μα­χι­κών», α­πό τον εκ­δο­τι­κό οί­κο της οι­κο­γέ­νειας Βρετ­τά­κου, «Τρία Φύλ­λα», μια και ο Κά­ρης εί­χε πα­ντρευ­τεί την α­δελ­φή του Νι­κη­φό­ρου Βρετ­τά­κου. Μα­ζί με άλ­λα διη­γή­μα­τα, δη­μο­σιευ­μέ­να σε πε­ριο­δι­κά, συ­νι­στά τη συμ­βο­λή του Κά­ρη σε μια λο­γο­τε­χνία που α­πο­τυ­πώ­νει τους “αν­θρώ­πους εν πο­λέ­μω”. Όσο για την έκ­δο­ση του πρό­σφα­του βι­βλίου του Κά­ρη, αυ­τή εμ­φα­νί­ζε­ται ως ε­πε­τεια­κή, α­φού, στις 19 Σε­πτεμ­βρίου 2008, συ­μπλη­ρώ­θη­καν ε­κα­τό χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Το πι­θα­νό­τε­ρο, ο­φεί­λε­ται σε συγ­γε­νι­κή πρω­το­βου­λία, κα­θώς, στο πρώ­το μέ­ρος του βι­βλίου, δη­μο­σιεύε­ται α­νέκ­δο­το χει­ρό­γρα­φό του, που βρέ­θη­κε με­τά το θά­να­τό του, το 1987.
Στους πε­ζο­γρά­φους του Με­σο­πο­λέ­μου κα­τα­τάσ­σε­ται ο Μί­χος Κά­ρης, με πρώ­τη εμ­φά­νι­ση το 1934, στις σε­λί­δες της «Νέ­ας Εστίας», με το διή­γη­μα «Ν’ αν­θί­ση, να καρ­πί­ση». Εί­ναι μεν η πρώ­τη του δη­μο­σίευ­ση, ό­μως ε­ντυ­πω­σιά­ζει, έ­τσι ό­πως α­πο­τυ­πώ­νει τις α­πο­χρώ­σεις του γυ­ναι­κείου ψυ­χι­σμού. Συ­νο­μή­λι­κος του Γε­ρά­σι­μου Γρη­γό­ρη, κι αυ­τός με πρώ­το βι­βλίο μια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, α­πό τις εκ­δό­σεις Γκο­βό­στη. Το 1938 εκ­δό­θη­κε του Κά­ρη, το 1939 του Γρη­γό­ρη. Με άλ­λα λό­για, έ­νας α­κό­μη α­πό τα πα­ρα­λει­πό­με­να της γε­νιάς του ’30, που ό­λα δεί­χνουν πως χρειά­ζο­νται μια προ­σε­κτι­κό­τε­ρη α­νί­χνευ­ση. Το πρό­σφα­το «Λε­ξι­κό Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας», πα­ρά το πλή­θος των κα­τα­γε­γραμ­μέ­νων προ­σώ­πων, δεν τον μνη­μο­νεύει, ό­πως, άλ­λω­στε, και οι πα­λαιό­τε­ρες ι­στο­ρίες της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Η πρό­σφα­τη του Αλέξ. Αργυ­ρίου, δε­δο­μέ­νου ό­τι στη­ρί­ζε­ται ι­σο­βα­ρώς στα εκ­δι­δό­με­να βι­βλία και τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, α­να­φέ­ρει διη­γή­μα­τά του σε πέ­ντε πε­ριο­δι­κά κα­τά την πε­ρίο­δο 1937-1949, ε­νώ στους τε­λευ­ταίους τό­μους δί­νο­νται τα βιο­γρα­φι­κά του χω­ρίς α­ξιο­λό­γη­ση του συγ­γρα­φέα. Η α­πο­δελ­τίω­ση των α­θη­ναϊκών πε­ριο­δι­κών της πε­ριό­δου 1934-1940 α­πό την ο­μά­δα του Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου προ­σθέ­τει έ­να ε­πι­πλέ­ον λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό. Και τέ­λος, η με­λέ­τη της Αλε­ξάν­δρας Μπου­φέα για «Τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά της Κα­το­χής» δί­νει έ­να α­κό­μη διή­γη­μα του Κά­ρη στα «Καλ­λι­τε­χνι­κά Νέ­α». Η Μπου­φέα προ­σθέ­τει την πλη­ρο­φο­ρία πως το Μί­χος Κά­ρης εί­ναι ψευ­δώ­νυ­μο του Μι­χά­λη Κα­ρυ­στι­νού, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται και στο λε­ξι­κό ψευ­δω­νύ­μων του Κυ­ριά­κου Ντε­λό­που­λου. Ωστό­σο, στο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό κεί­με­νο του πρό­σφα­του βι­βλίου, ο ί­διος μνη­μο­νεύει ως πα­τρώ­νυ­μο το Μπα­φα­λού­κας, ε­νώ ου­δό­λως α­να­φέ­ρει το Κα­ρυ­στι­νός. Δί­νει μό­νο την πλη­ρο­φο­ρία πως ο πα­τέ­ρας του, Κώ­στας Μπα­φα­λού­κας, κα­τα­γό­ταν α­πό μια εκ των τριών γει­το­νι­κών πε­ριο­χών, Κά­ρυ­στο-Κύ­μη-Σκύ­ρο. Δεν γνώ­ρι­ζε α­πό ποια α­κρι­βώς, για­τί ο πα­τέ­ρας του πέ­θα­νε λί­γους μή­νες με­τά τη δι­κή του γέν­νη­ση και η εύ­πο­ρη οι­κο­γέ­νειά του, που κρα­τού­σε α­πό ευ­βο­είς κα­ρα­βο­κύ­ρη­δες, έ­κο­ψε κά­θε δε­σμό με τη μη­τέ­ρα του. Αλλά ο Κώ­στας Μπα­φα­λού­κας τυ­χαί­νει να εί­ναι γνω­στός ζω­γρά­φος και έ­νας α­πό τους πα­ρα­γω­γι­κό­τε­ρους ξυ­λο­γρά­φους στα τέ­λη του 19ου αιώ­να, με α­πο­τέ­λε­σμα να μην μεί­νει στα πα­ρα­λει­πό­με­να ό­πως ο γιος του. Έχει κα­τα­χω­ρη­θεί με το ψευ­δώ­νυ­μο Κώ­στας Κα­ρυ­στι­νός, ε­μπνευ­σμέ­νο προ­φα­νώς α­πό τη γε­νέ­τει­ρά του. Δη­λα­δή, πρό­κει­ται για μια α­κό­μη πε­ρί­πτω­ση, που το ψευ­δώ­νυ­μο ε­νός μέ­λους της οι­κο­γέ­νειας υιο­θε­τεί­ται ως ε­πί­θε­το α­πό τα υ­πό­λοι­πα. Μό­νο που ο Κά­ρης πρω­το­τύ­πη­σε και α­πό το εξ α­ντα­να­κλά­σεως ψευ­δώ­νυ­μο έ­πλα­σε δια συ­γκο­πής έ­να δι­κό του.
