Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Βραβεία Λογοτεχνίας

Αρκε­τά α­σχο­λη­θή­κα­με με τα λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία της αλ­λο­δα­πής. Κα­λό το Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνίας. Πρα­κτι­κοί οι Σουη­δοί, σε και­ρούς δύ­σκο­λους, βρά­βευ­σαν έ­ναν δι­κό τους άν­θρω­πο. Τον ποιη­τή Τού­μας Τραν­στρέ­μερ. Εί­ναι ο έ­βδο­μος σουη­δός νο­μπε­λί­στας, 102 χρό­νια με­τά την πρώ­τη σουη­δή βρα­βευ­μέ­νη Σά­ρα Λά­γκερ­λεφ. Κα­λό και το Μπού­κε­ρ, που δό­θη­κε, τε­λι­κά, στον Τζού­λιαν Μπάρ­νς. Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με ό­τι πρό­κει­ται για έ­να μί­νι μυ­θι­στό­ρη­μα μό­λις 150 σε­λί­δων. Κα­λύ­τε­ρο, ό­μως, δεί­χνει το α­ντι-Μπού­κε­ρ, που μό­λις θε­σπί­στη­κε και το ο­ποίο βά­πτι­σαν Βρα­βείο Λο­γο­τε­χνίας. Εί­ναι, ό­μως, και­ρός να α­σχο­λη­θού­με και με τα του οί­κου μας. Εδώ, ό­λα μπο­ρεί να βαί­νουν κα­τά κρη­μνών, πλην των ε­φε­τι­νών κρα­τι­κών βρα­βείων. Τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία 2011, που θα κρί­νουν τις περ­σι­νές εκ­δό­σεις, θα τα διέ­πει η και­νούρ­για νο­μο­θε­σία. Ο Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού και Του­ρι­σμού Παύ­λος Γε­ρου­λά­νος πραγ­μα­το­ποίη­σε τη δέ­σμευ­σή του να εκ­συγ­χρο­νί­σει το θε­σμό των Κρα­τι­κών Βρα­βείων. Στα τέ­λη του 2010, ο νέ­ος νό­μος κα­ταρ­τί­στη­κε και υ­περ­ψη­φί­στη­κε α­πό τα κόμ­μα­τα της κε­ντρο­δε­ξιάς και της κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς. Βε­βαίως, ο ευαγ­γε­λι­ζό­με­νος εκ­συγ­χρο­νι­σμός θα προ­κύ­ψει εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, δε­δο­μέ­νου ό­τι στα κα­θ’ η­μάς οι δια­κη­ρύ­ξεις πε­ρισ­σεύουν. Ο Νό­μος α­να­μέ­νε­ται δια της ε­φαρ­μο­γής του να α­πο­κα­τα­στή­σει το κύ­ρος των Κρα­τι­κών Βρα­βείων. Ανε­ξάρ­τη­τα αν οι Κασ­σάν­δρες του χώ­ρου του βι­βλίου θεω­ρούν το κύ­ρος τους χα­μέ­νη υ­πό­θε­ση. Όπως και να έ­χει, για ό­σους, μέ­σα στη λαί­λα­πα των κα­κου­χιών, έ­χουν λη­σμο­νή­σει τις σχε­τι­κές νο­μο­θε­τι­κές αλ­λα­γές, α­ντι­γρά­φου­με ο­ρι­σμέ­νες α­πό τις νέες δια­τά­ξεις α­πό την α­να­κοί­νω­ση του ΥΠ.ΠΟΤ., με η­με­ρο­μη­νία 12/1/2011.
Αυ­τές έ­χουν κα­τά λέ­ξη ως ε­ξής:
«1. Θέ­σπι­ση νέων Βρα­βείων
Το Βρα­βείο Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, που θα α­πο­νέ­με­ται σε νέ­ους δη­μιουρ­γούς μέ­χρι 35 ε­τών. Η θέ­σπι­ση του εν λό­γω Βρα­βείου έρ­χε­ται να προ­στε­θεί στη δέ­σμη μέ­τρων που προω­θεί το ΥΠ.ΠΟ.Τ. για τη στή­ρι­ξη της νέ­ας δη­μιουρ­γίας στον χώ­ρο του βι­βλίου μέ­σω του Προ­γράμ­μα­τος Δρά­σης του Ε.ΚΕ.ΒΙ. (κα­θιέ­ρω­ση υ­πο­τρο­φιών για νέ­ους συγ­γρα­φείς, διορ­γά­νω­ση Φε­στι­βάλ Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων και Νέων Συγ­γρα­φέων, α­ξιο­ποίη­ση ε­νός «βή­μα­τος ι­δεών» στο ι­στο­λό­γιο του Ε.ΚΕ.ΒΙ. για νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς).
Και έ­να Ει­δι­κό Θε­μα­τι­κό Βρα­βείο που θα α­πο­νέ­με­ται σε λο­γο­τε­χνι­κό βι­βλίο το ο­ποίο προά­γει τον διά­λο­γο για ευαί­σθη­το κοι­νω­νι­κό ζή­τη­μα. Στοι­χεία που θα πρέ­πει να λά­βει υ­πό­ψη της η ε­πι­τρο­πή για την α­πο­νο­μή του βρα­βείου αυ­τού εί­ναι η τόλ­μη και η πρω­το­τυ­πία με την ο­ποία ο συγ­γρα­φέ­ας δια­πραγ­μα­τεύε­ται το εν λό­γω ζή­τη­μα κα­θώς και ο βαθ­μός στον ο­ποίο το βι­βλίο του συμ­βάλ­λει στην ευαι­σθη­το­ποίη­ση της κοι­νής γνώ­μης.
2. Αλλα­γές στη δια­δι­κα­σία: ε­νί­σχυ­ση της δια­φά­νειας, του κύ­ρους και του παι­δα­γω­γι­κού ρό­λου των Βρα­βείων, του πλου­ρα­λι­σμού και της α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τας των Επι­τρο­πών βρά­βευ­σης
Για πρώ­τη φο­ρά κα­θο­ρί­ζε­ται χρό­νος έ­ναρ­ξης των ερ­γα­σιών των Επι­τρο­πών (Μάιος), χρό­νος α­να­κοί­νω­σης βρα­χειών λι­στών (Οκτώ­βριος) και χρό­νος α­να­κοί­νω­σης (Νοέμ­βριος) και α­πο­νο­μής των Βρα­βείων (Δε­κέμ­βριος). Πα­ράλ­λη­λα με την α­να­κοί­νω­ση των βρα­χειών λι­στών κα­θιε­ρώ­νε­ται η υ­πο­χρέω­ση δη­μο­σίευ­σης αι­τιο­λο­γη­μέ­νης έκ­θε­σης η ο­ποία α­ξιο­λο­γεί τη στάθ­μη και τις τά­σεις της ε­τή­σιας λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρα­γω­γής. Επι­πλέ­ον, λαμ­βά­νε­ται μέ­ρι­μνα ώ­στε με την α­να­κοί­νω­ση των Βρα­βείων να δη­μο­σιεύε­ται το σκε­πτι­κό των αρ­μο­δίων Επι­τρο­πών κα­θώς και η γνώ­μη της μειο­ψη­φίας. Έτσι, α­φε­νός δί­νε­ται έμ­φα­ση στον παι­δα­γω­γι­κό ρό­λο του θε­σμού των Κρα­τι­κών Λο­γο­τε­χνι­κών Βρα­βείων, κι α­φε­τέ­ρου δια­σφα­λί­ζο­νται οι μέ­γι­στες δυ­να­τές συν­θή­κες δια­φά­νειας και εύ­ρυθ­μης λει­τουρ­γίας των Επι­τρο­πών, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να κα­θί­στα­ται δυ­να­τή η πρό­σβα­ση του πο­λί­τη σε κά­θε φά­ση της δια­δι­κα­σίας βρά­βευ­σης.
Τρο­πο­ποιεί­ται ε­ξάλ­λου η σύν­θε­ση των Επι­τρο­πών ώ­στε να α­πο­δε­σμευ­θούν α­πό α­γκυ­λώ­σεις, να γί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο πλου­ρα­λι­στι­κές και α­νοι­χτές στην κοι­νω­νία και, ι­δίως, τις νέες τά­σεις στον χώ­ρο του βι­βλίου.
3. Άλλες ση­μα­ντι­κές αλ­λα­γές
Δυ­νά­μει της νέ­ας νο­μο­θε­σίας, τα Κρα­τι­κά Λο­γο­τε­χνι­κά Βρα­βεία μπο­ρούν πλέ­ον να α­πο­νέ­μο­νται τό­σο σε Έλλη­νες πνευ­μα­τι­κούς δη­μιουρ­γούς ό­σο και σε δη­μιουρ­γούς που δεν έ­χουν την ελ­λη­νι­κή υ­πη­κοό­τη­τα αλ­λά γρά­φουν στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, συμ­βάλ­λο­ντας έ­τσι στον ε­μπλου­τι­σμό αλ­λά και τη διά­δο­ση της ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας.
Επι­πλέ­ον, το Με­γά­λο Βρα­βείο Λο­γο­τε­χνίας με­το­νο­μά­ζε­ται σε «Με­γά­λο Βρα­βείο Γραμ­μά­των» ώ­στε να εί­ναι δυ­να­τή η α­πο­νο­μή του ε­κτός α­πό λο­γο­τέ­χνες και σε με­τα­φρα­στές για τη συ­νο­λι­κή τους προ­σφο­ρά στα Γράμ­μα­τα.
Επί­σης, για πρώ­τη φο­ρά α­πο­δε­σμεύο­νται οι Επι­τρο­πές α­πό την υ­πο­χρέω­ση να λαμ­βά­νουν υ­πό­ψη τους μό­νο βι­βλία που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στον κα­τά­λο­γο της Εθνι­κής Βι­βλιο­θή­κης. Διευ­ρύ­νε­ται, έ­τσι, η βά­ση των κρι­νό­με­νων βι­βλίων ώ­στε να α­ξιο­λο­γεί­ται, ει δυ­να­τόν, το σύ­νο­λο της λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρα­γω­γής κά­θε έ­τους. Απα­ραί­τη­τες προϋπο­θέ­σεις για να λη­φθεί υ­πό­ψη βι­βλίο το ο­ποίο δεν πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στον κα­τά­λο­γο της Εθνι­κής Βι­βλιο­θή­κης εί­ναι α. αί­τη­ση κά­θε εν­δια­φε­ρό­με­νου (τρί­του ή μέ­λους της Επι­τρο­πής) και β. να προ­κύ­πτει με βε­βαιό­τη­τα η χρο­νο­λο­γία έκ­δο­σής του και να φέ­ρει στο ο­πι­σθό­φυλ­λό του α­ριθ­μό κα­τα­χώ­ρι­σης (ISBN).»
Σύμ­φω­να με αυ­τήν την α­να­κοί­νω­ση, οι βρα­χείες λί­στες θα έ­πρε­πε να εί­χαν ή­δη κοι­νο­ποιη­θεί. Πα­ρά τις δια­κη­ρύ­ξεις και τη δη­μό­σια δέ­σμευ­ση, φαί­νε­ται ό­τι ο φόρ­τος ερ­γα­σίας κρί­θη­κε υ­περ­βο­λι­κός, γι’ αυ­τό και δό­θη­κε πα­ρά­τα­ση δύο μη­νών. Έτσι, τα Βρα­βεία του 2011, για τα βι­βλία του 2010, θα γνω­στο­ποιη­θούν το 2012. Εν ο­λί­γοις, μια α­πό τα ί­δια. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, εί­ναι ό­τι βρα­χείες λί­στες και βρα­βεύ­σεις θα συ­νο­δεύο­νται α­πό αι­τιο­λο­γη­μέ­νη έκ­θε­ση. Βε­βαίως, με τον προ­η­γού­με­νο νό­μο, οι Επι­τρο­πές υ­πο­χρε­ού­ντο να κρα­τούν α­να­λυ­τι­κά πρα­κτι­κά α­νά συ­νε­δρία. Εθι­μι­κά, ό­μως, η ε­φαρ­μο­γή αυ­τού του κα­νο­νι­σμού α­τό­νη­σε. Αντ’ αυ­τού, ε­πι­κρά­τη­σε η συ­νή­θεια έ­κα­στο μέ­λος της Επι­τρο­πής να συ­νο­ψί­ζει εκ των υ­στέ­ρων τι εί­χε προ­φο­ρι­κά υ­πο­στη­ρί­ξει κα­τά τις συ­νε­δρίες και, εκ των ε­νό­ντων, να γί­νε­ται το μα­γεί­ρε­μα των πρα­κτι­κών. Τα πρα­κτι­κά δεν δη­μο­σιο­ποιού­ντο. Μπο­ρού­σαν, ό­μως, οι ά­με­σα εν­δια­φε­ρό­με­νοι, κα­τό­πιν αι­τή­σεως, να πλη­ρο­φο­ρη­θούν τα α­πο­σπά­σμα­τα που τους α­φο­ρού­σαν. Έμπλε­καν, ό­μως, στη χρο­νο­βό­ρα δια­δι­κα­σία του ελ­λη­νι­κού δη­μο­σίου. Πέ­ραν αυ­τού, το εν­δια­φε­ρό­με­νο κοι­νό έ­με­νε χω­ρίς ε­νη­μέ­ρω­ση της ό­λης δια­δι­κα­σίας, με πα­ρε­πό­με­νο να ορ­γιά­ζει η πα­ρα­πλη­ρο­φό­ρη­ση.
Πλην της αι­τιο­λο­γη­μέ­νης έκ­θε­σης, αυ­τή τη φο­ρά, θα έ­χου­με και δυο και­νού­ρια βρα­βεία. Ωστό­σο, εκ­πλήσ­σει η θέρ­μη, που ε­πέ­δει­ξε ο Υπουρ­γός, για την υ­πο­στή­ρι­ξη η­λι­κια­κά νέων συγ­γρα­φέων. Δό­ξα τω Θεώ, δεν πά­σχει η χώ­ρα α­πό την έλ­λει­ψη, του­λά­χι­στον α­ριθ­μη­τι­κή, νε­α­ρών συγ­γρα­φέων. Μάλ­λον μέ­τρα για την α­να­χαί­τι­ση του συρ­μού θα έ­πρε­πε να λη­φθούν. Εκτός κι αν η Κυ­βέρ­νη­ση έ­χει πει­στεί, ό­τι πά­σα άλ­λη πα­ρα­γω­γι­κή α­σχο­λία έ­χει ε­κλεί­ψει. Αλλά και το δεύ­τε­ρο και­νού­ριο βρα­βείο μας πα­ρα­ξε­νεύει, κα­θώς δεί­χνει να στη­ρί­ζε­ται κυ­ρίως σε ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κούς πα­ρά­γο­ντες. Το γε­γο­νός, πά­ντως, ό­τι για την α­πο­νο­μή ο­ποιου­δή­πο­τε βρα­βείου δεν θα α­παι­τεί­ται η ελ­λη­νι­κή υ­πη­κοό­τη­τα συ­νι­στά έ­να λα­μπρό μέ­τρο για την α­να­χαί­τι­ση της μα­ζι­κής ε­ξό­δου α­πό την χώ­ρα των με­τα­να­στών, που πα­ρα­τη­ρεί­ται ε­σχά­τως. Δεν εί­ναι, ω­στό­σο, το ί­διο σί­γου­ρο, ό­τι θα α­πο­βεί ε­π’ ω­φε­λεία του θε­σμού η με­το­νο­μα­σία του Με­γά­λου Βρα­βείου Λο­γο­τε­χνίας. Ιδίως, αν έ­γι­νε, ό­πως διευ­κρι­νί­ζε­ται, για να συ­μπε­ρι­λη­φθούν οι με­τα­φρα­στές. Αν η πα­λαιό­τε­ρη ο­νο­μα­σία α­πέ­κλειε κά­ποιους, αυ­τοί δεν ή­ταν οι με­τα­φρα­στές αλ­λά οι με­λε­τη­τές. Αρκε­τοί εί­ναι οι πρε­σβύ­τες των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των, που δεν τυ­χαί­νουν βρά­βευ­σης στο μέ­τρο της προ­σφο­ράς τους. Όσο για την α­πο­δέ­σμευ­ση των Επι­τρο­πών α­πό τους Κα­τα­λό­γους της Εθνι­κής Βι­βλιο­θή­κης, αυ­τό δεν εί­ναι άλ­λο πα­ρά η πλή­ρης α­πα­ξίω­ση του μο­να­δι­κού αυ­τού κρα­τι­κού θε­σμού, ε­πει­δή α­νέ­κα­θεν ο­ρι­σμέ­νοι σνο­μπ λη­σμο­νούν να κα­τα­θέ­σουν, ό­πως υ­πο­χρε­ού­νται βά­ση του Νό­μου, τα εκ­δο­θέ­ντα βι­βλία.
Εκεί­νη η πα­ρά­γρα­φος του νέ­ου Νό­μου, που μέ­νει μάλ­λον θο­λή, πι­θα­νώς λό­γω της ρη­το­ρι­κής εκ­φο­ράς της, εί­ναι η σχε­τι­κή με την σύν­θε­ση της Επι­τρο­πής. Δό­θη­καν, ω­στό­σο, πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρι­νί­σεις κα­τά την α­να­κοί­νω­ση της σύν­θε­σής της, στις 14/7/2011. Τις α­ντι­γρά­φου­με κι αυ­τές, μή­πως και φω­τι­στού­με:
«Κα­τά τη συ­γκρό­τη­ση των ε­πι­τρο­πών, η ο­ποία γί­νε­ται για πρώ­τη φο­ρά με βά­ση τη νέα νο­μο­θε­σία που διέ­πει τον θε­σμό των Κρα­τι­κών Βρα­βείων (άρ. 40 ν. 3905/2010), δό­θη­κε προ­τε­ραιό­τη­τα στην α­νά­γκη ρι­ζι­κής α­να­νέω­σης της σύν­θε­σης των ε­πι­τρο­πών, στην α­νά­γκη να εκ­προ­σω­πού­νται σε αυ­τές ό­σο το δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρες γε­νιές και «σχο­λές» κρι­τι­κών λο­γο­τε­χνίας, πα­νε­πι­στη­μια­κών, συγ­γρα­φέων, με­τα­φρα­στών και ει­κο­νο­γρά­φων, κα­θώς και την α­νά­γκη να προ­αχ­θεί η δια­φά­νεια, η α­ξιο­κρα­τία και η ε­ξω­στρέ­φεια του θε­σμού.
Υπεν­θυ­μί­ζε­ται ό­τι κά­θε ε­πι­τρο­πή α­πο­τε­λεί­ται α­πό εν­νέα μέ­λη τα ο­ποία διο­ρί­ζο­νται με διε­τή θη­τεία.
Η σύν­θε­ση των νέων ε­πι­τρο­πών έ­χει ως ε­ξής:
Επι­τρο­πή για τα Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας, το Με­γά­λο Βρα­βείο Γραμ­μά­των και το Βρα­βείο Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου Συγ­γρα­φέα, το Ει­δι­κό Θε­μα­τι­κό Βρα­βείο και τα Βρα­βεία Δο­κι­μίου-Μαρ­τυ­ρίας.
Πρό­ε­δρος: Νί­κος Δαβ­βέ­τας, Κρι­τι­κός Λο­γο­τε­χνίας, Συγ­γρα­φέ­ας/ Αντι­πρό­ε­δρος: Λί­ζυ Τσι­ρι­μώ­κου, Κα­θη­γή­τρια Αρι­στο­τε­λείου Πα­νε­πι­στη­μίου Θεσ­σα­λο­νί­κης/ Μέ­λη: Χρή­στος Αστε­ρίου, Συγ­γρα­φέ­ας/ Άννα Κα­ρα­κα­τσού­λη, Επί­κου­ρη Κα­θη­γή­τρια Εθνι­κού και Κα­πο­δι­στρια­κού Πα­νε­πι­στη­μίου Αθη­νώ­ν/ Δη­μή­τρης Καρ­γιώ­της, Επί­κου­ρος Κα­θη­γη­τής Πα­νε­πι­στη­μίου Ιωαν­νί­νω­ν/ Τί­να Μαν­δη­λα­ρά, Κρι­τι­κός Λο­γο­τε­χνίας/ Δη­μή­τρης Μίγ­γας, Συγ­γρα­φέ­ας/ Λί­να Πα­ντα­λέων, Κρι­τι­κός Λο­γο­τε­χνίας /Ανδρέ­ας Μή­τσου, Συγ­γρα­φέ­ας.»
Κα­τ’ αρ­χήν, τα πε­ρί ρι­ζι­κής α­να­νέω­σης της Επι­τρο­πής δεν κα­θί­στα­νται προ­φα­νή α­πό τη συ­γκε­κρι­μέ­νη σύν­θε­ση. Εννε­α­με­λής ή­ταν στο πα­ρελ­θόν η Επι­τρο­πή και εν­νε­α­με­λής πα­ρα­μέ­νει. Ο προ­η­γού­με­νος Νό­μος πρό­βλε­πε τρι­με­λή εκ­προ­σώ­πη­ση α­πό τους χώ­ρους της κρι­τι­κής, της λο­γο­τε­χνίας και τον πα­νε­πι­στη­μια­κό α­ντί­στοι­χα. Κα­θώς υ­πάρ­χούν πά­ντα μέ­λη με πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας ι­διό­τη­τες, λαμ­βα­νό­ταν υ­πό­ψη η ελ­λεί­που­σα ι­διό­τη­τα, ώ­στε να ε­ξι­σορ­ρο­πεί­ται η προ­βλε­πό­με­νη εκ­προ­σώ­πη­ση. Πα­ρά την ε­λα­στι­κό­τη­τα του νέ­ου Νό­μου ως προς αυ­τό το ση­μείο, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι υ­πήρ­ξε φρο­ντί­δα για τρι­με­λή εκ­προ­σώ­πη­ση. Και σε αυ­τήν την Επι­τρο­πή υ­πάρ­χουν τρεις κρι­τι­κοί λο­γο­τε­χνίας, τρεις συγ­γρα­φείς και τρεις πα­νε­πι­στη­μια­κοί, κα­θώς ο Πρό­ε­δρος δη­λώ­νει δι­πλή ι­διό­τη­τα, προ­τάσ­σο­ντας ε­κεί­νη του κρι­τι­κού. Άλλω­στε, τι κύ­ρος θα εί­χε έ­νας πρό­ε­δρος έ­χο­ντας μό­νο την ι­διό­τη­τα του συγ­γρα­φέα.
Όσο α­φο­ρά την πλή­θυν­ση των γε­νιών, δεν φαί­νε­ται να έ­γι­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρες. Απλώς με­τα­κι­νή­θη­κε το η­λι­κια­κό φά­σμα προς μι­κρό­τε­ρες η­λι­κίες, α­πο­κλείο­ντας τη δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά και τη γε­νιά του ’70. Ως ου­σια­στι­κή δια­φο­ρο­ποίη­ση θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί η ε­πι­λο­γή του προέ­δρου. Πρό­κει­ται για τον σχε­τι­κά νεό­τε­ρο πρό­ε­δρο των τε­λευ­ταίων ε­τών, ο ο­ποίος, για πρώ­τη φο­ρά, δεν εί­ναι πα­νε­πι­στη­μια­κός. Η αρ­χή του πα­νε­πι­στη­μια­κού προέ­δρου ε­φαρ­μο­ζό­ταν α­πα­ρέ­γκλι­τα. Ακό­μη κι ό­ταν μέ­λος της Επι­τρο­πής ή­ταν ο Αλέξ. Αργυ­ρίου, τον ο­ποίο ο χώ­ρος του βι­βλίου θεω­ρού­σε πρύ­τα­νη της λο­γο­τε­χνι­κής κρι­τι­κής. Ωστό­σο, ό­ποιος γνω­ρί­ζει την ι­στο­ρία των Κρα­τι­κών Βρα­βείων, θα πρέ­πει να θυ­μά­ται, ό­τι ο πρώ­τος Πρό­ε­δρος, ο κα­θη­γη­τής με­σαιω­νι­κής και νε­ο­ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας Γεώρ­γιος Ζώ­ρας, ή­ταν, το 1958 που προή­δρευε, κα­τά έ­να χρό­νο νεό­τε­ρος του νυν προέ­δρου. Ενώ, ο Άλκης Θρύ­λος, α­πλό μέ­λος ε­κεί­νης της πρώ­της Επι­τρο­πής, εί­χε πα­τή­σει τα ε­ξή­ντα δύο.
Το θέ­μα, ό­μως, δεν εί­ναι η η­λι­κία, αλ­λά το ε­κτό­πι­σμα των με­λών, το γε­νι­κό­τε­ρο και το ει­δι­κό­τε­ρο στο χώ­ρο του βι­βλίου. Όσο για την τε­λευ­ταία ε­ξαγ­γε­λία πε­ρί εκ­προ­σώ­πη­σης πε­ρισ­σό­τε­ρων σχο­λών κρι­τι­κών λο­γο­τε­χνίας, πα­νε­πι­στη­μια­κών και συγ­γρα­φέων, εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο να δια­πι­στω­θεί κα­τά πό­σο ευο­δώ­θη­κε. Για τις σχο­λές κρι­τι­κής, οι τρεις της Επι­τρο­πής, που α­σχο­λού­νται συ­στη­μα­τι­κά με τη βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, δη­λα­δή η α­ντι­πρό­ε­δρος και οι δυο νεό­τε­ρες κρι­τι­κοί, προ­σώ­ρας, μό­νο της πρώ­της το στίγ­μα εί­ναι σα­φές. Για τις σχο­λές πα­νε­πι­στη­μια­κών, πρό­κει­ται για δυο νεό­τα­τα μέ­λη της κοι­νό­τη­τας, με πε­ριο­ρι­σμέ­νο και σε ει­δι­κή πε­ριο­χή έρ­γο. Μέ­νουν οι σχο­λές συγ­γρα­φέων. Όσο μπο­ρού­με να κρί­νου­με, με βά­ση το πε­ζο­γρα­φι­κό τους έρ­γο, θα τους το­πο­θε­τού­σα­με στην ί­δια σχο­λή.
Απο­μέ­νει το ευ­χο­λό­γιο του Υπουρ­γού και των συμ­βού­λων του, κα­τά την κα­τάρ­τι­ση του Νό­μου, να προ­αχ­θεί, με την ι­σχύου­σα πλέ­ον νο­μο­θε­σία, η δια­φά­νεια, η α­ξιο­κρα­τία και η ε­ξω­στρέ­φεια του θε­σμού. Γε­νι­κώς, ό­ταν κά­τι βρί­σκε­ται πλη­σίον του μη­δε­νός, εύ­κο­λα προά­γε­ται και α­κό­μη ευ­κο­λό­τε­ρα ε­ξαγ­γέλ­λε­ται ό­τι θα προ­αχ­θεί. Ωστό­σο, δο­μι­κό στοι­χείο ε­δώ εί­ναι οι νοο­τρο­πίες, οι ο­ποίες, ό­πως α­πο­δει­κνύε­ται, δεν α­πο­τε­λούν συ­νάρ­τη­ση ού­τε της η­λι­κίας ού­τε της ε­πο­χής. Εί­θε, για μια πρώ­τη φο­ρά, κα­τά την κρί­ση, να λη­φθούν υ­πό­ψη μό­νο τα προς βρά­βευ­ση βι­βλία. Ού­τε η φυ­σι­κή, κοι­νω­νι­κή, ε­παγ­γελ­μα­τι­κή υ­πό­στα­ση του συγ­γρα­φέα ού­τε, ε­πί­σης, η μαυ­λι­στι­κή ή εκ­φο­βι­στι­κή στά­ση των εκ­δο­τών και των συμ­βού­λων τους, ού­τε, τέ­λος, ο κύ­κλος φί­λων και γνω­στών ε­κά­στου κρι­τή, που α­να­θερ­μαί­νουν σχέ­σεις και συ­σφίγ­γουν δε­σμούς με τον κα­τέ­χο­ντα αυ­τήν την ε­ξου­σία, πρέ­πει να λαμ­βά­νο­νται υ­πό­ψη. Όλα αυ­τά, ό­μως, θα σχο­λια­στούν στην ώ­ρα τους.
Αν, πά­ντως, ε­μείς σπεύ­σα­με να σχο­λιά­σου­με τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία, εί­ναι για να γλυ­κά­νου­με τους α­να­γνώ­στες μας. Αντί να μαυ­ρί­ζει η ψυ­χή τους, πε­ρι­μέ­νο­ντας τους κό­λα­φους Άγγλων, Γάλ­λων, Πορ­το­γά­λων, που θα έ­λε­γε και ο κα­ρα­γκιό­ζης, ας προ­σβλέ­πουν στα α­να­βα­πτι­σμέ­να Κρα­τι­κά Βρα­βεία.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 23/10/2011

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Παπαδιαμαντικοί πνιγμοί ή Κοκκώνες, σαρανταλείτουργα και θαύματα

Την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, με α­φορ­μή το με­λέ­τη­μα της Στέλ­λας Χε­λι­δώ­νη, «Μια εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση κρυμ­μέ­νη στο “Κοι­νω­νι­κόν Μυ­θι­στό­ρη­μα” του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη Η Φό­νισ­σα», δη­μο­σιευ­μέ­νο στο τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Κον­δυ­λο­φό­ρος», εί­χα­με σχο­λιά­σει την τυ­χόν δια­κει­με­νι­κή συγ­γέ­νεια α­νά­με­σα στους κα­τά συρ­ροή πνιγ­μούς, που συμ­βαί­νουν στη «Φό­νισ­σα», με το θαύ­μα της σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό που α­πα­ντά­ται σε ο­ρι­σμέ­νες α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις. Το συ­γκε­κρι­μέ­νο θαύ­μα ε­ντάσ­σε­ται στο συμ­βο­λι­σμό του μυ­στη­ρίου του βα­πτί­σμα­τος, που α­να­φέ­ρε­ται στον κύ­κλο γέν­νη­σης-βά­πτι­σης-α­νά­στα­σης και ταυ­τί­ζε­ται με τις ε­ορ­τές των Θε­ο­φα­νείων και του Πά­σχα. Οπό­τε η “συ­νο­μι­λία” της «Φό­νισ­σας» με τις συ­γκε­κρι­μέ­νες α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις, ό­χι μό­νο α­πο­κα­λύ­πτει στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη το λαν­θά­νον συμ­βο­λι­κό φορ­τίο της βά­πτι­σης, αλ­λά και το κα­τα­τάσ­σει, έ­στω και πλα­γίως, στα ε­ορ­τα­στι­κά του. Εάν, μά­λι­στα, λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι η κυ­ρίως δρά­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ε­ντο­πί­ζε­ται στο διά­στη­μα α­πό την Κυ­ρια­κή των Βαΐων μέ­χρι την Κυ­ρια­κή με­τά του Θω­μά, τό­τε η «Φό­νισ­σα» βρί­σκει τη θέ­ση της στα πα­σχα­λι­νά του. Πα­ρό­τι στο μυ­θι­στό­ρη­μα, σε α­ντί­θε­ση με τα πα­σχα­λι­νά του διη­γή­μα­τα, δεν υ­πάρ­χει κα­μία πε­ρι­γρα­φή πα­σχα­λι­νού ε­ορ­τα­σμού, ού­τε α­να­φο­ρά στο Πά­σχα.
Θυ­μί­ζου­με ό­τι τα πα­σχα­λι­νά διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη εί­ναι έ­ντε­κα τον α­ριθ­μό και έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί στο διά­στη­μα α­πό το Πά­σχα του 1888 μέ­χρι τον Ιού­νιο του 1907. Η «Φό­νισ­σα» δη­μο­σιεύ­τη­κε σε συ­νέ­χειες στο δε­κα­πεν­θή­με­ρο πε­ριο­δι­κό «Πα­να­θή­ναια» το πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1903, ο­πό­τε η δη­μο­σίευ­σή της συ­μπί­πτει με ε­κεί­νη του προ­τε­λευ­ταίου πα­σχα­λι­νού, που εί­ναι το διή­γη­μα «Ο Αλι­βά­νι­στος», δη­μο­σιευ­μέ­νο τον Απρί­λιο του 1903. Όσο α­φο­ρά, ό­μως, τους πνιγ­μούς και το συ­σχε­τι­σμό τους με την βά­πτι­ση, που α­πα­ντώ­νται στη «Φό­νισ­σα», α­πό τα έ­ντε­κα πα­σχα­λι­νά, το μό­νο που στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τα ί­δια θέ­μα­τα και εμ­φα­νί­ζε­ται συγ­γε­νι­κό με το μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι το πρώ­το, δη­μο­σιευ­μέ­νο το Πά­σχα του 1888. Δε­δο­μέ­νου ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης ξε­κί­νη­σε τη διη­γη­μα­το­γρα­φία του με το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο του 1887, «Το χρι­στό­ψω­μο», το πρώ­το πα­σχα­λι­νό τού 1888, «Η τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή», εί­ναι το τρί­το δη­μο­σιευ­μέ­νο διή­γη­μά του και το δεύ­τε­ρο ε­ορ­τα­στι­κό του. Με αυ­τά τα δυο διη­γή­μα­τα ξε­κί­νη­σε να κα­λύ­πτει το ε­ορ­τα­στι­κό διή­γη­μα για την ε­φη­με­ρί­δα του Δη­μη­τρίου Κο­ρο­μη­λά, «Εφη­με­ρίς», και συ­νέ­χι­σε μέ­χρι το Πά­σχα του 1892, ο­πό­τε και άλ­λα­ξε στέ­γη, ε­γκαι­νιά­ζο­ντας ε­κεί­νο το ί­διο Πά­σχα, τού 1892, τα ε­ορ­τα­στι­κά της ε­φη­με­ρί­δας «Ακρό­πο­λις», τα ο­ποία και συ­νέ­χι­σε με θαυ­μα­στή τα­κτι­κό­τη­τα να δη­μο­σιεύει μέ­χρι τα Χρι­στού­γεν­να του 1896, ε­πα­νερ­χό­με­νος με έ­να τε­λευ­ταίο τα Χρι­στού­γεν­να του 1899.
Πι­θα­νώς και να μα­κρη­γο­ρού­με πε­ρί των ε­ορ­τα­στι­κών διη­γη­μά­των του Πα­πα­δια­μά­ντη. Το κά­νου­με, ό­μως, ε­σκεμ­μέ­να, μή­πως α­να­χαι­τί­σου­με, έ­στω και κα­τά το ε­λά­χι­στο, την ε­πι­κρα­τού­σα τά­ση ε­ξα­λεί­ψεώς τους. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα, η ε­φε­τι­νή, λε­γό­με­νη χρη­στι­κή, έκ­δο­ση των Απά­ντων του, ό­που οι “προ­λο­γι­στές” α­πο­φεύ­γουν ό­πως ο διά­βο­λος το λι­βά­νι τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό ε­ορ­τα­στι­κά. Ακό­μη και ε­κεί­νος του έ­κτου τό­μου, στον ο­ποίο συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα δε­κα­ε­πτά πρώ­τα διη­γή­μα­τα, των τεσ­σά­ρων πρώ­των χρό­νων, α­πό τα ο­ποία τα έ­ντε­κα εί­ναι ε­ορ­τα­στι­κά. Στον πρό­λο­γό του σχο­λιά­ζει διά μα­κρών έ­να μη ε­ορ­τα­στι­κό, ε­νώ α­να­φέ­ρει α­κό­μη έ­να ε­πί­σης μη ε­ορ­τα­στι­κό, κα­θώς και δυο, που δη­μο­σιεύο­νται σε άλ­λους τό­μους. Ενώ, ου­δό­λως μνη­μο­νεύει ό­τι ο διη­γη­μα­το­γρά­φος Πα­πα­δια­μά­ντης ξε­κί­νη­σε με ε­ορ­τα­στι­κά.
Όσο α­φο­ρά το πρώ­το πα­σχα­λι­νό του διή­γη­μα, το θεω­ρού­με ση­μα­ντι­κό λό­γω της ό­λως ι­διαί­τε­ρης, σε σχέ­ση με τα άλ­λα πα­σχα­λι­νά, θε­μα­τι­κής του, η ο­ποία α­πέ­κτη­σε ε­πι­πλέ­ον εν­δια­φέ­ρον χά­ρις στη δια­κει­με­νι­κή α­νά­γνω­ση της Χε­λι­δώ­νη για τη «Φό­νισ­σα». Ο τίτ­λος και ο υ­πό­τιτ­λος του διη­γή­μα­τος, “πρω­τό­τυ­πον πα­σχα­λι­νόν διή­γη­μα”, υ­πο­γραμ­μί­ζουν, εκ προοι­μίου, το συ­σχε­τι­σμό σε αυ­τό της βά­πτι­σης με το Πά­σχα. Συ­σχε­τι­σμός, που, στη «Φό­νισ­σα», προ­κύ­πτει πλα­γίως και α­να­δει­κνύε­ται μέ­σω της “συ­νο­μι­λίας” του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος με τις α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις. Στο διή­γη­μα, πά­ντως, ου­δό­λως μνη­μο­νεύε­ται το μυ­στή­ριο του βα­πτί­σμα­τος, μό­νο α­να­φέ­ρο­νται οι βα­πτί­σεις, που έ­χει κά­νει η η­ρωί­δα, η θεια-Σο­φού­λα. Αυ­τή πε­ρι­γρά­φε­ται ως “σε­βα­σμία οι­κο­δέ­σποι­να ε­βδο­μη­κο­ντα­ε­τής”, δη­λα­δή πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κη της Φρα­γκο­γιαν­νούς, η ο­ποία ναι μεν α­να­φέ­ρε­ται ει­σα­γω­γι­κά στη «Φό­νισ­σα» ως “ε­ξη­κο­ντού­τις”, αλ­λά βά­σει των στοι­χείων που δί­νο­νται στη συ­νέ­χεια της α­φή­γη­σης, προ­κύ­πτει να εί­ναι 67 ε­τών. Όπως και να έ­χει, η θεια-Σο­φού­λα, σε α­ντί­θε­ση με την Φρα­γκο­γιαν­νού, δεν θρη­νο­λο­γεί για την ά­δι­κη μοί­ρα των γυ­ναι­κών, κα­θώς πρό­κει­ται για τη σύ­ζυ­γο ε­νός σχε­τι­κά ευ­κα­τά­στα­του κτη­μα­τία. Γε­γο­νός που τεκ­μαί­ρε­ται, ό­χι μό­νο α­πό τις ουκ ο­λί­γες βα­πτί­σεις, αλ­λά και α­πό τις πα­σχα­λι­νές ε­τοι­μα­σίες, τις ο­ποίες έ­κα­νε “κα­τ’ έ­τος την Μ. Πέ­μπτη­ν”. Σύμ­φω­να με το έ­θι­μο, ε­κεί­νη την η­μέ­ρα της Με­γά­λης Εβδο­μά­δος, οι νοι­κο­κυ­ρές συ­νη­θί­ζουν να βά­φουν τα κόκ­κι­να αυ­γά. Η θεια-Σο­φού­λα, ε­πι­προ­σθέ­τως, ζύ­μω­νε την Μ. Πέ­μπτη και ό­χι το Μ. Σάβ­βα­το, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στα σκια­θί­τι­κα έ­θι­μα, τις λα­μπριά­τι­κες κου­λού­ρες για τα βα­φτι­στή­ριά της και μα­ζί, “δια τους εγ­γό­νους και τα δι­σέγ­γο­να”. Τις πε­ρί­φη­μες κοκ­κώ­νες, που πλά­θο­νταν σε σχή­μα παι­διού και εί­χαν για κε­φα­λή το κόκ­κι­νο αυ­γό. Και μά­λι­στα, ε­κτός α­πό τις κοκ­κώ­νες “πα­ρε­σκεύα­ζε δια τας συ­ντέ­κνισ­σας, δια τας α­νε­ψιάς και δι­σε­ξα­δέλ­φας” τις με­γα­λύ­τε­ρες κου­λού­ρες.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, δεν εί­ναι η μο­να­δι­κή φο­ρά, που ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­να­φέ­ρε­ται στις κοκ­κώ­νες και τις λα­μπριά­τι­κες κου­λού­ρες. Επι­βάλ­λε­ται να θυ­μί­σου­με και τα άλ­λα διη­γή­μα­τα, για να μην ε­πι­κρα­τή­σει ο μύ­θος του ξε­νη­στι­κω­μέ­νου και βου­λι­μι­κού Πα­πα­δια­μά­ντη, που πε­ρι­γρά­φει μό­νο γκιου­βέ­τσια και ο­βε­λίες. Στο με­θε­πό­με­νο πα­σχα­λι­νό, το «Παι­δι­κή Πα­σχα­λιά» του 1891, η “προ­κομ­μέ­νη μή­τη­ρ, καί­τοι ά­γου­σα ή­δη τον έ­βδο­μον μή­να της ε­γκυ­μο­σύ­νης της” Με­γά­λη Πέ­μπτη, ζύ­μω­νε μι­κρές κοκ­κώ­νες για τα δυο τέ­κνα της και κου­λού­ρες με­τ’ αυ­γών για τους υ­πό­λοι­πους. Πα­ρα­δό­ξως, σε αυ­τό το διή­γη­μα, στην πρό­σφα­τη χρη­στι­κή έκ­δο­ση των Απά­ντων, οι κοκ­κώ­νες γρά­φο­νται με έ­να κά­πα, σε α­ντί­θε­ση με τα Άπα­ντα Βα­λέ­τα και Σε­φερ­λή. Δεν πρό­κει­ται για α­πλο­ποιη­μέ­νη γρα­φή, κα­θώς α­κο­λου­θού­νται τα μη­τρι­κά Άπα­ντα. Πά­ντως, η ση­με­ρι­νή γρα­φή εί­ναι με ό­μι­κρον και έ­να κά­πα, ό­πως α­πα­ντά­ται η λέ­ξη και στο βι­βλίο του Γεωρ­γίου Ρή­γα για τον λαϊκό πο­λι­τι­σμό της Σκιά­θου. Όπως και να έ­χει, στο εν λό­γω διή­γη­μα, αυ­τή ή­ταν η τε­λευ­ταία φο­ρά, που η μη­τέ­ρα της Μόρ­φως και του Ευαγ­γε­λι­νού ζύ­μω­σε κοκ­κώ­νες, μια και πέ­θα­νε κα­τά τη γέν­να μα­ζί με το βρέ­φος. Σε έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία πα­σχα­λι­νά, το «Χω­ρίς στε­φά­νι» του 1896, η Χρι­στί­να η Δα­σκά­λα, ό­ντας α­στε­φά­νω­τη και ά­κλη­ρη, τη Με­γά­λη Πέ­μπτη ζύ­μω­νε μό­νο κου­λού­ρες “κ’ ε­νέ­πη­γε σταυ­ρο­ει­δώς ε­πά­νω τα κόκ­κι­να αυ­γά”. Άλλες δυο φο­ρές ο Πα­πα­δια­μά­ντης χρη­σι­μο­ποιεί τη λέ­ξη κοκ­κώ­να και μά­λι­στα, την α­νυ­ψώ­νει και στους τίτ­λους. Δεν πρό­κει­ται, ό­μως, για κου­λού­ρες αλ­λά για θη­λυ­κές ο­ντό­τη­τες. Η μια εί­ναι η ό­μορ­φη πο­λί­τισ­σα Κοκ­κώ­να-Αννί­κα στο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο διή­γη­μα «Της Κοκ­κώ­νας το σπί­τι» και η άλ­λη, η θά­λασ­σα στο «Κοκ­κώ­να θά­λασ­σα», ως υ­πο­κα­τά­στα­το της Κοκ­κώ­νας του κα­πε­τάν Τζώ­νη, που του βγή­κε γκρι­νιά­ρα. Χά­ρη στη δι­ση­μία της λέ­ξης κοκ­κώ­να, το­νί­ζε­ται, αν χρειά­ζε­ται να το­νι­στεί, η τά­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη να πε­ρι­γρά­φει τα ό­μορ­φα πράγ­μα­τα.
Και ε­πα­νερ­χό­μα­στε. Εκεί­νο το στοι­χείο, που κα­θι­στά το διή­γη­μα «Η τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή» συγ­γε­νι­κό με τη «Φό­νισ­σα» εί­ναι το κυ­ρίως θέ­μα του. Το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της α­φή­γη­σης στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τον πνιγ­μό “της τε­λευ­ταίας βα­πτι­στι­κής” της θεια-Σο­φού­λας, που έ­χει πά­ρει και το ό­νο­μά της. Οι τρεις πνιγ­μοί στη «Φό­νισ­σα» και ο έ­νας στην «Τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή» εί­ναι οι μο­να­δι­κοί πνιγ­μοί κο­ρα­σί­δων σε πη­γά­δι, δη­λα­δή σε γλυ­κό νε­ρό, μέ­σα σε ο­λό­κλη­ρη τη διη­γη­μα­το­γρα­φία του, ό­που ε­ντάσ­σου­με και τη «Φό­νισ­σα», καί­τοι μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­χι κα­τα­χρη­στι­κά, αλ­λά για­τί θεω­ρού­με ό­τι συ­να­πο­τε­λεί μα­ζί με τα διη­γή­μα­τα το κυ­ρίως έρ­γο του. Εκτός α­πό τη θε­μα­τι­κή συγ­γέ­νεια, αυ­τές κα­θ’ αυ­τές οι α­φη­γή­σεις του πνιγ­μού της διε­τούς Σο­φού­λας στο διή­γη­μα και της ε­πτα­ε­τούς Ξε­νού­λας στη «Φό­νισ­σα» βαί­νουν σε πα­ραλ­λη­λία: Η Σο­φού­λα “εί­δεν ε­πί του ύ­δα­τος ει­κο­νι­ζο­μέ­νην την αγ­γε­λι­κήν ξαν­θήν μορ­φήν της” ή, στη «Φό­νισ­σα», παι­διά της γει­το­νιάς “έ­κυ­πταν εις το φρέ­α­ρ, Νάρ­κισ­σοι δια να ι­δούν την σκιάν των εις το ύ­δω­ρ”. Η σα­νί­δα του φρέ­α­τος ή­ταν “στιλ­πνή ως εκ της συ­χνής προ­στρι­βής του σχοι­νίου” ή, ε­ναλ­λα­κτι­κά, “ο­λι­σθη­ρά φα­γω­μέ­νη α­πό την προ­στρι­βή του σχοι­νίου του κου­βά”. Κα­τά την α­πό­πει­ρα διά­σω­σης της Σο­φού­λας, “η Αθη­νιώ ε­σή­κω­σε τα φου­στά­νια της υ­πε­ρά­νω του γό­να­τος, και πα­τού­σα εις τας γνω­στάς αυ­τή ε­σο­χάς του ε­σω­τε­ρι­κού λι­θο­κτί­στου του φρέ­α­τος, τας ε­πί­τη­δες κα­τα­σκευα­ζο­μέ­νας εις πά­σαν ο­ρυ­χήν φρέ­α­τος, κα­τήλ­θε μέ­χρι της ε­πι­φα­νείας του ύ­δα­τος”, ή, κα­τά τη φα­ντα­σίω­ση της Φρα­γκο­γιαν­νούς, “η Κρι­νιώ θα ή­ταν ι­κα­νή να κα­τέλ­θη ξυ­πό­λυ­τη εις το νε­ρόν – διό­τι το πη­γά­δι, ό­πως συ­νή­θως συμ­βαί­νει, εί­χε πα­τή­μα­τα εις τους ε­σω­τε­ρι­κούς τοί­χους, ε­σο­χάς ε­ντός του κτι­ρίου των λί­θων, αν και ί­σως πο­λύ ε­πι­κιν­δύ­νους και ο­λι­σθη­ράς”.
Η γε­φύ­ρω­ση, που προ­τεί­νει η Χε­λι­δώ­νη, των πνιγ­μών στη «Φό­νισ­σα» με το θαύ­μα σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό των α­γιο­λο­γι­κών διη­γή­σεων, γί­νε­ται πιο πρό­δη­λη στο διή­γη­μα. Σε αυ­τό, δεν υ­πάρ­χει μό­νο ευ­θεία α­να­φο­ρά στο μυ­στή­ριο της βά­πτι­σης, αλ­λά εί­ναι η ί­δια η βα­πτι­στι­κή, ε­κεί­νη που κα­τα­δύε­ται στο ύ­δωρ για δεύ­τε­ρη φο­ρά. Μπο­ρεί αυ­τή “η τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή” να μην σώ­ζε­ται του πνιγ­μού χά­ρις στη θεία πα­ρέμ­βα­ση, ό­πως στις α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις, ω­στό­σο το διή­γη­μα κλεί­νει με την πε­ρι­γρα­φή ε­νός θαύ­μα­τος, ό­χι ε­κεί­νου της σω­τη­ρίας, αλ­λά του πα­ρεμ­φε­ρούς, της μυ­ρο­βλυ­σίας. Εδώ, δεν μο­σχο­βο­λά το χώ­μα στον τά­φο της Σο­φού­λας, ό­πως συμ­βαί­νει με “τον πτω­χό Τσό­μπα­νο”, που μαρ­τύ­ρη­σε α­πό τους Αγα­ρη­νούς για τη σω­τη­ρία του Κά­στρου. Το ό­νο­μά του μπο­ρεί να λη­σμο­νή­θη­κε και ως “φτω­χός Άγιος” δο­ξο­λο­γία μεν να μην έ­χει, έ­γι­νε ό­μως θέ­μα σκια­θί­τι­κης πα­ρά­δο­σης και τε­λι­κά, α­πέ­κτη­σε και διή­γη­μα. Ού­τε φυ­τρώ­νει “ι­τσιά, γε­μά­τη α­π’ ω­ραία ασ­προ­κί­ντρι­να λου­λου­δά­κια”, ό­πως στον τά­φο της Ου­ρα­νί­τσας, που βρί­σκε­ται στο «Νη­σί της Ου­ρα­νί­τσας». Πα­ρό­τι φαρ­μα­κώ­θη­κε α­πό μό­νη της η Ου­ρα­νί­τσα, α­γία­σε. Αυ­τή εί­ναι η, κα­τά Πα­πα­δια­μά­ντη, αί­σθη­ση του δι­καίου, που, πολ­λές φο­ρές, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν πλά­θει τις ι­στο­ρίες των η­ρωί­δων του, βαί­νει ε­νά­ντια στα κα­θιε­ρω­μέ­να, εί­τε κοι­νω­νι­κά εί­τε εκ­κλη­σια­στι­κά. Στην πε­ρί­πτω­ση της Σο­φού­λας “η α­νε­ξή­γη­τος ευω­δία α­νήρ­χε­το α­πό του ύ­δα­τος” του φρέ­α­τος, ά­παξ του χρό­νου, την Κυ­ρια­κή του Πά­σχα, ό­ταν, με­τά την α­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γία, η νο­νά της “έρ­ρι­πτεν εις το ύ­δωρ την κοκ­κώ­ναν και τα κόκ­κι­να αυ­γά”. Δί­νει, μά­λι­στα, ο Πα­πα­δια­μά­ντης στην πε­ρι­γρα­φή τη χροιά των, πε­ρί θαυ­μά­των, α­φη­γή­σεων, “η ευω­δία α­νήρ­χε­το… ως θυ­μία­μα α­θώας ψυ­χής α­νε­βαί­νον προς τον θεάν­θρω­πον Πλά­στη­ν”.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, στο διή­γη­μα, δεν ε­πι­λέ­γει τυ­χαία α­ριθ­μούς και χρο­νο­λο­γίες. “Η τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή” δεν εί­ναι η τε­λευ­ταία, για­τί πνί­γη­κε και η θεια-Σο­φού­λα δεν ξα­να­βά­πτι­σε, αλ­λά, έ­τσι κι αλ­λιώς, ε­πρό­κει­το να εί­ναι η τε­λευ­ταία ως η τεσ­σα­ρα­κο­στή. Αριθ­μός, σύμ­φω­να με τις λαϊκές δο­ξα­σίες, συν­δε­δε­μέ­νος με τις κα­κο­ποιές δυ­νά­μεις. Σα­ρά­ντα μέ­ρες προ­φυ­λάσ­σο­νται η λε­χώ­να και το βρέ­φος, τεσ­σα­ρά­κο­ντα η­μέ­ρες διαρ­κεί η πε­ρι­πλά­νη­ση της ψυ­χής στα γνω­στά της μέ­ρη. Σα­ρά­ντα λει­τουρ­γίες τε­λούν στη σει­ρά ή, ε­ναλ­λα­κτι­κά, σα­ρά­ντα άρ­τους μοι­ρά­ζουν, προς α­νά­παυ­ση της ψυ­χής του νε­κρού. Εί­ναι τα λε­γό­με­να σα­ρα­ντα­λεί­τουρ­γα, τα ο­ποία συ­νη­θί­ζο­νται και για τους ζω­ντα­νούς προς ία­ση εί­τε του σώ­μα­τος εί­τε της ψυ­χής. Αντ’ αυ­τών, η θεια–Σο­φού­λα, “προς α­νά­παυ­σιν της συ­νει­δή­σεώς της”, εί­χε τά­ξει να α­πο­κτή­σει σα­ρά­ντα βα­πτι­στή­ρια. Όσο για το χρό­νο που το­πο­θε­τεί­ται η «Τε­λευ­ταία βα­πτι­στι­κή», προσ­διο­ρί­ζε­ται πλα­γίως ό­τι ο πνιγ­μός συ­νέ­βη την Με­γά­λη Πέ­μπτη του 1851. Στις 4 Μαρ­τίου 1851, γεν­νή­θη­κε ο Πα­πα­δια­μά­ντης και στις 9 Απρι­λίου, την Δευ­τέ­ρα του Πά­σχα, βα­πτί­στη­κε. Υπάρ­χει, μά­λι­στα, μαρ­τυ­ρία του Γ. Ρή­γα, ό­τι κα­τά την βά­πτι­σή του συ­νέ­βη το ε­ξής θαυ­μα­τουρ­γό, “ε­νώ ο βα­πτί­ζων αυ­τόν πα­πά Νι­κό­λας έρ­ρι­πτε το έ­λαιον εις την κο­λυμ­βή­θραν, έ­τυ­χε να σχη­μα­τι­σθή αυ­το­μά­τως ε­πί του ύ­δα­τος αυ­τής σταυ­ρός διά του ε­λαίου”. Τό­τε, ο ιε­ρέ­ας προ­φή­τε­ψε ό­τι “αυ­τό το παι­δί θα γί­νη με­γά­λος”. Έγι­νε, τε­λι­κά, ο “με­γά­λος” της νε­ο­ελ­λη­νι­κής διη­γη­μα­το­γρα­φίας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Η θεια-Σοφούλα, “άμα επέστρεφε το πρωί από της λειτουργίας της Αναστάσεως ήνοιγε, τότε μόνον, το άχρηστον μείναν φρέαρ και έρριπτεν εις το ύδωρ την κοκκώναν και τα κόκκινα αυγά της μικράς Σοφούλας της”. Σχέδιο του Παύλου Βαλασάκη για το διήγημα «Η τελευταία βαπτιστική».

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/10/2011.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Παπαδιαμαντική παιδοκτονία ή Μια πρωτότυπη διακειμενικότητα

Πολ­λές ερ­μη­νευ­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις έ­χουν, κα­τά και­ρούς, δια­τυ­πω­θεί για το “κοι­νω­νι­κόν μυ­θι­στό­ρη­μα” «Η Φό­νισ­σα» του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ορι­σμέ­νοι με­λε­τη­τές α­κο­λου­θούν κά­ποιο συ­γκε­κρι­μέ­νο θεω­ρη­τι­κό πλαί­σιο, ε­νώ άλ­λοι προ­τεί­νουν δια­κει­με­νι­κές α­να­γνώ­σεις με έρ­γα ελ­λη­νι­κής και ξέ­νης λο­γο­τε­χνίας. Στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, οι α­νι­χνευό­με­νες “συ­νο­μι­λίες” της «Φό­νισ­σας» μπο­ρεί να δη­λώ­νουν ε­πι­δρά­σεις, που δέ­χτη­κε ο Πα­πα­δια­μά­ντης, μπο­ρεί, ό­μως, να πρό­κει­ται και για συ­μπτω­μα­τι­κές συ­σχε­τί­σεις. Μια πρω­τό­τυ­πη δια­κει­με­νι­κή α­νά­γνω­ση προ­τεί­νει η Στέλ­λα Χε­λι­δώ­νη στο με­λέ­τη­μά της «Μια εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση κρυμ­μέ­νη στο “κοι­νω­νι­κόν μυ­θι­στό­ρη­μα” του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη Η Φό­νισ­σα», που δη­μο­σιεύε­ται στο τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Κον­δυ­λο­φό­ρος». Την α­πο­κα­λού­με πρω­τό­τυ­πη, κα­θώς δεν ε­ντο­πί­ζει το δια­κει­με­νι­κό της στοι­χείο στη λο­γο­τε­χνία. Του­λά­χι­στον ό­χι στη λο­γο­τε­χνία, με την στε­νή έν­νοια, που α­πο­κλείει τις πα­λαιό­τε­ρες διη­γή­σεις της βυ­ζα­ντι­νής και με­τα­βυ­ζα­ντι­νής πε­ριό­δου, κα­θώς και ε­κεί­νες που α­νή­κουν σε δια­φο­ρε­τι­κούς ει­δο­λο­γι­κούς κλά­δους πέ­ραν του α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κού. Πρω­τό­τυ­πη, λοι­πόν, αλ­λά κα­θό­λου εκ­πλήτ­του­σα, α­φού ξε­κι­νά­ει α­πό μια, κα­τ’ ε­ξο­χήν, φί­λια προς τον Πα­πα­δια­μά­ντη πε­ριο­χή, αυ­τήν των α­γιο­λο­γι­κών κει­μέ­νων.
Όπως θυ­μί­ζει η Χε­λι­δώ­νη, ο πνιγ­μός α­πο­τε­λεί τον θε­μα­τι­κό ι­στό της «Φό­νισ­σας». Αφε­νός μεν, ως τρό­πος θα­νά­τω­σης, κα­θώς συμ­βαί­νουν πέ­ντε συ­νο­λι­κά πνιγ­μοί, δυο βρε­φών και τριών κο­ρα­σί­δων. Αν και τον πνιγ­μό μιας α­πό τις κο­ρα­σί­δες δεν τον δια­πράτ­τει η Φρα­γκο­γιαν­νού, α­πλώς τον εύ­χε­ται με­γα­λο­φώ­νως. Και α­φε­τέ­ρου, ως τρό­πος θα­νά­του της ί­διας. Όσο α­φο­ρά τους πνιγ­μούς των δυο βρε­φών, ο Πα­πα­δια­μά­ντης στη­ρί­ζε­ται στην πρα­κτι­κή ια­τρι­κή της ε­πο­χής του. Ει­δι­κά, στις Σπο­ρά­δες, οι α­πο­κα­λού­με­νοι και κο­μπο­γιαν­νί­τες ε­πι­βιώ­νουν και στα χρό­νια που στην υ­πό­λοι­πη Ελλά­δα έ­χουν α­να­λά­βει πλή­ρως το ια­τρι­κό έρ­γο ε­πι­στή­μο­νες. Έτσι, η Φρα­γκο­γιαν­νού “σκά­ζει” το πρώ­το βρέ­φος. Όπου το “σκά­ζω”, στη δη­μώ­δη χρή­ση του, δεν προέρ­χε­ται α­πό το με­σαιω­νι­κό σκά­ζω, που ση­μαί­νει χω­λαί­νω, αλ­λά α­πό το αρ­χαίο σχά­ζω, που ε­δώ δη­λώ­νει το σχί­σι­μο δια των δα­κτύ­λων της υα­λο­ει­δούς μεμ­βρά­νης, η ο­ποία ε­νίο­τε α­να­πτύσ­σε­ται στο φά­ρυγ­γα του βρέ­φους. Πρό­κει­ται για θε­ρα­πευ­τι­κή πρα­κτι­κή, μό­νο που η η­ρωί­δα του Πα­πα­δια­μά­ντη δεν την ε­φαρ­μό­ζει προς διευ­κό­λυν­ση της α­να­πνοής αλ­λά για να προ­κα­λέ­σει το ο­ρι­στι­κό σκά­σι­μο και σύμ­φω­να με το δι­κό της νο­ση­ρό σκε­πτι­κό, την ο­ρι­στι­κή α­να­κού­φι­ση. Το δεύ­τε­ρο βρέ­φος δεν το “σκά­ζει”, μό­νο ε­πι­κα­λεί­ται, ό­ντας πρα­κτι­κή γιά­τρισ­σα, το “σκά­σι­μο” ως δι­καιο­λο­γία των κι­νή­σεών της, προ­τι­μώ­ντας, ως βο­λι­κό­τε­ρη λύ­ση, να του φρά­ξει το στό­μα.
Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, αν θέ­λου­με να κά­νου­με λό­γο για δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, αυ­τή α­πο­κα­θί­στα­ται με την λαϊκή πα­ρά­δο­ση. Δη­λα­δή, τις λαϊκές δο­ξα­σίες και πρα­κτι­κές, με τις ο­ποίες με­γά­λω­σε ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, η “συ­νο­μι­λία” της «Φό­νισ­σας» με τη δη­μώ­δη ια­τρι­κή έ­χει διε­ρευ­νη­θεί α­πό τον για­τρό και πε­ζο­γρά­φο Γε­ρά­σι­μο Ρη­γά­το. Η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, την ο­ποία πρώ­τη ε­πι­ση­μαί­νει η Χε­λι­δώ­νη, α­φο­ρά τους πνιγ­μούς των τριών κο­ρα­σί­δων και α­να­φέ­ρε­ται σε θρη­σκευ­τι­κές διη­γή­σεις. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η με­λε­τή­τρια συ­σχε­τί­ζει τις σκη­νές των πνιγ­μών με α­ντί­στοι­χες σκη­νές, που α­πα­ντώ­νται σε α­νι­στο­ρή­σεις με θέ­μα το θαύ­μα της σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό.
Πα­ρα­θέ­τει τα σχε­τι­κά α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τέσ­σε­ρις διη­γή­σεις, τις ο­ποίες αν­τλεί α­πό τη βυ­ζα­ντι­νή γραμ­μα­τεία και τη με­τα­γε­νέ­στε­ρη των α­γιο­λο­γι­κών εκ­δό­σεων. Από αυ­τές, οι δυο εί­ναι γνω­στές και σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό. Η πρώ­τη και πα­λαιό­τε­ρη, α­πό τον 5ο αιώ­να μ.Χ., εί­ναι α­πό το «Βίος Αγίου Πορ­φυ­ρίου Επι­σκό­που Γά­ζης» του Μάρ­κου Δια­κό­νου. Απο­τε­λεί έ­να α­πό τα αρ­χαιό­τε­ρα κεί­με­να του κλά­δου της Βυ­ζα­ντι­νής Λο­γο­τε­χνίας που α­πο­κα­λεί­ται Αγιο­λο­γία. Αυ­τή εί­ναι και η μό­νη α­πό τις τέσ­σε­ρις διη­γή­σεις, την ο­ποία μπο­ρεί ο α­να­γνώ­στης να δια­βά­σει αυ­τού­σια, κα­θώς το βι­βλίο ε­πα­νεκ­δό­θη­κε, το 2003, στην ε­ξαί­ρε­τη σει­ρά «Βυ­ζα­ντι­νοί Συγ­γρα­φείς» των εκ­δό­σεων Ζή­τρος, την ο­ποία διευ­θύ­νει ο κα­θη­γη­τής Βυ­ζα­ντι­νής Φι­λο­λο­γίας Βα­σί­λης Κα­τσα­ρός. Γνω­στή, ό­χι ό­μως δια­θέ­σι­μη σε πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, εί­ναι και η τέ­ταρ­τη διή­γη­ση, που α­νή­κει στη με­τα­γε­νέ­στε­ρη πα­ρά­δο­ση βι­βλίων με θαύ­μα­τα και βίους α­γίων. Πρό­κει­ται για α­πό­σπα­σμα α­πό το «Βι­βλίον ω­ραιό­τα­τον κα­λού­με­νον Αμαρ­τω­λών σω­τη­ρία» του Αγα­πίου Λάν­δου, που εκ­δό­θη­κε το 1641. Τον λό­γιο μο­να­χό, του ο­ποίου οι συ­να­ξα­ρι­στι­κές α­φη­γή­σεις γοή­τευ­σαν τον Νι­κό­δη­μο Αγιο­ρεί­τη αλ­λά και τον Κα­βά­φη, έ­χει πα­ρου­σιά­σει ο Γιώρ­γος Κε­χα­γιό­γλου, στη δί­το­μη «Πε­ζο­γρα­φι­κή Ανθο­λο­γία», που εί­χε εκ­δώ­σει προ δε­κα­ε­τίας. Εκεί, αν­θο­λο­γεί α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το εν λό­γω βι­βλίο, που α­πο­τέ­λε­σε, σύμ­φω­να τον Κ. Θ. Δη­μα­ρά, το μπε­στ σέ­λερ κα­τά την πε­ρίο­δο της τουρ­κο­κρα­τίας. Ο Κε­χα­γιό­γλου, ό­μως, προ­τι­μά α­πο­σπά­σμα­τα α­πό άλ­λους βίους και θαύ­μα­τα.
Στη συ­νέ­χεια, η Χε­λι­δώ­νη πα­ρου­σιά­ζει με­λέ­τη­μα του κα­θη­γη­τή Κα­τσα­ρού, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 2006, το ο­ποίο της έ­δω­σε την ι­δέα για την συ­γκε­κρι­μέ­νη δια­κει­με­νι­κή α­νά­γνω­ση της «Φό­νισ­σας». Σύμ­φω­να με τον θε­ο­λο­γι­κό σχο­λια­σμό, η σω­τη­ρία α­πό πνιγ­μό μέ­σω της θείας πα­ρέμ­βα­σης ε­ντάσ­σε­ται στο μυ­στή­ριο της βά­πτι­σης. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, υ­πάρ­χουν δυο στά­δια, το πρώ­το της κα­τά­δυ­σης στο νε­ρό και το δεύ­τε­ρο της α­νά­δυ­σης. Όπου, κα­τά έ­ναν προ­χρι­στια­νι­κό συμ­βο­λι­σμό, που ε­μπλου­τι­σμέ­νος έ­δω­σε την χρι­στια­νι­κή ση­μειο­λο­γία, το πρώ­το συμ­βο­λί­ζει το θά­να­το και το δεύ­τε­ρο την κά­θαρ­ση και την α­να­γέν­νη­ση. Η με­λε­τή­τρια, κα­τά την πα­ράλ­λη­λη α­νά­γνω­ση αυ­τών των θαυ­μα­τουρ­γών διη­γή­σεων και της «Φό­νισ­σας», ε­ντο­πί­ζει τα κοι­νά στοι­χεία αλ­λά και την εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­τη κα­τά­λη­ξη. Υπο­στη­ρί­ζει ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης γνω­ρί­ζει και εκ­με­ταλ­λεύε­ται τη συ­γκε­κρι­μέ­νη εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση μέ­σω της ποιη­τι­κής της α­ντί­θε­σης. Στη «Φό­νισ­σα», κα­τά το δεύ­τε­ρο στά­διο, α­ντί της θεϊκής πα­ρέμ­βα­σης, ε­μπλέ­κε­ται ο πα­ρα­λο­γι­σμέ­νος νους και α­ντί α­να­γέν­νη­σης υ­πάρ­χει μό­νο θά­να­τος. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, σε άλ­λες διη­γή­σεις του Λάν­δου με θέ­μα τον πνιγ­μό, η θεϊκή πα­ρέμ­βα­ση δεν εί­ναι σω­τή­ρια αλ­λά κα­τα­δι­κα­στι­κή, κα­θώς, σε ε­κεί­νες, ο Θεός εμ­φα­νί­ζε­ται ως τι­μω­ρός των α­μαρ­τω­λών. Έτσι κι αλ­λιώς, κι Εκεί­νος την τά­ξη α­πο­κα­θι­στά, ό­πως και η Φρα­γκο­γιαν­νού, με την δι­κή της αρ­ρω­στη­μέ­νη α­ντί­λη­ψη πε­ρί του σω­στού. Πό­σο, ά­ρα­γε, δια­φέ­ρει το στρε­βλό σκε­πτι­κό της α­πό ε­κεί­νο πα­λαιό­τε­ρων λαών, στους ο­ποίους α­πο­τε­λού­σε θε­σμό η α­παλ­λα­γή α­πό τις α­δύ­να­τες και εν γέ­νει, χω­λαί­νου­σες υ­πάρ­ξεις, αλ­λά και α­πό την ευ­θα­να­σία, που προ­ηγ­μέ­νες κοι­νω­νίες θέ­λουν να κα­τα­στή­σουν θε­σμό και η ο­ποία υ­πο­τί­θε­ται ό­τι μέ­ρι­μνα για το κα­λό τό­σο του πά­σχο­ντα ό­σο και του πε­ρί­γυ­ρού του!
Μια ε­πι­πλέ­ον α­πό­δει­ξη ό­τι το θαύ­μα της σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό συν­δέε­ται στε­νά με το μυ­στή­ριο του βα­πτί­σμα­τος δί­νει η ει­κο­νο­γρα­φι­κή πα­ρά­δο­ση, ό­που το θαύ­μα α­πο­τε­λεί μέ­ρος α­πό το α­φη­γη­μα­τι­κό συ­μπλή­ρω­μα της ι­στό­ρη­σης της βά­πτι­σης, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, το λου­τρό του βρέ­φους Ιη­σού της γνω­στής πα­ρά­στα­σης της γέν­νη­σης. Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό δείγ­μα εν­σω­μά­τω­σης του θαύ­μα­τος προ­σφέ­ρει η τοι­χο­γρα­φία της βά­πτι­σης στην Πα­λαιά Μη­τρό­πο­λη Βε­ροίας, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει διε­ξο­δι­κά ο Κα­τσα­ρός στο με­λέ­τη­μά του. Απο­ρού­με μό­νο για τον ι­σχυ­ρι­σμό ό­τι πρό­κει­ται για το μο­να­δι­κό σω­ζό­με­νο τεκ­μή­ριο.
Επα­νερ­χό­με­νη η Χε­λι­δώ­νη στη «Φό­νισ­σα», ε­πι­ση­μαί­νει έ­να ε­πι­πλέ­ον στοι­χείο ταύ­τι­σης με τις θρη­σκευ­τι­κές διη­γή­σεις που πα­ρέ­θε­σε, το ο­ποίο, ε­πί­σης, υ­πα­κούει στην ποιη­τι­κή της α­ντί­θε­σης. Πρό­κει­ται για τους σκη­νι­κούς χώ­ρους, που στή­νει ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Στις α­γιο­λο­γι­κές διη­γή­σεις, που προ­α­να­φέρ­θη­καν, πε­ρι­γρά­φο­νται να­οί, ευ­ρι­σκό­με­νοι πλη­σίον του τό­που του θαύ­μα­τος. Αυ­τοί οι να­οί εί­ναι και­νού­ριοι, με τις τοι­χο­γρα­φίες να έ­χουν μό­λις α­πο­κα­τα­στα­θεί. Αντι­θέ­τως, στη «Φό­νισ­σα», το “μο­νύ­δριο­ν”, ο Άι Γιάν­νης ο Κρυ­φός, ό­που προ­σκυ­νά η Φρα­γκο­γιαν­νού πριν τον πνιγ­μό των δύο πρώ­των κο­ρα­σί­δων, εί­ναι έ­νας “ναΐσκος”, “έ­ρη­μος και α­λει­τούρ­γη­τος”. Επι­προ­σθέ­τως, “αι ο­λί­γαι τοι­χο­γρα­φίαι εί­χαν φθα­ρεί α­πό την υ­γρα­σίαν και τα πρό­σω­πα των Αγίων δεν διε­κρί­νο­ντο πλέ­ο­ν”. Η με­λε­τή­τρια προ­χω­ρά λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο τη συλ­λο­γι­στι­κή της, κα­θώς, α­πό τη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρι­κο­πή της «Φό­νισ­σας», συ­μπε­ραί­νει ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης γνώ­ρι­ζε εν­δε­λε­χώς την ει­κο­νο­γρα­φία της Βά­πτι­σης, μέ­χρι τις λε­πτο­μέ­ρειες ε­νός πα­ρό­μοιου μάλ­λον σπα­νί­ζο­ντος α­φη­γη­μα­τι­κού στοι­χείου. Επί­σης, το κά­πως ι­διό­τυ­πο σκη­νι­κό του τρί­του πνιγ­μού, ε­κεί­νου που ο­φεί­λε­ται σε α­τύ­χη­μα, δη­λα­δή την ευ­ρεία αυ­λή, με την πε­λώ­ρια ξύ­λι­νη κα­ρού­τα ως Κι­βω­τό του Νώε και τους σταυ­ρο­ει­δώς δια­τε­ταγ­μέ­νους κλώ­νους της μο­ρέ­ας, ει­κά­ζει ό­τι συ­νι­στά α­να­φο­ρά στο ναό της Πα­να­γίας των Χαλ­κο­πρα­τείων της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, ό­που συ­νέ­βη το θαύ­μα της σω­τη­ρίας στη δεύ­τε­ρη α­γιο­λο­γι­κή διή­γη­ση. Δη­λα­δή, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης στο­χεύει με το συ­γκε­κρι­μέ­νο σκη­νι­κό σε μνη­μό­νευ­ση του εν λό­γω θε­ο­μη­το­ρι­κού να­ού.
Ένα τε­λευ­ταίο ε­πι­χεί­ρη­μα της Χε­λι­δώ­νη για το ε­μπρό­θε­το της δια­κει­με­νι­κό­τη­τας εί­ναι το χρο­νι­κό ά­πλω­μα της «Φό­νισ­σας», α­πό τα Θε­ο­φά­νεια μέ­χρι την Κυ­ρια­κή με­τά του Θω­μά, στο ο­ποίο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το τρί­πτυ­χο Γέν­νη­ση-Βά­πτι­ση-Ανά­στα­ση. Δη­λα­δή, α­ντι­στοι­χεί στο συμ­βο­λι­κό ά­νοιγ­μα του μυ­στη­ρίου του βα­πτί­σμα­τος και δεν μπο­ρεί να ε­πι­λέ­χτη­κε τυ­χαία.
Όπως και να έ­χει, εί­τε πρό­κει­ται για ε­μπρό­θε­τη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα εί­τε για συ­μπτω­μα­τι­κή, δη­λα­δή “συ­νο­μι­λία” των κει­μέ­νων - στο βαθ­μό, βε­βαίως, που “συ­νο­μι­λού­ν” - ε­ρή­μην του Πα­πα­δια­μά­ντη, ε­μείς θα την χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με πρω­τό­τυ­πη ό­σο και εν­δια­φέ­ρου­σα, κα­θώς διε­ρευ­νά χώ­ρους πέ­ραν των συ­νη­θι­σμέ­νων, του λο­γο­τε­χνι­κού και του ψυ­χα­να­λυ­τι­κού. Στα των πνιγ­μών και του βα­πτί­σμα­τος στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Πα­πα­δια­μά­ντη θα ε­πα­νέλ­θου­με.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: «...’Ωθησε τα κοράσια με μεγάλην βίαν...» Σχέδιο από την εικονογράφηση των Απάντων Παπαδιαμάντη σε έκδοση Π. Κουτσουμπός Α.Ε., 1967. Η εικονογράφηση της έκδοσης έγινε από τον ζωγράφο-χαράκτη Παύλο Βαλασάκη, ο οποίος, από το 1960, ασχολήθηκε με επιτυχία στην εικονογράφηση βιβλίων, κυρίως παιδικών.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/2/2011.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Από τα ελάσσονα των ποιητών στον λιχανό των μεταφραστών

«Κον­δυ­λο­φό­ρος»
Ετή­σια έκ­δο­ση
νεό­τε­ρης
ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας
Τεύ­χος 9, 2010
Εκδό­σεις University
Studio Press
Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010

Πριν τρεις ε­βδο­μά­δες, την Κυ­ρια­κή 11 Σε­πτεμ­βρίου, συ­μπλη­ρώ­θη­κε έ­νας χρό­νος α­πό το θά­να­το του Πά­νου Μουλ­λά. Το τεύ­χος α­νοί­γει με το α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριο κεί­με­νο της φί­λης και συ­να­δέλ­φου του Λί­ζυς Τσι­ρι­μώ­κου. Μια φι­λία σα­ρά­ντα χρό­νων, που ξε­κί­νη­σε “στην ό­α­ση του Νε­ο­ελ­λη­νι­κού Ινστι­τού­του της Σορ­βόν­νης”. Εκεί­νη, με­τα­πτυ­χια­κή φοι­τή­τρια και ε­κεί­νος, α­πό τους βα­σι­κούς συ­νερ­γά­τες του Κ.Θ. Δη­μα­ρά, ε­τοί­μα­ζε τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του. Η Τσι­ρι­μώ­κου σκια­γρα­φεί την άλ­λη ό­ψη του αυ­στη­ρού φι­λό­λο­γου και ι­στο­ρι­κού. “Ήταν αι­σιό­δο­ξος, φι­λό­γε­λως, χα­ρι­τω­μέ­νος άν­θρω­πος, έ­τοι­μος να α­κού­σει ή να με­τα­φέ­ρει το α­στείο, να σκα­ρώ­σει το λο­γο­παί­γνιο, να εν­δια­φερ­θεί για τα μι­κρά ή τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα του δι­πλα­νού του”.

Και σε αυ­τό το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού υ­πε­ρι­σχύουν τα δη­μο­σιεύ­μα­τα για την ποίη­ση: Σο­λω­μός, Κάλ­βος, Κα­βά­φης, Κα­ρυω­τά­κης. Εν αρ­χή, ο Σο­λω­μός. Η Κα­τε­ρί­να Τι­κτο­πού­λου α­να­ζη­τά­ει την πρώ­τη έκ­δο­ση ε­νός α­πό τα έ­ξι ι­τα­λι­κά ποιή­μα­τα, που έ­γρα­ψε ο Σο­λω­μός κα­τά την τριε­τία 1815-1818, ό­ντας φοι­τη­τής στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Πα­βίας. Πρό­κει­ται για την «Ωδή για Πρώ­τη Λει­τουρ­γία», ό­που ως Πρώ­τη Λει­τουρ­γία νο­εί­ται η πρώ­τη ε­πί­ση­μη Λει­τουρ­γία, που τε­λεί έ­νας κα­θο­λι­κός ιε­ρέ­ας με­τά τη χει­ρο­το­νία του. Αυ­τήν την Ωδή διά­βα­σε ο Σο­λω­μός στον Σπυ­ρί­δω­να Τρι­κού­πη, σε ε­κεί­νη την πρώ­τη τους συ­νά­ντη­ση, που εί­χε ως ε­πα­κό­λου­θο την ο­ρι­στι­κή στρο­φή του στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα και στι­χουρ­γία. Η Ωδή, ό­πως α­πο­κα­λύ­πτε­ται, εκ­δό­θη­κε πε­ρί τα ε­ξή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1877, στην Βι­τσέ­ντσα της πε­ρι­φέ­ρειας Βέ­νε­το, χά­ρις σε δυο ση­μα­ντι­κούς λο­γίους. Γνω­στό­τε­ρος σε μας εί­ναι ο Ιωάν­νης Βε­λού­δης, α­δελ­φός του τυ­πο­γρά­φου Σπυ­ρί­δω­να Βε­λού­δη, κι αυ­τός ε­πι­με­λη­τής εκ­δό­σεων, αλ­λά και κα­θη­γη­τής στην Φλαγ­γί­νειο Σχο­λή και αρ­γό­τε­ρα, διευ­θυ­ντής της Μαρ­κια­νής Βι­βλιο­θή­κης. Η με­λε­τή­τρια συ­γκρί­νει τις χει­ρό­γρα­φες μορ­φές της Ωδής με την, σε πρό­ζα, με­τά­φρα­σή της α­πό τον Λί­νο Πο­λί­τη και δη­μο­σιεύει α­ντι­κρι­στά ι­τα­λι­κό πρω­τό­τυ­πο και με­τά­φρα­ση.ελ­λη­νι­κού Ινστι­τού­του της Σορ­βόν­νης”. Εκεί­νη, με­τα­πτυ­χια­κή φοι­τή­τρια και ε­κεί­νος, α­πό τους βα­σι­κούς συ­νερ­γά­τες του Κ.Θ. Δη­μα­ρά, ε­τοί­μα­ζε τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του. Η Τσι­ρι­μώ­κου σκια­γρα­φεί την άλ­λη ό­ψη του αυ­στη­ρού φι­λό­λο­γου και ι­στο­ρι­κού. “Ήταν αι­σιό­δο­ξος, φι­λό­γε­λως, χα­ρι­τω­μέ­νος άν­θρω­πος, έ­τοι­μος να α­κού­σει ή να με­τα­φέ­ρει το α­στείο, να σκα­ρώ­σει το λο­γο­παί­γνιο, να εν­δια­φερ­θεί για τα μι­κρά ή τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα του δι­πλα­νού του”.

Στον Κάλ­βο α­να­φέ­ρε­ται το κεί­με­νο της Αγγέ­λας Γιώ­τη. Ει­δι­κό­τε­ρα, α­να­συν­θέ­τει τον Κάλ­βο του Νι­κό­λα Κά­λας. Του τρι­συ­πό­στα­του Νί­κου Κα­λα­μά­ρη, ό­πως τον α­πο­κα­λεί ο Αλέξ. Αργυ­ρίου, ο ο­ποίος, με­τα­ξύ άλ­λων, τον θεω­ρεί ως τον πρώ­το συ­νει­δη­τά μο­ντέρ­νο ποιη­τή μας. Ως Νι­κή­τας Ρά­ντος υ­πο­γρά­φει τα ποιή­μα­τά του, ως Μ. Σπιέ­ρος (ψευ­δώ­νυ­μο ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό τον Ρο­βε­σπιέ­ρο) τα θεω­ρη­τι­κά του κεί­με­να, ε­νώ, στην ι­στο­ρία της λο­γο­τε­χνίας, κα­τα­γρά­φε­ται με τη γαλ­λι­κή σύ­ντμη­ση του ο­νό­μα­τός του, α­φού έ­ζη­σε για χρό­νια στο Πα­ρί­σι και εν συ­νε­χεία, στη Νέα Υόρ­κη, ό­που, α­πό το 1945, πο­λι­το­γρα­φή­θη­κε Αμε­ρι­κα­νός πο­λί­της. Η με­λε­τή­τρια στη­ρί­ζε­ται κυ­ρίως σε τρία κεί­με­να του Κά­λας: μια συ­νέ­ντευ­ξη, Μάη 1933, ό­που α­να­φέ­ρει ως τον με­γα­λύ­τε­ρο ποιη­τή του 19ου αιώ­να τον Κάλ­βο, μια διά­λε­ξη του ί­διου έ­τους, με τίτ­λο, «Η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του συ­ναι­σθή­μα­τος στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή ποίη­ση», και έ­να άρ­θρο στο πε­ριο­δι­κό «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα», δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, για τον Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη, στο ο­ποίο ο­ρί­ζει “τα τρία στά­δια της λυ­ρι­κής μας ε­ξε­λί­ξεως”: Κάλ­βος, Κα­βά­φης, Πα­πα­τσώ­νης.
Η Γιώ­τη παίρ­νει ως μέ­τρο σύ­γκρι­σης τον Κάλ­βο του Θε­ο­το­κά, ό­πως αυ­τός σκια­γρα­φεί­ται στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό ποίη­μα, «Γέ­ρος α­ε­τός», γραμ­μέ­νο στο Πα­ρί­σι το 1934. Αλλά και τον Κάλ­βο ο­ποιου­δή­πο­τε άλ­λου συγ­γρα­φέα του με­σο­πο­λέ­μου αν ε­πέ­λε­γε, η α­πό­στα­ση θα ή­ταν το ί­διο με­γά­λη. Για­τί ο Κά­λας δεν εί­ναι μό­νο έ­νας α­πό τους πρώ­τους υ­περ­ρε­α­λι­στές ποιη­τές, αλ­λά φοι­τη­τής α­κό­μη, στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’20, στρα­τεύε­ται στην κο­μου­νι­στι­κή α­ρι­στε­ρά για να προ­σχω­ρή­σει την ε­πό­με­νη δε­κα­ε­τία στους τρο­τσκι­στές, ε­νώ, τα ί­δια χρό­νια, α­πο­δέ­χε­ται τη φροϋδι­κή ψυ­χα­νά­λυ­ση. Όλα αυ­τά ερ­μη­νεύουν το για­τί, α­ντί για τον πα­τριω­τι­κό ποιη­τή Κάλ­βο, βλέ­πει τον πά­σχο­ντα άν­θρω­πο, που πο­τέ δεν ξε­πέ­ρα­σε τον πρόω­ρο χω­ρι­σμό α­πό τη μη­τέ­ρα του, αλ­λά και τον ε­πα­να­στα­τη­μέ­νο ποιη­τή, που κα­τόρ­θω­σε μια εξ­πρε­σιο­νι­στι­κά ρε­α­λι­στι­κή α­πό­δο­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Σε αυ­τόν τον Κάλ­βο, ο Κά­λας α­να­γνω­ρί­ζει έ­ναν πρό­γο­νο στην ποίη­ση.
Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει το τε­λευ­ταίο μέ­ρος της με­λέ­της της Γιώ­τη, που α­να­φέ­ρε­ται σε έ­να δη­μο­σίευ­μα σχε­τι­κό με τον Κάλ­βο, το ο­ποίο βρέ­θη­κε στο Αρχείο Κά­λας. Πρό­κει­ται για την ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση α­πό τον κα­θη­γη­τή Γεώρ­γιο Ζώ­ρα της «Απο­λο­γίας της αυ­το­κτο­νίας» του Κάλ­βου. Ει­κά­ζε­ται ό­τι το κεί­με­νο γρά­φτη­κε πριν την α­να­χώ­ρη­ση του Κάλ­βου α­πό την Ιτα­λία. Στα ι­τα­λι­κά πρω­το­δη­μο­σιεύ­θη­κε το 1916 και η ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­σή του, το 1937. Τό­τε, οι με­λε­τη­τές του Κάλ­βου, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του με­τα­φρα­στή, α­ντι­με­τώ­πι­σαν με α­μη­χα­νία το κεί­με­νο. Αντί­θε­τα, για τον Κά­λας φαί­νε­ται ό­τι α­πο­τέ­λε­σε την ελ­λεί­που­σα ψη­φί­δα στην ει­κό­να του Κάλ­βου που εί­χε φα­ντα­στεί. Κα­τά τον Κά­λας: «...Ο Κάλ­βος σκο­τώ­νει τον ε­αυ­τό του, σκο­τώ­νο­ντας το κα­λύ­τε­ρο και πιο ση­μα­ντι­κό στοι­χείο του ε­αυ­τού του, την ποίη­σή του· ο Κάλ­βος σε η­λι­κία 34 ε­τών αυ­το­κτό­νη­σε...»

Ο Κα­βά­φης α­να­φέ­ρε­ται με α­φορ­μή έ­να πε­ζό κεί­με­νο, το «Χρί­στος και ό­χι Χρή­στος», που τυ­πώ­θη­κε α­νω­νύ­μως στην ε­φη­με­ρί­δα «Τη­λέ­γρα­φος» της Αλε­ξάν­δρειας, Δε­κέμ­βριο 1901. Το κεί­με­νο βρέ­θη­κε στο Αρχείο του, με α­πο­τέ­λε­σμα να θεω­ρη­θεί α­πό ο­ρι­σμέ­νους με­λε­τη­τές ως δι­κό του έρ­γο. Συ­γκε­κρι­μέ­να, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα «Πε­ζά» του, στην έκ­δο­ση Φέ­ξη του 1963, που πα­ρου­σία­σε ο Γιώρ­γος Πα­που­τσά­κης και στην έκ­δο­ση Ίκα­ρου του 2003, που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Μι­χά­λης Πιε­ρής. Το κεί­με­νο, ω­στό­σο, δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα έρ­γα του Κα­βά­φη, που συ­γκέ­ντρω­σε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, ού­τε πο­τέ α­να­φέ­ρε­ται α­πό ε­κεί­νον. Η Κα­τε­ρί­να Γκί­κα διε­ρευ­νά τη πα­τρό­τη­τα του κει­μέ­νου, για να κα­τα­λή­ξει ό­τι δεν α­νή­κει στον Κα­βά­φη, αλ­λά γρά­φτη­κε α­πό τον δη­μο­τι­κι­στή γλωσ­σο­λό­γο Μέ­νο Φι­λή­ντα. Εξ ου και ο τίτ­λος της με­λέ­της της, «Με­νε­λά­ου και ό­χι Κων­στα­ντί­νου».

Η Να­τα­λία Δε­λη­γιαν­νά­κη α­πο­πει­ρά­ται μια “τυ­πο­λα­τρι­κή α­πό­πει­ρα χαρ­το­γρά­φη­σης της ο­μοιο­κα­τα­λη­ξίας του Κα­ρυω­τά­κη”. Συ­ντάσ­σει, μά­λι­στα, με­τά ε­πι­μο­νής και υ­πο­μο­νής, «Ρι­μά­ριο Κ. Γ. Κα­ρυω­τά­κη». Στα δη­μο­σιεύ­μα­τα για την ποίη­ση του τεύ­χους, ε­ντάσ­σε­ται και η πα­ρου­σία­ση της χει­ρό­γρα­φης αν­θο­λο­γίας του Αλέ­ξαν­δρου Ρί­ζου Δορ­μού­ση α­πό την Στέ­ση Αθή­νη. Δεύ­τε­ρης ή ί­σως και τρί­της γε­νιάς με­τα­νά­στης στην Πέ­στη α­πό τον Τύρ­να­βο της Θεσ­σα­λίας ο Δορ­μού­σης, ερ­γα­ζό­με­νος στην οι­κο­γε­νεια­κή του ε­πι­χεί­ρη­ση, ξε­κί­νη­σε για προ­σω­πι­κή του α­να­ψυ­χή την αν­θο­λο­γία στα 35 του, το 1795, και την ε­γκα­τέ­λει­ψε κο­ντά 40 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1832. Θυ­μί­ζει τις φα­να­ριώ­τι­κες μι­σμά­γιες, με λυ­ρι­κά στι­χουρ­γή­μα­τα, υ­μνη­τι­κά και πα­τριω­τι­κά ά­σμα­τα, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό με­λο­δρά­μα­τα κ.ά. Η με­λε­τή­τρια δί­νει α­να­λυ­τι­κή πε­ρι­γρα­φή των πε­ριε­χο­μέ­νων της.

Στα δη­μο­σιεύ­μα­τα του τεύ­χους τα σχε­τι­κά με την πε­ζο­γρα­φία, ο Γιώρ­γος Καλ­λί­νης α­να­σύ­ρει α­πό τους θη­σαυ­ρούς των Αρχείων τρεις ε­πι­στο­λές και έ­να ε­πι­σκε­πτή­ριο του Κο­σμά Πο­λί­τη προς τον Αλκι­βιά­δη Γιαν­νό­που­λο, α­πό την τριε­τία, Νοέμ­βριος 1934 - Δε­κέμ­βριος 1937, σκια­γρα­φώ­ντας στην ει­σα­γω­γή του μια ει­κό­να της σχέ­σης τους. Πι­στεύου­με, ω­στό­σο, ό­τι θα έ­πρε­πε να δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεία για την ι­διαί­τε­ρη κα­τά­στα­ση, στην ο­ποία βρι­σκό­ταν ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο ο Κο­σμάς Πο­λί­της, ει­δάλ­λως οι ε­πι­στο­λές του δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση ό­τι άλ­λο­τε α­ντι­φά­σκει και άλ­λο­τε ψεύ­δε­ται, με α­πο­τέ­λε­σμα να μην τον κα­λο­συ­σταί­νουν.
Ο Καλ­λί­νης θυ­μί­ζει ό­τι το Σε­πτέμ­βριο του 1934, ο Πο­λί­της με­τα­τί­θε­ται στην Πά­τρα ως διευ­θυ­ντής του ε­κεί υ­πο­κα­τα­στή­μα­τος της Ιο­νι­κής Τρά­πε­ζας. “Το 1934 ξε­λο­γιά­ζε­ται με κά­ποια, ε­γκα­τα­λεί­πει σπί­τι, γυ­ναί­κα και παι­δί (στην ε­φη­βεία του), με­τα­τί­θε­ται στην Πά­τρα και ξε­κό­βει ε­ντε­λώς για πολ­λά χρό­νια α­πό την οι­κο­γέ­νειά του”, γρά­φει μάλ­λον ει­ρω­νι­κά η Νό­ρα Ανα­γνω­στά­κη. Ενώ, μια νεό­τε­ρη με­λε­τή­τρια, η Αγγέ­λα Κα­στρι­νά­κη, στην περ­σι­νή ε­πα­νέκ­δο­ση του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Πο­λί­τη, «Λε­μο­νό­δα­σος», υιο­θε­τεί τον ί­διο ει­ρω­νι­κό τό­νο. “Το 1934 θα α­φή­σει την οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία για την Πά­τρα και τα ε­ρω­τι­κά της θέλ­γη­τρα.” Προ­βλη­μα­τι­κή, ό­μως, ή­ταν και η κα­τά­στα­ση του συγ­γρα­φέα Πο­λί­τη, ό­που το πρώ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα χει­ρο­κρο­τή­θη­κε, ε­νώ το ε­πό­με­νο, «Εκά­τη», α­ντι­με­τω­πί­στη­κε ως πρω­τό­λειο, ό­πως συ­νο­ψί­ζει και πά­λι η Ανα­γνω­στά­κη.
Στα χρό­νια της Πά­τρας, ο Πο­λί­της γρά­φει τα ε­πό­με­να τρία έρ­γα του, τις δυο νου­βέ­λες, «Η κυ­ρία Ελε­ο­νώ­ρα» και «Μα­ρί­να», και το μυ­θι­στό­ρη­μα «Eroica», τα ο­ποία και δη­μο­σιεύει σε συ­νέ­χειες στα «Νέα Γράμ­μα­τα». Οι ε­πι­στο­λές του δεί­χνουν ό­τι της ό­ποιας ε­ρω­τι­κής έ­ξα­ψης εί­χε υ­πε­ρι­σχύ­σει η συγ­γρα­φι­κή α­πο­τυ­χία. Στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή, α­πο­κα­λεί την Πά­τρα “αιχ­μη­ρή έ­ρη­μο” και ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι θα πε­ρά­σει πο­λύς και­ρός προ­τού α­πο­φα­σί­σει να ξα­να­γρά­ψει. Στην δεύ­τε­ρη, του 1935, δη­λώ­νει ό­τι α­πεχ­θά­νε­ται το βι­βλιο­δε­τη­μέ­νο έ­ντυ­πο χαρ­τί σαν το διά­βο­λο το λι­βά­νι. Ενώ, στην τρί­τη, του 1937, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι η «Eroica» “γρά­φε­ται μέ­ρα με τη μέ­ρα, σαν ε­πι­φυλ­λί­δα, και κά­πως βια­στι­κά”. Επι­προ­σθέ­τως, δια­τεί­νε­ται ό­τι, πα­ρό­λο που λεί­πουν μό­νο δυο κε­φά­λαια, δεν ξέ­ρει το τέ­λος. Δη­λα­δή, με άλ­λα λό­για, η «Eroica» γρά­φτη­κε ε­πί του πιε­στη­ρίου. Ισχυ­ρι­σμός, που για το συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα μάλ­λον εκ­πλήσ­σει.
Αφορ­μή της ε­πι­στο­λο­γρα­φίας τους στά­θη­κε η α­πο­στο­λή α­πό τον Γιαν­νό­που­λο, κα­τά ο­κτώ χρό­νια νεό­τε­ρο του Πο­λί­τη και συ­νά­δελ­φό του τρα­πε­ζι­κό, του πρώ­του του βι­βλίου. Ήταν η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Κε­φά­λια στη σει­ρά». Σχε­τι­κά με την κρι­τι­κή του Πο­λί­τη για τα διη­γή­μα­τα, ο Καλ­λί­νης τον συλ­λαμ­βά­νει ψευ­δό­με­νο. Στον μεν Γιαν­νό­που­λο γρά­φει ό­τι βρί­σκει τέσ­σε­ρα α­πό τα συ­νο­λι­κά έ­ντε­κα διη­γή­μα­τά του α­λη­θι­νά α­ρι­στουρ­γή­μα­τα, ε­νώ, σε ε­πι­στο­λή του στον Αντρέα Κα­τα­ντώ­νη, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι εί­ναι φλύα­ρα. Αυ­τό, ό­μως, α­νή­κει στην κα­τη­γο­ρία των κα­τά συν­θή­κη ψευ­δών, που συ­νη­θί­ζο­νται α­πό α­νέ­κα­θεν στο λο­γο­τε­χνι­κό σι­νά­φι, το πι­θα­νό­τε­ρο για λό­γους α­βρό­τη­τας.
Στον τό­μο, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και δυο κεί­με­να για δυο με­τα­πο­λε­μι­κούς πε­ζο­γρά­φους. Ο Αλέξ. Μπα­ζού­κης γρά­φει για “τον ά­βο­λο με­τεω­ρι­σμό ε­νός φι­λε­λεύ­θε­ρου δια­νοού­με­νου στη δε­κα­ε­τία του 1950”, του Ρό­δη Ρού­φου. Ενώ, ο Μιχ. Μπα­κο­γιάν­νης βι­βλιο­γρα­φεί με­ρι­κώς τον με­τα­φρα­στή Άγγε­λο Βλά­χο, κα­τα­γρά­φο­ντας τις με­τα­φρά­σεις του λο­γο­τε­χνι­κών έρ­γων στο πε­ριο­δι­κό «Εστία» την πε­ρίο­δο 1876-1895.

Την ταυ­τό­τη­τα του έλ­λη­να με­τα­φρα­στή στον 19ο αιώ­να α­να­ζη­τά­ει ο Φί­λιπ­πος Παπ­πάς. Πρό­κει­ται για α­να­κοί­νω­ση σε συ­νέ­δριο στη Γρα­νά­δα, του 2010, και μάλ­λον για την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση του με­λε­τη­τή στον «Κον­δυ­λο­φό­ρο», που ση­μα­το­δο­τεί και την εί­σο­δο σε αυ­τόν μιας τρί­της γε­νιάς φι­λο­λό­γων. Ενδια­φέ­ρων ο δια­χω­ρι­σμός που προ­τεί­νει: «Από τη μια με­ριά, κά­τι που θυ­μί­ζει κλει­στή λέ­σχη ε­πώ­νυ­μων κλα­σι­κι­ζό­ντων με­τα­φρα­στών και α­πό την άλ­λη, έ­νας α­νοι­χτός ξε­νώ­νας α­νω­νύ­μων. Οι πρώ­τοι μοιά­ζουν με οι­κο­δε­σπό­τες, οι δεύ­τε­ροι με με­τα­φο­ρείς.» Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πα­ρό­μοιες α­πο­φάν­σεις εί­ναι ε­πι­σφα­λείς λό­γω του α­πό­λυ­του χα­ρα­κτή­ρα τους. Ας μη λη­σμο­νού­με ό­τι υ­πάρ­χουν ο­ρι­σμέ­νοι με­τα­φρα­στές που με­τέ­χουν και στις δυο ο­μά­δες. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν στά­θη­κε κα­θ’ ό­λον τον με­τα­φρα­στι­κό του βίο “έ­νας α­νώ­νυ­μος ερ­γά­της υ­πο­γείου ε­φη­με­ρί­δας”, ό­πως τον α­να­φέ­ρει.
Την προ­η­γού­με­νη ά­νοι­ξη, έ­γκρι­τος κρι­τι­κός α­πο­φαι­νό­ταν με τον ί­διο κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό τρό­πο, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης ή­ταν έ­νας ε­παγ­γελ­μα­τίας με­τα­φρα­στής, που ερ­γά­στη­κε ε­πί χρό­νια με κα­λές α­μοι­βές στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο. Ο κρι­τι­κός α­να­φε­ρό­ταν στην πρό­σφα­τη τό­τε έκ­δο­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Ουέλ­λς «Ο αό­ρα­τος άν­θρω­πος». Μια α­πό τις α­νώ­νυ­μες με­τα­φρά­σεις, που α­πο­δό­θη­καν στον Πα­πα­δια­μά­ντη, ό­πως, με­τά βε­βαιό­τη­τας, α­πο­δό­θη­κε και ε­κεί­νη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Μπραμ Στόου­κε­ρ, «Ο Δρά­κου­λας», που, κα­τά τα φαι­νό­με­να, θα κυ­κλο­φο­ρή­σει στο κλεί­σι­μο του τρέ­χο­ντος έ­τους Πα­πα­δια­μά­ντη. Πα­ρα­τη­ρεί­ται μια τά­ση προς τις α­πό­λυ­τες δια­τυ­πώ­σεις τό­σο γε­νι­κό­τε­ρα ό­σο και ει­δι­κό­τε­ρα στην πε­ρί­πτω­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη. Εί­τε πρό­κει­ται για τα του βίου του εί­τε για την πα­τρό­τη­τα των με­τα­φρά­σεών του, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πο­φαί­νο­νται συ­χνά με προ­κλη­τι­κή σι­γου­ριά. Ανε­ξάρ­τη­τα αν τα ι­σχνά δε­δο­μέ­να ε­πι­βάλ­λουν, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, με­τριο­πά­θεια. Χά­θη­κε, δη­λα­δή, κά­ποιος τρο­πι­κός ε­πιρ­ρη­μα­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός αμ­φι­βο­λίας ή και φι­λο­λο­γι­κής ε­γκρά­τειας;
Στον Πα­πα­δια­μά­ντη ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται και η με­λέ­τη της Στέλ­λας Χε­λι­δώ­νη, με τίτ­λο, «Μια εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση κρυμ­μέ­νη στο “Κοι­νω­νι­κόν Μυ­θι­στό­ρη­μα” του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­νά­ντη Η Φό­νισ­σα».

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Ο Νικόλας Κάλας σε νεαρή ηλικία.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/10/2011.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Η άνοιξη των λογοτεχνικών περιοδικών

Στην τρέ­χου­σα οι­κο­νο­μι­κή δυσ­πρα­γία, που λέ­γε­ται ό­τι έ­χει ε­πη­ρεά­σει και το χώ­ρο του βι­βλίου, τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά πε­ριέρ­γως φαί­νε­ται να θάλ­λουν. Εμφα­νί­ζο­νται κα­τά τα­κτά δια­στή­μα­τα, με πλού­σια ύ­λη και ο­ρι­σμέ­να α­πό αυ­τά, χω­ρίς δια­φη­μι­στι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις. Του­λά­χι­στον αυ­τήν την ει­κό­να δί­νει η κα­λο­και­ρι­νή σο­δειά, μέ­ρος μό­νο της ο­ποίας βρί­σκε­ται πά­νω στο γρα­φείο μας, α­φού, α­πό τό­τε που η στή­λη “πε­ρί­πτε­ρα” της σε­λί­δας α­τό­νη­σε, κά­ποια πε­ριο­δι­κά έ­πα­ψαν να φτά­νουν στα χέ­ρια μας. Και πά­λι ό­χι α­κρι­βώς η κα­λο­και­ρι­νή σο­δειά, μια και λό­γω θε­ρι­νών δια­κο­πών της ε­φη­με­ρί­δας, ο­ρι­σμέ­να πε­ριο­δι­κά έ­χουν μεί­νει στα τεύ­χη του Ιου­νίου. Όμως τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, ό­πως και τα βι­βλία, δεν εί­ναι ντο­μα­τά­κια για να χα­λά­σουν. Αντί­θε­τα, πολ­λά εί­ναι τα τεύ­χη αρ­κε­τών πε­ριο­δι­κών, που, εί­τε χά­ρις σε έ­να α­φιέ­ρω­μα εί­τε λό­γω ε­νός ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων α­ξιο­πρό­σε­κτων δη­μο­σιευ­μά­των, διεκ­δι­κούν μια μό­νι­μη θέ­ση στη βι­βλιο­θή­κη. Πα­ρά­δειγ­μα, το προ­τε­λευ­ταίο τεύ­χος του θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κου πε­ριο­δι­κού «Εντευ­κτή­ριο», ό­που, ε­κτός της κα­θιε­ρω­μέ­νης ύ­λης – πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, ποιή­μα­τα, βι­βλιο­κρι­σίες και το φω­το­γρα­φι­κό 16σέ­λι­δο «Camera Obscura»– υ­πάρ­χουν οι “σε­λί­δες για τον Κώ­στα Αξε­λό”. Άξιες να κρα­τη­θούν οι εν λό­γω σε­λί­δες για τον έλ­λη­να στο­χα­στή, που κα­τέ­λα­βε με το φι­λο­σο­φι­κό έρ­γο του ε­ξέ­χου­σα θέ­ση στην γαλ­λι­κή και ευ­ρύ­τε­ρα ευ­ρω­παϊκή σκέ­ψη, κα­θώς πε­ρι­λαμ­βά­νουν ε­κτε­νές χρο­νο­λό­γιο, που κα­τήρ­τι­σε η σύ­ντρο­φός του Κα­τε­ρί­να Δα­σκα­λά­κη, κεί­με­να Γάλ­λων και Ελλή­νων, που α­πο­τι­μούν τον άν­θρω­πο και το έρ­γο του, ερ­γο­γρα­φία και ως ά­νοιγ­μα, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το βι­βλίο του, «Αυ­τό που ε­πέρ­χε­ται», που εκ­δό­θη­κε στα γαλ­λι­κά τον Μάρ­τιο του 2009. Θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Αξε­λός, γεν­νη­μέ­νος το 1924, πέ­θα­νε στις 4 Φε­βρουα­ρίου 2010.
Μα­ζί με τα πε­ριο­δι­κά θάλ­λει και η ποίη­ση. Για το α­λη­θές του λό­γου, το πιο πο­λυ­σέ­λι­δο πε­ριο­δι­κό της σο­δειάς εί­ναι το “ε­ξα­μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό για την τέ­χνη της ποίη­σης”, «Ποιη­τι­κή». Πρό­κει­ται για τη συ­νέ­χεια του πε­ριο­δι­κού «Ποίη­ση», που συ­μπλη­ρώ­νει του χρό­νου εί­κο­σι έ­τη συ­νε­χούς εκ­δο­τι­κής πα­ρου­σίας. Το τρέ­χον τεύ­χος προ­τεί­νει 300 σε­λί­δες με ελ­λη­νι­κή και ξέ­νη ποίη­ση. Ποιή­μα­τα του Θα­νά­ση Χατ­ζό­που­λου, του Πά­νου Κυ­πα­ρίσ­ση, της Φοί­βης Γιαν­νί­ση της Μα­ρίας Το­πά­λη και εν μέ­σω αυ­τών, τα «Τέσ­σε­ρα Κουαρ­τέ­τα» του Τ. Σ. Έλιο­τ, σε με­τά­φρα­ση του ε­μπνευ­στή και ε­σα­εί διευ­θυ­ντή του πε­ριο­δι­κού Χά­ρη Βλα­βια­νού. Πρω­τό­τυ­πο εί­ναι το α­φιέ­ρω­μα του τεύ­χους, με τίτ­λο, «Κα­τά μό­νας ει­μί ε­γώ», σε ε­πι­μέ­λεια Λέ­νιας Ζα­φει­ρο­πού­λου. Για τους α­δύ­να­τους στην ποίη­ση και τα θρη­σκευ­τι­κά κεί­με­να, θυ­μί­ζου­με ό­τι ο τίτ­λος εί­ναι δά­νειο α­πό τους Ψαλ­μούς του Δα­βί­δ, ο ο­ποίος α­πευ­θύ­νε­ται στον Κύ­ριο του. Εκεί­νος εί­χε του­λά­χι­στον α­πό πού να κρα­τη­θεί. Δεν γνώ­ρι­σε τη μο­να­ξιά των ποιη­τών και των μι­σάν­θρω­πων. Στο α­φιέ­ρω­μα πα­ρα­τί­θε­ται ε­κτε­νές α­πάν­θι­σμα α­πό Πε­τράρ­χη και Σαίξ­πη­ρ, Μπάϋρον και Κη­τς, Μπων­τλαί­ρ, Ρε­μπώ, αλ­λά και Γκαί­τε: «Όποιος στη μο­να­ξιά πα­ρα­δο­θεί, / αχ! τού­τος γρή­γο­ρα θα μεί­νει μό­νος /… / Αχ, να ’ρθει και για μέ­να μια φο­ρά / της μο­να­ξιάς του μνή­μα­τος ο χρό­νος, / τό­τε πραγ­μα­τι­κά θα μεί­νω μό­νος!» Συ­γκρα­τού­με α­κό­μη α­πό το τεύ­χος το κεί­με­νο του α­να­το­λι­κο­γερ­μα­νού ποιη­τή Ντου­ρς Γκρήν­μπαϊν, «Για­τί να ζού­με χω­ρίς να γρά­φου­με». Αν δεν σφάλ­λου­με, πα­ρα­μέ­νει α­με­τά­φρα­στος στα ελ­λη­νι­κά. Εκπλήσ­σει, πά­ντως, ευ­χά­ρι­στα με το χιού­μορ και τις ο­ξυ­δερ­κείς πα­ρα­τη­ρή­σεις του.
Σε “έ­ναν σπου­δαίο ευ­ρω­παίο ποιη­τή”: τον Πωλ Τσε­λάν α­να­φέ­ρε­ται το α­φιέ­ρω­μα του δέ­κα­του τεύ­χους του πε­ριο­δι­κού «Ορο­πέ­διο», που τυ­πώ­νε­ται στην Αθή­να αλ­λά η καρ­διά του χτυ­πά στην Ολυ­μπία Ηλείας. Δη­μιούρ­γη­μα κι αυ­τό ε­νός αν­θρώ­που, του Δη­μή­τρη Κα­νελ­λό­που­λου. Το α­φιέ­ρω­μα ε­τοί­μα­σε ο Συ­μεών Στα­μπου­λού. Το τεύ­χος α­νοί­γει με ποίη­μα του Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη, «Βα­θέ­ος Γή­ρα­τος. Χα­ρί­κλεια Π. Κα­βά­φη + 4-2-1899: «… τι τυ­χε­ρή γυ­ναί­κα / στον θρή­νο της προ­σήλ­θε / έ­νας Κα­βά­φης.» Κα­τά μια ά­πο­ψη, τι τυ­χε­ρός ο Γιάν­νης Βαρ­βέ­ρης, στο θρή­νο του δεν προ­σήλ­θε μεν έ­νας Κα­βά­φης, για­τί πού να βρε­θεί στην ε­πο­χή μας, αλ­λά προ­σήλ­θε σχε­δόν σύσ­σω­μη η λο­γο­τε­χνι­κή Αθή­να. Κα­τά μια άλ­λη ά­πο­ψη, τι ά­τυ­χος. Ήταν 56 ε­τών, ε­νώ η Χα­ρί­κλεια Κα­βά­φη, σύ­ζυ­γος Πέ­τρου Κα­βά­φη, το γέ­νος Φω­τιά­δη, 65. Ηλι­κία, που στα τέ­λη του 19ου αιώ­να λο­γα­ρια­ζό­ταν ως βα­θύ γή­ρας. Ενώ, στις αρ­χές του 21ου, η η­λι­κία των 56 ε­τών, του­λά­χι­στον για τους άν­δρες, λο­γα­ριά­ζε­ται ως δεύ­τε­ρη νεό­τη­τα.
Με δώ­δε­κα ποιή­μα­τα του Βαρ­βέ­ρη, α­πό την ί­δια ποιη­τι­κή ε­νό­τη­τα του «Βα­θέ­ος Γή­ρα­τος», α­νοί­γει και το τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Πλα­νό­διον». Σύμ­φω­να με υ­πο­ση­μείω­ση, τα εί­χε δώ­σει ο ί­διος ο ποιη­τής για δη­μο­σίευ­ση. Εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­να α­πό την η­λι­κιω­μέ­νη μη­τέ­ρα του, που “ευ­τύ­χη­σε” να πε­θά­νει έ­να μή­να πριν α­πό ε­κεί­νον. Το ό­τι δυο πε­ριο­δι­κά α­νοί­γουν με ποίη­ση Βαρ­βέ­ρη, δεν α­πο­τε­λεί έκ­πλη­ξη, α­φού ο θά­να­τός του εί­χε α­ντί­κτυ­πο σε ό­λα σχε­δόν τα έ­ντυ­πα. Ού­τε, ό­μως, και σύ­μπτω­ση, το γε­γο­νός ό­τι προέρ­χο­νται α­πό την ί­δια ποιη­τι­κή ε­νό­τη­τα. Ο εκ­δό­της του πρώ­του υ­πήρ­ξε ε­πί μα­κρόν συ­νερ­γά­της του δεύ­τε­ρου, το ο­ποίο εί­χε και ως πρό­τυ­πο κα­τά το σχε­δια­σμό του δι­κού του πε­ριο­δι­κού. Ευ­τυ­χώς, συν το χρό­νω, φαί­νε­ται να α­πο­κτά την ι­διο­προ­σω­πία του. Όσο για το «Πλα­νό­διον», τέ­κνο α­πο­κλει­στι­κά του Γιάν­νη Πα­τί­λη, με αυ­τό το τεύ­χος συ­μπλη­ρώ­νει 25 χρό­νια εκ­δο­τι­κής πα­ρου­σίας και 50 τεύ­χη. Εορ­τά­ζει την ε­πέ­τειο με α­φιέ­ρω­μα στο «Αμε­ρι­κα­νι­κό Μπον­ζάϊ», ό­πως έ­χει α­πο­δώ­σει ο εκ­δό­της του τον αγ­γλι­κό ό­ρο “flash fiction”. Αν και το μπον­ζάϊ δεν εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα μιας έ­κλαμ­ψης, αλ­λά ε­πί­πο­νης διερ­γα­σίας. Το “flash fiction” και το μπον­ζάϊ συ­μπί­πτουν μό­νο ως προς το μέ­γε­θος. Με ε­πι­μέ­λεια Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, αν­θο­λο­γού­νται “43 «Μι­κρά Διη­γή­μα­τα» α­με­ρι­κα­νών συγ­γρα­φέω­ν”.
Από την Κέρ­κυ­ρα έρ­χε­ται στα­θε­ρά ο «Πόρ­φυ­ρας». Στο τεύ­χος για το τρί­μη­νο Ιού­λιος – Σε­πτέμ­βριος συ­γκε­ντρώ­νο­νται με­λέ­τες, που α­νι­χνεύουν τη “δια­χεί­ρι­ση” της ποίη­σης, της ποιη­τι­κό­τη­τας και της ποιη­τι­κής α­πό τις τέ­χνες και ει­δι­κό­τε­ρα, α­πό τη μου­σι­κή. Εξ ου και ο τίτ­λος, «Με ε­πί­κε­ντρο την ποίη­ση». Για να α­νοί­ξου­με την ό­ρε­ξη των α­να­γνω­στών, α­ντι­γρά­φου­με τίτ­λους: «Οι ρό­λοι της μου­σι­κής και της ποίη­σης μέ­σα α­πό τις ε­ξε­λισ­σό­με­νες θεω­ρίες του Ρί­χαρ­ντ Βά­γκνερ» (Ανα­στα­σία Σιώ­ψη), «Schubert, Liszt, Μά­ντζα­ρος: τρεις συν­θέ­τες του 19ου αιώ­να με­λο­ποιούν Πε­τράρ­χη» (Κώ­στας Καρ­δά­μης), «Το έ­ντε­χνο τρα­γού­δι φο­ρέ­ας της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ποίη­σης» (Δη­μή­τρης Μπρό­βας), «Η αι­σθη­τι­κή α­ξία της “δί­χως λό­για” μου­σι­κής» (Νι­κό­λας Μαρ­τί­νος). Εκτός α­φιε­ρώ­μα­τος, υ­πάρ­χει το εν­δια­φέ­ρον κεί­με­νο του Γιώρ­γου Δ. Πα­να­γιώ­του με “πραγ­μα­το­λο­γι­κά και ερ­μη­νευ­τι­κά σχό­λια στο ποίη­μα του Σε­φέ­ρη «Μυ­θι­στό­ρη­μα»”. Σχε­τι­κά με τον Σε­φέ­ρη, στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες του πε­ριο­δι­κού, ε­κεί­νες που ε­πι­χει­ρούν έ­ναν “πε­ρί­πλου” στα γράμ­μα­τα, προ­α­ναγ­γέλ­λε­ται συ­νέ­δριο για τα 40 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του. Το διορ­γα­νώ­νει η Εται­ρεία Κερ­κυ­ραϊκών Σπου­δών. Προ­γραμ­μα­τί­ζε­ται για τον Νοέμ­βριο, στο χώ­ρο του σπι­τιού, ό­που ο Σο­λω­μός έ­ζη­σε τα τε­λευ­ταία εί­κο­σι χρό­νια της ζωής του.
Από τα Άσπρα Σπί­τια Βοιω­τίας έρ­χε­ται το κα­λο­και­ρι­νό «Εμβό­λι­μον», με ποιή­μα­τα, πε­ζά, δο­κί­μια και με­τα­φρά­σμα­τα γνω­στών και λι­γό­τε­ρο γνω­στών συγ­γρα­φέων. Δια­βά­ζου­με τα και­νού­ρια ποιή­μα­τα των γνω­στών σε ε­μάς ποιη­τών, Τά­σου Πορ­φύ­ρη, Αλε­ξάν­δρας Μπα­κο­νί­κα, Κώ­στα Ρι­ζά­κη, Χρί­στου Πα­πα­γεωρ­γίου. Από τα πε­ζά συ­γκρα­τού­με το διή­γη­μα της Μα­ρίας Κου­γιουμτ­ζή, «Ήθε­λα τα πράγ­μα­τα να εί­ναι α­πλά», μα­γιά για την ε­πό­με­νη, τρί­τη συλ­λο­γή της. Στα δο­κί­μια ξε­χω­ρί­ζου­με το κεί­με­νο, «Η Ελλά­δα ως ομ­φα­λός και ο Δι­κέ­φα­λος Αε­τός», του Φοί­βου Πιο­μπί­νου. Μια διε­ξο­δι­κή με­λέ­τη πε­ρί συμ­βό­λων, ό­πως αυ­τά του ομ­φα­λού και του Δι­κέ­φα­λου Αε­τού, η ο­ποία δια­λύει ποι­κί­λες ε­σφαλ­μέ­νες α­ντι­λή­ψεις, κυ­ρίως ως προς το δεύ­τε­ρο.
Μέ­νουν τα κα­λο­και­ρι­νά τεύ­χη, για το δί­μη­νο Ιου­λίου – Αυ­γού­στου, της «Νέ­ας Ευ­θύ­νης» και της «Νέ­ας Εστίας». Πράγ­μα­τι νέο το πρώ­το, στο 6ο τεύ­χος του, ε­πι­γέν­νη­μα της «Ευ­θύ­νης». Στο 1846ο τεύ­χος το δεύ­τε­ρο, κο­ντεύει να κλεί­σει δε­κα­πε­ντα­ε­τία α­πό την τε­λευ­ταία αλ­λα­γή σκυ­τά­λης και την α­νά­λη­ψη της διεύ­θυν­σης α­πό τον Σταύ­ρο Ζου­μπου­λά­κη. Δυο τεύ­χη, που δεν προ­τεί­νουν κά­ποιο α­φιέ­ρω­μα, αλ­λά στη­ρί­ζο­νται στα εν­δια­φέ­ρο­ντα ποιή­μα­τα, πε­ζά και δο­κί­μια που συ­γκε­ντρώ­νουν. Επί­σης, στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες με συ­ντο­μό­τε­ρα κεί­με­να και βι­βλιο­κρι­σίες: τους «Προ­σα­να­το­λι­σμούς», ό­πως α­πο­κα­λού­νται του πρώ­του, και το «Μη­νο­λό­γιο» του δεύ­τε­ρου.
Επι­προ­σθέ­τως, η «Νέα Ευ­θύ­νη» έ­χει ξε­κι­νή­σει σε­λί­δες με ε­πι­στο­λές, που α­να­σύ­ρο­νται α­πό αρ­χεία ε­πι­φα­νών. Σε αυ­τό το τεύ­χος, δη­μο­σιεύο­νται πέ­ντε ε­πι­στο­λές του Στρα­τή Τσίρ­κα προς τον Τί­μο Μα­λά­νο. Η πρώ­τη ε­πι­στο­λή έ­χει η­με­ρο­μη­νία 6.8.1934, ε­νώ οι άλ­λες τέσ­σε­ρις εί­ναι της πε­ριό­δου 1955-1958: δύο στις 14.10.1955 (τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος, η δεύ­τε­ρη εί­ναι της 19ης Οκτω­βρίου), 21.2.1958 και 1.5.1958. Οι ε­πι­στο­λές στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό τον Κα­βά­φη και το σχε­τι­κό βι­βλίο του Τσίρ­κα, «Ο Κα­βά­φης και η ε­πο­χή του», που εκ­δό­θη­κε τον Σε­πτέμ­βριο του 1958, ό­πως ση­μειώ­νει και ο Δη­μή­τρης Αγγε­λής στην προ­τασ­σό­με­νη στις ε­πι­στο­λές ει­σα­γω­γή. Συ­γκε­κρι­μέ­να, σύμ­φω­να με τη Βι­βλιο­γρα­φία Κα­βά­φη του Δη­μή­τρη Δα­σκα­λό­που­λου, τυ­πώ­θη­κε με­τα­ξύ 7 Ιου­λίου και 7 Σε­πτεμ­βρίου. Άρα οι ε­πι­στο­λές προ­η­γού­νται της έκ­δο­σης. Οι δύο, ω­στό­σο, έ­πο­νται της με­λέ­της Μα­λά­νου, «Ο ποιη­τής Κ. Π. Κα­βά­φης. Ο άν­θρω­πος και το έρ­γο του. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά σχό­λια. Απ’ τα κα­βα­φι­κά μου τε­τρά­δια. Η μυ­θο­λο­γία της κα­βα­φι­κής πο­λι­τείας.» Πρό­κει­ται για έκ­δο­ση συ­μπλη­ρω­μέ­νη και ο­ρι­στι­κή, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ο Δα­σκα­λό­που­λος. Κρί­νο­ντας α­πό τις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις της, θα πρέ­πει να τυ­πώ­θη­κε τέ­λη του 1957. Πι­στεύου­με ό­τι για να κα­τα­νο­η­θούν κα­λύ­τε­ρα οι ε­πι­στο­λές Τσίρ­κα, θα χρειά­ζο­νταν πα­ράλ­λη­λα και οι ε­πι­στο­λές Μα­λά­νου, στις ο­ποίες, ω­στό­σο, γί­νε­ται α­να­φο­ρά στις υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις.
Ας ελ­πί­σου­με η ά­νοι­ξη των πε­ριο­δι­κών να ε­πε­κτα­θεί στο φθι­νό­πω­ρο και τον χει­μώ­να.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Ο Στρατής Τσίρκας στο γραφείο του στην Αίγυπτο.

Τσίρ­κας προς Μα­λά­νο

Αλε­ξάν­δρεια, 6.8.1934
Αγα­πη­τέ κύ­ριε Μα­λά­νο,
Όπως σας υ­πο­σχέ­θη­κα σας γρά­φω πα­ρα­κά­τω ό,τι μπό­ρε­σα να συ­γκρα­τή­σω α­πό κεί­να που μου εί­πε ο Κα­βά­φης, τον Ιού­λιο του 1930, σχε­τι­κά με το ποίη­μά του «Ένας θεός των».
Κου­βε­ντιά­ζα­με, θυ­μά­μαι, για τον Jean Cocteau. Ο Κα­βά­φης α­πο­ρού­σε για τη φή­μη αυ­τού του ποιη­τή. Δεν τον εύ­ρι­σκε τί­πο­τα. Μου α­νά­φε­ρε ό­τι σε κά­ποια εγ­γλέ­ζι­κη αν­θο­λο­γία, που βγαί­νει μιά ή δυό φο­ρές το χρό­νο και πού η ύ­λη της δια­λέ­γε­ται με την με­γα­λύ­τε­ρη αυ­στη­ρό­τη­τα, εί­χαν τυ­πώ­σει έ­να τρα­γού­δι του Cocteau (γαλ­λι­κά) και το «Ένας θεός των» του Κα­βά­φη με­τα­φρα­σμέ­νο στα εγ­γλέ­ζι­κα α­πό τον Βα­λα­σό­που­λο (αν θυ­μά­μαι κα­λά).
Πρώ­τη κου­βέ­ντα του Κα­βά­φη, ά­μα έ­φε­ρε την αν­θο­λο­γία αυ­τή να μου τη δεί­ξει, ή­ταν να μου πει ό­τι η με­τά­φρα­ση δεν τον ι­κα­νο­ποιεί.
Η λέ­ξη «α­φθαρ­σία» (στο στί­χο: «Με τη χα­ρά της α­φθαρ­σίας μες στα μά­τια») που για τον Κα­βά­φη α­πο­τε­λού­σε το «κλει­δί» ό­λου του ποιή­μα­τος και που εί­χε μια μα­γι­κή, σα να λέ­με, χά­ρη, δεν μπό­ρε­σε να α­πο­δο­θεί κυ­ριο­λε­κτι­κά στην αγ­γλι­κή: Η λέ­ξη immortality που βά­ζει ο Βα­λα­σό­που­λος δεν εί­ναι αυ­τή που ή­θε­λε να πει ο Κα­βά­φης. Τώ­ρα θυ­μά­μαι ό­τι μου εί­χε πει πε­ρί­που αυ­τά: Έβα­λε τη λέ­ξη α­φθαρ­σία ό­χι μο­νά­χα για­τί πρό­κει­ται για έ­να Θεό, έ­ναν α­θά­να­το, μα κυ­ρίως για­τί ή­θε­λε να υ­πο­γραμ­μί­σει το γε­γο­νός ό­τι αυ­τός ο «τέ­λεια ω­ραίος έ­φη­βος» ή­ταν μα­κρυά α­πό κά­θε κίν­δυ­νο φθο­ράς δο­κι­μά­ζο­ντας «κά­θε εί­δους μέ­θη και λα­γνεία» και «ύ­πο­πτες α­πο­λαύ­σεις».
Ύστε­ρα έ­πια­σε να μου ερ­μη­νεύει το ποίη­μα α­πό την αρ­χή. Με λό­για ξε­ρά, με τον πιο πε­ζό και σύ­ντο­μο τρό­πο μου πα­ρου­σία­σε την α­γο­ρά της Σε­λεύ­κειας, κα­θό­ρι­σε την ώ­ρα, πε­ρί­γρα­ψε τον έ­φη­βο με με­τρη­μέ­να ε­πί­θε­τα (ο­λι­γώ­τε­ρα α­πό κεί­να που βά­ζει στο ποίη­μα), ξα­να­στά­θη­κε στη λέ­ξη α­φθαρ­σία, πε­ρί­γρα­ψε με χει­ρο­νο­μίες αό­ρι­στες (πού δεν άλ­λα­ζαν πο­λύ α­πό τις συ­νη­θι­σμέ­νες του χει­ρο­νο­μίες) τους δια­βά­τες πού ρω­τού­σαν και τους άλ­λους που πα­ρα­μέ­ρι­ζαν ε­νώ ο έ­φη­βος χα­νό­ταν κά­τω α­π’ τις στοές.
«Αλλά με­ρι­κοί, που με πε­ρισ­σο­τέ­ρα προ­σο­χή πα­ρα­τη­ρού­σαν, ε­κα­τα­λάμ­βα­ναν και πα­ρα­μέ­ρι­ζαν». Ο Κα­βά­φης ξα­να­γυρ­νώ­ντας στη λέ­ξη «α­φθαρ­σία» μου εί­πε πώς οι προ­σε­χτι­κοί δια­βά­τες α­πό τα μά­τια κα­τα­λα­βαί­ναν το Θεό. Ο Θεός αυ­τός, κα­τά τον Κα­βά­φη, δεν μπο­ρού­σε να εί­ναι άλ­λος α­πό τους τρεις ελ­λη­νι­κούς θε­ούς: Ερμή, Διό­νυ­σο ή Απόλ­λω­να.
Τε­λειώ­νο­ντας συ­σχέ­τι­σε τους ελ­λη­νι­κούς Θε­ούς με τα όρ­για της συ­νοι­κίας «που τη νύ­χτα μο­νά­χα ζει» και έ­κλει­σε την κου­βέ­ντα πά­νω σ’ αυ­τό το ποίη­μα με την α­κό­λου­θη φρά­ση: – Εγώ εί­μαι Ελλη­νι­κός– προ­σο­χή ό­χι Έλλην ού­τε ελ­λη­νί­ζων – αλ­λά Ελλη­νι­κός. Πο­λύ ελ­λη­νι­κός!
Αυ­τά εί­χα να σας γρά­ψω. Θα εί­μαι πο­λύ ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος αν, πα­ρ’ ό­λο το στρυφ­νό μου ύ­φος και τη συ­ντο­μία μου αυ­τό το χαρ­τί σας βο­η­θή­σει στη δου­λειά που έ­χε­τε ή­δη α­να­λά­βει με τό­ση ε­πι­τυ­χία για να μας δώ­σε­τε έ­ναν καλ­λι­τέ­χνη Κα­βά­φη α­παλ­λαγ­μέ­νο α­πό μύ­θους.
Με πολ­λήν α­γά­πη και θαυ­μα­σμό
Γιάν­νης Χατ­ζηα­ντρέ­ας

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 25/9/2011

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Δάσκαλος, ο Μητροπολίτης και ο Παπαδιαμάντης

Έφη Γα­ζή
«“Πα­τρίς Θρη­σκεία Οι­κο­γέ­νεια”
Ιστο­ρία ε­νός συ­ν­θή­μα­τος
(1880-1930)»
Εκδό­σεις Πό­λις
Φε­βρουά­ριος 2011

Oπως α­να­φέ­ρα­με στο δη­μο­σίευ­μα της προ­η­γού­με­νης Κυ­ρια­κής, η με­λέ­τη της Έφης Γα­ζή α­φη­γεί­ται την ι­στο­ρία του συ­ν­θή­μα­τος “Πα­τρίς, Θρη­σκεία, Οι­κο­γέ­νεια”, κα­λύ­πτο­ντας μι­σό αιώ­να ι­δε­ο­λο­γι­κών συ­γκρού­σεων. Στο πρώ­το κε­φά­λαιο, που τι­τ­λο­φο­ρεί­ται «Ο Χρι­στια­νι­σμός ως κοι­νω­νι­κός α­να­μο­ρ­φω­τής», α­να­φέ­ρε­ται στις τρεις πρώ­τες δε­κα­ε­τίες, ξε­κι­νώ­ντας γύ­ρω στο 1880 και φθά­νο­ντας μέ­χρι το 1908. Σε αυ­τήν την κο­ντά τρια­κο­ντα­ε­τία, η α­φή­γη­ση ε­στιά­ζει σε δυο ο­μί­λους: το Σύ­λ­λο­γο «Η Ανά­πλα­σις», που ι­δρύε­ται το 1886 και την «Εται­ρεία της υ­πέρ των Πα­τρίων Αμύ­νης», γνω­στής ως τα «Πά­τρια», που ι­δρύ­θη­κε την 1η Οκτω­βρίου του 1900. Ο μεν Σύ­λ­λο­γος κυ­κλο­φό­ρη­σε έ­να χρό­νο α­ρ­γό­τε­ρα ο­μώ­νυ­μο πε­ριο­δι­κό, που εί­ναι το πα­λαιό­τε­ρο και μα­κρο­βιό­τε­ρο έ­ντυ­πο χρι­στια­νι­κού συ­λ­λό­γου, ε­πι­βιώ­νο­ντας μέ­χρι του­λά­χι­στον το 2005. Πα­ρο­μοίως και η Εται­ρεία κυ­κλο­φό­ρη­σε έ­να χρό­νο α­ρ­γό­τε­ρα ο­μώ­νυ­μη ε­φη­με­ρί­δα, η ο­ποία ό­μως δεν μα­κρο­η­μέ­ρευ­σε, κα­θώς δια­κό­πη­κε αι­φ­νί­δια το 1916, λό­γω πο­λι­τι­κής δίω­ξης του βε­νι­ζε­λι­κού διευ­θυ­ντή της.
Πρω­τε­ρ­γά­τες του Συ­λ­λό­γου στά­θη­καν ο σί­φ­νιος θε­ο­λό­γος Κω­ν­στα­ντί­νος Δια­λη­σμάς και ο κα­λύ­μνιος νο­μι­κός Μι­χαήλ Γα­λα­νός. Ανα­φέ­ρου­με τους τό­πους κα­τα­γω­γής, για­τί τό­τε έ­παι­ζαν ση­μα­ντι­κό ρό­λο στις πε­ρι­πέ­τειες του βίου. Για πα­ρά­δει­γ­μα, ο Γα­λα­νός, που δι­κη­γο­ρού­σε στη γε­νέ­τει­ρά του, διώ­χ­θη­κε για έ­να φι­λο­βα­σι­λι­κό ά­ρ­θρο του κι έ­τσι βρέ­θη­κε στην Αθή­να το 1893 να διευ­θύ­νει το πε­ριο­δι­κό μέ­χρι το θά­να­το του Δια­λη­σμά, το 1921, ό­ταν και ο ί­διος α­να­χώ­ρη­σε για την Αμε­ρι­κή ό­που και διέ­πρε­ψε ως ιε­ρο­κή­ρυ­κας και δη­μο­σιο­γρά­φος στον ε­κεί ε­κ­κλη­σια­στι­κό Τύ­πο.
Ενώ, στην συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή της ε­φη­με­ρί­δας συ­μ­με­τεί­χε, με­τα­ξύ ά­λ­λων ε­πι­φα­νών, ο γλω­σ­σο­λό­γος Γεώ­ρ­γιος Χα­τ­ζι­δά­κις και ο Κω­ν­στα­ντι­νου­πο­λί­της Σταύ­ρος Βου­τυ­ράς. Αξί­ζει να θυ­μί­σου­με τον τε­λευ­ταίο, μιας και ε­φέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 170 χρό­νια α­πό την γέ­ν­νη­σή του. Στην Κω­ν­στα­ντι­νού­πο­λη, ε­ξέ­δι­δε την ε­φη­με­ρί­δα «Νε­ο­λό­γος» α­πό τις 20 Οκτω­βρίου 1866 μέ­χρι την α­πέ­λα­σή του, στις 9 Απρι­λίου 1897, τέ­σ­σε­ρις η­μέ­ρες με­τά την κή­ρυ­ξη του ε­λ­λη­νο­του­ρ­κι­κού πο­λέ­μου του 1897. Ερχό­με­νος στην Αθή­να, ε­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε τον «Νε­ο­λό­γο», α­πό τις 19 Σε­πτε­μ­βρίου 1897 μέ­χρι τις 31 Δε­κε­μ­βρίου 1899. Ενώ, τα «Πά­τρια» ά­ρ­χι­σαν να ε­κ­δί­δο­νται α­πό την 1η Οκτω­βρίου 1900. Ο Βου­τυ­ράς εί­ναι έ­να α­πό τα πρό­σω­πα της με­λέ­της της Γα­ζή, που συ­ν­δέ­ο­νται με την Κω­ν­στα­ντι­νού­πο­λη. Δεν θα ή­ταν α­πί­θα­νο, στα έ­ντυ­πα της Κω­ν­στα­ντι­νού­πο­λης να λα­ν­θά­νουν πα­ρα­φυά­δες, που μπο­ρεί να συ­νέ­βα­λαν στην με­τά­πλα­ση των τριών ε­ν­νοιών σε συ­ν­θη­μα­τι­κή φρά­ση.
Διευ­θυ­ντής, ω­στό­σο, της ε­φη­με­ρί­δας ή­ταν ο κα­λός διη­γη­μα­το­γρά­φος Ιωά­ν­νης Δα­μ­βέ­ρ­γης, που α­πα­ξιώ­θη­κε τό­σο α­πό τους συ­γ­χρό­νους του ό­σο και α­πό τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους. Τον α­ν­θο­λο­γεί, ω­στό­σο, ο Ε. Χ. Γο­να­τάς στις «Ασυ­νή­θι­στες ι­στο­ρίες» του. Σε σχε­τι­κό λή­μ­μα Γρα­μ­μα­το­λο­γίας του 1997, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι “ε­ξέ­δι­δε και διέ­νε­με δω­ρεάν, με τη χρη­μα­τι­κή ε­νί­σχυ­ση ι­δίως Ελλή­νων του ε­ξω­τε­ρι­κού, το ε­βδο­μα­διαίο υ­πε­ρ­συ­ντη­ρη­τι­κό ε­θνι­κι­στι­κό φυ­λ­λά­διο «Πά­τρια»”. Ακραία δια­τύ­πω­ση, που δεν συ­μ­βά­λ­λει στην κα­τα­νό­η­ση της ε­πο­χής. Αντι­θέ­τως, η Γα­ζή α­να­πα­ρά­γει το σκο­πό της ε­φη­με­ρί­δας, ό­πως ο­ρί­ζε­ται α­πό τους ι­δρυ­τές της. Κι αυ­τός εί­ναι “η ε­νί­σχυ­ση της ε­λ­λη­νο­πρε­πούς α­να­τρο­φής των νέων και η υ­πο­στή­ρι­ξη της πα­τρίου θρη­σκείας και γλώ­σ­σης”. Όπως και να έ­χει, για κο­ντά μια δε­κα­ε­τία, τα «Πά­τρια» υ­πε­ρα­σπί­στη­καν την κα­θα­ρεύου­σα, α­ντι­πα­λεύο­ντας τους δη­μο­τι­κι­στές του «Νου­μά». Κυ­ρίως υ­πε­ρα­μύ­ν­θη­καν του τρί­πτυ­χου “Εκκλη­σία, Πα­τρίς, Οι­κο­γέ­νεια”, με­τα­φέ­ρο­ντάς το και στις ε­λ­λη­νι­κές κοι­νό­τη­τες της Μι­κράς Ασίας.
Πριν, ό­μως, την ί­δρυ­ση των δύο ο­μί­λων, στη μα­κριά πε­ρίο­δο ζυ­μώ­σεων, κο­ντά μια ει­κο­σα­ε­τία, που προ­η­γή­θη­κε, πρω­το­στά­τη­σε ο θε­ο­λό­γος Από­στο­λος Μα­κρά­κης. Σύ­μ­φω­να με τη Γα­ζή, αυ­τός εί­ναι ο πρώ­τος που πρό­τει­νε έ­να “πρό­γρα­μ­μα α­να­μό­ρ­φω­σης της κοι­νω­νίας με βά­ση τη χρι­στια­νι­κή δι­δα­σκα­λία, το ο­ποίο α­πο­κρυ­στα­λ­λώ­θη­κε σε συ­γκε­κρι­μέ­νες ο­ρ­γα­νι­κές δο­μές”. Στη με­λέ­τη της πε­ρι­γρά­φο­νται η προ­σω­πι­κό­τη­τά του, οι φι­λο­σο­φι­κές α­ρ­χές της δι­δα­σκα­λίας του, κα­θώς και η με­γά­λη α­πή­χη­ση που εί­χαν οι ι­δέες του. Διο­ρ­θω­τι­κά να α­να­φέ­ρου­με ό­τι ο Μα­κρά­κης δεν γε­ν­νή­θη­κε στην Κω­ν­στα­ντι­νού­πο­λη, α­λ­λά ή­ταν γέ­ν­νη­μα θρέ­μ­μα Σί­φ­νιος. Ας τον θυ­μί­σου­με, α­φού το 2011 εί­ναι και γι’ αυ­τόν ε­πε­τεια­κό έ­τος, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 180 χρό­νια α­πό τη γέ­ν­νη­σή του. Ο Μα­κρά­κης, στη Σί­φ­νο γε­ν­νή­θη­κε και ε­κεί ο­λο­κλή­ρω­σε τις ε­γκύ­κλιες σπου­δές του. Στην Κω­ν­στα­ντι­νού­πο­λη πή­γε δε­κα­πε­ντα­ε­τής, το 1846, ό­που και φοί­τη­σε ως υ­πό­τρο­φος στη Με­γά­λη του Γέ­νους Σχο­λή. Απο­φοι­τώ­ντας ε­ρ­γά­στη­κε ως γρα­μ­μα­τέ­ας του Μη­τρο­πο­λί­τη Μη­θύ­μνης Αγα­θά­γ­γε­λου και στη συ­νέ­χεια, ως δά­σκα­λος, α­ρ­χί­ζο­ντας, α­πό το 1858, να ε­κ­δί­δει πρα­γ­μα­τείες και συ­γ­γρά­μ­μα­τα. Πρά­γ­μα­τι, πή­γε στο Πα­ρί­σι το 1862, ως παι­δα­γω­γός των τέ­κνων έ­λ­λη­να τρα­πε­ζί­τη, α­λ­λά πα­ρέ­μει­νε ε­κεί μό­λις δυο χρό­νια. Επι­στρέ­φο­ντας, μά­λι­στα, στην Κω­ν­στα­ντι­νού­πο­λη, το 1864, πε­ρα­στι­κός α­πό την Αθή­να, ε­κ­φώ­νη­σε τρεις λό­γους στο Πα­νε­πι­στή­μιο, με θέ­μα τα πο­λι­τι­κά του Πλά­τω­να. Ορι­στι­κά ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Αθή­να το 1866 και ά­ρ­χι­σε να α­ρ­θρο­γρα­φεί στην “ε­φη­με­ρί­δα ε­λ­λη­νι­κών α­ρ­χώ­ν” και θρη­σκευ­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα «Δι­καιο­σύ­νη». Από τις σε­λί­δες της προ­τεί­νει να κα­τα­ρ­γη­θεί το “α­κά­θα­ρ­τον, δυ­τι­κόν και με­μια­σμέ­νο­ν” Σύ­ντα­γ­μα. Τον Σε­πτέ­μ­βριο του 1867 α­πο­χώ­ρη­σε α­πό τη συ­ντα­κτι­κή ο­μά­δα της ε­φη­με­ρί­δας και τον Μά­ρ­τιο του 1868, ί­δρυ­σε τη «Σχο­λή του Λό­γου» και στη συ­νέ­χεια, σει­ρά συ­λ­λό­γων. Μπο­ρεί ο Μα­κρά­κης να διώ­χ­θη­κε α­πό την Εκκλη­σία, ω­στό­σο κα­τα­γρά­φη­κε ως “ση­μα­ντι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα της χρι­στια­νι­κής δια­νό­η­σης”. Ενώ, ο μα­κρα­κι­σμός υ­πή­ρ­ξε μια υ­πο­λο­γί­σι­μη πρώ­τη προ­σπά­θεια ε­δραίω­σης του χρι­στια­νι­σμού ως κοι­νω­νι­κού α­να­μο­ρ­φω­τή, με πο­λ­λούς ε­πι­γό­νους, με­τα­ξύ ά­λ­λων και την Αδε­λ­φό­τη­τα Θε­ο­λό­γων «Η Ζωή», στην ο­ποία α­φιε­ρώ­νει η Γα­ζή το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο της με­λέ­της της. Τον ί­διο τον Μα­κρά­κη, πέ­ραν των γρα­πτών του, μέ­νει να τον θυ­μί­ζει η προ­το­μή του σε κε­ντρι­κή πλα­τεία της γε­νέ­θλιας νή­σου, ό­που βρί­σκε­ται και ο τά­φος του. Πα­ρα­δό­ξως, ό­μως, ά­φη­σε τα ί­χνη του και στην ε­λ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Πα­πα­δια­μά­ντη, του ο­ποίου τα 160 χρό­νια α­πό τη γέ­ν­νη­σή του ε­ο­ρ­τά­ζου­με ε­φέ­τος,
Ένας α­πό τους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς τύ­πους των α­θη­ναϊκών διη­γη­μά­των του Πα­πα­δια­μά­ντη, εί­ναι “ο Αει­πλά­νη­τος”. “Κα­μα­ρό­τος της πρώ­της θέ­σεως εις τα βα­πό­ρια της «Εται­ρείας»”, εί­χε πά­ρει σύ­ντα­ξη “κ’ ε­κοί­τα­ζε πώς να σώ­σει την ψυ­χή του· εν Αθή­ναις ε­σύ­χνα­ζεν εις του Μα­κρά­κη”. Σύ­μ­φω­να με το ο­μό­τι­τ­λο διή­γη­μα του 1903, “έ­τρε­φε κά­ποιαν υ­πό­λη­ψι­ν” για τον α­φη­γη­τή, γι’ αυ­τό και τον ε­ρώ­τη­σε τι φρο­νεί πε­ρί Μα­κρά­κη και Μα­κρα­κι­σμού. Και ε­κεί­νος του α­πά­ντη­σε δι­πλω­μα­τι­κά: “Δεν υ­πά­ρ­χει α­μ­φι­βο­λία, κυ­ρ-Γιά­ν­νη, ό­τι πο­λ­λοί των Μα­κρα­κι­στών εί­ναι κα­λοί ά­ν­θρω­ποι, και ό­τι ο Μα­κρά­κης θα ή­τον πο­λύ κα­λός και ω­φέ­λι­μος… Αλλά, τι να σου πω κ’ ε­γώ, «νό­μω κα­λόν, νό­μω κα­κόν». Εάν, πα­ρα­δεί­γ­μα­τος χά­ριν, το δεί­να σπί­τι ε­κη­ρύ­σ­σε­το α­ρ­μο­δίως υ­πό των ια­τρών χο­λε­ρια­σμέ­νον ή βλο­για­σμέ­νον, θα εί­χες πο­τέ την τό­λ­μην να πα­τή­σης την κα­ρα­ντί­να και να ει­σέ­λ­θης εις αυ­τό;”
Ακό­μη πε­ρι­σ­σό­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή εί­ναι “η Μα­κρα­κι­στί­να” του ο­μό­τι­τ­λου, και πά­λι α­θη­ναϊκού, διη­γή­μα­τος, δη­μο­σιευ­μέ­νου α­κρι­βώς έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­το του Μα­κρά­κη, που α­πο­δή­μη­σε στις 24 Δε­κε­μ­βρίου 1905. Πρό­κει­ται για την κυ­ρα-Γιω­ρ­γού­λα, μια α­πό τις πιο δο­λε­ρές η­ρωί­δες του Πα­πα­δια­μά­ντη. Εί­ναι “Αρτι­νή, ε­πι­τη­δεία πο­λύ, οι­κο­νό­μος, μα­γεί­ρι­σ­σα, α­να­γνώ­στρια, ψά­λ­τρια”, τα­κτι­κή στις συ­να­θροί­σεις της «Σχο­λής του Λό­γου». Ο Πα­πα­δια­μά­ντης, πά­ντως, πα­ρά τις συ­νε­χείς διώ­ξεις του Μα­κρά­κη, δεν στέ­κε­ται α­πό­λυ­τα κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κός. Στο προ­η­γού­με­νο διή­γη­μα του 1903, γρά­φει: “Οι α­ρ­μό­διοι, δηλ. η Ιε­ρά Σύ­νο­δος, τον ε­κή­ρυ­ξε κα­κό­δο­ξον και αι­ρε­τι­κόν. Μέ­χρις α­πο­δεί­ξεως του ε­να­ντίου, και πριν α­νώ­τε­ρον τι δι­κα­στή­ριον, φέ­ρ’ ει­πείν η Με­γά­λη Εκκλη­σία και τ’ ά­λ­λα Πα­τρια­ρ­χεία, α­κυ­ρώ­σουν την πρά­ξιν της Ιε­ράς Συ­νό­δου της Ελλά­δος, και κη­ρύ­ξουν τον Μα­κρά­κην υ­γιαί­νο­ντα πε­ρί την πί­στιν και ο­ρ­θό­δο­ξον, πας χρι­στια­νός ο­φεί­λει να πει­θα­ρ­χή εις τους ο­ρα­τούς α­ντι­προ­σώ­πους της Εκκλη­σίας, εί­τε α­μα­ρ­τω­λοί εί­ναι ού­τοι εί­τε ά­γιοι, και να μην πλη­σιά­ζη εις τον Μα­κρά­κη­ν”.
Πο­λ­λά χρό­νια πριν, το κα­λο­καί­ρι του 1891, ό­ταν ο Μα­κρά­κης έ­κα­νε μια με­γά­λη πε­ριο­δεία σε Χα­λ­κί­δα, Σκιά­θο, Βό­λο, Λά­ρι­σα, Τρί­κα­λα, Κα­ρ­δί­τσα, Στυ­λί­δα, Λα­μία, ε­κ­φω­νώ­ντας ο­μι­λίες, ο πα­τήρ Πα­πα­δια­μά­ντης, ο ιε­ρέ­ας Αδα­μά­ντιος Εμμα­νουή­λ, πα­ρε­νέ­βη­κε δυ­να­μι­κά, προ­σπα­θώ­ντας να μα­ταιώ­σει τον προ­ση­λυ­τι­σμό του λα­ού σε μι­σα­λ­λό­δο­ξες δο­ξα­σίες. Τό­τε προ­κλή­θη­κε “το μα­κρά­κιον ε­πει­σό­διο­ν”, γνω­στό έως σή­με­ρα χά­ρις στα δυο α­γα­να­κτι­σμέ­να ά­ρ­θρα του Πα­πα­δια­μά­ντη, δη­μο­σιευ­μέ­να υ­πό τη μο­ρ­φή ε­πι­στο­λών προς την «Ακρό­πο­λιν» και το «Άστυ», το κα­λο­καί­ρι του 1891. Σε αυ­τά, υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νος ε­αυ­τόν α­πό τις ε­πι­θέ­σεις της ε­φη­με­ρί­δας του Μα­κρά­κη, γρά­φει: “Εγώ εί­μαι τέ­κνον γνή­σιον της Ορθο­δό­ξου Εκκλη­σίας, ε­κ­προ­σω­που­μέ­νης υ­πό των ε­πι­σκό­πων της. Εάν δε τυ­χόν πο­λ­λοί τού­των εί­ναι α­μα­ρ­τω­λοί, α­ρ­μο­δία να κρί­νη εί­ναι μό­νη η Εκκλη­σία…” Αυ­τήν την τε­λευ­ταία ά­πο­ψη την ε­ν­σω­μα­τώ­νει έ­ντε­χνα, ό­πως εί­δα­με, στο προ­α­να­φε­ρ­θέν διή­γη­μα του 1903.
Ακό­μη νω­ρί­τε­ρα, Ια­νουά­ριο 1888, στη νε­κρο­λο­γία του εκ μη­τρός πρό­γο­νού του, ιε­ρο­μό­να­χου Διο­νυ­σίου Επι­φα­νιά­δη, γνω­στού ως Γέ­ρο­ντα, γιού του δι­δά­σκα­λου του Γέ­νους Επι­φα­νίου Δη­μη­τριά­δη, γρά­φει: “Ο Διο­νύ­σιος α­νή­κεν εις την α­ρ­χαιο­πρε­πή ε­κεί­νην τά­ξιν των μο­να­χών, των Κο­λ­λυ­βά­δων κα­λου­μέ­νων, ης ή­το ο τε­λευ­ταίος σχε­δόν α­ντι­πρό­σω­πος. Πα­ρά των Κο­λ­λυ­βά­δων τού­των η­θέ­λη­σε και ο κ. Μα­κρά­κης να μι­μη­θή τι­να έ­θι­μα…” Επί­σης, πα­ρα­τη­ρεί: “Πο­λ­λοί α­πα­τη­θέ­ντες συ­νέ­χε­ον τον γη­ραιόν πνευ­μα­τι­κόν προς τους μα­κρα­κι­στάς και ε­νό­μι­σαν, ό­τι ο Διο­νύ­σιος ή­το ο­πα­δός του συ­ντά­κτου του «Λό­γου»… Ο σε­βά­σμιος α­γω­νι­στής της Ορθο­δο­ξίας ή­το κα­τά γε­νεάν ό­λην πρε­σβύ­τε­ρος του κ. Μα­κρά­κη…” Πε­ρι­σ­σό­τε­ρα για “τα πα­λαιά έ­θι­μα”, που θέ­λη­σε να οι­κειο­ποιη­θεί ο Μα­κρά­κης α­λ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα για τη σχέ­ση του με “την α­ρ­χαιο­πρε­πή κοι­νό­τη­τα” των Κο­λ­λυ­βά­δων, τα α­να­πλά­θει σε έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα σκια­θί­τι­κα διη­γή­μα­τά του.
Ο Γέ­ρο­ντας Διο­νύ­σιος ή­ταν και ο α­να­και­νι­στής της Μο­νής της Πα­να­γίας της Κου­νί­στρας ή Κου­νί­στριας, στην δυ­τι­κή α­κτή του νη­σιού. Κα­τά την θρη­σκευ­τι­κή πα­ρά­δο­ση, πή­ρε την ο­νο­μα­σία της α­πό ει­κό­να της Πα­να­γίας, που βρέ­θη­κε στην εν λό­γω το­πο­θε­σία, “κου­νά­με­νη” α­πό τον αέ­ρα σε κλα­διά πεύ­κου. Αυ­τή η ει­κό­να της Πα­να­γίας στά­θη­κε η α­φο­ρ­μή να συ­γκρου­σθεί ο Πα­πα­δια­μά­ντης με έ­τε­ρο πρω­τα­γω­νι­στή της με­λέ­της της Γα­ζή, τον Μη­τρο­πο­λί­τη Δη­μη­τριά­δος Γε­ρ­μα­νό. Αυ­τή τη φο­ρά, ό­χι μό­νο δια της γρα­φί­δας του, α­λ­λά και αυ­το­προ­σώ­πως, στην πό­λη της Σκιά­θου, και συ­γκε­κρι­μέ­να, στο Ναό των Τριών Ιε­ρα­ρ­χών, ό­που φυ­λα­σ­σό­ταν η ει­κό­να. Το ι­στο­ρι­κό της σύ­γκρου­σης Πα­πα­δια­μά­ντη-Γε­ρ­μα­νού το α­φη­γεί­ται ο θε­ο­λό­γος Δη­μή­τρης Τσι­βι­λί­δης στον τό­μο «Βό­λος 1908» του «Αρχείου Θε­σ­σα­λι­κών Με­λε­τών», ο ο­ποίος και λει­του­ρ­γεί συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά στον βίο και την πο­λι­τεία του Μη­τρο­πο­λί­τη Δη­μη­τριά­δος, ό­πως αυ­τός σκια­γρα­φεί­ται στη με­λέ­τη.
Γε­ν­νη­μέ­νος στα Ψα­ρά, το 1872, ο κα­τά κό­σμον Γε­ρ­μα­νός Μαυ­ρο­μ­μά­της, α­πο­φοί­τη­σε α­πό το γυ­μνά­σιο Χίου και ως δι­δά­κτωρ θε­ο­λο­γίας, χει­ρο­το­νή­θη­κε διά­κο­νος στην Αθή­να και α­νέ­λα­βε διευ­θυ­ντής των γρα­φείων του Πα­τρια­ρ­χείου της Αλε­ξά­ν­δρειας. Εκεί, πρω­το­συ­νά­ντη­σε την πέ­τρα του σκα­ν­δά­λου των “Αθεϊκώ­ν” Πη­νε­λό­πη Χρι­στά­κου. Σε ε­πι­στο­λή του ο Δε­λ­μού­ζος προς την Πη­νε­λό­πη Δέ­λ­τα γρά­φει: «…προ­στα­τευό­με­νη του Πα­γώ­νη η Χρι­στά­κου, ε­νός θα­νά­σι­μου ε­χ­θρού του Σε­βα­σμιω­τά­του, που τον εί­χε διώ­ξει α­πό τα Πα­τρια­ρ­χεία της Αλε­ξα­ν­δρείας, ως ρω­σ­σό­φρο­να…» Δεν χά­θη­κε, πά­ντως, ο ε­κ­διω­χ­θείς ιε­ρω­μέ­νος. Αντι­θέ­τως. Αρχι­κά ε­ρ­γά­στη­κε ως ιε­ρο­κή­ρυ­κας στην Ηλεία και με­τά, στην Δη­μη­τριά­δα. Εκεί, με­τά το θά­να­το του Μη­τρο­πο­λί­τη, ό­ντας τό­τε Αρχι­μα­ν­δρί­της, κα­τέ­λα­βε τον ε­πι­σκο­πι­κό θρό­νο. Μό­νο που ο α­πο­θα­νών προ­κά­το­χός του εί­χε δω­ρί­σει και τον Μη­τρο­πο­λι­τι­κό οί­κο και τα γρα­φεία στην Φι­λό­πτω­χο Αδε­λ­φό­τη­τα Βό­λου. Μα­χη­τι­κός ο νέ­ος Μη­τρο­πο­λί­της, α­πο­φά­σι­σε α­νέ­γε­ρ­ση νέων και προς συ­λ­λο­γή οι­κο­νο­μι­κών πό­ρων, εί­χε την έ­μπνευ­ση, ως ά­λ­λος Και­σά­ριος Δα­πό­ντε, να κα­τα­φύ­γει σε ζη­τεία διά της πε­ρι­φο­ράς μιας θαυ­μα­του­ρ­γής ει­κό­νας. Μια α­πό τις δια­θέ­σι­μες της ε­πι­σκο­πι­κής του ε­πι­κρά­τειας ή­ταν και ε­κεί­νη της Πα­να­γίας της Κου­νί­στρας.
Αμ’ έ­πος αμ έ­ρ­γον. Στα μέ­σα Δε­κε­μ­βρίου του 1908, ε­πι­σκέ­φθη­κε τη Σκιά­θο, τά­χα­τες για να γνω­ρί­σει το ποί­μνιό του, στην πρα­γ­μα­τι­κό­τη­τα για να υ­φα­ρ­πά­ξει την θαυ­μα­του­ρ­γή ει­κό­να. Λο­γά­ρια­ζε, ό­μως, χω­ρίς τον ξε­νο­δό­χο. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης, που, τον μή­να Μά­ρ­τιο, φω­το­γρα­φι­ζό­ταν στη Δε­ξα­με­νή γα­λή­νιος ως α­σκη­τής, σχε­δόν υ­πε­ρ­κό­σμιος, αυ­τός ο “γλυ­κύς της Ελλά­δος μας Άντε­ρ­σεν, ο σταυ­ρο­κο­πού­με­νος”, κα­τά τον ει­ρω­νι­κό σχο­λια­σμό του Δη­μο­σθέ­νη Κού­ρ­το­βικ , “πρω­το­στα­τεί σαν α­λη­θι­νός α­ντά­ρ­της και δη­με­γέ­ρ­της στον ξε­ση­κω­μό του Σκια­θί­τι­κου λα­ού”. “Την ψυ­χή μας μπο­ρεί να πά­ρε­τε ό­χι ό­μως την ει­κό­να”, δη­λώ­νει ευ­θα­ρ­σώς στον Μη­τρο­πο­λί­τη. Νύ­κτα φυ­γα­δεύ­τη­κε ο Δη­μη­τριά­δος για να γλυ­τώ­σει α­πό την μή­νιν του πλή­θους. Και βε­βαίως, ά­πρα­κτος, χω­ρίς πο­τέ να πρα­γ­μα­το­ποιή­σει το ό­νει­ρό του για τον νέο Μη­τρο­πο­λι­τι­κό Οί­κο. Θα ε­πα­νέ­λ­θει, ω­στό­σο, στο προ­σκή­νιο με τα “Αθεϊκά”, τη χρο­νιά που πε­θαί­νει ο Πα­πα­δια­μά­ντης.
Ολο­κλη­ρώ­νο­ντας αυ­τήν την α­νυ­πό­φο­ρα πλα­τεια­στι­κή βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, έ­να ση­μείο που θα πρέ­πει να το­νι­στεί εί­ναι τα θο­λά ό­ρια με­τα­ξύ προϊστο­ρίας και ι­στο­ρίας του συ­ν­θή­μα­τος. Πό­τε, δη­λα­δή, το τρί­πτυ­χο των ε­ν­νοιών α­πό ι­δε­ο­λο­γι­κό πι­στεύω γί­νε­ται σύ­ν­θη­μα α­μι­γώς προ­πα­γα­ν­δι­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Ένα κα­λό πα­ρά­δει­γ­μα των θο­λών ο­ρίων, κα­θώς και γεύ­ση α­πό τις ε­ν­δο­θρη­σκευ­τι­κές δια­μά­χες, μας δί­νει ο Πα­πα­δια­μά­ντης.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτο: Ο σίφνιος θεολόγος Απόστολος Μακράκης.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/7/2011.

Ο άνθρωπος επιβιώνει πρωτίστως με συνθήματα

Έφη Γα­ζή
«“Πα­τρίς Θρη­σκεία Οι­κο­γέ­νεια”
Ιστο­ρία ε­νός συν­θή­μα­τος
(1880-1930)»
Εκδό­σεις Πό­λις
Φε­βρουά­ριος 2011

Εάν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι η Έφη Γα­ζή εί­χε εκ­δώ­σει τη με­λέ­τη της στο γύ­ρι­σμα του 21ου αιώ­να, αυ­τή θα α­ντι­με­τω­πι­ζό­ταν ως α­μι­γώς ι­στο­ρι­κή με­λέ­τη, ε­ντασ­σό­με­νη στην ι­στο­ρία του συ­ντη­ρη­τι­σμού ως έ­να ε­πι­μέ­ρους κε­φά­λαιό της. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, χω­ρίς να χά­νει το ι­στο­ρι­κό της εν­δια­φέ­ρον, α­πο­κτά μια α­να­πά­ντε­χα ε­πι­και­ρι­κή διά­στα­ση. Το 2000, οι τρεις έν­νοιες που α­παρ­τί­ζουν το σύν­θη­μα “Πα­τρίς Θρη­σκεία Οι­κο­γέ­νεια”, με το ι­στο­ρι­κό του ο­ποίου κα­τα­πιά­στη­κε η με­λε­τή­τρια, θεω­ρού­νταν α­πό τον κυ­ρίαρ­χο λό­γο πα­ρω­χη­μέ­νες ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, ι­στο­ρι­κής μό­νο α­ξίας. Τό­τε, έ­πνεε ού­ριος ο ά­νε­μος της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, με κυ­ρίαρ­χο το πνεύ­μα της α­νε­ξι­θρη­σκίας και της ε­λευ­θε­ριό­τη­τας. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, οι τρεις έν­νοιες ε­πα­νέρ­χο­νται, του­λά­χι­στον κα­τά μό­νας, κα­θώς φαί­νε­ται να ε­πα­να­κτούν, για ο­ρι­σμέ­να κοι­νω­νι­κά σύ­νο­λα, έ­να μέ­ρος της συ­γκολ­λη­τι­κής τους ι­σχύος.
Ο ό­ρος συ­ντη­ρη­τι­σμός προέ­κυ­ψε στα κα­θ’ η­μάς με κα­θυ­στέ­ρη­ση ως με­τά­φρα­ση του α­ντί­στοι­χου αγ­γλι­κού, μό­λις στα τέ­λη του 19ου αιώ­να. Δη­λα­δή, την ε­πο­μέ­νη του α­τυ­χούς πο­λέ­μου του 1897, ό­ταν θρα­σο­μα­νού­σε η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση και ή­ταν διά­χυ­τη η κοι­νω­νι­κή δυ­σφο­ρία. Μέ­χρι τό­τε πα­ρα­πλή­σιες στά­σεις χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν ως πι­στές στην πα­ρά­δο­ση. Πι­θα­νώς και κά­πως σχη­μα­τι­κά, η τρέ­χου­σα οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, το ο­ξύ με­τα­να­στευ­τι­κό πρό­βλη­μα μέ­χρι και η ε­λευ­θε­ριό­τη­τα ή έ­στω, το κό­στος που προϋπο­θέ­τει, τό­σο οι­κο­νο­μι­κής φύ­σεως ό­σο και ψυ­χο­λο­γι­κής, φέρ­νουν, και πά­λι με κα­θυ­στέ­ρη­ση, έ­ναν πα­ρα­πλή­σιο ό­ρο, αυ­τόν του νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμού, που θα μπο­ρού­σε να α­ντι­κα­τα­στα­θεί και α­πό την εύ­ση­μη έκ­φρα­ση “ε­πι­στρο­φή στην πα­ρά­δο­ση”. Βε­βαίως, αυ­τή η ε­πα­να­φο­ρά των τριών εν­νοιών δεν ση­μαί­νει, σώ­νει και κα­λά, α­να­βίω­ση του τρι­με­ρούς συν­θή­μα­τος υ­πό τη μορ­φή του ι­δε­ο­λο­γή­μα­τος, με την ο­ποία εί­χε στον και­ρό του χρη­σι­μο­ποιη­θεί. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, για κά­θε συν­θη­μα­τι­κή φρά­ση εί­ναι, κα­τ’ αρ­χήν, η κυο­φο­ρία της, κα­τά την ο­ποία α­να­νο­η­μα­το­δο­τού­νται και ταυ­τό­χρο­να, κω­δι­κο­ποιού­νται οι λέ­ξεις που την α­παρ­τί­ζουν και στη συ­νέ­χεια, η ε­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση της, που την κα­θι­στά ευ­κό­λως α­να­κλη­τή. Από ε­κεί και πέ­ρα, δο­θεί­σης της α­νά­γκης ή και της ευ­και­ρίας ε­πα­νέρ­χε­ται. Άλλω­στε, σύμ­φω­να και με το εύ­στο­χο μό­το της με­λέ­της, δά­νειο α­πό τον Ρό­μπερτ Λούι Στή­βεν­σο­ν: «Ο άν­θρω­πος εί­ναι έ­να πλά­σμα, που δεν ε­πι­βιώ­νει μό­νο με άρ­το αλ­λά, πρω­τί­στως, με συν­θή­μα­τα». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ε­δώ χρειά­ζε­ται να θυ­μί­σου­με σε ό­σους α­γνοούν τα α­πο­φθεγ­μα­τι­κά κεί­με­να του Στή­βεν­σον, α­πό τα ο­ποία αν­τλή­θη­κε η φρά­ση, ό­τι ε­κεί­νος δεν α­να­φέ­ρε­ται α­κρι­βώς σε συν­θή­μα­τα αλ­λά μάλ­λον σε λαϊκές ρή­σεις. Το θέ­μα που τον α­πα­σχο­λεί εί­ναι οι δυ­σκο­λίες συμ­βίω­σης δύο έγ­γα­μων, που προέρ­χο­νται α­πό την γνώ­μη, την ο­ποία ο κα­θέ­νας α­πό τους δυο έ­χει σχη­μα­τί­σει για το άλ­λο φύ­λο μέ­σα α­πό θυ­μό­σο­φες εκ­φρά­σεις, οι ο­ποίες ε­λά­χι­στα α­ντα­πο­κρί­νο­νται στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Αν, ό­μως, κά­τι ι­σχύει για το κύτ­τα­ρο της οι­κο­γέ­νειας, σε με­γα­λύ­τε­ρα σύ­νο­λα δεν μπο­ρεί πα­ρά να ε­παυ­ξά­νε­ται η ι­σχύς του.
Όπως και να έ­χει, την Γα­ζή δεν την α­πα­σχο­λεί η φά­ση χρή­σης του συν­θή­μα­τος. Δη­λα­δή, οι δυο μεί­ζο­νες δι­κτα­το­ρίες του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να: η προ­πο­λε­μι­κή του Με­τα­ξά και η με­τα­πο­λε­μι­κή των Συ­νταγ­μα­ταρ­χών. Ωστό­σο, στον ε­πί­λο­γο της με­λέ­της της α­να­τρέ­χει στον λό­γο του Ιωάν­νη Με­τα­ξά στην Μα­ράσ­λειο Παι­δα­γω­γι­κή Ακα­δη­μία τον Ιού­νιο του 1937 (α­πο­κλείε­ται, πά­ντως, την 31η του μη­νός), που τε­λειώ­νει ως ε­ξής: “Χρειά­ζο­νται δυο πράγ­μα­τα δια να φέ­ρε­τε εις πέ­ρας το έρ­γο τού­το: Πί­στις προς τα με­γά­λα ι­δα­νι­κά της Πα­τρί­δος, της Θρη­σκείας και της οι­κο­γέ­νειας και α­γά­πη και α­φο­σίω­σις προς αυ­τά”. Με “το έρ­γο τού­το” πρέ­πει να εν­νο­εί, κα­τα­πώς εί­χε δια μα­κρών α­να­πτύ­ξει, την υ­πο­χρέω­ση των δα­σκά­λων να πλά­σουν “σώ­μα­τα και προ­πα­ντός ψυ­χάς ελ­λη­νι­κάς”.
Η με­λε­τή­τρια θυ­μί­ζει αυ­τήν την κο­ρώ­να του με­τα­ξι­κού λό­γου, σχο­λιά­ζο­ντας ό­τι θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να ι­σχυ­ρι­στεί ό­τι “μια φρά­ση λέει αυ­τό που λέει την ώ­ρα που λέ­γε­ται”. Το ί­διο, α­κρι­βώς, θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να ι­σχυ­ρι­στεί και για την πα­ρα­πλή­σια συν­θη­μα­τι­κή φρά­ση της α­πρι­λια­νής δι­κτα­το­ρίας: «Ελλάς Ελλή­νων Χρι­στια­νών». Η, εν λό­γω, φρά­ση εί­ναι φαι­νο­με­νι­κά δι­με­ρής, κα­θώς το τρί­το σκέ­λος, αυ­τό της οι­κο­γέ­νειας α­πο­δί­δε­ται πλα­γίως δια της χρή­σεως της γε­νι­κής πτώ­σεως. Η ί­δια, πά­ντως, δεν αρ­κέ­στη­κε σε έ­ναν πα­ρό­μοιο, ε­πι­φα­νεια­κό ι­σχυ­ρι­σμό, αλ­λά έ­θε­σε ως υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας την ει­κα­σία ό­τι υ­πήρ­ξε μια μα­κριά πε­ρίο­δος κυο­φο­ρίας αυ­τών των συν­θη­μα­τι­κών φρά­σεων, την ο­ποία και άρ­χι­σε να ε­ρευ­νά. Με βά­ση το υ­λι­κό, που συ­γκέ­ντρω­σε, έ­πλε­ξε μια εν­δια­φέ­ρου­σα α­φή­γη­ση για την προϊστο­ρία τους. Βε­βαίως, ό­πως κα­τά κα­νό­να συμ­βαί­νει, η α­φή­γη­ση του ι­στο­ρι­κού ε­ξαρ­τά­ται α­πό το συ­γκε­ντρω­μέ­νο υ­λι­κό και ε­κεί­νο, με τη σει­ρά του, εί­ναι συ­νάρ­τη­ση της ο­πτι­κής της έ­ρευ­νας, στην ο­ποία κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο παί­ζουν οι προϋπάρ­χου­σες έ­ρευ­νες, που ε­ντάσ­σο­νται στο ί­διο ευ­ρύ­τε­ρο θε­μα­τι­κό πε­δίο.
Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη με­λέ­τη, ο χώ­ρος άν­τλη­σης του υ­λι­κού ο­ρί­ζε­ται α­φε­νός μεν α­πό τις ορ­θό­δο­ξες χρι­στια­νι­κές α­δελ­φό­τη­τες, που το­πο­θε­τού­νται ε­κτός Εκκλη­σίας, κά­πο­τε σε α­ντί­πα­λο προς αυ­τήν ρό­λο, συ­χνό­τε­ρα ό­μως σε υ­πο­στη­ρι­κτι­κό, και α­φε­τέ­ρου, α­πό τους ποι­κί­λους συλ­λό­γους πα­τριω­τι­κού και η­θο­πλα­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Στα­χυο­λο­γώ­ντας α­πό την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία των ε­ντύ­πων τους, στοι­χειο­θε­τεί­ται εν μέ­ρει η α­φή­γη­ση. Δε­δο­μέ­νου ό­τι το εν λό­γω σύν­θη­μα έ­χει συ­χνά συ­σχε­τι­στεί με τον εκ­κλη­σια­στι­κό χώ­ρο, θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να εκ­φρά­σει την α­πο­ρία, για­τί να μην ε­πε­κτα­θεί η έ­ρευ­να και στα εκ­κλη­σια­στι­κά έ­ντυ­πα. Αν δεν σφάλ­λου­με, αυ­τά α­πο­τε­λούν, του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας, terra incognita. Επί­σης, σε πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές, το σύν­θη­μα εί­χε συν­δε­θεί με τον, άλ­λο­τε πο­τέ, α­λυ­τρω­τι­σμό, ο­πό­τε κά­ποιος θα μπο­ρού­σε να προ­τεί­νει ε­πέ­κτα­ση της έ­ρευ­νας σε έ­ντυ­πα πέ­ραν του ελ­λα­δι­κού χώ­ρου, στις ο­θω­μα­νι­κές πε­ριο­χές και τον πα­ροι­κια­κό ελ­λη­νι­σμό. Άλλω­στε, μια πα­ρό­μοια διεύ­ρυν­ση φαί­νε­ται να την υ­πα­γο­ρεύει και το με­γά­λο χρο­νι­κό ά­νοιγ­μα του ε­ρευ­νη­τι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος. Ιδιαί­τε­ρα φι­λό­δο­ξη η α­φή­γη­ση κα­λύ­πτει μια ο­λό­κλη­ρη πε­ντη­κο­ντα­ε­τία. Αδρο­με­ρώς, α­πό την προ­σάρ­τη­ση της Θεσ­σα­λίας, ό­ταν η “πα­τρίς” άρ­χι­σε να ε­πε­κτεί­νε­ται, μέ­χρι το έ­τος, που σύρ­θη­κε σε δί­κη ο Κα­ζα­ντζά­κης “ε­πί χλευα­σμώ της θρη­σκείας” και δό­θη­κε δι­καίω­μα ψή­φου στις γυ­ναί­κες. Πα­ρό­λο που το δι­καίω­μα α­φο­ρού­σε μό­νο δη­μο­τι­κές και κοι­νο­τι­κές ε­κλο­γές, στά­θη­κε, ού­τως ή άλ­λως, μια κα­κή αρ­χή, που έ­θε­σε σε κίν­δυ­νο το τρί­το σκέ­λος, αυ­τό της οι­κο­γέ­νειας.
Ωστό­σο, στον μι­σό αιώ­να, α­πό το 1880 έως το 1930, που κα­λύ­πτει η α­φή­γη­ση υ­πήρ­ξαν φά­σεις πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρης συ­ναι­σθη­μα­τι­κής φόρ­τι­σης του κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος α­πό ε­κεί­νη της δί­κης του Κα­ζα­ντζά­κη ή της πε­ριο­ρι­σμέ­νης γυ­ναι­κείας ψή­φου. Φά­σεις τέ­τοιας έ­ντα­σης, ώ­στε να α­πει­λεί­ται η κοι­νω­νι­κή τά­ξη. Πρό­κει­ται για πε­ριό­δους πραγ­μα­τι­κού “η­θι­κού πα­νι­κού”, έ­τσι ό­πως η κα­τά­στα­ση σύγ­χυ­σης φορ­τί­στη­κε, ε­πι­δέ­ξια και δο­λίως, α­πό τον Τύ­πο. Ως γνω­στόν, σε κά­θε κα­τά­στα­ση “η­θι­κού πα­νι­κού” υ­πάρ­χουν οι υ­πο­κι­νη­τές και οι φτω­χο­διά­βο­λοι που τον υ­φί­στα­νται. Από ε­κεί και πέ­ρα, ο φέ­ρων την ευ­θύ­νη συ­χνά εί­ναι το θύ­μα. Η με­λέ­τη της Γα­ζή α­φιε­ρώ­νει συ­ναρ­πα­στι­κές σε­λί­δες στον “η­θι­κό πα­νι­κό” του 1911, ό­ταν ξέ­σπα­σαν τα λε­γό­με­να “Αθεϊκά” του Βό­λου και α­ντι­στοί­χως, το 1925, με τα “Μα­ρασ­λεια­κά” της Αθή­νας. Πρω­ταί­τιος σε αμ­φό­τε­ρα στά­θη­κε ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος, ο ο­ποίος και πρω­τα­γω­νι­στεί στις μέ­χρι σή­με­ρα ι­στο­ρι­κές α­φη­γή­σεις. Όχι, ό­μως, σε αυ­τήν της Γα­ζή. Εκεί­νο που κα­θο­ρί­ζει, εν πολ­λοίς, μια α­φή­γη­ση, α­πό ι­στο­ρι­κή έως μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή, εί­ναι τα πρό­σω­πα που πρω­τα­γω­νι­στούν. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, η με­λέ­τη της Γα­ζή έ­χει το α­τού των μο­ντερ­νί­στι­κων μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Δεν ε­στιά­ζει στους ή­ρωες αλ­λά στους α­ντιή­ρωες. Κι αυ­τοί, στα “Αθεϊκά”, ή­ταν ο Μη­τρο­πο­λί­της Δη­μη­τριά­δος Γερ­μα­νός και ο αρ­χι­συ­ντά­κτης της ε­φη­με­ρί­δας «Κή­ρυξ» Δη­μο­σθέ­νης Κούρ­το­βι­κ, στην ε­πο­χή του έ­νας α­πό τους πλέ­ον τα­λα­ντού­χους της γρα­φί­δας. Ενώ, στα “Μα­ρασ­λεια­κά”, ο Βο­ρειο­η­πει­ρώ­της, με­τέ­πει­τα κα­θη­γη­τής παι­δα­γω­γι­κής, Σπυ­ρί­δων Καλ­λιά­φας.
Το εν­δια­φέ­ρον κερ­δί­ζουν και δύο γυ­ναί­κες, που δεν πρω­τα­γω­νι­στούν μεν στα συμ­βά­ντα, αλ­λά α­πο­τέ­λε­σαν την πέ­τρα του σκαν­δά­λου, συμ­βάλ­λο­ντας στους δυο “η­θι­κούς ποι­νι­κούς”. Στα “Αθεϊκά”, ή­ταν η δα­σκά­λα Πη­νε­λό­πη Χρι­στά­κου και στα “Μα­ρασ­λεια­κά” η Ρό­ζα Ιμβριώ­τη. Την τά­ξη της Χρι­στά­κου ε­πέ­λε­ξε να ε­πι­σκε­φθεί ο Μη­τρο­πο­λί­της για να δια­πι­στώ­σει ι­δίοις όμ­μα­σι τον σφα­λε­ρό τρό­πο λει­τουρ­γίας του Παρ­θε­να­γω­γείου. Ενώ, ο μη ε­θνι­κός τρό­πος που δί­δα­σκε την ι­στο­ρία της Επα­νά­στα­σης του 1821 η Ιμβριώ­τη ή­ταν η θρυαλ­λί­δα για τα “Μα­ρασ­λεια­κά”. Κα­τά σύ­μπτω­ση, μια σχε­τι­κά πρό­σφα­τη κα­τά­στα­ση “η­θι­κού πα­νι­κού” με α­φορ­μή δι­δα­κτι­κό εγ­χει­ρί­διο Ιστο­ρίας εί­χε και πά­λι ως πέ­τρα του σκαν­δά­λου μια εκ­παι­δευ­τι­κό.
Όπως και να έ­χει, οι α­ντιή­ρωες της Γα­ζή δεν ε­ξαν­τλού­νται με ό­σους α­να­φέ­ρα­με. Οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι πρω­τα­γω­νι­στούν μό­νο στο δεύ­τε­ρο και το τρί­το κε­φά­λαιο της με­λέ­της της, που α­φιε­ρώ­νο­νται στα συ­γκε­κρι­μέ­να κομ­βι­κά συμ­βά­ντα, τα ο­ποία α­πεί­λη­σαν το status quo του κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος. Συμ­βά­ντα, που, βε­βαίως, δεν α­φο­ρού­σαν μό­νο την αρ­μό­ζου­σα στο έ­θνος γλώσ­σα, δη­λα­δή το λε­γό­με­νο γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα, αλ­λά και τις σο­σια­λι­στι­κές ι­δέες. Με την ί­δρυ­ση, το 1908, του Ανώ­τε­ρου Δη­μο­τι­κού Παρ­θε­να­γω­γείου Βό­λου, ε­στία των “Αθεϊκώ­ν”, συν­δέ­θη­κε το Εργα­τι­κό Κέ­ντρο Βό­λου, που ι­δρύ­θη­κε το ί­διο έ­τος. Ενώ, των “Μα­ρασ­λεια­κώ­ν” προ­η­γή­θη­κε το «Εθνι­κόν Συ­νέ­δριον», που ορ­γά­νω­σε στις αρ­χές του 1925 η Εται­ρεία «Ελλη­νι­σμός» του Νε­ο­κλή Κα­ζά­ζη, ο ο­ποίος στην ε­ναρ­κτή­ρια ο­μι­λία του τό­νι­σε την α­πει­λή της κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης και του μπολ­σε­βι­κι­σμού.
Σε αυ­τά τα κε­φά­λαια, πά­ντως, ο πα­τριω­τι­κός και θρη­σκευ­τι­κός χώ­ρος, καί­τοι ε­πι­τί­θε­ται, ου­σια­στι­κά βρί­σκε­ται σε θέ­ση ά­μυ­νας. Σε α­ντί­θε­ση με το πρώ­το και το τε­λευ­ταίο, τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο της με­λέ­της, στα ο­ποία σύλ­λο­γοι, ε­ται­ρείες και α­δελ­φό­τη­τες έ­χουν την πρω­το­βου­λία και εμ­φα­νί­ζο­νται ως κοι­νω­νι­κοί α­να­μορ­φω­τές. Σε αυ­τά, πρω­το­στα­τούν νέ­οι α­ντιή­ρωες, σή­με­ρα, μάλ­λον λη­σμο­νη­μέ­νοι, του­λά­χι­στον οι πα­λαιό­τε­ροι. Ένας α­πό αυ­τούς και μα­ζί του ο Μη­τρο­πο­λί­της Γερ­μα­νός ή­ταν τα πρό­σω­πα που μας είλ­κυ­σαν, του­λά­χι­στον αρ­χι­κά, να α­σχο­λη­θού­με με τη με­λέ­τη της Γα­ζή, καί­τοι α­πα­ρά­σκευοι. Δεν μας εν­δια­φέ­ρει τό­σο ο βίος και η πο­λι­τεία αυ­τών των προ­σώ­πων, ό­σο το γε­γο­νός ό­τι έ­τυ­χε να συ­γκρου­σθούν, α­κρι­βώς την χρο­νι­κή πε­ρίο­δο που α­πα­σχο­λούν τη Γα­ζή, με έ­ναν λο­γο­τέ­χνη α­πό τους ε­κλε­κτούς “της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης”. Τον, εν λό­γω, λο­γο­τέ­χνη δεν τον α­να­φέ­ρει η Γα­ζή και κα­λά κά­νει. Ως γνή­σιος λο­γο­τέ­χνης, ού­τε με συν­θή­μα­τα ού­τε, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, με ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα έ­χει σχέ­ση. Ωστό­σο, τα γρα­πτά του, λο­γο­τε­χνι­κά και μη λο­γο­τε­χνι­κά, κο­μί­ζουν ε­πι­πλέ­ον στοι­χεία για κά­ποια πρό­σω­πα της με­λέ­της. Θα ε­πα­νέλ­θου­με.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτο: Ο Αλέξανδρος Δελμούζος, το πρώτο θύμα στα Αθεϊκά του Βόλου.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/7/2011.