Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Όθωνος εγκώμιο

Λί­λια Δια­μα­ντο­πού­λου-Χίρ­νε­ρ
«Κο­ρό­να και γράμ­μα­τα.
Ένα ο­πτι­κό ποίη­μα
του Νεό­φυ­του Δού­κα
προς τον βα­σι­λέα Όθω­να»
Εκδό­σεις Μ.Ι.Ε.Τ.
Φε­βρουά­ριος 2012
Νεόφυτος Δούκας και Όθωνας


Ο Πα­να­γιώ­της Μουλ­λάς εί­χε κα­λή σχέ­ση με τα βρα­βεία. Δι­δά­κτωρ στο Πα­ρί­σι α­να­γο­ρεύ­τη­κε, το 1976, με δια­τρι­βή για τους πα­νε­πι­στη­μια­κούς δια­γω­νι­σμούς, ε­νώ στον πα­νε­πι­στη­μια­κό του βίο βρα­βεύ­τη­κε κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη. Αυ­τή η κα­λή σχέ­ση έ­μελ­λε να συ­μπλη­ρω­θεί με έ­να “βρα­βείο εις μνή­μη­ν” του. Κά­τι μάλ­λον α­συ­νή­θι­στο, κα­θώς οι κα­θιε­ρω­μέ­νες τι­μη­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις στη μνή­μη κα­θη­γη­τών πε­ριο­ρί­ζο­νται σε α­φιε­ρω­μα­τι­κούς τό­μους, η­με­ρί­δες και συ­νέ­δρια. Το βρα­βείο δεν προέ­κυ­ψε α­πό έ­να πα­νε­πι­στη­μια­κό ί­δρυ­μα, αλ­λά α­πό το Μ.Ι.Ε.Τ., που θε­σμο­θέ­τη­σε, για πρώ­τη φο­ρά, βρα­βείο, τι­μώ­ντας έ­ναν συ­νερ­γά­τη και μέ­λος του Δ.Σ. του. Η κοι­νο­ποίη­ση της α­πο­νο­μής του πρώ­του βρα­βείου έ­γι­νε στις 26 Σεπ. 2011, με τη συ­μπλή­ρω­ση ε­νός έ­τους α­πό το θά­να­τό του, στις 11 Σεπ. 2010.
Σύμ­φω­να με την προ­κή­ρυ­ξη, το βρα­βείο εί­ναι ε­τή­σιο και έ­χει ή­δη ε­ξαγ­γελ­θεί ό­τι η προ­θε­σμία υ­πο­βο­λής κει­μέ­νων για το ε­πό­με­νο λή­γει στις 31 Μαΐ. Δι­καίω­μα συμ­με­το­χής έ­χουν με­τα­πτυ­χια­κοί φοι­τη­τές της νέ­ας ελ­λη­νι­κής ή της συ­γκρι­τι­κής φι­λο­λο­γίας, που εί­ναι εγ­γε­γραμ­μέ­νοι σε πρό­γραμ­μα με­τα­πτυ­χια­κών σπου­δών σε πα­νε­πι­στη­μια­κή σχο­λή στην Ελλά­δα ή το ε­ξω­τε­ρι­κό. Αυ­τοί θα πρέ­πει να υ­πο­βάλ­λουν με­λέ­τη με θέ­μα α­πό την νε­ο­ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία, σε ο­λό­κλη­ρο το χρο­νι­κό της ά­νοιγ­μα, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της δη­μώ­δους με­σαιω­νι­κής. Σε αυ­το­τε­λές ή σε συ­γκρι­τι­κό πλαί­σιο η με­λέ­τη, α­παι­τεί­ται να εί­ναι α­δη­μο­σίευ­τη, γραμ­μέ­νη στα ελ­λη­νι­κά και η έ­κτα­σή της να κυ­μαί­νε­ται με­τα­ξύ 7000 και 8000 λέ­ξεων. Το βρα­βείο συ­νο­δεύε­ται α­πό χρη­μα­τι­κό έ­πα­θλο 2500 ευ­ρώ.
Έχουν λη­φθεί και μέ­τρα για το α­διά­βλη­το του δια­γω­νι­σμού. Οι με­λέ­τες α­πο­στέλ­λο­νται α­νυ­πό­γρα­φες, ε­νώ τα βιο­γρα­φι­κά των υ­πο­ψη­φίων α­πο­στέλ­λο­νται σε χω­ρι­στό αρ­χείο του Μ.Ι.Ε.Τ.. Το μέ­τρο δεί­χνει α­να­γκαίο, κα­θώς δεν προ­βλέ­πο­νται πε­ριο­ρι­σμοί για τα μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, που μπο­ρεί να εί­ναι και εν ε­νερ­γεία κα­θη­γη­τές α­πό τον το­μέα των νε­ο­ελ­λη­νι­κών σπου­δών. Θα ή­ταν ά­δι­κο να α­πο­κλείο­νται οι με­τα­πτυ­χια­κοί φοι­τη­τές τους. Βε­βαίως, έ­νας κα­θη­γη­τής γνω­ρί­ζει τα θέ­μα­τα των με­τα­πτυ­χια­κών φοι­τη­τών του, που συ­νή­θως εί­ναι ο­λι­γά­ριθ­μοι. Οπό­τε, στην πε­ρί­πτω­ση που οι εν­δια­φε­ρό­με­νοι εκ­πο­νούν δια­τρι­βή με ε­πο­πτεύο­ντα κα­θη­γη­τή έ­ναν α­πό τους κρι­τές, θα πρέ­πει, ε­πι­προ­σθέ­τως, να ε­πι­λέ­γουν θέ­μα ξέ­νο προς τη με­τα­πτυ­χια­κή ερ­γα­σία τους. Πά­ντως, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή δεν υ­πο­χρε­ού­ται να δη­μο­σιο­ποιεί το σκε­πτι­κό α­ξιο­λό­γη­σης. Ανα­κοι­νώ­νει μό­νο την βρα­χεία λί­στα υ­πο­ψη­φίων, α­πό την ο­ποία έ­γι­νε η τε­λι­κή ε­πι­λο­γή. Κα­τά τα άλ­λα, η ε­πι­τρο­πή εί­ναι πε­ντα­με­λής και α­ντι­στοί­χως, η βρα­χεία λί­στα πε­ρι­λαμ­βά­νει πέ­ντε υ­πο­ψή­φιους.
Στην πρώ­τη κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή συμ­με­τέ­χουν κα­θη­γη­τές α­πό τρία πα­νε­πι­στη­μια­κά ι­δρύ­μα­τα, με το οι­κείο στον τι­μώ­με­νο Αρι­στο­τέ­λειο Πα­νε­πι­στή­μιο να εκ­προ­σω­πεί­ται με δυο κα­θη­γη­τές: την πα­λαιά μα­θή­τριά του Μαί­ρη Μι­κέ και τον Μι­χά­λη Χρυ­σαν­θό­που­λο. Απου­σιά­ζει το Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών, ε­νώ ε­κεί­νο της Κρή­της εκ­προ­σω­πεί­ται με δυο μέ­λη: τον στε­νό φί­λο του Αλέ­ξη Πο­λί­τη και την τέως κα­θη­γή­τρια τουρ­κο­λο­γίας, σή­με­ρα ε­πί­τι­μο μέ­λος του Ινστι­τού­του Με­σο­γεια­κών Σπου­δών, Ελι­σά­βετ Ζα­χα­ριά­δη. Αμφό­τε­ροι μέ­λη του Δ.Σ. του Μ.Ι.Ε.Τ.. Ενώ, το πέ­μπτο μέ­λος της ε­πι­τρο­πής, η Μα­ρι­λί­ζα Μη­τσού, κα­θη­γή­τρια στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Μο­νά­χου, εκ­προ­σω­πεί τις έ­δρες νε­ο­ελ­λη­νι­κών σπου­δών του ε­ξω­τε­ρι­κού.
Η ε­πι­λο­γή των με­λών της ε­πι­τρο­πής θα ευ­χα­ρι­στού­σε τον τι­μώ­με­νο. Ίσως, ό­μως, να τον α­πο­γοή­τευε η ε­πι­λο­γή των πέ­ντε υ­πο­ψη­φίων του τε­λι­κού γύ­ρου. Μπο­ρεί μεν να εί­ναι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κοί, α­φού έρ­χο­νται, αν δεν σφάλ­λου­με, α­πό πέ­ντε δια­φο­ρε­τι­κά πα­νε­πι­στή­μια, τρία γη­γε­νή και δυο ξέ­να ευ­ρω­παϊκά, αλ­λά μό­νο έ­νας εκ­προ­σω­πεί το δι­κό του Πα­νε­πι­στή­μιο. Πού πή­γαν οι μα­θη­τές των μα­θη­τών του; Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, το γε­γο­νός ό­τι οι δυο στους πέ­ντε εί­ναι με­τα­πτυ­χια­κοί ε­ξω­τε­ρι­κού δεί­χνει ό­τι εί­τε οι γη­γε­νείς ο­λι­γώ­ρη­σαν εί­τε οι σπου­δές νε­ο­ελ­λη­νι­κών σπου­δών στην κοι­τί­δα τους πά­σχουν. Το εν­δε­χό­με­νο με­ρο­λη­ψίας για να δο­θεί η ει­κό­να ε­νός ευ­ρω­παϊκού βρα­βείου ή και προς στή­ρι­ξη των χει­μα­ζο­μέ­νων ελ­λη­νι­κών ε­δρών ε­ξω­τε­ρι­κού δεν έ­χει θέ­ση σε έ­ναν εν κρυ­πτώ δια­γω­νι­σμό. Επί­σης, η πα­ρου­σία ε­νός μό­νο άρ­ρε­νος στην τε­λι­κή πε­ντά­δα μπο­ρεί να ση­μαί­νει και πά­λι ο­λι­γω­ρία, ί­σως, ό­μως, να α­πο­τε­λεί και έν­δει­ξη ό­τι το θη­λυ­κό στοι­χείο υ­περ­τε­ρεί στο πλή­θος των ε­πί­δο­ξων νε­ο­ελ­λη­νι­στών.

Από τον Μά­νο στον Χει­μω­νά

Όσο για τα θέ­μα­τα των πέ­ντε προ­κρι­θέ­ντων με­λε­τών, συ­μπτω­μα­τι­κά δεν α­νή­κουν σε ε­κεί­να που α­πα­σχό­λη­σαν τον τι­μώ­με­νο, πα­ρό­τι το ε­ρευ­νη­τι­κό του εν­δια­φέ­ρον α­πλώ­θη­κε στον 19ο και τον 20ο αιώ­να. Εκτός, ί­σως, της με­λέ­της της Αικ. Σχοι­νά, με τίτ­λο, «Σε α­να­ζή­τη­ση του ά­γνω­στου εχ­θρού. Μια α­νά­γνω­ση του έρ­γου Ο εχ­θρός του ποιη­τή του Γιώρ­γου Χει­μω­νά». Τα θέ­μα­τα των υ­πο­λοί­πων α­νή­κουν σε δια­φο­ρε­τι­κές πε­ριό­δους της νε­ο­ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας. Εκεί­νο της με­λέ­της της Δα­νά­ης Οτατ­ζή, «Η συμ­βο­λή των Δο­κι­μών του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη στη δια­μόρ­φω­ση του λο­γο­τε­χνι­κού κα­νό­να», εκ­φρά­ζει τον πα­νε­πι­στη­μια­κό χώ­ρο της Λυών, στον ο­ποίο γρά­φτη­κε, κα­θώς εί­ναι γνω­στή η εμ­μο­νή των Γάλ­λων με τους λο­γο­τε­χνι­κούς κα­νό­νες. Πολ­λά υ­πο­σχό­με­νος, αλ­λά κά­πως α­σα­φής, εί­ναι ο τίτ­λος της με­λέ­της της Ει­ρή­νης-Ιωάν­νας Σά­μι­τα, «Η “σκό­νη” της μνή­μης πά­νω στο “ριν­γκ” της Ιστο­ρίας του Εμφυ­λίου. Μνή­μη, τραύ­μα και α­το­μι­κή ταυ­τό­τη­τα».
Τέ­λος, η τέ­ταρ­τη με­λέ­τη του Αλέ­ξαν­δρου Κα­τσι­γιάν­νη, ό­πως και η βρα­βευ­μέ­νη, α­να­φέ­ρε­ται σε συγ­γρα­φέα γεν­νη­μέ­νο τον 18ο αιώ­να, για τον ο­ποίο λί­γα γνω­ρί­ζου­με. Το 2010, στο 4ο Πα­νευ­ρω­παϊκό Συ­νέ­δριο Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Σπου­δών, ο Κα­τσι­γιάν­νης εί­χε πα­ρου­σιά­σει τρία ποι­με­νι­κά ει­δύλ­λια α­πό τα χρό­νια του Νε­ο­ελ­λη­νι­κού Δια­φω­τι­σμού. Στη με­λέ­τη του ε­πα­νέρ­χε­ται σε έ­να α­πό αυ­τά, «Τα κα­τά Κλεάν­θη και Αβρα­κό­μην». Για την α­κρί­βεια, σύμ­φω­να του­λά­χι­στον με τον τίτ­λο, δεν ε­πα­νέρ­χε­ται στο έρ­γο αλ­λά στον συγ­γρα­φέα του, τον Κων­στα­ντί­νο Μά­νο. Και κα­λά κά­νει, για­τί το έρ­γο ή­ταν δη­μο­φι­λές στην ε­πο­χή του και δια­σώ­θη­κε χά­ρις και στις προ­σεγ­μέ­νες πρώ­τες εκ­δό­σεις του στο ξε­κί­νη­μα του 19ου αι. Σε α­ντί­θε­ση με τον Μά­νο, που μνη­μο­νεύε­ται με λήμ­μα­τα με­ρι­κών α­ρά­δων, πα­ρό­τι ι­τα­λο­σπού­δα­στος και υ­ψη­λός α­ξιω­μα­τού­χος στις πα­ρα­δου­νά­βιες η­γε­μο­νίες.

Ο ελ­λη­νι­σμός στην κε­φα­λή του

Ο Νεό­φυ­τος Δού­κας, γεν­νη­μέ­νος τον 18ο αιώ­να, λί­γο νω­ρί­τε­ρα α­πό τον Μά­νο, το 1760, αλ­λά γνω­στός μέ­χρι σή­με­ρα, εί­ναι το θέ­μα της βρα­βευ­μέ­νης με­λέ­της. Αυ­τός δεν κα­τα­γό­ταν α­πό φα­να­ριώ­τι­κη οι­κο­γέ­νεια α­ρι­στο­κρα­τών άλ­λα α­πό φτω­χή η­πει­ρώ­τι­κη, γι’ αυ­τό και πε­ρι­βλή­θη­κε δω­δε­κα­ε­τής το μο­να­χι­κό σχή­μα. Σή­με­ρα θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν αυ­το­δη­μιούρ­γη­τος. Κα­τόρ­θω­σε να μά­θει γράμ­μα­τα πρώ­τα στα Ιωάν­νι­να, με­τά στο Μέ­τσο­βο και αρ­γό­τε­ρα, στην Αυ­θε­ντι­κή Σχο­λή του Βου­κου­ρε­στίου, μα­θη­τής του Λά­μπρου Φω­τιά­δη. Η με­λέ­τη, ω­στό­σο, δεν τον κα­λο­συ­σταί­νει. Ήδη, στις πρώ­τες α­ρά­δες, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι εί­ναι γνω­στός χά­ρις “στις αρ­χαϊστι­κές και συ­ντη­ρη­τι­κές γλωσ­σι­κές α­πό­ψεις του”. Πράγ­μα­τι, στά­θη­κε ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος α­ντί­πα­λος του Κο­ραή, υ­πέρ­μα­χος της αρ­χαίας ελ­λη­νι­κής. Ωστό­σο, ο αρ­χαϊσμός του δεν εκ­δη­λώ­νει συ­ντη­ρη­τι­κό πνεύ­μα. Κα­τά την ε­κτί­μη­ση του Κ.Θ.Δη­μα­ρά, εκ­φρά­ζει το κλα­σι­κί­στι­κο πνεύ­μα, που ε­πι­κρά­τη­σε με­τά την Γαλ­λι­κή Επα­νά­στα­ση. Γι’ αυ­τό, άλ­λω­στε, πο­λε­μή­θη­κε και α­πό τους εκ­κλη­σια­στι­κούς κύ­κλους.
Ο Δού­κας δεν έ­γρα­ψε έ­να μό­νο βι­βλίο ό­πως ο Μά­νος, αλ­λά πο­λυά­ριθ­μα δι­δα­κτι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Εξέ­δω­σε Όμη­ρο, Θου­κυ­δί­δη, Θεό­κρι­το, Πίν­δα­ρο, ό­πως ε­πί­σης τους Τρα­γι­κούς και πλεί­στους άλ­λους. Στη με­λέ­τη α­να­φέ­ρε­ται ό­τι σε Λό­γο του ε­ντο­πί­ζο­νται δά­νεια πα­ρα­θέ­μα­τα χω­ρίς πα­ρα­πο­μπή και ει­κά­ζε­ται ό­τι στο­λι­ζό­ταν, “ό­πως ο αι­σώ­πειος κό­ρα­κας, με ξέ­να φτε­ρά”. Η πα­ρα­τή­ρη­ση δεί­χνει πα­ρά­ται­ρη με την ει­κό­να που πα­ρα­δί­δε­ται για την λο­γιο­σύ­νη του. Προ­τι­μού­με τη θαυ­μα­στι­κή δια­τύ­πω­ση του Δη­μή­τρη Βερ­ναρ­δά­κη: “Ο Δού­κας έ­γρα­φε και α­νε­γί­γνω­σκεν αρ­χαία ελ­λη­νι­κά χω­ρίς να έ­χη κα­νέν ξέ­νο βοή­θη­μα ως α­δαής ξέ­νων γλωσ­σών. Ο ελ­λη­νι­σμός υ­πήρ­χεν ο­λό­κλη­ρος εν τη κε­φα­λή του.”

Οι ελ­λη­νο­γερ­μα­νι­κές σχέ­σεις

Το Μ.Ι.Ε.Τ. εί­χε την κα­λή ι­δέα να εκ­δώ­σει τη βρα­βευ­μέ­νη αυ­τή με­λέ­τη στη μορ­φή των χρι­στου­γεν­νιά­τι­κων φυλ­λα­δίων του, δί­νο­ντας, μά­λι­στα, πε­ρισ­σό­τε­ρες σε­λί­δες. Αν και πι­στεύου­με πως θα χρειά­ζο­νταν α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρες, για να μπο­ρέ­σει να δια­βα­στεί α­πό έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό. Γέν­νη­μα θρέμ­μα του Μο­νά­χου η Λί­λια Δια­μα­ντο­πού­λου-Χίρ­νε­ρ, έ­χει έ­να κοι­νό ση­μείο με τον “φι­λό­πα­τριν εις ά­κρο­ν” Δού­κα. Αγα­πά­ει την αρ­χαία ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Του­λά­χι­στον αυ­τό δεί­χνει ο τίτ­λος της δια­τρι­βής που εκ­πο­νεί, «Η ο­πτι­κή ποίη­ση στον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο α­πό την Αρχαιό­τη­τα έως τον 21ο αιώ­να». Εί­ναι τό­σο ευ­ρύ το θέ­μα της ο­πτι­κής ή και σχη­μα­τι­κής ποίη­σης, που θα μπο­ρού­σε να πε­ριο­ρι­στεί στον 20ο αιώ­να και να μην συ­μπε­ρι­λά­βει τα τε­χνο­παί­γνια των πα­λαιό­τε­ρων.
Την Δια­μα­ντο­πού­λου την συ­να­ντή­σα­με για πρώ­τη φο­ρά προ τε­τρα­ε­τίας, δια­βά­ζο­ντας έ­να πρώ­το α­πό­το­κο της δια­τρι­βής της, το με­λέ­τη­μα «Πα­ρα­δείγ­μα­τα σχη­μα­τι­κής ποίη­σης στις νε­ο­ελ­λη­νι­κές με­τρι­κές και στι­χουρ­γι­κές του Χα­ρί­σιου Με­γδά­νη (1819) και του Πα­να­γιώ­τη Γρι­τσά­νη (1891)». Η δεύ­τε­ρη φο­ρά ή­ταν πέ­ρυ­σι τον Μάϊο, στη γερ­μα­νι­κή ε­φη­με­ρί­δα «Zeit». Με α­φορ­μή τις δο­κι­μα­ζό­με­νες ελ­λη­νο­γερ­μα­νι­κές σχέ­σεις, εί­χε με­τα­φρά­σει έ­να ο­πτι­κό ποίη­μα του Ντί­νου Σιώ­τη α­πό τη συλ­λο­γή του «Μου­σείο Αέ­ρος», σώ­ζο­ντας τον πυ­ρα­μι­δο­ει­δή χα­ρα­κτή­ρα του. Τρί­τω­σε, τώ­ρα, με τη βρα­βευ­μέ­νη με­λέ­τη της, ό­που και πά­λι οι ελ­λη­νο­γερ­μα­νι­κές σχέ­σεις φαί­νε­ται να συ­νέ­βα­λαν στην ε­πι­λο­γή του θέ­μα­τος. Ει­δάλ­λως, για­τί να μην προ­τι­μή­σει κά­τι πιο ε­ντυ­πω­σια­κό α­πό το ο­πτι­κό ποίη­μα του Δού­κα. Για πα­ρά­δειγ­μα, κά­ποιο τε­χνο­παί­γνιο α­πό την «Πα­λα­τι­νή Ανθο­λο­γία» ή έ­να α­πό τα ει­κο­νι­στι­κά ποιή­μα­τα των βυ­ζα­ντι­νών στι­χουρ­γών.
Σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο της με­λέ­της, των “γραμ­μά­τω­ν”, που εκ­προ­σω­πεί ο Δού­κας, προ­τάσ­σε­ται η “κο­ρώ­να”, δη­λα­δή ο Όθω­νας. Όπως σε έ­να συμ­βο­λι­κό πε­δίο προ­τάσ­σε­ται η Βαυα­ρία της Ελλά­δας, ό­που η δεύ­τε­ρη υ­πο­τί­θε­ται ό­τι προσ­δο­κά ο­φέ­λη α­πό την πρώ­τη. Εξ ου και το ε­ρώ­τη­μα που δια­τυ­πώ­νε­ται, για το ποιες μπο­ρεί να ή­ταν οι προσ­δο­κίες του Δού­κα, ό­ταν συ­νέ­θε­τε έ­να ποιη­τι­κό ε­γκώ­μιο για τον Όθω­να. Μά­λι­στα, πα­ραλ­λη­λί­ζε­ται το ε­γκώ­μιό του με ε­κεί­νο του Αλέ­ξαν­δρου Σού­τσου. Μό­νο που ο Δού­κας δεν ή­ταν έ­νας τρια­ντά­χρο­νος. Ού­τε τις φι­λο­δο­ξίες του Σού­τσου εί­χε, αλ­λά ού­τε τους ο­ρα­μα­τι­σμούς για μια ευ­νο­μού­με­νη, δί­καιη και προο­δευ­τι­κή πο­λι­τεία ε­νός άλ­λου νέ­ου ποιη­τή, που και ε­κεί­νος έ­πλε­ξε ε­γκώ­μιο για τον Βα­σι­λέα, του Γεωρ­γίου Τερ­τσέ­τη. Ο Δού­κας δεν ή­ταν ποιη­τής ού­τε ε­ζή­λω­σε να γί­νει. Το ε­γκώ­μιο του Όθω­να το συ­νέ­θε­σε ως συ­νο­δευ­τι­κό Λό­γου, που εκ­φώ­νη­σε κα­τά την ε­πί­σκε­ψη του Βα­σι­λέως στο Ορφα­νο­τρο­φείο της Αί­γι­νας, ως διευ­θυ­ντής του. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι σε αυ­τό δεν ζη­τά­ει την εύ­νοια του νε­α­ρού Βα­σι­λέα αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, προ­βαί­νει σε νου­θε­σίες.
Το ποίη­μα χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό τον Δού­κα στις 15 Μαΐου 1833. Η με­λε­τή­τρια δεί­χνει ό­τι η η­με­ρο­μη­νία συ­μπί­πτει με την ε­πί­σκε­ψη του Όθω­να στην Αί­γι­να. Δη­μιουρ­γεί, ό­μως, κά­ποια σύγ­χυ­ση με την α­νά­μι­ξη ιου­λια­νού και γρη­γο­ρια­νού η­με­ρο­λο­γίου. Δε­δο­μέ­νου ό­τι προ­τι­μά να α­να­ζη­τή­σει την η­με­ρο­μη­νία της ε­πί­σκε­ψης στις γερ­μα­νι­κές ε­φη­με­ρί­δες, τη δί­νει στο γρη­γο­ρια­νό. Ενώ, η χρο­νο­λο­γία του Δού­κα εί­ναι στο ιου­λια­νό. Στη συ­νέ­χεια, α­να­φε­ρό­με­νη στην α­πο­βί­βα­ση του Όθω­να στο Ναύ­πλιο και τον ε­ορ­τα­σμό των γε­νε­θλίων του, δεν προσ­διο­ρί­ζει ό­τι χρη­σι­μο­ποιεί το γρη­γο­ρια­νό. Πα­ρεμ­βάλ­λει, ω­στό­σο, μια δεύ­τε­ρη η­με­ρο­μη­νία ποιή­μα­τος, ε­κεί­νη του ε­γκω­μίου του Σού­τσου, που εί­ναι και πά­λι στο ιου­λια­νό. Τη σύγ­χυ­ση ε­πι­τεί­νει έ­να πα­ρα­τύ­πω­μα. Ο Βα­σι­λέ­ας α­πο­βι­βά­στη­κε στο Ναύ­πλιο στις 25 Ιαν./6 Φε­βρ. Ο α­δελ­φός του Μα­ξι­μι­λια­νός, με τον ο­ποίο ξε­κί­νη­σε το τα­ξί­δι, που εί­χε ως κα­τά­λη­ξη την ε­πί­σκε­ψη στην Αί­γι­να, ήρ­θε τον Μάϊο και ό­χι “έ­να μή­να πε­ρί­που με­τά την ά­φι­ξη του Όθω­να στο Ναύ­πλιο”, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται.
Ο Δού­κας α­κο­λου­θεί τη πα­ρά­δο­ση των Βυ­ζα­ντι­νών και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, των Φα­να­ριω­τών. Συ­νο­δεύει τον Λό­γο του με έ­να ε­γκώ­μιο, το ο­ποίο δη­μο­σιεύει χω­ρι­στά στη σε­λί­δα τίτ­λου των σο­φό­κλειων τρα­γω­διών, που ε­ξέ­δω­σε τον ε­πό­με­νο χρό­νο. Δεν του έ­δω­σε πε­ρί­τε­χνη μορ­φή. Ού­τε πλη­γω­μέ­νο πε­ρι­στέ­ρι ού­τε φε­λού­κες στο Νεί­λο “καλ­λι­γρά­φη­σε” ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Απολ­λι­ναίρ ή ο Σε­φέ­ρης. Έναν ρόμ­βο σχη­μα­τί­ζουν οι στί­χοι του, γραμ­μέ­νοι στην αρ­χαΐζου­σα. Γι’ αυ­τό και θα ή­ταν α­να­γκαίες, πέ­ραν της φω­το­τυ­πι­κής α­να­πα­ρα­γω­γής, με­τα­γρα­φή και με­τά­φρα­σή. Η ση­μα­σία ο­ρι­σμέ­νων με­μο­νω­μέ­νων λέ­ξεων, που πα­ρα­θέ­τει η με­λε­τή­τρια, δεν κα­λύ­πτει τις α­νά­γκες του ση­με­ρι­νού α­να­γνω­στι­κού κοι­νού. Επί­σης, ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη η δη­μο­σίευ­ση του Λό­γου, κα­θώς η με­λε­τή­τρια πα­ρα­πέ­μπει σε αυ­τόν κα­τά την α­νά­πτυ­ξη του σκε­πτι­κού της.
Η Δια­μα­ντο­πού­λου συ­γκρί­νει το ποίη­μα του Δού­κα με άλ­λα ε­γκώ­μια, το­πο­θε­τώ­ντας το στο πλαί­σιο της ο­πτι­κής ποίη­σης. Πρό­κει­ται για μια διε­ξο­δι­κή κει­με­νι­κή α­νά­λυ­ση. Ωστό­σο, οι συμ­βο­λι­σμοί που α­να­ζη­τού­νται στις προ­ε­κτά­σεις της ερ­μη­νείας φαί­νο­νται σαν βε­βια­σμέ­νοι. Πι­θα­νώς, αυ­τό να ο­φεί­λε­ται στην ελ­λι­πή ει­κό­να που έ­χει σχη­μα­τί­σει για τον Δού­κα, πα­ρα­βλέ­πο­ντας τις ι­δε­ο­λο­γι­κές αρ­χές και το ή­θος του. Ο τρό­πος που ε­κεί­νος υ­πο­δέ­χτη­κε τον Όθω­να δεί­χνει προ­σκόλ­λη­ση στο τυ­πι­κό. Για­τί η στά­ση του να ερ­μη­νευ­θεί “ως στά­ση α­βε­βαιό­τη­τας α­πέ­να­ντι στη νέα πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση, δη­λα­δή τη μο­ναρ­χία”; Εκεί­νη την ε­πο­χή, ο Δού­κας ή­ταν αυ­τάρ­κης και ο­λό­ψυ­χα δο­σμέ­νος στο έρ­γο του. Έστω και αρ­γά, ό­ταν πλέ­ον “το γή­ρας ε­πι­κα­λεί­ται το πορθ­μείο του Χά­ρω­νος”, ό­πως ο ί­διος γρά­φει, εί­χε βρει στο πρό­σω­πο του Ανδρέα Κο­ρο­μη­λά τον τό­σο α­πα­ραί­τη­το για τις εκ­παι­δευ­τι­κές εκ­δό­σεις που σχε­δία­ζε τυ­πο­γρά­φο. Και ό­ταν η Αντι­βα­σι­λεία με­τέ­φε­ρε το Ορφα­νο­τρο­φείο α­πό την Αί­γι­να στο Ναύ­πλιο, ε­κεί­νος δεν το α­κο­λού­θη­σε αλ­λά πα­ρέ­μει­νε στην Αί­γι­να, δι­δά­σκο­ντας α­μι­σθί.
Τώ­ρα, κα­τά πό­σο το ρομ­βο­ει­δές σχή­μα του ποιή­μα­τος πα­ρα­πέ­μπει στο έμ­βλη­μα του οί­κου της Βαυα­ρίας ή στο ιε­ρα­τι­κό ε­πι­γο­νά­τιο ή και σε αμ­φό­τε­ρα και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, στις ελ­λη­νο­γερ­μα­νι­κές σχέ­σεις, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζει η με­λε­τή­τρια, μέ­νει ζη­τού­με­νο. Το θε­τι­κό, πά­ντως, εί­ναι ό­τι η με­λέ­τη ε­πα­να­φέ­ρει στην ε­πι­φά­νεια ξε­χα­σμέ­να πρό­σω­πα και θέ­μα­τα των πρώ­των με­τε­πα­να­στα­τι­κών χρό­νων.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/3/2012.

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Η τριαδική Εστία

Άννα Κα­ρα­κα­τσού­λη
«Στη χώ­ρα των βι­βλίων.
Η εκ­δο­τι­κή ι­στο­ρία
του Βι­λιο­πω­λείου της Εστίας,
1885-2010»
Πρό­λο­γος Νά­σος Βα­γε­νάς
Οι εκ­δό­σεις των συ­να­δέλ­φων
Δε­κέμ­βριος 2011

Ο γενάρχης του Βιβλιοπωλείου
και των Εκδόσεων Εστία, Γεώργιος Κασδόνης


Η Εστία, δη­λα­δή το τρί­πτυ­χο πε­ριο­δι­κό-βι­βλιο­πω­λείο-εκ­δο­τι­κός οί­κος, για να κρα­τή­σου­με τη δια­δο­χή κα­τά χρο­νι­κή σει­ρά εμ­φά­νι­σης, συ­νι­στά μια μο­να­δι­κή πε­ρί­πτω­ση στο χώ­ρο του βι­βλίου. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, εί­ναι ό­τι α­πο­τε­λεί και μια ε­ξαι­ρε­τι­κή πα­ρου­σία στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, ο ο­ποίος εί­ναι ε­κεί­νος που κα­τ’ ε­ξο­χήν εν­δια­φέ­ρει, ό­ταν πρό­κει­ται για το πο­λι­τι­σμι­κό προϊόν, που α­πο­κα­λεί­ται βι­βλίο.
Η μο­να­δι­κό­τη­τα του συ­γκε­κρι­μέ­νου τρί­πτυ­χου έ­γκει­ται στο γε­γο­νός ό­τι ξε­τυ­λί­γε­ται χρο­νι­κά υ­πό αυ­τήν τη μορ­φή, έ­χο­ντας ως γε­νε­σιουρ­γό πυ­ρή­να το πε­ριο­δι­κό και κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τη μα­κρο­βιό­τη­τα και των τριών σκε­λών του. Όσο για το τε­λευ­ταίο, δη­λα­δή τη μα­κρο­βιό­τη­τα, δεν πρό­κει­ται για τη μα­κρο­χρό­νια ε­πι­βίω­ση ε­νός α­πο­στεω­μέ­νου κε­λύ­φους, που ε­νίο­τε α­πο­λαμ­βά­νουν ο­ρι­σμέ­να πε­ριο­δι­κά ή και εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, αλ­λά για τη δια­τή­ρη­ση της ση­μα­σίας των τριών με­ρών στο πε­δίο των γραμ­μά­των.
Το πε­ριο­δι­κό, το μο­να­δι­κό σκέ­λος του τρί­πτυ­χου, που α­που­σία­σε για μια α­κε­ραία γε­νεά και ε­πα­νεμ­φα­νί­στη­κε με­τά 32 χρό­νια στους ί­διους κόλ­πους, με μι­κρή μό­νο πα­ραλ­λα­γή του ο­νό­μα­τός του, ως «Νέα Εστία», χαί­ρει, τη­ρου­μέ­νων των α­να­λο­γιών, της ί­διας ε­κτί­μη­σης με ε­κεί­νη που α­πο­λάμ­βα­νε στο Με­σο­πό­λε­μο. Το βι­βλιο­πω­λείο, εν μέ­σω κα­τα­στη­μά­των, που προ­βάλ­λουν το λε­γό­με­νο μπε­στ σέ­λε­ρ, ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι μια νη­σί­δα ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ό­χι μό­νο λό­γω της πρα­μά­τειάς του αλ­λά και χά­ρις στον τρό­πο που την α­πλώ­νει σε βι­τρί­νες και ρά­φια αλ­λά και την δεί­χνει με υ­παλ­λή­λους, που δεν πλα­σά­ρουν προϊό­ντα μιας χρή­σης. Τέ­λος, ο εκ­δο­τι­κός οί­κος, στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία, που η ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία α­πει­λεί­ται με με­τάλ­λα­ξη, φαι­νό­με­νο κα­τα­στρο­φι­κό­τε­ρο και αυ­τού του α­φα­νι­σμού, κά­νει τις ε­πι­λο­γές του με λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια.

Ο χα­ρα­κτή­ρας της με­λέ­της

Κα­τά τον ζα­κύν­θιο λό­γιο και πρώ­το έλ­λη­να βι­βλιο­θη­κο­νό­μο Δη­μή­τρη Μάρ­γα­ρη, στα μά­τια των νέων της δε­κα­ε­τίας του 1880, το πε­ριο­δι­κό «Εστία» φαι­νό­ταν ως η «Revue des Deux Mondes» της Ελλά­δος. Συ­μπτω­μα­τι­κά, η Άννα Κα­ρα­κα­τσού­λη, στη δι­δα­κτο­ρι­κή της δια­τρι­βή, ε­ντρύ­φη­σε στο εν λό­γω γαλ­λι­κό πε­ριο­δι­κό, που ξε­κί­νη­σε το 1829 και συ­νε­χί­ζει μέ­χρι σή­με­ρα, έ­χο­ντας κα­τα­κτή­σει τον τίτ­λο του μα­κρο­βιό­τε­ρου ευ­ρω­παϊκού πε­ριο­δι­κού. Οπό­τε, η ε­να­σχό­λη­σή της με την ι­στο­ρία της Εστίας δεί­χνει σαν μια λο­γι­κή συ­νέ­χεια. Ωστό­σο, ή­δη, με τον υ­πό­τιτ­λο της με­λέ­της της, προϊδεά­ζει ό­τι θα δώ­σει την έμ­φα­ση στο Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας και συ­γκε­κρι­μέ­να, στη λει­τουρ­γία του ως εκ­δο­τι­κού οί­κου. Μια πα­ρό­μοια σύλ­λη­ψη του θέ­μα­τος έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι α­κυ­ρώ­νει την τρια­δι­κή υ­πό­στα­ση της Εστίας, που στά­θη­κε το μυ­στι­κό της μα­κρο­βιό­τη­τάς της. Κι ό­ταν, στο ε­πι­λο­γι­κό κε­φά­λαιο, η με­λε­τή­τρια α­πο­κα­λεί την Εστία “μια με­γά­λη κυ­ρία” εί­ναι σαν να υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται μια χω­λή με­γά­λη κυ­ρία.
Όπως δη­λώ­νε­ται και με τον τίτ­λο της με­λέ­της, αυ­τή η πρώ­τη προ­σέγ­γι­ση της ι­στο­ρίας της Εστίας το­πο­θε­τεί­ται στο νεό­τε­ρο κλά­δο της ι­στο­ριο­γρα­φίας, που συ­νι­στά η σύγ­χρο­νη ι­στο­ρία του βι­βλίου. Με άλ­λα λό­για, πα­ρου­σιά­ζει το α­ντι­κεί­με­νό της μέ­σα στο χώ­ρο του βι­βλίου και δευ­τε­ρευό­ντως, της λο­γο­τε­χνίας. Μό­νο που με αυ­τήν την το­πο­θέ­τη­ση, το εγ­χεί­ρη­μα δεί­χνει πρω­θύ­στε­ρο, α­φού, ό­πως α­να­φέ­ρει η με­λε­τή­τρια ει­σα­γω­γι­κά, ο γη­γε­νής εκ­δο­τι­κός χώ­ρος εί­ναι α­χαρ­το­γρά­φη­τος. Πράγ­μα­τι, με­τρη­μέ­νοι εί­ναι οι μέ­χρι σή­με­ρα εκ­δο­τι­κοί οί­κοι που κυ­κλο­φό­ρη­σαν εκ­δό­σεις με το ι­στο­ρι­κό τους, χω­ρίς ω­στό­σο α­ξιώ­σεις πραγ­μα­τείας. Από την Εστία α­να­με­νό­ταν να κά­νει την αρ­χή. Αντ’ αυ­τού, η Κα­ρα­κα­τσού­λη προ­σπα­θεί να κα­λύ­ψει τον ευ­ρύ­τε­ρο εκ­δο­τι­κό χώ­ρο, πε­ριο­ρί­ζο­ντας το κυ­ρίως θέ­μα της.
Ένα α­πό τα ι­διαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της Εστίας εί­ναι και ο τρό­πος που ε­ξα­σφά­λι­σε την μα­κρο­βιό­τη­τά της. Δη­λα­δή, το γε­γο­νός ό­τι α­κο­λού­θη­σε την ελ­λη­νι­κή συ­ντα­γή της οι­κο­γε­νεια­κής ε­πι­χεί­ρη­σης, α­νε­ξάρ­τη­τα με το ε­κά­στο­τε νο­μι­κό πρό­σω­πο που υιο­θέ­τη­σε. Οπό­τε, οι α­φη­γή­σεις του στε­νού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, με τη συ­μπλή­ρω­ση των α­παι­τού­με­νων ψη­φί­δων, θα έ­δι­ναν τη μο­να­δι­κή ό­σο και συ­ναρ­πα­στι­κή ι­στο­ρία της. Βε­βαίως, το πό­σο συ­ναρ­πα­στι­κή εί­ναι μια ι­στο­ρία ε­ξαρ­τά­ται πά­ντα α­πό τον τρό­πο που θα την α­φη­γη­θείς. Κι αυ­τός εί­ναι μεν θέ­μα δε­ξιό­τη­τας, αλ­λά εί­ναι και συ­νάρ­τη­ση του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού, στο ο­ποίο ο συγ­γρα­φέ­ας της α­πευ­θύ­νε­ται. Το βι­βλίο της Κα­ρα­κα­τσού­λη φαί­νε­ται να έ­χει ως ι­δε­α­τό πα­ρα­λή­πτη τον α­να­γνώ­στη δο­κι­μίων και με­λε­τών, με α­ξιώ­σεις έ­ρευ­νας και ε­παρ­κούς ε­πο­πτείας. Ένας πα­ρό­μοιος α­να­γνώ­στης δεν εν­δια­φέ­ρε­ται για την μι­κροϊστο­ρία, που συ­νή­θως πε­ριέ­χει συ­ναρ­πα­στι­κά στοι­χεία. Ού­τε, ό­μως, συγ­χω­ρεί α­βλε­ψίες και με­ρο­λη­ψίες σαν ε­κεί­νες που α­πα­ντώ­νται στις βιο­γρα­φι­κού τύ­που α­φη­γή­σεις. Κι ό­μως, πα­ρά την ευ­ρεία ο­πτι­κή του βι­βλίου, δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση, σε ο­ρι­σμέ­νες πτυ­χές, ό­τι η με­λε­τή­τρια α­να­λαμ­βά­νει ρό­λο υ­πε­ρα­σπι­στή.

Ο ευ­ρω­παϊκός αέ­ρας

Η ει­σα­γω­γή της με­λέ­της ξε­κι­νά­ει με γε­νι­κό­τη­τες πε­ρί της ι­στο­ρίας του βι­βλίου και πα­ρα­πο­μπές στην ξέ­νη βι­βλιο­γρα­φία, ό­που θα ή­ταν προ­σφο­ρό­τε­ρη η α­να­φο­ρά στα υ­πάρ­χο­ντα με­τα­φρα­σμέ­να βι­βλία, για να πε­ρά­σει στη συ­νέ­χεια στον ελ­λα­δι­κό χώ­ρο. Εδώ, φαί­νε­ται να δί­νε­ται μι­κρό­τε­ρη ση­μα­σία στο γη­γε­νές το­πίο έ­να­ντι του ευ­ρω­παϊκού. Ενδει­κτι­κά της σχε­τι­κής υ­πο­τί­μη­σης εί­ναι τα λα­θά­κια, που πα­ρει­σφρέ­ουν, ό­πως, λ.χ., η πα­ρα­φθο­ρά του ο­νό­μα­τος του δεύ­τε­ρου ελ­λη­νι­κού τυ­πο­γρα­φείου του Κων­στα­ντί­νου Γκαρ­μπο­λά ή τα α­τά­κτως ερ­ριμ­μέ­να πρώ­τα ε­παρ­χια­κά τυ­πο­γρα­φεία. Εδώ, δεν α­να­φέ­ρε­ται το τυ­πο­γρα­φείο της Χαλ­κί­δας, ε­νώ προ­τάσ­σε­ται ε­κεί­νο της Πά­τρας έ­να­ντι της Σύ­ρου και της Κέρ­κυ­ρας έ­να­ντι της Ζα­κύν­θου. Ενδει­κτι­κός εί­ναι και ο τρό­πος α­να­φο­ράς. Ακρι­βής με­τά υ­πο­σε­λί­διων ση­μειώ­σεων, ό­ταν πρό­κει­ται για τους Ζε­ράρ Ζε­νέτ ή Πιέρ Μπουρ­ντιέ, γε­νι­κό­λο­γος, ό­ταν α­φο­ρά την ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ό­πως, λ.χ., η κα­τά­τα­ξη του εκ­δο­τι­κού οί­κου του Κέ­δρου στους εκ­δό­τες στρα­τευ­μέ­νων βι­βλίων. Μά­λι­στα, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, δεί­χνει να πα­ρα­νο­εί τις στο­χεύ­σεις ε­νός έρ­γου, ό­πως η πλη­ρο­φο­ρία ό­τι οι κα­τά­λο­γοι των λο­γο­τε­χνι­κών βρα­βείων στην Ιστο­ρία του Αλέξ. Αργυ­ρίου δεν α­να­φέ­ρουν τον εκ­δό­τη, ε­νώ η εν λό­γω Ιστο­ρία γε­νι­κώς δεν α­να­φέ­ρει εκ­δό­τες. Αλλού πά­λι δη­λώ­νει έλ­λει­ψη κρι­τι­κής διά­θε­σης, ό­πως η α­πο­φυ­γή α­να­φο­ράς των λό­γων που δια­κό­πη­καν τα ε­ρευ­νη­τι­κά προ­γράμ­μα­τα της πρώ­της πε­ριό­δου του Ε.ΚΕ.ΒΙ..
Τον ί­διο τρό­πο συ­γκρό­τη­σης α­κο­λου­θεί η με­λε­τή­τρια και στο κυ­ρίως σώ­μα της με­λέ­της. Έχο­ντας ε­πι­λέ­ξει τη χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά πα­ρου­σία­σης, σκια­γρα­φεί κά­θε φο­ρά ει­σα­γω­γι­κά το ι­στο­ρι­κο­πο­λι­τι­κό πλαί­σιο, προ­σθέ­το­ντας κά­ποια κοι­νω­νιο­λο­γι­κά στοι­χεία, με­τά α­να­φέ­ρε­ται στα εκ­δο­τι­κά και ύ­στε­ρα ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην Εστία. Η με­λέ­τη χω­ρί­ζε­ται σε πέ­ντε κε­φά­λαια, ό­σοι οι διευ­θυ­ντές του εκ­δο­τι­κού οί­κου: Γεώρ­γιος Κασ­δό­νης - Ιωάν­νης Δ. Κολ­λά­ρος - Κων­στα­ντί­νος Σα­ρα­ντό­που­λος - Μα­ρί­να Κα­ραϊτί­δη -Εύα Κα­ραϊτι­δη. Όλοι τους μέ­λη της ί­διας οι­κο­γέ­νειας. Η αλ­λα­γή των ε­πω­νύ­μων ο­φεί­λε­ται στην α­τυ­χία των τριών πρώ­των. Ο μεν γε­νάρ­χης α­πε­βίω­σε νέ­ος, ε­νώ οι δυο άλ­λοι δεν α­πέ­κτη­σαν άρ­ρε­να α­πό­γο­νο. Οι τέσ­σε­ρις πρώ­τοι ή­ταν βι­βλιο­πώ­λες-εκ­δό­τες. Στη ση­με­ρι­νή, πέ­μπτη γε­νιά, που, τε­λι­κά, προέ­κυ­ψε ζεύ­γος α­πο­γό­νων, η με­λέ­τη πα­ρα­κο­λου­θεί το σκέ­λος του εκ­δο­τι­κού οί­κου, που έ­χει α­να­λά­βει η κό­ρη. Άλλω­στε, α­πό την με­τα­πο­λί­τευ­ση και ύ­στε­ρα, στη δη­μό­σια ει­κό­να της ε­πι­χεί­ρη­σης, κυ­ριαρ­χεί η γυ­ναι­κεία πα­ρου­σία.

Ο πα­ρα­με­λη­μέ­νος Κασ­δό­νης

Πι­στεύου­με ό­τι ο­ρι­σμέ­να λα­θά­κια της με­λέ­της ο­φεί­λο­νται, με βά­ση και τις πα­ρα­πο­μπές, σε α­νε­παρ­κή ε­νη­μέ­ρω­ση. Γε­νι­κώς, η με­λε­τή­τρια προ­τι­μά δη­μο­σιο­γρα­φι­κές και εκ­δο­τι­κά πρό­σφα­τες πη­γές. Ωστό­σο, ο­ρι­σμέ­νες α­πό αυ­τές έ­χουν κρι­θεί α­να­ξιό­πι­στες και θα έ­πρε­πε ό­σα στοι­χεία τους υιο­θε­τού­νται να ε­λέγ­χο­νται. Το ί­διο ι­σχύει και για τις πά­σης φύ­σεως μαρ­τυ­ρίες. Κα­τ’ αρ­χήν, για τον γε­νάρ­χη της οι­κο­γέ­νειας Γεώρ­γιο Κασ­δό­νη, θα α­να­με­νό­ταν έ­να πλη­ρέ­στε­ρο βιο­γρα­φι­κό, το ο­ποίο δεν ευ­τύ­χη­σε μέ­χρι σή­με­ρα να α­πο­κτή­σει. Επί τρο­χά­δην, ση­μειώ­νου­με ό­τι λεί­πει το έ­τος γέν­νη­σης, ε­νώ εί­ναι λαν­θα­σμέ­νη η η­με­ρο­μη­νία θα­νά­του του. Απε­βίω­σε μια μέ­ρα αρ­γό­τε­ρα, στις 4 Νο­εμ­βρίου 1900, η­μέ­ρα Σάβ­βα­το. Ήταν, πράγ­μα­τι, α­δελ­φός του Βα­σί­λειου Κασ­δό­νη, που δια­φη­μί­ζει την ε­πι­χεί­ρη­σή του στο πε­ριο­δι­κό. Όσο για τον διά­δο­χό του, Ιωάν­νη Δ. Κολ­λά­ρο, α­να­φέ­ρε­ται α­ο­ρί­στως ως α­νι­ψιός του. Το μό­νο γνω­στό σε ε­μάς στοι­χείο εί­ναι ό­τι η α­δελ­φή του Κασ­δό­νη, Μα­ρία, εί­χε πα­ντρευ­τεί τον Κο­σμά Κολ­λά­ρο. Η με­λε­τή­τρια ε­ντο­πί­ζει έ­ναν Νι­κό­λαο Κολ­λά­ρο στο Βου­κου­ρέ­στι, χω­ρίς να α­να­φέ­ρει αν πρό­κει­ται για συγ­γε­νή. Την ε­πι­χεί­ρη­ση, πά­ντως, την πα­ρέ­λα­βε ο α­νι­ψιός, ό­χι λό­γω α­που­σίας τέ­κνων. Υπήρ­χαν τρία, έ­να α­γό­ρι και δυο κο­ρί­τσια. Ο Κασ­δό­νης, ό­μως, α­πε­βίω­σε σχε­τι­κά νέ­ος, α­πό φυ­μα­τίω­ση, και τα τέ­κνα θα πρέ­πει να ή­ταν μι­κρά. Ωστό­σο, στα αρ­χεία της ε­πι­χεί­ρη­σης, ει­κά­ζου­με ό­τι θα πρέ­πει να α­να­φέ­ρο­νται τα με­ρί­διά τους στην κλη­ρο­νο­μιά, ό­πως και ε­κεί­νο της συ­ζύ­γου του Σο­φίας Δια­μα­ντί­δη. Να ση­μειώ­σου­με α­κό­μη, ό­τι, ως συγ­γρα­φέ­ας ο Κασ­δό­νης, α­πό κοι­νού με τον Δρο­σί­νη, δεν συ­νέ­τα­ξε μό­νο τα Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Ανα­γνώ­σμα­τα για την τρί­τη τά­ξη του γυ­μνα­σίου, αλ­λά και ε­κεί­να της πρώ­της και της δεύ­τε­ρης, που και τα τρία εκ­δό­θη­καν το 1884. Επί­σης, ό­τι α­νέ­λα­βε αρ­χι­κά το πε­ριο­δι­κό «Εστία» α­πό τον ι­δρυ­τή και πρώ­το διευ­θυ­ντή του Παύ­λο Διο­μή­δη μα­ζί με τον Θεό­δω­ρο Μα­γκά­κη. Και οι δυο α­να­φέ­ρο­νται ως υ­πάλ­λη­λοι του Διο­μή­δη.

Ο πρώσ­σος τυ­πο­γρά­φος

Το ι­στο­ρι­κό του πε­ριο­δι­κού «Εστία» πα­ρου­σιά­ζε­ται εν συ­ντο­μία ως “προϊστο­ρία” του Βι­βλιο­πω­λείου. Και πά­λι, πα­ρει­σφρέ­ουν κά­ποιες α­βλε­ψίες. Λ.χ., η αρ­χι­κή τι­μή του ή­ταν μεν μια δε­κά­ρα, αλ­λά τρεις μή­νες αρ­γό­τε­ρα, μή­να Απρί­λιο, η με­γά­λη ζή­τη­ση έ­φε­ρε τον δι­πλα­σια­σμό της τι­μής, φθά­νο­ντας αρ­γό­τε­ρα τα 25 λε­πτά. Το «Δελ­τίο της Εστίας» δεν ή­ταν και­νο­το­μία του Κασ­δό­νη, α­φού, ό­ταν ξε­κί­νη­σε, Ια­νουά­ριο 1877, ε­κεί­νος βρι­σκό­ταν στο Βου­κου­ρέ­στι. Η με­το­νο­μα­σία του πε­ριο­δι­κού σε «Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη Εστία» έ­γι­νε την 1η Ια­νουα­ρίου 1890 και ό­χι Ια­νουά­ριο του 1893.
Όσο για τις πλη­ρο­φο­ρίες σχε­τι­κά με το Τυ­πο­γρα­φείο της Εστίας και το τέ­λος του πρώσ­σου τυ­πο­γρά­φου Κά­ρο­λου Μάϊσνε­ρ, κα­λό θα ή­ταν να ε­λεγχ­θεί η πλη­ρο­φο­ρία ό­τι διώχ­θη­κε ως δω­σί­λο­γος κα­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση. Κά­ποιος διώχ­θη­κε, αλ­λά αυ­τός ή­ταν ο υιός Μάϊσνερ. Ο πα­τέ­ρας εί­χε έρ­θει νέ­ος και ως γνώ­στης των νέων τυ­πο­γρα­φι­κών με­θό­δων, για τις ο­ποίες συ­νε­χώς ε­νη­με­ρω­νό­ταν, πρό­σφε­ρε πολ­λά στον εκ­συγ­χρο­νι­σμό της ελ­λη­νι­κής τυ­πο­γρα­φίας. Κα­τά τα άλ­λα, η με­λε­τή­τρια κα­τα­φεύ­γει συ­χνά σε ει­κα­σίες. Με­τα­ξύ άλ­λων πι­θα­νο­λο­γεί ό­τι το Τυ­πο­γρα­φείο της Εστίας ή­ταν έ­μπνευ­ση του Δρο­σί­νη. Τα πράγ­μα­τα ε­δώ έ­χουν ως ε­ξής: Το 1890, το πε­ριο­δι­κό τυ­πω­νό­ταν στο Τυ­πο­γρα­φείο του Ανέ­στη Κων­στα­ντι­νί­δη, που εί­χε πά­ρει τις ε­γκα­τα­στά­σεις του Λά­μπρου Κο­ρο­μη­λά, ό­ταν ε­κεί­νος έ­κλει­σε την ε­φη­με­ρί­δα του, και μα­ζί τον διευ­θυ­ντή τους, “τον ε­πι­στή­μο­να Γερ­μα­νόν πιε­στή κ. Μάϊσνε­ρ”. Εκεί ο Δρο­σί­νης γνω­ρί­ζει τον Μάϊσνερ και συ­ζη­τά το στή­σι­μο νέ­ου τυ­πο­γρα­φείου, α­πο­κλει­στι­κά της Εστίας. Η λει­τουρ­γία του ξε­κι­νά­ει το 1892, με τα πλέ­ον σύγ­χρο­να τό­τε τυ­πο­τε­χνι­κά μέ­σα κι αυ­τό ε­πει­δή η νέα διεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού (Γ. Δρο­σί­νης - Ν. Πο­λί­της) έ­δω­σε ε­ξαρ­χής βά­ρος στο ει­κο­νο­γρα­φι­κό μέ­ρος. Έτσι, άλ­λω­στε, μπή­κε (Ιαν. 1890) ως προ­σθή­κη στον τίτ­λο του το ε­πί­θε­το Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη. Με­σο­λα­βεί, ό­μως, έ­να χρο­νι­κό χά­σμα. Ενδια­μέ­σως, με­τα­ξύ τυ­πο­γρα­φείου Κων­στα­ντι­νί­δη και Εστίας, ο Δρο­σί­νης ί­δρυ­σε, μα­ζί με τον Δη­μή­τρη Κα­κλα­μά­νο και τον Θέ­μο Άννι­νο, το Τυ­πο­γρα­φείο του Άστεως. Εκεί τύ­πω­ναν και οι τρεις τα έ­ντυ­πά τους, με πιε­στή τον Μάϊσνε­ρ, “υ­πό την καλ­λι­τε­χνι­κήν ε­πί­βλε­ψιν του Αννί­νου”. Κα­τά τις μαρ­τυ­ρίες, λοι­πόν, η ι­δέα, ή­ταν ό­ντως του Δρο­σί­νη.
Σχε­τι­κά τώ­ρα με τον Κασ­δό­νη και τις ε­κτυ­πώ­σεις των εκ­δι­δό­με­νων βι­βλίων, εί­ναι λο­γι­κό να συ­νερ­γά­ζε­ται δια­δο­χι­κά με τα ί­δια τυ­πο­γρα­φεία. Ως προς αυ­τό, ε­λέγ­χο­ντας κα­νείς τις πρώ­τες εκ­δό­σεις, εύ­κο­λα ε­ξα­κρι­βώ­νε­ται η ταυ­τό­τη­τα των τυ­πο­γρα­φείων σε ό­λο το μά­κρος της εκ­δο­τι­κής δια­δρο­μής. Για πα­ρά­δειγ­μα, στα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια, δη­λα­δή ε­πί Σα­ρα­ντό­που­λου και ι­δίως τό­τε που μορ­φο­ποιεί­ται η μι­κρό­σχη­μη σει­ρά Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Λο­γο­τε­χνία, συ­νερ­γα­ζό­ταν στε­νά με το τυ­πο­γρα­φείο των Αδελ­φών Ρό­δη και το ερ­γο­στά­σιο Γρα­φι­κών Τε­χνών Α. Φι­λό­που­λου – Κ. Αλε­ξιά.

Πρώ­τες εκ­δό­σεις και Ρα­γκα­βής

Για τις εκ­δό­σεις του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας, η με­λε­τή­τρια στη­ρί­ζε­ται στον κα­τά­λο­γό τους. Στις πρώ­τες εκ­δό­σεις, ί­σως να χρειά­ζο­νταν δια­σα­φη­νί­σεις. Ως τα δυο πρώ­τα βι­βλία του νέ­ου εκ­δο­τι­κού οί­κου, α­να­φέ­ρο­νται η «Παι­δι­κή αν­θο­λο­γία...» το 1885 και το «Ο ναυα­γός της Κυν­θίας» των Βερν και Λω­ρή το 1886, αμ­φό­τε­ρα σε με­τά­φρα­ση Αρι­στο­τέ­λη Κουρ­τί­δη. Ωστό­σο, το πρώ­το φέ­ρει ως εκ­δό­τη τον Κασ­δό­νη και μό­νο το δεύ­τε­ρο, το Βι­βλιο­πω­λείο. Ενώ, η “κα­κο­τυ­πω­μέ­νη” έκ­δο­ση του ί­διου έ­τους της πρώ­της συλ­λο­γής του Πα­λα­μά, «Τρα­γού­δια της πα­τρί­δος μου», δεν α­να­γρά­φει, αν δεν μας α­πα­τά η μνή­μη, το Βι­βλιο­πω­λείο. Στα έρ­γα ξέ­νης λο­γο­τε­χνίας, το 1892 εκ­δό­θη­κε η «Πα­να­γία των Πα­ρι­σίων» του Ου­γκώ, μό­νο που εί­ναι η τρί­τη και ό­χι η δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση της με­τά­φρα­σης του Ιωάν­νη Κα­ρα­σού­τσα, ε­νώ η πρώ­τη, του 1867, κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό το τυ­πο­γρα­φείο Σ. Κ. Βλα­στού και ό­χι α­πό του Αγγέ­λου Κα­να­ριώ­του, που ε­κεί­νη τη χρο­νιά εί­χε εκ­δώ­σει μό­νο το «Κό­μης Μο­ντε-χρί­στος».
Απο­ρού­με για­τί, στις πρω­το­βου­λίες του Κασ­δό­νη, α­να­φέ­ρε­ται η με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Έκτο­ρος Μα­λώ, «Άνευ οι­κο­γε­νείας», που δη­μο­σιεύ­τη­κε σε συ­νέ­χειες στο πε­ριο­δι­κό, το 1879-1880. Δη­λα­δή, ε­πί Παύ­λου Διο­μή­δη. Εδώ, κα­τα­χω­ρεί­ται η πα­ρα­τή­ρη­ση ό­τι δεν ε­ντο­πί­στη­κε έκ­δο­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος σε μορ­φή βι­βλίου σε νέα με­τά­φρα­ση, χω­ρίς να διευ­κρι­νί­ζε­ται αν εκ­δό­θη­κε η πρώ­τη με­τά­φρα­ση, που ή­ταν του Α. Ρ. Ρα­γκα­βή. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, θα πε­ρι­μέ­να­με να σχο­λια­στεί η πι­κρία του με­τα­φρα­στή α­πό την εν λό­γω συ­νερ­γα­σία του με το πε­ριο­δι­κό. Επί­σης, στη νε­κρο­λο­γία του Κασ­δό­νη α­πό τον Αντώ­νη Μη­λια­ρά­κη, πι­στεύου­με ό­τι χρειά­ζε­ται κά­ποιο διευ­κρι­νι­στι­κό σχό­λιο πά­νω στην πλη­ρο­φο­ρία ό­τι τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ρα­γκα­βή γρά­φτη­καν “κα­τά πα­ρά­κλη­σιν του Κασ­δό­νη”.

Ιδε­ο­λο­γι­κές ταυ­τό­τη­τες

Αναμ­φι­βό­λως, το κέ­ντρο βά­ρους της με­λέ­της και η συ­νει­σφο­ρά της βρί­σκε­ται “στη χώ­ρα των βι­βλίω­ν”. Με δε­δο­μέ­νο τον κα­τά­λο­γο των εκ­δό­σεων της Εστίας, η με­λε­τή­τρια ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται τα στοι­χεία, πα­ρου­σιά­ζο­ντας βι­βλία και κυ­κλο­φο­ρίες, που υ­πο­στη­ρί­ζει με συ­να­φείς κα­τα­λό­γους, στα­τι­στι­κά στοι­χεία και σχε­δια­γράμ­μα­τα. Επί­σης, αν­τλώ­ντας και α­πό τις σω­ζό­με­νες αλ­λη­λο­γρα­φίες, σκια­γρα­φεί τη στρα­τη­γι­κή και τις δη­μό­σιες σχέ­σεις του ε­κά­στο­τε διευ­θυ­ντή. Έτσι, προ­κύ­πτει και η αλ­λα­γή πλεύ­σης α­πό το σχο­λι­κό βι­βλίο προς το λο­γο­τε­χνι­κό, με την έκ­δο­ση το 1927 του νέ­ου πε­ριο­δι­κού. Πρό­κει­ται για την «Νέα Εστία», η ο­ποία ε­πα­νέρ­χε­ται σε ό­λα τα κε­φά­λαια, α­φού, ου­σια­στι­κά, μέ­σω αυ­τής και της α­πό­το­κου Σει­ράς Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας, α­πέ­κτη­σε ο εκ­δο­τι­κός οί­κος ι­σχυ­ρά ε­ρεί­σμα­τα στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας. Ωστό­σο, τα ε­κτε­νή λήμ­μα­τα των συγ­γρα­φέων της γε­νιάς του ’30 φαί­νο­νται ως πε­ριτ­τός φόρ­τος. Πα­ρέ­χουν α­νε­παρ­κή πλη­ρο­φό­ρη­ση τό­σο για τον συγ­γρα­φέα ό­σο και για την εκ­δο­τι­κή κί­νη­ση των βι­βλίων του, α­φού ορ­μώ­νται α­πό τη συ­γκε­κρι­μέ­νη Σει­ρά της Εστίας. Λ.χ., το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα του Τερ­ζά­κη, «Η πρι­γκη­πέσ­σα Ιζα­μπώ», μό­λις που α­να­φέ­ρε­ται σε έ­ναν πί­να­κα πω­λή­σεων. Ενώ, το βι­βλίο, που ε­ξέ­δω­σε το 1964 και σή­με­ρα κυ­κλο­φο­ρεί α­πό τις εκ­δό­σεις της Εστίας, «Η ελ­λη­νι­κή ε­πο­ποιία. Χρο­νι­κό του πο­λέ­μου 1940-41», δεν α­να­φέ­ρε­ται. Μή­πως για­τί ή­ταν αρ­χι­κά έκ­δο­ση του Γε­νι­κού Επι­τε­λείου Στρα­τού;
Από μιας αρ­χής, η με­λε­τή­τρια δί­νει ι­διαί­τε­ρη έμ­φα­ση στις ι­δε­ο­λο­γι­κές ταυ­τό­τη­τες. Έτσι, α­ντι­δια­στέλ­λει τον προο­δευ­τι­κό Κασ­δό­νη προς τον υ­περ­συ­ντη­ρη­τι­κό Διο­μή­δη. Πα­ρα­πέ­μπει σχε­τι­κά στα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Δρο­σί­νη. Ωστό­σο, ε­κεί­νος α­να­φέ­ρει ό­τι ο Διο­μή­δης δί­στα­ζε να δη­μο­σιεύ­σει στο πε­ριο­δι­κό το «Λου­κή Λά­ρα» του Βι­κέ­λα, για­τί στη δε­κα­ε­τία του 1870 ή­ταν α­κό­μη η ε­πο­χή των με­τα­φρά­σεων. Τε­λι­κά, το δη­μο­σίευ­σε το 1879, κα­τά προ­τρο­πή του Νι­κό­λα­ου Πο­λί­τη. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, ο Κασ­δό­νης στά­θη­κε πιο α­νοι­κτός σε πα­ρό­μοιες πα­ραι­νέ­σεις. Αυ­τό, βέ­βαια, έ­γι­νε ε­ξ’ α­νά­γκης, για­τί πώς αλ­λιώς θα ορ­θο­πο­δού­σε το χρεω­μέ­νο πε­ριο­δι­κό που πα­ρέ­λα­βε. Η με­λε­τή­τρια προ­βάλ­λει τους προο­δευ­τι­κούς και προ­σπερ­νά­ει τους συ­ντη­ρη­τι­κούς. Έτσι, μό­λις που α­να­φέ­ρε­ται ο τρί­τος και για μια δε­κα­ε­τία διευ­θυ­ντής της «Νέ­ας Εστίας» Ευάγ­γε­λος Μό­σχος. Όσο για τον δεύ­τε­ρο και πιο μα­κρό­βιο διευ­θυ­ντή της Πέ­τρο Χά­ρη, σχε­τι­κά με τα προ­σω­πι­κά του πα­ρα­θέ­τει έ­ναν λί­βε­λο (!) του Γιώρ­γη Ζάρ­κου. Ενώ, α­πο­δί­δει σε και­ρο­σκο­πι­σμό το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού στον Ιωάν­νη Με­τα­ξά, τον Φε­βρουά­ριο του 1941, πα­ρα­κά­μπτο­ντας ή α­γνοώ­ντας ε­κεί­νο στον Ανδρέα Κάλ­βο, το ο­ποίο α­πα­γό­ρευ­σαν οι κα­το­χι­κές αρ­χές.
Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, μοι­ρά­ζει τους ρό­λους του κα­λού και του κα­κού. Για τις σχέ­σεις του τρί­του διευ­θυ­ντή του εκ­δο­τι­κού οί­κου με τον Ξε­νό­που­λο, δεν πα­ρα­θέ­τει αυ­τού­σια την ά­πο­ψη του δεύ­τε­ρου, ό­πως την δια­βά­ζου­με στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά του κεί­με­να, αλ­λά εν πε­ρι­λή­ψει, σώ­ζο­ντας μια ορ­γι­σμέ­νη φρά­ση του, που γέρ­νει την πλά­στιγ­γα σε βά­ρος του. Κα­τά τα άλ­λα, α­πό την ει­σα­γω­γή μέ­χρι το ε­πι­λο­γι­κό κε­φά­λαιο, η Κα­ρα­κα­τσού­λη ε­πι­μέ­νει να ε­πα­να­φέ­ρει το ε­ρώ­τη­μα, για­τί η Εστία χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε συ­ντη­ρη­τι­κός εκ­δο­τι­κός οί­κος. Σπεύ­δει, μά­λι­στα, να δια­βε­βαιώ­σει ό­τι αυ­τό δεν συν­δέε­ται με κά­ποια α­ξιο­λο­γι­κή κρί­ση, μό­νο που η ε­πι­μο­νή της δεί­χνει α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Πολ­λά έ­χουν αλ­λά­ξει α­πό την ε­πο­χή του Κασ­δό­νη. Με­τα­ξύ άλ­λων, οι λέ­ξεις έ­χουν φθα­ρεί και οι ση­μα­σίες τους έ­χουν α­να­στα­τω­θεί. Σύμ­φω­να, πά­ντως, με τα λε­ξι­κά, συ­ντη­ρη­τι­κός εί­ναι ο συ­νε­τός, που φρο­ντί­ζει για την δια­τή­ρη­ση των κοι­νω­νι­κώς και πο­λι­τι­κώς πα­ρα­δε­δο­μέ­νων. Κι αυ­τό το φρό­ντι­σε η Εστία και γι’ αυ­τό α­κρι­βώς μα­κρο­η­με­ρεύει. Πά­ντως, η ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία πά­νω στο πώς φτιά­χνο­νται οι ταυ­τό­τη­τες προο­δευ­τι­κού – συ­ντη­ρη­τι­κού, εί­τε αυ­τές α­φο­ρούν πρό­σω­πα εί­τε θε­σμούς, μοιά­ζει, του­λά­χι­στον σε μάς, ά­στο­χη.

Διη­γη­μα­το­γρά­φος στο τι­μό­νι

Όσο για το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, που α­να­φέ­ρε­ται στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία, θα πε­ρι­μέ­να­με μια δια­φο­ρε­τι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση. Πέ­ρα α­πό α­ριθ­μη­τι­κά δε­δο­μέ­να και κα­τα­τά­ξεις, πέ­ρα α­πό το πρό­βλη­μα που προ­κλή­θη­κε κα­τά την α­πο­δέ­σμευ­ση των πνευ­μα­τι­κών δι­καιω­μά­των της Πη­νε­λό­πης Δέλ­τα και στο μέλ­λον θα ε­πα­νεμ­φα­νι­στεί για τη γε­νιά του ’30, πέ­ρα α­πό τον έ­ναν Ακα­δη­μαϊκό που ε­ξα­σφά­λι­σε η Εστία, δια­τη­ρώ­ντας την πρώ­τη θέ­ση ως εκ­δο­τι­κός οί­κος Ακα­δη­μαϊκών, θα πε­ρι­μέ­να­με να δο­θεί έμ­φα­ση στο ση­με­ρι­νό λο­γο­τε­χνι­κό δυ­να­μι­κό του εκ­δο­τι­κού οί­κου, το ο­ποίο, για πρώ­τη φο­ρά στην ι­στο­ρία του, προέ­κυ­ψε α­πό τις δι­κές του ε­πι­λο­γές και ό­χι α­πό τους συ­νερ­γά­τες της «Νέ­ας Εστίας». Κι αυ­τό κα­το­χυ­ρώ­νε­ται στην Εύα Κα­ραϊτί­δη. Συ­γκέ­ντρω­σε τα­λα­ντού­χους, ό­χι ε­πει­δή σπού­δα­σε ση­μειο­λο­γία στην Γαλ­λία, ό­πως ει­σα­γω­γι­κά πλη­ρο­φο­ρεί η Κα­ρα­κα­τσού­λη, αλ­λά ε­πει­δή φαί­νε­ται να δια­θέ­τει λο­γο­τε­χνι­κό αι­σθη­τή­ριο. Για πρώ­τη φο­ρά, στο τι­μό­νι των εκ­δό­σεων βρί­σκε­ται μια συγ­γρα­φέ­ας, που συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στις νεό­τε­ρες δυ­νά­μεις της διη­γη­μα­το­γρα­φίας. Απο­τε­λεί, μά­λι­στα, τη μο­να­δι­κή πε­ρί­πτω­ση στο ση­με­ρι­νό εκ­δο­τι­κό το­πίο. Ίσως και να διέ­φυ­γε της με­λε­τή­τριας αυ­τή η ι­διό­τη­τα της Κα­ραϊτί­δη, κα­θώς εί­χε τη δια­κρι­τι­κό­τη­τα να εκ­δώ­σει τις δυο συλ­λο­γές της σε άλ­λον οί­κο. Πά­ντως, η Κα­ρα­κα­τσού­λη πα­ρα­τάσ­σει τους νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς της Εστίας κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά, θεω­ρώ­ντας ως πλέ­ον α­ξιο­πρό­σε­κτη πε­ρί­πτω­ση α­νά­με­σά τους την Αθη­νά Κα­κού­ρη.
Εν τέ­λει, ί­σως, χρειά­ζε­ται να α­πο­λο­γη­θού­με. Ο ό­λος σχο­λια­σμός ε­πι­κε­ντρώ­θη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο στις α­δυ­να­μίες της με­λέ­της πα­ρά στα σθε­να­ρά της ση­μεία. Ας ό­ψε­ται το ι­δε­α­τό πρό­τυ­πο για μια ι­στο­ρία της τρια­δι­κής Εστίας που κου­βα­λά­με.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 18/3/2011.

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Ο μορφοκρατικός του λυρισμού

Ιωάν­νης Ν. Γρυ­πά­ρης
«Σκα­ρα­βαίοι και τερ­ρα­κότ­τες»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Αθη­νά Κο­βά­νη
Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Βι­βλιο­θή­κη
Ίδρυ­μα Κώ­στα και Ελέ­νης Ου­ρά­νη
Αθή­να, 2001

Ο Γρυπάρης
σε σκιτσογραφικό πορτρέτο
του Ανατολή Λαζαρίδη.



Επα­νερ­χό­μα­στε στο θέ­μα της προ­η­γού­με­νης Κυ­ρια­κής, τον Ιωάν­νη Γρυ­πά­ρη, που πέ­θα­νε σαν σή­με­ρα πριν 70 χρό­νια, στα 72 του. Ανα­σύ­ρα­με την φι­λο­λο­γι­κή έκ­δο­ση, που ει­σή­γα­γε στον νέο αιώ­να τη μό­νη ποιη­τι­κή του συλ­λο­γή. Η ε­πι­λο­γή ή­ταν του Βαγ­γέ­λη Αθα­να­σό­που­λου, που εί­χε α­να­λά­βει, με­τά το θά­να­το του Από­στο­λου Σα­χί­νη, “γε­νι­κός φι­λο­λο­γι­κός ε­πό­πτης” της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Βι­βλιο­θή­κης του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη. Ο Σα­χί­νης, που, ως Ακα­δη­μαϊκός, έ­στη­σε τη σει­ρά το 1988, εί­χε τη γε­νι­κή ε­πο­πτεία της μέ­χρι το θά­να­τό του, το 1997. Συ­νο­λι­κά ε­πέ­λε­ξε 31 βι­βλία, α­πό τα ο­ποία δυο, της πα­λαιό­τε­ρης πε­ζο­γρα­φίας, τα ε­πι­με­λή­θη­κε ο ί­διος. Ο Αθα­να­σό­που­λος α­νέ­λα­βε νεό­τε­ρος, το 1998, και μέ­χρι το θά­να­τό του, στις 27 Νο­εμ­βρίου 2011, ε­πέ­λε­ξε ε­πί­σης 31 βι­βλία, α­πό τα ο­ποία ε­πι­με­λή­θη­κε πέ­ντε, ε­νώ εί­χε ε­πι­με­λη­θεί και έ­να πρώ­το βι­βλίο, το 1991, «Τα Διη­γή­μα­τα» του Βι­ζυη­νού. Τό­σο τα βι­βλία ό­σο και οι δι­κές του ε­πι­μέ­λειες θα ή­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρες, αν οι εκ­δό­σεις τους δεν εί­χαν προ­σκρού­σει, την τε­λευ­ταία στιγ­μή, στο θέ­μα των πνευ­μα­τι­κών δι­καιω­μά­των.
Και ερ­χό­μα­στε στο ε­ρώ­τη­μα του τίτ­λου μας. Τε­λι­κά, α­ξί­ζει να δια­βά­σου­με Γρυ­πά­ρη; Ή και ε­ναλ­λα­κτι­κά, τι κο­μί­ζει, την σή­με­ρον, ο ποιη­τής Γρυ­πά­ρης; Ένα βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι η ση­μα­ντι­κή δια­φο­ρο­ποίη­σή του α­πό την ο­μά­δα των ποιη­τών, στην ο­ποία κα­τα­τάσ­σε­ται. Ο Γρυ­πά­ρης φρό­ντι­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κά­θε άλ­λον τη δη­μο­τι­κή, λει­τουρ­γώ­ντας ό­χι μό­νο ως ποιη­τής αλ­λά και ως φι­λό­λο­γος. Την πλού­τι­σε και την λεία­νε, δια­τη­ρώ­ντας τη ζω­τι­κό­τη­τά της. Ποιος, ό­μως, έ­χει σή­με­ρα α­νά­γκη αυ­τόν τον πλού­το, αλ­λά και πό­σοι μπο­ρούν να α­ντι­λη­φθούν την πλα­στι­κό­τη­τα της γλώσ­σας του; Έπλα­σε σύν­θε­τα ε­πί­θε­τα και ου­σια­στι­κά, ξε­περ­νώ­ντας α­κό­μη και τον Πα­λα­μά. Ήδη, ό­μως, η πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά ε­παι­νεί τον Σε­φέ­ρη, για­τί κα­τήρ­γη­σε το σύν­θε­το ε­πί­θε­το, που πε­ρίσ­σευε σε Πα­λα­μά και Γρυ­πά­ρη. Έδω­σε βα­ρύ­τη­τα στη μορ­φή, κα­τά μια ε­κτί­μη­ση, α­νά­λο­γη με ε­κεί­νη που έ­δω­σε ο Κα­ρυω­τά­κης. Όχι τυ­χαία, τον α­πο­κά­λε­σαν “μορ­φο­κρα­τι­κό του λυ­ρι­σμού”. Η Αθη­νά Κο­βά­νη, που έ­χει τη φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια του τό­μου, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι δεν έ­χουν συ­στη­μα­τι­κά με­λε­τη­θεί οι μορ­φι­κές και­νο­το­μίες του και η συμ­βο­λή του στον νε­ο­ελ­λη­νι­κό λυ­ρι­σμό.
Πα­ρα­θέ­του­με, ε­πι­λε­κτι­κά, με­ρι­κά σχό­λια για ό­σους θα εί­χαν τη διά­θε­ση να δια­βά­σουν Γρυ­πά­ρη. Κα­τά την ε­πι­κρα­τέ­στε­ρη ά­πο­ψη, ο τίτ­λος της συλ­λο­γής του, «Σκα­ρα­βαίοι και Τερ­ρα­κότ­τες», πα­ρα­πέ­μπει στον τίτ­λο της συλ­λο­γής «Σμάλ­τα και Κα­μέες» του Θεό­φι­λου Γκω­τιέ. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, ε­πι­λέ­γο­νται ζεύ­γη ου­σια­στι­κών, που α­να­φέ­ρο­νται σε λε­πτο­δου­λε­μέ­να α­ντι­κεί­με­να δια­κο­σμη­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, με α­νά­γλυ­φες ή έγ­γλυ­φες πα­ρα­στά­σεις συμ­βο­λι­κού φορ­τίου και μυ­θο­λο­γι­κών α­να­φο­ρών. Όσο για τις ε­πι­λο­γές των δυο ου­σια­στι­κών, του Γρυ­πά­ρη πα­ρα­πέ­μπουν στους α­λε­ξαν­δρι­νούς ε­πι­γραμ­μα­το­ποιούς της «Πα­λα­τι­νής Ανθο­λο­γίας», που εί­χε με­λε­τή­σει πριν να γνω­ρί­σει τους γάλ­λους παρ­νασ­σι­στές. Αυ­τό, βε­βαίως, δεν α­ναι­ρεί τις ε­πιρ­ροές του α­πό τα γαλ­λι­κά ρεύ­μα­τα, αλ­λά δη­λώ­νει έ­να εί­δος σύμ­μι­ξης των δύο. Άλλω­στε, ο ί­διος υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι “για τα έ­θνη που, σαν το δι­κό μας, προ­σπα­θούν α­πελ­πι­σμέ­να τώ­ρα μό­λις, ύ­στε­ρα α­πό αιώ­νων κα­θυ­στέ­ρη­ση, να φτά­σουν και που σέρ­νο­νται ό­πως ό­πως πί­σω α­πό το σύγ­χρο­νο πο­λι­τι­σμό, εί­ναι και θα εί­ναι για πο­λύ και­ρό δυ­στυ­χώς α­κό­μη α­νά­γκη να ζη­τού­με τη γε­νε­α­λο­γία κά­θε α­ξιο­ση­μείω­του τε­χνί­τη σε ξε­νι­κές και πιο πε­ριω­ρι­σμέ­να για μας σε γαλ­λι­κές ε­πι­δρά­σεις.”
Το 1852 ε­ξέ­δω­σε τη συλ­λο­γή του ο Γκω­τιέ, με­τά έ­να τα­ξί­δι στην Ελλά­δα, ό­που σα­γη­νεύ­τη­κε α­πό την κλα­σι­κή τέ­χνη. Τό­τε, του γεν­νή­θη­κε η ι­δέα για μια ποίη­ση α­πρό­σω­πη, ό­που οι ε­ξω­τε­ρι­κές ε­ντυ­πώ­σεις θα υ­πε­ρι­σχύουν των ψυ­χι­κών δια­θέ­σεων. Η συλ­λο­γή του πή­ρε εμ­βλη­μα­τι­κή θέ­ση στο κί­νη­μα του παρ­νασ­σι­σμού. Το 1893, που ο Γρυ­πά­ρης γρά­φει το πρώ­το ποίη­μα της ε­νό­τη­τας «Σκα­ρα­βαίοι», οι πρώ­τες δυο γε­νιές των παρ­νασ­σι­στών έ­χουν ή­δη πα­ρέλ­θει. Εκεί­νη, ό­μως, τη χρο­νιά, ο με­τα­παρ­νασ­σι­στής Ζο­ζέ Μα­ρία Ερε­ντιά συ­γκέ­ντρω­σε και ε­ξέ­δω­σε τα σο­νέ­τα του. Η συλ­λο­γή του, «Τρό­παια», βρή­κε με­γά­λη α­πή­χη­ση στην Ελλά­δα. Ο Γρυ­πά­ρης με­τέ­φρα­σε τρία α­πό αυ­τά. Όσο για το πό­σο τον ε­πη­ρέ­α­σε, ο Πα­λα­μάς, που χαι­ρε­τί­ζει δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα τον νέο ποιη­τή, εί­ναι πο­λύ προ­σε­κτι­κός στην κρί­ση του. Πα­ρα­τη­ρεί ό­τι οι στί­χοι του “θα φα­νώ­σιν ί­σως και ως ω­ραία νε­ο­ελ­λη­νι­κή α­πή­χη­σις” των γαλ­λι­κών σο­νέ­των. Ο ί­διος ο Γρυ­πά­ρης θεω­ρού­σε ό­τι η ποίη­ση του Ερε­ντιά στε­ρεί­ται αι­σθή­μα­τος. Ενώ, υ­πο­στή­ρι­ζε, ί­σως και με κά­ποιο πα­ρά­πο­νο, ό­τι ε­κεί­νος “έ­στα­ξε μέ­σα στα τρα­γού­δια του και κά­τι α­πό την ψυ­χή του”. Προ­τι­μού­σε, πά­ντως, ως πρό­γο­νο τον πρώι­μο Βερ­λαίν.
Η μό­νη συλ­λο­γή του Γρυ­πά­ρη α­πο­τε­λεί­ται α­πό έ­ξι ε­νό­τη­τες. Η πρώ­τη, αυ­τή των «Σκα­ρα­βαίων», εί­ναι μια σει­ρά α­πό 22 δε­κα­πε­ντα­σύλ­λα­βα σο­νέ­τα. Μι­κρό­τε­ρη η δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα, «Τερ­ρα­κότ­τες», με αρ­χι­κό τίτ­λο, «Δει­λι­νά», α­πο­τε­λεί­ται α­πό 11 ε­ντε­κα­σύλ­λα­βα σο­νέ­τα. Η πρώ­τη εί­ναι στραμ­μέ­νη προς τους παρ­νασ­σι­στές, η δεύ­τε­ρη προς τους συμ­βο­λι­στές, οι υ­πό­λοι­πες α­πο­τολ­μούν α­νοίγ­μα­τα προς έ­ναν πιο ε­λεύ­θε­ρο στί­χο. Δε­κα­τε­τρά­στι­χα ποιή­μα­τα, που α­φη­γού­νται μια πα­λαιά ι­στο­ρία, μυ­θο­λο­γι­κής ή άλ­λης προέ­λευ­σης, για να α­να­φερ­θούν πλα­γίως στα τρέ­χο­ντα. Ο Γρυ­πά­ρης άρ­χι­σε να μυεί­ται στην ποίη­ση με Σο­λω­μό. Διά­βα­σε πο­λύ νω­ρίς «Τα ευ­ρι­σκό­με­να» του Πο­λυ­λά, που α­να­κά­λυ­ψε στο βι­βλιο­πω­λείο του πα­τέ­ρα του, πρώην Βι­βλιο­πω­λείο Ανδρέα Κο­ρο­μη­λά. Αργό­τε­ρα, ως μα­θη­τής της Με­γά­λης του Γέ­νους Σχο­λής, έ­γρα­φε στί­χους κα­τ’ ευ­θείαν στα αρ­χαία ελ­λη­νι­κά και σε ό­λη την ποίη­σή του δια­κρί­νε­ται ο αρ­χαιο­γνώ­στης φι­λό­λο­γος, ζη­λω­τής των Αλε­ξαν­δρι­νών. Δη­μο­τι­κι­στής ή­ταν α­πό τα γυ­μνα­σια­κά του χρό­νια και πα­ρέ­μει­νε δια βίου. Ίσως, μά­λι­στα, να στά­θη­κε ο πιο συ­νει­δη­τός της γε­νιάς του. Όπως ο ί­διος υ­πε­ρη­φα­νευό­ταν, πέ­ρα­σε α­πό τα αρ­χαία στη δη­μο­τι­κή, χω­ρίς να πα­τή­σει στην κα­θα­ρεύου­σα. Ού­τε έ­ναν κα­θα­ρευου­σιά­νι­κο στί­χο δεν έ­γρα­ψε. Σε αυ­τό, πι­θα­νώς, συ­νέ­τει­νε ε­κεί­νο το ε­πι­δο­κι­μα­στι­κό χα­μό­γε­λο του Ψυ­χά­ρη και ο έ­παι­νός του στον δε­κα­ε­ξά­χρο­νο Γρυ­πά­ρη για την εκ του προ­χεί­ρου με­τά­φρα­ση Αρι­στο­φά­νη. Ήταν το 1886, κα­τά το τα­ξί­δι του Ψυ­χά­ρη στην Ελλά­δα, ό­ταν, με την ευ­και­ρία της πε­ντη­κο­ντα­ε­τη­ρί­δας του Φι­λο­λο­γι­κού Συλ­λό­γου Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως, πή­γε και στην Πό­λη, ό­που ε­πι­σκέ­φτη­κε τη Με­γά­λη Σχο­λή, δια­λέ­γο­ντας να πα­ρα­κο­λου­θή­σει το μά­θη­μα του γνω­στού φι­λό­λο­γου Θε­μι­στο­κλή Σαλ­τέ­λη και ε­κεί­νος, για να βγει ασ­προ­πρό­σω­πος, σή­κω­σε τον τα­λα­ντού­χο στη με­τρι­κή και τη γλώσ­σα Γρυ­πά­ρη.
Το 1892, ό­ντας φοι­τη­τής της Φι­λο­σο­φι­κής Σχο­λής Αθη­νών, συμ­με­τεί­χε στον Φι­λα­δέλ­φειο Δια­γω­νι­σμό με τη συλ­λο­γή «Δει­λι­νά». Οι έ­ντο­νες σο­λω­μι­κές ε­πι­δρά­σεις ε­παι­νέ­θη­καν, αλ­λά η γλώσ­σα ξέ­νι­σε. Ο Γρυ­πά­ρης ή­ταν έ­νας α­πό τους πρώ­τους μαλ­λια­ρούς φοι­τη­τές ε­κεί­νων των χρό­νων. Τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, δη­μο­σιεύ­τη­καν στην «Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη Εστία» δώ­δε­κα ποιή­μα­τα α­πό τους «Σκα­ρα­βαίους». Η θο­ρυ­βώ­δης υ­πο­δο­χή, που του ε­πι­φύ­λα­ξαν οι Αθη­ναίοι λό­γιοι του 1895, θα μπο­ρού­σε να συ­γκρι­θεί με την υ­πο­δο­χή του Εγγο­νό­που­λου το 1938, ό­ταν ε­ξέ­δω­σε την πρώ­τη ποιη­τι­κή του συλ­λο­γή, «Μην ο­μι­λεί­τε εις τον ο­δη­γόν». Ο Γρυ­πά­ρης κα­τη­γο­ρή­θη­κε για λε­ξι­θη­ρία έως και λε­ξι­μα­νία. Όμως, ε­κεί­νος, ό­πως και ο Εγγο­νό­που­λος, συ­νέ­χι­σε α­πτό­η­τος. Οι με­τα­γε­νέ­στε­ροι του α­να­γνώ­ρι­σαν ό­τι α­πο­μύ­ζη­σε χυ­μούς α­πό τη δη­μώ­δη με­σαιω­νι­κή πα­ρά­δο­ση και ό­τι τρά­φη­κε α­πό το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι. Μό­νο ο Ζή­σι­μος Λο­ρε­ντζά­τος στά­θη­κε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κός. Κα­τα­σκευή τε­χνη­τή θεώ­ρη­σε τη συλ­λο­γή του Γρυ­πά­ρη και δεν την α­πο­δέ­χτη­κε ως “ξα­να­φα­νέ­ρω­μα της ζω­ντα­νής ελ­λη­νι­κής πα­ρά­δο­σης α­να­νεω­μέ­νης”. Σε α­ντί­θε­ση προς τον Γιώρ­γο Κοτ­ζιού­λα, που ε­πέ­με­νε ό­τι κρα­τά­ει γε­ρά α­πό την πα­ρά­δο­ση.
Πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­λεύ­θε­ρος και μου­σι­κός χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ο στί­χος του ώ­ρι­μου Γρυ­πά­ρη. Η τρί­τη ε­νό­τη­τα, «Ιντερ­μέ­δια», παίρ­νει τον τίτ­λο της α­πό την «Ερω­φί­λη». Απο­τε­λεί­ται α­πό δε­κα­τέσ­σε­ρα ποιή­μα­τα, έ­να δί­πτυ­χο και έ­να πε­ντα­με­ρές. Από αυ­τήν την ε­νό­τη­τα, ό­λοι, α­κό­μη και οι πλέ­ον α­πορ­ρι­πτι­κοί, ό­πως ο Ηλίας Λά­γιος, ξε­χω­ρί­ζουν το πε­ντα­με­ρές, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Στον ή­σκιο της κα­ρυ­διάς». Θεω­ρεί­ται η ε­ντε­λέ­στε­ρη έκ­φαν­ση του γρυ­πα­ρι­κού αι­σθη­σια­σμού, τό­σο έκ­δη­λου, ώ­στε να ε­ρε­θί­σει, έ­στω και άρ­ρη­τα, την η­δο­νι­στι­κή φα­ντα­σία του Εμπει­ρί­κου. Η ε­πό­με­νη ε­νό­τη­τα, «Δι­καιο­σύ­νη», α­ντι­πα­ρα­θέ­τει στον “ποιη­τή του πά­θους” τον “ποιη­τή του πό­νου”. Εδώ, εί­ναι ση­μα­ντι­κή η μορ­φι­κή δια­φο­ρο­ποίη­ση, κα­θώς στα πέ­ντε ποιή­μα­τα αυ­τής της ε­νό­τη­τας δεν υ­πάρ­χει η με­τρι­κή ο­μοιο­μορ­φία των προ­η­γού­με­νων. Αντ’ αυ­τής ση­μειώ­νε­ται ποι­κι­λία στι­χουρ­γι­κών μέ­τρων, για να α­κο­λου­θή­σει ο ε­λευ­θε­ρω­μέ­νος στί­χος ο­ρι­σμέ­νων α­πό τα ε­πτά ποιή­μα­τα της ε­πό­με­νης ε­νό­τη­τας, με τις ε­ρω­τι­κές μπα­λά­ντες, «Από το ε­ρω­τι­κό βι­βλίο του Τρύ­φω­νος και της Χρυ­σο­φρύ­δης». Η ποιη­τι­κή συλ­λο­γή κλεί­νει με τα τρία ποιή­μα­τα της τε­λευ­ταίας ε­νό­τη­τας, «Ελε­γεία».
Από μιας αρ­χής, ο Γρυ­πά­ρης δη­μιούρ­γη­σε την αί­σθη­ση του δυσ­νό­η­του, με α­φορ­μή, μά­λι­στα, ο­ρι­σμέ­να ποιή­μα­τα χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε μέ­χρι και σκο­τει­νός. Αυ­τήν την ε­ντύ­πω­ση την συ­νο­ψί­ζει α­πορ­ρι­πτι­κά ο Κα­τσί­μπα­λης, το 1932, σε ε­πι­στο­λή του προς τον Σε­φέ­ρη, πα­ρό­λο που συ­χνά α­να­φέ­ρει στί­χους του: «...Ο Γρυ­πά­ρης λέει πως προ­σπά­θη­σε αλ­λά δεν κα­τά­λα­βε γρυ α­πό τα γρα­φό­με­νά σου. Σπολ­λά­τη του! Ποιος κα­τά­λα­βε τί­πο­τε α­πό δι­κά του ό­ταν πρω­το­βγή­καν...» Τα σκο­τει­νά ποιή­μα­τά του, οι ε­κά­στο­τε με­λε­τη­τές προ­σπά­θη­σαν να τα προ­σεγ­γί­σουν μέ­σω του βιο­γρα­φι­σμού, πε­ριο­ρί­ζο­ντας την ερ­μη­νεία τους στο α­το­μι­κό πε­δίο. Μό­νο σε ο­ρι­σμέ­να διεί­δαν α­να­φο­ρά στην ποιη­τι­κή γε­νιά του. Ο Γρυ­πά­ρης, ό­μως, ε­κτός α­πό δη­μο­τι­κι­στής, χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν στην ε­πο­χή του πα­τριώ­της, κα­θώς η έν­νοια αυ­τής της λέ­ξης δεν εί­χε α­κό­μη πε­ριέλ­θει σε α­νυ­πο­λη­ψία. Κα­τά τις μαρ­τυ­ρίες, υ­πήρ­ξε φα­να­τι­κός βε­νι­ζε­λι­κός. «Ζή­τω ο Βε­νι­ζέ­λα­ρος!», έ­γρα­φε στη γυ­ναί­κα του. Οι ι­δε­ο­λο­γι­κές του πε­ποι­θή­σεις α­ντα­να­κλώ­νται στις τα­λαι­πω­ρίες και τα σκα­μπα­νε­βά­σμα­τα της εκ­παι­δευ­τι­κής του θη­τείας. Αυ­τήν την πλευ­ρά του φαί­νε­ται να την πα­ρα­βλέ­πουν στην ερ­μη­νεία των συ­χνά δυ­σε­ξή­γη­των, ό­πως έ­χουν χα­ρα­κτη­ρι­στεί, στί­χων του. Έχου­με, ω­στό­σο, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι υ­πάρ­χουν ποιή­μα­τα μιας ευ­ρύ­τε­ρης ο­πτι­κής, που υ­πο­δη­λώ­νουν την τα­ραγ­μέ­νη ε­πο­χή της κυο­φο­ρίας τους.
Πα­ρά­δειγ­μα, το «Αντέ­ρω­τες», γραμ­μέ­νο τέ­λη Φε­βρουα­ρίου του 1897, τις πα­ρα­μο­νές του κω­μι­κο­τρα­γι­κού - του λε­γό­με­νου και α­τυ­χούς - πο­λέ­μου των τριά­ντα η­με­ρών. Αρχι­κά το ποίη­μα εί­χε μό­το α­πό την Πο­λι­τεία του Πλά­τω­να, «τους παί­δας εις τον πό­λε­μον α­κτέ­ον και γευ­στέ­ον αί­μα­τος, ώ­σπερ τους σκύ­λα­κας...» Ο Γρυ­πά­ρης, α­γα­να­κτι­σμέ­νος με ε­κεί­νους που έ­φε­ραν την χρεω­κο­πία του Τρι­κού­πη και τον Διε­θνή Οι­κο­νο­μι­κό Έλεγ­χο, κα­λεί σε α­ντί­στα­ση. Ένα άλ­λο ποίη­μα, ό­μοια φορ­τι­σμέ­νο, εί­ναι το «Συ­να­πο­θα­νού­με­νοι», με πρώ­τη γρα­φή το 1899 και πρώ­το τίτ­λο «Τα ε­πτά θα­νά­σι­μα», που δη­μο­σιεύ­τη­κε Δε­κέμ­βριο 1907. Αυ­τή τη φο­ρά, ο τίτ­λος δεν εί­ναι μυ­θο­λο­γι­κής κα­τα­βο­λής, αλ­λά έρ­χε­ται α­πό τους πα­ρηκ­μα­σμέ­νους Αλε­ξαν­δρι­νούς. Ένα τρί­το εί­ναι το «Εστιά­δες», που ερ­μη­νεύ­θη­κε κά­πως στε­νά ως α­να­φο­ρά στη γε­νιά του και τους πνευ­μα­τι­κούς αν­θρώ­πους της ε­πο­χής του. Κι ό­μως, γρα­φό­ταν και ξα­να­γρα­φό­ταν για έ­να χρό­νο, α­πό τον Οκτώ­βριο του 1908 μέ­χρι τον Οκτώ­βριο του 1909. Μή­πως η κρί­σι­μη πο­λι­τι­κή συ­γκυ­ρία ε­κεί­νης της ε­πο­χής στά­θη­κε κα­θο­ρι­στι­κή; Μή­πως το ξα­να­διά­βα­σμα θα δεί­ξει έ­ναν Γρυ­πά­ρη ε­πί­και­ρο στη ση­με­ρι­νή, ε­πί­σης, κρί­σι­μη συ­γκυ­ρία;

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/3/2012.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Ποιος θυμάται τον Ιωάννη Γρυπάρη

Ποια εί­ναι η τύ­χη του Ιωάν­νη Γρυ­πά­ρη ε­βδο­μή­ντα στρογ­γυ­λά χρό­νια με­τά τον θά­να­τό του; Στις 11 Μαρ­τίου 1942, στις 4 το πρωί, σύμ­φω­να με την εκ των υ­στέ­ρων ια­τρι­κή βε­βαίω­ση, ά­φη­σε, κα­τά το κοι­νώς λε­γό­με­νο, την τε­λευ­ταία του πνοή στο σπί­τι του, στην Καλ­λι­θέα. Δεν μνη­μο­νεύ­τη­κε το 1992, κα­τά την πε­ντη­κο­ντα­ε­τη­ρί­δα του, ού­τε δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στη συ­μπλή­ρω­ση ε­ξή­ντα χρό­νων. Το τε­λευ­ταίο α­φιέ­ρω­μα έ­γι­νε το 1952. Ποιος, λοι­πόν, ο λό­γος να τον θυ­μη­θού­με ε­φέ­τος;

Δια­τη­ρη­τέο αλ­λά κα­ταρ­ρέ­ον

Κα­τά μια ά­πο­ψη, η τύ­χη του προ­σο­μοιά­ζει με ε­κεί­νη της οι­κίας του, που έ­χει μεν χα­ρα­κτη­ρι­στεί δια­τη­ρη­τέα, αλ­λά κα­ταρ­ρέει. Μό­νο που η δι­κή της κα­κο­δαι­μο­νία δεν ο­φεί­λε­ται στην α­νυ­παρ­ξία εν­δια­φέ­ρο­ντος, αλ­λά στην ύ­παρ­ξη δυο εν­δια­φε­ρό­με­νων φο­ρέων, που α­δυ­να­τούν να συμ­φω­νή­σουν. Ο έ­νας εί­ναι ο Δή­μος Καλ­λι­θέ­ας, που έ­χει με­γα­λε­πή­βο­λα σχέ­δια. Προ­τεί­νει να την δια­μορ­φώ­σει σε Κέ­ντρο Αρχαίας Ελλη­νι­κής Γραμ­μα­το­λο­γίας. Δεν θα εί­ναι, άλ­λω­στε, η πρώ­τη φο­ρά, που θα χρη­σι­μο­ποιή­σει την οι­κία Γρυ­πά­ρη. Σε αυ­τήν, το 1955, εί­χε στε­γα­στεί η νεό­τευ­κτη τό­τε Δη­μο­τι­κή Βι­βλιο­θή­κη Καλ­λι­θέ­ας, με μα­γιά την Βι­βλιο­θή­κη του Γρυ­πά­ρη, εξ ου και Γρυ­πά­ρειος Βι­βλιο­θή­κη. Η οι­κία, ω­στό­σο, ε­γκα­τα­λεί­φθη­κε, ό­ταν η Βι­βλιο­θή­κη με­τα­στε­γά­στη­κε σε ι­διό­κτη­το κτί­ριο. Αργό­τε­ρα, δε­κα­ε­τία του ’80, εί­χε κα­τα­βλη­θεί μια δεύ­τε­ρη προ­σπά­θεια, μέ­χρι και ε­γκαί­νια Μου­σείου Γρυ­πά­ρη εί­χαν γί­νει, χω­ρίς συ­νέ­χεια. Όλα αυ­τά με τη σύμ­φω­νη γνώ­μη του άλ­λου φο­ρέα, που εί­ναι η Εται­ρεία Ελλή­νων Λο­γο­τε­χνών, στην ο­ποία και α­νή­κει κλη­ρο­νο­μι­κά η οι­κία Γρυ­πά­ρη. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ο Δή­μος ε­πα­νήλ­θε. Μό­νο που αυ­τή τη φο­ρά, για να α­ντι­με­τω­πί­σει το οι­κο­νο­μι­κό βά­ρος της α­να­στή­λω­σης και της δια­μόρ­φω­σης Κέ­ντρου, ζη­τά να του πα­ρα­χω­ρη­θεί η χρή­ση της για σα­ρά­ντα χρό­νια. Αί­τη­μα, που η Εται­ρεία βρί­σκει υ­περ­βο­λι­κό. Από την πλευ­ρά της, ω­στό­σο, δεν μπο­ρεί να ε­ξα­σφα­λί­σει πό­ρους για την α­να­στή­λω­ση της οι­κίας. Το ΥΠ.ΠΟ. δεν βο­η­θά­ει, πα­ρό­λο που το αί­τη­μα έ­γι­νε σε ε­πο­χή πα­χιών α­γε­λά­δων. Γε­νι­κώς, η α­να­στή­λω­ση κτι­ρίων δεν εί­ναι στις προ­τε­ραιό­τη­τές του, πλην ό­σων προο­ρί­ζο­νται για ε­μπο­ρι­κά κέ­ντρα. Προ­σώ­ρας, ό,τι σώ­ζε­ται α­πό την Βι­βλιο­θή­κη Γρυ­πά­ρη, μα­ζί με χει­ρό­γρα­φα του ποιη­τή, φαί­νε­ται ό­τι βρί­σκε­ται α­πο­θη­κευ­μέ­νο σε κού­τες και μοι­ρα­σμέ­νο στον Δή­μο και την Εται­ρεία.
Το 1942, ο πρό­ε­δρος της Εται­ρείας Μι­χά­λης Αργυ­ρό­που­λος δή­λω­νε συ­γκι­νη­μέ­νος α­πό την δω­ρεά Γρυ­πά­ρη, θυ­μί­ζο­ντας ό­τι “το πρώ­το α­γκω­νά­ρι”, για το Αρχείο της το εί­χε βάλ­λει ο Αλέ­ξαν­δρος Πάλ­λης. Τό­τε, η Εται­ρεία δια­βε­βαίω­νε, ό­τι θα δια­τρα­νώ­σει την ευ­γνω­μο­σύ­νη της. Όπως άλ­λω­στε και ο Δή­μος, του ο­ποίου δη­μό­τες και μό­νι­μοι κά­τοι­κοι ή­ταν ο Γρυ­πά­ρης και η σύ­ζυ­γός του Ει­ρή­νη Ιγγλέ­ση-Γρυ­πά­ρη α­πό τον Σε­πτέμ­βριο του 1929, ό­ταν α­γό­ρα­σαν το σπί­τι στην τό­τε ο­δό Αμα­ζό­νων. Βε­βαίως, αυ­τός εί­ναι ο κα­νό­νας για κλη­ρο­νο­μιές και κλη­ρο­δο­τή­μα­τα γε­νι­κώς αλ­λά και ει­δι­κώς των λο­γο­τε­χνών. Όπως και σε πολ­λές άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ό­ταν υ­πάρ­χουν σύ­ζυ­γοι, τα πλή­ρη ι­διο­κτη­σια­κά δι­καιώ­μα­τα πέ­ρα­σαν στον ευερ­γε­τού­με­νο φο­ρέα με­τά το θά­να­το και της συ­ζύ­γου, η ο­ποία με τη δια­θή­κη της υ­πά­κου­σε στη βού­λη­ση του α­πο­θα­νό­ντος. Η σύ­ζυ­γος Γρυ­πά­ρη πέ­θα­νε δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στις 29 Απρι­λίου 1952. Πά­ντως, σε ό­λες γε­νι­κώς τις πε­ρι­πτώ­σεις, ε­πι­δει­κνύε­ται ο πρέ­πων σε­βα­σμός στους α­πο­θα­νό­ντες, α­νέ­ξο­δα, δια της με­το­νο­μα­σίας της ο­δού, στην ο­ποία κα­τοι­κού­σαν. Σή­με­ρα, η οι­κία Γρυ­πά­ρη βρί­σκε­ται ε­πί της ο­δού Ιωάν­νη Γρυ­πά­ρη, ό­πως, λ.χ., η οι­κία Σι­νό­που­λου ε­πί της ο­δού Τά­κη Σι­νό­που­λου. Ει­δι­κά, στη με­το­νο­μα­σία σε Γρυ­πά­ρη θα πρέ­πει να ε­πι­δείχ­θη­κε ι­διαί­τε­ρη προ­θυ­μία, κα­θώς η πα­λαιό­τε­ρη Αμα­ζό­νων εί­χε εν­δια­μέ­σως με­το­νο­μα­στεί σε Ιωάν­νου Με­τα­ξά.

Δυο σιφ­νιοί ποιη­τές, ο ε­ξής έ­νας

Πα­ρα­πλή­σια στά­θη­κε η τύ­χη του Γρυ­πά­ρη και στον γε­νέ­θλιο τό­πο του, την Σίφ­νο. Το νη­σί των ποιη­τών, του Αρι­στο­μέ­νη Προ­βε­λέγ­γιου και του Ιωάν­νη Γρυ­πά­ρη, ό­πως γλα­φυ­ρά έ­γρα­φε ο Ηλίας Βε­νέ­ζης, το 1960, που συ­μπλη­ρώ­νο­νταν 90 χρό­νια α­πό την γέν­νη­ση του Γρυ­πά­ρη. Εί­δε το φως στις 17 του Για­λι­νού 1870, στο πα­τρο­γο­νι­κό σπί­τι των Γρυ­πά­ρι­δων, στον Αρτε­μώ­να της Σίφ­νου. Αν και κα­νο­νι­κώς ε­χό­ντων των πραγ­μά­των, θα γεν­νιό­ταν στην Πό­λη, ό­που ε­ρω­τεύ­τη­καν και πα­ντρεύ­τη­καν ο σιφ­νιός δά­σκα­λος Νι­κό­λα­ος Γρυ­πά­ρης και η ε­πί­σης Σιφ­νιά, Ελέ­νη Κο­λο­ρά­κη, το γέ­νος Φρα­γκου­λιά­δη. Ας ό­ψε­ται, ό­μως, η πυρ­κα­γιά, που κα­τέ­στρε­ψε το σπί­τι τους και α­πεί­λη­σε τη ζωή της ε­γκύου, η ο­ποία και τους έ­φε­ρε ά­ρον ά­ρον στην γε­νέ­τει­ρα. Πα­ρά την α­τυ­χία, τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα η οι­κο­γέ­νεια ε­πέ­στρε­ψε στην Πό­λη. Εκεί με­γά­λω­σε και έ­μα­θε γράμ­μα­τα ο Γρυ­πά­ρης, μέ­χρι τα δέ­κα ο­κτώ, που γρά­φτη­κε στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή Αθη­νών. Ο Γιάν­νης Αρτε­μω­νιά­της έ­μει­νε ψευ­δώ­νυ­μο της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής, που έ­στει­λε στον Φι­λα­δέλ­φειο Δια­γω­νι­σμό του 1892.
Το άρ­θρο του Βε­νέ­ζη α­να­δη­μο­σιεύε­ται σε πρό­σφα­το λεύ­κω­μα για την Σίφ­νο, ό­που την πρώ­τη θέ­ση δια­τη­ρεί ο πρε­σβύ­τε­ρος ποιη­τής, ο συ­νο­μή­λι­κος του Πα­λα­μά, Προ­βε­λέγ­γιος. Αλλά και στο γε­νέ­θλιο νη­σί τους, η δι­κή του πα­ρου­σία εί­ναι η κυ­ρίαρ­χη. Σε πε­ρίο­πτη θέ­ση, στα Εξά­μπε­λα, βρί­σκε­ται το σπί­τι του Προ­βε­λέγ­γιου. Λει­τουρ­γεί ως μου­σείο, α­πό κοι­νού με τον εγ­γο­νό του, τον ποιη­τή Γιώρ­γο Λί­κο. Πα­ρα­δί­πλα, στην αυ­λή του Λυ­κείου Σίφ­νου, εί­ναι η προ­το­μή του, έρ­γο του φί­λου του Γιαν­νού­λη Χα­λε­πά. Στην ΝΑ πλευ­ρά του νη­σιού, στην πε­ριώ­νυ­μη Μο­νή της Χρυ­σο­πη­γής, υ­πάρ­χει ως μου­σεια­κός χώ­ρος έ­να δι­κό του κε­λί, ό­που σε α­πο­μό­νω­ση ε­πι­δι­δό­ταν στη συγ­γρα­φή. Επί­σης, σκόρ­πια στο νη­σί συ­να­ντά κα­νείς τα πα­ρεκ­κλή­σια της οι­κο­γέ­νειας Προ­βε­λέγ­γιου, με ε­ντοι­χι­σμέ­νες πλά­κες να θυ­μί­ζουν ι­διο­κτή­τες και δω­ρη­τές. Ως α­ντι­στάθ­μι­σμα, στις πα­ρυ­φές της κα­τοι­κη­μέ­νης πε­ριο­χής του Αρτε­μώ­να, μια ε­ντοι­χι­σμέ­νη πλά­κα σε έ­να α­νώ­γι θυ­μί­ζει ό­τι ε­κεί γεν­νή­θη­κε ο Γρυ­πά­ρης. Κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σε με­γα­λύ­τε­ρη α­φά­νεια βρί­σκε­ται έ­νας τρί­τος Σιφ­νιός, ο Κλεάν­θης Τρια­ντά­φυλ­λος, γνω­στός ως Ρα­μπα­γάς. Όπως και στου Γρυ­πά­ρη, μια ε­ντοι­χι­σμέ­νη πλά­κα σε σπί­τι της Απολ­λω­νίας θυ­μί­ζει την ύ­παρ­ξή του, αλ­λά ως πρό­σω­πο έ­χει πε­ρι­πέ­σει σε πλή­ρη λή­θη.

Εντί­μως αν­θο­λο­γη­μέ­νος,
αλ­λά ε­λάσ­σων

Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά τη μνή­μη που κρα­τούν οι τό­ποι. Από μια δια­φο­ρε­τι­κή ά­πο­ψη, η τύ­χη του Γρυ­πά­ρη προ­σο­μοιά­ζει και με ε­κεί­νη της πα­ρου­σίας του στην δευ­τε­ρο­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση. Σύμ­φω­να με την α­πο­δελ­τίω­ση κο­ντά 120 ε­τών (1884-2001) α­πό τον Λά­μπρο Βα­ρε­λά, ο Γρυ­πά­ρης πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται το 1916, με έ­να ποίη­μα, το «Ύπνος», στην Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Ανθο­λο­γία για την τρί­τη και την τέ­ταρ­τη τά­ξη του γυ­μνα­σίου των εκ­δό­σεων Σι­δέ­ρη. Στη δε­κα­ε­τία του ’30, η πα­ρου­σία του φθά­νει στην κο­ρύ­φω­σή της, με δέ­κα ποιή­μα­τα, για να κα­τα­λή­ξει το 2001 και πά­λι με έ­να ποίη­μα. Αυ­τή τη φο­ρά, στα Κεί­με­να Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας της πρώ­της Λυ­κείου, αν­θο­λο­γεί­ται το ποίη­μα «Εστιά­δες». Αναμ­φι­βό­λως, αυ­τή η τε­λευ­ταία ε­πι­λο­γή, σε σχέ­ση με ε­κεί­νη του 1916, δεί­χνει τις με­γα­λύ­τε­ρες α­παι­τή­σεις της ση­με­ρι­νής εκ­παί­δευ­σης, του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά την κα­τάρ­τι­ση των σχο­λι­κών εγ­χει­ρι­δίων. Το ποίη­μα «Εστιά­δες» έ­χει αλ­λη­γο­ρι­κό φορ­τίο και ό­πως δεί­χνουν οι διορ­θώ­σεις του χει­ρο­γρά­φου, δου­λεύ­τη­κε πο­λύ. Κα­τά τα άλ­λα, στα σχο­λι­κά βι­βλία αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα, ο Γρυ­πά­ρης έ­χει την ί­δια τύ­χη με τους λοι­πούς χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νους ως ε­λάσ­σο­νες της Αθη­ναϊκής Σχο­λής. Αν και κα­τά τον Τέλ­λο Άγρα, ο­μό­τε­χνό τους αλ­λά και κρι­τι­κό τους, “Nihil minor in litteris”.
Το ε­ρώ­τη­μα, ό­μως, εί­ναι η τύ­χη που του ε­πι­φύ­λα­ξαν οι ο­μό­τε­χνοί του στα με­τα­γε­νέ­στε­ρα χρό­νια. Κα­τά έ­να νεό­τε­ρο ποιη­τή, τον Διο­νύ­ση Κα­ψά­λη, η νε­ο­τε­ρι­κή ευαι­σθη­σία τον κα­τα­δί­κα­σε, μα­ζί με τον Μα­λα­κά­ση και άλ­λους πα­λαιό­τε­ρους τε­χνουρ­γούς του έμ­με­τρου λό­γου, “να α­πο­λαμ­βά­νουν τη δια­κρι­τι­κή αιω­νιό­τη­τα των ε­ντί­μως αν­θο­λο­γη­μέ­νω­ν”. Καί­τοι εί­ναι α­να­γνω­ρι­σμέ­νοι ως “κλα­σι­κοί του σύγ­χρο­νου λυ­ρι­σμού”. Τον Γρυ­πά­ρη, ο Κα­ψά­λης τον α­πο­κα­λεί “μεί­ζο­να ποιη­τή”. Ωστό­σο, αυ­τό το “ε­ντί­μως αν­θο­λο­γη­μέ­νοι”, πε­ρισ­σό­τε­ρο ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός του “μεί­ζο­νος”, ση­κώ­νει συ­ζή­τη­ση. Στην δί­γλωσ­ση αν­θο­λο­γία των Peter Bien, Peter Constantine, Edmund Keeley και Karen Van Dyck «Greek Poetry 1900-2000», που εκ­δό­θη­κε το 2004, δεν αν­θο­λο­γεί­ται κα­νείς της γε­νιάς του Πα­λα­μά, ού­τε ο ί­διος ο Πα­λα­μάς. Μό­νο ο Κα­βά­φης, με­τά πλεί­στων ό­σων με­τα­γε­νέ­στε­ρων, που θα ε­ντάσ­σο­νταν, κα­τά πα­ρά­βα­ση του θέ­σφα­του του Άγρα, στους ε­λάσ­σο­νες. Στην ε­ξά­το­μη Ανθο­λο­γία-Γραμ­μα­το­λο­γία των εκ­δό­σεων Σο­κό­λη, η γε­νιά του 1880 αν­θο­λο­γεί­ται στον δεύ­τε­ρο τό­μο, που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Μ. Γ. Με­ρα­κλής. Μό­νο που ο με­λε­τη­τής έ­χει τις προ­τι­μή­σεις του και ο Γρυ­πά­ρης μάλ­λον δεν βρί­σκε­ται α­νά­με­σά τους. Θεω­ρεί ό­τι το νέο, που κο­μί­ζει η ποίη­σή του, εί­ναι “το φυ­λά­κι­σμα του φλο­γε­ρού, σε­ξουα­λι­κού πά­θους μέ­σα στα δε­σμά του σχο­λα­στι­κά φρο­ντι­σμέ­νου στί­χου του, μα­ζί με τις σα­φείς εν­δεί­ξεις μιας πι­κρής, ορ­φα­νε­μέ­νης α­πό με­γά­λες εκ­πλή­ξεις και ε­μπει­ρίες ζωής”.
Σε δυο νεό­τε­ρες αν­θο­λο­γίες της ελ­λη­νι­κής ποίη­σης του 20ού αιώ­να, των Κ. Γ. Πα­πα­γεωρ­γίου - Β. Χατ­ζη­βα­σι­λείου (2007) και του Ε. Γα­ρα­ντού­δη (2008), ό­λη η γε­νιά εί­ναι μεν “ε­ντί­μως αν­θο­λο­γη­μέ­νη”, αλ­λά, και πά­λι, δια­φέ­ρουν οι ιε­ραρ­χή­σεις και οι προ­τι­μή­σεις. Πά­ντως, ο Γρυ­πά­ρης, στη δεύ­τε­ρη αν­θο­λο­γία, κα­τα­χω­ρεί­ται με τον ε­λά­χι­στο α­ριθ­μό των δυο ποιη­μά­των. Σε μια δια­φο­ρε­τι­κής διά­θε­σης αν­θο­λο­γία, με τίτ­λο, «Η χα­μη­λή φω­νή. Τα λυ­ρι­κά μιας πε­ρα­σμέ­νης ε­πο­χής στους πα­λιούς ρυθ­μούς», ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης προ­τεί­νει την δι­κή του ιε­ράρ­χη­ση, προ­τάσ­σο­ντας, με δέ­κα ποιή­μα­τα, τον Από­στο­λο Με­λα­χρι­νό και το­πο­θε­τώ­ντας, α­μέ­σως με­τά, με εν­νέα ποιή­μα­τα, Γρυ­πά­ρη και Κων­στα­ντί­νο Χατ­ζό­που­λο.

Του ε­νός και μο­να­δι­κού βι­βλίου

Ένας ποιη­τής της νεό­τε­ρης γε­νιάς, αυ­τής του Κα­ψά­λη, ο Ηλίας Λά­γιος, α­πο­κα­λεί τον Γρυ­πά­ρη ε­λάσ­σο­να και βά­ζει τα δυ­να­τά του για να το α­πο­δεί­ξει. Γι’ αυ­τό ε­τοι­μά­ζει, το 2002, μια τυ­πο­τε­χνι­κά προ­σεγ­μέ­νη έκ­δο­ση της μο­να­δι­κής του συλ­λο­γής «Σκα­ρα­βαίοι και Τερ­ρα­κότ­τες», με ει­σα­γω­γή και ε­πί­με­τρο. Η ο­πτι­κή του Λά­γιου συ­νο­ψί­ζε­ται στον ε­ναρ­κτή­ριο πα­ραλ­λη­λι­σμό Γρυ­πά­ρη-Γκά­τσου, ως ση­μα­ντι­κών ποιη­τών του ε­νός και μο­να­δι­κού βι­βλίου, και τη συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή α­πό­φαν­ση ό­τι η «Αμορ­γός» εί­ναι το μό­νο βι­βλίο που “θέ­λη­σε” ο Γκά­τσος, έ­να­ντι του ε­νός που “μπό­ρε­σε” ο Γρυ­πά­ρης. Κα­ται­γι­στι­κές εί­ναι οι α­πορ­ρι­πτι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις του, κα­θώς σχο­λιά­ζει εν προό­δω τα ποιή­μα­τα. Όσο για την φροϋδι­κής ε­μπνεύ­σεως α­νά­λυ­ση της συ­μπλεγ­μα­τι­κής σχέ­σης του Γρυ­πά­ρη με την ποίη­ση του Πα­λα­μά, δεί­χνει ά­κρως πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νη, ό­πως, άλ­λω­στε, ό­λες οι ερ­μη­νείες αυ­τού του τύ­που.
Ο Λά­γιος δεν προ­χώ­ρη­σε στις συ­νο­μι­λίες της γε­νιάς του ’30, Γκά­τσου, Εμπει­ρί­κου ή α­κό­μη και Σε­φέ­ρη, με τον τε­χνουρ­γό πρό­γο­νό τους. Ού­τε “τη Μα­ντε­λέ­νια τη γιό­μορ­φη” σχο­λία­σε, που εί­κο­σι τό­σα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα έ­δω­σε την ε­μπει­ρί­κια «Μα­ντα­λέ­νια», πα­ρό­τι, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­ρι­στούρ­γη­μα το ποίη­μα της Μα­ντε­λέ­νιας, «Στον ή­σκιο της κα­ρυ­διάς». Όπως και να έ­χει, σύμ­φω­να και με τον σχο­λια­σμό στις Ιστο­ρίες της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας, η τύ­χη του ποιη­τή Γρυ­πά­ρη α­κό­μη στον Με­σο­πό­λε­μο ή­ταν κα­λή. Όπως κα­λή εί­ναι α­κό­μη μέ­χρι σή­με­ρα η τύ­χη του ως με­τα­φρα­στή των αρ­χαίων τρα­γι­κών. Επ’ ευ­και­ρία, υ­πεν­θυ­μί­ζου­με ό­τι οι α­πο­δό­σεις του στα νε­ο­ελ­λη­νι­κά, ι­δίως στις τρα­γω­δίες του Αι­σχύ­λου, λει­τούρ­γη­σαν στους με­τα­γε­νέ­στε­ρους ως με­τα­φρα­στι­κά πρό­τυ­πα. Πα­ρο­μοίως, ευ­τύ­χη­σε, του­λά­χι­στον τυ­πο­τε­χνι­κά, στις εκ­δό­σεις και ε­πα­νεκ­δό­σεις αυ­τού του ε­νός βι­βλίου. Από τις πρώ­τες, του 1919 και του 1928, που φρό­ντι­σε ο ί­διος, μέ­χρι την έκ­δο­ση του 2002, των εκ­δό­σεων Ίνδι­κτος. Μά­λι­στα, την πο­λυ­τε­λή έκ­δο­ση του 1928, με σχέ­δια της Πο­λυ­ξέ­νης Δη­μα­ρά, νο­στι­μεύ­τη­κε ο Σε­φέ­ρης για τη δι­κή του «Στέρ­να», ό­πως δεί­χνουν οι ε­πι­στο­λι­κές ο­δη­γίες, που δί­νει το 1932, α­πό το Λον­δί­νο, στον Κα­τσί­μπα­λη.
Πα­ρα­δό­ξως, η α­πή­χη­ση του Γρυ­πά­ρη δεν στα­μα­τά ε­δώ. Οι α­μέ­σως κα­το­πι­νοί του νο­στι­μεύ­τη­καν και τις μορ­φι­κές του και­νο­το­μίες. Εκτός α­πό το ποίη­μα της Μα­ντε­λέ­νιας, που έ­βα­λε σε πει­ρα­σμό τον Εμπει­ρί­κο, υ­πάρ­χει η μαρ­τυ­ρία του Γιώρ­γου Κοτ­ζιού­λα, πως έ­νας α­πό τους πο­λύ γνω­στούς ποιη­τές μας (γρά­φει το 1941) εκ­με­ταλ­λεύ­θη­κε υ­στε­ρώ­τε­ρα, συ­στη­μα­τι­κά και α­πα­ρα­τή­ρη­τα, τη μορ­φή ε­νός α­πό τα κα­λύ­τε­ρα ποιή­μα­τα του Γρυ­πά­ρη, το «Συ­να­πο­θα­νού­με­νοι» Οπό­τε, το ε­ρώ­τη­μα του τίτ­λου μας ση­κώ­νει πα­ραλ­λα­γή. Ακό­μη κι αν κα­νείς δεν τον θυ­μά­ται, μή­πως θα ά­ξι­ζε να δια­βά­σου­με το μό­νο της ζωής του βι­βλίο;

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/3/2012.

Ψηφίδες για τον Κάρολο Κουν

Βί­κτωρ Θ. Με­λάς
«Κά­ρο­λος Κουν
Σκόρ­πιες α­να­μνή­σεις
Από τη ζωή του»
Μ.Ι.Ε.Τ., Ιού­νιος 2011

Με­τά τους δυο τό­μους-λευ­κώ­μα­τα για τον Κά­ρο­λο Κουν, που ε­ξέ­δω­σαν μέ­σα στην τε­λευ­ταία τριε­τία τα δυο πο­λι­τι­στι­κά ι­δρύ­μα­τα, το Μ.Ι.Ε.Τ. και το Μπε­νά­κειο, έ­να α­κό­μη βι­βλίο για τον Κουν, α­κό­μη και ο­λι­γο­σέ­λι­δο, δεί­χνει σαν υ­περ­βο­λή. Κι ό­μως, το και­νού­ριο βι­βλίο, ό­χι μό­νο δεν πλε­ο­νά­ζει, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, συ­μπλη­ρώ­νει την ει­κό­να του θε­α­τράν­θρω­που κα­τά τον μο­να­δι­κό τρό­πο που μό­νο μια μαρ­τυ­ρία μπο­ρεί να ε­πι­τε­λέ­σει. Οι εν­θυ­μή­σεις φί­λων και στε­νών συ­νερ­γα­τών α­πο­τε­λούν πά­ντο­τε μο­να­δι­κή και α­να­ντι­κα­τά­στα­τη πη­γή πλη­ρο­φο­ριών. Το μό­νο μειο­νέ­κτη­μα πα­ρό­μοιων κα­τα­θέ­σεων μνή­μης εί­ναι ό­τι οι γρά­φο­ντες συ­χνά πα­ρα­σύ­ρο­νται α­πό τα συ­ναι­σθή­μα­τά τους και με­γε­θύ­νουν συμ­βά­ντα, με­γα­λύ­νο­ντας το πρό­σω­πο. Ο συγ­γρα­φέ­ας του πρό­σφα­του βι­βλίου φαί­νε­ται να έ­χει κα­τά νου αυ­τήν την πα­γί­δα και λαμ­βά­νει τα μέ­τρα του. Όπως γρά­φει στον πρό­λο­γο, φρο­ντί­ζει για τα πε­ρι­στα­τι­κά που α­φη­γεί­ται να υ­πάρ­χει η μαρ­τυ­ρία και άλ­λων πα­ρευ­ρι­σκό­με­νων σε αυ­τά. Με άλ­λα λό­για, φαί­νε­ται να ση­κώ­νει το πα­ρα­πέ­τα­σμα του ι­διω­τι­κού χώ­ρου με­τά με­γά­λης προ­σο­χής. Ίσως, τό­σο μό­νο, ό­σο πι­στεύει ό­τι θα ά­ρε­σε στον α­πο­θα­νό­ντα.
Ο Βί­κτωρ Με­λάς δεν εί­ναι άν­θρω­πος του θεά­τρου. Εί­ναι γνω­στός ως συλ­λέ­κτης πα­λαιών ελ­λη­νι­κών χαρ­τών και κυ­ρίως ως με­λε­τη­τής τους, χά­ρις και στα βι­βλία του, την συ­νο­πτι­κή ι­στο­ρία της χαρ­το­γρα­φίας, «Γης πε­ρίο­δος πά­σης», που εί­χε εκ­δώ­σει προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας, και τους «Άτλα­ντες των Μερ­κα­τό­ρ-Χό­ντιους», το 2003. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, τον Κουν τον γνώ­ρι­σε τρια­ντά­χρο­νος, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’50. Δη­λα­δή, ό­ταν ξε­κι­νού­σε το Υπό­γειο. Ήταν το υ­πό­γειο του κι­νη­μα­το­γρά­φου Ορφέα, με το τα­μείο ε­ντός της ο­μώ­νυ­μης Στοάς, που δεν εί­χε α­κό­μη α­πο­κτή­σει το πα­ρα­κλά­δι της Στοάς του Βι­βλίου προς την ο­δό Πε­σματ­ζό­γλου. Επι­σή­μως, το Υπό­γειο ο­νο­μα­ζό­ταν τό­τε Θέ­α­τρο Ορφεύς.
Ορι­σμέ­νες ει­δι­κής φύ­σης λε­πτο­μέ­ρειες που α­φη­γεί­ται ο Με­λάς, προ­δί­δουν την ι­διό­τη­τα του νο­μι­κού συμ­βού­λου, με την ο­ποία θα πρέ­πει να συμ­με­τεί­χε στην θε­α­τρι­κή ο­μά­δα. Άλλω­στε, σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό του, δι­κη­γο­ρού­σε α­πό το 1948, με ει­δί­κευ­ση στο δί­καιο των ε­ται­ρειών και της πνευ­μα­τι­κής ι­διο­κτη­σίας. Όπως και να έ­χει, μα­θαί­νου­με πως μια α­πό τις πρώ­τες στη χώ­ρα μας α­στι­κή μη κερ­δο­σκο­πι­κή ε­ται­ρεία που ι­δρύ­θη­κε, ή­ταν η Ελλη­νι­κή Εται­ρεία Θεά­τρου-Θέ­α­τρο Τέ­χνης. Το δι­κό της κα­τα­στα­τι­κό υιο­θέ­τη­σαν ως πρό­τυ­πο πολ­λές α­πό ε­κεί­νες που α­κο­λού­θη­σαν. Ο Με­λάς θυ­μά­ται ό­τι η με­τα­τρο­πή του Θεά­τρου α­πό ε­ται­ρεία φυ­σι­κού προ­σώ­που σε μη κερ­δο­σκο­πι­κού νο­μι­κού προ­σώ­που έ­γι­νε, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, α­να­γκα­στι­κά, το 1968. Εκεί­νη τη χρο­νιά, λό­γω και της λο­γο­κρι­σίας, που εί­χε ε­πι­βάλ­λει η Δι­κτα­το­ρία, τα οι­κο­νο­μι­κά του Κουν εί­χαν χει­ρο­τε­ρέ­ψει. Σε αυ­τό συ­νέ­βα­λε και το πεί­σμα του να μην θέ­λει να α­κού­σει για πε­ρι­κο­πές στο ρε­περ­τό­ριο και το θία­σο. Τό­τε, χά­ρις σε ε­νέρ­γειες της νύ­φης του Στρά­τη Μυ­ρι­βή­λη, Καί­της Κα­σι­μά­τη-Μυ­ρι­βή­λη, που ή­ταν εκ­πρό­σω­πος του Ιδρύ­μα­τος Φορ­ντ στην Ελλά­δα, θα μπο­ρού­σε να του δο­θεί κά­ποια οι­κο­νο­μι­κή στή­ρι­ξη. Μό­νο που, σύμ­φω­να με το κα­τα­στα­τι­κό του Ιδρύ­μα­τος, θα έ­πρε­πε να αλ­λά­ξει την νο­μι­κή υ­πό­στα­ση του Θεά­τρου του. Βε­βαίως, το πρό­βλη­μα για τον Κουν δεν ή­ταν η αλ­λα­γή του κα­τα­στα­τι­κού, αλ­λά η α­πο­δο­χή α­με­ρι­κά­νι­κης βοή­θειας εν και­ρώ Δι­κτα­το­ρίας. Τε­λι­κά, θέ­λο­ντας και μη, συμ­βι­βά­στη­κε με την ι­δέα, α­φού του δό­θη­κε η υ­πό­σχε­ση ό­τι δεν θα υ­πάρ­ξει α­νά­μει­ξη στα έρ­γα που θα α­νέ­βα­ζε.
Γε­νι­κό­τε­ρα, το γε­γο­νός ό­τι ο Κουν διεκ­δι­κού­σε, ευ­θύς εξ αρ­χής, για το Θέ­α­τρό του το στά­τους κρα­τι­κού θεά­τρου, εί­χε το κό­στος του. Όπως φαί­νε­ται, περ­νού­σε αρ­κε­τό χρό­νο, στο γρα­φειά­κι του, στο Υπό­γειο, πριν και με­τά την πρό­βα, προ­σπα­θώ­ντας να ι­σο­σκε­λί­σει τα οι­κο­νο­μι­κά του. Έκα­νε τις προ­σθα­φαι­ρέ­σεις του σε έ­να μπλο­κά­κι δια­στά­σεων 10 ε­πί 5 ε­κα­το­στών. Όμως, δεν ή­ταν τα μι­κρο­σκο­πι­κά του γράμ­μα­τα, που έ­φε­ραν, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, το λο­γι­στι­κό λά­θος. Ο φταί­χτης ή­ταν μια πρώην, δη­λα­δή προ­δι­κτα­το­ρι­κή, Υπουρ­γός, αρ­μό­δια για τα ερ­γα­σια­κά, που α­θέ­τη­σε την υ­πό­σχε­σή της. Μέ­νει η α­πο­ρία, σε ποια πρώην Υπουρ­γό μπο­ρεί να α­πευ­θύν­θη­κε ο Κουν το 1969, δε­δο­μέ­νου ό­τι στην τε­λευ­ταία προ­δι­κτα­το­ρι­κή κυ­βέρ­νη­ση δεν συμ­με­τεί­χε κα­μιά γυ­ναί­κα. Όπως και να έ­χει, στο σκα­μνί βρέ­θη­κε ο Πρό­ε­δρος του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου του Θεά­τρου Τέ­χνης, με την κα­τη­γο­ρία ό­τι δια­τη­ρού­σε “δι­πλά βι­βλία”.
Δε­κα­ε­πτά συν μια ι­στο­ρίες έ­χει συ­γκε­ντρώ­σει ο Με­λάς, τις ο­ποίες και πα­ρα­τάσ­σει, ε­κτός αυ­τής της μιας, κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά. Η μο­να­δι­κή ά­χρο­νη ι­στο­ρία τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Η δια­δι­κα­σία της δη­μιουρ­γίας» και πε­ρι­γρά­φει, α­πό την ο­πτι­κή γω­νία ε­νός πα­ρα­τη­ρη­τή, τι σή­μαι­νε μια πρό­βα, ό­ταν την μπα­γκέ­τα την κρα­τού­σε ο Κουν. Με διευ­θυ­ντή ορ­χή­στρας τον εί­χε πα­ρο­μοιά­σει ο συν­θέ­της Γιάν­νης Χρή­στου. Και ε­κεί­νος κά­τι ή­ξε­ρε, α­φού τον εί­χε πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε τρεις α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες πα­ρα­στά­σεις του. Μέ­σα στην δε­κα­ε­τία του ’60, ο Χρή­στου εί­χε γρά­ψει τη μου­σι­κή για τους «Πέρ­σες», τους «Βά­τρα­χους» και το κύ­κνειο ά­σμα του, τον η­λεκ­τρο­νι­κό «Οι­δί­πο­δα», που α­νέ­βη­κε τον Μάϊο του 1969. Στις 8 Ια­νουα­ρίου 1970, τη νύ­χτα των γε­νε­θλίων του, σκο­τώ­θη­κε σε αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα. Στο κεί­με­νό του, ο Με­λάς δεν α­να­φέ­ρε­ται σε μια πρό­βα σε α­νοι­κτό χώ­ρο ή σε έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε θέ­α­τρο, αλ­λά στο Υπό­γειο. Σε ε­κεί­νο τον πε­ριο­ρι­σμέ­νο υ­πό­γειο χώ­ρο, στον ο­ποίο α­πα­γο­ρεύο­νταν οι θε­α­τές, πλην των πο­λύ οι­κείων του Κουν, ό­πως ή­ταν ο ί­διος ο Με­λάς. Για­τί η πρό­βα για τον Κουν ή­ταν μέ­ρος της δη­μιουρ­γι­κής δια­δι­κα­σίας. Εκνευ­ρι­ζό­ταν, φώ­να­ζε, ξε­σπού­σε, με έ­να λό­γο, “φλε­γό­τα­ν”.
Ο Με­λάς πα­ρα­θέ­τει μια ι­στο­ρία κα­τ’ έ­τος, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το 1959. Κά­ποια χρό­νια τα προ­σπερ­νά­ει, ε­νώ το 1969 κα­τα­χω­ρεί δυο ι­στο­ρίες και τον τε­λευ­ταίο χρό­νο, το 1987, τρεις. Ο Κουν πέ­θα­νε στις 14 Φε­βρουα­ρίου 1987. Εί­ναι μια ω­ραία σύ­μπτω­ση, ο ε­ρα­στής του θεά­τρου να πε­θαί­νει την η­μέ­ρα, που έ­χου­με υιο­θε­τή­σει ως η­μέ­ρα των ε­ρω­τευ­μέ­νων. Ο Κουν εί­χε ο­ρί­σει ε­κτε­λε­στή της δια­θή­κης, που εί­χε συ­ντά­ξει στις 27 Οκτω­βρίου 1986, τον Με­λά. Ήταν το 1977, στη διάρ­κεια πε­ριο­δείας, συ­γκε­κρι­μέ­να στην Στοκ­χόλ­μη, στο δω­μά­τιο ε­νός νο­σο­κο­μείου, ό­που εί­χε βρε­θεί κλι­νή­ρης, την πα­ρα­μο­νή της πα­ρά­στα­σης, που του έ­κα­νε για πρώ­τη φο­ρά λό­γο για την σύ­ντα­ξη δια­θή­κης. Σαν δια­δό­χους του έ­βλε­πε τον Δη­μή­τρη Χατ­ζη­μάρ­κο και τον Γιώρ­γο Λα­ζά­νη. Μό­νο που ο πρώ­τος α­πε­βίω­σε τον ε­πό­με­νο χρό­νο, στα 59 του, και η δια­θή­κη χρειά­στη­κε πολ­λές συ­ζη­τή­σεις και σχέ­δια ε­πί σχε­δίων για να πά­ρει την τε­λι­κή ο­λι­γό­λο­γη μορ­φή της. Το ι­στο­ρι­κό της δη­μο­σίευ­σης της δια­θή­κης εί­ναι μια α­πό τις τρεις ι­στο­ρίες του 1987. Πα­ρα­τάσ­σε­ται με­τά ε­κεί­νη του θα­νά­του του και πριν α­πό την κα­τα­λη­κτι­κή ι­στο­ρία για το τε­λευ­ταίο έρ­γο που σκη­νο­θέ­τη­σε, «Ο ή­χος του ό­πλου» της Λού­λας Ανα­γνω­στά­κη, και του ο­ποίου η πρε­μιέ­ρα συ­νέ­πε­σε με την η­μέ­ρα του θα­νά­του του. Το ι­στο­ρι­κό ει­κο­νο­γρα­φεί­ται με το τεκ­μή­ριο της ι­διό­γρα­φης δια­θή­κης. Όπως ε­ξη­γεί ο Με­λάς, η δη­μο­σίευ­ση μιας ι­διό­γρα­φης δια­θή­κης γί­νε­ται στο Πρω­το­δι­κείο με έ­να ή δυο μάρ­τυ­ρες και συ­νι­στά μια ο­λι­γό­λε­πτη δια­δι­κα­σία. Του Κουν, ω­στό­σο, έ­γι­νε στις 20 Φε­βρουα­ρίου, α­προ­γραμ­μά­τι­στα και αυ­θόρ­μη­τα προ ε­νός πυ­κνού α­κρο­α­τη­ρίου, το ο­ποίο, κα­τά α­παί­τη­ση του νε­α­ρού τό­τε δι­κα­στή και σή­με­ρα α­ρε­ο­πα­γί­τη Ελευ­θέ­ριου Νι­κο­λό­που­λου, στά­θη­κε όρ­θιο και τή­ρη­σε α­πό­λυ­τη σι­γή. Έτυ­χε να εί­ναι και ο δι­κα­στής έ­νας α­πό τους θαυ­μα­στές του. Για­τί ο Κουν ή­ταν και ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι έ­να μυ­θι­κό πρό­σω­πο.
Η Ελλά­δα μπο­ρεί να υ­πε­ρη­φα­νεύε­ται για το θέ­α­τρο της. Ευ­τύ­χη­σε σε με­γά­λους σκη­νο­θέ­τες και η­θο­ποιούς. Ωστό­σο, η πο­ρεία του Κουν στά­θη­κε θρυ­λι­κή και ως ε­ξαι­ρε­τέα του κα­νό­να που συν­δέει τους με­γά­λους σκη­νο­θέ­τες με τα κρα­τι­κά θέ­α­τρα. Γε­νι­κώς, ε­ξαι­ρε­τέα πολ­λών κα­νό­νων, δε­δο­μέ­νου ό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν αυ­το­δί­δα­κτο, με ε­πί­ση­μη φοί­τη­ση, έ­να ε­ξά­μη­νο αι­σθη­τι­κής στη Σορ­βόν­νη. Στά­θη­κε έ­νας μο­να­δι­κός κα­θη­γη­τής αγ­γλι­κών του Κολ­λε­γίου Αθη­νών, που έ­φτια­ξε μα­θη­τι­κό θία­σο και α­νέ­βα­σε τα πρώ­τα έρ­γα στο πλαί­σιο της δι­δα­σκα­λίας. Αυ­τό, πριν 82 χρό­νια, Ια­νουά­ριο 1930. Το 1942, δη­μιούρ­γη­σε το Θέ­α­τρο Τέ­χνης και τη Σχο­λή του, με έ­δρα για την προ­ε­τοι­μα­σία των πα­ρα­στά­σεων έ­να δω­μά­τιο στην αυ­λή ε­νός διώ­ρο­φου, σή­με­ρα σω­ζό­με­νου, ε­πί της ο­δού Ζωο­δό­χου Πη­γής 9. Μέ­χρι το 1954, τις πα­ρα­στά­σεις τις έ­δι­νε σε διά­φο­ρα θέ­α­τρα που του πα­ρα­χω­ρού­σαν. Με το Υπό­γειο, το 1954, η πο­ρεία του ο­μα­λο­ποιεί­ται και σαν να πλη­σιά­ζει τον θε­α­τρι­κό κα­νό­να. Εδώ, ας ση­μειω­θεί, ό­τι πρό­κει­ται για το πρώ­το κλει­στό θέ­α­τρο στην Ελλά­δα που υιο­θε­τεί κυ­κλι­κή σκη­νή.
Το πρώ­το ελ­λη­νι­κό έρ­γο, που α­νέ­βα­σε ο Κουν το τρί­το έ­τος του Κολ­λε­γίου, Μάϊο 1932, ή­ταν οι «Όρνι­θες» του Αρι­στο­φά­νη, σε με­τά­φρα­ση Βα­σί­λη Ρώ­τα και η­θο­ποιούς μα­θη­τές της τρί­της τά­ξης. Αν ή­θε­λε κα­νείς να συ­γκρα­τή­σει έ­να μό­νο έρ­γο α­πό ό­σα α­νέ­βα­σε, αυ­τό θα ή­ταν οι «Όρνι­θες». Για πολ­λούς λό­γους, το πό­σο τον α­πα­σχό­λη­σαν, την με­γά­λη ε­πι­τυ­χία ο­ρι­σμέ­νων πα­ρα­στά­σεων αλ­λά και το θό­ρυ­βο που προ­κά­λε­σαν κά­ποιες άλ­λες. Γι’ αυ­τό και ο Με­λάς α­φιε­ρώ­νει στο έρ­γο πέ­ντε ι­στο­ρίες, που ξε­κι­νούν με το τρί­το του α­νέ­βα­σμα, στις 29 Αυ­γού­στου 1959, που εί­ναι και το πρώ­το ε­πί­ση­μο, στο Ωδείο Ηρώ­δου Αττι­κού. Εί­κο­σι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, Ια­νουά­ριο 1939, με τις «Όρνι­θες», ο Κουν α­πο­χαι­ρέ­τη­σε το Κολ­λέ­γιο.
Η πρώ­τη ι­στο­ρία του Με­λά πε­ρι­γρά­φει «Εκεί­νη την α­τε­λείω­τη νύ­χτα στη Φω­κίω­νος Νέ­γρη...», με­τά την πα­ρά­στα­ση στο Ηρώ­δειο. Πέ­ντε χι­λιά­δες θε­α­τές εί­χαν πα­ρα­κο­λου­θή­σει την πα­ρά­στα­ση, χω­ρι­σμέ­νοι σε δύο στρα­τό­πε­δα, ε­κεί­νους που ε­πευ­φη­μού­σαν και τους άλ­λους που σφύ­ρι­ζαν. Ο πρώ­τος που εί­χε φω­νά­ξει «Αί­σχος», ή­ταν ο ζω­γρά­φος Γιώρ­γος Μαυ­ροΐδης. Τό­σο θό­ρυ­βο εί­χε προ­κα­λέ­σει ε­κεί­νο το «Αί­σχος», που, 44 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν πέ­θα­νε στα 91 του, μνη­μο­νεύ­θη­κε στις νε­κρο­λο­γίες του. Η δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία εκ­κι­νεί με την α­πα­γό­ρευ­ση της πα­ρά­στα­σης για προ­σβο­λή του θρη­σκευ­τι­κού αι­σθή­μα­τος των Ελλή­νων αλ­λά και του αρ­χαίου πνεύ­μα­τος και α­φη­γεί­ται την «Εκκό­λα­ψη των νέων Ορνί­θων». Το πεί­σμα του Κουν, τις ση­μα­ντι­κές βελ­τιώ­σεις που ε­πέ­φε­ρε, αλ­λά και την ευ­φυή ι­δέα του να εκ­με­ταλ­λευ­θεί το σύ­μπλεγ­μα των συ­μπα­τριω­τών του α­πέ­να­ντι στους Γάλ­λους, α­νε­βά­ζο­ντας τις νέες «Όρνι­θες» πρώ­τα στο Πα­ρί­σι και με­τά στην Αθή­να. Η τρί­τη ι­στο­ρία εί­ναι, α­κρι­βώς, για την πα­ρά­στα­ση στο Θέ­α­τρο Σά­ρα Μπερ­νά­ρ, στο πλαί­σιο του Φε­στι­βάλ του Θεά­τρου των Εθνών, 2-4 Ιου­λίου 1962. Ο Με­λάς κα­τορ­θώ­νει να με­ταγ­γί­σει ό­λη τη συ­γκί­νη­ση ε­κεί­νης της ση­μα­ντι­κής πα­ρά­στα­σης του Ελλη­νι­κού Θεά­τρου. Μια α­κό­μη ι­στο­ρία γρά­φε­ται για τις «Όρνι­θες» το κα­λο­καί­ρι του 1964, με α­φορ­μή την ξαφ­νι­κή ι­δέα του Μά­νου Χατ­ζι­δά­κι να α­πο­σύ­ρει τη μου­σι­κή του και μά­λι­στα, τις πα­ρα­μο­νές ε­νός νέ­ου α­νε­βά­σμα­τος. Η τε­λευ­ταία σχε­τι­κή ι­στο­ρία, το 1976, ε­μπλέ­κει τον τό­τε Πρό­ε­δρο της Δη­μο­κρα­τίας, τον Κων­στα­ντί­νο Τσά­τσο, που, το 1959, ως Υπουρ­γός Προ­ε­δρίας εί­χε μεν α­πα­γο­ρεύ­σει τις «Όρνι­θες», αλ­λά, χά­ρις στο πε­νά­κι του Φω­κίω­να Δη­μη­τριά­δη, το πλή­ρω­σε α­κρι­βά.
Ο Με­λάς α­φη­γεί­ται με χιού­μορ τις α­να­μνή­σεις του. Χω­ρίς να μα­κρη­γο­ρεί, με­τα­φέ­ρει την α­τμό­σφαι­ρα και σκια­γρα­φεί τον άν­θρω­πο Κουν. Έτσι α­να­δύε­ται έ­νας τε­λειο­μα­νής, που αι­σθα­νό­ταν κα­θα­ρό­αι­μος κλη­ρο­νό­μος του αρ­χαίου ελ­λη­νι­κού δρά­μα­τος, για­τί ζού­σε στην ί­δια χώ­ρα με τους Αρχαίους και α­πό το ί­διο αυ­τό φυ­σι­κό και αν­θρώ­πι­νο πε­ρι­βάλ­λον αν­τλού­σε την έ­μπνευ­σή του. Σε σχέ­ση με άλ­λους αν­θρώ­πους του ελ­λη­νι­κού θεά­τρου, η πιο ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά του Κουν, πέ­ραν των ε­πι­μέ­ρους δια­φο­ρών, ε­ντο­πί­ζε­ται στο ό­τι ε­κεί­νος μοί­ρα­ζε ε­ξί­σου το εν­δια­φέ­ρον του α­νά­με­σα στο κλα­σι­κό και το σύγ­χρο­νο δρα­μα­το­λό­γιο.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/2/2012.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Οι φυλές των πρωτοεμφανιζόμενων

Εδώ και δε­κα­πέ­ντε πε­ρί­που χρό­νια άρ­χι­σε να εκ­δη­λώ­νε­ται έ­ντο­νο εν­δια­φέ­ρον για τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φείς. Ήρθε ως συ­να­κό­λου­θο της προ­σπά­θειας, που γι­νό­ταν τό­τε, α­νά­δει­ξης και προώ­θη­σης της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Στον πα­κτω­λό των εξ Εσπε­ρίας ερ­χό­με­νων χρη­μά­των, ή­ταν και τα κον­δύ­λια για τον πο­λι­τι­σμό και τους ε­πι­μέ­ρους το­μείς του, των ο­ποίων η α­πορ­ρό­φη­ση, του­λά­χι­στον κα­τά τρό­πο ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κό, α­πο­τέ­λε­σε α­νέ­κα­θεν πρό­βλη­μα. Στο χώ­ρο του βι­βλίου, το βα­σι­κό α­πό­κτη­μα ή­ταν το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.), που κα­τόρ­θω­σε να α­πορ­ρο­φή­σει με το πα­ρα­πά­νω κον­δύ­λια και να ξε­πε­ρά­σει σε μέ­γε­θος α­ντί­στοι­χα άλ­λων ευ­ρω­παϊκών χω­ρών, πλη­θυ­σμια­κά πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρων. Η προ­σφο­ρά του, ό­μως, πε­ριο­ρί­στη­κε στα αρ­χι­κά φι­λό­δο­ξα σχέ­δια και η­μι­τε­λή προ­γράμ­μα­τα, που ά­φη­σαν, εις α­νά­μνη­ση, ντά­νες α­πό φυλ­λά­δια και βι­βλιά­ρια. Ίσως, αν εί­χε θε­σπι­στεί ι­σό­βιος διευ­θυ­ντής, η Μυρ­σί­νη Ζορ­μπά να εί­χε κα­τα­φέ­ρει να υ­λο­ποιή­σει το στό­χο ε­νός ευ­ρω­παϊκών α­παι­τή­σεων Κέ­ντρο Βι­βλίου. Ο διά­δο­χός της, πά­ντως, αρ­κέ­στη­κε να α­κυ­ρώ­σει ό­σα εί­χαν γί­νει ε­πί των η­με­ρών της, φρο­ντί­ζο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο για την προ­σω­πι­κή του προ­βο­λή. Ακό­μη κα­λύ­τε­ρα θα ή­ταν να εί­χε προ­βλε­φθεί ι­σό­βιος διευ­θυ­ντής ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής. Μπο­ρεί κά­τι τέ­τοιο να α­κού­γε­ται ρα­τσι­στι­κό στη ση­με­ρι­νή πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή κοι­νό­τη­τα, αλ­λά έ­τσι θα εί­χε α­πο­φευχ­θεί η γαλ­λίς διευ­θύ­ντρια, που α­κο­λού­θη­σε και μά­λι­στα μα­κρο­η­με­ρεύει. Εί­ναι κι αυ­τό μια ελ­λη­νι­κή πα­τέ­ντα. Όσο λι­γό­τε­ρο κα­τάλ­λη­λος εί­ναι κά­ποιος για μια θέ­ση, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρα­μέ­νει σε αυ­τήν. Στο μό­νο που διέ­πρε­ψε η εν λό­γω κυ­ρία, εί­ναι ο μι­μη­τι­σμός ξέ­νων προ­τύ­πων, μη λαμ­βά­νο­ντας κα­θό­λου υ­πό­ψη τις ι­διαι­τε­ρό­τη­τες του γη­γε­νούς προϊό­ντος. Μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, μη α­να­γνω­ρί­ζο­ντας το ελ­λη­νι­κό βι­βλίο ως δια­φο­ρε­τι­κή ο­ντό­τη­τα και ε­πι­δει­κνύο­ντας σνο­μπι­σμό στο πλα­σά­ρι­σμά του.

Υπουρ­γι­κή πρω­το­βου­λία

Όσο, πά­ντως, α­φο­ρά τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φείς, το Ε.ΚΕ.ΒΙ. μό­λις ε­φέ­τος φαί­νε­ται να τους θυ­μή­θη­κε εκ νέ­ου. Αυ­τή τη φο­ρά, ό­μως, την πρω­το­βου­λία την διεκ­δι­κεί ο ί­διος ο Υπουρ­γός. Δε­δο­μέ­νου ό­τι, ό­πως γρά­φε­ται, δεν διεκ­δι­κεί κα­μία άλ­λη πρω­το­βου­λία στο χώ­ρο του πο­λι­τι­σμού, θα πρέ­πει να τον πι­στέ­ψου­με. Τώ­ρα, βε­βαίως, και ο Υπουρ­γός, καί­τοι αυ­τός ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής, αν κρί­νου­με α­πό το εί­δος των πρω­το­βου­λιών που έ­λα­βε, δεν μοιά­ζει να έ­χει και πο­λύ γνώ­ση των ι­διαι­τε­ρο­τή­των της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Φε­στι­βάλ νέων συγ­γρα­φέων και βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, με ό­ριο η­λι­κίας, εί­ναι πρω­το­βου­λίες τό­σο αλ­λό­τριες προς τα κα­θ’ η­μάς, ό­σο και ε­κεί­νο το τρα­γε­λα­φι­κό Βρα­βείο Ανα­γνω­στών της γαλ­λί­δος διευ­θύ­ντριας, που το μό­νο που ά­φη­σε εί­ναι τον ε­ξευ­τε­λι­σμό δυο τριών κα­λών συγ­γρα­φέων, οι ο­ποίοι κα­τέ­φυ­γαν σε πο­τα­πά μέ­σα για να το α­πο­κτή­σουν. Μπο­ρεί στις Η.Π.Α., για πα­ρά­δειγ­μα, που σπού­δα­σε ο Υπουρ­γός μας, οι νέ­οι, που δεν εί­ναι των 400 ευ­ρώ αλ­λά των 400 λέ­ξεων, να κα­τα­φέρ­νουν στην ο­χλα­γω­γία των Φε­στι­βάλ να γρά­φουν ι­στο­ρίες και ποιή­μα­τα. Μπο­ρεί α­κό­μη η πνευ­μα­τι­κή δη­μιουρ­γία, με τον τε­χνο­κρα­τι­κό τρό­πο που γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή, να ε­πι­δέ­χε­ται ό­ριο η­λι­κίας. Πά­ντως, στα ε­δώ Φε­στι­βάλ συ­νή­θως μό­νο ξε­φα­ντώ­νου­με, ε­νώ ό­ριο η­λι­κίας εί­θι­σται να προ­βλέ­πε­ται μό­νο για μειω­μέ­νες τι­μές σε συ­γκοι­νω­νίες και θεά­μα­τα.

Στο εκ­δο­τι­κό πε­δίο

Αντι­θέ­τως, το θέ­μα των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων α­πα­σχό­λη­σε εξ αρ­χής τους εκ­δό­τες, ε­νώ, ως συ­νέ­χεια μιας ά­τυ­πης α­λυ­σί­δας, κα­τα­πιά­στη­καν με την προ­βο­λή τους και οι δη­μο­σιο­γρα­φού­ντες βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές. Εδώ, το ό­ριο η­λι­κίας τέ­θη­κε άρ­ρη­τα και ή­ταν μέ­σα στα α­να­με­νό­με­να, ως μέ­ρος του κα­τά πι­στή μί­μη­ση καλ­λιερ­γού­με­νου σταρ­σύ­στεμ. Με τι ί­ματζ να προω­θη­θεί έ­νας πε­νη­ντά­ρης! Κι αν εί­ναι ά­ντρας, ό­λο και κά­τι γί­νε­ται, δε­δο­μέ­νης και της πα­ρα­δο­σια­κής αί­γλης των γκρί­ζων κρο­τά­φων. Αν πρό­κει­ται, ό­μως, για γυ­ναί­κα, μό­νο με α­πό­κρυ­ψη και ρε­του­σα­ρι­σμέ­νες φω­το­γρα­φίες μπο­ρεί να γί­νει κά­ποια προ­σπά­θεια. Ας μην λη­σμο­νού­με, ό­τι η ι­σχύς της ει­κό­νας στις νεό­τε­ρες γε­νιές εί­ναι υ­περ­βο­λι­κά ά­νι­ση έ­να­ντι του γρα­πτού λό­γου.
Το εν­δια­φέ­ρον εί­ναι ό­τι τα βι­βλία των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων, α­κρι­βώς ε­πει­δή α­να­κα­τεύο­νται οι εκ­δό­τες, φθά­νουν στον Τύ­πο ή­δη κλα­σα­ρι­σμέ­να. Άλλος ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του με­γά­λου εκ­δό­τη κι άλ­λος του μι­κρού. Το βι­βλίο του πρώ­του δια­θέ­τει ε­κεί­να τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, που ευ­νοούν την ε­ξέ­λι­ξή του μέ­χρι και σε ευ­πώ­λη­το. Αυ­τό το δια­πι­στώ­νει το αι­σθη­τή­ριο, που δια­θέ­τουν οι έ­να­ντι οι­κο­νο­μι­κού α­ντι­τί­μου α­να­γνώ­στες, ό­πως α­πο­κα­λού­νται, του με­γά­λου εκ­δό­τη. Πρό­κει­ται για ευαί­σθη­τες κε­ραίες, που ε­ντο­πί­ζουν α­μέ­σως τις α­νε­πι­θύ­μη­τες λο­γο­τε­χνι­κές ι­διό­τη­τες. Γι’ αυ­τό και α­πό τα ξα­κρί­διά τους, συ­χνά προ­κύ­πτει ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του μι­κρού εκ­δό­τη. Προ­σο­χή, ό­μως, για­τί σε μι­κρά σύ­νο­λα, ό­πως αυ­τά του γη­γε­νούς εκ­δο­τι­κού χώ­ρου, οι γε­νι­κεύ­σεις εί­ναι ε­πι­σφα­λείς. Οι μι­κροί εκ­δό­τες μπο­ρεί να έ­χουν ως κοι­νό πα­ρο­νο­μα­στή τον πε­ριο­ρι­σμέ­νο ε­τη­σίως α­ριθ­μό βι­βλίων, αλ­λά δια­φέ­ρουν με­τα­ξύ τους πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους με­γά­λους. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, έ­χουν εμ­φα­νι­στεί ο­ρι­σμέ­νοι, που προ­βάλ­λουν προ­φίλ δια­νοού­με­νου, με φι­λο­δο­ξίες, του­λά­χι­στον φαι­νο­με­νι­κά, πέ­ραν του ε­μπο­ρι­κού ο­φέ­λους. Απόρ­ροια αυ­τού, οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι των εν λό­γω εκ­δο­τών να σχη­μα­τί­ζουν δια­κρι­τές ο­μά­δες. Όλως ι­διαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση α­πο­τε­λούν τα πρω­τά­κια των εκ­δό­σεων Πό­λις. Μά­λι­στα, χά­ρις στις ε­πι­τυ­χίες τους, πολ­λοί ε­πί­δο­ξοι συγ­γρα­φείς βά­ζουν τον συ­γκε­κρι­μέ­νο εκ­δο­τι­κό οί­κο πρώ­το στη λί­στα των προ­τι­μή­σεών τους, πριν και α­πό τους με­γά­λους εκ­δό­τες. Το το­πίο, ω­στό­σο, των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων το συ­σκο­τί­ζουν κά­ποιοι μι­κροί εκ­δό­τες, που α­πο­δέ­χο­νται και τις έ­να­ντι χρη­μα­τι­κού πο­σού εκ­δό­σεις. Αυ­τό κα­θ’ αυ­τό δεν θα ή­ταν με­μπτό, αν δεν α­πο­κρυ­βό­ταν. Άλλω­στε, το ι­δίοις α­να­λώ­μα­σιν συ­νη­θι­ζό­ταν α­νέ­κα­θεν στην λο­γο­τε­χνία. Στις ση­με­ρι­νές, ό­μως, συν­θή­κες, τη­ρεί­ται μυ­στι­κό­τη­τα και ε­πι­προ­σθέ­τως, οι εκ­δό­τες, ως κα­λοί ε­παγ­γελ­μα­τίες, φρο­ντί­ζουν για την ευ­με­νή υ­πο­δο­χή αυ­τών των “πλη­ρω­μέ­νω­ν” βι­βλίων, τα ο­ποία, κα­μιά φο­ρά, φτά­νουν να α­πο­σπούν μέ­χρι και βρα­βεύ­σεις.

Τα βρα­βεία

Σκο­πός των βρα­βεύ­σεων πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων εί­ναι να γί­νει έ­να δεύ­τε­ρο ξε­διά­λεγ­μα της ή­ρας α­πό το στά­ρι, με­τά α­πό ε­κεί­νο του εκ­δό­τη. Σε ό­λες, γε­νι­κώς, τις βρα­βεύ­σεις, οι ε­ξω­γε­νείς α­να­μί­ξεις στο έρ­γο της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής προ­κα­λούν σύγ­χυ­ση. Αυ­τή, ω­στό­σο, με­γε­θύ­νε­ται στην πε­ρί­πτω­ση των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων, που το συγ­γρα­φι­κό τους στίγ­μα δεν έ­χει α­κό­μη ε­παρ­κώς κα­τα­γρα­φεί. Αρχι­κά, οι βρα­βεύ­σεις πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων γί­νο­νταν α­πό βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, που εί­χαν κά­ποια συ­νο­λι­κή ει­κό­να των υ­πο­ψή­φιων βι­βλίων και προ­κρί­ναν με λο­γο­τε­χνι­κά μέ­τρα α­ξιο­λό­γη­σης, χω­ρίς δια­βου­λεύ­σεις. Έτσι, του­λά­χι­στον εί­χαν ξε­κι­νή­σει στον πε­ριο­δι­κό Τύ­πο. Το πρώ­το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου ή­ταν του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», ι­δέα του Ηρα­κλή Πα­πα­λέ­ξη. Στην πο­ρεία, προέ­κυ­ψαν κι άλ­λα βρα­βεία α­πό πε­ριο­δι­κά, εκ­δο­τι­κούς οί­κους και άλ­λους ι­διω­τι­κούς φο­ρείς, μέ­χρι πέ­ρυ­σι, που, δε­κα­πέ­ντε χρό­νια με­τά τη θέ­σπι­ση του πρώ­του βρα­βείου, θε­σπί­στη­κε και κρα­τι­κό βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου με α­κρι­βές ό­ριο η­λι­κίας. Το πρώ­το δείγ­μα γρα­φής, που έ­δω­σε η α­να­νεω­μέ­νη Κρι­τι­κή Επι­τρο­πή για το εν λό­γω νεό­κο­πο βρα­βείο, δεί­χνει ό­τι ε­πι­κρά­τη­σε σύ­νε­ση. Προς α­πο­φυ­γή του ρί­σκου, προ ε­νός συ­νό­λου υ­πο­ψη­φίων α­σα­φώς δια­γε­γραμ­μέ­νου, προ­τι­μή­θη­κε η σο­λο­μώ­ντεια λύ­ση του μοι­ρά­σμα­τος του βρα­βείου σε έ­ναν ποιη­τή και έ­ναν πε­ζο­γρά­φο. Αμφό­τε­ροι τριά­ντα ε­τών και ή­δη βρα­βευ­μέ­νοι με άλ­λα βρα­βεία για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους. Με άλ­λα λό­για, α­σφα­λής ή κα­θό­λου α­βα­σά­νι­στη λύ­ση ε­πί του συ­νό­λου.
Δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρί­πτω­ση στις δια­κρί­σεις πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων α­πο­τε­λεί ο δια­γω­νι­σμός διη­γή­μα­τος, «HOTEL-Ένοι­κοι γρα­φής», των εκ­δό­σεων Πα­τά­κη, ι­δέα του Μι­σέλ Φάϊς. Εί­ναι μια συ­στη­μα­τι­κή εκ­δο­τι­κή προ­σπά­θεια για την προώ­θη­ση νέων συγ­γρα­φέων, που ξε­κί­νη­σε το 2006 με ε­τή­σιους θε­μα­τι­κούς δια­γω­νι­σμούς. Εκτός α­πό τον συγ­γρα­φέα του διη­γή­μα­τος, που βρα­βεύε­ται, α­να­κοι­νώ­νε­ται και βρα­χεία λί­στα, με κυ­μαι­νό­με­νο α­ριθ­μό ε­πι­λα­χό­ντων, γύ­ρω στους δέ­κα. Από αυ­τούς τους ε­τή­σιους δια­γω­νι­σμούς προ­κύ­πτει μια αν­θο­λο­γία διη­γη­μά­των, που α­παρ­τί­ζε­ται α­πό το βρα­βευ­μέ­νο διή­γη­μα και πέ­ντε α­πό τα κα­τα­χω­ρού­με­να στην βρα­χεία λί­στα, ε­νώ προ­στί­θε­νται και διη­γή­μα­τα γνω­στών πε­ζο­γρά­φων και ε­νός α­πό τους πα­λαιό­τε­ρα βρα­βευ­μέ­νους, που συμ­με­τέ­χουν ως μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Εκτός α­πό την αν­θο­λο­γία, εκ­δί­δο­νται και συλ­λο­γές διη­γη­μά­των των δια­κρι­θέ­ντων, ό­που στο ξά­κρι­σμά τους και την κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή συμ­με­τέ­χει η Άννα Πα­τά­κη.

Σχο­λές συγ­γρα­φέων

Ωστό­σο, στις συ­ζη­τή­σεις που γί­νο­νται γύ­ρω α­πό τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους τα τε­λευ­ταία χρό­νια, κυ­ριαρ­χούν οι Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. Ένας θε­σμός, που ήρ­θε μεν με κα­θυ­στέ­ρη­ση εξ Αμε­ρι­κής, αλ­λά τον ο­ποίο α­γκά­λια­σε εν­θου­σιω­δώς το πα­νελ­λή­νιον. Ει­ση­γη­τής θεω­ρεί­ται ο Στρα­τής Χα­βια­ράς, ο ο­ποίος και α­νέ­λα­βε διευ­θυ­ντής της πρώ­της Σχο­λής, που ά­νοι­ξε τις πύ­λες της το 2005 υ­πό τη σκέ­πη του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Ο θε­σμός συ­ζη­τή­θη­κε, βρή­κε φα­να­τι­κούς υ­πο­στη­ρι­κτές, ε­ξα­σφά­λι­σε γνω­στά ο­νό­μα­τα ως δι­δά­σκο­ντες, μέ­χρι και α­κα­δη­μαϊκούς. Κυ­ρίως βρή­κε μα­θη­τές. Όλο και συ­χνό­τε­ρα, πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι συγ­γρα­φείς α­να­φέ­ρουν στα βιο­γρα­φι­κά τους, εν μέ­σω δι­πλω­μά­των και δι­δα­κτο­ρι­κών, φοί­τη­ση σε κά­ποια Σχο­λή Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. Μά­λι­στα, ό­πως συμ­βαί­νει με τους σπου­δα­στές της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών, ό­που α­να­φέ­ρε­ται ει­δι­κό­τε­ρα και το Εργα­στή­ριο γνω­στού ζω­γρά­φου-κα­θη­γη­τή στο ο­ποίο μα­θή­τευ­σαν, οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι α­να­φέ­ρουν την μα­θη­τεία τους στον άλ­φα ή βή­τα γνω­στό συγ­γρα­φέα, ο ο­ποίος, καί­τοι ο ί­διος αυ­το­δί­δα­κτος, κα­τόρ­θω­σε να α­πο­κτή­σει αί­γλη με­γά­λου δά­σκα­λου.
Σή­με­ρα, ο α­κρι­βής α­ριθ­μός των εν λό­γω Σχο­λών μο­νί­μως λαν­θά­νει. Νέες α­νοί­γουν, πα­λαιές κλεί­νουν, ε­νώ υ­πάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­νες, που βρί­σκο­νται για έ­να διά­στη­μα εν υ­πνώ­σει. Πλη­θαί­νουν, πά­ντως, και αρ­χί­ζει να ση­μειώ­νε­ται έλ­λει­ψη δι­δα­σκό­ντων. Στις και­νού­ριες Σχο­λές, βρί­σκεις κα­μιά φο­ρά και συγ­γρα­φείς, που θα έ­πρε­πε να κα­θί­σουν, α­ντί στο έ­δρα­νο του δι­δά­σκο­ντος, στο θρα­νίο του δι­δα­σκό­με­νου. Αυ­τό, βε­βαίως, μό­νο εάν συμ­με­ρί­ζε­ται κα­νείς την ά­πο­ψη, ό­τι η συγ­γρα­φή δι­δά­σκε­ται. Αλή­θεια, τι ω­ραία που θά­ταν! Ένας φι­λο­μα­θής και προ­κομ­μέ­νος τον έ­να χρό­νο να μα­θαί­νει μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία, τον άλ­λο να α­σκεί­ται στη νου­βέ­λα, τον πα­ράλ­λο στην διη­γη­μα­το­γρα­φία. Μέ­χρι και ποιη­τής μπο­ρεί να γί­νει, αν το τρα­βά­ει η ό­ρε­ξή του. Μά­λι­στα, ό­λα αυ­τά, με τις ί­διες ώ­ρες και τα ί­δια δί­δακ­τρα, που ση­μαί­νει ό­τι οι ει­δή­μο­νες τα α­να­γνω­ρί­ζουν ως εγ­χει­ρή­μα­τα της ί­διας δυ­σκο­λίας. Απο­ρού­με, μό­νο, πώς α­κό­μη δεν προέ­κυ­ψε ε­ξει­δι­κευ­μέ­νη μα­θη­τεία στη συγ­γρα­φή μπε­στ σέ­λερ. Για­τί, για πα­ρά­δειγ­μα, δί­πλα στην αί­θου­σα του Γιώρ­γη Για­τρο­μα­νω­λά­κη, που δι­δά­σκει μυ­θι­στό­ρη­μα σε μια εκ των Σχο­λών, να μην δι­δά­σκει η Πα­σχα­λία Τραυ­λού το μπε­στ σέ­λε­ρ; Την γκε­το­ποίη­ση της λε­γό­με­νης, κα­τά πα­ρα­βία­ση του πο­λι­τι­κά ορ­θού, πα­ρα­λο­γο­τε­χνίας φαί­νε­ται να προ­τί­θε­ται να κα­ταρ­γή­σει πρώ­τη η Εται­ρεία Συγ­γρα­φέων. Αδιά­φο­ρο αν οι ι­δρυ­τές της εί­χαν υ­ψη­λά στά­νταρ και την εί­χαν ο­ρα­μα­τι­στεί ως νη­σί­δα λο­γο­τε­χνών. Ανα­φέ­ρα­με, δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, τον Για­τρο­μα­νω­λά­κη, για­τί αυ­τός και ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός εί­ναι οι μό­νοι α­πό τους δι­δά­σκο­ντες, που υ­πέ­γρα­ψαν το ι­δρυ­τι­κό της Εται­ρείας την 2α Ιου­λίου του 1981. Όσο για την Τραυ­λού, συ­μπτω­μα­τι­κά συ­ντο­πί­τισ­σα του Ακα­δη­μαϊκού μας, εί­ναι η πρώ­τη της ο­μά­δας των α­πο­κα­λού­με­νων πα­ρα­λο­γο­τε­χνών, που προ­τά­θη­κε ως μέ­λος της Εται­ρείας και ό­πως α­κού­γε­ται, η υ­πο­ψη­φιό­τη­τά της α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται ευ­με­νώς ό­χι μό­νο α­πό τα νεό­τε­ρα μέ­λη, αλ­λά και α­πό τους πρε­σβύ­τε­ρους.
Τώ­ρα, με το οι­κο­νο­μι­κό στέ­γνω­μα, εάν θα εμ­φα­νι­στεί ή ό­χι α­πο­πλη­θω­ρι­στι­κή τά­ση σε σχο­λές, βρα­βεύ­σεις και φε­στι­βά­λ, ου­δείς μπο­ρεί να προ­βλέ­ψει. Ού­τε, βε­βαίως, μπο­ρεί κα­νείς να προ­βλέ­ψει, πό­σο κα­τα­στρο­φι­κή θα εί­ναι αυ­τή για τα κά­θε εί­δους και φυ­λής πρω­τά­κια.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/2/2012