Το χει­ρό­γρα­φο τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Υστε­ρό­γρα­φα» και γρά­φτη­κε τον Ια­νουά­ριο του 1971, ό­ταν ο Κά­ρης συ­ντα­ξιο­δο­τή­θη­κε α­πό το Συμ­βού­λιο της Επι­κρα­τείας, ό­που ερ­γά­στη­κε ως κλη­τή­ρας κο­ντά εί­κο­σι χρό­νια. Πα­ρό­λο που στον πρό­λο­γο διευ­κρι­νί­ζε­ται πως πρό­κει­ται για “α­νε­πε­ξέρ­γα­στο λο­γο­τε­χνι­κό υ­λι­κό”, η α­φή­γη­ση, με τον πα­ρα­στα­τι­κό τρό­πο που α­να­σταί­νει τους προ­γό­νους του και στη συ­νέ­χεια, τα α­φε­ντι­κά και τους φί­λους του, κα­θι­στά α­με­λη­τέες τις ό­ποιες α­σά­φειες γεν­νούν τα πη­δή­μα­τα της μνή­μης του συγ­γρα­φέα. Η ι­στο­ρία του Κά­ρη ξε­κι­νά­ει α­πό τους Γκά­γκα­ρους Αθη­ναίους, ό­πως η προ­για­γιά του, α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας του, που πή­ρε για προί­κα έ­να σπί­τι στο τέ­λος της ο­δού Ρα­γκα­βά, α­κρι­βώς κά­τω α­πό την Ακρό­πο­λη. Ένα βό­λι των Τούρ­κων, που ή­ταν τα­μπου­ρω­μέ­νοι στην Ακρό­πο­λη, σκό­τω­σε τον προ­πάπ­πο του, έ­ναν “α­ντρά­κλα­ρο, με φου­στα­νέ­λα και χρυ­σό κο­ντο­ζώ­νι”, που εί­χε κα­τέ­βει α­πό τη Βό­ρεια Ήπει­ρο. Η διή­γη­ση συ­νε­χί­ζει με τη για­γιά Θε­ο­χά­ραι­να, πα­ντρε­μέ­νη με σα­ντο­ρι­νιό καϊκτσή, που κα­τέ­λη­ξε πε­ρι­βο­λά­ρης με μπο­στά­νι “στην Αγια-Λε­ού­σα, με­τά την Καλ­λι­θέ­α”. Έναν ω­ραίο τύ­πο, με το τσι­γά­ρο μό­νι­μα στα χεί­λη, που ξα­πό­σται­νε στην τα­βέρ­να του Γκιου­λέ­κα.
Μια άλ­λη τα­βέρ­να, που α­πο­τε­λεί βα­σι­κό κε­φά­λαιο στα «Υστε­ρό­γρα­φα» αλ­λά και στη ζωή του Κά­ρη, ό­ταν γύ­ρι­σε α­πό το Μέ­τω­πο και προ­σπα­θού­σε να ε­πι­βιώ­σει, εί­ναι το «Με­θυ­σμέ­νο Κα­ρά­βι», που ά­νοι­ξε το 1942 και κρά­τη­σε μια ει­κο­σα­ε­τία. Υπήρ­ξε έ­να α­πό τα α­γα­πη­μέ­να στέ­κια συγ­γρα­φέων κυ­ρίως, αλ­λά και καλ­λι­τε­χνών. Ο Κά­ρης α­να­φέ­ρει κα­μιά ει­κο­σα­ριά ο­νό­μα­τα, με πρώ­το, αυ­τό του Δη­μο­σθέ­νη Βου­τυ­ρά. Η τα­βέρ­να βρι­σκό­ταν στην ο­δό Αφρο­δί­της 7, στην Πλά­κα. Το 1962, που την έ­κλει­σε, το οί­κη­μα γκρε­μί­στη­κε και ξα­να­κτί­στη­κε ως κα­τοι­κία του γνω­στού αρ­χι­τέ­κτο­να Κλέω­να Κρα­ντο­νέλ­λη. Ανα­φέ­ρε­ται ως δείγ­μα του “νέ­ο-μπρου­τα­λι­σμού” της ε­πο­χής, που υ­πο­τί­θε­ται πως στη­ρί­χτη­κε στα τυ­πι­κά γνω­ρί­σμα­τα των πλα­κιώ­τι­κων σπι­τιών για την κα­τα­σκευή κυ­βό­σχη­μων κα­τοι­κιών α­πό σκυ­ρό­δε­μα.
