Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Μικροφιλολογώντας

«Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά»
Τεύ­χος 26
Φθι­νό­πω­ρο 2009
Λευ­κω­σία, Κύ­προς

Το μι­κρό­σχη­μο κυ­πρια­κό πε­ριο­δι­κό συ­νε­χί­ζει α­με­τά­βλη­το, πα­ρό­τι οι πα­λαιό­τε­ροι α­πο­τρα­βιού­νται και νεό­τε­ροι Ελλα­δί­τες ει­σέρ­χο­νται στον πυ­ρή­να της συ­ντα­κτι­κής του ο­μά­δας. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του πε­ριο­δι­κού εί­ναι να μην ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε έ­να θέ­μα, αλ­λά να εμ­φα­νί­ζε­ται στα­θε­ρά πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό. Ωστό­σο, στο πρό­σφα­το τεύ­χος, δια­κρί­νε­ται μια μί­νι ε­νό­τη­τα τριών κει­μέ­νων, η ο­ποία, πι­θα­νώς, δη­μιουρ­γή­θη­κε με α­φορ­μή το θέ­μα του συ­νο­δευ­τι­κού τευ­χι­δίου των «Τε­τρα­δίων», που συ­νι­στούν “πα­ράρ­τη­μα” του πε­ριο­δι­κού. Στα «Τε­τρά­δια», ο Λευ­τέ­ρης Πα­πα­λε­ο­ντίου πα­ρου­σιά­ζει τον ά­γνω­στο κύ­πριο ποιη­τή Τά­κη Ζα­χα­ριά­δη. Αντί­στοι­χα, στο κυ­ρίως πε­ριο­δι­κό συ­ζη­τά τους ό­ρους νε­ο­ρο­μα­ντι­σμός και νε­ο­συμ­βο­λι­σμός, κα­θώς και τον ό­ρο με­τα­συμ­βο­λι­σμός, που ε­πι­στρα­τεύει η Έλλη Φι­λο­κύ­πρου στην δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή της. Με τη μορ­φή δια­δο­χι­κών ε­ρω­τη­μά­των στή­νει το “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό” του και το κα­τα­λή­γει με το ε­ρώ­τη­μα: «Μή­πως, τε­λι­κά, βο­λεύει πε­ρισ­σό­τε­ρο τις φι­λο­λο­γι­κές μας τα­ξι­νο­μή­σεις ο ό­ρος “με­τα­συμ­βο­λι­σμός”, για να α­ντι­κα­τα­στή­σει τη συν­δυα­στι­κή και ί­σως πλε­ο­να­στι­κή χρή­ση των ό­ρων “νε­ο­ρο­μα­ντι­σμός” και “νε­ο­συμ­βο­λι­σμός”, και για τους λό­γους τους ο­ποίους ε­πι­κα­λεί­ται η Ε. Φι­λο­κύ­πρου, αλ­λά και για­τί ο ό­ρος “με­τα­συμ­βο­λι­σμός” έ­χει κα­το­χυ­ρω­θεί στη διε­θνή ο­ρο­λο­γία για να χα­ρα­κτη­ρί­σει κυ­ρίως την ε­ξέ­λι­ξη του συμ­βο­λι­σμού στη γαλ­λι­κή ποίη­ση;»
Ο Πα­πα­λε­ο­ντίου φαί­νε­ται πως έ­θε­σε αυ­τόν τον προ­βλη­μα­τι­σμό υ­πό­ψη δυο Ελλα­δι­τών, που έ­κρι­νε ως τους πλέ­ον αρ­μό­διους, των ο­ποίων τα κεί­με­να και προ­τάσ­σει: του Γιώρ­γου Αρά­γη και του Κώ­στα Στερ­γιό­που­λου, που εί­ναι ο ει­ση­γη­τής “της νε­ο­ρο­μα­ντι­κής και νε­ο­συμ­βο­λι­κής σχο­λής”. Ο πρώ­τος δη­λώ­νει πως α­γνο­εί την προέ­λευ­ση των δυο ό­ρων και στη συ­νέ­χεια, αμ­φι­σβη­τεί τη συ­γκε­κρι­μέ­νη χρή­ση τους για τους ποιη­τές του ’20. Κα­τ’ αρ­χήν, του φαί­νε­ται πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νος ο ό­ρος σχο­λή και ύ­στε­ρα, ού­τε το “νέο ρο­μα­ντι­σμό” τους δια­κρί­νει ού­τε, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, το “νέο συμ­βο­λι­σμό” τους. Ακρι­βέ­στε­ρα, ως προς το δεύ­τε­ρο σκέ­λος, θεω­ρεί πως οι εν λό­γω ποιη­τές ξε­κί­νη­σαν α­κο­λου­θώ­ντας τους συμ­βο­λι­κούς προ­σα­να­το­λι­σμούς των πα­λαιό­τε­ρων, αλ­λά γρή­γο­ρα στρά­φη­καν “στην ει­λι­κρί­νεια του βιώ­μα­τος”, δη­λα­δή σε μια ποίη­ση που “βγαί­νει α­πό τα πράγ­μα­τα”. Από την πλευ­ρά του ο Στερ­γιό­που­λος, αρ­κεί­ται να πα­ρα­τη­ρή­σει πως έ­χει ε­παρ­κώς και κα­τ΄ ε­πα­νά­λη­ψη πα­ρου­σιά­σει το σκε­πτι­κό του για “τους νε­ο­ρο­μα­ντι­κούς και νε­ο­συμ­βο­λι­κούς” ποιη­τές του με­σο­πο­λέ­μου. Πά­ντως, το­νί­ζει πως μια στρο­φή στα “πράγ­μα­τα” δεν ση­μαί­νει α­να­γκα­στι­κά και α­πο­μά­κρυν­ση α­πό τον συμ­βο­λι­σμό.
Και πράγ­μα­τι, στο τε­λευ­ταίο μέ­ρος της ει­σα­γω­γής του στον τό­μο «Η α­να­νεω­μέ­νη πα­ρά­δο­ση» της “αν­θο­λο­γίας-γραμ­μα­το­λο­γίας” «Η ελ­λη­νι­κή ποίη­ση» (Σο­κό­λης, 1980), που α­να­φέ­ρε­ται στη συ­γκε­κρι­μέ­νη ο­μά­δα ποιη­τών, ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί για τους “χω­ρίς α­στείαν αι­δώ” ποιη­τές, τους αυ­τό­χει­ρες, τους ε­ρα­στές της η­δο­νής και των τε­χνη­τών πα­ρα­δεί­σων, που εί­χαν δι­δα­χτεί τους ποιη­τι­κούς τους τρό­πους α­πό τους “poetes maudits”. Τους ποιη­τές με κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τη “νέα ευαι­σθη­σία”, την ει­λι­κρί­νεια του βιώ­μα­τος και την αί­σθη­ση του α­πτού γε­γο­νό­τος. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, στην πε­ρί­πτω­ση του Τέλ­λου Άγρα, ο Στερ­γιό­που­λος πα­ρα­τη­ρεί: “Η ποίη­σή του εί­ναι μια ποίη­ση μι­κρών πραγ­μά­των, που έ­χουν γί­νει σύμ­βο­λα”. Να θυ­μί­σου­με πως, στην εν λό­γω Γραμ­μα­το­λο­γία, οι ποιη­τές του με­σο­πο­λέ­μου μοι­ρά­ζο­νται σε δυο τό­μους και δυο συγ­γρα­φείς: “στους ποιη­τές της α­να­νεω­μέ­νης πα­ρά­δο­σης”, “για να το πού­με ό­πως το θέ­λει ο ποιη­τής Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος”, ο ο­ποίος τους αν­θο­λο­γεί, και στους νεω­τε­ρι­κούς, τους ο­ποίους ε­πι­με­λεί­ται ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου. Ο Αρά­γης πα­ρα­πέ­μπει στην Ιστο­ρία του Αργυ­ρίου. Όχι, ό­μως, για να πα­ρα­θέ­σει και την ά­πο­ψη ε­κεί­νου, αλ­λά, α­πλώς, για να αν­τλή­σει έ­να πα­ρά­θε­μα α­πό το πε­ριο­δι­κό «Μού­σα». Η Ιστο­ρία του Αργυ­ρίου δεί­χνει να κα­θιε­ρώ­νε­ται ως βι­βλιο­γρα­φι­κή πη­γή για τα δυ­σκό­λως προ­σβά­σι­μα πα­λαιά λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να, φαί­νε­ται να πα­ρα­γκω­νί­ζε­ται ως ι­στο­ρι­κό έρ­γο. Κι ό­μως, η Ιστο­ρία συ­νει­σφέ­ρει στο ε­πί­μα­χο θέ­μα των νε­ο­ρο­μα­ντι­κών και νε­ο­συμ­βο­λι­στών την ο­πτι­κή ε­νός κα­λού γνώ­στη της ελ­λη­νι­κής ποίη­σης.
Από τα 19 συ­νο­λι­κά κεί­με­να του τεύ­χους, έ­ξι α­κό­μη α­φο­ρούν την ποίη­ση, εί­τε γε­νι­κώς εί­τε ει­δι­κώς, ε­στιά­ζο­ντας σε συ­γκε­κρι­μέ­νους ποιη­τές. Δυο α­πό αυ­τά α­να­φέ­ρο­νται στις ποιη­τι­κές φόρ­μες της μπαλ­λά­ντας και του χαϊκού γραμ­μέ­να, α­ντι­στοί­χως, α­πό τη Μα­ρία Τό­μπρου και τον Χρή­στο Του­μα­νί­δη. Η Τό­μπρου, θέ­λο­ντας να προ­σκο­μί­σει έ­να α­κό­μη πα­ρά­δειγ­μα προς στή­ρι­ξη της υ­πό­θε­σης ερ­γα­σίας, που ε­δώ και χρό­νια έ­χει δια­τυ­πώ­σει, πως η μπαλ­λά­ντα καλ­λιερ­γεί­ται στην Ελλά­δα α­πό τις αρ­χές του 19ου αιώ­να και δεν πρω­το­ει­σά­γε­ται με τον Βι­ζυη­νό, α­να­φέ­ρε­ται στο έρ­γο του Δη­μη­τρίου Βερ­ναρ­δά­κη. Από αυ­τό α­να­σύ­ρει τρεις ποιη­τι­κές συν­θέ­σεις, που, σύμ­φω­να με την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία της, υ­πά­γο­νται στο συ­γκε­κρι­μέ­νο ποιη­τι­κό εί­δος. Πρό­κει­ται για το ποίη­μα «Η Ψυ­χή», που ο δε­κα­ο­κτα­ε­τής Βερ­ναρ­δά­κης δη­μο­σίευ­σε ψευ­δω­νύ­μως το 1851, τη με­τά­φρα­ση της “μπαλ­λά­ντας” «Οι α­δελ­φοί» του Πωλ Γιό­χαν Χάϊσε, που πρω­το­δη­μο­σίευ­σε το 1863, και έ­να ποίη­μα, γνω­στό ως το «Άσμα γύ­φτισ­σας», α­πό το προ­τε­λευ­ταίο έμ­με­τρο δρά­μα του, «Ευ­φρο­σύ­νη», που α­νέ­βη­κε στο θέ­α­τρο το 1876.
Κα­τά τα άλ­λα, ο Βερ­ναρ­δά­κης έ­γρα­ψε, στο μα­κρύ διά­στη­μα σχε­δόν μι­σού αιώ­να, ε­πτά έμ­με­τρα δρά­μα­τα, τα ο­ποία ό­λα πλην ε­νός α­νε­βά­στη­καν, ε­πί­σης, ό­λα πλην ε­νός τυ­πώ­θη­καν. Ωστό­σο, στους δια­γω­νι­σμούς δεν ευ­τύ­χη­σαν, κά­ποια μό­νο ε­παι­νέ­θη­καν και άλ­λα α­πορ­ρί­φθη­καν. Σε α­ντί­θε­ση με τον, κα­τά τρία χρό­νια νεώ­τε­ρό του ποιη­τή Αντώ­νιο Αντω­νιά­δη, που, χρό­νο πα­ρά χρό­νο, βρα­βευό­ταν, κι ας σχο­λία­ζε την ποίη­σή του ει­ρω­νι­κά ο Ροΐδης. Τα σα­τι­ρι­κά δί­στι­χα, συ­νο­λι­κά πέ­ντε τον α­ριθ­μό, που α­ντάλ­λα­ξαν, το 1877, Αντω­νιά­δης και Ροΐδης, α­πο­τε­λούν το α­ντι­κεί­με­νο ε­νός άλ­λου “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κού” του Σω­τή­ρη Τσέ­λι­κα. Κι αυ­τό, για­τί τα τέσ­σε­ρα α­πό αυ­τά εί­ναι ψευ­δώ­νυ­μα και ως γνω­στόν, τα ψευ­δώ­νυ­μα ε­ρε­θί­ζουν το “α­στυ­νο­μι­κο” δαι­μό­νιο των ε­ρευ­νη­τών. Πολ­λές ει­κα­σίες δια­τυ­πώ­θη­καν, ό­μως την ο­ρι­στι­κή α­πά­ντη­ση την δί­νει ο Πα­λα­μάς.
