Παρασκευή 15 Μαΐου 2009

Απαντήσεις σε παρερμηνευθείσες απορίες

Μας προ­κα­λούν δυ­σφο­ρία οι δια­μά­χες που διε­ξά­γο­νται στον Τύ­πο με την α­νταλ­λα­γή δη­μο­σιευ­μά­των και ε­πι­στο­λών. Ιδιαί­τε­ρα ό­ταν εί­ναι στεί­ρες, για­τί άλ­λα γρά­φει ο έ­νας κι άλ­λα κα­τα­λα­βαί­νει ή θέ­λει να κα­τα­λά­βει ο άλ­λος. Γι’ αυ­τό και α­πο­φεύ­γου­με τις α­πα­ντή­σεις σε σχό­λια, ό­σο κι αν, κα­μιά φο­ρά, μας θί­γουν. Όμως το δη­μο­σίευ­μα του Αλέ­ξη Ζή­ρα στο πε­ριο­δι­κό «Δια­βά­ζω» (τεύ­χος 496) υ­περ­βάλ­λει σε πα­ρερ­μη­νείες. Τα υ­πο­τι­μη­τι­κά σχό­λιά του σε προ­η­γού­με­νο τεύ­χος, πα­ρό­τι ε­νό­χλη­σαν και ε­μάς και το έ­ντυ­πο, τα προ­σπε­ρά­σα­με, αλ­λά η κα­τη­γο­ρία για σκαν­δα­λο­θη­ρία πα­ρα­εί­ναι βα­ριά. Αν θέ­λα­με να α­πο­κα­λύ­ψου­με τυ­χόν α­τα­σθα­λίες και σκάν­δα­λα, δεν θα το κά­να­με “στη σκο­νι­σμέ­νη α­πό την ελ­λα­δι­κή μι­ζέ­ρια γω­νί­τσα της «Επο­χής»”, σύμ­φω­να με τη δι­κή του γλα­φυ­ρή πε­ρι­γρα­φή. “Ατυ­χείς” μπο­ρεί να εί­μα­στε, ό­χι, ό­μως, και α­φε­λείς. Μια και η τύ­χη για λί­γο μας χα­μο­γέ­λα­σε, θα σκαν­δα­λο­λο­γού­σα­με α­πό έ­να έ­ντυ­πο της προ­κο­πής. Από έ­να “κο­σμο­πο­λί­τι­κο” έ­ντυ­πο, που θα έ­λε­γε και ο Αλέ­ξης Ζή­ρας. Αν ή­ταν στις προ­θέ­σεις μας να αμ­φι­σβη­τή­σου­με την ε­ντι­μό­τη­τα της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, θα το κά­να­με α­πό τα “μπαλ­κό­νια” του Τύ­που. Και τό­τε, μά­λι­στα, θα ε­πρό­κει­το για “χα­στού­κι ξε­γυ­ρι­σμέ­νο”, κα­τά τη δι­κή του πά­λι φρα­σε­ο­λο­γία. Αντί για ό­λα αυ­τά τα σκαν­δα­λο­θη­ρί­στι­κα, ε­μείς δη­μο­σιεύ­σα­με πέ­ντε “α­πο­ρίες”, ό­λες κι ό­λες, ού­τε καν “άρ­θρο”, στη σε­λί­δα βι­βλίου της «Επο­χής». Αλλά, και πά­λι, οι “α­πο­ρίες” μας πε­ριο­ρί­ζο­νταν “σε πε­ρι­φε­ρεια­κά της δια­δι­κα­σίας”, ό­πως ο ί­διος δια­πι­στώ­νει. Και μά­λι­στα, μας ψέ­γει, για­τί δεν α­να­φερ­θή­κα­με στο “ψη­τό”, δη­λα­δή “το πό­σο α­ξί­ζουν ή δεν α­ξί­ζουν τα βι­βλία που πέ­ρα­σαν στις λί­στες και πό­σα άλ­λα κα­λύ­τε­ρα έ­μει­ναν α­πέ­ξω”. Ηθε­λη­μέ­να δεν μπή­κα­με στο “ψη­τό”, για­τί, α­κρι­βώς, δεν ή­ταν στις προ­θέ­σεις μας να κρί­νου­με τις ε­πι­λο­γές της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Και αυ­τό το διευ­κρι­νί­ζα­με στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος του κει­μέ­νου μας. Ωστό­σο, α­πα­ντη­τι­κή ε­πι­στο­λή δεν πρό­κει­ται να στεί­λου­με. Μό­νο για τη δρά­κα των α­να­γνω­στών της σε­λί­δας θα κά­νου­με μια προ­σπά­θεια να δεί­ξου­με πως δεν εί­μα­στε ε­λέ­φα­ντες. Επει­δή, ό­μως, δεν δια­θέ­του­με το τα­λέ­ντο του Αλέ­ξη Ζή­ρα να “α­λέ­θου­με” τις α­πό­ψεις του άλ­λου, θα πα­ρα­τά­ξου­με τις “α­πο­ρίες” στη σει­ρά που τις εί­χα­με δη­μο­σιεύ­σει, συ­νο­δευό­με­νες α­πό τις πα­ρερ­μη­νείες τους και τις α­πα­ντή­σεις σε αυ­τές.
Στην πρώ­τη “α­πο­ρία” ε­πι­ση­μαί­να­με πως στη “μι­κρή λί­στα” για το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου έ­νας α­πό τους δέ­κα υ­πο­ψή­φιους δεν πλη­ροί το η­λι­κια­κό ό­ριο των 40 ε­τών. Ο Αλέ­ξης Ζή­ρας α­πά­ντη­σε: “Να διευ­κρι­νί­σω πρώ­τ’ α­π’ ό­λα ό­τι θε­σμι­κός ή κα­τα­στα­τι­κός κα­νο­νι­σμός για τα βρα­βεία του «Δια­βά­ζω» δεν υ­πάρ­χει.” Πα­ρα­δό­ξως, φαί­νε­ται να θεω­ρεί πως αυ­τό συ­νι­στά εύ­ση­μο για τον εν λό­γω θε­σμό. Όπως να έ­χει, για το συ­γκε­κρι­μέ­νο βρα­βείο, κα­τά τη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο, που ξε­κί­νη­σε το 2007, τέ­θη­κε κα­νο­νι­σμός. Τον πα­ρα­πέ­μπου­με σχε­τι­κά στην α­να­κοί­νω­ση της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής για τις “μι­κρές λί­στες” του 2008 (Τεύ­χος 485), της ο­ποίας ή­ταν μέ­λος. “Το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων λο­γο­τε­χνών α­πο­νέ­με­ται, ό­πως και πέ­ρυ­σι, σε νέ­ους ποιη­τές και πε­ζο­γρά­φους έως 40 ε­τών...”, γρά­φει ε­κεί. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, με αυ­τήν τη δια­τύ­πω­ση το 40ο έ­τος ε­ξαι­ρεί­ται, ο­πό­τε, ε­φέ­τος, δυο α­πό τους υ­πο­ψή­φιους δεν πλη­ρού­σαν τον ό­ρο. Στο α­ντί­στοι­χο, ε­φε­τι­νό κεί­με­νο της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, της ο­ποίας εί­ναι πλέ­ον πρό­ε­δρος, ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ο κα­νο­νι­σμός, με την προ­σθή­κη: “Έστω και αν τα τε­λευ­ταία χρό­νια εμ­φα­νί­ζο­νται για πρώ­τη φο­ρά στη λο­γο­τε­χνία πε­ζο­γρά­φοι και –σπα­νιό­τε­ρα ποιη­τές– που έ­χουν πε­ρά­σει ό­χι μό­νο την πρώ­τη αλ­λά και τη δεύ­τε­ρη νεό­τη­τα. ” Εδώ, θα πρέ­πει να φρε­σκά­ρου­με τη μνή­μη των συ­ντα­κτών του κει­μέ­νου. Το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­σμο­θε­τή­θη­κε α­πό τον Ηρα­κλή Πα­πα­λέ­ξη έ­να χρό­νο α­φό­του εί­χε κα­θιε­ρώ­σει τα τέσ­σε­ρα άλ­λα βρα­βεία. Τον πρώ­το χρό­νο δεν α­πο­νε­μή­θη­κε και στη συ­νέ­χεια, τα έ­ξι βρα­βεία της πε­ριό­δου 1998-2004, δό­θη­καν ό­λα πλην ε­νός σε συγ­γρα­φείς ά­νω των 40 ε­τών. Ως έ­να α­πό τα μό­νι­μα μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής ο Αλέ­ξης Ζή­ρας, τα γνω­ρί­ζει κα­λύ­τε­ρα. Γι’ αυ­τό ί­σως, υ­πο­στη­ρί­ζει πως η η­λι­κία δεν πρέ­πει να λει­τουρ­γεί α­πα­γο­ρευ­τι­κά, κα­τα­λή­γο­ντας στη συμ­βι­βα­στι­κή λύ­ση: “Όταν οι α­πο­κλί­σεις εί­ναι μι­κρές, να α­φή­νου­με στην ά­κρη τους υ­πο­λο­γι­σμούς της η­λι­κίας και τις μι­ζέ­ριες των με­τρή­σεων και να εν­δια­φε­ρό­μα­στε για την α­ξιο­σύ­νη του βι­βλίου”. Πρω­τό­τυ­πο ο πρό­ε­δρος της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής να θεω­ρεί μι­ζέ­ρια την τή­ρη­ση του ό­ρου, που η ί­δια α­πο­φά­σι­σε να θέ­σει. Τώ­ρα, τι εν­νο­εί με αυ­τό το “μι­κρή” α­πό­κλι­ση και ποιος θα α­πο­φαί­νε­ται γι’ αυ­τό, δεν το διευ­κρι­νί­ζει.
Στη δεύ­τε­ρη “α­πο­ρία” ε­πι­ση­μαί­να­με πως στη “μι­κρή λί­στα” για το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το βι­βλίο της Μα­ρί­νας Κα­ρα­γά­τση «Το ευ­χα­ρι­στη­μέ­νο ή οι δι­κοί μου άν­θρω­ποι», το ο­ποίο, α­κό­μη κι αν δια­θέ­τει λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές, εί­ναι μαρ­τυ­ρία εν­δοοι­κο­γε­νεια­κού χα­ρα­κτή­ρα. Προ­σθέ­το­ντας πως διό­λου α­πί­θα­νο να λει­τουρ­γή­σει ως άλ­λο­θι ε­ξο­στρα­κι­σμού α­μι­γώς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα βι­βλίων. Όπως και συ­νέ­βη. Ο Αλέ­ξης Ζή­ρας προ­τι­μά να α­γνοή­σει το δεύ­τε­ρο σκέ­λος της α­πο­ρίας, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας πως πρό­κει­ται για “έ­να κα­τε­ξο­χήν υ­βρι­δι­κό α­φή­γη­μα” και α­κό­μη, ό­τι “η συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­νο­εί τε­λι­κά μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που ό­σο και αν το θέ­λει, δεν εί­ναι η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που έ­ζη­σε, αλ­λά μια άλ­λη φα­ντα­στι­κή”. Ερμη­νεία, που θυ­μί­ζει τις ευ­φά­ντα­στες ψυ­χα­να­λυ­τι­κές α­να­γνώ­σεις τύ­που Γκυ Σω­νιέ. Κα­τά τα άλ­λα, α­πό τα πολ­λά που γρά­φτη­καν στον Τύ­πο για το βι­βλίο, ου­δείς έ­θε­σε υ­πό αμ­φι­σβή­τη­ση ό­σα μαρ­τυ­ρού­νται για την οι­κο­γέ­νεια Κα­ρα­γά­τση. Αναμ­φι­βό­λως, το βι­βλίο θα α­πο­τε­λέ­σει έ­να στα­θε­ρό ση­μείο α­να­φο­ράς για τις μελ­λο­ντι­κές με­λέ­τες πά­νω στο έρ­γο του Κα­ρα­γά­τση. Και βε­βαίως, αν το βι­βλίο α­φο­ρού­σε μια οι­κο­γέ­νεια ο­νό­μα­τι... Δρα­γά­τση, θα πή­γαι­νε “α­διά­βα­στο”, ό­πως και πλεί­στα άλ­λα της ε­τή­σιας σο­δειάς.
Στην τρί­τη “α­πο­ρία” πα­ρα­τη­ρού­σα­με πως, στις “μι­κρές λί­στες”, τρεις με­γά­λοι εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, ι­διαί­τε­ρα στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, Εστία, Πα­τά­κης, Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα, εκ­προ­σω­πού­νται με έ­να βι­βλίο έ­κα­στος ε­πί συ­νό­λου 36 υ­πο­ψή­φιων βι­βλίων. Εδώ, α­κρι­βώς εί­ναι, που ο Αλέ­ξης Ζή­ρας δια­βλέ­πει προ­θέ­σεις σκαν­δα­λο­θη­ρίας. Γρά­φει σχε­τι­κά: “Υπάρ­χει έ­νας, μέ­γι­στος κό­λα­φος, για τις ι­κα­νό­τη­τες και την ό­ποια ε­ντι­μό­τη­τα των με­λών της ε­πι­τρο­πής... Χα­στού­κι ξε­γυ­ρι­σμέ­νο! Τι άλ­λο ση­μαί­νει η α­πο­ρία για την ι­κα­νή ή ό­χι εκ­προ­σώ­πη­ση ο­ρι­σμέ­νων εκ­δο­τών στις λί­στες; Άρα­γε, ό­τι το κά­θε μέ­λος κρα­τά­ει τε­φτέ­ρι και σβή­νει τα βι­βλία των εκ­δο­τών ή των συγ­γρα­φέων με τους ο­ποίους έ­χει δια­φο­ρές; Ότι υ­πάρ­χει γραμ­μή της ε­πι­τρο­πής να α­ναρ­τη­θούν κά­ποιοι στο μαυ­ρο­πί­να­κα προς πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμό; Τέ­τοια προ­κα­τά­λη­ψη!”
Εδώ, υ­πάρ­χει πλή­ρης πα­ρα­νό­η­ση. Θα θί­γα­με την ε­ντι­μό­τη­τα της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, αν ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε πως α­γνο­εί τους μι­κρούς εκ­δό­τες, που δεν δια­θέ­τουν τα μέ­σα για προ­βο­λή, πό­σω μάλ­λον για ύ­πο­πτες δο­σο­λη­ψίες. Ωστό­σο, οι δυο τε­λευ­ταίες κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές, στις “μι­κρές λί­στες”, έ­δω­σαν μι­κρή με­ρί­δα στους με­γά­λους εκ­δό­τες και α­κό­μη μι­κρό­τε­ρη, στις βρα­βεύ­σεις. Υπεν­θυ­μί­ζου­με πως τις τε­λευ­ταίες δυο χρο­νιές μό­νο έ­να στα πέ­ντε βρα­βεία α­πο­νε­μή­θη­κε σε με­γά­λο εκ­δό­τη. Όσο για τα “τε­φτέ­ρια” των με­λών που α­να­φέ­ρει, υ­πο­θέ­του­με πως ου­δείς μπο­ρεί να τα γνω­ρί­ζει. Η μό­νη δη­μο­σιο­ποιη­μέ­νη δια­μά­χη εί­ναι του ί­διου με τον Δη­μο­σθέ­νη Κούρ­το­βι­κ, του ο­ποίου το μυ­θι­στό­ρη­μα συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στις “μι­κρές λί­στες”. Μά­λι­στα, εί­ναι το βι­βλίο, το ο­ποίο ε­πι­λέχ­θη­κε α­πό τη σο­δειά των Ελλη­νι­κών Γραμ­μά­των, που, ό­πως πα­ρα­τη­ρού­σα­με, χά­ρις και στην τα­κτι­κή των με­τα­γρα­φών, πα­ρου­σία­σε ε­φέ­τος εν­δια­φέ­ρο­ντα βι­βλία ση­μα­ντι­κών συγ­γρα­φέων. Σε αυ­τή, ω­στό­σο, την “α­πο­ρία”, δεν υ­πήρ­χε κα­νέ­νας υ­παι­νιγ­μός για τυ­χόν δια­φο­ρές με τα Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα. Πώς θα ή­ταν, άλ­λω­στε, δυ­να­τό­ν; Όταν ο διευ­θυ­ντής του «Δια­βά­ζω», Γιάν­νης Μπα­σκό­ζος, εί­ναι διευ­θυ­ντής και του εν­θέ­του, το «Βή­μα Ιδεών», που τρό­πον τι­νά συ­στε­γά­ζε­ται με τον εν λό­γω εκ­δο­τι­κό οί­κο. Απλή α­πο­ρία δια­τυ­πώ­να­με, α­πευ­θυ­νό­με­νη ι­διαί­τε­ρα στον πρό­ε­δρο ως πα­λαί­μα­χο κρι­τι­κό και στους τέσ­σε­ρις πα­νε­πι­στη­μια­κούς της ε­πι­τρο­πής, των ο­ποίων η κρί­ση, στις η­μέ­ρες μας, έ­χει ι­διαί­τε­ρο βά­ρος. Θυ­μί­ζου­με την πρό­τα­ση πα­νε­πι­στη­μια­κού, σύμ­φω­να με την ο­ποία, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή των Κρα­τι­κών Βρα­βείων κα­λό θα ή­ταν να α­παρ­τί­ζε­ται εξ ο­λο­κλή­ρου α­πό πα­νε­πι­στη­μια­κούς.
Για την τέ­ταρ­τη “α­πο­ρία”, ο Αλέ­ξης Ζή­ρας μας πε­ρι­γε­λά­ει. Για να την α­πα­ντή­σει, γρά­φει, θα έ­πρε­πε να έ­χει “διο­ρα­τι­κές α­ρε­τές”. Συ­γκε­κρι­μέ­να, εκ­φρά­ζα­με την “α­πο­ρία”, για­τί ο Πέ­τρος Μάρ­κα­ρης και ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός α­πέ­συ­ραν τις υ­πο­ψη­φιό­τη­τές τους, με αι­τιο­λο­γι­κό τις δη­μό­σιες θέ­σεις που κα­τέ­χουν. Κά­νει χιού­μορ ο Αλέ­ξης Ζή­ρας: «Τι έ­πρε­πε να κά­νει η ε­πι­τρο­πή, να α­γνοή­σει την ε­πι­θυ­μία τους και να τους σύ­ρει “σι­δη­ρο­δέ­σμιους” στη δια­δι­κα­σία της βρά­βευ­σης;» Μή­πως, α­ντ’ αυ­τού, θα έ­πρε­πε να θι­γεί, που οι εν λό­γω υ­πο­ψή­φιοι δια­νοή­θη­καν πως μια δη­μό­σια θέ­ση μπο­ρεί να ε­πη­ρεά­σει την κρί­ση της; Μή­πως ο ί­διος, ως πρό­ε­δρος της ε­πι­τρο­πής, θα έ­πρε­πε να υ­πε­ρα­μυν­θεί της ά­πο­ψης πως βρα­βεύ­σεις και δη­μό­σια α­ξιώ­μα­τα δεν εί­ναι συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία; Μια και στην ε­πο­χή μας, το η­θι­κό συγ­χέε­ται με το νό­μι­μο και δεν εί­ναι πλέ­ον αυ­το­νό­η­το.
Προ­σω­πι­κή χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με την πέ­μπτη “α­πο­ρία”, που α­φο­ρού­σε το βι­βλίο του πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου το 2008 Πά­νου Τσί­ρου. Εδώ, ό­χι μό­νο μα πε­ρι­γε­λά­ει αλ­λά μας συλ­λαμ­βά­νει και α­πρό­σε­κτους. Γρά­φει ο Αλέ­ξης Ζή­ρας: “Δεν μπο­ρώ να λύ­σω το αί­νιγ­μα τού αν το πράγ­μα­τι α­ξιό­λο­γο βι­βλίο με πε­ζά του Πά­νου Τσί­ρου εί­ναι ε­σο­δείας ’07 ή ’08, κα­θώς στη σε­λί­δα 5 η ταυ­τό­τη­τα του βι­βλίου α­να­φέ­ρει το 2007, ε­νώ στη σε­λί­δα 71 α­να­φέ­ρε­ται ο Ια­νουά­ριος του 2008. Δι­πλο­ση­μία που φαί­νε­ται α­μέ­σως και που δεν μπο­ρώ να κα­τα­λά­βω για­τί α­πο­σιω­πή­θη­κε α­πό το πά­ντο­τε προ­σε­κτι­κό «Ex Libris!»” Λά­θος, δεν μας πε­ρι­γε­λά­ει. Στο κεί­με­νό του υ­πάρ­χει ο μέ­γι­στος κό­λα­φος της α­πο­σιώ­πη­σης. Ο α­να­γνώ­στης του «Δια­βά­ζω» θα υ­πο­θέ­σει πως εί­μα­στε πρω­το­ξά­δελ­φα με τον Πά­νο Τσί­ρο. Ή μάλ­λον ό­χι. Δε­δο­μέ­νου ό­τι γρά­φτη­κε στη “μί­ζε­ρη γω­νί­τσα” της συ­γκε­κρι­μέ­νης α­ρι­στε­ρής ε­φη­με­ρί­δας, ο νους του θα πά­ει σε σύ­ντρο­φο, που με­τά μα­νίας προω­θού­με.
Μή­πως το “αί­νιγ­μα” θα έ­πρε­πε να το λύ­σουν οι δυο δια­δο­χι­κές ε­πι­τρο­πές, α­ντί να το προ­σπε­ρά­σουν, αν, βε­βαίως, θεω­ρού­σαν πως το βι­βλίο α­ξί­ζει να συ­μπε­ρι­λη­φθεί στις “μι­κρές λί­στες”; Τι α­πλού­στε­ρο α­πό το να α­πο­τα­θούν στον εκ­δό­τη προς δια­σά­φη­ση της “δι­πλο­ση­μίας”; Εμείς, λό­γω προ­σω­πι­κού ή ό­ποιου άλ­λου εν­δια­φέ­ρο­ντος, εί­χα­με ρω­τή­σει πέ­ρυ­σι σχε­τι­κά τον εκ­δό­τη, ο ο­ποίος και α­πο­κρί­θη­κε πως εί­ναι έκ­δο­ση του 2008. Τώ­ρα, ό­σο α­φο­ρά τα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, στη σε­λί­δα τίτ­λου (την 5) α­να­φέ­ρε­ται το 2007 και στη σε­λί­δα 91 και ό­χι 71, δη­λα­δή στον κο­λο­φώ­να, α­να­φέ­ρο­νται ε­πα­κρι­βώς τα ε­ξής: «Σε­λι­δο­ποιή­θη­κε α­πό τον Γρη­γό­ρη Κυρ­λί­δη στις εκ­δό­σεις Γα­βριη­λί­δης: Τυ­πώ­θη­κε στη Με­τρό­πο­λις Α­Ε και βι­βλιο­δε­τή­θη­κε στους Αφους Σαλ­το­ριά­δη τον Ια­νουά­ριο του 2008». Κα­τά πά­για τα­κτι­κή, οι τα­ξι­νο­μή­σεις γί­νο­νται με βά­ση τον κο­λο­φώ­να. Μι­κρός εκ­δο­τι­κός οί­κος, στη φού­ρια των Χρι­στου­γέν­νων τύ­πω­σε τη σε­λί­δα του τίτ­λου, δεν πρό­λα­βε, α­νέ­βα­λε τον ά­γνω­στο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο μή­πως και προ­φτά­σει κα­νέ­ναν άλ­λο, που θα μπο­ρού­σε να που­λή­σει στις η­μέ­ρες των γιορ­τών. Αυ­τό θα ή­ταν έ­να πι­θα­νό σε­νά­ριο.
Τις πέ­ντε “α­πο­ρίες” μας εί­χα­με την α­τυ­χή έ­μπνευ­ση να τις συ­νο­δεύου­με με μια “δια­πί­στω­ση”, που δια­τυ­πω­νό­ταν σε χιου­μο­ρι­στι­κό τό­νο. Δια­πι­στώ­να­με πως το συγ­γρα­φι­κό τα­λέ­ντο θα πρέ­πει να εί­ναι κλη­ρο­νο­μι­κό α­φού τα τέ­κνα συγ­γρα­φέων συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στις “μι­κρές λί­στες”. Και πά­λι, ο Αλέ­ξης Ζή­ρας μας κα­τη­γο­ρεί για σκαν­δα­λο­θη­ρία: “Τι νό­η­μα έ­χει η δια­πί­στω­ση ό­τι προ­κρί­θη­καν έρ­γα που οι δη­μιουρ­γοί τους εί­ναι συγ­γε­νείς πρώ­του βαθ­μού με άλ­λους γνω­στούς και ί­σως δη­μο­φι­λείς;” Πράγ­μα­τι, τι νό­η­μα, ό­ταν, εκ προοι­μίου α­να­κοι­νώ­νε­ται πως “οι ε­πι­τρο­πές των βρα­βείων έ­κρι­ναν το σύ­νο­λο της πα­ρα­γω­γής του 2008”. Απο­κτά, ό­μως, νό­η­μα, αν αμ­φι­σβη­τή­σου­με αυ­τόν τον ου­το­πι­κό, ό­πως πι­στεύου­με, ι­σχυ­ρι­σμό. Και τον αμ­φι­σβη­τού­με, για­τί τα τε­λευ­ταία δέ­κα χρό­νια πα­ρου­σιά­ζου­με, σε ε­βδο­μα­διαία βά­ση, α­πο­κλει­στι­κά ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία κι ό­μως, το σύ­νο­λο της ε­τή­σιας πα­ρα­γω­γής δεν το κα­λύ­πτου­με. Προ­φα­νώς, αυ­τό το α­να­φέ­ρου­με ως έν­δει­ξη και ό­χι ως α­πό­δει­ξη, για­τί ό­λοι οι άν­θρω­ποι δεν εί­ναι το ί­διο προι­κι­σμέ­νοι.
Τε­λι­κά, ποιος θα αμ­φι­σβη­τού­σε πως το διά­βα­σμα γί­νε­ται κα­τ’ ε­πι­λο­γή ή έ­στω, η προ­τε­ραιό­τη­τα που δί­νε­ται στο διά­βα­σμα; Τον συ­νο­νό­μα­το συγ­γε­νή ε­πι­φα­νούς τον δια­βά­ζεις α­πό πε­ριέρ­γεια, ε­νώ τον ά­γνω­στο πρέ­πει να τον α­να­κα­λύ­ψεις στη στοί­βα των βι­βλίων. Βε­βαίως, υ­πάρ­χει α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στο να το δια­βά­σεις και να το συ­μπε­ρι­λά­βεις στη “μι­κρή λί­στα”. Ίσως και να α­δι­κού­με κρι­τές και κρι­νό­με­νους με τη σκέ­ψη πως το ό­νο­μα συμ­βάλ­λει. Ίσως, το στα­τι­στι­κό δε­δο­μέ­νο πως πο­τέ δεν λεί­πουν οι γό­νοι ε­πι­φα­νών α­πό τις λί­στες να εί­ναι πα­ρα­πλα­νη­τι­κό. Οι ί­διοι, πά­ντως, υ­πο­στη­ρί­ζουν πως το μό­νο κέρ­δος τους, εί­ναι ό­τι με­γά­λω­σαν μέ­σα στα βι­βλία. Άρα­γε, δεν θεω­ρούν ε­αυ­τούς προ­νο­μιού­χους για ό­λους ε­κεί­νους τους ση­μα­ντι­κούς αν­θρώ­πους που γνώ­ρι­σαν εκ του σύ­νεγ­γυς ως γό­νοι ε­πι­φα­νών και στους ο­ποίους, με­γα­λώ­νο­ντας, έ­χουν ευ­κο­λό­τε­ρη πρό­σβα­ση; Έπει­τα, ας μην ξε­χνά­με κιό­λας ό­τι α­πέ­χει κά­μπο­σο ο γιος του Σο­λω­μού α­πό το γιο του βο­η­θού του κη­που­ρού στο κτή­μα του Σο­λω­μού.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Περί ονείρων, σατιριστών και γρίφων

«Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κα»
Τεύ­χος 25
Άνοι­ξη 2009

Ανά­με­σα στα πρώ­τα ελ­λη­νι­κά διη­γή­μα­τα υ­πάρ­χει και έ­να που φέ­ρει τον τίτ­λο «Όνει­ρον», δη­μο­σιευ­μέ­νο εί­κο­σι δύο χρό­νια με­τά την «Αλη­θή ι­στο­ρία», γνω­στή ως «Ο Ανώ­νυ­μος του 1789», που ο Κ.Θ.Δη­μα­ράς πί­στευε πως μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί ως η πρώ­τη εκ­δή­λω­ση νε­ο­ελ­λη­νι­κής δη­μιουρ­γι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Άλλω­στε, αυ­τός πρώ­τος εί­χε ε­πι­ση­μά­νει το α­νώ­νυ­μο δη­μο­σίευ­μα και το εί­χε τιτ­λο­φο­ρή­σει με τα μο­να­δι­κά δυο στοι­χεία που γνώ­ρι­ζε γι’ αυ­τό, το α­νώ­νυ­μο του συγ­γρα­φέα του και το πι­θα­νο­λο­γού­με­νο έ­τος που τυ­πώ­θη­κε. Στην εν­διά­με­ση ει­κο­σα­ε­τία, ο Σπυ­ρί­δων Βλα­ντής, κα­τοι­κο­ε­δρεύων στη Βε­νε­τία, εί­χε α­να­σύ­ρει τον πα­λαιό ό­ρο διή­γη­μα του Πο­λύ­βιου, ο ο­ποίος σή­μαι­νε γε­νι­κώς και α­ο­ρί­στως την α­φή­γη­ση έ­να­ντι της Ιστο­ρίας, και τον εί­χε α­να­νο­η­μα­το­δο­τή­σει για τις α­νά­γκες του. Ήταν το 1796, που μό­λις εί­χε ο­λο­κλη­ρώ­σει τη με­τά­φρα­ση εί­κο­σι δύο α­πό τις φρο­νι­μό­τε­ρες ι­στο­ρίες του Βοκ­κά­κιου και χρεια­ζό­ταν έ­ναν πρό­σφο­ρο τίτ­λο. Κα­τέ­λη­ξε σε έ­ναν μα­κρο­σκε­λή πε­ρι­γρα­φι­κό τίτ­λο, ό­πως συ­νη­θι­ζό­ταν τό­τε, που ξε­κι­νού­σε με τον προσ­διο­ρι­σμό: «Διη­γή­μα­τα δύω προς τοις εί­κο­σιν Ιωάν­νου του Βοκ­κα­κίου...» Τε­λι­κά, ή­ταν ο πρώ­τος Νε­οέλ­λη­νας, που προ­τί­μη­σε να α­πο­κα­λέ­σει το πό­νη­μά του διή­γη­μα και ό­χι ι­στο­ρία. Κα­τά τα άλ­λα, πε­ρί­που εί­κο­σι χρό­νια με­τά το «Όνει­ρον» ήρ­θαν τα πε­ζά, στα ο­ποία σή­με­ρα δί­νου­με την πρω­το­κα­θε­δρία, η «Γυ­ναί­κα της Ζά­κυ­θος» του Σο­λω­μού, η «Αυ­το­βιο­γρα­φία» της Ελι­σά­βετ Μου­τσά­ν-Μαρ­τι­νέ­γκου και τα «Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα» του Μα­κρυ­γιάν­νη.
Το «Όνει­ρον», ό­πως και η «Αλη­θής ι­στο­ρία», εί­ναι α­νώ­νυ­μο και έ­χει σα­τι­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Επι­προ­σθέ­τως, και τα δυο α­κο­λου­θούν τα ο­μό­τιτ­λα α­φη­γή­μα­τα του Λου­κια­νού, το «Ενύ­πνιον» και την «Αλη­θή ι­στο­ρία». Έτσι κι αλ­λιώς, ο Λου­κια­νός φέ­ρε­ται α­νά­με­σα στους πρό­δρο­μους διη­γη­μα­το­γρά­φους της αρ­χαιό­τη­τας, σε α­ντι­στοι­χία με τους Ηλιό­δω­ρο, Αχιλ­λέα Τά­τιο και Λόγ­γο, που εί­ναι οι πρό­δρο­μοι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι. Στο αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα «Ενύ­πνιον» του Λου­κια­νού, οι δυο γυ­ναί­κες που πα­ρου­σιά­στη­καν κα­τ’ ό­ναρ στον έ­φη­βο, ό­ταν αμ­φι­τα­λα­ντευό­ταν αν θα έ­πρε­πε να γί­νει α­γαλ­μα­το­ποιός ό­πως ο θείος του ή να μά­θει γράμ­μα­τα, ή­ταν η τέ­χνη της γλυ­πτι­κής και η παι­δεία. Αντι­στοί­χως, στο «Όνει­ρον» πρό­κει­ται για τη Μι­ξο­βάρ­βα­ρη Γλώσ­σα, που τό­τε α­κό­μη σή­μαι­νε την κο­ραϊκή κα­θα­ρεύου­σα, και την ι­στο­ρι­κή ορ­θο­γρα­φία. Ωστό­σο, στο «Όνει­ρον», οι δυο γυ­ναί­κες έ­χουν α­στεία εμ­φά­νι­ση και δεί­χνουν ε­ρω­τι­κές δια­θέ­σεις για τον έ­φη­βο α­ντί να τον τρα­βο­λο­γά­νε, ό­πως συμ­βαί­νει στο «Ενύ­πνιον» του Λου­κια­νού. Άλλω­στε, τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρι­γρά­φε­ται και η κα­τά­στα­ση των δυο ε­νυ­πνια­ζο­μέ­νων, πριν να κοι­μη­θούν. Του Λου­κια­νού ή­ταν ξυ­λο­δαρ­μέ­νος α­πό τον λι­θο­ξόο θείο του, ε­νώ, στο με­τα­γε­νέ­στε­ρο, εί­χε α­πο­κοι­μη­θεί, δια­βά­ζο­ντας έ­να βι­βλίο με φω­το­γρα­φίες α­πό τις γυ­μνές Οτε­ντό­τισ­σες της Αφρι­κής, που το 1810 α­πο­τε­λού­σαν έ­να α­πό τα α­ξιο­θέ­α­τα του Λον­δί­νου.
Ως γλωσ­σι­κή σά­τι­ρα ξε­κι­νά το «Όνει­ρον», μό­νο που σε α­ντί­θε­ση με τον ε­νυ­πνια­ζό­με­νο του Λου­κια­νού, ο α­φη­γη­τής παίρ­νει το λό­γο, υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νος τη δη­μώ­δη γλώσ­σα. Κα­θώς, μά­λι­στα, μνη­μο­νεύει τον Αθα­νά­σιο Χρι­στό­που­λο και πα­ρα­πέ­μπει στην Γραμ­μα­τι­κή της Αιο­λο­δω­ρι­κής, που ε­κεί­νος εί­χε εκ­δώ­σει το 1806, πα­ρα­σύ­ρε­ται στη ρη­το­ρεία, λει­τουρ­γώ­ντας σε βά­ρος της οι­κο­νο­μίας του διη­γή­μα­τος. Ο α­νά­λα­φρα σα­τι­ρι­κός τό­νος ε­πα­νέρ­χε­ται μό­νο στην α­κρο­τε­λεύ­τια πα­ρά­γρα­φο. Όσο για τον Χρι­στό­που­λο, δεν α­να­φέ­ρε­ται τυ­χαία, α­φού το «Όνει­ρον» πρω­το­δη­μο­σιεύε­ται στην πρώ­τη έκ­δο­ση των «Λυ­ρι­κών» του, που έ­γι­νε ε­ρή­μην του, στη Βιέν­νη, το 1811. Το «Όνει­ρον» εί­ναι έ­να α­πό τα ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να ε­κεί­νου του τό­μου, το­πο­θε­τη­μέ­νο α­νά­με­σα στο προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα των εκ­δο­τών Τζαν­νή Κο­ντου­μά και Δρό­σου Νι­κο­λά­ου και το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα του Στέ­φα­νου Κα­νέλ­λου. Στις ε­πτά εκ­δό­σεις των «Λυ­ρι­κών», που α­κο­λού­θη­σαν μέ­σα στην ε­πό­με­νη ει­κο­σα­ε­τία, το «Όνει­ρον» δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται. Επα­νεκ­δί­δε­ται, ό­μως, σε μια κα­τά πο­λύ ε­παυ­ξη­μέ­νη μορ­φή, στην πα­ρι­σι­νή έκ­δο­ση του 1833, που ο­φεί­λε­ται στον Νι­κό­λαο Κο­ριτ­ζά. Για να κο­πεί και πά­λι στην α­μέ­σως ε­πό­με­νη, του 1841, α­πό τον Νι­κό­λαο Πίκ­κο­λο.
Το «Όνει­ρον» ως διή­γη­μα, με τις ό­ποιες λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές δια­θέ­τει, ε­λά­χι­στα φαί­νε­ται να α­πα­σχό­λη­σε τους με­λε­τη­τές. Αντι­θέ­τως, ε­κεί­νο που κέ­ντρι­σε το εν­δια­φέ­ρον τους ή­ταν η ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέα του, ό­πως, άλ­λω­στε, συμ­βαί­νει γε­νι­κώς με τα α­νώ­νυ­μα κεί­με­να που α­ξιο­λο­γού­νται. Σύμ­φω­να με ε­πι­στο­λή του ί­διου του Χρι­στό­που­λου, που βρι­σκό­ταν τό­τε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, προς τον Αθα­νά­σιο Ψα­λί­δα στα Ιωάν­νι­να, με η­με­ρο­μη­νία 10 Νο­εμ­βρίου 1811, το «Όνει­ρον» εί­ναι κεί­με­νο του Κα­νέλ­λου, ο ο­ποίος εί­ναι και ο συ­ντά­κτης “των μυ­θο­λο­γι­κών ση­μειω­μά­τω­ν”, που συ­νο­δεύουν ως υ­πο­σε­λί­διες ε­πε­ξη­γή­σεις τα «Λυ­ρι­κά», και α­κό­μη, συγ­γρα­φέ­ας της «Στι­χουρ­γι­κής», με την ο­ποία συ­μπλη­ρώ­νε­ται η πρώ­τη έκ­δο­ση των «Λυ­ρι­κών». Αν και αυ­τή η «Στι­χουρ­γι­κή» δεν συ­νι­στά πρω­τό­τυ­πο έρ­γο αλ­λά πε­ρί­λη­ψη ε­κεί­νης που συ­ντάχ­θη­κε α­πό τον Χρι­στό­που­λο και εί­χε α­πω­λε­σθεί.
Δε­δο­μέ­νου ό­τι η ε­πι­στο­λή του Χρι­στό­που­λου πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε το 1878 και στη συ­νέ­χεια, ξα­να­δη­μο­σιεύ­θη­κε του­λά­χι­στον τρεις φο­ρές, θα α­να­με­νό­ταν το «Όνει­ρον» να μην φέ­ρε­ται πλέ­ον ως α­νώ­νυ­μο, ού­τε να α­πο­τε­λεί ε­ρευ­νη­τι­κό γρί­φο. Ωστό­σο, υ­πάρ­χει η ε­παυ­ξη­μέ­νη εκ­δο­χή του της έκ­δο­σης του 1833, που θα πρέ­πει να έ­γι­νε μια δε­κα­ε­τία με­τά το θά­να­το του Κα­νέλ­λου. Οπό­τε, εί­τε πρό­κει­ται για δυο δια­φο­ρε­τι­κούς συγ­γρα­φείς, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζει η Ελέ­νη Τσα­ντσά­νο­γλου, εί­τε για έ­ναν, ο ο­ποίος, βε­βαίως, δεν θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο Κα­νέλ­λος. Πά­ντως, οι πρώ­τοι εκ­δό­τες των «Λυ­ρι­κών», προ­λο­γί­ζο­ντάς τα, δια­τεί­νο­νται πως το ό­νει­ρο, το εί­δε έ­νας φί­λος τους στον ύ­πνο του. Και πράγ­μα­τι, ο Κα­νέλ­λος θα πρέ­πει να γνώ­ρι­ζε τους εκ­δό­τες, ει­δάλ­λως πως προέ­κυ­ψε ο σχο­λια­σμός των «Λυ­ρι­κών». Πά­ντως, το 1811, βρι­σκό­ταν στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, ο­πό­τε γεν­νιέ­ται η α­πο­ρία πώς και εί­χε α­κού­σει για τις Οτε­ντό­τισ­σες. Ωστό­σο, η κα­το­πι­νή του πο­ρεία δεί­χνει πως ο Κα­νέλ­λος θα πρέ­πει να κα­τεί­χε ξέ­νες γλώσ­σες, του­λά­χι­στον τη γερ­μα­νι­κή. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, κα­θό­λου δεν α­πο­κλείε­ται να διά­βα­σε σε κά­ποιο εξ Εσπε­ρίας έ­ντυ­πο για τις “ζω­γρα­φι­σμέ­νες με γραμ­μές” γυ­μνές Νο­τιο­α­φρι­κά­νες.
Κα­τά τα άλ­λα, α­πο­ρού­με για­τί οι με­λε­τη­τές ε­ρί­ζουν πε­ρί την κα­τα­γω­γή του, τα­λα­ντευό­με­νοι με­τα­ξύ Κων­στα­ντι­νού­πο­λης και Χίου. Πα­ρό­λο που ο Κα­νέλ­λος πέ­θα­νε σχε­τι­κά νέ­ος, στα τριά­ντα έ­να του, πρό­λα­βε και δια­κρί­θη­κε ως λό­γιος και έν­θερ­μος πα­τριώ­της, με α­πο­τέ­λε­σμα να μνη­μο­νεύε­ται ε­κτε­νώς σε ποι­κί­λες πη­γές. Σε μια α­πό αυ­τές, τό­σο κα­λά ε­νη­με­ρω­μέ­νη, ώ­στε να πα­ρα­θέ­τει τις α­κρι­βείς η­με­ρο­μη­νίες γεν­νή­σεως και θα­νά­του του, α­ντί να αρ­κεί­ται, ως συ­νή­θως, στις χρο­νο­λο­γίες, α­να­φέ­ρε­ται, πως γεν­νή­θη­κε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό Χιώ­τη πα­τέ­ρα και πο­λί­τισ­σα μη­τέ­ρα. Κα­τά τα άλ­λα, σπού­δα­σε στη Γερ­μα­νία για­τρός α­πό το 1812 μέ­χρι το 1819, που ε­πέ­στρε­ψε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Το 1820 δί­δα­ξε στο Βου­κου­ρέ­στι, αλ­λά με την έ­ναρ­ξη της Επα­νά­στα­σης βρέ­θη­κε στο στρα­τό­πε­δο του Αλέ­ξαν­δρου Υψη­λά­ντη και στη συ­νέ­χεια, α­κο­λού­θη­σε τον νε­ο­διο­ρι­σθέ­ντα αρ­μο­στή της Κρή­της Εμμα­νουήλ Το­μπά­ζη στη Με­γα­λό­νη­σο, ό­που και έ­πε­σε υ­πέρ πα­τρί­δος τον Ιού­λιο του 1823. Όσο για τη φι­λία του Χρι­στό­που­λου με τον νε­α­ρό Κα­νέλ­λο, εν­διά­με­σος θα πρέ­πει να στά­θη­κε ο Δω­ρό­θε­ος Πρώϊος, κα­τό­πιν Μη­τρο­πο­λί­της Αδρια­νου­πό­λεως, και αυ­τός Χιώ­της ό­πως ο Κα­νέλ­λος και δά­σκα­λός του στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Ο Δω­ρό­θε­ος θα γνώ­ρι­σε τον Χρι­στό­που­λο στο Ιά­σιο, μια και υ­πήρ­ξαν δά­σκα­λοι των παι­διών δυο δια­δο­χι­κών η­γε­μό­νων, του Γεωρ­γίου Χα­ντζε­ρή ο πρώ­τος και του Αλέ­ξαν­δρου Μου­ρού­ζη ο δεύ­τε­ρος.
Όλα αυ­τά, με α­φορ­μή έ­να μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό του Γιώρ­γου Κε­χα­γιό­γλου, που σχο­λιά­ζει τα ί­χνη του «Ενυ­πνίου» του Λου­κια­νού στο «Όνει­ρον» του Κα­νέλ­λου. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η λέ­ξη–σι­δη­ρό­δρο­μος για τους Οτε­ντό­τες μό­νο γερ­μα­νι­κή δεν εί­ναι. Ο Κε­χα­γιό­γλου, ως μό­το του κει­μέ­νου του, ε­πι­λέ­γει τους στί­χους του Πα­λα­μά α­πό τα «Σα­τι­ρι­κά Γυ­μνά­σμα­τα»: «...ο στερ­νός κι ο πρώ­τος, / κι ε­γώ κι ε­σύ, κι ο αν­θός κι η καρ­μα­νιό­λα, // κι ο αρ­χαίος Αθη­ναίος κι ο Οτε­ντό­τος». Οι στί­χοι γρά­φτη­καν ε­κα­τό χρό­νια με­τά το «Όνει­ρον», ό­ταν οι Οτε­ντό­τες εί­χαν γί­νει κοι­νός τό­πος κα­τά την α­ντι­πα­ρά­θε­ση πο­λι­τι­σμού και βαρ­βα­ρό­τη­τας. Όπως, σή­με­ρα, ε­πι­κα­λού­μα­στε τους Κα­φρούς και τους Ζου­λού, τις φυ­λές που ε­κτό­πι­σαν τους Οτε­ντό­τες και ε­πι­κρά­τη­σαν στην πε­ριο­χή. Όπως και να έ­χει, το μό­το του πρώ­του μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κού μας ο­δη­γεί στο δεύ­τε­ρο του ί­διου πά­ντο­τε ε­ρευ­νη­τή πε­ρί Πα­λα­μά και Σου­ρή.
Την πε­ρα­σμέ­νη Κυ­ρια­κή, θυ­μί­ζο­ντας την ε­φε­τει­νή ε­πέ­τειο των ε­νε­νή­ντα χρό­νων α­πό το θά­να­το του Γεωρ­γίου Σου­ρή, θεω­ρού­σα­με πως εί­μα­στε οι μό­νοι που τον θυ­μό­μα­στε. Ιδού, ό­μως, που ο Κε­χα­γιό­γλου ε­ντο­πί­ζει “το μα­κρύ πο­δά­ρι του Σου­ρή” στα «Σα­τι­ρι­κά Γυ­μνά­σμα­τα» του Πα­λα­μά, δη­μο­σιευ­μέ­να το 1908-1909. Ο με­λε­τη­τής θεω­ρεί τον Πα­λα­μά κα­λό γνώ­στη του Σου­ρή, πα­ρα­κι­νώ­ντας σε μια συ­στη­μα­τι­κή ι­χνη­λά­τη­ση των δια­κει­με­νι­κών σχέ­σεων Σου­ρή–Πα­λα­μά. Το μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό του Κε­χα­γιό­γλου κλεί­νει με τη δια­πί­στω­ση: «Κεί­με­να συ­νει­δη­τού εν­δο­λο­γο­τε­χνι­κού δια­λό­γου υ­πάρ­χουν εν υ­πε­ρα­φθο­νία και πε­ρι­μέ­νου­ν: ζη­τεί­τε και ευ­ρή­σε­τε. Η εκ­δρο­μή αυ­τή δεν έ­χει τέ­λος.»
Σαν να συ­νο­μι­λεί ο Γιώρ­γος Δρο­σί­νης με τον Κε­χα­γιό­γλου πα­ρα­τη­ρεί: «...Από ό­λα παίρ­νει κα­νείς γύ­ρω του θέ­λο­ντας και μη θέ­λο­ντας, ό­ταν δια­βά­ζει πολ­λά και κά­θε λο­γής κι ό­ταν θαυ­μά­ζει με­ρι­κά χω­ρι­στά α­πό το σω­ρό. Μα μή­πως έ­χει συ­νεί­δη­ση ο ί­διος; Όση συ­νεί­δη­σι έ­χει το στά­χυ του σι­τα­ριού, α­πό τι και τι έ­γι­νε και πό­σα συ­στα­τι­κά πή­ρε α­πό το χώ­μα κι α­πό τον αέ­ρα κι α­πό τον ή­λιο κι α­πό των ά­στρων τη δρο­σιά!...» Αυ­τά γρά­φει ο Δρο­σί­νης, σε ε­πι­στο­λή του προς τον Χού­μπερτ Περ­νό, την 25η Οκτω­βρίου 1917, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει στο τεύ­χος ο Χέν­ρυ Τον­νέ. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, σε μια άλ­λη ε­ξι­στό­ρη­ση, ο Δρο­σί­νης α­να­φέ­ρει τη βα­θιά συ­γκί­νη­ση, που εί­χε νιώ­σει μια βρα­διά στο σπί­τι του Σου­ρή, πα­ρέα με τον Πα­λα­μά, κα­θώς ο Σου­ρής τους διά­βα­ζε στί­χους του ε­πί τρεις ώ­ρες. Να θυ­μί­σου­με, χά­ριν παι­διάς, πως οι σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι Σου­ρής και Πα­λα­μάς βρέ­θη­καν και οι δυο υ­πο­ψή­φιοι για το βρα­βείο Νό­μπελ. Σχε­τι­κά νω­ρίς ο Σου­ρής, προ­τά­θη­κε α­πό την Ελλη­νι­κή Βου­λή το 1906, πολ­λά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με­τά το θά­να­το του Σου­ρή, ο Πα­λα­μάς.
Πά­ντο­τε πλη­θω­ρι­κή εί­ναι η πα­ρου­σία του Κε­χα­γιό­γλου στο κυ­πρια­κό πε­ριο­δι­κό. Σε αυ­τό το τεύ­χος, υ­πο­γρά­φει συ­νο­λι­κά τρία κεί­με­να. Το τρί­το μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό του μας φέρ­νει πί­σω στον «Ανώ­νυ­μο του 1789» και τον Δη­μα­ρά δια μέ­σου του «Δον Κι­χώ­τη». Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, α­φο­ρά την πρώ­τη γνω­στή ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση του έρ­γου του Θερ­βά­ντες, που έ­μει­νε χει­ρό­γρα­φη. Τον Δε­κέμ­βριο του 2007, που η εν λό­γω με­τά­φρα­ση α­πέ­κτη­σε την πρώ­τη έ­ντυ­πη μορ­φή της, τρία ή­ταν τα γνω­στά χει­ρό­γρα­φα, στα ο­ποία και στη­ρί­χτη­κε ο Κε­χα­γιό­γλου, που α­νέ­λα­βε το εγ­χεί­ρη­μα με τη βοή­θεια της Άννας Τα­μπά­κη. Όμως, Χρι­στού­γεν­να του 2008, ήρ­θε μα­ντά­το α­πό την Ισπα­νία πως βρέ­θη­κε και τέ­ταρ­το χει­ρό­γρα­φο. Το πα­ρά­ξε­νο εί­ναι ό­τι, ναι μεν το χει­ρό­γρα­φο ε­ντο­πί­στη­κε α­πό ι­σπα­νί­δα νε­ο­ελ­λη­νί­στρια, ω­στό­σο ή­ταν κά­τω α­πό τη μύ­τη των ελ­λή­νων ε­ρευ­νη­τών, δε­δο­μέ­νου ό­τι φυ­λάσ­σε­ται στη Γεν­νά­δειο Βι­βλιο­θή­κη. Για το συ­γκε­κρι­μέ­νο χει­ρό­γρα­φο, α­να­μέ­νο­νται νεό­τε­ρα εξ Ισπα­νίας.
Ση­μα­ντι­κό­τε­ρη, ό­μως, εί­ναι η πα­τρό­τη­τα αυ­τής της πρώ­της με­τά­φρα­σης του «Δον Κι­χώ­τη», η ο­ποία έ­χει μεί­νει με­τέω­ρη. Ο Κε­χα­γιό­γλου φαί­νε­ται να γνω­ρί­ζει ή έ­στω να ει­κά­ζει με­τά με­γά­λης βε­βαιό­τη­τας τον με­τα­φρα­στή αλ­λά δεν τον α­πο­κα­λύ­πτει, ε­πι­κα­λού­με­νος το πα­ρά­δειγ­μα του Δη­μα­ρά, ο ο­ποίος πέ­θα­νε χω­ρίς να κοι­νο­ποιή­σει ποιόν υ­πο­ψια­ζό­ταν για συγ­γρα­φέα του «Ανώ­νυ­μου». Στη λο­γο­τε­χνία ε­κτι­μώ­νται ι­διαί­τε­ρα οι υ­παι­νιγ­μοί, ό­πως και οι μα­κριές προ­τά­σεις της μιας πα­ρα­γρά­φου χω­ρίς τε­λεία. Απο­ρού­με, ω­στό­σο, αν ι­σχύει το ί­διο για τον δο­κι­μια­κό λό­γο. Οι μεν υ­παι­νιγ­μοί δεί­χνουν να πα­ρα­πέ­μπουν σε ι­διο­κτη­σια­κό κα­θε­στώς. Ενώ, οι μα­κρο­σκε­λείς προ­τά­σεις, ό­πως ε­κεί­νη των 31 σει­ρών, που υ­πο­τί­θε­ται πως ε­ξη­γεί τις «Αρχές της έκ­δο­σης», α­πο­κλείει κά­ποιον λι­γό­τε­ρο ει­δι­κό. Ο Κε­χα­γιό­γλου κα­τα­λή­γει με το ε­ρώ­τη­μα, για­τί να α­πο­κα­λύ­ψει α­πό τώ­ρα την ταυ­τό­τη­τα. Μή­πως για­τί τα νέα υ­ψη­λά κα­θή­κο­ντα, που εν­δέ­χε­ται να α­να­λά­βει, δεν θα του α­φή­νουν και πο­λύ χρό­νο για να α­σχο­λη­θεί με την Δο­μνί­τσα Σμα­ρά­γδα Πα­να­γιω­τά­κη Σταυ­ρο­πό­λεως, τρί­τη σύ­ζυ­γο του Νι­κό­λα­ου Μαυ­ρο­κορ­δά­του, που ή­ταν η κτή­το­ρας του χει­ρο­γρά­φου της πρώ­της με­τά­φρα­σης και η πρώ­τη που προ­τά­θη­κε ως με­τα­φρά­στριά του; Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, πέ­ρα α­πό τους γρί­φους, την Δο­μνί­τσα, εμ­μέ­σως πλην σα­φώς, στην ει­σα­γω­γή του βι­βλίου, ο Κε­χα­γιό­γλου την α­πο­κλείει ως πι­θα­νή με­τα­φρά­στρια.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

Γοητευτικές πτυχές του Καββαδία

Μή­τσος Κα­σό­λας
«Νί­κος Καβ­βα­δίας.
Ο δαί­μο­νας χό­ρευε μέ­σα του.»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Μάρ­τιος 2009

Ενα δεύ­τε­ρο βι­βλίο για τον Νί­κο Καβ­βα­δία ε­τοί­μα­σε ο συγ­γρα­φέ­ας Μή­τσος Κα­σό­λας, πέ­ντε χρό­νια με­τά το πρώ­το βι­βλίο του για τον Καβ­βα­δία, που εί­χε προ­κα­λέ­σει την μή­νιν ό­σων δια­χει­ρί­ζο­νται τα συγ­γρα­φι­κά δι­καιώ­μα­τα του ποιη­τή. Για­τί, ως γνω­στόν, σε κά­θε α­πο­θα­νό­ντα συγ­γρα­φέα α­ντι­στοι­χούν κλη­ρο­νό­μοι ποι­κίλ­λο­ντος βαθ­μού συγ­γε­νείας, του­λά­χι­στον έ­νας εκ­δό­της, συ­νή­θως ο πιο πρό­σφα­τος, και α­κό­μη, κά­ποιος με­λε­τη­τής, που έ­χει χρι­στεί κα­θ’ ύ­λην αρ­μό­διος, α­παι­τώ­ντας να έ­χει κι αυ­τός λό­γο. Ο τε­λευ­ταίος, κα­τά κα­νό­να, ταυ­τί­ζε­ται με τον εκ­δό­τη, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι εκ­δό­τες α­πο­θα­νό­ντων συγ­γρα­φέων εκ­δί­δουν και τις με­λέ­τες που α­να­φέ­ρο­νται σε αυ­τούς, αρ­κε­τά συ­χνά, χω­ρίς να πο­λυε­ξε­τά­ζουν την ποιό­τη­τά τους. Σπα­νί­ζουν οι συγ­γρα­φείς χω­ρίς κλη­ρο­νό­μους, που α­πο­δει­κνύο­νται και οι πιο τυ­χε­ροί. Όσο για την δυ­σοίω­νη πε­ρί­πτω­ση, που εμ­φα­νί­ζο­νται πε­ρισ­σό­τε­ροι του ε­νός με­λε­τη­τές, διεκ­δι­κώ­ντας α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα, οι νυμ­φίοι, με τη στή­ρι­ξη του εκ­δό­τη τους, δια­μοι­ρά­ζουν τα ι­μά­τια του α­πο­θα­νό­ντος, ό­χι κα­τά την α­ξία τους αλ­λά, συ­νή­θως, σύμ­φω­να με το ε­κτό­πι­σμα του εκ­δό­τη. Όλα αυ­τά α­πο­βαί­νουν σε βά­ρος του έρ­γου του συγ­γρα­φέα, που ευερ­γε­τεί­ται α­πό την πο­λυ­φω­νία με­λε­τη­τών.
Στην πε­ρί­πτω­ση του Καβ­βα­δία, οι “κό­ντρες” για το πρώ­το βι­βλίο του Κα­σό­λα, «Νί­κος Καβ­βα­δίας. Γυ­ναί­κα-Θά­λασ­σα-Ζωή», ο­δή­γη­σαν στο Μο­νο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Αθη­νών, το ο­ποίο α­πέρ­ρι­ψε την αί­τη­ση α­σφα­λι­στι­κών μέ­τρων και την κα­τά­σχε­ση του βι­βλίου. Έτσι ο α­να­γνώ­στης μπο­ρεί να δια­βά­σει συ­νε­χό­με­να τα δυο βι­βλία του Κα­σό­λα. Πρώ­τα, την α­φή­γη­ση του ί­διου του Καβ­βα­δία και στη συ­νέ­χεια, τις α­να­μνή­σεις φί­λων και συ­ντα­ξι­διω­τών του, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, σή­με­ρα, α­πό­μα­χοι ναυ­τι­κοί. Τα δυο βι­βλία θα μπο­ρού­σαν να συ­νο­δεύο­νται και α­πό έ­να CD, ό­πως συ­νη­θί­ζε­ται τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με τον μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νο λό­γο του Καβ­βα­δία α­πό την πα­ρα­μο­νή Χρι­στου­γέν­νων του 1974. Τό­τε που α­γω­νιού­σε πως δεν θα προ­λά­βαι­νε να σαλ­πά­ρει, ό­πως και πράγ­μα­τι συ­νέ­βη. Ο Καβ­βα­δίας πέ­θα­νε στις 8 Φε­βρουα­ρίου 1975, στα 65 του, α­πό ε­γκε­φα­λι­κό ε­πει­σό­διο, που τον βρή­κε στη στε­ριά και ό­χι στη θά­λασ­σα, ό­πως τό­σο ε­πι­θυ­μού­σε.
Ο Κα­σό­λας εί­χε γνω­ρί­σει τον Καβ­βα­δία τη δεύ­τε­ρη μέ­ρα των Χρι­στου­γέν­νων του 1973. Η προϊστο­ρία της συ­νά­ντη­σής τους έ­χει ως ε­ξής: Τη διε­τία 1970-1972, ο Κα­σό­λας έ­ζη­σε στην Αμε­ρι­κή και ε­πι­στρέ­φο­ντας έ­γρα­ψε το χρο­νι­κό «Η Άλλη Αμε­ρι­κή», που βρα­βεύ­θη­κε με το Α΄ Κρα­τι­κό Βρα­βείο Λο­γο­τε­χνίας. Ένας φί­λος τού Καβ­βα­δία, ο ναυ­τι­κός Χρή­στος Πα­ντε­λί­δης, που βρι­σκό­ταν τό­τε στη Νέα Υόρ­κη, του έ­γρα­ψε πως του ά­ρε­σε το βι­βλίο και ή­θε­λε να τον γνω­ρί­σει. Έτσι προέ­κυ­ψε η ε­πί­σκε­ψη Πα­ντε­λί­δη και Καβ­βα­δία, χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα, στο σπί­τι του Κα­σό­λα. Το πρώ­το βι­βλίο κα­τα­γρά­φει τις συ­να­ντή­σεις τους, ό­που ο Καβ­βα­δίας α­παγ­γέλ­λει ποιή­μα­τά του κι ας δια­μαρ­τυ­ρό­ταν πως τα “δο­λο­φο­νεί”. Ενώ, σχο­λιά­ζει στί­χους και α­φη­γεί­ται ι­στο­ρίες. Ο Κα­σό­λας έ­χει χω­ρί­σει το βι­βλίο σε τρεις ε­νό­τη­τες: Η πρώ­τη για τη γυ­ναί­κα, ξε­κι­νά α­πό τις γυ­ναί­κες των λι­μα­νιών και το τα­τουάζ μιας γορ­γό­νας στο α­ρι­στε­ρό μπρά­τσο του Καβ­βα­δία για να κα­τα­λή­ξει σε μια τε­λευ­ταία α­γα­πη­μέ­νη του, που τον εί­χε ε­γκα­τα­λεί­ψει. Η δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα εί­ναι για τη θά­λασ­σα αλ­λά και για τους φί­λους του ποιη­τές και τη σχέ­ση του με την Αρι­στε­ρά. Η τρί­τη υ­πο­τί­θε­ται πως α­να­φέ­ρε­ται γε­νι­κά στη ζωή, α­να­τρέ­χο­ντας στο πα­ρελ­θόν, αλ­λά και πά­λι γύ­ρω α­πό τις γυ­ναί­κες πε­ρι­στρέ­φε­ται. Στο κεί­με­νο πα­ρεμ­βάλ­λο­νται ποιή­μα­τα, ε­πι­στο­λές, φω­το­γρα­φίες και οι θαυ­μά­σιες ξυ­λο­γρα­φίες α­πό τις πρώ­τες εκ­δό­σεις των ποιη­μά­των του.
Και στα δυο βι­βλία, ο Κα­σό­λας, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ων, δη­μιουρ­γεί μια ε­νιαία α­φή­γη­ση, εν­θέ­το­ντας τις α­πό­ψεις του για τον άν­θρω­ποι Καβ­βα­δία και την ποίη­σή του. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι, μέ­σα και α­πό τις συ­γκρί­σεις με άλ­λους λο­γο­τέ­χνες, ό­πως ο Πα­πα­δια­μά­ντης ή ο Κα­βά­φης και ο Κα­ρυω­τά­κης –τα τρία με­γά­λα “κάπ­πα” της ελ­λη­νι­κής ποίη­σης ό­πως γρά­φει– να α­να­δει­κνύε­ται ε­κτός α­πό τον ποιη­τή και ο μύ­θος, που έ­χει δη­μιουρ­γη­θεί γύ­ρω α­πό το πρό­σω­πό του. Αυ­τόν τον μύ­θο έρ­χε­ται να ε­νι­σχύ­σει το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, ό­πως δη­λώ­νει και ο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός υ­πό­τιτ­λος, “ο δαί­μο­νας χό­ρευε μέ­σα του”. Οι ναυ­τι­κοί που γνώ­ρι­σαν τον Καβ­βα­δία, υ­πο­βο­η­θού­με­νοι α­πό τις ε­ρω­τή­σεις του Κα­σό­λα, α­φη­γού­νται τον βίο και την πο­λι­τεία του, μέ­σα α­πό τις ι­στο­ρίες που τους έ­λε­γε ο ί­διος. Ανα­θυ­μού­νται α­νέκ­δο­τα και πε­ρι­στα­τι­κά α­πό την Κα­το­χή, κα­θώς και διη­γή­σεις γύ­ρω α­πό πρό­σω­πα της Τέ­χνης και της λο­γο­τε­χνίας. Από αυ­τές τις ι­στο­ρίες, άλ­λες τους φαί­νο­νταν πραγ­μα­τι­κές κι άλ­λες υ­πο­ψιά­ζο­νταν πως ή­ταν φα­ντα­στι­κές. Πά­ντως, ο­μο­λο­γούν ό­τι και τις μεν και τις δε ο Καβ­βα­δίας τις διη­γό­ταν με τον ί­διο πα­ρα­στα­τι­κό τρό­πο. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι τον χα­ρα­κτη­ρί­ζουν άν­θρω­πο ε­ρω­τι­κό. Χω­ρίς να εί­ναι ω­ραίος ά­ντρας εί­χε φαί­νε­ται τον τρό­πο του με τις γυ­ναί­κες. Άλλω­στε, η ποίη­σή του, με­τα­ξύ των άλ­λων, και ε­ρω­τι­κή, ε­πι­βε­βαιώ­νει τον ι­σχυ­ρι­σμό τους πως οι γυ­ναί­κες τον συ­γκι­νού­σαν και ή­ταν μο­νί­μως ε­ρω­τευ­μέ­νος.
Σύμ­φω­να με τις διη­γή­σεις τους, πολ­λοί ε­πι­φα­νείς, στις δε­κα­ε­τίες του ’60 και του ’70, τα­ξί­δευαν με το «Απολ­λω­νία» στη Με­σό­γειο, για να έ­χουν τη χα­ρά να κά­νουν συ­ντρο­φιά με τον Καβ­βα­δία. Ανά­με­σά τους, πρώ­τος και καλ­λί­τε­ρος, ο Σε­φέ­ρης. Για τη φι­λία του δι­πλω­μά­τη και του ναυ­τι­κού έ­χουν δια­σω­θεί αρ­κε­τά α­νέκ­δο­τα. Ο κα­πε­τά­νιος Δη­μή­τρης Κρα­νιώ­της προ­σθέ­τει α­κό­μη έ­να. Όταν το πλοίο έ­πια­νε Βη­ρυτ­τό, ο Σε­φέ­ρης έ­στελ­νε τη δι­πλω­μα­τι­κή του κούρ­σα να πα­ρα­λά­βει τον Καβ­βα­δία. Μια φο­ρά, ο Καβ­βα­δίας πα­ρα­κά­λε­σε για μια μι­κρή πα­ρά­καμ­ψη α­πό την ο­δό με τα “κα­λά σπί­τια”. Όμως η πα­ρα­τε­τα­μέ­νη στάθ­μευ­ση της μαύ­ρης κούρ­σας στον κα­κό­φη­μο δρό­μο έ­γι­νε γνω­στή στην πρε­σβεία και ε­πα­κο­λού­θη­σε κα­βγάς α­νά­με­σα στους δυο φί­λους. Μια άλ­λη φο­ρά, και πά­λι στη Βη­ρυ­τό, η ί­δια κούρ­σα εί­χε πα­ρα­λά­βει α­πό το κα­ρά­βι τον Καβ­βα­δία για να τον με­τα­φέ­ρει σε εκ­δή­λω­ση που θα γι­νό­ταν προς τι­μή του. Μό­νο που ο πορ­τιέ­ρης του κτι­ρίου δεν τον ά­φη­σε να πε­ρά­σει. Έτσι, σαν άλ­λος Πα­πα­δια­μά­ντης, θα πρέ­πει να α­που­σία­σε α­πό τη βρα­διά.
Ολι­γο­γρά­φος ποιη­τής ο Καβ­βα­δίας, ού­τε πολ­λά βι­βλία ε­ξέ­δω­σε ού­τε με­γά­λο αρ­χείο ά­φη­σε. Ωστό­σο έ­γρα­φε συ­νέ­χεια στί­χους στα πα­κέ­τα των τσι­γά­ρων του και σε χαρ­το­πε­τσέ­τες. Σύμ­φω­να με τις μαρ­τυ­ρίες, εν­νιά χαρ­το­πε­τσέ­τες στις δέ­κα τις πέ­τα­γε με κά­ποιες λέ­ξεις ή στί­χους στο κα­λά­θι των α­χρή­στων δί­πλα στην κα­ρέ­κλα του. Όσο για την ιε­ρή στιγ­μή της έ­μπνευ­σης, αυ­τή θα πρέ­πει να ερ­χό­ταν στην γέ­φυ­ρα, ό­που του ά­ρε­σε να στέ­κε­ται σιω­πη­λός, ι­δίως κα­τά τις α­να­χω­ρή­σεις των πλοίων. Ο ά­ναρ­χος συ­νειρ­μι­κός λό­γος των ναυ­τι­κών που γνώ­ρι­σαν και α­γά­πη­σαν τον Καβ­βα­δία σαν α­δελ­φό, α­πο­κα­λύ­πτει έ­ναν γο­η­τευ­τι­κό άν­θρω­πο. Ευ­πρόσ­δε­κτη α­ντί­στι­ξη στην ψυ­χα­να­λυ­τι­κή α­να­σκα­φή, που θέ­λει ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο του Καβ­βα­δία να κα­τα­κλύ­ζε­ται α­πό “μια α­νυ­πό­φο­ρη ε­νο­χή”.
Το βι­βλίο του Κα­σό­λα θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί και ως προ­α­νά­κρου­σμα για την ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα του Καβ­βα­δία που θα ε­ορ­τα­στεί του χρό­νου. Ακό­μη κι αν το 2010 α­να­κη­ρυχ­θεί ε­πε­τεια­κό έ­τος κά­ποιου αλ­λού λο­γο­τέ­χνη, ό­χι α­να­γκα­στι­κά καλ­λί­τε­ρου, αλ­λά με δυ­να­μι­κό­τε­ρους υ­πο­στη­ρι­κτές, οι τι­μη­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις για τον Καβ­βα­δία δεν θα λεί­ψουν. Πι­θα­νώς, φα­τρια­σμέ­νες, ό­πως και τα κα­τά και­ρούς α­φιε­ρώ­μα­τα σε αυ­τόν, αλ­λά μάλ­λον πο­λύ­πλευ­ρες, που εί­ναι και το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο σε μια μνη­μό­νευ­ση.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Πειραιάς εις τριπλούν

Κά­τια Μη­τρο­πού­λου
«Πει­ραιάς έ­να σερ­γιά­νι»
Εκδό­σεις Ι. Σι­δέ­ρη
Οκτω­βριος 2008

Ημε­ρο­λό­γιο 2009
«Πει­ραιάς, μια πό­λη-λι­μά­νι!»
Εκδό­σεις Το Λι­μά­νι της Αγω­νίας

Γιώρ­γος Μπα­λούρ­δος
«Ανθρω­πο­γεω­γρα­φι­κή Πει­ραιο­γνω­σία
24 συν 3 κεί­με­να για το Βα­σί­λη»
Εκδό­σεις Κι­βω­τός
Αθή­να 2008

Ανά­με­σα στα ποιή­μα­τα και τα πε­ζά για τον Πει­ραιά, γραμ­μέ­να α­πό συγ­γρα­φείς ε­κτός πει­ραϊκού χώ­ρου, που αν­θο­λο­γεί στο βι­βλίο του ο Γιώρ­γος Μπα­λούρ­δος, εί­ναι και το ποίη­μα, «Ο Καρ­νά­βα­λος στον Πει­ραιά», του Γεωρ­γίου Σου­ρή. Επω­φε­λού­μα­στε για να θυ­μί­σου­με πως στις 26 Αυ­γού­στου 2009 θα συ­μπλη­ρω­θούν ε­νε­νή­ντα χρό­νια α­πό το θά­να­το του Σου­ρή. Έτυ­χε να πε­θά­νει κα­λο­καί­ρι και τους θε­ρι­νούς μή­νες α­πό το 1892, που α­πέ­κτη­σε έ­παυ­λη στο Νέο Φά­λη­ρο, ό­ταν διέ­κο­πτε τον «Ρω­μιό», τους περ­νού­σε πα­ρά θι­ν’ α­λός. Γι’ αυ­τό και τε­λι­κά, ε­ξέ­πνευ­σε στην έ­παυ­λή του, πλη­σίον του Πει­ραιά. Θύ­μα της ι­σπα­νι­κής γρίπ­πης, που κου­βα­λού­σε α­πό το χει­μώ­να, πέ­θα­νε σε η­λι­κία 66 ε­τών. Ο θά­να­τός του χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε α­πό τις ε­φη­με­ρί­δες της ε­πο­χής και τους λο­γίους ως ε­θνι­κή α­πώ­λεια. Επί δε­κα­ε­τίες πα­ρω­δού­σε ο Σου­ρής, σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση, τα τρέ­χο­ντα πο­λι­τι­κά και κοι­νω­νι­κά συμ­βά­ντα, δια­σκε­δά­ζο­ντας με το σπιν­θη­ρο­βό­λο πνεύ­μα του τον ελ­λη­νι­κό λαό. Η κη­δεία του έ­γι­νε δη­μο­σία δα­πά­νη και του α­πο­νε­μή­θη­κε με­τα­θα­να­τίως το πα­ρά­ση­μο του α­νώ­τα­του Τα­ξιάρ­χη. Το ε­πό­με­νο έ­τος δό­θη­κε σύ­ντα­ξη στη χή­ρα του, την α­γα­πη­μέ­νη του Μού­σα, Μα­ρή Κων­στα­ντι­νί­δου, που εί­χε νυμ­φευ­θεί το 1881. Στις 12 Μαΐου 1932, έ­γι­ναν στο Ζάπ­πειο, α­πό τον Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο «Παρ­νασ­σός», τα α­πο­κα­λυ­πτή­ρια της προ­το­μής του, φι­λο­τε­χνη­μέ­νης α­πό τον Γεώρ­γιο Δη­μη­τριά­δη τον Αθη­ναίο. Φυλ­λο­με­τρώ­ντας τα Άπα­ντά του, βρί­σκου­με έ­να ποιη­μά­τιο, γραμ­με­νο το 1914, το ο­ποίο, με ε­λα­φρές πα­ραλ­λα­γές, θα ταί­ρια­ζε και στα ση­με­ρι­νά οι­κο­νο­μι­κά δει­νά. Δια­βλέ­πο­ντας ο Σου­ρής την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση που έ­φερ­νε ο Α΄ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος, έ­γρα­φε: «Ο πό­λε­μος τού­τος και λόρ­δους θα κά­νει να νοιώ­σου­νε λόρ­δα / κι αν φθά­σουν οι λόρ­δοι να τρων ψω­μο­τύ­ρι / και λαί­δες και μις, / φα­ντά­σου τι ρέ­γκες, φα­ντά­σου τι τσί­ροι, / θα γί­νω­μ’ ε­μείς.» Αυ­τά τα ε­λά­χι­στα για μια ε­πέ­τειο, που κα­νείς δεν θα θυ­μη­θεί. Τον σα­τι­ρι­κό ποιη­τή Σου­ρή, που εί­χαν οι πα­λαιό­τε­ροι α­πο­κα­λέ­σει και νέο Αρι­στο­φά­νη, τον χα­ρα­κτη­ρί­σα­με στι­χο­πλό­κο και τον δια­γρά­ψα­με.
Ο Μπα­λούρ­δος, με­τά τον πρό­λο­γο, με τίτ­λο, «Ο δι­κός μου Πει­ραιάς», αι­τιο­λο­γεί τον αυ­θαί­ρε­το χα­ρα­κτή­ρα της αν­θο­λό­γη­σής του, ι­σχυ­ρι­ζό­με­νος πως πρό­κει­ται για κεί­με­να που άγ­γι­ξαν την α­να­γνω­στι­κή του ευαι­σθη­σία. Επι­πλέ­ον, δια­τεί­νε­ται πως δεί­χνουν λη­σμο­νη­μέ­νες ει­κό­νες ζωής του πα­λαιού Πει­ραιά. Και πράγ­μα­τι, το λο­γο­τε­χνι­κό του κολ­λάζ σκια­γρα­φεί έ­ναν δια­χρο­νι­κό Πει­ραιά. “Στρα­φεί­τε προς τον Πει­ραιά” πα­ρο­τρύ­νει ο Πε­ρι­κλής Γιαν­νό­που­λος. Ενώ, ο Μι­χαήλ Μη­τσά­κης ψέ­γει τους Αθη­ναίους που πε­ρι­φρο­νούν τον Πει­ραιά, α­πο­κα­λώ­ντας τον Μπα­κα­λού­πο­λη. Στη συ­νέ­χεια, πε­ρι­γρά­φει την πό­λη με τους ά­νε­τους, ευ­θείς, κα­λώς δια­γε­γραμ­μέ­νους, ή­συ­χους και δεν­δρό­φυ­τους δρό­μους, για να κα­τα­λή­ξει στο «Πε­ρι­βο­λά­κι», το κυ­ριό­τε­ρο κέ­ντρο α­να­ψυ­χής στον Πει­ραιά πε­ρί τα τέ­λη του 19ου αιώ­να. Στην αν­θο­λο­γία συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και τρεις ε­πι­στο­λές του δε­κα­ο­κτα­ε­τούς Πα­πα­δια­μά­ντη προς τον πα­τέ­ρα του. Μπο­ρεί οι ε­πι­στο­λές να μην δί­νουν ει­κό­να για τον Πει­ραιά του 1869, ω­στό­σο πα­ρου­σιά­ζουν α­νά­γλυ­φα τα στε­νά οι­κο­νο­μι­κά ε­νός γυ­μνα­σιό­παι­δου της ε­πο­χής εξ ε­παρ­χίας ερ­χό­με­νου. Την α­κρι­βέ­στε­ρη ει­κό­να, α­φού πρό­κει­ται για λήμ­μα ε­γκυ­κλο­παί­δειας, προ­σφέ­ρει ο Ρα­γκα­βής, σε α­ντί­θε­ση με τις συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νες ό­ψεις, που σκια­γρα­φούν συγ­γρα­φείς της γε­νιάς του Τριά­ντα. Το αν­θο­λό­γιο συ­μπλη­ρώ­νε­ται με α­πο­σπά­σμα­τα α­πό μυ­θι­στο­ρή­μα­τα νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, έ­να κεί­με­νο του Βαμ­βα­κά­ρη, πο­δο­σφαι­ρό­φι­λο ποίη­μα του Άρη Δι­κταίου κ.ά. Μια εν­δια­φέ­ρου­σα πε­ρι­γρα­φή του με­τα­πο­λε­μι­κού Πει­ραιά δί­νει ο Νί­κος Τό­μπρας, που με­τα­κό­μι­σε στην πό­λη το 1963.

Με κα­θυ­στέ­ρη­ση εκ­δό­θη­κε ε­φέ­τος το η­με­ρο­λό­γιο του Λι­μα­νιού της Αγω­νίας, α­φιε­ρω­μέ­νο στο ί­διο το λι­μά­νι του Πει­ραιά. Μια ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη α­φή­γη­ση της ι­στο­ρίας του λι­μα­νιού, σε πα­ραλ­λη­λία με την ι­στο­ρία της πό­λης. Πρω­ταρ­χι­κή μέ­ρι­μνα των εκ­δο­τών εί­ναι να α­να­δειχ­θούν οι άν­θρω­ποι που δου­λεύουν στο λι­μά­νι και οι αλ­λα­γές στη μορ­φή της ερ­γα­σίας που με­σο­λά­βη­σαν μέ­χρι σή­με­ρα. Να θυ­μί­σου­με πως ο Οργα­νι­σμός Λι­μέ­νος Πει­ραιώς ι­δρύ­θη­κε το 1930 ως Νο­μι­κό Πρό­σω­πο Δη­μο­σίου Δι­καίου. Ενώ, το 2006, άρ­χι­σε αρ­γά αλ­λά στα­θε­ρά η ι­διω­τι­κο­ποίη­ση του λι­μα­νιού. Αναμ­φι­βό­λως, και το ε­φε­τει­νό η­με­ρο­λό­γιο εί­ναι χρή­σι­μο, ταυ­τό­χρο­να ό­μως θλί­βει, έ­τσι ό­πως κα­τα­λή­γει με τη με­τα­τρο­πή του Πει­ραιά σε έ­να πε­ρί­που κλει­στό λι­μά­νι. Όσο για το Δή­μο Πει­ραιώς, στε­ρού­με­νος μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης πο­λι­τι­κής για το λι­μά­νι, φαί­νε­ται πως πα­ρα­κο­λου­θεί με σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια τις ε­ξε­λί­ξεις.

Πει­ραιώ­τισ­σα κα­τά το ή­μι­συ η Κά­τια Μη­τρο­πού­λου, α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας της, Σο­φίας Λού­μου, που ή­ταν γέν­νη­μα θρέμ­μα της πό­λης. Ίσως και κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το ή­μι­σι, μια και ο πα­τέ­ρας της, ο Γα­λα­ξει­διώ­της Γιάν­νης Μη­τρό­που­λος ε­κλέ­χτη­κε βου­λευ­τής του Πει­ραιά και χρη­μά­τι­σε πρό­ε­δρος του δη­μο­τι­κού συμ­βου­λίου της πό­λης τα χρό­νια πριν τη δι­κτα­το­ρία. Στα δέ­κα της χρό­νια γνώ­ρι­σε τον Πει­ραιά, ό­ταν κα­τέ­βαι­νε στο γρα­φείο του πα­τέ­ρα της. Τριά­ντα και πλέ­ον χρό­νια έ­χουν πε­ρά­σει α­πό το θά­να­το των γο­νιών της κι αυ­τή ε­πα­νέρ­χε­ται με τη φω­το­γρα­φι­κή μη­χα­νή στο χέ­ρι για έ­να μα­κρύ σερ­γιά­νι στην πό­λη. Ανα­τρέ­χει σε πα­λαιές φω­το­γρα­φίες και βι­βλία για να συ­μπλη­ρώ­σει την ει­κό­να. Ψη­φί­δα ψη­φί­δα συν­θέ­τει μια α­φή­γη­ση, που έ­χει την α­ρε­τή της α­κρι­βο­λο­γίας χω­ρίς να χά­νει τη χά­ρη του λό­γου. Η ε­πι­μέ­λεια στη συ­γκέ­ντρω­ση του υ­λι­κού και ο συ­στη­μα­τι­κός τρό­πος που πα­ρα­θέ­τει κεί­με­να και φω­το­γρα­φίες κα­τά ε­νό­τη­τες φτιά­χνουν έ­να βι­βλίο α­να­φο­ράς. Ακρι­βέ­στε­ρα, έ­να βι­βλίο-λεύ­κω­μα, με ό­λες τις ι­στο­ρι­κές αλ­λά και πρα­κτι­κές πλη­ρο­φο­ρίες που μπο­ρεί να εν­δια­φέ­ρουν έ­ναν α­παι­τη­τι­κό ε­πι­σκέ­πτη.
Η Μη­τρο­πού­λου α­πο­τυ­πώ­νει φω­το­γρα­φι­κά, τα πα­λαιά κτί­ρια του Πει­ραιά. Κι έ­τσι δια­σώ­ζει του­λά­χι­στον την ει­κό­να τους, κα­θώς και ο Πει­ραιάς, με πιο αρ­γό ρυθ­μό α­πό ό,τι η Αθή­να, εν­δί­δει στην α­νοι­κο­δό­μη­ση. Δί­πλα στις φω­το­γρα­φίες των οι­κη­μά­των πα­ρα­θέ­τει τις χρο­νο­λο­γίες α­νέ­γερ­σης και τα ο­νό­μα­τα των αρ­χι­τε­κτό­νων που τα σχε­δία­σαν. Με­τα­ξύ πολ­λών άλ­λων, μα­θαί­νου­με πως ο αρ­χαιό­τε­ρος α­θλη­τι­κός ό­μι­λος της Ελλά­δας εί­ναι ο Όμι­λος Ερε­τών Φα­λή­ρου, που ι­δρύ­θη­κε το 1885 και τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κα­το­χυ­ρώ­θη­κε στον Πει­ραιά. Σή­με­ρα, δί­πλα στο πα­λαιό κτί­σμα, που πρό­σφα­τα α­να­και­νί­στη­κε, υ­πάρ­χει το προ­σκο­πι­κό σώ­μα κω­πη­λα­τών. Ίσως το γνω­στό­τε­ρο κτί­ριο του Πει­ραιά για τους Αθη­ναίους να εί­ναι το Χατ­ζη­κυ­ριά­κειο Ορφα­νο­τρο­φείο Θη­λέων, που η α­νέ­γερ­σή του ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε το 1904. Με το σει­σμό, ό­μως, του 1999 σφά­λι­σε μάλ­λον ο­ρι­στι­κά τα πορ­το­πα­ρά­θυ­ρά του, ε­νώ μέ­ρος της αυ­λής του κα­τέ­λα­βε το προ­κάτ κτί­σμα ε­νός γυ­μνα­σίου. Πά­ντως, οι τα­βέρ­νες της γει­το­νιάς, πα­ρό­λο που έ­χα­σαν την αλ­λο­τι­νή τους α­τμό­σφαι­ρα, ε­ξα­κο­λου­θούν, κυ­ρίως τα Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα, να προ­σελ­κύουν τους κα­τοί­κους της πρω­τεύου­σας.
Στα ε­πι­μέ­ρους κε­φά­λαια γί­νε­ται α­να­φο­ρά σε πρό­σω­πα και ι­δρύ­μα­τα, που εί­τε έ­χουν δια­σω­θεί μό­νο ως ο­νο­μα­σίες εί­τε τα α­ντι­κρί­ζου­με χω­ρίς να γνω­ρί­ζου­με την ι­στο­ρία τους. Σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις εί­ναι κρί­μα που η συγ­γρα­φέ­ας δεν α­πλώ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο το συ­νο­δευ­τι­κό κεί­με­νο. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, “το πέ­τρι­νο σπί­τι” στην Ακτή Μου­τσο­πού­λου, που θύ­μι­ζε πύρ­γο πριν να υ­ψω­θεί στην αυ­λή του μια πο­λυώ­ρο­φη ό­σο και κα­κό­γου­στη πο­λυ­κα­τοι­κία. Ένα άλ­λο πα­ρά­δειγ­μα, εί­ναι η αό­ρι­στη και α­σα­φής α­να­φο­ρά στην συ­νοι­κία της Τρού­μπας. Πα­ρα­δό­ξως, κα­νέ­νας ση­με­ρι­νός ο­δη­γός δεν κα­τα­δέ­χε­ται να προσ­διο­ρί­σει τα οι­κο­δο­μι­κά τε­τρά­γω­να που κα­τα­λάμ­βα­νε άλ­λο­τε. Επί­σης, πι­στεύου­με πως στην πε­ρί­πτω­ση των α­γαλ­μά­των δεν αρ­κεί το βιο­γρα­φι­κό του α­να­πα­ρι­στώ­με­νου, αλ­λά χρειά­ζε­ται το ό­νο­μα του γλύ­πτη και η χρο­νο­λο­γία που στή­θη­κε. Για πα­ρά­δειγ­μα, η προ­το­μή του Παύ­λου Νιρ­βά­να, στη νη­σί­δα του δρό­μου προς τη Φρε­α­τί­δα, εί­ναι έρ­γο του Ιά­σω­να Πα­πα­δη­μη­τρίου και αυ­τή, του Λά­μπρου Πορ­φύ­ρα, στην πλα­τεία Φρε­α­τί­δας, του Γρη­γό­ρη Ζευ­γώ­λη. Λεί­πει φω­το­γρα­φία α­πό την προ­το­μή του θα­λασ­σο­πό­ρου Κων­στα­ντί­νου Βο­λα­νά­κη, έρ­γο του Νι­κό­λα, που βρί­σκε­ται στην πλα­τεία πά­νω α­πό τη Μα­ρί­να Ζέ­ας.
Στο βι­βλίο της Μη­τρο­πού­λου υ­πάρ­χει ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο για το Νέο Φά­λη­ρο, ό­που α­να­φέ­ρε­ται και η έ­παυ­λη του Σου­ρή, κα­θώς και το πρώ­το οί­κη­μα του Θεά­τρου του Νέ­ου Φα­λή­ρου. Να θυ­μί­σου­με πως το Θέ­α­τρο κα­τα­στρά­φη­κε μεν α­πό πυρ­κα­γιά το 1881, ω­στό­σο, ό­χι μό­νο ξα­να­κτί­στη­κε και μά­λι­στα, πε­τρό­χτι­στο, αλ­λά γνώ­ρι­σε και με­γά­λες δό­ξες, με με­γα­λύ­τε­ρη το α­νέ­βα­σμά της υ­πε­ρε­πι­θεώ­ρη­σης «Ξι­φίρ Φα­λέρ» το κα­λο­καί­ρι του 1916. Επί­σης, εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν και οι κα­τά­λο­γοι προ­σώ­πων ή και ι­δρυ­μά­των, που πα­ρα­τί­θε­νται στο βι­βλίο, αρ­κεί να μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποιη­θούν ως πη­γή δε­δο­μέ­νων. Τέ­λος, στο λεύ­κω­μα, ε­κτός α­πό τις φω­το­γρα­φίες της Μη­τρο­πού­λου, που α­πο­τε­λούν και το κυ­ρίως σώ­μα (πι­στεύου­με πως πε­ριτ­τεύει η συ­νε­χής α­να­φο­ρά του ο­νό­μα­τος), δη­μο­σιεύο­νται φω­το­γρα­φίες του Δη­μή­τρη Χα­ρι­σιά­δη α­πό βιο­μη­χα­νι­κές ε­γκα­τα­στά­σεις και της Βού­λας Πα­παϊωάν­νου. Το βι­βλίο-λεύ­κω­μα προ­σφέ­ρε­ται ή μάλ­λον, σχε­δόν προ­σκα­λεί τον α­να­γνώ­στη του σε μια πε­ρι­διά­βα­ση του Πει­ραιά, α­κο­λου­θώ­ντας τα βή­μα­τα της φω­το­γρά­φου.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Σάββατο 11 Απριλίου 2009

“Μικρές λίστες” του «Διαβάζω». Πέντε απορίες και μια διαπίστωση

Την προ­η­γού­με­νη Δευ­τέ­ρα δό­θη­καν στη δη­μο­σιό­τη­τα οι “μι­κρές λί­στες” των υ­πο­ψη­φίων για τα βρα­βεία του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», τα ο­ποία θα α­πο­νε­μη­θούν στις 4 Μαΐου. Τα υ­πο­ψή­φια βι­βλία ε­πι­λέχ­θη­καν, ό­πως προσ­διο­ρί­ζε­ται, α­πό “τη βι­βλιο­πα­ρα­γω­γή του 2008”. Η ε­πτα­με­λής κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή α­παρ­τί­ζε­ται α­πό πα­νε­πι­στη­μια­κούς, με­λε­τη­τές και κρι­τι­κούς: Αλέ­ξης Ζή­ρας, Κώ­στας Κα­ρα­κώ­τιας, Ντέι­βι­ντ Κό­νο­λι, Χρι­στί­να Ντου­νιά, Δη­μή­τρης Πο­λυ­χρο­νά­κης, Λί­ζυ Τσι­ρι­μώ­κου και Κώ­στας Κα­τσου­λά­ρης, που εί­ναι α­νά­με­σά τους ο μό­νος και με την ι­διό­τη­τα του πε­ζο­γρά­φου. Πι­στεύου­με πως τα σχό­λια για τις ε­πι­λο­γές της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής πε­ριτ­τεύουν. Οι κρι­τές δεί­χνουν με τις “λί­στες” που προ­τεί­νουν το λο­γο­τε­χνι­κό τους γού­στο και τις προ­σω­πι­κές τους συ­μπά­θειες. Ωστό­σο, θα δια­τυ­πώ­σου­με πέ­ντε α­πο­ρίες, χω­ρίς την πα­ρα­μι­κρή ε­λε­γκτι­κή διά­θε­ση, μό­νο και μό­νο ε­πει­δή α­δυ­να­τού­με να κα­τα­νοή­σου­με ο­ρι­σμέ­να ση­μεία στις “λί­στες”. Τέ­λος, θα προ­σθέ­σου­με και μια δια­πί­στω­ση, πι­στεύο­ντας πως εί­ναι εν­δια­φέ­ρου­σα.
Απο­ρία πρώ­τη: Δε­δο­μέ­νου ό­τι οι εκ­δό­τες του «Δια­βά­ζω», κα­τά τη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο του πε­ριο­δι­κού, τρο­πο­ποίη­σαν τον κα­νο­νι­σμό για την α­πο­νο­μή του βρα­βείου πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, πε­ριο­ρί­ζο­ντάς το σε υ­πο­ψή­φιους κά­τω των σα­ρά­ντα ε­τών, ε­πι­βάλ­λε­ται κα­τά την κα­τάρ­τι­ση της “λί­στας”, πέ­ραν της λο­γο­τε­χνι­κής ποιό­τη­τας ε­νός βι­βλίου, να ε­λέγ­χε­ται και η η­λι­κία του συγ­γρα­φέα. Στη “λί­στα” των εν­νέα υ­πο­ψη­φίων, ο Νί­κος Αδάμ Βου­δού­ρης, πα­ρό­λο που έ­γρα­ψε έ­να εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο, θα πρέ­πει να α­πο­κλει­στεί, κα­θό­σον, σύμ­φω­να με τα βιο­γρα­φι­κά του στοι­χεία, εί­ναι γεν­νη­θείς στις 9.5.1965. Ενώ, έ­να δεύ­τε­ρος, ο Γιώρ­γος Ψάλ­της, βρί­σκε­ται η­λι­κια­κά α­κρι­βώς στο ό­ριο.
Απο­ρία δεύ­τε­ρη: Στα υ­πο­ψή­φια βι­βλία για το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος συ­γκα­τα­λέ­γε­ται το βι­βλίο της Μα­ρί­νας Κα­ρα­γά­τση, «Το ευ­χα­ρι­στη­μέ­νο ή οι δι­κοί μου άν­θρω­ποι», το ο­ποίο, α­κό­μη κι αν δια­θέ­τει λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές, εί­ναι μαρ­τυ­ρία εν­δοοι­κο­γε­νεια­κού χα­ρα­κτή­ρα και ό­χι μυ­θι­στό­ρη­μα. Διό­λου α­πί­θα­νο, ως υ­πο­ψή­φιο προς βρά­βευ­ση στην εν λό­γω κα­τη­γο­ρία, να λει­τουρ­γή­σει ως άλ­λο­θι ε­ξο­στρα­κι­σμού α­μι­γώς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κών βι­βλίων.
Απο­ρία τρί­τη: Πα­ρα­τη­ρώ­ντας στις “λί­στες” των υ­πο­ψη­φίων βι­βλίων την κα­τά εκ­δο­τι­κό οί­κο α­ντι­στοι­χού­σα συμ­με­το­χή, έκ­πλη­ξη προ­κα­λεί η εκ­προ­σώ­πη­ση τριών με­γά­λων εκ­δο­τι­κών οί­κων, ι­διαί­τε­ρα στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, με έ­να μό­νο βι­βλίο: Εστία, Πα­τά­κης, Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα. Ο τε­λευ­ταίος, μά­λι­στα, ε­φέ­τος το χει­μώ­να ε­ξέ­δω­σε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα γνω­στών συγ­γρα­φέων, τα ο­ποία και συ­ζη­τή­θη­καν και στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας α­νή­κουν. Συν­θή­κες, τις ο­ποίες ο­ρι­σμέ­να α­πό τα προ­κρι­νό­με­να βι­βλία δεν πλη­ρούν.
Απο­ρία τέ­ταρ­τη: Ανα­φέ­ρε­ται πως ο Πέ­τρος Μάρ­κα­ρης και ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός ε­ξαι­ρέ­θη­καν α­πό τη μι­κρή “λί­στα” του βρα­βείου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ό­πως οι ί­διοι ε­πι­θυ­μού­σαν, ε­πει­δή κα­τέ­χουν δη­μό­σιες θέ­σεις. Απο­ρού­με, κα­τ’ αρ­χήν, πως ο­ρί­ζε­ται μια δη­μό­σια θέ­ση. Ένας κα­θη­γη­τής πα­νε­πι­στη­μίου ή έ­νας δι­πλω­μά­της, για πα­ρά­δειγ­μα, δεν κα­τέ­χει δη­μό­σια θέ­ση; Αλλά, κυ­ρίως, α­πο­ρού­με για την πρω­το­βου­λία των συ­γκε­κρι­μέ­νων συγ­γρα­φέων, που δεί­χνει πως αμ­φι­σβη­τούν το α­διά­βλη­το της κρι­τι­κής δια­δι­κα­σίας. Αν υ­πάρ­χουν τέ­τοιες υ­πό­νοιες για το έρ­γο ε­νός κρι­τι­κού, εί­τε πρό­κει­ται για τις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις που δη­μο­σιεύει εί­τε για τις βρα­βεύ­σεις στις ο­ποίες συμ­με­τέ­χει, τό­τε τα βι­βλία ό­σων κα­τέ­χουν δη­μό­σιες θέ­σεις θα έ­πρε­πε να ε­ξαι­ρού­νται και α­πό τις κρι­τι­κές πα­ρου­σιά­σεις. Μέ­χρι σή­με­ρα, οι κα­τέ­χο­ντες δη­μό­σιες θέ­σεις έ­δει­ξαν πά­ντο­τε ε­μπι­στο­σύ­νη στην κρι­τι­κή. Αρκεί να θυ­μί­σου­με το πα­ρά­δειγ­μα του Νί­κου Θέ­με­λη, ο ο­ποίος, το ί­διο έ­τος, και πα­ρά την υ­ψη­λή θέ­ση που κα­τεί­χε, α­πο­δέχ­θη­κε το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ό­σο και το α­ντί­στοι­χο Βρα­βείο του «Δια­βά­ζω».
Απο­ρία πέ­μπτη: Και μια α­πο­ρία μάλ­λον προ­σω­πι­κή, ε­πει­δή εμ­μέ­νου­με στην ά­πο­ψη πως υ­πάρ­χει μια ε­λά­χι­στη κοι­νή συ­νι­στώ­σα στο λο­γο­τε­χνι­κό γού­στο, αρ­νού­με­νοι να α­πο­δε­χτού­με τον πλή­ρη υ­πο­κει­με­νι­σμό. Απο­ρού­με, λοι­πόν, για την α­που­σία α­πό τη “λί­στα” πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων του Πά­νου Τσί­ρου, για τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Φέρ­τε μου το κε­φά­λι της Μα­ρίας Κέν­σο­ρα», που εκ­δό­θη­κε τον Ια­νουά­ριο του 2008. Μή­πως οι κρι­τές δεν διά­βα­σαν το βι­βλίο; Για­τί, ό­πως και να το κά­νου­με, τα μέ­λη μιας κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής δεν μπο­ρεί να έ­χουν δια­βά­σει το σύ­νο­λο της βι­βλιο­πα­ρα­γω­γής ε­νός έ­τους. Εκτός α­πό ό­σα βι­βλία γνω­ρί­ζουν εξ αυ­το­ψίας, τους ε­πη­ρεά­ζει το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα, τα δη­μο­σιεύ­μα­τα του Τύ­που και εάν κρί­νου­με α­πό τις “λί­στες”, ο εκ­δό­της, που έ­χει ε­ξε­λιχ­θεί στον κα­λύ­τε­ρο μά­νατ­ζερ ε­νός συγ­γρα­φέα. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ε­πει­δή ζού­με σε πο­νη­ρούς και­ρούς, διευ­κρι­νί­ζου­με πως ο Τσί­ρος δεν εί­ναι συγ­γε­νής ή φί­λος ού­τε καν γνω­στός.
Τέ­λος, θα θέ­λα­με να δια­τυ­πώ­σου­με και μια εν­δια­φέ­ρου­σα δια­πί­στω­ση. Όπως δεί­χνουν και οι “λί­στες”, το συγ­γρα­φι­κό τα­λέ­ντο θα πρέ­πει να εί­ναι κλη­ρο­νο­μι­κό, κά­τι σαν τις κλη­ρο­νο­μι­κές αρ­ρώ­στιες. Αλλιώς, πώς να ε­ξη­γή­σει κα­νείς το γε­γο­νός ό­τι ό­λα τα τέ­κνα συγ­γρα­φέων που ε­ξέ­δω­σαν βι­βλίο ε­ντός του 2008 συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν στις “λί­στες”.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Πολλαπλές εκδοχές μιας ιστορίας

«Το Δέ­ντρο»
Τεύ­χος 167-168
Χει­μώ­νας 2008
Εδώ και αρ­κε­τά χρό­νια, οι συγ­γρα­φείς έ­χουν α­πο­δε­χτεί να γρά­φουν κα­τά πα­ραγ­γε­λία. Με­ρι­κοί, μά­λι­στα, έ­χουν φτά­σει να γρά­φουν μό­νο κα­τά πα­ραγ­γε­λία. Ξε­κί­νη­σαν με διη­γή­μα­τα, ό­μως, στη συ­νέ­χεια, προέ­κυ­ψαν και νου­βέ­λες, προ­σφά­τως δε, α­να­κοι­νώ­θη­καν και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τους κα­θο­ρί­ζουν το θέ­μα, κα­τά κα­νό­να, τους προσ­διο­ρί­ζουν και την έ­κτα­ση, το ο­ποίο ση­μαί­νει τον α­κρι­βή α­ριθ­μό λέ­ξεων. Μέ­χρι σή­με­ρα, έ­χου­με α­κού­σει για πα­ραγ­γε­λίες των τρια­κο­σίων λέ­ξεων μέ­χρι και των δυό­μι­σι χι­λιά­δων ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων. Οι λέ­ξεις, μά­λι­στα, α­πο­βαί­νουν το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο, ό­χι μό­νο της μορ­φής –ποιος σκά­ζει για τη μορ­φή– ό­σο της α­μοι­βής, που έ­χει α­πο­βεί ο κύ­ριος στό­χος των συγ­γρα­φέων, μια και ε­παί­ρο­νται πως εί­ναι πλέ­ον και ε­παγ­γελ­μα­τίες. Τώ­ρα, βε­βαίως, ε­μείς για­τί να α­νη­συ­χού­με για το κα­λό της λο­γο­τε­χνίας; Αφού έ­τσι συμ­βαί­νει σε Εσπε­ρία και Αμε­ρι­κή, αυ­τό θα εί­ναι και το πρέ­πον.
Το πα­ρή­γο­ρο, πά­ντως, εί­ναι πως, συν το χρό­νω, οι πα­ραγ­γε­λιο­δό­τες προ­τεί­νουν ο­λοέ­να και πιο ευ­φά­ντα­στα θέ­μα­τα, κα­θώς ε­ξαν­τλού­νται τα γνω­στά. Με­τά τις ι­στο­ρίες με πρό­τυ­πο διη­γή­μα­τα των κλα­σι­κών της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης, ήλ­θαν τα διη­γή­μα­τα για τα με­γά­λα θέ­μα­τα της πα­γκό­σμιας ε­πι­και­ρό­τη­τας, ό­πως, λ.χ., ο Άλλος ή τα οι­κο­λο­γι­κά, στα ο­ποία φαι­νό­ταν πως θα κολ­λή­σου­με για τα κα­λά. Να, ό­μως, που οι εκ­δό­τες του «Δέ­ντρου» εί­χαν μια φρέ­σκια ι­δέα. Έγρα­ψαν οι ί­διοι μια ι­στο­ρία, σύ­ντο­μη αν και ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη, και πρό­τει­ναν σε 23 συγ­γρα­φείς να την α­να­συν­θέ­σουν κα­τά το δο­κούν. Πρό­κει­ται για μια λυ­πη­τε­ρή ι­στο­ρία, με ψήγ­μα­τα νο­σταλ­γίας. Ένα δε­κά­χρο­νο παι­δί έρ­χε­ται μα­ζί με τον πα­τέ­ρα του στην Αθή­να του 1956 για να δει τη μη­τέ­ρα του, που πά­σχει α­πό α­νία­τη α­σθέ­νεια και της συ­μπα­ρα­στέ­κε­ται η α­δελ­φή της. Δια­μέ­νουν στο ξε­νο­δο­χείο «Ελβε­τία» ε­πί της ο­δού Σα­τω­βριάν­δου. Με­τά πε­νή­ντα χρό­νια, το αλ­λο­τι­νό παι­δί, που εί­ναι πλέ­ον μό­νι­μος κά­τοι­κος Αθη­νών, α­πο­φα­σί­ζει να μπει στο ξε­νο­δο­χείο και να ζη­τή­σει να δει το συ­γκε­κρι­μέ­νο δω­μά­τιο. Όμως, ο ρε­σε­ψιο­νί­στ δεν τον α­φή­νει, για­τί το ξε­νο­δο­χείο, ό­πως, άλ­λω­στε, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα στην πε­ριο­χή της Ομο­νοίας, έ­χει γί­νει τό­πος ε­πί πλη­ρω­μή συ­νευ­ρέ­σεων.
Δια­βά­ζο­ντας τις α­να­πλά­σεις και τα γε­μί­σμα­τα στην εν λό­γω ι­στο­ρία, που πρό­τει­ναν οι συ­νερ­γά­τες, κα­τα­λή­ξα­με πως ο ο­ποιοσ­δή­πο­τε μπο­ρεί να δώ­σει κά­ποια εκ­δο­χή. Μό­νο που αυ­τή η εκ­δο­χή δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό το πό­σο δη­μιουρ­γι­κή εί­ναι η πρό­κλη­ση, αλ­λά α­πό τις δη­μιουρ­γι­κές δυ­να­τό­τη­τες του γρά­φο­ντα. Από την άλ­λη, δια­πι­στώ­σα­με πως έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, εί­τε δο­κι­μά­ζε­ται σε ε­λεύ­θε­ρο θέ­μα εί­τε σε δο­σμέ­νο, οι λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές που ε­πι­δει­κνύει, αν βε­βαίως δια­θέ­τει, πα­ρα­μέ­νουν λί­γο-πο­λύ οι ί­διες. Κα­τά τα άλ­λα, ο­ρι­σμέ­νοι, κά­πο­τε και οι πιο τα­λα­ντού­χοι, πα­ρα­με­ρί­ζουν την ι­στο­ρία και πλά­θουν μια άλ­λη, σύμ­φω­να με τις εμ­μο­νές τους.
Όπως και να έ­χει, ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η εκ­δο­χή του Κώ­στα Μαυ­ρου­δή, που εί­ναι και ο έ­νας α­πό τους δυο εκ­δό­τες. Θα μπο­ρού­σε κα­νείς να ει­κά­σει πως α­πό την ι­στο­ρία του προήλ­θε η πε­ρί­λη­ψη που δό­θη­κε στους συ­νερ­γά­τες. Δε­δο­μέ­νου ό­τι ο έ­τε­ρος εκ­δό­της, ο Τά­σος Γου­δέ­λης, καί­τοι α­μι­γής διη­γη­μα­το­γρά­φος, δεν συμ­με­τέ­χει. Αν και έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση πως γε­νι­κό­τε­ρα α­πέ­χει των κα­τά πα­ραγ­γε­λία διη­γη­μά­των. Τέ­λος, θα προ­τεί­να­με ως ευ­ρη­μα­τι­κό­τε­ρη εκ­δο­χή του Χά­ρη Μαυ­ρο­μά­τη, που, ου­σια­στι­κά, προ­τεί­νει ως ι­στο­ρία την ί­δια την ι­στο­ρία, με την αι­τιο­λο­γία πως μια ι­στο­ρία α­νή­κει σε αυ­τόν που την φα­ντά­στη­κε. Επί­σης, πα­ρα­τη­ρού­με πως οι πιο εν­δια­φέ­ρου­σες εκ­δο­χές δεν ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στο θέ­μα της α­νία­της νό­σου αλ­λά σε δευ­τε­ρεύο­ντα στοι­χεία και κυ­ρίως στο ξε­νο­δο­χείο και τη γύ­ρω πε­ριο­χή. Εδώ, την πιο ευ­φά­ντα­στη εκ­δο­χή τη δί­νει η Μα­ρία Γα­βα­λά, μια συγ­γρα­φέ­ας που μας α­φή­νει την ε­ντύ­πω­ση πως άλ­λο­τε βρί­σκει κι άλ­λο­τε χά­νει τον κα­λό πε­ζο­γρά­φο που κου­βα­λά­ει ε­ντός της.
Πα­ρά τις ό­ποιες α­ντιρ­ρή­σεις μπο­ρεί να έ­χει κα­νείς για τα κα­τά πα­ραγ­γε­λία διη­γή­μα­τα, η συ­γκε­κρι­μέ­νη συ­να­γω­γή των 23 ι­στο­ριών πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, συ­στή­νο­ντας και δυο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους: τον Νί­κο Κου­φά­κη και την Ρεγ­γί­να Μπού­κου­ρα.
Μ. Θ.

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας. Άλλοτε... και πέρυσι...

Πριν τρεις Κυ­ρια­κές, στις 15 Μαρ­τίου 2009, έ­γι­νε η ε­πί­ση­μη τε­λε­τή α­πο­νο­μής των Κρα­τι­κών Βρα­βείων Λο­γο­τε­χνίας για τα βι­βλία που εκ­δό­θη­καν το 2007. Αν η α­πο­νο­μή εί­χε γί­νει στην ώ­ρα της, δη­λα­δή ε­ντός του 2008, τό­τε η εκ­δή­λω­ση θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ε­πε­τεια­κή, α­φού θα συ­μπλη­ρώ­νο­νταν 50 χρό­νια α­πό την πρώ­τη α­πο­νο­μή που εί­χε πραγ­μα­το­ποιη­θεί στις 9 Ια­νουα­ρίου 1958. Το γε­γο­νός, πά­ντως, πως η ε­φε­τι­νή α­πο­νο­μή έ­λα­βε χώ­ρα στη με­γά­λη αί­θου­σα του «Παρ­νασ­σού» ε­πί της πλα­τείας Κα­ρύ­τση, ό­πως και ε­κεί­νη του 1958, προ­σέ­δω­σε έ­ναν ε­πε­τεια­κό χα­ρα­κτή­ρα στην ό­λη εκ­δή­λω­ση. Άλλω­στε, ού­τε η πρώ­τη α­πο­νο­μή εί­χε γί­νει στην ώ­ρα της, α­φού τα πρώ­τα βρα­βευ­θέ­ντα βι­βλία ή­ταν εκ­δό­σεις του 1955. Μό­νο που τό­τε υ­πήρ­χε σο­βα­ρός λό­γος για την α­να­βο­λή της α­πο­νο­μής, η α­σθέ­νεια του Υπουρ­γού Παι­δείας και Θρη­σκευ­μά­των Πέ­τρου Λε­βα­ντή και τε­λι­κά, ο θά­να­τός του. Μά­λι­στα, το 1958, εί­χαν α­πο­νε­μη­θεί τα βρα­βεία δυο ε­τών, του 1955 και του 1956, με την αι­τιο­λο­γία πως ε­ντός του 1957 α­που­σία­ζαν στο ε­ξω­τε­ρι­κό δύο μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Ακρι­βώς ό­πως συ­νέ­βη και πέ­ρυ­σι, που α­πο­νε­μή­θη­καν μα­ζί τα βρα­βεία του 2005 και του 2006, αν και σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση η ευ­θύ­νη ή­ταν του ΥΠ.ΠΟ, που δυ­σκο­λευό­ταν να κα­ταρ­τί­σει την κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή. Τε­λι­κά, αν ψά­ξει κα­νείς, α­να­κα­λύ­πτει πως τα κοι­νά ση­μεία εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τις δια­φο­ρές, ί­σως και για­τί πρό­κει­ται για χρο­νί­ζου­σες κα­τα­στά­σεις και πά­γιες νοο­τρο­πίες.
Τό­τε το α­κρο­α­τή­ριο ή­ταν πυ­κνό­τα­το και θερ­μές οι εκ­δη­λώ­σεις του για τους τι­μη­θέ­ντες. Εφέ­τος ή­ταν α­κό­μη πυ­κνό­τε­ρο, τό­σο που δεν χώ­ρε­σε στην αί­θου­σα, ό­χι ό­μως και το ί­διο φι­λι­κό, του­λά­χι­στον α­πέ­να­ντι στην κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή. Μά­λι­στα, στο ρε­πορ­τάζ των ε­φη­με­ρί­δων δεν υ­πήρ­ξε η πα­ρα­μι­κρή μνεία στα μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, ού­τε καν στον Πρό­ε­δρο. Οι δη­μο­σιο­γρά­φοι έ­χρι­σαν πρω­τα­γω­νι­στή της βρα­διάς το νέο Υπουρ­γό Πο­λι­τι­σμού, α­νε­ξάρ­τη­τα αν μί­λη­σε γε­νι­κώς και α­ο­ρί­στως πε­ρί πο­λι­τι­κής βι­βλίου και κρα­τι­κών βρα­βείων. Από την οι­κο­γέ­νεια των Μπε­νά­κη­δων κα­τά­γε­ται ο Αντώ­νης Σα­μα­ράς, α­πό την πα­τρι­νή πο­λι­τι­κή οι­κο­γέ­νεια των Γε­ρο­κω­στό­που­λων ο Αλιλ­λέ­ας Γε­ρο­κω­στό­που­λος, που ή­ταν υ­πουρ­γός Παι­δείας στην α­πο­νο­μή του 1958. Πα­ρό­λο που η συ­νο­λι­κή θη­τεία του τε­λευ­ταίου στο Υπουρ­γείο διήρ­κε­σε κά­που δυο χρό­νια και μά­λι­στα, δια­κε­κομ­μέ­να, σε αυ­τόν ο­φεί­λε­ται η α­πό­φα­ση για την κα­θιέ­ρω­ση του θε­σμού των Κρα­τι­κών Βρα­βείων κα­τά την πρώ­τη του θη­τεία, ε­πί Πα­πά­γου. Υπουρ­γός εί­χε α­να­λά­βει στα τέ­λη του 1954, ό­ταν ο Πα­πά­γος έ­κα­νε έ­ναν ευ­ρύ α­να­σχη­μα­τι­σμό με­τά την πα­ραί­τη­ση Μαρ­κε­ζί­νη, και εί­χε πα­ρα­μεί­νει στη θέ­ση του και με­τά το θά­να­το του Πα­πά­γου, μέ­χρι τις πρώ­τες ε­κλο­γές του Κα­ρα­μαν­λή, στις 19 Φε­βρουα­ρίου του 1956. Ο Κα­ρα­μαν­λής εί­χε προ­τι­μή­σει τον Λε­βα­ντή, αλ­λά με­τά το θά­να­τό του ε­πα­νέ­φε­ρε, Ιού­νιο 1957, τον Γε­ρο­κω­στό­που­λο, και τον κρά­τη­σε μέ­χρι τις ε­πό­με­νες ε­κλο­γές, τον Μάρ­τιο του 1958. Έτσι, έ­μελ­λε να πα­ρευ­ρε­θεί σε δυο ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα για το χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας: την τα­φή του Κα­ζα­ντζά­κη και την α­πο­νο­μή των πρώ­των κρα­τι­κών βρα­βείων. Όπως ο Σα­μα­ράς, α­ντί­στοι­χα και ο Γε­ρο­κω­στό­που­λος, γε­νι­κώς και α­ο­ρί­στως, εί­χε μι­λή­σει, δί­νο­ντας υ­πο­σχέ­σεις, πα­ρό­λο που γνώ­ρι­ζε πως ε­πί­κει­ντο ε­κλο­γές. Πά­γιες τα­κτι­κές που ξε­κι­νούν α­πό τον Υπουρ­γό και α­πλώ­νο­νται σε κρι­τές και κρι­νό­με­νους.
Τό­τε, ο Υπουρ­γός εί­χε μι­λή­σει τε­λευ­ταίος, κα­θώς τη βρα­διά εί­χε α­νοί­ξει ο διευ­θυ­ντής Γραμ­μά­των, Τε­χνών και Θεά­τρου Γεώρ­γιος Κουρ­νού­τος, που συμ­με­τεί­χε και στην κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή, ε­νώ δεύ­τε­ρος εί­χε μι­λή­σει ο πρό­ε­δρος της ε­πι­τρο­πής Γεώρ­γιος Ζώ­ρας. Ο αρ­χι­κός κα­νο­νι­σμός των Βρα­βείων προέ­βλε­πε η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή να α­πο­τε­λεί­ται α­πό τους δυο κα­θη­γη­τές Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Φι­λο­λο­γίας στα Πα­νε­πι­στή­μια Αθη­νών και Θεσ­σα­λο­νί­κης, τέσ­σε­ρις κρι­τι­κούς και τον διευ­θυ­ντή Γραμ­μά­των. Στο Κα­πο­δι­στρια­κό, την έ­δρα κα­τεί­χε α­πό το 1942 μέ­χρι το 1968 ο Ζώ­ρας. Κα­θη­γη­τής στο Αρι­στο­τέ­λειο ή­ταν ο Λί­νος Πο­λί­της, που εί­χε συμ­με­τά­σχει μό­νο στις βρα­βεύ­σεις του 1955 και στη συ­νέ­χεια, πα­ραι­τή­θη­κε, για­τί α­δυ­να­τού­σε να πα­ρευ­ρί­σκε­ται στις συ­νε­δριά­σεις. Γε­νι­κώς, στις ε­πι­τρο­πές, οι πα­ραι­τή­σεις συ­νη­θί­ζο­νται. Στην τε­λευ­ταία ε­πι­τρο­πή πα­ραι­τή­θη­καν στα­δια­κά τέσ­σε­ρα μέ­λη, τα ο­ποία, ό­μως, α­ντι­κα­τα­στά­θη­καν. Μά­λι­στα, η τε­λευ­ταία α­πο­χώ­ρη­ση, της συγ­γρα­φέως Ισμή­νης Κα­πά­νταη, έ­φε­ρε στην ε­πι­τρο­πή τον γιο του αλ­λο­τι­νού προέ­δρου, Γε­ρά­σι­μο Ζώ­ρα.
Τό­τε, στην ε­πι­τρο­πή με­τεί­χαν τέσ­σε­ρεις κρι­τι­κοί, που α­πο­λάμ­βα­ναν της γε­νι­κό­τε­ρης α­να­γνώ­ρι­σης: ο Άλκης Θρύ­λος, ο Γιώρ­γος Κα­ρα­ντώ­νης, ο Βά­σος Βα­ρί­κας και έ­νας τέ­ταρ­τος, που δεν γνω­ρί­ζου­με. Πά­ντως, οι Κλέων Πα­ρά­σχος, Πέ­τρος Χά­ρης και Γιάν­νης Χατ­ζί­νης, που ή­ταν οι γνω­στό­τε­ροι κρι­τι­κοί ε­κεί­να τα χρό­νια, α­πο­κλείο­νται, α­φού συ­γκα­τα­λέ­γο­νται στους βρα­βευ­θέ­ντες. Ο ι­σχύων, σή­με­ρα, νό­μος προ­βλέ­πει τρι­με­λή εκ­προ­σώ­πη­ση α­πό τους χώ­ρους, της κρι­τι­κής, της λο­γο­τε­χνίας και τον πα­νε­πι­στη­μια­κό, α­ντί­στοι­χα. Αν και αυ­τή η διά­κρι­ση δεν λαμ­βά­νε­ται σο­βα­ρά υ­πό­ψη, α­φού σχε­δόν ό­λοι οι πα­νε­πι­στη­μια­κοί εί­ναι και συγ­γρα­φείς, ε­νώ ό­λοι οι α­σχο­λού­με­νοι γε­νι­κώς με τη λο­γο­τε­χνία εί­ναι και ο­λί­γον τι κρι­τι­κοί. Όπως και να έ­χει, ο πρό­ε­δρος εί­ναι πά­ντο­τε έ­νας πα­νε­πι­στη­μια­κός και στην τε­λευ­ταία ε­πι­τρο­πή, το πό­στο το εί­χε ο Πα­να­γιώ­της Μα­στρο­δη­μή­τρης, ο­μό­τι­μος πλέ­ον κα­θη­γη­τής, που κα­τεί­χε το ί­διο πα­νε­πι­στη­μια­κό θώ­κο με τον πρό­ε­δρο του 1958. Αρχι­κά, οι άλ­λοι δυο πα­νε­πι­στη­μια­κοί της ε­πι­τρο­πής ή­ταν ο Μι­χά­λης Κο­πι­δά­κης και η Αλε­ξάν­δρα Σα­μουή­λ, που πα­ραι­τή­θη­καν. Ενδια­μέ­σως, ό­μως, ο Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος, που αρ­χι­κά ή­ταν μό­νο συγ­γρα­φέ­ας έ­γι­νε πα­νε­πι­στη­μια­κός, ε­νώ προ­στέ­θη­κε ο γιος Ζώ­ρα. Οι τρεις κρι­τι­κοί, αρ­χι­κά, ή­ταν ο Νί­κος Λά­ζα­ρης που πα­ραι­τή­θη­κε και α­ντι­κα­τα­στά­θη­κε α­πό τη Χα­ρί­κλεια Δη­μο­πού­λου, ο Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης και η Λώ­ρη Κέ­ζα. Όσο για τους συγ­γρα­φείς, που εί­ναι το μό­νο εν α­φθο­νία εί­δος, κα­θώς πα­ρου­σιά­ζο­νται πά­ντο­τε πρό­θυ­μοι να με­τέ­χουν σε κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές, αρ­χι­κά ή­ταν ο ποιη­τής Κώ­στας Σο­φια­νός, ο Ανδρειω­μέ­νος και η Κα­πά­νταη και στην τε­λι­κή, ο Σο­φια­νός, ο Κώ­στας Αση­μα­κό­που­λος και ο Δη­μή­τρης Λα­μπρέλ­λης.
Τις πρώ­τες δε­κα­ε­τίες α­πο­νέ­μο­νταν πρώ­τα και δεύ­τε­ρα βρα­βεία, ποίη­σης, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, δο­κι­μίου, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας και τα­ξι­διω­τι­κής ε­ντύ­πω­σης. Όμως, το 1989, με α­πό­φα­ση της υ­πουρ­γού Με­λί­νας Μερ­κού­ρη, τα δεύ­τε­ρα βρα­βεία κα­ταρ­γή­θη­καν, κα­θώς με­ρι­κοί τι­μώ­με­νοι αρ­νού­νταν να τα πα­ρα­λά­βουν ως μειω­τι­κά της α­ξίας τους. Επί­σης, τα δυο τε­λευ­ταία βρα­βεία ε­νώ­θη­καν σε έ­να, το ο­ποίο τε­λι­κά συ­μπε­ριέ­λα­βε τα χρο­νι­κά και τις μαρ­τυ­ρίες, κά­τι σαν βρα­βείο πα­σπαρ­τού. Τέ­λος, το 1993, κα­θιε­ρώ­θη­κε έ­να Ει­δι­κό ή και Με­γά­λο Βρα­βείο. Τώ­ρα, πώς ό­λα αυ­τά τα βρα­βεία α­πο­νέ­μο­νταν τό­τε και πώς σή­με­ρα, εί­ναι έ­να εν­δια­φέ­ρον ε­ρώ­τη­μα, στο ο­ποίο φαί­νε­ται ό­τι ο κα­θέ­νας δί­νει τη δι­κή του α­πά­ντη­ση. Εμείς πα­ρα­κο­λου­θού­με τις βρα­βεύ­σεις εκ του σύ­νεγ­γυς ε­πί σει­ρά ε­τών. Το συ­μπέ­ρα­σμα στο ο­ποίο έ­χου­με κα­τα­λή­ξει εί­ναι, πως ο­ποιοσ­δή­πο­τε α­πο­δέ­χε­ται να συμ­με­τά­σχει σε κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή εκ­κι­νεί, έ­χο­ντας κα­τά νου τις συ­μπά­θειές του, και το εν­νοού­με με την ευ­ρύ­τε­ρη έν­νοια και πέ­ραν των στε­νών φι­λι­κών σχέ­σεων. Από ε­κεί και πέ­ρα, αν τα βρα­βευ­μέ­να βι­βλία δια­φο­ρο­ποιού­νται σε ποιό­τη­τα, αυ­τό ο­φεί­λε­ται, πρω­τί­στως, στο λο­γο­τε­χνι­κό γού­στο των κρι­τών και δευ­τε­ρευό­ντως, στη γε­νι­κό­τε­ρη ι­σχύ της λαϊκής ρή­σης, “δεί­ξε μου τον φί­λο σου, να σου πως ποιος εί­σαι”. Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά θα λέ­γα­με πως αν θέ­λου­με λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία κύ­ρους, ας φρο­ντί­ζουν οι ι­θύ­νο­ντες -ποιοι ι­θύ­νο­ντες- τα μέ­λη της ε­πι­τρο­πής να μην εί­ναι ά­γευ­στα λο­γο­τε­χνίας.
Πά­ντως, ο κα­νό­νας εί­ναι έ­να μέ­λος να δί­νει “μά­χες” ε­ντός της ε­πι­τρο­πής για να ε­πι­κρα­τή­σουν οι συ­μπά­θειές του. Αυ­τό, σή­με­ρα, γί­νε­ται μεν, αλ­λά θεω­ρεί­ται με­μ­πτό. Γι’ αυ­τό, άλ­λω­στε, κα­ταρ­γή­θη­καν τα πρα­κτι­κά και α­ντι­κα­τα­στά­θη­καν με ευ­πρε­πείς εκ­θέ­σεις ό­σων ε­λέχ­θη­σαν, που συ­ντάσ­σο­νται εκ των υ­στέ­ρων α­πό το κά­θε μέ­λος για ό­σα εί­πε. Τό­τε, ό­μως, το να δί­νει έ­να μέ­λος “μά­χες” φαί­νε­ται πως ε­θεω­ρεί­το α­ρε­τή. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα, ό­σα γρά­φει ο Πέ­τρος Χά­ρης για τον Άλκη Θρύ­λο, κα­τά κό­σμον Ελέ­νη Ου­ρά­νη, στο α­φιέ­ρω­μα της «Νέ­ας Εστίας», έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­τό της, στις 1.12.1972. Εξυ­μνώ­ντας την α­κε­ραιό­τη­τα και τον σπά­νιο χα­ρα­κτή­ρα της, που την έ­κα­νε α­προ­σπέ­λα­στο δι­κα­στή στο έρ­γο του κρι­τι­κού, α­να­φέ­ρει πως στα κρα­τι­κά βρα­βεία λο­γο­τε­χνίας του 1956, ως μέ­λος της ε­πι­τρο­πής η Ου­ρά­νη, υ­πο­στή­ρι­ξε στε­νό της φί­λο, στον ο­ποίο και α­πο­νε­μή­θη­κε το βρα­βείο. Αυ­τό, ό­μως, που ο Χά­ρης α­πο­κα­λεί α­κε­ραιό­τη­τα έ­γκει­ται στο γε­γο­νός πως δεν τού το α­πε­κά­λυ­ψε, αλ­λά τον ά­φη­σε να το πλη­ρο­φο­ρη­θεί τη βρα­διά της α­πο­νο­μής.
Ανα­φέ­ρου­με την ι­στο­ρία προς γνώ­ση και συμ­μόρ­φω­ση ό­σων κα­κο­λο­γούν τον πρό­ε­δρο ή το τά­δε μέ­λος της ε­πι­τρο­πής για με­ρο­λη­ψία υ­πέρ των φί­λων τους. Ενώ, θα έ­πρε­πε να τους ε­παι­νούν, α­φού, βε­βαίως, προ­η­γου­μέ­νως, φρο­ντί­σουν να μά­θουν κα­τά πό­σο, με­τά τη νι­κη­φό­ρο “μά­χη” που έ­δω­σαν, τη­λε­φώ­νη­σαν ή δεν τη­λε­φώ­νη­σαν στον βρα­βευ­θέ­ντα. Για πλη­ρό­τη­τα, να α­να­φέ­ρου­με πως ο τι­μη­θείς με το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος το 1956 και στε­νός φί­λος της Ου­ρά­νη ή­ταν ο Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λος, με το βι­βλίο του «Τα ε­φτά κοι­μι­σμέ­να παι­διά». Τό­τε, τα υ­πο­ψή­φια μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ή­ταν μό­λις 33 και α­πό αυ­τά, η ε­πι­τρο­πή εί­χε ξε­χω­ρί­σει τέσ­σε­ρα. Αυ­τή η “short list”, κα­τά την τρέ­χου­σα σή­με­ρα ο­ρο­λο­γία, πε­ριε­λάμ­βα­νε τον «Κί­τρι­νο Φά­κελ­λο» του Μ. Κα­ρα­γά­τση, τον «Χατ­ζή Μα­νουήλ» του Θρά­σου Κα­στα­νά­κη και το «Ένα παι­δί με­τρά­ει τ’ ά­στρα» του Με­νέ­λα­ου Λου­ντέ­μη. Από αυ­τά α­πο­κλεί­στη­κε το βι­βλίο του Κα­ρα­γά­τση, για­τί τού εί­χε ή­δη α­πο­νε­μη­θεί το βρα­βείο διη­γή­μα­τος του 1955 για τη συλ­λο­γή του, η «Με­γά­λη Λι­τα­νεία». Κα­λά να πά­θει ο Κα­ρα­γά­τσης. Μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ων, να α­πο­δεχ­θεί βρα­βείο διη­γή­μα­τος. Ωστό­σο, θερ­μό­αι­μος ο Κα­ρα­γά­τσης, ποιος ξέ­ρει, μπο­ρεί και να δια­μαρ­τυ­ρό­ταν, αν η α­πο­νο­μή των βρα­βείων του 1955 γι­νό­ταν στην ώ­ρα της. Πά­ντως, και το ε­πό­με­νο βρα­βείο διη­γή­μα­τος, του 1956, σε μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο δό­θη­κε, τον Θα­νά­ση Πε­τσά­λη-Διο­μή­δη, που θα εί­πε, υ­πο­θέ­του­με, και ευ­χα­ρι­στώ. Όπως άλ­λω­στε, και πλεί­στα ό­σα βρα­βεία διη­γή­μα­τος στα εν­διά­με­σα πε­νή­ντα χρό­νια.
Θυ­μί­ζου­με τους βρα­βευ­θέ­ντες ε­κεί­νης της διε­τίας. Το 1955, το βρα­βείο ποίη­σης δό­θη­κε στον Νι­κη­φό­ρο Βρετ­τά­κο, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος δεν α­πο­νε­μή­θη­κε, διη­γή­μα­τος στον Μ. Κα­ρα­γά­τση, δο­κι­μίου στον Κλέω­να Πα­ρά­σχο, τα­ξι­διω­τι­κής ε­ντύ­πω­σης στον Πέ­τρο Χά­ρη και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας στον Τά­σο Αθα­να­σιά­δη. Ενώ, τα δεύ­τε­ρα της ί­διας χρο­νιάς δό­θη­καν στους ε­ξής: ποίη­σης εξ η­μι­σείας στον Γιώρ­γο Θέ­με­λη και στην Ζωή Κα­ρέλ­λη, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον Νί­κο Κάσ­δα­γλη, διη­γή­μα­τος στον Σπύ­ρο Πλα­σκο­βί­τη και δο­κι­μίου στον Γιάν­νη Χατ­ζί­νη. Το 1956, το βρα­βείο ποίη­σης δό­θη­κε εξ η­μι­σείας στον Γιάν­νη Ρί­τσο και στον Άρη Δι­κταίο, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λο, διη­γή­μα­τος στον Θ. Πε­τσά­λη-Διο­μή­δη, δο­κι­μίου στον Γιώρ­γο Θε­ο­το­κά, τα­ξι­διω­τι­κής ε­ντύ­πω­σης στον Παύ­λο Πα­λαιο­λό­γο και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας στον Ιωάν­νη Θε­ο­δω­ρα­κό­που­λο. Ενώ, τα δεύ­τε­ρα δό­θη­καν στους ε­ξής: ποίη­σης στον Μη­νά Δη­μά­κη, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον Κώ­στα Σού­κα, διη­γή­μα­τος εξ η­μι­σείας στην Τα­τιά­να Γκρί­τση-Μιλ­λιέξ και στον Γιάν­νη Μα­γκλή και δο­κι­μίου στον Χρυ­σό Ευελ­πί­δη.
Με τα ση­με­ρι­νά κρι­τή­ρια, εάν λά­βου­με υ­πό­ψη τους συγ­γρα­φείς και τα βρα­βευ­θέ­ντα τό­τε βι­βλία, μπο­ρού­με να πού­με, πως α­νή­κουν α­μι­γώς στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας. Επί­σης, πα­ρα­τη­ρού­με πως, πα­ρά το βα­ρύ με­τεμ­φυ­λια­κό κλί­μα της ε­πο­χής, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή πα­ρα­μέ­ρι­σε, ως έ­ναν του­λά­χι­στον βαθ­μό, τα ι­δε­ο­λο­γι­κά κρι­τή­ρια. Θυ­μί­ζου­με και τα ε­φε­τι­νά βρα­βεία, για να διευ­κο­λύ­νου­με τις συ­γκρί­σεις. Το Με­γά­λο δό­θη­κε στον Κώ­στα Γεωρ­γου­σό­που­λο, ποίη­σης στην Δή­μη­τρα Χρι­στο­δού­λου, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον Γιώρ­γο Λε­ο­νάρ­δο, διη­γή­μα­τος στην Ευ­γε­νία Φα­κί­νου, δο­κι­μίου στον Βαγ­γέ­λη Αθα­να­σό­που­λο και το πα­σπαρ­τού στον Βα­σί­λη Τζα­να­κά­ρη. Κα­τά τα άλ­λα, δυ­στυ­χώς, δεν γνω­ρί­ζου­με ποια μέ­λη της τε­λευ­ταίας ε­πι­τρο­πής έ­δω­σαν “μά­χες”, ού­τε εάν κρα­τή­θη­καν στο ύ­ψος μιας Άλκης Θρύ­λου, α­ντι­στε­κό­με­νοι στον πει­ρα­σμό να δώ­σουν πρώ­τοι τα συ­χα­ρί­κια στον υ­πο­ψή­φιο, για τον ο­ποίο μόχ­θη­σαν.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου