Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Στα 100 χρόνια του Κιλελέρ

Θω­μάς Ψύρ­ρας
«Κι­λε­λέ­ρ στον ή­λιο μοί­ρα»
Εκδό­σεις Με­ταίχ­μιο Μάρ­τιος 2010

Στα ση­με­ρι­νά συλ­λα­λη­τή­ρια οι α­γρό­τες κα­τε­βαί­νουν και σχη­μα­τί­ζουν α­τέρ­μο­νες φά­λαγ­γες με τα ι­διό­κτη­τα τρα­κτέρ τους. Πριν έ­ναν αιώ­να, οι πρό­γο­νοί τους δεν εί­χαν ού­τε καν υ­πο­ζύ­για. Το μό­νο δια­θέ­σι­μο μέ­σο συ­γκοι­νω­νίας ή­ταν το τρέ­νο. Στις 6 Μαρ­τίου 1910, η­μέ­ρα Σάβ­βα­το, για να φτά­σουν στη Λά­ρι­σα, ό­που ο άρ­τι συ­στα­θείς Γεωρ­γι­κός Σύν­δε­σμος εί­χε ορ­γα­νώ­σει παν­θεσ­σα­λι­κό συλ­λα­λη­τή­ριο, πε­ρί­με­ναν α­πό τα ξη­με­ρώ­μα­τα κα­τά μή­κος της σι­δη­ρο­δρο­μι­κής γραμ­μής με σκο­πό να σαλ­τά­ρουν στο τρέ­νο. Πολ­λοί άλ­λοι συ­γκε­ντρώ­θη­καν στους σι­δη­ρο­δρο­μι­κούς σταθ­μούς. Γύ­ρω στους δια­κό­σιους πε­ρί­με­ναν στο σταθ­μό του Κι­λε­λέ­ρ, 29 χι­λιό­με­τρα νο­τιο­α­να­το­λι­κά της Λά­ρι­σας, την α­μα­ξο­στοι­χία της γραμ­μής Βό­λου-Βε­λε­στί­νου-Λά­ρι­σας, που θα περ­νού­σε στις 8.30. Στο με­τα­ξύ, στην α­μα­ξο­στοι­χία εί­χαν ή­δη ε­πι­βι­βα­στεί α­πό το Βε­λε­στί­νο στρα­τιω­τι­κές δυ­νά­μεις προς ε­νί­σχυ­ση του στρα­τού, που ή­ταν συ­γκε­ντρω­μέ­νος στη Λά­ρι­σα. Στο τρέ­νο, ε­πέ­βαι­νε ο διευ­θυ­ντής των Θεσ­σα­λι­κών Σι­δη­ρο­δρό­μων, που συ­νό­δευε γερ­μα­νό δη­μο­σιο­γρά­φο, ο ο­ποίος εί­χε έρ­θει με­τά της συ­ζύ­γου του ως α­ντα­πο­κρι­τής δυο ε­φη­με­ρί­δων. Οι α­γρό­τες, στο σταθ­μό του Κι­λε­λέ­ρ, προ­σπά­θη­σαν να α­νέ­βουν, χω­ρίς να κό­ψουν ει­σι­τή­ριο. Ο διευ­θυ­ντής δεν το ε­πέ­τρε­ψε και ε­κεί­νοι άρ­χι­σαν να λι­θο­βο­λούν το τρέ­νο. Ένα πε­ρί­που χι­λιό­με­τρο πιο κά­τω, άλ­λη ο­μά­δα α­γρο­τών, πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρη, προ­σπά­θη­σε να στα­μα­τή­σει την α­μα­ξο­στοι­χία. Οι στρα­τιω­τι­κές δυ­νά­μεις άρ­χι­σαν να πυ­ρο­βο­λούν. Προ­φα­νώς, στον αέ­ρα, α­πλώς και μό­νο προς εκ­φο­βι­σμό, ό­πως εί­θι­σται να λέ­γε­ται. Όταν, ό­μως, οι α­γρό­τες, α­ντί να το βάλ­λουν στα πό­δια, ε­ξα­γριώ­θη­καν και άρ­χι­σαν να πε­τούν πέ­τρες και ξύ­λα, πυ­ρο­βό­λη­σαν στο ψα­χνό. Ο α­πο­λο­γι­σμός της α­να­μέ­τρη­σης ή­ταν δυο νε­κροί και ε­φτά τραυ­μα­τίες. Στον ε­πό­με­νο σταθ­μό, ο μη­χα­νο­δη­γός δεν έ­κο­ψε τα­χύ­τη­τα. Οι α­γρό­τες έ­ρι­ξαν και πά­λι τις πέ­τρες τους και οι στρα­τιώ­τες α­πά­ντη­σαν με πυ­ρά. Οπό­τε προ­στέ­θη­κε άλ­λος έ­νας νε­κρός και γύ­ρω στους δε­κα­πέ­ντε τραυ­μα­τίες.
Ενό­σω αυ­τά συ­νέ­βαι­ναν στα πε­ρί­χω­ρα, στην πό­λη της Λά­ρι­σας εί­χε αρ­χί­σει το συλ­λα­λη­τή­ριο. Άλλω­στε, α­πό το πρωί, εί­χε γε­μί­σει η πλα­τεία Θέ­μι­δος, που εί­χε ο­ρι­στεί ως τό­πος συ­γκέ­ντρω­σης, κα­θώς οι α­γρό­τες των κο­ντι­νών χω­ριών έρ­χο­νταν πε­ζή ή με τα κά­ρα τους. Οι αρ­χές, βε­βαίως, εί­χαν με­ρι­μνή­σει για τη δια­τή­ρη­ση της τά­ξης. Μπρο­στά στις τρά­πε­ζες και τα δη­μό­σια κα­τα­στή­μα­τα εί­χαν το­πο­θε­τη­θεί φρου­ρές, ε­νώ εί­χε ε­νι­σχυ­θεί η φρού­ρη­ση στις πύ­λες ει­σό­δου της πό­λης και στη γέ­φυ­ρα του Πη­νειού. Έφιπ­πές πε­ρι­πο­λίες ή­λεγ­χαν τους δρό­μους, ε­νώ οι α­γρό­τες, με ση­μαίες και τρα­γού­δια, ό­λο και πλή­θαι­ναν. Προ­νο­η­τι­κή και φο­βού­με­νη τα χει­ρό­τε­ρα η φρου­ρά της πύ­λης των Φαρ­σά­λων, α­πα­γό­ρευ­σε την εί­σο­δο σε μια ο­μά­δα, που ερ­χό­ταν α­πό το χω­ριό Νί­καια. Μέ­σα και έ­ξω α­πό την πύ­λη συ­γκε­ντρώ­θη­κε με­γά­λο πλή­θος α­γρο­τών. Ο ε­πι­κε­φα­λής της ί­λης ιπ­πι­κού, που δεν ή­ταν κα­θό­λου τυ­χαίο πρό­σω­πο, έ­δω­σε μια πρώ­τη δια­τα­γή να γί­νει χρή­ση ξί­φους προς α­ντι­με­τώ­πι­ση των α­γρο­τών που ορ­μού­σαν κρα­δαί­νο­ντας γκλί­τσες και μπα­στού­νια. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο ε­πι­κε­φα­λής ή­ταν ο Φι­λό­λα­ος Πη­χεών, γιος του βο­ρειο­η­πει­ρώ­τη εκ­παι­δευ­τι­κού Ανα­στά­σιου Πη­χεών, που εί­χε δια­κρι­θεί στον πό­λε­μο του 1897 και ε­πί­σης, ως κα­πε­τάν Φι­λώ­τας στον Μα­κε­δο­νι­κό Αγώ­να. Όπως και να έ­χει, η ξι­φή­ρης ε­πί­θε­ση δεν ο­δή­γη­σε στο α­να­με­νό­με­νο α­πο­τέ­λε­σμα. Όπου, ό­μως, τα ή­πια μέ­σα δεν τε­λε­σφο­ρούν, ως γνω­στόν, πί­πτουν πυ­ρο­βο­λι­σμοί. Ο ε­πί τό­που α­πο­λο­γι­σμός της σύ­γκρου­σης ή­ταν έ­νας νε­κρός. Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι ο α­δελ­φός του πε­σό­ντος βρι­σκό­ταν ως δε­κα­νέ­ας στην ε­φορ­μού­σα ί­λη του ιπ­πι­κού. Προς συ­μπλή­ρω­ση της στε­ρεό­τυ­πης ει­κό­νας κά­θε α­δελ­φο­κτό­νου συ­μπλο­κής.
Όταν η εί­δη­ση για τους νε­κρούς στο Κι­λε­λέρ και στην Πύ­λη των Φαρ­σά­λων έ­φτα­σε στην πλα­τεία Θέ­μι­δος, ταυ­τό­χρο­να με την εί­δη­ση ό­τι φυ­λα­κί­στη­καν οι τρεις δή­μαρ­χοι, που ή­ταν οι κύ­ριοι διορ­γα­νω­τές του συλ­λα­λη­τη­ρίου, ξε­κί­νη­σε κα­νο­νι­κή μά­χη με­τα­ξύ στρα­τού και συ­γκε­ντρω­μέ­νων. Πα­ρα­δό­ξως, στη συ­νέ­χεια οι αρ­χές φά­νη­καν νου­νε­χείς και ε­πέ­τρε­ψαν το συλ­λα­λη­τή­ριο. Τό­τε, ο Γ. Σχοι­νάς έ­βγα­λε λό­γο α­παι­τώ­ντας να ψη­φι­στεί στη Βου­λή το νο­μο­σχέ­διο πε­ρί α­παλ­λο­τριώ­σεως των τσι­φλι­κιών. Ενώ, ψή­φι­σμα ε­πι­δό­θη­κε στον νο­μάρ­χη για να στα­λεί στη Βου­λή, ό­που, πέ­ραν των διεκ­δι­κή­σεων, κα­ταγ­γελ­λό­ταν η ά­δι­κη ε­πί­θε­ση κα­τά του λα­ού, με θύ­μα­τα “ά­ο­πλους και α­θώους λευ­κούς σκλά­βους της Θεσ­σα­λίας”. Την ί­δια ώ­ρα, διορ­γα­νώ­θη­κε συλ­λα­λη­τή­ριο στο Βό­λο. Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, η ε­ξέ­λι­ξη ή­ταν λί­γο-πο­λύ α­να­με­νό­με­νη. Τις ε­πό­με­νες η­μέ­ρες, στη Βου­λή άρ­χι­σαν οι συ­ζη­τή­σεις. Ο τό­τε πρω­θυ­πουρ­γός, Στέ­φα­νος Δρα­γού­μης, για να κω­λυ­σιερ­γή­σει, ό­ρι­σε ε­πι­τρο­πές προς ε­ξέ­τα­ση του ζη­τή­μα­τος. Ενώ, στρα­τός και χω­ρο­φυ­λα­κή τέ­θη­καν ε­πί τω έρ­γω, κα­θα­ρί­ζο­ντας την ύ­παι­θρο α­πό τα α­να­τρε­πτι­κά στοι­χεία. Οι δί­κες για τους νε­κρούς της ε­ξέ­γερ­σης του Κι­λε­λέ­ρ, κα­θώς και για τον έ­να νε­κρό στο παν­θεσ­σα­λι­κό συλ­λα­λη­τή­ριο στην Καρ­δί­τσα, που εί­χε πραγ­μα­το­ποιη­θεί μια ε­βδο­μά­δα νω­ρί­τε­ρα, το Σάβ­βα­το 27 Φε­βρουα­ρίου 1910, έ­γι­ναν ε­κτός Θεσ­σα­λίας, για τον φό­βο των Ιου­δαίων, ό­πως λέ­γε­ται σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις. Στη Χαλ­κί­δα και τη Λα­μία έ­λα­βαν χώ­ρα οι δί­κες και εί­χαν α­θωω­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα.
Εκπαι­δευ­τι­κός α­πό τον Τύρ­να­βο της Θεσ­σα­λίας ο Θω­μάς Ψύρ­ρας, έ­γρα­ψε έ­να εν­δια­φέ­ρον ι­στο­ρι­κό α­φή­γη­μα για την ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα της ε­ξέ­γερ­σης του Κι­λε­λέρ. Το χω­ρί­ζει σε έ­ξι κε­φά­λαια, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τον Β΄ Ρω­σο­τουρ­κι­κό Πό­λε­μο και την προ­σάρ­τη­ση της Θεσ­σα­λίας. Στο δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, σκια­γρα­φεί την κα­τά­στα­ση των Θεσ­σα­λών κα­τά την πρώ­τη ει­κο­σα­ε­τία ε­λεύ­θε­ρου βίου. Πε­ρι­γρά­φει την α­πο­χώ­ρη­ση των Τούρ­κων, τους νέ­ους ντό­πιους α­φέ­ντες, τους τσι­φλι­κά­δες, και τους κο­λί­γους, που δί­νουν το έ­να τρί­το ή και το μι­σό της σο­δειάς μα­ζί με τους αν­θούς των γυ­ναι­κών τους. Από την πλευ­ρά της κυ­βέρ­νη­σης, ο Χα­ρί­λα­ος Τρι­κού­πης δια­βε­βαίω­νε ό­τι “δεν υ­φί­στα­ται α­γρο­τι­κόν ζή­τη­μα”. Αυ­τά, πριν έ­να ε­παχ­θές ε­ξω­τε­ρι­κό δά­νειο, τον ο­δη­γή­σει στη δή­λω­ση, “Δυ­στυ­χώς ε­πτω­χεύ­σα­με­ν”. Κα­τά τα άλ­λα, ο πό­λε­μος του 1897, έ­φε­ρε για 14 μή­νες τη Θεσ­σα­λία υ­πό ο­θω­μα­νι­κή κυ­ριαρ­χία.
Στις αρ­χές του 20ου αιώ­να, α­νοί­γει “ο δρό­μος προς το Κι­λε­λέ­ρ”. Στο τρί­το κε­φά­λαιο, ο συγ­γρα­φέ­ας πε­ρι­γρά­φει τον τρό­πο που το κρά­τος, με ε­ξα­γο­ρές και κλη­ρο­δο­τή­μα­τα, έ­γι­νε ο κυ­ρίαρ­χος τσι­φλι­κάς της Θεσ­σα­λίας. Όταν πή­ρε τη θέ­ση των τσι­φλι­κά­δων, με τη συ­μπε­ρι­φο­ρά των δη­μο­σίων υ­παλ­λή­λων και το νο­μο­σχέ­διο “πε­ρί μορ­τής”, με­γά­λω­σε την έ­ντα­ση συμ­βάλ­λο­ντας στην ορ­γά­νω­ση των κο­λί­γων. Σε αυ­τό, βα­σι­κό ρό­λο δια­δρα­μά­τι­σαν κά­ποιοι ι­δε­ο­λό­γοι, οι ο­ποίοι και πρω­το­στά­τη­σαν. Ένας πρώ­τος ή­ταν ο Πό­ντιος δι­κη­γό­ρος Σο­φο­κλής Τρια­ντα­φυλ­λί­δης, που ε­γκα­τα­στά­θη­κε στο Βό­λο και ε­ξέ­δι­δε την η­με­ρή­σια ε­φη­με­ρί­δα «Παν­θεσ­σα­λι­κή». Ένας δεύ­τε­ρος, που έ­μει­νε ως σύμ­βο­λο του α­γρο­τι­κού α­γώ­να στη Θεσ­σα­λία, ο κε­φαλ­λο­νί­της πρό­δρο­μος των σο­σια­λι­στι­κών ι­δεών, Μα­ρί­νος Αντύ­πας. Δο­λο­φο­νή­θη­κε στις 7 Μαρ­τίου 1907, για­τί υ­πε­ρα­σπί­στη­κε σθε­να­ρά τα δι­καιώ­μα­τα των α­γρο­τών. Ήταν 35 ε­τών. Ο Ψύρ­ρας α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τον Αντύ­πα σαν έ­ναν κοι­νω­νι­κό α­να­μορ­φω­τή, που δια­κα­τε­χό­ταν α­πό μια α­πο­στο­λι­κή α­ντί­λη­ψη και εί­χε έ­να ι­σχυ­ρό πε­ρί δι­καίου αί­σθη­μα. Στο πέ­μπτο κε­φά­λαιο, δί­νε­ται το χρο­νι­κό της ε­ξέ­γερ­σης, ε­νώ, στο τε­λευ­ταίο, πα­ρα­τί­θε­νται οι ε­νέρ­γειες και τα συμ­βά­ντα στα 13 με­τέ­πει­τα “χρό­νια της υ­πο­μο­νής”, μέ­χρι να ψη­φι­στεί ο νό­μος για τις α­παλ­λο­τριώ­σεις. Αυ­τό έ­γι­νε με­τά την Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή και υ­πό την πίε­ση του προ­σφυ­γι­κού στοι­χείου.
Η α­φή­γη­ση συ­μπλη­ρώ­νε­ται με σχε­τι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα της ε­πο­χής, μαρ­τυ­ρίες, πρα­κτι­κά α­πό δί­κες και πλού­σιο φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό. Μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ο Ψύρ­ρας, προ­στρέ­χει και στα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να, αν­θο­λο­γώ­ντας α­πο­σπά­σμα­τα και μό­το για τα ε­πι­μέ­ρους κε­φά­λαια. Στο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο “η ώ­ρα της ε­ξέ­γερ­σης” του Κι­λε­λέ­ρ, δια­λέ­γει ως μό­το έ­να τε­τρά­στι­χο α­πό το τε­λευ­ταίο ποίη­μα του Αρι­στο­τέ­λη Βα­λαω­ρί­τη, το «Φω­τει­νός», που έ­μει­νε α­νο­λο­κλή­ρω­το, στα τρία πρώ­τα “ά­σμα­τα”, ω­στό­σο θεω­ρεί­ται το ω­ρι­μό­τε­ρο έρ­γο του. Ο Βα­λαω­ρί­της πέ­θα­νε πριν την προ­σάρ­τη­ση της Θεσ­σα­λίας, στις 24 Ιου­λίου 1879, και το ποίη­μα α­να­φέ­ρε­ται στα τε­λευ­ταία χρό­νια της Φρα­γκο­κρα­τίας στα Επτά­νη­σα, ά­νοι­ξη του 1357. Ωστό­σο, έ­χει ά­με­ση σχέ­ση με την ε­πο­χή που έ­ζη­σε ο ί­διος ο Βα­λαω­ρί­της. Ο η­λι­κιω­μέ­νος Φω­τει­νός προ­βάλ­λει σαν έ­νας “φω­τι­σμέ­νος” α­γρό­της, με συ­νεί­δη­ση του δί­κιου του και α­γω­νι­στι­κή διά­θε­ση. Ται­ριά­ζει στην ε­ξέ­γερ­ση του Κι­λε­λέρ το τε­τρά­στι­χο κι ας α­νή­κει στο δεύ­τε­ρο “ά­σμα”, το μό­νο με γα­λή­νια α­τμό­σφαι­ρα, ό­που ο Φω­τει­νός, α­φού διη­γεί­ται τα πα­λαιά του κα­τορ­θώ­μα­τα στην κό­ρη του Θο­δού­λα, την ρω­τά­ει ποιον θέ­λει να πα­ντρευ­τεί. Επα­νά­στα­ση κα­τα­στρώ­νει και δεν θέ­λει να την α­φή­σει μό­νη. Τε­λι­κά, το ποίη­μα του Βα­λαω­ρί­τη φαί­νε­ται ε­πί­και­ρο α­κό­μη και σή­με­ρα. Εκεί­νη η σκη­νή στο πρώ­το “ά­σμα”, ό­που ο γέ­ρο­ντας Φω­τει­νός α­ντι­με­τω­πί­ζει με θάρ­ρος τον και­νού­ριο α­φέ­ντη της Λευ­κά­δας και δεν το βά­ζει στα πό­δια αλ­λά σφε­ντο­νί­ζει πέ­τρες στα σκυ­λιά του, κά­τι προχ­θε­σι­νό θυ­μί­ζει. Ιδίως, ό­ταν ο άρ­χο­ντας χτυ­πά­ει προ­σβλη­τι­κά το κε­φά­λι του ά­ο­πλου γέ­ρο­ντα με το κο­ντά­ρι του.
Ή ο Βα­λαω­ρί­της στά­θη­κε προ­φη­τι­κός ή η Ελλά­δα εί­ναι πα­γι­δευ­μέ­νη σε έ­ναν κυ­κλι­κό χρό­νο. Προ σα­ρά­ντα ε­τών, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης πα­ρα­τη­ρού­σε ό­τι κο­ντεύει αιώ­νας α­πό το θά­να­το του Βα­λαω­ρί­τη και ε­κεί­νος “θά­βε­ται ο­λοέ­να και πιο βα­θιά στην συ­νεί­δη­ση του ελ­λη­νι­κού κοι­νού, με τι­μές ε­θνι­κού ποιη­τή”. Σή­με­ρα, κά­ποιοι τον δια­βά­ζουν και “φρίτ­του­ν”. Μάλ­λον θα έ­πρε­πε να “φρίτ­του­ν”, που ο «Φω­τει­νός» και η α­φή­γη­ση της ε­ξέ­γερ­σης του Κι­λε­λέρ δεί­χνουν τό­σο οι­κεία. Το μό­νο που εν­διά­με­σα φαί­νε­ται να έ­χει βελ­τιω­θεί εί­ναι η τε­χνο­λο­γία των μέ­σων κα­τα­στο­λής.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτο 1: Η αγορά της Λάρισας σε καρτ ποστάλ του 1908.
Φωτο 2: Ο Μαρίνος Αντύπας, εμβληματική μορφή του αγροτικού κινήματος.

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Γκροτέσκα ουτοπία

Παύ­λος Μά­τε­σις
«Graffito»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Νοέμ­βριος 2009

Το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα του Παύ­λου Μά­τε­σι δεί­χνει στις ση­με­ρι­νές α­πο­πνι­κτι­κές συν­θή­κες πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­πί­και­ρο α­πό πέ­ρυ­σι που γρά­φτη­κε. Όπως φαί­νε­ται, ο συγ­γρα­φέ­ας θύ­μω­σε με ό­σα συμ­βαί­νουν στη χώ­ρα λί­γο νω­ρί­τε­ρα α­πό τους συ­μπο­λί­τες του και ό­ταν η ορ­γή κα­τέ­λα­βε το πα­νελ­λή­νιο, ε­κεί­νος εί­χε ή­δη έ­τοι­μο το βι­βλίο του για να γε­λά­σει το χεί­λι του κά­θε πι­κρα­μέ­νου. Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, ως γνω­στόν, τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Μά­τε­σι με­τα­φρά­ζο­νται ά­με­σα στα γαλ­λι­κά, ι­τα­λι­κά και λοι­πές ευ­ρω­παϊκές γλώσ­σες. Οπό­τε τί­θε­ται το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο συμ­φέ­ρει το “χει­μα­ζό­με­νο έ­θνος” η ε­σπευ­σμέ­νη με­τά­φρα­ση και του πρό­σφα­του. Η α­πά­ντη­ση εί­ναι ό­τι ό­χι μό­νο συμ­φέ­ρει αλ­λά ε­πι­βάλ­λε­ται. Για­τί μπο­ρεί το βι­βλίο να πα­ρου­σιά­ζει μια γε­λοιώ­δη ει­κό­να της γη­γε­νούς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, πε­ρι­λα­βαί­νει, ό­μως, και τους Ευ­ρω­παίους, α­ντα­πο­δί­δο­ντάς τους τα ί­σα. Μό­νο που α­παι­τεί­ται ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή κα­τά τη με­τα­γλώτ­τι­ση, ώ­στε να δια­σω­θούν τα λο­γο­παί­γνια και τα συγ­γρα­φι­κά δά­νεια α­πό την ποίη­ση, κα­θώς συ­νι­στούν βα­σι­κά δο­μι­κά στοι­χεία της σά­τι­ρας.
Το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως το πλέ­ον γκρο­τέ­σκο μυ­θι­στό­ρη­μα του Μά­τε­σι. Ση­μειω­τέ­ον, ό­τι θεω­ρεί­ται α­πό τους κο­ρυ­φαίους του εί­δους έλ­λη­νες συγ­γρα­φείς. Ωστό­σο, αυ­τό το τε­λευ­ταίο δεν α­πο­τε­λεί και με­γά­λο έ­παι­νο, δε­δο­μέ­νου του με­τριο­πα­θούς χα­ρα­κτή­ρα της νε­ο­ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Πά­ντως, εν προ­κει­μέ­νω, πρό­κει­ται για έ­να παι­χνι­διά­ρι­κο και ι­διό­τρο­πο γκρο­τέ­σκο, το ο­ποίο κα­τα­λή­γει να κυ­ριαρ­χεί των ε­ντυ­πώ­σεων, ε­πι­σκιά­ζο­ντας α­κό­μη και αυ­τές τις σα­τι­ρι­κές αιχ­μές. Με τις ευ­φά­ντα­στες συλ­λή­ψεις του, ο συγ­γρα­φέ­ας τι­νά­ζει τα πά­ντα στον αέ­ρα, α­να­κη­ρύσ­σο­ντας α­πό­λυ­το πρω­τα­γω­νι­στή της γκρο­τέ­σκας σά­τι­ράς του τη γλώσ­σα, που α­πο­βαί­νει αιχ­μη­ρή ό­σο και α­ναρ­χι­κή.
Την α­ναρ­χι­κή του διά­θε­ση ο Μά­τε­σις την δεί­χνει ευ­θύς εξ αρ­χής με τον τίτ­λο και το ε­ξώ­φυλ­λο του βι­βλίου. Graffito, ο ε­νι­κός του γκρά­φι­τι, πρό­σφα­το α­ντι­δά­νειο της ελ­λη­νι­κής, που δη­λώ­νει την α­ντι­συμ­βα­τι­κή τέ­χνη των δρό­μων. Στο ε­ξώ­φυλ­λο, πορ­τρέ­το, ζω­γρα­φι­σμέ­νο α­πό γκρα­φι­τά­δες, σε έ­να α­πό τα ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­να, σαν βομ­βαρ­δι­σμέ­να, σπί­τια της ο­δού Ψα­ρο­μη­λίγ­γου, στον Κε­ρα­μει­κό, κο­ντά στο οί­κη­μα της Εται­ρείας Θε­α­τρι­κών Συγ­γρα­φέων. Από τό­τε που η Εται­ρεία με­τοί­κη­σε σε αυ­τήν την πα­ρά­ται­ρη γει­το­νιά, πε­ρι­μέ­να­με κά­ποιο α­πό τα μέ­λη της να δη­μο­σιεύ­σει έ­να ε­σχα­το­λο­γι­κό έρ­γο για τους α­δελ­φούς Ψα­ρο­μη­λίγ­γου και τα κομ­μέ­να κε­φά­λιά τους, ως συ­νέ­χεια και α­ντι­στάθ­μι­σμα σε ε­κεί­νη την πα­λαιά τρα­γω­δία του Νι­κο­λά­ου Τι­μο­λέ­ο­ντα Βούλ­γα­ρη. Εσχα­το­λο­γι­κό θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί το βι­βλίο του Μά­τε­σι, μό­νο που δεν του το ε­νέ­πνευ­σαν οι Κρη­τι­κοί πο­λέ­μαρ­χοι του 13ου αιώ­να, αλ­λά οι ει­κα­στι­κοί α­ντάρ­τες του 21ου, που έ­χουν κα­τα­λά­βει την πό­λη.
Η κα­τά Μά­τε­σι συ­ντέ­λεια της Αθή­νας α­πλώ­νε­ται σε 29 ο­λι­γο­σέ­λι­δα κε­φά­λαια, με τίτ­λους ε­ξαγ­γελ­τι­κούς της δρά­σης. «Ήρθε ο λοι­μός» εί­ναι ο τίτ­λος του πρώ­του κε­φα­λαίου, που α­πο­δει­κνύε­ται και το κο­ρυ­φαίο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Θα μπο­ρού­σε να εί­χε γρα­φτεί στα τέ­λη της περ­σι­νής ά­νοι­ξης με την φρε­νί­τι­δα της νέ­ας γρί­πης, που εί­χε ξε­σπά­σει τό­τε. Ο θυ­μός του συγ­γρα­φέα ξε­κι­νά­ει α­πό τους πο­λι­τι­κούς και τους λοι­πούς πα­ρα­τρε­χά­με­νους. Το πρώ­το κρού­σμα του λοι­μού ση­μειώ­νε­ται στη Βου­λή και ε­ντός 3-4 η­με­ρών α­πα­ξά­πα­ντες οι ευ­ρι­σκό­με­νοι ε­ντός του Κοι­νο­βου­λίου α­πο­δη­μούν είς Κύ­ριον. Ως κο­ρυ­φαία σε αυ­τόν το χώ­ρο του θα­νά­του δεν πα­ρου­σιά­ζε­ται κά­ποια βου­λευ­τί­να, αλ­λά η σερ­βι­τό­ρα του κα­φε­νείου της Βου­λής. Ού­τε λί­γο ού­τε πο­λύ, ο συγ­γρα­φέ­ας την α­πο­κα­λεί αρ­χι­τρί­κλι­νο, δη­μιουρ­γώ­ντας συ­νειρ­μούς για πά­σης φύ­σεως τσι­μπού­σια, αλ­λά και θαύ­μα­τα οι­κο­νο­μι­κά και άλ­λα, ό­πως ε­κεί­νο που συ­νέ­βη στον εν Κα­νά γά­μο Πά­ντως, τα πρώ­τα θύ­μα­τα του λοι­μού δεν εί­ναι οι καρ­χα­ρίες των με­γά­λων πα­ρα­τά­ξεων, αλ­λά οι ά­θε­οι βου­λευ­τές του κο­μου­νι­στι­κού κόμ­μα­τος, πι­στοί, μέ­χρι την ύ­στα­τη στιγ­μή, στον πα­τε­ρού­λη Στά­λιν.
Για τις κω­μι­κές σκη­νές που α­κο­λου­θούν, ο Μά­τε­σις αν­τλεί έ­μπνευ­ση α­πό τον Αρι­στο­φά­νη. Μπο­ρεί οι έ­νοι­κοι της Βου­λής να πα­ρου­σιά­ζο­νται ως αν­θρω­πά­ρια, που εν­δια­φέ­ρο­νται μό­νο για τα βου­λευ­τι­κά τους προ­νό­μια, ω­στό­σο εί­ναι α­συ­να­γώ­νι­στοι ρή­το­ρες. Την φόρ­μα της φω­νής τους την δια­τη­ρούν, ρου­φώ­ντας φρέ­σκα αυ­γά, χά­ρις στις κό­τες, που εκ­τρέ­φουν στο υ­πε­ρώο του Ιδρύ­μα­τος. Μό­νο που ό­ταν εν­σκή­πτει ο λοι­μός, οι όρ­νι­θες εί­ναι οι πρώ­τες που α­πο­δη­μούν στις νε­φέ­λες. Το α­ρι­στο­φα­νι­κό στοι­χείο συ­ναρ­μό­ζε­ται με το χρι­στια­νι­κό, κα­θώς στην “στρα­τό­σφαι­ρα”, οι όρ­νι­θες βρί­σκουν ε­γκα­τε­στη­μέ­να τα χε­ρου­βείμ και τα σε­ρα­φείμ. Τε­λι­κά, κα­τορ­θώ­νουν να ε­κτο­πί­σουν τα κα­τώ­τε­ρα στην ιε­ραρ­χία, τα χε­ρου­βεί­μ, τα ο­ποία κα­τα­λή­γουν στη Γη. Εδώ, ως λα­θρο­με­τα­νά­στες, υ­φί­στα­νται τα πάν­δει­να. Από τη μια, οι Νε­οέλ­λη­νες εκ­δη­λώ­νουν ε­ρω­τι­κές ο­ρέ­ξεις, πα­ρό­τι πρό­κει­ται για ά­φυ­λα ό­ντα, α­πό την άλ­λη, οι Αρχαίοι Έλλη­νες, δη­λα­δή τα α­γάλ­μα­τά τους, που έ­χουν α­πο­δρά­σει α­πό τα μου­σεία, τους σνο­μπά­ρουν.
Στις α­ρι­στο­φα­νι­κές, ό­μως, «Όρνι­θες», οι δια­πλη­κτι­σμοί με τους Θε­ούς ο­φεί­λο­νται στην τσί­κνα α­πό τις θυ­σίες των αν­θρώ­πων, που ή­θε­λαν να α­πο­λαμ­βά­νουν οι Ολύ­μπιοι και την ο­ποία πα­ρε­μπό­δι­ζε η ε­γκα­τά­στα­ση των που­λιών στα σύν­νε­φα. Τσί­κνα α­να­θρώ­σκει και στο μυ­θι­στό­ρη­μα, χά­ρις στο “ο­λο­καύ­τω­μα” που λαμ­βά­νει χώ­ρα στην πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος. Για να α­να­χαι­τί­σει το λοι­μό ο ε­πι­κε­φα­λής της α­στυ­νο­μι­κής φρου­ράς, πρώ­τα χτί­ζει τα πορ­το­πα­ρά­θυ­ρα της Βου­λής και με­τά συ­γκε­ντρώ­νει ε­πί τό­που ό­λους τους φα­κε­λω­μέ­νους ως ύ­πο­πτους πρα­ξι­κο­πή­μα­τος και τους πυρ­πο­λεί.
Αυ­τές, δειγ­μα­το­λη­πτι­κά, εί­ναι κά­ποιες α­πό τις συγ­γρα­φι­κές συλ­λή­ψεις. Ορι­σμέ­νες λει­τουρ­γούν α­κα­ριαία, ό­πως, λ.χ., οι ε­πι­γραμ­μα­τι­κές ει­δή­σεις της μορ­φής: οι δη­μο­σιο­γρά­φοι πέ­θα­ναν πρώ­τοι, το δι­κα­στι­κό μέ­γα­ρο δια­σώ­θη­κε αύ­ταν­δρο, η Αμε­ρι­κα­νι­κή Πρε­σβεία πα­ρου­σία­σε α­νο­σία. Άλλες λει­τουρ­γούν βρα­δυ­φλε­γώς, ό­πως τα πα­θή­μα­τα των Χε­ρου­βεί­μ, που α­πλώ­νο­νται σε πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός κε­φά­λαια. Υπάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­νες, που φαί­νε­ται να χά­νουν τον σα­τι­ρι­κό τους στό­χο, ό­πως η δια­κω­μώ­δη­ση του σκαν­δά­λου γύ­ρω α­πό τη Μο­νή Βα­το­πε­δίου. Πά­ντως, η σά­τι­ρα του Μά­τε­σι στη­ρί­ζε­ται στη συσ­σώ­ρευ­ση συμ­βά­ντων και την κα­θ’ υ­περ­βο­λή διό­γκω­σή τους.
Νέα ορ­μή στο μυ­θι­στό­ρη­μα δί­νει μια α­πρό­σμε­νη η­ρωί­δα, που ει­σβάλ­λει στο 16ο κε­φά­λαιο. Πρό­κει­ται για τη θεία Φω­τού­λα, που έ­πλα­σε ο σκι­τσο­γρά­φος Στά­θης και τη δα­νεί­στη­κε ο Μά­τε­σις για να μας δια­σκε­δά­σει με τις πε­ρι­πέ­τειές της. Και τι δεν κά­νει η φο­βε­ρή θεία Φω­τού­λα και η “σέ­χτα” της: Εμπρη­σμούς στα “ο­ρει­νά”, ό­πως α­πο­κα­λού­νται τα βό­ρεια προά­στια, γκρά­φι­τι στο κέ­ντρο της πό­λης, δια­δη­λώ­σεις στον Άγνω­στο Στρα­τιώ­τη για το “ο­λο­καύ­τω­μα” και άλ­λα πα­ρα­πλή­σια και ε­ξω­φρε­νι­κά. Μέ­χρι που α­να­χω­ρεί με μια πλε­ού­με­νη νή­σο, ό­πως ε­κεί­νο το νη­σί του Μ. Κα­ρα­γά­τση, μό­νο που ε­δώ πρό­κει­ται για έ­να κυ­κλα­δο­νή­σι, κα­τ’ ε­ξο­χήν τό­πο θε­ρι­νής α­κο­λα­σίας. Πα­ρέα η θεία Φω­τού­λα έ­χει τον Μέ­γα Αλέ­ξαν­δρο, που δεί­χνει σαν να βγαί­νει α­πό γε­λοιο­γρα­φία του Μπο­στ. Κα­τά τα άλ­λα, στον πο­λι­τι­κό σχο­λια­σμό, ο Μά­τε­σις α­πο­δει­κνύε­ται προ­φη­τι­κός. Δί­πλα στα τρέ­χο­ντα, ό­πως το Σκο­πια­νό, σα­τι­ρί­ζει και ό­σα συ­νέ­βη­σαν, α­φού ε­κεί­νος εί­χε βά­λει τε­λεία στο χει­ρό­γρα­φο, ό­πως, λ.χ., η α­να­θέρ­μαν­ση της συ­ζή­τη­σης πε­ρί των ο­φει­λό­με­νων γερ­μα­νι­κών α­πο­ζη­μιώ­σεων. Για το τέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ε­πι­φυ­λάσ­σει μια υ­πέ­ρο­χη ου­το­πία. Ο με­ταλ­λαγ­μέ­νος ιός του λοι­μού έ­χει ι­σο­πε­δώ­σει τα κτί­ρια και στον α­πέ­ρα­ντο ε­ρει­πιώ­να φυ­τρώ­νουν πα­ντού δέ­ντρα, ε­νώ πά­σης φύ­σεως ζώα κα­τα­κλύ­ζουν το α­θη­ναϊκό λε­κα­νο­πέ­διο.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτο: Γκράφιτι στην οδό Ψαρομηλίγγου, στον Κεραμεικό.

Αφιέρωμα στη μετάφραση

«Το Δέντρο»
Τεύχος 173-174
Χειμώνας 2009-2010

Το τεύ­χος α­νοί­γει με σχο­λια­σμό της λο­γο­τε­χνι­κής ε­πι­και­ρό­τη­τας α­πό τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού, Κώ­στα Μαυ­ρου­δή. Καί­ριες οι δια­πι­στώ­σεις του, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, η ε­πι­σή­μαν­ση ό­τι “ο δια­φη­μι­στι­κός λό­γος ε­πί της λο­γο­τε­χνίας βα­ραί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το ί­διο το γε­γο­νός της γρα­φής”. Ή, κα­τά μια λί­γο δια­φο­ρε­τι­κή δια­τύ­πω­ση, ό­τι “η ει­κό­να του συγ­γρα­φέα προ­η­γεί­ται του έρ­γου του”, με άλ­λα λό­για, “το με­τα­κεί­με­νο προ­η­γεί­ται της πρόσ­λη­ψης του ί­διου του κει­μέ­νου α­πό τον α­να­γνώ­στη”. Ωστό­σο, θα δια­φω­νού­σα­με με τον εν­νοιο­λο­γι­κό πε­ριο­ρι­σμό του ό­ρου “με­τα­κεί­με­νο” α­πο­κλει­στι­κά στην κρι­τι­κή ή την βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση. Εκεί­νο που προ­η­γεί­ται και βα­ραί­νει εί­ναι ο δη­μο­σιο­γρα­φι­κός σχο­λια­σμός του βι­βλίου και οι συ­νε­ντεύ­ξεις του συγ­γρα­φέα, που, στην πε­ρί­πτω­ση ε­νός “μι­ντια­κά” γνω­στού συγ­γρα­φέα ή έ­στω, ε­νός συγ­γρα­φέα που α­νή­κει στο “λο­γο­τε­χνι­κό γκλά­μου­ρ”, δη­μο­σιεύο­νται μα­ζε­μέ­νες την ί­δια Κυ­ρια­κή στις δυο-τρεις με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας ε­φη­με­ρί­δες ως ο­μο­βρο­ντία, που χαι­ρε­τί­ζει το γε­γο­νός της έκ­δο­σης. Οι κρι­τι­κές ή οι βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις (έ­τσι κι αλ­λιώς, η δια­φο­ρο­ποίη­ση των δύο λέ­ξεων γί­νε­ται υ­πο­κει­με­νι­κά, με βά­ση την ε­κτί­μη­ση που κά­ποιος τρέ­φει για έ­ναν συ­γκε­κρι­μέ­νο κρι­τι­κό) έ­πο­νται ό­λων αυ­τών και ε­λά­χι­στα ε­πη­ρεά­ζουν έ­να ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό.
Μια άλ­λη δια­πί­στω­ση, η ο­ποία κα­λώς γί­νε­ται, α­φο­ρά την κω­μω­δία του βρα­βείου α­να­γνω­στών, που συ­νε­χί­ζε­ται για πέ­μπτη συ­νε­χή χρο­νιά. Εδώ, ό­μως, πέ­ραν του ί­διου του θε­σμού, που, α­πό τη λο­γι­κή του, βρα­βεύει την “ευ­πώ­λη­τη λο­γο­τε­χνία”, τί­θε­ται και το θέ­μα της α­να­ξιο­πι­στίας του. Στους πα­ροι­κού­ντες την Ιε­ρου­σα­λήμ και ό­χι μό­νον, εί­ναι γνω­στό ό­τι πο­δη­γε­τεί­ται α­πό τον συ­γκε­κρι­μέ­νο φο­ρέα, ο ο­ποίος και τον θέ­σπι­σε. Εξαι­ρού­νται, βε­βαίως, ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις βρα­βεύ­σεων κα­τά τις ο­ποίες το κέ­ντρο α­πο­φά­σεων έ­χει βρει τον μά­στο­ρά του. Από μια ά­πο­ψη, η δο­λιό­τη­τα, μό­νο με δο­λιό­τη­τα, υ­περ­φα­λαγ­γί­ζε­ται. Από ε­κεί και πέ­ρα, για τα κυ­ρίως βρα­βεία λο­γο­τε­χνίας, που πα­ρα­μέ­νουν τα κρα­τι­κά, οι δια­πι­στώ­σεις θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν ε­πι­φυ­λα­κτι­κές ως προς τις εν­στά­σεις τους. Συμ­φω­νούν μεν με ό­σους “κα­τα­δι­κά­ζουν τα με­ρο­λη­πτι­κά και ε­πι­πό­λαια κρι­τή­ρια ε­παν­δρώ­σεως των ε­πι­τρο­πών βρά­βευ­σης”, προ­σθέ­τουν, ό­μως, ό­τι αυ­τό συμ­βαί­νει μό­νο κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση. Δη­λα­δή, μό­νο κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση τα κρι­τή­ρια εί­ναι με­ρο­λη­πτι­κά, ά­ντε και ε­πι­πό­λαια; Και πα­ρα­κά­τω προ­στί­θε­ται ό­τι η Πο­λι­τεία διο­ρί­ζει α­πό ά­γνοια α­νε­παρ­κή πρό­σω­πα, κα­μιά φο­ρά α­κό­μη και στη θέ­ση του Προέ­δρου. Μή­πως η ά­γνοια πα­ρα­εί­ναι εύ­κο­λη δι­καιο­λο­γία; Και τέ­λος, τό­σο σπά­νια, υ­πο­κύ­πτει η Πο­λι­τεία σε αυ­τό το λά­θος;
Εκεί­νη, ό­μως, η δια­πί­στω­ση, που πο­λύ μας πα­ρα­ξέ­νε­ψε εί­ναι μια α­πό τις τρεις ει­σα­γω­γι­κές, που ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι ο α­ριθ­μός α­να­γνω­στών μη κα­τα­να­λω­τι­κής (μιας μέ­σης, ό­χι “ρο­ζ”) λο­γο­τε­χνίας έ­χει διευ­ρυν­θεί κα­τά τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Πό­θεν ε­ξά­γε­ται αυ­τό το τό­σο αι­σιό­δο­ξο συ­μπέ­ρα­σμα; Το μό­νο, που, εμ­φα­νώς, διευ­ρύν­θη­κε εί­ναι η έν­νοια της λο­γο­τε­χνίας. Αρκεί μια μα­τιά στους κα­τα­λό­γους της “ευ­πώ­λη­της λο­γο­τε­χνίας”. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με ο­ρι­σμέ­να λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία, που πα­ρει­σφρέ­ουν χά­ρις σε υ­πο­ψια­σμέ­νους κα­τα­γρα­φείς (ή μή­πως εν­δο­τι­κούς στα εκ­δο­τι­κά κε­λεύ­σμα­τα, ό­ταν πρό­κει­ται για συγ­γρα­φείς λο­γο­τε­χνι­κά γκλά­μο­ρους, ά­ρα α­κρι­βο­πλη­ρω­μέ­νους, αλ­λά ό­χι και ευ­πώ­λη­τους), κα­τά τα άλ­λα, έ­χου­με α­μι­γώς “κα­τα­να­λω­τι­κή λο­γο­τε­χνία”. Δεν θα συμ­φω­νή­σου­με, ό­μως, ό­τι η κα­τα­να­λω­τι­κή ταυ­τί­ζε­ται με τη “ρο­ζ”. Κά­τι τέ­τοιο θα ή­ταν ά­κρως φε­μι­νι­στι­κό. Δό­ξα τω θεώ, υ­πάρ­χουν και οι ά­ντρες, που “κα­τα­να­λώ­νου­ν” χρω­μα­τι­σμέ­νες, α­ντι­στοί­χως, λο­γο­τε­χνίες. Αν και η χρή­ση της λέ­ξης λο­γο­τε­χνία, α­πο­τε­λεί, έ­τσι κι αλ­λιώς, α­σέ­βεια προς την ί­δια τη λέ­ξη, που ο­ρί­ζε­ται σα­φώς α­πό την ε­τυ­μο­λο­γία της ως τέ­χνη του λό­γου. Ας ό­ψο­νται, ό­μως, οι πρό­γο­νοί μας, που δεν ε­πέ­λε­ξαν, ό­πως “οι άγ­γλοι, γάλ­λοι, πορ­το­γά­λοι”, έ­ναν ου­δέ­τε­ρο ό­ρο.
Με­τά αυ­τήν την εν­δια­φέ­ρου­σα ει­σα­γω­γή, ε­πι­στρα­τεύο­ντας τον τίτ­λο της ται­νίας «Χα­μέ­νοι στη με­τά­φρα­ση», ο εκ­δό­της και ο Τά­σος Γου­δέ­λης πα­ρου­σιά­ζουν έ­να α­φιέ­ρω­μα, που “ε­πι­χει­ρεί να α­πο­τυ­πώ­σει το γί­γνε­σθαι στο χώ­ρο της με­τά­φρα­σης ξέ­νης λο­γο­τε­χνίας, σή­με­ρα”. Συ­γκε­ντρώ­νο­νται 34 κεί­με­να ση­μα­ντι­κών λο­γο­τε­χνών, τα ο­ποία υ­πο­γρά­φουν 32 με­τα­φρα­στές. Ξε­χω­ρί­ζει μια ο­μά­δα 16 ε­πι­φα­νών με­τα­φρα­στών (Φί­λιπ­πος Δρα­κο­ντα­ει­δής, Άρης Μπερ­λής, Γιώρ­γος Δε­πά­στας, Φα­νή Μου­ρί­κη, Μίλ­τος Φρα­γκό­που­λος, Ανταίος Χρυ­σο­στο­μί­δης, Θω­μάς Σκάσ­σης, Σε­σίλ Ιγγλέ­ση Μαρ­γέλ­λου, Πα­να­γιώ­της Πού­λος, Έφη Καλ­λι­φα­τί­δη, Κα­τε­ρί­να Σχι­νά, Χά­ρης Βλα­βια­νός, Γιώρ­γος Μπλά­νας, Γιώρ­γος Ξε­νά­ριος, Γιώρ­γος Ίκα­ρος Μπα­μπα­σά­κης, Οντέτ Βα­ρών Βα­σάρ). Ακο­λου­θούν ο­κτώ δό­κι­μοι αλ­λά λι­γό­τε­ρο γνω­στοί (Ιωάν­να Αβρα­μί­δου, Ισμή­νη Καν­σή, Δέ­σπω Πα­πα­γρη­γο­ρά­κη, Άννα Πα­πα­σταύ­ρου, Κων­στα­ντί­νος Πα­λαιο­λό­γος, Χίλ­ντα Πα­πα­δη­μη­τρίου, Γιάν­νης Στρί­γκος, Αλέ­ξης Κα­λο­φω­λιάς). Και α­κό­μη, ο­κτώ νεό­τε­ροι που μέ­νει να δο­κι­μα­στούν (Βιρ­γι­νία Γα­λα­νο­πού­λου, Δή­μη­τρα Κω­τού­λα, Κώ­στας Βρα­χνός, Ευ­γε­νία Γραμ­μα­τι­κο­πού­λου, Φω­τει­νή Βλα­χο­πού­λου, Δή­μη­τρα Πα­πα­βα­σι­λείου, Βα­σί­λης Γου­δέ­λης, Μα­ρία Κε­σί­νη).
Το α­φιέ­ρω­μα συ­μπλη­ρώ­νει συ­ζή­τη­ση των Πα­πα­σταύ­ρου, Πα­λαιο­λό­γου, Πού­λου, Φρα­γκό­που­λου και Ανδρέα Παπ­πά, με συ­ντο­νι­στή τον Γου­δέ­λη. Ενδια­φέ­ρου­σα, κα­θώς θί­γει αρ­κε­τά α­πό τα ε­ρω­τή­μα­τα που α­να­φύο­νται κα­τά τη με­τα­φρα­στι­κή δια­δι­κα­σία: Τη σχέ­ση με το πρω­τό­τυ­πο, τη σχέ­ση με τον α­να­γνώ­στη, το δια­θέ­σι­μο χρό­νο του με­τα­φρα­στή και τις δη­μιουρ­γι­κές ι­κα­νό­τη­τές του. Συ­γκρα­τού­με ο­ρι­σμέ­νες α­πό­ψεις, κυ­ρίως, για τον α­πό­λυ­το τρό­πο με τον ο­ποίο έ­χουν δια­τυ­πω­θεί: Ο Παπ­πάς “έ­φρι­ξε” ό­ταν διά­βα­σε την «Λί­μνη» του Λα­μαρ­τί­νου σε α­πό­δο­ση Αρι­στο­τέ­λη Βα­λαω­ρί­τη και δια­πι­στώ­νει ό­τι ο Λευ­κα­δί­της “έ­χει με­τα­τρέ­ψει το ρο­μα­ντι­κό γαλ­λι­κό ποίη­μα σε ελ­λη­νι­κό βου­κο­λι­κό με­τά­φρα­σμα”. Έτε­ρος συ­νο­μι­λη­τής, ο Πα­λαιο­λό­γος, πα­ρα­τη­ρεί: “Όταν βλέ­που­με το α­πο­τέ­λε­σμα της με­τα­φρα­στι­κής ερ­γα­σίας α­να­γνω­ρι­σμέ­νων συγ­γρα­φέων, ό­πως ο Πα­πα­δια­μά­ντης ή ο Κα­ζα­ντζά­κης, κα­τα­λα­βαί­νου­με ό­τι τα ο­νό­μα­τα αυ­τά δεν ε­πι­κοι­νω­νούν με το συγ­γρα­φέα... Δεν ξέ­ρω εάν αυ­τό το φαι­νό­με­νο έ­χει σχέ­ση με την έλ­λει­ψη τα­πει­νό­τη­τας...”. Με άλ­λα λό­για, ή­ταν κα­βα­λη­μέ­να κα­λά­μια και ό,τι έ­δω­σαν ως με­τά­φρα­σμα εί­ναι, κα­τά το κοι­νώς λε­γό­με­νο, για τα μπά­ζα. Ενδια­φέ­ρου­σα ά­πο­ψη.
Μ. Θ.

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Ο άλλος μισός Παπαντωνίου

Χω­ρίς προ­λο­γι­κές φλυα­ρίες ξα­να­πιά­νου­με το νή­μα Πα­πα­ντω­νίου, που κό­πη­κε και έ­μει­νε η­μι­τε­λές στο φύλ­λο της προ­η­γού­με­νης Κυ­ρια­κής.
Η πρώ­τη του εμ­φά­νι­ση κα­τα­γρά­φε­ται το 1895, στην «Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη Εστία», με το διή­γη­μα «Ο ψω­μάς». Το εί­χε ξε­χω­ρί­σει ο Γρη­γό­ριος Ξε­νό­που­λος, τό­τε εκ­δό­της-διευ­θυ­ντής του πε­ριο­δι­κού. Ο ί­διος εκ­φώ­νη­σε το 1938 τον χαι­ρε­τι­στή­ριο λό­γο κα­τά την υ­πο­δο­χή του Πα­πα­ντω­νίου στην Ακα­δη­μία και δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, τον ε­πι­κή­δειό του. Το πρώ­το, ό­μως, βι­βλίο του Πα­πα­ντω­νίου ή­ταν ποιη­τι­κό, ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό τον α­τυ­χή πό­λε­μο του 1897, τα «Πο­λε­μι­κά Τρα­γού­δια». Εξέ­δω­σε α­κό­μη δυο συλ­λο­γές με ποιή­μα­τα χα­μη­λό­φω­να, πλημ­μυ­ρι­σμέ­να α­πό το δέ­ος που γεν­νά η ευ­ρυ­τα­νι­κή φύ­ση. Το γνω­στό­τε­ρο, ό­μως, και κα­λύ­τε­ρο ποιη­τι­κό του βι­βλίο εί­ναι το «Πε­ζοί ρυθ­μοί». Εντάσ­σε­ται στο εί­δος του πε­ζο­τρά­γου­δου και του ε­ξα­σφά­λι­σε το Εθνι­κό Αρι­στείο Γραμ­μά­των και Τε­χνών του 1923. Τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1927, του α­πο­νε­μή­θη­κε το Έπα­θλο Βι­κέ­λα για τα διη­γή­μα­τά του. Τον Πα­πα­ντω­νίου τον ε­ντάσ­σουν στην ποιη­τι­κή γε­νιά του 1907 και τον θεω­ρούν συν­δε­τι­κό κρί­κο με την ποιη­τι­κή γε­νιά του 1920, ε­νώ τον πα­ρα­λεί­πουν στις αν­θο­λο­γίες, για­τί φαί­νε­ται ό­τι γλι­στρά­ει στο διά­κε­νο με­τα­ξύ με­σο­πο­λε­μι­κών και πα­λαιό­τε­ρων. Πά­ντως, μια θέ­ση του κρα­τά ο Ευ­ρι­πί­δης Γα­ρα­ντού­δης στην πρό­σφα­τη “συγ­χρο­νι­κή αν­θο­λο­γία του” με την “ελ­λη­νι­κή ποίη­ση του 20ου αιώ­να”. Πα­ρα­τάσ­σο­ντας τα αν­θο­λο­γού­με­να ποιή­μα­τα κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, στο έ­τος 1923 ο αν­θο­λό­γος συν­δυά­ζει δυο πε­ζο­τρά­γου­δα του Πα­πα­ντω­νίου με το «Φα­λη­ρι­κό βρά­δυ» του Ρώ­μου Φι­λύ­ρα, α­πο­δί­δο­ντας τη με­λαγ­χο­λι­κή διά­θε­ση μιας ε­πο­χής.

Διά­σω­ση της Αθή­νας

Αθη­ναίος ο Πα­πα­ντω­νίου, α­φού έ­ζη­σε στην Αθή­να σα­ρά­ντα και πλέ­ον χρό­νια, ω­στό­σο, τα διη­γή­μα­τά του το­πο­θε­τού­νται κυ­ρίως στην ε­παρ­χία ή α­φο­ρούν ε­παρ­χιώ­τες του ά­στεως, ό­ταν δεν α­να­φέ­ρο­νται στο Βυ­ζά­ντιο. Για τους κα­θη­με­ρι­νούς πε­ρι­πά­τους του στην πό­λη δεν έ­μει­ναν α­φη­γή­σεις πα­ρά μό­νο μαρ­τυ­ρίες φί­λων του. Όπως φαί­νε­ται, ό­μως, α­γω­νί­στη­κε, ό­χι μό­νο μέ­σα α­πό τον Τύ­πο ως σχο­λιο­γρά­φος αλ­λά και α­πό τη θέ­ση του Ακα­δη­μαϊκού, να δια­σώ­σει τις συ­νοι­κίες α­πό το μπε­τόν και τους γύ­ρω λό­φους α­πό τη λα­τό­μη­ση. Εί­χε ο­ρα­μα­τι­στεί τον ε­νιαίο αρ­χαιο­λο­γι­κό χώ­ρο της Ακρό­πο­λης, που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι πρω­το­α­κού­στη­κε ως σχέ­διο στη Με­τα­πο­λί­τευ­ση. Πρό­τει­νε, α­κό­μη, ό­ριο στο ύ­ψος των σπι­τιών, κα­τάρ­γη­ση της με­σο­τοι­χίας, ύ­παρ­ξη αυ­λής.
Φι­λε­λεύ­θε­ρων α­πό­ψεων ο Πα­πα­ντω­νίου, δεν υ­στε­ρεί ως προο­δευ­τι­κό πνεύ­μα της ε­πο­χής του. Εξ’ αρ­χής βρέ­θη­κε σε στε­νή συ­νά­φεια και ταυ­τί­στη­κε με ό,τι εκ­συγ­χρο­νι­στι­κό ο­ρα­μα­τι­ζό­ταν το βε­νι­ζε­λι­κό μέ­τω­πο στους το­μείς της παι­δείας και των τε­χνών. Αν και πέ­ρα­σε μέ­σα α­πό τις υ­ψη­λές ε­ντά­σεις, που καλ­λιέρ­γη­σε ο με­γά­λος Δι­χα­σμός, δί­νει, ω­στό­σο, την ε­ντύ­πω­ση σαν να μην τον άγ­γι­ξαν ι­διαί­τε­ρα. Όχι, βε­βαίως, ό­τι μπο­ρεί να κρα­τού­σε α­πο­στά­σεις, αλ­λά ε­πει­δή στις ι­δέες ό­σο και στα γρα­πτά του ή­ταν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή πε­ρί­πτω­ση λε­πτής ευ­πρέ­πειας και τα­κτι­κό­τη­τας. Πρό­κει­ται, γε­νι­κώς, για ε­κλε­πτυ­σμέ­νη ι­διο­συ­γκρα­σία και δεν εί­ναι κα­θό­λου τυ­χαίο το ό,τι στην ε­πο­χή του το­πο­θε­τεί­ται α­νά­με­σα στους ε­στέ­τ, πα­ρό­τι αυ­τό, φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον, μοιά­ζει ε­ντε­λώς α­σύμ­βα­το προς το τρα­χύ στοι­χείο του τό­που κα­τα­γω­γής του. Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του ως δη­μο­σιο­γρά­φος ή­ταν η α­κρι­βο­λο­γία και η φρο­ντί­δα, που έ­δει­χνε στις τυ­πο­γρα­φι­κές διορ­θώ­σεις. Σπά­νια του διέ­φευ­γε έ­να lapsus calami, ό­πως ε­κεί­νο στο άρ­θρο του «Σκρίπ», που α­να­δη­μο­σιεύε­ται στο πρό­σφα­το τεύ­χος των «Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Τε­τρα­δίων». Γρά­φει Μω­ραϊτί­νης α­ντί Μω­ραϊτί­δης. Συγ­χω­ρη­τό λά­θος, α­φού ο Τί­μος Μω­ραϊτί­νης, συ­νο­μή­λι­κος και συ­νά­δελ­φός του στη δη­μο­σιο­γρα­φία, στά­θη­κε στε­νός φί­λος, που δια­πνεό­ταν α­πό την ί­δια ρο­μα­ντι­κή διά­θε­ση. Το άρ­θρο του «Σκρίπ» α­να­φε­ρό­ταν στην βυ­ζα­ντι­νή μου­σι­κή. Να προ­σθέ­σου­με ό­τι ο Πα­πα­ντω­νίου ή­ταν λά­τρης της βυ­ζα­ντι­νής μου­σι­κής και έ­ψελ­νε ο ί­διος, ό­χι α­πό το χω­ρο­στά­σιο αλ­λά κα­τ’ ι­δίαν. Το τε­λευ­ταίο υ­πό­μνη­μά του στην Ακα­δη­μία α­φο­ρού­σε την εκ­κλη­σια­στι­κή μου­σι­κή.

Ο άλ­λος μι­σός

Όμως ο Πα­πα­ντω­νίου ποιη­τής, διη­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας, συγ­γρα­φέ­ας τα­ξι­διω­τι­κών κει­μέ­νων και παι­δι­κών α­να­γνω­σμά­των, εν ο­λί­γοις ο Πα­πα­ντω­νίου των νε­ο­ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των, εί­ναι ο μι­σός Πα­πα­ντω­νίου. Ο άλ­λος μι­σός εί­ναι, πρω­τί­στως, ο τε­χνο­κρι­τι­κός μα­ζί με τον διευ­θυ­ντή της Εθνι­κής Πι­να­κο­θή­κης, με­τά ο σκι­τσο­γρά­φος και πιο πί­σω ο ι­μπρε­σιο­νι­στής το­πιο­γρά­φος. Στον χρω­στή­ρα και τη χιου­μο­ρι­στι­κή σχε­διο­γρα­φία θα τον λέ­γα­με αυ­το­δί­δα­κτο, α­σχέ­τως αν έ­να διά­στη­μα πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα ζω­γρα­φι­κής, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας σπου­δές ια­τρι­κής. Ωστό­σο, στην τέ­χνη και την αι­σθη­τι­κή μυή­θη­κε στα χρό­νια του Πα­ρι­σιού, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας σχε­τι­κές δια­λέ­ξεις. Κα­τά εύ­νοια της τύ­χης, η τριε­τής πα­ρα­μο­νή του στη γαλ­λι­κή πρω­τεύου­σα συ­μπί­πτει με ρι­ζι­κές α­να­κα­τα­τά­ξεις και έ­ντο­νες ζυ­μώ­σεις στο πε­δίο των ει­κα­στι­κών τε­χνών, κα­θώς, τό­τε, το κί­νη­μα του μο­ντερ­νι­σμού έ­χει ή­δη κερ­δί­σει τις πρώ­τες μά­χες και ει­σέρ­χε­ται θριαμ­βευ­τι­κά στο καλ­λι­τε­χνι­κό προ­σκή­νιο. Ενδε­χο­μέ­νως ε­κεί να “έ­δε­σε” και η κα­το­πι­νή στε­νή του φι­λία με τον Κω­στή Παρ­θέ­νη. Πέ­ραν της τέ­χνης, υ­πήρ­χε με­τα­ξύ τους έ­να ε­πι­πλέ­ον στοι­χείο, που πρέ­πει να συ­νέ­τει­νε στο δε­σμό φι­λίας. Ήταν η κοι­νή α­γρα­φιώ­τι­κη κα­τα­γω­γή τους.
Στο Πα­ρί­σι, πά­ντως, ο Πα­πα­ντω­νίου ε­ξοι­κειώ­θη­κε με την ευ­ρω­παϊκή καλ­λι­τε­χνι­κή πα­ρά­δο­ση και τις νεό­τε­ρες καλ­λι­τε­χνι­κές τά­σεις. Απο­κτά, δη­λα­δή, μια ευ­ρύ­τε­ρη ε­πο­πτεία γαλ­λο­κε­ντρι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού. Έτσι, ο­πλι­σμέ­νος με γνώ­σεις, καλ­λιερ­γη­μέ­νο έν­στι­κτο, διεισ­δυ­τι­κή ι­κα­νό­τη­τα και εν­θου­σιώ­δης ο­πα­δός του ι­μπρε­σιο­νι­σμού εμ­φα­νί­ζε­ται σε μια α­πό τις α­πο­φα­σι­στι­κές φά­σεις της νε­ο­ελ­λη­νι­κής τέ­χνης. Μέ­σα α­πό τα τε­χνο­κρι­τι­κά του κεί­με­να, κυ­ρίως στο «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα», δια­δρα­μα­τί­ζει ση­μαί­νο­ντα ρό­λο, για­τί ω­θεί σε α­να­νέω­ση ή, σω­στό­τε­ρα, σε ε­ξευ­ρω­παϊσμό την α­σκού­με­νη ως τό­τε πε­ρι­στα­σια­κά α­πό λο­γο­τέ­χνες και δια­νοού­με­νους τε­χνο­κρι­τι­κή. Οι κρι­τι­κές του, μα­ζί με το κομ­ψό τους ύ­φος και τις εύ­στο­χες πα­ρα­τη­ρή­σεις τους, έ­φτα­σαν να λει­τουρ­γούν ως πρό­τυ­πο στην κρι­τι­κή των ει­κα­στι­κών τε­χνών, του­λά­χι­στον μέ­χρι να εμ­φα­νι­στούν κά­ποιοι νεό­τε­ροι με σπου­δές ι­στο­ρι­κού τέ­χνης, ό­πως ο Πα­ντε­λής Πρε­βε­λά­κης, ο Άγγε­λος Προ­κο­πίου κ.ά.
Βα­σι­κό του προ­σόν ως τε­χνο­κρι­τι­κός εί­ναι το ό,τι α­πο­φεύ­γει τον στόμ­φο, το ε­ξε­ζη­τη­μέ­νο ύ­φος με προ­σμί­ξεις ι­διό­λε­κτου, την πε­ριτ­το­λο­γία και τις αι­σθη­μα­το­λο­γι­κές δια­χύ­σεις, χω­ρίς, βε­βαίως, να ε­ξα­λεί­φε­ται η μα­χη­τι­κή του διά­θε­ση. Το α­ντί­θε­το, στην πο­λε­μι­κή του μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί σκλη­ρός, α­φού για με­γά­λο διά­στη­μα ε­κλαμ­βα­νό­ταν ως “αυ­θε­ντία”, η ο­ποία γε­νι­κώς χα­ντά­κω­νε ή, α­ντι­θέ­τως, ε­πέ­βα­λε εκ του μη­δε­νός καλ­λι­τέ­χνες. Ως κα­θο­λι­κή α­ντί­λη­ψη εί­ναι α­νυ­πό­στα­τη. Μό­νο σε κά­ποιες πε­ρι­πτώ­σεις ευ­στα­θεί, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, αυ­τή του Γε­ρά­σι­μου Στέ­ρη, που δέχ­θη­κε ό­ντως αρ­νη­τι­κά πυ­ρά ε­νώ, α­ντί­στοι­χα, οι Παρ­θέ­νης και Μα­λέ­ας τι­μη­τι­κά. Στο ση­μείο αυ­τό, εάν κά­ποιος στα­θεί κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά α­πορ­ρι­πτι­κός α­πέ­να­ντί του, πα­ρα­βιά­ζει α­νοι­χτές θύ­ρες. Πρέ­πει να λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι η αι­σθη­τι­κή παι­δεία του Πα­πα­ντω­νίου καλ­λιερ­γή­θη­κε ε­μπει­ρι­κά και ό­τι βρι­σκό­ταν προ­ση­λω­μέ­νη στις ι­μπρε­σιο­νι­στι­κές και με­ταϊμπρε­σιο­νι­στι­κές τά­σεις της τέ­χνης. Αρνεί­το, δη­λα­δή, να υιο­θε­τή­σει στον ί­διο βαθ­μό νεό­τε­ρα καλ­λι­τε­χνι­κά ρεύ­μα­τα και πρό­βα­λε α­ντιρ­ρή­σεις, κά­πο­τε πει­σμα­τι­κές, α­πέ­να­ντι στον εξ­πρε­σιο­νι­σμό, τον κυ­βι­σμό και σε ο­ρι­σμέ­νες άλ­λες πρω­το­πο­ρια­κές α­να­ζη­τή­σεις κα­τά την πε­ρίο­δο του Με­σο­πο­λέ­μου.
Δυ­στυ­χώς τα τε­χνο­κρι­τι­κά του κεί­με­να δεν εί­δαν πο­τέ μορ­φή βι­βλίου. Μέ­νουν δια­σκορ­πι­σμέ­να στα έ­ντυ­πα που δη­μο­σιεύ­τη­καν. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί μια μι­κρή αν­θο­λό­γη­ση, η ο­ποία κυ­κλο­φό­ρη­σε στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’60, με ε­πι­μέ­λεια του κα­θη­γη­τή Φαί­δω­να Κ. Μπου­μπου­λί­δη και κά­ποιες, κα­τά και­ρούς, με­μο­νω­μέ­νες α­να­δη­μο­σιεύ­σεις κει­μέ­νων του σε τό­μους σχε­τι­κούς με τις ει­κα­στι­κές τέ­χνες.

Εμμο­νή στον Γκρέ­κο

Χρο­νι­κά, τον δη­μο­σιο­γρά­φο Πα­πα­ντω­νίου δια­δέ­χτη­κε ο κα­θη­γη­τής (έ­δρα Αι­σθη­τι­κής και Ιστο­ρίας της Τέ­χνης) στη Σχο­λή Κα­λών Τε­χνών α­πό το 1922 μέ­χρι το 1938. Ενώ, ή­δη, α­πό το 1918, α­νέ­λα­βε διευ­θυ­ντής της Εθνι­κής Πι­να­κο­θή­κης, στην ο­ποία τα­ξι­νο­μεί τις υ­πάρ­χου­σες συλ­λο­γές, φι­λο­δο­ξώ­ντας να την ορ­γα­νώ­σει σε α­νοι­χτό μου­σείο για το πλα­τύ κοι­νό και φο­ρέα καλ­λι­τε­χνι­κής παι­δείας. Επί­σης, την ε­μπλου­τί­ζει, φέρ­νο­ντας Μα­λέα, Παρ­θέ­νη, Γα­λά­νη και άλ­λους νεό­τε­ρους καλ­λι­τέ­χνες, δί­πλα σε έρ­γα πρωϊμό­τε­ρων καλ­λι­τε­χνών του πρώ­του διευ­θυ­ντή, του ζω­γρά­φου Γιώρ­γου Ια­κω­βί­δη. Το με­γά­λο του ε­πί­τευγ­μα ή­ταν η α­γο­ρά, το 1931, ε­νός Γκρέ­κο, του μο­να­δι­κού ι­διό­χει­ρου έρ­γου του Θε­ο­το­κό­που­λου, που έ­χει έως σή­με­ρα η Πι­να­κο­θή­κη. Απέ­σπα­σε α­πό τον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­να­στα­σίου πέ­ντε ε­κα­τομ­μύ­ρια δραχ­μές για τη «Συ­ναυ­λία των Αγγέ­λων». Φαί­νε­ται ό­τι ο Θε­ο­το­κό­που­λος βρι­σκό­ταν α­νά­με­σα στις εμ­μο­νές του Πα­πα­ντω­νίου, α­φού ο ε­ναρ­κτή­ριος λό­γος του στην Ακα­δη­μία α­φο­ρού­σε τον μέ­τοι­κο του Το­λέ­δο. Εκφω­νή­θη­κε, μά­λι­στα, σε ά­πται­στη δη­μο­τι­κή, ε­ξε­γεί­ρο­ντας τους α­διάλ­λα­κτους ο­πα­δούς της κα­θα­ρεύου­σας. Αγω­νι­στής της δη­μο­τι­κής α­πό το 1904, που ι­δρύ­θη­κε η «Εται­ρεία Εθνι­κής Γλώσ­σας», στις α­ντι­δρά­σεις δή­λω­σε ό­τι δεν πρό­κει­ται να αλ­λά­ξει γλωσ­σι­κές πε­ποι­θή­σεις. Ξύ­πνη­σε, δη­λα­δή, κά­ποιο κα­τά­λοι­πο α­τα­βι­σμού α­πό τον πεί­σμο­να και α­διάλ­λα­κτο στις ι­δέες του Αγρα­φιώ­τη.

Τε­λι­κά, α­να­φύε­ται το εύ­λο­γο ε­ρώ­τη­μα: Εί­ναι πο­τέ δυ­να­τόν ό­λον αυ­τόν τον Ζα­χα­ρία Πα­πα­ντω­νίου να τον χα­ρί­ζει το κλει­νόν ά­στυ α­πο­κλει­στι­κά στην Ευ­ρυ­τα­νία; Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι εί­ναι. Κά­τω α­πό την πίε­ση του φαι­νο­μέ­νου της “πα­γκο­σμιο­ποίη­σης”, ού­τε ως λο­γο­τε­χνι­κή α­ξία ε­κτι­μά­ται πλέ­ον, αλ­λά ού­τε ως προ­δρο­μι­κή μορ­φή της τε­χνο­κρι­τι­κής. Η Ιστο­ρία, τό­σο η γε­νι­κή ό­σο και η ει­δι­κή με τις υ­πο­διαι­ρέ­σεις της, α­φή­νει συ­χνά έ­να αί­σθη­μα με­λαγ­χο­λίας, για­τί μοιά­ζει σαν να κρα­τά­ει στη σκιά ο­ρι­σμέ­να πρό­σω­πα, τα ο­ποία, κα­τά την κρί­ση μας, δεν θα έ­πρε­πε. Ανά­με­σα σε αυ­τά τα πρό­σω­πα, που α­ντι­πα­ρέρ­χε­ται ως σκιώ­δη, θεω­ρού­με, υ­πο­κει­με­νι­κά πά­ντα, ό­τι βρί­σκε­ται και ο Πα­πα­ντω­νίου. Ως διάτ­το­ντας α­στέ­ρας διέ­γρα­ψε κά­πο­τε τη φω­τει­νή του τρο­χιά και ύ­στε­ρα έ­σβη­σε. Εάν α­να­ζη­τή­σου­με ευ­θύ­νες πά­νω σ’ αυ­τό, ο­ρι­σμέ­νες ε­πι­βα­ρύ­νουν και τον ί­διον. Χω­ρίς κα­μία πρό­νοια α­κρο­βα­τού­σε και, τε­λι­κά, σκορ­πί­στη­κε με­τα­ξύ ποίη­σης, πε­ζο­γρα­φίας και τε­χνο­κρι­τι­κής. Έπε­σε, δη­λα­δή, σε δι­χο­τό­μη­ση, αν ό­χι σε τρι­χο­τό­μη­ση. Έτσι, το ό­λον της πνευ­μα­τι­κής του διά­στα­σης ο­δη­γή­θη­κε σε α­να κα­τη­γο­ρία ε­πι­με­ρι­σμό και δια­με­λί­στη­κε. Ήθε­λές τα κι έ­πα­θές τα, ό­πως λέ­νε στ’ Άγρα­φα. Ας στε­κό­ταν στο βίο του πιο προ­νο­η­τι­κός ή λι­γό­τε­ρο πο­λυ­διά­στα­τος.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτο: Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου σε ξυλογραφία του χαράκτη Α. Τάσσου, 1934

Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

ZAΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Ένας κοσμοπολίτης εκ Καρπενησίου

Την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, σχο­λιά­ζο­ντας τα «Πα­πα­δια­μα­ντι­κά Τε­τρά­δια», α­να­φερ­θή­κα­με στον Ζα­χα­ρία Πα­πα­ντω­νίου, δί­νο­ντας την υ­πό­σχε­ση ό­τι θα ε­πα­νέλ­θου­με. Το γορ­γόν και χά­ριν έ­χει. Εάν, μά­λι­στα, δεν με­σο­λα­βού­σαν άλ­λοι α­ντι­πε­ρι­σπα­σμοί και η δη­μο­σίευ­ση γι­νό­ταν νω­ρί­τε­ρα, στις αρ­χές Φε­βρουα­ρίου, θα προσ­λάμ­βα­νε κα­θα­ρά ε­πε­τεια­κό χα­ρα­κτή­ρα. Ωστό­σο, με έ­να-ε­νά­μι­σι μή­να κα­θυ­στέ­ρη­ση δεν αλ­λά­ζουν και πο­λύ τα πράγ­μα­τα. Χά­νε­ται μεν το α­κρι­βές η­με­ρο­λο­για­κό της ε­πε­τείου, αλ­λά ως “θέ­μα” δεν υ­πάρ­χει κα­μία πι­θα­νό­τη­τα να “κα­εί”. Ου­δείς πρό­κει­ται να α­να­κα­λέ­σει τον Πα­πα­ντω­νίου στην ε­πι­και­ρό­τη­τα, ού­τε καν η Τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών της Ακα­δη­μίας, στην ο­ποία δια­τέ­λε­σε μέ­λος. Να το α­πο­δώ­σει κα­νείς σε δι­καιο­λο­γη­μέ­νη α­δια­φο­ρία, ε­πει­δή ως πρό­σω­πο μπο­ρεί σή­με­ρα να στε­ρεί­ται εν­δια­φέ­ρο­ντος; Μπο­ρεί, αλ­λά ως δι­καιο­λο­γία πα­ρα­μέ­νει ε­πι­φα­νεια­κή, για­τί υ­πάρ­χει κά­τι άλ­λο, πο­λύ βα­θύ­τε­ρο, το ο­ποίο συ­σχε­τί­ζε­ται με τους γε­νι­κό­τε­ρους ε­παμ­φο­τε­ρι­σμούς του νε­ο­ελ­λη­νι­κού βίου. Μην μπλέ­ξου­με, ό­μως, σε αυ­τούς τους α­χα­νείς ο­ρί­ζο­ντες. Κα­λύ­τε­ρα να πε­ριο­ρι­στού­με στον ευ­γε­νή και βα­θιάς καλ­λιέρ­γειας Καρ­πε­νη­σιώ­τη.

Παι­δί του βου­νού

Ο Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου γεν­νή­θη­κε στις 3 Φε­βρουα­ρίου 1877 στο Καρ­πε­νή­σι και πέ­θα­νε το πρωί της 1ης Φε­βρουα­ρίου 1940. Απε­βίω­σε ξαφ­νι­κά, α­πό α­να­κο­πή μέ­σα στο τρα­μ, πη­γαί­νο­ντας σε συ­νε­δρία της Ακα­δη­μίας Αθη­νών. Συ­μπλή­ρω­νε τα 63 και προ διε­τίας εί­χε ε­κλε­γεί Ακα­δη­μαϊκός στην Τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών. “Από τας συ­νε­δρίας της Ολο­με­λείας και της Τά­ξεως σπα­νιώ­τα­τα α­που­σία­ζε, προ­σήρ­χε­το δε σχε­δόν κα­τά κα­νό­να ο­λί­γον με­τά την αρ­χή της συ­νε­δρίας και ε­λάμ­βα­νε θέ­σιν εις τα πρώ­τα πλά­για κα­θί­σμα­τα”, σύμ­φω­να με τον συ­νο­μή­λι­κό του, πα­λαιό­τε­ρο Ακα­δη­μαϊκό, Σω­κρά­τη Κου­γέα. Σε ε­κεί­νη, ό­μως, τη συ­νε­δρία, τε­λι­κά, α­που­σία­σε. “Παι­δί του βου­νού”, α­πο­κα­λεί τον Πα­πα­ντω­νίου ο Κ.Θ. Δη­μα­ράς στην νε­κρο­λο­γία του. “Γεν­νη­μέ­νο και με­γα­λω­μέ­νο σ’ έ­να α­πό τα πιο ω­ραία βου­νά της Ελλά­δος”, ό­πως γρά­φει, εν­νοώ­ντας τον Τυμ­φρη­στό, γνω­στό και ως Βε­λού­χι. Η νύ­ξη του Δη­μα­ρά δεν γί­νε­ται τυ­χαία. Κα­τά έμ­με­σο τρό­πο α­να­φέ­ρε­ται στα «Ψη­λά βου­νά», α­ντο­νο­μα­σία του Τυμ­φρη­στού, που χρη­σι­μο­ποιεί ο Πα­πα­ντω­νίου, τιτ­λο­φο­ρώ­ντας το α­να­γνω­στι­κό που έ­γρα­ψε για την Τρί­τη Δη­μο­τι­κού, έ­να βι­βλίο, το ο­ποίο στέ­κει πρό­δρο­μος της δη­μο­τι­κής γλώσ­σας στην πρω­το­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση. Κυ­κλο­φό­ρη­σε Ια­νουά­ριο 1919 ως εγ­χει­ρί­διο του δη­μο­τι­κού, αλ­λά μέ­σα στον πυ­ρε­τό του πο­λι­τι­κού Δι­χα­σμού α­τύ­χη­σε. Δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, Φε­βρουά­ριο 1921, κά­η­κε μα­ζί με άλ­λα δώ­δε­κα α­να­γνω­στι­κά της εκ­παι­δευ­τι­κής με­ταρ­ρύθ­μι­σης του Βε­νι­ζέ­λου, δη­μο­σίως, στην πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος.
Δέ­κα χρό­νια με­τά το θά­να­το του Πα­πα­ντω­νίου, σε πρω­το­σέ­λι­δη ε­πι­φυλ­λί­δα στην ε­φη­με­ρί­δα «Τα Νέ­α», δη­μο­σιεύ­τη­κε κεί­με­νο ως “λο­γο­τε­χνι­κό μνη­μό­συ­νο”, με τίτ­λο, «Δά­σκα­λος του λό­γου», ό­που ε­ξαί­ρε­ται η προ­σω­πι­κό­τη­τα και το έρ­γο του. Ει­σα­γω­γι­κά το­νί­ζε­ται ό­τι ο χρό­νος που πέ­ρα­σε, α­ντί να σβή­σει τον Πα­πα­ντω­νίου, δη­μιούρ­γη­σε νέες προϋπο­θέ­σεις για την κα­λύ­τε­ρη ε­κτί­μη­ση της προ­σφο­ράς του.

Αντί­στρο­φη φο­ρά

Κα­τά α­ντί­στρο­φη φο­ρά, ε­βδο­μή­ντα χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, ο χρό­νος φαί­νε­ται να σβή­νει την πε­ρί­πτω­σή του, α­φού έ­χουν δη­μιουρ­γη­θεί οι προϋπο­θέ­σεις για την ε­ξά­λει­ψη ε­νός “φλο­γε­ρού θια­σώ­τη της ελ­λη­νι­κής πα­ρά­δο­σης”, ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ο Πα­πα­ντω­νίου στην ε­πι­φυλ­λί­δα του 1950. Επι­βε­βαιώ­νε­ται α­πό την έλ­λει­ψη α­να­φο­ράς στον Τύ­πο, του­λά­χι­στον μέ­χρι σή­με­ρα. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί η προ­α­ναγ­γελ­τι­κή μνη­μό­νευ­ση της ε­πε­τείου στο πε­ριο­δι­κό της γε­νέ­τει­ράς του, τα «Ευ­ρυ­τα­νι­κά Χρο­νι­κά», στο φθι­νο­πω­ρι­νό τεύ­χος του 2009. Το Δ.Σ. της Πα­νευ­ρυ­τα­νι­κής Ένω­σης α­πο­φά­σι­σε ο­μό­φω­να να α­να­κη­ρύ­ξει το 2010 «Έτος Ζα­χα­ρία Πα­πα­ντω­νίου». Την πρό­τα­σή τους, το πι­θα­νό­τε­ρο, ού­τε καν θα την πλη­ρο­φο­ρη­θούν στην πρω­τεύου­σα. Αρκε­τά δι­λήμ­μα­τα έ­χουν οι πα­ροι­κού­ντες εν Αθή­ναις άν­θρω­ποι του βι­βλίου με τους με­σο­πο­λε­μι­κούς και με­τα­πο­λε­μι­κούς υ­πο­ψή­φιους προς α­να­κή­ρυ­ξη ε­πε­τεια­κού έ­τους. Χω­ρίς α­κό­μη να έ­χουν κα­τα­λή­ξει, πο­νο­κε­φα­λιά­ζουν α­νά­με­σα στις ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δες α­πό γεν­νή­σεως Νί­κου Καβ­βα­δία και Ανδρέα Κα­ρα­ντώ­νη, την τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τία α­πό θα­νά­του Νί­κου Κα­χτί­τση και την τρια­κο­ντα­ε­τία α­πό θα­νά­του Στρα­τή Τσίρ­κα. Πού, λοι­πόν, μυα­λό και διά­θε­ση να α­σχο­λη­θούν και με τους πα­λαιό­τε­ρους, ό­πως η πε­ρί­πτω­ση Πα­πα­ντω­νίου. Τους δια­γρά­φουν και έ­χουν έ­ναν πο­νο­κέ­φα­λο λι­γό­τε­ρο. Μό­λις προχ­θές, Πέ­μπτη, πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με ό­τι το Ε.ΚΕ.ΒΙ. ε­τοι­μά­ζει δύο α­φιε­ρώ­μα­τα στους Στρα­τή Τσίρ­κα και Νί­κο Καβ­βα­δία.
Πά­ντως, τα «Ευ­ρυ­τα­νι­κά Χρο­νι­κά» δη­μο­σιεύουν στο ε­ξώ­φυλ­λο το πορ­τρέ­το του Πα­πα­ντω­νίου, που φι­λο­τέ­χνη­σε ο στε­νός του φί­λος Κω­στής Παρ­θέ­νης, και α­ναγ­γέλ­λουν εκ­δη­λώ­σεις σε διά­φο­ρες πό­λεις α­νά την Ελλά­δα. Επι­προ­σθέ­τως, α­να­κοι­νώ­νε­ται η χύ­τευ­ση προ­το­μής του Πα­πα­ντω­νίου, α­ντί­γρα­φο της προ­το­μής του α­πό τον γλύ­πτη Κώ­στα Δη­μη­τριά­δη, που βρί­σκε­ται στην Εθνι­κή Πι­να­κο­θή­κη. Η προ­το­μή, ό­πως διευ­κρι­νί­ζε­ται, θα το­πο­θε­τη­θεί στο Καρ­πε­νή­σι, ε­νώ έ­να δεύ­τε­ρο α­ντί­γρα­φο θα κο­σμή­σει τον τά­φο του στο Α΄ Νε­κρο­τα­φείο Αθη­νών. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι προ­το­μή του Πα­πα­ντω­νίου υ­πάρ­χει ε­δώ και κά­μπο­σα χρό­νια στη Γρα­νί­τσα Ευ­ρυ­τα­νίας, το χω­ριό του πα­τέ­ρα του, του δη­μο­δι­δά­σκα­λου Λά­μπρου Πα­πα­ντω­νίου, τον ο­ποίον συ­να­ντά­με α­νώ­νυ­μο μέ­σα στα «Ψη­λά βου­νά».

Δύο βι­βλία

Θεω­ρη­τι­κά, πα­ρό­μοιες εκ­δη­λώ­σεις κα­τα­πο­λε­μούν τη λή­θη. Πρα­κτι­κά, ό­μως, γί­νο­νται τό­σες πολ­λές, του­λά­χι­στον στην Αθή­να, και με τό­σες α­σή­μα­ντες α­φορ­μές, που μό­νο οι στε­νοί συγ­γε­νείς και φί­λοι του τι­μώ­με­νου τις χαί­ρο­νται. Από την άλ­λη, τα τεκ­μή­ρια μνή­μης, ό­πως ε­δώ οι προ­το­μές, μέ­νουν, αλ­λά λει­τουρ­γούν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, για­τί α­δυ­να­τούν να α­ντι­σταθ­μί­σουν το κύ­ρος και την πει­στι­κό­τη­τα του λό­γου. Εκεί­νο που, κυ­ρίως, χρειά­ζο­νται οι ε­κλι­πό­ντες εί­ναι φρο­ντί­δα του έρ­γου τους. Και το 2000, λη­σμο­νη­μέ­νος ή­ταν ο Πα­πα­ντω­νίου, ω­στό­σο δυο βι­βλία εί­χαν δώ­σει τό­τε α­φορ­μή για μνη­μό­νευ­ση. Το βι­βλίο του Μι­χά­λη Στα­φυ­λά, «Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου. Τα θεία δώ­ρα των ε­μπνεύ­σεών του» (έκδ. Το­πι­κής Ένω­σης Δή­μων και Κοι­νο­τή­των Ευ­ρυ­τα­νίας), και το 2001, της Φω­τει­νής Κε­ρα­μά­ρη, «Ο Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου ως πε­ζο­γρά­φος», α­θη­ναϊκή έκ­δο­ση, της «Εστίας». Από την Γρα­νί­τσα Ευ­ρυ­τα­νίας, ο Στα­φυ­λάς, συ­γκε­ντρώ­νει βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία του Πα­πα­ντω­νίου, δη­μο­σιεύ­μα­τα και μαρ­τυ­ρίες. Το βι­βλίο του δια­πνέε­ται α­πό την προ­σή­λω­ση, ό­χι μό­νο του συ­ντο­πί­τη, αλ­λά και του συγ­γε­νή. Οι παπ­πού­δες τους, α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας τους, ο συμ­βο­λαιο­γρά­φος Ζα­χα­ρίας Ηλιό­καυ­τος του Πα­πα­ντω­νίου και ο Βα­σί­λειος Μπλα­τσής του Στα­φυ­λά, ή­ταν πρώ­τοι ε­ξά­δελ­φοι. Μά­λι­στα, στο σπί­τι του Μπλα­τσή γεν­νή­θη­κε ο Πα­πα­ντω­νίου. Το πι­θα­νό­τε­ρο, για με­γα­λύ­τε­ρη α­σφά­λεια κα­τά τη γέν­να. Πά­ντως, η οι­κο­γέ­νεια ή­ταν, τό­τε α­κό­μη, ε­γκα­τα­στη­μέ­νη στη Γρα­νί­τσα, ό­που δί­δα­σκε ο πα­τέ­ρας του. Γι’ αυ­τό, άλ­λω­στε, και ο Πα­πα­ντω­νίου βρί­σκε­ται γραμ­μέ­νος στα μη­τρώα του Δή­μου Απε­ρα­ντίων και ό­χι Καρ­πε­νη­σίου.
Το βι­βλίο της Κε­ρα­μά­ρη εί­ναι α­πό­το­κο της δια­τρι­βής της. Πα­ρου­σιά­ζει τον πε­ζο­γρά­φο Πα­πα­ντω­νίου και κά­νει μια πρώ­τη α­πό­πει­ρα βι­βλιο­γρά­φη­σης του έρ­γου του. Κα­θό­λου ευ­κα­τα­φρό­νη­τη, α­φού φθά­νει τα 3276 λήμ­μα­τα, κα­λύ­πτο­ντας τις πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό τις ε­φη­με­ρί­δες, στις ο­ποίες ερ­γά­στη­κε ο Πα­πα­ντω­νίου ως δη­μο­σιο­γρά­φος, α­πό η­λι­κίας 16 ε­τών μέ­χρι 34, και ε­κεί­νες στις ο­ποίες, τα κα­το­πι­νά χρό­νια, δη­μο­σίευε σε μό­νι­μη βά­ση, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­να πε­ριο­δι­κά. Ελά­χι­στα, ω­στό­σο, αν συ­γκρι­θούν με το σύ­νο­λο των πε­ριο­δι­κών, στα ο­ποία ε­ντο­πί­ζο­νται κεί­με­νά του. Επί­σης, πα­ρα­λεί­πο­νται τα έ­ντυ­πα της ε­παρ­χίας και του Πα­ρι­σιού. Ο Πα­πα­ντω­νίου δη­μο­σίευ­σε σε ποι­κί­λα έ­ντυ­πα, κυ­ρίως πό­λεων που υ­πη­ρέ­τη­σε ως νο­μάρ­χης την πρώ­τη βε­νι­ζε­λι­κή πε­ρίο­δο 1912-1917: Ζά­κυν­θο, Σύ­ρο, Κα­λα­μά­τα, Σπάρ­τη. Αλλά και σε γαλ­λι­κά έ­ντυ­πα την τριε­τία 1908-1911, που έ­μει­νε στο Πα­ρί­σι. Εδώ, να διορ­θώ­σου­με μια συ­χνά ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη λαν­θα­σμέ­νη α­να­φο­ρά. Στο Πα­ρί­σι, δεν ε­στά­λη ως α­ντα­πο­κρι­τής της ε­φη­με­ρί­δας «Εμπρός» του Δη­μη­τρίου Κα­λα­πο­θά­κη, αλ­λά α­πό τον «Τα­χυ­δρό­μο» του Αρι­στεί­δη Κυ­ρια­κού. Η ε­φη­με­ρί­δα του Κυ­ρια­κού, ό­μως, δεν πή­γαι­νε κα­λά και του διέ­κο­ψε τη μι­σθο­δο­σία. Οπό­τε ο Πα­πα­ντω­νίου βρέ­θη­κε ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νος στο Πα­ρί­σι. Ήταν οι φί­λοι του και κυ­ρίως, ο Σω­τή­ρης Σκί­πης, που τον βοή­θη­σαν, ε­ξα­σφα­λί­ζο­ντας την πρόσ­λη­ψή του ως α­ντα­πο­κρι­τή στο «Εμπρός», ό­που δη­μο­σίευ­σε τα πε­ρί­φη­μα «Πα­ρι­σι­νά γράμ­μα­τα».
Για το 2010 δεν υ­πάρ­χει η α­ναγ­γε­λία κά­ποιας έκ­δο­σης, ού­τε πρό­θε­σης να συ­μπλη­ρω­θεί η Βι­βλιο­γρα­φία του. Και για­τί, άλ­λω­στε, να μας α­πα­σχο­λεί ο Πα­πα­ντω­νίου 70 χρό­νια με­τά το θά­να­τό του. Όταν η τε­λευ­ταία ε­πα­νέκ­δο­ση βι­βλίου του, η συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση των διη­γη­μά­των του, έ­γι­νε α­πό τον Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, ε­πε­τεια­κά, προ ει­κο­σα­ε­τίας, ε­νταγ­μέ­νη στην μο­να­δι­κή σει­ρά «Η πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση». Ενώ, η πιο πρό­σφα­τη α­να­φο­ρά σε γραμ­μα­το­λο­γία συ­γκε­φα­λαιώ­νει την πε­ρί­πτω­σή του με την κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή κρί­ση: “Ο Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου υ­πήρ­ξε έ­νας ε­λάσ­σων διη­γη­μα­το­γρά­φος”. Πά­ντως, η α­πα­ξίω­ση του λο­γο­τέ­χνη Πα­πα­ντω­νίου δεν γί­νε­ται με τον ε­ντο­πι­σμό α­δύ­να­των ση­μείων, που δεν εί­χαν ε­πι­ση­μαν­θεί, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, με τον σχο­λια­σμό ό­σων οι πα­λαιό­τε­ροι ε­κτι­μού­σαν ως α­ρε­τές. Αυ­τά τα σθε­να­ρά ση­μεία εί­ναι που, υ­πό το φως του 21ου, α­πο­κα­λύ­πτο­νται ως κου­σού­ρια. Από την άλ­λη, δεν δί­νε­ται η πρέ­που­σα ση­μα­σία σε ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του Πα­πα­ντω­νίου, τα ο­ποία, σή­με­ρα, α­ξιο­λο­γού­με. Για πα­ρά­δειγ­μα, ως πνευ­μα­τι­κή φυ­σιο­γνω­μία στά­θη­κε πο­λυ­σχι­δής. Ενώ, ως διη­γη­μα­το­γρά­φος, έ­χει ι­διό­τυ­πο ύ­φος, χιού­μορ και βα­θιά α­παι­σιο­δο­ξία. Θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί μά­στο­ρας της φρά­σης, για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με μια τρέ­χου­σα έκ­φρα­ση. Μπο­ρεί σή­με­ρα να μην έ­χου­με σε υ­πό­λη­ψη τους πα­λαιούς κρι­τι­κούς, ω­στό­σο, μια πα­ρα­τή­ρη­ση του Κλέω­να Πα­ρά­σχου συ­νο­ψί­ζει εύ­στο­χα τον Πα­πα­ντω­νίου ως συγ­γρα­φέα, γρά­φο­ντας ό­τι “η καλ­λί­τε­ρη ποιη­τι­κή φλέ­βα του βρί­σκε­ται στην πε­ζο­γρα­φία του”...
Όμως, ε­πει­δή το θέ­μα Πα­πα­ντω­νίου δεν μπο­ρεί να κλεί­σει ε­δώ, θα ε­πα­νέλ­θου­με στο φύλ­λο της ε­πό­με­νης Κυ­ρια­κής.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
















Γελοιογραφία του Φωκίωνα Δημητριάδη, με φόντο την Ακαδημία Αθηνών. Ο Ζαχ. Παπαντωνίου ως δρομέας μοναχός, κρατώντας το βιβλίο του «Το Άγιον Όρος» και ο Σπύρος Μελάς έφιππος, κρατώντας το βιβλίο του «Ο Γέρος του Μωριά». Άνοιξη του 1935, συγκεκριμένα στις 25 Μαρτίου, η Ακαδημία ανακοίνωσε τα φιλολογικά βραβεία. Ένα εξ αυτών, το βραβείο Έλενας Βενιζέλου, απονεμήθηκε στον Παπαντωνίου για «Το Άγιον Όρος», αν και νωρίτερα είχε τιμηθεί με το Αριστείο Γραμμάτων. Ωστόσο, η γελοιογραφία στοχεύει βαθύτερα, εάν λάβουμε υπόψιν τον τίτλο της. Την ίδια εποχή γίνονται τα “μαγειρέματα” εκλογής νέου ακαδημαϊκού στην Τάξη Γραμμάτων και Τεχνών, μέλος της οποίας εξελέγη, τελικά, ο Σπύρος Μελάς με 22 ψήφους, έναντι 14 ψήφων που απέσπασε ο Παπαντωνίου. Αρκετοί λόγιοι διατύπωσαν δημόσια τη λύπη τους για τη μη εκλογή Παπαντωνίου, ενώ ορισμένοι χλεύασαν ή ειρωνεύτηκαν την εκλογή Μελά. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές, είναι αυτή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. «Ο Σπύρος Μελάς είναι άξιος συγχαρητηρίων, αφού τα κατάφερε να γίνει και ακαδημαϊκός. Εκείνη που δεν ξέρω αν είναι και τόσο - είναι η Ακαδημία Αθηνών», δηλώνει σε συνέντευξή του στα τέλη Μαΐου του ιδίου έτους. Είναι, άλλωστε, γνωστός ο καταχθόνιος ρόλος που έπαιξε αργότερα ο Μελάς στις υποψηφιότητες των Ν. Καζαντζάκη και Α. Σικελιανού για το βραβείο Νόμπελ. Από τα έδρανα της Ακαδημίας έχουν, δυστυχώς, περάσει και τέτοια ευγενή υποκείμενα.

Πολλά και ενδιαφέροντα περί Παπαδιαμάντη

«Πα­πα­δια­μα­ντι­κά Τε­τρά­δια
Τεύ­χος 9 Πρω­το­χρο­νιά 2010
Εκδό­σεις Δό­μος

Σαν πρω­το­χρο­νιά­τι­κος μπο­να­μάς έρ­χο­νται κά­θε χρό­νο τα «Πα­πα­δια­μα­ντι­κά Τε­τρά­δια», α­πό την Πρω­το­χρο­νιά του 1992, που κυ­κλο­φό­ρη­σε το πρώ­το τεύ­χος. Πρω­το­χρο­νιά 2008, εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει το ό­γδοο τεύ­χος. Πέ­ρυ­σι μεί­να­με πα­ρα­πο­νε­μέ­νοι. Εφέ­τος, ό­μως, ήρ­θαν στην ώ­ρα τους. Μό­νο που ως ά­νοιγ­μα του τεύ­χους πε­ρι­μέ­να­με το και­νού­ριο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη. «Το Για­λό­ξυ­λο», που ε­ντό­πι­σε ο Βα­σί­λειος Φ. Τω­μα­δά­κης. Έχουν, ό­μως, πε­ρά­σει κιό­λας δυο χρό­νια α­πό την α­να­κά­λυ­ψή του και έ­χουν ή­δη γί­νει του­λά­χι­στον δυο α­να­δη­μο­σιεύ­σεις. Πα­ρό­λα αυ­τά, μια α­να­δη­μο­σίευ­ση στο μο­να­δι­κό πε­ριο­δι­κό, α­πο­κλει­στι­κά α­φιε­ρω­μέ­νο στον Πα­πα­δια­μά­ντη, του α­ντι­στοι­χού­σε. Και μά­λι­στα, μια κα­τα­χώ­ρη­ση πρω­το­χρο­νιά­τι­κη. Ύστε­ρα, τό­σο η πρώ­τη α­να­δη­μο­σίευ­ση στην ε­πί­το­μη έκ­δο­ση «Παρ­νασ­σός» ό­σο και η δεύ­τε­ρη στο πε­ριο­δι­κό «Νέα Εστία», το κα­τα­χω­νιά­ζουν εν μέ­σω πολ­λών και αλ­λό­τριων κει­μέ­νων.
Για πα­ρη­γο­ριά δη­μο­σιεύο­νται δυο με­τα­φρά­σμα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Και τα δυο α­νώ­νυ­μα, α­νή­κουν στις α­νυ­πό­γρα­φες με­τα­φρά­σεις, που ταυ­το­ποιεί ο Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος. Πρό­κει­ται για το τρί­το κε­φά­λαιο μιας πα­ρι­σι­νής έκ­δο­σης, «L’ Ecosse jadis et aujourd’ hui», του ά­γνω­στου στα κα­θ’ η­μάς Louis Lafond, που, ό­μως, α­φο­ρά έ­να πο­λύ γνω­στό πρό­σω­πο. Ανα­φέ­ρε­ται στον σκω­τσέ­ζο συγ­γρα­φέα Γουόλ­τερ Σκο­τ, τον βίο του και την μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία του. Η με­τά­φρα­ση δη­μο­σιεύ­τη­κε στην «Ακρό­πο­λη», το 1893, ως ει­σα­γω­γή στη δη­μο­σίευ­ση σε συ­νέ­χειες του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Σκο­τ, «Η μνη­στή του Λα­μερ­μούρ», στην πα­λαιό­τε­ρη με­τά­φρα­ση τού 1865. Η με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ή­ταν της κό­ρης του Νι­κό­λα­ου Δρα­γού­μη, Ζωής. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν με­τέ­φρα­σε Σκο­τ, ω­στό­σο εί­χε αρ­κε­τά κοι­νά μα­ζί του. Ο Σκοτ α­γα­πού­σε την σκο­τσέ­ζι­κη φύ­ση, εί­χε α­δυ­να­μία στο πο­τό με κα­λή πα­ρέα, εί­χε γεν­νη­θεί α­κρι­βώς ο­γδό­ντα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα α­πό ε­κεί­νον, το 1771, και έ­ζη­σε μό­λις έ­να χρό­νο πε­ρισ­σό­τε­ρο, πε­θαί­νο­ντας το 1832.Το δεύ­τε­ρο με­τά­φρα­σμα εί­ναι μια ι­στο­ρία του Τζέ­ρομ Κ. Τζέ­ρο­μ, «Δια τα γα­τιά και τα σκυ­λιά», δη­μο­σιευ­μέ­νη στο «Νέο Πνεύ­μα», το 1894.
Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά την πρω­το­γε­νή σο­δειά. Στη δευ­τε­ρο­γε­νή, δη­λα­δή την κρι­τι­κή του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου, ε­ντάσ­σο­νται τα κεί­με­να δυο φι­λο­λό­γων με­λε­τη­τών, ε­νός, κυ­ρίως ποιη­τή και ε­νός, κα­τά κύ­ριο λό­γο, πε­ζο­γρά­φου: Του Λου­κά Κού­σου­λα και του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου. Ομό­θε­μα και ο­μό­θυ­μα, α­φο­ρούν το διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη «Το Κα­μί­νι» και α­να­πτύσ­σουν το σκε­πτι­κό τους με θαυ­μα­στι­κή διά­θε­ση για το διή­γη­μα και ε­πι­πλη­κτι­κή για τους ο­μο­τέ­χνους τους. Ανά­λα­φρα ει­ρω­νι­κές οι πα­ρα­τη­ρή­σεις του πρώ­του, πλέ­ον α­κο­νι­σμέ­νες του δεύ­τε­ρου. «Το Κα­μί­νι» εί­ναι έ­να α­πό τα εν­νέα διη­γή­μα­τα της πα­πα­δια­μα­ντι­κής σο­δειάς του 1907, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό «Νέα Ζωή» της Αλε­ξάν­δρειας, ό­που ο Πα­πα­δια­μά­ντης δη­μο­σίευ­σε α­κό­μη πέ­ντε διη­γή­μα­τα α­πό τα τέ­λη του 1906 μέ­χρι τα μέ­σα του 1909. Δεν πρέ­πει να ξε­χνά­με ό­τι εν­διά­με­σα, Απρί­λιο του 1908, στις σε­λί­δες του α­λε­ξαν­δρι­νού πε­ριο­δι­κού φι­λο­ξε­νεί­ται το πρώ­το και το μό­νο εν ζωή α­φιέ­ρω­μα στον Σκια­θί­τη
Οι δυο με­λε­τη­τές το­νί­ζουν την πρω­το­τυ­πία της α­φη­γη­μα­τι­κής δο­μής του διη­γή­μα­τος. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης, πρώ­τα, πε­ρι­γρά­φει έ­να α­σβε­στο­κά­μι­νο, στη συ­νέ­χεια, έ­να σπή­λαιο στην πε­ριο­χή της Πού­ντας στη Σκιά­θο, που φέ­ρει το ό­νο­μα Κα­μί­νι, και με­τά, α­φη­γεί­ται την ι­στο­ρία μιας βο­σκο­πού­λας, που της προ­ξέ­νευαν έ­ναν χή­ρο βο­σκό με δυο παι­διά, αλ­λά ε­κεί­νη ή­ταν ε­ρω­τευ­μέ­νη με έ­ναν νε­α­ρό ναύ­τη. Αυ­τό το, τρό­πον τι­νά, τρί­το κα­μί­νι, της α­γά­πης, στο ο­ποίο δο­κι­μά­ζε­ται η βο­σκο­πού­λα, μπο­ρεί και να εί­ναι το κυ­ρίως κα­μί­νι του τίτ­λου. Κά­πως αυ­θαί­ρε­τη η δι­κή μας ερ­μη­νεία, εάν ό­μως την α­πο­κλεί­σου­με, τό­τε τα δύο πρώ­τα α­φη­γη­μα­τι­κά μέ­ρη, του­λά­χι­στον φαι­νο­με­νι­κά, μέ­νουν πα­ρά­ται­ρα ή α­πλό πα­ρα­γέ­μι­σμα της α­φή­γη­σης. Ο Κού­σου­λας το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “ποίη­μα” ή και με­τα­μο­ντέρ­νο διή­γη­μα, α­πο­ρώ­ντας με τον Ελύ­τη, που, στο «Μα­γεία του Πα­πα­δια­μά­ντη», αν­θο­λο­γεί μό­νο την πε­ρι­γρα­φή της θα­λάσ­σιας σπη­λιάς. Ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος στή­νει το κεί­με­νό του ως α­πά­ντη­ση στην α­πα­ξιω­τι­κή κρί­ση για το εν λό­γω διή­γη­μα του Γκυ Σω­νιέ. Ο γάλ­λος νε­ο­ελ­λη­νι­στής, ό­πως το συ­νη­θί­ζει, κρί­νει το διή­γη­μα, α­γνοώ­ντας τα το­πι­κά ε­θι­μι­κά συμ­φρα­ζό­με­να. Μέ­σα στην εμ­μο­νή του για την ψυ­χα­να­λυ­τι­κή διά­στα­ση του έρ­γου του Πα­πα­δια­μά­ντη, πα­ρα­βλέ­πει, ε­κτός των άλ­λων, και το α­δό­κη­το άλ­μα ή, αλ­λιώς, την ελ­λει­πτι­κό­τη­τα στο τέ­λος του διη­γή­μα­τος. Η πο­λε­μι­κή εί­ναι έ­νας α­πό τους πολ­λούς τρό­πους, που δια­θέ­τει έ­νας κρι­τι­κός. Ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος έ­χει κα­τα­φέ­ρει να την α­να­γά­γει σε α­φη­γη­μα­τι­κό τρό­πο, με τον ο­ποίο προσ­δί­δει στο, κα­τά κα­νό­να, δύ­σκα­μπτο εί­δος της κρι­τι­κής την ζω­ντά­νια του δια­λό­γου.
Κα­τά τα άλ­λα, τα τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού έ­χουν μια στα­θε­ρή δο­μή: προ­τάσ­σε­ται έ­να ποίη­μα (ε­δώ, του Δη­μή­τρη Κο­σμό­που­λου) και α­κο­λου­θούν τα κυ­ρίως κεί­με­να, ε­νώ, στο τέ­λος, πα­ρα­τί­θε­νται ε­νό­τη­τες με σύ­ντο­μα κεί­με­να, βι­βλιο­κρι­σίες, βι­βλιο­γρα­φι­κά ση­μειώ­μα­τα και πα­πα­δια­μα­ντι­κές ει­δή­σεις. Στο κυ­ρίως σώ­μα του πρό­σφα­του τεύ­χους, ε­κτός α­πό τις δυο κρι­τι­κές, που προ­α­να­φέρ­θη­καν, δη­μο­σιεύο­νται κεί­με­να του Άγγε­λου Κα­λο­γε­ρό­που­λου και του Πα­να­γιώ­τη Υφα­ντή. Επί­σης, κεί­με­να του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου για τον Αλέ­ξαν­δρο Μω­ραϊτί­δη. Αυ­τά εί­ναι ο­φει­λό­με­να για τη συ­μπλή­ρω­ση το 2008 ο­γδό­ντα χρό­νων α­πό το θά­να­τό του, στις 25 Οκτω­βρίου 1928. Ορθή η πα­ρα­τή­ρη­ση του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου ό­τι αν ο Μω­ραϊτί­δης τύ­χαι­νε να γεν­νη­θεί σε μια άλ­λη νή­σο, λο­γο­τε­χνι­κά ορ­φα­νή, θα εί­χε τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κή φι­λο­λο­γι­κή τύ­χη. Με­τά τα με­τα­φρά­σμα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη, δη­μο­σιεύε­ται διή­γη­μα του Ευ­ρι­πί­δη Νε­γρε­πό­ντη, «Διά­λο­γος σε πε­ρι­γιά­λι». Ας μη σχο­λιά­σου­με το ποιός κρύ­βε­ται δια­κρι­τι­κά πί­σω α­πο την υ­πο­γρα­φή. Πά­ντως, οι πο­λύ­πλευ­ρες δια­κει­με­νι­κές α­να­φο­ρές και το βιω­μα­τι­κό υ­πό­στρω­μα του χα­ρί­ζουν, σε σχέ­ση με τα υ­πό­λοι­πα κεί­με­να του τεύ­χους, λο­γο­τε­χνι­κή αυ­τάρ­κεια.
Στην πρώ­τη, α­πό τις συ­νο­δευ­τι­κές ε­νό­τη­τες, α­να­δη­μο­σιεύο­νται κεί­με­να πα­λαιό­τε­ρων. Στο πρό­σφα­το τεύ­χος, πρό­κει­ται για δυο άρ­θρα του Ζα­χα­ρία Πα­πα­ντω­νίου, που α­φο­ρούν τον Πα­πα­δια­μά­ντη και την βυ­ζα­ντι­νή μου­σι­κή. Το πρώ­το δη­μο­σιεύ­τη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα «Σκριπ», την 7η Απρι­λίου 1900 και έ­χει τίτ­λο «Σκέ­ψεις Ρω­μιού» και υ­πό­τιτ­λο, «Αι η­μέ­ραι των Πα­θών». Το δεύ­τε­ρο, στην ε­φη­με­ρί­δα «Εμπρός», στις 23 Ια­νουα­ρίου 1911, με τίτ­λο «Ο ψάλ­της». Στο πρώ­το ο Πα­πα­ντω­νίου θλί­βε­ται για την ε­ξα­φά­νι­ση της βυ­ζα­ντι­νής μου­σι­κής α­πό τις εκ­κλη­σίες κα­τά την Με­γά­λη Εβδο­μά­δα. Ανα­φέ­ρει πως οι μό­νοι ψάλ­τες που α­πέ­μει­ναν στην Αθή­να εί­ναι οι δυο βυ­ζα­ντι­νο­μα­νείς διη­γη­μα­το­γρά­φοι, Πα­πα­δια­μά­ντης και Μω­ραϊτί­δης. Την ε­πο­μέ­νη τού α­πα­ντά ορ­γι­σμέ­νος ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­πό την ε­φη­με­ρί­δα «Το Άστυ», ό­τι, “ί­σα-ί­σα”, ε­κεί­νη τη χρο­νιά η βυ­ζα­ντι­νή μου­σι­κή εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει και α­να­φέ­ρει ο­νο­μα­στι­κά τους ψάλ­τες ε­πτά α­θη­ναϊκών εκ­κλη­σιών του λε­γό­με­νου σή­με­ρα ι­στο­ρι­κού κέ­ντρου. Ξε­κι­νά, μά­λι­στα, το κεί­με­νό του με τη φρά­ση: “Βε­βαίως ο κ. Ζ. Π. α­πό μα­κράν έρ­χε­ται...”. εν­νοώ­ντας, υ­πο­θέ­του­με, τη μι­κρή σχέ­ση του, 23χρο­νου, τό­τε, Πα­πα­ντω­νίου με τα εκ­κλη­σια­στι­κά.
Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο του Πα­πα­ντω­νίου εί­ναι σχό­λια πά­νω σε άρ­θρο του Ιωάν­νη Τσώ­κλη, δη­μο­σιευ­μέ­νο στη μου­σι­κή ε­φη­με­ρί­δα των Αθη­νών «Φόρ­μιγξ». Το κεί­με­νο του Τσώ­κλη, που ή­ταν ο διευ­θυ­ντής της ε­φη­με­ρί­δας, εί­ναι γραμ­μέ­νο με­τά το θά­να­το του Πα­πα­δια­μά­ντη, στις 3 Ια­νουα­ρίου 1911, και έ­χει χα­ρα­κτή­ρα νε­κρο­λο­γίας. Οπό­τε α­πο­κλείε­ται να εί­ναι δη­μο­σιευ­μέ­νο στο τεύ­χος, 15-31 Δε­κεμ­βρίου 1910, ε­κτός κι αν το τεύ­χος κυ­κλο­φό­ρη­σε ε­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νο. Σύμ­φω­να, πά­ντως, με τις βι­βλιο­γρα­φι­κές κα­τα­γρα­φές, η ε­φη­με­ρί­δα κυ­κλο­φό­ρη­σε σε δυο πε­ριό­δους: η πρώ­τη ή­ταν το 1900 και η δεύ­τε­ρη, τη διε­τία, 1911-1912. Όπως και να έ­χει, ο Πα­πα­ντω­νίου σχο­λιά­ζει, με λε­πτό χιού­μο­ρ, την κρι­τι­κή της ψαλ­τι­κής του α­πο­θα­νό­ντος, που α­πο­πει­ρά­ται ο Τσώ­κλης. Και τα δυο κεί­με­να, ε­κτός α­πό το εν­δια­φέ­ρον τους σε σχέ­ση με τον Πα­πα­δια­μά­ντη, θυ­μί­ζουν το ι­διαί­τε­ρο ύ­φος του Πα­πα­ντω­νίου. Μια, εν πολ­λοίς, πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νη μορ­φή, ό­χι μό­νο της λο­γο­τε­χνίας. Θα ε­πα­νέλ­θου­με.
Στα “πα­λαιά κεί­με­να” α­να­δη­μο­σιεύο­νται οι σύ­ντο­μες ει­δή­σεις της εφ. «Ακρό­πο­λις» για την ε­πι­δη­μία της χο­λέ­ρας, που εί­χε εν­σκή­ψει στην Ευ­ρώ­πη το 1893. Αυ­τές οι ει­δή­σεις δη­μο­σιεύο­νταν ταυ­τό­χρο­να με το «Βαρ­διά­νος στα Σπόρ­κα», που δη­μο­σιευό­ταν σε συ­νέ­χειες («Ακρό­πο­λις», 14 Αυγ. - 5 Σεπ. 1893), αλ­λά α­φο­ρού­σε πα­λαιό­τε­ρη ε­πι­δη­μία χο­λέ­ρας, ε­κεί­νη του 1865. Επί­σης, στην ε­νό­τη­τα “ο κό­σμος του Πα­πα­δια­μά­ντη”, α­να­δη­μο­σιεύε­ται α­νυ­πό­γρα­φο κεί­με­νο του 1886, που πε­ρι­γρά­φει μια “εκ­δρο­μή στο Χαρ­βά­τι”. Αυ­τό θα μπο­ρού­σε να δια­βα­στεί πα­ράλ­λη­λα με την εκ­δρο­μή, που α­νι­στο­ρεί ο Πα­πα­δια­μά­ντης στο «Ο Επι­τά­φιος και η Ανά­στα­ση εις τα χω­ρία», δη­μο­σιευ­μέ­νο το ε­πό­με­νο έ­τος.
Ιδιαί­τε­ρα ση­μα­ντι­κή εί­ναι η ε­νό­τη­τα, που φέ­ρει τον τίτ­λο «Πλο­η­γός» και υ­πο­γρά­φε­ται α­πό τους Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λους, πα­τέ­ρα και κό­ρη. Πρό­κει­ται, α­κρι­βώς, για έ­ναν πλο­η­γό κα­τά τον α­να­γνω­στι­κό α­νά­πλου στο χρό­νο και την α­πρό­σκο­πτη εί­σο­δο στον κό­σμο του Πα­πα­δια­μά­ντη. Σή­με­ρα, α­να­δη­μο­σιεύο­νται συ­χνά πα­λαιά κεί­με­να με α­σα­φείς συ­ντε­ταγ­μέ­νες. Όμως, ο χρό­νος και το έ­ντυ­πο στο ο­ποίο δη­μο­σιεύ­τη­κε έ­να κεί­με­νο βο­η­θούν στην κα­τα­νό­η­σή του.
Όπως ό­λα τα τεύ­χη των «Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Τε­τρα­δίων», έ­τσι και το πρό­σφα­το έ­χει ε­ξαί­ρε­τη φι­λο­λο­γι­κή και τυ­πο­γρα­φι­κή φρο­ντί­δα. Αναμ­φι­βό­λως, εί­ναι έ­να πε­ριο­δι­κό ει­δι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος. Ωστό­σο, η σχο­λιο­γρα­φία του α­φο­ρά ευ­ρύ­τε­ρα την πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία μας ή, σω­στό­τε­ρα, την α­τμό­σφαι­ρα της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Της φυλακής τα τραύματα...

Μα­ντώ Ντα­λιά­νη-Κα­ρα­μπατ­ζά­κη
«Παι­διά στη δί­νη του ελ­λη­νι­κού εμ­φυ­λίου
πο­λέ­μου 1946-1949, ση­με­ρι­νοί ε­νή­λι­κες.
Δια­χρο­νι­κή με­λέ­τη για τα παι­διά που έ­μει­ναν
στη φυ­λα­κή με τις κρα­τού­με­νες μη­τέ­ρες τους.»
Επι­στη­μο­νι­κή ε­πι­μέ­λεια Ι. Τσιά­ντης, Δ. Πλου­μπί­δης.
Εκδό­τες: Μου­σείο Μπε­νά­κη, Εται­ρεία Ψυ­χο­κοι­νω­νι­κής
Υγείας του Παι­διού και του Εφή­βου.
Εκδό­σεις της Σχο­λής Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λου.
Φε­βρουά­ριος 2010
Τα παι­διά του Εμφυ­λίου α­πο­τε­λούν, α­ναμ­φί­βο­λα, μέ­ρος του εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κού δρά­μα­τος. Το αι­σιό­δο­ξο, κα­τά μία έν­νοια, εί­ναι ό­τι τα τε­λευ­ταία χρό­νια άρ­χι­σαν να έ­χουν κι αυ­τά το δι­κό τους, κα­θό­λου ευ­κα­τα­φρό­νη­το, με­ρί­διο στο πε­δίο της ι­στο­ρι­κής έ­ρευ­νας και της λο­γο­τε­χνίας. Μά­λι­στα, η δεύ­τε­ρη προ­η­γή­θη­κε, α­να­ση­κώ­νο­ντας πρώ­τη ε­κεί­νη το υ­πάρ­χον για δε­κα­ε­τίες πέ­τα­σμα α­πό­κρυ­ψης. Εν ο­λί­γοις, κρα­τά­ει την πρω­τιά.
Η αυ­λαία του ι­διό­τυ­που αυ­τού δρά­μα­τος, α­το­μι­κή ό­σο και συλ­λο­γι­κή, α­νοί­γει μέ­σα στον κυ­κλώ­να του εμ­φυ­λίου, ό­ταν γυ­ναί­κες με παι­δί στην κοι­λιά ή στην α­γκα­λιά βρέ­θη­καν στα βου­νά, στις φυ­λα­κές ή τις ε­ξο­ρίες. Δρα­μα­τουρ­γι­κά, σαν να μην έ­φτα­νε αυ­τό, α­πό την ά­νοι­ξη του 1948 έρ­χε­ται να προ­στε­θεί, με ε­πί­ση­μη κυ­βερ­νη­τι­κή α­πό­φα­ση, η α­πο­μά­κρυν­ση των παι­διών α­πό τις ε­μπό­λε­μες ζώ­νες. Ένα χρό­νο με­τά τη λή­ξη του Εμφυ­λίου, Αύ­γου­στο 1950, το δρά­μα α­πο­κτά μια ε­πι­πλέ­ον πρά­ξη. Οι διοι­κή­σεις των φυ­λα­κών α­πο­φά­σι­σαν την α­πο­μά­κρυν­ση των παι­διών α­πό τις φυ­λα­κι­σμέ­νες μη­τέ­ρες τους προς φρο­νη­μα­τι­σμό των έ­γκλει­στων γυ­ναι­κών. Ο λό­γος; Εί­χαν ο­μα­δι­κά δια­μαρ­τυ­ρη­θεί για τις συ­νε­χι­ζό­με­νες ε­κτε­λέ­σεις πο­λι­τι­κών κρα­του­μέ­νων. Αυ­τό, του­λά­χι­στον, συ­νέ­βη στις φυ­λα­κές Αβέ­ρωφ. Δεν γνω­ρί­ζου­με κα­τά πό­σο το μέ­τρο ε­φαρ­μό­στη­κε ευ­ρύ­τε­ρα.
Έτσι, θέ­λο­ντας και μη, τα παι­διά α­κο­λού­θη­σαν τους δρό­μους των δυο α­ντι­μα­χό­με­νων πλευ­ρών. Η νι­κή­τρια πα­ρά­τα­ξη τα σκόρ­πι­σε ε­ντός της ελ­λη­νι­κής ε­πι­κρά­τειας, στις παι­δο­πό­λεις υ­πό τη σκέ­πη της Με­γά­λης Μη­τέ­ρας, δη­λα­δή της τρια­ντά­χρο­νης τό­τε Βα­σί­λισ­σας Φρει­δε­ρί­κης. Αντί­στοι­χα, ο Δη­μο­κρα­τι­κός Στρα­τός τα μοί­ρα­σε στις χώ­ρες της Ανα­το­λι­κής Ευ­ρώ­πης, σε παι­δι­κούς σταθ­μούς, α­να­θέ­το­ντας τη φρο­ντί­δα τους σε ο­μα­δάρ­χισ­σες και “μα­νού­λες”.
Τους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους τους ελ­κύουν πε­ρισ­σό­τε­ρο οι παι­δο­πό­λεις, σε α­ντί­θε­ση με τις βιω­μα­τι­κές μαρ­τυ­ρίες, που έρ­χο­νται κυ­ρίως α­πό τα εκ­πα­τρι­σμέ­να παι­διά. Πά­ντως, οι ι­στο­ρι­κοί συλ­λέ­γουν προ­φο­ρι­κές μαρ­τυ­ρίες ε­νη­λί­κων και α­πό τις δυο ο­μά­δες. Συ­χνά τις συ­στε­γά­ζουν, ως μαρ­τυ­ρίες α­πό το “παι­δο­μά­ζω­μα”. Σε έ­να σχε­τι­κό βι­βλίο συ­να­ντή­σα­με την πρώ­τη α­να­φο­ρά στη “Δι­δα­κτο­ρι­κή Εργα­σία” της Μα­ντώς Ντα­λιά­νη-Κα­ρα­μπατ­ζά­κη. Εί­ναι η με­λέ­τη του δη­μο­σιο­γρά­φου Δη­μή­τρη Σέρ­βου, «Το παι­δο­μά­ζω­μα και ποιοι φο­βού­νται την α­λή­θεια» (Εκδό­σεις Σύγ­χρο­νη Επο­χή, 2001). Ο Σέρ­βος α­να­φέ­ρει ως τίτ­λο της ερ­γα­σίας, «Παι­διά γεν­νη­μέ­να στις φυ­λα­κές 1946-49», καλ­λιερ­γώ­ντας την προσ­δο­κία για μια εν­δια­φέ­ρου­σα έ­ρευ­να που έ­λει­πε. Και πράγ­μα­τι, το πρό­σφα­το βι­βλίο συ­νι­στά μια πρω­τό­τυ­πη με­λέ­τη, κα­θώς δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται, ό­πως συ­νή­θως, σε α­να­δρο­μι­κές α­φη­γή­σεις αλ­λά εκ­κι­νεί α­πό τον Εμφύ­λιο. Η με­λε­τή­τρια εί­χε τη μο­να­δι­κή τύ­χη να πα­ρα­κο­λου­θή­σει τα υ­πο­κεί­με­να της έ­ρευ­νάς της για πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τριά­ντα χρό­νια, που ση­μαί­νει α­πό βρε­φι­κής η­λι­κίας μέ­χρι ε­νή­λι­κες 30 ή 35 ε­τών. Αυ­τό ο­φεί­λε­ται στην προ­νο­μιού­χο θέ­ση της. Δεν α­νή­κει στην πο­λυ­πλη­θή ο­μά­δα των νεό­τε­ρων με­λε­τη­τών, αλ­λά ού­τε η ί­δια ή­ταν μια α­πό τις μά­νες και μα­νού­λες του Εμφυ­λίου. Ήταν, ό­μως, συ­νο­μή­λι­κή τους.

Μια πα­ραλ­λη­λία

Η Μα­ντώ Κα­ρα­μπατ­ζά­κη γεν­νή­θη­κε το 1920. Ίδια χρο­νιά με την Έλλη Πα­πά. Και οι δύο ή­ταν Μι­κρα­σιά­τισ­σες. Από τη Σμύρ­νη η Πα­πά, α­πό την πε­ριο­χή της Πρού­σας η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη. Με­τά τη Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή, η οι­κο­γέ­νεια Πα­πά ε­γκα­τα­στά­θη­κε στον Πει­ραιά, η οι­κο­γέ­νεια Κα­ρα­μπατ­ζά­κη στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Την ί­δια ε­πο­χή φοί­τη­σαν στο Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών, στη Φι­λο­σο­φι­κή και με­τά στη Νο­μι­κή η πρώ­τη, στην Ια­τρι­κή η δεύ­τε­ρη. Πιο ά­στα­το τα­μπε­ρα­μέ­ντο η πρώ­τη, με­τα­πή­δη­σε στη δη­μο­σιο­γρα­φία. Η δεύ­τε­ρη τε­λείω­σε τη Σχο­λή και το 1945 πα­ντρεύ­τη­κε το για­τρό Δη­μή­τρη Ντα­λιά­νη. Και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις, οι ά­ντρες της ζωής τους κα­θό­ρι­σαν εν πολ­λοίς, το βίο τους. Οι δυο γυ­ναί­κες συ­νε­λή­φθη­σαν για πα­ρά­νο­μη δρά­ση στην Αθή­να. Το 1950 η Πα­πά, το 1949 η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη. Τό­τε, ο Ντα­λιά­νης ή­ταν ε­ξό­ρι­στος στην Ικα­ρία (Πριν δέ­κα χρό­νια ε­ξέ­δω­σε «Το σα­να­τό­ριο ε­ξο­ρί­στων Ικα­ρίας, 1948-49»). Στις φυ­λα­κές Αβέ­ρω­φ, η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη έ­μει­νε δυο χρό­νια, συ­ντρέ­χο­ντας φυ­λα­κι­σμέ­νες μη­τέ­ρες και τα παι­διά τους, ό­πως υ­πήρ­ξε η Πα­πά. Μό­νο που ε­κεί­νη γέν­νη­σε στις φυ­λα­κές της Καλ­λι­θέ­ας και αρ­γό­τε­ρα, μό­νη πια, με­τα­φέρ­θη­κε στις φυ­λα­κές Αβέ­ρωφ. Κα­τά τα άλ­λα, η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη έ­ζη­σε α­πό το 1955 μέ­χρι το θά­να­τό της, το 1996, στο ε­ξω­τε­ρι­κό. Το με­γα­λύ­τε­ρο διά­στη­μα στη Στοκ­χόλ­μη, ό­που και πα­ρου­σία­σε το δό­κτο­ρά της. Η Πα­πά α­πε­βίω­σε στις 27 Οκτω­βρίου 2009, α­φή­νο­ντας ως δια­θή­κη τη μαρ­τυ­ρία της για δυο ση­μα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες της ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρίας, τον Νί­κο Μπε­λο­γιάν­νη και τον Νί­κο Πλου­μπί­δη. Οι δυο γυ­ναί­κες δεν θα πρέ­πει να συ­να­ντή­θη­καν. Ωστό­σο, οι μαρ­τυ­ρίες και των δύο στε­γά­ζο­νται στις εκ­δό­σεις του Μου­σείου Μπε­νά­κη. Επι­προ­σθέ­τως, ο υιός Πλου­μπί­δη α­να­λαμ­βά­νει εξ η­μι­σείας την ε­πι­μέ­λεια της δι­δα­κτο­ρι­κής δια­τρι­βής της Κα­ρα­μπατ­ζά­κη.

Τα προ­λο­γι­κά

Η δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή “έ­γι­νε δε­κτή α­πό την Ethical Committee του Karolinska Institute, στις 19 Δε­κεμ­βρίου του 1983”, σύμ­φω­να με την συγ­γρα­φέα. Κα­τά τον ε­πι­με­λη­τή Ιωάν­νη Τσιά­ντη, τε­λείω­σε το 1986. Πά­ντως, η με­τά­φρα­ση έ­γι­νε α­πό τα αγ­γλι­κά, ό­πως εί­χε κα­τα­τε­θεί η δια­τρι­βή στο σουη­δι­κό Ινστι­τού­το το 1994. Δεν διευ­κρι­νί­ζε­ται αν κυ­κλο­φό­ρη­σε ως βι­βλίο. Η ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση εί­ναι του ψυ­χία­τρου και συ­στη­μα­τι­κού με­τα­φρα­στή πα­ρό­μοιων βι­βλίων Κώ­στα Ζερ­βού. Πα­ρα­δό­ξως, το ό­νο­μά του δεν α­να­φέ­ρε­ται στη σε­λί­δα τίτ­λου. Κα­τά τα άλ­λα, ό­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως ό­ταν οι συγ­γρα­φείς εί­ναι α­πο­θα­νό­ντες ή δεν α­νή­κουν στην γη­γε­νή α­κα­δη­μαϊκή κοι­νό­τη­τα, προ­βλέ­πε­ται σει­ρά προ­λό­γων. Στον πρώ­το, ο Τσιά­ντης πα­ρου­σιά­ζει διε­ξο­δι­κά, σε 35 σε­λί­δες, τη δια­τρι­βή. Προ­κα­τα­λαμ­βά­νει, μά­λι­στα, τον α­να­γνώ­στη, δη­λώ­νο­ντας ό­τι δια­φω­νεί με τα αι­σιό­δο­ξα συ­μπε­ρά­σμα­τα της συγ­γρα­φέως. Ξε­κι­νώ­ντας έ­να τε­λευ­ταίο υ­πο­κε­φά­λαιο του κει­μέ­νου του με τον ο­ρι­σμό του ψυ­χι­κού τραύ­μα­τος κα­τά Λα­πλά­νς και Πο­ντά­λις (πα­ρα­δό­ξως πα­ρα­πέ­μπει στη γαλ­λι­κή έκ­δο­ση του εν λό­γω λε­ξι­κού, πα­ρό­λο που έ­χει με­τα­φρα­στεί στα ελ­λη­νι­κά προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας), κα­τα­λή­γει, ό­τι το ά­το­μο μπο­ρεί να γί­νει πιο ε­λεύ­θε­ρο στις ε­πι­λο­γές του μό­νο με την “διε­πε­ξερ­γα­σία του τραύ­μα­τος” (μάλ­λον α­τυ­χής α­πό­δο­ση του working through). Με άλ­λα λό­για, δια της ει­δι­κής ψυ­χα­να­λυ­τι­κής ο­δού, που εν­δεί­κνυ­ται σε πα­ρό­μοιες πε­ρι­πτώ­σεις. Το κεί­με­νο συ­μπλη­ρώ­νε­ται με ε­κτε­νή βι­βλιο­γρα­φία στα αγ­γλι­κά, πλην ε­νός α­φιε­ρω­μα­τι­κού τό­μου ελ­λη­νι­στί στον ί­διο και έ­να άρ­θρο συ­νερ­γα­τών του σε ελ­λη­νι­κό πε­ριο­δι­κό. Στον δεύ­τε­ρο πρό­λο­γο, με τίτ­λο «Στα ί­χνη των ψυ­χο­τραυ­μα­τι­σμών», ο Δη­μή­τρης Πλου­μπί­δης α­να­φέ­ρε­ται γε­νι­κό­τε­ρα στα παι­διά πο­λε­μι­κών συρ­ρά­ξεων και ι­διαί­τε­ρα, στα ε­βραιό­που­λα που ε­πέ­ζη­σαν του Ολο­καυ­τώ­μα­τος. Ου­σια­στι­κά, ε­πα­να­λαμ­βά­νει κι αυ­τός το ί­διο συ­μπέ­ρα­σμα, ό­τι τα ψυ­χι­κά τραύ­μα­τα πα­ρα­μέ­νουν, πα­ρά την ε­ντύ­πω­ση ο­μα­λό­τη­τας που δη­μιουρ­γεί μια νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νη ζωή. Πλέ­ον α­παι­σιό­δο­ξος αυ­τός, θεω­ρεί α­κό­μη και την ψυ­χα­να­λυ­τι­κή κά­θαρ­ση ου­το­πία.
Αυ­τή η τα­κτι­κή στο­μώ­νει το εν­δια­φέ­ρον α­ντί να πα­ρα­κι­νεί τον α­να­γνώ­στη. Δεί­χνει, ε­πί­σης, σαν κη­δε­μό­νευ­ση του συγ­γρα­φέα. Η ε­ντύ­πω­ση ε­πι­τεί­νε­ται α­πό την ε­ξέ­χου­σα θέ­ση των δυο ε­πι­με­λη­τών στην ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κή κοι­νό­τη­τα. Αναμ­φι­βό­λως, οι πα­ρα­τη­ρή­σεις τους πα­ρου­σιά­ζουν εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς δί­νουν έ­να ση­με­ρι­νό ψυ­χα­να­λυ­τι­κό πλαί­σιο στη δια­τρι­βή. Εστια­σμέ­νες στο ψυ­χι­κό τραύ­μα, θα εύ­ρι­σκαν τη θέ­ση που τους α­ντι­στοι­χεί σε έ­να ε­πί­με­τρο. Εκεί, θα μπο­ρού­σαν να δη­μο­σιευ­τούν και οι μαρ­τυ­ρίες του ε­πό­πτη της δια­τρι­βής και του συ­ζύ­γου για την ί­δια τη συγ­γρα­φέα και τις δυ­σκο­λίες που α­ντι­με­τώ­πι­σε κα­τά την έ­ρευ­να.

Επί 40 χρό­νια

Στον πρό­λο­γο της δια­τρι­βής, η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη πα­ρου­σιά­ζει το θέ­μα, ό­πως το εί­χε συλ­λά­βει στον τε­λευ­ταίο χρό­νο των σπου­δών της, το α­κα­δη­μαϊκό έ­τος 1946-1947. Το αρ­χι­κό ε­ρώ­τη­μα ή­ταν πό­σο βα­ραί­νει στην α­νά­πτυ­ξη της προ­σω­πι­κό­τη­τας των παι­διών ο χω­ρι­σμός α­πό τις μη­τέ­ρες τους κα­τά τα πρώ­τα χρό­νια της ζωής τους. Πά­νω σε αυ­τό το ε­ρώ­τη­μα ξε­κί­νη­σε να ερ­γά­ζε­ται α­πό τό­τε που ή­ταν και η ί­δια κρα­τού­με­νη στις φυ­λα­κές Αβέ­ρωφ. Και συ­νέ­χι­σε ε­πί 40 χρό­νια, ερ­γα­ζό­με­νη ως παι­δία­τρος και παι­δο­ψυ­χία­τρος σε τρεις χώ­ρες (Ελλά­δα, Αγγλία, Σουη­δία). Η δια­τρι­βή της στη­ρί­χτη­κε σε μια ο­μά­δα 120 μη­τέ­ρων, που βρέ­θη­καν έ­γκλει­στες στις φυ­λα­κές Αβέ­ρωφ κα­τά την πε­ρίο­δο 1945-1950, και 167 δι­κών τους παι­διών. Από το σύ­νο­λο των παι­διών, 95 α­πό αυ­τά πέ­ρα­σαν κά­ποιο χρο­νι­κό διά­στη­μα στη φυ­λα­κή μα­ζί με τις μη­τέ­ρες τους, ε­νώ 72 δεν έ­ζη­σαν κα­θό­λου στη φυ­λα­κή. Αυ­τήν την ο­μά­δα την γνώ­ρι­σε στους 21 μή­νες, που πα­ρέ­μει­νε κρα­τού­με­νη. Με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­σή της, συ­νέ­χι­σε για έ­να διά­στη­μα τις ε­πι­σκέ­ψεις της στη φυ­λα­κή, ε­νώ κρά­τη­σε ε­πα­φή με τα παι­διά μέ­χρι την α­να­χώ­ρη­σή της α­πό την Ελλά­δα, το 1955. Οι ση­μειώ­σεις της α­πό ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο δεν σώ­θη­καν. Η κυ­ρίως έ­ρευ­να έ­γι­νε την πε­ρίο­δο 1980-1986. Τό­τε, α­να­ζή­τη­σε τα ί­χνη των παι­διών και των οι­κο­γε­νειών τους. Πραγ­μα­το­ποίη­σε σει­ρά συ­νε­ντεύ­ξεων και κα­τέ­γρα­ψε τις μαρ­τυ­ρίες τους. Ως πλαί­σιο της έ­ρευ­νας χρη­σι­μο­ποίη­σε μαρ­τυ­ρίες τρί­των και αρ­χεια­κό υ­λι­κό, ό­πως τα μη­τρώα των φυ­λα­κών. Συ­γκε­ντρώ­νο­ντας α­να­δρο­μι­κά στοι­χεία, δη­μιούρ­γη­σε μια συ­γκρι­τι­κή ει­κό­να για την προ­σαρ­μο­γή των μη­τέ­ρων και των παι­διών.
Η δια­τρι­βή εί­ναι συ­στη­μα­τι­κά δο­μη­μέ­νη. Προ­τάσ­σει σύ­νο­ψη της σύγ­χρο­νης ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρίας σε μια προ­σπά­θεια να δο­θεί το ι­στο­ρι­κό υ­πό­βα­θρο. Σύμ­φω­να με τους ε­πι­με­λη­τές, αυ­τό το ι­στο­ρι­κό πλαί­σιο εί­ναι α­νε­παρ­κές, κα­θώς εκ­φρά­ζει την ο­πτι­κή της συγ­γρα­φέως. Πράγ­μα­τι, κα­θό­λου δεν ται­ριά­ζει στα ση­με­ρι­νά γού­στα ή, σω­στό­τε­ρα, στις κρα­τού­σες τά­σεις, η έμ­φα­ση στη δια­χρο­νι­κή α­ντο­χή και α­γω­νι­στι­κό­τη­τα των Ελλή­νων. Θεω­ρού­νται βλα­βε­ρά κα­τά­λοι­πα. Γι’ αυ­τό και πα­ρα­τί­θε­ται σχε­τι­κός πρό­λο­γος του Τά­σου Σα­κελ­λα­ρό­που­λου, στον ο­ποίο δί­νε­ται η ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή για τις α­δυ­να­μίες της Αρι­στε­ράς και τα λά­θη της πο­λι­τι­κής της, προ­σθέ­το­ντας γε­νι­κό­τε­ρες ε­κτι­μή­σεις και τρέ­χου­σα βι­βλιο­γρα­φία. Στη δια­τρι­βή, ο­ρί­ζο­νται ει­σα­γω­γι­κά οι μέ­θο­δοι ερ­γα­σίας και δί­νο­νται α­να­λυ­τι­κά τα βιο­γρα­φι­κά των οι­κο­γε­νειών. Στη συ­νέ­χεια, με βά­ση τις συ­νε­ντεύ­ξεις, κα­ταρ­τί­ζο­νται πί­να­κες, που σκια­γρα­φούν το προ­φίλ των οι­κο­γε­νειών και τις κα­κου­χίες στις ο­ποίες υ­πο­βλή­θη­καν οι μη­τέ­ρες και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, τα παι­διά. Επί­σης, πί­να­κες για τις συν­θή­κες γέν­νη­σης των παι­διών και δια­βίω­σής τους στις φυ­λα­κές, ε­νώ συ­γκε­ντρώ­νο­νται σε πί­να­κες στοι­χεία για τη ζωή τους στα κα­το­πι­νά χρό­νια. Με βά­ση τις συ­νε­ντεύ­ξεις, σε έ­να ε­κτε­νές τε­λευ­ταίο τμή­μα, δί­νε­ται α­να­λυ­τι­κά το ι­στο­ρι­κό εί­κο­σι οι­κο­γε­νειών. Αυ­τές οι 288 σε­λί­δες μπο­ρεί να μη ε­ντάσ­σο­νται στην προ­φο­ρι­κή Ιστο­ρία, α­φού δεν πα­ρα­τί­θε­ται αυ­τού­σιο το α­φη­γη­μα­τι­κό υ­λι­κό, ό­πως μα­γνη­το­φω­νή­θη­κε. Κα­τά συ­νέ­πεια, χά­νο­νται τό­σο η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση ό­σο και η πο­λυ­ση­μία του λό­γου. Δη­λα­δή, τα πο­λύ­τι­μα στοι­χεία για μια ψυ­χα­να­λυ­τι­κή α­νά­λυ­ση των μαρ­τυ­ριών. Ωστό­σο, δί­νο­νται α­κρι­βό­λο­γα και χω­ρίς πλα­τεια­σμούς εί­κο­σι ι­στο­ρίες με τα πα­ρα­κλά­δια τους. Ενώ, ταυ­τό­χρο­να, δια­γρά­φε­ται μια μο­να­δι­κή ει­κό­να των συν­θη­κών στις ο­ποίες έ­ζη­σαν ε­κεί­νες οι γυ­ναί­κες και τα παι­διά τους. Με­τα­ξύ των άλ­λων, η δια­τρι­βή ζω­ντα­νεύει ε­πε­τεια­κά, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 30 χρό­νια α­πό την κα­τε­δά­φι­σή τους, τις φυ­λα­κές Αβέ­ρω­φ, που χτί­στη­καν για φυ­λα­κές α­νη­λί­κων, αλ­λά για 55 χρό­νια στέ­γα­σαν ουκ ο­λί­γους πο­λι­τι­κούς κρα­τού­με­νους, α­πο­τε­λώ­ντας για μια με­ρί­δα α­πό αυ­τούς την ύ­στα­τη κα­τοι­κία.
Τα συ­μπε­ρά­σμα­τα

Στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, πα­ρου­σιά­ζο­νται τα συ­μπε­ρά­σμα­τα της έ­ρευ­νας. Η με­λέ­τη, ό­πως το­νί­ζει η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη, σχε­διά­στη­κε ως με­λέ­τη ε­πι­κιν­δυ­νό­τη­τας, δη­λα­δή α­πο­σκο­πού­σε στη διε­ρεύ­νη­ση των βρα­χυ­πρό­θε­σμων και μα­κρο­πρό­θε­σμων συ­νε­πειών των πολ­λα­πλών ψυ­χι­κών τραυ­μά­των κα­τά την πρώι­μη παι­δι­κή η­λι­κία. Γι’ αυ­τό και η πα­ρα­κο­λού­θη­ση των παι­διών της φυ­λα­κής έ­γι­νε πα­ράλ­λη­λα με την ε­πο­πτεία μιας άλ­λης ο­μά­δας παι­διών που δεν έ­ζη­σαν στη φυ­λα­κή. Ομά­δα ε­λέγ­χου, ό­πως α­πο­κα­λεί­ται. Προς με­γά­λη της έκ­πλη­ξη, τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα στις δυο ο­μά­δες παι­διών έ­δει­ξαν μι­κρές δια­φο­ρές. Γι’ αυ­τό και άρ­χι­σε να ε­λέγ­χει τις ο­μά­δες που ε­πέ­λε­ξε και τα δε­δο­μέ­να στα ο­ποία στη­ρί­χτη­κε. Μια εκ­δο­χή ή­ταν ό­τι τα παι­διά, πα­ρό­τι α­πο­χω­ρί­στη­καν τις μη­τέ­ρες τους πριν α­πό την η­λι­κία των πέ­ντε χρό­νων, πρό­λα­βαν και δη­μιούρ­γη­σαν έ­να θερ­μό και ι­κα­νο­ποιη­τι­κό δε­σμό μα­ζί τους. Επί­σης, ό­τι έ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο οι γο­νείς, που ή­ταν ά­το­μα υ­γιή, εύ­ψυ­χα και α­φο­σιω­μέ­να στα ι­δεώ­δη τους. Γε­νι­κό­τε­ρα, ά­το­μα, που εί­χαν ε­πι­λέ­ξει να α­γω­νι­στούν. Όσο για τα παι­διά, πε­ρι­γρά­φο­νται δρα­στή­ρια, α­νε­ξάρ­τη­τα και υ­ψη­λής κοι­νω­νι­κό­τη­τας. Ωστό­σο, μέ­χρι τέ­λους, η δια­τρι­βή α­φή­νει α­νοι­κτό το ε­ρώ­τη­μα, για­τί τα παι­διά τα πή­γαν κα­λά ως ε­νή­λι­κες πα­ρά τη σκλη­ρό­τη­τα των ε­μπει­ριών τους κα­τά τη διάρ­κεια του με­γα­λύ­τε­ρου μέ­ρους της παι­δι­κής και ε­φη­βι­κής ζωής τους.
Από την πλευ­ρά τους οι ε­πι­με­λη­τές, το­νί­ζουν ό­τι κα­νείς δεν μπο­ρεί να εί­ναι σί­γου­ρος για το ε­σω­τε­ρι­κό δρά­μα αυ­τών των α­τό­μων. Από μια ψυ­χα­να­λυ­τι­κή ο­πτι­κή, το βα­σι­κό εί­ναι οι “ψυ­χο­τραυ­μα­τι­σμοί”, ε­νώ οι πα­ρά­γο­ντες που συ­νε­τέ­λε­σαν ώ­στε ε­κεί­να τα παι­διά να “χτί­σου­ν” ά­μυ­νες και να έ­χουν ως ε­νή­λι­κες μια ι­σορ­ρο­πη­μέ­νη προ­σω­πι­κή και κοι­νω­νι­κή ζωή, φαί­νε­ται να περ­νά­νε σε δεύ­τε­ρο ε­πί­πε­δο. Η τε­λι­κή ε­ντύ­πω­ση, που α­πο­κο­μί­ζου­με α­πό την ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση της με­λέ­της της Κα­ρα­μπατ­ζά­κη, εί­ναι ό­τι ε­γκρί­θη­κε μεν προς έκ­δο­ση, αλ­λά υ­πό προϋπο­θέ­σεις. Δη­λα­δή, υ­πε­ρί­σχυ­σε ο ση­με­ρι­νός ε­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος και ό­χι οι ι­στο­ρίες των “α­φα­νώ­ν”, που με τό­σο μόχ­θο συ­γκέ­ντρω­σε η Κα­ρα­μπατ­ζά­κη. Απο­μέ­νουν οι 400 μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νες κα­σέ­τες της ως προί­κα στη δι­ψα­λέα προ­φο­ρι­κή Ιστο­ρία.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτογραφία: Απρίλιος 1949, Ιωάννινα. Άφιξη παιδιών από την περιφέρεια Κόνιτσας στην παιδόπολη «Αγία Ελένη». (Φωτ. Δημ. Χαρισιάδης, Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.)