Ο Πα­λα­μάς, μα­ζί με τον Ξε­νό­που­λο, εί­ναι οι δυο συγ­γρα­φείς, που κά­νουν εύ­κο­λη τη ζωή των ση­με­ρι­νών ε­ρευ­νη­τών. Κα­θώς μα­κρο­η­μέ­ρευ­σαν, συ­μπτω­μα­τι­κά και οι δυο έ­φθα­σαν μέ­χρι τα 84, εί­χαν την ευ­χέ­ρεια να γρά­ψουν για τον ε­αυ­τό τους και την ε­πο­χή τους. Μέ­νει, βε­βαίως, ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο οι νεό­τε­ροι ε­ντρυ­φούν στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά κεί­με­να των πα­λαιό­τε­ρων. Για πα­ρά­δειγ­μα, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ε­ρευ­νη­τές συμ­βου­λεύο­νται την αυ­το­βιο­γρα­φία του Ξε­νό­που­λου, ό­πως πα­ρα­τί­θε­ται στον πρώ­το τό­μο των Απά­ντων του, εί­τε του εκ­δο­τι­κού οί­κου Μπί­ρη εί­τε του με­τέ­πει­τα, των Αδελ­φών Βλάσ­ση. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για μια κο­λο­βή αυ­το­βιο­γρα­φία, που εκ­δό­θη­κε με­τά το θά­να­τό του, κα­τά την κρί­ση και την βο­λή των εκ­δο­τών. Κι ό­μως, ο Ξε­νό­που­λος, ό­χι μια αλ­λά τρεις αυ­το­βιο­γρα­φίες συ­νέ­γρα­ψε μέ­σα σε μια ει­κο­σα­ε­τία. Και τις τρεις φο­ρές σε συ­νέ­χειες, ό­πως και τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του, δη­μο­σιευ­μέ­νες σε τρεις δια­φο­ρε­τι­κές ε­φη­με­ρί­δες. Κά­θε φο­ρά ξε­κι­νού­σε α­πό την αρ­χή, αλ­λά μό­νο την τε­λευ­ταία ευ­τύ­χη­σε να την ο­λο­κλη­ρώ­σει. Κι αυ­τή η τρί­τη εκ­δο­χή στά­θη­κε το πρω­τό­τυ­πο για την έκ­δο­ση. Μό­νο που, ό­πως ση­μειώ­να­με στην πα­ρου­σία­ση σχε­τι­κής με­λέ­της, ο εκ­δό­της ε­πε­νέ­βη πε­ρι­κό­πτο­ντας το κεί­με­νο και α­πα­λεί­φο­ντας τις ση­μειώ­σεις προς ε­πί­τευ­ξη ε­νός γλα­φυ­ρού α­πο­τε­λέ­σμα­τος. Επί­σης, α­φαί­ρε­σε κά­ποιες α­πό τις προ­σω­πι­κές διε­νέ­ξεις του Ξε­νό­που­λου, θεω­ρώ­ντας πως μπο­ρού­σαν να α­πο­βούν ε­πι­ζή­μιες για την υ­στε­ρο­φη­μία του.
Σε αυ­τές τις δια­δο­χι­κές αυ­το­βιο­γρα­φή­σεις του, ο Ξε­νό­που­λος, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, α­να­φέ­ρει και τον φί­λο του Μι­χά­λη Γιαν­νου­κά­κη α­πό την πα­ρέα του Ζα­κύν­θιου λό­γιου Χρή­στου Χιώ­τη και του πε­ριο­δι­κού του «Εκλε­κτά Μυ­θι­στο­ρή­μα­τα». Δι­κό του ή­ταν το φι­λο­λο­γι­κό ψευ­δώ­νυ­μο Αί­σω­πος, που το εί­χε πρω­το­χρη­σι­μο­ποιή­σει στην «Διά­πλα­σιν των Παί­δων». “Με αυ­τό με­τέ­φρα­σε το «Κομ­μέ­νο χέ­ρι» του Μπουα­γκο­μπαί δια τα «Εκλε­κτά», με αυ­τό ε­δη­μο­σίευ­σεν και με­ρι­κά πρω­τό­τυ­πα διη­γη­μα­τά­κια, -έ­να μά­λι­στα, το «Εύα», μιας στή­λης πράγ­μα, για γού­στο, το ε­γρά­ψα­μεν σε συ­νερ­γα­σία και υ­πάρ­χει δη­μο­σιευ­μέ­νο, υ­πό τα ο­νό­μα­τα Αι­σώ­που-Πα­ληού- και με αυ­τό ε­τύ­πω­σε τό­τε το κομ­ψό­τε­ρο, το νο­στι­μώ­τε­ρο βι­βλια­ρά­κι που μπο­ρεί­τε να φα­ντα­σθεί­τε. Ήτο μια συλ­λο­γή μι­κρών, ε­λα­φρών και α­νοι­κτών λι­γά­κι διη­γη­μά­των με τον τίτ­λον «Έρως και Σία»”. Αυ­τά γρά­φει ο Ξε­νό­που­λος, πα­ρα­τη­ρώ­ντας πως, πριν τον κερ­δί­σει τον Γιαν­νου­κά­κη ο “Κερ­δώος”, πρό­λα­βε να γρά­ψει δυο τρεις κω­μω­δίες σε συ­νερ­γα­σία με τον Νί­κο Λά­σκα­ρη, με­τα­ξύ των ο­ποίων την πα­σί­γνω­στη «Στα Πα­ρα­πήγ­μα­τα» και να με­τα­φρά­σει κά­ποια θε­α­τρι­κά. “Δια του Γιαν­νου­κά­κη ει­σήχ­θη το πρώ­τον στην Ελλά­δα ο μέ­γας νορ­βη­γός δρα­μα­τουρ­γός, Ερρί­κος Ίψεν.”
Κλεί­νο­ντας τα «Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά», να ση­μειώ­σου­με και σε αυ­τό το τεύ­χος την πα­ρου­σία δυο μό­νι­μων συ­νερ­γα­τών του πε­ριο­δι­κού: του Γιώρ­γου Κε­χα­γιό­γλου και του Σάβ­βα Παύ­λου, που πα­ρα­μέ­νει και στην συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή. Ο πρώ­τος, έ­χο­ντας ξε­φύ­γει α­πό τις αν­θρω­πο­φα­γι­κές δια­θέ­σεις εχ­θρών τε και προ­στα­τευό­με­νών του, δια­σκε­δά­ζει ως άλ­λος Αστρο­πο­λί­της, α­να­ζη­τώ­ντας τον α­στρι­κό Σεί­ριο στην ελ­λη­νι­κή ποίη­ση. Ο δεύ­τε­ρος συγ­γρά­φει κεί­με­νο με τον τίτ­λο « Η Φό­νισ­σα στην Ασία», το ο­ποίο προ­τι­μού­με να μην σχο­λιά­σου­με, φο­βού­με­νοι μην και τον εκ­θέ­σω­μεν στην μή­νιν των πά­ντο­τε θα­λε­ρών φε­μι­νι­στριών, συ­νερ­γα­τών τε και α­να­γνω­στριών της ε­φη­με­ρί­δας μας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

«Μικροφιλολογικά Τετράδια 8». Λευκωσία 2009

Ο Λευ­τέ­ρης Πα­πα­λε­ο­ντίου προ­σθέ­τει στο ελ­λη­νι­κό ποιη­τι­κό πάν­θε­ον έ­ναν “ι­δα­νι­κό αυ­τό­χει­ρα”, τον ο­ποίο και μας συ­στή­νει, πα­ρό­τι πέ­θα­νε νω­ρίς, ως αυ­θε­ντι­κό “με­τα­συμ­βο­λι­στή” ποιη­τή του κυ­πρια­κού με­σο­πο­λέ­μου. Πρό­κει­ται για τον Ελευ­θέ­ριο (ή και Τά­κη) Ζα­χα­ριά­δη, που πρό­λα­βε να πα­ρου­σια­στεί και στα ελ­λα­δι­κά γράμ­μα­τα με το ψευ­δώ­νυ­μο Λά­ζα­ρος Λε­μέ­σης, δη­λω­τι­κό της γε­νέ­τει­ράς του, Λε­με­σού. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, δη­μο­σίευ­σε με αυ­τό το ψευ­δώ­νυ­μο, το 1938, τρία ποιή­μα­τα στο α­θη­ναϊκό πε­ριο­δι­κό «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα».
Ο Ζα­χα­ριά­δης αυ­το­κτό­νη­σε το 1943, προ­τού α­κό­μη συ­μπλη­ρώ­σει τα εί­κο­σι πέ­ντε, κα­τά έ­ναν πρω­τό­τυ­πο τρό­πο, που α­πο­κα­λύ­πτει την ρο­μα­ντι­κή του ι­διο­συ­γκρα­σία. Ο αυ­το­χει­ρια­σμός του δεί­χνει ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τον Πε­ρι­κλή Γιαν­νό­που­λο και τη δι­κή του η­ρωϊκή έ­ξο­δο α­πό τη ζωή. Μό­νο που ε­κεί­νος εί­χε συ­μπλη­ρώ­σει τα σα­ρά­ντα. Ο πα­τρι­νός λό­γιος εί­χε ε­πι­λέ­ξει το με­ση­μέ­ρι της 10ης Απρι­λίου του 1910, μια βρο­χε­ρή η­μέ­ρα, και την α­κτή του Σκα­ρα­μα­γκά. Ο κύ­πριος ποιη­τής, μια η­μέ­ρα του Φε­βρουα­ρίου (δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται η η­με­ρο­μη­νία, ού­τε η συ­γκε­κρι­μέ­νη ώ­ρα της η­μέ­ρας) και την πα­ρα­λία της γε­νέ­θλιας πό­λης του. Ευ­κα­τά­στα­τος α­στός ο Γιαν­νό­που­λος, για τις α­νά­γκες της αυ­το­κτο­νίας του διέ­θε­τε ά­λο­γο και πε­ρί­στρο­φο. Έφιπ­πος όρ­μη­σε στη θά­λασ­σα και ό­ταν έ­φτα­σε στα βα­θιά αυ­το­πυ­ρο­βο­λή­θη­κε στον κρό­τα­φο. Στη θά­λασ­σα όρ­μη­σε και ο Ζα­χα­ριά­δης, αλ­λά αυ­τός με το πο­δή­λα­τό του. Ίσως, ό­μως, να εί­χε κα­τά νου, πό­σο εί­χε βα­σα­νι­στεί πριν μό­λις δε­κα­πέ­ντε χρό­νια ο προ­σφι­λής του ποιη­τής Κα­ρυω­τά­κης, που και ε­κεί­νος εί­χε αρ­χι­κά ε­πι­λέ­ξει τη θά­λασ­σα ως τον ι­δα­νι­κό τό­πο για να ε­γκα­τα­λεί­ψει τα ε­γκό­σμια. Γι’ αυ­τό και πή­ρε τα μέ­τρα του. Γέ­μι­σε τις τσέ­πες του με πέ­τρες και δέ­θη­κε στο πο­δή­λα­τό του. Και στις τρεις πε­ρι­πτώ­σεις υ­πάρ­χει η πι­θα­νό­τη­τα, στο α­πο­νε­νο­η­μέ­νο διά­βη­μα να συ­νέ­βα­λε κά­ποια ε­ρω­τι­κή α­πο­γοή­τευ­ση, ε­πί­σης, να έ­παι­ξε ρό­λο η ι­διο­συ­γκρα­σία των αυ­τό­χει­ρων. Πά­ντως, κα­θο­ρι­στι­κός πα­ρά­γο­ντας στά­θη­κε ο πε­ρί­γυ­ρός τους. Ει­δι­κά, στην πε­ρί­πτω­ση του Κα­ρυω­τά­κη, η ελ­λα­δι­κή δη­μο­σιοϋπαλ­λη­λι­κή νοο­τρο­πία και στου Ζα­χα­ριά­δη, οι πι­θα­νώς και α­νε­λα­στι­κοί κα­νο­νι­σμοί της κυ­πρια­κής εκ­παι­δευ­τι­κής κοι­νό­τη­τας.
Ανή­συ­χο χα­ρα­κτή­ρα δεί­χνουν τον Ζα­χα­ριά­δη τα βιο­γρα­φι­κά του στοι­χεία. Το 1936 α­πο­φοί­τη­σε α­πό το Γυ­μνά­σιο της Λε­με­σού. Τα χρό­νια 1936-1940 σπού­δα­σε φι­λο­λο­γία στο Πα­νε­πι­στή­μιο των Αθη­νών. Έφυ­γε, ό­μως, χω­ρίς να πά­ρει το δί­πλω­μά του. Αν και σε αυ­τό μπο­ρεί να συ­νέ­βα­λε ο Πό­λε­μος. Πί­σω στην Κύ­προ, τον πρώ­το χρό­νο διο­ρί­στη­κε στο Αθη­ναΐδιο Γυ­μνά­σιο της Λε­με­σού και τον ε­πό­με­νο, στην Ανω­τέ­ρα Σχο­λή Λα­πή­θου, την ο­ποία ε­γκα­τέ­λει­ψε τον ε­πό­με­νο χρό­νο, που ά­νοι­ξε θέ­ση στο Γυ­μνά­σιό του στην Λε­με­σό. Εί­χε, ό­μως, υ­πο­γρά­ψει συμ­βό­λαιο, ό­πως φαί­νε­ται για με­γα­λύ­τε­ρο χρο­νι­κό διά­στη­μα, με το προ­η­γού­με­νο σχο­λείο, το ο­ποίο και τον κυ­νή­γη­σε δι­κα­στι­κά. Κι αυ­τός, υ­περ­βαλ­λό­ντως εύ­θι­κτος, προ­τί­μη­σε την ο­ρι­στι­κή α­να­χώ­ρη­ση.
Στα «Τε­τρά­δια» δη­μο­σιεύο­νται σα­ρά­ντα τρία ποιή­μα­τα του Ζα­χα­ριά­δη, μα­ζί με τρεις με­τα­φρα­στι­κές του δο­κι­μές, ό­λα γραμ­μέ­να μέ­σα στη δε­κα­ε­τία 1932-1942. Απο­τε­λούν μια χει­ρό­γρα­φη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, την ο­ποία εί­χε ο ί­διος ε­μπι­στευ­τεί στον συ­νά­δελ­φο και πα­λαιό κα­θη­γη­τή του στο Γυ­μνά­σιο της Λε­με­σού Κώ­στα Πη­λα­βά­κη. Αυ­τός ή­ταν και ο πρώ­τος, που πα­ρου­σία­σε στα κυ­πρια­κά γράμ­μα­τα τον ποιη­τή Τά­κη Ζα­χα­ριά­δη. Ανά­με­σα στα σκί­τσα του Ζα­χα­ριά­δη, που ει­κο­νο­γρα­φούν τα ποιή­μα­τά του, εί­ναι και αυ­τό του Πη­λα­βά­κη, φτιαγ­μέ­νο στα γυ­μνα­σια­κά του χρό­νια. Επί­σης, σκι­τσά­ρει τον θε­ο­λό­γο του Γυ­μνα­σίου Χρί­στο Οι­κο­νο­μί­δη και α­πο­φοι­τώ­ντας, τον γυ­μνα­σιάρ­χη του, Αργυ­ρό Δρου­σιώ­τη. Τα άλ­λα σκί­τσα πι­θα­νώς να ει­κο­νί­ζουν συ­νο­μη­λί­κους του, ό­πως αυ­τό του αμ­μο­χω­στια­νού ποιη­τή Πά­νου Λε­βέ­ντη. Και α­κό­μη, σκί­τσα α­πό κά­ποια γυ­ναι­κεία πρό­σω­πα. Ίσως, η μη­τέ­ρα του, που θα πρέ­πει να πέ­θα­νε ά­νοι­ξη του 1938, η α­δελ­φή του, μπο­ρεί και κά­ποια α­γα­πη­μέ­νη.
Δεν α­πο­κλείε­ται ο­ρι­σμέ­να α­πό τα ποιή­μα­τά του να ε­στά­λη­σαν και σε άλ­λα α­θη­ναϊκά πε­ριο­δι­κά ή και κυ­πρια­κές ε­φη­με­ρί­δες. Πά­ντως, οι ε­πι­με­λη­τής του α­φιε­ρώ­μα­τος ε­ντό­πι­σαν μό­νο έ­να δη­μο­σίευ­μα δια­φο­ρε­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου στο πε­ριο­δι­κό «Πά­φος». Τα ποιή­μα­τα στα «Τε­τρά­δια» δη­μο­σιεύο­νται σε χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, δεί­χνο­ντας την ε­ξε­λι­κτι­κή πο­ρεία του Ζα­χα­ριά­δη στη στι­χουρ­γία. Ο Πη­λα­βά­κης δια­κρί­νει ε­πιρ­ροές α­πό τον Λά­μπρο Πορ­φύ­ρα, ί­σως και α­πό τον Πα­λα­μά. Ο Πα­πα­λε­ο­ντίου τον το­πο­θε­τεί στην ποιη­τι­κή του “με­τα­συμ­βο­λι­σμού”, ό­πως αυ­τή δια­μορ­φώ­θη­κε στον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο στη διάρ­κεια του με­σο­πο­λέ­μου α­πό τη “γε­νιά” του Κα­ρυω­τά­κη. Με αυ­τήν τη δια­τύ­πω­ση γε­φυ­ρώ­νει το τεύ­χος των «Τε­τρα­δίων» με το κυ­ρίως σώ­μα του πε­ριο­δι­κού, ό­που υ­πάρ­χει μι­κρό α­φιέ­ρω­μα στον “νε­ο­συμ­βο­λι­σμό” ή και “με­τα­συμ­βο­λι­σμό”.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Ανανταπόδοτος ερευνητικός μόχθος

Κυ­ρια­κή Μα­μώ­νη - Λή­δα Ιστι­κο­πού­λου
«Σύλ­λο­γοι Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως (1861-1922)
Έκδο­ση του Συλ­λό­γου προς Διά­δο­σιν Ωφε­λί­μων Βι­βλίων
Αθή­να, 2009

Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του α­θη­ναϊκού Τύ­που, που πο­τέ δεν θα κα­τα­λά­βου­με, ού­τε, ό­μως, και θα συ­νη­θί­σου­με, εί­ναι ο τρό­πος, που ιε­ραρ­χεί και α­ξιο­λο­γεί τις ει­δή­σεις. Τρό­πος, που ου­δό­λως αρ­μό­ζει σε μέ­σο μα­ζι­κής ε­νη­μέ­ρω­σης. Η εί­δη­ση του θα­νά­του ε­νός η­θο­ποιού ή και ε­νός ο­ποιου­δή­πο­τε αν­θρώ­που του θεά­μα­τος κρί­νε­ται τό­σο ση­μα­ντι­κή, που μπο­ρεί να κα­τα­λά­βει και ο­λό­κλη­ρη σε­λί­δα. Ενώ, στο άλ­λο ά­κρο του φά­σμα­τος, η εί­δη­ση του θα­νά­του ε­νός ε­πι­στή­μο­να, α­νε­ξάρ­τη­τα του πό­σο ση­μα­ντι­κού έρ­γου έ­χει ε­πι­τε­λέ­σει, α­ξιο­λο­γεί­ται τό­σο μη­δα­μι­νή, που ού­τε καν α­να­φέ­ρε­ται. Στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, αν υ­πάρ­χουν συγ­γε­νείς ή και φί­λοι, με κά­ποιες γνω­ρι­μίες στις ε­φη­με­ρί­δες, να πε­ρά­σει κα­νέ­να κα­ρε­δά­κι, που ε­νίο­τε ορ­θώ­νε­ται σε μο­νο­στη­λά­κι. Ει­δάλ­λως, η εί­δη­ση του θα­νά­του κα­τα­χω­ρεί­ται μό­νο στα “κοι­νω­νι­κά”. Σε αυ­τές τις α­φα­νείς, κα­τά την κρί­ση των δη­μο­σιο­γρά­φων, πε­ρι­πτώ­σεις, φαί­νε­ται πως α­νή­κει και η Κυ­ρια­κή Μα­μώ­νη. Έχου­με κρα­τή­σει α­πό τη στή­λη των “κοι­νω­νι­κώ­ν” την αγ­γε­λία της κη­δείας της, στις 16 Απρι­λίου 2007. Άλλη α­να­φο­ρά δεν ε­ντο­πί­σα­με, του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά τις ε­φη­με­ρί­δες με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας. Στην α­δια­φο­ρία, εν­δε­χο­μέ­νως να συμ­βάλ­λει και η α­νυ­παρ­ξία οι­κο­γέ­νειας. Μό­νο μια α­δελ­φή και μια α­δελ­φι­κή φί­λη μνη­μο­νεύο­νται στην αγ­γε­λία. Ωστό­σο, εί­ναι γνω­στό πως δεν ή­ταν και λί­γοι ε­κεί­νοι που μα­θή­τευ­σαν δί­πλα της.
Τις προάλ­λες λά­βα­με το τε­λευ­ταίο της βι­βλίο. Στο προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα, η Λή­δα Ιστι­κο­πού­λου, που συ­νυ­πο­γρά­φει την έκ­δο­ση, α­να­φέ­ρει πως πέ­θα­νε η Κυ­ρια­κή Μα­μώ­νη, που εί­χε ξε­κι­νή­σει και προω­θή­σει τη συ­γκε­κρι­μέ­νη με­λέ­τη και η ο­ποία την εί­χε μυή­σει στο ό­λο έρ­γο. Την ευ­χα­ρι­στεί για “την τι­μαλ­φή μα­θη­τεία” αλ­λά δεν δράτ­τε­ται της ευ­και­ρίας για μια ε­κτε­νέ­στε­ρη α­να­φο­ρά στο έρ­γο της. Κι ό­μως, ή­ταν μια κα­λή ευ­και­ρία για τη δη­μο­σίευ­ση ε­νός βιο­γρα­φι­κού της Μα­μώ­νη, συ­μπλη­ρω­μέ­νου και με την η­με­ρο­μη­νία του θα­νά­του της. Αν και τα τε­λευ­ταία χρό­νια, η χρο­νο­λο­γία του θα­νά­του, πό­σω μάλ­λον η η­με­ρο­μη­νία, υ­πο­κα­θί­στα­ται α­πό την ε­πι­γραμ­μα­τι­κή έκ­φρα­ση “α­πέ­θα­νε πλή­ρης η­με­ρώ­ν”, η ο­ποία, τρό­πον τι­νά, α­πο­βαί­νει συ­νώ­νυ­μη με το και­ρός ή­ταν.
Η Κυ­ρια­κή Μα­μώ­νη α­φιέ­ρω­σε ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο της στην ι­στο­ρία του Ελλη­νι­σμού της Θρά­κης και της Μι­κράς Ασίας. Θα πρέ­πει να συ­γκα­τα­λέ­γε­ται α­νά­με­σα στους πλέ­ον συ­στη­μα­τι­κούς με­λε­τη­τές του συ­γκε­κρι­μέ­νου χώ­ρου. Το 2003, η ί­δια εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει ο­ρι­σμέ­να α­πό τα “θρα­κι­κά” με­λε­τή­μα­τά της σε έ­ναν τό­μο, που εί­χε εκ­δο­θεί κι αυ­τός α­πό τον Σ.Ω.Β. Σε αυ­τόν, προ­τάσ­σε­ται σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό της. Σύμ­φω­να με αυ­τό, γεν­νή­θη­κε στην Αθή­να α­πό γο­νείς με ρί­ζες α­πό την Ανα­το­λι­κή Θρά­κη και την Μι­κρά Ασία. Τα έ­ξι πρώ­τα χρό­νια της μα­θη­τι­κής της ζωής τα πέ­ρα­σε στο «Άσυ­λο Αγίου Ανδρέ­ου», Νέ­ας Σμύρ­νης. Ενώ, τα έ­ξι γυ­μνα­σια­κά της χρό­νια στην Ευαγ­γε­λι­κή Σχο­λή της ί­διας πε­ριο­χής, ό­που τα δύο τε­λευ­ταία χρό­νια εί­χε διευ­θύ­ντρια την Όλγα Κα­κρι­δή. Τε­λείω­σε τη φι­λο­σο­φι­κή σχο­λή του Πα­νε­πι­στη­μίου Αθη­νών το 1949 και το 1954 α­να­γο­ρεύ­τη­κε δι­δά­κτωρ της Βυ­ζα­ντι­νής Φι­λο­λο­γίας στην έ­δρα του Νί­κου Τω­μα­δά­κη. Πα­ράλ­λη­λα, έ­λα­βε το δί­πλω­μα της Γαλ­λι­κής Φι­λο­λο­γίας. Υπη­ρέ­τη­σε στην ι­διω­τι­κή εκ­παί­δευ­ση. Όμως, ευ­θύς εξ αρ­χής, ε­πι­δό­θη­κε στην τα­ξι­νό­μη­ση και με­λέ­τη των α­νέκ­δο­των αρ­χείων, που φυ­λάσ­σο­νται στη Βι­βλιο­θή­κη της «Εστίας» Νέ­ας Σμύρ­νης, κυ­ρίως του Συλ­λό­γου «Ανα­το­λή».
Στον ί­διο τό­μο υ­πάρ­χει κα­τά­λο­γος με τα δη­μο­σιεύ­μα­τά της στην διάρ­κεια μι­σού και πλέ­ον αιώ­να, 1949-2002. Όπως φαί­νε­ται, κύ­ριο θέ­μα των ε­ρευ­νών της α­πο­τέ­λε­σε ο Γιώρ­γος Βι­ζυη­νός. Συ­ντάσ­σει βι­βλιο­γρα­φία του για την πε­ρίο­δο 1873-1962 και συμ­βάλ­λει κα­θο­ρι­στι­κά στη συ­γκέ­ντρω­ση στοι­χείων για τη ζωή και το έρ­γο του. Επί­σης, α­να­ζη­τά τα ί­χνη του στα αρ­χεία του Υπουρ­γείου Εξω­τε­ρι­κών, φέρ­νο­ντας στο φως τη δρα­στη­ριό­τη­τα, που εί­χε α­να­πτύ­ξει ο Βι­ζυη­νός σχε­τι­κά με τα εκ­παι­δευ­τι­κά της πα­τρί­δας του. Σε ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο στα «Θρα­κι­κά», πα­ρου­σιά­ζει την αλ­λη­λο­γρα­φία του Βι­ζυη­νού με τους πα­ρά­γο­ντες της εκ­παί­δευ­σης στη Ανα­το­λι­κή Θρά­κη. Επί­σης, δη­μο­σιεύει μια έκ­θε­ση, που ε­κεί­νος εί­χε υ­πο­βάλ­λει στον τό­τε υ­πουρ­γό Εξω­τε­ρι­κών Στέ­φα­νο Δρα­γού­μη, για την κα­κή κα­τά­στα­ση που ε­πι­κρα­τού­σε στην ε­παρ­χία της Βι­ζύης με­τά τον Ρω­σο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο, υ­πο­γραμ­μί­ζο­ντας την α­πό­λυ­τη α­νά­γκη να λει­τουρ­γή­σουν και πά­λι στις ε­κεί κοι­νό­τη­τες ελ­λη­νι­κές σχο­λές.
Ένα άλ­λο θέ­μα, που η Μα­μώ­νη ε­ρεύ­νη­σε ε­πί μα­κρόν, εί­ναι οι ελ­λη­νι­κοί σύλ­λο­γοι μέ­σα στα ό­ρια της ο­θω­μα­νι­κής ε­πι­κρά­τειας. Συ­γκε­κρι­μέ­να, με­λέ­τη­σε και κα­τέ­γρα­ψε τη σω­μα­τεια­κή ορ­γά­νω­ση του Ελλη­νι­σμού σε Θρά­κη, Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και Μι­κρά Ασία. Ήδη, α­πό το 1969, εί­χε αρ­χί­σει να δη­μο­σιεύει τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα αυ­τής της έ­ρευ­νάς της κα­τά πε­ριο­χή. Τε­λι­κά, το 2002, εκ­δό­θη­κε σε βι­βλίο η με­λέ­τη «Γυ­ναι­κείοι Σύλ­λο­γοι στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη (1861-1922)», και το 2006, η με­λέ­τη «Σω­μα­τεια­κή ορ­γά­νω­ση του Ελλη­νι­σμού στη Μι­κρά Ασία». Και τα δυο α­πό το Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας. Ενώ, στην ο­λο­κλή­ρω­ση και των δυο βι­βλίων συμ­με­τεί­χε η νεό­τε­ρη ι­στο­ρι­κός Λή­δα Ιστι­κο­πού­λου. Μά­λι­στα, η Μα­μώ­νη, στο προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα του δεύ­τε­ρου βι­βλίου, ση­μειώ­νει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πως η συ­νερ­γα­σία πα­λαιό­τε­ρων και νεό­τε­ρων ε­ρευ­νη­τών α­νοί­γει νέ­ους ο­ρί­ζο­ντες στην έ­ρευ­να. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, α­πό την νεό­τε­ρη θα α­να­με­νό­ταν να κα­ταρ­τί­σει τα α­πα­ραί­τη­τα ευ­ρε­τή­ρια, τα ο­ποία θα κα­θι­στού­σαν τα βι­βλία χρη­στι­κά για έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό εν­δια­φε­ρο­μέ­νων. Να ση­μειώ­σου­με πως η μα­θη­τεία της Ιστι­κο­πού­λου δί­πλα στη Μα­μώ­νη α­πέ­φε­ρε και τη μο­να­δι­κή στο εί­δος της με­λέ­τη «Η ελ­λη­νι­κή τα­πη­τουρ­γία και η τα­πη­τουρ­γός στη Μι­κρά Ασία (1860-1922)» («Εστία», 2000)
Στο βι­βλίο «Σω­μα­τεια­κή ορ­γά­νω­ση του Ελλη­νι­σμού στη Μι­κρά Ασία», η Μα­μώ­νη πα­ρου­σιά­ζει τους συλ­λό­γους α­νά πε­ριο­χή, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τη Βι­θυ­νία. Εξαι­ρεί, ό­μως, την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, ό­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται η αρ­χιε­πι­σκο­πή Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως και η α­σια­τι­κή α­κτή του Βο­σπό­ρου. Αυ­τό το κε­νό έρ­χε­ται να κα­λύ­ψει το πρό­σφα­το βι­βλίο της. Το έ­τος εκ­κί­νη­σης ο­λό­κλη­ρης της κα­τα­γρα­φής εί­ναι το 1861 και α­να­φέ­ρε­ται στο έ­τος ί­δρυ­σης του Ελλη­νι­κού Φι­λο­λο­γι­κού Συλ­λό­γου Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως. Ωστό­σο, ό­πως συμ­βαί­νει και με τους σμυρ­ναϊκούς συλ­λό­γους, που χρο­νο­λο­γού­νται α­πό το 1838, έ­τσι και ε­δώ, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και ό­σοι σύλ­λο­γοι ι­δρύ­θη­καν πριν το 1861. Όσο για το κα­τα­λη­κτι­κό έ­τος της κα­τα­γρα­φής, δεν χρή­ζει σχο­λια­σμού. Πά­ντως, και σε αυ­τό το βι­βλίο, πα­ρα­κά­μπτε­ται η εν ε­κτά­σει πα­ρου­σία­ση του Ελλη­νι­κού Φι­λο­λο­γι­κού Συλ­λό­γου Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως, κα­θώς θεω­ρεί­ται ό­τι πρέ­πει να α­πο­τε­λέ­σει α­ντι­κεί­με­νο ι­διαί­τε­ρης με­λέ­της.
Σύμ­φω­να με την ει­σα­γω­γή, οι σύλ­λο­γοι της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης υ­περ­βαί­νουν τους 800. Ανά­λο­γα με τους σκο­πούς της δη­μιουρ­γίας τους ε­ντάσ­σο­νται στις α­κό­λου­θες κα­τη­γο­ρίες: α) φι­λεκ­παι­δευ­τι­κούς, που στά­θη­καν και οι ση­μα­ντι­κό­τε­ροι, β) θρη­σκευ­τι­κούς και φι­λαν­θρω­πι­κούς, που ό­φει­λαν τη σύ­στα­σή τους στους εύ­πο­ρους α­στούς της Πό­λης και το Πα­τριαρ­χείο, γ) ε­παγ­γελ­μα­τι­κούς, που στό­χευαν στη δια­σφά­λι­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων, δ) πο­λι­τι­κούς ή και ε­θνι­κούς, που άρ­χι­σαν να δη­μιουρ­γού­νται με την ψή­φι­ση του τουρ­κι­κού συ­ντάγ­μα­τος του 1908, ε) σύλ­λο­γοι των α­πο­δή­μων, που έρ­χο­νταν α­πό τον ε­λεύ­θε­ρο ή και τον α­κό­μη ο­θω­μα­νο­κρα­τού­με­νο ελ­λα­δι­κό κό­σμο, στ) σύλ­λο­γοι για την ε­νί­σχυ­ση των με­γά­λων σχο­λών της Πό­λης, ό­πως η Με­γά­λη του Γέ­νους Σχο­λή. Δί­πλα σε αυ­τούς στοι­χί­ζο­νται οι νε­α­νι­κοί σύλ­λο­γοι και α­κό­μη, σύλ­λο­γοι φι­λο­λο­γι­κοί, θε­α­τρι­κοί, μου­σι­κοί και α­θλη­τι­κοί. Στο βι­βλίο, οι σύλ­λο­γοι πα­ρα­τάσ­σο­νται κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, α­κο­λου­θώ­ντας το έ­τος της ί­δρυ­σής τους. Να ση­μειώ­σου­με πως ο πρώ­τος σύλ­λο­γος, που κα­τα­γρά­φε­ται, ι­δρύε­ται το 1769 και ο ε­πό­με­νος, το 1803, ε­νώ αρ­χί­ζουν να πυ­κνώ­νουν μό­νο με­τά το 1861. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της έ­ξαρ­σης, που πα­ρα­τη­ρεί­ται τα τε­λευ­ταία χρό­νια, εί­ναι οι συ­νο­λι­κά τριά­ντα πέ­ντε σύλ­λο­γοι, που ι­δρύ­θη­καν κα­τά την ύ­στα­τη διε­τία, 1921-22.
Πα­ρά τα κα­τά και­ρούς α­πα­γο­ρευ­τι­κά μέ­τρα της τουρ­κι­κής κυ­βέρ­νη­σης, οι σύλ­λο­γοι ε­πι­βίω­σαν και πολ­λοί μα­κρο­η­μέ­ρευ­σαν. Αυ­τό δεν ση­μαί­νει ό­τι η α­πο­τί­μη­ση του έρ­γου τους στά­θη­κε πά­ντο­τε θε­τι­κή. Κα­τά και­ρούς, ο­ρι­σμέ­νοι α­πό αυ­τούς κα­τη­γο­ρή­θη­καν πως δεν ή­ταν αρ­κε­τά δρα­στή­ριοι ή και πως δεν εκ­πλή­ρω­ναν τους σκο­πούς τους. Πά­ντως, στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, προς τα τέ­λη του 19ου αιώ­να, φαί­νε­ται πως πα­ρα­τη­ρή­θη­κε “συλ­λο­γο­μα­νία”, την ο­ποία και δια­κω­μώ­δη­σαν δεό­ντως τα το­πι­κά σα­τι­ρι­κά φύλ­λα της ε­πο­χής. Το τε­λι­κό, ό­μως, συ­μπέ­ρα­σμα εί­ναι ό­τι οι φι­λεκ­παι­δευ­τι­κοί σύλ­λο­γοι, μα­ζί με τις φι­λαν­θρω­πι­κές α­δελ­φό­τη­τες, συ­νέ­βα­λαν κα­θο­ρι­στι­κά στη διά­δο­ση της ελ­λη­νι­κής παι­δείας. Γε­γο­νός, που ε­κτι­μή­θη­κε και α­πό τους γάλ­λους φι­λέλ­λη­νες.
Στον τό­μο, έ­να σύ­ντο­μο κε­φά­λαιο, ό­λο και ό­λο, δυο σε­λί­δων α­να­φέ­ρε­ται στις φι­λο­λο­γι­κές συ­ντρο­φιές. Εκεί, μνη­μο­νεύο­νται και ο­ρι­σμέ­να “φι­λο­λο­γι­κά σα­λό­νια”, που ά­νοι­ξαν στα χρό­νια 1910-1914, ό­πως αυ­τά του δη­μο­τι­κι­στή Φώ­τη Φω­τιά­δη και της Σο­φίας Σπα­νού­δη. Κα­τά τα άλ­λα, το μο­να­δι­κό ευ­ρε­τή­ριο του τό­μου κα­ταρ­τί­στη­κε με βά­ση την ε­πί­ση­μη ο­νο­μα­σία των συλ­λό­γων, ε­νώ α­που­σιά­ζει έ­να θε­μα­τι­κό ευ­ρε­τή­ριο με βά­ση το σκο­πό και τις δρα­στη­ριό­τη­τες του κά­θε συλ­λό­γου. Οπό­τε, εάν κά­ποιος εν­δια­φέ­ρε­ται για έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο πρό­σω­πο, θα πρέ­πει να διέλ­θει το σύ­νο­λο των 482 σε­λί­δων. Για πα­ρά­δειγ­μα, εις μά­την α­να­ζη­τή­σα­με τον Σταύ­ρο Βου­τυ­ρά, τον εκ­δό­τη του «Νε­ο­λό­γου», που υ­πήρ­ξε α­πό τους ι­δρυ­τές ο­ρι­σμέ­νων α­πό τους με­γά­λους συλ­λό­γους της Πό­λης.
Όμως αυ­τά συ­νι­στούν λε­πτο­μέ­ρειες, που μπο­ρούν να συ­μπλη­ρω­θούν. Το ση­μα­ντι­κό εί­ναι πως ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε τε­λι­κά, σε δυο τό­μους, η πα­ρου­σία­ση των ελ­λη­νι­κών συλ­λό­γων της Μι­κράς Ασίας και της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, κα­λύ­πτο­ντας μια ε­ξη­ντά­χρο­νη πε­ρίο­δο, που έ­μελ­λε να εί­ναι και η τε­λευ­ταία της ακ­μής του Ελλη­νι­σμού ε­κεί­θεν του Αι­γαίου.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Οι κόρες της Χελιδόνας

Μα­ρία Καρ­δα­ρά
«Φλου­ρί Κων­στα­ντι­νά­το»
Εκδό­σεις Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα
Νοέμ­βριος 2008

Η Χε­λι­δό­να, ο­ρει­νό χω­ριό της Ευ­ρυ­τα­νίας, δια­τη­ρεί, σύμ­φω­να με την α­πο­γρα­φή του 2001, 149 κα­τοί­κους. Ως τό­πος της λο­γο­τε­χνίας, ε­κτός α­πό δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια και α­να­φο­ρές σε ο­δοι­πο­ρι­κά, με­τρά­ει και δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα: «Τα παι­διά της Χε­λι­δό­νας» του Διο­νύ­ση Χα­ρι­τό­που­λου, που εκ­δό­θη­κε το 1983 και τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα έ­γι­νε κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ται­νία α­πό τον Κώ­στα Βρετ­τά­κο, και το «Φλου­ρί Κων­στα­ντι­νά­το» της Μα­ρίας Καρ­δα­ρά. Και οι δυο συγ­γρα­φείς συν­δέ­ο­νται με την Ευ­ρυ­τα­νία, πα­ρό­λο που αυ­τό το δέ­σι­μό τους α­κο­λού­θη­σε α­νά­στρο­φη πο­ρεία μέ­σα στο χρό­νο. Αθη­ναίος ο Χα­ρι­τό­που­λος, με μη­τέ­ρα α­πό την Ευ­ρυ­τα­νία, δη­λώ­νει σή­με­ρα ως τό­πο κα­τοι­κίας το Μι­κρό Χω­ριό. Γεν­νη­μέ­νη στη Χε­λι­δό­να η Καρ­δα­ρά, α­πό οι­κο­γέ­νεια Ευ­ρυ­τά­νων, σή­με­ρα κα­τοι­κεί στην Αθή­να. Για τον Χα­ρι­τό­που­λο, που πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε το 1976, συ­νι­στώ­ντας μια α­πό τις πρώι­μες πα­ρου­σίες της γε­νιάς του ’80, «Τα παι­διά της Χε­λι­δό­νας», εί­ναι το τρί­το βι­βλίο του και το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του. Στη συγ­γρα­φι­κή του δια­δρο­μή στά­θη­κε το πρώ­το, που ε­μπνεύ­στη­κε α­πό την Ευ­ρυ­τα­νία, ε­νώ το ε­πό­με­νο άρ­γη­σε. Εκδό­θη­κε το 1997, και ή­ταν το «Άρης ο αρ­χη­γός των α­τά­κτων». Όσο για το ε­μπνεύ­στη­κε, τρό­πος του λέ­γειν. Μάλ­λον το ό­νο­μα του χω­ριού του ά­ρε­σε για τίτ­λος μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στο βι­βλίο του, τα παι­διά της Χε­λι­δό­νας εί­ναι σκορ­πι­σμέ­να στα τέσ­σε­ρα ση­μεία του ο­ρί­ζο­ντα.
Για την Καρ­δα­ρά, αυ­τό εί­ναι το πρώ­το της βι­βλίο, το ο­ποίο και τι­μή­θη­κε με το πρώ­το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον ε­τή­σιο δια­γω­νι­σμό της Πα­νελ­λα­δι­κής Ένω­σης Λο­γο­τε­χνών. Όπως φαί­νε­ται, ξε­κί­νη­σε ως ποιή­τρια, ω­στό­σο, η ί­δια, στο βιο­γρα­φι­κό της δεν δί­νει συ­γκε­κρι­μέ­να στοι­χεία. Κι ό­μως, ο μο­να­δι­κός προο­ρι­σμός ε­νός βιο­γρα­φι­κού ση­μειώ­μα­τος εί­ναι η ε­πα­κρι­βής πλη­ρο­φό­ρη­ση, του­λά­χι­στον για ό­σα στοι­χεία δεν ε­μπί­πτουν στην ε­πί­φο­βη πε­ριο­χή των προ­σω­πι­κών δε­δο­μέ­νων. Πέ­ρυ­σι, πά­ντως, ποίη­μά της βρα­βεύ­τη­κε στον ε­τή­σιο δια­γω­νι­σμό της Εται­ρείας Λο­γο­τε­χνών και Συγ­γρα­φέων Ηπεί­ρου. Δυ­στυ­χώς, στις ε­φη­με­ρί­δες με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας δί­νε­ται ε­λά­χι­στος έως κα­θό­λου χώ­ρος σε πα­ρό­μοιους δια­γω­νι­σμούς και τις α­ντί­στοι­χες Εται­ρείες. Κι ό­μως, μπο­ρεί έ­να με­γά­λο τμή­μα του λο­γο­τε­χνι­κού κό­σμου να βρί­σκε­ται συ­γκε­ντρω­μέ­νο στην Εται­ρεία Συγ­γρα­φέων, ω­στό­σο, υ­πάρ­χουν πέ­ντε α­κό­μη Εται­ρείες με έ­δρα την Αθή­να και αρ­κε­τές άλ­λες, που συ­γκε­ντρώ­νουν τους συγ­γρα­φείς των ε­πί μέ­ρους δια­με­ρι­σμά­των της χώ­ρας. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, το μυ­θι­στό­ρη­μα της Καρ­δα­ρά, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, σχο­λιά­στη­κε μό­νο στον Τύ­πο της Ευ­ρυ­τα­νίας. Κα­κά τα ψέ­μα­τα, οι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές των Αθη­νών εμ­φα­νί­ζο­νται ι­διαί­τε­ρα ε­πιρ­ρε­πείς στις τά­σεις της ε­πο­χής. Τους α­πα­σχο­λεί κυ­ρίως η ξέ­νη λο­γο­τε­χνία, κι ό­ταν ε­πι­λέ­γουν το μυ­θι­στό­ρη­μα ε­νός πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου Έλλη­να συγ­γρα­φέα, βα­σι­κό κρι­τή­ριο εί­ναι η ε­πι­και­ρό­τη­τα του θέ­μα­τος. Προ­φα­νώς και προ­τι­μούν έ­να βι­βλίο, π.χ. για τους με­τα­νά­στες ή για τα αγ­χω­τι­κά α­διέ­ξο­δα του α­θη­ναϊκού ά­στεως, α­πό έ­να στο ο­ποίο πρω­τα­γω­νι­στής εί­ναι έ­νας μι­κρός τό­πος, ό­πως η Χε­λι­δό­να. Και πράγ­μα­τι, το μι­κρό αυ­τό χω­ριό της Ευ­ρυ­τα­νίας εί­ναι ο πρω­τα­γω­νι­στής στο βι­βλίο της Καρ­δα­ρά.
Ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χα­ρι­τό­που­λου θα ταί­ρια­ζε και στο δι­κό της βι­βλίο, α­φού μια κό­ρη της Χε­λι­δό­νας διη­γεί­ται τη ζωή της και ό­ταν, προς το τέ­λος, κου­ρά­ζε­ται, παίρ­νει το μί­το της α­φή­γη­σης η α­δελ­φή της και με­τά, για λί­γο μό­νο, η μά­να τους. Το “φλου­ρί κων­στα­ντι­νά­το”, που η συγ­γρα­φέ­ας προ­τί­μη­σε για τίτ­λο, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο έ­να θαυ­μα­τουρ­γό φυ­λα­χτό πα­ρά έ­να νό­μι­σμα. Ο παπ­πούς της α­φη­γή­τριας, πι­στεύει πως εί­ναι φτιαγ­μέ­νο α­πό το Τί­μιο Ξύ­λο. Όταν, λέει, η Αγία Ελέ­νη βρή­κε το Σταυ­ρό του Ιη­σού στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα, τον χώ­ρι­σε στα δυο. Από τα πριο­νί­δια, ο γιος της, ο Μέ­γας Κων­στα­ντί­νος, μη θέ­λο­ντας να τα πε­τά­ξει, τα α­νά­μι­ξε με μέ­ταλ­λο και έ­φτια­ξε τα ιε­ρά νο­μί­σμα­τα. Ο παπ­πούς ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως η γε­νιά τους κρα­τά­ει α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, εξ ου και το ε­πί­θε­τό τους Στα­μπο­λι­ταίοι α­πό το Ιστα­μπούλ. Άλλω­στε, Ευ­ρυ­τά­νες βρί­σκο­νται στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό τον 17ο αιώ­να και η Αδελ­φό­τη­τα Ευ­ρυ­τά­νων, ι­δρυ­μέ­νη το 1812, εί­ναι έ­νας α­πό τους πα­λαιό­τε­ρους συλ­λό­γους της Πό­λης.
Από τις πιο ά­γο­νες πε­ριο­χές η Ευ­ρυ­τα­νία, οι κά­τοι­κοί της κυ­νη­γού­σαν αλ­λού την τύ­χη τους. Διέρ­ρε­αν πα­ντού και στά­θη­καν α­νά­με­σα στους πρώ­τους με­τα­νά­στες. Τον 18ο και τον 19ο αιώ­να τρα­βού­σαν για την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, τη Σμύρ­νη και τις πα­ρα­δου­νά­βιες πε­ριο­χές. Στα τέ­λη του 19ου και τον 20ο έ­φευ­γαν για την Αμε­ρι­κή. Και αυ­τό, το δεύ­τε­ρο κύ­μα της με­τα­νά­στευ­σης κα­θό­ρι­σε τη ζωή της α­φη­γή­τριας. Μά­γει­ρας στην Αμε­ρι­κή πή­γε στο με­σο­πό­λε­μο ο πα­τέ­ρας της, αλ­λά δεν κα­ζά­ντι­σε. Πριν φύ­γει, στα­μά­τη­σε τις κό­ρες του α­πό το σχο­λείο, για να μεί­νουν στο πό­δι του και να α­να­λά­βουν τις δου­λειές. Η α­φη­γή­τρια πέ­ρα­σε την ε­φη­βεία δου­λεύο­ντας τη γη και βό­σκο­ντας τα ζω­ντα­νά. Από τη δι­κή της σκο­πιά κα­τα­γρά­φο­νται ο Πό­λε­μος, η Κα­το­χή, ο Εμφύ­λιος και η α­να­γκα­στι­κή ε­κτό­πι­ση, που α­κο­λού­θη­σε, ως α­νταρ­τό­πλη­κτοι στον κά­μπο του Αγρι­νίου, μέ­χρι το γυ­ρι­σμό τους στο χω­ριό, Μάη του 1950. Τα κα­το­πι­νά χρό­νια ήρ­θε και η δι­κή της α­πο­κα­τά­στα­ση με συ­νοι­κέ­σιο. Πι­στεύου­με πως το μυ­θι­στό­ρη­μα θα κέρ­δι­ζε, αν στα­μα­τού­σε σε αυ­τό το ση­μείο. Το α­σθε­νές, ό­μως, ση­μείο κά­θε πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου βρί­σκε­ται στην οι­κο­νο­μία που πρέ­πει να κά­νει στο δια­θέ­σι­μο βιω­μα­τι­κό υ­λι­κό. Όπως και να έ­χει, τό­τε το χω­ριό και ο­λό­κλη­ρη η Ευ­ρυ­τα­νία γνώ­ρι­σε νέο, μα­ζι­κό κύ­μα με­τα­νά­στευ­σης προς τα α­στι­κά κέ­ντρα, την Αμε­ρι­κή και την Αυ­στρα­λία. Αυ­τή τη φο­ρά έ­φευ­γαν ό­σα παι­διά δεν εί­χαν σκο­τω­θεί στον πό­λε­μο ή δεν εί­χαν πά­ει α­πό εμ­φύ­λιο βό­λι ή α­κό­μη, ό­σα δεν εί­χαν χα­θεί σε κά­ποια παι­δό­πο­λη της Βα­σι­λι­κής Πρό­νοιας. Πά­ντως, ως τό­πος στην κυ­ριο­λε­ξία εκ­κε­νώ­θη­κε.
Το μυ­θι­στό­ρη­μα, ξε­τυ­λί­γο­ντας την ι­στο­ρία της κο­πέ­λας και της οι­κο­γέ­νειάς της, πα­ρου­σιά­ζει τις πε­ρι­πέ­τειες ο­λό­κλη­ρου του χω­ριού. Το γε­γο­νός, μά­λι­στα, πως πρω­τα­γω­νι­στούν γυ­ναί­κες, εί­τε για­τί οι ά­ντρες πο­λε­μούν εί­τε για­τί εί­ναι α­νί­κα­νοι και κα­φε­νό­βιοι, προσ­δί­δει έ­ναν σχε­δόν η­ρωι­κό χα­ρα­κτή­ρα στον α­γώ­να τους για ε­πι­βίω­ση. Λ.χ., αν ε­πέ­ζη­σαν στην Κα­το­χή, έ­στω και χω­ρίς α­λά­τι και ζά­χα­ρη, ο­φει­λό­ταν στην ε­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα της μά­νας, που έ­φτια­χνε ψω­μί α­πό βε­λα­νί­δι και λιο­κού­κι, α­πό τριμ­μέ­νο κου­κού­τσι ε­λιάς. Ωστό­σο, δεν πρό­κει­ται για μια η­θο­γρα­φία της σκλη­ρής ζωής στο χω­ριό. Τη διή­γη­ση διαν­θί­ζουν α­να­δρο­μές στα ει­ρη­νι­κά χρό­νια και ό­νει­ρα, τα ο­ποία η α­φη­γή­τρια θεω­ρεί προ­φη­τι­κά για τα μελ­λού­με­να.
Μέ­σα α­πό την α­φή­γη­ση προ­βάλ­λει η μι­κροϊστο­ρία της Χε­λι­δό­νας. Εί­ναι ά­ξια προ­σο­χής, α­φού πρό­κει­ται για έ­να α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό χω­ριό, που εκ­φρά­ζει τον α­μι­γώς ο­ρει­νό κό­σμο και μια κλει­στή κοι­νό­τη­τα. Η συγ­γρα­φέ­ας δί­νει α­νά­γλυ­φη ει­κό­να του το­πίου, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το πέ­τρι­νο ε­κα­τό­χρο­νο σπί­τι της, τους τρεις μα­χα­λά­δες του χω­ριού και το βου­νό της Χε­λι­δό­νας. Πά­νω του βρί­σκε­ται σκαρ­φα­λω­μέ­νο το αλ­λο­τι­νό Λά­στο­βο, που, με τις με­το­νο­μα­σίες, έ­γι­νε Χε­λι­δό­να. Και α­κό­μη, το πο­τά­μι τους, ο Τρι­κε­ριώ­της, τα α­ντι­κρι­στά χω­ριά στις άλ­λες βου­νο­πλα­γιές, μέ­χρι το Μι­κρό Χω­ριό και τους δύο πύρ­γους του Κα­ραϊσκά­κη στον Προυσ­σό. Τη μι­κροϊστο­ρία της Χε­λι­δό­νας η Καρ­δα­ρά τη συν­θέ­τει, πα­ρου­σιά­ζο­ντας κά­ποια έ­θι­μα, ό­πως αυ­τά του γά­μου, που πα­ρα­τί­θε­νται με κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια. Ακό­μη, πε­ρι­γρά­φο­ντας ερ­γα­λεία, χρη­στι­κά α­ντι­κεί­με­να, ε­δέ­σμα­τα μέ­χρι την ε­σω­τε­ρι­κή ε­πί­πλω­ση και κα­τα­σκευή των σπι­τιών. Τέ­λος, πε­ρι­σώ­ζει το το­πι­κό ι­δίω­μα, πα­ρα­θέ­το­ντας και σχε­τι­κό γλωσ­σά­ρι. Και ό­λα αυ­τά χω­ρίς η α­φή­γη­ση να χά­νει σε γλα­φυ­ρό­τη­τα. Αντί­θε­τα, ζωη­ρεύει χά­ρις στις στι­χο­μυ­θίες και, σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, α­πο­κτά ε­λε­γεια­κούς τό­νους, κα­θώς εν­σω­μα­τώ­νο­νται στί­χοι α­πό δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια.
Μέ­νει να α­να­φερ­θού­με στα ε­μπό­λε­μα πά­θη, ι­διαί­τε­ρα τα εμ­φύ­λια. Αυ­τά α­νι­στο­ρού­νται, ό­πως α­κρι­βώς τα βίω­σε η α­φη­γή­τρια, με την α­γριό­τη­τα μοι­ρα­σμέ­νη και στις δυο πλευ­ρές. Ήταν “οι κε­φα­λές του χω­ριού”, που α­πο­φά­σι­σαν να υ­πο­δε­χτούν τους Γερ­μα­νούς “στο έ­μπα τ’ Αϊ-Γιάν­νη” με τσί­που­ρα, φο­βού­με­νοι τη φω­τιά και την α­τί­μω­ση. Και λί­γο αρ­γό­τε­ρα, οι ί­διοι α­πο­φά­σι­σαν, “σε μια οι­κο­γέ­νεια που ’χε δυο ά­ντρες, ο έ­νας να πά­ει α­ντάρ­της και ο άλ­λος στο στρα­τό”. Και πά­λι, για την α­σφά­λεια του χω­ριού. Εκεί­νο που μάλ­λον δεν προέ­βλε­ψαν ή­ταν το μί­σος, που οι ιν­στρού­χτο­ρες της κά­θε πλευ­ράς έ­σπει­ραν για να δη­μιουρ­γή­σουν αρ­ρα­γή μέ­τω­πα. Πά­ντως, η οι­κο­γέ­νεια της α­φη­γή­τριας, με γα­μπρό α­ντάρ­τη, βοή­θη­σε τους α­ντάρ­τες και α­ντι­με­τώ­πι­σε το μέ­νος των Μάυ­δων και των πα­ρα­κρα­τι­κών.
Ως μο­να­δι­κή η­ρωι­κή φι­γού­ρα προ­βάλ­λει ο Άρης Βε­λου­χιώ­της. “Έρχο­νται τα Χε­ρου­βείμ... και τα Σε­ρα­φείμ. Τάγ­μα­τα αγ­γέ­λων... Ο Αϊ-Γιώρ­γης έρ­χε­ται στ’ άσ­προ ά­λο­γο...” φώ­να­ζε ο πα­τέ­ρας της, που τό­τε έ­βγαι­νε α­πό ε­πι­δη­μία τύ­φου και “έ­λε­γε διά­φο­ρα πα­ρά­ξε­να”. Η α­φη­γή­τρια θυ­μά­ται τον Βε­λου­χιώ­τη, μαυ­ρο­γέ­νη, με το μά­τι του στυ­λω­μέ­νο στη Χε­λι­δό­να. “Πή­ραν τα ά­λο­γα και τον α­νή­φο­ρο για το βου­νό”. Πή­γαι­ναν προς το Μι­κρό Χω­ριό. Την ε­κεί μά­χη, η συγ­γρα­φέ­ας την συ­νο­ψί­ζει με το γνω­στό ά­σμα:
«Βα­ριά στε­νά­ζουν τα βου­νά/ κι ο ή­λιος συν­νε­φιά­ζει./ Λα­μπο­κο­πούν γυ­μνά σπα­θιά, / πέ­φτουν ντου­φέ­κια α­νά­ρια./ Ο Άρης κά­νει πό­λε­μο,/ μ’ α­ντάρ­τες πα­λι­κά­ρια.» Ήταν 18 Δε­κεμ­βρίου 1942, ό­ταν δια­κό­σιοι α­ντάρ­τες εί­χαν α­πέ­να­ντί τους δυο χι­λιά­δες Ιτα­λούς και τους κα­τα­τρό­πω­σαν. Στο βι­βλίο, πά­ντως, ο Βε­λου­χιώ­της μό­λις που πιά­νει δύο σε­λί­δες.
Το μυ­θι­στό­ρη­μα της Καρ­δα­ρά ζω­ντα­νεύει έ­ναν κό­σμο που έ­φυ­γε και μια ε­πο­χή που ε­τά­φει ο­ρι­στι­κά κά­τω α­πό τους νεω­τε­ρι­σμούς μιας άλ­λης. Κα­θό­λου τυ­χαία, ο Χα­ρι­τό­που­λος α­πο­κα­λεί την Χε­λι­δό­να Καρ­πε­νη­σίου “μι­κρή Ελβε­τία”. Αυ­τό εί­ναι για τον ση­με­ρι­νό Έλλη­να, που έρ­χε­ται ε­δώ ως ε­πι­σκέ­πτης, εί­τε για να προ­σκυ­νή­σει το Μο­να­στή­ρι του Προυσ­σού εί­τε για τα χει­με­ρι­νά σπορ που προ­σφέ­ρει η πε­ριο­χή. Πά­λι κα­λά, που κά­ποιες κό­ρες της Χε­λι­δό­νας α­νι­στο­ρούν τις διη­γή­σεις, με τις ο­ποίες με­γά­λω­σαν.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

«Το Δέντρο» Τεύχος 169-170 Άνοιξη-Καλοκαίρι 2009

Αφιέ­ρω­μα στον Γιάν­νη Ρί­τσο και με α­φορ­μή το φε­τι­νό ε­πε­τεια­κό έ­τος Ρί­τσου. Το τεύ­χος συ­νο­δεύε­ται α­πό CD, στο ο­ποίο το βα­ρύ πυ­ρο­βο­λι­κό της γε­νιάς του ’70, δε­κα­τέσ­σε­ρις τον α­ριθ­μό, και τρεις α­πό τις άλ­λες γε­νιές, Τί­τος Πα­τρί­κιος, Μά­νος Ελευ­θε­ρίου και Πα­ντε­λής Μπου­κά­λας, δια­βά­ζουν ποιή­μα­τά του. Στο κυ­ρίως σώ­μα του τεύ­χους, σα­ρά­ντα συγ­γρα­φείς γρά­φουν γι’ αυ­τόν. Ανά­με­σά τους, ο Τά­κης Σι­νό­που­λος και ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου. Το κεί­με­νο του Σι­νό­που­λου εί­ναι α­πό­σπα­σμα κρι­τι­κής του για δύο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές του Ρί­τσου, «Μαρ­τυ­ρίες» και «12 ποιή­μα­τα για τον Κα­βά­φη», δη­μο­σιευ­μέ­νης στο πε­ριο­δι­κό «Επο­χές», Μάιο 1964: «... Εί­ναι λοι­πόν “χαλ­κέ­ντε­ρος” ο Ρί­τσος. Γρά­φει μι­κρά, αλ­λά και με­γά­λα ποιή­μα­τα. Και πολ­λά. Πρό­κει­ται για μια διη­νε­κή, α­στα­μά­τη­τη ποιη­τι­κή ε­νέρ­γεια...».
Το κεί­με­νο του Αργυ­ρίου, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ένας συ­νο­πτι­κός -α­πο­δει­κτι­κός; -λό­γος για τον Ρί­τσο», θέ­τει ως εκ­κί­νη­ση το ε­ρώ­τη­μα, για­τί έ­νας ποιη­τής σαν τον Ρί­τσο, που σή­με­ρα ό­λοι κα­τα­τάσ­σουν στους με­γά­λους της ποίη­σης, πριν ε­ξή­ντα χρό­νια, στον κύ­κλο του πε­ριο­δι­κού «Νέα Γράμ­μα­τα», α­ντι­με­τω­πι­ζό­ταν με συ­γκα­τά­βα­ση. Πα­ρα­θέ­τει, μά­λι­στα, και μια α­νά­μνη­σή του α­πό τον και­ρό της Κα­το­χής. Τό­τε, εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει η συλ­λο­γή ποιη­μά­των του Ρί­τσου «Δο­κι­μα­σία». “Ο Ελύ­της έ­λε­γε ό­τι την πρώ­τη φο­ρά που τη διά­βα­σε εν­θου­σιά­στη­κε, ό­μως, ό­ταν την ξα­να­διά­βα­σε α­πο­γο­η­τεύ­θη­κε.” Ο Αργυ­ρίου κά­νει την υ­πό­θε­ση πως αυ­τή η α­ντί­δρα­ση του Ελύ­τη ο­φει­λό­ταν “στα φθαρ­τά υ­λι­κά”, με τα ο­ποία εί­ναι κα­ταρ­τι­σμέ­νη η ποίη­ση του Ρί­τσου, ό­πως, άλ­λω­στε, και ε­κεί­νη του Κα­βά­φη. Γι’ αυ­τό, ο Ελύ­της αλ­λά και ο Σε­φέ­ρης δεν τα πή­γαι­ναν κα­λά με την ποίη­ση του Αλε­ξαν­δρι­νού. Μια ποίη­ση με “φθαρ­τά υ­λι­κά” έ­δει­χνε “φθαρ­τή”. Στη συ­νέ­χεια ε­πι­κε­ντρώ­νει το εν­δια­φέ­ρον του σε έ­να ποίη­μα ε­κεί­νης της συλ­λο­γής του Ρί­τσου, το «Άνε­μοι στα δει­λι­νά προά­στια». Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος προ­χω­ρά στην α­νά­λυ­ση του ποιή­μα­τος, κα­τα­με­τρώ­ντας τα ου­σια­στι­κά και τα ρή­μα­τα, που συ­νι­στούν “τους φο­ρείς ση­μα­σίας” του ποιή­μα­τος. Το πό­ρι­σμά του εί­ναι το υ­ψη­λό πο­σο­στό “φο­ρέων ση­μα­σίας” έ­να­ντι της γυ­μνό­τη­τας α­πό ε­πί­θε­τα του ποιή­μα­τος. Και κα­τα­λή­γει πως ο ποιη­τι­κός λό­γος του Ρί­τσου εί­ναι λι­τός και α­πέ­ριτ­τος. Πα­ρο­τρύ­νει να ε­ξε­τα­στεί η ποίη­ση του Ρί­τσου α­πό αυ­τήν την σκο­πιά. Δια­βλέ­πο­ντας μια ποίη­ση ο­ρα­μα­τι­κή, υ­ψη­λής στάθ­μης.

Στρατηγικές του έρωτα και της αφήγησης

Δη­μή­τρης Αλε­ξίου
«Τέσ­σε­ρις ώ­ρες»
Ει­κο­νο­γρά­φη­ση
Δη­μή­τρης Τα­λα­γά­νης
Εκδό­σεις Ερι­φύ­λη
Μάιος 2009

Και πά­λι, ο λό­γος για διη­γή­μα­τα. Κι αυ­τό, για­τί πι­στεύου­με ό­τι, με­τά την ποίη­ση, εί­ναι το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος, στο ο­ποίο προ­βάλ­λει ευ­κρι­νέ­στε­ρα η ι­διο­προ­σω­πία της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Και αυ­τή τη φο­ρά, πρό­κει­ται για μια ο­λι­γο­σέ­λι­δη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, ως προς τον α­ριθ­μό των σε­λί­δων, κι­νού­νται στα ά­κρα, εί­τε ι­σχνές εί­τε ο­γκώ­δεις. Όπως φαί­νε­ται, οι συγ­γρα­φείς, ό­ταν α­πο­φα­σί­ζουν να συ­γκε­ντρώ­σουν τα διη­γή­μα­τά τους, χά­νουν το μέ­τρο. Άλλοι εμ­φα­νί­ζο­νται ά­κρως ε­πι­λε­κτι­κοί και άλ­λοι πε­ρι­συλ­λέ­γουν α­δια­κρί­τως ά­πα­ντα τα υ­πάρ­χο­ντα. Βε­βαίως, στην πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση, α­νή­κουν οι ο­λι­γο­γρά­φοι, που δεν γρά­φουν ι­στο­ρίες αλ­λά διη­γή­μα­τα, τα ο­ποία και κυο­φο­ρούν ε­πί μα­κρόν. Ενώ, στη δεύ­τε­ρη ο­μά­δα, α­νή­κουν κυ­ρίως οι νεό­τε­ροι, που εκ­δί­δουν τα βι­βλία τους σε με­γά­λους εκ­δο­τι­κούς οί­κους. Πιέ­ζο­νται να γρά­ψουν μυ­θι­στό­ρη­μα και κα­θώς α­δυ­να­τούν ή δεν τους βγαί­νει, φου­σκώ­νουν τις συλ­λο­γές τους σε μια α­πέλ­πι­δα προ­σπά­θεια να προ­σεγ­γί­σουν, του­λά­χι­στον ως προς τον α­ριθ­μό των σε­λί­δων, το στό­χο τους. Το συ­γκε­κρι­μέ­νο, ω­στό­σο, βι­βλίο α­νή­κει σε μια τρί­τη κα­τη­γο­ρία. Αυ­τήν των τυ­πο­τε­χνι­κά ω­ραίων εκ­δό­σεων, που ο­ρι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς έ­χουν τη δυ­να­τό­τη­τα να προ­σφέ­ρουν εις ε­αυ­τούς. Πρό­κει­ται για μια έκ­δο­ση, που θυ­μί­ζει πώς ή­ταν τα βι­βλία άλ­λο­τε· πο­λυ­το­νι­κά και χει­ρο­ποίη­τα.
Δό­κι­μος ποιη­τής της γε­νιάς του ’70 ο Δη­μή­τρης Αλε­ξίου, έ­χει εκ­δώ­σει και πα­λαιό­τε­ρα α­φη­γη­μα­τι­κά βι­βλία. Στο και­νού­ριό του βι­βλίο, συ­γκε­ντρώ­νει τέσ­σε­ρα διη­γή­μα­τα, γραμ­μέ­να, ό­πως δη­λώ­νει και με τον τίτ­λο της συλ­λο­γής, σε τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κές “ώ­ρες” της ζωής του. Πά­ντως, δεν πρό­κει­ται για δια­φο­ρε­τι­κές ε­πο­χές, α­φού και οι τέσ­σε­ρις το­πο­θε­τού­νται μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία του 20ου αιώ­να, πα­ρά μό­νο, ί­σως, για ξε­χω­ρι­στές πε­ρι­στά­σεις. Ο συγ­γρα­φέ­ας δα­νεί­ζει στον α­φη­γη­τή τις βιο­γρα­φι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες του, δη­λα­δή το μι­κρό του ό­νο­μα, τον τό­πο των παι­δι­κών του χρό­νων και το ε­πάγ­γελ­μά του. Ποιη­τής συ­στή­νε­ται και ο α­φη­γη­τής του. Μά­λι­στα, το υ­πο­γραμ­μί­ζει, ό­ταν πρό­κει­ται για μια και­νού­ρια γυ­ναι­κεία γνω­ρι­μία. Για­τί γνω­ρί­ζει α­πό την ε­μπει­ρία του πως αυ­τό εί­ναι έ­να α­πό τα κλει­διά, που α­νοί­γει τις ρο­μα­ντι­κές καρ­διές του έ­τε­ρου φύ­λου. Η ταυ­το­ποίη­ση, ω­στό­σο, συγ­γρα­φέα και α­φη­γη­τή δεν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το να ση­μαί­νει πως πρό­κει­ται, εν μέ­ρει ή πό­σω μάλ­λον εξ ο­λο­κλή­ρου, για προ­σω­πι­κά βιώ­μα­τα του συγ­γρα­φέα. Εί­ναι προ­φα­νές πως ο Αλε­ξίου συ­νε­χί­ζει δια της α­φη­γη­μα­τι­κής ο­δού το ποιη­τι­κό του η­με­ρο­λό­γιο. Στο γνώ­ρι­μο και α­πό την ποίη­σή του πραγ­μα­το­λο­γι­κό πλαί­σιο, πα­ρεμ­βαί­νει μυ­θο­πλα­στι­κά. Έτσι δη­μιουρ­γεί έ­ναν πρό­σθε­το “ε­πάλ­λη­λο μύ­θο”, για να θυ­μη­θού­με και τον τίτ­λο μιας πα­λαιό­τε­ρης ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του, την ο­ποία ο α­φη­γη­τής, στο πρώ­το διή­γη­μα, προ­σφέ­ρει με­τά α­φιε­ρώ­σεως σε μια και­νού­ρια γνω­ρι­μία του. Δεν α­πο­κα­λύ­πτει τα α­κρι­βή λό­για της α­φιέ­ρω­σης. Πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νο στο γε­νι­κό­λο­γο, “Η γνω­στή α­φιέ­ρω­ση, με τον γνω­στό τρό­πο”, με το ο­ποίο και υ­πο­νο­εί πως εί­ναι έ­μπει­ρος στην ε­ρω­τι­κή στρα­τη­γι­κή. Όπου, κα­τά τη ρή­ση, ο σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα, ε­πι­στρα­τεύει και την ποιη­τι­κή του ι­διό­τη­τα.
«Κο­ρί­να» εί­ναι ο τίτ­λος του πρώ­του διη­γή­μα­τος και το θέ­μα του εί­ναι η κα­τά­κτη­ση μιας γυ­ναί­κας ο­νό­μα­τι Κο­ρί­νας. Η α­φή­γη­ση πα­ρα­κο­λου­θεί τα τε­κται­νό­με­να α­πό τη δι­κή του ο­πτι­κή γω­νία. Ένας πα­ντρε­μέ­νος, που έ­χει προ πολ­λού βα­ρε­θεί την έγ­γα­μη ρου­τί­να, γνω­ρί­ζει έ­ναν “κο­ρί­τσα­ρο” και α­πο­φα­σί­ζει να τα τι­νά­ξει ό­λα στον αέ­ρα. Το διή­γη­μα, ό­μως, δεν ε­στιά­ζει στα υ­παρ­ξια­κά του δι­λήμ­μα­τα, αλ­λά στην εν­δε­δειγ­μέ­νη τα­κτι­κή κι­νή­σεων. Αρχι­κά ε­φαρ­μό­ζει πα­ρελ­κυ­στι­κές και διε­ρευ­νη­τι­κές κι­νή­σεις, για να κα­τα­λή­ξει σε α­πο­φα­σι­στι­κά και τολ­μη­ρά δια­βή­μα­τα. Αι­σθη­σια­κές οι πε­ρι­γρα­φές των πε­ρι­πτύ­ξεων, με τη γυ­ναί­κα να αν­θί­στα­ται και ε­κεί­νον να ε­πι­μέ­νει. Πα­ρό­τι ποιη­τής και πα­ρό­λο που αρ­χι­κά υ­πο­στη­ρί­ζει πως το ζη­τού­με­νο δεν εί­ναι να “κοι­μη­θεί μα­ζί της”, εν τέ­λει, το ε­ρω­τι­κό παι­χνί­δι ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται στε­ρεό­τυ­πο, χω­ρίς, ω­στό­σο, να χά­νει το εν­δια­φέ­ρον του.
Το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στην α­φή­γη­ση του Αλε­ξίου εί­ναι οι σύ­ντο­μες φρά­σεις. Αν δε­χτού­με πως η μο­νά­δα στην ποίη­ση εί­ναι η λέ­ξη και στην πρό­ζα η φρά­ση, πα­ραλ­λάσ­σο­ντας ε­λα­φρώς τη σε­φε­ρι­κή δια­τύ­πω­ση, τό­τε η φρά­ση του Αλε­ξίου α­ντα­να­κλά, τη θυ­μι­κή κα­τά­στα­ση του α­φη­γη­τή. Ιδιαί­τε­ρα σε αυ­τό το πρώ­το διή­γη­μα, ό­που το­νί­ζει το ρή­μα, προ­τάσ­σο­ντάς το, δεί­χνει τη νευ­ρι­κό­τη­τά του, κα­θώς κα­τα­στρώ­νει το σχέ­διο πο­λιορ­κίας, α­να­συ­ντάσ­σο­ντας τις δυ­νά­μεις του. Η διά­χυ­τη α­νυ­πο­μο­νη­σία του δί­νει έ­ναν τερ­πνό χα­ρα­κτή­ρα στην α­φή­γη­ση, κα­θώς, ου­σια­στι­κά, σκια­γρα­φεί μια αρ­χε­τυ­πι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά, ό­πως εί­ναι η αρ­σε­νι­κή α­δη­μο­νία για ό,τι μέλ­λε­ται να α­κο­λου­θή­σει.
Πλη­σιέ­στε­ρα στο ποιη­τι­κό σύ­μπαν του Αλε­ξίου βρί­σκε­ται το τέ­ταρ­το διή­γη­μα της συλ­λο­γής. Κι αυ­τό χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ε­ρω­τι­κό, μό­νο που σε αυ­τό υ­πε­ρι­σχύει η στο­χα­στι­κή διά­θε­ση. Ο τίτ­λος εί­ναι «Έτος 2001 μ.Χ.», ό­που ο α­φη­γη­τής ο­ρί­ζει ως αρ­χή του 21ου αιώ­να την πρω­το­χρο­νιά του 2001 και ό­χι του 2000, ό­πως πα­γκο­σμίως ε­ορ­τά­στη­κε. Το διή­γη­μα ε­κτυ­λίσ­σε­ται στο Σού­νιο, τό­πο προ­σφι­λή του ποιη­τι­κού “ο­δοι­πό­ρου” αλ­λά και του α­φη­γη­τή, α­φού α­πο­φα­σί­ζει να υ­πο­δε­χτεί ε­κεί τον και­νού­ριο αιώ­να. Το λυ­καυ­γές τον βρί­σκει να πε­ρι­δια­βαί­νει στο ναό του Πο­σει­δώ­να, α­να­φω­νώ­ντας τα ο­νό­μα­τα των γυ­ναι­κών της ζωής του. Κα­τα­λο­γά­δην φθά­νει τα 329, χω­ρι­σμέ­να σε έ­ξι ο­μά­δες και χω­ρίς ε­πα­να­λή­ψεις. Και πά­λι αυ­το­συ­στή­νε­ται ποιη­τής, ε­τών πε­νή­ντα, ο­μο­λο­γώ­ντας πως ζει με την ελ­πί­δα να βρει κι αυ­τός, ό­πως ό­λοι οι με­γά­λοι ποιη­τές, μια Λο­λί­τα. Εδώ εί­ναι διά­χυ­τος ο αυ­το­σαρ­κα­σμός. Από τό­ση προ­σπά­θεια που κα­τέ­βα­λε αυ­τός ο συ­στη­μα­τι­κός ε­ρα­στής για την κα­τά­κτη­ση του ω­ραίου φύ­λου, α­πέ­μει­ναν μό­νο ο­νό­μα­τα. Ακό­μη και μια νε­α­νι­κή α­γά­πη που εί­χε μεί­νει στις α­νεκ­πλή­ρω­τες ε­πι­θυ­μίες, δεν α­ντα­πο­κρί­θη­κε στο κά­λε­σμά του να υ­πο­δεχ­θούν συ­ντρο­φιά την και­νού­ρια χι­λιε­τία.
Υπάρ­χουν α­κό­μη δυο διη­γή­μα­τα. Στο έ­να, ο α­φη­γη­τής α­πο­πει­ρά­ται μια κα­τά­δυ­ση στην παι­δι­κή η­λι­κία, ε­νώ στο άλ­λο α­φη­γεί­ται έ­να ό­νει­ρο. Λυ­μέ­νοι οι λο­γι­κοί αρ­μοί, γνώ­ρι­μα στον ε­νυ­πνια­ζό­με­νο α­φη­γη­τή τα σκη­νι­κά, η α­φή­γη­ση, ό­μως, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νε­κτι­κή α­πό ό­σο θα ε­πέ­τρε­πε η ο­νει­ρι­κή α­προσ­διο­ρι­στία. Πά­ντως, στο πρώ­το κομ­μά­τι, το ε­ρω­τι­κό, οι ελ­λει­πτι­κές προ­τά­σεις α­πο­δί­δουν την αί­σθη­ση που α­φή­νει έ­να ό­νει­ρο. Τε­λι­κά, υ­πάρ­χουν ο­ρι­σμέ­νοι ποιη­τές, ι­διαί­τε­ρα κά­ποιοι της γε­νιάς του ’70, που, με τα λι­γο­στά πε­ζά τους, γεν­νούν το ε­ρώ­τη­μα, πό­σο κα­λοί πε­ζο­γρά­φοι θα γί­νο­νταν, αν εί­χαν ε­πι­δο­θεί συ­στη­μα­τι­κά, α­ντί της ποίη­σης, στην καλ­λιέρ­γεια της α­φή­γη­σης.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Μάκης Μωραΐτης «Ο Χρήστος Ευθυμίου από τα βάθη του ουρανού» Εκδόσεις Οδός Πανός Απρίλιος 2009

Με­τά “τον μέ­γι­στο των κω­μι­κώ­ν” Βα­σί­λη Λο­γο­θε­τί­δη, ο Μά­κης Μω­ραΐτης φέρ­νει “α­πό τα βά­θη του ου­ρα­νού” τον Χρή­στο Ευ­θυ­μίου. Σκη­νο­θέ­της και θεω­ρη­τι­κός του κι­νη­μα­το­γρά­φου ο Μω­ραΐτης, σε αυ­τές τις μο­νο­γρα­φίες λει­τουρ­γεί με την ευαι­σθη­σία του συγ­γρα­φέα. Για­τί μό­νο έ­νας μυ­θο­πλά­στης βιο­γρά­φος θα ξε­κι­νού­σε α­πό έ­να ό­νει­ρο, α­πό ε­κεί­να που βλέ­πει κα­νείς κο­ντά στα ξη­με­ρώ­μα­τα και με­τά, ό­λη την η­μέ­ρα τον κυ­νη­γά­νε. Ένας έ­ρη­μος σι­δη­ρο­δρο­μι­κός σταθ­μός, έ­να τρέ­νο που περ­νά­ει και α­νά­με­σα στους ε­πι­βά­τες έ­νας κο­ντό­χο­ντρος ά­ντρας, ο Χρή­στος Ευ­θυ­μίου. Ή, μάλ­λον, το φά­ντα­σμά του, πα­ρα­πο­νε­μέ­νο, α­φού κα­νέ­νας πια δεν τον θυ­μά­ται. Κι ό­μως, ή­ταν μέ­σα στην ε­κλε­κτή ε­πτά­δα των κω­μι­κώ­ν: Βα­σί­λης Λο­γο­θε­τί­δης, Βα­σί­λης Αυ­λω­νί­της, Ευ­θυ­μίου, Νί­κος Σταυ­ρί­δης, Κώ­στας Χατ­ζη­χρή­στος, Ντί­νος Ηλιό­που­λος και Θα­νά­σης Βέγ­γος. Η ιε­ράρ­χη­ση α­νή­κει στον συγ­γρα­φέα, την α­πο­δί­δει, ό­μως, στο φά­σμα του Ευ­θυ­μίου, που, σί­γου­ρα, θα την ε­πι­κρο­τού­σε.
Ο Μω­ραΐτης δεν πα­ρα­θέ­τει χρο­νο­λο­γίες. Δέ­νει α­να­με­τα­ξύ τους δια­φο­ρε­τι­κούς αν­θρώ­πους, για­τί έ­τυ­χε να γεν­νη­θούν ή να πε­θά­νουν τον ί­διο χρό­νο, κυ­ρίως, ό­μως, ε­πει­δή αυ­τός τους α­γά­πη­σε και τους συ­νέ­δε­σε στις συ­νειρ­μι­κές α­να­πο­λή­σεις του. Το 1900 γεν­νή­θη­κε ο Σε­φέ­ρης αλ­λά και ο Λο­γο­θε­τί­δης και ο Ευ­θυ­μίου. Το 1960 πέ­θα­νε ο Λο­γο­θε­τί­δης, στις 20 Φε­βρουα­ρίου, ε­νώ, στην αρ­χή της χρο­νιάς, στις 5 Ια­νουα­ρίου, μας θυ­μί­ζει πως εί­χε πε­θά­νει ο Αλ­μπέρ Κα­μύ. Τέσ­σε­ρις μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα προ­βαλ­λό­ταν στους α­θη­ναϊκούς κι­νη­μα­το­γρά­φους η με­γά­λη ε­πι­τυ­χία του Ευ­θυ­μίου, «Ένας βλά­κας και μι­σός». Ο Μω­ραΐτης ε­πι­λέ­γει να αρ­χί­σει τη βιο­γρα­φία α­πό μια φω­το­γρα­φία του 1960, τρα­βηγ­μέ­νη μή­να Ιού­νιο, στα γυ­ρί­σμα­τα της ται­νίας «Η Χιο­νά­τη και τα 7 γε­ρο­ντο­παλ­λή­κα­ρα». Εκεί­νη τη χρο­νιά, ο Ευ­θυ­μίου εί­χε γυ­ρί­σει δυο ε­πι­τυ­χη­μέ­νες κω­μω­δίες και ταυ­τό­χρο­να, εί­χε παί­ξει σε δυο θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις.
Με­τά α­πό αυ­τήν την μα­κριά ει­σα­γω­γή, ο συγ­γρα­φέ­ας σκια­γρα­φεί τη ζωή του Ευ­θυ­μίου. Αύ­γου­στο του 1900, γεν­νή­θη­κε στο Κω­στα­λέ­ξι Φθιώ­τι­δας. Γιος θε­α­τρί­νου, για τον ο­ποίο, α­πό ό,τι φαί­νε­ται, δεν υ­πάρ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεία. Τέ­λειω­σε το γυ­μνά­σιο στη Λα­μία και η στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία συ­νέ­πε­σε με την Μι­κρα­σια­τι­κή εκ­στρα­τεία. Ο Ευ­θυ­μίου υ­πη­ρε­τού­σε στο εκ­στρα­τευ­τι­κό σώ­μα, που α­πο­βι­βά­στη­κε στη Σμύρ­νη τον Μάιο του 1919. Δυ­στυ­χώς, δεν υ­πάρ­χουν πλη­ρο­φο­ρίες α­πό ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο, πά­ντως, αρ­γό­τε­ρα, του α­πο­νε­μή­θη­κε με­τάλ­λιο αν­δρείας. Τε­λείω­σε τη Νο­μι­κή Σχο­λή, αλ­λά, το 1924, θέ­λη­σε να γρα­φτεί στην νε­οϊδρυ­θεί­σα Επαγ­γελ­μα­τι­κή Σχο­λή Θεά­τρου. Σύμ­φω­να με τον Θεό­δω­ρο Συ­να­δι­νό, τον έ­γρα­ψαν χω­ρίς ε­ξε­τά­σεις, για­τί τους έ­πει­σε και μό­νο με την εμ­φά­νι­σή του, τις γκρι­μά­τσες και τον τρό­πο που τό­νι­ζε τις λέ­ξεις. Απο­φοί­τη­σε με­τά τρία χρό­νια με ά­ρι­στα. Σε σχε­τι­κό λήμ­μα του Κώ­στα Γεωρ­γου­σό­που­λου, φοί­τη­σε στη σχο­λή α­πό το 1925 μέ­χρι το 1929, με δά­σκα­λους τον Φώ­το Πο­λί­τη, τον Σπύ­ρο Με­λά και τον Αι­μί­λιο Βεά­κη. Στη συ­νέ­χεια, α­πό το 1931 μέ­χρι το 1955, α­νή­κε στο δυ­να­μι­κό του Εθνι­κού Θεά­τρου.
Ο Μω­ραΐτης α­να­κα­λεί τις με­γα­λύ­τε­ρες α­πό τις ε­πι­τυ­χίες του τό­σο στο θέ­α­τρο ό­σο και στον κι­νη­μα­το­γρά­φο. Τη με­γά­λη α­πό­φα­ση να βγει στο ε­λεύ­θε­ρο θέ­α­τρο, ο Ευ­θυ­μίου την πή­ρε το 1955. Τε­λι­κά, γρά­φτη­κε στις δέλ­τους του θεά­μα­τος ως ο πιο α­ξια­γά­πη­τος α­φε­λής. Πέ­θα­νε, ό­πως και ο Λο­γο­θε­τί­δης, α­πό α­να­κο­πή καρ­διάς, στις 3 Μαΐου 1971. Λί­γους μή­νες αρ­γό­τε­ρα πέ­θα­νε ο Σε­φέ­ρης. Το βι­βλίο του Μω­ραΐτη δεν εί­ναι μια στε­γνή κα­τα­γρα­φή. Ό,τι μπο­ρεί να χά­νει σε τεκ­μη­ρίω­ση και πλη­ρο­φο­ρίες, το κερ­δί­ζει με τους συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς τό­νους της α­φή­γη­σής του. Στα συν του βι­βλίου κα­τα­γρά­φε­ται και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση.