Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2009

Βόλος, εν έτει 1908

«Αρχείο Θεσ­σα­λι­κών Με­λε­τών»
Τό­μος 17ος, Δεκ. 2008

Χα­ρά­λα­μπος Γ. Χα­ρί­τος
«Στιγ­μές του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος στο Βό­λο (1907-1918)»,
Δεκ. 2008


Γιώρ­γος Κο­ντο­μή­τρος
«Η πό­λι της γκαρ­ντέ­νιας»
Μάρ­τιος 2009
Εκδό­σεις της Εται­ρείας
Θεσ­σα­λι­κών Ερευ­νών, Βό­λος

Πολ­λά συ­νέ­βη­σαν στην Ελλά­δα το σω­τή­ριον έ­τος 1908. Συ­να­ντά­με πο­λι­τι­κά γε­γο­νό­τα ευ­ρύ­τε­ρης εμ­βέ­λειας ό­πως η κή­ρυ­ξη α­νε­ξαρ­τη­σίας στην Κρή­τη, η ί­δρυ­ση του Στρα­τιω­τι­κού Συν­δέ­σμου στην Αθή­να και το κί­νη­μα των Νεό­τουρ­κων στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Αλλά και πέ­ραν της πο­λι­τι­κής, στον κοι­νω­νι­κό χώ­ρο, δυο ση­μα­ντι­κές πρω­το­βου­λίες έ­λα­βαν χώ­ρα στο Βό­λο. Εί­ναι η δη­μιουρ­γία του πρώ­του στην Ελλά­δα Εργα­τι­κού Κέ­ντρου και η ί­δρυ­ση του πρώ­του Ανώ­τε­ρου Δη­μο­τι­κού Παρ­θε­να­γω­γείου. Αν και στο Βό­λο, το δεύ­τε­ρο λι­μά­νι της τό­τε Ελλά­δας, δεν πραγ­μα­το­ποιή­θη­καν ε­κεί­νο το έ­τος μό­νο αυ­τές οι δυο και­νο­το­μίες, οι υ­πό­λοι­πες, ω­στό­σο, δεν εί­χαν α­ντί­στοι­χο πα­νελ­λή­νιο α­ντί­κτυ­πο.
Όπως και να έ­χει, το έ­τος 1908 στά­θη­κε κα­θο­ρι­στι­κό για την πό­λη, κά­τι σαν ο­ρό­ση­μο ε­νη­λι­κίω­σης. Γι’ αυ­τό και η περ­σι­νή ε­πέ­τειος των ε­κα­τό χρό­νων φαί­νε­ται πως ε­ορ­τά­στη­κε δεό­ντως. Συμ­με­τέ­χο­ντας η Εται­ρεία Θεσ­σα­λι­κών Ερευ­νών α­φιέ­ρω­σε τον 17ο τό­μο της πε­ριο­δι­κής της έκ­δο­σης στο Βό­λο του 1908, εκ­δί­δο­ντας ταυ­τό­χρο­να και δυο σχε­τι­κές με­λέ­τες. Όπως η Εται­ρεία Σπου­δών Νε­ο­ελ­λη­νι­κού Πο­λι­τι­σμού και Γε­νι­κής Παι­δείας διορ­γά­νω­σε η­με­ρί­δες με τον γε­νι­κό τίτ­λο «Εν έ­τει...» προς ε­ντρύ­φη­ση σε “ό­σα δεν μας λέει η με­γά­λη ι­στο­ρία”, έ­τσι και η Θεσ­σα­λι­κή Εται­ρεία κα­τήρ­τι­σε τρεις τό­μους το­πι­κής ι­στο­ρίας προς ε­μπλου­τι­σμό της ε­θνι­κής. Μό­νο που η πρώ­τη, με έ­δρα στα βό­ρεια προά­στια των Αθη­νών, με ό,τι κι αν α­σχο­λεί­ται, το έρ­γο της προ­βάλ­λε­ται στον Τύ­πο, ε­νώ οι εκ­δό­σεις της δεύ­τε­ρης περ­νά­νε στα ψι­λά, του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά τον α­θη­ναϊκό Τύ­πο.
Δια­φο­ρε­τι­κά ή­ταν ό­μως τα πράγ­μα­τα εν έ­τει 1908. Σύμ­φω­να με τη με­λέ­τη του Γιώρ­γου Κο­ντο­μή­τρου, το εν­δια­φέ­ρον της τό­τε ελ­λη­νι­κής πρω­τεύου­σας ει­δι­κά για το Βό­λο ή­ταν πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο. Ο με­λε­τη­τής α­πο­δελ­τίω­σε τα δη­μο­σιεύ­μα­τα του α­θη­ναϊκού Τύ­που ε­κεί­νου του έ­τους, που α­φο­ρούν τον Βό­λο και την ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή του. Συ­νο­λι­κά ε­ρεύ­νη­σε ε­πτά α­θη­ναϊκές ε­φη­με­ρί­δες (Σκρι­π, Εμπρός, Ακρό­πο­λις, Εστία, Και­ροί, Αλή­θεια, Νου­μάς) και τρεις το­πι­κές α­πό τις έ­ντε­κα που κυ­κλο­φο­ρού­σαν στο Βό­λο το 1908: την μα­κρό­βια «Θεσ­σα­λία», τον «Κή­ρυ­κα» του Δη­μο­σθέ­νη Κούρ­το­βικ και τον ο­λι­γό­χρο­νο «Εργά­τη» του Κων­στα­ντί­νου Ζά­χου. Με τα ευ­ρή­μα­τά του συ­ντάσ­σει έ­να πρω­τό­τυ­πο η­με­ρο­λό­γιο, χω­ρι­σμέ­νο σε δώ­δε­κα κε­φά­λαια, έ­να για κά­θε μή­να, στα ο­ποία και α­να­διη­γεί­ται ό­σα κα­τά η­με­ρο­λο­για­κή σει­ρά γε­γο­νό­τα έ­φθα­σαν να α­πα­σχο­λή­σουν τον Τύ­πο.
Πι­στεύου­με πως το βι­βλίο του Κο­ντο­μή­τρου έ­χει τις α­ρε­τές ε­νός ψυ­χα­γω­γι­κού α­να­γνώ­σμα­τος. Κα­τ’ αρ­χήν, έ­ναν ρο­μα­ντι­κό τίτ­λο, που έ­χει αν­τλη­θεί α­πό άρ­θρο του Πλά­τω­να Ρο­δο­κα­νά­κη στην «Ακρό­πο­λη». Και ύ­στε­ρα, μια στρω­τή α­φή­γη­ση, που γί­νε­ται γλα­φυ­ρή με την εύ­στο­χη ε­πι­λο­γή πα­ρα­θε­μά­των α­πό τα δη­μο­σιεύ­μα­τα. Ση­μα­ντι­κό α­τού της έκ­δο­σης εί­ναι η ει­κο­νο­γρά­φη­ση με αρ­χεια­κές φω­το­γρα­φίες και οι ε­κτε­νείς υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Ενώ, το ευ­ρε­τή­ριο κύ­ριων ο­νο­μά­των (ό­που θα έ­πρε­πε να α­να­φέ­ρο­νται α­νελ­λι­πώς τα μι­κρά ο­νό­μα­τα) βο­η­θά τον α­να­γνώ­στη με ει­δι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα. Ακό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο βο­η­θη­τι­κό θα α­πέ­βαι­νε έ­να θε­μα­τι­κό ευ­ρε­τή­ριο, για κά­ποιον που θα ή­θε­λε, λ.χ., να ε­νη­με­ρω­θεί για τον α­ντί­κτυ­πο στον Τύ­πο του Παρ­θε­να­γω­γείου ή ε­νός ο­ποιου­δή­πο­τε άλ­λου θέ­μα­τος. Εν ο­λί­γοις, μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως ο με­λε­τη­τής δεν α­να­δει­κνύει ό­σο θα μπο­ρού­σε το πο­λύ­τι­μο υ­λι­κό που εί­χε την υ­πο­μο­νή και ε­πι­μο­νή να συλ­λέ­ξει.
Η δεύ­τε­ρη με­λέ­τη, του Χα­ρά­λα­μπου Χα­ρί­του, σκια­γρα­φεί το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα στο Βό­λο α­πό το 1907, τη χρο­νιά που ι­δρύ­θη­κε ο Πα­νερ­γα­τι­κός Σύν­δε­σμος «Η Αδελ­φό­της», πρό­δρο­μο σω­μα­τείο του Εργα­τι­κού Κέ­ντρου, και εκ­δό­θη­κε η ε­φη­με­ρί­δα «Ο Εργά­της», μέ­χρι το 1918, έ­τος ί­δρυ­σης της ΓΣΕΕ. Πα­ρό­τι δεν συ­νι­στά έ­να και­νούρ­γιο κεί­με­νο, κα­θώς ο Χα­ρί­τος στη­ρί­χτη­κε σε συ­νο­λι­κά δώ­δε­κα πα­λαιό­τε­ρα κεί­με­νά του, α­πο­φεύ­γο­νται οι ε­πι­κα­λύ­ψεις και δί­νε­ται μια συ­νο­λι­κή ει­κό­να, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την πό­λη του Βό­λου, που άρ­χι­σε να εμ­φα­νί­ζε­ται ως α­στι­κό κέ­ντρο κά­που στα μέ­σα της τέ­ταρ­της δε­κα­ε­τίας του 19ου αιώ­να. Σε έ­να ε­κτε­νές κε­φά­λαιο για τις α­παρ­χές του Εργα­τι­κού Κέ­ντρου Βό­λου, μνη­μο­νεύει τους πρω­τερ­γά­τες, εμ­μέ­νο­ντας σε μια φρά­ση του Ζά­χου: «Ου­δείς θα δυ­νη­θεί να ο­νο­μα­σθεί ι­δρυ­τής του Εργα­τι­κού Κέ­ντρου του Βό­λου, ού­τε οι συλ­λά­βο­ντες την ι­δέ­αν ερ­γά­ται, ού­τε ο Σα­ρά­τσης, ού­τε ο Μου­σού­ρης, ού­τε ε­γώ· το Εργα­τι­κό Κέ­ντρο του Βό­λου, το ί­δρυ­σεν η κοι­νω­νι­κή α­νά­γκη».
Ωστό­σο, αυ­τή η τριά­δα, των δυο δι­κη­γό­ρων, Σπύ­ρου Μου­σού­ρη και Κων­στα­ντί­νου Ζά­χου, και του για­τρού Δη­μή­τρη Σα­ρά­τση, υ­πήρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κή στη δη­μιουρ­γία του Κέ­ντρου. Για τον Μου­σού­ρη γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ο Κούρ­το­βι­κ: «... ο­λί­γον ποιη­τής, φι­λό­σο­φος, συ­νο­μι­λών κα­θ’ ε­κά­στην με τους ερ­γά­τας τους έ­πει­θε ό­τι πρέ­πει ν’ α­να­πτυχ­θούν πνευ­μα­τι­κώς προς βελ­τίω­σιν της τύ­χης των...» Σε ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο πα­ρα­τί­θε­ται το πρώ­το Κα­τα­στα­τι­κό του Κέ­ντρου. Όσο για τα ε­γκαί­νια του Κέ­ντρου, έ­γι­ναν την Κυ­ρια­κή, 14 Δε­κεμ­βρίου 1908. Ο με­λε­τη­τής κα­τα­λή­γει, α­να­φέ­ρο­ντας τους Βο­λιώ­τες που συμ­με­τεί­χαν δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα στη συ­γκρό­τη­ση της ΓΣΕΕ και του ΣΕ­ΚΕ. Ενώ, σε έ­να τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, α­να­φέ­ρε­ται στην τύ­χη κά­ποιων πο­λύ­τι­μων για το το­πι­κό ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα αρ­χείων, κυ­ρίως, ό­μως, στους λό­γους που δεν γρά­φτη­κε η ι­στο­ρία του Εργα­τι­κού Κέ­ντρου Βό­λου, πα­ρά τη συ­μπλή­ρω­ση ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δας α­πό την ί­δρυ­σή του. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει το κε­φά­λαιο σχε­τι­κά με τις μορ­φω­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες του Κέ­ντρου, ό­που σχο­λιά­ζε­ται ε­κτε­νώς η α­νά­γνω­ση του μο­νό­πρα­κτου δρά­μα­τος «Γή­ταυ­ρος» σε μια φι­λο­λο­γι­κή βρα­διά, που διορ­γα­νώ­θη­κε την Κυ­ρια­κή, 6 Φε­βρουα­ρίου 1911. Ήταν μια α­νά­γνω­ση που έ­μελ­λε να έ­χει βα­ριές συ­νέ­πειες, α­φού χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε στο κα­τη­γο­ρη­τή­ριο κα­τά τη δί­κη των Αθεϊκών, που ο­δή­γη­σε στο κλεί­σι­μο του Παρ­θε­να­γω­γείου και α­νέ­κο­ψε τη λει­τουρ­γία του Κέ­ντρου. Συγ­γρα­φέ­ας του «Γή­ταυ­ρου» ή­ταν ο καρ­πε­νη­σιώ­τι­κης κα­τα­γω­γής Με­σο­λογ­γί­της συμ­βο­λαιο­γρά­φος Δη­μή­τρης Δη­μη­τριά­δης, γεν­νη­θείς το 1888 και α­πο­θα­νών την 1η Ια­νουα­ρίου 1958, που γρά­φτη­κε στις δέλ­τους της λο­γο­τε­χνίας ως Ρή­γας Γκόλ­φης. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η περ­σι­νή δι­πλή ε­πέ­τειος αυ­τού του τό­σο ευαί­σθη­του λυ­ρι­κού ποιη­τή πέ­ρα­σε στα ψι­λά.
Με κεί­με­να των Κο­ντο­μή­τρου και Χα­ρί­του, α­πό­το­κα των βι­βλίων τους, α­νοί­γει ο α­φιε­ρω­μα­τι­κός τό­μος, ε­νώ για το Εργα­τι­κό Κέ­ντρο Βό­λου προ­βλέ­πε­ται και έ­να δεύ­τε­ρο κεί­με­νο του Σταύ­ρου Κα­τσού­ρα. Το ε­πό­με­νο κεί­με­νο α­φο­ρά τον Δι­κη­γο­ρι­κό Σύλ­λο­γο Βό­λου, που ι­δρύ­θη­κε πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να με την προ­σάρ­τη­ση της Θεσ­σα­λίας στην Ελλά­δα. Ωστό­σο, ό­πως διευ­κρι­νί­ζει ο πρό­ε­δρος του Συλ­λό­γου και συγ­γρα­φέ­ας του κει­μέ­νου Ανα­στά­σιος Απ. Βο­λιώ­της, μό­λις στις 23 Δε­κεμ­βρίου 1908 υ­πο­γρά­φτη­κε το νο­μο­σχέ­διο για την ί­δρυ­ση Δι­κη­γο­ρι­κών Συλ­λό­γων ως Νο­μι­κών Προ­σώ­πων Δη­μο­σίου Δι­καίου, ο­πό­τε το 1908 εί­ναι το έ­τος που τα α­νά την Ελλά­δα σω­μα­τεία των δι­κη­γό­ρων προ­βι­βά­ζο­νται θε­σμι­κά. Ακο­λου­θεί το κεί­με­νο του Ρα­φαήλ Φρε­ζή για την ισ­ρα­η­λί­τι­κη κοι­νό­τη­τα Βό­λου, με ε­κτε­νή α­να­φο­ρά στην Εριουρ­γία «Λε­βιά­θα­ν-Μουρτ­ζού­κου», που ι­δρύ­θη­κε το 1908. Με τα ε­κλε­κτά γυ­ναι­κεία υ­φά­σμα­τα της εν λό­γω βιο­μη­χα­νίας ντύ­θη­καν πολ­λές Βο­λιώ­τισ­σες, ι­δίως ό­σες προέρ­χο­νταν α­πό λι­γό­τε­ρο ευ­κα­τά­στα­τες οι­κο­γέ­νειες και το βα­λά­ντιό τους δεν ε­παρ­κού­σε για πα­ρι­ζιά­νι­κες τουα­λέ­τες.
Το θέ­μα της αμ­φίε­σης των δε­σποι­νών και δε­σποι­νί­δων του Βό­λου και ό­χι μό­νο, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τις α­παρ­χές της πό­λης και φθά­νο­ντας μέ­χρι το 1908, κα­λύ­πτει η Μη­λί­τσα Ζαρ­λή-Κα­ρα­θά­νου. Πο­λύ­πλευ­ρη η κοι­νω­νιο­λο­γι­κή με­λέ­τη της, διαν­θί­ζε­ται με εν­δια­φέ­ρου­σες λε­πτο­μέ­ρειες, κα­θώς προ­χω­ρά α­πό την αμ­φίε­ση στην κοι­νω­νι­κή τά­ξη, την ερ­γα­σία και την εκ­παί­δευ­ση. Λ.χ., θυ­μί­ζει πως σταθ­μός στο γυ­ναι­κείο χώ­ρο στά­θη­κε η ρα­πτο­μη­χα­νή, που προέ­κυ­ψε κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία του 19ου αιώ­να. Όπως, σή­με­ρα, ο πρω­θυ­πουρ­γός δω­ρί­ζει σε άρ­ρε­νες και θή­λεα η­λεκ­τρο­νι­κούς υ­πο­λο­γι­στές, τό­τε, η βα­σί­λισ­σα Όλγα μοί­ρα­ζε ρα­πτο­μη­χα­νές, αν και ε­κεί­νη πε­ριό­ρι­ζε το κου­βαρ­ντα­λί­κι της στα ά­πο­ρα κο­ρί­τσια. Όσο α­φο­ρά το ε­πε­τεια­κό έ­τος 1908, η Ζαρ­λή πα­ρου­σιά­ζει τις πρώ­τες συ­σπει­ρώ­σεις, ε­νώ­σεις και α­δελ­φό­τη­τες, μνη­μο­νεύο­ντας τις ε­πι­φα­νείς Βο­λιώ­τισ­σες, που εί­χαν αρ­χί­σει να αρ­θρο­γρα­φούν στα γυ­ναι­κεία έ­ντυ­πα της ε­πο­χής. Ερευ­νώ­ντας το βίο της γυ­ναί­κας μέ­σα στην το­πι­κή κοι­νω­νία, της δί­νε­ται η ευ­και­ρία να σχο­λιά­σει ευ­ρύ­τε­ρα και την πο­λι­τι­στι­κή ζωή της πό­λης, που, εν πολ­λοίς, α­που­σιά­ζει α­πό τον τό­μο. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί η μου­σι­κή δια­σκέ­δα­ση, στην ο­ποία α­να­φέ­ρε­ται σε ι­διαί­τε­ρο άρ­θρο η Μα­ρία Σπα­νού. Κι αυ­τό λό­γω της Μου­σι­κής Εται­ρείας Βό­λου, που άν­θι­σε κα­τά την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του 20ου αιώ­να.
Τον τό­μο συ­μπλη­ρώ­νουν το κεί­με­νο της Αί­γλης Δη­μό­γλου για το Βό­λο της πρώ­της τρια­κο­ντα­ε­τίας, 1881-1908, που θα έ­πρε­πε μάλ­λον να προ­τάσ­σε­ται, το κεί­με­νο των Από­στο­λου Ατσιά και Κο­ντο­μή­τρου για την το­πι­κή εκ­παί­δευ­ση και το κεί­με­νο της Βα­σι­λι­κής Αδρύ­μη-Σι­σμά­νη για το Αρχαιο­λο­γι­κό Μου­σείο Βό­λου, που συ­μπλη­ρώ­νει 100 χρό­νια λει­τουρ­γίας. Τέ­λος, δη­μο­σιεύο­νται και δυο κεί­με­να που α­φο­ρούν πε­ρι­στα­τι­κά, στα ο­ποία πρω­τα­γω­νί­στη­σε ο νεό­κο­πος τό­τε Μη­τρο­πο­λί­της Δη­μη­τριά­δος Γερ­μα­νός Μαυ­ρομ­μά­της. Το έ­να α­φο­ρά τη δι­κή με­τά το κλεί­σι­μο του Παρ­θε­να­γω­γείου, γνω­στή ως δί­κη των Αθεϊκών, που έ­γι­νε στο Πε­ντα­με­λές Εφε­τείο Ναυ­πλίου, το 1914, με κύ­ριους κα­τη­γο­ρού­με­νους τον Αλέ­ξαν­δρο Δελ­μού­ζο και τον Δη­μή­τρη Σα­ρά­τση, στον ο­ποίο α­νή­κε η πρω­το­βου­λία για την ί­δρυ­ση του Παρ­θε­να­γω­γείου. Το ό­λο ι­στο­ρι­κό της δι­κα­στι­κής πε­ρι­πέ­τειας υ­πο­γρά­φε­ται α­πό τον Γιάν­νη Μου­γο­γιάν­νη, ο ο­ποίος πα­ρα­θέ­τει σχό­λια των ε­φη­με­ρί­δων και α­νέκ­δο­τα κεί­με­να α­πό το Αρχείο Δελ­μού­ζου. Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο α­να­φέ­ρε­ται στις τα­ρα­χές που ξέ­σπα­σαν στη Σκιά­θο τον Δε­κέμ­βριο του 1908, με α­φορ­μή την θαυ­μα­τουρ­γή ει­κό­να της Πα­να­γίας Κου­νί­στρας, την ο­ποία, ο μεν Μη­τρο­πο­λί­της ζη­τού­σε να βγά­λει σε πε­ρι­φο­ρά για τη συ­γκέ­ντρω­ση χρη­μά­των προς α­νέ­γερ­ση Επι­σκο­πι­κού Οί­κου, ο δε σκια­θί­τι­κος λαός, με πρω­το­στά­τη τον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη, πα­ρέ­με­νε α­γω­νι­στι­κά α­νέν­δο­τος στη με­τα­κί­νη­σή της α­πό τον κα­θε­δρι­κό ναό των «Τριών Ιε­ραρ­χών». Ας υ­πεν­θυ­μί­σου­με ό­τι μπρος στη λαϊκή ορ­γή ο Μη­τρο­πο­λί­της α­να­δι­πλώ­θη­κε και την “έ­κα­νε” νύ­χτα. Επι­βι­βά­στη­κε σε βάρ­κα κι έ­φυ­γε λά­θρα α­πό τη Σκιά­θο. Το χρο­νι­κό του μάλ­λον ά­γνω­στου αυ­τού εκ­κλη­σια­στι­κού συμ­βά­ντος το υ­πο­γρά­φει ο Δη­μή­τρης Τσι­λι­βί­δης, ο ο­ποίος στη­ρί­ζε­ται βι­βλιο­γρα­φι­κά σε ό­σα σχε­τι­κά γρά­φει ο πρώ­τος συ­στη­μα­τι­κός με­λε­τη­τής του σκια­θί­τη διη­γη­μα­το­γρά­φου, ο Γεώρ­γιος Βα­λέ­τας.
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, το βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των κει­μέ­νων του τό­μου εί­ναι πως, ε­νώ α­να­δει­κνύουν συ­γκε­κρι­μέ­νες πτυ­χές του αλ­λο­τι­νού Βό­λου, κα­τορ­θώ­νουν να δώ­σουν μια γε­νι­κό­τε­ρη ει­κό­να της πό­λης και της ευ­ρύ­τε­ρης πε­ριο­χής της Μα­γνη­σίας. Και, λί­γο-πο­λύ, ο­λό­κλη­ρης της Ελλά­δος εν έ­τει 1908.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2009

Ο βίος και η πολιτεία του Εμμανουήλ Κριαρά

Εμμα­νουήλ Κρια­ράς
«Μα­κράς ζωής α­γω­νί­σμα­τα»
Έκδο­ση: Οι φί­λοι του πε­ριο­δι­κού «Αντί»,
Φε­βρουά­ριος 2009

Με­τά μια ο­ρι­σμέ­νη η­λι­κία, ο α­πο­λο­γι­σμός ζωής, α­κό­μη κι ό­ταν δεν συ­ντάσ­σε­ται, κα­ταρ­τί­ζε­ται νο­ε­ρά. Μό­νο που σκέ­ψεις και αι­σθή­μα­τα, α­κό­μη και τα γε­γο­νό­τα, δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται ό­πως τα ζή­σα­με αλ­λά κα­τα­πώς τα θυ­μό­μα­στε. Ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, ό­πως θέ­λου­με να τα θυ­μό­μα­στε. Ο Εμμα­νουήλ Κρια­ράς, ω­στό­σο, δεί­χνει να εί­ναι α­ντι­κει­με­νι­κός. Κι αυ­τό φαί­νε­ται να το ε­πι­τυγ­χά­νει, ξε­κα­θα­ρί­ζο­ντας τα αι­σθή­μα­τά του και κα­τα­στα­λά­ζο­ντας στις α­πό­ψεις του για πρό­σω­πα και κα­τα­στά­σεις. Με θαυ­μα­στή α­κρι­βο­λο­γία, πα­ρα­θέ­τει τα τεκ­μή­ρια της μέ­χρι σή­με­ρα πο­ρείας του, χω­ρίς α­πο­σιω­πή­σεις, σαν έ­ναν εις ε­αυ­τόν α­πο­λο­γι­σμό. Πρό­κει­ται για μια λο­γο­δο­σία, που α­πο­φεύ­γει τις α­σά­φειες και πα­ρα­λεί­ψεις, σκια­γρα­φώ­ντας, με ευ­κρί­νεια, λη­σμο­νη­μέ­νες ή και ά­γνω­στες στους νεό­τε­ρους κοι­νω­νι­κές και πο­λι­τι­κές κα­τα­στά­σεις. Συ­στη­μα­τι­κός ο λό­γος του, συ­στή­νει, εν συ­ντο­μία, πλή­θος προ­σώ­πων α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς χώ­ρους, με κυ­ριό­τε­ρους, αυ­τούς της α­κα­δη­μαϊκής κοι­νό­τη­τας και της λο­γο­τε­χνίας. Αν και ε­πι­κε­ντρω­μέ­νος ο α­πο­λο­γι­σμός στον αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νο και τους γύ­ρω του, δί­νει μια πα­νο­ρα­μι­κή ει­κό­να του 20ου αιώ­να. Με­τα­ξύ άλ­λων, δεί­χνει και πό­σο λί­γο ή έ­στω, πό­σο δύ­σκο­λα, αλ­λά­ζουν οι νοο­τρο­πίες, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­νες τα­κτι­κές, ό­πως η υ­πο­νό­μευ­ση των α­ξιό­τε­ρων. Η αυ­το­βιο­γρα­φία του Κρια­ρά μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποιη­θεί ως βι­βλίο α­να­φο­ράς χά­ρις στο πλή­θος και την α­κρί­βεια των πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων Μπο­ρεί, ό­μως, να δια­βα­στεί και ως ι­στο­ρι­κό α­φή­γη­μα. Στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, α­να­πό­φευ­κτα, ο α­να­γνώ­στης συ­γκρα­τεί τα ση­μα­ντι­κά γι’ αυ­τόν. Δί­νου­με πε­ρί­λη­ψη της δι­κής μας ε­ντρύ­φη­σης, δε­δο­μέ­νου ό­τι μια τυ­πι­κή πα­ρου­σία­ση ε­νός πα­ρό­μοιου βι­βλίου θα πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε γε­νι­κό­λο­γες α­πο­φάν­σεις, που μάλ­λον α­πω­θούν πα­ρά πα­ρα­κι­νούν σε α­νά­γνω­ση.
Γεν­νη­μέ­νος ο Κρια­ράς στον Πει­ραιά, έ­ζη­σε μέ­χρι την ε­νη­λι­κίω­σή του, πρώ­τα στη Μή­λο και με­τά στην Κρή­τη. Κα­τά­γε­ται α­πό ε­κεί­νους τους Κρη­τι­κούς, που, κυ­νη­γη­μέ­νοι, στα πρώ­τα χρό­νια του 19ου αιώ­να, ε­γκα­τέ­λει­ψαν τα Σφα­κιά και ε­γκα­τα­στά­θη­καν στη Μή­λο, ι­δρύο­ντας τον Αδά­μα­ντα, που εί­ναι το ση­με­ρι­νό ε­πί­νειο του νη­σιού. Η πρώ­τη ε­ρευ­νη­τι­κή με­λέ­τη του α­φο­ρά τα νε­ο­ελ­λη­νι­κά πα­ρω­νύ­μια των δυο νη­σιών. Ναυ­τι­κοί το ε­πάγ­γελ­μα ή­ταν και οι δυο ε­κα­τέ­ρω­θεν παπ­πού­δες του, ό­πως και ο πα­τέ­ρας του. Ενδια­φέ­ρου­σα εί­ναι η πλη­ρο­φο­ρία, πως ο έ­νας α­πό τους δυο μι­κρό­τε­ρους α­δελ­φούς του, ο δευ­τε­ρό­το­κος Παύ­λος, ή­ταν συ­νο­μή­λι­κος και φί­λος με τον Μι­χά­λη Ρά­πτη, γνω­στό και με το ε­πα­να­στα­τι­κό ψευ­δώ­νυ­μο Πά­μπλο, το ο­ποίο, σύμ­φω­να με τον Κρια­ρά, μπο­ρεί και να το ε­μπνεύ­στη­κε α­πό τον α­δελ­φό του.
Ο Κρια­ράς ο­νο­μα­τί­ζει τους κα­θη­γη­τές του στο γυ­μνά­σιο των Χα­νίων, μνη­μο­νεύο­ντας ι­διαί­τε­ρα τον Εμμα­νουήλ Γε­νε­ρά­λι, που τον μύη­σε στα αρ­χαία γράμ­μα­τα, και τον Ιωάν­νη Μο­σχό­που­λο της Ευαγ­γε­λι­κής Σχο­λής της Σμύρ­νης, που τους μι­λού­σε για το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα και τη σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνία. Ακό­μη, α­να­φέ­ρει τους συμ­μα­θη­τές του, τον Στέ­λιο Κα­ψω­μέ­νο και τον Νί­κο Τω­μα­δά­κη, κα­θώς και τις πνευ­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες ε­κεί­νων των χρό­νων. Στην τρί­τη γυ­μνα­σίου εί­χαν ι­δρύ­σει τον πνευ­μα­τι­κό ό­μι­λο «Εγκυ­κλο­παι­δι­κός Κύ­κλος των Νέων» και στην τε­λευ­ταία τά­ξη, τον «Κρη­τι­κό Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο» και το πε­ριο­δι­κό «Αυ­γε­ρι­νός». Νο­νός του πε­ριο­δι­κού και υ­πεύ­θυ­νος ύ­λης για τον πρώ­το χρό­νο ή­ταν ο ί­διος. Σε αυ­τό δη­μο­σίευ­σε με­τα­φρά­σμα­τα και δυο βι­βλιο­κρι­σίες, για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ξε­νό­που­λου «Η τρί­μορ­φη γυ­ναί­κα» και για την αν­θο­λο­γία του Πα­πα­δή­μα «Νέ­οι Διη­γη­μα­το­γρά­φοι». Πο­λύ θα θέ­λα­με να δια­βά­σου­με την ά­πο­ψη του νε­α­ρού Κρια­ρά για ε­κεί­νους τους “νέ­ους διη­γη­μα­το­γρά­φους”. Μια άλ­λη συ­ντρο­φιά στα Χα­νιά, με ε­πι­κε­φα­λής τον φί­λο του, Κα­ψω­μέ­νο, έ­βγα­ζε το πε­ριο­δι­κό «Λο­γο­τε­χνι­κές Σε­λί­δες».
Μέ­σα α­πό τα στοι­χεία της αυ­το­βιο­γρα­φίας, ο Κρια­ράς προ­βάλ­λει ως έ­νας συ­ναι­σθη­μα­τι­κός έ­φη­βος, πει­θαρ­χη­μέ­νος και ερ­γα­τι­κός, με πνευ­μα­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα. Ένας νε­α­ρός, που δεν δια­θέ­τει χρό­νο για παι­χνί­δια, ού­τε και για πολ­λές συ­να­να­στρο­φές. Χω­ρίς ε­πι­δό­σεις στα α­θλη­τι­κά, αλ­λά με έ­φε­ση στις ξέ­νες γλώσ­σες. Ανα­κα­λεί τα πρώ­τα δια­βά­σμα­τά του, ε­κεί­να που ε­ξέ­θρε­ψαν τον δη­μο­τι­κι­σμό του. Ανά­με­σα σε αυ­τά και τα διη­γή­μα­τα του Πέ­τρου Πι­κρού, ε­κεί­να του πρώ­του βι­βλίου του, τα «Χα­μέ­να κορ­μιά», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Χρι­στού­γεν­να του 1922. Οι α­να­μνή­σεις α­πό τα σχο­λι­κά του χρό­νια τε­λειώ­νουν με τη διά­λε­ξη, που έ­δω­σε ο Ψυ­χά­ρης στο Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο Χα­νίων. Στον Ψυ­χά­ρη ε­πα­νέρ­χε­ται συ­χνά, ό­πως μαρ­τυ­ρούν και οι πα­ρα­πο­μπές στο ευ­ρε­τή­ριο, που υ­πε­ρέ­χουν ό­λων των άλ­λων α­να­φε­ρό­με­νων προ­σώ­πων, με δεύ­τε­ρο τον Πα­λα­μά. Τον Ψυ­χά­ρη τον θαύ­μα­ζε, ό­πως γρά­φει, χω­ρίς, ό­μως, και να υιο­θε­τεί ό­λες τις θέ­σεις του. Τον Πα­λα­μά τον α­ντί­κρι­σε πρώ­τη φο­ρά, ό­ταν ή­ταν φοι­τη­τής, στην κη­δεία του κα­θη­γη­τή της Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής Γεώρ­γιου Δέρ­βου. “Τον πα­ρα­κο­λού­θη­σε κα­θώς έ­βγαι­νε α­πό την εκ­κλη­σία του Αγίου Γεωρ­γίου Κα­ρύ­τση έως να φτά­σει στο σπί­τι του στην ο­δό Ασκλη­πιού με το ρυθ­μό του δι­κού του βα­δί­σμα­τος”. Αυ­τή η πε­ρι­γρα­φή της εκ του μα­κρό­θεν προ­σή­λω­σης θα ταί­ρια­ζε και σε μια δι­κή μας α­νά­μνη­ση α­πό έ­ναν άλ­λο με­γά­λο ποιη­τή, Θεσ­σα­λο­νι­κιό κρη­τι­κής κα­τα­γω­γής, κα­μιά ε­βδο­μη­ντα­ριά χρό­νια νεό­τε­ρο. Όσο κι αν α­πέ­χουν οι άν­θρω­ποι, τε­λι­κά, οι συ­μπε­ρι­φο­ρές τους ε­λά­χι­στα δια­φο­ρο­ποιού­νται.
Η πε­ντα­ε­τία των πα­νε­πι­στη­μια­κών του σπου­δών, 1924-1929, στην ο­ποία πα­ρεμ­βλή­θη­κε, λό­γω οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας, η στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία, εί­ναι α­νά­με­σα στα πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα κε­φά­λαια. Κι αυ­τό, για­τί σκια­γρα­φεί το ι­δε­ο­λο­γι­κό το­πίο στον πα­νε­πι­στη­μια­κό χώ­ρο, ε­πε­κτεί­νο­ντας την ε­πο­πτι­κή ει­κό­να, που δί­νει, για τον 19ο αιώ­να, ο Κώ­στας Λάπ­πας στη με­λέ­τη του, «Πα­νε­πι­στή­μιο και φοι­τη­τές στην Ελλά­δα κα­τά τον 19ο αιώ­να». Στην εν λό­γω πε­ντα­ε­τία γι­νό­ταν μια προ­σπά­θεια α­να­νέω­σης των κα­θη­γη­τών και νεό­τε­ροι ε­πι­στή­μο­νες με φι­λο­δη­μο­τι­κι­στι­κές ι­δέες κα­τα­λάμ­βα­ναν έ­δρες. Ο Κρια­ράς τα­ξι­νο­μεί τους κα­θη­γη­τές ως προς τις γλωσ­σι­κές τους α­ντι­λή­ψεις, κα­λύ­πτο­ντας ο­λό­κλη­ρο το φά­σμα. Υπήρ­χαν οι ρι­ζο­σπα­στι­κοί, που α­σπά­ζο­νταν τις γλωσ­σι­κές αρ­χές του δη­μο­τι­κι­σμού. Οι με­τριο­πα­θείς, δια­φο­ρε­τι­κών, ό­μως, δια­βαθ­μί­σεων. Δη­λα­δή, ό­σοι κα­τά βά­θος ή­ταν δη­μο­τι­κι­στές χω­ρίς να το δια­κη­ρύσ­σουν και οι άλ­λοι, που εμ­φα­νί­ζο­νταν α­νε­κτι­κοί, αλ­λά πα­ρέ­με­ναν κα­θα­ρευου­σιά­νοι. Ακό­μη, οι σιω­πη­λοί και α­πέ­χο­ντες, που, έ­με­ναν, ό­μως, πι­στοί στο γε­νι­κό γλωσ­σα­μυ­ντο­ρι­κό πνεύ­μα της Σχο­λής. Και τέ­λος, οι α­διάλ­λα­κτοι, που μά­χο­νταν κα­τά του δη­μο­τι­κι­στι­κού κι­νή­μα­τος. Συ­γκρα­τού­με το πρώ­το ό­νο­μα που μνη­μο­νεύει, τον κα­θη­γη­τή της αρ­χαίας ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας Πα­να­γή Λο­ρε­ντζά­το, τον ο­ποίο και χα­ρα­κτη­ρί­ζει θαρ­ρα­λέο υ­πε­ρα­σπι­στή της δη­μο­τι­κής γλώσ­σας.
Ο Κρια­ράς πα­ρου­σιά­ζει γε­νι­κό­τε­ρα το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα σε ε­κεί­να τα χρό­νια. Τό­τε που ο ί­διος έ­κα­νε κά­ποιες προ­σπά­θειες στην ποίη­ση και γνώ­ρι­ζε τους πρώ­τους λο­γο­τέ­χνες. Με­τα­ξύ άλ­λων, την ε­πο­χή που υ­πη­ρε­τού­σε στο Ναυ­τι­κό συν­δέ­θη­κε φι­λι­κά με τον Δ.Ι. Αντω­νίου και ως φοι­τη­τής, στο υ­πό­γειο Μπά­γκειο, συ­νά­ντη­σε τον Να­πο­λέ­ο­ντα Λα­πα­θιώ­τη. Φί­λος α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή ή­ταν ο Κ.Θ.Δη­μα­ράς. Μας θυ­μί­ζει τις πα­νε­πι­στη­μια­κές του α­τυ­χίες, που έρ­χο­νται σε α­ντί­θε­ση με την ε­πι­κρα­τού­σα σή­με­ρα ει­κό­να ε­νός κα­τ’ ε­ξο­χήν α­κα­δη­μαϊκού δα­σκά­λου. Ξε­κί­νη­σε α­πό την ια­τρι­κή, στρά­φη­κε στη φι­λο­λο­γία, ό­που πή­ρε το πτυ­χίο και έ­κα­νε το δι­δα­κτο­ρι­κό του με πολ­λών χρό­νων κα­θυ­στέ­ρη­ση, δεν κα­τέ­λα­βε κα­μία έ­δρα σε κα­νέ­να πα­νε­πι­στή­μιο, μό­νο δί­δα­ξε στο Νε­ο­ελ­λη­νι­κό Ινστι­τού­το της Σορ­βό­νης. Τέ­λος, ό­ταν στα ο­γδό­ντα του έ­θε­σε υ­πο­ψη­φιό­τη­τα στην Ακα­δη­μία για την κε­νή έ­δρα στην Τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών, οι τριά­ντα πέ­ντε Ακα­δη­μαϊκοί, στις 15 Μαρ­τίου 1984, του έ­δω­σαν μό­λις εν­νέα ψή­φους και μια α­κό­μη, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση.
Το 1930, τε­λειώ­νο­ντας τις σπου­δές του ο Κρια­ράς, διο­ρί­στη­κε στο ελ­λη­νι­κό γυ­μνά­σιο στο Γα­λά­ζι της Ρου­μα­νίας. Το τα­ξί­δι, ό­μως, το μα­ταίω­σε η α­πό­φα­ση της Ακα­δη­μίας Αθη­νών να ι­δρύ­σει Με­σαιω­νι­κό Αρχείο, με α­πώ­τε­ρο σκο­πό τη συ­γκρό­τη­ση Λε­ξι­κού της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας α­πό την ί­δρυ­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης έως το 1880. Ένα με­γα­λό­πνοο σχέ­διο, που ξε­κι­νού­σε, ως εί­θι­σται στα κα­θ’ η­μάς, χω­ρίς σχε­δια­σμό. Πά­ντως, προ­κη­ρύ­χτη­κε δια­γω­νι­σμός για τρεις θέ­σεις, προ­βλέ­πο­ντας και ε­ξά­μη­νη μα­θη­τεία στο Μό­να­χο. Οπό­τε, ο Κρια­ράς, ως έ­νας α­πό τους τρεις υ­πό­τρο­φους, πή­ρε το βά­πτι­σμα στη λε­ξι­κο­γρά­φη­ση, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας ε­πί τό­που τη σύ­ντα­ξη του «Λε­ξι­κού των βαυα­ρι­κών και αυ­στρια­κών δια­λέ­κτων». Επι­στρέ­φο­ντας στα η­μιυ­πό­γεια της Ακα­δη­μίας, άρ­χι­σε α­πό την κρη­τι­κή λο­γο­τε­χνία των χρό­νων της ε­νε­το­κρα­τίας.
Στον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο του, διά­βα­ζε Ίω­να Δρα­γού­μη στα τρα­πε­ζά­κια της «Αί­γλης» του Ζαπ­πείου. Εκεί σύ­χνα­ζαν α­ρι­στε­ροί δια­νοού­με­νοι, ό­πως ο Αση­μά­κης Παν­σέ­λη­νος. Και πα­λαιό­τε­ρα, στα Χα­νιά, έ­κα­νε πα­ρέα με νέ­ους ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου ι­δε­ο­λο­γι­κού φά­σμα­τος. Κά­πως έ­τσι, α­πέ­κτη­σε κι αυ­τός το συ­νο­δευ­τι­κό του “φά­κε­λο”. Όταν, το 1935, ζή­τη­σε μια δεύ­τε­ρη υ­πο­τρο­φία για σπου­δές στο ε­ξω­τε­ρι­κό, πα­ρά τις ά­ρι­στες συ­στά­σεις, που εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει, η αί­τη­σή του α­πορ­ρί­φθη­κε. Η τό­τε πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση ευ­νοού­σε τους συ­κο­φά­ντες, που τον κα­τη­γό­ρη­σαν πως ή­ταν μέ­λος “της υ­πό τον Γλη­νόν κο­μου­νι­στι­κής Φοι­τη­τι­κής Συ­ντρο­φιάς”. Το 1938, που τε­λι­κά πή­ρε την υ­πο­τρο­φία, χρειά­στη­κε να συ­να­ντη­θεί αυ­το­προ­σώ­πως με τον δια­βό­η­το υ­φυ­πουρ­γό α­σφα­λείας Κων­στα­ντί­νο Μα­νια­δά­κη, τον ο­ποίο και α­να­γκά­στη­κε να ξα­να­ε­πι­σκε­φτεί, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, για το διο­ρι­σμό του ως διευ­θυ­ντής του Με­σαιω­νι­κού Αρχείου. Το 1940, ό­μως, με την κή­ρυ­ξη του πο­λέ­μου, δεν κα­τόρ­θω­σε να α­πο­τρέ­ψει τη με­τα­φο­ρά του σε στρα­τό­πε­δο κο­μου­νι­στών στρα­τιω­τών στην Τρί­πο­λη Αρκα­δίας. Ενώ, ως ι­τα­λο­μα­θής, προο­ρι­ζό­ταν για το Μέ­τω­πο, πα­ρέα με τον Γιάν­νη Μπε­ρά­τη και τον Κα­ψω­μέ­νο. Κα­τά τα άλ­λα, έ­κα­νε και ο Κρια­ράς το τα­ξί­δι με το «Μα­τα­ρό­α», το φθι­νό­πω­ρο του 1945, μα­ζί με τους α­ρι­στε­ρών φρο­νη­μά­των υ­πό­τρο­φους του γαλ­λι­κού κρά­τους. Αυ­τός, α­πό σπό­ντα, χά­ρις σε έ­να υ­πό­λοι­πο υ­πο­τρο­φίας α­πό το 1939.
Τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, με τίτ­λο, «Με­λε­τή­μα­τα πε­ρί τας πη­γάς του Ερω­το­κρί­του», την υ­πέ­βα­λε το 1938 στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή Αθη­νών και α­ρί­στευ­σε. Ωστό­σο, άρ­γη­σε να κα­τα­λά­βει πα­νε­πι­στη­μια­κή έ­δρα. Υπέ­βα­λε, εις μά­την, υ­πο­ψη­φιό­τη­τα το 1939 για ε­πί­κου­ρος στην έ­δρα νεό­τε­ρης και με­σαιω­νι­κής ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στην Αθή­να, το 1944, για την έ­δρα νέ­ας ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και πά­λι, για την ί­δια έ­δρα, το 1948. Τε­λι­κά, την έ­δρα κα­τέ­λα­βε ο Λί­νος Πο­λί­της. Η πε­ρί­πτω­ση θυ­μί­ζει ό­σα γρά­φα­με πρό­σφα­τα, με α­φορ­μή τις λο­γο­τε­χνι­κές βρα­βεύ­σεις, το­νί­ζο­ντας πως α­πέ­χει ο γιος του Σο­λω­μού α­πό το γιο του Λά­μπρου, υ­πη­ρέ­τη του Σο­λω­μού. Ο τό­τε κα­θη­γη­τής της Σχο­λής Μι­χαήλ Λά­σκα­ρις έ­γρα­φε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στον Κρια­ρά: «Τον υιόν του Πο­λί­του ποιος θα τον κα­τα­ψη­φί­σει;»
Κα­τό­πιν πιέ­σεων, ο Κρια­ράς υ­πέ­βα­λε υ­πο­ψη­φιό­τη­τα για την έ­δρα της βυ­ζα­ντι­νής φι­λο­λο­γίας στο Αρι­στο­τέ­λειο, ό­που και ε­κλέ­χτη­κε. Και πά­λι, ό­μως, λό­γω “φα­κέ­λου”, μια και αυ­τά συμ­βαί­νουν το σω­τή­ριον έ­τος 1950, άρ­γη­σε να δη­μο­σιευ­τεί ο διο­ρι­σμός του. Εν τέ­λει, α­πο­λύ­θη­κε α­πό το α­πρι­λια­νό κα­θε­στώς στις 15.1.1968. Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, σε έ­να με­γά­λο μέ­ρος της αυ­το­βιο­γρα­φίας, πρω­τα­γω­νι­στεί το Λε­ξι­κό με­σαιω­νι­κής δη­μώ­δους γραμ­μα­τείας, το έρ­γο ζωής του Κρια­ρά. Ενώ, στο βίο του, ή­δη α­πό τα φοι­τη­τι­κά του χρό­νια, στέ­κε­ται δί­πλα του η κα­θη­γή­τρια ψυ­χο­τε­χνι­κής και παι­δα­γω­γι­κής Αι­κα­τε­ρί­νη Στρι­φτού. Γεν­νη­μέ­νοι και οι δυο το 1906, πα­ντρεύ­τη­καν στις 8 Μαρ­τίου 1936 και έ­μει­ναν μα­ζί μέ­χρι το θά­να­τό της, την 1η Μαΐου 2000. Κα­θό­λου τυ­χαία, τα ε­πό­με­να ο­κτώ χρό­νια, που κα­λύ­πτει η αυ­το­βιο­γρα­φία, τα α­πο­κα­λεί “χρό­νια ε­πι­βίω­σης”. Συ­νο­ψί­ζο­ντας την συ­νο­λι­κή ε­ντύ­πω­ση α­πό το βι­βλίο, δυο τι­νά θα πρέ­πει να συμ­βαί­νου­ν: Εί­τε ο Κρια­ράς εί­ναι τέ­ρας μνή­μης εί­τε το συ­γκε­κρι­μέ­νο “α­γώ­νι­σμα” της βιο­γρα­φι­κής διή­γη­σης το έ­κα­νε συ­στη­μα­τι­κά και με ι­διαί­τε­ρη ε­πι­μέ­λεια. Ού­τως ή άλ­λως, και τα δυο συ­νι­στούν βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ο­λό­κλη­ρου του έρ­γου του.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

«Δέλτος» - Τεύχος 34-36 Δεκέμβριος 2007-2008

Μια συ­νέ­χεια στα ό­νει­ρα δί­νει ο Η.Χ.Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος, περ­νώ­ντας στο χώ­ρο της ποίη­σης. Μνη­μο­νεύει τον ποιη­τή Τά­κη Σι­νό­που­λο, που “κα­θό­ταν στο γρα­φείο του μέ­χρι πο­λύ αρ­γά... Κι ε­κεί ει­σχω­ρού­σαν, αρ­γά και ε­πί­μο­να, οι φω­νές των ε­νυ­πνίων –κι ε­κεί δε­χό­ταν, ε­πί έ­τη και έ­τη, τους προ­σω­πι­κούς του ή­σκιους... Εκεί θα συ­ναχ­θού­νε σι­γά σι­γά ό­λοι οι του Κά­τω Κό­σμου, κι ε­κεί ο Σι­νό­που­λος... θα γρά­ψει το α­ρι­στούρ­γη­μά του”, τον «Νε­κρό­δει­πνο».
Κα­τά τα άλ­λα, στο τεύ­χος δη­μο­σιεύο­νται τα “πρα­κτι­κά της πρώ­της Αμφι­κτυο­νίας Εται­ρειών και Συλ­λό­γων Ιστο­ρίας Ια­τρι­κής και Ηθι­κής Δε­ο­ντο­λο­γίας”, α­πό τη συ­νά­ντη­ση στο Ιππο­κρά­τειο Ίδρυ­μα, στην Κω, 26-29 Μαΐου 2007. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η πρώ­τη ει­σή­γη­ση, με θέ­μα την α­πά­θεια ως μορ­φή ψυ­χο­θε­ρα­πείας κα­τά τους βυ­ζα­ντι­νούς χρό­νους. Συγ­γρα­φείς, ό­πως ο Γεώρ­γιος Πα­χυ­μέ­ρης του 13ου αιώ­να ή ο Ιω­σήφ Κα­λό­θε­τος, έ­ναν αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, υ­πο­στη­ρί­ζουν πως οι ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τές ή­ταν τό­τε αρ­κε­τά δια­δε­δο­μέ­νοι. Σε πα­ραλ­λη­λία με τους με­τέ­πει­τα φροϋδι­κούς, το α­συ­νεί­δη­το το α­πο­κα­λού­σαν θυ­μι­κό, το προ­συ­νει­δη­τό ε­πι­θυ­μη­τι­κό και το συ­νει­δη­τό λο­γι­κό. Πί­στευαν πως τα πά­θη προέρ­χο­νται α­πό την ε­πε­ξερ­γα­σία των λο­γι­σμών. “Η πα­θο­λο­γι­κή σκέ­ψη χρη­σι­μο­ποιεί ό,τι φέρ­νουν οι αι­σθή­σεις στο νου ή ε­πι­στρα­τεύουν την φα­ντα­σία και την μνή­μη και προ­σβάλ­λουν τον άν­θρω­πο στο σύ­νο­λό του.” Δη­λα­δή, ο λο­γι­σμός φέρ­νει την α­μαρ­τία και το πά­θος. Οι Πα­τέ­ρες, που, ό­πως φαί­νε­ται, ή­ταν οι ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τές της ε­πο­χής, θεω­ρού­σαν πως η θε­ρα­πεία γί­νε­ται μό­νο μέ­σω του λό­γου. Κα­τ’ αυ­τούς, η υ­γεία της ψυ­χής εί­ναι συ­νώ­νυ­μη με την α­πά­θεια. “Μέ­σω της α­πά­θειας ο άν­θρω­πος ξε­περ­νά­ει την η­δο­νή που συν­δέε­ται με τα πά­θη και την με­τα­τρέ­πει σε α­νώ­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή. Μέ­σω της α­πά­θειας το ε­γώ και το υ­πε­ρε­γώ κυ­ριαρ­χούν έ­να­ντι του α­συ­νει­δή­του.” Μια άλ­λη ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κή μέ­θο­δος ή­ταν και ο η­συ­χα­σμός, γνω­στή και πριν το χρι­στια­νι­σμό. Ασκη­τι­κή τε­χνι­κή, κα­τά την ο­ποία ο νους γυ­ρί­ζει προς τον ε­αυ­τό του και δεν σκορ­πί­ζε­ται μέ­σω των αι­σθή­σεων προς τα έ­ξω.
Επί­σης, στο τεύ­χος, δη­μο­σιεύο­νται: Μια “συ­ζή­τη­ση στρογ­γυ­λής τρά­πε­ζας” για την σπογ­γα­λιεία στο Αι­γαίο Πέ­λα­γος, κα­τά τον 19ο και τις αρ­χές του 20ου αιώ­να. Το θε­α­τρι­κό έρ­γο του Τά­κη Λάπ­πα «Ο Κο­μπο­γιαν­νί­της», συ­νο­δευό­με­νο α­πό τις πι­θα­νές ε­τυ­μο­λο­γή­σεις της λέ­ξης κο­μπο­γιαν­νί­της. Και α­κό­μη, έ­νας ε­ξορ­κι­σμός του 18ου αιώ­να, που, τό­τε, α­πο­τε­λού­σε “ια­τρο­σό­φιον ω­φέ­λι­μο­ν”. Το τεύ­χος α­νοί­γει με κεί­με­νο στη μνή­μη του κρη­τι­κού για­τρού Μα­νώ­λη Δε­το­ρά­κη. Ενώ, α­να­δη­μο­σιεύε­ται και μέ­ρος πο­νή­μα­τος του 1882, το ο­ποίο ε­κεί­νος εί­χε ε­πα­νεκ­δώ­σει, με τίτ­λο, «Ει­κών υ­γιει­νής πα­σών των η­λι­κιών του αν­θρώ­που». Ο συγ­γρα­φέ­ας του εί­ναι κρη­τι­κός για­τρός, ο­νό­μα­τι Μ. Π. Πε­ρί­δης. Αντι­γρά­φου­με τα πε­ρί κα­πνί­σμα­τος:
«Πά­ντες οι κα­πνί­ζο­ντες κα­τά το μάλ­λον και ήτ­τον δυ­σπε­πτού­σιν, α­νο­ρε­κτού­σι, δυ­σπνοού­σι, πά­σχου­σι κε­φα­λαλ­γίας συ­χνάς και ζά­λας, α­δυ­να­μίαν και τρό­μον των ά­κρων, ε­πιρ­ρέ­πειαν πρός λει­πο­θυ­μίας, ε­νίο­τε κλό­νους των σκε­λών ή και ό­λου του σώ­μα­τος, αι­μω­δίας πολ­λα­χού, συ­χνό­τα­τα καρ­διό­κτυ­πον πο­λύν και αιφ­νί­διον και κα­τά πα­ρο­ξυ­σμούς, βά­ρος προ­κάρ­διον, πό­νους κα­τά την ρά­χιν, κα­τάρ­ρουν του λά­ρυγ­γος, κα­τάρ­ρους των πνευ­μό­νων χρο­νίους, α­δυ­να­μίαν της ο­ρά­σεως και της μνή­μης. Πά­ντες δε ού­τοι εί­ναι α­να­φρο­δι­τό­τε­ροι των μή κα­πνι­ζό­ντων. Αφού δε η με­τρία χρή­σις του κα­πνού βλά­πτει το­σού­τον, πό­σον η κα­τά­χρη­σις εί­ναι ο­λε­θρία; Ωφε­λεί δε κα­τά τι (αν δύ­να­ται τις να εί­πη ό­τι δη­λη­τή­ριον δρα­στή­ριον και θα­να­τη­φό­ρον ω­φε­λεί) μό­νον τούς πα­χυ­σάρ­κους...».

Μ.Θ.

Σχόλια περί ονείρων

«Βι­βλιο­αμ­φιά­στης»
Τό­μος 3
Έκδο­ση της Ελλη­νι­κής
Εται­ρείας Βι­βλιο­δε­σίας
Αθή­να 2008

Για άλ­λη μιά φο­ρά, ο λό­γος έρ­χε­ται στα ό­νει­ρα και τα ο­νεί­ρα­τα ε­νυ­πνια­ζο­μέ­νων αλ­λά και γρη­γο­ρού­ντων. Πρό­σφα­τα, εί­χα­με α­να­φερ­θεί στο «Ενύ­πνιον» του Λου­κια­νού και σε έ­να άλ­λο ό­νει­ρο, το ο­ποίο γρά­φτη­κε με την ί­δια α­φη­γη­μα­τι­κή στρα­τη­γι­κή, το «Όνει­ρον», που προ­τάσ­σε­ται στα «Λυ­ρι­κά» του Αθα­να­σίου Χρι­στό­που­λου και το ο­ποίο, το πι­θα­νό­τε­ρο, το έ­γρα­ψε ο λό­γιος και α­γω­νι­στής του 1821, Στέ­φα­νος Κα­νέλ­λος. Σή­με­ρα, ε­πα­νερ­χό­μα­στε στα ε­νύ­πνια των βι­βλίων, με α­φορ­μή το κεί­με­νο του Γιώρ­γου Θ. Κα­λό­φω­νου, «Το ό­νει­ρο στο βι­βλίο και το βι­βλίο στο ό­νει­ρο». Τε­ρά­στιο ό­σο και εν­δια­φέ­ρον το θέ­μα, ού­τε καν α­κρο­θι­γώς δεν θα μπο­ρού­σε να κα­λυ­φθεί σε έ­να κεί­με­νο λί­γων σε­λί­δων. Βυ­ζα­ντι­νο­λό­γος, ό­μως, ο με­λε­τη­τής, έ­χει κα­τά νου, ει­δι­κό­τε­ρα, το ό­νει­ρο στο Βυ­ζά­ντιο, για το ο­ποίο ό­λα ό­σα γνω­ρί­ζου­με, τα γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό βι­βλία, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ει­σα­γω­γι­κά. Γε­νι­κή η α­πό­φαν­σή του, ι­σχύει και για το ό­νει­ρο στην ελ­λη­νι­κή αρ­χαιό­τη­τα ή και στους ρω­μαϊκούς χρό­νους. Αφού δεν εί­ναι μό­νο η βυ­ζα­ντι­νή γραμ­μα­τεία διά­σπαρ­τη α­πό κα­τα­γρα­φές ο­νεί­ρων, αλ­λά και τα ο­μη­ρι­κά έ­πη και οι αρ­χαίοι τρα­γι­κοί μέ­χρι τα ελ­λη­νι­στι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Εκεί­νο, που φαί­νε­ται να αλ­λά­ζει, α­πό πε­ρίο­δο σε πε­ρίο­δο, εί­ναι η προ­φη­τι­κή α­ξία που α­πο­δι­δό­ταν στα ό­νει­ρα. Την ε­πο­χή του βυ­ζα­ντι­νού χρο­νο­γρά­φου Ιωάν­νη Μα­λά­λα, στον ο­ποίο α­να­φέ­ρε­ται, για δεύ­τε­ρη φο­ρά, ο Κα­λό­φω­νος, δη­λα­δή κα­τά τον 6ο μ.Χ. αιώ­να, στην πε­ριο­χή της Αντιό­χειας, ό­που και έ­γρα­ψε τα δε­κα­ο­κτώ βι­βλία της Χρο­νο­γρα­φίας του, το ό­νει­ρο εί­χε με­γά­λο συμ­βο­λι­κό βά­ρος. Όπως, ό­μως, δεί­χνει ο με­λε­τη­τής, με δυο άλ­λα πα­ρα­δείγ­μα­τα α­πό τα κα­το­πι­νά χρό­νια, η α­ξία του ο­νεί­ρου ε­ξαρ­τά­ται και α­πό τον ε­νυ­πνια­ζό­με­νο. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Μι­χαήλ Εφέ­σιος, άν­θρω­πος πρα­κτι­κός, ό­πως δη­λώ­νει και η ε­να­σχό­λη­σή του με τον Αρι­στο­τέ­λη, του ο­ποίου υ­πήρ­ξε έ­νας α­πό τους πα­ρα­γω­γι­κό­τε­ρους σχο­λια­στές, δεν θα έ­δι­νε πο­τέ ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία σε έ­να ό­νει­ρο. Γι΄αυ­τό και στο βι­βλίο του, «Πε­ρί ο­νεί­ρων του Αρι­στο­τέ­λη», ε­ξη­γεί πως τα ό­νει­ρα ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό τις ε­πι­θυ­μίες μας. Ενώ, ο Νεό­φυ­τος ο Έγκλει­στος, πα­ρό­λο που έ­ζη­σε δυο αιώ­νες με­τά τον Εφέ­σιο, στον 12ο αιώ­να, ύ­στε­ρα α­πό έ­να ό­νει­ρο, το ο­ποίο ερ­μή­νευ­σε ως θεό­πνευ­στο, άρ­χι­σε α­μέ­σως να συγ­γρά­φει το έρ­γο του, «Ερμη­νεία της Εξα­η­μέ­ρου». Αυ­τός, ό­μως, ή­ταν έ­νας α­σκη­τής, ε­νώ ο Εφέ­σιος υ­πήρ­ξε λό­γιος και ε­πι­στή­μο­νας.
Το 1991 εί­χε διορ­γα­νω­θεί έ­νας κύ­κλος δια­λέ­ξεων για τις “ό­ψεις” των ο­νεί­ρων, που συ­γκε­ντρώ­θη­καν και σε βι­βλίο. Τώ­ρα, στον τρί­το τό­μο της πε­ριο­δι­κής έκ­δο­σης για την ελ­λη­νι­κή βι­βλιο­δε­σία, τον «Βι­βλιο­αμ­φιά­στη», στον ο­ποίο δη­μο­σιεύο­νται τα πρα­κτι­κά διε­θνούς συ­νε­δρίου, που έ­γι­νε στην Αθή­να, στις 13-16 Οκτω­βρίου 2005, με θέ­μα, «Το βι­βλίο στο Βυ­ζά­ντιο. Βυ­ζα­ντι­νή και με­τα­βυ­ζα­ντι­νή βι­βλιο­δε­σία», βρέ­θη­κε χώ­ρος και για το ό­νει­ρο, αν και σα­φώς ε­κτός θέ­μα­τος, κα­θώς οι συ­νο­λι­κά εί­κο­σι έ­ξι ο­μι­λίες ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στη βι­βλιο­δε­σία ή, με την ο­ρο­λο­γία πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών, στις στα­χώ­σεις.
Βε­βαίως, κά­ποιος ρο­μα­ντι­κός θα μπο­ρού­σε να ι­σχυ­ρι­στεί πως μό­νο χά­ρις σε θεό­πνευ­στα ό­νει­ρα εύ­ρι­σκαν οι βι­βλιο­δέ­τες ή και στα­χω­τές, οι ο­ποίοι ε­νίο­τε α­πο­κα­λού­νταν ε­πί το ε­πι­ση­μό­τε­ρον και βι­βλιο­αμ­φιά­στες, την υ­πο­μο­νή που α­παι­τού­σε η δου­λειά τους. “Εκτός α­πό την κλω­στή για να ρά­ψει, την κόλ­λα για να κολ­λή­σει, το δέρ­μα για να ε­πεν­δύ­σει” και τα πα­λαιά χει­ρό­γρα­φα, α­να­κυ­κλω­μέ­να και συ­μπιε­σμέ­να, για χαρ­τό­νι, στη θέ­ση του ση­με­ρι­νού πολ­τού, ο στα­χω­τής χρεια­ζό­ταν και ό­νει­ρο. Οπό­τε οι στα­χώ­σεις δεν εί­ναι μό­νο “α­πο­θέ­τες ι­στο­ρι­κού υ­λι­κού”, ό­πως δεί­χνει στο ε­ξαι­ρε­τι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος κεί­με­νό του ο Δη­μή­τρης Απο­στο­λό­που­λος, αλ­λά και α­πο­θέ­τες ο­ρα­μά­των. Μό­νο που αυ­τά τα τε­λευ­ταία δεν τα α­να­κα­λύ­πτεις ξυ­λώ­νο­ντας τη στά­χω­ση σπά­νιων α­ντι­τύ­πων, ό­πως κά­νει ο φι­λο­πε­ρίερ­γος με­λε­τη­τής, αλ­λά σπου­δά­ζο­ντας τις βιο­γρα­φίες των αν­θρώ­πων. Ποιών αν­θρώ­πων, ό­μως, ό­ταν οι στα­χω­τές ε­κεί­νων των χρό­νων έ­με­ναν λί­γο πο­λύ α­νώ­νυ­μοι, ό­πως οι α­ντι­γρα­φείς ή και οι με­τα­φρα­στές.
Και για να ε­πα­νέλ­θου­με στο θέ­μα του Κα­λό­φω­νου, το ό­νει­ρο στο βι­βλίο, αυ­τό ως θέ­μα, ό­σα άρ­θρα κι αν γρα­φούν, ό­σα βι­βλία κι αν εκ­δο­θούν, πα­ρα­μέ­νει α­νε­ξάν­τλη­το, πα­ρό­λο που η ε­πο­χή μας προ­σπα­θεί να το πε­ριο­ρί­σει στα φροϋδι­κά πλαί­σια. Ο συγ­γρα­φέ­ας θυ­μί­ζει τον με­γά­λο ε­ξη­γη­τή των ο­νεί­ρων του 2ου μ.Χ. αιώ­να, τον Αρτε­μί­δω­ρο τον Δαλ­δια­νό. Σύμ­φω­να με τα «Ονει­ρο­κρι­τι­κά» του, το βι­βλίο στον ύ­πνο σου ση­μαί­νει τη ζωή σου, ί­σως, ό­μως, να πρό­κει­ται και για υ­πεν­θύ­μι­ση πα­λαιών πραγ­μά­των. Αν, ε­πι­προ­σθέ­τως, δεις πως τρως βι­βλίο, ση­μαί­νει γρή­γο­ρο θά­να­το. Εκτός κι αν α­νή­κεις στην ε­κλε­κτή κά­στα ό­σων κερ­δί­ζουν το ψω­μί τους α­πό τον έ­ντε­χνο λό­γο και το βι­βλίο, ο­πό­τε ση­μαί­νει πως κά­τι κα­λό θα σου συμ­βεί. Η βι­βλιο­φα­γία στο ό­νει­ρο ο­δη­γεί στα α­πο­κα­λυ­πτι­κά και λοι­πά χρι­στια­νι­κά κεί­με­να, κα­θώς και στις Από­κρυ­φες Πρά­ξεις των Απο­στό­λων. Στον τό­μο του «Βι­βλιο­αμ­φιά­στη», υ­πάρ­χει ει­δι­κό κεί­με­νο για την ει­κο­νο­γρα­φία της βι­βλιο­φα­γίας α­πό την Μά­γδα Παρ­χα­ρί­δου-Ανα­γνώ­στου.
Ένα ει­δι­κό­τε­ρο θέ­μα εί­ναι το ό­νει­ρο στο μυ­θι­στό­ρη­μα, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τα υ­πο­βλη­τι­κά σε πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα ό­νει­ρα του Χα­ρί­τω­να, του Ηλιό­δω­ρου ή και του Αχιλ­λέα Τά­τιου και φθά­νο­ντας μέ­χρι τον Πα­πα­δια­μά­ντη, τον Ν.Γ.Πε­ντζί­κη ή α­κό­μη, και μέ­χρι τους ση­με­ρι­νούς συγ­γρα­φείς. Λ.χ., στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Τά­τιου «Τα κα­τά Λευ­κίπ­πην και Κλει­το­φώ­ντα», ο Κλει­το­φών βλέ­πει έ­να ό­νει­ρο, ό­που εί­ναι ε­νω­μέ­νος μέ­χρις ομ­φα­λού με το σώ­μα μιας κό­ρης, ε­νώ ο α­φη­γη­τής του Πε­ντζί­κη, στο «Μυ­θι­στό­ρη­μα της κυ­ρίας Έρσης», εί­ναι μέ­χρις ομ­φα­λού με­τα­μορ­φω­μέ­νος σε φι­δό­χορ­το. Τα ποι­κί­λα προ­μη­νύ­μα­τα, που ε­πι­στρά­τευαν τα ελ­λη­νι­στι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα για να προω­θή­σουν την υ­πό­θε­ση, ό­πως χρη­σμοί, οιω­νοί, ό­νει­ρα, ό­λα πέ­ρα­σαν σε α­χρη­στία, ε­κτός α­πό τα ό­νει­ρα, που δια­σώ­θη­καν μέ­χρι σή­με­ρα, α­νε­ξάρ­τη­τα αν ο Αρτε­μί­δω­ρος ως ερ­μη­νευ­τής έ­σβη­σε, για να κυ­ριαρ­χή­σει η ψυ­χα­να­λυ­τι­κή ερ­μη­νεία. Η βα­σι­κή, ό­μως, δια­φο­ρά βρί­σκε­ται στους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους, με τους ο­ποίους α­πο­δί­δε­ται έ­να ό­νει­ρο. Όσο περ­νά­ει ο και­ρός, οι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι πα­ρα­θέ­τουν τα ό­νει­ρα ό­πως και τα πραγ­μα­τι­κά συμ­βά­ντα· στρογ­γυ­λε­μέ­να και ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­να. Υπο­λεί­πο­νται πολ­λά α­κό­μη, για μια άλ­λη ί­σως φο­ρά.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Ευμένης ο εξ Αγράφων

Ελένη Λαδιά
«Ταραντούλα»
Εκδόσεις Εστίας
Οκτώβριος 2008

Το 1973, ο Ζακ Λα­κα­ριέρ ε­ξέ­δω­σε το βι­βλίο του για τους «Γνω­στι­κούς». Την ί­δια χρο­νιά, η Ελέ­νη Λα­διά εμ­φα­νί­στη­κε στην πε­ζο­γρα­φία με μια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Ο Λα­κα­ριέρ έ­γρα­φε εκ πε­ρι­τρο­πής με­λέ­τες και βι­βλία μυ­θο­πλα­σίας. Στο βαθ­μό, βε­βαίως, που έρ­γα, ό­πως το πρώ­το του βι­βλίο, «Οι έν­θε­οι», ή και «Οι Γνω­στι­κοί», μπο­ρούν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν δο­κι­μια­κά. Και ο ή­ρωας του και­νούρ­γιου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Λα­διά εί­ναι έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, που γρά­φει πό­τε με­λε­τή­μα­τα και πό­τε λο­γο­τε­χνία. Σαν συγ­γρα­φι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο, ό­μως, δεν μοιά­ζει με τον Λα­κα­ριέρ. Εμφα­νί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο δια­νο­η­τι­κός πα­ρά διο­νυ­σια­κός. Το μυ­θι­στό­ρη­μα της Λα­διά το­πο­θε­τεί­ται στο πα­ρόν και ο ή­ρωάς της, ό­ταν α­πο­φα­σί­ζει να γρά­ψει έ­να βι­βλίο για τους Γνω­στι­κούς, εί­ναι ή­δη φτα­σμέ­νος συγ­γρα­φέ­ας “μέ­σης η­λι­κίας”. Νέ­ος, στα χρό­νια των σπου­δών του, εί­χε ε­πι­σκε­φτεί την Αί­γυ­πτο. Όταν, μά­λι­στα, βρέ­θη­κε, για πρώ­τη φο­ρά, στην Αλε­ξάν­δρεια, εί­χε το πα­ρά­ξε­νο συ­ναί­σθη­μα, πως, σε μια προ­η­γού­με­νη ζωή του, κά­που γύ­ρω στον πρώ­το ή και δεύ­τε­ρο με­τα­χρι­στια­νι­κό αιώ­να, την ε­πο­χή, δη­λα­δή, που η θε­ο­σο­φι­κή κί­νη­ση του γνω­στι­κι­σμού άρ­χι­ζε να δυ­να­μώ­νει, εί­χε κα­τοι­κή­σει, ως νέ­ος, σε αυ­τήν την πό­λη. Το πι­θα­νό­τε­ρο, σαν έ­νας Γνω­στι­κός ε­κεί­νου του και­ρού. Πα­ρό­μοια αι­σθή­μα­τα συγ­γέ­νειας με τους Γνω­στι­κούς, ό­πως και με τους α­σκη­τές της α­φρι­κα­νι­κής ε­ρή­μου, εί­χε ε­ξο­μο­λο­γη­θεί και ο Λα­κα­ριέρ.
Στην Άνω Αί­γυ­πτο, στην πε­ριο­χή του Χη­νο­βο­σκίου ή και Να­γκ Χαμ­μά­ντι, που βρί­σκε­ται στη δυ­τι­κή όχ­θη του Νεί­λου, α­να­κα­λύ­φθη­καν οι πά­πυ­ροι με τους κώ­δι­κες γνω­στι­κών κει­μέ­νων μα­ζί με ερ­μη­νευ­τι­κά σχό­λια του 2ου και 3ου μ.Χ. αιώ­να. Αυ­τά ο­φεί­λο­νταν στους Κό­πτες, που α­ντέ­γρα­ψαν τα ελ­λη­νι­κά πρω­τό­τυ­πα. Η α­να­κά­λυ­ψη των πά­πυ­ρων του Να­γκ Χαμ­μά­ντι έ­γι­νε το 1945, προς το τέ­λος του Β΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου. Ει­κο­σά­χρο­νος, τό­τε, ο Λα­κα­ριέ­ρ, μό­λις εί­χε φτά­σει στο Πα­ρί­σι. Ζού­σε στη Στέ­γη των Γραμ­μά­των, “σε μιαν α­πί­θα­νη α­τμό­σφαι­ρα ε­λευ­θε­ρίας και δη­μιουρ­γίας”, α­κού­γο­ντας δια­λέ­ξεις του Αλμπέρ Κα­μύ, του Ρε­η­μό­ντ Κε­νώ και του Ρο­λάν Μπαρτ. Ήταν η ε­πο­χή που βα­πτί­στη­κε στο πνεύ­μα του υ­περ­ρε­α­λι­σμού. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα τα­ξί­δε­ψε στην Ελλά­δα και την Αί­γυ­πτο. Μπο­ρεί να ε­πι­σκέ­φτη­κε και το Να­γκ Χαμ­μά­ντι. Πά­ντως, ο ή­ρωας της Λα­διά, το 1945, μό­λις που θα εί­χε γεν­νη­θεί. Τα γνω­στι­κά κεί­με­να τα με­λέ­τη­σε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα “στο κο­πτι­κό κέ­ντρο πα­τε­ρι­κών με­λε­τών του Καΐρου” και τον σα­γή­νευ­σαν δια­νο­η­τι­κά. Γι’ αυ­τό και τιτ­λο­φο­ρεί τη με­λέ­τη του «Η Λο­γι­κή των αν­θρώ­πων», νοώ­ντας τη λο­γι­κή σαν α­ντί­πα­λο δέ­ος της πί­στης.
Κα­τά τα άλ­λα, ως συγ­γρα­φείς, ο Λα­κα­ριέρ και η Λα­διά δεν συγ­γε­νεύουν. Η Λα­διά μοιά­ζει με τον ή­ρωά της και το και­νούρ­γιό της μυ­θι­στό­ρη­μα δεί­χνει, εκ πρώ­της ό­ψεως, σαν μια ε­γκε­φα­λι­κή κα­τα­σκευή. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι πως α­πο­βαί­νει ευ­χά­ρι­στο και ψυ­χω­φε­λές, ό­πως και οι βίοι των αι­ρε­τι­κών, που α­να­διη­γεί­ται. Κι αν το α­πο­κα­λέ­σα­με κα­τα­σκευή και δη, δια­νο­η­τι­κή, αυ­τό ο­φεί­λε­ται στην ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή με την ο­ποία φαί­νε­ται δο­μη­μέ­νο. Ου­σια­στι­κά συ­νυ­φαί­νο­νται τρία α­φη­γη­μα­τι­κά νή­μα­τα. Ο κυ­ρίως κορ­μός, ό­που η τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στον ή­ρωα, τον συγ­γρα­φέα. Και δυο δευ­τε­ρεύο­ντα νή­μα­τα, τα ο­ποία πα­ρα­κο­λου­θούν, κε­φά­λαιο προς κε­φά­λαιο, τα βι­βλία, που ε­κεί­νος γρά­φει ταυ­τό­χρο­να και ε­ναλ­λάξ. Το με­λέ­τη­μά του για τους αι­ρε­τι­κούς και έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Έντε­κα κε­φά­λαια το πρώ­το, εν­νέα το δεύ­τε­ρο. Ενώ η μη­τρι­κή α­φή­γη­ση, δη­λα­δή ο κορ­μός, χω­ρί­ζε­ται σε δώ­δε­κα κε­φά­λαια, στα ο­ποία εν­θέ­το­νται, με δια­φο­ρε­τι­κά τυ­πο­γρα­φι­κά στοι­χεία, τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα δυο βι­βλία. Πα­ρό­μοιες μορ­φι­κές και­νο­το­μίες συ­νη­θί­ζο­νται τα τε­λευ­ταία χρό­νια, α­φού τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τύ­που “πλε­ξί­δα” και ευ­κο­λό­τε­ρα γρά­φο­νται και σε με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση μπο­ρούν να α­πλω­θούν. Όμως, αυ­τή η μη­χα­νι­στι­κή α­ντί­λη­ψη εί­ναι ξέ­νη προς την Λα­διά. Τα τρία μέ­ρη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός της εί­ναι σφι­χτά δε­μέ­να με­τα­ξύ τους, κι αυ­τό, ό­χι ε­πι­φα­νεια­κά, με κά­ποια μυ­θο­πλα­στι­κά πρό­σω­πα να μπαι­νο­βγαί­νουν α­πό το έ­να στο άλ­λο, αλ­λά σε έ­να βα­θύ­τε­ρο ε­πί­πε­δο.
Ο συγ­γρα­φέ­ας-ή­ρωάς της α­πο­κα­λεί­ται Ευ­μέ­νης, ό­νο­μα που ση­μαί­νει κα­λο­προ­αί­ρε­τος, ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, πα­ρα­πέ­μπει στους ελ­λη­νι­στι­κούς χρό­νους, δη­λα­δή και στην ε­πο­χή των Γνω­στι­κών. Ωστό­σο, έ­τσι ο­νο­μά­ζο­νται και ο­ρι­σμέ­νες σκου­ρό­χρω­μες σφή­κες με κί­τρι­νες κη­λί­δες, που φτιά­χνουν τη φω­λιά τους στο χώ­μα και τρέ­φο­νται με τις προ­νύμ­φες της πε­τα­λού­δας. Ακρι­βώς ό­πως η λο­γι­κή ευ­δο­κι­μεί, πνί­γο­ντας τη φα­ντα­σία. Από μια ά­πο­ψη, το ί­διο θέ­λη­σε να κά­νει και ο ή­ρωας, ό­ταν α­πο­φά­σι­σε να μην γρά­ψει ξα­νά μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρά μό­νο με­λέ­τες. Τε­λι­κά, ό­μως, ε­νέ­δω­σε στον πει­ρα­σμό.
Κα­τά τα άλ­λα, ο Ευ­μέ­νης εί­ναι έ­νας συ­γκαι­ρι­νός μας, που δυ­σα­να­σχε­τεί με την Αθή­να ό­που ζει. Τον ε­νο­χλούν τό­σο οι κλι­μα­το­λο­γι­κές συν­θή­κες ό­σο και το α­να­κά­τω­μα αν­θρώ­πων με δια­φο­ρε­τι­κή γλώσ­σα και θρή­σκευ­μα, που α­να­γκά­ζο­νται να συμ­βιώ­νουν. Γι’ αυ­τό και α­πο­φα­σί­ζει να με­τα­κο­μί­σει στο ο­ρει­νό χω­ριό του πα­τέ­ρα του. Στη λί­μνη Πλα­στή­ρα, το το­πο­θε­τεί η Λα­διά, χω­ρίς να το κα­το­νο­μά­ζει. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για κρα­σο­χώ­ρι, με α­μπέ­λια και οι­νο­πα­ρα­γω­γούς, ό­που, το δε­κα­πε­νταύ­γου­στο, η γιορ­τή της Πα­να­γίας συ­μπί­πτει με το πα­νη­γύ­ρι του κρα­σιού. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, που πα­ρα­πέ­μπουν στο ι­στο­ρι­κό χω­ριό των Αγρά­φων, τον Με­σε­νι­κό­λα. Αυ­τό, ό­μως, ε­λά­χι­στα εν­δια­φέ­ρει, α­φού το μό­νο που εκ­με­ταλ­λεύε­ται η συγ­γρα­φέ­ας εί­ναι το πα­νη­γύ­ρι και το χο­ρό. Ιδιαί­τε­ρα, το χο­ρό, που α­πο­κα­λύ­πτει την άλ­λη ό­ψη των αν­θρώ­πων.
Τα πά­θη, ό­πως εκ­δη­λώ­νο­νται στο χο­ρό, θα μπο­ρού­σε να υ­πο­θέ­σει κα­νείς πως εί­ναι το κυ­ρίως θέ­μα του βι­βλίου. Ωστό­σο, ο κε­ντρι­κός ή­ρωας α­ρέ­σκε­ται στην τά­ξη και προ­βάλ­λει ως έ­νας άν­θρω­πος χω­ρίς πά­θη. Επί­σης, δεν χο­ρεύει, κι ας θέ­τει ως προ­με­τω­πί­δα στο με­λέ­τη­μά του τη ρή­ση, «Ο μη χο­ρεύων / α­γνο­εί το γι­νό­με­νον», δα­νει­σμέ­νη α­πό τις α­πό­κρυ­φες «Πρά­ξεις του Ιωάν­νου». Ως δη­μιουρ­γός, ό­μως, του μυ­θο­πλα­στι­κού σύ­μπα­ντος, βά­ζει τους ή­ρωές του να χο­ρεύουν. Τό­σο τους Γνω­στι­κούς, α­φού κι αυ­τοί, τε­λι­κά, ως ή­ρωες μυ­θι­στο­ρή­μα­τος προ­βάλ­λουν, ό­σο και τους φα­ντα­στι­κούς του κα­θ’ αυ­τό μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του. Απο­στα­σιο­ποιη­μέ­νος τους ε­λέγ­χει, αν και υ­πο­βό­σκει το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο έ­νας συγ­γρα­φέ­ας ε­λέγ­χει τα δη­μιουρ­γή­μα­τά του.
Όπως και να έ­χει, ο ή­ρωας της Λα­διά συγ­γρά­φει στον ε­πά­νω ό­ρο­φο του πα­τρο­γο­νι­κού του το με­λέ­τη­μα και στον κά­τω, το μυ­θι­στό­ρη­μα. Κά­πως σαν την φροϋδι­κή χω­ρο­τα­ξία του υ­πε­ρε­γώ και του α­συ­νεί­δη­του. Το μυ­θι­στό­ρη­μά του το τιτ­λο­φο­ρεί τα­ρα­ντού­λα α­πό την ο­μώ­νυ­μη χο­ντρό­σω­μη α­ρά­χνη της νό­τιας Ιτα­λίας, που οι πα­λαιό­τε­ροι θεω­ρού­σαν πως το δά­γκω­μά της έ­φερ­νε υ­στε­ρι­κή κρί­ση, συ­νο­δευό­με­νη με ξέ­φρε­νο χο­ρό και θρη­νω­δίες. Ο τα­ρα­ντου­λι­σμός, ό­πως τον α­πο­κά­λε­σαν. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Ευ­μέ­νη, οι ή­ρωες έ­χουν ξε­σπά­σμα­τα τα­ρα­ντου­λι­σμού, χο­ρεύο­ντας σαν μα­νια­σμέ­νοι. Ο χο­ρός τους μας θύ­μι­σε το διή­γη­μα, «Ο χο­ρός του Κα­ρουά­να», του Πά­νου Τσί­ρου. Και σε ε­κεί­νο, ο χο­ρός πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ε­κτό­νω­ση συ­ναι­σθη­μα­τι­κών ε­ντά­σεων.
Στο έν­θε­το μυ­θι­στό­ρη­μα «Τα­ρα­ντού­λα», ο ψυ­χι­κός κό­σμος των η­ρώων προ­σεγ­γί­ζε­ται μέ­σα α­πό τους μύ­θους του αρ­χαίου κό­σμου, συ­νο­μι­λώ­ντας πλα­γίως με τα κε­φά­λαια του με­λε­τή­μα­τος, που εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­να στους Γνω­στι­κούς. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το με­λέ­τη­μα θα μπο­ρού­σε να αυ­το­νο­μη­θεί σε α­νε­ξάρ­τη­το βι­βλίο, ο­πό­τε οι Γνω­στι­κοί της Λα­διά θα έρ­χο­νταν να στα­θούν δί­πλα σε αυ­τούς του Λα­κα­ριέρ. Ο Σί­μων ο Μά­γος, ο Βα­σι­λεί­δης, ο Βα­λε­ντί­νος, ο Μά­νης και ό­λοι οι υ­πό­λοι­ποι, έ­χο­ντας α­πέ­να­ντί τους ως κρι­τές και διώ­κτες τους, τους πρώ­τους Πα­τέ­ρες της Εκκλη­σίας, με πρω­το­στά­τη, τον Επι­φά­νιο. Αναμ­φι­βό­λως, τα δύο βι­βλία δια­φέ­ρουν. Η Λα­διά προ­τάσ­σει την πο­λε­μι­κή των Πα­τέ­ρων και με­τά δί­νει το λό­γο στους μα­χη­τές της θρη­σκείας, σαν εμ­μέ­σως να τάσ­σε­ται με την πλευ­ρά τους. Ο Λα­κα­ριέρ κλεί­νει το βι­βλίο του με έ­να προ­σω­πι­κό κε­φά­λαιο, που τιτ­λο­φο­ρεί, «Προς έ­ναν Νέο Γνω­στι­κι­σμό». Πα­ρο­μοίως, προ­σω­πι­κό εί­ναι και το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο της Λα­διά, ή μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, του ή­ρωά της, συγ­γρα­φέα. Ανα­φέ­ρε­ται σε μια πα­λαιό­τε­ρη ε­πο­χή α­πό ε­κεί­νη των Γνω­στι­κών και α­φο­ρά το βι­βλίο του Ιώβ. Τον Ευ­μέ­νη δεν τον είλ­κυ­σε η λο­γο­τε­χνι­κή α­ξία του βι­βλίου του Ιώ­β, το ο­ποίο τό­σους και τό­σους ε­νέ­πνευ­σε, αλ­λά το ε­πί­μα­χο ζή­τη­μα της θε­ο­δι­κίας. Ως άλ­λος Ιώβ ο Ευ­μέ­νης, α­πο­ρεί, για­τί να ευ­τυ­χεί ο ά­δι­κος και να πά­σχει ο δί­καιος;

Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

Τσώρτσιλ, Καβάφης, Μαντάμ Μπατερφλάϋ

Λε­ζά­ντα Φω­το­γρα­φίας: Σκη­νή α­πό την πρώ­τη πρά­ξη της ό­πε­ρας του Τζιά­κο­μο Που­τσί­νι, «Μα­ντάμ Μπα­τερ­φλάϋ». Σε πρώ­το πλά­νο, οι δυο πρω­τα­γω­νι­στές, το νέο, τό­τε, α­στέ­ρι του με­λο­δρά­μα­τος Ζωή Βλα­χο­πού­λου στο ρό­λο της Τσο-τσο-σάν ή και Μπα­τερ­φλάϋ, ο τε­νό­ρος Μι­χά­λης Κο­ρώ­νης στο ρό­λο του α­ξιω­μα­τι­κού του ναυ­τι­κού των Ηνω­μέ­νων Πο­λι­τειών Πίν­κερ­τον και ο βα­ρύ­το­νος Σπύ­ρος Κα­λο­γε­ράς (δε­ξιά) στο ρό­λο του α­με­ρι­κα­νού προ­ξέ­νου στο Να­γκα­σά­κι Σάρ­πλες. Πί­σω, σε δι­πλό η­μι­κύ­κλιο, η πο­λυ­με­λής συ­νο­δεία της Μπα­τερ­φλάϋ. Τα σκη­νι­κά εί­ναι του α­νερ­χό­με­νου τό­τε σκη­νο­γρά­φου Κλέ­αρ­χου Κλώ­νη. Η πρε­μιέ­ρα δό­θη­κε στο Βα­σι­λι­κό Θέ­α­τρο, Πα­ρα­σκευή 25 Οκτω­βρίου 1940, πα­ρου­σία του βα­σι­λέα Γεωρ­γίου Β΄, του πρω­θυ­πουρ­γού, των πρι­γκί­πων, του δι­πλω­μα­τι­κού σώ­μα­τος και του γιού του συν­θέ­τη Αντό­νιο Που­τσί­νι.


Μια συ­ντε­τμη­μέ­νη μορ­φή του κει­μέ­νου δη­μο­σιεύ­τη­κε πριν λί­γο και­ρό σε άλ­λο έ­ντυ­πο. Εκεί, λό­γω στε­νό­τη­τας χώ­ρου, πα­ρα­λεί­πο­νταν ο­ρι­σμέ­να, νο­μί­ζου­με, εν­δια­φέ­ρο­ντα στοι­χεία.

Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας
«Το show εί­ναι των Ελλή­νων»
Εκδό­σεις Κέ­δρος
Οκτώ­βριος 2008

“Πά­νω σ’ έ­να τε­ρά­στιο τρα­πέ­ζι εί­χαν το­πο­θε­τη­θεί δώ­δε­κα λά­μπες θυέλ­λης που φώ­τι­ζαν το χώ­ρο... Στη μια πλευ­ρά κά­θι­σε ο Τσώρ­τσι­λ, ο Άντο­νι Ήντεν, ο σερ Χά­ρολ­ντ Αλε­ξά­ντε­ρ, ο Αρχιε­πί­σκο­πος Δα­μα­σκη­νός, ο συ­νταγ­μα­τάρ­χης Πο­πώφ και ο Αμε­ρι­κα­νός πρέ­σβης Λίν­κολν Μα Βω. Απέ­να­ντί τους κά­θι­σαν τα μέ­λη της ελ­λη­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης με τον Πα­παν­δρέ­ου ε­πι­κε­φα­λής. Οι α­ντι­πρό­σω­ποι του Ε­ΛΑΣ δεν εί­χαν έρ­θει. Τρά­βη­ξα μια φω­το­γρα­φία με το φλας κι έ­δω­σα τις δυο λά­μπες που α­πέ­με­ναν στον Βρε­τα­νό στρα­τιω­τι­κό φρου­ρό. Συ­νέ­χι­σα, ό­μως, να φω­το­γρα­φί­ζω χρη­σι­μο­ποιώ­ντας το δρα­μα­τι­κό φω­τι­σμό του δω­μα­τίου. Φω­το­γρά­φι­ζα α­πό την ελ­λη­νι­κή πλευ­ρά του τρα­πε­ζιού ση­μα­δεύο­ντας με το φα­κό τον Τσώρ­τσιλ. Με­τά α­πό με­ρι­κές λή­ψεις βρυ­χή­θη­κε: Φω­το­γρά­φι­σε τους Έλλη­νες. Εί­ναι δι­κό τους το σόου.”
Έτσι πε­ρι­γρά­φει τη σκη­νή ο Ντμί­τρι Κέσ­σε­λ, πε­νή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν έ­στει­λε στην Αθή­να τις φω­το­γρα­φίες. Ίσως και να έ­βα­ζε τά­ξη στο αρ­χείο του, κα­θώς εί­χε συ­μπλη­ρώ­σει τα ε­νε­νή­ντα δυο. Πέ­θα­νε λί­γους μή­νες αρ­γό­τε­ρα, στις 26 Μαρ­τίου 1995. Στο λεύ­κω­μά του, «Ελλά­δα του ’44», δη­μο­σιεύε­ται μό­νο μια φω­το­γρα­φία, κι αυ­τή του Τσώρ­τσιλ και των κα­θι­σμέ­νων α­πό την πλευ­ρά του. Τε­λι­κά, ε­κεί­νο το σόου δεν ή­ταν των Ελλή­νων. Ού­τε το φω­το­γρα­φι­κό ού­τε των Δε­κεμ­βρια­νών. Αμφό­τε­ρα ή­ταν σκη­νο­θε­τη­μέ­να α­πό τους Άγγλους. Όπως και να έ­χει, η φρά­ση του Τσώρ­τσιλ έ­δω­σε έ­ναν πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο στη νου­βέ­λα, που έ­στη­σε ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας, με θέ­μα τις δυο συ­σκέ­ψεις, στις 26 και 27 Δε­κεμ­βρίου 1944. Η νου­βέ­λα, ό­πως και η α­φή­γη­ση του Κέσ­σε­λ, το­πο­θε­τεί­ται πε­νή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν για τα αρ­χεία του Υπουρ­γείου Εξω­τε­ρι­κών ξε­κι­νά μια δεύ­τε­ρη ζωή με την ψη­φιο­ποίη­σή τους. Ωστό­σο, ο χώ­ρος πα­ρα­μέ­νει ο ί­διος, τα υ­πό­γεια του Υπουρ­γείου, ό­που βρι­σκό­ταν η αί­θου­σα συ­σκέ­ψεων τον Δε­κέμ­βρη του ’44 και σή­με­ρα φυ­λάσ­σο­νται τα αρ­χεία. Σε α­ντι­στοι­χία με τις δυο δια­δο­χι­κές συ­σκέ­ψεις, η νου­βέ­λα ε­κτυ­λίσ­σε­ται σαν θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση με δύο πρά­ξεις. Μό­νο που, ε­πί σκη­νής, δεν εμ­φα­νί­ζο­νται οι πρω­τα­γω­νι­στές ε­κεί­νων των συ­νο­μι­λιών, αλ­λά έ­να πα­ρά­ται­ρο ζευ­γά­ρι. Εί­ναι ο πρα­κτι­κο­γρά­φος του 1944, συ­ντα­ξιού­χος πλέ­ον, και έ­νας νέ­ος υ­πάλ­λη­λος του Υπουρ­γείου, στην αρ­μο­διό­τη­τα του ο­ποίου έ­χουν πε­ρά­σει τα αρ­χεία. Ο πρε­σβύ­τε­ρος πε­ρι­γρά­φει τα ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα, το πα­ρου­σια­στι­κό και τις κι­νή­σεις τους, με­τα­φέ­ρο­ντας τα λεχ­θέ­ντα, με μι­κρές πα­ρεκ­κλί­σεις α­πό την ε­πί­ση­μη εκ­δο­χή. Από μια ά­πο­ψη, η α­φή­γη­σή του υ­περ­βαί­νει σε α­κρι­βο­λο­γία τις δυ­να­τό­τη­τες μιας α­νι­στό­ρη­σης α­κό­μη και του κα­λύ­τε­ρου δι­πλω­μα­τι­κού υ­παλ­λή­λου. Από την άλ­λη, με αυ­τόν τον τρό­πο, α­να­συ­σταί­νε­ται το “θέ­α­τρο” των συ­νο­μι­λιών και α­πο­τυ­πώ­νε­ται στους ε­κα­τέ­ρω­θεν δια­πραγ­μα­τευ­τι­κούς ε­λιγ­μούς, το α­νά­στη­μα των αν­θρώ­πων, που βρέ­θη­καν τό­τε α­ντι­μέ­τω­ποι. Σε αυ­τό βο­η­θά­ει ο πα­ρεμ­βαλ­λό­με­νος διά­λο­γος των δυο υ­παλ­λή­λων. Ο νεό­τε­ρος εκ­φρά­ζει τις α­πο­ρίες του για ό­σα πρω­τά­κου­στα μα­θαί­νει, ο­πό­τε ο γε­ρο­ντό­τε­ρος προ­σθέ­τει ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κά τις κα­το­πι­νές τύ­χες των προ­σώ­πων και της χώ­ρας. Με την ευ­και­ρία, δια­τυ­πώ­νει τις ε­κτι­μή­σεις του, α­ντι­κα­το­πτρί­ζο­ντας τις τρέ­χου­σες, σή­με­ρα, α­ντι­λή­ψεις για ε­κεί­νη την κρί­σι­μη πε­ρίο­δο. Όσο για την ι­δέα, που εί­χε ο συγ­γρα­φέ­ας, α­νά­με­σα στον α­πό­μα­χο και τον νέο με το σκου­λα­ρί­κι να α­να­πτύσ­σε­ται μια ε­ρω­τι­κή συ­μπά­θεια, αυ­τή φαί­νε­ται να χα­λα­ρώ­νει την α­τμό­σφαι­ρα και να προσ­δί­δει έ­να συ­νω­μο­τι­κό πνεύ­μα, που, για άλ­λους λό­γους και με τον ί­διο υ­πο­βλη­τι­κό φω­τι­σμό, θα πρέ­πει να ε­πι­κρα­τού­σε στις συ­σκέ­ψεις του ’44.
Εκτός α­πό τον τίτ­λο της συ­γκε­κρι­μέ­νης νου­βέ­λας, η φρά­ση του Τσώρ­τσιλ ε­πι­λέ­χτη­κε και ως τίτ­λος ο­λό­κλη­ρου του βι­βλίου. Πι­θα­νώς, χά­ρις στη λαν­θά­νου­σα ει­ρω­νεία της, που ται­ριά­ζει και στις δυο άλ­λες νου­βέ­λες του βι­βλίου. Σε αυ­τές πρω­τα­γω­νι­στούν Αθη­ναίοι α­στοί του Με­σο­πο­λέ­μου, που ε­πι­δει­κνύουν συ­μπε­ρι­φο­ρά ε­παρ­χιώ­τη, έ­τσι ό­πως α­ντι­γρά­φουν φερ­σί­μα­τα και τρό­πους έν­δυ­σης και δια­σκέ­δα­σης α­πό τους Ευ­ρω­παίους. Το μό­νο που πα­ραλ­λάσ­σει εί­ναι το πρό­τυ­πο μί­μη­σης, σε συμ­φω­νία με τον ε­κά­στο­τε πνέ­ο­ντα ά­νε­μο στο πο­λι­τι­κό προ­σκή­νιο. Και πά­λι, σε κα­μία α­πό τις δυο, το σόου δεν εί­ναι των Ελλή­νων, α­νε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τοί α­νέ­κα­θεν α­ρέ­σκο­νταν στα σόου, ό­πως δεί­χνουν και οι ι­στο­ρίες.
Σε μια σκη­νή της πρώ­της νου­βέ­λας, ο α­φη­γη­τής, α­να­φε­ρό­με­νος στους συγ­γρα­φείς του Με­σο­πο­λέ­μου, α­πο­φαί­νε­ται “Εκτός ε­ξαι­ρέ­σεων, δεν εί­ναι τό­σο φι­λό­μου­σο γέ­νος οι λο­γο­τέ­χνες.” Δια­πί­στω­ση που μπο­ρεί να ι­σχύει τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες, δεν πι­στεύου­με, ό­μως, πως ευ­στα­θεί για τη δε­κα­ε­τία του ’30. Όπως και να έ­χει, ό­σο α­φο­ρά τη με­τα­πο­λε­μι­κή πε­ζο­γρα­φία, στις λι­γο­στές ε­ξαι­ρέ­σεις α­νή­κει και ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας. Το τεκ­μη­ριώ­νουν σκόρ­πιες σε­λί­δες σε ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο του, το προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Η συ­νω­μο­σία της άρ­πας», και οι δυο πρό­σφα­τες νου­βέ­λες, που στή­νο­νται με έ­ναυ­σμα κά­ποιες μου­σι­κές βρα­διές. Ανα­φε­ρό­με­νος σε αυ­τές ο α­φη­γη­τής, κα­τορ­θώ­νει να α­πο­δώ­σει την καλ­λι­τε­χνι­κή παν­δαι­σία, δεί­χνο­ντας ό­χι μό­νο μου­σι­κή καλ­λιέρ­γεια αλ­λά και αι­σθα­ντι­κό­τη­τα, που συ­χνά λεί­πει α­πό ε­παγ­γελ­μα­τίες κρι­τι­κούς, ό­πως, λ.χ., η πα­ρευ­ρι­σκό­με­νη στην πρώ­τη βρα­διά, Αύ­ρα Θε­ο­δω­ρο­πού­λου, που η φε­μι­νι­στι­κή μα­χη­τι­κό­τη­τά της μάλ­λον ρο­κά­νι­σε μέ­ρος της ευαι­σθη­σίας της.
Η πρώ­τη μου­σι­κή βρα­διά, που, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ή­ταν μια α­πο­γευ­μα­τι­νή δε­ξίω­ση, δό­θη­κε στις 20 Οκτω­βρίου 1932, η­μέ­ρα Πέ­μπτη, στο αλ­λο­τι­νό μέ­γα­ρο Νε­γρε­πό­ντη, γω­νία Αμα­λίας και Όθω­νος, προς τι­μή του Κα­βά­φη, που τύ­χαι­νε να βρί­σκε­ται στην Αθή­να. Ήταν η τέ­ταρ­τη ε­πί­σκε­ψη του α­λε­ξαν­δρι­νού ποιη­τή στην Ελλά­δα, αυ­τή τη φο­ρά ε­πι­βε­βλη­μέ­νη για λό­γους υ­γείας. Εί­χε έλ­θει στις 3 Ιου­λίου για εγ­χεί­ρη­ση λά­ρυγ­γος και α­νε­χώ­ρη­σε στις 27 Οκτω­βρίου. Λί­γες η­μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα δό­θη­καν δυο α­πο­γευ­μα­τι­νές δε­ξιώ­σεις στου Άλκη Θρύ­λου και στου Πε­τρο­κόκ­κι­νου, ε­νώ, εν­δια­μέ­σως, έ­γι­νε η ε­πί­ση­μη υ­πο­δο­χή του στα γρα­φεία της Ένω­σης Λο­γο­τε­χνών, με την εγ­γρα­φή του στα μέ­λη της. Στη δε­ξίω­ση του Άλκη Θρύ­λου, κα­τά κό­σμον Ελέ­νη Νε­γρε­πό­ντη-Ου­ρά­νη, έ­παι­ξε και τρα­γού­δη­σε στο πιά­νο ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη, ο συ­νο­μή­λι­κος της Ου­ρά­νη, Δη­μή­τρης Μη­τρό­που­λος. Ήταν τα δε­κα­τέσ­σε­ρα ποιή­μα­τα του Αλε­ξαν­δρι­νού, που εί­χε με­λο­ποιή­σει με­τά τον Πα­λα­μά και τον Σι­κε­λια­νό, δέ­κα α­πό τα ο­ποία εί­χε, προ πε­ντα­ε­τίας, τυ­πώ­σει σε έ­να τευ­χί­διο, α­φιε­ρω­μέ­νο στην Ου­ρά­νη. Ανά­γκα και θε­οί πεί­θο­νται, μια και ο πα­τήρ Νε­γρε­πό­ντης ή­ταν, α­πό το 1924 που ο Μη­τρό­που­λος ε­πέ­στρε­ψε στην Αθή­να, ο μαι­κή­νας του, προ­σφέ­ρο­ντάς του και στέ­γη στο μέ­γα­ρο.
Αυ­τήν την ε­σπε­ρί­δα α­να­συν­θέ­τει ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, α­φή­νο­ντας ε­λεύ­θε­ρη τη φα­ντα­σία του να αυ­το­σχε­διά­σει, χω­ρίς το φόρ­το των πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων, που λει­τουρ­γούν πε­ριο­ρι­στι­κά στις δυο άλ­λες νου­βέ­λες. Για τη συ­γκε­κρι­μέ­νη δε­ξίω­ση, υ­πάρ­χουν μό­νο οι α­να­φο­ρές στον Τύ­πο: μια εί­δη­ση στο «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα» της ε­πο­μέ­νης και η κα­τα­γρα­φή της στο «Δε­κα­πεν­θή­με­ρον» της «Νέ­ας Εστίας». Και πά­λι, μια σύ­ντο­μη α­να­φο­ρά, στη­ριγ­μέ­νη σε ση­μείω­μα που θα πρέ­πει να προ­μή­θευ­σε ο Μη­τρό­που­λος, με το λο­γί­δριό του πριν την ε­κτέ­λε­ση των με­λο­ποιη­μέ­νων ποιη­μά­των. Το δη­μο­σίευ­μα εί­ναι α­νώ­νυ­μο, με την υ­πο­γρα­φή Α., ω­στό­σο η πρώ­τη πα­ρά­γρα­φος προ­δί­δει την ταυ­τό­τη­τα του συ­ντά­κτη: «Μιά με­γά­λη, μιά ω­ραία έκ­πλη­ξη –και α­πό­λαυ­ση– πε­ρί­με­νε τους ευ­τυ­χι­σμέ­νους που εί­χαν προ­σκλη­θεί α­πό τον κύ­ριο και την κυ­ρία Ελέ­νη Ου­ρά­νη...» Μό­νο η κυ­ρία Ου­ρά­νη θα εί­χε την ευ­χέ­ρεια να δια­γρά­ψει το ό­νο­μα του κυ­ρίου, α­δια­φο­ρώ­ντας για την α­νέ­κα­θεν ι­σχύου­σα κοι­νω­νι­κή τά­ξη.
Ο α­φη­γη­τής υιο­θε­τεί το πρώ­το πλη­θυ­ντι­κό πρό­σω­πο, ό­πως συ­νη­θι­ζό­ταν σε πα­λαιό­τε­ρες διη­γή­σεις, και πα­ρου­σιά­ζε­ται ως συ­γκαι­ρι­νός μας. Απο­κα­λεί τους προ­σκε­κλη­μέ­νους με το μι­κρό τους ό­νο­μα, α­να­φέ­ρο­ντας κά­ποιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό έρ­γο τους, ώ­στε να α­πο­βαί­νουν α­να­γνω­ρί­σι­μοι, του­λά­χι­στον α­πό μια με­ρί­δα του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού. Δεν πα­ρα­λεί­πει, ε­πί­σης, να σχο­λιά­σει, ποιοι γρά­φτη­καν στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας με χο­ντρά γράμ­μα­τα και ποιοι με ψι­λά. Κα­τά τα άλ­λα, α­να­φέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρους ποιη­τές πα­ρά πε­ζο­γρά­φους, πα­ρα­λεί­πο­ντας τον Ξε­νό­που­λο, τον μό­νο α­πό τους πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους που μνη­μο­νεύει τη δε­ξίω­ση στα με­τα­θα­νά­τια κεί­με­νά του για τον Κα­βά­φη. Όμως, τε­λι­κά, η δε­ξίω­ση δεν εί­ναι πα­ρά έ­να προ­σφυές σκη­νι­κό για τη συ­νά­ντη­ση ποιη­τή και μου­σι­κού. Προ­ε­κτεί­νο­ντας ο α­φη­γη­τής την αρ­μο­νι­κή σύ­ζευ­ξη των στί­χων με τους ή­χους, στή­νει τον α­να­με­τα­ξύ τους διά­λο­γο, πε­ρι­γρά­φει την α­προ­κά­λυ­πτη συ­μπά­θεια του ποιη­τή για τον νέο ά­ντρα και τη δι­κή του θαυ­μα­στι­κή α­ντα­πό­κρι­ση, φθά­νο­ντας μέ­χρι τις κρύ­φιες ε­πι­θυ­μίες τους. Πα­ρό­λο που ο τίτ­λος της νου­βέ­λας εί­ναι «Μια μέ­ρα α­π’ τη ζωή τους», τε­λι­κά, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του προ δε­κα­ε­τίας βι­βλίου του Κου­μα­ντα­ρέα, «Η μέ­ρα για τα γρα­πτά κι η νύ­χτα για το σώ­μα», ο α­φη­γη­τής πα­ρα­κο­λου­θεί τους δυο άν­δρες και με­τά την έ­ξο­δό τους α­πό το μέ­γα­ρο στη νυ­χτε­ρι­νή Αθή­να. Ασκη­τι­κή φα­ντα­σιώ­νει τη νύ­χτα του νεό­τε­ρου, ε­νώ α­κο­λου­θεί, ως συγ­γε­νής ψυ­χή, τον ποιη­τή μέ­χρι το κρε­βά­τι του.
Μέ­νει η με­σαία νου­βέ­λα, που ξε­κι­νά τις πα­ρα­μο­νές του ελ­λη­νοϊτα­λι­κού πο­λέ­μου. Συ­γκε­κρι­μέ­να, την Πα­ρα­σκευή, 25 Οκτω­βρίου 1940, που δί­νε­ται στο Βα­σι­λι­κό Θέ­α­τρο η πρε­μιέ­ρα της «Μα­ντάμ Μπα­τερ­φλάϋ», πα­ρου­σία του γιού του Τζιά­κο­μο Που­τσί­νι, Αντό­νιο και της συ­ζύ­γου του. Η α­φή­γη­ση προ­χω­ρά στη δε­ξίω­ση της ι­τα­λι­κής πρε­σβείας την ε­πο­μέ­νη και στο ι­τα­λι­κό τε­λε­σί­γρα­φο, που ε­πι­δό­θη­κε στον Με­τα­ξά τα ξη­με­ρώ­μα­τα της 28ης Οκτω­βρίου 1940, α­να­δει­κνύο­ντας τον ι­τα­λό πρέ­σβη, έ­ναν δευ­τε­ρα­γω­νι­στή ε­κεί­νων των γε­γο­νό­των, σε κύ­ριο πρό­σω­πο. Κα­τά τα άλ­λα, ο συγ­γρα­φέ­ας μέ­νει μάλ­λον πι­στός στα ι­στο­ρι­κά συμ­βά­ντα, με κά­ποιες αλ­λα­γές που γί­νο­νται χά­ριν του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού. Για πα­ρά­δειγ­μα, στη δε­ξίω­ση της πρε­σβείας, εί­ναι γνω­στό πως πα­ρευ­ρέ­θη­καν α­πό τα κυ­βερ­νη­τι­κά στε­λέ­χη μό­νο ο υ­φυ­πουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Νί­κος Μαυ­ρί­δης και ο υ­φυ­πουρ­γός Τύ­που Θε­ο­λό­γος Νι­κο­λού­δης. Ωστό­σο, ο α­φη­γη­τής ο­νο­μα­τί­ζει μό­νο τον δια­βό­η­το Υπουρ­γό Δη­μο­σίας Ασφά­λειας Μα­νια­δά­κη
Σε αυ­τήν τη νου­βέ­λα, ο α­φη­γη­τής εί­ναι έ­νας με­γα­λο­δι­κη­γό­ρος ε­κεί­νου του και­ρού, ε­ρα­στής των τε­χνών και του ω­ραίου. Αν και λό­γω ε­πο­χής, ξε­φεύ­γει α­πό το κλί­μα αι­σθη­σια­σμού των δυο άλ­λων ι­στο­ριών του βι­βλίου, κα­θώς αυ­τός α­να­ζη­τά την η­δο­νή στις ε­λα­φρές γυ­ναί­κες. Λά­τρης της ό­πε­ρας δί­νει μια μο­να­δι­κή πε­ρι­γρα­φή της «Μα­ντάμ Μπα­τε­φλάϋ» αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα, φι­λό­τε­χνος, πα­ρα­θέ­τει μια λε­πτο­με­ρή ει­κό­να της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής του Θεά­τρου, α­πό την πρό­σο­ψη μέ­χρι και το δεύ­τε­ρο ε­ξώ­στη. Εκτός, ό­μως, α­πό ε­στέτ εί­ναι και έ­νας δια­νοού­με­νος της ε­πο­χής, που πα­ρα­τη­ρεί το φι­λο­θεά­μον κοι­νό ε­κεί­νης της βρα­διάς, ξε­χω­ρί­ζο­ντας τους ε­πι­φα­νείς. Τους α­να­φέ­ρει με τα ε­πί­θε­τά τους, σχο­λιά­ζο­ντάς τους άλ­λο­τε ε­γκω­μια­στι­κά κι άλ­λο­τε α­πα­ξιω­τι­κά. Λ.χ., τον Κω­στή Μπα­στιά, που ή­ταν τό­τε διευ­θυ­ντής Γραμ­μά­των και Τε­χνών του Υπουρ­γείου Παι­δείας και γε­νι­κός διευ­θυ­ντής του Βα­σι­λι­κού Θεά­τρου, τον μνη­μο­νεύει μό­νο ως διευ­θυ­ντή του Κέ­ντρου Τε­χνών. Μά­λι­στα, τον πα­ρου­σιά­ζει “ευ­τρα­φή, με σκού­ρα γυα­λιά που τον έ­κα­ναν να μοιά­ζει με πρά­κτο­ρα ή με τυ­φλό”. Κι ό­μως, τό­τε, ο Μπα­στιάς ε­θεω­ρεί­το μέ­γας γυ­ναι­κο­κα­τα­κτη­τής. Οι φω­το­γρα­φίες του με τα μαύ­ρα γυα­λιά εί­ναι με­τά το 1959. Εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­τα εί­ναι τα αι­σθή­μα­τα του α­φη­γη­τή για τον Άγγε­λο Τερ­ζά­κη. “Ευ­θυ­τε­νής, κα­λο­χτε­νι­σμέ­νος και κα­λο­ντυ­μέ­νος, μ’ ε­κεί­νη την κά­πως μο­νο­κόμ­μα­τη κο­ψιά του. Ένας σπου­δαίος λο­γο­τέ­χνης και δια­νο­η­τής, γνώ­στης βα­θύς του θεά­τρου”. Ίσως κά­ποιοι να κρί­νουν πως η α­να­φο­ρά εί­ναι γεν­ναιό­δω­ρη, πά­ντως, σί­γου­ρα, εί­ναι πλη­σιέ­στε­ρη προς τον άν­θρω­πο α­πό την ει­κό­να του συ­μπλεγ­μα­τι­κού, που σκια­γρα­φούν νεό­τε­ροι συγ­γρα­φείς. Ίσως, ε­φέ­τος τον Αύ­γου­στο, που κλεί­νουν τριά­ντα χρό­νια α­πό το θά­να­τό του, να μην υ­πάρ­ξει άλ­λη μνη­μό­νευ­ση.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Ένας Φιλανδός στην Αθήνα του 1852

Λεζάντα Φωτογραφίας: «Ο Βα­σι­λι­κός Κή­πος στα μέ­σα του 19ου αιώ­να. Άγνω­στος φω­το­γρά­φος. Εθνι­κό Ιστο­ρι­κό Μου­σείο.» Η φω­το­γρα­φία α­να­δη­μο­σιεύε­ται α­πό το βι­βλίο, μα­ζί με τα αό­ρι­στα και λαν­θα­σμέ­να στοι­χεία της λε­ζά­ντας. Προς α­πο­κα­τά­στα­ση ση­μειώ­νου­με: Πρό­κει­ται για φω­το­γρα­φία του Νι­κό­λα­ου (Κό­λα) Κο­ντο­γιαν­νά­κη α­πό τον Εθνι­κό Κή­πο, ό­πως α­πο­κα­λεί­το ο Βα­σι­λι­κός Κή­πος ή και Κή­πος της Αμα­λίας με­τά την έ­ξω­ση του Όθω­να, ο­πό­τε και πε­ριήλ­θε στο κρά­τος. Ο Κο­ντο­γιαν­νά­κης α­πα­θα­νά­τι­σε μιά α­πό τις ει­σό­δους του Κή­που σε στιγ­μή κί­νη­σης. Κυ­ρίαρ­χο στη φω­το­γρα­φία το ω­ραίο φύ­λο, προ­σφέ­ρε­ται για με­λέ­τη της ε­πι­κρα­τού­σας τό­τε μό­δας στις γυ­ναί­κες. Ο Κο­ντο­γιαν­νά­κης, πλού­σιος Έλλη­νας, ε­γκα­τε­στη­μέ­νος στην Πε­τρού­πο­λη, συγ­γε­νής της οι­κο­γέ­νειας Δρα­γού­μη, τα­ξι­δεύει τα­κτι­κά στην Ελλά­δα. Από τους πρώ­τους ε­ρα­σι­τέ­χνες φω­το­γρά­φους, πέ­ρα α­πό το στοι­χείο της ο­πτι­κής μαρ­τυ­ρίας, οι φω­το­γρα­φίες του πα­ρου­σιά­ζουν αι­σθη­τι­κή και ποιο­τι­κή αρ­τιό­τη­τα που ξε­περ­νά τα ό­ρια του τυ­χαίου ε­ρα­σι­τέ­χνη. Σύμ­φω­να με τον ι­στο­ρι­κό φω­το­γρα­φίας Άλκη Ξαν­θά­κη, η φω­το­γρα­φία τρα­βή­χτη­κε το 1884, ε­νώ, κα­τά άλ­λη πη­γή, το 1891.


Μπιορν Φορ­σέν

– Βα­σί­λης Καρ­δά­σης
«Αγα­πη­τή, μι­ση­τή μου Αθή­να!
Στιγ­μιό­τυ­πα α­πό τη ζωή
του φιν­λαν­δού ελ­λη­νι­στή
Βίλ­χελμ Λά­γκους»

Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Απρί­λιος 2009

“Τ’ α­η­δό­νια δε σ’ α­φή­νου­νε να κοι­μη­θείς στις Πλά­τρες”, έ­γρα­φε στην Κύ­προ ο Γιώρ­γος Σε­φέ­ρης. Έναν αιώ­να νω­ρί­τε­ρα, στις 29 Ιου­νίου 1852, ο φι­λαν­δός Γου­λιέλ­μος Λά­γος, κα­θι­σμέ­νος δί­πλα στο πα­ρά­θυ­ρο σε έ­να δω­μά­τιο του παν­δο­χείου «L’ Orient», στην καρ­διά της τό­τε Αθή­νας, έ­γρα­φε στους δι­κούς του “στον μα­κρι­νό Βορ­ρά”: “Η νύ­χτα α­να­παύε­ται ή­ρε­μη, τα κυ­πα­ρίσ­σια και οι πα­νύ­ψη­λες πι­κρο­δάφ­νες κρυ­φο­κοι­τούν στο δω­μά­τιό μου μέ­σα στο φεγ­γα­ρό­φω­το και τα α­η­δό­νια στους κή­πους α­πα­ντούν το έ­να στο άλ­λο.” Γεν­νη­μέ­νος ο Λά­γος το 1821, συ­νο­μή­λι­κος του Στέ­φα­νου Ξέ­νου, τρία χρό­νια νεό­τε­ρος του Στέ­φα­νου Κου­μα­νού­δη, και έ­ξι του Κων­στα­ντί­νου Πα­παρ­ρη­γό­που­λου, στα εί­κο­σι εν­νιά του ή­ταν ή­δη υ­φη­γη­τής της Ελλη­νι­κής Γλώσ­σας στο πα­νε­πι­στή­μιο του Ελσίν­κι. Νιό­πα­ντρος τον Αύ­γου­στο του 1850, τα­ξί­δε­ψε μα­ζί με την γυ­ναί­κα του στην Οδησ­σό. Δεν ε­πρό­κει­το για έ­να τα­ξί­δι α­να­ψυ­χής. Έχο­ντας ο­λο­κλη­ρώ­σει τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, με θέ­μα τον Πλού­ταρ­χο ως με­λε­τη­τή ε­νός α­πό τα α­πω­λε­σθέ­ντα έρ­γα, φι­λο­σο­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα, του Ρω­μαίου Μάρ­κου Τε­ρέ­ντιου Βάρ­ρω­να πε­ρί των θεϊκών και αν­θρω­πί­νων υ­πο­θέ­σεων, α­πο­φά­σι­σε να με­λε­τή­σει τον σκυ­θι­κό πο­λι­τι­σμό, γι’ αυ­τό και ε­γκα­τα­στά­θη­κε για δυο χρό­νια στην Οδησ­σό.
Με κα­λή γνώ­ση της ρω­σι­κής αρ­χαιο­λο­γίας, μια και η χώ­ρα του ή­ταν α­πό το 1809 Αυ­τό­νο­μο Με­γά­λο Δου­κά­το υ­πό τη Ρω­σι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία, ή­θε­λε να γνω­ρί­σει τον κό­σμο της Ανα­το­λής. Επι­σκέ­φθη­κε την Κρι­μαία και τη “βα­σί­λισ­σα της Μαύ­ρης Θά­λασ­σας”, την Σε­βα­στού­πο­λη. Κε­ντρι­κή θέ­ση στο θέ­μα της με­λέ­της του για τους Σκύ­θες εί­χε η συ­νε­χής πα­ρου­σία των Ελλή­νων στην Κρι­μαία. Για μια καλ­λί­τε­ρη γνω­ρι­μία με τους συ­γκαι­ρι­νούς του Έλλη­νες και τη γλώσ­σα τους, α­πο­φά­σι­σε να συ­νε­χί­σει το εκ­παι­δευ­τι­κό του τα­ξί­δι στην Αθή­να. Τα­ξί­δε­ψε με α­τμό­πλοιο, μέ­σω Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, Σμύρ­νης και Σύ­ρου. Αργό­τε­ρα, α­πό την Αθή­να, η σύ­ζυ­γός του, σε ε­πι­στο­λή προς την οι­κο­γέ­νειά της, έ­γρα­φε για την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη: “Εύ­χο­μαι πραγ­μα­τι­κά να γί­νει πό­λε­μος, ώ­στε οι Ρώ­σοι να κα­τε­δα­φί­σουν μια και κα­λή αυ­τή τη φρι­χτή και βρό­μι­κη Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και να χτί­σουν στη θέ­ση της μια πό­λη που θα γί­νει η πιο ό­μορ­φη και η πιο ξα­κου­στή πό­λη του κό­σμου. Αχ! τι θα μπο­ρού­σε να γί­νει ε­κεί”. Αγνοού­με τις ε­ντυ­πώ­σεις του ζεύ­γους α­πό τη Σμύρ­νη και τη Σύ­ρο, την ο­ποία μπο­ρεί και να μην ε­πι­σκέ­φθη­καν, για­τί το πλοίο τους ή­ταν σε κα­ρα­ντί­να. Πά­ντως, στο κα­τά­στρω­μα του πλοίου, πλέ­ο­ντας α­πό τη Σμύρ­νη προς τη Σύ­ρο, ο Λά­γος έ­γρα­ψε τις ε­ντυ­πώ­σεις του α­πό το ελ­λη­νι­κό αρ­χι­πέ­λα­γος σε σύ­γκρι­ση με τα χι­λιά­δες πα­ρά­κτια νη­σιά της πα­τρί­δας του, ό­πως το Πά­ραϊνεν κο­ντά στην πα­ρα­θα­λάσ­σια πό­λη Τούρ­κου, ό­που εί­χε με­γα­λώ­σει: “Δεν υ­πάρ­χουν συ­μπλέγ­μα­τα μι­κρών νη­σιών και δεν κυ­ριαρ­χούν τα δέ­ντρα και η βλά­στη­ση. Αλλά οι ποι­κί­λοι σχη­μα­τι­σμοί που δη­μιουρ­γούν τα βου­νά και οι λό­φοι, το θέ­α­μα που πα­ρου­σιά­ζουν α­νά­λο­γα με την α­πό­στα­ση και το φως, οι δια­φο­ρε­τι­κές α­πο­χρώ­σεις του θο­λού κυα­νού· αυ­τό εί­ναι!”
Στην Αθή­να έ­φθα­σε στις 24 Ιου­νίου 1852 και α­νε­χώ­ρη­σε τον Ιού­λιο του 1853. Ού­τε φι­λέλ­λη­να ού­τε πε­ριη­γη­τή θα μπο­ρού­σε κα­νείς να χα­ρα­κτη­ρί­σει τον Λά­γος. Μάλ­λον πραγ­μα­τι­στή και ί­σως, λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο του κα­νο­νι­κού φλεγ­μα­τι­κό, δε­δο­μέ­νου ό­τι εί­χε την α­τυ­χία να χά­σει την κό­ρη του στην Αθή­να λί­γες ε­βδο­μά­δες με­τά την ά­φι­ξή τους. Ού­τε δυο χρό­νων, α­φού εί­χε γεν­νη­θεί στην Οδησ­σό. Πέ­θα­νε α­πό υ­ψη­λό πυ­ρε­τό και διάρ­ροια. Θυ­μί­ζει την πε­ρί­πτω­ση του α­δελ­φού της Άννας Αχμά­το­βα, Αντρέϊ Γκο­ρέν­κο, που εί­χε έρ­θει στην Ελλά­δα, κι αυ­τός α­πό την Οδησ­σό, το 1920, με τη γυ­ναί­κα του και τον τε­τρα­ε­τή γιο τους, που πέ­θα­νε, μό­λις έ­φθα­σαν, α­πό ε­λο­νο­σία. Στο η­με­ρο­λό­γιό του, κα­θώς και στις ε­πι­στο­λές προς τους οι­κείους του, ο Λά­γος ζω­γρα­φί­ζει με με­λα­νά χρώ­μα­τα τη ζωή στην Αθή­να. Μνη­μο­νεύει τη φρι­χτή ζέ­στη, τη σκό­νη στους δρό­μους, το α­νύ­παρ­κτο α­γε­λα­δι­νό γά­λα, την υ­πη­ρέ­τριά τους, που ε­ρω­το­τρο­πού­σε ό­χι με έ­ναν αλ­λά με τρεις α­γα­πη­τι­κούς, το τα­χυ­δρο­μείο, που χρεια­ζό­ταν μέ­χρι και έ­ξι ε­βδο­μά­δες για μια ε­πι­στο­λή α­πό την Φι­λαν­δία. Προ­φα­νώς, πρό­κει­ται για έ­ναν πα­ρα­τη­ρη­τή, που κα­τέ­γρα­φε ό­σα έ­βλε­πε: “Με­τά τις έ­ξι οι άν­θρω­ποι ξυ­πνούν ό­πως οι μύ­γες την ά­νοι­ξη. Όλες οι πλα­τείες και οι δρό­μοι γε­μί­ζουν α­πό πα­ρέες που κα­πνί­ζουν και πί­νουν κα­φέ φο­ρώ­ντας ο έ­νας πιο παρ­δα­λά ρού­χα α­πό τον άλ­λο”. Και συ­νέ­χι­ζε, πε­ρι­γρά­φο­ντας τα μέ­ρη α­να­ψυ­χής, ό­πως “το λε­γό­με­νο Ολυ­μπιείο, τα ε­ρεί­πια του γι­γά­ντιου να­ού του Διός”: “Όλος ο χώ­ρος εί­ναι α­σφυ­κτι­κά γε­μά­τος τρα­πέ­ζια και κα­ρέ­κλες, στα ο­ποία ο α­ει­κί­νη­τος σερ­βι­τό­ρος υ­πο­χρεώ­νει τα θύ­μα­τα που πλη­σιά­ζουν να κα­θί­σουν. Λε­μο­νά­δα, σου­μά­δα, κα­φές, πα­γω­τό και έ­να εί­δος πο­ντς εί­ναι τα συ­νη­θι­σμέ­να α­να­ψυ­κτι­κά. Οι τι­μές εί­ναι πο­λύ χα­μη­λές.”
Αργό­τε­ρα, στο η­με­ρο­λό­γιό του υ­πάρ­χει μια α­πό τις λι­γο­στές μαρ­τυ­ρίες για τον κίο­να του Ολυ­μπιείου, που έ­ρι­ξε η κα­ται­γί­δα της 26ης Οκτω­βρίου 1852. Πα­ρα­δό­ξως, ού­τε ο Αλέ­ξαν­δρος Ρί­ζος Ρα­γκα­βής ού­τε ο Στέ­φα­νος Κου­μα­νού­δης α­να­φέ­ρει αυ­τήν την κα­τα­στρο­φή στους Στύ­λους του Ολυ­μπίου Διός, αν και οι δυο κρα­τού­σαν η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις για ό­σα ση­μα­ντι­κά συ­νέ­βαι­ναν. Στα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του, ο Ρα­γκα­βής δεν α­να­φέ­ρει τον Λά­γος. Χά­ρις, πά­ντως, στην α­δελ­φή του Ευ­φρο­σύ­νη, που εί­χε πα­ντρευ­τεί σουη­δό κό­μη, οι δυο οι­κο­γέ­νειες εί­χαν α­να­πτύ­ξει φι­λι­κές σχέ­σεις. Ο Λά­γος σχε­τι­ζό­ταν και με τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο, ό­ντας ε­πι­φυ­λα­κτι­κός για τις θέ­σεις του ι­στο­ρι­κού σχε­τι­κά με τη θεω­ρία του Φαλ­με­ράιερ. Για τους Έλλη­νες δεν εί­χε και την καλ­λί­τε­ρη γνώ­μη, κα­θό­τι ξέ­νος προς την νοο­τρο­πία τους. Πολ­λά τον ε­νο­χλού­σαν σε αυ­τούς, α­πό το πα­ζά­ρε­μα των τι­μών μέ­χρι τη δυ­σπι­στία που έ­δει­χναν. Όπως και να έ­χει, ο φι­λαν­δός ε­πι­στή­μο­νας πα­ρα­κο­λου­θού­σε τις πα­ρα­δό­σεις και των δυο, ε­νώ δη­μο­σίευ­σε και με­λέ­τη στο πε­ριο­δι­κό του Ρα­γκα­βή, την «Παν­δώ­ρα». Ακό­μη και μέ­λος της Αρχαιο­λο­γι­κής Εται­ρείας έ­γι­νε, ό­μως ού­τε ο Κου­μα­νού­δης τον μνη­μο­νεύει.
Η με­λέ­τη του Λά­γος ή­ταν γραμ­μέ­νη στα ελ­λη­νι­κά, τα ο­ποία και μά­θαι­νε ε­ντα­τι­κά. Μέ­χρι που τα ε­γκα­τέ­λει­ψε, για να αρ­χί­σει μα­θή­μα­τα τουρ­κι­κής. Στό­χος του νε­α­ρού Φι­λαν­δού ή­ταν μια θέ­ση στο πα­νε­πι­στή­μιο του Ελσίν­κι, την ο­ποία, αν και πρύ­τα­νης ο πα­τέ­ρας του, δυ­σκο­λευό­ταν να ε­ξα­σφα­λί­σει. Μέ­χρι που χή­ρε­ψε η έ­δρα του κα­θη­γη­τή Ανα­το­λι­κών Γλωσ­σών, την ο­ποία και κα­τέ­λα­βε το 1856. Πά­ντως, κό­ντρα στην αρ­χαιο­λα­τρεία της ε­πο­χής, στον έ­να χρό­νο, που έ­μει­νε στην Αθή­να, δεν θα πρέ­πει να πο­λυε­πι­σκέ­φθη­κε τα μνη­μεία της, α­φού στο η­με­ρο­λό­γιό του φαί­νε­ται πως μό­λις που μνη­μο­νεύει την Ακρό­πο­λη. Επί­σης, λό­γω α­δια­φο­ρίας αλ­λά και οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας, ού­τε την υ­πό­λοι­πη Ελλά­δα πε­ριη­γή­θη­κε. Μό­λις δυο εκ­δρο­μές έ­κα­νε, στην Αί­γι­να και την Κό­ριν­θο, α­πό τις ο­ποίες δεν α­πε­κό­μι­σε και τις κα­λύ­τε­ρες ε­ντυ­πώ­σεις.
Αυ­τά, πά­νω-κά­τω και εν πε­ρι­λή­ψει, εί­ναι ό­σα μά­θα­με για τον Γου­λιέλ­μο Λά­γος, σύμ­φω­να με τον ε­ξελ­λη­νι­σμό του ο­νό­μα­τός του α­πό τον Ρα­γκα­βή, δια­βά­ζο­ντας το πρώ­το βι­βλίο που κυ­κλο­φό­ρη­σε στα ελ­λη­νι­κά για “τον φιν­λαν­δό ελ­λη­νι­στή Βίλ­χελμ Λά­γκους”. Ένα βι­βλίο, που δη­μιουρ­γεί μια με­γά­λη α­πο­ρία. Για­τί, ε­νώ σώ­ζε­ται το η­με­ρο­λό­γιο του Λά­γος, και μά­λι­στα, στα ελ­λη­νι­κά, κα­θώς και οι ε­πι­στο­λές του ί­διου και της γυ­ναί­κας του προς τους οι­κείους τους, αυ­τές, προ­φα­νώς, στα φι­λαν­δι­κά, αυ­τά τα πο­λύ­τι­μα ντο­κου­μέ­ντα δεν δη­μο­σιεύο­νται αυ­τού­σια; Αντ’ αυ­τών δη­μο­σιεύο­νται λί­γα σκόρ­πια α­πο­σπά­σμα­τα, εν­σω­μα­τω­μέ­να σε δυο κεί­με­να, που πα­ρου­σιά­ζουν τον Λά­γος, ου­σια­στι­κά, αν­τλώ­ντας πλη­ρο­φο­ρίες α­πό το η­με­ρο­λό­γιο και τις ε­πι­στο­λές. Δύο κεί­με­να, ως έ­να βαθ­μό, αλ­λη­λο­ε­πι­κα­λυ­πτό­με­να.
Το βι­βλίο προέ­κυ­ψε α­πό έκ­θε­ση του Φιν­λαν­δι­κού Ινστι­τού­του Αθη­νών, που έ­γι­νε τον Οκτώ­βριο του 2007. Μά­λι­στα, φέ­ρει τον ί­διο τίτ­λο με την έκ­θε­ση, στην ο­ποία στη­ρί­χτη­κε και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση του βι­βλίου. Κα­τά τα άλ­λα, υ­πάρ­χει πρό­λο­γος του προ­η­γού­με­νου διευ­θυ­ντή του Ινστι­τού­του, Μπιορν Φορ­σέν, που α­πε­χώ­ρη­σε το 2007, κα­θώς και κεί­με­νο του ι­δίου, δη­μο­σιευ­μέ­νο στον συλ­λο­γι­κό τό­μο, «Η χα­μέ­νη Ελλά­δα» (Ελσίν­κι, 2006). Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο εί­ναι του Βα­σί­λη Καρ­δά­ση, ε­νώ δη­μο­σιεύε­ται, σε φω­το­α­να­στα­τι­κή α­να­τύ­πω­ση, η με­λέ­τη του Λά­γος, «Πε­ρί των Ελλή­νων της Με­σημ­βρι­νής Ρωσ­σίας», που εί­χε πρω­το­δη­μο­σιευ­θεί στην «Παν­δώ­ρα». Αναμ­φι­βό­λως, το εν­δια­φέ­ρον της με­λέ­της εί­ναι με­γά­λο, κα­θώς ο Λά­γος ξε­κι­νά α­πό τον Ηρό­δο­το και φθά­νει μέ­χρι την Οδησ­σό της ε­πο­χής του. Ωστό­σο, α­πευ­θύ­νε­ται σε πε­ριο­ρι­σμέ­νο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, σε α­ντί­θε­ση με τις η­με­ρο­λο­για­κές του κα­τα­γρα­φές. Πά­ντως, υ­πάρ­χει α­κό­μη και­ρός για την έκ­δο­ση του ελ­λη­νι­κού η­με­ρο­λο­γίου του Λά­γος, συ­νο­δευό­με­νη α­πό έ­να α­κρι­βές χρο­νο­λό­γιο, που υ­πο­θέ­του­με πως θα πρέ­πει να υ­πάρ­χει έ­τοι­μο και να χρειά­ζε­ται μό­νο με­τά­φρα­ση. Κι αυ­τό, αν μη τι άλ­λο, για να τι­μη­θεί, ε­ντός του 2009, η ε­πέ­τειος των ε­κα­τό χρό­νων α­πό το θά­να­τό του.


Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου