Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Nous excitons le public

Ανή­με­ρα Χρι­στού­γεν­να γρά­φα­με για το Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Λί­γες μό­λις η­μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα, εί­χε α­να­κη­ρυχ­θεί α­πό τον υ­πουρ­γό Πο­λι­τι­σμού το 2011 Έτος Ελύ­τη. Ού­τε ο υ­πουρ­γός ού­τε το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου φαί­νο­νταν να έ­χουν θυ­μη­θεί τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Αλλά και ο Τύ­πος, αυ­τή η πα­ντο­δύ­να­μη ε­ξου­σία, κα­τα­χρη­στι­κά α­πο­κα­λού­με­νη τέ­ταρ­τη, σιω­πού­σε. Όλα αυ­τά μας εί­χαν ω­θή­σει στο να θυ­μί­σου­με πώς εί­χε α­ντι­με­τω­πι­στεί η α­ντί­στοι­χη ε­πε­τεια­κή σύ­μπτω­ση το 2001. Και ε­κεί­νο το έ­τος εί­χε α­φιε­ρω­θεί σε νο­μπε­λί­στα. Ήταν το Έτος Σε­φέ­ρη. Ωστό­σο η Πο­λι­τεία εί­χε “ε­λεή­σει” και τις λοι­πές ε­πε­τείους. Με βά­ση αυ­τό το κα­λό προ­η­γού­με­νο, ευ­χό­μα­σταν να ε­πα­να­λη­φθεί η χει­ρο­νο­μία και έ­τσι να τι­μη­θούν οι ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δες Πα­πα­δια­μά­ντη, Τσίρ­κα και Γκά­τσου, έ­στω και ως “φτω­χοί συγ­γε­νείς”.
Τε­λι­κά, η ευ­χή μας, πα­ρά πά­σαν προσ­δο­κίαν, εί­χε, συ­μπτω­μα­τι­κά ή μη, έ­ναν ε­ντυ­πω­σια­κό α­ντί­κτυ­πο. Μια ε­βδο­μά­δα αρ­γό­τε­ρα, ξε­κί­νη­σε σει­ρά πο­λυ­σέ­λι­δων δη­μο­σιευ­μά­των σε με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας ε­φη­με­ρί­δες α­φιε­ρω­μέ­νων στον Πα­πα­δια­μά­ντη, ο ο­ποίος βρέ­θη­κε να φι­γου­ρά­ρει και σε πρω­το­σέ­λι­δα. Μέ­χρι έ­νας εκ­δό­της, α­πό τους χρο­νο­τρι­βού­ντες πα­πα­δια­μα­ντι­κά βι­βλία, έ­σπευ­σε να δώ­σει προ­δη­μο­σίευ­ση, υ­πο­σχό­με­νος το βι­βλίο ε­ντός του ε­ορ­τα­στι­κού έ­τους. Ανα­πό­τρε­πτα, αυ­τή η ζέ­ση της δη­μο­σιο­γρα­φίας συ­νέ­φυ­ρε α­να­κρί­βειες. Με­τα­ξύ άλ­λων, «Η Με­τα­νά­στις», το πρώ­το δη­μο­σιευ­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, βρέ­θη­κε να εί­ναι πρω­το­δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό «Σω­τή­ρας», ού­τε καν «Σω­τή­ρα», που υ­πήρ­χε ε­κεί­να τα χρό­νια και ο Πα­πα­δια­μά­ντης εί­χε δη­μο­σιεύ­σει “θρη­σκευ­τι­κόν ποιη­μά­τιο­ν”. Ή α­κό­μη, ο Μιλ­τιά­δης Μα­λα­κά­σης βρέ­θη­κε να ο­μι­λεί στην “Ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τη­ρί­δα” του Πα­πα­δια­νά­ντη. Λα­θά­κια, που, προ­φα­νώς, ο­φεί­λο­νται στην δια­δι­κτυα­κή ε­νη­μέ­ρω­ση των συ­ντα­κτών. Εκεί­νο, ό­μως, που με­τρά­ει, εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα. Και σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, το α­πο­τέ­λε­σμα υ­πήρ­ξε πα­νη­γυ­ρι­κό. Το 2011, εν τη πρά­ξει, εί­χε α­να­κη­ρυχ­θεί Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Όταν, μά­λι­στα, ως δυ­σά­ρε­στη για ε­μάς έκ­πλη­ξη, ήρ­θε η α­πό­λυ­τη σιω­πή για την ε­πέ­τειο του Ελύ­τη(1), πέ­ραν των α­να­φο­ρών της στους κα­τα­λό­γους μελ­λο­ντι­κών εκ­δη­λώ­σεων. Και σε ε­κεί­να, ό­μως, τα δη­μο­σιεύ­μα­τα δεν του δό­θη­κε το προ­βά­δι­σμα ού­τε καν στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση.

Megaron Plus

Βε­βαίως η ευ­χή μας, πα­ρά τον πολ­λα­πλα­σια­στι­κό α­ντί­κτυ­πο, που ευ­τύ­χη­σε να έ­χει, δεν έ­φτα­σε μέ­χρι τα ώ­τα των ι­θυ­νό­ντων. Αν και τε­λι­κά, ποιοι εί­ναι, την σή­με­ρον, οι ι­θύ­νο­ντες; Μάλ­λον εί­ναι βα­θιά νυ­χτω­μέ­νοι, ό­σοι, ό­πως ε­μείς, μέ­νουν στα δε­δο­μέ­να του 2001 και στρέ­φουν τους ο­φθαλ­μούς προς τους κρα­τι­κούς φο­ρείς. Εντός μιας δε­κα­ε­τίας, στον ά­νε­μο της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης και υ­πό την ε­πή­ρεια της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, δι­καιο­δο­σίες πα­ρα­με­ρί­στη­καν και ε­ξου­σίες α­να­τρά­πη­καν. Εν προ­κει­μέ­νω, η ευ­χή μας ει­σα­κού­στη­κε α­πό έ­να πο­λι­τι­στι­κό κέ­ντρο, που πο­τέ δεν εί­χα­με δια­νο­η­θεί, ό­τι θα μπο­ρού­σε να εν­δια­φερ­θεί για τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Ποιό; Το Megaron Plus! Μην βια­στεί­τε να το α­πα­ξιώ­σε­τε, κρί­νο­ντάς το α­πό την μειω­τι­κή ο­νο­μα­σία του. Αυ­τή έ­χει μό­νο ι­στο­ρι­κή α­ξία. Πράγ­μα­τι, πριν έ­ξι χρό­νια, Ια­νουά­ριο 2005, το Megaron Plus ξε­κί­νη­σε ως έ­να πρό­γραμ­μα εκ­δη­λώ­σεων, πρό­σθε­το στον κυ­ρίως κορ­μό των εκ­δη­λώ­σεων του Με­γά­ρου Μου­σι­κής. Οι προ­σω­πι­κό­τη­τες, ό­μως, διε­θνούς βε­λη­νε­κούς, που φι­λο­ξέ­νη­σε στο α­να­με­τα­ξύ, του προ­σέ­φε­ραν τό­σο κύ­ρος, ώ­στε, σή­με­ρα, να διεκ­δι­κεί το status του “διε­θνούς φό­ρουμ ι­δεώ­ν”.
Αυ­τός ο διε­θνής χα­ρα­κτή­ρας του Megaron Plus φαί­νε­ται πως δεν ε­κτι­μή­θη­κε α­νά­λο­γα α­πό την Πο­λι­τεία, κρί­νο­ντας α­πό την μείω­ση της χο­ρη­γού­με­νης οι­κο­νο­μι­κής στή­ρι­ξης. Αυ­τό θα πρέ­πει να συ­νέ­τει­νε, ως έ­να του­λά­χι­στον βαθ­μό, στη συ­νει­δη­το­ποίη­ση α­πό την πλευ­ρά των ι­θυ­νό­ντων, ό­τι δεν εί­χε δο­θεί έμ­φα­ση στην ε­σω­τε­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της χώ­ρας, καλ­λι­τε­χνι­κή, ε­πι­στη­μο­νι­κή έως και λο­γο­τε­χνι­κή. Του­λά­χι­στον ό­χι η α­ντί­στοι­χη, με ε­κεί­νη που εί­χε δο­θεί στα διε­θνή πράγ­μα­τα. Θυ­μί­ζου­με ό­τι, μέ­χρι και πέ­ρυ­σι, οι εκ­δη­λώ­σεις, οι σχε­τι­κές με την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, πε­ριο­ρί­ζο­νταν σε “κύ­κλους” δια­λέ­ξεων, που εί­χαν ξε­κι­νή­σει α­πό τον “κύ­κλο ποίη­σης”. Οπό­τε ε­φέ­τος, ε­πι­χει­ρεί­ται έ­να θε­α­μα­τι­κό ά­νοιγ­μα. Κα­λύ­πτο­ντας, τρό­πον τι­νά, την κα­χε­ξία, που εμ­φα­νί­ζει το Ε.ΚΕ.ΒΙ, δε­δο­μέ­νου ό­τι ε­κεί­νο μέ­νει κρα­τι­κο­δίαι­το, χω­ρίς χο­ρη­γίες και λοι­πά έ­σο­δα, το Megaron Plus α­να­κοί­νω­σε ό­τι α­να­λαμ­βά­νει υ­πό τη σκέ­πη του τρεις α­πό τις κο­ρυ­φαίες λο­γο­τε­χνι­κές ε­πε­τείους. Στις ε­ξαγ­γε­λίες, η πρω­το­κα­θε­δρία δό­θη­κε στον Πα­πα­δια­μά­ντη και α­κο­λού­θη­σε η α­να­φο­ρά των Ελύ­τη και Τσίρ­κα. Για τον Γκά­τσο δεν έ­γι­νε λό­γος. Το Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής διορ­γά­νω­σε ή­δη συ­ναυ­λίες προς τι­μή του. Έτσι κι αλ­λιώς, ή­ταν α­να­με­νό­με­νο ο Γκά­τσος να τι­μη­θεί, πρω­τί­στως, ως στι­χουρ­γός. Ο ποιη­τής α­πο­μέ­νει για ε­κλε­κτές ο­μη­γύ­ρεις.
Αλλά, και ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­πό πού και ως πού; Νο­μπε­λί­στας γαρ ο Ελύ­της, βρί­σκε­ται στο φυ­σι­κό του χώ­ρο. Άντε και ο Τσίρ­κας, με την έμ­φα­ση να δί­νε­ται στον κο­σμο­πο­λί­τη συγ­γρα­φέα. Στην α­πο­ρία για την πε­ρί­πτω­ση Πα­πα­δια­μά­ντη α­πα­ντούν οι ι­θύ­νο­ντες του Megaron Plus. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν συ­γκα­τα­λέ­γε­ται, α­πλώς, στους κο­ρυ­φαίους Έλλη­νες πε­ζο­γρά­φους, αλ­λά “με το έρ­γο του μας φέρ­νει α­ντι­μέ­τω­πους με το ε­ρώ­τη­μα της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ταυ­τό­τη­τας και πα­ρά­δο­σης”. Κα­τά τα άλ­λα, οι υ­πεύ­θυ­νοι του προ­γράμ­μα­τος εκ­δη­λώ­σεων, ευαί­σθη­τοι στις λε­πτές ι­σορ­ρο­πίες, που ε­πι­κρα­τούν στα λο­γο­τε­χνι­κά πράγ­μα­τα, α­να­φέ­ρουν ό­τι τα α­φιε­ρώ­μα­τα θα γί­νουν σε συ­νερ­γα­σία με τους δια­χει­ρι­ζό­με­νους την πνευ­μα­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά των τι­μώ­με­νων. Για­τί αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι, κλη­ρο­νό­μοι Αρχείων και σύλ­λο­γοι, μη α­να­μέ­νο­ντες αυ­τήν την εξ ου­ρα­νού βοή­θεια, άλ­λα σχε­δία­ζαν και μάλ­λον άλ­λα πο­λι­τι­στι­κά κέ­ντρα προ­σέγ­γι­ζαν.

Τρια­δι­κή συ­νερ­γα­σία

Με βά­ση αυ­τά, α­να­με­νό­με­νη ή­ταν η ε­ξαγ­γελ­θεί­σα, α­πό την πλευ­ρά του Megaron Plus, συ­νερ­γα­σία με την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών. Εκεί­νο, που δεν ή­ταν α­να­με­νό­με­νο, ή­ταν μια τρια­δι­κή συ­νερ­γα­σία, με τρί­το πό­λο, την Αρχιε­πι­σκο­πή Αθη­νών. Κά­τι σαν ι­στο­ρι­κός συμ­βι­βα­σμός δυ­τι­κο­φρό­νων και ο­πα­δών της α­να­το­λι­κής πα­ρά­δο­σης, με την Εται­ρεία, μάλ­λον μοι­ρα­σμέ­νη πα­ρά στο ρό­λο του διαι­τη­τή. Πι­στεύου­με πως μια πα­ρό­μοια συ­νερ­γα­σία, μό­νο έ­νας δια­νοού­με­νος, που έ­χει πε­ρά­σει στην αρ­μο­νι­κή σύν­θε­ση των α­ντι­θέ­των, μπο­ρεί να συλ­λά­βει. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ει­κά­ζου­με ό­τι ο ε­νορ­χη­στρω­τής δεν μπο­ρεί να εί­ναι άλ­λος α­πό τον Σταύ­ρο Ζου­μπου­λά­κη, που δρα­στη­ριο­ποιεί­ται με τρεις δια­φο­ρε­τι­κές ι­διό­τη­τες: Μέ­λος της Εται­ρείας Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών και της Επι­στη­μο­νι­κής Επι­τρο­πής για τη διορ­γά­νω­ση του Συ­νε­δρίου, έ­νας α­πό τους βα­σι­κούς διευ­θύ­νο­ντες στις λο­γο­τε­χνι­κές εκ­δη­λώ­σεις του Μegaron Plus και πρό­ε­δρος του θε­ο­λο­γι­κού ι­δρύ­μα­τος Βι­βλι­κών Με­λε­τών «Άρτος Ζωής».
Όσο α­φο­ρά την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών, με­τά τις ε­ξαγ­γε­λίες του Megaron Plus, θα α­να­με­νό­ταν α­πό μέ­ρους της κά­ποια α­πά­ντη­ση, εί­τε α­πο­δο­χής εί­τε α­πόρ­ρι­ψης. Και στην πε­ρί­πτω­ση, που θα ε­πι­κρο­τού­σε την πρό­τα­ση συ­νερ­γα­σίας, θα α­να­με­νό­ταν μια ε­πί­ση­μη α­να­κοί­νω­ση για τις αλ­λα­γές στους σχε­δια­σμούς της. Κο­ντεύει, ό­μως, να συ­μπλη­ρω­θεί μή­νας α­πό τη συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που του Megaron Plus και η Εται­ρεία σιω­πά, ε­νώ, στον Τύ­πο, διαρ­ρέ­ουν σκόρ­πιες πλη­ρο­φο­ρίες για τις προ­θέ­σεις της. Έτσι, ό­μως, φαί­νε­ται ό­τι λει­τουρ­γεί η Εται­ρεία, ε­πι­βε­βαιώ­νο­ντας τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό της “κλει­στής λέ­σχης μυη­μέ­νω­ν”, που της εί­χα­με α­πο­δώ­σει. Για πα­ρά­δειγ­μα, στις 5 Ια­νουα­ρίου 2011, σε α­πά­ντη­ση του δι­κού μας δη­μο­σιεύ­μα­τος, μας έ­στει­λε την “ε­γκύ­κλιο ε­πι­στο­λή” για το «Γ΄ Διε­θνές Συ­νέ­δριο για τον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη», με η­με­ρο­μη­νία 20 Σε­πτεμ­βρίου 2010, ό­που α­να­φέ­ρε­ται ως προ­θε­σμία για την δή­λω­ση συμ­με­το­χής στο Συ­νέ­δριο η 30η Νο­εμ­βρίου 2010. Επι­προ­σθέ­τως, η δια­τύ­πω­ση της ε­πι­στο­λής δεί­χνει ό­τι δεν α­πευ­θύ­νε­ται στον Τύ­πο αλ­λά σε υ­πεύ­θυ­νους πα­νε­πι­στη­μια­κών τμη­μά­των. Βε­βαίως, ό­λα αυ­τά μπο­ρεί να μην α­πο­τε­λούν έν­δει­ξη μυ­στι­κο­πά­θειας, αλ­λά, α­πλώς, να εκ­φρά­ζουν την ε­πι­θυ­μία των διορ­γα­νω­τών οι συμ­με­το­χές στο Συ­νέ­δριο να πε­ριο­ρι­σθούν σε πα­νε­πι­στη­μια­κούς και κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, σε μέ­λη της Εται­ρείας, συγ­γε­νείς και φί­λους.

Τα του συ­νε­δρίου

Επα­νερ­χό­με­νοι στα της διορ­γά­νω­σης του Συ­νε­δρίου, πα­ρα­τη­ρού­με την α­σά­φεια αλ­λά και τις α­ντι­φά­σεις της ε­πι­στο­λής ως προς τον τό­πο διε­ξα­γω­γής του. Ει­σα­γω­γι­κά α­να­φέ­ρε­ται “πι­θα­νό­τα­τα στη Σκιά­θο” και κα­τα­λη­κτι­κά, υ­πάρ­χει η δια­βε­βαίω­ση ό­τι “ο Δή­μος Σκιά­θου προ­τί­θε­ται να α­να­λά­βει τα έ­ξο­δα φι­λο­ξε­νίας”. Αυ­τή η α­ντι­γνω­μία δεν εί­ναι πα­ρά η κο­ρυ­φή του πα­γό­βου­νου. Όπου, εν προ­κει­μέ­νω, το πα­γό­βου­νο εί­ναι η δια­φο­ρά α­πό­ψεων ως προς τον τό­πο διε­ξα­γω­γής, που χρο­νο­λο­γεί­ται ε­δώ και του­λά­χι­στον μια ει­κο­σα­ε­τία, α­πό το πρώ­το Συ­νέ­δριο Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο τό­πος, μέ­σα α­πό το σκε­πτι­κό ό­τι προσ­διο­ρί­ζει και το με­γα­λύ­τε­ρο ή μι­κρό­τε­ρο ά­νοιγ­μα του Συ­νε­δρίου προς το κοι­νό, φαί­νε­ται ό­τι α­πο­κτά ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία. Η λύ­ση, που πα­λαιό­τε­ρα εί­χε προ­τα­θεί, να μοι­ρα­στεί το Συ­νέ­δριο α­νά­με­σα σε Αθή­να και Σκιά­θο, α­φού και στα δυο μέ­ρη υ­πάρ­χουν χώ­ροι φι­λο­ξε­νίας, δεν εί­χε τό­τε ού­τε καν συ­ζη­τη­θεί. Πι­θα­νώς, για­τί στα κα­θ’ η­μάς οι ε­σω­τε­ρι­κές έ­ρι­δες εί­θι­σται να λύ­νο­νται με ε­ξω­τε­ρι­κή διαι­τη­σία. Αυ­τόν, α­κρι­βώς, το ρό­λο φαί­νε­ται ό­τι έρ­χε­ται να παί­ξει το Megaron Plus, ει­ση­γού­με­νο, ου­σια­στι­κά, μια σο­λο­μώ­ντεια λύ­ση, την ο­ποία, ως έ­να βαθ­μό, διευ­κο­λύ­νει το θέ­μα του Συ­νε­δρίου.
Σε α­ντί­θε­ση με τα δυο προ­η­γού­με­να Συ­νέ­δρια, το φε­τι­νό έ­χει ο­ρι­σμέ­νο θέ­μα, «Πα­πα­δια­μά­ντης με­τα­φρά­ζων και με­τα­φρα­ζό­με­νος», το ο­ποίο πα­ρα­με­ρί­ζει τον διη­γη­μα­το­γρά­φο Πα­πα­δια­μά­ντη. Κα­τά την ε­πι­στο­λή, “αν υ­πάρ­ξει χρό­νος, θα δια­τε­θεί σε ε­λεύ­θε­ρες α­να­κοι­νώ­σεις”. Λύ­ση, που δεί­χνει μάλ­λον προ­κρού­στεια και δυ­σκό­λως ε­φαρ­μό­σι­μη, α­φού αρ­κε­τοί εί­ναι πά­ντο­τε ε­κεί­νοι, που θέ­λουν να α­να­φερ­θούν στον κα­θ’ ε­αυ­τό Πα­πα­δια­μά­ντη. Αν, μά­λι­στα, υ­πο­θέ­σου­με ό­τι το Συ­νέ­δριο δεχ­θεί ε­ξω­πα­νε­πι­στη­μια­κές συμ­με­το­χές, συγ­γρα­φέων και λοι­πών πα­πα­δια­μα­ντο­λο­γού­ντων, τό­τε οι εν λό­γω συμ­με­το­χές θα εί­ναι α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρες. Οπό­τε ο δια­χω­ρι­σμός του Συ­νε­δρίου σε δυο σκέ­λη έρ­χε­ται σχε­δόν σαν αυ­το­νό­η­τος. Αρκεί αυ­τός, που θα τον προ­τεί­νει, να πε­ρι­βάλ­λε­ται με τον μαν­δύα μιας α­νώ­τε­ρης ε­ξου­σίας και α­κτι­νο­βο­λίας, ώ­στε να υ­περ­κε­ρα­στούν οι ε­σω­τε­ρι­κές, προ­σω­πι­κής υ­φής, α­ψι­μα­χίες.
Κα­τά τη σο­λο­μώ­ντεια λύ­ση, το “φι­λέ­το” του Συ­νε­δρίου, για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με την αρ­γκό των ερ­γο­λά­βων, δη­λα­δή το κυ­ρίως θέ­μα του Συ­νε­δρίου, μπο­ρεί να δο­θεί στο Megaron Plus. Δε­δο­μέ­νου ό­τι οι νε­ο­ελ­λη­νι­στές της αλ­λο­δα­πής, κα­θώς και οι πα­νε­πι­στη­μια­κοί της η­με­δα­πής, το πι­θα­νό­τε­ρο, σε αυ­τό θα ε­πι­κε­ντρω­θούν. Έτσι, ο α­θη­ναϊκός πό­λος του Συ­νε­δρίου θα ε­ξα­σφα­λί­σει το ε­πι­διω­κό­με­νο διε­θνές προ­φίλ. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, εί­ναι, ό­τι αυ­τή η, α­πό μια ά­πο­ψη, με­ρο­λη­πτι­κή μοι­ρα­σιά δεν θα δυ­σα­ρε­στή­σει το έ­τε­ρο σκέ­λος. Σε α­ντί­θε­ση με τον μύ­θο του Σο­λο­μώ­ντα, που θέ­λει την πραγ­μα­τι­κή μη­τέ­ρα του βρέ­φους να ο­δύ­ρε­ται στην προο­πτι­κή του τε­μα­χι­σμού του, ό­σοι ε­πι­λέ­ξουν να α­σχο­λη­θούν με τον δη­μιουρ­γό Πα­πα­δια­μά­ντη, μάλ­λον θα χα­ρούν να το πρά­ξουν στον γε­νέ­θλιο τό­πο του.
Μια πα­ρό­μοια διευ­θέ­τη­ση θα μπο­ρού­σε να κλεί­σει με τη λαϊκή ρή­ση, ι­δού “και η πί­τα ο­λό­κλη­ρη και ο σκύ­λος χορ­τά­τος”. Εί­θι­σται, ό­μως, ο σχε­δια­σμός των ε­πε­τείων να λαμ­βά­νει υ­π’ ό­ψιν, πρω­ταρ­χι­κά και ως έ­να βαθ­μό, τον τι­μώ­με­νο. Αυ­τή η αρ­χή φαί­νε­ται να πα­ρα­με­ρί­στη­κε τό­σο α­πό την ε­μπλε­κό­με­νη λο­γο­τε­χνι­κή κοι­νό­τη­τα ό­σο και α­πό τον Τύ­πο. Κα­τ’ αρ­χήν, το θέ­μα του Συ­νε­δρίου ε­πι­λέχ­θη­κε με κρι­τή­ριο το πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νο εν­δια­φέ­ρον για τη με­τα­φρα­σι­μό­τη­τα ε­νός συγ­γρα­φέα. Έχου­με κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη σχο­λιά­σει τις πα­ρα­χω­ρή­σεις των μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων για να ε­πι­τευχ­θεί η με­τα­φρα­σι­μό­τη­τα των βι­βλίων τους, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, σε βά­ρος της ό­ποιας λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας. Στην πε­ρί­πτω­ση Πα­πα­δια­μά­ντη, η α­πό­φα­ση δεί­χνει βε­βια­σμέ­νη. Δεν υ­πάρ­χει ε­κεί­νο το σώ­μα ε­ρευ­νών και με­λε­τών, το ι­κα­νό και α­να­γκαίο, που θα δι­καιο­λο­γού­σε έ­να τό­σο ει­δι­κού θέ­μα­τος Συ­νέ­δριο. Με τον με­τα­φρα­στή Πα­πα­δια­μά­ντη α­σχο­λού­νται το πο­λύ δυο τρεις άν­θρω­ποι και με τον με­τα­φρα­ζό­με­νο, ου­σια­στι­κά, μό­νο οι κα­τά γλώσ­σα με­τα­φρα­στές του. Ενώ, για αμ­φο­τέ­ρους, α­που­σιά­ζουν πα­ντε­λώς οι βι­βλιο­γρα­φι­κές ερ­γα­σίες. Σε αυ­τό το πλαί­σιο, τι σόϊ γό­νι­μος διά­λο­γος μπο­ρεί να α­να­πτυχ­θεί;

Ο Άλλος Πα­πα­δια­μά­ντης

Αν σε ε­πί­πε­δο λο­γο­τε­χνίας, ό­πως του­λά­χι­στον κα­τα­δει­κνύει το θέ­μα του Συ­νέ­δριου, ελ­κύει ο με­τα­φρα­στής, σε ε­πί­πε­δο βιο­γρα­φίας, δεν ελ­κύει α­πλώς, αλ­λά μα­γνη­τί­ζει μια με­ρί­δα συγ­γρα­φέων “ο άλ­λος Πα­πα­δια­μά­ντης”. Κυ­ριο­λε­κτι­κά η­δο­νί­ζο­νται να α­να­φέ­ρουν τις “σκο­τει­νές” πλευ­ρές του. Δεν αρ­κού­νται, μά­λι­στα, στις μαρ­τυ­ρίες των συ­γκαι­ρι­νών του, αλ­λά τις ε­μπλου­τί­ζουν ε­πί το γλα­φυ­ρό­τε­ρο και δρα­μα­τι­κό­τε­ρο. Και­ρού ε­πι­τρέ­πο­ντος, θα ε­πα­νέλ­θου­με σε αυ­τόν “τον άλ­λο Πα­πα­δια­μά­ντη”, που, ό­πως ό­λα δεί­χνουν, θα εί­ναι ο κυ­ρίαρ­χος μύ­θος κα­τά το τρέ­χον έ­τος. Προ­σώ­ρας, θα α­να­φέ­ρου­με ο­ρι­σμέ­να ε­ντυ­πω­σια­κά πρω­το­σέ­λι­δα ε­φη­με­ρί­δων με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας. Ένα πρω­το­σέ­λι­δο θέ­τει ως λε­ζά­ντα της φω­το­γρα­φίας του, “Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης ο πέ­νης”. Έτε­ρο, τον συ­στή­νει με το τρί­πτυ­χο, “ά­γιος, ποιη­τής, αλ­κοο­λι­κός”, που θυ­μί­ζει μάλ­λον Ζαν Ζε­νέ. Τρί­το, προ­κρί­νει τον τίτ­λο, “Ο «Άγιος της λο­γο­τε­χνίας» συ­να­ντά το «κα­κό»”. Εδώ, η α­να­φο­ρά δεν α­ντι­στοι­χεί στον βίο του, αλ­λά στο έρ­γο του. Όχι, ό­μως, το πε­ζο­γρα­φι­κό, λ.χ., την «Φό­νισ­σα», αλ­λά το με­τα­φρα­στι­κό, και πά­λι, ό­μως, ό­χι στη με­τά­φρα­ση ε­νός λο­γο­τε­χνι­κού έρ­γου, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, το «Έγκλη­μα και τι­μω­ρία», αλ­λά σε έ­να δη­μο­φι­λές α­νά­γνω­σμα, του ο­ποίου τη με­τά­φρα­ση δεν υ­πο­γρά­φει. Εί­ναι «Ο Πύρ­γος του Δρά­κου­λα» του Μπραμ Στόου­κε­ρ, που μό­νο ως ει­κα­σία φέ­ρε­ται α­πό τους φι­λο­λό­γους ως πα­πα­δια­μα­ντι­κή με­τά­φρα­ση.
Κα­τά τα άλ­λα, έ­να ευ­ρύ κοι­νό α­να­μέ­νει οι ε­πε­τεια­κοί ε­ορ­τα­σμοί να σέ­βο­νται το πνεύ­μα και το ή­θος του τι­μώ­με­νου. Εφέ­τος, ό­μως, για τον Πα­πα­δια­μά­ντη ε­πι­λέ­γο­νται χώ­ροι και τρό­ποι, που ο ί­διος α­πο­ποιεί­το. Η Ε­ΣΗΕ­Α, το ε­παγ­γελ­μα­τι­κό σω­μα­τείο, στο ο­ποίο θα α­νή­κε ο Πα­πα­δια­μά­ντης, αν αυ­τό εί­χε προ­λά­βει να ι­δρυ­θεί στα χρό­νιά του, ε­πι­λέ­γει την αί­θου­σα «Παρ­νασ­σού», εις α­νά­μνη­ση της Ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τη­ρί­δος του, που ε­ορ­τά­στη­κε σε αυ­τήν, στις 13 Μαρ­τίου 1908. Οι συ­γκαι­ρι­νοί του, διορ­γα­νω­τές και ο­μι­λη­τές, δεν γνώ­ρι­ζαν την α­πα­ρέ­σκειά του, ού­τε ό­τι ε­κεί­νος δεν θα προ­σέλ­θει. Άλλο­θι, που δεν έ­χουν οι ση­με­ρι­νοί. Η Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών δεν ε­πι­λέ­γει, λ.χ., το Πα­νε­πι­στή­μιο, έ­ναν εν­δει­κνυό­με­νο χώ­ρο για τον κλα­σι­κό της νέ­ας ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας, που δια­κη­ρύτ­τουν ό­τι εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Μια α­νά­λο­γη ε­πι­λο­γή θα α­γαλ­λία­ζε την ψυ­χή του και αυ­τό εί­ναι κά­τι, που οι πι­στεύο­ντες, οι ο­ποίοι και θα πρέ­πει να εί­ναι η πλειο­νό­τη­τα των με­λών της Εται­ρείας του, θα α­να­με­νό­ταν να λά­βουν υ­πό­ψη τους. Και τε­λευ­ταίο, αλ­λά ί­σως, για ε­κεί­νον το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, στη θρη­σκευ­τι­κή τε­λε­τή, που προ­γραμ­μα­τί­ζε­ται να γί­νει στο α­γα­πη­μέ­νο του εκ­κλη­σύ­δριο, τον Άγιο Ελισ­σαίο, φη­μο­λο­γεί­ται ό­τι δεν θα κλη­θεί έ­νας ιε­ρο­μό­να­χος α­πό τη μο­νή της Ευαγ­γε­λί­στριας Σκιά­θου ή έ­νας ε­ρη­μί­της μο­να­χός α­πό τα Κα­του­νά­κια του Αγίου Όρους, αλ­λά – τι τι­μή! - ο Αρχιε­πί­σκο­πος. Σαν να α­κού­με τον Πα­πα­δια­μά­ντη α­πό τις νε­φέ­λες, “Nous excitons le public”.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

1 – Ού­τε ο Ελύ­της μέ­νει πλέ­ον δυ­σα­ρε­στη­μέ­νος. Το προάγ­γελ­μα του πνεύ­μα­τος της ε­πε­τείου έ­γι­νε προχ­θές, με πρω­το­σέ­λι­δο “χτύ­πη­μα” τίτ­λου, «Ο Ελύ­της ή­ταν έ­νας τε­μπέ­λης». Ει­πώ­θη­κε μεν, έ­τσι που ει­πώ­θη­κε, αλ­λά ει­δη­σε­ο­γρα­φι­κά κρί­θη­κε, με­τα­ξύ ό­λων των άλ­λων, ως το πλέ­ον ου­σιώ­δες ώ­στε να α­ναχ­θεί σε τίτ­λο.

Φωτο: Φόρεσε το ημίψηλο και από τον Άγιο Ελισσαίο οδεύει προς το Megaron Plus.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/2/2011

Είδωλα από έναν θολό καθρέφτη

Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος
«Η πνευ­μα­τι­κή ζωή υ­πό ε­πι­τή­ρη­ση:
Το πα­ρά­δειγ­μα του πε­ριο­δι­κού
Το Νέ­ον Κρά­τος»
Έκδο­ση του Ιδρύ­μα­τος
Ου­ρά­νη
Δε­κέμ­βριος 2010

Με το και­νού­ριό του βι­βλίο, ο Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος ά­φη­σε μεν τον Κάλ­βο “για μια άλ­λη φο­ρά”, αλ­λά δεν ε­γκα­τέ­λει­ψε τους Επτα­νή­σιους, α­φού, εμ­μέ­σως, α­σχο­λεί­ται με τον Κε­φαλ­λο­νί­τη Ιωάν­νη Με­τα­ξά. Τον κε­φαλ­λο­νί­τη πο­λι­τι­κό, συ­νή­θως, τον μνη­μο­νεύουν ε­μπα­θώς για την ε­πά­ρα­το δι­κτα­το­ρία, που ε­γκα­θί­δρυ­σε. Μπο­ρεί κα­νείς να πα­ρα­μέ­νει α­διάλ­λα­κτα α­ντί­θε­τος α­πέ­να­ντι στο κα­θε­στώς της 4ης Αυ­γού­στου, αλ­λά δεν μπο­ρεί να δια­γρά­φει ό,τι συ­ντε­λέ­στη­κε ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο. Συ­νι­στά μεν πρό­κλη­ση, αλ­λά, εί­τε θέ­λου­με εί­τε ό­χι, εί­ναι α­να­πό­σπα­στο μέ­ρος της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρίας. Προ­σπερ­νώ­ντας βια­στι­κά ή α­πο­σιω­πώ­ντας αυ­τήν την πε­ρίο­δο, μπο­ρεί, φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον, να μοιά­ζει λυ­τρω­τι­κό, αλ­λά α­φή­νου­με πί­σω έ­ναν θο­λό κα­θρέ­φτη με σκο­τει­νά εί­δω­λα. Η βι­βλιο­γρα­φι­κή με­λέ­τη του Ανδρειω­μέ­νου δί­νει την ευ­και­ρία να δού­με τους τό­τε πο­λι­τι­σμι­κούς θε­σμούς της χώ­ρας, τις ι­δε­ο­λο­γι­κές κα­τευ­θύν­σεις του κα­θε­στώ­τος και τα πρό­σω­πα, κά­ποια μά­λι­στα πα­ρε­ξη­γη­μέ­να, που ε­μπλέ­κο­νται. Δεν πρό­κει­ται, δη­λα­δή, για τον ί­διο τον Με­τα­ξά, ού­τε για τις γνω­στές φαν­φά­ρες φα­σι­στι­κού τύ­που. Ωστό­σο, οι α­πο­φά­σεις του δια­μόρ­φω­σαν την τό­τε πο­λι­τι­σμι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σε ό­λες τις εκ­φάν­σεις της. Ανι­χνεύε­ται, δη­λα­δή, η α­πό μέ­ρους του ε­πι­λο­γή των κα­τάλ­λη­λων αν­θρώ­πων για τις α­ντί­στοι­χες θέ­σεις, κα­θώς και στην ε­μπι­στο­σύ­νη που, στη συ­νέ­χεια, τους δεί­χνει, υιο­θε­τώ­ντας τις προ­τά­σεις τους. Άλλω­στε, σαν χθες συ­μπλη­ρώ­θη­καν 70 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του. Και­ρός εί­ναι να αρ­χί­σει να βλέ­πει κα­νείς, με ψυ­χραι­μία και χω­ρίς προ­κα­τά­λη­ψη, τα συμ­φρα­ζό­με­να ε­κεί­νης της ε­πο­χής. Στα ε­βδο­μή­ντα του πέ­θα­νε ο Με­τα­ξάς, προ­λα­βαί­νο­ντας θριάμ­βους και νί­κες του Αλβα­νι­κού Με­τώ­που, αλ­λά α­πο­φεύ­γο­ντας την υ­πο­δο­χή των Γερ­μα­νών στην Αθή­να. Δύο πε­ρί­που χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, Απρί­λιο 1939, εί­χε α­πο­νεί­μει τα πρώ­τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας. Μπο­ρεί σή­με­ρα να ξε­νί­ζει, αλ­λά ως θε­σμός τό­τε κα­θιε­ρώ­θη­κε και η πα­τρό­τη­τα α­νή­κει στον στε­νό συ­νερ­γά­τη του, τον Κω­στή Μπα­στιά. Αυ­τά, ε­πε­τεια­κά, α­φού αύ­ριο α­να­μέ­νε­ται να α­να­κοι­νω­θούν οι βρα­βευ­μέ­νοι για τα βι­βλία του 2009. Μα­κά­ρι να βρί­σκο­νταν στο ύ­ψος των πρώ­των βρα­βευ­μέ­νων, του Άγγε­λου Σι­κε­λια­νού και του Κο­σμά Πο­λί­τη.
Πολ­λά εί­ναι τα πε­ριο­δι­κά, που πε­ρι­μέ­νουν τη σει­ρά τους για βι­βλιο­γρα­φι­κή φρο­ντί­δα. Πε­ριο­δι­κά ό­λων των ει­δών, δια­φο­ρε­τι­κών χρο­νι­κών πε­ριό­δων και ι­δε­ο­λο­γι­κών κα­τευ­θύν­σεων. Και η ου­ρά, ό­σο περ­νούν τα χρό­νια, με­γα­λώ­νει, κα­θώς οι φι­λό­λο­γοι, που κα­τα­πιά­νο­νται με το ε­πί­πο­νο και το ε­λά­χι­στα α­πο­δο­τι­κό σε ε­πί­πε­δο βρα­βείων και ε­παί­νων έρ­γο της α­πο­δελ­τίω­σης, ο­λοέ­να και λι­γο­στεύουν. Ο Ανδρειω­μέ­νος ε­πι­λέ­γει την πε­ρίο­δο του Με­σο­πο­λέ­μου και συ­γκε­κρι­μέ­να, τα τεσ­σε­ρε­σή­μη­σι χρό­νια της Με­τα­ξι­κής δι­κτα­το­ρίας. Πα­ρό­τι πρό­κει­ται για έ­να αυ­ταρ­χι­κό κα­θε­στώς και χά­ρις στο νε­οϊδρυ­θέν τό­τε Υφυ­πουρ­γείο Τύ­που και Του­ρι­σμού, για πε­ρίο­δο στε­νής πα­ρα­κο­λού­θη­σης και λο­γο­κρι­σίας, δεν έ­λει­ψαν τα έ­ντυ­πα. Αντι­θέ­τως, αυ­ξή­θη­καν, ό­πως αυ­ξή­θη­καν και οι πω­λή­σεις ε­φη­με­ρί­δων και πε­ριο­δι­κών. Από ό­λα αυ­τά, ο με­λε­τη­τής ε­πι­λέ­γει έ­να θεω­ρη­τι­κό πε­ριο­δι­κό, το ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζει και λο­γο­τε­χνι­κό εν­δια­φέ­ρον. «Το Νέ­ον Κρά­τος», το ο­ποίο ε­κτι­μά ως το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο και “ε­πι­ση­μό­τε­ρο”.
Το πε­ριο­δι­κό α­να­φέ­ρε­ται γε­νι­κό­τε­ρα ως “ι­δε­ο­λο­γι­κό όρ­γα­νο του κα­θε­στώ­τος της 4ης Αυ­γού­στου”, πα­ρό­λο που τί­πο­τα σχε­τι­κό δεν α­να­γρά­φε­ται στην προ­με­τω­πί­δα του. “Όργα­νο της δι­κτα­το­ρίας Με­τα­ξά” γρά­φει ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού, το ο­ποίο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει στο “ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δίο”, που δί­νει για το δεύ­τε­ρο μι­σό της δε­κα­ε­τίας του '40, ε­πί συ­νό­λου δε­κα­τεσ­σά­ρων πε­ριο­δι­κών. Θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Αργυ­ρίου, για να γρά­ψει την «Ιστο­ρία της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας» ο­ρί­ζει ει­σα­γω­γι­κά το “ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δίο” κά­θε πε­ριό­δου, δη­λα­δή τα πε­ριο­δι­κά και τα βι­βλία, που α­πο­τε­λούν την ύ­λη, στην ο­ποία στη­ρί­ζε­ται. Όπως ε­πι­ση­μαί­νει, ή­δη, με τον τίτ­λο του, το πε­ριο­δι­κό δη­λώ­νει “την πί­στη του στο νέο δι­κτα­το­ρι­κό κα­θε­στώς που ε­πέ­βα­λε ο Ιωάν­νης Με­τα­ξάς”. Ακρι­βέ­στε­ρα, με τον τίτ­λο του, εκ­φρά­ζει την ε­παγ­γε­λία της συ­γκρό­τη­σης ε­νός “νέ­ου κρά­τους”. Ο τίτ­λος υ­πο­στη­ρί­ζε­ται πε­ραι­τέ­ρω με την ει­κο­νο­γρά­φη­ση του ε­ξω­φύλ­λου, την ο­ποία εί­χε φι­λο­τε­χνή­σει ο Νί­κος Χατ­ζη­κυ­ριά­κος-Γκί­κας. Από το 24ο τεύ­χος (Αύ­γου­στος 1939) και ύ­στε­ρα η ει­κο­νο­γρά­φη­ση κα­ταρ­γεί­ται. Στα προ­η­γού­με­να τεύ­χη ει­κο­νί­ζε­ται έ­νας μι­σο­χτι­σμέ­νος τοί­χος και μια σκα­λω­σιά, ε­νώ, στο βά­θος, εί­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νος ο χάρ­της της Ελλά­δας. Προ­φα­νώς, συμ­βο­λί­ζει το νέο κρά­τος, που οι­κο­δο­μεί­ται. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι «Το Νέ­ον Κρά­τος» δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα α­θη­ναϊκά «Πε­ριο­δι­κά Λό­γου και Τέ­χνης» της τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τίας, 1901-1940, τα ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει η α­να­λυ­τι­κή βι­βλιο­γρα­φία της ε­ρευ­νη­τι­κής ο­μά­δας του Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου. Ωστό­σο, η ε­κτε­τα­μέ­νη και πο­λύ­πλευ­ρη α­πο­δελ­τίω­σή του, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει ο Ανδρειω­μέ­νος, δεί­χνει, με­τα­ξύ άλ­λων, τη ση­μα­σία του για τη λο­γο­τε­χνία και γε­νι­κό­τε­ρα για τον πο­λι­τι­σμό.
Πρό­κει­ται για μια “μη­νιαία ε­πι­θεώ­ρη­ση”, που αυ­το­προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι κα­λύ­πτει, αρ­χι­κά, “πο­λι­τι­κή-κοι­νω­νι­κή φι­λο­σο­φία-ι­στο­ρία-τέ­χνη”, ε­νώ, με­τά το έ­κτο τεύ­χος, α­πο­κα­λεί­ται “πο­λι­τι­κή-κοι­νω­νι­κή-οι­κο­νο­μι­κή-λο­γο­τε­χνι­κή” ε­πι­θεώ­ρη­ση. Το πρώ­το τεύ­χος εκ­δί­δε­ται Σε­πτέμ­βριο 1937 και το τε­λευ­ταίο Μάρ­τιο 1941, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας συ­νο­λι­κά 43 τεύ­χη, α­πό τα ο­ποία δυο εί­ναι δι­πλά. Σε κά­θε πε­ριο­δι­κό, σε ό­ποια ε­πο­χή κι αν αυ­τό κυ­κλο­φο­ρεί, κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο παί­ζει ο διευ­θυ­ντής του και η συ­ντα­κτι­κή ο­μά­δα, ό­ταν υ­πάρ­χει. «Το Νέ­ον Κρά­τος» εί­χε διευ­θυ­ντή, σε ό­λη τη διάρ­κειά του, τον λό­γιο και δη­μο­σιο­γρά­φο Άρι­στο Κα­μπά­νη. Πριν α­να­λά­βει τη διεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού εί­χε εκ­δώ­σει έ­να δι­κό του πε­ριο­δι­κό, το βρα­χύ­βιο «Τα ελ­λη­νι­κά χρο­νι­κά». Ο Αργυ­ρίου θυ­μί­ζει ό­τι εί­χε εκ­δώ­σει και μια μο­να­δι­κή ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, το 1915. Ωστό­σο, ως ση­μα­ντι­κό­τε­ρο έρ­γο του, θεω­ρεί­ται η «Ιστο­ρία της Νέ­ας Ελλη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας», που ε­ξέ­δω­σε σε βι­βλίο το 1935.
Στα πρώ­τα 16 τεύ­χη δεν υ­πάρ­χει συ­ντα­κτι­κή ο­μά­δα. Ωστό­σο, α­πό τον Ια­νουά­ριο του 1939, ως “ε­πι­τρο­πή συ­ντά­ξεως” προ­στί­θε­ται η δυά­δα, Γεώρ­γιος Μα­ντζού­φας και Νι­κό­λα­ος Κού­μα­ρος. Για τον πρώ­το, ο Ανδρειω­μέ­νος, α­ντί βιο­γρα­φι­κού, δί­νει μό­νο την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι ή­ταν γα­μπρός του Με­τα­ξά. Γε­νι­κο­λο­γώ­ντας, αν, σή­με­ρα, συ­στή­να­με έ­ναν συ­ντά­κτη, α­να­φέ­ρο­ντας μό­νο τη συγ­γέ­νειά του με τα διευ­θυ­ντι­κά στε­λέ­χη ε­νός ε­ντύ­που -και στις η­μέ­ρες μας δεν εί­ναι και λί­γοι, οι ε­ντασ­σό­με­νοι σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία- μάλ­λον θα τον α­δι­κού­σα­με. Όπως και να έ­χει, ο Μα­ντζού­φας γρά­φει, α­πό τα πρώ­τα τεύ­χη, κεί­με­να νο­μι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος, με έ­ντο­νο ι­δε­ο­λο­γι­κό στίγ­μα, που θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν προ­πα­γαν­δι­στι­κά. Πά­ντως, τον Μάρ­τιο του 1940, χαι­ρε­τί­ζει με εν­θου­σια­σμό την κα­τάρ­τι­ση του πρώ­του “πα­νελ­λή­νιου” Αστι­κού Κώ­δι­κα.
Ο δεύ­τε­ρος της συ­ντα­κτι­κής ε­πι­τρο­πής, ο Κού­μα­ρος, ή­ταν το 1939 κα­θη­γη­τής της γε­νι­κής θεω­ρίας του κρά­τους στο Πα­νε­πι­στή­μιο των Αθη­νών. Κα­τά τον Ανδρειω­μέ­νο, η δυά­δα προ­στέ­θη­κε για να ε­ξα­σφα­λι­στεί η με­γα­λύ­τε­ρη ι­δε­ο­λο­γι­κή κα­θα­ρό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού. Επί­σης, δί­νει την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι τό­σο ο διευ­θυ­ντής ό­σο και οι δυο, τρό­πον τι­νά, “το­πο­τη­ρη­τές” ή­ταν “δυ­να­μι­κές σι­λουέ­τες των πα­ρα­σκη­νίων με πρό­σβα­ση λό­γω κύ­ρους σε ο­μά­δες α­δέ­σμευ­των δια­νοου­μέ­νων και πα­νε­πι­στη­μια­κών κα­θη­γη­τώ­ν”. Πό­λο έλ­ξης, ή­θε­λε, λοι­πόν, ο Με­τα­ξάς να κα­τα­στή­σει το πε­ριο­δι­κό του και τε­λι­κά, φαί­νε­ται ό­τι το κα­τόρ­θω­σε. Γε­νι­κό­τε­ρα, αλ­λά και ει­δι­κό­τε­ρα στο λο­γο­τε­χνι­κό χώ­ρο, σύμ­φω­να και με τη συ­γκε­ντρω­τι­κή α­να­φο­ρά στην ει­σα­γω­γή, υ­πήρ­ξε διείσ­δυ­ση στο χώ­ρο των γραμ­μά­των και των τε­χνών, ό­πως δεί­χνει η συ­νερ­γα­σία, σε μι­κρό­τε­ρη ή με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση, αρ­κε­τών γνω­στών ο­νο­μά­των. Τον ί­διο πε­ρί­που κα­τά­λο­γο ο­νο­μά­των πα­ρα­θέ­τει και ο Αργυ­ρίου στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού. Ωστό­σο, α­πό πα­ρό­μοιους κα­τα­λό­γους ή α­κό­μη, και α­πό το ευ­ρε­τή­ριο της βι­βλιο­γρα­φίας, δεν πρέ­πει να βγά­ζου­με βια­στι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Μπα­στιάς, γε­νι­κός διευ­θυ­ντής α­πό τον Αύ­γου­στο του 1937 στη νε­οϊδρυ­θεί­σα τό­τε Διεύ­θυν­ση Γραμ­μά­των και Κα­λών Τε­χνών του Υπουρ­γείου Παι­δείας, δί­νει μό­νο μια συ­νερ­γα­σία, α­να­πτύσ­σο­ντας την πο­λι­τι­κή, που εί­χε α­κο­λου­θη­θεί στο χώ­ρο του θεά­τρου. Κι ας α­να­φέ­ρε­ται εν­νέα φο­ρές, σύμ­φω­να με το ευ­ρε­τή­ριο. Πα­ρό­μοια ευ­ρε­τή­ρια θα τα κα­θι­στού­σε χρη­στι­κό­τε­ρα η χρη­σι­μο­ποίη­ση πλά­γιων ψη­φίων για τις κυ­ρίως συ­νερ­γα­σίες προς α­ντι­δια­στο­λή τους α­πό τις α­πλές α­να­φο­ρές. Ένα άλ­λο πα­ρά­δειγ­μα δί­νει η πε­ρί­πτω­ση του Κ. Θ. Δη­μα­ρά, που α­να­φέ­ρε­ται στους συ­νερ­γά­τες, ε­νώ δη­μο­σιεύει μό­νο μια σύ­ντο­μη βι­βλιο­κρι­τι­κή για τον Φά­νη Μι­χα­λό­που­λο.
Ο Ανδρειω­μέ­νος δεν α­πο­δελ­τιώ­νει με βά­ση τους πί­να­κες πε­ριε­χο­μέ­νων του κά­θε τεύ­χους, αλ­λά δια­βά­ζει σε­λί­δα προς σε­λί­δα, έ­να-έ­να τα τεύ­χη, πα­ρα­θέ­το­ντας πλη­ρο­φο­ρίες για κά­θε δη­μο­σίευ­μα, ε­νώ, συ­χνά, α­να­δη­μο­σιεύει α­πο­σπά­σμα­τα. Στα δη­μο­σιεύ­μα­τα, που κρί­νει ό­τι έ­χουν ι­διαί­τε­ρο βά­ρος, δί­νει πε­ρί­λη­ψή τους. Με­τά την ε­κτε­νή ει­σα­γω­γή, ό­που δί­νε­ται μια γε­νι­κή ει­κό­να της ε­πο­χής και του πε­ριο­δι­κού, πα­ρα­θέ­τει, σε έ­να πρώ­το μέ­ρος, την α­νά τεύ­χος α­πο­δελ­τίω­ση. Στη συ­νέ­χεια, πα­ρου­σιά­ζει το θε­μα­τι­κό ά­νοιγ­μα του πε­ριο­δι­κού, σχη­μα­τί­ζο­ντας έ­ντε­κα θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες και κα­τα­γρά­φο­ντας εκ νέ­ου, α­να­δια­τε­ταγ­μέ­να, τα κεί­με­να των 43 τευ­χών. Τέ­λος, σε έ­να τρί­το μέ­ρος α­να­δια­τάσ­σει, για δεύ­τε­ρη φο­ρά, την ύ­λη του πε­ριο­δι­κού κα­τά συγ­γρα­φέα.
Από τις δώ­δε­κα θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες η ε­κτε­νέ­στε­ρη εί­ναι αυ­τή του “πο­λι­τι­σμού”, η ο­ποία χω­ρί­ζε­ται σε ε­πτά μέ­ρη. Σε έ­να πρώ­το, συ­γκε­ντρώ­νο­νται ο­ρι­σμέ­να κεί­με­να που α­πο­πει­ρώ­νται γε­νι­κό­τε­ρη ε­πι­σκό­πη­ση του α­ντι­κει­μέ­νου τους. Συ­γκρα­τού­με το «Πε­ρί ελ­λη­νι­κής τέ­χνης» του Χατ­ζη­κυ­ριά­κου-Γκί­κα, «Τα γράμ­μα­τα και οι τέ­χνες» του Μπα­στιά και κεί­με­νο για τη ση­μα­σία της λα­ο­γρα­φίας του κα­θη­γη­τή Στίλ­πω­να Κυ­ρια­κί­δη. Ακο­λου­θεί η ε­νό­τη­τα των ει­κα­στι­κών, ό­που υ­πάρ­χουν κεί­με­να του ζω­γρά­φου Πε­ρι­κλή Βυ­ζά­ντιου, του τε­χνο­κρι­τι­κού Δη­μή­τρη Ευαγ­γε­λί­δη, αλ­λά και του Ευάγ­γε­λου Πα­πα­νού­τσου, βα­σι­κού συ­ντε­λε­στή στην πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κά εκ­παι­δευ­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση. Έπο­νται οι ε­νό­τη­τες της μου­σι­κής και του θεά­τρου, με μό­νι­μους συ­νερ­γά­τες, α­ντι­στοί­χως, τον μου­σι­κο­λό­γο Γιώρ­γο Λα­μπε­λέτ και τον Πέ­τρο Χά­ρη. Με­τά έρ­χε­ται η με­γα­λύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα του “πο­λι­τι­σμού”, αυ­τή της φι­λο­λο­γίας, που υ­πο­διαι­ρεί­ται στην αρ­χαία, τη βυ­ζα­ντι­νή και τη νέα ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Από τις δύο πρώ­τες συ­γκρα­τού­με τη με­τά­φρα­ση της «Μή­δειας» του Ευ­ρι­πί­δη α­πό τον ε­θνο­λό­γο Πα­να­γή Λε­κα­τσά και την ε­κτε­νή με­λέ­τη «Βυ­ζά­ντιον και Ελλη­νι­σμός» του κα­θη­γη­τή Διο­νυ­σίου Ζα­κυ­θη­νού. Βε­βαίως, ε­κτε­νέ­στε­ρη εί­ναι η ε­νό­τη­τα της σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνίας. Σε αυ­τήν, δεν συ­να­ντού­με μό­νο γνω­στούς συγ­γρα­φείς, αλ­λά και εν­δια­φέ­ρο­ντα κεί­με­να, γραμ­μέ­να στη δη­μο­τι­κή, ό­πως και ο­λό­κλη­ρο το πε­ριο­δι­κό. Δη­μο­σιεύο­νται αρ­κε­τά ποιή­μα­τα: Μα­λα­κά­σης, Πε­τι­με­ζάς-Λαύ­ρας, Τέλ­λος Άγρας, Ρί­τα Μπού­μη Παπ­πά και έ­να μο­να­δι­κό του Σι­κε­λια­νού, το «Για­τί βα­θειά μου ε­δό­ξα­σα»: “Για­τί βα­θειά μου ε­δό­ξα­σα και πί­στε­ψα τη γη, / και στη φυ­γή δεν ά­πλω­σα τα μυ­στι­κά φτε­ρά μου…” Λι­γό­τε­ρα εί­ναι τα πε­ζά. Ένα διή­γη­μα του Στέ­φα­νου Δάφ­νη, το «Ποι­κι­λό­χε­ντρα», που δεί­χνει, πως δεν εί­χε μό­νο το έν­στι­κτο να δια­κρί­νει το χιού­μορ στα δη­μο­σιεύ­μα­τα των άλ­λων, αλ­λά διέ­θε­τε και ο ί­διος. Επί­σης, μια νου­βέ­λα, σε δυο συ­νέ­χειες, του Διο­νυ­σίου Κόκ­κι­νου, το «Σφυ­ρίγ­μα­τα τραί­νων». Θέ­μα του εί­ναι το ε­ρω­τι­κό δρά­μα ε­νός ε­πί­δο­ξου ζω­γρά­φου. Εκτυ­λίσ­σε­ται στο α­γα­πη­μέ­νο το­πίο του συγ­γρα­φέα, κο­ντά στον σι­δη­ρο­δρο­μι­κό σταθ­μό “της μι­κρής ε­παρ­χια­κής πό­λης”, στην ο­ποία εί­χε γεν­νη­θεί, τον Πύρ­γο Ηλείας.
Ωστό­σο, το κυ­ρίως βά­ρος δί­νε­ται στο δο­κί­μιο. Ορι­σμέ­νες εν­δια­φέ­ρου­σες με­λέ­τες δη­μο­σιεύο­νται σε συ­νέ­χειες, ό­πως του Μι­χα­λό­που­λου για τον Κο­σμά τον Αι­τω­λό, του Γιώρ­γου Βα­λέ­τα για τον Δη­μή­τρη Βερ­ναρ­δά­κη, του Νί­κου Δ. Παπ­πά για τις νέες τά­σεις στην ποίη­ση και του Στίλ­πω­να Κυ­ρια­κί­δη για τη δη­μώ­δη ποίη­ση. Τα­κτι­κοί συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­δι­κού εμ­φα­νί­ζο­νται οι Κλέων Πα­ρά­σχος, Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λος, Πέ­τρος Ωρο­λο­γάς και Νι­κό­λα­ος Τω­μα­δά­κης. Πρό­σω­πο που α­πα­σχο­λεί τα­κτι­κά τους συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­δι­κού εί­ναι ο Ανδρέ­ας Κάλ­βος. Όπως πα­ρα­τη­ρεί και ο Ανδρειω­μέ­νος, που εί­ναι βι­βλιο­γρά­φος του, οι με­λέ­τες των Γεωρ­γίου Ζώ­ρα, Τω­μα­δά­κη, Κων­στα­ντί­νου Σολ­δά­του και Φί­λιπ­πο Πο­ντά­νι δια­τη­ρούν έως και σή­με­ρα το εν­δια­φέ­ρον τους.
Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι τα α­ξιο­λο­γό­τε­ρα κεί­με­να συ­γκε­ντρώ­νο­νται στα πρώ­τα τεύ­χη, ε­νώ, α­πό τον τρί­το χρό­νο και ύ­στε­ρα, ι­σχυ­ρο­ποιεί­ται η ι­δε­ο­λο­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού. Πά­ντως, η ύ­λη του πε­ριο­δι­κού βο­η­θά στο να προσ­διο­ρί­σει κα­νείς, με σα­φή­νεια και εκ των έ­σω, το ι­δε­ο­λο­γι­κό φά­σμα του με­τα­ξι­κού κα­θε­στώ­τος σε θέ­μα­τα πο­λι­τι­σμού. Επί­σης, ε­ντο­πί­ζο­νται και ε­πα­νε­κτι­μώ­νται πρό­σω­πα, βυ­θι­σμέ­να σή­με­ρα στην α­φά­νεια. Όπως και να έ­χει, «Το Νέ­ον Κρά­τος» ευ­τύ­χη­σε να έ­χει ο­ρι­σμέ­νους ε­κλε­κτούς συ­νερ­γά­τες, μη α­να­με­νό­με­νους με τα ση­με­ρι­νά κρι­τή­ρια και τις ι­δε­ο­λο­γι­κές κα­τη­γο­ριο­ποιή­σεις. Επί­σης, ευ­τύ­χη­σε, ε­βδο­μή­ντα χρό­νια με­τά το πέ­ρας της έκ­δο­σής του, να βι­βλιο­γρα­φη­θεί με προ­σο­χή, δια­κρι­τι­κό­τη­τα και ε­πι­μο­νή.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτο: Το σχέδιο του Νίκου Χατζηκυριάκου - Γκίκα, που κοσμούσε το εξώφυλλο
στα 16 πρώτα τεύχη του περιοδικού

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30
/1/2011

Ο Πύργος του Δουμά

Κλω­ντ Σο­π
«Η έ­παυ­λις “Μό­ντε-Χρί­στο”
Τρεις η­μέ­ρες στην οι­κία
του
κυ­ρίου Αλέ­ξαν­δρου Δου­μά»
Με­τά­φρα­ση, ει­σα­γω­γή, ε­πί­με­τρο:
Θό­δω­ρος Κα­τσι­κά­ρος

Εκδό­σεις: Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Νοέμ­βριος 2010

Κα­τά το δεύ­τε­ρο μι­σό του προ­πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να, τέσ­σε­ρις γάλ­λοι συγ­γρα­φείς, σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι, γεν­νη­μέ­νοι ε­ντός μιας τριε­τίας στο γύ­ρι­σμα του 18ου προς τον 19ο αιώ­να, ήλ­κυ­σαν το εν­δια­φέ­ρον ελ­λή­νων λο­γίων και κοι­νού, ε­ντός της χώ­ρας αλ­λά και ε­κτός, σε Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και Σμύρ­νη. Σε η­λι­κια­κή πα­ρά­τα­ξη, πρό­κει­ται για τον Ονο­ρέ ντε Μπαλ­ζά­κ, έ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρο του Σο­λω­μού, τον Βί­κτω­ρα Ου­γκώ και τον Αλέ­ξαν­δρο Δου­μά, συ­νο­μή­λι­κους του Ιά­κω­βου Πι­τσι­πιού, και τον Ευ­γέ­νιο Σύη, έ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρο του Αλέ­ξαν­δρου Σού­τσου. Αυ­τοί, ου­σια­στι­κά, α­πο­τέ­λε­σαν για τους έλ­λη­νες λο­γίους της ε­πο­χής το πρό­τυ­πο του μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου. Πρω­το­πό­ρος, πά­ντως, κα­τά την “ει­σβο­λή” στα κα­θ’ η­μάς του γαλ­λι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, στά­θη­κε ο Δου­μάς. Γνω­στός και ως Δου­μάς πα­τή­ρ, α­φού ευ­τύ­χη­σε έ­να α­πό τα παι­διά του να κλη­ρο­νο­μή­σει το συγ­γρα­φι­κό του τα­λέ­ντο. Επει­δή, μά­λι­στα, ε­πρό­κει­το για έ­να α­πό τα τέσ­σε­ρα τέ­κνα του ε­λεύ­θε­ρου έ­ρω­τα, που α­πέ­κτη­σε, η μη­τέ­ρα του, σαν μια ε­λά­χι­στη κα­το­χύ­ρω­ση της πα­τρό­τη­τας, τον βά­φτι­σε Αλέ­ξαν­δρο. Πρό­κει­ται για τον Δου­μά υιό. Κι αυ­τός υ­πήρ­ξε έ­νας γό­νι­μος συγ­γρα­φέ­ας, που έ­γρα­ψε, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, και την «Κυ­ρία με τις κα­με­λίες».
Ο Δου­μάς πα­τή­ρ, λοι­πόν, εί­ναι ο πρώ­τος της τε­τρά­δας, που με­τα­φρά­στη­κε ελ­λη­νι­κά, προ­η­γού­με­νος α­κό­μη και του κα­τά μια γε­νιά πρε­σβύ­τε­ρού του, άγ­γλου μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου, Ουώλ­τερ Σκωτ. Τη διε­τία 1845-46, με­τα­φρά­στη­καν και κυ­κλο­φό­ρη­σαν οι τρεις τό­μοι του «Κό­μη του Μό­ντε-Χρί­στο», πριν α­κό­μη στε­γνώ­σει το με­λά­νι του πρω­τό­τυ­που, ε­νώ ο «Ιβα­νό­ης» του Σκω­τ, που εί­χε εκ­δο­θεί το 1819, με­τα­φρά­στη­κε μό­λις το 1847. Την με­τά­φρα­ση του «Κό­μη του Μό­ντε-Χρί­στο» α­κο­λού­θη­σαν «Οι τρεις σω­μα­το­φύ­λα­κες», που εί­χαν εκ­δο­θεί έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, το 1844. Εκτός, ό­μως, α­πό αυ­τήν την πρω­τιά, ο Δου­μάς πα­τήρ έ­μει­νε και ως ο πλέ­ον δη­μο­φι­λής, κα­λύ­πτο­ντας το δεύ­τε­ρο μι­σό του 19ου αιώ­να με πλή­θος μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του στην ελ­λη­νι­κή, που γνώ­ρι­σαν πολ­λα­πλές εκ­δό­σεις. Τα πρώ­τα χρό­νια, τον α­κο­λου­θού­σε κα­τά πό­δας ο Σύης με τα πο­λύ­το­μα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του. Εκεί­νος, ό­μως, έ­μει­νε στον 19ο, ε­νώ τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Δου­μά πα­τρός α­πο­δείχ­θη­καν αιω­νό­βια, φθά­νο­ντας μέ­χρι και τον τρέ­χο­ντα αιώ­να. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα άρ­χι­σαν να με­τα­φρά­ζο­νται τα θε­α­τρι­κά και τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Ου­γκώ, αλ­λά, συν τω χρό­νω, κέρ­δι­σε έ­δα­φος. Όσο για τον Μπαλ­ζά­κ, στον προ­πε­ρα­σμέ­νο αιώ­να α­πα­σχό­λη­σε μό­νο τους λο­γίους. Η δι­κή του ώ­ρα ήρ­θε αρ­γό­τε­ρα. Άλλω­στε, εί­ναι ε­κεί­νος α­πό την τε­τρά­δα, που κυ­ριάρ­χη­σε στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, στον ο­ποίο δια­σώ­θη­κε και ο Ου­γκώ, ε­νώ ο Δου­μάς πα­τήρ έ­μει­νε στις ο­ρια­κές πε­ρι­πτώ­σεις. Πά­ντως, στις 24 Ιου­λίου 2002, κα­τά τη συ­μπλή­ρω­ση δια­κο­σίων χρό­νων α­πό τη γέν­νη­σή του, η σο­ρός του με­τα­φέρ­θη­κε στο πα­ρι­σι­νό Πάν­θε­ον, δί­πλα στους Ου­γκώ και Ζο­λά. Στην τε­λε­τή, ο τό­τε πρό­ε­δρος Σι­ράκ δεν μί­λη­σε για έ­να με­γά­λο λο­γο­τέ­χνη αλ­λά για τον συγ­γρα­φέα, που μας κά­νει να ο­νει­ρευό­μα­στε ό­τι εί­μα­στε νέ­οι Ντ’ Αρντα­νιάν και Κό­μη­τες του Μό­ντε-Χρί­στο.
Στα κα­θ’ η­μάς, ο Δου­μάς πα­τήρ δεν ση­μείω­σε μό­νο θριάμ­βους. Ήταν ε­κεί­νος, που στις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες του 19ου αιώ­να, κα­τ’ ε­ξο­χήν, α­πο­δο­κι­μά­στη­κε ως φο­ρέ­ας των “ο­θνείων η­θώ­ν”. Χω­ρίς, βε­βαίως, αυ­τό να ε­πη­ρεά­σει την εκ­δο­τι­κή ε­πι­τυ­χία των μυ­θι­στο­ρη­μά­των του. Τε­λι­κά, τα βι­βλία του, ό­πως και ε­κεί­να του Ιού­λιου Βερν, κα­τα­χω­ρή­θη­καν, ως ε­πί το πλεί­στον, στα ε­φη­βι­κά α­να­γνώ­σμα­τα. Ίσως, γι’ αυ­τό, δεν έ­χει με­τα­φρα­στεί, ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζου­με, κά­ποια βιο­γρα­φία του, σε α­ντί­θε­ση με τον Μπαλ­ζά­κ, που α­κό­μη και πρό­σφα­τα με­τα­φρά­στη­κε μια πο­λυ­σέ­λι­δη. Αυ­τό το κε­νό έρ­χε­ται να κα­λύ­ψει η ι­διό­τυ­πη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία του θεω­ρού­με­νου ως κο­ρυ­φαίου με­λε­τη­τή του Δου­μά πα­τρός, του Κλω­ντ Σο­π, με τον πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο, «Η έ­παυ­λις “Μό­ντε-Χρί­στο”». Σε α­ντί­θε­ση με ε­κεί­νη του Μπαλ­ζά­κ, πρό­κει­ται για έ­να βι­βλίο, που α­πευ­θύ­νε­ται σε ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Κι αυ­τό, για­τί συν­δυά­ζει τη χά­ρη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος με τα προ­σό­ντα του δο­κι­μίου. Συν­δυα­σμός, που ο­φεί­λε­ται σε τρεις αν­θρώ­πους.
Εν αρ­χή, στην πλη­θω­ρι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα του ι­στο­ρι­κού προ­σώ­που, που βιο­γρα­φεί­ται. Ο Δου­μάς πα­τήρ ό­λα τα έ­κα­νε κα­θ’ υ­περ­βο­λήν, α­πό το γρά­ψι­μο μέ­χρι τον έ­ρω­τα. Με άλ­λα λό­για, ή­ταν έ­νας έ­τοι­μος μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός ή­ρωας, ό­πως και ο Μπαλ­ζά­κ, με τον ο­ποίο εί­χε και πολ­λά κοι­νά ση­μεία. Ήταν και οι δυο σπά­τα­λοι, τα­λαι­πω­ρή­θη­καν α­πό τους δα­νει­στές τους και στά­θη­καν συγ­γρα­φι­κά πα­ρα­γω­γι­κό­τα­τοι. Ο δεύ­τε­ρος άν­θρω­πος, που κα­θό­ρι­σε τον χα­ρα­κτή­ρα του βι­βλίου, εί­ναι, προ­φα­νώς, ο συγ­γρα­φέ­ας του και ο τρί­τος, ο με­τα­φρα­στής του, που εί­ναι και με­λε­τη­τής του Δου­μά πα­τρός. Το πι­θα­νό­τε­ρο, σε αυ­τόν τον τε­λευ­ταίο να ο­φεί­λε­ται και η ε­πι­λο­γή προς με­τά­φρα­ση του βι­βλίου, που εκ­δό­θη­κε στην Γαλ­λία το 2002. Όπως και να έ­χει, με την ει­σα­γω­γή και το ε­πί­με­τρο, ε­πε­ξη­γεί, κα­τ’ αρ­χήν, τον τίτ­λο. Για­τί μια μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία του Δου­μά πα­τρός να ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην έ­παυ­λή του; Πώς προέ­κυ­ψε αυ­τή η έ­παυ­λη σε πα­ρι­σι­νό προά­στιο και τι σή­μαι­νε για τον ε­μπνευ­στή και ι­διο­κτή­τη της; Δί­νει το ι­στο­ρι­κό της έ­παυ­λης, που, σή­με­ρα, εί­ναι μου­σείο. Επί­σης, πα­ρου­σιά­ζει τον Κλω­ντ Σο­π, πρό­ε­δρο της Εται­ρείας Φί­λων Αλέ­ξαν­δρου Δου­μά, εκ­δό­τη πε­ριο­δι­κού, με τίτ­λο, «Τε­τρά­δια Δου­μά», ο ο­ποίος, τε­λι­κά, α­πό α­φο­σιω­μέ­νος με­λε­τη­τής έ­γι­νε και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, για να α­να­δεί­ξει πλη­ρέ­στε­ρα το ε­ρευ­νη­τι­κό του α­ντι­κεί­με­νο. Αν και το βα­σι­κό­τε­ρο έρ­γο, που ε­πι­τε­λεί ο με­τα­φρα­στής, εί­ναι να δια­σώ­ζει με την α­πό­δο­σή του την α­να­γνω­στι­κή α­πό­λαυ­ση και να την υ­πο­βο­η­θά με ε­ξαν­τλη­τι­κές υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Για­τί ο έλ­λη­νας α­να­γνώ­στης, α­κό­μη κι αν α­νή­κει σε ε­κεί­νους, που τα­ξί­δε­ψαν και ο­νει­ρεύ­τη­καν με τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Δου­μά πα­τρός, δεν μπο­ρεί να θυ­μά­ται τα μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά πρό­σω­πα των έρ­γων του, ού­τε να γνω­ρί­ζει τις βιο­γρα­φι­κές λε­πτο­μέ­ρειες του συγ­γρα­φέα. Επι­προ­σθέ­τως, δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για συμ­βά­ντα και πρό­σω­πα της γαλ­λι­κής ι­στο­ρίας.
Θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Δου­μάς πα­τήρ ξε­κί­νη­σε, το 1829, ως θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα κα­τα­πιά­στη­κε με τον πε­ζό λό­γο και γνώ­ρι­σε, ευ­θύς εξ αρ­χής, την ε­πι­τυ­χία. Δεν άρ­γη­σε να γί­νει έ­νας ε­παγ­γελ­μα­τίας μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Λί­γους μή­νες με­τά την έκ­δο­ση του «Κό­μη του Μό­ντε-Χρί­στο», στα μέ­σα του 1846, άρ­χι­σε να χτί­ζει την έ­παυ­λη, που ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε το κα­λο­καί­ρι του 1847. Του στοί­χι­σε έ­να α­στρο­νο­μι­κό πο­σό, που υ­πο­λο­γί­ζε­ται στα 200.000 φρά­γκα. Κα­τά την πε­ρι­γρα­φή, πρό­κει­ται για έ­να τριώ­ρο­φο κτί­σμα, τε­τρά­πλευ­ρου σχή­μα­τος, με με­σαιω­νι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Πά­νω α­πό την κε­ντρι­κή εί­σο­δο, υ­ψώ­νο­νται δυο πυρ­γί­σκοι, ό­που ξε­χω­ρί­ζει ο­μοίω­μα της κε­φα­λής του Δου­μά πα­τρός και το οι­κό­ση­μό του, ε­νώ σε δια­κο­σμη­τι­κή κορ­δέ­λα, εί­ναι χα­ραγ­μέ­νο το α­πό­φθεγ­μα: «Αγα­πώ αυ­τόν που με α­γα­πά». Κο­ντά στην έ­παυ­λη, υ­πάρ­χει διώ­ρο­φος οι­κί­σκος γοτ­θι­κού ρυθ­μού, που πε­ρι­βάλ­λε­ται α­πό τά­φρο και ε­πι­κοι­νω­νεί με γε­φυ­ρά­κι. Ο Δου­μάς το α­πο­κα­λού­σε Κά­στρο του Ιφ και το χρη­σι­μο­ποιού­σε α­πο­κλει­στι­κά ως χώ­ρο ερ­γα­σίας.
Λό­γω υ­πέρ­με­τρης σπα­τά­λης, η έ­παυ­λη βγή­κε σε πλει­στη­ρια­σμό στις 25 Ια­νουα­ρίου 1848 και ο Δου­μάς πα­τήρ α­να­γκά­στη­κε να την που­λή­σει στο έ­να τρί­το του πο­σού, που του εί­χε στοι­χί­σει. Το 1851, με­τά την έ­ξω­ση του Να­πο­λέ­ο­ντα του Γ΄, που ή­ταν ο προ­στά­της του, διω­κό­με­νος α­πό τους δα­νει­στές του, κα­τέ­φυ­γε στις Βρυ­ξέλ­λες. Η έ­παυ­λη άλ­λα­ξε πολ­λά χέ­ρια και χρή­σεις. Το 1970, για να δια­σω­θεί α­πό την κα­τε­δά­φι­ση, συ­στή­θη­κε η Εται­ρεία Φί­λων του Δου­μά πα­τρός. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η διά­σω­ση του σπι­τιού του Δου­μά, η Εται­ρεία που συ­στή­θη­κε για να προ­στα­τεύ­σει αυ­τήν και το έρ­γο του, τα «Τε­τρά­δια», ό­πως τιτ­λο­φο­ρεί­ται το πε­ριο­δι­κό του, και ο α­φο­σιω­μέ­νος με­λε­τη­τής του, θυ­μί­ζουν τον Πα­πα­δια­μά­ντη, που δια­θέ­τει κι αυ­τός ό­λα τα σχε­τι­κά. Μό­νο μια μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία α­πό τον α­φο­σιω­μέ­νο με­λε­τη­τή του λεί­πει για να δέ­σει η πα­ραλ­λη­λία.
Κα­τά τα άλ­λα, οι βιο­γρα­φίες, γνή­σιες και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κές, α­πλώ­νο­νται συ­νή­θως σε ο­λό­κλη­ρο το βίο του βιο­γρα­φού­με­νου, ε­κτός α­πό ο­ρι­σμέ­νες, που ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε μια α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή μέ­ρα της ζωής του. Αντ’ αυ­τού, ο Σοπ ε­στία­σε σε έ­να Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο και σε ό­σα συ­νέ­βη­σαν μέ­σα σε ε­κεί­νες τις δύο η­μέ­ρες, το­πο­θε­τώ­ντας την ο­ρι­στι­κή έκ­βα­σή τους στη Δευ­τέ­ρα, που α­κο­λου­θεί. Επι­λέ­γει το τριή­με­ρο, 16-18 Οκτω­βρίου 1847, ό­ταν ο Δου­μάς γρά­φει το μυ­θι­στό­ρη­μα «Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα ή ο Υπο­κό­μης της Βρα­ζε­λό­νης», που άρ­χι­σε να δη­μο­σιεύε­ται σε συ­νέ­χειες, σε πα­ρι­σι­νή ε­φη­με­ρί­δα, α­πό τις 20 Οκτω­βρίου 1847 και κρά­τη­σε μέ­χρι τις 12 Ια­νουα­ρίου 1850. Δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, δη­μο­σιεύ­τη­κε ο πρώ­τος τό­μος στα ελ­λη­νι­κά, φθά­νο­ντας τους εν­νέα τό­μους, που κυ­κλο­φό­ρη­σαν ως πα­ραρ­τή­μα­τα του πε­ριο­δι­κού «Ευ­τέρ­πη». Η α­φή­γη­ση της κά­θε μίας η­μέ­ρας αρ­χί­ζει α­πό την πρωι­νή α­φύ­πνι­ση του Δου­μά γύ­ρω στις ε­πτά και φθά­νει μέ­χρι την βρα­δι­νή κα­τά­κλι­ση πε­ρί τις έ­ντε­κα με δώ­δε­κα. Ενώ, χω­ρί­ζε­ται σε υ­πο­κε­φά­λαια, που πα­ρα­κο­λου­θούν τις α­σχο­λίες του κα­τά τις δια­φο­ρε­τι­κές ώ­ρες της η­μέ­ρας. Στα­θε­ρή η ο­πτι­κή γω­νία, κα­τα­γρά­φει τις σκέ­ψεις και τις κι­νή­σεις του. Με αυ­τόν τον τρό­πο, ξε­δι­πλώ­νε­ται ο βίος του και ταυ­τό­χρο­να, τα αι­σθή­μα­τά του και το πώς α­ντι­λαμ­βά­νε­ται και α­ξιο­λο­γεί τον κό­σμο γύ­ρω του. Την ε­ρω­τι­κή του σύ­ντρο­φο, τον Δου­μά υιό, την κό­ρη του, κι αυ­τή τέ­κνο ε­λεύ­θε­ρου έ­ρω­τα α­πό άλ­λη μη­τέ­ρα, το υ­πη­ρε­τι­κό προ­σω­πι­κό, που φαί­νε­ται να εί­ναι οι πιο κο­ντι­νοί του άν­θρω­ποι, και α­κό­μη, τον συ­νερ­γά­τη του στο γρά­ψι­μο. Ο Δου­μάς πα­τήρ πο­τέ δεν έ­κρυ­ψε την ύ­παρ­ξη συ­νερ­γα­τών, στους ο­ποίους έ­δι­νε και με­ρί­διο α­πό τα συγ­γρα­φι­κά του δι­καιώ­μα­τα. Στο βι­βλίο, ε­μπλέ­κε­ται έ­νας α­πό τους μα­κρο­βιό­τε­ρους, ο Αύ­γου­στος Μα­κέ. Ήταν έ­νας φι­λό­λο­γος, ε­πι­φορ­τι­σμέ­νος να συ­γκε­ντρώ­νει το πραγ­μα­το­λο­γι­κό υ­λι­κό. Συ­χνά, ό­μως, έ­κα­νε μια πρώ­τη γρα­φή του κει­μέ­νου και έ­δι­νε ι­δέες για την πλο­κή. Μά­λι­στα, στη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία, ο Δου­μάς σχο­λιά­ζει τις γλωσ­σι­κές ε­πι­λο­γές του, ε­νώ πα­ρα­τί­θε­ται και πα­ρά­δειγ­μα του τρό­που που ξα­να­γρά­φει μια πε­ρι­κο­πή κε­φα­λαίου, με­τα­πλά­θο­ντάς την.
Η βιο­γρα­φία του Σοπ δεί­χνει έ­ναν Δου­μά πα­τήρ συ­ναι­σθη­μα­τι­κό και ευ­κο­λο­συ­γκί­νη­το, που του α­ρέ­σουν οι ω­ραίες γυ­ναί­κες, τα α­κρι­βού γού­στου ρού­χα και γε­νι­κώς, τα ε­κλε­κτά πράγ­μα­τα. Εκτός α­πό το γρά­ψι­μο, τον εν­δια­φέ­ρει και η πο­λι­τι­κή. Δια­βά­ζει ε­φη­με­ρί­δες και α­πο­φαί­νε­ται εν­δο­μύ­χως για την κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση. Άλλω­στε, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, κα­τέ­βη­κε και δο­κι­μά­στη­κε για λί­γο στην πο­λι­τι­κή. Στη διάρ­κεια του Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κου, δεν φαί­νε­ται να δια­σκε­δά­ζει. Μό­νο γρά­φει και κά­νει έ­ρω­τα. Οι πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ώ­ρες εί­ναι ε­κεί­νες δυο συ­να­ντή­σεω­ν: Η πρώ­τη με μια μι­κρή, το με­ση­μέ­ρι του Σαβ­βά­του, σε έ­να νοι­κια­σμέ­νο δω­μά­τιο. Πα­ρα­δό­ξως, κά­νο­ντας έ­ρω­τα τον α­πα­σχο­λεί πε­ρισ­σό­τε­ρο η κυο­φο­ρού­με­νη ε­πα­νά­στα­ση του 1848 και το αί­τη­μα των ε­ξε­γερ­μέ­νων, που ζη­τού­σαν α­μοι­βή 10 λου­δο­βί­κεια την η­μέ­ρα, ε­νώ ε­κεί­νος πλη­ρω­νό­ταν “έ­να φρά­γκο τη γραμ­μή”.
Η δεύ­τε­ρη συ­νά­ντη­ση έ­γι­νε την Κυ­ρια­κή, “κα­τά το η­λιο­βα­σί­λε­μα”. Τό­τε, τον ε­πι­σκέ­πτε­ται ο πρί­γκι­πας Να­πο­λέων Βο­να­πάρ­της. Σε αυ­τήν, οι α­να­γνώ­στες, που λά­τρε­ψαν τον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό «Κό­μη του Μό­ντε-Χρί­στο», μα­θαί­νουν ό­τι, σε μια βόλ­τα, με βάρ­κα, πριν ο­κτώ χρό­νια, το 1839, ο πρί­γκι­πας και ο συγ­γρα­φέ­ας, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το Λι­βόρ­νο, ά­ρα­ξαν σε έ­να ε­ρη­μο­νή­σι, κα­τοι­κία ά­γριων κα­τσι­κιών, τη νή­σο Μό­ντε-Χρί­στο. Τό­σο γο­η­τεύ­τη­καν, που ο συγ­γρα­φέ­ας του υ­πο­σχέ­θη­κε να γρά­ψει έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που θα έ­κα­νε αυ­τό το α­σή­μα­ντο κομ­μά­τι γης της Με­σο­γείου ξα­κου­στό σε ο­λό­κλη­ρη την Ευ­ρώ­πη. Τε­λι­κά, έ­κα­νε το ό­νο­μά του διά­ση­μο σε ο­λό­κλη­ρο τον κό­σμο. Πο­λύ ό­μως αμ­φι­βάλ­λου­με, αν οι α­πα­ντα­χού α­να­γνώ­στες του γνω­ρί­ζουν ό­τι υ­πάρ­χει πράγ­μα­τι έ­να νη­σί με αυ­τό το μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ό­νο­μα. Όπως και να έ­χει, ο με­τα­φρα­στής ε­τοι­μά­ζει νέα α­πό­δο­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, με­τά ει­σα­γω­γής, ε­πί­με­τρου και ση­μειώ­σεων.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτογραφία: Ο Αλέξανδρος Δουμάς σε φωτογραφικό πορτρέτο του Ναντάρ, 1860.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 23
/1/2011

Ανατρεπτική ματιά

Τόμας Μπέρνχαρντ
«Τα βραβεία μου»
Μετάφραση: Σπύρος Μοσκόβου
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον
της Εστίας
Νοέμβριος 2010

Ο Τό­μας Μπέρν­χαρ­ντ εί­χε το χά­ρι­σμα ή και το ε­λάτ­τω­μα, ε­ξαρ­τά­ται α­πό την ο­πτι­κή γω­νία, να βλέ­πει την ά­σχη­μη πλευ­ρά των πραγ­μά­των, δη­λα­δή ο­τι­δή­πο­τε μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει α­πο­δο­κι­μα­σία και δυ­σα­ρέ­σκεια. Αυ­τή ή­ταν η πλευ­ρά που τον ε­νέ­πνεε. Όσο, μά­λι­στα, πιο α­πα­ρά­δε­κτη έ­βρι­σκε την κα­τά­στα­ση, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­ξορ­γι­ζό­ταν και με τό­σο με­γα­λύ­τε­ρη θέρ­μη την δια­κω­μω­δού­σε. Για­τί ο Μπέρν­χαρ­ντ δεν αρ­κεί­το στο να σχο­λιά­ζει δυ­σμε­νώς τα κα­κώς κεί­με­να. Εκεί­νο που του ά­ρε­σε δεν ή­ταν να κα­τα­δι­κά­ζει και να κα­ταγ­γέλ­λει σε δρα­μα­τι­κούς τό­νους αλ­λά να γε­λοιο­ποιεί. Το α­γα­πη­μέ­νο του α­ξίω­μα ή­ταν πως ό­λα στον κό­σμο εί­ναι μια κω­μω­δία. Η α­γα­νά­κτη­ση στά­θη­κε η κύ­ρια πη­γή έ­μπνευ­σης για τα πε­ζά και τα θε­α­τρι­κά του έρ­γα, που δεί­χνουν σαν συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία για έ­ναν καυ­στι­κό με ορ­γί­λες κο­ρυ­φώ­σεις μο­νό­λο­γο. Με μη­δε­νι­στι­κή διά­θε­ση και διά­χυ­τη υ­παρ­ξια­κή α­γω­νία γρά­φει την δι­κή του “αν­θρώ­πι­νη κω­μω­δία”, που ε­μπνέε­ται α­πό την κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κα­τά τις με­τα­πο­λε­μι­κές δε­κα­ε­τίες. Στα­θε­ρός δια βίου στό­χος του στά­θη­κε η χώ­ρα του, η Αυ­στρία και γε­νι­κό­τε­ρα, ο γερ­μα­νι­κός κό­σμος. Απεχ­θα­νό­ταν τον η­θι­κό εκ­φυ­λι­σμό, που τον έ­βλε­πε στην μι­κρο­α­στι­κή νοο­τρο­πία, στο πο­λι­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο και σε α­πα­ξά­πα­ντες τους θε­σμούς. Αν και τε­λι­κά η Αυ­στρία μέ­σα στο έρ­γο του ε­πέ­χει μάλ­λον τη θέ­ση του α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κού πα­ρα­δείγ­μα­τος για τη γε­νι­κό­τε­ρη πα­ρακ­μή του δυ­τι­κού κό­σμου.
Με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, ο Μπέρν­χαρ­ντ πε­ρι­φρο­νεί τις βρα­βεύ­σεις και τα πνευ­μα­τι­κά ι­δρύ­μα­τα, που τις α­πο­φα­σί­ζουν και τις α­πο­νέ­μουν. Και σύμ­φω­να με την πά­για τα­κτι­κή του, ό­ταν βρα­βεύε­ται, εκ­φρά­ζει τα αι­σθή­μα­τά του, α­πό δυ­σα­ρέ­σκεια μέ­χρι α­πέχ­θεια, μέ­σω της δια­κω­μώ­δη­σης και της χλεύης. Ο ί­διος, στην αυ­το­βιο­γρα­φία του, σχε­δόν ε­παί­ρε­ται ό­τι, σε ό­λη του τη ζωή, δεν έ­κα­νε τί­πο­τα άλ­λο α­πό το να ε­νο­χλεί και να ε­ρε­θί­ζει. Και αυ­τό α­κρι­βώς φαί­νε­ται ό­τι έ­κα­νε και κα­τά τις α­πο­νο­μές των βρα­βείων. Για­τί, πα­ρά την πε­ρι­φρό­νη­ση, που έ­τρε­φε για τα βρα­βεία και τις τι­μη­τι­κές δια­κρί­σεις, α­να­γκα­ζό­ταν να τα α­πο­δέ­χε­ται λό­γω των πά­ντο­τε στε­νών οι­κο­νο­μι­κών του, υ­πο­λο­γί­ζο­ντας στο χρη­μα­τι­κό έ­πα­θλο, που τα συ­νό­δευε. Όταν, μια φο­ρά, δια­πί­στω­σε με­τά τη βρά­βευ­ση, ό­τι η εν λό­γω διά­κρι­ση δεν συ­νο­δευό­ταν α­πό κά­ποιο χρη­μα­τι­κό πο­σό, χα­ρα­κτή­ρι­σε α­ναί­σχυ­ντους τους α­θλο­θέ­τες κι ας ε­πρό­κει­το για την Ακα­δη­μία Επι­στη­μών της Βιέν­νης.
Τον άλ­λο μή­να συ­μπλη­ρώ­νο­νται εί­κο­σι δύο χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Μπέρν­χαρ­ντ, στις 12 Φε­βρουα­ρίου 1989. Πέ­θα­νε α­πό καρ­δια­κή προ­σβο­λή δυο μέ­ρες με­τά τα γε­νέ­θλιά του. Εί­χε κλεί­σει τα 58. Την α­πέχ­θειά του για την Αυ­στρία την υ­πο­γράμ­μι­σε με τη δια­θή­κη του, με την ο­ποία και α­πα­γο­ρεύει ο­τι­δή­πο­τε έ­γρα­ψε, δη­μο­σιευ­μέ­νο και α­δη­μο­σίευ­το, να παι­χτεί, να τυ­πω­θεί ή α­κό­μη, και να δια­βα­στεί δη­μό­σια ε­ντός των ο­ρίων του αυ­στρια­κού κρά­τους. Η αι­τία αυ­τής της ο­λο­κλη­ρω­τι­κής α­πόρ­ρι­ψης θα μπο­ρού­σε να α­νά­γε­ται στη γέν­νη­σή του ως νό­θου σε έ­να μο­να­στή­ρι της Ολλαν­δίας, που χρη­σί­μευε ως “Άσυ­λο πα­ρα­στρα­τη­μέ­νων κο­ρι­τσιώ­ν”. Ωστό­σο, α­πό ε­νός έ­τους, έ­ζη­σε στην Αυ­στρία, με πα­τρι­κό εί­δω­λο αλ­λά και πρό­τυ­πο ζωής, τον παπ­πού του, Γιο­χάν­νες Φροϋμπύ­χλερ. Έναν α­ρι­στε­ρό συγ­γρα­φέα, που στά­θη­κε ο πρώ­τος του δά­σκα­λος. Αυ­τός τον έ­μα­θε να αμ­φι­σβη­τεί την κυ­ρίαρ­χη ο­πτι­κή και να ε­μπι­στεύε­ται την κρί­ση του.
Το βι­βλίο του για τα βρα­βεία εκ­δό­θη­κε α­πό τον γερ­μα­νό εκ­δό­τη του, το 2009, με τη συ­μπλή­ρω­ση εί­κο­σι χρό­νων α­πό τον θά­να­τό του. Στο πρω­τό­τυ­πο φέ­ρει τον υ­πό­τιτ­λο, «Ένας α­πο­λο­γι­σμός. Πρώ­τη έκ­δο­ση α­πό τα κα­τά­λοι­πα». Πι­θα­νο­λο­γεί­ται ό­τι γρά­φτη­κε το 1980 και ό­τι, στις αρ­χές του 1989, ο Μπέρν­χαρ­ντ εί­χε α­πο­φα­σί­σει τε­λι­κά να το εκ­δώ­σει, αλ­λά τον πρό­λα­βε ο θά­να­τος. Ο εκ­δό­της, που εί­χε κρα­τή­σει ση­μειώ­σεις α­πό συ­νά­ντη­σή του με τον α­σθε­νή συγ­γρα­φέα μέ­σα στο 1988, δεν σχο­λιά­ζει, αν η μορ­φή του βι­βλίου, δη­λα­δή η σει­ρά πα­ρά­τα­ξης των κει­μέ­νων εί­χε ο­ρι­στεί α­πό τον ί­διο τον συγ­γρα­φέα. Απο­ρία που δη­μιουρ­γεί­ται α­πό την χρο­νο­λο­γι­κή “α­κα­τα­στα­σία” αυ­τής της πα­ρά­τα­ξης. Πέ­ραν του χρό­νου, δεν δια­κρί­νε­ται κά­ποιο άλ­λο κρι­τή­ριο, που να δι­καιο­λο­γεί, λ.χ., την πρό­τα­ξη ε­νός βρα­βείου του 1971 των βρα­βεύ­σεων της δε­κα­ε­τίας του ’60. Εκτός κι αν πρέ­πει να θεω­ρή­σου­με το βι­βλίο, ό­χι ως μια συ­να­γω­γή ο­μό­θε­μων κει­μέ­νων αλ­λά ως αυ­το­τε­λή πε­ζά, των ο­ποίων η πα­ρά­τα­ξη και συ­γκέ­ντρω­ση διέ­πο­νται α­πό αι­σθη­τι­κά και μό­νο κρι­τή­ρια.
Πά­ντως, το βι­βλίο πόρ­ρω α­πέ­χει α­πό έ­ναν α­πο­λο­γι­σμό των λο­γο­τε­χνι­κών του βρα­βεύ­σεων. Η α­φή­γη­ση α­πλώ­νε­ται στα προ­εόρ­τια και τα με­θεόρ­τια της κά­θε βρά­βευ­σης, ό­που πα­ρα­τί­θε­νται α­πί­θα­να μι­κρο­συμ­βά­ντα με τη μορ­φή κω­μι­κών σκη­νών, δί­νο­ντας στα κεί­με­να τη μορ­φή χρο­νι­κού ή και η­με­ρο­λο­για­κής κα­τα­γρα­φής. Κε­ντρι­κός ή­ρωας εί­ναι ο ε­αυ­τός του, τον ο­ποίο πε­ρι­γρά­φει σε μια α­ξιο­λύ­πη­τη κα­τά­στα­ση. Κι αυ­τό, για­τί α­να­γκά­ζε­ται να παί­ξει τον ρό­λο του βρα­βευ­θέ­ντος, τον ο­ποίο βρί­σκει ά­κρως τα­πει­νω­τι­κό. Προς ψυ­χο­λο­γι­κή ε­ξι­σορ­ρό­πη­ση για την πα­ρα­χώ­ρη­ση να α­πο­δέ­χε­ται έ­να βρα­βείο, προ­ε­τοι­μα­ζό­με­νος για την τε­λε­τή α­πο­νο­μής, μη­ρυ­κά­ζει ό­τι δυ­σά­ρε­στο γνω­ρί­ζει για την πό­λη, ό­που θα γί­νει η α­πο­νο­μή, κυ­ρίως, ό­μως, για τους κρι­τές, φθά­νο­ντας μέ­χρι τον ί­διο τον υ­πουρ­γό Πο­λι­τι­σμού. Έτσι α­φη­γεί­ται, πως έ­νας α­σή­μα­ντος γραμ­μα­τέ­ας ε­νός Αγρο­τι­κού Επι­με­λη­τη­ρίου κα­τέ­λα­βε αυ­τήν την υ­ψη­λή θέ­ση, μό­νο και μό­νο για­τί έ­τυ­χε ο φί­λος του να γί­νει κα­γκε­λά­ριος.
Στην ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση προ­στέ­θη­κε έ­να σύ­ντο­μο ση­μείω­μα του με­τα­φρα­στή, χω­ρίς κα­μία πλη­ρο­φο­ρία για τον συγ­γρα­φέα και το έρ­γο του, ε­κτός α­πό το σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου. Βε­βαίως, πρό­κει­ται για έ­ναν ι­διαί­τε­ρα γνω­στό συγ­γρα­φέα στο ελ­λη­νι­κό κοι­νό. Ένα πρώ­το βι­βλίο του, το α­φή­γη­μα «Μπε­τόν» του 1982, εί­χε εκ­δο­θεί ή­δη το 1989 στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Όπως, μά­λι­στα, η έκ­δο­ση εί­χε συ­μπέ­σει με το θά­να­τό του, υ­πάρ­χει πρό­λο­γος της φί­λης του Αννε­λόρ Οξ. Η με­τά­φρα­ση ή­ταν του Αλέ­ξαν­δρου Ίσα­ρη, που βρα­βεύ­τη­κε γι’ αυ­τήν πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, το 1996, ό­ταν το βι­βλίο ε­πα­νεκ­δό­θη­κε στην «Εστία». Ταυ­τό­χρο­να με το «Μπε­τόν», εί­χε εκ­δο­θεί και «Ο α­νη­ψιός του Βιτ­τγκεν­στάϊν». Μέ­σα στην ει­κο­σα­ε­τία έ­χει με­τα­φρα­στεί το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος α­πό τα δε­κα­τρία μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τις νου­βέ­λες και τα τέσ­σε­ρα θε­α­τρι­κά του. Ακό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στός εί­ναι ο θε­α­τρι­κός Μπέρν­χαρ­ντ, ξε­κι­νώ­ντας με την ε­ξαί­ρε­τη πα­ρά­στα­ση του «Ρίτ­τερ Ντέ­νε, Φος» α­πό τον Λευ­τέ­ρη Βο­γιατ­ζή.
Θα μπο­ρού­σαν, ω­στό­σο, να δο­θούν κά­ποιες πλη­ρο­φο­ρίες για το βι­βλίο, α­ντί της γε­νι­κής και αό­ρι­στης πλη­ρο­φο­ρίας ό­τι “πε­ρι­λαμ­βά­νει κεί­με­να για τα εν­νέα α­πό τα δώ­δε­κα ή δε­κα­τρία βρα­βεία, με τα ο­ποία εί­χε τι­μη­θεί στη ζωή του ο Μπέρν­χαρ­ντ”. Δώ­δε­κα ή δε­κα­τρία; Τό­σο δύ­σκο­λο εί­ναι να α­κρι­βο­λο­γή­σει κα­νείς, α­να­τρέ­χο­ντας στα βιο­γρα­φι­κά του συγ­γρα­φέα. Κι ό­ταν α­να­φέ­ρο­νται δώ­δε­κα ή δε­κα­τρία βρα­βεία, με­τρά­ει κα­νείς μό­νο τα αυ­στρια­κά και γερ­μα­νι­κά, στα ο­ποία ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται τα κεί­με­να, ή και τα υ­πό­λοι­πα ευ­ρω­παϊκά; Σύγ­χυ­ση προ­κα­λεί και ο πί­να­κας πε­ριε­χο­μέ­νων, ό­που, ως τίτ­λοι των κει­μέ­νων, α­να­γρά­φο­νται μό­νο οι τίτ­λοι των βρα­βείων, που, για τον έλ­λη­να α­να­γνώ­στη, εί­ναι ε­λά­χι­στα έως κα­θό­λου κα­τα­το­πι­στι­κοί. Ευ­πρόσ­δε­κτες θα ή­ταν κά­ποιες πλη­ρο­φο­ρίες πε­ρί των εν λό­γω βρα­βεύ­σεων, που θα μπο­ρού­σαν να δο­θούν και ως υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Ανα­γκαία, πά­ντως, δεί­χνει η προ­σθή­κη στους τίτ­λους του έ­τους α­πο­νο­μής και του βρα­βευ­θέ­ντος έρ­γου. Αν μη τι άλ­λο, ως έ­νας ε­λά­χι­στος α­να­γνω­στι­κός μπού­σου­λας. Όταν, μά­λι­στα, σε κά­ποια κεί­με­να ο συγ­γρα­φέ­ας δεν μνη­μο­νεύει το έρ­γο για το ο­ποίο βρα­βεύε­ται. Αυ­τή η ε­ντύ­πω­ση της προ­χει­ρό­τη­τας ε­ντεί­νε­ται α­πό την λε­κτι­κή α­πό­δο­ση και τις α­σά­φειες που πα­ρει­σφρέ­ουν. Λ.χ., τι ση­μαί­νει “λέ­κτο­ρας” σε εκ­δο­τι­κό οί­κο; Κα­τά τα άλ­λα, μια δη­μο­σιο­γρα­φί­ζου­σα γλώσ­σα μάλ­λον δεν κα­λύ­πτει τις α­νά­γκες ε­νός πε­ζο­γρά­φου της τά­ξης του Μπέρν­χαρ­ντ.
Δε­κα­τρία εί­ναι συ­νο­λι­κά τα κεί­με­να του βι­βλίου και α­φο­ρούν εν­νέα βρα­βεύ­σεις, τρεις ο­μι­λίες που εκ­φώ­νη­σε σε τρεις α­πό αυ­τές και το κεί­με­νο της πα­ραί­τη­σής του α­πό την Αυ­στρια­κή Ακα­δη­μία για τη Γλώσ­σα και την Ποίη­ση. Αν τα α­να­δια­τά­ξου­με κα­τά τη χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά α­πο­νο­μής των βρα­βείων έ­χου­με: Τρία βρα­βεία για το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό του βι­βλίο, το «Πα­γε­τός» (έ­χει α­πο­δο­θεί πα­λαιό­τε­ρα ως «Πα­γω­νιά»), που εκ­δό­θη­κε το 1963. Το βρα­βείο Ιού­λιου Κά­μπε, το 1964, το Λο­γο­τε­χνι­κό Βρα­βείο του Ελεύ­θε­ρου και Χαν­σε­α­τι­κού Δή­μου της Βρέ­μης, το 1965, και το Αυ­στρια­κό Κρα­τι­κό Βρα­βείο Λο­γο­τε­χνίας, το 1967. Το κεί­με­νο για το πρώ­το εί­ναι το ε­κτε­νέ­στε­ρο, κα­θώς πρό­κει­ται για την πρώ­τη του βρά­βευ­ση, με α­φορ­μή την ο­ποία δί­νει την πρώ­τη του συ­νέ­ντευ­ξη και μπαί­νει για πρώ­τη φο­ρά η φω­το­γρα­φία του σε ε­φη­με­ρί­δα. Πα­ρό­λο που εκ­φρά­ζει και σε αυ­τό, τα συ­νή­θη αι­σθή­μα­τα κα­τω­τε­ρό­τη­τας και την γνω­στή φυ­γο­κο­σμία του, μάλ­λον κα­μα­ρώ­νει πα­ρά εκ­φρά­ζει τα­πεί­νω­ση. Ύστε­ρα, υ­πο­λή­πτε­ται τον Ιού­λιο Κά­μπε, εκ­δό­τη του Χάιν­ριχ Χάι­νε, και α­γα­πά την πό­λη του Αμβούρ­γου, ό­που έ­χει την έ­δρα του ο εκ­δο­τι­κός οί­κος και ό­που γί­νε­ται η α­πο­νο­μή. Το κεί­με­νο συ­νε­χί­ζει και με­τά τη βρά­βευ­ση, κα­θώς α­φη­γεί­ται πώς, με το χρη­μα­τι­κό έ­πα­θλο, α­πέ­κτη­σε το πρώ­το του αυ­το­κί­νη­το, με το ο­ποίο εί­χε το πρώ­το του αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα με υ­παι­τιό­τη­τα ε­νός Γιου­γκοσ­λά­βου, α­πό το ο­ποίο πή­ρε την πρώ­τη του α­πο­ζη­μίω­ση και α­γό­ρα­σε έ­να δεύ­τε­ρο αυ­το­κί­νη­το.
Τη δεύ­τε­ρη βρά­βευ­ση την πα­ρου­σιά­ζει σαν φιά­σκο, σε μια πό­λη, που, α­πό την πρώ­τη στιγ­μή, σι­χά­θη­κε. Απο­ρεί κα­νείς, ό­ταν πρό­κει­ται για την χα­ρι­τω­μέ­νη Βρέ­μη. Η ε­πί­φα­ση του κω­μι­κού υ­πάρ­χει σε ό­λα τα κεί­με­να, ε­ντεί­νε­ται, ό­μως, ό­ταν α­να­φέ­ρε­ται στην προ­ε­τοι­μα­σία μιας ο­μι­λίας. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον η σύ­γκρι­ση του τρό­που που πε­ρι­γρά­φει ό­τι την ε­μπνεύ­στη­κε και την έ­γρα­ψε, καλ­λιερ­γώ­ντας την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πρό­κει­ται για έ­να συ­νον­θύ­λευ­μα τυ­χαίων πα­ρα­τη­ρή­σεων, με το ί­διο το κεί­με­νο της ο­μι­λίας, που εί­ναι μεν σύ­ντο­μο, αλ­λά ει­ρω­νεύε­ται την δή­θεν ε­πι­στη­μο­νι­κή πρόο­δο και την αν­θρώ­πι­νη με­γα­λο­μα­νία, για να κα­τα­λή­ξει στην υ­παρ­ξια­κή “πα­γω­νιά”. Μια ο­μι­λία, που έρ­χε­ται ως συ­νέ­χεια του βρα­βευ­μέ­νου έρ­γου, «Πα­γω­νιά», και η ο­ποία θα α­παι­τού­σε κα­νο­νι­κά μα­κρά προ­ε­τοι­μα­σία. Στο ί­διο κεί­με­νο α­φη­γεί­ται πως, με το έ­πα­θλο, α­γό­ρα­σε το πρώ­το του σπί­τι. Ένα ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο οί­κη­μα, σε μια έ­ρη­μη το­πο­θε­σία, που ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο για κα­τοι­κία φα­ντα­σμά­των. Κι ό­μως, αυ­τό α­πο­τέ­λε­σε το μό­νο δι­κό του σπί­τι. Εκεί, α­νά­με­σα στους τέσ­σε­ρις γυ­μνούς τοί­χους, έ­στη­σε τους μο­νο­λό­γους του, και σε αυ­τό πέ­θα­νε. Τε­λειώ­νει, πε­ρι­γρά­φο­ντας πώς, ως κρι­τής, το ε­πό­με­νο έ­τος, για το ί­διο βρα­βείο, πρό­τει­νε τον Ελία Κα­νέτ­τι, τον ο­ποίο δεν βρά­βευ­σαν, για­τί ή­ταν ε­βραϊκής κα­τα­γω­γής, ε­νώ βρά­βευ­σαν έ­ναν τε­λείως ά­γνω­στο, που, εκ των υ­στέ­ρων, α­πο­δείχ­θη­κε ό­τι και ε­κεί­νος ή­ταν ε­βραϊκής κα­τα­γω­γής.
Το τρί­το βρα­βείο για το πρώ­το βι­βλίο του ή­ταν το κρα­τι­κό. Όπως φαί­νε­ται, τα Αυ­στρια­κά Κρα­τι­κά Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας έ­χουν έ­να με­γά­λο βρα­βείο για το σύ­νο­λο του έρ­γου και έ­να μι­κρό, το ο­ποίο α­πο­νέ­με­ται για έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο, που έ­χει υ­πο­βά­λει ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας. Όπως συ­νέ­βαι­νε πα­λαιό­τε­ρα και με τα δι­κά μας Κρα­τι­κά Βρα­βεία, αυ­τό α­πο­νέ­με­ται, κυ­ρίως, σε νέ­ους λο­γο­τέ­χνες, ε­νώ ο Μπέρν­χαρ­ντ ή­ταν ή­δη τρια­ντα­πε­ντά­ρης. Την υ­πο­ψη­φιό­τη­τα, ό­μως, δεν την εί­χε υ­πο­βά­λει ο ί­διος, αλ­λά ο ε­τε­ρο­θα­λής α­δελ­φός του, που γνώ­ρι­ζε την κα­κή οι­κο­νο­μι­κή του κα­τά­στα­ση. Αυ­τό το βρα­βείο α­πο­τέ­λε­σε την κο­ρύ­φω­ση της τα­πεί­νω­σής του. Πρώ­τον, για­τί έ­φε­ρε τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό μι­κρό και δεύ­τε­ρον, για­τί ο υ­πουρ­γός Πο­λι­τι­σμού, ή­ταν έ­νας α­δαής, που εί­χε ε­ξί­σου α­δα­είς συμ­βού­λους, με α­πο­τέ­λε­σμα να α­να­κα­τώ­σει τα βιο­γρα­φι­κά του και να τον α­να­φέ­ρει ως Ολλαν­δό. Και πά­λι εί­χε ε­τοι­μά­σει, ό­πως δια­τεί­νε­ται, μια σύ­ντο­μη και α­νώ­δυ­νη ο­μι­λία, που, ό­μως, προ­κά­λε­σε σκάν­δα­λο, με την α­πο­χώ­ρη­ση του Υπουρ­γού και ό­λων των ε­πι­σή­μων. Η ο­μι­λία πα­ρα­τί­θε­ται και μάλ­λον δι­καιώ­νει τους αυ­στρια­κούς ε­πι­φα­νείς. Με­τα­ξύ άλ­λων δια­κή­ρυτ­τε: “Το κρά­τος εί­ναι έ­να δη­μιούρ­γη­μα κα­τα­δι­κα­σμέ­νο μό­νι­μα στην α­πο­τυ­χία, ο λαός έ­να άλ­λο μόρ­φω­μα κα­τα­δι­κα­σμέ­νο α­διά­κο­πα στην α­χρειό­τη­τα και την ά­νοια… Εί­μα­στε Αυ­στρια­κοί… Εί­μα­στε α­ξιο­θρή­νη­τοι…”
Τον ί­διο χρό­νο, το 1967, του α­πο­νέ­μο­νται δυο α­κό­μη δια­κρί­σεις για το δεύ­τε­ρο πε­ζο­γρα­φι­κό του έρ­γο, το «Τα­ρα­χή»: η τι­μη­τι­κή διά­κρι­ση της Πο­λι­τι­στι­κής Επι­τρο­πής του Συν­δέ­σμου Γερ­μα­νών Βιο­μη­χά­νων και το βρα­βείο του Συν­δέ­σμου Αυ­στρια­κών Βιο­μη­χά­νων. Η δεύ­τε­ρη, ω­στό­σο, βρά­βευ­ση α­κυ­ρώ­θη­κε, για­τί εί­χε προ­γραμ­μα­τι­στεί να γί­νει μια ε­βδο­μά­δα με­τά την α­πο­νο­μή του “Μι­κρού” Κρα­τι­κού Βρα­βείου και πά­λι, α­πό τον Υπουρ­γό, που δεν ή­θε­λε να α­κού­σει ού­τε το ό­νο­μα Μπέρν­χαρ­ντ. Ακο­λου­θεί, το 1970, το μό­νο ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στό βρα­βείο, το Βρα­βείο Γκέ­ορ­γκ Μπύ­χνε­ρ, που του α­πο­νέ­με­ται για το τρί­το πε­ζο­γρα­φι­κό του έρ­γο, «Το α­σβε­στο­κά­μι­νο». Η ο­μι­λία, που εκ­φω­νεί, εί­ναι η τρί­τη ο­μι­λία, που δη­μο­σιεύε­ται στο βι­βλίο, και η ο­ποία, α­πό ό­τι γρά­φει, ε­νό­χλη­σε μό­νο λό­γω της συ­ντο­μίας της. Μα­ζί του τι­μά­ται και ο Βέρ­νερ Χάι­ζεν­μπερ­γκ, έ­νας α­πό τους με­γα­λύ­τε­ρους γερ­μα­νούς φυ­σι­κούς, στον ο­ποίο ο­φεί­λου­με τη θεω­ρία της συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό­τη­τας. Κα­τά το δεί­πνο που α­κο­λού­θη­σε, ο νο­μπε­λί­στας φυ­σι­κός ε­πέ­με­νε να τον ρω­τά­ει, για­τί οι συγ­γρα­φείς βλέ­πουν μο­νί­μως τα πά­ντα τό­σο μαύ­ρα! Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η με­τα­φρα­στι­κή δια­τύ­πω­ση ό­τι ο Χάι­ζεν­μπερ­γκ πή­ρε “βρα­βείο ε­πι­στη­μο­νι­κής πρό­ζας” εί­ναι του­λά­χι­στον α­τυ­χής.
Σε ό­λα τα κεί­με­να, που έ­χουν και λαν­θά­νου­σα μορ­φή θε­α­τρι­κού, πρω­τα­γω­νι­στεί δί­πλα του η “θεία” του, ό­πως α­πο­κα­λεί την με­γά­λη φί­λη του, Χέ­ντυ Στα­βια­νί­τσε­κ, που γνώ­ρι­σε το 1949 στο σα­να­τό­ριο και πα­ρέ­μει­ναν σύ­ντρο­φοι μέ­χρι τον θά­να­τό της, το 1984. Η α­γέ­ρω­χη και σώ­φρων στά­ση της ε­ξι­σορ­ρο­πεί τη δι­κή του συ­μπε­ρι­φο­ρά, την ο­ποία συ­χνά πε­ρι­γρά­φει ως πα­ρα­νοϊκή.
Το 1971, βρα­βεύε­ται για το πρώ­το θε­α­τρι­κό του, το «Μια γιορ­τή για τον Μπό­ρις». Αυ­τό το κεί­με­νο προ­τάσ­σε­ται στο βι­βλίο. Ίσως, ο Μπέρν­χαρ­ντ να το θεώ­ρη­σε το πιο κω­μι­κό, κα­θώς ε­στιά­ζει στο κου­στού­μι που α­γο­ρά­ζει μια ώ­ρα πριν την α­πο­νο­μή και μια ώ­ρα με­τά, το αλ­λά­ζει με άλ­λο, έ­να νού­με­ρο με­γα­λύ­τε­ρο. Ενώ, το 1972, τι­μά­ται για το τρί­το θε­α­τρι­κό του, «Ο Αδαής και ο Τρε­λός». Εί­ναι το Βρα­βείο Φρα­ντς Τέ­ο­ντορ Τσό­κο­ρ, ε­νός φι­λο­σό­φου και δρα­μα­τουρ­γού, που ή­ταν φί­λος του παπ­πού του και η α­φή­γη­ση προ­σθέ­τει σε­λί­δες στην Αυ­το­βιο­γρα­φία του. Τέ­λος, το 1976, του α­πο­νέ­με­ται το Λο­γο­τε­χνι­κό Βρα­βείο του Ομο­σπον­δια­κού Επι­με­λη­τη­ρίου για το «Υπό­γειο», που εί­ναι ο δεύ­τε­ρος τό­μος της Αυ­το­βιο­γρα­φίας του.
Όλα τα κεί­με­να έ­χουν α­νά­λα­φρο τό­νο, α­κό­μη και ό­ταν πε­ρι­γρά­φουν έ­ναν θά­να­το. Σε μια βρά­βευ­σή του, κα­τά την ο­ποία συμ­βαί­νουν ποι­κί­λες πα­ρα­τυ­πίες, έ­νας φί­λος του, μέ­λος της Κρι­τι­κής Επι­τρο­πής δεν δια­μαρ­τύ­ρε­ται ού­τε πα­ραι­τεί­ται, με τη δι­καιο­λο­γία ό­τι έ­χει α­νά­γκη την προ­βλε­πό­με­νη για τη συμ­με­το­χή του στην Επι­τρο­πή α­μοι­βή. Ωστό­σο, λί­γο αρ­γό­τε­ρα, κρε­μιέ­ται α­πό τον γά­ντζο της ε­ξώ­πορ­τας του σπι­τιού του. Δια­βά­ζο­ντας τα κεί­με­νά του για τα βρα­βεία, βρή­κα­με πολ­λά ση­μεία, που θυ­μί­ζουν τα κα­θ’ η­μάς. Σε ε­μάς ο­ρι­σμέ­νοι έ­χουν πα­ραι­τη­θεί, αλ­λά σιω­πη­λά χω­ρίς να δια­μαρ­τυ­ρη­θούν. Αυ­το­χει­ρία, πά­ντως, δεν έ­χει κα­τα­γρα­φεί στα χρο­νι­κά κα­νε­νός ελ­λη­νι­κού βρα­βείου, πα­ρό­λο που μι­κρές ή με­γά­λες πα­ρα­τυ­πίες δεν λεί­πουν.


Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/1/2011

Επιστολές περί Παπαδιαμάντη

Λά­βα­με και δη­μο­σιεύου­με χω­ρίς ου­δέ­να σχο­λια­σμό δύο ε­πι­στο­λές। Η μία, με κα­νο­νι­κό τα­χυ­δρο­μείο, α­πό τον κ. Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λο και η άλ­λη, με η­λεκ­τρο­νι­κό τα­χυ­δρο­μείο, α­πό την κ. Γ. Φα­ρί­νου - Μα­λα­μα­τά­ρη, μέ­λος της Οργα­νω­τι­κής Επι­τρο­πής του Γ’ Διε­θνούς Συ­νε­δρίου για τον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη.

Κύ­ριε Διευ­θυ­ντά,

Ο φί­λος κ. Γ. Ζε­βε­λά­κης με το κεί­με­νό του « Έρευ­να χω­ρίς α­νώ­φε­λες υ­πε­ρα­σπι­στι­κές προ­θέ­σεις» (Η Επο­χή, 20.12.2010) ε­πα­να­λαμ­βά­νει τον ι­σχυ­ρι­σμό ό­τι ο “φι­λε­λεύ­θε­ρος ποιη­τής” Π..., που ζή­τη­σε οι­κο­νο­μι­κή βοή­θεια α­πό τον Γ. Φι­λά­ρε­το, εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Την ταύ­τι­ση αυ­τή στη­ρί­ζει κυ­ριό­τα­τα στο γε­γο­νός ό­τι ο Φ. Α. Δη­μη­τρα­κό­που­λος α­πο­δί­δει στον Πα­πα­δια­μά­ντη ε­πτά κεί­με­να με την υ­πο­γρα­φή Π., δη­μο­σιευ­μέ­να στην Εφη­με­ρί­δα και την Ακρό­πο­λιν.
Αλη­θεύει, πράγ­μα­τι, ό­τι ό­χι μό­νο ο Δη­μη­τρα­κό­που­λος αλ­λά και ο Βα­λέ­τας πο­λύ νω­ρί­τε­ρα α­πέ­δω­σαν στον Πα­πα­δια­μά­ντη άρ­θρα της Ακρο­πό­λεως με την υ­πο­γρα­φή Π. Η πα­πα­δια­μα­ντι­κή τους ό­μως πα­τρό­τη­τα έ­χει α­θε­τη­θεί με το με­λέ­τη­μα του γρά­φο­ντος «Υπε­ρα­σπί­ζο­ντας το πα­πα­δια­μα­ντι­κό κεί­με­νο» (Αρχείον Ευ­βοϊκών Με­λε­τών, τόμ. 34, 2011 –2002, Αθή­να 2004).
Για την υ­πο­γρα­φή αυ­τή, που μας έ­χει πα­ρα­πλα­νή­σει και τα­λαι­πω­ρή­σει ό­χι λί­γο, θα δη­μο­σιευ­τεί ε­ντός του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έ­τους 2011 ει­δι­κό με­λέ­τη­μα.

Με πολ­λές ευ­χα­ρι­στίες για τη φι­λο­ξε­νία
Ν.Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος Χαλ­κί­δα, 27-12-2010

From: gfar@lit.auth.gr
Subject: Συ­νέ­δριο Πα­πα­δια­μά­ντη
Date: 05 Ια­νουα­ρίου 2011 6:02:45 ΜΜ GMT+02:00
To: epohi@otenet.gr

Με α­φορ­μή το άρ­θρο της κ. Μά­ρης Θε­ο­δο­σο­πού­λου για τον Πα­πα­δια­μά­ντη, σας στέλ­νω την προ­κή­ρυ­ξη του Γ' Συ­νε­δρίου, στην ο­ποία α­να­γρά­φο­νται τα μέ­λη της Οργα­νω­τι­κής και της Επι­στη­μο­νι­κής Επι­τρο­πής. Σας πα­ρα­κα­λώ να της το προω­θή­σε­τε. Σας ευ­χα­ρι­στώ, ΓΦ

Prof. G. Farinou-Malamatari
Aristotle University of Thessaloniki
Dep. of Medieval and Modern Greek Studies
54124 Thessaloniki, Greece
+30 2310997135, +30 2310930524
fax +30 2310997092
fax +30 2310 997094

Ε­ΤΑΙ­ΡΕΙΑ
ΠΑ­ΠΑ­ΔΙΑ­ΜΑ­ΝΤΙ­ΚΩΝ ΣΠΟΥ­ΔΩΝ
Μαυ­ρο­μι­χά­λη 16 – 106 80 Αθή­να
Τηλ. 210 360 55 32, Fax 210 36 37 304
e-mail: domosbooks@ath.forthnet.गर

Γ’ ΔΙΕ­ΘΝΕΣ ΣΥ­ΝΕ­ΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ Α­ΛΕ­ΞΑ­ΝΔΡΟ ΠΑ­ΠΑ­ΔΙΑ­ΜΑ­ΝΤΗ

Α’ Ε­ΓΚΥ­ΚΛΙΟΣ Ε­ΠΙ­ΣΤΟ­ΛΗ
(Ἐ­πα­νά­λη­ψη μὲ διευ­κρι­νί­σεις)

Τὸ 2011 συ­μπλη­ρώ­νο­νται 160 χρό­νια ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­ση τοῦ Ἀ­λε­ξάν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη καὶ 100 ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του. Ἡ Ἑ­ται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κῶν Σπου­δῶν προ­γραμ­μα­τί­ζει τὴν ὀρ­γά­νω­ση τοῦ Γ΄ Διε­θνοῦς Συ­νε­δρίου γιὰ τὸν Πα­πα­δια­μά­ντη, πι­θα­νό­τα­τα στὴ Σκιά­θο, στὰ τέ­λη Σε­πτεμ­βρίου ἢ στὶς ἀρ­χὲς Ὀ­κτω­βρίου 2011, μὲ κε­ντρι­κὸ θέ­μα
Πα­πα­δια­μά­ντης με­τα­φρά­ζων καὶ με­τα­φρα­ζό­με­νος
Ὁ Πα­πα­δια­μά­ντης ἦ­ταν ἐ­παγ­γελ­μα­τίας με­τα­φρα­στὴς ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ γαλ­λι­κὰ κυ­ρίως λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ ἱ­στο­ρι­κῶν κει­μέ­νων, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποία δη­μο­σιεύ­τη­καν χω­ρὶς τὸ ὄ­νο­μά του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ριο­δι­κά. Ἐ­πί­σης ὁ Πα­πα­δια­μά­ντης ἔ­χει ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς ξέ­νες γλῶσ­σες (ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κὰ κ.ἄ.) καὶ ἔ­χει «με­τα­γλωτ­τι­στεῖ»/«με­τα­γρα­φεῖ» στὴ δη­μο­τι­κή.

Ἑ­πο­μέ­νως οἱ θε­μα­τι­κοὶ ἄ­ξο­νες τοῦ Συ­νε­δρίου, τὸ ὁ­ποῖο δὲν θὰ εἶναι αὐ­στη­ρῶς νε­ο­ελ­λη­νι­κό, ἀλ­λὰ θὰ δια­λαμ­βά­νει καὶ ὅ­μο­ρα ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἀ­ντι­κεί­με­να, εἶναι:
α) Ὁ Πα­πα­δια­μά­ντης ὡς με­τα­φρα­στὴς τῆς ξέ­νης λο­γο­τε­χνίας καὶ γραμ­μα­τείας.
(Ἤ­δη ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ σὲ βι­βλίο οἱ ἀ­κό­λου­θες με­τα­φρά­σεις: Ἀλ­φόν­σου Δω­δέ, Ταρ­τα­ρί­νος ὁ ἐκ Τα­ρα­σκῶνος – Οὐΐλλιαμ Μπλαί­κη, Γε­ρὰ σώ­μα­τα διὰ τὰ ἀ­γό­ρια καὶ τὰ κο­ρί­τσια μας – Θ. Δο­στο­γέφ­σκη, Τὸ Ἔ­γκλη­μα καὶ ἡ Τι­μω­ρία – Μάρ­κου Τουαίν, «Ἑ­νὸς ἑ­κα­τομ­μυ­ρίου λι­ρῶν χαρ­το­νο­μί­σμα­τα» καὶ ἄλ­λα ἀ­φη­γή­μα­τα – Μπρὲτ Χάρ­τ, Ἀρ­γο­ναυ­τι­καὶ διη­γή­σεις – Ἀλ­φρέ­δου Κλάρ­κ, Ἡ εὕ­ρε­σις τῆς γυ­ναι­κὸς τοῦ Λὼτ – Τζέ­ρομ Κ. Τζέ­ρο­μ, Ἡ Νέα Οὐ­το­πία καὶ ἄλ­λα εὐ­θυ­μο­γρα­φή­μα­τα – Φρε­δε­ρί­κου Γ. Φάρ­ρα­ρ, Ὁ βίος τοῦ Χρι­στοῦ – Ἀ­ντω­νίου Παύ­λο­βι­τς Τσέ­χω­β, Τέσ­σα­ρα διη­γή­μα­τα – Guy de Maupassant, Ἡ κλη­ρο­νο­μία – Χὼλλ Κέιν, Ὁ Μα­ξιώ­της – George Ohnet, Ὁ ἰα­τρὸς Ρα­μῶ – Γεωρ­γίου Φίν­λεϋ, Ἱ­στο­ρία τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σεως, τ. Α+Β – Ε. Γ. Οὐέλ­λς, Ὁ Ἀό­ρα­τος)
β) Ὁ Πα­πα­δια­μά­ντης ὡς ἐν­δο­γλωσ­σι­κὸς με­τα­φρα­στὴς (π.χ. Ψαλ­μοὶ)
γ) Ὁ Πα­πα­δια­μά­ντης σὲ ξέ­νες γλῶσ­σες
δ) Ἐν­δο­γλωσ­σι­κὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Πα­πα­δια­μά­ντη (με­τα­γλωτ­τί­σεις καὶ δια­σκευὲς τῶν ἔρ­γων του στὴ δη­μο­τι­κὴ)
ε) Ζη­τή­μα­τα γνη­σιό­τη­τας τῶν με­τα­φρά­σεων ποὺ ἀ­πο­δί­δο­νται στὸν Πα­πα­δια­μά­ντη καὶ κρι­τή­ρια συ­γκρό­τη­σης τῶν κα­τα­λό­γων τῶν πα­πα­δια­μα­ντι­κῶν με­τα­φρά­σεων.
Ἂν ὑ­πάρ­ξει χρό­νος, θὰ δια­τε­θεῖ σὲ ἐ­λεύ­θε­ρες ἀ­να­κοι­νώ­σεις.
Ὁ χρό­νος τῶν ἀ­να­κοι­νώ­σεων δὲν θὰ ὑ­περ­βαί­νει σὲ κα­μιὰ πε­ρί­πτω­ση τὰ 20΄ λε­πτά. Σᾶς πα­ρα­κα­λοῦ­με νὰ δη­λώ­σε­τε τὴ συμ­με­το­χή σας (δί­νο­ντας πλή­ρη στοι­χεῖα) καὶ νὰ ἀ­πο­στεί­λε­τε τίτ­λο καὶ κα­τα­το­πι­στι­κὴ πε­ρί­λη­ψη τῆς προ­τει­νό­με­νης ἀ­να­κοί­νω­σης ἕως τὶς 30 Νο­εμ­βρίου 2010 στὴ γραμ­μα­τεία τῆς Ὀρ­γα­νω­τι­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς (mail: domosbooks@ath.forthnet.gr ἢ valialabrop@yahoo.gr εἴ­τε μὲ fax: 210 3637304, εἴ­τε τα­χυ­δρο­μι­κὰ στὴ διεύ­θυν­ση: Ἑ­ται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κῶν Σπου­δῶν, Μαυ­ρο­μι­χά­λη 16, 10680 Ἀ­θή­να).
Ἡ Ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ θὰ ἐ­πι­λέ­ξει τὶς εἰ­ση­γή­σεις. Στὴ συ­νέ­χεια θὰ κα­ταρ­τι­στεῖ τὸ πρό­γραμ­μα τῶν συ­νε­δριῶν καὶ θὰ ἐ­νη­με­ρω­θεῖ­τε ἐ­γκαί­ρως μὲ νέα ἐ­γκύ­κλιο ἐ­πι­στο­λή.
Ὁ Δῆ­μος Σκιά­θου προ­τί­θε­ται νὰ ἀ­να­λά­βει τὰ ἔ­ξο­δα φι­λο­ξε­νίας. Οἱ σύ­νε­δροι κα­λοῦνται νὰ με­ρι­μνή­σουν γιὰ τὴν κά­λυ­ψη τῶν ὁ­δοι­πο­ρι­κῶν τους.
Μὲ τι­μὴ
Ἡ Ὀρ­γα­νω­τι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ
Πρό­ε­δρος:
Φώ­της Δη­μη­τρα­κό­που­λος
Μέ­λη: Δημ. Μαυ­ρό­που­λος,
Κων. Πι­τσά­κης, Ἀ­ση­μί­να Σουλ­τά­νη,
Δημ. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος,
Γεωρ­γία Φα­ρί­νου-Μα­λα­μα­τά­ρη

Ἡ Ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ

Νά­σος Βα­γε­νάς,
Κα­θη­γη­τὴς Θεω­ρίας καὶ Κρι­τι­κῆς τῆς Λο­γο­τε­χνίας ΕΚ­ΠΑ
Φώ­της Δη­μη­τρα­κό­που­λος,
Κα­θη­γη­τὴς τῆς Βυ­ζα­ντι­νῆς,
Με­τα­βυ­ζα­ντι­νῆς Φι­λο­λο­γίας
καὶ Πα­λαιο­γρα­φίας ΕΚ­ΠΑ
Σταῦ­ρος Ζου­μπου­λά­κης,
Φι­λό­λο­γος, Διευ­θυ­ντὴς
πε­ριο­δι­κοῦ Νέα Ἑ­στία
Ἄ­ρης Μπερ­λής, Δο­κι­μιο­γρά­φος, κρι­τι­κὸς καὶ με­τα­φρα­στὴς
Ἰωάν­να Να­ού­μ, Λέ­κτο­ρας
Γε­νι­κῆς καὶ Συ­γκρι­τι­κῆς
Γραμ­μα­το­λο­γίας Α­ΠΘ
Λα­μπρι­νὴ Τρια­ντα­φυλ­λο­πού­λου, Φι­λό­λο­γος
Γεωρ­γία Φα­ρί­νου-Μα­λα­μα­τά­ρη, Κα­θη­γή­τρια Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς
Φι­λο­λο­γίας Α­ΠΘ

ΣΗΜ. Μὲ τὴν πα­ρά­κλη­ση νὰ ἀ­να­κοι­νω­θεῖ σὲ ὅ­λα τὰ μέ­λη τοῦ Τμή­μα­τός σας ἢ νὰ προω­θη­θεῖ ὅ­που νο­μί­ζε­τε.

Ἀ­θή­να, 20 Σε­πτεμ­βρίου 2010

Ἐκ τῆς Γραμ­μα­τείας


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/1/2011

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Μικρά σχόλια για τα εορταστικά διηγήματα

Ημέ­ρα που εί­ναι σή­με­ρα, α­ντί να α­να­δη­μο­σιεύ­σου­με έ­να α­πό τα ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη, θα κά­νου­με κά­ποια σχό­λια σχε­τι­κά με αυ­τά και γε­νι­κό­τε­ρα για το έρ­γο του. Πραγ­μα­τά­κια πο­λύ γνω­στά, που, ω­στό­σο, μπο­ρεί κά­ποιοι να τα α­γνοούν. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης ξε­κί­νη­σε, δη­μο­σιεύο­ντας σε συ­νέ­χειες τέσ­σε­ρα ε­κτε­νή πε­ζά, τα ο­ποία, σή­με­ρα, α­να­φέ­ρο­νται ως μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ο ί­διος, πά­ντως, μό­νο το δεύ­τε­ρο, «Οι Έμπο­ροι των Εθνών», χα­ρα­κτη­ρί­ζει μυ­θι­στό­ρη­μα. Το πρώ­το, «Η Με­τα­νά­στις», το α­πο­κα­λεί “διή­γη­μα πρω­τό­τυ­πο­ν”, το τέ­ταρ­το, το «Χρή­στος Μη­λιό­νης», το χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­πλώς διή­γη­μα, ε­νώ στο τρί­το, «Η Γυ­φτο­πού­λα», δεν προσ­δί­δει κα­μιά ταυ­τό­τη­τα. Αυ­τά δη­μο­σιεύ­θη­καν α­πό τον Σε­πτέμ­βριο του 1879 μέ­χρι τον Νοέμ­βριο του 1885. Στη συ­νέ­χεια, α­πό τα Χρι­στού­γεν­να του 1887 και μέ­χρι τέ­λους, δη­μο­σιεύει διη­γή­μα­τα. Στα πρώ­τα α­πό αυ­τά, προ­σθέ­τει ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κούς χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, ό­πως “α­να­μνή­σεις”, “νη­σιω­τι­κή πα­ρά­δο­σις”, “μι­κρά με­λέ­τη” κ.ά., ε­νώ δεν πα­ρα­λεί­πει τον προσ­διο­ρι­σμό διή­γη­μα. Πι­θα­νώς για­τί, αρ­χι­κά, η δη­μο­σίευ­ση διη­γή­μα­τος συ­νι­στού­σε γι' αυ­τόν και­νο­φα­νή δρα­στη­ριό­τη­τα. Αλλά και για τον Τύ­πο της ε­πο­χής, η δη­μο­σίευ­ση ε­νός διη­γή­μα­τος ε­ξα­κο­λου­θού­σε να α­πο­τε­λεί και­νο­το­μία. Μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση, εν μέ­σω των διη­γη­μά­των, η δη­μο­σίευ­ση σε συ­νέ­χειες, το 1903, του ε­κτε­νούς πε­ζού, «Η φό­νισ­σα», που φέ­ρει ως υ­πό­τιτ­λο “κοι­νω­νι­κόν μυ­θι­στό­ρη­μα”. Σή­με­ρα, ο­ρι­σμέ­να α­πό αυ­τά, με βά­ση κυ­ρίως την έ­κτα­σή τους, α­πο­κα­λού­νται νου­βέ­λες, χα­ρα­κτη­ρι­σμό που ου­δέ­πο­τε χρη­σι­μο­ποίη­σε ο ί­διος.

Πο­σο­τι­κή και χρο­νι­κή κα­τα­νο­μή

Συ­νο­λι­κά γνω­ρί­ζου­με 170 διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Από αυ­τά, τα 36 εί­ναι γραμ­μέ­να με α­φορ­μή τις δυο με­γά­λες χρι­στια­νι­κές ε­ορ­τές. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, στην ε­ορ­τα­στι­κή πε­ρίο­δο Χρι­στου­γέν­νων, Πρω­το­χρο­νιάς και Φώ­των, για την ο­ποία συ­νή­θως χρη­σι­μο­ποιού­με τον προσ­διο­ρι­σμό “οι γιορ­τές”, α­να­φέ­ρο­νται 25 διη­γή­μα­τα, ε­νώ, στην ε­ορ­τή του Πά­σχα ε­στιά­ζουν 11. Τα διη­γή­μα­τα για τις “γιορ­τές” υ­πο­διαι­ρού­νται πε­ραι­τέ­ρω σε 18 διη­γή­μα­τα για τα Χρι­στού­γεν­να, που, για τον Πα­πα­δια­μά­ντη, α­ντι­στοι­χούν στο τε­τραή­με­ρο, α­πό την πα­ρα­μο­νή μέ­χρι την τρί­τη η­μέ­ρα, του Αγίου Στε­φά­νου, σε τρία για το διή­με­ρο της πα­ρα­μο­νής και α­νή­με­ρα της Πρω­το­χρο­νιάς και σε δυο για το ε­πό­με­νο διή­με­ρο, των Φώ­των. Μέ­νουν δύο διη­γή­μα­τα: το πα­ρα­μυ­θι­κού χα­ρα­κτή­ρα «Τα πτε­ρό­ε­ντα δώ­ρα» και «Ο έ­ρω­τας στα χιό­νια», στο ο­ποίο δυο φο­ρές ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, ως γε­νι­κό­λο­γος χρο­νι­κός προσ­διο­ρι­σμός, “Χρι­στού­γεν­να, Άις-Βα­σί­λης, Φώ­τα”, θυ­μί­ζο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο θλι­βε­ρή ε­πω­δό.
Σε ο­ρι­σμέ­να ο ε­πε­τεια­κός χα­ρα­κτή­ρας τους δη­λώ­νε­ται με τον τίτ­λο. (Τρία χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα: «Το χρι­στό­ψω­μο», «Στο Χρι­στό στο Κά­στρο», «Τα Χρι­στού­γεν­να του τε­μπέ­λη». Ένα των Φώ­τω­ν: «Φώ­τα-Ολό­φω­τα». Τέσ­σε­ρα πα­σχα­λιά­τι­κα: «Εξο­χι­κή Λα­μπρή», «Παι­δι­κή πα­σχα­λιά», «Πά­σχα ρω­μέϊκο», «Λα­μπριά­τι­κος ψάλ­της»). Τα πρώ­τα χρό­νια, κα­τά τα ο­ποία συ­νή­θι­ζε να χα­ρα­κτη­ρί­ζει τα διη­γή­μα­τά του, υ­πάρ­χουν και δη­λω­τι­κοί υ­πό­τιτ­λοι, ό­πως “χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο­ν”, “α­γιο­βα­σι­λειά­τι­κο­ν”, “πρω­τό­τυ­πον πα­σχα­λι­νό­ν”. Από μια ά­πο­ψη, ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός δεν πε­ριτ­τεύει. Για­τί, ναι μεν α­πα­ξά­πα­ντα τα ε­ορ­τα­στι­κά δη­μο­σιεύο­νται στις η­μέ­ρες των α­ντί­στοι­χων ε­ορ­τών, αλ­λά σε κά­ποιες χρο­νιές τυγ­χά­νει τις ί­διες μέ­ρες να δη­μο­σιεύο­νται και μη ε­ορ­τα­στι­κά.
Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα δη­μο­σιεύο­νται ε­ντός του 19ου αιώ­να, μέ­σα στη δω­δε­κα­ε­τία Χρι­στού­γεν­να 1887 - Χρι­στού­γεν­να 1899. Σε αυ­τήν την πρώ­τη πε­ρίο­δο δη­μο­σιεύει, εν ό­λω, 51 διη­γή­μα­τα, α­πό τα ο­ποία τα 25 εί­ναι ε­ορ­τα­στι­κά. Αντί­στοι­χα, ε­ντός της πρώ­της δε­κα­ε­τίας του 20ου, δη­μο­σιεύει μό­λις 11 κι αυ­τά, μέ­χρι το 1907. Ενώ, συ­νο­λι­κά, μέ­χρι το θά­να­τό του α­θροί­ζει σε αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο 87 δη­μο­σιευ­μέ­να διη­γή­μα­τα. Με άλ­λα λό­για, τα ε­ορ­τα­στι­κά α­πό μια α­να­λο­γία ε­πί του συ­νό­λου 1 προς 2 για την πρώ­τη πε­ρίο­δο, μειώ­θη­καν σε 1 προς 8 τη δεύ­τε­ρη. Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν χρειά­ζε­ται πια την α­φορ­μή των ε­ορ­τών για να γρά­ψει έ­να διή­γη­μα, πό­σω μάλ­λον για να το δη­μο­σιεύ­σει. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι τα ε­ορ­τα­στι­κά της δεύ­τε­ρης πε­ριό­δου δεν δη­μο­σιεύο­νται, ό­πως αρ­χι­κά, με ε­τή­σια τα­κτι­κό­τη­τα. Τα τρία πα­σχα­λι­νά εί­ναι σκόρ­πια χρο­νι­κά, ε­νώ τα ο­κτώ για τις “γιορ­τές”, συ­γκε­ντρώ­νο­νται στα τρία δια­δο­χι­κά Χρι­στού­γεν­να, που πέ­ρα­σε στην Αθή­να (τρία το 1904, έ­να, το προ­σφά­τως α­νευ­ρε­θέν «Το Για­λό­ξυ­λο», το 1905 και τέσ­σε­ρα μοι­ρά­ζο­νται Χρι­στού­γεν­να 1906 - Πρω­το­χρο­νιά 1907). Συ­νο­ψί­ζο­ντας, ο Πα­πα­δια­μά­ντης γρά­φει τα ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα στις πε­ριό­δους που βρί­σκε­ται στην Αθή­να και τα δη­μο­σιεύει κυ­ρίως στις ε­φη­με­ρί­δες, στις ο­ποίες ερ­γά­ζε­ται (8 στην ε­φη­με­ρί­δα του Λά­μπρου Κο­ρο­μη­λά και με­τά Αρι­στεί­δη Ρού­κη «Εφη­με­ρίς», 12 στην ε­φη­με­ρί­δα του Βλά­ση Γα­βριη­λί­δη «Ακρό­πο­λις» και 3 στην ε­φη­με­ρί­δα του Δη­μή­τρη Κα­κλα­μά­νου «Το Άστυ»). Τα υ­πό­λοι­πα, δε­κα­τρία διη­γή­μα­τα, τα δη­μο­σιεύει σε πέ­ντε ε­φη­με­ρί­δες («Σκριπ», «Εστία», «Με­ταρ­ρύθ­μι­σις», «Πα­τρίς», «Αλή­θεια») και ι­σά­ριθ­μα πε­ριο­δι­κά («Εστία», «Αττι­κόν Μου­σείον», «Το Πε­ριο­δι­κόν μας», «Η Μού­σα», «Νέα Ζωή»), με τους εκ­δό­τες των ο­ποίων ή κά­ποιο βα­σι­κό συ­νερ­γά­τη τους δια­τη­ρού­σε κά­ποια γνω­ρι­μία ή και φι­λι­κή σχέ­ση.

Κα­τα­χρη­στι­κώς ε­ορ­τα­στι­κά

Τα ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα γρά­φο­νται μεν στην Αθή­να, αλ­λά δια­δρα­μα­τί­ζο­νται ό­λα, ε­κτός α­πό δυο, στη Σκιά­θο. Ορι­σμέ­να α­πό αυ­τά κα­τα­χρη­στι­κά χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ε­ορ­τα­στι­κά, α­φού, μό­νο εν πα­ρό­δω, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι εί­ναι η­μέ­ρες ε­ορ­τών, ό­πως στο «Κοκ­κώ­να θά­λασ­σα ή το γράμ­μα της πε­θε­ράς» και στο «Για­λό­ξυ­λο». Τα συμ­βά­ντα, που α­νι­στο­ρού­νται σε αυ­τά τα δυο διη­γή­μα­τα, θα μπο­ρού­σαν να δια­δρα­μα­τί­ζο­νται και σε ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη ε­πο­χή, ω­στό­σο ο προσ­διο­ρι­σμός της χρο­νι­κής πε­ριό­δου δεν προ­στί­θε­ται μό­νο και μό­νο ε­πει­δή δη­μο­σιεύο­νται στις ε­ορ­τές. Το­πο­θε­τώ­ντας ο α­φη­γη­τής τα γε­γο­νό­τα στις γιορ­τές ε­ξά­ρει τη δια­φο­ρε­τι­κή ψυ­χο­λο­γι­κή βα­ρύ­τη­τα, που έ­χουν για τους ή­ρωες. Πά­ντως, τό­σο αυ­τά ό­σο και τα υ­πό­λοι­πα, που εί­ναι και τα πε­ρισ­σό­τε­ρα και των ο­ποίων η δρά­ση εί­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη με τις ε­ορ­τα­στι­κές η­μέ­ρες, δύ­σκο­λα θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν ε­ορ­τά­σι­μα. Δη­λα­δή, διη­γή­μα­τα με εύ­χα­ρι α­τμό­σφαι­ρα, που να συ­νά­δει με τις η­μέ­ρες των ε­ορ­τών. Εδώ α­κρι­βώς, μπαί­νει κα­νείς στον πει­ρα­σμό να δώ­σει μια ψυ­χο­λο­γι­κή ερ­μη­νεία στο μη ε­ορ­τά­σι­μο των διη­γη­μά­των. Για τον οιον­δή­πο­τε μέ­τοι­κο, γιορ­τές μα­κράν της γε­νέ­τει­ρας, ό­σο ευ­νοϊκές και να εί­ναι οι συν­θή­κες στον τό­πο ό­που δια­μέ­νει, φέρ­νουν κα­τή­φεια. Πό­σω μάλ­λον στον Πα­πα­δια­μά­ντη, που ζει στην Αθή­να χω­ρίς οι­κο­γέ­νεια και σπι­τι­κή θαλ­πω­ρή. Δεν εί­χε ού­τε καν φι­λι­κές σχέ­σεις, που να του ε­ξα­σφα­λί­ζουν για το βρά­δυ των Χρι­στου­γέν­νων ή το με­ση­μέ­ρι της Πρω­το­χρο­νιάς ή α­κό­μη και του Πά­σχα μια σπι­τι­κή σύ­να­ξη.
Όπως και να έ­χει, ας δού­με εκ του σύ­νεγ­γυς τα 25 διη­γή­μα­τα, που έ­γρα­ψε ο Πα­πα­δια­μά­ντης για τις γιορ­τές Χρι­στου­γέν­νων, Πρω­το­χρο­νιάς και Φώ­των. Κι ας μην έ­χουν στην πλειο­νό­τη­τά τους την αρ­μό­ζου­σα σε αυ­τές τις μέ­ρες χαρ­μό­συ­νη α­τμό­σφαι­ρα. Άλλω­στε, οι γιορ­τές, κα­κά τα ψέ­μα­τα, στους τυ­χε­ρούς και μό­νο φέρ­νουν ευ­φρό­συ­νη διά­θε­ση. Πολ­λοί εί­ναι ε­κεί­νοι που θλί­βο­νται, κα­θώς, μέ­σα στον ε­ορ­τα­στι­κό πε­ρί­γυ­ρο, αι­σθά­νο­νται α­κό­μη ε­ντο­νό­τε­ρα τη μειο­νε­ξία τους. Όπως κι αν αυ­τή εκ­δη­λώ­νε­ται: μο­να­ξιά, αρ­ρώ­στια, α­νέ­χεια ή ό,τι άλ­λο, τε­λο­σπά­ντων, τυ­χαί­νει στον κα­θέ­να. Γι' αυ­τούς, λοι­πόν, τους ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο αυ­ξα­νό­με­νους στις εν­δεείς η­μέ­ρες μας, θα λέ­γα­με ό­τι ται­ριά­ζουν τα θλιμ­μέ­να ε­ορ­τα­στι­κά του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ας ξε­κι­νή­σου­με, ω­στό­σο, α­πό τα διη­γή­μα­τα με χαρ­μό­συ­νη α­τμό­σφαι­ρα. Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι η χα­ρού­με­νη διά­θε­ση ταυ­τί­ζε­ται με την πα­ρου­σία παι­διών. Αν και η εν λό­γω δια­πί­στω­ση δεν ι­σχύει α­ντι­στρό­φως, κα­θώς πολ­λά διη­γή­μα­τα με ή­ρωες παι­διά πόρ­ρω α­πέ­χουν α­πό το να εί­ναι χα­ρού­με­να.

Ήρωες παι­διά

Κα­τ' αρ­χήν, στα πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­ορ­τα­στι­κά του Πα­πα­δια­μά­ντη ε­μπλέ­κο­νται και παι­διά. Πε­ρί­που στα μι­σά, αν θε­λή­σου­με να με­τρή­σου­με και τους τρι­τα­γω­νι­στές. Μό­νο, ό­μως, σε τέσ­σε­ρα, θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν η α­τμό­σφαι­ρα κα­θα­ρά εύ­θυ­μη. Στα υ­πό­λοι­πα, τα παι­διά δει­νο­πα­θούν ποι­κι­λο­τρό­πως. Υπο­φέ­ρουν α­πό πεί­να («Η στα­χο­μα­ζώ­χτρα»), πνέ­ουν τα λοί­σθια («Ο πο­λι­τι­σμός εις το χω­ρίον»), εί­ναι η­μι­θα­νή βρέ­φη («Φώ­τα-Ολό­φω­τα»), πά­σχουν δί­πλα στην ε­τοι­μο­θά­να­τη μη­τέ­ρα τους («Η χτυ­πη­μέ­νη»), ή, τέ­λος, έ­χουν κι αυ­τά το μερ­τι­κό τους στις τα­λαι­πω­ρίες των ε­νη­λί­κων («Στο Χρι­στό στο Κά­στρο», «Τα Χρι­στού­γεν­να του τε­μπέ­λη»). Κα­τ' ε­ξαί­ρε­ση, στο α­θη­ναϊκό διή­γη­μα «Φι­λό­στορ­γοι», τα παι­διά κα­λο­περ­νούν, πα­ρό­λο που εί­ναι α­πό ε­κεί­να του Ορφα­νο­τρο­φείου, κι αυ­τό για­τί στά­θη­καν τυ­χε­ρά και τα α­νέ­λα­βαν πραγ­μα­τι­κοί “φι­λό­στορ­γοι”, οι ο­ποίοι και πα­ρου­σιά­ζο­νται ως μάλ­λον γρα­φι­κή ε­ξαί­ρε­ση της α­θη­ναϊκής γει­το­νιάς “εις την ε­σχα­τιάν της πό­λεως, ε­κεί­θεν του Με­τα­ξουρ­γείου”. Πα­ρα­πλή­σια πε­ρι­γρά­φε­ται η κα­τά­στα­ση και στο σκια­θί­τι­κο «Οι ε­λα­φροΐσκιω­τοι», ό­που για­γιά και μά­να, πα­ρά τα βά­σα­νά τους, με τον γα­μπρό και σύ­ζυ­γο, που, α­ντι­στοί­χως, τους έ­τυ­χε, τα κα­να­κεύουν. Μό­νο που, σε αυ­τά τα δυο διη­γή­μα­τα, τα παι­διά δεν πρω­τα­γω­νι­στούν, ού­τε κα­θο­ρί­ζουν την α­τμό­σφαι­ρα. Ωστό­σο, στο δεύ­τε­ρο, οι παι­δι­κές στι­χο­μυ­θίες και το πα­ρα­φθαρ­μέ­νο τρα­γού­δι τους ε­λα­φραί­νουν το, κα­τά τα άλ­λα, μάλ­λον βα­ρύ κλί­μα.
Ήρωες παι­διά, για τους πε­ρισ­σό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, ση­μαί­νει την πε­ρι­γρα­φή, πρω­τί­στως, παι­χνι­διών. Στα τέσ­σε­ρα, α­μι­γώς εύ­θυ­μα, ε­ορ­τα­στι­κά του Πα­πα­δια­μά­ντη, τα παι­διά λέ­νε τα κά­λα­ντα, κα­νο­ναρ­χούν στη λει­τουρ­γία και τρώ­νε φου­σκά­κια, αλ­λά δεν παί­ζουν. Γε­νι­κό­τε­ρα, στα πα­πα­δια­μα­ντι­κά διη­γή­μα­τα, δεν υ­πάρ­χουν πε­ρι­γρα­φές παι­δι­κών παι­χνι­διών. Μό­νο, στο «Δαι­μό­νια στο ρέ­μα», σε μια σύ­ντο­μη πα­ρά­γρα­φο, α­να­φέ­ρο­νται παι­διά να παί­ζουν στο ύ­παι­θρο, κι αυ­τό, ό­μως, για να το­νι­στεί το συ­ναί­σθη­μα μειο­νε­ξίας του α­φη­γη­τή έ­να­ντι των συ­νο­μη­λί­κων του. Στα τρία εύ­θυ­μα ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα, τα παι­διά λέ­νε τα κά­λα­ντα: “την ε­σπέ­ραν της πα­ρα­μο­νής των Χρι­στου­γέν­νων του έ­τους 185…” στο διή­γη­μα «Της Κοκ­κώ­νας το σπί­τι», “την ε­σπέ­ραν της πα­ρα­μο­νής του Αγ. Βα­σι­λείου” στο «Γου­τού Γου­πα­τού» και “την ε­σπέ­ραν της πα­ρα­μο­νής των Φώ­των του έ­τους 186…” στο διή­γη­μα «Ο Ση­μα­δια­κός». Στο τέ­ταρ­το, το «Ντε­λη­συ­φέ­ρω», κα­νο­ναρ­χούν, συ­νει­σφέ­ρο­ντας το με­ρί­διό τους στα ευ­τρά­πε­λα, που συμ­βαί­νουν κα­τά την α­κο­λου­θία των Χρι­στου­γέν­νων ε­ντός της εκ­κλη­σίας. Πρό­κει­ται για το μο­να­δι­κό χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο χω­ρίς την πα­ρα­μι­κρή σκιά θλί­ψης ού­τε καν με­λαγ­χο­λίας. Και ε­πί­σης, το μο­να­δι­κό, που ε­κτυ­λίσ­σε­ται εξ ο­λο­κλή­ρου, πλην της κα­τα­λη­κτι­κής σκη­νής, ε­ντός του να­ού. Σκη­νές α­πό την χρι­στου­γεν­νιά­τι­κη α­κο­λου­θία υ­πάρ­χουν σε α­κό­μη δυο διη­γή­μα­τα: «Στο Χρι­στό στο Κά­στρο» ε­ντός της ο­μώ­νυ­μης εκ­κλη­σίας και στο διή­γη­μα «Οι ε­λα­φροΐσκιω­τοι» στην Πα­να­γία της Κε­χριάς. Ενώ, σε έ­να τρί­το διή­γη­μα, «Η Γλυ­κο­φι­λού­σα», πε­ρι­γρά­φε­ται το ε­σω­τε­ρι­κό του ο­μώ­νυ­μου, μη σω­ζό­με­νου, πα­ρεκ­κλη­σίου, της Πα­να­γίας της Γλυ­κο­φι­λού­σας, αλ­λά ό­χι κα­τά τη διάρ­κεια λει­τουρ­γίας. Σε αυ­τό το τε­λευ­ταίο διή­γη­μα, η πε­ρι­γρα­φή, κυ­ρίως το τμή­μα που α­να­φέ­ρε­ται στην προ­σκυ­νη­μα­τι­κή ει­κό­να της Πα­να­γίας, α­πο­τε­λεί έ­να κα­λό πα­ρά­δειγ­μα του τρό­που, με τον ο­ποίο ο Πα­πα­δια­μά­ντης με­τα­μορ­φώ­νει την πα­ρά­θε­ση ζω­γρα­φι­κών και λα­ο­γρα­φι­κών στοι­χείων σε συ­ναρ­πα­στι­κή α­φή­γη­ση.

Στην πα­γί­δα του αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νου

Από τον πι­στό Πα­πα­δια­μά­ντη, τα­κτι­κό και ε­νερ­γό συμ­μέ­το­χο σε α­γρυ­πνίες και ψάλ­τη, θα α­να­μέ­νο­νταν τα ε­ορ­τα­στι­κά του να εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο εκ­κλη­σια­στι­κά. Όμως, ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι δεν αν­τλεί α­πό τις μνή­μες του μυ­θο­πλα­στι­κό υ­λι­κό. Βε­βαίως, πολ­λοί εί­ναι ε­κεί­νοι που υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης στα διη­γή­μα­τά του κα­θρε­φτί­ζει ε­αυ­τόν και μό­νο. Όπως και να έ­χει, στη με­λέ­τη του Παν. Μουλ­λά, «Α. Πα­πα­δια­μά­ντης Αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νος», αν­θο­λο­γού­νται 21 διη­γή­μα­τα ως τα κα­τ' ε­ξο­χήν αυ­το­βιο­γρα­φι­κά. Με­τα­ξύ αυ­τών υ­πάρ­χουν και δυο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα: «Στο Χρι­στό στο Κά­στρο» και «Ο έ­ρω­τας στα χιό­νια». Πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας προ­σω­ρι­νά το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, το πρώ­το θα μπο­ρού­σε να στη­ρί­ζε­ται σε μια παι­δι­κή α­νά­μνη­ση. Ο Ιωάν­νης Φρα­γκού­λας, που ι­χνη­λά­τη­σε συ­στη­μα­τι­κά στο έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη τα πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα της Σκιά­θου, τους τό­πους και τις ι­στο­ρίες, ταυ­τί­ζει τον πα­πά-Φρα­γκού­λη, που πρω­το­στα­τεί στην εκ­δρο­μή “στο Χρι­στό στο Κά­στρο”, με τον πα­τέ­ρα του Πα­πα­δια­μά­ντη, τον πα­π' Αδα­μά­ντιο Εμμα­νουήλ. Οπό­τε ο ί­διος ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­ντι­στοι­χεί στον γιο του πα­πά-Φρα­γκού­λη, τον Σπύ­ρο. Ο ί­διος ως “πα­πα­δό­παι­δο­ν”, αλ­λά με πα­τέ­ρα ιε­ρέα α­πο­κα­λού­με­νο “πα­πα-Βαγ­γέ­λης”, εμ­φα­νί­ζε­ται και στο διή­γη­μα «Η συ­ντέ­κνισ­σα», που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στις πα­ρα­μο­νές των Χρι­στου­γέν­νων, στο σα­ρα­νταή­με­ρον, και το ο­ποίο ο­ρι­σμέ­νοι το έ­χουν κα­τα­τά­ξει στα ε­ορ­τα­στι­κά του. Πά­ντα κα­τά τον Φρα­γκού­λα, σε δυο α­κό­μη διη­γή­μα­τα, το «Ντε­λη­συ­φέ­ρω» και το «Ο Ση­μα­δια­κός», ο Πα­πα­δια­μά­ντης πλά­θει τους παι­δι­κούς ή­ρωες ε­μπνεό­με­νος α­πό τα πρώ­τα του ξα­δέλ­φια, τον Αλέ­ξαν­δρο Μω­ραϊτί­δη και τον Σω­τή­ρη Οι­κο­νό­μου, α­ντι­στοί­χως. Πέ­ραν, ό­μως, αυ­τών, το πρώ­το πρό­σω­πο, που υιο­θε­τεί σε ε­πι­μέ­ρους σκη­νές δυο άλ­λων διη­γη­μά­των, υ­πο­δη­λώ­νει την ά­με­ση ε­μπλο­κή του α­φη­γη­τή: στο «Φι­λό­στορ­γοι», ό­που ο α­φη­γη­τής βα­δί­ζει σε δρό­μο α­θη­ναϊκής γει­το­νιάς, και στον πρό­λο­γο του διη­γή­μα­τος «Η Γλυ­κο­φι­λού­σα».

Θύ­τες και θύ­μα­τα

Ωστό­σο, η πη­γή θλί­ψης στα ε­ορ­τα­στι­κά του Πα­πα­δια­μά­ντη δεν εί­ναι η νο­σταλ­γία για τη Σκιά­θο ε­νός μέ­τοι­κου της Αθή­νας. Η νο­σταλ­γία, ό­που πα­ρει­σφρέει, δί­νει τις α­πα­ρά­μιλ­λες πε­ρι­γρα­φές της φύ­σης και των τε­λε­τουρ­γιών. Η στε­νό­χω­ρη α­τμό­σφαι­ρα, που σε ο­ρι­σμέ­να γί­νε­ται κα­θο­ρι­στι­κή ως ε­ντύ­πω­ση, προέρ­χε­ται α­πό την οι­κο­γέ­νεια και τις σχέ­σεις με­τα­ξύ ό­σων δια­μέ­νουν κά­τω α­πό την ί­δια στέ­γη. Αντί της ει­δυλ­λια­κής ει­κό­νας μιας ευ­τυ­χι­σμέ­νης οι­κο­γε­νεια­κής ε­στίας, πε­ρι­γρά­φο­νται α­σφυ­κτι­κοί έως και θα­να­τε­ροί ε­να­γκα­λι­σμοί α­νά­με­σα σε θύ­τες και θύ­μα­τα. Κα­τά κα­νό­να, θύ­τες εί­ναι οι πε­θε­ρές και οι γα­μπροί. Οι πρώ­τες, α­κό­μη κι ό­ταν δεν εί­ναι κα­κούρ­γες, ό­πως στο πρώ­το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο διή­γη­μα, «Το χρι­στό­ψω­μο», α­ντι­πα­θούν τις μέλ­λου­σες ή τις νυν νύ­φες τους. Όταν, μά­λι­στα, ε­κεί­νες εί­ναι φι­λά­σθε­νες ή α­κό­μη χει­ρό­τε­ρα, στεί­ρες, φθά­νουν να εύ­χο­νται το θά­να­τό τους. Οι γα­μπροί εμ­φα­νί­ζο­νται εύ­πι­στοι στις κα­κοή­θειες της μά­νας τους ε­να­ντίον των συ­ντρό­φων τους. Γε­νι­κό­τε­ρα, πα­ρου­σιά­ζο­νται ως ε­πι­πό­λαιοι, α­ντι­με­τω­πί­ζο­ντας τα οι­κο­γε­νεια­κά βά­ρη χω­ρίς την α­ντί­στοι­χη σο­βα­ρό­τη­τα. Τα συ­νή­θη ε­λατ­τώ­μα­τά τους εί­ναι η χαρ­το­παι­ξία, το πο­τό, κά­πο­τε και οι γυ­ναι­κο­δου­λειές. Θύ­μα­τά τους εί­ναι οι αρ­ρα­βω­νια­στι­κιές και οι σύ­ζυ­γοι, που, κα­τά κα­νό­να, εμ­φα­νί­ζο­νται ά­βου­λες και συ­χνά με α­σθε­νι­κή κρά­ση. Το α­γα­θό και συ­νά­μα δυ­να­μι­κό πρό­σω­πο στα διη­γή­μα­τα, αυ­τό που προ­στα­τεύει τα παι­διά, εί­ναι η εκ μη­τρός για­γιά. Συ­νή­θως χή­ρα, εί­ναι αυ­τή που βρί­σκει για την κό­ρη της τον πο­λυ­πό­θη­το γα­μπρό ή ε­ξα­σφα­λί­ζει το στε­φά­νι, ό­ταν ε­κεί­νη δια­τη­ρεί κά­ποιο αί­σθη­μα. Τε­λι­κά, αυ­τή α­να­λαμ­βά­νει και το ρό­λο της μη­τέ­ρας, ό­ταν η κό­ρη της πε­θαί­νει στη γέν­να, ό­πως πο­λύ συ­χνά συμ­βαί­νει στα διη­γή­μα­τα.

Ο κό­σμος των γυ­ναι­κών

Ο κό­σμος του Πα­πα­δια­μά­ντη εί­ναι έ­νας κό­σμος δο­σμέ­νος, ως ε­πί το πλεί­στον, α­πό την πλευ­ρά των γυ­ναι­κών. Αυ­τό γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο πρό­δη­λο στα ε­ορ­τα­στι­κά έ­θι­μα. Δεν εί­ναι μό­νο τα ε­ορ­τα­στι­κά ε­δέ­σμα­τα, που πε­ρι­γρά­φο­νται συ­χνά διε­ξο­δι­κά και η πα­ρα­σκευή τους, αλ­λά και η στε­νή σχέ­ση με την Εκκλη­σία. Δί­πλα, ό­μως, στη συμ­με­το­χή τους στα εκ­κλη­σια­στι­κά, ως α­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι της θρη­σκευ­τι­κό­τη­τάς τους, προ­βάλ­λει η πί­στη τους σε προ­λή­ψεις και πά­σης φύ­σεως μαγ­γα­νείες. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο πρω­το­χρο­νιά­τι­κο διή­γη­μα «Τα σι­χα­ρί­κια», πε­ρι­γρά­φο­ντας ο α­φη­γη­τής το ε­θι­μο­τυ­πι­κό ε­νός αρ­ρα­βώ­να, ε­πι­μέ­νει σε ό­λες ε­κεί­νες τις ι­διό­τυ­πες τε­λε­τουρ­γι­κές πρά­ξεις, που η πα­ρά­βα­σή τους θεω­ρεί­ται ό­τι φέρ­νει κα­κο­τυ­χία. Ένα άλ­λο διή­γη­μα, «Οι ε­λα­φροΐσκιω­τοι», α­πό τα κα­λύ­τε­ρα ε­ορ­τα­στι­κά, πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό τα μά­για που γί­νο­νται για το “δέ­σι­μο” ε­νός ά­ντρα. Από την ε­πί­ση­μη Εκκλη­σία κα­τα­δι­κά­ζε­ται ό­χι μό­νο το να “δέ­νεις” με μά­για, αλ­λά α­κό­μη και να πι­στεύεις σε αυ­τά. Στο διή­γη­μα, μά­να και κό­ρη, που και μό­νο συλ­λο­γί­στη­καν να προ­σφύ­γουν στα μά­για, φο­βού­νται την ε­ξο­μο­λό­γη­ση. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης υ­παι­νίσ­σε­ται την αυ­στη­ρή στά­ση της Εκκλη­σίας για τα μά­για, πα­ρου­σιά­ζο­ντας σε α­ντι­δια­στο­λή τον “προϊστά­με­νο” μιας “πα­λαιών ε­θί­μω­ν” μο­να­στι­κής κοι­νό­τη­τας” ως τον μό­νο ι­κα­νό να δώ­σει ε­ξι­λα­στή­ριες συμ­βου­λές α­ντί να α­πο­πέμ­ψει τις έ­χου­σες υ­πο­πέ­σει στο εν λό­γω α­μάρ­τη­μα. Εκτός α­πό δει­σι­δαι­μο­νίες και μά­για, οι πρό­λο­γοι δυο διη­γη­μά­των, «Η χτυ­πη­μέ­νη» και «Της Κοκ­κώ­νας το σπί­τι», α­να­φέ­ρο­νται σε α­κα­τοί­κη­τα και ε­ρει­πω­μέ­να σπί­τια ως “κα­τοι­κη­τή­ρια φα­ντα­σμά­τω­ν”. Αν άλ­λοι συγ­γρα­φείς, σε χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τα, ε­μπλέ­κουν κα­λι­κα­ντζά­ρους, ο Πα­πα­δια­μά­ντης προ­τι­μά φα­ντά­σμα­τα, ε­νώ, εν πα­ρό­δω, α­να­φέ­ρει και βρι­κό­λα­κες.
Όσο για τον κό­σμο των α­ντρών, έ­χει κι αυ­τός το μερ­τι­κό του στα ε­ορ­τα­στι­κά. Δε­δο­μέ­νου ό­τι πρό­κει­ται για σκια­θί­τι­κα διη­γή­μα­τα και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ά­ντρες εί­ναι θα­λασ­σι­νοί, πε­ρισ­σεύουν τα ναυά­για. Πα­ρα­μο­νές Χρι­στου­γέν­νων συμ­βαί­νει το ναυά­γιο της λέμ­βου, που α­κούει στο πα­ρά­ξε­νο ό­νο­μα «Υπη­ρέ­τρα», στο ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα. Ένα δεύ­τε­ρο ναυά­γιο, αυ­τήν τη φο­ρά μιας βρα­τσέ­ρας, λαμ­βά­νει χώ­ρα πα­ρα­μο­νές Πρω­το­χρο­νιάς, στο διή­γη­μα «Τα Λι­μα­νά­κια». Ενώ, μια τρί­τη βάρ­κα φέρ­νει εις πέ­ρας, πα­ρά την κα­κο­και­ρία, τη με­τα­φο­ρά λί­γων αρ­νιών για το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο τρα­πέ­ζι, στο διή­γη­μα «Το κρυ­φό Μαν­δρά­κι». Γί­νε­ται, ό­μως, και έ­να τρί­το ναυά­γιο, ε­κεί­νο της πα­λαιάς βάρ­κας του Σα­γρή, στο «Για­λό­ξυ­λο». Σε ό­λα αυ­τά δι­εκ­τρα­γω­δού­νται οι πε­ρι­πέ­τειες φτω­χών και τα­λαί­πω­ρων. Υπάρ­χουν, ό­μως, και δυο διη­γή­μα­τα για τα κα­τορ­θώ­μα­τα των κα­πε­τά­νιω­ν: το εύ­θυ­μο «Τ' Μπου­φ' του πλι'» και «Ο Χα­ρα­μά­δος», που σύμ­φω­να με τον α­φη­γη­τή ση­μαί­νει τον α­πο­συ­νά­γω­γο. Αγνοού­με εάν ο κα­πε­τάν Ηρα­κλής ο Κα­λού­μπας, ο ο­ποίος “η­γα­νά­κτη­σε και ί­σως πα­ρε­ξε­τρά­πη κα­τά του Εβραίου φορ­τω­τή”, που αρ­νιό­ταν να εκ­φορ­τώ­σει η­μέ­ρα Σάβ­βα­το, έ­χει κα­τα­γρα­φεί ως έ­νας α­πό τους πρώ­τους α­ντι­ση­μί­τες ή­ρωες της πε­ζο­γρα­φίας μας.

Έρω­τες

Ανά­με­σα στον κό­σμο των γυ­ναι­κών και ε­κεί­νο των αν­δρών, εί­θι­σται να πα­ρεμ­βαί­νει, συ­νή­θως ως συν­δε­τι­κός κρί­κος, ο έ­ρω­τας. Τι γί­νε­ται, λοι­πόν, με τον έ­ρω­τα στα ε­ορ­τα­στι­κά του Πα­πα­δια­μά­ντη; Κα­τ' αρ­χήν, έ­χου­με τον ο­μορ­φο­νιό στο διή­γη­μα «Οι ε­λα­φροΐσκιω­τοι», που βα­σα­νί­ζει, εκ πα­ραλ­λή­λου και για χρό­νια, δυο αρ­ρα­βω­νια­στι­κιές. Ύστε­ρα, δύο α­τυ­χείς έ­ρω­τες: Εκεί­νον του κα­πε­τάν Γιαν­νά­κου του Συρ­μαή για την Κοκ­κώ­να-Αννί­κα, την ο­ποία αρ­ρα­βω­νιά­στη­κε στην Βα­σι­λεύου­σα, του­τέ­στιν την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, αλ­λά την έ­χα­σε φθι­σι­κή, πριν προ­λά­βουν να ε­γκα­τα­στα­θούν στο σπί­τι, που της ε­τοί­μα­ζε στην πο­λί­χνη του νη­σιού του, «Της Κοκ­κώ­νας το σπί­τι» με το ό­νο­μα. Επί­σης, ε­κεί­νον του Βα­σι­λό­που­λου για τη Λου­λού­δω, στο «Άνθος του Για­λού». Στα ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα, ο έ­ρω­τας ως κυ­ρίως θέ­μα α­πα­ντά­ται μό­νο σε δυο και πρό­κει­ται για γε­ρο­ντοέ­ρω­τες. Στο πρώ­το, «Ο Αμε­ρι­κά­νος», ξε­κί­νη­σε ως έ­ρω­τας νε­α­νι­κός, κα­τέ­λη­ξε, ό­μως, γε­ρο­ντι­κός, για­τί ε­κεί­νος ξε­νι­τεύ­τη­κε, ε­νώ ε­κεί­νη πα­ρέ­μει­νε πι­στή, α­να­μέ­νο­ντάς τον για εί­κο­σι και πλέ­ον έ­τη. Πα­ρα­δό­ξως, ε­κεί­νος, ό­χι μό­νο ε­πέ­στρε­ψε μια πα­ρα­μο­νή Χρι­στου­γέν­νων, αλ­λά α­μ' έ­πος α­μ' έρ­γον, την Κυ­ρια­κή με­τά την Χρι­στού Γέν­νη­ση, την νυμ­φεύ­θη­κε. Γρά­φου­με πα­ρα­δό­ξως, κα­θώς ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν α­γα­πού­σε τα χά­πι ε­ντ. Το δεύ­τε­ρο, με γνή­σιο γε­ρο­ντοέ­ρω­τα, εί­ναι το διή­γη­μα «Ο έ­ρω­τας στα χιό­νια», που, ό­λως πα­ρα­δό­ξως και χω­ρίς ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία, ο Μουλ­λάς συ­νυ­πο­λο­γί­ζει στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κού τύ­που. Το διή­γη­μα κα­τα­λή­γει με το θά­να­το του ε­ρω­τευ­μέ­νου. Δεν εί­ναι, ό­μως, το μό­νο, που κα­τα­λή­γει με έ­ναν νε­κρό. Θα­νά­τους έ­χου­με στο πρώ­το του 1887, «Το χρι­στό­ψω­μο», στο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο του 1890, «Η χτυ­πη­μέ­νη», σε έ­να α­πό τα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα του 1891, «Ο πο­λι­τι­σμός εις το χω­ρίον», μέ­χρι και σε έ­να α­πό τα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα της τε­λευ­ταίας χρο­νιάς που δη­μο­σιεύει ε­ορ­τα­στι­κά, του 1906, το «Άνθος του για­λού». Σί­γου­ρα, πά­ντως, «Ο έ­ρω­τας στα χιό­νια», εί­ναι το τρα­γι­κό­τε­ρο α­πό τα ε­ορ­τα­στι­κά του. Υπο­σχό­μα­στε Πα­πα­δια­μά­ντη συ­νέ­χεια κα­τά το νέο έ­τος, αν, βε­βαίως, δια­τη­ρη­θεί υ­ψη­λό το α­να­γνω­στι­κό εν­δια­φέ­ρον.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου


Φωτο 1 Το εξώφυλλο της συλλογής «Χριστουγεννιάτικα διηγήματα» στην έκδοση Ηλίας Ν. Δικαίος, του 1912. Το εξώφυλλο και η εικονογράφηση των διηγημάτων έγιναν από τον ζωγράφο Φρίξο Αριστέα. Βιβλιογραφικά αποτελεί την πρώτη εικονογραφημένη έκδοση Παπαδιαμάντη. Ο ίδιος φιλοτέχνησε εξώφυλλα και εικονογράφηση στα Πασχαλινά και τα Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα, που εκδόθηκαν, τα μεν πρώτα το ίδιο έτος, τα δε δεύτερα το 1914. Το πορτρέτο, που κοσμεί το εξώφυλλο, είναι, σε άριστη για την εποχή χρωμολιθογραφημένη απόδοση, η μία από τις δύο φωτογραφίες του Παπαδιαμάντη, που τράβηξε το 1908 ο ζωγράφος Γεώργιος Χατζόπουλος στο ατελιέ του.

Φωτο 2 Εικονογράφηση του Μίνου Αργυράκη από παλαιότερη αναδημοσίευση του διηγήματος «Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη».

Φωτο 3 Από την εικονογράφηση του διηγήματος «Ο έρωτας στα χιόνια» του Δημήτρη Μοράρου για την ανθολογία «Να είχεν ο έρωτας σαΐτες! Επτά αγαπητικά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη» με επιμέλεια του Κώστα Ακρίβου των εκδόσεων Μεταίχμιο, 2010.