Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Ο Λεγκράν και οι επτά επιστολογράφοι του



Γιάν­νης Πα­πα­κώ­στας
«Ο EMILE LEGRAND
και η Ελλη­νι­κή Βι­βλιο­γρα­φία
Αρχεια­κή με­λέ­τη»
Εκδό­σεις Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη
Νοέ. 2011

Μια αλ­λη­λο­γρα­φία πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, ό­ταν γνω­ρί­ζου­με τα πρό­σω­πα των αλ­λη­λο­γρά­φων. Εμείς, ό­μως, δη­λα­δή έ­να κά­πως ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, πό­σο μπο­ρεί να γνω­ρί­ζου­με τον γάλ­λο ελ­λη­νι­στή και βι­βλιο­γρά­φο Εμίλ Λε­γκρά­ν; Σε μια κα­θο­λι­κού χα­ρα­κτή­ρα κλί­μα­κα α­πα­ντή­σεων,  μή­πως η ε­πι­κρα­τέ­στε­ρη α­πά­ντη­ση θα ή­ταν  κα­θό­λου; Αλλά μή­πως και γνω­ρί­ζου­με τι εί­δους βι­βλιο­γρα­φία εί­ναι αυ­τή η «Ελλη­νι­κή Βι­βλιο­γρα­φία», ό­πως α­πο­δό­θη­κε στα ελ­λη­νι­κά ο τίτ­λος της; Πό­σω μάλ­λον να την έ­χου­με φυλ­λο­με­τρή­σει; Αλλά και πού να την βρεις να την πε­ριερ­γα­στείς; 
Προ­χω­ρώ­ντας τώ­ρα στους αλ­λη­λο­γρά­φους· πό­σο γνω­ρί­ζου­με τον ι­στο­ριο­δί­φη Κων­στα­ντί­νο Σά­θα, ο ο­ποίος θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί ο γνω­στό­τε­ρος με­τα­ξύ των συ­νο­λι­κά ε­πτά ε­πι­στο­λο­γρά­φων του Λε­γκράν, των ο­ποίων ε­πι­στο­λές δη­μο­σιεύο­νται στο βι­βλίο; Όσο για τα ο­νό­μα­τα των υ­πο­λοί­πων,  ού­τε που τα έ­χου­με α­κού­σει, α­σχέ­τως εάν τρία α­πό αυ­τά α­ντι­στοι­χούν σε δύο ε­πι­φα­νείς βυ­ζα­ντι­νο­λό­γους και έ­ναν Πα­τριάρ­χη Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως. Άλλω­στε, κα­νέ­να α­πό τα α­να­φε­ρό­με­να ο­νό­μα­τα δεν κα­τα­χω­ρεί­ται στις ε­γκύ­κλιες σπου­δές, ού­τε έ­χει φτά­σει πο­τέ να α­πο­τε­λεί πτυ­χή της γε­νι­κό­τε­ρης παι­δείας μας. 
Συ­νε­πώς, η αλ­λη­λο­γρα­φία του Λε­γκράν  μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό τους ει­δή­μο­νες ως ση­μα­ντι­κό έρ­γο, α­φού α­φο­ρά την κυο­φο­ρία μιας θε­με­λιώ­δους για τις νε­ο­ελ­λη­νι­κές σπου­δές βι­βλιο­γρα­φίας, αλ­λά εκ προοι­μίου στε­ρεί­ται  α­να­γνω­στών. Έχου­με, μά­λι­στα, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι δεν θα α­πο­κτού­σε α­να­γνώ­στες ού­τε εάν ή­ταν ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στή αυ­τή η τε­ρά­στιας έ­κτα­σης βι­βλιο­γρα­φία, που συ­νέ­τα­ξε ο γάλ­λος ελ­λη­νι­στής. Κι αυ­τό για­τί το σκε­πτι­κό με το ο­ποίο κα­ταρ­τί­στη­κε μάλ­λον δεν συμ­φω­νεί με τα ση­με­ρι­νά κρι­τή­ρια α­ξιο­λό­γη­σης. Κα­λύ­πτει μεν τα βι­βλία α­πό τέσ­σε­ρις αιώ­νες τουρ­κο­κρα­τίας, δη­λα­δή α­πό την εμ­φά­νι­ση της τυ­πο­γρα­φίας μέ­χρι το 1790, αλ­λά με τον ό­ρο, έ­νας του­λά­χι­στον α­πό τους συ­ντε­λε­στές τού κα­τα­γρα­φό­με­νου βι­βλίου –του­τέ­στιν συγ­γρα­φέ­ας, ε­πι­με­λη­τής, εκ­δό­της–  να εί­ναι Έλλη­νας ή ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής, με σχε­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα σε αυ­τήν την πε­ρίο­δο. Ανε­ξάρ­τη­τα α­πό τη γλώσ­σα του βι­βλίου. Αυ­τό, με­θερ­μη­νευό­με­νο, α­πο­κλείει μια έκ­δο­ση, λ.χ., Αρι­στο­τέ­λη ή Ευ­ρι­πί­δη, που ε­πι­με­λή­θη­καν και ε­ξέ­δω­σαν ξέ­νοι, ε­νώ συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει πλή­θος εκ­κλη­σια­στι­κών βι­βλίων.    
Υπάρ­χει, ω­στό­σο, και η ά­πο­ψη, ό­τι μια αλ­λη­λο­γρα­φία, αυ­τή κα­θ’ ε­αυ­τή ως α­νά­γνω­σμα, μπο­ρεί να α­να­πτύ­ξει τη δι­κή της δυ­να­μι­κή, δε­δο­μέ­νου ό­τι δεν α­παι­τεί το γνω­στι­κό πε­δίο, που χρειά­ζε­ται η α­νά­γνω­ση του κυ­ρίως έρ­γου των αλ­λη­λο­γρά­φων. Στο γε­γο­νός, άλ­λω­στε, ό­τι μπο­ρεί να κι­νή­σει το εν­δια­φέ­ρον ε­νός νεό­τε­ρου και μη ει­δι­κού α­να­γνω­στι­κού κοι­νού, έ­γκει­ται μέ­ρος της α­ξίας μιας αλ­λη­λο­γρα­φίας. Για να ε­πι­τευχ­θεί, ό­μως, αυ­τό, α­παι­τού­νται ο­ρι­σμέ­νες προϋπο­θέ­σεις. Κα­τ’ αρ­χήν, η αλ­λη­λο­γρα­φία να εί­ναι αμ­φί­πλευ­ρη, ώ­στε να α­να­πτύσ­σε­ται διά­λο­γος με­τα­ξύ των δυο αλ­λη­λο­γρά­φων, ο ο­ποίος, σε α­ντί­θε­ση με την μο­νό­πλευ­ρη και συ­να­κό­λου­θα μο­νο­λο­γι­κή ε­πι­στο­λο­γρα­φία, δί­νει μια ει­κό­να, έ­στω και πε­ρί δια­γραμ­μά­των, του θέ­μα­τος.  Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, αυ­τό εί­ναι α­δύ­να­το, α­φού, ό­πως φαί­νε­ται, σε κα­νέ­να α­πό τα αρ­χεία των αλ­λη­λο­γρά­φων του Λε­γκράν δεν δια­σώ­θη­καν ε­πι­στο­λές του, ού­τε ο ί­διος ή­ταν τό­σο συ­στη­μα­τι­κός ώ­στε να κρα­τά­ει α­ντί­γρα­φο. Πα­ρό­λο που αυ­τό το τε­λευ­ταίο, θα α­να­με­νό­ταν. Αν ό­χι α­ντί­γρα­φο, του­λά­χι­στον κά­ποια ση­μείω­ση εις ε­αυ­τόν, ό­λο και θα πρέ­πει να κρα­τού­σε, δε­δο­μέ­νου ό­τι ζη­τού­σε κεί­με­να και πλη­ρο­φο­ρίες ταυ­τό­χρο­να α­πό έ­να πλή­θος προ­σώ­πων. Ποιος γνω­ρί­ζει αν δεν υ­πάρ­χει έ­να πα­ρό­μοιο μνη­μό­νιο στο Αρχείο του; Κα­τά κα­νό­να, για να ε­ντο­πι­σθεί το ο­τι­δή­πο­τε, α­παι­τεί­ται ο ε­ρευ­νών να έ­χει συ­γκε­κρι­μέ­νη ει­κό­να του ζη­τού­με­νου.
Μια δεύ­τε­ρη προϋπό­θε­ση θα ή­ταν να πρό­κει­ται του­λά­χι­στον για έ­να α­κέ­ραιο ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα. Αυ­τή η προϋπό­θε­ση εν μέ­ρει πλη­ρού­ται.  Οι ε­πι­στο­λο­γρά­φοι εί­ναι ε­πτά και α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία του κα­θε­νός σώ­ζε­ται έ­να με­γα­λύ­τε­ρο ή μι­κρό­τε­ρο τμή­μα, μέ­χρι το ε­λά­χι­στο της μιας ε­πι­στο­λής. Ωστό­σο, τα πέ­ντε α­πό τα ε­πι­στο­λι­κά σώ­μα­τα, των τεσ­σά­ρων Ελλή­νων ε­πι­στο­λο­γρά­φων και του ε­νός Πο­λω­νού, που εί­ναι και το κυ­ρίως σώ­μα, κα­λύ­πτουν, χω­ρίς να ε­πι­κα­λύ­πτο­νται, την μα­κριά χρο­νι­κή πε­ρίο­δο συγ­γρα­φής της «Ελλη­νι­κής Βι­βλιο­γρα­φίας», δη­λα­δή α­πό το 1869 μέ­χρι το 1910. Πα­ρα­δό­ξως, μά­λι­στα, φαί­νε­ται να σώ­ζε­ται σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, η ε­ναρ­κτή­ρια ε­πι­στο­λή. Με αυ­τό το α­τού, αν ο ε­πι­με­λη­τής ή­θε­λε να ελ­κύ­σει έ­να κά­πως πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό, θα χρεια­ζό­ταν να πα­ρου­σιά­σει τα πρό­σω­πα, πρω­τί­στως τον Λε­γκράν, που εί­ναι ο βα­σι­κός αλ­λά βου­βός συ­νο­μι­λη­τής, αλ­λά και να α­πο­κα­τα­στή­σει τον α­να­με­τα­ξύ τους διά­λο­γο, με πλη­ρο­φο­ρίες ε­κτός αλ­λη­λο­γρα­φίας, ό­πως το ποιες ή­ταν κά­θε φο­ρά οι α­ντι­δρά­σεις του πα­ρα­λή­πτη σε ό­σα του έ­γρα­φαν. Δη­λα­δή, κα­τά πό­σο έ­πρατ­τε σύμ­φω­να με τις συ­στά­σεις και διορ­θώ­σεις, που του έ­κα­ναν, το πώς α­ντι­με­τώ­πι­ζε τις τυ­χόν α­παι­τή­σεις, που πρό­βα­λαν, ή και τις κρί­σεις, που δια­τύ­πω­ναν.
Από τον πε­ρα­σμέ­νο Μάϊο, που δια­βά­σα­με για το υ­πό εκ­κό­λα­ψη βι­βλίο του Γιάν­νη Πα­πα­κώ­στα, πε­ρι­μέ­να­με με εν­δια­φέ­ρον να μά­θου­με πε­ρισ­σό­τε­ρα για τον γάλ­λο ελ­λη­νι­στή και το μνη­μειώ­δες έρ­γο του. Τε­λι­κά, πρό­κει­ται, σύμ­φω­να και με τον υ­πό­τιτ­λο, για μια “αρ­χεια­κή με­λέ­τη”, που έ­χει κα­ταρ­τι­σθεί με τέ­τοιο τρό­πο, ώ­στε να α­πο­βεί πο­λύ­τι­μη για έ­ναν ευ­ρύ κύ­κλο με­λε­τη­τών, δη­λα­δή για ό­λους ε­κεί­νους που ε­ντρυ­φούν ή και χρη­σι­μο­ποιούν ως βα­σι­κό βοή­θη­μα την «Ελλη­νι­κή Βι­βλιο­γρα­φία» του Λε­γκράν. Τό­σο το πρώ­το μέ­ρος της με­λέ­της, το ει­σα­γω­γι­κό στην αλ­λη­λο­γρα­φία, ό­σο και τα υ­πο­σε­λί­δια φι­λο­λο­γι­κά σχό­λια συ­ντάχ­θη­καν, έ­χο­ντας κα­τά νου αυ­τό το κοι­νό, που έ­χει την ευ­χέ­ρεια να κα­τα­φεύ­γει στις αρ­χεια­κές πη­γές. Οι υ­πό­λοι­ποι θα πρέ­πει να αρ­κε­στούν στις α­πό­ψεις  πε­ρί των προ­σώ­πων και των κι­νή­τρων τους, ό­πως τις συ­νο­ψί­ζει ο ε­πι­με­λη­τής. Για τα πρό­σω­πα, ω­στό­σο, ε­κεί­νης της ε­πο­χής, την α­ξία τους και τις με­τα­ξύ τους δια­φο­ρές, κα­λό εί­ναι να δια­μορ­φώ­νο­νται κρί­σεις α­πό πρω­το­γε­νείς πη­γές.
Το πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι ο κε­ντρι­κός ή­ρωας αυ­τής της α­φή­γη­σης, ο Αι­μί­λιος Λε­γράν­διος, ό­πως ο ί­διος φέ­ρε­ται να εί­χε ε­ξελ­λη­νί­σει το ό­νο­μά του. Για τα βιο­γρα­φι­κά του δί­νο­νται δυο βα­σι­κές πα­ρα­πο­μπές: Σε κεί­με­νο του μα­θη­τή και δια­δό­χου του Υμπέρ Περ­νώ, εν­σω­μα­τω­μέ­νο στον τε­λευ­ταίο τό­μο της «Ελλη­νι­κής Βι­βλιο­γρα­φίας», τον ο­ποίο ε­πι­με­λή­θη­κε ε­κεί­νος με­τά το θά­να­το του Λε­γκράν. Και σε α­νέκ­δο­τη δα­κτυ­λο­γρα­φη­μέ­νη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του 1974 στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Σορ­βό­νης της Μα­ριάν­νας Δή­τσα. Ενώ, δεν δί­νο­νται  ε­παρ­κείς πλη­ρο­φο­ρίες, ό­πως γί­νε­ται για τους λι­γό­τε­ρο ή και κα­θό­λου γνω­στούς ε­πι­στο­λο­γρά­φους του. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πό τις πλη­ρο­φο­ρίες που πα­ρα­τί­θε­νται, μα­θαί­νου­με την η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης του Λε­γκραν (30 Δεκ. 1841), αλ­λά μό­νο την χρο­νο­λο­γία θα­νά­του, ε­νώ εί­ναι γνω­στή η η­με­ρο­μη­νία (14 Νοε. 1914), χω­ρίς ι­διαί­τε­ρη α­να­φο­ρά στις συν­θή­κες θα­νά­του του, που συ­νή­θως έ­χουν ά­με­ση σχέ­ση με την τύ­χη των κα­τά­λοι­πων. Επί­σης, ό­τι φοί­τη­σε στο Λύ­κειο Caen, που ως ο­νο­μα­σία δεν λέει τί­πο­τα στον τυ­χό­ντα έλ­λη­να α­να­γνώ­στη. Ποιος γνω­ρί­ζει ό­τι το εν λό­γω ί­δρυ­μα εί­ναι έ­να α­πό τα πρώ­τα κα­θο­λι­κά λύ­κεια της Γαλ­λίας; Γι’ αυ­τό, α­κρι­βώς, και ε­πι­λέ­χτη­κε α­πό την οι­κο­γέ­νεια Λε­γκράν, που τον προό­ρι­ζε για το ιε­ρα­τι­κό ε­πάγ­γελ­μα. Μπο­ρεί μεν ε­κεί­νος να το ε­γκα­τέ­λει­ψε νω­ρίς, αλ­λά στην ε­κεί δια­μο­νή του ό­φει­λε το εν­δια­φέ­ρον του για τον νεό­τε­ρο ελ­λη­νι­σμό. Ακό­μη, ό­τι τα­ξί­δε­ψε στην Αθή­να και αλ­λού στην Ευ­ρώ­πη, χω­ρίς, ό­μως, α­να­φο­ρά χρο­νο­λο­γιών, που θα μπο­ρού­σαν να α­πο­βούν βο­η­θη­τι­κές κα­τά την α­νά­γνω­ση των ε­πι­στο­λών.    
Με­γα­λύ­τε­ρη εί­ναι η α­πο­γοή­τευ­ση ε­κεί­νου του φι­λο­πε­ρίερ­γου α­να­γνώ­στη, που  μπο­ρεί να μην εί­χε την τύ­χη να πε­ριερ­γα­στεί το βι­βλιο­γρα­φι­κό κο­λοσ­σό του Λε­γκράν, αλ­λά έ­τυ­χε να φυλ­λο­με­τρή­σει ή και να δια­βά­σει ε­πι­λε­κτι­κά κά­ποια α­πό τα βι­βλία του Σά­θα. Αυ­τός ήλ­πι­ζε να μά­θει πε­ρισ­σό­τε­ρα, κα­θώς τον κέρ­δι­σε ο πλού­τος των στοι­χείων και η ζω­ντά­νια της α­φή­γη­σης. Εδώ, η κύ­ρια πη­γή του Πα­πα­κώ­στα εί­ναι οι 80 ε­πι­στο­λές Σά­θα προς Δη­μή­τριο Βι­κέ­λα, που βρί­σκο­νται α­νέκ­δο­τες στο Αρχείο του δεύ­τε­ρου. Κά­θε φο­ρά που αν­τλεί μια πλη­ρο­φο­ρία, α­να­φέ­ρει ό­τι πρό­κει­ται για ά­γνω­στη ή, κα­τά πα­ραλ­λα­γή, α­δη­μο­σίευ­τη ε­πι­στο­λή, ε­νίο­τε πα­ρα­θέ­τει και ε­πί­μα­χο α­πό­σπα­σμα. Ας μας ε­πι­τρα­πεί να χα­ρα­κτη­ρί­σου­με αυ­τήν την τα­κτι­κή ως το κι­νέ­ζι­κο μαρ­τύ­ριο της στα­γό­νας. Και δεν εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά. Σε πρό­σφα­το δη­μο­σίευ­μά του, εί­χε πα­ρου­σιά­σει με­ρι­κές ε­πι­στο­λές του εκ­δό­τη Γεωρ­γίου Κασ­δό­νη προς Βι­κέ­λα, χω­ρίς να α­να­φέ­ρει το συ­νο­λι­κό α­ριθ­μό και το χρο­νι­κό τους ά­νοιγ­μα. Ολό­κλη­ρο σύλ­λο­γο έ­στη­σε ο Βι­κέ­λας. Απο­ρού­με, για­τί αυ­τά τα πο­λύ­τι­μα ε­πι­στο­λι­κά σώ­μα­τα, που τα ο­φεί­λου­με στην ευ­τα­ξία και προ­νο­η­τι­κό­τη­τά του, να μην έ­χουν εκ­δο­θεί σε μια σει­ρά τό­μων. 
Οι ε­πι­στο­λές Σά­θα προς Βι­κέ­λα φαί­νε­ται να α­πο­τε­λούν προ­α­παι­τού­με­νο των ε­πι­στο­λών του προς Λε­γκράν. Ει­δάλ­λως, οι σχέ­σεις Λε­γκρά­ν-Σά­θα μέ­νουν θο­λές, α­δι­κώ­ντας αμ­φό­τε­ρους και κυ­ρίως τον Σά­θα. Ση­μειω­τέ­ον ό­τι πρό­κει­ται για τον μο­να­δι­κό α­πό τους ε­πι­στο­λο­γρά­φους του Λε­γκράν, που εί­ναι ο­μή­λι­κός του και την πε­ρίο­δο της αλ­λη­λο­γρα­φίας τους, του­λά­χι­στον στο πρώ­το τμή­μα των 38 ε­πι­στο­λών, γραμ­μέ­νων στα ελ­λη­νι­κά και χω­ρίς με­γά­λα χρο­νι­κά κε­νά, α­πό τον Ιού­νιο 1869 μέ­χρι τον Νοέμ­βριο 1872, ο Λε­γκράν δεν εί­χε αρ­χί­σει να δι­δά­σκει στο Πα­νε­πι­στή­μιο. Άρα, θα μπο­ρού­σαν να θεω­ρη­θούν, α­πό κά­θε ά­πο­ψη, ως ι­σό­τι­μοι, κα­θώς αμ­φό­τε­ροι μό­λις ξε­κι­νού­σαν. Ο Πα­πα­κώ­στας δια­βε­βαιώ­νει ό­τι, σύμ­φω­να με τις πη­γές του, ο Λε­γκράν εκ­φρα­ζό­ταν υ­πο­τι­μη­τι­κά για το έρ­γο του Σά­θα. Το για­τί μέ­νει με­τέω­ρο.     
Κα­τά τα άλ­λα, ό­σο α­φο­ρά την έκ­δο­ση της αλ­λη­λο­γρα­φίας, ι­σχύει η αρ­χή, ό­τι το κα­λό πράγ­μα αρ­γεί να γί­νει. Η “αρ­χεια­κή με­λέ­τη” τυ­πώ­θη­κε Νοέ. 2011. Πα­ρου­σιά­ζει έ­να ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα 160 γραμ­μά­των α­πό τα κα­τά­λοι­πα του Λε­γκράν, που, με το θά­να­τό του, έ­μει­ναν στον Περ­νώ. Το 1903, ο δεύ­τε­ρος ή­ταν 33 ε­τών. Πέ­θα­νε το 1946. Ένα χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, πή­γε στο Πα­ρί­σι ως υ­πό­τρο­φος του γαλ­λι­κού κρά­τους ο Στα­μά­της Κα­ρατ­ζάς, τό­τε νέ­ος δι­δά­κτο­ρας. Ο Περ­νώ του ε­μπι­στεύ­τη­κε το εν λό­γω ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα προς έκ­δο­ση. Εκεί­νος, με τη σει­ρά του, δε­κα­ε­τίες αρ­γό­τε­ρα, το ε­μπι­στεύ­τη­κε, και πά­λι προς έκ­δο­ση, σε έ­ναν άλ­λο νέο δι­δά­κτο­ρα, τον Πα­πα­κώ­στα. Στο προοί­μιο της έκ­δο­σης, αυ­τός δεν προσ­διο­ρί­ζει τη χρο­νο­λο­γία. Πά­ντως ο Κα­ρατ­ζάς πέ­θα­νε το 1986, αλ­λά, λό­γω προ­βλη­μά­των υ­γείας, εί­χε ε­γκα­τα­λεί­ψει το Πα­νε­πι­στή­μιο α­πό το 1975. 
Στο προοί­μιό του, ο Πα­πα­κώ­στας προσ­διο­ρί­ζει ό­τι δεν πρό­κει­ται για προ­σω­πι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία αλ­λά για ε­πι­στη­μο­νι­κό διά­λο­γο. Κι αν ό­χι α­κρι­βώς για διά­λο­γο, για μια σει­ρά α­πό μο­νο­λό­γους, που α­ντα­να­κλούν  το πώς γι­νό­ταν τό­τε η έ­ρευ­να γε­νι­κό­τε­ρα, και πέ­ραν του συ­γκε­κρι­μέ­νου πα­ρα­δείγ­μα­τος της κα­τάρ­τι­σης α­πό τον Λε­γκράν της Βι­βλιο­γρα­φίας του. Ο Πα­πα­κώ­στας α­να­δει­κνύει αυ­τό “το ρεύ­μα ι­δεώ­ν” με­τα­ξύ Ανα­το­λής και Δύ­σης, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τις έ­ρευ­νες των ε­πι­στο­λο­γρά­φων. Οι ε­πι­στο­λι­κοί μο­νό­λο­γοι δια­τάσ­σο­νται ως ε­ξής: 41 ε­πι­στο­λές Σά­θα, στο διά­στη­μα 1869-1880, α­πό Αθή­να, Βιέν­νη, Βε­νε­τία, Πα­ρί­σι, με κε­νό το διά­στη­μα 1872-1877, κα­τά το ο­ποίο συ­να­ντή­θη­καν στο Πα­ρί­σι και συ­νερ­γά­στη­καν. Η αλ­λη­λο­γρα­φία τους ξε­κι­νά, ό­πως και ό­λες οι άλ­λες, κα­τά πα­ρό­τρυν­ση κοι­νού γνω­στού. Ανταλ­λάσ­σουν πλη­ρο­φο­ρίες και συ­χνά ο έ­νας σχο­λιά­ζει βι­βλίο του άλ­λου, ε­νώ αλ­λη­λο­κα­λύ­πτουν α­νά­γκες σε α­γο­ρές βι­βλίων. Ο Σά­θας του α­ντι­γρά­φει του­λά­χι­στον δυο έρ­γα και του υ­πο­δει­κνύει με­τά ε­πι­μο­νής τα α­ξιό­λο­γα προς έκ­δο­ση, ό­πως τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα του Κο­λο­κο­τρώ­νη και τη γραμ­μα­τι­κή του Νι­κό­λα­ου Σο­φια­νού. Αντι­θέ­τως, τον α­πο­τρέ­πει να α­να­τυ­πώ­σει κά­ποια άλ­λα, ό­πως την φυλ­λά­δα του Σπα­νού. Εδώ, ο ε­πι­με­λη­τής πα­ρα­τη­ρεί ό­τι ο Σά­θας α­ντι­με­τω­πί­ζει τον Λε­γκράν ι­σό­τι­μα, αν ό­χι α­πό θέ­ση υ­πε­ρο­χής, χω­ρίς να λαμ­βά­νει υ­πό­ψη του την ε­πι­στη­μο­νι­κή πρόο­δο ε­κεί­νου. Θα λέ­γα­με ό­τι εκ­φρά­ζε­ται με το κύ­ρος κά­ποιου που γνω­ρί­ζει έ­να θέ­μα α­πό πρώ­το χέ­ρι και τα κεί­με­να εξ αυ­το­ψίας, αλ­λά και με την υ­πε­ρο­χή της ελ­λη­νι­κής ως μη­τρι­κής γλώσ­σας. Απο­ρού­με για­τί χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον Σά­θα ως κά­ποιον που δεν ά­σκη­σε κα­νέ­να ε­πάγ­γελ­μα, με κρι­τή­ριο ό­τι η πη­γή της χρη­μα­το­δό­τη­σής του ή­ταν το κρά­τος.  Με αυ­τήν τη λο­γι­κή, και σή­με­ρα, ε­ρευ­νη­τής θα πρέ­πει να θεω­ρεί­ται μό­νο ο ορ­γα­νι­κά ε­νταγ­μέ­νος σε έ­να ί­δρυ­μα ή ο χρη­μα­το­δο­τού­με­νος α­πό αυ­τό. 
Ακο­λου­θούν 18 ε­πι­στο­λές του Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τη Βα­σί­λειου Γεωρ­γιά­δη, α­πό το Μό­να­χο, την πε­ρίο­δο Ιουν. 1882-Απρ. 1883. Τό­τε με­τα­πτυ­χια­κός φοι­τη­τής ο Γεωρ­για­δης - εί­ναι ο κα­τό­πιν Πα­τριάρ­χης Βα­σί­λειος ο Γ΄- γρά­φει ε­κτε­νείς ε­πι­στο­λές, στις ο­ποίες πε­ρι­γρά­φει βι­βλία, πολ­λά α­πό τα ο­ποία και τού α­ντι­γρά­φει. Εί­ναι μό­λις πέ­ντε χρό­νια νεό­τε­ρος του Λε­γκράν, αλ­λά ο τό­νος των ε­πι­στο­λών εί­ναι αυ­τός του ευ­πει­θούς μα­θη­τού. Έπο­νται οι 14 ε­πι­στο­λές του πη­λιο­ρεί­τη δά­σκα­λου και ιε­ρέα Αθα­νά­σιου Πα­πα­δό­που­λου Κε­ρα­μέως, α­πό Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και Ιε­ρο­σό­λυ­μα, την πε­ρίο­δο Δεκ. 1884- Δεκ. 1887.  Δε­κα­πέ­ντε χρό­νια νεό­τε­ρος ο Κε­ρα­μεύς, 28 ε­τών το 1884, α­ντι­γρά­φει κυ­ρίως Μη­ναία και πε­ρι­γρά­φει εκ­κλη­σια­στι­κά βι­βλία, ό­πως και ο Γεωρ­γιά­δης. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, οι ε­πι­στο­λές του έ­χουν έ­ναν τό­νο οι­κειό­τη­τας. Ο τέ­ταρ­τος έλ­λη­νας ε­πι­στο­λο­γρά­φος εί­ναι ο ε­πί­σης Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­της Βα­σί­λειος Μυ­στα­κί­δης, 16 χρό­νια νεό­τε­ρος του Λε­γκράν, 30 ε­τών το 1888, ό­ταν αρ­χί­ζει η αλ­λη­λο­γρα­φία τους, που εί­ναι και η με­γα­λύ­τε­ρη α­πό τις σω­ζό­με­νες, φθά­νο­ντας 49 ε­πι­στο­λές μέ­χρι το 1890. Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες σταλ­μέ­νες α­πό τη Γερ­μα­νία, ό­που βρι­σκό­ταν ως με­τα­πτυ­χια­κός φοι­τη­τής, ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στο Αρχείο του ελ­λη­νι­στή θε­ο­λό­γου του 16ου αιώ­να, Μαρ­τί­νου Κρού­σιου. Πο­λυ­λο­γά και μί­ζε­ρο τον βρί­σκει ο ε­πι­με­λη­τής. Μάλ­λον πο­λύ πρό­θυ­μος φαί­νε­ται σε ε­μάς, ό­πως και ο έ­τε­ρος με­τα­πτυ­χια­κός, ο Γεωρ­γιά­δης. Εί­ναι δύο φι­λό­τι­μοι α­ντι­γρα­φείς, που ε­πι­μέ­νουν στην πι­στή έκ­δο­ση των έρ­γων.
Γε­νι­κό­τε­ρα, δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση ό­τι οι ε­πι­στο­λο­γρά­φοι έ­χουν ως βα­σι­κό κί­νη­τρο την προ­βο­λή των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των στον ευ­ρω­παϊκό χώ­ρο, γι’ αυ­τό και νιώ­θουν υ­πό­χρε­οι α­πέ­να­ντι στον γάλ­λο ελ­λη­νι­στή και, α­πό μια στιγ­μή και με­τά, πα­νε­πι­στη­μια­κό. Εκεί­νος, α­πό την πλευ­ρά του, στο Πα­ρί­σι ή και στην ε­ξο­χή, κα­τήρ­τι­ζε με βά­ση τις πλη­ρο­φο­ρίες  και τις α­ντι­γρα­φές τους τα δελ­τία της Βι­βλιο­γρα­φίας. Σε αυ­τά, α­νέ­φε­ρε τη βι­βλιο­θή­κη, αλ­λά ό­χι πά­ντο­τε τον ε­ρευ­νη­τή. Η μνεία ε­ξαρ­τιό­ταν α­πό τη θέ­ση που κα­τεί­χε. Ένας με­τα­πτυ­χια­κός, τό­τε ό­πως και σή­με­ρα, δεν μνη­μο­νεύε­ται. Ορι­σμέ­νες α­πό τις αλ­λη­λο­γρα­φίες φαί­νε­ται να δια­κό­πτο­νται λό­γω οι­κο­νο­μι­κού αι­τή­μα­τος του ε­ρευ­νη­τή. Κά­ποια πράγ­μα­τα ό­πως φαί­νε­ται δεν αλ­λά­ζουν. Σε αυ­τά θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με την δι­χό­νοια, που φαί­νε­ται να υ­πάρ­χει α­να­με­τα­ξύ  κά­ποιων ε­πι­στο­λο­γρά­φων. Ενώ, ο­μα­δι­κά πυ­ρά ε­ξα­πο­λύουν ε­να­ντίον του Μα­νουήλ Γε­δεών, στα ο­ποία προ­στί­θε­ται και η α­ντι­πά­θεια του Λε­γκράν, κα­θώς φαί­νε­ται ό­τι ο Γε­δεών, α­πό μιας αρ­χής, του εί­χε ζη­τή­σει α­μοι­βή για την ό­ποια βοή­θεια στην έ­ρευ­να. Όπως και να έ­χει, δεν δί­νο­νται α­κρι­βείς πλη­ρο­φο­ρίες για τις σχέ­σεις αυ­τών των δυο, πα­ρά μό­νο ό­τι ή­ταν και ο Γε­δεών α­νά­με­σα στους ε­πι­στο­λο­γρά­φους του Λε­γκράν. 
 Πέ­ρα α­πό τις ε­πι­μέ­ρους πα­ρα­τη­ρή­σεις, εν­δε­χο­μέ­νως μεμ­ψί­μοι­ρες, η έκ­δο­ση της αλ­λη­λο­γρα­φίας εί­ναι άρ­τια, τό­σο ως ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα ό­σο και ως αρ­χεια­κή με­λέ­τη. Ενδει­κτι­κό της προ­σε­κτι­κής ε­πι­μέ­λειας εί­ναι ο υ­πο­μνη­μα­τι­σμός, ο ο­ποίος δεν ε­ξαν­τλεί­ται στην α­πλή λημ­μα­το­γρά­φη­ση, αλ­λά συ­χνά προ­κύ­πτει α­πό αρ­χεια­κή έ­ρευ­να. Σε αυ­τό πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γι­στεί και η συμ­βο­λή του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη, που συ­μπε­ριέ­λα­βε στο εκ­δο­τι­κό του πρό­γραμ­μα την α­ντιε­μπο­ρι­κή αυ­τή έκ­δο­ση. Εκεί­νο, πά­ντως, που κα­θί­στα­ται σα­φές α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία Λε­γκράν εί­ναι ό­τι αυ­τή η μνη­μειώ­δης Βι­βλιο­γρα­φία δεν ο­φεί­λε­ται α­πο­κλει­στι­κά σε έ­να πρό­σω­πο. Ένα  πο­σο­στό της, το ο­ποίο μέ­νει α­διευ­κρί­νι­στο, προέ­κυ­ψε μέ­σα α­πό συλ­λο­γι­κό μόχ­θο. Εκεί­νος, ε­κτός α­πό ε­μπνευ­στής και συ­στη­μα­τι­κός ε­ρα­νι­στής λημ­μά­των ο ί­διος,  κρα­τά θέ­ση μό­νι­μου συ­ντο­νι­στή και αυ­στη­ρού ε­λε­γκτή στο τε­λι­κό ά­θροι­σμα του λημ­μα­το­λο­γίου.  Πί­σω του, ό­μως, στοι­χί­ζο­νται, δη­λω­μέ­να ή ό­χι, α­κό­μη κά­ποια πρό­σω­πα. Εξ αυ­τών, το πό­σο α­κρι­βώς συ­νέ­βαλ­λε ο κα­θέ­νας συ­νι­στά έ­να ζη­τού­με­νο, το ο­ποίο ί­σως να μη μά­θου­με πο­τέ. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/5/2012.

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Μεταξύ ειρωνείας και νοσταλγίας


Βα­σί­λης Π. Κα­ρα­γιάν­νης
«Συ­γκε­χυ­μέ­νες α­γά­πες»
Εκδό­σεις Γα­βριήλ­δης
Νοέμ­βριος 2011  

Έργο του ζωγράφου Κώστα Ντιός,
που κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογής.


Με την συ­νε­χή α­πί­σχναν­ση ή και α­πλο­ποίη­ση της ελ­λη­νι­κής, που, α­πό μια νε­ο­τε­ρί­ζου­σα ο­πτι­κή χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως α­πο­λέ­πι­ση α­πό έ­να πα­λαιό­τε­ρο γλωσ­σι­κό υ­λι­κό προς εκ­συγ­χρο­νι­σμό, τα διη­γή­μα­τα του Βα­σί­λη Κα­ρα­γιάν­νη μπο­ρεί και να α­πο­μα­κρύ­νουν το ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Κά­τι οι ά­γνω­στες λέ­ξεις, κά­τι η ποι­κι­λία των εκ­φρα­στι­κών τρό­πων, κά­τι οι ει­ρω­νι­κές α­πο­χρώ­σεις, που υ­πο­σκά­πτουν το ό­ποιο στέ­ρεο έ­δα­φος μυ­θο­πλα­σίας, πι­στεύου­με ό­τι δυ­σκο­λεύουν έ­να μέ­σο ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη. Άλλω­στε και η α­νά­γνω­ση μια συ­νή­θεια εί­ναι, την ο­ποία δια­μορ­φώ­νει η κά­θε ε­πο­χή με τους δι­κούς της μέ­σους ό­ρους α­να­γνω­σμά­των. Τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ό­μως, που α­πο­κλείουν τους πολ­λούς, ελ­κύουν την α­να­γνω­στι­κή μειο­νό­τη­τα. Όσους, δη­λα­δή, δια­θέ­τουν κά­ποια λε­κτι­κή ε­πάρ­κεια και α­ρέ­σκο­νται στη σκω­πτι­κή θεώ­ρη­ση των πραγ­μά­των. Αυ­τήν τη με­ρί­δα α­να­γνω­στών την έ­χει κερ­δί­σει ο Κα­ρα­γιάν­νης και μό­νο με τους τίτ­λους των νέων διη­γη­μά­των του, έ­τσι ό­πως δεί­χνουν εκ προοι­μίου τον α­συ­νή­θη και ι­διό­τυ­πο χα­ρα­κτή­ρα της έ­μπνευ­σης.
Η πρό­σφα­τη συλ­λο­γή πε­ρι­λαμ­βά­νει ε­πτά διη­γή­μα­τα συν μια “η­μι­νου­βέ­λα”, σύμ­φω­να με τους ει­δο­λο­γι­κούς χα­ρα­κτη­ρι­σμούς του συγ­γρα­φέα. Το ε­κτε­νές πε­ζό, με τίτ­λο «Τα 6,6 της σκη­νο­πη­γίας», πα­ρου­σιά­ζει τα του σει­σμού 6,6 Ρί­χτε­ρ, που έ­πλη­ξε την πε­ριο­χή της Κο­ζά­νης στις 13 Μαΐου 1995. Αφη­γη­μα­τι­κά δια­φο­ρε­τι­κό και θε­μα­τι­κά ε­στια­σμέ­νο, δια­φο­ρο­ποιεί­ται α­πό το υ­πό­λοι­πο βι­βλίο και αυ­το­νο­μεί­ται. Αντι­θέ­τως, τα ε­πτά διη­γή­μα­τα δεν έ­χουν έ­ναν συ­γκε­κρι­μέ­νο μύ­θο, δη­λα­δή μια σα­φώς δια­γε­γραμ­μέ­νη υ­πό­θε­ση, που να συ­νο­ψί­ζε­ται και να προ­σφέ­ρε­ται για α­να­διή­γη­ση. Δια­κρί­νε­ται, ω­στό­σο, σε ό­λα έ­νας αρ­χι­κός θε­μα­τι­κός πυ­ρή­νας, ε­νώ, κα­θώς προ­χω­ρά η α­φή­γη­ση, α­πο­κα­λύ­πτο­νται και άλ­λοι δευ­τε­ρεύο­ντες. Αυ­τοί φαί­νε­ται σαν να α­να­δύο­νται α­πό τις συ­νειρ­μι­κές πα­ρεκ­βά­σεις του α­φη­γη­τή, οι ο­ποίες και α­πο­τε­λούν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του τρό­που που διη­γεί­ται. Οι α­φη­γή­σεις δεν έ­χουν ε­πι­και­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ού­τε ό­ταν πε­ρι­γρά­φουν συ­γκε­κρι­μέ­να πε­ρι­στα­τι­κά. Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πα­σχο­λεί γε­νι­κό­τε­ρα η αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, που α­νά­λο­γα με τις πε­ρι­στά­σεις δεί­χνει δια­φο­ρε­τι­κές πλευ­ρές της. Ο α­φη­γη­τής πε­ρι­γρά­φει, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, χω­ρίς να συμ­με­τέ­χει αλ­λά και χω­ρίς να μέ­νει ου­δέ­τε­ρος. Τα σχό­λιά του δεν έ­χουν χα­ρα­κτή­ρα ε­πε­ξή­γη­σης ού­τε κρι­τι­κής. Έτσι ό­πως α­να­τρέ­χει σε πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές, δια­φαί­νε­ται μια φι­λο­σο­φί­ζου­σα διά­θε­ση, που κα­θό­λου δεν ε­πι­βα­ρύ­νει την α­φή­γη­ση. Το μυ­στι­κό της α­λα­φρά­δας της εί­ναι οι δια­κυ­μάν­σεις της ει­ρω­νείας που καλ­λιερ­γεί. Σε άλ­λά ση­μεία, πα­ρα­μέ­νει δια­κρι­τι­κή, σχε­δόν κρυμ­μέ­νη μέ­σα σε α­πα­νω­τές στρώ­σεις νο­σταλ­γι­κής διά­θε­σης και άλ­λού προ­βάλ­λει σε πρώ­το πλά­νο, κά­πο­τε κα­τα­φα­νώς πε­ρι­παι­κτι­κή.
Σύμ­φω­να και με τους αι­σώ­πειους μύ­θους, τα αν­θρώ­πι­να κα­τά Κα­ρα­γιάν­νη μπο­ρούν να α­να­δειχ­θούν και με ι­στο­ρίες, που έ­χουν ή­ρωες ζώα. Ένα α­πό τα δια­σκε­δα­στι­κό­τε­ρα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τα συ­νου­σια­στι­κά ή­θη, πα­λαιό­τε­ρα και νεό­τε­ρα, ε­στιά­ζο­ντας στα α­ντί­στοι­χα των αι­γών. Ήδη, ο τίτ­λος του διη­γή­μα­τος, «Τρά­γου α­πό­δρα­ση», που στην κα­θο­μι­λου­μέ­νη θα α­πο­δι­δό­ταν «Ο τρά­γος το ’σκα­σε», δη­λώ­νει, του­λά­χι­στον για τους κι­νη­μα­το­γρα­φό­φι­λους, τον αν­θρω­πο­μορ­φι­σμό, κα­θό­σον εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τη δη­μο­φι­λή ται­νία, «Η νύ­φη το ’σκα­σε». Κα­τά τον υ­πέρ­τιτ­λο, το διή­γη­μα έ­χει τη μορ­φή “ποι­με­νι­κού ε­ρω­τι­κού δράγ­μα­τος”. Προ­σο­χή ε­δώ στο λο­γο­παί­γνιο: ο υ­πέρ­τιτ­λος πα­ρα­πέ­μπει μεν η­χη­τι­κά στο βου­κο­λι­κό δρά­μα, δια­κρι­τι­κά, ό­μως, κά­νει λό­γο για δράγ­μα, του­τέ­στιν πρό­χει­ρο σχε­δία­σμα. Όπως και να έ­χει, η ι­στο­ρία ξε­κι­νά με το δα­νει­σμό α­πό τον γεί­το­να του τρά­γου και την με­τα­γω­γή του στον στά­βλο, ό­που βρί­σκε­ται μα­ζί με τα λοι­πά κα­τοι­κί­δια του νοι­κο­κυ­ριού η γί­δα, και τε­λειώ­νει με τη φυ­γή του προ του κα­τα­να­γκα­στι­κού έρ­γου προς τον πα­ρα­κεί­με­νο “τό­πο χλο­ε­ρό  και α­να­παύ­σεως”. Απο­κτά, ω­στό­σο, σχε­δόν με­τα­νε­ο­τε­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα, κα­θώς ο κυ­ρίως κορ­μός διαν­θί­ζε­ται με εμ­βό­λι­μες, δο­κι­μια­κής φύ­σεως πα­ρεκ­βά­σεις για την τε­χνι­κή ζευ­γα­ρώ­μα­τος των βοο­ει­δών, α­πό τον δά­νειο μπου­γά μέ­χρι τις πρα­κτι­κές της σπερ­μα­τέγ­χυ­σης και του ευ­νου­χι­σμού. Ένας σχο­λια­σμός, που α­να­με­τρά ό­λο το μέ­γε­θος της βίαιης πα­ρέμ­βα­σης του αν­θρώ­που στα ε­ρω­τι­κά των ζώων προς ί­διον ό­φε­λος. Το ποι­με­νι­κό δρά­μα και τα συ­να­φή το­πο­θε­τού­νται, ό­πως αρ­μό­ζει, στο σκη­νι­κό του χω­ριού, ε­νώ οι δια­κει­με­νι­κοί δια­σκε­λι­σμοί, α­πό την ελ­λη­νι­κή μυ­θο­λο­γία στον Μπόρ­χες και τον Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κό,  δί­νουν την ευ­και­ρία για σα­τι­ρι­κά ι­ντερ­μέ­δια.
Επα­νερ­χό­με­νοι στο πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό λε­κτι­κό του βι­βλίου, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι δεν γί­νε­ται προς ε­πί­δει­ξη, αλ­λά ως βο­η­θη­τι­κό κα­τά την πρό­σμι­ξη δια­φο­ρε­τι­κών ει­δών λό­γου. Από το ι­διό­λε­κτο της α­φή­γη­σης περ­νά­με σε εκ­φρά­σεις της κα­θα­ρεύου­σας, που συ­νά­δουν με έ­ναν δο­κι­μια­κό λό­γο, κα­θώς και σε δά­νειες λέ­ξεις α­πό ξέ­να κεί­με­να, που ε­πέ­χουν θέ­ση υ­πό­μνη­σης. Ανα­πό­φευ­κτα, σε αυ­τές τις έμ­με­σες, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο πλά­γιες α­να­φο­ρές, μπο­ρεί να υ­πάρ­χουν α­πώ­λειες κα­τά την α­νά­γνω­ση. Πα­ρά­δειγ­μα, ο τίτ­λος του ε­νός α­πό τα δυο άλ­λα διη­γή­μα­τα, που, ε­πί­σης, πλέ­κο­νται γύ­ρω α­πό ε­ρω­τι­κά σμι­ξί­μα­τα, αλ­λά αυ­τά χω­ρίς συμ­βο­λι­στι­κές υ­πεκ­φυ­γές στο ζωι­κό βα­σί­λειο, πε­ρι­παί­ζο­ντας ευ­θέως τα αν­θρώ­πι­να. Ο τίτ­λος εί­ναι «Κο­λό­κες στην άμ­μο». Το θέ­μα, ό­πως προοιω­νί­ζε­ται α­πό τον τίτ­λο και τον υ­πέρ­τιτ­λο, «Κύ­πρια Επ(ε)ια», στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τα ε­πι­πό­λαια αλ­λά ό­χι και α­διά­φο­ρα ε­ρω­τι­κά παι­χνί­δια στη διάρ­κεια ε­νός τα­ξι­διού α­να­ψυ­χής στην Κύ­προ. Ο πλα­γίως σε­φε­ρι­κός τίτ­λος, μα­ζί με έ­να ε­μπει­ρί­κιο διάν­θι­σμα για την αρ­σε­νι­κή γο­νι­μο­ποιό βρο­χή και με­ρι­κούς στί­χους Κω­στή Πα­λα­μά, ε­παυ­ξά­νει τη θυ­μη­δία ό­σων α­νι­στο­ρού­νται. Το ί­διο α­πο­τέ­λε­σμα ε­πι­τυγ­χά­νε­ται στο άλ­λο ε­ρω­τι­κό διή­γη­μα, με προσ­διο­ρι­στι­κό υ­πέρ­τιτ­λο, «Αι­μα­τη­ρή η­θο­γρα­φία». Αυ­τή τη φο­ρά, χά­ρις στην υιο­θέ­τη­ση της με­θό­δου της συρ­ρα­φής αλ­λό­τριων κει­μέ­νων. Για το σω­τή­ριον έ­τος 1928, στην ε­ξι­στό­ρη­ση ε­νός ε­ρω­τι­κού δρά­μα­τος, που ο­δη­γεί στον τά­φο –α­κρι­βέ­στε­ρα σε δύο  τά­φους, κα­θό­σον πο­λύ αι­μα­τη­ρό– και τη φυ­λα­κή, πα­ρεμ­βάλ­λο­νται ει­δή­σεις το­πι­κής ε­φη­με­ρί­δας πο­λι­τι­κού και κοι­νω­νι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου Μό­νο που ε­δώ, ο κω­μι­κο­τρα­γι­κός χα­ρα­κτή­ρας της ι­στο­ρίας φαί­νε­ται σαν να α­ντα­να­κλά­ται και στη μέ­θο­δο γρα­φής της. Πι­θα­νώς, προς δια­κω­μώ­δη­ση ε­νός α­φη­γη­μα­τι­κού τρό­που, που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, στα κα­θ’ η­μάς, θεω­ρεί­ται ως σή­μα κα­τα­τε­θέν υ­ψη­λής λο­γο­τε­χνίας.
Μια α­πό τις ι­στο­ρίες της συλ­λο­γής εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νη στα κα­τορ­θώ­μα­τα των παι­δι­κών χρό­νων. Ήδη, α­πό τον τίτ­λο, «Ο Μποέμ και οι Βο­η­μοί της μνή­μης μας», άρ­χο­νται οι δια­κει­με­νι­κές σε λο­γο­τε­χνία και κι­νη­μα­το­γρά­φο νύ­ξεις. Εδώ, ό­πως δη­λώ­νε­ται ευ­θαρ­σώς και με τον υ­πό­τιτ­λο, «Μνή­μη δι­καίων με­τ’ ε­γκω­μίων», υ­πε­ρι­σχύει η νο­σταλ­γία, ε­νώ α­να­σταί­νε­ται για α­κό­μη μια φο­ρά  ο γε­νέ­θλιος τό­πος, η Κο­ζά­νη. Συ­νυ­φα­σμέ­νο, ω­στό­σο, με τον τό­πο αλ­λά και με τον χρό­νο, εί­ναι το ι­δε­ο­λο­γι­κό πα­ρελ­θόν. Μπο­ρεί α­πό το α­να­πε­πτα­μέ­νο φά­σμα της ει­ρω­νείας να ε­πι­λέ­γε­ται για τις α­να­μνή­σεις ο πε­ρι­παι­κτι­κός τό­νος, αλ­λά­ζει, ό­μως, και γί­νε­ται πι­κρός, κά­πο­τε και κα­ταγ­γελ­τι­κός, ό­ταν η α­φή­γη­ση σκο­ντά­φτει στον Εμφύ­λιο ή και στα με­τεμ­φυ­λια­κά, σε χρό­νους, δη­λα­δή, που προ­βάλ­λει κα­θο­ρι­στι­κό το δί­δυ­μο ε­θνι­κο­φρο­σύ­νης κο­μου­νι­σμού.
Στη συλ­λο­γή, με­τρά­με δυο ι­στο­ρίες τα­ξι­διω­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Μια σύ­ντο­μη, ό­που ο α­φη­γη­τής φαί­νε­ται σαν να ει­ρω­νεύε­ται το ι­τα­λι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο, ε­νώ συ­μπά­σχει με τους εκ βορ­ράς λα­θραίως ερ­χό­με­νους, ό­που δεν α­πο­φεύ­γο­νται οι ε­λα­φρώς δρα­μα­τι­κοί τό­νοι. Και μια ε­κτε­νή, που πε­ρι­γρά­φει έ­να α­νοι­ξιά­τι­κο τε­τραή­με­ρο ο­δοι­πο­ρι­κό στο Άγιο Όρος. Η α­φή­γη­ση ξε­κι­νά με την α­να­χώ­ρη­ση α­πό την Ου­ρα­νού­πο­λη την τρί­τη πρωι­νή του Σαβ­βά­του και τε­λειώ­νει με την α­να­χώ­ρη­ση για το τα­ξί­δι της ε­πι­στρο­φής α­πό το λι­μά­νι της Δάφ­νης, με­ση­μέ­ρι Τρί­της. Ο α­φη­γη­τής χα­ρα­κτη­ρί­ζει το τα­ξί­δι ε­ξαί­σιο και ε­μείς, α­πό την πλευ­ρά μας, συ­ναρ­πα­στι­κή την ε­ξι­στό­ρη­σή του. Πι­θα­νώς και για­τί α­φο­ρά ο­δοι­πο­ρι­κό σε μια πε­ριο­χή, που θα πα­ρα­μεί­νει – και κα­λώς θα κά­νει να πα­ρα­μεί­νει – φα­ντα­στι­κή για το ή­μι­συ και κά­τι του πλη­θυ­σμού, στο ο­ποίο α­νή­κου­με. Συμ­βάλ­λουν, πά­ντως, ο ελ­λει­πτι­κός χα­ρα­κτή­ρας της διή­γη­σης, η πρό­τα­ξη σε κά­θε μια α­πό τις η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές του η­με­ρή­σιου ε­ορ­το­λο­γίου και βε­βαίως, ο χιου­μο­ρι­στι­κός σχο­λια­σμός.
Απο­μέ­νει το πρώ­το διή­γη­μα της συλ­λο­γής και, κα­τά τη γνώ­μη μας, το μορ­φι­κά ε­ντε­λέ­στε­ρο. Στο α­πο­τέ­λε­σμα, συ­νε­πι­κου­ρούν, και πά­λι, ο ει­ρω­νι­κός σχο­λια­σμός
–αυ­τή τη φο­ρά κουρ­δι­σμέ­νος στο μο­τί­βο μα­ταιό­της μα­ταιο­τή­τω­ν– αλ­λά και το πυ­κνό πέ­πλο α­να­φο­ρών, που η α­φή­γη­ση α­πο­κρύ­βει. Ό,τι, βε­βαίως, μέ­νει κρυ­πτι­κό για τον α­θη­ναίο α­να­γνώ­στη, δεί­χνει να συ­νι­στά συ­νο­μι­λία με­τα­ξύ ζώ­ντων και τε­θνεώ­των, λο­γο­τε­χνών και καλ­λι­τε­χνών της Κο­ζά­νης. Στο διή­γη­μα, η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα δη­λώ­νε­ται και με τον υ­πέρ­τιτ­λο. Μό­νο που, αυ­τή τη φο­ρά, η “δια­κει­με­νι­κή πε­ρι­διά­βα­ση” ξε­κι­νά­ει α­πό διά­δο­χο του Μπόρ­χες, τον Σέρ­βο ε­βραϊκής κα­τα­γω­γής Ντα­νί­λο Κις. Εκεί­νος ή­ταν που, το 1983, πέ­ντε χρό­νια πριν τον πρώι­μο θά­να­τό του, στα 54, κα­τήρ­τι­σε την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή «Εγκυ­κλο­παί­δεια των νε­κρών», α­πο­τίο­ντας φό­ρο τι­μής σε ό­σους, λό­γω πρόω­ρου θα­νά­του κα­τά τις στα­λι­νι­κές διώ­ξεις, κα­μιά ε­κυ­κλο­παί­δεια δεν κα­τέ­γρα­ψε το ό­νο­μά τους. Σαν σε ε­γκυ­κλο­παί­δεια, και ο Κα­ρα­γιάν­νης κα­τα­γρά­φει στο διή­γη­μά του τα κα­τα­ρα­μέ­να παι­διά άλ­λων τό­πων και ε­πο­χών. Με­τα­ξύ αυ­τών, κα­τα­χω­ρεί το ό­νο­μα του με­τα­φρα­στή του βι­βλίου του Κις, Χρή­στου Αρβα­νι­τί­δη, που έ­φυ­γε νω­ρίς. Κά­ποιες άλ­λες, ω­στό­σο, α­να­φο­ρές, ό­πως ε­κεί­νη στον Νί­κο Μπε­λο­γιάν­νη, μέ­νουν πέ­ραν του δέ­ο­ντος κρυ­πτι­κές, του­λά­χι­στον για έ­ναν  φι­λο­πε­ρίερ­γο α­να­γνώ­στη. Όσο για τον τίτ­λο, «Ο πα­τών ε­πί πτω­μά­των κι ο πε­ρι­πα­τών ε­πί χρω­μά­των», μπο­ρεί να εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό το α­να­στά­σι­μο, “θα­νά­τω θά­να­τον πα­τή­σας”, αλ­λά, ταυ­τό­χρο­να, κυ­ριο­λε­κτεί, α­φού ο ή­ρωας εί­ναι έ­νας ζω­γρά­φος, που έ­χει α­να­λά­βει την ε­πί τό­που α­γιο­γρά­φη­ση μαρ­μά­ρι­νου ε­πι­τύμ­βιου. Αυ­τός δεν κα­το­νο­μά­ζε­ται. Μό­νο δί­νε­ται η πλη­ρο­φο­ρία πως, ό­ταν σπού­δα­ζε στο Πα­ρί­σι, εί­χε γνω­ρί­σει τον Σέρ­βο συγ­γρα­φέα, κι αυ­τό χά­ρις στον έλ­λη­να με­τα­φρα­στή του. Κα­τά μια άλ­λη α­φή­γη­ση, ζω­γρά­φος και συγ­γρα­φέ­ας ξη­με­ρώ­θη­καν, α­δειά­ζο­ντας την μπου­κά­λα με το τσί­που­ρο, που εί­χε στεί­λει ο Χρή­στος στον Ντα­νί­λο.
Ο συν­δυα­σμός κει­με­νι­κών και ε­ξω­κει­με­νι­κών στοι­χείων υ­πο­δη­λώ­νει ως πρό­τυ­πο του κε­ντρι­κού ή­ρωα τον ζω­γρά­φο Κώ­στα Ντιός, του ο­ποίου πί­να­κας κο­σμεί το ε­ξώ­φυλ­λο του βι­βλίου. Τον εί­χα­με ξα­να­συ­να­ντή­σει, προ χρό­νων, στο διή­γη­μα του Δη­μή­τρη Νόλ­λα «Η μη­χα­νή υ­π’ α­ριθ­μό 721». Εκεί α­να­φε­ρό­ταν έ­νας α­πό τους πιο ε­ντυ­πω­σια­κούς πί­να­κές του. Κα­θι­σμέ­νος σε μια κα­φε­τέ­ρια της Κο­ζά­νης ο Νόλ­λας, πα­ρα­τη­ρεί τον πί­να­κα, που κα­λύ­πτει ο­λό­κλη­ρο τον έ­ναν τοί­χο. Η α­μα­ξο­στοι­χία στον πί­να­κα τού φαί­νε­ται σαν να κα­τα­κρη­μνί­ζε­ται μα­ζί με τον θερ­μα­στή της μέ­σα στο δω­μά­τιο, θυ­μί­ζο­ντάς του λη­σμο­νη­μέ­νους φρου­ρούς του Ελλη­νι­σμού. Και τα δυο διη­γή­μα­τα, του Κα­ρα­γιάν­νη και του Νόλ­λα, με πλά­γιες μνείες σε αυ­τό­χει­ρες και α­δι­κο­σκο­τω­μέ­νους, ε­στιά­ζουν στη μνή­μη του τό­που. Από μια ά­πο­ψη, α­πο­τε­λεί και θέ­μα ο­λό­κλη­ρης της νέ­ας συλ­λο­γής του Κα­ρα­γιάν­νη, έ­στω και λαν­θά­νον πί­σω α­πό μια δια­βρω­τι­κή ει­ρω­νεία.  


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/5/2012.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Περιπέτειες χειρογράφου



Σάν­νυ Χαί­γκμα­ν-Χατ­ζο­πού­λου
«Τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά μου
“Η ζωή μου
με τον Κώ­στα Χατ­ζό­που­λο”»
Επι­μέ­λεια, σχό­λια, έ­ρευ­να
“Σάν­νυ και Σέ­ντα”
Μαί­ρη Χρυ­σι­κο­πού­λου
Έκδο­ση Λα­ο­γρα­φι­κό-
Ιστο­ρι­κό-Φι­λο­λο­γι­κό
Μου­σείο Αι­τω­λο­α­καρ­να­νίας
Αγρί­νιο, Δεκ. 2011

Ο Κ. Χατζόπουλος
σε σκίτσο του ζωγράφου
Σπύρου Βανδώρου.


Η βιο­γρα­φία κά­ποιου συγ­γρα­φέα δεν θεω­ρεί­ται πλέ­ον η κύ­ρια ο­δός στην προ­σέγ­γι­ση του έρ­γου του, ω­στό­σο η συμ­βο­λή της στη συ­ναρ­μο­γή των ε­πί μέ­ρους ψη­φί­δων πα­ρα­μέ­νει ση­μα­ντι­κή. Εξ ου και η σύν­θε­ση μιας α­ξιό­πι­στης βιο­γρα­φίας α­πο­τε­λεί πρω­ταρ­χι­κό αί­τη­μα. Αυ­τήν την α­νά­γκη, ω­στό­σο, δεν την σταθ­μί­ζουν πά­ντο­τε σω­στά ό­σοι συμ­βάλ­λουν στη συγ­γρα­φή της. Συ­χνά, ε­κεί­νοι που γνώ­ρι­σαν τον συγ­γρα­φέα πα­ραλ­λάσ­σουν τα γε­γο­νό­τα στις μαρ­τυ­ρίες τους, ε­νώ δεν εί­ναι και λί­γες οι πε­ρι­πτώ­σεις με­λε­τη­τών που αλ­λοιώ­νουν κα­τά την έ­ρευ­νά τους τα δε­δο­μέ­να. Με άλ­λα λό­για, οι δυο αυ­τές βα­σι­κές ο­μά­δες, στις ο­ποίες στη­ρί­ζε­ται η σύν­θε­ση της βιο­γρα­φίας ε­νός συγ­γρα­φέα, συ­χνά συλ­λαμ­βά­νο­νται να προ­τάσ­σουν προ­σω­πι­κές σκο­πι­μό­τη­τες. Αυ­τός εί­ναι έ­νας ε­πι­πλέ­ον λό­γος που η βιο­γρα­φία κά­θε συγ­γρα­φέα δεν θα πρέ­πει πο­τέ να θεω­ρεί­ται ως τε­λειω­μέ­νο έρ­γο. Από τον νέο με­λε­τη­τή α­να­μέ­νε­ται, πέ­ρα α­πό τις δια­φο­ρε­τι­κές δια­νοί­ξεις, ο έ­λεγ­χος ό­πως και η α­πο­σα­φή­νι­ση ή έ­στω ο ε­ντο­πι­σμός σκο­τει­νών ση­μείων. Αυ­τό το δι­πλό στό­χο ε­πι­χει­ρεί να ε­πι­τύ­χει η Μαί­ρη Χρυ­σι­κο­πού­λου με το πρό­σφα­το βι­βλίο της για τον Κω­στα­ντί­νο Χατ­ζό­που­λο. 
Στο πρώ­το και κύ­ριο μέ­ρος του βι­βλίου, δη­μο­σιεύει την αυ­το­βιο­γρα­φι­κή διή­γη­ση της συ­ζύ­γου του, Σάν­νυς Χαί­γκμα­ν-Χατ­ζο­πού­λου και, εν συ­νε­χεία, πα­ρα­θέ­τει τα στοι­χεία που προέ­κυ­ψαν α­πό την έ­ρευ­νά της γύ­ρω α­πό την αυ­θε­ντι­κό­τη­τα του κει­μέ­νου. Χω­ρίς α­πο­σιω­πή­σεις, ξε­δι­πλώ­νει τις πε­ρι­πέ­τειες ε­νός, σή­με­ρα πλέ­ον, χα­μέ­νου χει­ρο­γρά­φου. Πα­ρό­λα αυ­τά, α­φή­νει α­νοι­κτή την αι­σιό­δο­ξη εκ­δο­χή να πρό­κει­ται για έ­να λαν­θά­νον χει­ρό­γρα­φο. Γε­γο­νός, πά­ντως, εί­ναι ό­τι το κεί­με­νο δη­μο­σιεύε­ται ε­πι­τέ­λους α­κέ­ραιο στα ελ­λη­νι­κά. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι η με­τά­φρα­σή του α­πό την κό­ρη του Χατ­ζό­που­λου, Σέ­ντα, ή­ταν δια­θέ­σι­μη α­πό το 1980, ε­πο­χή που ε­κεί­νη κα­τέ­θε­σε ο­λό­κλη­ρο το οι­κο­γε­νεια­κό αρ­χείο στο Ε.Λ.Ι.Α.. Από τό­τε, το κεί­με­νο α­πο­τέ­λε­σε δο­μι­κό στοι­χείο της βιο­γρα­φίας Χατ­ζό­που­λου. Απο­σπά­σμα­τα δη­μο­σιεύ­θη­καν σε με­λέ­τες, ε­νώ, το 2005, εκ­δό­θη­κε για πρώ­τη φο­ρά α­κέ­ραιο στα γαλ­λι­κά, ως συ­νο­δευ­τι­κό σε με­τά­φρα­ση δυο διη­γη­μά­των του. Σε έ­να δεύ­τε­ρο μέ­ρος του βι­βλίου, η Χρυ­σι­κο­πού­λου συ­μπλη­ρώ­νει τα βιο­γρα­φι­κά του, δί­νο­ντας πλη­ρο­φο­ρίες σχε­τι­κές με τον τό­πο και την κα­τα­γω­γή του. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, συ­νε­χί­ζει να κα­τα­θέ­τει τη μαρ­τυ­ρία της α­πό την προ­νο­μιού­χο θέ­ση της συ­ντο­πί­τισ­σας, που εί­χε αρ­χί­σει προ ει­κο­σα­ε­τίας στο ε­πι­στη­μο­νι­κό συ­μπό­σιο, με τίτ­λο, «Ο Κω­στα­ντί­νος Χατ­ζό­που­λος ως συγ­γρα­φέ­ας και θεω­ρη­τι­κός», το ο­ποίο εί­χε διορ­γα­νώ­σει ο Φι­λο­λο­γι­κός Όμι­λος Αγρι­νίου, που φέ­ρει το ό­νο­μά του.

Το μυ­στή­ριο του χει­ρο­γρά­φου

Αν θέ­λου­με να α­να­τρέ­ξου­με στην α­φε­τη­ρία της συγ­γρα­φής τού αυ­το­βιο­γρα­φι­κού κει­μέ­νου της Χαί­γκμαν, θα πρέ­πει να α­να­φέ­ρου­με ως κι­νη­τή­ριο μο­χλό τον Γιώρ­γο Βα­λέ­τα. Μυ­τι­λη­νιός, φι­λό­λο­γος Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης, μέ­λος της γε­νιάς του με­σο­πο­λέ­μου, εί­χε βά­λει σκο­πό της ζωής του την κα­τάρ­τι­ση Απά­ντων ο­ρι­σμέ­νων πα­λαιό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, τα ο­ποία εί­χε προ­γραμ­μα­τί­σει να συ­νο­δεύο­νται α­πό βιο­γρα­φία και βι­βλιο­γρα­φία. Την σχε­τι­κή έ­ρευ­να και την πε­ρι­συλ­λο­γή του σκόρ­πιου υ­λι­κού τις εί­χε ξε­κι­νή­σει α­πό τον με­σο­πό­λε­μο. Ωστό­σο, τους α­να­γκαίους οι­κο­νο­μι­κούς πό­ρους άρ­γη­σε να τους ε­ξα­σφα­λί­σει. Έτσι οι πρώ­τοι τό­μοι της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Βι­βλιο­θή­κης του, ό­πως την α­πο­κά­λε­σε, εκ­δό­θη­καν στη δε­κα­ε­τία του ’50.
Ανά­με­σα στους πρώ­τους, που ήλ­κυ­σαν το εν­δια­φέ­ρον του φαί­νε­ται ό­τι ή­ταν ο Χατ­ζό­που­λος. Ιδε­ο­λό­γος σο­σια­λι­στής και δη­μο­τι­κι­στής, θα πρέ­πει να α­πο­τε­λού­σε το ι­δα­νι­κό πρό­τυ­πο προ­γό­νου. Στο τρί­το α­φιέ­ρω­μα πε­ριο­δι­κού, αυ­τό της «Νέ­ας Εστίας» (Οκτ. 1940), για τα ει­κο­σά­χρο­να α­πό τον θά­να­τό του, ο Βα­λέ­τας ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι το 1933 εί­χε γρά­ψει στην χή­ρα του Χατ­ζό­που­λου, ζη­τώ­ντας βιο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρίες. Τε­λι­κά, η α­νταλ­λα­γή ε­πι­στο­λών και κυ­ρίως, η προ­θυ­μία της, του έ­δω­σαν την ι­δέα να την πα­ρο­τρύ­νει να α­φη­γη­θεί τις α­να­μνή­σεις της. Εκεί­νη, α­φο­σιω­μέ­νη δια βίου στη μνή­μη του Έλλη­να, κα­τα­πώς τον εί­χε αρ­χι­κά βα­φτί­σει, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα του έ­στει­λε “δυο τό­μους γερ­μα­νι­κά γραμ­μέ­νους”. Η πρώ­τη, α­ναμ­φι­βό­λως κα­λο­προ­αί­ρε­τη, αυ­θαι­ρε­σία του Βα­λέ­τα εί­ναι η αλ­λα­γή του τίτ­λου. Η Χαί­γκμαν τιτ­λο­φο­ρού­σε τη διή­γη­σή της «Οι α­να­μνή­σεις μου», ε­νώ ε­κεί­νος, στο δη­μο­σίευ­μα της «Νέ­ας Εστίας», ό­που και πα­ρα­θέ­τει δυο α­πο­σπά­σμα­τα, χρη­σι­μο­ποιεί τον μάλ­λον πα­ρά­ται­ρο τίτ­λο «Τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά μου». Στη συ­νέ­χεια, δεν κα­τόρ­θω­σε να τη­ρή­σει την υ­πό­σχε­ση, που της εί­χε δώ­σει, δη­λα­δή να τα δη­μο­σιεύ­σει ως συ­νο­δευ­τι­κά στα Άπα­ντα  Χατ­ζό­που­λου, α­φού, μέ­χρι τον θά­να­τό της (13 Ιουλ. 1952), δεν εί­χε ε­ξευ­ρε­θεί εκ­δό­της.
Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, τα ί­χνη του χει­ρο­γρά­φου μπερ­δεύο­νται. Από δυο ε­πι­στο­λές Βα­λέ­τα προς Χαί­γκμαν των αρ­χών του 1937, συ­νά­γε­ται: Πρώ­τον, ό­τι Απρί­λιο 1935 της έ­στει­λε το χει­ρό­γρα­φο μέ­σω του Κώ­στα Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου, πρώ­του ε­ξά­δελ­φου του Χατ­ζό­που­λου. Δεύ­τε­ρον, ό­τι το χει­ρό­γρα­φο δεν έ­φτα­σε τό­τε στα χέ­ριά της. Πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, με­τά το 1960, η Χρυ­σι­κο­πού­λου θυ­μά­ται τον Βα­λέ­τα να λέει ό­τι η κό­ρη τον κα­τη­γο­ρεί πως πα­ρα­κρά­τη­σε το χει­ρό­γρα­φο. Επί­σης, το 1984, σε ε­πι­στο­λή του προς την κό­ρη του Χατ­ζό­που­λου, της ζη­τά­ει ε­πί­μο­να συ­νά­ντη­ση, κα­θώς ε­κεί­νη δεν έ­δι­νε ά­δεια προς έκ­δο­ση των Απά­ντων Χατ­ζό­που­λου και των Απο­μνη­μο­νευ­μά­των της μη­τέ­ρας της. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι το 1978, η Σέ­ντα δί­νει με­τα­φρα­σμέ­να α­πο­σπά­σμα­τα της α­φή­γη­σης της μη­τέ­ρας της στην Κρί­στα Ανε­μού­δη-Αρζό­γλου, που α­σχο­λεί­ται με τα κρι­τι­κά κεί­με­να του Χατ­ζό­που­λου, και δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κα­τα­θέ­τει τη με­τά­φρα­ση ο­λό­κλη­ρου του κει­μέ­νου, μα­ζί με τις σω­ζό­με­νες ε­πι­στο­λές Βα­λέ­τα, στο Ε.Λ.Ι.Α..
Πολ­λές εί­ναι οι α­πο­ρίες, που γεν­νιού­νται και τις ο­ποίες συ­νο­ψί­ζει η Χρυ­σι­κο­πού­λου, α­φού, προ­η­γου­μέ­νως, ε­ρεύ­νη­σε ε­πί μα­ταίω πι­θα­νά αρ­χεία για τον ε­ντο­πι­σμό του χει­ρο­γρά­φου. Κα­τά μια εκ­δο­χή, σύμ­φω­νη με ό­σα υ­πο­στή­ρι­ζε ο Βα­λέ­τας, θα πρέ­πει το χει­ρό­γρα­φο να εί­χε ξε­μεί­νει στα χέ­ρια του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου και να ε­στά­λη στη Σάν­νυ με­τά τις ε­πι­στο­λές του 1937. Αυ­τό τεκ­μαί­ρε­ται και α­πό το γε­γο­νός, ό­τι στο α­φιέ­ρω­μα της «Νέ­ας Εστίας», α­φε­νός μεν δη­μο­σιεύε­ται με­λέ­τη του Βα­λέ­τα που βιο­γρα­φεί τον Χατ­ζό­που­λο στη­ριγ­μέ­νη στο κεί­με­νό της, ό­που την μνη­μο­νεύει ως την υ­πέ­ρο­χη γυ­ναί­κα, που πραγ­μα­τι­κά έ­σω­σε το Χατ­ζό­που­λο και α­φε­τέ­ρου η ί­δια υ­πο­γρά­φει τη με­τά­φρα­ση των δυο α­πο­σπα­σμά­των. Οπό­τε, η κό­ρη θα πρέ­πει να ψεύ­δε­ται και ο λό­γος να εί­ναι η φη­μο­λο­γού­με­νη α­ντι­πά­θειά της για τον Βα­λέ­τα. Κα­τά την γαλ­λί­δα με­τα­φρά­στρια Νι­κόλ Λε Μπρι, αυ­τό ο­φεί­λε­ται στην κομ­μου­νι­στι­κή ι­δε­ο­λο­γία, που φαί­νε­ται να του α­πο­δί­δουν. Ενώ, η Χρυ­σι­κο­πού­λου προ­σθέ­τει την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι η Σέ­ντα εί­χε κά­νει δυο γά­μους, τον πρώ­το με φιν­λαν­δό α­ξιω­μα­τού­χο και ό­ταν χή­ρε­ψε, στη δε­κα­ε­τία του ’60, με τον δι­κη­γό­ρο Πε­ρι­κλή Δρί­βα, τον ο­ποίο χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­κρο­δε­ξιό. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, η Σέ­ντα αρ­νεί­το ό­τι ο πα­τέ­ρας της ή­ταν σο­σια­λι­στής. Στη με­τά­φρα­ση του κει­μέ­νου της μη­τέ­ρας της δεν α­να­φέ­ρε­ται ό­τι ε­κεί­νος εί­χε με­τα­φρά­σει το Κομ­μου­νι­στι­κό Μα­νι­φέ­στο, ό­που μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για δι­κή της πα­ρέμ­βα­ση. Όπως και να έ­χει, αυ­τή εί­ναι η αι­σιό­δο­ξη εκ­δο­χή, για­τί ση­μαί­νει ό­τι με­τέ­φρα­σε α­πό το πρω­τό­τυ­πο, το ο­ποίο ε­πι­λε­κτι­κά, τρό­πον τι­νά, μπο­ρεί και να λο­γό­κρι­νε. Γι’ αυ­τό, πι­θα­νώς, και να μην το πα­ρέ­δω­σε μα­ζί με το υ­πό­λοι­πο αρ­χείο. Κα­τά αυ­τήν την εκ­δο­χή, θα πρέ­πει να ε­ξαί­ρε­σε και το σώ­μα των ε­πι­στο­λών Βα­λέ­τα. 
Κα­τά μια δεύ­τε­ρη εκ­δο­χή, εί­ναι ο Βα­λέ­τας ε­κεί­νος που ψεύ­δε­ται. Αν, ό­μως, το γερ­μα­νι­κό χει­ρό­γρα­φο δεν ε­πι­στρά­φη­κε στη Σάν­νυ, α­πό ποιο χει­ρό­γρα­φο έ­γι­νε η με­τά­φρα­ση; Ήταν ε­κεί­νη τό­σο συ­στη­μα­τι­κή, ώ­στε να κρα­τή­σει α­ντί­γρα­φο; Εκτός κι αν δεν πρό­κει­ται για με­τά­φρα­ση, αλ­λά για κεί­με­νο, που  έ­γρα­ψε η Σέ­ντα. Θα μπο­ρού­σε να υ­πο­θέ­σει κα­νείς α­πό μνή­μης, αν και δεν εί­ναι κα­θό­λου σί­γου­ρο, ό­τι  εί­χε δια­βά­σει τη διή­γη­ση της μη­τέ­ρας της, α­φού τη δε­κα­ε­τία του ’30 εί­χε τη δι­κή της οι­κο­γέ­νεια και πι­θα­νώς, δεν κα­τοι­κού­σαν ού­τε καν στην ί­δια πό­λη. Το γε­γο­νός ό­τι δια­τη­ρεί­ται η αλ­λη­λου­χία των γε­γο­νό­των, δεί­χνει την ύ­παρ­ξη κά­ποιου πρω­τό­τυ­που κει­μέ­νου. Σύμ­φω­να με το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό της ση­μείω­μα, εί­χε α­σχο­λη­θεί με τη με­τά­φρα­ση ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας και εί­χε εκ­δώ­σει ποιη­τι­κές συλ­λο­γές. Άρα, εί­χε συγ­γρα­φι­κές φι­λο­δο­ξίες. Αυ­τή εί­ναι η δυ­σά­ρε­στη εκ­δο­χή, για­τί η κό­ρη, ό­ταν πέ­θα­νε ο πα­τέ­ρας της ή­ταν δέ­κα ο­κτώ ε­τών, ο­πό­τε δια­τη­ρεί λι­γο­στές α­να­μνή­σεις α­πό τα πρώ­τα χρό­νια και γρά­φει με βά­ση διη­γή­σεις της μη­τέ­ρας της. 
Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, πα­ρα­μέ­νει ά­γνω­στη η τύ­χη του χει­ρο­γρά­φου. Ανά­με­σα στα αρ­χεία που ε­ρεύ­νη­σε η Χρυ­σι­κο­πού­λου, δεν α­να­φέ­ρε­ται ε­κεί­νο της Σέ­ντας, που θα πρέ­πει να έ­μει­νε στους ό­ποιους κλη­ρο­νό­μους της. Εκεί, α­κό­μη κι αν δεν υ­πάρ­χει κά­ποιο γερ­μα­νι­κό πρω­τό­τυ­πο, θα σώ­ζο­νται οι υ­πό­λοι­πες ε­πι­στο­λές Βα­λέ­τα. Με­γα­λύ­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει το αρ­χείο Βα­λέ­τα. Σε αυ­τό, α­κό­μη κι αν δεν υ­πάρ­χει το γερ­μα­νι­κό πρω­τό­τυ­πο, θα πρέ­πει να σώ­ζο­νται ε­πι­στο­λές της Σάν­νυ, αλ­λά και κά­ποια με­τα­φρά­σμα­τα βά­σει του χει­ρο­γρά­φου. Πι­στεύου­με ό­τι μάλ­λον δεν δό­θη­κε η α­να­λο­γού­σα ση­μα­σία  στον σκιώ­δη τρί­το άν­θρω­πο. Όταν ο Βα­λέ­τας ζη­τού­σε με­τά ε­πι­μο­νής τις α­να­μνή­σεις της Σάν­νυ, θα πρέ­πει να εί­χε ή­δη κα­τά νου κά­ποιον γερ­μα­νο­μα­θή φί­λο, που θα του τα με­τέ­φρα­ζε προ­φο­ρι­κά, γρα­πτά, εν πε­ρι­λή­ψει, ε­πα­κρι­βώς, με κά­ποιο, πά­ντως, τρό­πο. Ακό­μη κι αν δε­χτού­με ό­τι ε­πέ­στρε­ψε το χει­ρό­γρα­φο, εί­ναι δυ­να­τόν ο ί­διος να μην κρά­τη­σε κά­ποιας μορ­φής α­ντί­γρα­φο; Πό­σο εύ­κο­λο, ό­μως, ή­ταν τό­τε και μά­λι­στα στη Μυ­τι­λή­νη, έ­να α­ντί­γρα­φο γερ­μα­νι­κού χει­ρο­γρά­φου; Ύστε­ρα, υ­πάρ­χει η με­τά­φρα­ση των δυο α­πο­σπα­σμά­των του α­φιε­ρώ­μα­τος της «Νέ­ας Εστίας». Η Χρυ­σού­λα Σπυ­ρέ­λη, που συ­νει­σφέ­ρει στο βι­βλίο της Χρυ­σι­κο­πού­λου έ­να ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νο με­τα­θα­νά­τιο χρο­νο­λό­γιο Χατ­ζό­που­λου, το ο­ποίο κα­λύ­πτει τα 90 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του (1920-2010), υ­πο­θέ­τει ό­τι η με­τά­φρα­ση έ­γι­νε α­πό την Σάν­νυ και ό­τι πι­θα­νώς να την υ­πα­γό­ρευ­σε στον Βα­λέ­τα. Αν και δεν μπο­ρεί να α­πο­κλει­στεί το εν­δε­χό­με­νο να μην ε­νη­με­ρώ­θη­κε για το α­φιέ­ρω­μα, δε­δο­μέ­νου ό­τι κα­τοι­κού­σε στην Φιν­λαν­δία, που βρι­σκό­ταν υ­πό σο­βιε­τι­κή κα­το­χή.

Δυο με­τα­φρα­στές

Ο με­τα­φρα­στής των α­πο­σπα­σμά­των της «Νέ­ας Εστίας» εί­τε έ­χει έ­να γλα­φυ­ρό γερ­μα­νι­κό πρω­τό­τυ­πο εί­τε ε­κεί­νος το με­τα­πλά­θει σε γλα­φυ­ρή ε­ξι­στό­ρη­ση. Αυ­τό, ό­μως, το τε­λευ­ταίο θα μπο­ρού­σε να εί­ναι έρ­γο του Βα­λέ­τα, αν δε­χτού­με την εκ­δο­χή της Σπυ­ρέ­λη ό­τι η με­τά­φρα­ση α­πό την Σάν­νυ ή­ταν προ­φο­ρι­κή κα­θ’ υ­πα­γό­ρευ­ση. Επί­σης, θα μπο­ρού­σε να ή­ταν έρ­γο του γερ­μα­νο­μα­θή φί­λου του. Πά­ντως, η τε­λι­κή με­τά­φρα­ση δεν έ­χει α­ντί­στοι­χες λο­γο­τε­χνι­κές α­ξιώ­σεις. Εκεί­νο που α­νη­συ­χεί πε­ρισ­σό­τε­ρο, εί­ναι η κά­ποια α­ο­ρι­στία, που πα­ρα­τη­ρεί­ται στην τε­λι­κή με­τά­φρα­ση, ό­σο α­φο­ρά συ­γκε­κρι­μέ­να γε­γο­νό­τα, σε σύ­γκρι­ση με τα πριν δη­μο­σιευ­μέ­να α­πο­σπά­σμα­τα. Σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, πα­ρα­τη­ρεί­ται τά­ση να στρογ­γυ­λευ­τούν τα συμ­βά­ντα, ε­νώ δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση ό­τι ο τρό­πος, που η γρά­φου­σα πε­ρι­γρά­φει τα αι­σθή­μα­τά της εί­ναι σχη­μα­τι­κός. Όπως και να έ­χει, χά­ρις στο πρό­σφα­το βι­βλίο, έ­χου­με μια κα­θα­ρό­τε­ρη ει­κό­να. Η έ­ρευ­να της Χρυ­σι­κο­πού­λου διορ­θώ­νει ο­ρι­σμέ­νες σκό­πι­μες πα­ρα­ποιή­σεις της Σέ­ντας, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, α­πο­κρύ­βει πλη­ρο­φο­ρίες, ε­νώ φαί­νε­ται και η ση­μα­σία του αρ­χείου Βα­λέ­τα, που οι κλη­ρο­νό­μοι του δεν α­ξιο­ποιούν α­ντί­στοι­χα. Να προ­σθέ­σου­με, ό­τι, στο πρό­σφα­το βι­βλίο, δη­μο­σιεύε­ται έ­νας με­γά­λος α­ριθ­μός φω­το­γρα­φιών, που συ­νι­στούν τεκ­μή­ρια για τους δυο κό­σμους του συγ­γρα­φέα, τον πα­τρο­γο­νι­κό του Αγρι­νίου και τον φιν­λαν­δι­κό της συ­ζύ­γου και της κό­ρης του.
   Εκεί­νο, που έ­χει γε­νι­κό­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον, εί­ναι ό­τι η μνή­μη Χατ­ζό­που­λου συ­ντη­ρεί­ται τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες α­πό τους συ­ντο­πί­τες του. Δι­κό τους έρ­γο εί­ναι το Συ­μπό­σιο του 1993, η βρα­βευ­μέ­νη μο­νο­γρα­φία του Τά­κη Καρ­βέ­λη «Κω­στα­ντί­νος Χατ­ζό­που­λος ο πρω­το­πό­ρος» και το πρό­σφα­το βι­βλίο. Όσο για την α­θη­ναϊκή φρο­ντί­δα, πε­ριο­ρί­στη­κε σε μια α­να­μνη­στι­κή πλά­κα στο σπί­τι του ε­πί της ο­δού Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Όχι, την πο­λυ­κα­τοι­κία στη γω­νία Ισαύ­ρων και Μαυ­ρο­μι­χά­λη, σε δια­μέ­ρι­σμα της ο­ποίας έ­μει­νε νιό­πα­ντρος και γεν­νή­θη­κε η κό­ρη του, αλ­λά στο δεύ­τε­ρο, που α­γό­ρα­σε στις αρ­χές του 1920. Σώ­ζε­ται, ό­πως το πε­ρι­γρά­φει η α­φή­γη­ση: τριώ­ρο­φο, με ω­ραία μπαλ­κό­νια. Μό­νο που δεν έ­ζη­σε σε αυ­τό πα­ρά λί­γους μή­νες. Στην ε­ντοι­χι­σμέ­νη α­να­μνη­στι­κή πλά­κα α­να­φέ­ρε­ται α­ο­ρί­στως ό­τι ε­κεί έ­ζη­σε, και ε­πι­πλέ­ον, α­να­γρά­φε­ται η ε­σφαλ­μέ­νη  πλη­ρο­φο­ρία ό­τι γεν­νή­θη­κε το 1871. Ποιος ε­πω­μί­στη­κε τα βά­ρη τό­σο με­γά­λης και α­ξιο­ζή­λευ­της φρο­ντί­δας, μέ­νει ά­γνω­στο.     

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου


Παρατεινόμενη σύγχυση


Το 1898 ο Κω­στα­ντί­νος Χατ­ζό­που­λος, πε­ρι­στοι­χι­σμέ­νος α­πό μια ο­μά­δα άλ­λων νε­α­ρών, εκ­δί­δει το βρα­χύ­βιο (Νοε. 1898-Οκτ. 1899), αλ­λά πρω­το­πο­ρια­κό για την ε­πο­χή, λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό «Η Τέ­χνη». Η ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού έ­χει διτ­τό χα­ρα­κτή­ρα. Απο­τε­λεί βή­μα ι­δεών της νε­α­ρής τό­τε σο­σια­λι­στι­κής δια­νό­η­σης και, ε­πί­σης, το πρώ­το λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό που υιο­θε­τεί ε­ξαρ­χής και γρά­φε­ται στη δη­μο­τι­κή. Προ­κα­λεί, βε­βαίως, ο­ξυμ­μέ­νες α­ντι­δρά­σεις α­πό τους τό­τε συ­ντη­ρη­τι­κούς κύ­κλους, ι­δίως στη χρή­ση της δη­μο­τι­κής, Κα­θό­λου πα­ρά­δο­ξο. Υπήρ­χαν οι κα­θιε­ρω­μέ­νες α­ντι­λή­ψεις ε­πί του γλωσ­σι­κού και κα­θώς το κί­νη­μα του Δη­μο­τι­κι­σμού βρί­σκε­ται α­κό­μη στα πρώ­τα του βή­μα­τα, στις με­τα­ξύ τους α­ψι­μα­χίες α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται ως α­προ­σάρ­μο­στος προ­πέ­της. Στο κέ­ντρο της δια­μά­χης βρί­σκε­ται ο Ψυ­χά­ρης, ε­νώ α­νά­με­σα στους σθε­να­ρούς, που κρα­τούν τις προ­φυ­λα­κές του κι­νή­μα­τος, βρί­σκε­ται ο Χατ­ζό­που­λος. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, αλ­λά και εύ­στο­χο, ε­πί του γλωσ­σι­κού δι­χα­σμού εί­ναι αυ­τό που γρά­φει λί­γο αρ­γό­τε­ρα (8/1/1907) σε Γερ­μα­νό ελ­λη­νι­στή φί­λο του, ο ο­ποίος του ζη­τά ε­τυ­μο­λο­γι­κές διευ­κρι­νί­σεις: Μας κα­τή­ντη­σαν και η δη­μο­τι­κή και η κα­θα­ρεύου­σα ξέ­νες, πη­δού­με, σαν τό­πια, α­νά­με­σα σε δυο τοί­χους, α­πό τη μια στην άλ­λη.
 Σ’ αυ­τήν την πρώι­μη φά­ση της γλωσ­σι­κής δια­μά­χης, έ­νας α­πό τον κύ­κλο του πε­ριο­δι­κού, ο Κω­στής Πα­σα­γιάν­νης, δια­τη­ρού­σε πλού­σια μαλ­λιά και γέ­νια. Αυ­τόν εί­δε κά­ποιο βρά­δυ ο Γιάν­νης Κον­δυ­λά­κης στο κα­φε­νείο του Ζα­χα­ρά­του, ό­που σύ­χνα­ζαν οι πε­ρισ­σό­τε­ροι λό­γιοι της ε­πο­χής, και δεί­χνο­ντάς τον σε φί­λους του, τον α­πο­κά­λε­σε Μ α λ λ ι α ρ ό. Το ε­πί­θε­το, υ­περ­βαί­νο­ντας τις αρ­χι­κές προ­θέ­σεις του Κον­δυ­λά­κη, γε­νι­κεύ­τη­κε. Έγι­νε μό­δα στο στρα­τό­πε­δο των κα­θα­ρο­λό­γων και κα­τέ­λη­ξε σε συ­νώ­νυ­μο του χυ­δαϊστής ή ψυ­χα­ρι­στής. Χω­ρίς κα­μία α­να­στο­λή το υιο­θέ­τη­σαν αρ­γό­τε­ρα στην πο­λε­μι­κή τους και οι ί­διοι οι δη­μο­τι­κι­στές, κυ­ρίως α­πό το στε­νό πε­ρι­βάλ­λον του ΝΟΥ­ΜΑ, με­τριά­ζο­ντας με τη χρή­ση τον χλευα­στι­κό του τό­νο. Έτσι, α­πό έ­να τυ­χαίο συμ­βάν και μια έ­μπνευ­ση της στιγ­μής, που μοιά­ζουν με πα­ρα­φι­λο­λο­γία, προέ­κυ­ψε και έ­χει γραμ­μα­το­λο­γι­κά κω­δι­κο­ποιη­θεί, μα­ζί με τα πα­ρά­γω­γα, ο  πιο γνω­στός  χα­ρα­κτη­ρι­σμός του Δη­μο­τι­κι­σμού. Αντι­θέ­τως, το ί­διο το συμ­βάν και ο ο­νο­μα­το­θέ­της έ­χουν βυ­θι­στεί στην α­φά­νεια.  Λο­γι­κό, α­φού στη λο­γο­τε­χνία, ό­πως και ο­που­δή­πο­τε αλ­λού,  υ­πάρ­χει ο σκο­τει­νός βυ­θός.
 Κα­τά δαι­μο­νι­κή σύ­μπτω­ση, - αυ­τό ό­χι πα­ρα­φι­λο­λο­γία αλ­λά φι­λο­λο­γι­κό ζη­τού­με­νο - την η­μέ­ρα που η ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία πεν­θεί το θά­να­το του Κον­δυ­λά­κη (25/7/1920), με κά­ποιες ώ­ρες δια­φο­ρά προς τα πί­σω (24/7), πεν­θεί και το θά­να­το του Χατ­ζό­που­λου. Εκεί­νος α­πε­βίω­σε εν πλώ προς Ιτα­λία και ε­ντα­φιά­σθη­κε πρό­χει­ρα στο Μπρί­ντι­ζι. Οι   α­σχο­λού­με­νοι με τον Χατ­ζό­που­λο, ό­σους του­λά­χι­στον ε­λέγ­ξα­με, δέ­σμιοι των Απο­μνη­μο­νευ­μά­των της συ­ζύ­γου του, πέ­φτουν στην ε­πι­κίν­δυ­νη πα­γί­δα Πα­λαιού και Νέ­ου Ημε­ρο­λο­γίου, κα­τα­χω­ρώ­ντας ως η­με­ρο­μη­νία θα­νά­του την πα­ρα­δι­δό­με­νη α­πό ε­κεί­νη: 5 Αυγ. 1920. Έχει ά­ρα­γε αυ­τό κα­μιά α­ξία; Μπο­ρεί ναι, μπο­ρεί και ό­χι. Εξαρ­τά­ται. Εάν, πά­ντως, γί­νει   α­πο­δε­κτή, τό­τε ο Χατ­ζό­που­λος α­πε­βίω­σε με­τά την υ­πο­γρα­φή της Συν­θή­κης των Σε­βρώ­ν(28/7), με­τά την α­πό­πει­ρα δο­λο­φο­νίας του Βε­νι­ζέ­λου στο Πα­ρί­σι (30/7) και με­τά τη δο­λο­φο­νία του Ίω­νος Δρα­γού­μη στην Αθή­να (31/7). Όλα, δη­λα­δή, αυ­τά τα βα­ρυ­σή­μα­ντα γε­γο­νό­τα, τα ο­ποία έ­χουν προ­η­γη­θεί του ξαφ­νι­κού θα­νά­του του, μέ­νουν, σύμ­φω­να με τα Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, α­διά­φο­ρα και α­σχο­λία­στα α­πό τον Χατ­ζό­που­λο. Εί­ναι μεν προ­φα­νές, αλ­λά, ό­πως φαί­νε­ται, ό­χι αυ­το­νό­η­το. Ή, λοι­πόν, ό­λα πα­ρα­τάσ­σο­νται σε αρ­μο­νι­κή αλ­λη­λου­χία με το Πα­λαιό η­με­ρο­λό­γιο ή, δια­φο­ρε­τι­κά, ... α­νά­στα ο Κύ­ριος σε ό­σα έ­χουν συμ­βεί πριν και με­τά θά­να­τον. Εάν, μά­λι­στα, προς γε­νι­κό­τε­ρο συ­σχε­τι­σμό τον το­πο­θε­τή­σου­με στο κέ­ντρο, με­τα­ξύ αυ­τών που προ­η­γού­νται και ε­κεί­νων που έ­πο­νται του θα­νά­του, τό­τε η σύγ­χυ­ση ε­πι­τεί­νε­ται. Όλα δια­τα­ράσ­σο­νται  και η  α­ντι­στοι­χία Χατ­ζό­που­λου με τα συμ­φρα­ζό­με­να της ε­πο­χής κα­τα­λή­γει πα­ρα­πλα­νη­τι­κή. Πρό­κει­ται, βέ­βαια, για α­κού­σιο λά­θος. Πα­ρό­λα αυ­τά, κα­λό εί­ναι να μη διαιω­νί­ζε­ται, του­λά­χι­στον στις τά­ξεις των φι­λο­λο­γού­ντων. Το ί­διο, ε­πί­σης, σε κά­θε εί­δους η­με­ρο­λο­για­κές πλη­ρο­φο­ρίες. Για πα­ρά­δειγ­μα, θα λέ­γα­με κραυ­γα­λέ­ας α­να­κρί­βειας, η Χαί­γκμαν α­να­φέ­ρει στα Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ως θε­α­τρι­κή πρε­μιέ­ρα του Φά­ου­στ, έρ­γο υ­πο­δειγ­μα­τι­κής με­τά­φρα­σης α­πό τον Χατ­ζό­που­λο, την 18η Δεκ. 1904. Εί­ναι, ω­στό­σο, ε­ξα­κρι­βω­μέ­νο ό­τι η ε­πί­ση­μη ή πα­νη­γυ­ρι­κή πα­ρά­στα­ση στο Βα­σι­λι­κό Θέ­α­τρο δό­θη­κε  νω­ρί­τε­ρα, 27 Νοε. του ι­δίου έ­τους, ε­νώ ως πρώ­τη πα­ρά­στα­ση κα­τα­γρά­φε­ται ε­κεί­νη της 20ης Νοε. Συ­νε­πώς, ό­λες οι πλη­ρο­φο­ρίες πρέ­πει να ε­λέγ­χο­νται προς ε­ξά­λει­ψη πι­θα­νών λα­θών, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο σε πε­ρι­πτώ­σεις ό­πως αυ­τή του Χατ­ζό­που­λου, που δεν έ­χει βι­βλιο­γρα­φι­κά διε­ρευ­νη­θεί ό­σο της α­να­λο­γεί ως λο­γο­τε­χνι­κό α­νά­στη­μα.
 Χατ­ζό­που­λου θέ­λο­ντος, μπο­ρεί να ε­πα­νέλ­θου­με.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/4/2012.


Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Δεύτερη Πάπισσα Ιωάννα


Μα­ριέτ­τα Γιαν­νο­πού­λου-Μι­νώ­του
«Η αυ­θε­ντι­κή ι­στο­ρία της
Πά­πισ­σας Ιωάν­νας»
Ει­σα­γω­γή-Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Πέρ­σα Απο­στο­λή
Εκδό­σεις Πε­ρί­πλους
Ια­νουά­ριος 2012

Πορτρέτο της Πάπισσας
Ιωάννας σε νεαρή ηλικία,
από γκραβούρα
δημοσιευμένη
στο βιβλίο του Φιορέττι.



Δεν κυ­νη­γά­με ε­μείς τις ε­πε­τείους, τα βι­βλία έρ­χο­νται και μας τις θυ­μί­ζουν. Την ε­πέ­τειο της συ­μπλή­ρω­σης πε­νή­ντα χρό­νων α­πό το θά­να­το της Μα­ριέτ­τας Γιαν­νο­πού­λου-Μι­νώ­του, στις 27 Απρι­λίου 1962, την υ­πεν­θυ­μί­ζει η έκ­δο­ση της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας, που συ­νέ­γρα­ψε για την Πά­πισ­σα Ιωάν­να, χω­ρίς, ω­στό­σο, η ε­πέ­τειος να μνη­μο­νεύε­ται ως α­φορ­μή της έκ­δο­σης. Προ διε­τίας, η φι­λό­λο­γος και ε­ρευ­νή­τρια Πέρ­σα Απο­στο­λή, σε συ­νέ­δριο, που α­φο­ρού­σε τις «Ταυ­τό­τη­τες στον ελ­λη­νι­κό κό­σμο α­πό το 1204 έως σή­με­ρα», εί­χε πα­ρου­σιά­σει το συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο της Μι­νώ­του ως «Μια ά­γνω­στη λο­γο­τε­χνι­κή με­τά­πλα­ση ε­νός δια­βό­η­του μύ­θου». 
Ο ε­ντο­πι­σμός του, ό­πως ε­ξη­γού­σε, ή­ταν έ­να α­πό τα ευ­ρή­μα­τα της έ­ρευ­νας για “τη γυ­ναι­κεία ει­κα­στι­κή και λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρου­σία στα πε­ριο­δι­κά λό­γου και τέ­χνης”, που έ­γι­νε στο πλαί­σιο ε­ρευ­νη­τι­κού προ­γράμ­μα­τος για το Φύ­λο. Πράγ­μα­τι, σε α­θη­ναϊκό πε­ριο­δι­κό δη­μο­σιεύ­τη­κε η εν λό­γω μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στο ε­βδο­μα­διαίο ποι­κί­λης ύ­λης «Εβδο­μάς», το ο­ποίο, ω­στό­σο, δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα «Πε­ριο­δι­κά λό­γου και τέ­χνης», που βι­βλιο­γρα­φή­θη­καν α­πό την ε­ρευ­νη­τι­κή ο­μά­δα του Χ .Λ. Κα­ρά­ο­γλου, ού­τε στην ευ­ρύ­τε­ρη κα­τα­γρα­φή της πρό­σφα­της «Εγκυ­κλο­παί­δειας του ελ­λη­νι­κού Τύ­που». Το μό­νο λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό με αυ­τόν τον τίτ­λο, που φαί­νε­ται ό­τι συ­γκρά­τη­σε η Ιστο­ρία, εί­ναι το πα­λαιό του 19ου αιώ­να. Η «Εβδο­μάς» των Φώ­του Γιο­φύλ­λη και Ντό­λη Νίκ­βα και το «Μπου­κέ­το», που α­πο­τέ­λε­σαν τον οι­κο­γε­νεια­κό Τύ­πο στο με­σο­πό­λε­μο, α­πο­κλή­θη­καν λαϊκά πε­ριο­δι­κά και α­πο­κλεί­στη­καν, πα­ρά τα πολ­λά και ε­κτε­νή δη­μο­σιεύ­μα­τα συγ­γρα­φέων, οι ο­ποίοι κα­τα­γρά­φτη­καν στο λο­γο­τε­χνι­κό δυ­να­μι­κό.
Η δη­μο­σίευ­ση της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας της Μι­νώ­του ξε­κί­νη­σε σε έ­να μα­γιά­τι­κο τεύ­χος του 1931, με ε­ξώ­φυλ­λο, το λι­θο­γρα­φι­κό πορ­τρέ­το μιας γυ­ναί­κας, της ο­ποίας την πε­ρι­γρα­φή συ­νό­ψι­ζε η λε­ζά­ντα με το στί­χο, «Γυ­ναί­κες, που κυτ­τά­τε στο κε­νό με βλέμ­μα ξε­χα­σμέ­νο!...», του Κώ­στα Ου­ρά­νη, α­πό το ποίη­μα «Πε­ρα­στι­κές». Σε ε­κεί­νο το τεύ­χος, ό­πως α­να­κοί­νω­ναν οι εκ­δό­τες, άρ­χι­ζε η δη­μο­σίευ­ση “τριών θαυ­μα­σίων α­να­γνω­σμά­τω­ν”. Η «Πά­πισ­σα Ιωάν­να» προ­τασ­σό­ταν και α­κο­λου­θού­σαν το «Αντίο α­γά­πη!...» της ι­τα­λο­ελ­λη­νί­δας (α­πό να­πο­λι­τά­νο πα­τέ­ρα και πα­τρι­νιά μη­τέ­ρα) Ματ­θίλ­δης Σε­ράο και «Οι έ­ρω­τες του Μπαρ­τα­λιάν» του δη­μο­φι­λή τό­τε γάλ­λου Μι­χαήλ Ζε­βά­κο. Συ­μπτω­μα­τι­κά, και οι τρεις συγ­γρα­φείς ή­ταν μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι και δη­μο­σιο­γρά­φοι, που εί­χαν εκ­δώ­σει και δι­κά τους έ­ντυ­πα. Το μυ­θι­στό­ρη­μα της Μι­νώ­του, κρά­τη­σε την πρω­το­κα­θε­δρία ο­λό­κλη­ρο το κα­λο­καί­ρι, με ε­πί­λε­κτη ει­κο­νο­γρά­φη­ση, που συ­μπλή­ρω­νε τα ι­στο­ρού­με­να. Πολ­λά α­πό τα χα­ρα­κτι­κά προέρ­χο­νταν α­πό το βι­βλίο του Φιο­ρέτ­τι για την Πά­πισ­σα Ιωάν­να, το ο­ποίο η Μι­νώ­του α­να­φέ­ρει ως μια α­πό τις βα­σι­κές πη­γές της συγ­γρα­φής. Η «Πά­πισ­σα Ιωάν­να» ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε σε 18 τεύ­χη, στις 19 Σε­πτεμ­βρίου, ε­νώ τα άλ­λα “δυο α­να­γνώ­σμα­τα” συ­νε­χί­ζο­νταν. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι οι δυο ξέ­νοι συγ­γρα­φείς ή­ταν γεν­νη­μέ­νοι πε­ρί τα μέ­σα του 19ου αιώ­να και τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά τους, στο πρω­τό­τυ­πο, εί­χαν προ πολ­λού εκ­δο­θεί σε βι­βλίο. Τό­τε η Μι­νώ­του ή­ταν τριά­ντα ε­νός ε­τών και αυ­τή ή­ταν η πρώ­τη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία που δη­μο­σίευε. Πα­ρό­τι, αρ­γό­τε­ρα, θα πρέ­πει να εί­χε την δυ­να­τό­τη­τα, δεν την ε­ξέ­δω­σε σε βι­βλίο. Έτσι, η με­τα­μόρ­φω­ση του “θαυ­μα­σίου α­να­γνώ­σμα­τος” σε βι­βλίο χρειά­στη­κε να πε­ρι­μέ­νει ο­γδό­ντα χρό­νια, μέ­χρι να προ­κύ­ψει η έ­ρευ­να για τις γυ­ναί­κες συγ­γρα­φείς του πε­ριο­δι­κού Τύ­που αλ­λά και να βρε­θεί εκ­δό­της με ευαι­σθη­σίες τό­σο στα φυ­λε­τι­κά ό­σο και στα ε­πτα­νη­σια­κά θέ­μα­τα. 
Άργη­σε, αλ­λά ευ­τύ­χι­σε. Η Απο­στο­λή το α­να­δει­κνύει με τον α­να­γκαίο σχο­λια­σμό, προ­σαρ­μό­ζο­ντας το κεί­με­νο στην τρέ­χου­σα ορ­θο­γρα­φία και στί­ξη. Μι­κρό­τε­ρη φρο­ντί­δα φαί­νε­ται να έ­δει­ξε στην πα­ρου­σία­ση της συγ­γρα­φέως. Μπο­ρεί η Μα­ριέτ­τα Γιαν­νο­πού­λου-Μι­νώ­του να ή­ταν στην ε­πο­χή της α­πό τις πιο δρα­στή­ριες γυ­ναί­κες συγ­γρα­φείς, ω­στό­σο γρή­γο­ρα λη­σμο­νή­θη­κε. Σή­με­ρα, έ­νας δη­μο­σιο­γρά­φος, που θα του ζη­τού­σαν να γρά­ψει για την ε­πέ­τειο του μι­σού αιώ­να α­πό τον θά­να­τό της, θα δυ­σκο­λευό­ταν. Το πι­θα­νό­τε­ρο εί­ναι να κα­τέ­φευ­γε στο Δια­δί­κτυο, και κα­θώς πρό­κει­ται για συγ­γρα­φέα, να α­να­ζη­τού­σε στοι­χεία στην ι­στο­σε­λί­δα του Εθνι­κού Κέ­ντρου Βι­βλίου. Εκεί, θα εύ­ρι­σκε την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι η Μι­νώ­του συμ­με­τεί­χε στο συλ­λο­γι­κό τό­μο «Ο Κων­στα­ντί­νος Κα­ρα­μαν­λής στον ει­κο­στό αιώ­να», που μπο­ρεί και να μην τον πα­ρα­ξέ­νευε. Ωστό­σο, η ε­πό­με­νη πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι ε­πι­με­λή­θη­κε τό­μο με πρα­κτι­κά διη­με­ρί­δας, που έ­λα­βε χώ­ρα στις 18-19 Μαΐου 2005, μάλ­λον θα κλό­νι­ζε την ε­μπι­στο­σύ­νη του στο δια­δι­κτυα­κό σύ­μπαν. 
Από μια ά­πο­ψη, το σφάλ­μα ε­κεί­νων που έ­γρα­ψαν το λήμ­μα εί­ναι α­σή­μα­ντο. Απλο­ποίη­σαν τα ε­πί­θε­τα δυο γυ­ναι­κών συγ­γρα­φέων, πα­ρα­βλέ­πο­ντας το πα­τρι­κό συν­θε­τι­κό του ε­πω­νύ­μου της πρώ­της και το συ­ζυ­γι­κό της δεύ­τε­ρης, με α­πο­τέ­λε­σμα να συγ­χω­νευ­τούν τα έρ­γα της για­γιάς με αυ­τά της εγ­γο­νής, που τυ­χαί­νει να εί­ναι υ­πεύ­θυ­νη του ι­στο­ρι­κού αρ­χείου του Ιδρύ­μα­τος «Κων­στα­ντί­νος Γ. Κα­ρα­μαν­λής». Πά­λι κα­λά, που δεν α­να­φέ­ρουν πως συμ­με­τεί­χε και στο συλ­λο­γι­κό τό­μο του 2008 «Το ο­δοι­πο­ρι­κό ε­νός συλ­λέ­κτη» ή, α­κό­μη, πως έ­γρα­ψε την ει­σα­γω­γή του λευ­κώ­μα­τος, τα «Ελλη­νι­κά κε­ντή­μα­τα», που εκ­δό­θη­κε α­πό την Ιστο­ρι­κή και Εθνο­λο­γι­κή Εται­ρεία, στην ο­ποία η συγ­γρα­φέ­ας ή­ταν μέ­λος. Και για­τί ό­χι, α­φού και στις δυο εκ­δό­σεις συμ­με­τέ­χει μια Μι­νώ­του, κι αυ­τή με δυο ε­πώ­νυ­μα. Αλλά­ζει, βε­βαίως, το μι­κρό ό­νο­μα, γί­νε­ται Μα­ρία, κα­θώς, αυ­τή τη φο­ρά, πρό­κει­ται για τη νύ­φη της συγ­γρα­φέως. Αλλά τι Μα­ρία τι Μα­ριέτ­τα; Άλλω­στε και την Γιαν­νο­πού­λου-Μι­νώ­του ως Μα­ρία και Μα­ριέτ­τα την α­να­φέ­ρει η ε­γκυ­κλο­παί­δεια Πά­πυ­ρος-Larousse-Britannica, που, κα­τά τα άλ­λα, α­κο­λου­θεί τη συ­μπι­λη­μα­τι­κή λο­γι­κή του Δια­δι­κτύου. Συμ­φύ­ρει ό­λους τους α­νή­κο­ντες στην ευ­γε­νή οι­κο­γέ­νεια των Μι­νώ­των σε έ­να λήμ­μα, το ο­ποίο ξε­κι­νά­ει α­πό έ­ναν Λαυ­ρέ­ντιο του 12ου αιώ­να και κα­τα­λή­γει με τη δια­ζευγ­μέ­νη σύ­ζυ­γο του τε­λευ­ταίου Μι­νώ­του, του Σπυ­ρί­δω­να. Από μια ά­πο­ψη, ί­σως και να ται­ριά­ζει σε μια φε­μι­νί­στρια, ό­πως η Μι­νώ­του, να προ­τάσ­σε­ται ό­λων των ι­διο­τή­των της ε­κεί­νη της δια­ζευγ­μέ­νης. Πά­ντως, σαν μια γνή­σια χει­ρα­φε­τη­μέ­νη γυ­ναί­κα, κα­τά την δε­κα­ε­τή έγ­γα­μη πε­ρίο­δο, δεν α­νέ­στει­λε την πο­λύ­πλευ­ρη δρα­στη­ριό­τη­τά της, α­ντι­θέ­τως ε­ξέ­δω­σε τα πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα βι­βλία της.  
Όπως και να έ­χει, του­λά­χι­στον στην ι­στο­σε­λί­δα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. και στην Εγκυ­κλο­παί­δεια α­να­φέ­ρε­ται, ε­νώ στις ι­στο­ρίες της λο­γο­τε­χνίας δεν ε­πι­βιώ­νει κα­νέ­να ί­χνος της. Ού­τε καν σε ε­κεί­νη του Νί­κου Παπ­πά, που συ­γκε­ντρώ­νει σε δυο κε­φά­λαια ποιή­τριες και πε­ζο­γρά­φους, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό γε­νιές, σαν μια μειο­νό­τη­τα, που πρέ­πει κά­που να στε­γα­στεί. Ωστό­σο, χά­ρις στις συ­νερ­γα­σίες της σε διά­φο­ρα πε­ριο­δι­κά, α­να­φέ­ρε­ται στη γραμ­μα­το­λο­γία του Αλέξ. Αργυ­ρίου και τις βι­βλιο­γρα­φίες πε­ριο­δι­κών. Ανε­ξάρ­τη­τα αν τα πε­ριο­δι­κά, στα ο­ποία πρω­το­στά­τη­σε, δεν μνη­μο­νεύο­νται. Ού­τε το νε­α­νι­κό «Εύα Νι­κή­τρια», που ε­ξέ­δω­σε στην Ζά­κυν­θο κα­τά τη διε­τία 1921-1923, ού­τε τα «Επτα­νη­σια­κά Γράμ­μα­τα» του Βά­σου Φω­κά, που κυ­κλο­φό­ρη­σαν την πε­ρίο­δο 1950-1951 και στα ο­ποία εί­χε την αρ­χι­συ­ντα­ξία. Το μό­νο που α­ξιο­λο­γεί­ται εί­ναι η «Ιό­νιος Ανθο­λο­γία», το ο­ποίο ε­ξέ­δω­σε με τον σύ­ζυ­γό της το 1927 και το διηύ­θυ­νε μέ­χρι το 1935, που χώ­ρι­σε. Και αυ­τό, πά­ντως, πα­ρα­λεί­πε­ται στην προ­α­να­φερ­θεί­σα «Εγκυ­κλο­παί­δεια του ελ­λη­νι­κού Τύ­που».   
Στην ει­σα­γω­γή της Απο­στο­λή, δί­νε­ται μια συ­νο­πτι­κή ει­κό­να του συγ­γρα­φι­κού έρ­γου και της πνευ­μα­τι­κής δρά­σης της Μι­νώ­του. Όταν, ω­στό­σο, α­να­φέ­ρει τα πε­ρί ε­ντο­πι­σμού της «Πά­πισ­σας Ιωάν­νας», δεν α­κρι­βο­λο­γεί. Δεν χρεια­ζό­ταν ι­διαί­τε­ρη έ­ρευ­να για να α­να­κα­λυ­φθεί το δη­μο­σίευ­μα. Το 1957, η συγ­γρα­φέ­ας, γνω­ρί­ζο­ντας ή­δη ό­τι πά­σχει α­πό καρ­κί­νο, εί­χε η ί­δια συ­ντά­ξει και εκ­δώ­σει την ερ­γο­γρα­φία της, με τον τίτ­λο, «Η Ανα­γρα­φή μου». Πρό­κει­ται για μια ι­διω­τι­κή έκ­δο­ση, προ πολ­λού ε­ξαν­τλη­μέ­νη. Πι­στεύου­με ό­τι στο πρό­σφα­το βι­βλίο θα έ­πρε­πε να α­να­δη­μο­σιεύε­ται του­λά­χι­στον ο κα­τά­λο­γος των βι­βλίων της, ο ο­ποίος πα­ρα­λεί­πε­ται και στον α­φιε­ρω­μα­τι­κό τό­μο του πε­ριο­δι­κού «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα», που κυ­κλο­φό­ρη­σε ε­πε­τεια­κά προ δε­κα­ε­τίας. Όσο για την πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι τα δη­μο­σιεύ­μα­τά της φθά­νουν τα 600 ή στα­τι­στι­κά δε­δο­μέ­να για την ει­δο­λο­γι­κή και χρο­νο­λο­γι­κή κα­τά­τα­ξη του έρ­γου της εί­ναι μι­κρής α­ξίας. Αν βοή­θη­σε σε κά­τι την Απο­στο­λή το ε­ρευ­νη­τι­κό πρό­γραμ­μα στο ο­ποίο συμ­με­τεί­χε, δεν ή­ταν στην α­νεύ­ρε­ση του κει­μέ­νου, αλ­λά στην α­ξιο­λό­γη­ση του θέ­μα­τος. Ει­δάλ­λως, ί­σως και να μην α­σχο­λιό­ταν με έ­να πε­ζό, δη­μο­σιευ­μέ­νο σε συ­νέ­χειες, σε λαϊκό πε­ριο­δι­κό. Ας εί­ναι κα­λά η α­να­νέω­ση της ο­ρο­λο­γίας, που ε­ντάσ­σει την εν λό­γω μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία στην θε­μα­τι­κή ο­μπρέ­λα της φυ­λε­τι­κής ταυ­τό­τη­τας και της πα­ρεν­δυ­σίας. 
Για την υ­στε­ρο­φη­μία της Μι­νώ­του φαί­νε­ται να ται­ριά­ζει η τε­λευ­ταία φρά­ση της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας, που α­να­φέ­ρε­ται στην με­τά θά­να­το διαιώ­νι­ση της φή­μης της Πά­πισ­σας Ιωάν­νας: «...αν δεν ε­πρό­κει­το για γυ­ναί­κα, ο­ρι­σμέ­νως η ι­στο­ρία των πα­πών θα την κα­τέ­τασ­σε πε­ρή­φα­να δί­πλα στους Ου­μα­νι­στές ε­κεί­νους πά­πες που με τ’ ό­νο­μά τους λα­μπρύ­νουν τις σε­λί­δες της.» Εκεί­νο που μέ­νει ζη­τού­με­νο εί­ναι δί­πλα σε ποιους μια γραμ­μα­το­λο­γία θα κα­τέ­τασ­σε την Μι­νώ­του. Η ό­ποια α­πά­ντη­ση θα προϋπέ­θε­τε ε­παρ­κή γνώ­ση του έρ­γου της. Γνω­στό­τε­ρες, σή­με­ρα, εί­ναι οι λα­ο­γρα­φι­κές της με­λέ­τες χά­ρις και στις ε­πα­νεκ­δό­σεις τους. Επί­σης, οι ι­στο­ρι­κές της με­λέ­τες, ό­πως «Το ρε­μπε­λιό των πο­πο­λά­ρων», κα­θώς και δυο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κές βιο­γρα­φίες για την Ισα­βέλ­λα Θε­ο­τό­κη και τον Τζιά­κο­μο Λε­ο­πάρ­ντι. Ίσως, το λι­γό­τε­ρο γνω­στό κομ­μά­τι του έρ­γου της να εί­ναι οι λο­γο­τε­χνι­κές της ε­πι­δό­σεις. Σύμ­φω­να με την ει­δο­λο­γι­κή κα­τά­τα­ξη στην «Ανα­γρα­φή» της, ό­πως την πα­ρα­θέ­τει ο Διο­νύ­σης Σέρ­ρας, έ­χει δη­μο­σιεύ­σει έ­να με­γά­λο α­ριθ­μό διη­γη­μά­των, ω­στό­σο, δεν α­να­φέ­ρε­ται η τύ­χη τους. Δη­λα­δή, η συ­γκέ­ντρω­σή τους σε συλ­λο­γές α­πό την ί­δια ή με­τά θά­να­το. Επί­σης, προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι έ­χει δη­μο­σιεύ­σει έ­ξι μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κές βιο­γρα­φίες και πά­λι χω­ρίς να διευ­κρι­νί­ζε­ται πό­σες έ­χουν εκ­δο­θεί σε βι­βλίο. Πά­ντως, έ­νας ση­με­ρι­νός α­να­γνώ­στης παίρ­νει μια πρώ­τη γεύ­ση α­πό την πρό­σφα­τη έκ­δο­ση.
Έτσι ό­πως με­τεω­ρί­ζε­ται η Πά­πισ­σα Ιωάν­να με­τα­ξύ Ιστο­ρίας και μύ­θου, ο ι­σχυ­ρι­σμός της Μι­νώ­του ό­τι συ­νέ­θε­σε την αυ­θε­ντι­κή ι­στο­ρία της δεί­χνει ου­το­πι­κός. Το σί­γου­ρο, ό­μως, εί­ναι ό­τι πρό­κει­ται για μια αυ­θε­ντι­κά γυ­ναι­κεία εκ­δο­χή του βίου της. Χά­ρις στο ρο­μα­ντι­σμό της, που έ­χει μια με­γά­λη δό­ση πρα­κτι­κού πνεύ­μα­τος, οι η­ρωί­δες της, τό­σο η Πά­πισ­σα ό­σο και το ε­πι­νο­η­μέ­νο πρό­σω­πο της ε­τε­ρο­θα­λούς α­δελ­φής της, κα­θί­στα­νται πιο α­λη­θο­φα­νείς. Όσο για τους αν­δρι­κούς χα­ρα­κτή­ρες, αλ­λά και την ε­ρω­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά και των δυο φύ­λων, έ­χουν τα γνώ­ρι­μα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της γυ­ναι­κείας γρα­φής, ό­πως αυ­τή  δια­μορ­φώ­θη­κε στα χρό­νια του με­σο­πο­λέ­μου. Η Απο­στο­λή δί­νει μια διε­ξο­δι­κή α­νά­λυ­ση της υ­πό­θε­σης και των υ­φο­λο­γι­κών χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, σε μια προ­σπά­θεια το βι­βλίο της Μι­νώ­του να πά­ρει τη θέ­ση του στη διε­θνή γε­νε­α­λο­γία της Πά­πισ­σας. Εμείς την διε­θνή την α­γνοού­με, ού­τε γνω­ρί­ζου­με αν υ­πάρ­χει ελ­λη­νι­κή α­ντί­στοι­χη, ε­κτός α­πό τις δια­σκευές και τις α­πο­δό­σεις στη δη­μο­τι­κή της «Πά­πισ­σας Ιωάν­νας» του Ροΐδη. Πι­στεύου­με, πά­ντως, ό­τι το βι­βλίο της Μι­νώ­του προ­σφέ­ρε­ται για το ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, που έ­χει κα­τα­λή­ξει να ση­μαί­νει το γυ­ναι­κείο και το ο­ποίο αμ­φι­βάλ­λου­με αν έ­χει δια­βά­σει την εκ­δο­χή του Ροΐδη. Εκτός κι αν διά­βα­σε την πρό­σφα­τη, στα νέα ελ­λη­νι­κά, που μάλ­λον θα το α­πο­γοή­τευ­σε, έ­τσι που α­φυ­δα­τώ­νει την πε­ρι­βό­η­τη ροΐδεια ει­ρω­νεία, χω­ρίς να προ­βάλ­λει σε α­ντι­στάθ­μι­σμα έ­ναν γο­η­τευ­τι­κό γυ­ναι­κείο χα­ρα­κτή­ρα. Επί­σης, η Απο­στο­λή κά­νει την πα­ρα­τή­ρη­ση πως η η­ρωί­δα της Μι­νώ­του δεν έ­χει έμ­φυ­λη συ­νεί­δη­ση. Ευ­τυ­χώς, για­τί, αν εί­χε, το μυ­θι­στό­ρη­μα θα α­νή­κε στη στρα­τευ­μέ­νη λο­γο­τε­χνία, ό­που, με­τα­ξύ άλ­λων, ε­ντάσ­σε­ται και η φε­μι­νι­στι­κή. 
Όπως και να έ­χει, μας πρό­σφε­ρε έ­να εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο, και ως γυ­ναι­κεία συ­νει­σφο­ρά στην ε­πέ­τειο της πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας α­πό το θά­να­το της συγ­γρα­φέως.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/4/2012.

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Πάσχα ρωμέϊκο

Το διήγημα «Ο Αντίκτυπος του νου»,
σε εικονογράφηση
του Παύλου Βαλασάκη,
από τις εκδόσεις Κουτσουμπός.


Ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν ή­ταν ό­πως οι ση­με­ρι­νοί ε­τε­ρο­δη­μό­τες ή και γε­νι­κό­τε­ρα, οι ση­με­ρι­νοί μέ­τοι­κοι της Αθή­νας, που το Πά­σχα το περ­νούν στην ι­διαί­τε­ρη πα­τρί­δα τους. Εγκα­τε­στη­μέ­νος στην Αθή­να ε­πί 34 χρό­νια, μό­νο δυο Πά­σχα πέ­ρα­σε στη Σκιά­θο. Το πρώ­το Πά­σχα, που γιόρ­τα­σε στην Αθή­να, ή­ταν το 1874 ως τε­λειό­φοι­τος του Βαρ­βα­κείου. Όσο για το τε­λευ­ταίο, θα πρέ­πει να ή­ταν ε­κεί­νο του 1907. Σώ­θη­κε ε­πι­στο­λή με κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο το Χρι­στός Ανέ­στη προς τις α­δελ­φές του.

Αθη­ναϊκά και ε­ορ­τα­στι­κά

Εί­ναι γνω­στή η α­να­ντι­στοι­χία με­τα­ξύ των ε­τών, που ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­ζη­σε στην Αθή­να, και των διη­γη­μά­των, που ε­μπνεύ­σθη­κε α­πό τις α­θη­ναϊκές του ε­μπει­ρίες. Άπα­ντα τα διη­γή­μα­τα, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του προ τριε­τίας ε­ντο­πι­σθέ­ντος, εί­ναι 170. Από αυ­τά, σύμ­φω­να με τον κα­τά­λο­γο του Αλέ­ξαν­δρου Κοτ­ζιά, τα 46 εί­ναι α­θη­ναϊκά. Στο βι­βλίο του, «Τα α­θη­ναϊκά διη­γή­μα­τα», που εκ­δό­θη­κε πριν α­πό εί­κο­σι χρό­νια, λί­γο πριν τον α­δό­κη­το θά­να­τό του, στις 19 Σεπ. 1992, ε­ξη­γεί ό­τι συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει, ε­κτός α­πό τα διη­γή­μα­τα, που ε­κτυ­λίσ­σο­νται στο α­θη­ναϊκό ά­στυ, τη «Βλα­χο­πού­λα», που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται σε κο­ντι­νό χω­ριό και σή­με­ρα πλέ­ον προά­στιο της πρω­τεύου­σας, και το «Πτε­ρό­ε­ντα δώ­ρα», ό­που α­να­φέ­ρε­ται α­ο­ρί­στως μια πρω­τεύου­σα, που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι η ο­ποια­δή­πο­τε, ω­στό­σο η έ­μπνευ­ση εί­ναι προ­φα­νώς α­θη­ναϊκή. Σε αυ­τά, η Αλί­κη Σπυ­ρο­πού­λου, στην εν­δια­φέ­ρου­σα με­λέ­τη, που ε­ξέ­δω­σε πρό­περ­σι, α­πό­το­κο της δι­δα­κτο­ρι­κής δια­τρι­βής της, «Μορ­φές κα­τοί­κη­σης στην Αθή­να κα­τά τα τέ­λη του 19ου αιώ­να. Αρχι­τε­κτο­νι­κός χώ­ρος και Λο­γο­τε­χνία», προ­σθέ­τει έ­να άρ­θρο του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Αι Αθή­ναι ως α­να­το­λι­κή πό­λις», που εί­ναι και το μο­να­δι­κό που α­φο­ρά την Αθή­να.
Εμείς θα προ­σθέ­τα­με έ­να α­κό­μη διή­γη­μα, το «Μι­κρά ψυ­χο­λο­γία». Το ε­ντάσ­σουν στα σκια­θί­τι­κα, ό­που και κυ­ρίως δια­δρα­μα­τί­ζε­ται, ω­στό­σο α­νοί­γει με μια α­θη­ναϊκή σκη­νή, στην ο­ποία ο α­φη­γη­τής ε­πα­νέρ­χε­ται κα­τά το κλεί­σι­μο. Αυ­τή η σκη­νή το­πο­θε­τεί­ται εις “την ο­δό Σ...εις τας Αθή­νας, κα­τά την νο­τιο­δυ­τι­κήν ε­σχα­τιάν της πό­λεως” και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, “ε­πί του μαρ­μα­ρί­νου κα­τω­φλίου, εις την ε­ξώ­πορ­ταν μιάς οι­κίας”. Πα­ρό­μοιες σκη­νές εν­δια­φέ­ρουν, ό­ταν η λο­γο­τε­χνία χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως πη­γή πλη­ρο­φο­ριών για την Αθή­να πα­λαιό­τε­ρων χρο­νι­κών πε­ριό­δων, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση της Σπυ­ρο­πού­λου, που αν­τλεί στοι­χεία για τον αρ­χι­τε­κτο­νι­κό χώ­ρο και τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις. Στο κε­φά­λαιο της με­λέ­της της, για “το α­στι­κό μέ­γα­ρο”, δί­πλα στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Γε­ρά­σι­μου Βώ­κου και του Νί­κου Σπαν­δω­νή, παίρ­νει θέ­ση και το εν λό­γω διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­θώς προ­σφέ­ρει πλη­ρο­φο­ρίες για μια με­γα­λο­α­στι­κή κα­τοι­κία σε δια­φο­ρε­τι­κή πε­ριο­χή της Αθή­νας, ε­κεί­νη της ο­δού Σ., ό­πως ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­πο­κα­λεί κρυ­πτι­κά την ο­δό Σαρ­ρή.
Μια δια­φο­ρε­τι­κή τα­ξι­νό­μη­ση των διη­γη­μά­των, που προ­τι­μού­σαν οι πα­λαιό­τε­ροι αν­θο­λό­γοι, εί­ναι αυ­τή των δια­φό­ρων ε­ορ­τα­στι­κών. Εί­κο­σι πέ­ντε διη­γή­μα­τα α­να­φέ­ρο­νται εξ ο­λο­κλή­ρου ή εν μέ­ρει στην πε­ρίο­δο των Χρι­στου­γέν­νων, της Πρω­το­χρο­νιάς και των Φώ­των και έ­ντε­κα στο Πά­σχα. Αυ­τό ση­μαί­νει 36 ε­ορ­τα­στι­κά, α­πό τα ο­ποία μό­νο πέ­ντε εί­ναι τα α­θη­ναϊκά. Ένα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο, έ­να πρω­το­χρο­νιά­τι­κό και τρία πα­σχα­λιά­τι­κα. Εκτός κι αν συ­μπε­ρι­λά­βου­με στα ε­ορ­τα­στι­κά και τα δυο α­πο­κριά­τι­κα, που εί­ναι αμ­φό­τε­ρα α­θη­ναϊκά.
Συ­μπέ­ρα­σμα: Οι 32 η­μέ­ρες της Λα­μπρής συν οι 32 Εβδο­μά­δες των Πα­θών και οι άλ­λες τό­σες της Δια­και­νη­σί­μου, που ο Πα­πα­δια­μά­ντης πέ­ρα­σε στην Αθή­να, του ε­νέ­πνευ­σαν μό­λις τρία διη­γή­μα­τα. Το έ­να, μά­λι­στα, α­πό αυ­τά, ό­πως ή­δη α­να­φέ­ρα­με, το­πο­θε­τεί­ται ε­κτός ά­στεως. Πα­ρό­λο που τα ε­κτός του ά­στεως Πά­σχα, που γιόρ­τα­σε, φαί­νε­ται να ή­ταν μό­νο ε­κεί­να στο Χαρ­βά­τι και να μην υ­περ­βαί­νουν τα πέ­ντε με έ­ξι, ο α­φη­γη­τής στο «Πά­σχα ρω­μέϊκο» καυ­χιέ­ται ό­τι “ε­ορ­τά­ζει ε­κτός του Άστεως το ά­γιον Πά­σχα α­πό πολ­λών ε­τώ­ν”. Όπως και να έ­χει, σε έ­να μό­νο α­πό τα τρία πα­σχα­λιά­τι­κα, το «Χω­ρίς στε­φά­νι», που εί­ναι και το με­λαγ­χο­λι­κό­τε­ρο, κά­νει λό­γο για τα πα­σχα­λιά­τι­κα έ­θι­μα και πε­ρι­γρά­φει σκη­νές α­πό τον Επι­τά­φιο και τη δεύ­τε­ρη α­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γία.

Λαν­θά­νον πα­σχα­λιά­τι­κο

Κι ό­μως, τα πα­σχα­λιά­τι­κα α­θη­ναϊκά διη­γή­μα­τά του δεν εί­ναι τρία αλ­λά τέσ­σε­ρα. Ένα διή­γη­μα φαί­νε­ται σαν να διέ­λα­θε. Πρό­κει­ται για το «Ο Αντί­κτυ­πος του νου». Εί­ναι το τε­λευ­ταίο διή­γη­μα, που έ­στει­λε ο ί­διος ο Πα­πα­δια­μά­ντης προς δη­μο­σίευ­ση. Για την α­κρί­βεια, έ­στει­λε έ­να πρώ­το μέ­ρος του, το ο­ποίο και πι­θα­νώς πρό­λα­βε να δει δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πέ­μπτο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Χα­ραυ­γή» της Μυ­τι­λή­νης. Αν το συ­μπε­ρι­λά­βου­με στα ε­ορ­τα­στι­κά, τό­τε ο Πα­πα­δια­μά­ντης αρ­χί­ζει και τε­λειώ­νει τη διη­γη­μα­το­γρα­φία του με ε­ορ­τα­στι­κά. Και μά­λι­στα, με δυο ι­διόρ­ρυθ­μα ε­ορ­τα­στι­κά, κα­θώς ε­στιά­ζο­νται σε ε­γκλη­μα­τι­κές ε­νέρ­γειες με θύ­μα­τα α­θώους: «Το χρι­στό­ψω­μο», δη­μο­σιευ­μέ­νο στις 26 Δεκ. 1887 και το πρώ­το μέ­ρος α­πό το «Ο Αντί­κτυ­πος του νου», στις 15 Δεκ. 1910. Αντί­στοι­χα, αρ­χί­ζει και τε­λειώ­νει τα α­θη­ναϊκά του με δυο πα­σχα­λιά­τι­κα, ό­που ε­δώ, το πρώ­το εί­ναι το «Πά­σχα ρω­μέϊκο», το τρί­το στη σει­ρά πα­σχα­λιά­τι­κο, δη­μο­σιευ­μέ­νο στις 20 Απρ. 1891. Το εν­δια­φέ­ρον εί­ναι ό­τι αυ­τά τα δυο α­θη­ναϊκά και μα­ζί πα­σχα­λιά­τι­κα, καί­τοι αυ­το­τε­λή, α­πο­τε­λούν δί­πτυ­χο ή και έ­να διή­γη­μα σε δυο συ­νέ­χειες. Έχουν τον ί­διο κε­ντρι­κό ή­ρωα, τον μπάρ­μπα-Πύ­πη ή και σε ε­λα­φρά πα­ραλ­λα­γή στο δεύ­τε­ρο, τον μπάρ­μπα-Πού­πη. Συ­να­ντιού­νται θε­μα­τι­κά και δεί­χνουν να έ­χουν γρα­φεί το έ­να με­τά το άλ­λο, σε μι­κρή χρο­νι­κή α­πό­στα­ση, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τους α­πο­μα­κρυ­σμέ­νους χρό­νους πρώ­της δη­μο­σίευ­σης.
Ο μπάρ­μπα-Πύ­πης εί­ναι έ­νας Ιτα­λο­κερ­κυ­ραίος, “Ελλη­νί­δος μη­τρός”, που ο Πα­πα­δια­μά­ντης πε­ρι­γρά­φει σαν έ­ναν άν­θρω­πο με ι­σχυ­ρές προ­κα­τα­λή­ψεις, κυ­ρίως στο θέ­μα της θρη­σκείας. “Κα­τε­φέ­ρε­το πο­λύ κα­τά των δυ­τι­κώ­ν” αλ­λά “δεν ε­χώ­νευε­ν” ού­τε τους Λε­βα­ντί­νους, ού­τε τους Αρμε­νίους ού­τε τους Εβραίους. Το θέ­μα του δί­πτυ­χου των διη­γη­μά­των εί­ναι α­κρι­βώς αυ­τές οι προ­κα­τει­λημ­μέ­νες κρί­σεις του και οι συ­να­κό­λου­θες εχ­θρι­κές του δια­θέ­σεις. Στο πρώ­το διή­γη­μα ε­στιά­ζει στη σχέ­ση ορ­θό­δο­ξης και κα­θο­λι­κής εκ­κλη­σίας, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας την ι­διαί­τε­ρη ο­πτι­κή γω­νία του ή­ρωα, που πα­ρου­σιά­ζε­ται πο­λύ υ­πε­ρή­φα­νος για τον γε­νέ­θλιο τό­πο του. Ενώ, στο δεύ­τε­ρο, ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στα “ε­βραϊκά” της Κέρ­κυ­ρας κα­τά το Πά­σχα του 1891, μέ­σα α­πό την α­ντι­πα­λό­τη­τα του ή­ρωα με έ­ναν ε­βραίο συ­μπα­τριώ­τη του.
Σε αυ­τό το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, ο συγ­γρα­φέ­ας ε­μπλου­τί­ζει τα βιο­γρα­φι­κά του μπάρ­μπα-Πύ­πη. Το 1891, ε­κεί­νος εί­ναι ε­βδο­μη­κο­ντού­της και έ­χει “τριά­ντα χρό­νους να πα­τή­ση εις την πα­τρί­δα του”, που ση­μαί­νει ό­τι έ­φυ­γε α­πό την Κέρ­κυ­ρα πε­ρί το 1860. Στο πρώ­το, α­να­φέ­ρει ό­τι “έ­λει­πεν υ­πέρ τα εί­κο­σι έ­τη εκ του τό­που της γεν­νή­σεώς του” και το κυ­ρίως διή­γη­μα το­πο­θε­τεί­ται “την ε­σπέ­ραν του Με­γά­λου Σαβ­βά­του του έ­τους 188...” Το συ­νη­θί­ζει ο Πα­πα­δια­μά­ντης να προσ­διο­ρί­ζει μό­νο τη δε­κα­ε­τία. Ωστό­σο, το πα­ρόν της α­φή­γη­σης το­πο­θε­τεί­ται κά­ποιους χρό­νους αρ­γό­τε­ρα, με τον α­φη­γη­τή να περ­νά το Πά­σχα ε­κτός ά­στεως. Κα­τά τα άλ­λα, στο πρώ­το διή­γη­μα α­να­φέ­ρε­ται ως τό­πος συ­νά­ντη­σης της πα­ρέ­ας “το γει­το­νι­κόν πα­ντο­πω­λείο­ν”, ε­νώ στο δεύ­τε­ρο, “το μπα­κά­λι­κον του Καρ­μά­νη”. Αν συν­δυά­σου­με τα βιο­γρα­φι­κά του μπάρ­μπα-Πύ­πη με ε­κεί­να του Πα­πα­δια­μά­ντη, εί­ναι τα χρό­νια, που συ­χνά­ζει στο μπα­κά­λι­κο του Κα­χρι­μά­νη και πη­γαί­νει το Πά­σχα στο Χαρ­βά­τι. Δη­λα­δή, κο­ντά στο χρό­νο δη­μο­σίευ­σης του διη­γή­μα­τος, που εί­ναι το Με­γά­λο Σάβ­βα­το του 1891.
Το πρώ­το διή­γη­μα, το «Πά­σχα ρω­μέϊκο», δη­μο­σιεύε­ται στο πε­ριο­δι­κό «Αττι­κόν Μου­σείον», σε έ­να τεύ­χος με πα­σχα­λιά­τι­κη ει­κο­νο­γρά­φη­ση και θε­μα­το­γρα­φία. Ανοί­γει με ποίη­μα του Αρ. Προ­βε­λέγ­γιου «Εις τον Γολ­γο­θάν» και με­τά το διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, α­κο­λου­θεί το πρώ­το πα­σχα­λιά­τι­κο του Μω­ραϊτί­δη, «Ο μπάρ­μπα Κώ­στας ο Ολλα­ντέ­ζος». Το πι­θα­νό­τε­ρο, ο Πα­πα­δια­μά­ντης να έ­γρα­ψε αυ­τό το διή­γη­μα κα­τά πα­ραγ­γε­λία, ό­πως και το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο του 1890, που εί­χε δη­μο­σιευ­τεί στο ί­διο πε­ριο­δι­κό. Εκεί­νο τον Απρί­λιο, η «Εφη­με­ρίς» του Κο­ρο­μη­λά και η «Ακρό­πο­λις» του Γα­βριη­λί­δη, οι δυο ε­φη­με­ρί­δες, με τις ο­ποίες συ­νερ­γά­ζε­ται ο Πα­πα­δια­μά­ντης, δη­μο­σιεύουν ει­δή­σεις α­πό τα “ε­βραϊκά” στην Κέρ­κυ­ρα και με­τά στην Ζά­κυν­θο. Και συ­νε­χί­ζουν την Με­γά­λη Εβδο­μά­δα, ι­διαί­τε­ρα το Με­γά­λο Σάβ­βα­το, κα­λύ­πτο­ντας τα έκ­τρο­πα κα­τά την πε­ρι­φο­ρά του Επι­τα­φίου, ε­νώ ο ει­δη­σε­ο­γρα­φι­κός α­πό­η­χος φθά­νει μέ­χρι και τα τέ­λη Μαΐου. Κα­θό­λου α­πί­θα­νο, ο Πα­πα­δια­μά­ντης, έ­χο­ντας μό­λις τε­λειώ­σει το «Πά­σχα ρω­μέϊκο» και έ­χο­ντας έ­τοι­μο ή­ρωα, να στή­νει τον α­θη­ναϊκό κα­βγά, που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στο διή­γη­μα «Ο Αντί­κτυ­πος του νου», στον α­ντί­κτυ­πο των “ε­βραϊκώ­ν”.
Αν, ό­μως, το διή­γη­μα γρά­φτη­κε εν θερ­μώ, ά­νοι­ξη 1891, για­τί έ­μει­νε στο συρ­τά­ρι; Μή­πως λει­τούρ­γη­σε α­να­σταλ­τι­κά το διή­γη­μα «Σκιά έρ­γου», που ο Ξε­νό­που­λος δη­μο­σίευ­σε στα τέ­λη Ιουλ. 1891, στο πε­ριο­δι­κό «Εστία», με το ο­ποίο ε­πί­σης συ­νερ­γα­ζό­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης; Ο Ξε­νό­που­λος, με τις ε­νο­χές του Ζα­κύν­θιου, υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται στο διή­γη­μα το δί­καιο των Εβραίων, διεκ­τρα­γω­δώ­ντας την κα­κή τους τύ­χη. Ανα­σταλ­τι­κά μπο­ρεί να λει­τούρ­γη­σαν και τα άλ­λα δη­μο­σιεύ­μα­τα κα­θώς και βι­βλία που α­κο­λού­θη­σαν μέ­σα στο έ­τος. Ύστε­ρα, ο Πα­πα­δια­μά­ντης φαί­νε­ται να α­πέ­φευ­γε την ε­πι­και­ρο­γρα­φία. Όπως και να έ­χει, κο­ντά εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν α­πο­φά­σι­σε να α­να­σύ­ρει το διή­γη­μα, με­τά την ε­πι­στο­λή που του έ­στει­λε ο εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού «Χα­ραυ­γή» στις 30 Οκτ. 1910, ζη­τώ­ντας έ­να με­γά­λο διή­γη­μα, πολ­λά εί­χαν αλ­λά­ξει. Αυ­τό το δεί­χνουν οι με­τα­βο­λές που ε­πέ­φε­ρε στο πρώ­το μέ­ρος του διη­γή­μα­τος, ε­κεί­νο που έ­στει­λε στο πε­ριο­δι­κό.
Κα­τ’ αρ­χήν, οι δια­φο­ρο­ποιή­σεις στη γλώσ­σα του πρω­τό­τυ­που, η ο­ποία α­νή­κει στο λε­κτι­κό πε­ρι­βάλ­λον των διη­γη­μά­των της πρώ­της πε­ριό­δου. Ενδια­μέ­σως, ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­χει δη­μο­σιεύ­σει, το 1905, έ­να διή­γη­μα στη δη­μο­τι­κή και σε κα­το­πι­νή ε­πι­στο­λή του στον Βλα­χο­γιάν­νη α­να­φέ­ρει ό­τι γρά­φει και έ­να δεύ­τε­ρο. Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, σε αυ­τήν την τε­λευ­ταία πε­ρίο­δο, α­πο­φεύ­γει τους α­κραίους κα­θα­ρευ­σιά­νι­κους τύ­πους. Αυ­τό φαί­νε­ται ή­δη με την αλ­λα­γή της πρώ­της φρά­σης του διη­γή­μα­τος: «Εις του Καρ­μά­νη...» γί­νε­ται «Στου Καρ­μά­νη...». Επί­σης, ε­πι­φέ­ρει αλ­λα­γές στον τρό­πο πα­ρου­σία­σης του Εβραίου. Απο­φεύ­γει την ευ­θεία α­να­φο­ρά σε ε­βραϊκά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Αντι­κα­θι­στά την ε­θνο­λο­γι­κή α­να­φο­ρά με το ό­νο­μα του ή­ρωα, α­πα­λεί­φει προσ­διο­ρι­σμούς, ό­πως Λευΐς ή Φά­σκα για το ε­βραϊκό Πά­σχα, κα­θώς και φρά­σεις της μορ­φής, «Δεν η­ρώ­τα αν το κρέ­ας ή­τον τρο­φάς ή κα­σέρ...» ή «Ενίο­τε ε­γεύε­το και χοι­ρι­νά». Και βε­βαίως, ε­πει­δή ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν έ­μει­νε στά­σι­μος ως διη­γη­μα­το­γρά­φος, αλ­λά η μα­στο­ρι­κή του ε­ξε­λί­χτη­κε, σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, η α­φή­γη­ση α­πο­κτά ει­ρω­νι­κές α­πο­χρώ­σεις, ε­νώ, στις πε­ρι­γρα­φές των γευ­μά­των, δα­νεί­ζε­ται φρά­σεις α­πό διη­γή­μα­τα, που έ­γρα­ψε εν­δια­μέ­σως.
Ολό­κλη­ρο το διή­γη­μα δη­μο­σιεύ­θη­κε στο πα­νη­γυ­ρι­κό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Μπου­κέ­το», το 1929. Όχι, ό­μως, σύμ­φω­να με το χει­ρό­γρα­φο, το ο­ποίο εί­χε δια­σω­θεί στα κα­τά­λοι­πα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Το πρώ­το μέ­ρος πάρ­θη­κε α­πό το δη­μο­σίευ­μα στην «Χα­ραυ­γή» και μό­νο το υ­πό­λοι­πο, που εί­ναι και το με­γα­λύ­τε­ρο τμή­μα, α­πό το χει­ρό­γρα­φο. Σε αυ­τό το δεύ­τε­ρο μέ­ρος, ό­πως δεί­χνει η σύ­γκρι­ση με το χει­ρό­γρα­φο, του ο­ποίου φω­το­τυ­πία δη­μο­σιεύ­τη­κε στα Άπα­ντα του Δό­μου, υ­πάρ­χουν πολ­λά πα­ρα­τυ­πώ­μα­τα. Πά­ντως, σε αυ­τήν τη μορ­φή, δη­λα­δή της συρ­ρα­φής με τα τυ­πο­γρα­φι­κά λά­θη στο δεύ­τε­ρο κομ­μά­τι, α­να­πα­ρήχ­θη στα Άπα­ντα Βα­λέ­τα, Σε­φερ­λή, Φυ­τρά­κη-Κου­τσου­μπού, κα­θώς και στα πρό­σφα­τα, του ΔΟ­Λ, ό­που, ό­μως, το δεύ­τε­ρο μέ­ρος διορ­θώ­θη­κε με βά­ση το χει­ρό­γρα­φο.
Όσο α­φο­ρά το δεύ­τε­ρο τμή­μα του διη­γή­μα­τος, το χει­ρό­γρα­φο εί­ναι κο­λο­βό. Γε­γο­νός που ο­δή­γη­σε στο συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι πρό­κει­ται για έ­να η­μι­τε­λές διή­γη­μα. Δη­λα­δή, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, εί­τε έ­γρα­ψε το διή­γη­μα στα τέ­λη του 1910 και λό­γω της α­σθέ­νειας και του θα­νά­του του πο­τέ δεν το ο­λο­κλή­ρω­σε, εί­τε το έ­γρα­ψε νω­ρί­τε­ρα, αλ­λά το ε­γκα­τέ­λει­ψε στη μέ­ση. Ωστό­σο η φω­το­τυ­πία του χει­ρο­γρά­φου έ­χει την τε­λευ­ταία σε­λί­δα πλή­ρως γραμ­μέ­νη, με η­μι­τε­λή την τε­λευ­ταία φρά­ση να τε­λειώ­νει με κόμ­μα. Δεν συ­νη­θί­ζε­ται, ό­μως, ό­ταν κά­ποιος φτά­νει στο τέ­λος της σε­λί­δας, να α­φή­νει τη φρά­ση του στη μέ­ση για να την συ­μπλη­ρώ­σει αρ­γό­τε­ρα. Επί­σης, η τε­λευ­ταία σε­λί­δα φαί­νε­ται τσα­λα­κω­μέ­νη. Με άλ­λα λό­για, έ­χου­με τρεις του­λά­χι­στον εν­δεί­ξεις πως ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν έ­πα­σχε α­πό έλ­λει­ψη έ­μπνευ­σης αλ­λά μάλ­λον α­πω­λέ­σθη­σαν οι σε­λί­δες του χει­ρο­γρά­φου. Ακρι­βέ­στε­ρα, α­κό­μη κι αν το διή­γη­μα εί­ναι η­μι­τε­λές, θα πρέ­πει να εί­χε πε­ρισ­σό­τε­ρες σε­λί­δες α­πό ό­σες οι σω­ζό­με­νες. Πά­ντως, στο δη­μο­σίευ­μα του «Μπου­κέ­του» και σε ό­σες α­να­δη­μο­σιεύ­σεις στη­ρί­χτη­καν σε αυ­τό, ε­κτός ε­κεί­νης του ΔΟ­Λ, η μι­σο­τε­λειω­μέ­νη φρά­ση έ­χει α­φαι­ρε­θεί. Η αυ­θαι­ρε­σία, θα λέ­γα­με ό­τι εί­ναι κά­τι το σύ­νη­θες σε έ­να ε­βδο­μα­διαίο πε­ριο­δι­κό ποι­κί­λης ύ­λης. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι πως το διή­γη­μα, χω­ρίς τη μι­σή φρά­ση, δεί­χνει ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο. Άρα­γε πρό­κει­ται για σύ­μπτω­ση ή μή­πως εί­ναι πα­ρέμ­βα­ση του κα­τό­χου του χει­ρο­γρά­φου, του Κων­στα­ντί­νου Φαλ­τάϊτς; Όντας ο ί­διος συγ­γρα­φέ­ας, θα μπο­ρού­σε να εί­χε φρο­ντί­σει α­ντί­στοι­χα την α­ντι­γρα­φή του χει­ρο­γρά­φου, που έ­δω­σε στο πε­ριο­δι­κό, ώ­στε να προ­κύ­πτει έ­να ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο διή­γη­μα.
Ακέ­ραιο το κεί­με­νο του χει­ρο­γρά­φου, με την η­μι­τε­λή φρά­ση, δη­μο­σιεύ­τη­κε μό­νο στα Άπα­ντα του Δό­μου. Εί­ναι η μό­νη δη­μο­σίευ­ση, που μας δί­νει το διή­γη­μα, ό­πως γρά­φτη­κε, με ε­νιαία γλώσ­σα και α­ντι­με­τώ­πι­ση των ε­βραϊκών. Η λύ­ση, που δό­θη­κε στα Άπα­ντα του ΔΟ­Λ, να νο­θευ­τεί το αυ­το­τε­λές διή­γη­μα του 1891 με έ­να μπά­λω­μα, που έ­γι­νε εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­πει­δή αυ­τό το μπά­λω­μα εί­ναι ξα­να­δου­λε­μέ­νο και ά­ρα κρί­νε­ται ε­ντε­λέ­στε­ρο, μας φαί­νε­ται ά­στο­χη. Οι ε­βραιο­λό­γοι, πά­ντως, α­πο­φαι­νό­με­νοι για τα αι­σθή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη α­πέ­να­ντι στους Εβραίους, το­πο­θε­τούν τη συγ­γρα­φή του διη­γή­μα­τος το 1910 και βιά­ζουν -πά­ντο­τε κα­τά τη γνώ­μη μας - τα συ­μπε­ρά­σμα­τα. Το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι δεν λαμ­βά­νουν υ­πό­ψη, στο πρώ­το μέ­ρος, την αλ­λα­γή των α­πο­χρώ­σεων με­τα­ξύ των δυο γρα­φών. Όπως και κά­ποιες δια­γρα­φές στο χει­ρό­γρα­φο, που δεί­χνουν πι­θα­νώς αμ­φι­τα­λά­ντευ­ση κα­τά τη μυ­θο­πλα­στι­κή α­νά­πλα­ση των γε­γο­νό­των. Ύστε­ρα, δεν δί­νουν ση­μα­σία στο χώ­ρο, στον ο­ποίο το­πο­θε­τεί­ται ο κα­βγάς. Το μπα­κά­λι­κο του Καρ­μά­νη ή Κα­χρι­μά­νη βρι­σκό­ταν στην ο­δό Σαρ­ρή, μέ­σα στην ε­βραϊκή συ­νοι­κία. Δί­πλα, αν δεν σφάλ­λου­με, ή­ταν το αρ­χο­ντι­κό του Ντα­βί­ντ Πα­τσί­φι­κο, ό­που έ­λα­βαν χώ­ρα τα μό­να α­θη­ναϊκά “ε­βραϊκά”, ε­κεί­να του 1847. Βε­βαίως, ε­κεί­νη ή­ταν μια πα­λιά ι­στο­ρία, αλ­λά ό­ταν πρό­κει­ται για προ­κα­τα­λή­ψεις, δεν μπο­ρού­με να δια­γρά­φου­με τις πα­λιές ι­στο­ρίες. Όσο για ε­μάς τους ση­με­ρι­νούς Αθη­ναίους, “ως πί­θη­κοι” της κα­λο­πέ­ρα­σης, κα­τα­πώς α­πο­κα­λεί τους συγ­χρό­νους του ο Πα­πα­δια­μά­ντης, θα κά­νου­με Πά­σχα και “αλ­λα-Φρά­γκα” και “αλ­λα-Γκρέ­κα”. Ή, σω­στό­τε­ρα, Πά­σχα υ­πό τη βα­ριά σκιά της Τρόϊκα.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/4/2012.

Ο άλλος Κάλβος

Δη­μή­τρης Δ. Αρβα­νι­τά­κης
«Απο­λο­γία της αυ­το­κτο­νίας.
Ένα α­φε­λές κεί­με­νο
του Ανδρέα Κάλ­βου»
Έκδο­ση:
Βι­βλιο­θή­κη Μου­σείου Μπε­νά­κη
Ια­νουά­ριος 2012


Κατά φαντασία πορτραίτο
του Ανδρέα Κάλβου
από τον Οδυσσέα Ελύτη.



Με το τέ­λος του μη­νός Μαρ­τίου, συ­μπλη­ρώ­θη­καν με­τά βε­βαιό­τη­τας 220 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Ανδρέα Κάλ­βου. Γρά­φου­με με­τά βε­βαιό­τη­τας, για­τί το μό­νο σί­γου­ρο εί­ναι ο μή­νας. Γεν­νή­θη­κε Μάρ­τιο 1792. Προ­σώ­ρας, η α­κρι­βής η­με­ρο­μη­νία λαν­θά­νει. Προ­σώ­ρας, για­τί δεν α­πο­κλείε­ται, αύ­ριο με­θαύ­ριο, κά­ποιος ε­ρευ­νη­τής να ε­ντο­πί­σει την η­μέ­ρα, α­κό­μη κι αν ή­ταν ξη­μέ­ρω­μα, με­ση­μέ­ρι ή τις προ­με­σο­νύ­κτιες ώ­ρες, ό­ταν η Αντρια­νού­λα Ρου­κά­νη- Κάλ­βου έ­φε­ρε στον κό­σμο το πρώ­το της παι­δί. Η η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης του ποιη­τή εί­ναι μια πρώ­τη α­πό τις πολ­λές ελ­λεί­που­σες ψη­φί­δες στο παζλ του Κάλ­βου. Το μυ­στή­ριο που θάλ­λει γύ­ρω α­πό το πρό­σω­πό του φαί­νε­ται να ελ­κύει πε­ρισ­σό­τε­ρο και α­πό τον ί­διο τον ποιη­τή Κάλ­βο. Ένα μυ­στή­ριο, που εί­ναι συ­σχε­τι­σμέ­νο και με “τον άλ­λο Κάλ­βο”, ό­πως έ­χει α­πο­κα­λέ­σει ο βι­βλιο­γρά­φος του, Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος, τον, πέ­ραν του ποιη­τή, πο­λυ­με­ρή συγ­γρα­φέα Κάλ­βο.
Αυ­τός “ο άλ­λος Κάλ­βος” εν­δια­φέ­ρει και τον Δη­μή­τρη Αρβα­νι­τά­κη, θεω­ρώ­ντας τον α­πα­ραί­τη­το για την κα­λύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση του ποιη­τή. Γι’ αυ­τό και ε­πι­κε­ντρώ­νει την έ­ρευ­νά του σε μια πρώι­μη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο. Εκεί­νη του νε­α­ρού Ζα­κύν­θιου, που φθά­νει δε­κα­ε­τής στην Ιτα­λία και ε­κεί εκ­κο­λά­πτε­ται ως δρα­μα­τουρ­γός και ποιη­τής της ι­τα­λι­κής γλώσ­σας. Αλλά και την λί­γο με­τα­γε­νέ­στε­ρη, του ει­κο­σι­τε­τρά­χρο­νου Κάλ­βου, του μό­λις α­φιχ­θέ­ντος στο Λον­δί­νο γραμ­μα­τέα του Ού­γο Φώ­σκο­λο, που συγ­χρω­τί­ζε­ται με τους ε­κεί ι­τα­λούς ε­ξό­ρι­στους. Ο Αρβα­νι­τά­κης έ­χει εκ­δώ­σει, μέ­σα σε ε­νά­μι­σι χρό­νο, δυο πο­λυ­σέ­λι­δες μο­νο­γρα­φίες. Αμφό­τε­ρες α­φο­ρούν ι­τα­λι­κά κεί­με­να του Κάλ­βου και έ­χουν ως στό­χο να φω­τί­σουν τους τρό­πους που δια­μορ­φώ­θη­κε πνευ­μα­τι­κά ο με­τέ­πει­τα θεω­ρού­με­νος ως ε­θνι­κός ποιη­τής, με την έμ­φα­ση να δί­νε­ται στο χρό­νο και τους χώ­ρους που αυ­τή η διά­πλα­ση έ­λα­βε χώ­ρα.
Η πρώ­τη έ­ρευ­να α­φο­ρού­σε πι­θα­νο­λο­γού­με­νες συ­νερ­γα­σίες του Κάλ­βου στο ι­τα­λι­κό πε­ριο­δι­κό, «L’ Ape italiana a Londra», που κυ­κλο­φό­ρη­σε στο Λον­δί­νο το 1819. Εκεί­νο που κέ­ντρι­σε τον Αρβα­νι­τά­κη ή­ταν η α­δυ­να­μία των με­λε­τη­τών να ε­ντο­πί­σουν το πε­ριο­δι­κό αλ­λά και να συ­γκε­ντρώ­σουν στοι­χεία για τον εκ­δό­τη του, του ο­ποίου γνώ­ρι­ζαν μό­νο το ό­νο­μα. Τε­λι­κά, ε­ντό­πι­σε το πε­ριο­δι­κό και κα­τήρ­τι­σε το βιο­γρα­φι­κό ό­χι μό­νο του εκ­δό­τη αλ­λά και ε­κεί­να των συ­νερ­γα­τών του πε­ριο­δι­κού, ω­στό­σο η έ­ρευ­να στά­θη­κε ά­γο­νη. Ο Κάλ­βος δεν συ­νερ­γά­στη­κε σε κα­νέ­να α­πό τα δώ­δε­κα τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού, που εκ­δό­θη­καν α­πό 15 Απρι­λίου μέ­χρι 30 Σε­πτεμ­βρίου 1819. Κι ό­μως, πα­ρά την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση, που δη­μιουρ­γεί το αρ­νη­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, ο τό­σος κό­πος δεν πή­γε χα­μέ­νος. Δεν ή­ταν “για έ­να που­κά­μι­σο α­δεια­νό”. Μέ­σω της πα­ρου­σία­σης του πε­ριο­δι­κού, ο με­λε­τη­τής συ­μπλη­ρώ­νει ψη­φί­δες για τα τρει­σή­μι­σι χρό­νια της πρώ­της δια­μο­νής του Κάλ­βου στο Λον­δί­νο και πα­ράλ­λη­λα, συλ­λο­γά­ται τις τύ­χες των ποιη­τών και την ε­πο­χή τους, φι­λο­σο­φώ­ντας για τις πα­τρί­δες, χα­μέ­νες, ε­θνι­κές, με ή και χω­ρίς σύ­νο­ρα.
Στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο, ο Αρβα­νι­τά­κης φαί­νε­ται σαν να δη­λώ­νει εκ προοι­μίου, με τον υ­πό­τιτ­λο που ε­πι­λέ­γει, ό­τι κα­τα­πιά­στη­κε για δεύ­τε­ρη φο­ρά με “έ­να που­κά­μι­σο α­δεια­νό”. Μπο­ρεί, βε­βαίως, στην πο­ρεία να προ­κύ­πτει ό­τι ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός “α­φε­λές” για το κεί­με­νο του Ανδρέα Κάλ­βου, που φέ­ρε­ται με τον ελ­λη­νι­κό τίτ­λο «Απο­λο­γία της αυ­το­κτο­νίας», α­νή­κει σε άλ­λους και ό­τι αυ­τός συ­γκε­ντρώ­νει ε­πι­χει­ρή­μα­τα προς κα­τάρ­ρι­ψή του, ω­στό­σο το γε­γο­νός ό­τι τον πα­ρα­θέ­τει στον υ­πό­τιτ­λο χω­ρίς α­νω­φε­ρή ει­σα­γω­γι­κά προς δή­λω­ση ό­τι πρό­κει­ται για δά­νειο, δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση ό­τι τον υιο­θε­τεί ως ά­μυ­να ή ί­σως, και για να προ­κα­λέ­σει το α­να­γνω­στι­κό εν­δια­φέ­ρον. Όπως και να έ­χει, το εν λό­γω κεί­με­νο, το ο­ποίο πα­λαιό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ως α­νά­ξιο λό­γου, τα τε­λευ­ταία χρό­νια φαί­νε­ται πως ε­πα­νε­κτι­μά­ται. Για πα­ρά­δειγ­μα, το 2009, στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού, «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα», για τα «140 χρό­νια α­πό τον θά­να­το του ποιη­τή των Ωδών», το σχο­λιά­ζει ο νεό­τε­ρος ζα­κύν­θιος ποιη­τής Ζα­χα­ρίας Στου­φής. Ένα χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, η Αγγε­λι­κή Γιώ­τη, στο πε­ριο­δι­κό «Κον­δυ­λο­φό­ρος» (ό­χι «Μα­ντα­το­φό­ρος», ό­πως εκ πα­ρα­δρο­μής α­να­γρά­φε­ται στη με­λέ­τη), ε­ξε­τά­ζο­ντας την πρόσ­λη­ψη του Κάλ­βου α­πό τη γε­νιά του ’30, δια­κρί­νει τον τρό­πο που α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τον Κάλ­βο ο υ­περ­ρε­α­λι­στής ποιη­τής Νι­κό­λας Κά­λας, α­να­φε­ρό­με­νη και στο συ­γκε­κρι­μέ­νο πε­ρί αυ­το­κτο­νίας κεί­με­νο του Κάλ­βου.
Αυ­τά τα δη­μο­σιεύ­μα­τα, κα­θώς και άλ­λες α­να­φο­ρές, δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση ό­τι τό­σο ο τίτ­λος του κει­μέ­νου ό­σο και η πα­τρό­τη­τά του εί­ναι δε­δο­μέ­να. Ει­κό­να που α­να­τρέ­πει η ι­στο­ρία του χει­ρο­γρά­φου, ό­πως την πα­ρα­θέ­τει στο πρώ­το κε­φά­λαιο ο Αρβα­νι­τά­κης. Εκεί δεί­χνει, με τον διε­ξο­δι­κό και γλα­φυ­ρό α­φη­γη­μα­τι­κό του τρό­πο, ό­τι πρό­κει­ται για “έ­να αι­νιγ­μα­τι­κό χει­ρό­γρα­φο, που χά­θη­κε”. Αι­νιγ­μα­τι­κό, α­φού ού­τε τίτ­λος ού­τε υ­πο­γρα­φή υ­πάρ­χουν και ο ι­τα­λός με­λε­τη­τής τού Ού­γο Φώ­σκο­λο, που το πρω­το­δη­μο­σίευ­σε το 1916, πα­ρα­λεί­πει να δια­βε­βαιώ­σει ό­τι ο γρα­φι­κός χα­ρα­κτή­ρας εί­ναι του Κάλ­βου, ό­πως κά­νει για το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο που πα­ρου­σιά­ζει στην ί­δια δη­μο­σίευ­ση. Επί­σης, σή­με­ρα πλέ­ον, θεω­ρεί­ται χα­μέ­νο, α­φού η βι­βλιο­θή­κη του Λι­βόρ­νο, στην ο­ποία δό­θη­καν τα καλ­βι­κά χει­ρό­γρα­φα βομ­βαρ­δί­στη­κε στον πό­λε­μο και ο φά­κε­λος ε­ξα­φα­νί­στη­κε. Οι δυο έλ­λη­νες με­λε­τη­τές του Κάλ­βου, που εί­δαν το χει­ρό­γρα­φο, ο Γέωρ­γιος Ζώ­ρας, που το με­τέ­φρα­σε και το δη­μο­σίευ­σε για πρώ­τη φο­ρά στα ελ­λη­νι­κά το 1937, και ο Νι­κό­λα­ος Τω­μα­δά­κης, δεί­χνουν να υ­πεκ­φεύ­γουν ή και να αυ­θαι­ρε­τούν κα­τά την πα­ρου­σία­σή του ως κεί­με­νο αυ­τα­πό­δει­κτα του Κάλ­βου, που φέ­ρει τον συ­γκε­κρι­μέ­νο τίτ­λο. Του­λά­χι­στον αυ­τήν την ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γεί ο σχο­λια­σμός του Αρβα­νι­τά­κη για τα δη­μο­σιεύ­μα­τά τους. Εκεί­νο, ό­μως, το στοι­χείο, που κα­θι­στά πράγ­μα­τι αι­νιγ­μα­τι­κό το χει­ρό­γρα­φο, εί­ναι η πλη­ρο­φο­ρία ό­τι έ­φε­ρε την ε­πι­κε­φα­λί­δα, «Στον Α. Κάλ­βο», και ό­τι ο τίτ­λος που ε­πι­κρά­τη­σε δό­θη­κε α­πό τους με­λε­τη­τές ως ε­πι­γραμ­μα­τι­κή πε­ρί­λη­ψη του πε­ριε­χο­μέ­νου του. Πα­ρα­δό­ξως, αυ­τή η ε­πι­κε­φα­λί­δα, που έ­χει τη μορ­φή α­φιέ­ρω­σης του κει­μέ­νου στον Κάλ­βο, δεν ο­δή­γη­σε στην ει­κα­σία ό­τι πρό­κει­ται για κεί­με­νο φί­λου, που δό­θη­κε στον Κάλ­βο ή που του ε­στά­λη, πι­θα­νώς ως συ­νο­δευ­τι­κό ε­πι­στο­λής, α­φού, μά­λι­στα, στον φά­κε­λο με τα δυο κεί­με­να υ­πήρ­χαν και ε­πι­στο­λές προς αυ­τόν. Αντ’ αυ­τού, ο Τω­μα­δά­κης θεώ­ρη­σε ό­τι η α­φιε­ρω­μα­τι­κή φρά­ση γρά­φτη­κε α­πό τον Κάλ­βο και την ερ­μή­νευ­σε ως ι­σο­δύ­να­μη της έκ­φρα­σης «Εις ε­αυ­τόν». Κα­τά το σκε­πτι­κό του, με αυ­τήν την ε­πι­κε­φα­λί­δα ο συγ­γρα­φέ­ας στο­χεύει στη δη­μιουρ­γία α­πό­στα­σης α­πό το κεί­με­νό του. Υπό­θε­ση, που θα εί­χε κά­ποια α­λη­θο­φά­νεια, αν του­λά­χι­στον πα­ρε­τί­θε­το α­κέ­ραιο το ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο και ό­χι το αρ­χι­κό του μι­κρού ο­νό­μα­τος.
Σε αυ­τό το ση­μείο, πά­ντως, α­φού ο Αρβα­νι­τά­κης α­να­κι­νεί το θέ­μα του χει­ρο­γρά­φου, θα α­να­με­νό­ταν μια έ­στω και ε­πί τρο­χά­δην α­να­ζή­τη­ση πι­θα­νών συγ­γρα­φέων του α­νά­με­σα στους α­πο­στο­λείς των ε­πι­στο­λών του φα­κέ­λου ή και α­νά­με­σα στους άλ­λους αλ­λη­λο­γρά­φους του Κάλ­βου και τα πρό­σω­πα του στε­νό­τε­ρου πε­ρι­βάλ­λο­ντός του. Προς με­γά­λη α­πο­γοή­τευ­ση του α­να­γνώ­στη, του ο­ποίου έ­χει υ­πο­δαυ­λί­σει την πε­ριέρ­γεια, πα­ρα­κά­μπτει την πε­ραι­τέ­ρω ε­ξέ­τα­ση και περ­νά στο χρό­νο γρα­φής του κει­μέ­νου και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, στον τό­πο γρα­φής του. Στην πρώ­τη ελ­λη­νι­κή δη­μο­σίευ­σή του, ο Ζώ­ρας γρά­φει: «Δεν γνω­ρί­ζο­με ε­πί­σης την α­κρι­βή χρο­νο­λο­γίαν της συγ­γρα­φής. Το πρω­τό­τυ­πο δεν πα­ρέ­χει ου­δε­μίαν σχε­τι­κή πλη­ρο­φο­ρία. Πά­ντως ε­γρά­φη προ της α­να­χω­ρή­σεως του Κάλ­βου εξ Ιτα­λίας, ή­τοι προ του 1818.» Ο Αρβα­νι­τά­κης δέ­χε­ται αυ­τήν την υ­πό­θε­ση, διορ­θώ­νο­ντας μό­νο ως τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος το έ­τος και το­πο­θε­τώ­ντας το πριν α­πό το 1816. Υπο­θέ­του­με ό­τι εν­νο­εί πριν α­πό τις 27 Μαΐου 1816, ό­ταν ο Κάλ­βος α­να­χώ­ρη­σε α­πό το Μι­λά­νο για την Γε­νεύη. Ενώ, α­πορ­ρί­πτει την υ­πό­θε­ση του Τω­μα­δά­κη, ό­τι γρά­φτη­κε τον χει­μώ­να 1820-1821, που ο Κάλ­βος εί­χε ε­πι­στρέ­ψει στην Ιτα­λία. Κι αυ­τό, για­τί η ε­κτί­μη­ση του Τω­μα­δά­κη ό­τι το κεί­με­νο πρέ­πει να γρά­φτη­κε προ της Ελλη­νι­κής Επα­να­στά­σεως, κα­θώς “ο ποιη­τής το 1821 βρή­κε τον σκο­πό της ζωής του στρε­βλώ­νει το νό­η­μα του κει­μέ­νου”. Ακρι­βώς, η α­πό­δει­ξη αυ­τής της στρέ­βλω­σης συ­νι­στά την πε­μπτου­σία της δι­κής του με­λέ­της, που ε­ντάσ­σει το κεί­με­νο στη με­γά­λη ευ­ρω­παϊκή συ­ζή­τη­ση πε­ρί αυ­το­κτο­νίας και στο κλί­μα της α­φυ­πνι­ζό­με­νης Ιτα­λίας κα­τά τη να­πο­λεό­ντεια ε­πο­χή. Αν και έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι αυ­τή η ι­στο­ρι­κή α­να­δρο­μή εί­ναι ε­κτε­νέ­στε­ρη α­πό ό­σο θα χρεια­ζό­ταν. Δε­δο­μέ­νου, μά­λι­στα, ό­τι για την συ­νο­λι­κή ευ­ρω­παϊκή ει­κό­να υ­πάρ­χουν οι μο­νο­γρα­φίες του Ζωρζ Μι­νουά, «Ιστο­ρία της αυ­το­κτο­νίας» του 1995 και «Η α­θεΐα στον Δυ­τι­κό κό­σμο» του 1998. Και οι δυο έ­χουν με­τα­φρα­στεί στα ελ­λη­νι­κά, η πρώ­τη, της ο­ποίας η πα­ρα­πο­μπή έ­χει πα­ρα­πέ­σει, το 2006 α­πό τις εκ­δό­σεις Πο­λύ­τρο­πον.
Όσο α­φο­ρά τη χρο­νο­λό­γη­ση του χει­ρο­γρά­φου, θα α­να­με­νό­ταν να λη­φθεί υ­πό­ψη και έ­να άλ­λο terminus ante quem. Το κεί­με­νο θα πρέ­πει να γρά­φτη­κε πριν α­πό τη μύη­ση του Κάλ­βου στην ε­πα­να­στα­τι­κή α­δελ­φό­τη­τα των Καρ­μπoνά­ρων. Στην περ­σι­νή με­λέ­τη της, η Αθη­νά Γεωρ­γα­ντά το­πο­θε­τεί την στρά­τευ­σή του στην πε­ρίο­δο της πα­ρα­μο­νής του στο Λον­δί­νο, δη­λα­δή α­πό τις 11 Σε­πτεμ­βρίου 1816 και μέ­χρι, το αρ­γό­τε­ρο, το 1819, ό­ταν συγ­γρά­φει την λαν­θά­νου­σα μέ­χρι το 2003 ω­δή «Ελπίς πα­τρί­δος». Ο Αρβα­νι­τά­κης δεν α­να­φέ­ρει τη συ­γκε­κρι­μέ­νη με­λέ­τη, ού­τε τον α­πα­σχο­λεί ο Καρ­μπο­νά­ρος Κάλ­βος. Μό­νο στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος, μνη­μο­νεύο­ντας “μι­κρές και με­γα­λύ­τε­ρες ψη­φί­δες για τον μη ελ­λη­νι­κό κό­σμο του Κάλ­βου”, που προ­στέ­θη­καν “α­πό τη δε­κα­ε­τία του 1930 και με­τά”, α­να­φέ­ρει και “την α­να­κά­λυ­ψη α­πό τον Κ. Πορ­φύ­ρη της συμ­με­το­χής του στο κί­νη­μα των Καρ­μπο­νά­ρων της Το­σκά­νης(1820-1821)”. Οπό­τε, θα πρέ­πει να συ­μπε­ρά­νου­με ό­τι θεω­ρεί την έ­ντα­ξη στον καρ­μπο­να­ρι­σμό ή και γε­νι­κό­τε­ρα σε μια ρι­ζο­σπα­στι­κή ορ­γά­νω­ση α­διά­φο­ρη σε μια συ­ζή­τη­ση γύ­ρω α­πό την “κλα­σι­κή” αυ­το­κτο­νία, ό­πως α­πο­κα­λεί­ται η αυ­το­κτο­νία για την πα­τρί­δα. Όπως και να έ­χει, το κεί­με­νο της α­πο­λο­γίας δύ­σκο­λα α­πο­δί­δε­ται σε έ­ναν Καρ­μπο­νά­ρο. Πέ­ραν αυ­τού, α­πό τον Κάλ­βο, που εί­ναι μεν ι­τα­λο­θρεμ­μέ­νος αλ­λά στρέ­φε­ται συ­νε­χώς προς την αρ­χαία Ελλά­δα, σε έ­να λό­γο υ­πε­ρα­σπι­στι­κό της αυ­το­κτο­νίας πιο δό­κι­μο θα ή­ταν να μνη­μο­νεύει ως κο­ρυ­φαίο πα­ρά­δειγ­μα ε­κεί­νη του ο­μη­ρι­κού Αία­ντα και ό­χι του Κά­τω­να.
Πα­ρα­τη­ρού­με, πά­ντως, ό­τι οι δυο πρό­σφα­τες με­λέ­τες, της Γεωρ­γα­ντά και του Αρβα­νι­τά­κη, συ­νο­μι­λούν α­κό­μη και εις πεί­σμα των συγ­γρα­φέων τους. Και στις δυο σχο­λιά­ζε­ται η α­ντι­με­τώ­πι­ση του θα­νά­του α­πό τον Κάλ­βο, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την ποίη­ση του Φώ­σκο­λο και κα­τα­λή­γο­ντας στην ω­δή «Εις θά­να­τον». Ο Αρβα­νι­τά­κης ε­πι­μέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο στο “μυ­θι­στό­ρη­μα-ο­ρό­ση­μο” του Φώ­σκο­λο, «Τε­λευ­ταίες ε­πι­στο­λές του Γιά­κο­πο Όρτις», με­τα­φρά­ζο­ντας και πα­ρα­θέ­το­ντας σε πα­ράρ­τη­μα ε­πι­στο­λή του Φώ­σκο­λο στον φί­λο του Γιά­κο­μπ Σά­λο­μον Μπαρ­τόλ­ντυ για τα στά­δια της σύν­θε­σης. Ενώ, δεν α­να­φέ­ρει τον Καρ­μπο­νά­ρο Φώ­σκο­λο ού­τε ερ­μη­νεύει την ω­δή «Εις θά­να­τον» με τους συμ­βο­λι­σμούς του καρ­μπο­να­ρι­σμού, ό­πως κά­νει η Γεωρ­γα­ντά. Αντ’ αυ­τού, προ­τεί­νει μια βή­μα προς βή­μα πα­ρα­κο­λού­θη­ση “της οι­κο­δό­μη­σης του ποιη­τή-πο­λί­τη”. Οι δυο με­λε­τη­τές φαί­νε­ται να συμ­φω­νούν ό­τι υ­πήρ­ξε μια μα­κριά πε­ρίο­δος μύη­σης και να α­πορ­ρί­πτουν την ά­πο­ψη της “στιγ­μιαίας, λό­γω της ε­θνι­κής ε­πα­νά­στα­σης, έ­κλαμ­ψης”.
Ένα ση­μα­ντι­κό κε­φά­λαιο της πρό­σφα­της με­λέ­της του Αρβα­νι­τά­κη, που πα­ρα­τί­θε­ται ως ει­σα­γω­γι­κό στην ερ­μη­νεία της «Απο­λο­γίας της αυ­το­κτο­νίας», α­φο­ρά τον α­ντί­κτυ­πο που εί­χε το κεί­με­νο στη γε­νιά του με­σο­πο­λέ­μου. Η δη­μο­σίευ­ση της με­τά­φρα­σής του έ­γι­νε την 1η Οκτω­βρίου 1937, λί­γες μέ­ρες με­τά την αυ­το­κτο­νία του Ιωάν­νη Συ­κου­τρή, στις 22 Σε­πτεμ­βρίου. Δεν φαί­νε­ται να πρό­κει­ται για σύ­μπτω­ση, δε­δο­μέ­νου ό­τι το κεί­με­νο του Ζώ­ρα προ­τάσ­σε­ται στο τεύ­χος, ε­νώ στη ρου­μπρί­κα «Το δε­κα­πεν­θή­με­ρον» δη­μο­σιεύε­ται νε­κρο­λο­γία του Ν. Ι. Λού­βα­ρη για τον Συ­κου­τρή. Διό­λου α­πί­θα­νο, χω­ρίς την αυ­το­κτο­νία Συ­κου­τρή, να αρ­γού­σε η δη­μο­σίευ­ση, κα­θώς ο Ζώ­ρας, στο προ­λο­γι­κό του ση­μείω­μα, σπεύ­δει να πα­ρα­τη­ρή­σει ό­τι “δεν πα­ρου­σιά­ζει μέ­γα εν­δια­φέ­ρον, ού­τε τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα εί­ναι πο­λύ σπου­δαία, τό­σον α­πό θε­ο­λο­γι­κής ό­σον και α­πό κοι­νω­νι­κής α­πό­ψεως· α­κό­μη δε μι­κρο­τέ­ρα εί­ναι η ση­μα­σία του έρ­γου α­πό λο­γο­τε­χνι­κής α­πό­ψεως”. Πά­ντως, η συ­ζή­τη­ση γύ­ρω α­πό το κεί­με­νο άρ­γη­σε να ξε­κι­νή­σει. Ο Αρβα­νι­τά­κης σχο­λιά­ζει σε χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά τα δη­μο­σιεύ­μα­τα, σταθ­μί­ζο­ντας τις α­πο­χρώ­σεις μιας γε­νι­κό­τε­ρα α­πορ­ρι­πτι­κής στά­σης, κα­θώς το κεί­με­νο της α­πο­λο­γίας δεν συμ­φω­νού­σε με τη θε­με­λιω­μέ­νη ά­πο­ψη του πο­λι­τι­κού ποιη­τή Κάλ­βου. Οι μό­νοι, που υ­πε­ρα­σπί­ζο­νταν μια δια­φο­ρε­τι­κή ει­κό­να του Κάλ­βου, ή­ταν ο νέ­ος αι­σθη­τι­κός Δη­μή­τρης Κα­πε­τα­νά­κης και ο Κά­λας. Μό­νο που και οι δύο εί­χαν μορ­φώ­σει αυ­τήν την ει­κό­να πριν δια­βά­σουν το κεί­με­νο της α­πο­λο­γίας. Η Γιώ­τη α­να­φέ­ρει κά­ποιες ση­μειώ­σεις, που ο Κά­λας άρ­χι­σε να κρα­τά, το πι­θα­νό­τε­ρο με­τά την α­νά­γνω­ση, με την ο­πτι­κή μιας με­λέ­της πε­ρί Κάλ­βου. Ού­τε ε­κεί­νη ού­τε ο Αρβα­νι­τά­κης πα­ρου­σιά­ζουν αυ­τές τις ση­μειώ­σεις, πα­ρό­τι δί­νουν ι­διαί­τε­ρο βά­ρος στις α­πό­ψεις του υ­περ­ρε­α­λι­στή ποιη­τή. Εκτός κι αν αμ­φό­τε­ροι ε­τοι­μά­ζουν δη­μο­σιεύ­σεις. Οψό­με­θα. Όπως και να έ­χει, με το ρη­ξι­κέ­λευ­θο βι­βλίο του συ­ντο­πί­τη του Κάλ­βου, ο ε­ορ­τα­σμός του ε­πε­τεια­κού 2012 μό­λις που ξε­κί­νη­σε.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 8/4/2012.