Ο Κά­ρης και η μη­τέ­ρα του, μια λε­βε­ντο­γυ­ναί­κα που ή­θε­λε να γί­νει δα­σκά­λα αλ­λά τα α­δέλ­φια της δεν την ά­φη­σαν, έ­ζη­σαν μέ­σα στην α­νέ­χεια. Ωστό­σο, με την ε­πι­μο­νή του και τη συ­μπα­ρά­στα­ση της μη­τέ­ρας του κα­τόρ­θω­σε να τε­λειώ­σει το Σχο­λαρ­χείο και με­τά, τη Νυ­χτε­ρι­νή Σχο­λή του Συλ­λό­γου Εμπο­ροϋπαλ­λή­λων, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να ερ­γα­ζό­ταν σε ό­ποια δου­λειά εύ­ρι­σκε. Από μιας αρ­χής, έ­γρα­φε με­τά μα­νίας διη­γή­μα­τα. Η πρώ­τη συλ­λο­γή του εκ­δό­θη­κε το 1938 και τον τίτ­λο, «Όταν βρα­δυά­ζει», τον έ­δω­σε ο φί­λος του Γιάν­νης Ρί­τσος, που του α­φιέ­ρω­σε και έ­να ποίη­μα: «Ήρθε κα­θώς έ­να που­λί σε­μνό του φθι­νο­πώ­ρου / και στά­θη πλάϊ μας γα­λη­νός χλω­μός και λί­γο α­δέ­ξιος. / Μέ­σα στα μά­τια έ­πλε­αν κά­ποια σκι­σμέ­να ι­στία / μια τρι­κυ­μία χω­ρίς κραυ­γές, χω­ρίς λυγ­μούς και βόγ­γους...» Η δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή, «Εφιάλ­τες», εκ­δό­θη­κε κι αυ­τή α­πό τον Γκο­βό­στη, το 1940. Η τρί­τη, «Που­λιά στον χει­μώ­να», α­πό τις εκ­δό­σεις Μαυ­ρί­δης, το 1953. Η τέ­ταρ­τη, «Πι­κρό μέ­λι», στού Φέ­ξη, το 1964. Η πέ­μπτη, «Οδοι­πό­ροι της α­γω­νίας», α­πό τις εκ­δό­σεις Ιωλ­κός, το 1979. Η έ­κτη,«Σπο­ρα­δι­κές κα­ται­γί­δες», το 1981. Και η έ­βδο­μη και τε­λευ­ταία, «10ος Όρχος Πυ­ρο­μα­χι­κών», το 1984. Αυ­τά, με κά­θε ε­πι­φύ­λα­ξη, κα­θώς στην πρό­σφα­τη έκ­δο­ση δεν υ­πάρ­χει φρο­ντί­δα για έ­να πλή­ρες βιο­γρα­φι­κό. Αντ’ αυ­τού, πα­ρα­τί­θε­νται έ­νας γε­νι­κός πρό­λο­γος και ως ε­πί­λο­γος, κεί­με­νο του ί­διου του Κά­ρη, γραμ­μέ­νο στις αρ­χές του 1986.
Εκτός α­πό τις α­φη­γή­σεις του Με­τώ­που, τα διη­γή­μα­τα του Κά­ρη εί­ναι κοι­νω­νι­κά, και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, του α­θη­ναϊκού ά­στεως, με προ­τί­μη­ση στους δρο­μί­σκους και τις γει­το­νιές κά­τω α­πό το βρά­χο του Κά­στρου. Πε­ρι­γρά­φουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς τύ­πους και δί­νουν ει­κό­νες της κα­θη­με­ρι­νής ζωής α­πό το Με­σο­πό­λε­μο και τη δε­κα­ε­τία του ’40. Ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­φεύ­γει τη δρα­μα­το­ποίη­ση, πα­ρα­μέ­νο­ντας έ­νας ευαί­σθη­τος πα­ρα­τη­ρη­τής του κό­σμου μέ­σα στον ο­ποίο έ­ζη­σε.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Με πρόσχημα τη βιογραφία

Χρή­στος Χρυ­σό­που­λος
«Η λον­δρέ­ζι­κη μέ­ρα
της Λώ­ρας Τζάκ­σον»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Νοέμ­βριος 2008

Χά­ρις στον Χρή­στο Χρυ­σό­που­λο γνω­ρί­σα­με την α­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέα Λώ­ρα Ράι­ντιν­γκ, ε­βραϊκής κα­τα­γω­γής, ό­πως, άλ­λω­στε, οι ση­μα­ντι­κό­τε­ροι λο­γο­τέ­χνες των Ηνω­μέ­νων Πο­λι­τειών με­τά τον Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο. Την έ­φε­ρε μα­ζί με τις α­πο­σκευές του, ε­πι­στρέ­φο­ντας α­πό τις Ηνω­μέ­νες Πο­λι­τείες και ως πο­λύ­τι­μο α­πό­κτη­μα της ε­κεί μα­θη­τείας του. Πέ­ρυ­σι το κα­λο­καί­ρι, στο πρώ­το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Ποιη­τι­κή», πα­ρου­σία­σε ε­πι­λεγ­μέ­να α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα δο­κί­μιά της πε­ρί ποιη­τι­κής, σε δι­κή του με­τά­φρα­ση, με σχό­λια και σύ­ντο­μη ει­σα­γω­γή, ό­που δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για τη ζωή και το έρ­γο της. Με­τά ε­ξέ­δω­σε το μυ­θι­στό­ρη­μά του, που το εμ­φα­νί­ζει ως αρ­χείο μιας σκόρ­πιας ζωής, βα­σι­σμέ­νο, με­ρι­κώς μό­νο, σε α­λη­θι­νά πε­ρι­στα­τι­κά, πα­ραλ­λάσ­σο­ντας πρό­σω­πα, κεί­με­να και γε­γο­νό­τα, ό­πως ο ί­διος διευ­κρι­νί­ζει. Από ό­σο γνω­ρί­ζου­με, αυ­τή η δι­πλή α­να­φο­ρά α­πο­τε­λεί την πρώ­τη πα­ρου­σία­ση της Ράι­ντιν­γκ στην ελ­λη­νι­κή βι­βλιο­γρα­φία. Ού­τε καν η πρό­σφα­τη έκ­δο­ση της ε­γκυ­κλο­παί­δειας Πά­πυ­ρος-Λα­ρούς-Μπρι­τάν­νι­κα δεν την συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει, αν και το ό­νο­μά της α­να­φέ­ρε­ται στο λήμ­μα του συ­ντρό­φου της, συγ­γρα­φέα Ρό­μπερτ Γκρέ­η­βς. Πα­ρό­λο που η Ράι­ντιν­γκ μα­κρο­η­μέ­ρευ­σε, πε­θαί­νο­ντας στις 2 Σε­πτεμ­βρίου 1991, α­φού εί­χε συ­μπλη­ρώ­σει τα ε­νε­νή­ντα, μό­νο με­τά θά­να­το άρ­χι­σε να προ­βάλ­λε­ται ως ση­μα­ντι­κή ποιή­τρια και δο­κι­μιο­γρά­φος, να ε­πα­νεκ­δί­δε­ται το έρ­γο της και η τα­ρα­χώ­δης ζωή της να κι­νεί το εν­δια­φέ­ρον χά­ρις και στις δυο βιο­γρα­φίες της που κυ­κλο­φό­ρη­σαν.
Δε­δο­μέ­νου ό­τι τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία της Ράι­ντιν­γκ, που δί­νει ο Χρυ­σό­που­λος στο δη­μο­σίευ­μα τού πε­ριο­δι­κού και στο μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρου­σιά­ζουν α­να­με­τα­ξύ τους μι­κρές δια­φο­ρές και ού­τως ή άλ­λως, έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα δεν συ­νι­στά τον α­σφα­λέ­στε­ρο τρό­πο γνω­ρι­μίας με έ­να πρό­σω­πο, στο μέλ­λον θα χρεια­στεί μια α­κό­μη πα­ρου­σία­ση. Προ­σώ­ρας, μέ­νει η η­ρωί­δα του Χρυ­σό­που­λου, η “άλ­λη” Λώ­ρα ή και Λώ­ρα Τζάκ­σον, ό­νο­μα που, έ­τσι κι αλ­λιώς, φαί­νε­ται πως πο­τέ δεν χρη­σι­μο­ποίη­σε στα βι­βλία της η Ράι­ντιν­γκ. Διευ­κρι­νι­στι­κά, Ράι­ντιν­γκ ή­ταν το πα­τρι­κό της ό­νο­μα, με το ο­ποίο και ε­ξέ­δω­σε τα ποιη­τι­κά βι­βλία της μέ­χρι το 1940, ο­πό­τε και α­παρ­νή­θη­κε την ποίη­ση. Τζάκ­σον ή­ταν το ό­νο­μα του δεύ­τε­ρου συ­ζύ­γου της, που πα­ντρεύ­τη­κε το ε­πό­με­νο έ­τος. Με το Λώ­ρα (Ράι­ντιν­γκ) Τζάκ­σον ε­ξέ­δω­σε, στη συ­νέ­χεια, το δο­κι­μια­κό έρ­γο της, ό­που έ­θε­τε, λέει, το πα­τρι­κό της ε­ντός πα­ρεν­θέ­σεως για να δη­λώ­νει την πα­ρελ­θού­σα ποιη­τι­κή της ι­διό­τη­τα, πα­ρό­λο που την εί­χε α­πο­κη­ρύ­ξει. Ωστό­σο, ή­δη, α­πό το 1980, στις συ­γκε­ντρω­τι­κές ποιη­τι­κές συλ­λο­γές της, ε­πα­νέ­φε­ρε το Λώ­ρα Ράι­ντιν­γκ, με το ο­ποίο και κα­τα­γρά­φη­κε στην α­με­ρι­κα­νι­κή γραμ­μα­τεία. Και οι «Τάϊμς» του Λον­δί­νου, στη νε­κρο­λο­γία της, ως Λώ­ρα Ράι­ντιν­γκ την α­να­φέ­ρουν κι ας προ­σθέ­τει ο Χρυ­σό­που­λος στην πε­ρι­κο­πή της νε­κρο­λο­γίας που δη­μο­σιεύει, ει­δι­κά στο ο­πι­σθό­φυλ­λο του βι­βλίου του, και το Τζάκ­σον. Μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία η πα­ραλ­λα­γή, ό­πως άλ­λω­στε και ο δρα­μα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας που προσ­δί­δει στη σχέ­ση της με τον Γκρέ­η­βς. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­να­φέ­ρει πως ο μα­κρο­χρό­νιος και πα­ρά­νο­μος δε­σμός τους “τερ­μα­τί­στη­κε α­πό­το­μα, με μια δι­πλή α­πό­πει­ρα αυ­το­κτο­νίας, κά­ποια λον­δρέ­ζι­κη μέ­ρα του 1929”, εξ ου και ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ανε­ξάρ­τη­τα αν οι δυο ε­ρα­στές συμ­βίω­σαν α­κό­μη δέ­κα χρό­νια. Έξι στη Μα­γιόρ­κα, α­πό την ο­ποία α­να­χώ­ρη­σαν λό­γω του Ισπα­νι­κού Εμφυ­λίου, και τα υ­πό­λοι­πα, στο Λον­δί­νο και τη Γαλ­λία, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας μό­λις το 1939 την Ευ­ρώ­πη για τις Ηνω­μέ­νες Πο­λι­τείες, ό­που και τε­λι­κά χώ­ρι­σαν.
Ανα­με­νό­με­νες οι τρο­πο­ποιή­σεις, α­φού ε­κεί­νο που πρω­τί­στως θα πρέ­πει να ήλ­κυ­σε τον Χρυ­σό­που­λο, κρί­νο­ντας και α­πό τα θέ­μα­τα των προ­η­γού­με­νων βι­βλίων του, εί­ναι οι α­κραίες και α­πό­λυ­τες ε­πι­λο­γές της Ράι­ντιν­γκ, τό­σο στη ζωή ό­σο και στην ποίη­ση. Πρώ­τα, η α­πό­πει­ρα αυ­το­κτο­νίας, στις 27 Απρι­λίου 1929, πη­δώ­ντας α­πό το πα­ρά­θυ­ρο του δευ­τέ­ρου ο­ρό­φου, με­τά τριε­τή συμ­βίω­ση με την οι­κο­γέ­νεια του Γκρέ­η­βς, σύ­ζυ­γο και τέσ­σε­ρα παι­διά. Και χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, η α­πό­φα­σή της να σιω­πή­σει, θέ­το­ντας ε­αυ­τήν ε­κτός ποιή­σεως. Όχι μό­νο στα­μά­τη­σε να γρά­φει ποιή­μα­τα αλ­λά και α­πα­γό­ρευ­σε το σχο­λια­σμό του έρ­γου της. Σε αυ­τά τα δυο, τρό­πον τι­να, α­πο­νε­νο­η­μέ­να δια­βή­μα­τα ε­πι­κε­ντρώ­νει ο Χρυ­σό­που­λος το μυ­θι­στό­ρη­μά του. Πα­ρα­δό­ξως, προ­σπερ­νά το γε­γο­νός πως η Ράι­ντιν­γκ α­πο­φά­σι­σε να “κλεί­σει” ως ποιή­τρια με­τά τον ο­ρι­στι­κό χω­ρι­σμό της με τον Γκρέ­η­βς. Όπως φαί­νε­ται, αυ­τή η σύ­μπτω­ση α­πο­σιω­πά­ται γε­νι­κό­τε­ρα α­πό τους με­λε­τη­τές της, πι­θα­νώς, για να μη δο­θεί στον Γκρέ­η­βς ρό­λος μέ­ντο­ρα και μο­λυν­θεί η κα­θα­ρό­τη­τα της ποιη­τι­κής ει­κό­νας της.
Ο Χρυ­σό­που­λος στα­χυο­λο­γεί α­πό το έρ­γο της Ράι­ντιν­γκ δέ­κα ποιή­μα­τα και με­ρι­κούς στί­χους, ό­που, ε­κτός α­πό τους πρώι­μους στί­χους που πα­ρα­θέ­τει αγ­γλι­στί ως μό­το, τα υ­πό­λοι­πα τα με­τα­φρά­ζει και τα πα­ρεμ­βάλ­λει στον α­φη­γη­μα­τι­κό κορ­μό. Σε με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση κα­τα­φεύ­γει στα πε­ζά της, αυ­το­βιο­γρα­φι­κά και μυ­θο­πλα­στι­κά, α­κό­μη ε­πι­στο­λές ή και α­πο­σπά­σμα­τα α­πό γρα­πτά των άλ­λων ε­μπλε­κο­μέ­νων προ­σώ­πων. Ενώ, για τις α­νά­γκες των τε­λευ­ταίων κε­φα­λαίων, ε­πι­λέ­γει πε­ρι­κο­πές α­πό το δο­κι­μια­κό της έρ­γο κα­θώς και ρή­σεις θεω­ρη­τι­κών της λο­γο­τε­χνίας και στο­χα­στών. Τέ­λος, φρο­ντί­ζει την τυ­πο­γρα­φι­κή φυ­σιο­γνω­μία του βι­βλίου του, πα­ρα­θέ­το­ντας φω­το­γρα­φίες, σκί­τσα και ποι­κί­λα τυ­πο­γρα­φι­κά στοι­χεία.
Το μυ­θι­στό­ρη­μά του το χω­ρί­ζει σε έ­ξι μέ­ρη, ό­που το πρώ­το κυ­ριαρ­χεί κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας πε­ρί­που τα δυο τρί­τα του βι­βλίου, ε­νώ τα υ­πό­λοι­πα κυ­μαί­νο­νται α­πό έ­ξι σε­λί­δες μέ­χρι εί­κο­σι τέσ­σε­ρις το ε­κτε­νέ­στε­ρο. Αυ­τό το πρώ­το μέ­ρος ξε­κι­νά με την η­ρωί­δα να κεί­τε­ται στο πε­ζο­δρό­μιο με­τά το πή­δη­μα στο κε­νό, και δια­γρά­φει έ­ναν κύ­κλο στις ε­βδο­μά­δες της νο­ση­λείας της, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας ό­σα συμ­βαί­νουν α­πό τη δι­κή της ο­πτι­κή γω­νία, σε τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με τις νη­σί­δες, ποιη­τι­κές και πε­ζές, που δη­μιουρ­γεί ο συγ­γρα­φέ­ας α­ντι­γρά­φο­ντας α­πό τα γρα­πτά της Ράι­ντιν­γκ, κα­θώς και τις υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, με τις ο­ποίες συ­στή­νει τους ή­ρωες που παίρ­νει α­πό τη βιο­γρα­φία της, σε αυ­τό το κομ­μά­τι του βι­βλίου βρί­σκου­με τον Χρυ­σό­που­λο των πρώ­των βι­βλίων του. Τον αρ­γό α­φη­γη­μα­τι­κό του τρό­πο, Αγγε­λο­που­λι­κού τύ­που, που ζου­μά­ρει στη λε­πτο­μέ­ρεια, α­να­δει­κνύο­ντας έ­ναν μο­νή­ρη ή­ρωα και τον “πε­ρί­κλει­στο” κό­σμο του. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, μια η­ρωί­δα, βα­ρειά τραυ­μα­τι­σμέ­νη, χα­μέ­νη στις πα­ραι­σθή­σεις της μορ­φί­νης, που α­γω­νί­ζε­ται να α­πο­κα­τα­στή­σει ε­πα­φή με το πε­ρι­βάλ­λον, κα­θώς η μνή­μη της στα­δια­κά ε­πα­νέρ­χε­ται και ο νο­σο­κο­μεια­κός ε­γκλει­σμός κα­θί­στα­ται α­φό­ρη­τος.
Σύ­ντο­μο το δεύ­τε­ρο μέ­ρος, α­πο­τε­λεί­ται α­πό τρία μι­κρά κε­φά­λαια με τις ε­ντυ­πώ­σεις του συγ­γρα­φέα, σε πρώ­το πρό­σω­πο, α­πό τις ε­πι­σκέ­ψεις του στα μέ­ρη που έ­ζη­σε η Ράι­ντιν­γκ· το Λον­δί­νο, τη συ­γκε­κρι­μέ­νη συ­νοι­κία, ό­που κα­τοι­κού­σε η οι­κο­γέ­νεια του Γκρέ­η­βς και τη Νέα Υόρ­κη. Με τις κα­τάλ­λη­λες φω­το­γρα­φίες για ξε­κί­νη­μα, πα­ρα­θέ­τει σκέ­ψεις που α­φο­ρούν κυ­ρίως τους τό­πους, ε­νώ ε­λά­χι­στα φαί­νε­ται να τον α­πα­σχο­λεί η η­ρωί­δα του. Λί­γο ε­κτε­νέ­στε­ρο το ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο, δί­νει το χρο­νι­κό της δι­πλής αυ­το­κτο­νίας, με τον ε­ρα­στή να πη­δά­ει ταυ­τό­χρο­να με αυ­τήν α­πό το πα­ρά­θυ­ρο του ι­σο­γείου και τη σύ­ζυ­γό του να μέ­νει α­μέ­το­χη, πα­ρα­θέ­το­ντας και μια άλ­λη εκ­δο­χή, στη­ριγ­μέ­νη υ­πο­τί­θε­ται σε α­ξιό­πι­στους μάρ­τυ­ρες, σύμ­φω­να με την ο­ποία ο ε­ρα­στής ή­ταν αυ­τός που έσ­πρω­ξε την Ράι­ντιν­γκ στο κε­νό. Δί­κην ντο­κου­μέ­ντου, πα­ρα­τί­θε­ται η ε­πι­στο­λή που έ­στει­λε ο Γκρέ­η­βς στη φί­λη της Ράι­ντιν­γκ, Γερ­τρού­δη Στάϊν, στο Πα­ρί­σι, ζη­τώ­ντας της να έρ­θει για συ­μπα­ρά­στα­ση. Βρα­χύ­τε­ρο ό­λων το τέ­ταρ­το μέ­ρος, πε­ριο­ρί­ζε­ται στην πα­ρά­θε­ση του βιο­γρα­φι­κού της Ράι­ντιν­γκ. Απο­μέ­νουν τα δυο τε­λευ­ταία μέ­ρη, κι αυ­τά σύ­ντο­μα, στα ο­ποία ο πε­ζο­γρά­φος Χρυ­σό­που­λος πα­ρα­χω­ρεί τη θέ­ση του στον νεό­κο­πο δο­κι­μιο­γρά­φο Χρυ­σό­που­λο. Κι αυ­τός, “σε πρώ­το πρό­σω­πο”, σχο­λιά­ζει το βι­βλίο που έ­γρα­ψε η Ράι­ντιν­γκ για να ε­ξη­γή­σει τους λό­γους που την ο­δή­γη­σαν στην α­πο­κή­ρυ­ξη της ποίη­σης. Αυ­τό το κομ­μά­τι δεί­χνει το θεω­ρη­τι­κό ο­πλι­σμό του συγ­γρα­φέα αλ­λά και τη σχε­τι­κά α­σφα­λή τα­κτι­κή του να στη­ρί­ζε­ται στις α­πο­φάν­σεις άλ­λων α­πο­φεύ­γο­ντας να α­να­πτύ­ξει σε με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση έ­ναν αυ­το­δύ­να­μο στο­χα­σμό.
Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά, θα χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με το και­νούρ­γιο βι­βλίο του Χρυ­σό­που­λου με­τα­νεω­τε­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα. Όχι, ό­μως, για­τί δη­λώ­νει εμ­φα­ντι­κά στο τέ­λος πως έ­χει τον χα­ρα­κτή­ρα του αρ­χείου και πως μέ­νει α­νοι­χτό, αλ­λά για­τί δεν κρύ­βει πως εί­ναι α­πό­το­κο κα­τα­σκευής, προ­βάλ­λο­ντας την ε­ναλ­λα­γή ποίη­σης και πε­ζο­γρα­φίας, και κυ­ρίως, τη με­τά­βα­ση, ως τε­λι­κό στά­διο, στον δο­κι­μια­κό λό­γο. Ωστό­σο, με το ί­διο υ­λι­κό, ορ­μώ­με­νος α­πό την Λώ­ρα Ράι­ντιν­γκ, ο Χρυ­σό­που­λος θα μπο­ρού­σε να α­πο­ποιη­θεί την ευ­κο­λία της με­τα­μο­ντερ­νί­ζου­σας με­θό­δου και να μυ­θο­πλά­σει κα­τά το φλω­μπε­ρι­κό, η Λώ­ρα Τζάκ­σον εί­μαι ε­γώ.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Ο Παπαδιαμάντης, η ατραξιόν και το άνωθεν μήνυμα

Τε­λι­κά, ο Πα­πα­δια­μά­ντης προ­σφέ­ρε­ται για κά­θε χρή­ση. Ατρα­ξιόν, μό­δα, χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο έ­θι­μο, πα­ρη­γο­ρία ψυ­χής, α­στεί­ρευ­τη πη­γή α­πό­λαυ­σης, ε­ξα­γώ­γι­μο κε­φά­λαιο. Ό,τι μπο­ρεί να βά­λει ο νους του αν­θρώ­που και λί­γα εί­ναι. Αν και Σκια­θί­της, εί­ναι ο με­γά­λος συγ­γρα­φέ­ας της πό­λης των Αθη­νών. Το μό­νο που έ­λει­πε ή­ταν έ­νας τό­πος προ­σκυ­νή­μα­τος. Ένα σπί­τι δι­κό του, μια κά­μα­ρη, ο­τι­δή­πο­τε τε­λο­σπά­ντων, που το ά­ο­κνο Υπουρ­γείο Πο­λι­τι­σμού θα α­να­κή­ρυτ­τε σε μνη­μείο. Προ ε­τών, ο σύλ­λο­γος φί­λων Πα­πα­δια­μά­ντη, ή ό­πως αλ­λιώς λέ­γε­ται, προ­σπά­θη­σε να κα­λύ­ψει το κε­νό. Ανα­καί­νι­σε εκ βά­θρων τον Άγιο Ελισ­σαίο, το εκ­κλη­σί­δριο, ό­που ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­ψαλ­λε, και άρ­χι­σε να διορ­γα­νώ­νει α­γρυ­πνίες. Όμως, ό­πως και να το κά­νου­με, κά­τι τέ­τοια, δεν συ­νά­δουν με το κο­σμι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο του Αθη­ναίου. Ύστε­ρα, ε­νι­σχύουν το προ­φίλ του κο­σμο­κα­λό­γε­ρου, που εί­ναι α­πευ­κταίο για έ­να με­γά­λο λο­γο­τέ­χνη στην ε­πο­χή της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης.
Τη λύ­ση, ό­πως γί­νε­ται με ό­λα τα σο­βα­ρά θέ­μα­τα στη χώ­ρα μας, την έ­δω­σε η ι­διω­τι­κή πρω­το­βου­λία, κα­τορ­θώ­νο­ντας να κά­νει τον Πα­πα­δια­μά­ντη, πρω­το­σέ­λι­δο στους του­ρι­στι­κούς ο­δη­γούς της Αθή­νας. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης ό­σο ζού­σε, μπο­ρεί να μην α­πέ­κτη­σε σπί­τι στην πό­λη μας, εί­χε, ό­μως, στέ­κια. Πή­ραν, λοι­πόν, και α­να­καί­νι­σαν το διώ­ρο­φο Σαρ­ρή και Αγίων Αναρ­γύ­ρων γω­νία. Τι το α­να­καί­νι­σαν, δη­λα­δή, του άλ­λα­ξαν τα φώ­τα. Πώς αλ­λιώς θα με­τα­μορ­φω­νό­ταν “σε χώ­ρο υ­ψη­λής αι­σθη­τι­κής”. Κα­φέ μπαρ ε­στια­τό­ριο, «Στού Κα­χρι­μά­νη», ό­πως το α­πο­κά­λε­σαν. Οι δε δια­φη­μι­στι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις σπεύ­δουν να ε­νη­με­ρώ­σουν πως σε αυ­τό το σπί­τι, ε­πί ε­ξή­ντα συ­να­πτά έ­τη, στε­γα­ζό­ταν το μπα­κά­λι­κο του Κα­χρι­μά­νη, ό­που ο διά­ση­μος συγ­γρα­φέ­ας ε­μπνεύ­στη­κε με­ρι­κά α­πό τα με­γα­λύ­τε­ρα έρ­γα του. Για να δια­σω­θεί, λέει, το πνεύ­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, έ­γι­ναν “χει­ρο­ποίη­τες δια­κο­σμη­τι­κές ε­πεμ­βά­σεις”, έ­φυ­γε το πά­τω­μα του πρώ­του ο­ρό­φου, στο κου­φω­μέ­νο ε­σω­τε­ρι­κό δη­μιουρ­γή­θη­κε μπαλ­κο­νά­τος χώ­ρος ε­στία­σης, προ­στέ­θη­καν κα­θρέ­φτες, κη­ρο­πή­για και ό,τι άλ­λο δη­μιουρ­γεί α­τμό­σφαι­ρα. Ωστό­σο, η α­τρα­ξιόν του μα­γα­ζιού δεν εί­ναι ού­τε η ε­νη­με­ρω­μέ­νη κά­βα ού­τε η ζω­ντα­νή μου­σι­κή, αλ­λά το δεί­πνο που προ­σφέ­ρε­ται υ­πό το βλέμ­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Και μην πά­ει ο νους σας σε ε­κεί­νη τη φω­το­γρα­φία του Νιρ­βά­να, με το παλ­τό και τα σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια. Κου­στου­μα­ρι­σμέ­νος μο­στρά­ρει στη φω­το­γρα­φία ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­σορ­τί με το χώ­ρο, ό­πως τον α­πα­θα­νά­τι­σε ο ζω­γρά­φος Γιώρ­γος Χατ­ζό­που­λος. Στους πλη­βείους, που δεν μπο­ρούν να δια­θέ­σουν ού­τε 50 ευ­ρώ για έ­να γεύ­μα, μέ­νει η α­πο­ρία αν η με­σο­γεια­κή κου­ζί­να του σεφ προ­βλέ­πει κά­ποιο πιά­το α­λά Πα­πα­δια­μά­ντη. Λ.χ., “φα­σου­λά­δα με ψω­μία”, ή, ως σπε­σια­λι­τέ του κα­τα­στή­μα­τος, “κρέ­ας με κο­λο­κυ­θά­κια προ­φα­ντά”, που α­κού­γε­ται και λί­γο ι­τα­λι­κό.
Μό­δα στο χώ­ρο της δια­σκέ­δα­σης έ­χει γί­νει ο με­γά­λος συγ­γρα­φέ­ας της πό­λης μας. Πα­ρών ό­χι μό­νο «Στού Κα­χρι­μά­νη» αλ­λά και σε θέ­α­τρα, σε γκα­λε­ρί και βε­βαίως, σε βι­βλιο­πω­λεία. Μό­νο μπλου­ζά­κια δεν κυ­κλο­φό­ρη­σαν α­κό­μη με στά­μπα την κε­φα­λή του και το σύν­θη­μα, «Μνη­μο­νεύε­τε Πα­πα­δια­μά­ντη». Θέ­α­τρο μπο­ρεί να μην έ­γρα­ψε, αλ­λά τα διη­γή­μα­τά του, το έ­να με­τά το άλ­λο, δρα­μα­το­ποιού­νται, τα δη­μο­φι­λέ­στε­ρα, μά­λι­στα, σε πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιάς εκ­δο­χές. Ωστό­σο, θα πρέ­πει να πα­ρα­δε­χτού­με πως αν δεν υ­πήρ­χαν ε­μπνευ­σμέ­νοι θε­α­τρώ­νες, οι θε­α­τρι­κές δια­σκευές θα εί­χαν πέ­σει προ πολ­λού στην α­φά­νεια. Για­τί, ναι μεν, οι πά­ντες α­να­γνω­ρί­ζουν πως τα διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη εί­ναι “έρ­γα ε­ξαι­ρε­τι­κής δρα­μα­τι­κής πυ­κνό­τη­τας”, ω­στό­σο, έ­να θε­α­τρι­κό έρ­γο, που δεν έ­χει το χα­ρα­κτή­ρα του σπα­ράγ­μα­τος και του συμ­φύρ­μα­τος, α­δυ­να­τεί να κα­λύ­ψει τις α­νά­γκες του ση­με­ρι­νού θε­α­τρό­φι­λου. Ενώ τα ποτ­που­ρί διη­γη­μά­των, που ε­πι­νοή­θη­καν, φαί­νε­ται πως συ­γκι­νούν βα­θύ­τα­τα τις με­τα­μο­ντέρ­νες ι­διο­συ­γκρα­σίες. Και εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, α­φού ε­πι­λέ­γο­νται ε­κλε­κτά κομ­μά­τια α­πό δυο, τρία ή και πε­ρισ­σό­τε­ρα διη­γή­μα­τα και α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­να α­πό τον α­φη­γη­μα­τι­κό τους ειρ­μό, α­να­κα­τώ­νο­νται προς δη­μιουρ­γία του σκη­νι­κού ε­φέ. Για να μην α­να­φερ­θού­με στο και­νο­τό­μο μίγ­μα των τρει­σή­μι­συ διη­γη­μά­των ή το ρη­ξι­κέ­λευ­θο α­μάλ­γα­μα Πα­πα­δια­μά­ντη-Μαρ­κές. Με κά­τι τέ­τοια, ο με­γά­λος συγ­γρα­φέ­ας γί­νε­ται μπρο­στά­ρης ό­χι μό­νο στο νεω­τε­ρι­κό θέ­α­τρο αλ­λά και στην α­να­βάθ­μι­ση των πε­ρι­θω­ριο­ποιη­μέ­νων συ­νοι­κιών. Για­τί ας μην ξε­χνά­με, η ση­με­ρι­νή θε­α­τρι­κή πρω­το­πο­ρία α­παι­τεί πρω­τό­τυ­πους χώ­ρους, ό­πως α­πο­θή­κες, υ­πό­γεια, συ­νερ­γεία και άλ­λα πα­ρό­μοια, που μό­νο στο πά­λαι πο­τέ υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νο κέ­ντρο της πό­λης βρί­σκο­νται.
Αλλά και οι συ­νοι­κίες της υ­ψη­λής κοι­νω­νίας διεκ­δι­κούν τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Αφού, έ­τσι που τα ή­θε­λε η τύ­χη του, το κρα­σά­κι του το ή­πιε και στού Ψυρ­ρή και στο Κο­λω­νά­κι. Μπο­ρεί η προ­το­μή του να εί­ναι ε­ντοι­χι­σμέ­νη σε μια πα­ρά­με­ρη γω­νιά της Δε­ξα­με­νής, α­φή­νο­ντας το πλά­τω­μα στο ά­γαλ­μα του Ελύ­τη, ό­μως οι γύ­ρω χώ­ροι τέ­χνης τον Πα­πα­δια­μά­ντη τι­μούν. Αν και ο ί­διος ου­δέ­πο­τε α­σχο­λή­θη­κε με τη ζω­γρα­φι­κή, πλεί­στοι ό­σοι καλ­λι­τέ­χνες ε­μπνεύ­στη­καν και ε­ξα­κο­λου­θούν να ε­μπνέ­ο­νται, αυ­θορ­μή­τως ή κα­τά πα­ραγ­γε­λία, α­πό τη μορ­φή του και το έρ­γο του. Βο­η­θά­ει, βέ­βαια, και η ευ­ρυ­χω­ρία της πε­ζο­γρα­φίας του. Νη­σιω­τι­κά το­πία, γει­το­νιές, η­λιό­λου­στα, βρο­χε­ρά ή χιο­νι­σμέ­να μέ­ρη, νέ­οι, γριές, τα­λαι­πω­ρη­μέ­νοι, σχε­δόν τα πά­ντα μπο­ρούν να ε­κλη­φθούν ως ε­μπνευ­σμέ­να α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Κι αν το θέ­μα ε­νός πί­να­κα εί­ναι ο­λωσ­διό­λου ξέ­νο προς τον κό­σμο του, ο καλ­λι­τέ­χνης έ­χει την ευ­χέ­ρεια να προ­σθέ­σει στον τίτ­λο τη λέ­ξη Πα­πα­δια­μά­ντης, και πά­ραυ­τα, προ­κύ­πτει έ­νας α­κό­μη πί­να­κας με το σπέρ­μα του Σκια­θί­τη.
Αν, ό­μως, μα­γα­ζά­το­ρες, θε­α­τρώ­νες, γκα­λε­ρί­στες α­πο­δει­κνύο­νται ευ­ρη­μα­τι­κοί, πό­σω μάλ­λον οι εκ­δό­τες, στους ο­ποίους πρω­τί­στως α­νή­κει το ε­θνι­κό κε­φά­λαιο Πα­πα­δια­μά­ντης. Ακού­ρα­στοι ε­πα­νεκ­δί­δουν συλ­λο­γές διη­γη­μά­των του, δο­κι­μά­ζο­ντας χρο­ντρό­τε­ρο δέ­σι­μο και ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρο ε­ξώ­φυλ­λο, σε μια προ­σπά­θεια να πιά­σουν την αύ­ρα του κλα­σι­κού. Το ε­πι­πλέ­ον κό­στος το ε­ξοι­κο­νο­μούν, κα­ταρ­γώ­ντας την ε­πι­μέ­λεια. Έτσι κι αλ­λιώς, α­χρεία­στη. Στα α­κα­τα­λα­βί­στι­κα του Πα­πα­δια­μά­ντη, ποιός γυ­ρεύει ψύλ­λους στ’ ά­χυ­ρα, αρ­κεί που δια­βά­ζει “μια κα­θα­για­σμέ­νη γλώσ­σα”. Επι­προ­σθέ­τως, πλου­τί­ζουν τις πα­ρα­δο­σια­κές συλ­λο­γές με νέες, που πα­ρα­με­ρί­ζουν τα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα και τα λα­μπριά­τι­κα και αν­θο­λο­γούν τα α­πο­κα­λού­με­να “σκο­τει­νά”. Τε­λευ­ταία προέ­κυ­ψε και η μό­δα των το­μι­δίων. Ισχνά βι­βλιά­ρια των τριών, των δυο, α­κό­μη καλ­λί­τε­ρα, του ε­νός διη­γή­μα­τος.
Και έρ­χε­ται κα­νείς και α­πο­ρεί ή, του­λά­χι­στον, ό­σοι πι­στοί με­τα­ξύ η­μών θα έ­πρε­πε να α­πο­ρούν και να α­να­λο­γί­ζο­νται. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­πό ε­κεί πά­νω που βρί­σκε­ται και τα βλέ­πει ό­λα αυ­τά, μα­κρο­θυ­μεί ή μή­πως και ορ­γί­ζε­ται, με τους αν­θρώ­πους του, που δεν τον προ­φυ­λάσ­σουν α­πό τον σα­ρω­τι­κό ά­νε­μο της με­τα­νεω­τε­ρι­κής ε­πο­χής. Και το διή­γη­μα για­τί μας το έ­στει­λε; Για­τί, δεν μπο­ρεί, αυ­τός μας το έ­στει­λε. Εβδο­μή­ντα χρό­νια κοι­μό­μα­στε ή­συ­χοι με τη βι­βλιο­γρα­φία Κα­τσί­μπα­λη και ξαφ­νι­κά, μια σκα­πά­νη, που άλ­λη Τροία α­να­ζη­τού­σε, έ­φε­ρε στο φως το διή­γη­μα. Αν αυ­τό δεν εί­ναι θαύ­μα, τι εί­ναι; Μή­πως ά­νω­θεν ση­μείο για να φα­νε­ρω­θεί η ο­λι­γω­ρία των αν­θρώ­πων του; Κά­τω α­πό τη μύ­τη τους ή­ταν το διή­γη­μα και κα­νείς δεν έ­κα­νε τον κό­πο να το α­να­ζη­τή­σει. Αντ’ αυ­τού, άν­θρω­ποι και πό­λεις ε­ρί­ζουν για την κλη­ρο­νο­μιά του. Μή­πως, στέλ­νο­ντάς μας το διή­γη­μα, ο κο­σμο­κα­λό­γε­ρος μας μη­νά­ει πως το ση­μα­ντι­κό δεν εί­ναι πού θα ε­ορ­τα­στεί η ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα της θα­νής του αλ­λά τι θα ει­πω­θεί σε αυ­τό το Τρί­το Συ­νέ­δριο; Ποια και­νούρ­για σύν­δρο­μα θα του προ­σά­ψουν οι θεω­ρη­τι­κοί; Πό­σο θα τον πα­ρα­μορ­φώ­σουν, εν ο­νό­μα­τι “του δι­κού τους Πα­πα­δια­μά­ντη”, οι συγ­γρα­φείς; Ποια κοι­νο­το­πία θα α­να­μα­σή­σουν οι κα­θ’ έ­ξιν ο­μι­λη­τές για να μην λεί­ψουν α­πό τη φιέ­στα; Αν και ί­σως, ε­κεί­νο που φο­βά­ται η ψυ­χή του να εί­ναι τα ά­δεια χέ­ρια πολ­λών α­πό τους αν­θρώ­πους του.
M. Θε­ο­δο­σο­πού­λου