Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Ύμνος στην αμεριμνησία



Σω­τή­ρης Δη­μη­τρίου
«Η σιω­πή του ξε­ρό­χορ­του»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Νοέμ­βριος 2011

 Σε ανάλογο νησιωτικό τοπίο
στήνει την ουτοπία του
ο Σ. Δημητρίου.


Σε έ­να πράγ­μα φαί­νε­ται να μέ­νει πι­στός ο Σω­τή­ρης Δη­μη­τρίου, κι αυ­τό εί­ναι η κο­σμο­θεω­ρία του. Ευ­θύς εξ αρ­χής, αυ­τήν α­ντα­να­κλούν τα διη­γή­μα­τά του κι αυ­τήν α­να­πτύσ­σει ο ί­διος συ­νο­μι­λώ­ντας κα­τά και­ρούς με τους δη­μο­σιο­γρά­φους. Κα­θώς, μά­λι­στα, πρό­κει­ται για μια φι­λο­σο­φία ζωής, που α­ντι­βαί­νει στα κοι­νώς α­πο­δε­κτά, οι συ­νε­ντεύ­ξεις του βρή­καν α­νέ­κα­θεν α­πή­χη­ση. Από έ­να ση­μείο και ύ­στε­ρα, θα έ­λε­γε κα­νείς, με­γα­λύ­τε­ρη και α­πό τα διη­γή­μα­τά του. Χά­ρις στο δρι­μύ κα­τη­γο­ρώ, που α­ρέ­σκε­ται να ε­ξα­πο­λύει ε­να­ντίον της κοι­νω­νι­κής δο­μής και της κα­τα­να­λω­τι­κής κοι­νω­νίας, ε­ξα­κο­λού­θη­σαν να δια­βά­ζο­νται με εν­δια­φέ­ρον α­κό­μη και ό­ταν η προ­σο­χή που προ­σέλ­κυαν τα βι­βλία του πα­ρου­σία­σε κάμ­ψη. Το τε­λευ­ταίο, ό­χι σε α­πό­λυ­τη βά­ση, αλ­λά σε σύ­γκρι­ση με την εν­θου­σιώ­δη υ­πο­δο­χή, που εί­χαν, προ ει­κο­σα­ε­τίας, οι δυο πρώ­τες συλ­λο­γές διη­γη­μά­των του. Τό­τε, η εμ­μο­νή του Δη­μη­τρίου στο κοι­νω­νι­κό πε­ρι­θώ­ριο εί­χε ε­κτι­μη­θεί σαν νεω­τε­ρι­κή ε­πα­να­φο­ρά του πα­λαιό­τε­ρου διη­γή­μα­τος του πε­ρι­θω­ρίου. Συν τω χρό­νω, ό­μως, κέρ­δι­σε έ­δα­φος το διή­γη­μα του Άλλου και τε­λι­κά, έ­γι­νε κυ­ρίαρ­χο. Αυ­τός ο Άλλος α­πέ­κτη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­σω­πεία, με­ρι­κά α­πό αυ­τά με­γα­λύ­τε­ρου ε­πι­και­ρι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος α­πό ε­κεί­να του Δη­μη­τρίου, ο ο­ποίος συ­νέ­χι­σε να ε­στιά­ζει στον ε­σω­τε­ρι­κό με­τα­νά­στη και τον σε­ξουα­λι­κά α­πο­κλί­νο­ντα. Ύστε­ρα, ε­κεί­νος, ως συγ­γρα­φι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο, πα­ρου­σιά­ζε­ται συ­ντη­ρη­τι­κός. Τα διη­γή­μα­τά του, κα­θώς και τα δυο πρώ­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του, α­κο­λου­θούν τις κλα­σι­κό­τρο­πες φόρ­μες, ό­πως τις έ­μα­θε δια­βά­ζο­ντας τους πα­λαιό­τε­ρους.
Με το γύ­ρι­σμα του αιώ­να, ω­στό­σο, ε­πήλ­θαν ο­ρι­σμέ­νες αλ­λα­γές. Αφε­νός μεν το με­ρά­κι του να γρά­ψει για ό­σα τον στε­νο­χω­ρού­σαν κα­τά έ­ναν πιο α­προ­σχη­μά­τι­στο τρό­πο θα πρέ­πει συ­νε­χώς να με­γά­λω­νε, κα­θώς χει­ρο­τέ­ρευε, για έ­ναν άν­θρω­πο με τη δι­κή του φι­λο­σο­φία ζωής, η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της Αθή­νας. Αφε­τέ­ρου η με­τα­μο­ντέρ­να θέ­α­ση, που ε­πι­κρά­τη­σε, ευ­νό­η­σε θε­μα­τι­κά και μορ­φι­κά α­νοίγ­μα­τα. Αυ­τές οι με­τα­στρο­φές φαί­νε­ται πως λει­τούρ­γη­σαν, του­λά­χι­στον εν μέ­ρει, α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά. Εξα­κο­λού­θη­σε μεν να γρά­φει το διή­γη­μα συ­νε­κτι­κής μορ­φής, στο ο­ποίο και ση­μείω­σε α­κό­μη υ­ψη­λό­τε­ρες ε­πι­δό­σεις, α­νε­ξάρ­τη­τα αν τα βι­βλία του δεν έ­τυ­χαν α­ντί­στοι­χης ε­πι­βρα­βευ­τι­κής α­ξιο­λό­γη­σης. Εκ πα­ραλ­λή­λου, ό­μως, ε­πι­δό­θη­κε στη συγ­γρα­φή α­φη­γη­μά­των, που κα­θρέ­φτι­ζαν την κο­σμο­θεω­ρία του κα­τά τό­σο διαυ­γή τρό­πο, ώ­στε να ελ­κύ­σουν το πλα­τύ κοι­νό, που προ­κα­λού­σε με τις συ­νε­ντεύ­ξεις του. 
Εντός μιας ε­ξα­ε­τίας, ε­ξέ­δω­σε τρία α­φη­γή­μα­τα. Πρό­κει­ται για μια α­φη­γη­μα­τι­κή τρι­λο­γία, ό­που α­να­πτύσ­σει τον προ­σω­πι­κό του τρό­πο σκέ­ψης, ό­πως τον δια­μόρ­φω­σε έ­φη­βος στην Ηγου­με­νί­τσα και τον α­πο­κρυ­στάλ­λω­σε μέ­σα στην πρώ­τη δύ­σκο­λη δε­κα­ε­τία της α­θη­ναϊκής του με­τοι­κε­σίας, πριν α­κό­μη εκ­δώ­σει βι­βλίο. Η φι­λο­σο­φία του δεν ε­δραιώ­νε­ται σε α­ξιώ­μα­τα, αλ­λά σε ρή­σεις του λαϊκού λό­γου, ει­δι­κό­τε­ρα του “βου­νή­σιου”, ό­πως ο ί­διος διευ­κρι­νί­ζει. Οι α­φη­γη­τές του εμ­φα­νί­ζουν τον φω­το­τρο­πι­σμό του συγ­γρα­φέα, ο ο­ποίος, κο­ντά σα­ρά­ντα χρό­νια στην Αθή­να, ε­ξα­κο­λου­θεί, α­να­ζη­τώ­ντας ε­νέρ­γεια, να στρέ­φε­ται προς τον γε­νέ­θλιο τό­πο. Κά­θε δεύ­τε­ρη κου­βέ­ντα και πα­ροι­μία. Ευ­θύς εξ αρ­χής, η γλώσ­σα του Δη­μη­τρίου δια­τη­ρού­σε δια­κρι­τά ί­χνη του γλωσ­σι­κού ι­διώ­μα­τος α­πό την Μουρ­γκά­να της Θεσ­πρω­τίας. Στα πρό­σφα­τα α­φη­γή­μα­τα, εμ­φα­νί­ζε­ται κο­ντά στα άλ­λα και γλωσ­σι­κά τολ­μη­ρό­τε­ρος, πα­ντρεύο­ντας τη λα­λου­μέ­νη των η­λι­κιω­μέ­νων της γε­νέ­τει­ράς του με νεό­πλα­στες λέ­ξεις, προ­σώ­ρας ε­κτός των λε­ξι­κο­γρα­φι­κών ο­ρίων. 
Ο συγ­γρα­φέ­ας χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­φή­γη­μα μό­νο το πρώ­το α­πό τα τρία, «Τα ο­πω­ρο­φό­ρα δέ­ντρα της Αθή­νας». Δεν κά­νει λό­γο για τρι­λο­γία, ού­τε, βε­βαίως, την τιτ­λο­φο­ρεί. Εμείς, πά­ντως, πι­στεύου­με ό­τι έ­νας προ­σφυής τίτ­λος θα ή­ταν, “ύ­μνος στην α­με­ρι­μνη­σία”. Όπως και να έ­χει, με τα δυο πρώ­τα α­φη­γή­μα­τα, το 2005 το πρώ­το και τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το «Σαν το λί­γο το νε­ρό», ο Δη­μη­τρίου έ­ζη­σε και πά­λι θριαμ­βευ­τι­κές η­μέ­ρες, ό­πως ε­κεί­νες του 1990. Στα α­φη­γή­μα­τα δεν προ­κρί­νει την αυ­το­πρό­σω­πη ε­ξο­μο­λό­γη­ση, αλ­λά ε­πι­νο­εί χα­λα­ρής δο­μής μυ­θο­πλα­σίες. Η α­φή­γη­ση και στα τρία εί­ναι σε πρώ­το πρό­σω­πο, με δια­φο­ρε­τι­κό, ό­μως, κά­θε φο­ρά α­φη­γη­τή. Στο πρώ­το, η α­φή­γη­ση μοι­ρά­ζε­ται α­νά­με­σα σε έ­ναν α­δέ­ξιο α­πό χω­ριό ή­ρωα, α­πό τους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς του Δη­μη­τρίου, και τον συγ­γρα­φέα. Στο δεύ­τε­ρο, το ρό­λο του α­φη­γη­τή α­να­λαμ­βά­νει η ψυ­χή ε­νός άρ­τι α­πο­θα­νό­ντος, που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο α­φη­γη­τής του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου. Μό­νο που σε αυ­τό δεν πε­ρι­πλα­νιέ­ται πια α­νά τας ο­δούς και τας ρύ­μας της πρω­τεύου­σας, αλ­λά στα ου­ρά­νια, κά­νο­ντας, πριν την ο­ρι­στι­κή α­πο­χώ­ρη­ση, και μια ε­πί­σκε­ψη στα πά­τρια ε­δά­φη. Τέ­λος, στο πρό­σφα­το, αλ­λά­ζει κά­πως ο χα­ρα­κτή­ρας της μυ­θο­πλα­σίας, κα­θώς ο συγ­γρα­φέ­ας στή­νει μια ου­το­πι­κή κοι­νω­νία, στην ο­ποία και ε­φαρ­μό­ζει κα­τά γράμ­μα την κο­σμο­θεω­ρία του. Δεν πρό­κει­ται για μια ου­το­πία φυ­γής. Πλη­σιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο προς αυ­τό, που έ­χουν α­πο­κα­λέ­σει ευ­το­πία. Χω­ρίς τις λε­πτο­με­ρείς πε­ρι­γρα­φές ε­νός α­να­γνώ­σμα­τος ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας, ο συγ­γρα­φέ­ας φα­ντα­σιώ­νε­ται α­να­γεν­νη­μέ­νους αν­θρώ­πους, με δια­φο­ρε­τι­κά ψυ­χι­κά και πνευ­μα­τι­κά χα­ρί­σμα­τα, που έ­χουν α­ντί­στοι­χα α­να­προ­σαρ­μό­σει τις α­να­με­τα­ξύ τους σχέ­σεις, α­να­συ­ντά­ξει τους θε­σμούς του κοι­νο­τι­κού τους βίου και α­να­συ­γκρο­τή­σει το πε­ρι­βάλ­λον τους σε α­πό­λυ­τη αρ­μο­νία με τη φύ­ση. 
Το βι­βλίο ξε­κι­νά­ει σαν πα­ρα­μύ­θι. Οι κά­τοι­κοι της χώ­ρας, α­δυ­να­τώ­ντας να μο­νιά­σουν, α­πο­φα­σί­ζουν να την χω­ρί­σουν με κλή­ρο στα τρία. Τα κε­λεύ­σμα­τα της θεάς Τύ­χης, ω­στό­σο, δεί­χνουν πο­λύ ι­διό­τρο­πα: Σε ό­σους πα­ρελ­θο­ντο­λο­γούν, α­ρέ­σκο­νται στις πα­ρε­λά­σεις και έ­χουν ρο­πή προς την θρη­σκο­λη­ψία, κλη­ρώ­νε­ται η Βό­ρεια Ελλά­δα, πλην Θρά­κης, την ο­ποία ο συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­δό­ξως λη­σμο­νεί κα­τά την κλή­ρω­ση, στους στραμ­μέ­νους προς το μέλ­λον, του­τέ­στιν τους εκ­συγ­χρο­νι­στές, η Πα­λαιά Ελλά­δα, ε­νώ, στους α­γα­να­κτι­σμέ­νους με ι­δε­ο­λο­γίες και κόμ­μα­τα, που ο συγ­γρα­φέ­ας τους θέ­λει ι­δε­ο­λο­γι­κά α­διά­φο­ρους και μη έ­χο­ντες προ­σω­πι­κές φι­λο­δο­ξίες, μέ­νει το νη­σιω­τι­κό κομ­μά­τι, πλην Κρή­της, κα­θώς οι Κρη­τι­κοί εί­ναι οι μό­νοι που αρ­νή­θη­καν να α­πο­χω­ρι­στούν τον τό­πο τους. Και εί­ναι στα νη­σιά, ό­που ευ­δο­κι­μεί η ευ­το­πία του. 
Όπως θα θυ­μού­νται ό­σοι έ­χουν πα­ρα­κο­λου­θή­σει τη ροή των γλα­φυ­ρών συ­νε­ντεύ­ξεων του Δη­μη­τρίου, ως α­κρο­γω­νιαίους λί­θους της κα­τα­πιε­στι­κής κοι­νω­νι­κής δο­μής θεω­ρεί την οι­κο­γέ­νεια και το σχο­λείο. Από αυ­τούς, λοι­πόν, ξε­κι­νά­ει τη δό­μη­ση της ου­το­πίας του. Αντί για το σχο­λείο, “κρε­α­το­μη­χα­νή”, ό­πως το έ­χει α­πο­κα­λέ­σει, πε­ρι­γρά­φει έ­να παι­δα­γω­γι­κό σύ­στη­μα που, γε­νι­κά και αό­ρι­στα, συν­δέει νη­πιό­θεν τη γνώ­ση με τη χα­ρά. Τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα εί­ναι θε­α­μα­τι­κά, κα­θώς προ­κύ­πτουν κο­πα­δια­στά μι­κροί Αϊνστάιν. Στην ου­το­πία του, η αρ­χαία ρή­ση “τα α­γα­θά κό­ποις κτώ­νται” πά­ει πε­ρί­πα­το και μα­ζί, κά­θε μορ­φής ι­διο­κτη­σία. Επί­σης, κα­ταρ­γού­νται οι χρη­μα­τι­κές συ­ναλ­λα­γές με με­τρη­τά. Προς Θε­ού μην πά­ει ο νους σας στο πλα­στι­κό χρή­μα, στο ο­ποίο κα­τέ­φυ­γε προ­σφά­τως η Σουη­δία και μέλ­λε­ται να α­κο­λου­θή­σουν κι άλ­λες α­νε­πτυγ­μέ­νες χώ­ρες, που πλήτ­το­νται α­πό την φο­ρο­δια­φυ­γή. Στη νη­σιώ­τι­κη ου­το­πία, η τε­χνο­λο­γία έ­χει ε­πα­νέλ­θει σε πρω­τό­γο­νο ε­πί­πε­δο και στις συ­ναλ­λα­γές ε­φαρ­μό­ζε­ται το αρ­χαϊκό σύ­στη­μα της τρά­μπας. Η πιο ρη­ξι­κέ­λευ­θη, ό­μως, και­νο­το­μία συ­νί­στα­ται στην άρ­ση της ι­σχύος του θε­σμού του γά­μου και συ­να­κό­λου­θα, στην κα­τα­πό­ντι­ση του έ­τε­ρου θε­με­λίου των κοι­νω­νιών μας, της οι­κο­γέ­νειας. Κι αυ­τό, σε μια προ­σπά­θεια να α­πα­λει­φτούν τα δει­νά “της οι­κο­γε­νεια­κής δη­μο­κρα­τίας” και “της ε­πο­χής του μη­τρι­κού θρή­νου”, ό­πως ο α­φη­γη­τής α­πο­κα­λεί τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση. Αφής στιγ­μής έ­να παι­δί γεν­νιέ­ται, η μέ­ρι­μνά του εί­ναι κοι­νο­τι­κή υ­πό­θε­ση. Μα­κράν, ω­στό­σο, του κα­τα­πιε­στι­κού κι­νέ­ζι­κου μο­ντέ­λου, κα­θώς στην εν λό­γω ου­το­πία ό­λα προσ­λαμ­βά­νουν μια πα­ρα­δεί­σια διά­στα­ση. Και βε­βαίως, σε μια τέ­τοια κοι­νω­νία τε­λεί­ται η α­πό­λυ­τη, κα­τά την τρέ­χου­σα φρα­σε­ο­λο­γία, ε­ρω­τι­κή ε­πα­νά­στα­ση, σε πλή­ρη αρ­μο­νία με τις φροϋδι­κές α­ντι­λή­ψεις, σύμ­φω­να με τις ο­ποίες ο μο­νο­γα­μι­κός και ε­τε­ρο­φυ­λό­φι­λος έ­ρω­τας ού­τε ο μο­να­δι­κός εί­ναι ού­τε συ­νι­στά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της αν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μί­λια μπρο­στά φαί­νε­ται να βρί­σκε­ται ο Δη­μη­τρίου σε σχέ­ση με τον πρε­σβύ­τε­ρό του Πα­σκάλ Μπρύ­κνε­ρ, που κα­τα­τρύ­χε­ται με το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο “ο γά­μος α­πό έ­ρω­τα έ­χει α­πο­τύ­χει”. Κι ε­νώ ο Γα­λά­της α­νε­πι­φύ­λα­κτα τάσ­σε­ται υ­πέρ της ιε­ρό­τη­τας του έ­ρω­τα, δεν τολ­μά να α­πε­μπο­λή­σει τον γά­μο, αλ­λά προ­τεί­νει τρο­πο­ποίη­σή του προς το α­νε­κτι­κό­τε­ρο, με ο­λί­γα κα­τά συν­θή­κη ψεύ­δη και πλή­θος ή έ­στω ό­σες ζη­τά ο ορ­γα­νι­σμός ε­νός ε­κά­στου λα­θρο­γα­μίες.
  Δυ­στυ­χώς, για την πε­ρι­γρα­φή του συ­στή­μα­τος δια­κυ­βέρ­νη­σης της ου­το­πι­κής κοι­νω­νίας του, ο Δη­μη­τρίου α­φιε­ρώ­νει μό­λις μια πα­ρά­γρα­φο. Άλλα εί­ναι τα θέ­μα­τα, που τον α­πα­σχο­λούν και για τα ο­ποία γρά­φει, για μια α­κό­μη φο­ρά, δια­σκε­δα­στι­κές σε­λί­δες. Τα κε­φα­λαιώ­δη για τον άν­θρω­πο: δια­τρο­φή, έν­δυ­ση, κα­τοι­κία, δια­σκέ­δα­ση. Προ­φα­νώς, οι κά­τοι­κοι της ου­το­πίας εί­ναι χορ­το­φά­γοι και στο μέ­τρο του δυ­να­τού, ω­μο­φά­γοι. Καί­τοι νη­σιώ­τες, ού­τε μα­ρί­δα δεν αγ­γί­ζουν. Σε μια κο­ρύ­φω­ση, μά­λι­στα, της οι­κο­λο­γι­κής τους συ­νεί­δη­σης, θεω­ρούν και τα φυ­τά έμ­βια ό­ντα, συ­νε­πώς κι αυ­τά α­κα­τάλ­λη­λα προς βρώ­σιν. Όσο για τα ρού­χα τους, ό­λο “το έ­χειν τους” χω­ρά­ει σε έ­να σα­κί­διο. Αντι­στοί­χως, για κα­τοι­κία, χρη­σι­μο­ποιούν λυό­με­νες κα­τα­σκευές. Ενώ, δια­σκε­δά­ζουν με παι­δι­κά παι­χνί­δια σε αυ­το­σχέ­δια λού­να παρκ. Ο οί­στρος του συγ­γρα­φέα σε αυ­τές τις πε­ρι­γρα­φές, α­ντί­στοι­χες με ε­κεί­νες στα δυο προ­η­γού­με­να α­φη­γή­μα­τα, κο­ρυ­φώ­νε­ται, Ως υ­ψί­στη πε­μπτου­σία της ευ­τυ­χίας προ­βάλ­λει ο χρό­νος, που κά­ποιος εί­ναι πα­ντε­λώς “ά­σκο­πος”. Υπο­θέ­του­με ό­τι πρό­κει­ται για η­θε­λη­μέ­νη υ­περ­βο­λή, ώ­στε να υ­πο­γραμ­μι­στεί το α­πο­τρό­παιο αί­τη­μα των ση­με­ρι­νών κοι­νω­νιών να εί­ναι κά­ποιος “με­τρή­σι­μα πα­ρα­γω­γι­κός”. Αν και το προ­κλη­τι­κό­τε­ρο αί­τη­μα αυ­τής της ου­το­πίας εί­ναι οι άν­θρω­ποι να ε­πα­να­κτή­σουν, συν τω χρό­νω, τις α­πο­λε­σθεί­σες ι­διό­τη­τες του ζώου. 
Ο Δη­μη­τρίου, στην ου­το­πία του, δεν θα ή­ταν δυ­να­τόν να λη­σμο­νή­σει την λο­γο­τε­χνι­κή και καλ­λι­τε­χνι­κή δη­μιουρ­γία, ό­που και­νο­το­μεί δρα­στι­κά. Ορί­ζει να εί­ναι α­νώ­νυ­μη και οι συγ­γρα­φείς να αρ­κού­νται στη χα­ρά της δη­μιουρ­γίας. Δια­κρί­σεις και βρα­βεία έ­χουν κα­ταρ­γη­θεί. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αυ­τό συμ­βαί­νει μό­νο στην ου­το­πία και δεν α­πο­τε­λεί μέ­ρος της κο­σμο­θεω­ρίας του. Ού­τε στις συ­νε­ντεύ­ξεις του ού­τε στην πρά­ξη α­πο­ποιεί­ται τις δια­κρί­σεις. Τέ­λος, “η κρι­τι­κή έ­πα­ψε να α­σκεί­ται”, με την αι­τιο­λο­γία, ό­τι “οι άν­θρω­ποι δεν ε­χαί­ρο­ντο πια με την λο­γο­τε­χνι­κή α­πο­τυ­χία”. Μάλ­λον ι­σχνό δεί­χνει το ε­πι­χεί­ρη­μα. Εκτός κι αν θα πρέ­πει να συ­μπε­ρά­νου­με ό­τι κα­τά τον Δη­μη­τρίου, το έρ­γο του κρι­τι­κού συ­νί­στα­ται στην κα­ταρ­ρά­κω­ση ε­νός συγ­γρα­φέα προς α­γαλ­λία­ση του ε­μπα­θούς σι­να­φιού; Όπως και να έ­χει, δυ­στυ­χώς ή ευ­τυ­χώς, οι ου­το­πίες κρα­τούν λί­γο, ε­νώ, κα­τά κα­νό­να, με­τεω­ρί­ζο­νται με­τα­ξύ α­πλοϊκών και ε­ξε­ζη­τη­μέ­νων ε­πι­νοή­σεων. Έτσι κι αυ­τή η ου­το­πία τε­λειώ­νει γρή­γο­ρα, σαν ό­νει­ρο θε­ρι­νής νυ­κτός. Φύ­σει α­νι­κα­νο­ποίη­τοι οι άν­θρω­ποι, βα­ρέ­θη­καν την ου­το­πία τους και άρ­χι­σαν να α­πο­ζη­τούν την κα­τα­πίε­ση των πα­λαιών θε­σμών. Του­τέ­στιν, ό­λες ε­κεί­νες τις ευ­λο­γη­μέ­νες α­πα­γο­ρεύ­σεις του τρί­πτυ­χου “πα­τρίς θρη­σκεία οι­κο­γέ­νεια”. Οι λι­γο­στοί νο­σταλ­γοί της ου­το­πι­κής ε­λευ­θε­ριό­τη­τας ε­ξο­ρί­ζο­νται στη συ­νο­ρια­κή ζώ­νη Ελλά­δας - Αλβα­νίας, κρα­τώ­ντας τη γλώσ­σα και τη μου­σι­κή τους. Έτσι πραγ­μα­το­ποιεί­ται α­κό­μη έ­νας μυ­θο­πλα­στι­κός νό­στος του συγ­γρα­φέα στο γε­νέ­θλιο τό­πο.    

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 23/9/2012.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Διάσωση της μνήμης



Κού­λα Ξη­ρα­δά­κη
«ΚΑ­ΤΟ­ΧΙ­ΚΑ
Κα­τά­λο­γοι ε­κτε­λε­σθέ­ντων
ο­μα­δι­κά σφα­για­σθέ­ντων α­μά­χων
πε­σό­ντων της Αντί­στα­σης»
Φω­το­γρα­φίες-Ντο­κου­μέ­ντα-Ενθύ­μια
Από τον ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό
α­γώ­να 1941-1944
Τό­μοι Α΄, Β΄, Γ΄
Νέα έκ­δο­ση, α­να­θεω­ρη­μέ­νη
και συ­μπλη­ρω­μέ­νη
Επι­μέ­λεια: Κω­στής Γιούρ­γος 
Εκδό­σεις Κουκ­κί­δα, Αθή­να 2012

Τα­σού­λα Βερ­βε­νιώ­τη
«Κού­λα Ξη­ρα­δά­κη
“Εγώ δεν τα πα­ρά­τη­σα...”»
Βιο­γρα­φία
μιας αυ­το­δί­δα­κτης ι­στο­ρι­κού
Εκδό­σεις Κουκ­κί­δα, Αθή­να 2012

Από την εικονογράφηση των «Κατοχικών»
της Κούλας Ξηραδάκη. «Οι μελλοθάνατοι»,
ξυλογραφία του Α. Τάσσου, 1943.


Εφτά χρό­νια με­τά τον θά­να­το της Κού­λας Ξη­ρα­δά­κη, στις 5 Μαΐου 2005, εκ­δό­θη­καν δυο δι­κά της βι­βλία, στρογ­γυ­λεύο­ντας σε εί­κο­σι το σύ­νο­λο της ερ­γο­γρα­φίας της. Μό­νο που αυ­τά, σε α­ντί­θε­ση με τα προ­η­γού­με­να δέ­κα ο­κτώ, που εκ­δό­θη­καν στην διάρ­κεια μι­σού αιώ­να (1952-2001), δεν ε­τοι­μά­στη­καν α­πό την ί­δια. Τα «Κα­το­χι­κά», που στά­θη­καν γι’ αυ­τήν έρ­γο ζωής, άρ­γη­σαν, στε­ρώ­ντας της την ι­κα­νο­ποίη­ση της ο­λο­κλη­ρω­μέ­νης κα­τά­θε­σης. Ενώ, σχε­τι­κά με το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, μπο­ρεί και να την στε­νο­χω­ρού­σε η σκέ­ψη, ό­τι αυ­τή που φρό­ντι­σε τό­σες γυ­ναί­κες, α­μέ­λη­σε να στή­σει η ί­δια τον ι­στό της δι­κής της ζωής. Βε­βαίως, η βιο­γρα­φία της, αυ­τή που υ­πο­γρά­φει η ι­στο­ρι­κός Τα­σού­λα Βερ­βε­νιώ­τη, προέ­κυ­ψε με τη συρ­ρα­φή δι­κών της συ­νε­ντεύ­ξεων και αυ­το­βιο­γρα­φι­κών κει­μέ­νων. Εί­χε μά­λι­στα ε­γκρί­νει τις α­πο­μα­γνη­το­φω­νή­σεις και εί­χε κά­νει προ­σθή­κες. Πα­ρό­λα αυ­τά, μια ε­νιαία και α­να­λυ­τι­κό­τε­ρη βιο­γρα­φι­κή α­φή­γη­ση φω­τί­ζει με δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο συμ­βά­ντα και πρά­ξεις, χω­ρίς να α­φή­νει χά­σμα­τα σε κρί­σι­μα ση­μεία του προ­σω­πι­κού βίου και της δη­μό­σιας δρά­σης. Λ.χ., δεν αρ­κεί­ται σε μια ε­πι­γραμ­μα­τι­κή φρά­ση της μορ­φής, “Τα Δε­κεμ­βρια­νά τα έ­ζη­σα”, που α­φή­νει α­να­πά­ντη­τη την α­πο­ρία, κα­τά πό­σο, σε ε­κεί­νο το ση­μείο, υ­πήρ­ξαν ε­ρω­τή­σεις της συ­νε­ντευ­ξιά­στριας, αλ­λά δεν δό­θη­καν διευ­κρι­νι­στι­κές α­πα­ντή­σεις.
Τα «Κα­το­χι­κά», το Με­γά­λο Βι­βλίο των Θυ­μά­των της Κα­το­χής, η Ξη­ρα­δά­κη ου­σια­στι­κά το ξε­κί­νη­σε το 1941, κρα­τώ­ντας το α­πό­κομ­μα κά­ποιας ε­φη­με­ρί­δας με την εί­δη­ση του πρώ­του ε­κτε­λε­σθέ­ντος στην Αθή­να α­πό τους Γερ­μα­νούς, στις 4 Ιου­νίου 1941. Δη­λα­δή, έ­να πε­ρί­που μή­να με­τά την εί­σο­δο των κα­το­χι­κών στρα­τευ­μά­των στην πό­λη, στις 27 Απρι­λίου. Ο πρώ­τος τό­μος των «Κα­το­χι­κών», με υ­πό­τιτ­λο, «Κα­τά­λο­γοι ε­κτε­λε­σθέ­ντων Φω­το­γρα­φίες-Ντο­κου­μέ­ντα-Ενθύ­μια α­πό τον Εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό Αγώ­να 1941-1944», εκ­δό­θη­κε αρ­χές 1975. Την ει­σα­γω­γή ε­κεί­νου του πρώ­του τό­μου την αρ­χί­ζει με έ­ναν ε­πι­κρι­τι­κό α­πο­λο­γι­σμό: «Τριά­ντα χρό­νια πέ­ρα­σαν α­πό το τέ­λος της τρι­πλής κα­το­χής και οι πλη­γές α­κό­μα δεν έ­κλει­σαν. Η Αντί­στα­ση δεν α­να­γνω­ρί­στη­κε και οι νε­κροί της δεν βρή­καν δι­καίω­ση...» Σε αυ­τό το έ­να τρί­το του αιώ­να, εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει 2700 ο­νό­μα­τα. Στις 12 Οκτω­βρίου 1944, οι Γερ­μα­νοί α­πο­χώ­ρη­σαν α­πό την Αθή­να. Εκεί­νη την η­μέ­ρα, σε δρό­μο του Πα­λαιού Φα­λή­ρου, γερ­μα­νός στρα­τιώ­της σκό­τω­σε έ­ναν τε­λευ­ταίο ά­μα­χο Αθη­ναίο, την μα­θή­τρια Ήβη Αθα­να­σιά­δου. Ακρι­βώς, “στις Ελλη­νί­δες που σφρά­γι­σαν με τη ζωή τους τον α­γώ­να του λα­ού μας το 1941-44”, α­φιέ­ρω­σε τον πρώ­το τό­μο, κα­θώς συ­νέ­πε­σε το 1975 να έ­χει α­να­κη­ρυχ­θεί α­πό το Ο­ΗΕ Διε­θνές έ­τος της Γυ­ναί­κας. Τον δεύ­τε­ρο τό­μο τον ε­ξέ­δω­σε το 1979. Τον τρί­το τό­μο, ο ο­ποίος δη­μο­σιεύε­ται για πρώ­τη φο­ρά, θα πρέ­πει να τον εί­χε έ­τοι­μο α­πό τις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’80. Φαί­νε­ται, ό­μως, πα­ρά­δο­ξο να μη βρί­σκει εκ­δό­τη για έ­να πα­ρό­μοιο έρ­γο στα χρό­νια της Με­τα­πο­λί­τευ­σης, ι­δίως τα πρώ­τα, που αν­θού­σε το πο­λι­τι­κό βι­βλίο. Το πα­ρά­δο­ξο ε­πι­τεί­νε­ται, εάν συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με ό­τι ο πρώ­τος τό­μος των «Κα­το­χι­κών» ό­σο και ο δεύ­τε­ρος έ­τυ­χαν κα­λής υ­πο­δο­χής α­πό τον Τύ­πο. Όπως και να έ­χει, τους δυο πρώ­τους τους ε­ξέ­δω­σε ι­δίοις α­να­λώ­μα­σιν, ε­νώ ο τρί­τος έ­μει­νε στο συρ­τά­ρι της. Για να βρε­θεί εκ­δό­της χρειά­στη­κε να πε­ρά­σουν 70 χρό­νια α­πό ε­κεί­νον τον πρώ­το νε­κρό, του ο­ποίου το ό­νο­μα χά­θη­κε στον σκο­τει­νό βυ­θό της α­νω­νυ­μίας μα­ζί με το α­πό­κομ­μα της ε­φη­με­ρί­δας και ό­λα ό­σα εί­χε μα­ζέ­ψει στα τρία χρό­νια και τέσ­σε­ρις μή­νες της Κα­το­χής. “Τα έ­κα­ψα για να μην καώ”, ό­πως λέει. Εί­χε πά­ρει, ω­στό­σο, το βά­φτι­σμα του συλ­λέ­κτη.
Εδώ, θα έ­πρε­πε να προ­στε­θεί μια υ­πο­ση­μείω­ση. Στην ει­σα­γω­γή του πρώ­του τό­μου, η Ξη­ρα­δά­κη ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι την έ­μπνευ­ση της συλ­λο­γής στοι­χείων κα­τά τη διάρ­κεια της Κα­το­χής –έ­ντυ­πα κα­το­χι­κά, πα­ρά­νο­μα φύλ­λα, μπρο­σού­ρες, τρυ­κ, προ­κη­ρύ­ξεις, ση­μειώ­σεις με ο­νό­μα­τα ε­κτε­λε­σθέ­ντω­ν–  της την εί­χε δώ­σει “μια ε­πι­φυλ­λί­δα για κά­ποιον Κων­στα­ντί­νο-Αγα­θό­φρο­να Νι­κο­λό­που­λο α­π’ την Ανδρί­τσαι­να, που, σαν πή­γε στο Πα­ρί­σι λί­γο με­τά την γαλ­λι­κή ε­πα­νά­στση, εί­χε την έ­μπνευ­ση να μα­ζέ­ψη ό,τι έ­ντυ­πο κυ­κλο­φό­ρη­σε στην διάρ­κεια της ε­πα­νά­στα­σης κι έ­τσι συ­γκρό­τη­σε μια σπου­δαία συλ­λο­γή”. Αυ­τό το αό­ρι­στο κά­ποιος Νι­κο­λό­που­λος χρειά­ζε­ται σχο­λια­σμό για ό­ποιον τυ­χόν δεν γνω­ρί­ζει τον φί­λο και συ­νερ­γά­τη του Κο­ραή Κων­στα­ντί­νο Νι­κο­λό­που­λο, γνω­στό και με το ψευ­δώ­νυ­μο Αγα­θό­φρων, ό­πως υ­πέ­γρα­φε τα άρ­θρα του στον «Λό­γιο Ερμή». Ήταν εκ­δό­της, μα­ζί με τον Κερ­κυ­ραίο Σπυ­ρί­δω­να Κον­δό, του πε­ριο­δι­κού «Μέ­λισ­σα», μα­χη­τής του γλωσ­σι­κού ε­νά­ντια στις α­πό­ψεις του Πα­να­γιώ­τη Κο­δρι­κά, αλ­λά και ποιη­τής και συν­θέ­της, με­τα­ξύ άλ­λων της Ολυ­μπια­κής Ωδής του Πιν­δά­ρου, Θεω­ρεί­ται, μά­λι­στα, πρω­το­πό­ρος στη σύν­θε­ση πο­λυ­φω­νι­κής μου­σι­κής για την ορ­θό­δο­ξη εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση. Όσο για την σπου­δαία βι­βλιο­θή­κη του, την δώ­ρι­σε το 1838 στην γε­νέ­τει­ρα του πα­τέ­ρα του, του Γεωρ­γά­κη Νι­κο­λό­που­λου, που έ­φυ­γε με­τά τα Ορλω­φι­κά α­πό την ο­ρει­νή Ολυ­μπία και ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Σμύρ­νη. Πρό­κει­ται για την Νι­κο­λο­πού­λειο Βι­βλιο­θή­κη της Ανδρί­τσαι­νας. Το πι­θα­νό­τε­ρο, η Ξη­ρα­δά­κη διά­βα­σε κά­ποιο δη­μο­σίευ­μα με α­φορ­μή τη συ­μπλή­ρω­ση 100 χρό­νων α­πό το θά­να­τό του, το 1841, στα 55 του α­πό τέ­τα­νο.
Η μα­κριά πα­ρέκ­κλι­ση, ό­χι τό­σο ως μι­κρή πα­ρά­λει­ψη του ε­πι­με­λη­τή, αλ­λά ως έν­δει­ξη ό­τι κά­θε πρά­ξη α­πο­κτά για τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους συμ­βο­λι­κή διά­στα­ση, αλ­λά και δι­δα­κτι­κή, ό­ταν κα­τα­λή­γει σε μί­μη­ση. Η τό­τε, λοι­πόν, 22χρο­νη Ξη­ρα­δά­κη α­κο­λού­θη­σε πι­στά το πα­ρά­δειγ­μα του “α­γα­θό­φρο­να” Ηλείου. Δεν έ­γι­νε μό­νο συλ­λέκ­τρια δια βίου, αλ­λά δια­πνεό­ταν και α­πό την ί­δια α­ντί­λη­ψη, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει έ­ναν γνή­σιο συλ­λέ­κτη. Ο στό­χος της πε­ρι­συλ­λο­γής υ­λι­κού δεν ή­ταν ω­φε­λι­μι­στι­κός, λ.χ. για την εκ­πό­νη­ση μιας έκ­δο­σης, αλ­λά ή­ταν αυ­τή κα­θ’ ε­αυ­τή η διά­σω­ση της μνή­μης. Την ί­δια φρο­ντί­δα δεί­χνει, μνη­μο­νεύο­ντας ό­σους γνώ­ρι­σε. Ο δεύ­τε­ρος τό­μος των «Κα­το­χι­κών» δεν έ­χει α­φιέ­ρω­ση, ο τρί­τος, ω­στό­σο, εί­ναι “μνή­μη Τά­σου Βουρ­νά”. Θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Βουρ­νάς α­πε­βίω­σε στις 15 Νοε. 1990, ά­ρα η α­φιέ­ρω­ση θα προ­στέ­θη­κε εκ των υ­στέ­ρων με την προ­σμο­νή της έκ­δο­σης. Έξι χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρός της, φί­λος και σύ­ντρο­φος α­πό τις μα­ζώ­ξεις της Τε­τάρ­της στο Λό­φο Σκου­ζέ, στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’50, στά­θη­κε σύμ­βου­λος στα γρα­ψί­μα­τά της. Εκεί­νος την πα­ρό­τρυ­νε να κα­τα­πια­στεί με τις γυ­ναί­κες και τις υ­πέ­δει­ξε τις δυο πρώ­τες, την Ευαν­θία Καΐρη και την Καλ­λιό­πη Πα­πα­λε­ξο­πού­λου. Έτσι προέ­κυ­ψε, το 1956, η ι­στο­ρι­κή μο­νο­γρα­φία για την πρώ­τη και τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία για την δεύ­τε­ρη. Ανα­ζη­τώ­ντας τα ί­χνη της Πα­πα­λε­ξο­πού­λου, γνώ­ρι­σε τον Κορ­δά­το. Πο­λι­τι­κός άν­δρας του Ναυ­πλίου ο σύ­ζυ­γος της Πα­πα­λέ­ξαι­νας, ό­πως την α­πο­κα­λού­σε ο Κορ­δά­τος, και η ί­δια, καί­τοι Πα­τρι­νή, κό­ρη του προ­ε­στού Ανδρέα Κα­λα­μο­γδάρ­τη, στά­θη­κε “η η­ρωί­δα της Ναυ­πλια­κής ε­πα­νά­στα­σης”, σύμ­φω­να του­λά­χι­στον με τον τίτ­λο της βιο­γρα­φίας της. Σή­με­ρα, εί­ναι μια α­κό­μη λη­σμο­νη­μέ­νη γυ­ναι­κεία προ­σω­πι­κό­τη­τα. Στο σα­λό­νι της φαί­νε­ται πως ε­ξυ­φάν­θη­καν ση­μα­ντι­κές μη­χα­νορ­ρα­φίες, με­τα­ξύ αυ­τών και η γνω­στή ε­ξέ­γερ­ση, που ο­δή­γη­σε στην έ­ξω­ση του Όθω­να. Δεν εί­ναι, ω­στό­σο, και τό­σο γνω­στό ό­τι η ε­στία της ε­ξέ­γερ­σης, την ά­νοι­ξη του 1862, ή­ταν στο Ναύ­πλιο. Όπως και να έ­χει, με το βι­βλίο α­νά χεί­ρας, η Ξη­ρα­δά­κη ε­πι­σκέ­φθη­κε τον Ναυ­πλιώ­τη Άγγε­λο Τερ­ζά­κη στο γρα­φείο του στο Εθνι­κό Θέ­α­τρο. Ευ­θαρ­σώς τον ρώ­τη­σε αν θα της έ­γρα­φε κρι­τι­κή και ε­κεί­νος α­πά­ντη­σε ευ­θέως αρ­νη­τι­κά. Την πα­ρό­τρυ­νε, ω­στό­σο, να προ­χω­ρή­σει. “Από κει και πέ­ρα, ε­γώ βρή­κα το δρό­μο μου”, ό­πως λέει στη συ­νέ­ντευ­ξή της.  Δεν προ­σχε­διά­ζει τα βι­βλία της. Λει­τουρ­γεί πα­ρορ­μη­τι­κά, υ­πα­κούο­ντας συ­χνά στην έ­μπνευ­ση της στιγ­μής. Πι­στεύει στις συ­μπτώ­σεις και ό­ταν πα­ρου­σιά­ζο­νται τις εκ­με­ταλ­λεύε­ται. Μη έ­χο­ντας πρό­σβα­ση στις κυ­ρίως αρ­χεια­κές πη­γές, α­να­ζη­τά το υ­λι­κό στα θεω­ρού­με­να ως α­πορ­ρίμ­μα­τα και σε α­νεκ­με­τάλ­λευ­τα α­πό τους ε­ρευ­νη­τές αρ­χεία, ό­πως ε­κεί­νο του Ελε­γκτι­κού Συ­νε­δρίου, ό­που ερ­γα­ζό­ταν.   
     Μια γυ­ναί­κα με πά­θος. Αυ­τή ή­ταν η Κού­λα Ξη­ρα­δά­κη. Έτσι τη συ­στή­νει το έρ­γο της και με αυ­τό ως κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό την βιο­γρα­φία της. Εί­χε έ­ναν υ­περ­βάλ­λο­ντα ζή­λο για να γνω­ρί­σει και να κά­νει πράγ­μα­τα, που την χα­ρα­κτή­ρι­ζε α­πό παι­δί. Το μαρ­τυ­ρά­ει ο λό­γος της μη­τέ­ρας της. “Αυ­τό το παι­δί δεν εί­ναι στα κα­λά του”, έ­λε­γε α­κού­γο­ντας τις α­προσ­δό­κη­τες ε­πι­θυ­μίες της. Η Ξη­ρα­δά­κη φαί­νε­ται πως διέ­θε­τε κά­ποιες α­ρε­τές, που του­λά­χι­στον συν­δυα­σμέ­νες σπα­νί­ζουν. Ευαι­σθη­σία και φα­ντα­σία, ε­πι­μο­νή και υ­πο­μο­νή. Κα­τά μια πα­λαιι­κή έκ­φρα­ση, ό,τι πέ­τυ­χε το πέ­τυ­χε με το σπα­θί της. Ού­τε εγ­γράμ­μα­τοι ού­τε α­ρι­στε­ροί ή­ταν οι γο­νείς της. Και ε­πι­πλέ­ον, τα οι­κο­νο­μι­κά της οι­κο­γέ­νειας  ή­ταν στε­νά. Εκεί­νη, ό­μως, και το σχο­λείο τε­λείω­σε με κα­λές ε­πι­δό­σεις, δου­λεύο­ντας τα κα­λο­καί­ρια, και στην Αντί­στα­ση α­να­μίχ­θη­κε α­πό τους πρώ­τους. Οργα­νω­μέ­νη στο Εα­μι­κό κί­νη­μα, πή­ρε μέ­ρος σε ό­λες τις δια­δη­λώ­σεις. Η πρώ­τη μύη­ση έ­γι­νε στην πα­ρέα του Λό­φου Σκου­ζέ, την ο­ποία, έ­νας της ο­μά­δας, ο Αντρέ­ας Φρα­γκιάς, α­πα­θα­νά­τι­σε στο μυ­θι­στό­ρη­μά του «Λοι­μός». Εκεί πρω­τά­κου­σε το ό­νο­μα του Ρί­τσου. Μια α­πό τις πρώ­τες τολ­μη­ρές της πρά­ξεις ή­ταν η φυ­γά­δευ­ση των ό­πλων των Ιτα­λών  α­πό την Σχο­λή Ευελ­πί­δων, που τό­τε ή­ταν στρα­τώ­νας των Γερ­μα­νών. Οι Ιτα­λοί, με­τά την συν­θη­κο­λό­γη­ση, βρί­σκο­νταν ε­κεί υ­πό ε­πι­τή­ρη­ση. Η βρα­δι­νή έ­ξο­δος ε­πι­τρε­πό­ταν, υ­πό τον ό­ρο να βγαί­νουν ά­ο­πλοι. Οι Γερ­μα­νοί φο­βό­νταν μην και προ­σχω­ρή­σουν στον Ε­ΛΑΣ. Γνώ­ρι­ζαν, ό­μως, ό­τι οι α­ντάρ­τες, με την με­γά­λη έλ­λει­ψη σε πο­λε­μο­φό­δια, τους ή­θε­λαν να προ­σχω­ρούν με τον ο­πλι­σμό τους. Με­τά την ε­πι­τυ­χή έκ­βα­ση της ε­πι­χεί­ρη­σης, ο κα­πε­τά­νιος της χά­ρι­σε έ­να πι­στό­λι, που φαί­νε­ται ό­τι το βρή­κε πο­λύ μι­κρό για α­ντρι­κό. Η Ξη­ρα­δά­κη, με­τά τα Δε­κεμ­βρια­νά, α­κο­λού­θη­σε την πο­ρεία μέ­χρι τα Κρώ­ρα. Κα­τά κομ­μα­τι­κή ε­ντο­λή, συ­νέ­χι­σε για Χαλ­κί­δα, α­πό ό­που θα­λασ­σίως πέ­ρα­σε στο Μώ­λο Φθιώ­τι­δας και με­τά, κα­τό­πιν νεό­τε­ρης ο­δη­γίας, τά­χι­στα οί­κα­δε για να α­να­στή­σουν τις ορ­γα­νώ­σεις της Αθή­νας. Ού­τε εί­χε την τύ­χη να ζευ­γα­ρώ­σει με κά­ποιον που να α­πο­δέ­χε­ται την γυ­ναί­κα σαν ά­το­μο με ί­σα δι­καιώ­μα­τα. Γι’ αυ­τό και χώ­ρι­σε νω­ρίς. Το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο, πά­ντως, πέ­ραν των κοι­νω­νι­κών α­πο­κλει­σμών, ή­ταν ο χρό­νος της γέν­νη­σής της. Γεν­νη­μέ­νος κά­ποιος, ό­πως η Ξη­ρα­δά­κη,  το 1919 σή­μαι­νε ό­τι η τρί­τη και πιο γό­νι­μη δε­κα­ε­τία της ζωής του θα ή­ταν η ε­μπό­λε­μη του ’40. Πα­ρό­λα αυ­τά, με­τά την Κα­το­χή, γρά­φτη­κε στην Πά­ντειο και την τε­λείω­σε. Στη συ­νέ­χεια, το 1950, θα τέ­λειω­νε και την Φι­λο­σο­φι­κή, αν η φοί­τη­ση δεν ή­ταν υ­πο­χρεω­τι­κή. Τό­τε, ό­μως, μό­λις εί­χε προσ­λη­φθεί, κα­τό­πιν ε­ξε­τά­σεων, στο Ελε­γκτι­κό Συ­νέ­δριο. Κι ό­μως, πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στη Φι­λο­σο­φι­κή, ζη­τώ­ντας την ά­δεια α­πό τον ί­διο τον κα­θη­γη­τή Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Φι­λο­λο­γίας, που ή­ταν ο Γεώρ­γιος Ζώ­ρας. Αργό­τε­ρα, με την υ­πο­στή­ρι­ξή του, δη­μο­σίευ­σε δυο άρ­θρα στο πε­ριο­δι­κό «Παρ­νασ­σός».
Ως συγ­γρα­φέα και ε­ρευ­νή­τρια της ι­στο­ρίας των γυ­ναι­κών α­να­φέ­ρει την Ξη­ρα­δά­κη η ε­γκυ­κλο­παί­δεια. Δεν της χα­λα­λί­ζει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του ι­στο­ρι­κού ού­τε καν αυ­τόν του ι­στο­ριο­δί­φη. Αλλά και στη βιο­γρα­φία προ­στί­θε­ται ως υ­πό­τιτ­λος η εμ­φα­ντι­κή υ­πεν­θύ­μι­ση, ό­τι πρό­κει­ται για αυ­το­δί­δα­κτη ι­στο­ρι­κό.  Πό­σοι ε­παγ­γελ­μα­τίες ι­στο­ρι­κοί έ­χουν να ε­πι­δεί­ξουν έ­να έρ­γο α­ντί­στοι­χο με την, έ­στω και ε­ρα­σι­τε­χνι­κή, κα­τα­γρα­φή των ε­κτε­λε­σθέ­ντων στα χρό­νια της Κα­το­χής, που έ­κα­νε η Ξη­ρα­δά­κη; Βε­βαίως, για έ­ναν ι­στο­ρι­κό, θα πρέ­πει να εί­ναι α­δια­νό­η­το το διάν­θι­σμα μιας πα­ρό­μοιας ερ­γα­σίας με στί­χους, ο ε­μπλου­τι­σμός των βιο­γρα­φι­κών ση­μειω­μά­των των θυ­μά­των με συ­ναι­σθη­μα­τι­κής υ­φής πα­ρα­τη­ρή­σεις και οι άλ­λες α­ντιε­πι­στη­μο­νι­κές και­νο­το­μίες, που α­ρέ­σουν στην Ξη­ρα­δά­κη. Κι ό­μως, στη με­τα­μο­ντέρ­να ε­πο­χή, που η Ιστο­ρία δεν συ­νι­στά πα­ρά μια α­κό­μη α­φή­γη­ση, ί­σως αυ­τός ο προ­σω­πι­κός τρό­πος συγ­γρα­φής να α­πο­τε­λεί μια πολ­λά υ­πο­σχό­με­νη πρό­τα­ση. Από την άλ­λη, ε­παγ­γελ­μα­τίες ι­στο­ρι­κοί και λοι­ποί ε­πι­στή­μο­νες υ­πο­δει­κνύουν μεν συ­στη­μα­τι­κούς τρό­πους κα­τάρ­τι­σης, με ε­ξαν­τλη­τι­κή προ­σφυ­γή στις πη­γές, αλ­λά, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, έ­χουν προ­κύ­ψει συλ­λο­γι­κά βι­βλία Ιστο­ρίας και Βά­σεις Δε­δο­μέ­νων, που πά­σχουν α­πό πα­ρα­λεί­ψεις, α­βλε­ψίες και ε­πι­κα­λύ­ψεις. Ίσως, για­τί ε­πι­τε­λού­νται μη­χα­νι­στι­κά ή α­πό βο­η­θούς χω­ρίς με­ρά­κι. Ίσως, για­τί ο κύ­ριος στό­χος των ση­με­ρι­νών ε­πι­στη­μό­νων εί­ναι, σε με­γά­λο βαθ­μό, οι θεω­ρίες. Έτσι, ε­ρα­σι­τέ­χνες, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Κων­στα­ντί­νος Σά­θας, ο Γιάν­νης Βλα­χο­γιάν­νης ή και η Κού­λα Ξη­ρα­δά­κη, με δια­φο­ρά ύ­ψους βέ­βαια, έ­χουν ο­ρι­στι­κά ε­κλεί­ψει. Ανα­με­νό­με­νο, α­φού α­παλ­λα­χτή­κα­με α­πό τις νοο­τρο­πίες, που τους ε­ξέ­θρε­ψαν.     
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/9/2012.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Στον τόπο του Καρκαβίτσα



Τά­κης Ν. Λαϊνάς
«Ο κά­μπος ο κό­σμος
El campo el mundo»
Εκδό­σεις
Πα­ρα­τη­ρη­τής της Θρά­κης
Κο­μο­τη­νή-Λε­χαι­νά
Νοέ­μ­βριος 2011

Άποψη
του Σιδηροδρομικού
Σταθμού
Λεχαινών.


Στον ο­δη­γό του Στέ­φα­νου Ψη­μέ­νου «Ανε­ξε­ρεύ­νη­τη Πε­λο­πό­ν­νη­σος», που κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1999 ως δεύ­τε­ρος τό­μος, με­τά α­πό ε­κεί­νον της Κρή­της, στη σει­ρά τα­ξι­διω­τι­κών ο­δη­γών με τον γε­νι­κό τί­τ­λο «Ανε­ξε­ρεύ­νη­τη Ελλά­δα», τα Λε­χαι­νά δεν υ­πά­ρ­χουν στο ευ­ρε­τή­ριο. Ο α­να­γνώ­στης και ε­πί­δο­ξος τα­ξι­διώ­της υ­πο­θέ­τει ό­τι η πα­ρά­λει­ψη έ­γι­νε α­πό α­βλε­ψία, α­φού μοιά­ζει α­πί­θα­νο να μην α­να­φέ­ρο­νται τα Λε­χαι­νά σε έ­ναν πα­ρό­μοιας έ­κτα­σης Οδη­γό. Σύ­μ­φω­να με τις ε­γκυ­κλο­παί­δειες, πρό­κει­ται για κω­μό­πο­λη του νο­μού Ηλείας, που, μέ­χρι το 1999, ή­ταν η έ­δρα του ο­μώ­νυ­μου δή­μου, με 3541 κα­τοί­κους. Οπό­τε, ό­ντας α­γεω­γρά­φη­τος, α­ρ­χί­ζει το φυ­λ­λο­μέ­τρη­μα του Οδη­γού. Όπως πλη­ρο­φο­ρεί στην ει­σα­γω­γή ο Ψη­μέ­νος, έ­κα­νε την α­να­γκαία έ­ρευ­να για την κα­τά­ρ­τι­ση του Οδη­γού ως μη­χα­νό­βιος τα­ξι­διώ­της και πα­ρου­σιά­ζει τον τό­πο με βά­ση τις δια­δρο­μές που α­κο­λού­θη­σε. Προ­βλέ­πο­νται, συ­νο­λι­κά, έ­ξι δια­δρο­μές, που χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται α­πό το ση­μείο ε­κ­κί­νη­σης, συν τέ­σ­σε­ρις, α­πο­κα­λού­με­νες ο­ρει­νές. Βο­η­θού­με­νος α­πό τον χά­ρ­τη, ο με­λ­λο­ντι­κός τα­ξι­διώ­της, για να ε­ντο­πί­σει τα Λε­χαι­νά, α­να­τρέ­χει  στη δια­δρο­μή Πά­τρα-Πύ­ρ­γου. Ακο­λου­θώ­ντας την Εθνι­κή Οδό, δια­βά­ζει για τα Βρα­χναίι­κα, που συ­ν­δυά­ζουν τα πα­λαιά πέ­τρι­να σπί­τια με τα φρο­ντι­σμέ­να μπα­ρ, για το πο­λύ κα­λό ξε­νο­δο­χείο στο χω­ριό Κα­μί­νια και το ε­ξαι­ρε­τι­κό κά­μπι­ν­γκ, λί­γο πα­ρα­κά­τω, στην Κά­τω Αλι­σ­σό. Επί­σης, για την ό­μο­ρ­φη κω­μό­πο­λη Κά­τω Αχα­γιά, και στη συ­νέ­χεια, για τη φτω­χι­κή Μα­νο­λά­δα, με μό­λις έ­να βυ­ζα­ντι­νό ε­κ­κλη­σά­κι, α­λ­λά και για την πο­λύ­κο­σμη Βά­ρ­δα. Κά­που ε­δώ, ε­πι­τέ­λους, ε­ντο­πί­ζει τα Λε­χαι­νά, τυ­πω­μέ­να με μαύ­ρα στοι­χεία, ό­πως και ό­λοι οι ά­λ­λοι βα­σι­κοί στα­θ­μοί. Εί­ναι η πό­λη που στοι­χειώ­νει εξ α­πα­λών ο­νύ­χων την φα­ντα­σία του χά­ρη στη “λυ­γε­ρή” α­λ­λά ά­τυ­χη Ανθή, την η­ρωί­δα του α­γα­πη­μέ­νου του λε­χαι­νιώ­τη συ­γ­γρα­φέα, την ο­ποία, ό­ντας α­φό­ρη­τα ρο­μα­ντι­κός, την ταύ­τι­ζε α­νέ­κα­θεν με την υ­πα­ρ­κτή α­λ­λά ά­πι­στη Ιο­λά­ν­δη, την α­γα­πη­μέ­νη του Ανδρέα Κα­ρ­κα­βί­τσα, που στά­θη­κε η α­φο­ρ­μή για να γρα­φτεί το μυ­θι­στό­ρη­μα των Λε­χαι­νών.  
Ο Οδη­γός πλη­ρο­φο­ρεί: “Τα Λε­χαι­νά εί­ναι η πα­τρί­δα του Ανδρέα Κα­ρ­κα­βί­τσα, α­λ­λά αυ­τός δεν εί­ναι λό­γος για να ε­πι­σκε­φθεί­τε αυ­τή την ά­χα­ρη ε­πα­ρ­χια­κή πό­λη.” Η πρώ­τη α­ντί­δρα­ση εί­ναι η α­πο­γοή­τευ­ση. Όταν, ό­μως, δια­βά­ζει τη φρά­ση, που α­κο­λου­θεί, η α­πο­γοή­τευ­ση με­τα­τρέ­πε­ται σε α­γα­νά­κτη­ση: “Αντί­θε­τα, η Ανδρα­βί­δα, με­ρι­κά χι­λιό­με­τρα πα­ρα­κά­τω, δια­σώ­ζει έ­να ε­λά­χι­στο δεί­γ­μα α­πό την πα­λιά της αί­γλη.” Υπή­ρ­ξε η πε­ρί­φη­μη Andre Ville, η πρω­τεύου­σα του πρι­γκι­πά­του του Μο­ρέως. Άλλω­στε και ο Δή­μος Λε­χαι­νών έ­δω­σε τη θέ­ση του στον Δή­μο Ανδρα­βί­δας-Κυ­λ­λή­νης. Η ε­τυ­μη­γο­ρία του Οδη­γού μπο­ρεί να εί­ναι και εκ του πο­νη­ρού, για να στρέ­ψει το ε­ν­δια­φέ­ρον του τα­ξι­διώ­τη στη γει­το­νι­κή πο­λι­τεία του η­λεια­κού κά­μπου. Αν, ό­μως, αυ­τός α­γα­να­κτεί, πώς θα πρέ­πει να αι­σθά­νο­νται οι τρεις χι­λιά­δες τό­σοι κά­τοι­κοι της πό­λης; Κι αν ό­χι ό­λοι, του­λά­χι­στον η δρά­κα των δια­νοού­με­νων ή και η με­γα­λύ­τε­ρη ο­μά­δα των α­πο­κα­λού­με­νων σή­με­ρα ε­νε­ρ­γών πο­λι­τώ­ν; Το ε­ρώ­τη­μα δρά­τ­τε­ται της ευ­και­ρίας να το θέ­σει, ό­ταν βρί­σκε­ται  ε­πί τό­που, για­τί, σε πεί­σμα του Οδη­γού, αυ­τός τα­ξι­δεύει στη γε­νέ­τει­ρα του συ­γ­γρα­φέα του.
Ως α­πά­ντη­ση, έ­νας α­πό αυ­τούς, ο Τά­κης Λαϊνάς του ε­γ­χει­ρί­ζει το φρε­σκο­τυ­πω­μέ­νο βι­βλίο του. Καί­τοι φα­να­τι­κός θα­μώ­νας των α­θη­ναϊκών βι­βλιο­πω­λείων, δεν το εί­χε ε­πι­ση­μά­νει. Με έ­να τό­σο πρω­τό­τυ­πο ε­ξώ­φυ­λ­λο, αν υ­πή­ρ­χε, α­κό­μη και κα­τα­χω­νια­σμέ­νο, δεν θα πε­ρ­νού­σε α­πα­ρα­τή­ρη­το. Τον πα­ρα­ξε­νεύει ο ε­κ­δό­της, ό­που λα­ν­θά­νει συ­νε­ν­νό­η­ση Θρά­κης και Ηλείας. Λα­θραία γε­ν­νιέ­ται η σκέ­ψη πως μια πα­ρό­μοια συ­νε­ρ­γα­σία, ε­ρή­μην των Αθη­νών, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λέ­σει μέ­χρι και πο­λι­τι­στι­κή πρό­τα­ση, αν ό­χι και πο­λι­τι­κή, προς α­πο­μό­νω­ση της μο­λυ­σμα­τι­κής ε­στίας, στην ο­ποία, συν τω χρό­νω, με­τα­μο­ρ­φώ­νε­ται η ο­μ­φα­λο­σκο­πού­με­νη πρω­τεύου­σα. Κα­τά τα ά­λ­λα, βρί­σκει σχε­δόν ποιη­τι­κό τον τί­τ­λο. Δεν γνω­ρί­ζει, ό­μως, τι ση­μαί­νει να έ­χεις γε­ν­νη­θεί σε έ­ναν κά­μπο. Πό­σο α­ντί­στοι­χη μπο­ρεί να εί­ναι η αί­σθη­ση με ε­κεί­νη του νη­σιώ­τη. Ού­τε εί­ναι τό­σο γεω­γρα­φη­μέ­νος, ώ­στε να μπο­ρεί να σχε­διά­σει στο χά­ρ­τη τη γρα­μ­μή που πε­ρι­κλείει τον η­λεια­κό κά­μπο. Το βι­βλίο τον βο­η­θά­ει: “Στην κα­ρ­διά του κά­μπου, η Γα­στού­νη.” Γι’ αυ­τόν, μια α­κό­μη ά­γνω­στη πό­λη, κι αυ­τή μυ­θο­ποιη­μέ­νη, χά­ρη σε έ­τε­ρο προ­σφι­λή συ­γ­γρα­φέα. Μό­νο που ε­κεί­νον τον διά­βα­σε πο­λύ α­ρ­γό­τε­ρα. Για την α­κρί­βεια, τον διά­βα­σε και τον ξα­να­διά­βα­σε, μέ­νο­ντας πά­ντα με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι μέ­ρος α­πό το νό­η­μα τού δια­φεύ­γει. Ο Οδη­γός του Ψη­μέ­νου στέ­κε­ται και για την Γα­στού­νη το ί­διο α­πο­τρε­πτι­κός: «...Τα σχό­λια των πα­λιών πε­ριη­γη­τών για το α­ν­θυ­γιει­νό κλί­μα της ε­ξα­κο­λου­θούν να ι­σχύουν μέ­χρι σή­με­ρα. Δεν έ­χε­τε λοι­πόν λό­γο να μεί­νε­τε ε­δώ...» Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, δεν α­να­φέ­ρει ού­τε το ό­νο­μα του συ­γ­γρα­φέα. Πι­θα­νώς α­πό ά­γνοια, ί­σως, ό­μως, και για­τί α­πό τον Νί­κο Κα­χτί­τση δεν έ­μει­νε κά­ποιο σπί­τι. Άλλω­στε, ε­κεί γε­ν­νή­θη­κε, α­λ­λού με­γά­λω­σε κι α­λ­λού έ­ζη­σε. Όπως και να έ­χει, ού­τε πο­τέ κα­νείς σκέ­φτη­κε να του στή­σει α­ν­δριά­ντα στη γε­νέ­τει­ρα ή κά­που α­λ­λού. Μέ­νει α­πο­ρία μην και υ­πά­ρ­χει κα­νέ­νας δρό­μος στο ό­νο­μά του.  
Επα­νε­ρ­χό­μα­στε στον η­λεια­κό κά­μπο και το βι­βλίο: “Ο δι­κός μας κά­μπος, ο δι­κός μας κό­σμος ε­νιαίος και ε­πι­κλι­νής, φω­τα­γω­γη­μέ­νος ο­μοιό­μο­ρ­φα α­πό τα Σα­βά­λια ως το Βου­πρά­σιο.” Νυ­χτε­ρι­νή η ει­κό­να του Λαϊνά, εί­ναι “α­πό την κα­τη­φό­ρα προς Νε­ο­χώ­ρι”. Ανα­ζη­τά ο α­να­γνώ­στης τα τρία ο­νό­μα­τα στο χά­ρ­τη. Ορια­κά ση­μεία του κά­μπου που δια­σχί­ζει ο Πη­νειός, σχη­μα­τί­ζουν έ­να νο­η­τό τρί­γω­νο. Ένα ά­λ­λο τρί­γω­νο, πο­λύ μι­κρό­τε­ρο, εί­ναι ε­κεί­νο των τριών κω­μο­πό­λεων, Ανδρα­βί­δα-Λε­χαι­νά-Μυ­ρ­σί­νη, που πα­ρου­σιά­ζει ο συ­γ­γρα­φέ­ας στο κε­φά­λαιο, με τί­τ­λο, «Haca negra luna roja». Κα­τά τη γνώ­μη μας, το α­ρ­τιό­τε­ρο τα­ξι­διω­τι­κό κεί­με­νο του βι­βλίου. Για το δια­κει­με­νι­κό του ά­νοι­γ­μα και την φρα­στι­κή του πύ­κνω­ση, θα το ζή­λευαν και δό­κι­μοι συ­γ­γρα­φείς. Εδώ, ο ι­σπα­νι­κός τί­τ­λος πα­ρα­πέ­μπει στον Φε­ντε­ρί­κο Γκα­ρ­σία Λό­ρ­κα. Προ­χω­ρώ­ντας την α­νά­γνω­ση λύ­νε­ται και η α­πο­ρία του ι­σπα­νι­κού δεύ­τε­ρου μέ­ρους του τί­τ­λου του βι­βλίου, που ο α­θη­ναίος α­να­γνώ­στης θα μπο­ρού­σε να ε­κλά­βει ως ε­κ­ζή­τη­ση. Δια­βά­ζου­με: “Il campo, για τον Ιτα­λό κα­ρ­που­ζέ­μπο­ρο και τις ου­ρές α­πό τις ντα­λί­κες στα βε­ν­ζι­νά­δι­κα... El campo, για την ό­μο­ρ­φη Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­να με δυο παι­διά στο Σαν Ντο­μί­γκο, που δου­λεύει τα βρά­δια ει­σ­πρά­τ­το­ντας έ­να με­ρί­διο α­πό την ε­πι­δό­τη­ση των ε­σπε­ρι­δο­ει­δών και του ε­λαιό­λα­δου.” Με αυ­τές τις φρά­σεις, ο συ­γ­γρα­φέ­ας χα­ρά­ζει τα α­ν­θρω­πο­γεω­γρα­φι­κά ό­ρια του κά­μπου α­λ­λά και του κό­σμου του. Από τη μια, ο α­ντί­πε­ρα της Αδρια­τι­κής λαός, α­πό την ά­λ­λη, τα με­τα­να­στευ­τι­κά κύ­μα­τα.
Ο Λαϊνάς, γεω­πό­νος το ε­πά­γ­γε­λ­μα, πε­ρι­γρά­φει “το γού­πα­το του εύ­φο­ρου κά­μπου”, συ­ν­δυά­ζο­ντας την ε­πι­στη­μο­νι­κή α­κρι­βο­λο­γία με την βιω­μα­τι­κή συ­γκί­νη­ση. Επι­ση­μαί­νει τα κα­κώς κεί­με­να, κά­πο­τε κα­τα­γ­γε­λ­τι­κά, συ­χνό­τε­ρα ει­ρω­νι­κά, πο­τέ ό­μως, με το συ­χνά α­πα­ντώ­με­νο σύ­μπλε­γ­μα του ε­πα­ρ­χιώ­τη α­πέ­να­ντι στον Αθη­ναίο. Άλλω­στε, αυ­τός α­ντι­τεί­νει το α­τού ε­νός Λε­χαι­νιώ­τη: «Στις μι­κρές κοι­νω­νίες που ζού­με η α­ντί­δρα­ση και ο συ­ντη­ρη­τι­σμός έ­χουν ό­νο­μα και ε­πώ­νυ­μο...» Πα­ρο­μοίως, δεν υ­πά­ρ­χει ού­τε ί­χνος α­γα­νά­κτη­σης για τη δυ­σφή­μη­ση του τό­που του α­πό τον τα­ξι­διω­τι­κό Οδη­γό. Μά­λι­στα, η ε­πί­μα­χη φρά­ση τί­θε­ται ως μό­το στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του βι­βλίου, το α­φιε­ρω­μέ­νο στον Κα­ρ­κα­βί­τσα και τα Λε­χαι­νά. Σε αυ­τό, ω­στό­σο, δί­νει, έ­στω και πλα­γίως, την α­πά­ντη­ση. Κα­τα­ρ­χάς α­να­πτύ­σ­σει τι ση­μαί­νει “αυ­το­διοι­κη­τι­κή πο­λι­τι­κή-πρό­τα­ση” για την α­νά­δει­ξη ε­νός τό­που, το­νί­ζο­ντας ό­τι πρέ­πει να προ­σε­χ­θούν  τα ι­διαί­τε­ρα, συ­χνά και μο­να­δι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του. Για τα Λε­χαι­νά α­ρ­κεί­ται να α­να­φέ­ρει τρεις ι­διαι­τε­ρό­τη­τες: Κο­τύ­χι, Αλυ­κές, Κα­ρ­κα­βί­τσας. Σε κά­θε έ­να α­φιε­ρώ­νει αυ­το­τε­λές κε­φά­λαιο. 
Το Κο­τύ­χι, μια τυ­πι­κή με­σο­γεια­κή λι­μνο­θά­λα­σ­σα, 7χλμ. βο­ρείως, εί­ναι έ­νας “ε­πί­γειος πα­ρά­δει­σος που πε­ρι­μέ­νει σω­τη­ρία”. Και μό­νο οι κα­τά­λο­γοι  με τα ο­νό­μα­τα των με­τα­να­στευ­τι­κών που­λιών και των ποι­κι­λιών α­πό πά­πιες προ­δια­θέ­τουν για το πα­ρα­δει­σέ­νιο του μέ­ρους, θυ­μί­ζο­ντας κεί­με­νο του Ν. Γ. Πε­ντζί­κη. Εκεί­νος ή­ταν φα­ρ­μα­κο­ποιός το ε­πά­γ­γε­λ­μα. Μό­νο που αυ­τός ο πα­ρά­δει­σος βρί­σκε­ται α­νά­με­σα στις κοί­τες του Πη­νειού και του Λα­ρι­σ­σού, α­πει­λού­με­νος α­πό το φρά­γ­μα του πρώ­του. Εξαι­τίας του, τα ε­ν­νέα λα­γκά­δια, που κα­τα­λή­γουν στον υ­γρο­βιό­το­πο, φέ­ρ­νουν πε­ρι­σ­σό­τε­ρο γλυ­κό νε­ρό. Κά­τι η α­λ­λα­γή της ι­σο­ρ­ρο­πίας του νε­ρού, κά­τι οι φε­ρ­τές ύ­λες και το μπά­ζω­μα, το Κο­τύ­χι α­πει­λεί­ται με α­φα­νι­σμό.
Δεύ­τε­ρη ι­διαι­τε­ρό­τη­τα, οι Αλυ­κές Λε­χαι­νών, έ­κτα­σης 380 στρε­μ­μά­των. Πρώην Αλυ­κές, α­φού η ζή­τη­ση για το χλω­ριού­χο νά­τριο στην ε­πο­χή των υ­δρο­γο­να­ν­θρά­κων, του­τέ­στιν του πε­τρε­λαίου, μειώ­θη­κε κα­τά πο­λύ. Μέ­νουν, ό­μως, οι α­μ­μο­θί­νες και τα οι­κο­συ­στή­μα­τα, οι μι­κροί γλά­ροι και οι κύ­κνοι, που, σή­με­ρα, εί­ναι τό­σο α­να­γκαία για την ε­πι­βίω­ση ό­χι μό­νο του τό­που α­λ­λά ό­λων μας, ό­σο ή­ταν το α­λά­τι κά­πο­τε. Εδώ, έ­χει ε­φα­ρ­μο­γή το φαι­νό­με­νο της πε­τα­λού­δας, που α­να­κα­λύ­ψα­με πρό­σφα­τα και το με­τα­φέ­ρα­με α­πό τη θεω­ρία του χά­ους στις χρη­μα­τοοι­κο­νο­μι­κές ι­σο­ρ­ρο­πίες. Από μια ά­πο­ψη α­να­με­νό­με­νο, στον οι­κο­νο­μι­σμό που έ­χει σα­ρώ­σει κά­θε ά­λ­λη έ­γνοια στην ε­πο­χή μας. Ποιος δια­νο­εί­ται ό­τι χω­ρίς του­ρί­στες μπο­ρεί και να ε­πι­βιώ­σου­με, ε­νώ, χω­ρίς α­μ­μο­θί­νες και θα­λε­ρά οι­κο­συ­στή­μα­τα, θα α­πο­βιώ­σου­με στα σί­γου­ρα. Δυ­στυ­χώς, δεν εί­μα­στε πτη­νά α­πο­δη­μη­τι­κά, να πε­τά­ξου­με σε ά­λ­λη γη σε ά­λ­λα μέ­ρη.  
Όσο για τον Κα­ρ­κα­βί­τσα, μέ­νει “ο πα­ρα­βια­σμέ­νος αι­σθη­τι­κά α­ν­δριά­ντας του στην κε­ντρι­κή πλα­τεία”. Μέ­νει, ό­μως, και ο ο­μώ­νυ­μος πο­λι­τι­στι­κός σύ­λ­λο­γος Λε­χαι­νών, στον ο­ποίο με­τέ­χει ε­νε­ρ­γά ο συ­γ­γρα­φέ­ας α­πό ι­δρύ­σεώς του το ’70. Ο τα­ξι­διώ­της μό­λις τώ­ρα πλη­ρο­φο­ρεί­ται την ύ­πα­ρ­ξή του. Όσο δρα­στή­ριος κι αν εί­ναι έ­νας σύ­λ­λο­γος ε­κτός πρω­τευού­σης, ό­σο ε­ν­δια­φέ­ρου­σες κι αν εί­ναι οι ε­κ­δη­λώ­σεις που διο­ρ­γα­νώ­νει, για να προ­βλη­θεί α­πό μια α­θη­ναϊκή ε­φη­με­ρί­δα, θα πρέ­πει να έ­χει τις κα­τά­λ­λη­λες δια­συ­ν­δέ­σεις ή ά­κρες, κα­τά την έ­κ­φρα­ση του συ­ρ­μού. Στο βι­βλίο, ο Λαϊνάς κά­νει διά­γνω­ση των προ­βλη­μά­των και προ­τεί­νει λύ­σεις. Γνω­ρί­ζει, πά­ντως, κα­θώς έ­χει α­να­μι­χ­θεί στα κοι­νά ως νο­μα­ρ­χια­κός και δη­μο­τι­κός σύ­μ­βου­λος και σή­με­ρα, ως μέ­λος της το­πι­κής πε­ρι­βα­λ­λο­ντι­κής έ­νω­σης, ό­τι οι κα­τέ­χο­ντες την ε­ξου­σία α­γνοούν τον τό­πο και τα μο­να­δι­κά κρι­τή­ρια για τις α­πο­φά­σεις τους εί­ναι τα οι­κο­νο­μι­κά. Στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση προς ό­φε­λος της χώ­ρας, στην χει­ρό­τε­ρη για ί­διον κέ­ρ­δος. 
Εκεί­νο που α­πή­λαυ­σε ο τα­ξι­διώ­της, κα­τά την α­νά­γνω­ση του βι­βλίου, ή­ταν οι δια­δο­χι­κές στρώ­σεις α­πό πε­ρι­γρα­φές ε­νός πα­ρε­λ­θό­ντος τρό­που ζωής, που ε­να­λ­λά­σ­σο­νται με θεω­ρή­σεις μιας ση­με­ρι­νής κα­τά­στα­σης, ό­που τα πά­ντα έ­χουν ο­μοιο­γε­νο­ποιη­θεί και ι­σο­πε­δω­θεί. Η α­φή­γη­ση ζω­ντα­νεύει την ευ­δαι­μο­νία ε­νός κό­σμου, που εί­χε μέ­τρο στον τρό­πο που ζού­σε και στα πρά­γ­μα­τα που έ­φτια­χνε, έ­στω κι αν στε­ρεί­το του με­γέ­θους των ση­με­ρι­νών υ­λι­κών α­γα­θών. Τε­λι­κά, κα­τέ­λη­ξε πως ά­ν­θρω­ποι σαν και τον συ­γ­γρα­φέα, που πε­ρ­πα­τούν στα πε­ρι­βό­λια και το δά­σος, που α­πο­λα­μ­βά­νουν το σα­ρα­νταή­με­ρο, α­πό του Αγίου Φι­λί­π­που μέ­χρι τα Χρι­στού­γε­ν­να, α­δια­φο­ρώ­ντας για την πι­θα­νή ή μη ε­πι­μι­ξία χρι­στια­νι­σμού-α­ρ­χαιό­τη­τας, τέ­λος, που πι­στεύουν ό­τι η ζωή δεν εί­ναι θέ­μα πο­σό­τη­τας α­λ­λά ποιό­τη­τας, θα έ­πρε­πε να γρά­φουν τους τα­ξι­διω­τι­κούς ο­δη­γούς και ό­χι μό­νο.   

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 22/7/2012.

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Ο Εμφύλιος μόνο ως μυθιστόρημα



Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός
«Ανά­πλους»
Μυ­θι­στό­ρη­μα
Εκδό­σεις 
Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας
Μάρ­τιος 2012

Ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, σε συ­νέ­ντευ­ξη, με α­φορ­μή το πρό­σφα­το βι­βλίο του, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται πως γρά­φο­ντας ό­σα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά γρά­φει και με τον τρό­πο που τα γρά­φει, κυ­νη­γά την α­θα­να­σία του.  Η δια­τύ­πω­ση  γεν­νά αυ­τό­μα­τα τον α­ντί­λο­γό της, α­φού την α­θα­να­σία του, την έ­χει ή­δη διτ­τά κα­τα­κτή­σει. Εξ ο­ρι­σμού, ως μέ­λος της Ακα­δη­μίας, και εξ α­ντι­κει­μέ­νου, με 14 βι­βλία στη διάρ­κεια 50 ε­τών. Δεν θα την κρί­νει λοι­πόν, το δέ­κα­το πέ­μπτο, α­σχέ­τως αν εκ­δό­θη­κε σε γε­νέ­θλιο έ­τος πε­ρά­σμα­τος σε νέα δε­κα­ε­τία του βίου ή αν έ­χει πιο εμ­φα­νή αυ­το­βιο­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Όσο για τη γνω­στή ρή­ση, τα ύ­στε­ρα κρί­νουν τα πρό­τε­ρα του αν­δρός, αυ­τή δεν ι­σχύει για το δη­μιουρ­γι­κό έρ­γο ε­νός λο­γο­τέ­χνη. Εί­θι­σται να την ε­πι­κα­λού­νται για ζη­τή­μα­τα που α­φο­ρούν την η­θι­κή στά­ση κά­ποιου. Απο­κα­λύ­ψεις για το ποιόν ε­νός συγ­γρα­φέα μπο­ρεί μεν να ε­πη­ρεά­ζουν τη φή­μη του, αλ­λά μό­νο σε βρα­χυ­χρό­νια κλί­μα­κα. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση του Γκύ­ντερ Γκρας, ό­ταν, προ ε­ξα­ε­τίας, ε­ξέ­δω­σε έ­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλίο.     
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, οι βίοι Γκρας και Βαλ­τι­νού βαί­νουν πα­ράλ­λη­λα, με δια­φο­ρά η­λι­κίας μια πε­ντα­ε­τία. Στα τριά­ντα τους εκ­δί­δουν τα πε­ζά που τους κα­θιε­ρώ­νουν και με τα ο­ποία το­πο­θε­τού­νται ι­δε­ο­λο­γι­κά στη συ­νεί­δη­ση του κοι­νού («Τε­νε­κε­δέ­νιο τα­μπούρ­λο»-«Κά­θο­δος των εν­νιά»). Σε αυ­τά α­να­φέ­ρο­νται σε κρί­σι­μες ι­στο­ρι­κές πε­ριό­δους, στη­ρι­ζό­με­νοι και στα βιώ­μα­τά τους. Κα­τά μια ά­πο­ψη, α­πο­κα­λύ­πτουν ό­σα μπο­ρεί να α­πο­δεχ­θεί το πο­λι­τι­κό και καλ­λι­τε­χνι­κό κλί­μα της ε­πο­χής. Πε­νή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, εκ­δί­δουν βι­βλία, στα ο­ποία ε­πι­λέ­γουν τη λο­γο­τε­χνι­κή φόρ­μα της αυ­το­βιο­γρά­φη­σης, ώ­στε να μπο­ρούν να εκ­φρα­στούν ευ­κο­λό­τε­ρα για ό­σα εί­χαν μεί­νει κρυμ­μέ­να («Ξε­φλου­δί­ζο­ντας το κρεμ­μύ­δι»-«Ανά­πλους»). Τώ­ρα φαί­νε­ται να πι­στεύουν ό­τι το ε­πι­τρέ­πει το κλί­μα, που έ­χει αλ­λά­ξει, έ­χο­ντας σε αυ­τό συμ­βάλ­λει και οι ί­διοι με τα βι­βλία τους. Βε­βαίως, εν­δια­μέ­σως, ο Γκρας πή­ρε το 1999 το Νό­μπε­λ, ε­νώ ο Βαλ­τι­νός δεν το πή­ρε το 2004, αλ­λά ού­τε και νυμ­φεύ­θη­κε δις. Ως γνω­στόν, πα­ρό­μοια γε­γο­νό­τα κρέ­μο­νται κα­τά πο­λύ α­πό τις συ­γκυ­ρίες. Για πα­ρά­δειγ­μα, θυ­μί­ζου­με ό­τι το 2004 η Εται­ρεία Ελλή­νων Λο­γο­τε­χνών πρό­τει­νε για το Νό­μπελ έ­ναν άλ­λο Αρκά­δα, τον ποιη­τή Ηλία Σι­μό­που­λο. Από ό­σο γνω­ρί­ζου­με, άλ­λη πρό­τα­ση α­πό ελ­λη­νι­κής πλευ­ράς δεν υ­πήρ­ξε.         
Συ­μπτω­μα­τι­κά, το πρό­σφα­το βι­βλίο του Βαλ­τι­νού αρ­χί­ζει με χρο­νι­κή α­να­φο­ρά στο 2004. Τό­τε η Ευ­γε­νία Φα­κί­νου του έ­δω­σε 17 γρα­πτές ε­ρω­τή­σεις για έ­να κα­λο­και­ρι­νό α­φιέ­ρω­μα της ε­φη­με­ρί­δας «Το Βή­μα», στο ο­ποίο θα συμ­με­τεί­χαν ο­κτώ συγ­γρα­φείς. Εδώ, ο Βαλ­τι­νός ε­πα­να­λαμ­βά­νει το μυ­θο­πλα­στι­κό ά­νοιγ­μα, που εί­χε ε­πι­νοή­σει στο προ­η­γού­με­νο πε­ζό, «Ο τε­λευ­ταίος Βαρ­λά­μης». Δη­λα­δή, εκ­κι­νεί και πά­λι α­πό δη­μο­σιεύ­μα­τα σχε­τι­κά με την ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Μό­νο που ε­κεί δεί­χνει πε­ρισ­σό­τε­ρο α­λη­θο­φα­νές, κα­θώς ε­μπλέ­κει το πε­ριο­δι­κό «Νέα Εστία» και τον εκ­δό­τη του. Σε α­ντί­θε­ση με την Φα­κί­νου, που την γνω­ρί­ζου­με στο ρό­λο του συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νου. Κι ό­μως, το πρώ­το εί­ναι  ε­πι­νο­η­μέ­νο και το δεύ­τε­ρο πραγ­μα­τι­κό. Μέ­νει ζη­τού­με­νη η δρα­στι­κό­τη­τα αυ­τού του παί­γνιου μιας πει­ραγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ό­που μό­νο ο ε­ξοι­κειω­μέ­νος με το θέ­μα α­να­γνώ­στης α­ντι­λαμ­βά­νε­ται την τρο­πο­ποιη­τι­κή πα­ρέμ­βα­ση. Ο α­νυ­πο­ψία­στος πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό αυ­τό το έ­ντε­χνο α­φη­γη­μα­τι­κό photoshop και έ­τσι δη­μιουρ­γεί τις παρ­θε­νι­κές του ει­κό­νες για πρό­σω­πα και συμ­βά­ντα. Η ει­σα­γω­γή ε­παυ­ξά­νε­ται με μια πλέ­ον πε­ρί­τε­χνη προ­σθή­κη, η ο­ποία και παίρ­νει τη μορ­φή πλαι­σίου, κα­θώς προ­βλέ­πε­ται και ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μα. 
Οι 17 ε­ρω­τή­σεις της Φα­κί­νου χρη­σι­μεύουν σαν μπού­σου­λας σε μια προ­φο­ρι­κή συ­νέ­ντευ­ξη 307 ε­ρω­τή­σεων, ε­ξαώ­ρου διάρ­κειας, που δί­νε­ται σε με­τα­πτυ­χια­κή φοι­τή­τρια. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα με­τά τα «Φτε­ρά μπε­κά­τσας» με α­μι­γή δια­λο­γι­κή φόρ­μα, σε α­πό­στα­ση ει­κο­σα­ε­τίας. Ξε­κι­νώ­ντας, ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος την χα­ρα­κτη­ρί­ζει συ­ζή­τη­ση και δί­νει στην φοι­τή­τρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μιας συ­νο­μι­λή­τριας εν­δια­φέ­ρου­σας, α­κό­μη και για έ­να ε­ρω­τι­κό παι­χνί­δι­σμα. Στη συ­νέ­χεια, ό­μως, πε­ριο­ρί­ζει την η­ρωί­δα του σε διευ­κο­λυ­ντι­κές για ό­σα ε­πι­θυ­μεί να α­φη­γη­θεί ε­ρω­τή­σεις ή και σε ε­πι­γραμ­μα­τι­κές δια­πι­στώ­σεις. Ού­τε στο ε­ρω­τι­κό μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος φαί­νε­ται να την χρη­σι­μο­ποιεί. Κα­θί­στα­ται έ­τσι α­νε­νερ­γή η ε­ντυ­πω­σια­κή κα­τά­λη­ξη, η ο­ποία αυ­το­νο­μεί­ται στην α­κρο­τε­λεύ­τια σε­λί­δα της α­φή­γη­σης,  σε θέ­ση δη­λα­δή σύ­ντο­μου ε­πι­λό­γου, δεί­χνο­ντας σαν έ­να α­πρό­βλε­πτο κρε­σέ­ντο, χω­ρίς προ­η­γού­με­νη κλι­μά­κω­ση της έ­ντα­σης ή έ­στω κά­ποια υ­παι­νι­κτι­κή προ­ει­δο­ποίη­ση. Κα­τά τα άλ­λα, οι προ­βλέ­ψι­μες ε­ρω­τή­σεις της και οι κά­πο­τε α­φε­λείς α­ντι­δρά­σεις της δια­τη­ρούν έ­ναν βε­βια­σμέ­νο χα­ρα­κτή­ρα, ό­πως σε συ­νέ­ντευ­ξη νιό­βγαλ­της δη­μο­σιο­γρά­φου και ό­χι με­λε­τή­τριας που “έ­χει δια­βά­σει τα πά­ντα, α­πό και για σέ­να”, ό­πως του την έ­χει συ­στή­σει ο ε­πο­πτεύων κα­θη­γη­τής της.   
Εδώ, ο Βαλ­τι­νός α­να­κα­τώ­νει, ό­πως το συ­νη­θί­ζει, έ­ναν φί­λο. Τον ποιη­τή Μί­μη Σου­λιώ­τη, κα­θη­γη­τή Νέ­ας Ελλη­νι­κής Φι­λο­λο­γίας στο Πα­νε­πι­στή­μιο Δυ­τι­κής Μα­κε­δο­νίας. Δεν τον ε­πι­λέ­γει τυ­χαία. Μια ε­βδο­μά­δα με­τά τη δη­μο­σίευ­ση της συ­νέ­ντευ­ξής του στην Φα­κί­νου, στην ί­δια ε­φη­με­ρί­δα, δη­μο­σιεύ­τη­κε άρ­θρο του Σου­λιώ­τη υ­πε­ρα­σπι­στι­κό του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος «Ορθο­κω­στά» και εν γέ­νει του έρ­γου του, το­νί­ζο­ντας ό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν α­πό τους κα­λύ­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους μας. Θυ­μί­ζου­με ό­τι αυ­τός, με την υ­πο­στή­ρι­ξη του Βαλ­τι­νού, ε­νέ­τα­ξε προ τριε­τίας, για πρώ­τη φο­ρά στα κα­θ’ η­μάς, τα σε­μι­νά­ρια δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής σε με­τα­πτυ­χια­κό πρό­γραμ­μα σπου­δών. Επί­σης, στο μι­κρό ό­νο­μα της φοι­τή­τριας, λαν­θά­νει α­να­φο­ρά σε μια φί­λη α­πό τα πα­λιά του συγ­γρα­φέα. Το ό­νο­μα εί­ναι Κρί­στα και στον συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νο θα πρέ­πει να θυ­μί­ζει, ό­πως δεί­χνει ο τρό­πος που προ­φέ­ρει το ό­νο­μά της, την Κρί­στα Βολφ. Η πρώ­τη με­τά­φρα­ση βι­βλίου της έ­γι­νε χά­ρις στο Βαλ­τι­νό α­πό τον με­τα­φρα­στή του στα γερ­μα­νι­κά, τον συγ­γρα­φέα Θω­μά Νι­κο­λά­ου, άλ­λο­τε πο­τέ α­νταρ­τό­που­λο, με­γα­λω­μέ­νο στην Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία. Ήταν η «Κασ­σάν­δρα», το 1986. Συ­μπτω­μα­τι­κά, η Βολφ α­πε­βίω­σε την 1η Δεκ. 2011, ό­ταν ο πρό­λο­γος θα πρέ­πει να εί­χε γρα­φτεί. 
Μό­νο που το ό­νο­μα της φοι­τή­τριας δεν εί­ναι ξε­νό­φερ­το αλ­λά ελ­λη­νι­κό­τα­το. Γρά­φε­ται με ύ­ψι­λον και ο­φεί­λε­ται στη για­γιά της: την  Κρυ­στάλ­λω ή και Κρυ­σταλ­λέ­νια, έ­να α­πό τα πολ­λά πα­ρω­νύ­μια της Πα­να­γίας. Ού­τε, ό­μως, το ε­πί­θε­το της φοι­τή­τριας ε­πι­λέ­γε­ται τυ­χαία. Εί­ναι αμ­φί­ση­μο. Ονο­μά­ζε­ται Στρα­τή­γη και ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος σπεύ­δει να διευ­κρι­νί­σει ό­τι πρό­κει­ται για “α­πλή συ­νω­νυ­μία με τον μι­νό­ρε ποιη­τή των αρ­χών του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να”. Εννο­εί τον Γεώρ­γιο Στρα­τή­γη, μάλ­λον του προ­πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να, κι ας α­πε­βίω­σε το 1938. Δεν συ­μπλη­ρώ­νει, ω­στό­σο, ό­τι εί­ναι κο­ντο­χω­ρια­νός του. Εκεί­νος, ό­μως, α­πό τα χω­ριά της νό­τιας Κυ­νου­ρίας, της Τσα­κω­νιάς. Συ­γκε­κρι­μέ­να, α­πό την Κα­στά­νι­τσα, “το τε­λευ­ταίο χω­ριό στις α­να­το­λι­κές λα­γό­νες του Πάρ­νω­να”, κα­τά την ποιη­τι­κή προ­σω­πο­ποίη­ση του βου­νού α­πό τον ί­διο τον Βαλ­τι­νό. Ο Στρα­τή­γης, πά­ντως, δεν φρό­ντι­ζε για τη δι­κή του α­θα­να­σία αλ­λά γι’ αυ­τήν της τσα­κω­νι­κής, ό­πως δεί­χνει το διή­γη­μά του «Α Τσου­ράν­να», γραμ­μέ­νο στο το­πι­κό ι­διό­λε­κτο. 
Ο σκο­πός της συ­νέ­ντευ­ξης εί­ναι να συ­ναχ­θεί υ­λι­κό για τη δια­τρι­βή της φοι­τή­τριας, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο του Βαλ­τι­νού. Δεν πρό­κει­ται, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν, για τα δυο γνω­στό­τε­ρα βι­βλία του, που α­ντα­να­κλούν την Ιστο­ρία της δε­κα­ε­τίας του ’40, «Κά­θο­δος των εν­νιά» και «Ορθο­κω­στά». Γι’ αυ­τά πρό­λα­βαν με­λε­τή­τριες του ε­ξω­τε­ρι­κού. Για την Θεσ­σα­λο­νι­κιά φοι­τή­τρια έ­μει­νε έ­να διή­γη­μα, το «Εθι­σμός στη Νι­κο­τί­νη», δη­μο­σιευ­μέ­νο για πρώ­τη φο­ρά, Φεβ. 1979. Ου­δό­λως, ω­στό­σο, ευ­κα­τα­φρό­νη­το, ό­πως σπεύ­δει να το­νί­σει ο συγ­γρα­φέ­ας. “Ο Πό­λε­μος, η Κα­το­χή και ο Εμφύ­λιος μέ­σα α­πό τα μά­τια ε­νός παι­διού που ε­πρό­κει­το να ε­ξε­λιχ­θεί σε συγ­γρα­φέ­α”.  Μό­νο που, σύμ­φω­να με αυ­τήν τη διευ­κρί­νι­ση, οι α­πα­ντή­σεις του ε­νή­λι­κα θα ε­πι­κε­ντρω­θούν σε ό­σα ε­κεί­νο το παι­δί α­ντι­λή­φθη­κε. Εκ προοι­μίου, λοι­πόν, αν ό­ντως υ­πάρ­χουν προ­θέ­σεις αυ­το­βιο­γρα­φι­κές και ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κές, θα χρεια­στούν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κοί τό­μοι. 
Ο Βαλ­τι­νός, σε άλ­λη συ­νέ­ντευ­ξή του σχε­τι­κή με το πρό­σφα­το βι­βλίο, προσ­διο­ρί­ζει ό­τι πρό­κει­ται για “αυ­το­α­ναι­ρού­με­νη αυ­το­βιο­γρα­φι­κή ι­στο­ρία”. Πράγ­μα­τι, η α­ναί­ρε­ση υ­πάρ­χει ή­δη στο ε­ξώ­φυλ­λο, ό­που τον τίτ­λο συ­νο­δεύει ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός μυ­θι­στό­ρη­μα. Θα πρέ­πει, βε­βαίως, να λη­φθεί υ­π’ ό­ψη ό­τι ο Βαλ­τι­νός εί­ναι υ­πο­στη­ρι­κτής της ά­πο­ψης ό­τι ό­λα εί­ναι α­φή­γη­ση. Λ.χ., πι­στεύει ό­τι τον Εμφύ­λιο θα πρέ­πει να τον δια­βά­σου­με σαν μυ­θι­στό­ρη­μα. Για την α­κρί­βεια, ό­χι ε­μείς –κα­τα­πώς πι­στεύει, εί­ναι νω­ρίς α­κό­μη– αλ­λά τα δι­σέγ­γο­να ό­σων συμ­με­τεί­χαν. Όσο για τον τίτ­λο, διευ­κρι­νί­ζει ό­τι εν­νο­εί έ­ναν “α­νά­πλου προς το έρ­γο του”. Αυ­τό ξε­κα­θα­ρί­ζε­ται, για να μην υ­πάρ­ξει πα­ρα­νό­η­ση και ε­κλη­φθεί ό­τι ση­μαί­νει τον πλου ε­νά­ντια στους α­νέ­μους. Αντι­θέ­τως, γι’ αυ­τόν τον “α­νά­πλου” φαί­νε­ται να εκ­με­ταλ­λεύε­ται τον ού­ριο ά­νε­μο της με­τα­νεω­τε­ρί­ζου­σας ε­πο­χής. Όπως πα­ρα­τη­ρεί στη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή πλέ­ον συ­νέ­ντευ­ξη, στα πε­ζά του κα­τά και­ρούς αυ­το­λο­γο­κρί­θη­κε. Κι αυ­τό, λό­γω “ψυ­χο­λο­γι­κής δυ­σκο­λίας να πεις την α­λή­θεια για ό­σα ξέ­ρεις, ό­ταν η κρα­τού­σα ε­ντύ­πω­ση εί­ναι α­ντί­θε­τη”. 
Πι­στεύου­με ό­τι ο Βαλ­τι­νός δεν εν­νο­εί τό­σο την κυ­ριαρ­χού­σα ε­ντύ­πω­ση ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου κοι­νού, ό­σο τις α­πό­ψεις μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης κοι­νό­τη­τας α­πό ε­παΐο­ντες και λο­γο­τέ­χνες, στην ο­ποία έ­νας συγ­γρα­φέ­ας φι­λο­δο­ξεί να α­νή­κει. Ανά­λο­γα με τη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο, δεν αλ­λά­ζουν μό­νο οι α­πό­ψεις ε­νός συγ­γρα­φέα, αλ­λά και η κοι­νό­τη­τα, στην ο­ποία προ­σβλέ­πει, και μα­ζί της, η θέ­ση την ο­ποία κα­τέ­χει ε­ντός της. Για πα­ρά­δειγ­μα, ό­σο α­φο­ρά τον Βαλ­τι­νό, το 1963, που δη­μο­σιεύε­ται «Η κά­θο­δος των εν­νιά», το στίγ­μα το δί­νει ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης και ό­χι η ο­μά­δα του πε­ριο­δι­κού «Επο­χές». Αντί­στοι­χα, το 1979, που δη­μο­σιεύε­ται ο «Εθι­σμός στη Νι­κο­τί­νη», το προσ­διο­ρί­ζουν μια-δύο η­γε­τι­κές φυ­σιο­γνω­μίες της ο­μά­δας των «18 κει­μέ­νων», ε­νώ, το 2012, που εκ­δί­δε­ται ο «Ανά­πλους», το το­πίο έ­χει αλ­λά­ξει, θα λέ­γα­με ρι­ζι­κά. Αφε­νός μεν δεν υ­πάρ­χει λο­γο­τε­χνι­κός κύ­κλος, πα­ρά μό­νο με­μο­νω­μέ­νοι συγ­γρα­φείς μι­κρό­τε­ρης η­λι­κίας που τον πε­ρι­βάλ­λουν, α­φε­τέ­ρου το σφι­χτα­γκά­λια­σμα πε­ζο­γρα­φίας και Ιστο­ρίας έ­φε­ρε στο προ­σκή­νιο την κοι­νό­τη­τα των ι­στο­ρι­κών ή, σω­στό­τε­ρα, τις κοι­νό­τη­τες, κα­θώς η διά­στα­ση α­πό­ψεων έ­χει πά­ρει τη μορ­φή σχί­σμα­τος. Στην, ας πού­με, με­τα­νε­ο­τε­ρι­κών θέ­σεων κοι­νό­τη­τα, κυ­ριαρ­χεί η δυά­δα με­λε­τη­τών που έ­στη­σε το Δί­κτυο Εμφυ­λίων Πο­λέ­μων, Κα­λύ­βας-Μα­ρα­ντζί­δης. Σε αυ­τήν, ο Βαλ­τι­νός  κα­τέ­χει τι­μη­τι­κή θέ­ση. Οι εν λό­γω με­λε­τη­τές, α­κό­μη και για τον ο­ρι­σμό των ρευ­στών χρο­νι­κών ο­ρίων έ­ναρ­ξης του Ελλη­νι­κού Εμφυ­λίου α­κο­λού­θη­σαν τις δι­κές του κω­δι­κο­ποιή­σεις. Αυ­τές οι με­τα­το­πί­σεις και αλ­λα­γές α­ντα­να­κλώ­νται στο πα­ρά­δειγ­μα που φέρ­νει, ό­ταν κά­νει λό­γο για “ψυ­χο­λο­γι­κή δυ­σκο­λία”.   
Ανα­φέ­ρε­ται στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Αντί», «Εμφύ­λιος Πό­λε­μος: 50 χρό­νια με­τά», δη­μο­σιευ­μέ­νο στις 17 Σεπ. 1999. Στο α­φιέ­ρω­μα, την πρω­το­κα­θε­δρία την έ­χουν ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης και οι ι­στο­ρι­κοί Φί­λιπ­πος Ηλιού και Γιώρ­γος Μαρ­γα­ρί­της. Το κεί­με­νο του Βαλ­τι­νού δη­μο­σιεύ­τη­κε, λό­γω πλη­θώ­ρας ύ­λης, σε έ­να κα­το­πι­νό συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος. Σε αυ­τό πε­ρι­γρά­φει την κα­τά­στα­ση που ε­πι­κρά­τη­σε στη Σπάρ­τη με­τά την α­πο­χώ­ρη­ση των Γερ­μα­νών, στις 3 Σεπ. 1944: “Εντε­ταλ­μέ­νοι ρή­το­ρες, πά­λι α­πό το μπαλ­κό­νι του Δη­μαρ­χείου, κα­νο­ναρ­χού­σαν συ­ναρ­πά­ζο­ντας τα πλή­θη. Ο α­ντί­λα­λος της σκο­τει­νής ια­χής «Θά­να­τος» κά­που α­κού­γε­ται α­κό­μα.” Εξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι α­πο­σιώ­πη­σε έ­ναν α­πό τους “α­γκι­τά­το­ρες”, ό­πως ε­ναλ­λα­κτι­κά α­πο­κα­λεί στο μυ­θι­στό­ρη­μα τους “ε­ντε­ταλ­μέ­νους ρή­το­ρες”. Ονό­μα­τα, έ­τσι κι αλ­λιώς, δεν α­να­φέ­ρει στο κεί­με­νο. Έναν, ω­στό­σο, πι­στεύει ό­τι έ­πρε­πε να τον εί­χε κα­το­νο­μά­σει. Κι αυ­τό, λό­γω της ζωη­ρής ε­ντύ­πω­σης, που του εί­χε κά­νει τό­τε. “Κο­ντός με γε­νειά­δα. Με σταυ­ρω­τά φυ­σε­κλί­κια στο στή­θος. Και στη ζώ­νη τις δυο κά­μες. Την Ελέ­νη και τη Μα­ριώ. Κό­μπα­ζε. Μ’ αυ­τές τι­μω­ρού­σε τα θύ­μα­τά του. Πά­ντα «προ­δό­τες». Τους έ­δι­νε την ευ­χέ­ρεια να δια­λέ­ξουν με ποια α­πό τις δυο θα τους έ­σφα­ζε... ” Ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος ή­ταν τό­τε δε­κα­τριών χρο­νών. Όπως λέει, “δεν ξέ­ρει ποια σκο­πι­μό­τη­τα ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε αυ­τή η πα­ρά­στα­ση φρί­κης”. Και συ­μπλη­ρώ­νει, “Πά­ντως την α­πο­σιώ­πη­σα. Κα­νέ­νας δεν θα με πί­στευε.” Και η φοι­τή­τρια συμ­φω­νεί, “Ού­τε ε­γώ σε πι­στεύω.” Το παι­δί εί­χε α­κό­μη συ­γκρα­τή­σει φρά­σεις ό­πως, “Θά­να­το στους πλου­το­κρά­τες, θά­να­το στους τσι­φλι­κά­δες.”
Εξαί­ρε­τη η πε­ρι­γρα­φή της σκη­νής στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Ακρι­βώς, η έμ­φα­ση σε ό,τι συ­γκρά­τη­σε το παι­δί. Με πα­ρό­μοιες ε­ντυ­πώ­σεις α­πό τον πε­ρί­γυ­ρο και το στε­νό­τε­ρο, οι­κο­γε­νεια­κό και φι­λι­κό, πε­ρι­βάλ­λον, δια­μορ­φώ­νε­ται α­νέ­κα­θεν ο ε­νή­λι­κας της ε­πό­με­νης γε­νιάς. Από τον α­ντι­κομ­μου­νι­στή μέ­χρι τον στα­λι­νι­κό.  Και έ­νας συγ­γρα­φέ­ας α­πό τις μνή­μες του αν­τλεί. Κι αν ο σκο­τω­μέ­νος συμ­μα­θη­τής και φί­λος πή­γε α­πό βό­λι Ελα­σί­τη ή αν η για­γιά α­φη­γεί­το μα­κε­λειά α­νταρ­τών, α­ντί­στοι­χη θα εί­ναι η φόρ­τι­ση. Τε­λευ­ταία οι συγ­γρα­φείς αρ­χί­ζουν να νιώ­θουν πιο ε­λεύ­θε­ροι, ό­ταν α­φη­γού­νται τις ι­στο­ρίες τους. Το πι­θα­νό­τε­ρο, ε­κεί­νοι οι “α­γκι­τά­το­ρες” του Βαλ­τι­νού να φώ­να­ζαν και θά­να­το στους δο­σί­λο­γους, θά­να­το στους ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες, αλ­λά το παι­δί δεν συ­γκρά­τη­σε τις λέ­ξεις. Ού­τε, βε­βαίως, μπο­ρού­σε να κα­τα­λά­βει σε τι ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε η πα­ρά­στα­ση της φρί­κης με τις “χατ­ζά­ρες”. Εδώ πα­ρεμ­βαί­νει ο ε­νή­λι­κας, αλ­λά μό­νο για να θέ­σει σε α­νω­φε­ρή τη λέ­ξη προ­δό­τες, α­φή­νο­ντας έ­τσι με­τέω­ρα τα κί­νη­τρα, που μπο­ρεί να εί­ναι μέ­χρι και προ­σω­πι­κές δια­φο­ρές. 
Μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, ό­μως, στρέ­φει την αμ­φι­σβή­τη­ση σε συ­γκε­κρι­μέ­νο Ελα­σί­τη κα­πε­τά­νιο, τον Γιώρ­γο Αρε­τά­κη, γνω­στό ως κα­πε­τάν Σφα­κια­νό. Πα­ρό­μοια κα­τη­γο­ρία μπο­ρεί να δια­τύ­πω­νε και έ­νας ι­στο­ρι­κός, αλ­λά ε­κεί­νος θα έ­πρε­πε να προ­σκο­μί­σει α­πο­δεί­ξεις. Δεν θα αρ­κού­σε μια α­πω­θη­τι­κή ει­κό­να, α­κό­μη κι αν ε­μπε­ριέ­χει “ποιη­τι­κό α­πό­σταγ­μα”. Δεν τί­θε­ται θέ­μα κα­τά πό­σο οι υ­πεύ­θυ­νοι του α­φιε­ρώ­μα­τος στο «Αντί» θα τον πί­στευαν ή ό­χι. Το πιο πι­θα­νό εί­ναι πως, για τις α­νά­γκες ε­νός πα­ρό­μοιου κει­μέ­νου, θα του ζη­τού­σαν να συ­μπλη­ρώ­σει την παι­δι­κή ε­μπει­ρία με ι­στο­ρι­κές πλη­ρο­φο­ρίες για το ή­θος του προ­σώ­που. Κι αυ­τό, πι­θα­νώς και να χα­λού­σε την ποιη­τι­κή της α­φή­γη­σης. Πι­στεύου­με, πά­ντως, ό­τι μια δευ­τε­ρεύου­σα πλη­ρο­φο­ρία θα της πρό­σθε­τε τη γο­η­τεία της αμ­φι­ση­μίας. Θα μπο­ρού­σε, δη­λα­δή, να μνη­μο­νεύ­σει και σαν μια πρώ­τη νύ­ξη για ε­κεί­νους τους ά­γριους και­ρούς, την ι­διαί­τε­ρη σχέ­ση του α­ντάρ­τη αλ­λά και του ο­ποιου­δή­πο­τε έ­νο­πλου με το του­φέ­κι ή την “χατ­ζά­ρα” του. Κα­τά κα­νό­να τα βά­φτι­ζε, ό­ταν τα βά­φτι­ζε, με τα ο­νό­μα­τα α­δι­κο­σκο­τω­μέ­νων ή, κα­μιά φο­ρά, προ­σφι­λών του γυ­ναι­κών. Με αυ­τά έ­παιρ­νε εκ­δί­κη­ση, εί­τε σκο­τώ­νο­ντας τον υ­παί­τιο ή, το συ­νη­θέ­στε­ρο, άλ­λον του ι­δίου φυ­ρά­μα­τος. Η προ­σω­πο­ποίη­ση ξε­νί­ζει σή­με­ρα,  κρα­τά­ει, ω­στό­σο, α­πό τα προ­ε­παν­στα­τι­κά χρό­νια. Άλλω­στε και ο ί­διος ο Βαλ­τι­νός πα­ρα­θέ­τει  στο μυ­θι­στό­ρη­μα μια πα­ρό­μοια ι­στο­ρία εκ­δί­κη­σης. Όμως, ντο­κου­μέ­ντο, ό­χι διή­γη­μα, σπεύ­δει να διευ­κρι­νί­σει. Η α­νά­μνη­ση εί­ναι α­πό τη μά­χη του Μυ­στρά, που άρ­χι­σε στις 10 Οκτ. 1944 και κρά­τη­σε δυο μέ­ρες, α­νά­με­σα στο Τάγ­μα Γυ­θείου του Γιάν­νη Τσό­μπου και την 9η Τα­ξιαρ­χία του Ε­ΛΑΣ, ό­που η μά­χη έ­γει­ρε υ­πέρ των α­νταρ­τών χά­ρη στα πυ­ρο­βό­λα που εί­χε α­φή­σει φεύ­γο­ντας ο Πα­πα­δόγ­γο­νας. Κα­τά  δια­τα­γή του Σα­ρά­φη, γε­νι­κώς οι αιχ­μά­λω­τοι ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες  φυ­λάσ­σο­νταν για να α­πο­φευχ­θούν οι βιαιο­πρα­γίες.  Υπό τις ά­τα­κτες τό­τε συν­θή­κες και την ε­κτό­νω­ση συσ­σω­ρευ­μέ­νου πά­θους με­τά την α­πο­χώ­ρη­ση των Γερ­μα­νών,  ο έ­λεγ­χος ξέ­φευ­γε, κα­τα­λή­γο­ντας συ­χνά σε α­ντεκ­δι­κή­σεις. Σε α­νά­λο­γες πε­ρι­πτώ­σεις δε γι­νό­ταν άλ­λο α­πό αυ­τό που κά­νει  και ο ή­ρωας του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος για την ά­δι­κη ε­κτέ­λε­ση του α­δελ­φού του α­πό τα Τάγ­μα­τα Ασφα­λείας.
Οσο α­φο­ρά τον “α­νά­πλου προς το έρ­γο του”, α­κο­λου­θεί την δο­κι­μα­σμέ­να ε­πι­τυ­χη­μέ­νη γραμ­μή της «Ορθο­κω­στά». Απο­δί­δει, και πά­λι, τρό­πον τι­νά, δι­καιο­σύ­νη, δεί­χνο­ντας τις θε­τι­κές πλευ­ρές των λε­γό­με­νων τό­τε ε­θνι­κο­φρό­νων. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Πά­νος Κα­τσα­ρέ­ας, ή­ταν μεν ι­δρυ­τής και αρ­χη­γός των Ε­Α­Ο­Κ, του­τέ­στιν των Εθνι­κών Αντι­κομ­μου­νι­στι­κών Ομά­δων Κυ­νη­γών, αλ­λά “δεν ή­ταν πά­ντως χα­σά­πης”, το­νί­ζει ο συ­νε­νευ­ξια­ζό­με­νος, πα­ρα­μέ­νο­ντας προ­ση­λω­μέ­νος στην ει­κό­να και τις ε­ντυ­πώ­σεις του αλ­λο­τι­νού παι­διού. Στους ι­στό­το­πους των νυν εμ­φο­ρού­με­νων α­πό τις ί­διες α­διάλ­λα­κτες ε­θνο­κε­ντρι­κές ι­δέες, εί­ναι ο α­ε­τός της Μά­νης, που έ­σω­σε την Ελλά­δα α­πό τον Σλα­βο­κομ­μου­νι­σμό και τους Βουλ­γά­ρους. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το παι­δί τον θυ­μά­ται γο­η­τευ­τι­κό, πά­ντα ξυ­ρι­σμέ­νο – ού­τε σύ­γκρι­ση με τον κο­ντο­στού­πη γε­νειο­φό­ρο Σφα­κια­νό. Άλλω­στε, ή­ταν φί­λος του θείου του, πρώην α­ρι­στε­ρού αλ­λά ό­χι κομ­μου­νι­στή. Εμφα­νί­ζε­ται σαν τρο­τσκι­στής ή αρ­χειο­μαρ­ξι­στής, που, στα πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, προ­βάλ­λει ως ο συ­μπα­θής α­ρι­στε­ρός ε­κεί­νης της ε­πο­χής. Ο Κα­τσα­ρέ­ας, πά­ντως, “ό­σους έ­πια­νε ζω­ντα­νούς και δεν τους βά­ρυ­νε αί­μα, τους ά­φη­νε να φύ­γουν. «Να εί­σαι κα­λός Έλλη­νας», ή­ταν η τυ­πι­κή ε­πω­δός”, σύμ­φω­να με πρό­σφα­τη έ­ρευ­να, που ά­κου­σε ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος  σε συ­νέ­δριο του Δι­κτύου Εμφυ­λίων Πο­λέ­μων. Το παι­δί έ­μει­νε με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι “τον σκό­τω­σαν σε ε­νέ­δρα το 1947, κά­που προς Γε­ρά­κι - Σκά­λα”, αλ­λά “στην τύ­χη”. Ίσως, σε έ­να προ­σε­χή τό­μο αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ο συγ­γρα­φέ­ας να στή­σει έ­να πε­ζό για τη σφα­γή α­μά­χων στη Βαμ­βα­κού, Οκτ. του 1946, και τη σχέ­ση της με την φο­νι­κή ε­νέ­δρα στο δρό­μο Σκά­λα - Λε­βέ­τσο­βα, κο­ντά στο Γε­ρά­κι, Μάρ.1947. Αδελ­φός ή ξά­δελ­φος 
–πε­ρι­μέ­νου­με κι ε­μείς να μά­θου­με– ε­κεί­νου του νε­κρού της Βαμ­βα­κούς, που το κε­φά­λι του, πε­ρι­φε­ρό­με­νο σε πα­λού­κι, ε­κτέ­θη­κε στην πλα­τεία του χω­ριού Αρά­χω­βα (ση­με­ρι­νές Κα­ρυές), ορ­γά­νω­σε τη μοι­ραία  ε­πί­θε­ση στην “η­μι­στρα­τιω­τι­κή” ο­μά­δα Κα­τσα­ρέα. Εί­πα­με Εμφύ­λιος, αλ­λά ό­χι λο­γο­τε­χνι­κή α­δεία να α­πο­κό­πτε­ται το νή­μα που συν­δέει τα γε­γο­νό­τα σε έ­ναν έ­στω και φαι­νο­με­νι­κό κύ­κλο α­ντεκ­δι­κή­σεων.
Η α­φή­γη­ση δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στους ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες. Υπάρ­χουν και Χί­τες α­δι­κο­σκο­τω­μέ­νοι. Στην πε­ρί­πτω­ση ε­νός Χί­τη, ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­φεύ­γει να κά­νει γέ­φυ­ρα με το προ­η­γού­με­νο έρ­γο του. Ίσως, την φυ­λά­ει κι αυ­τήν για τον ε­πό­με­νο τό­μο. Δί­νει πα­ρα­στα­τι­κά το σκο­τω­μό του αρ­χη­γού της Χ, του δι­κη­γό­ρου Κω­στή Κο­ντο­βου­νή­σιου και του ε­ξά­χρο­νου γιου του. Την ε­κτέ­λε­ση ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος την α­πο­δί­δει στον κα­πε­τά­ν-Τρα­γιά, ψευ­δώ­νυ­μο του Κω­στα­ντα­ρά­κου, ε­νός α­πό τους εν­νιά της “Κα­θό­δου”. Ή μή­πως ό­χι; 
Σε έ­να πρώ­το πλά­νο, ω­στό­σο, το μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι έ­νας συ­ναρ­πα­στι­κός “α­νά­πλους”  στο συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό του παι­διού και του έ­φη­βου, έ­τσι ό­πως με­γα­λώ­νει κά­που α­νά­με­σα στην ύ­παι­θρο και την ε­παρ­χια­κή πό­λη, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τα ζω­ντα­νά να ζευ­γα­ρώ­νουν και αρ­γό­τε­ρα, μυού­με­νος στην τε­λε­τουρ­γία του μπορ­ντέ­λου. Αυ­τός ο “α­νά­πλους”  έ­χει ως α­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι του τον τρό­πο που ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­σταί­νει τον τό­πο. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, την κοι­λά­δα του Ευ­ρώ­τα, που, ό­πως ο­μο­λο­γεί σε προ­γε­νέ­στε­ρο κεί­με­νό του, εί­ναι η πε­ριο­χή που α­σκεί πά­νω του μια ι­διά­ζου­σα γο­η­τεία ε­ντε­λώς προ­σω­πι­κού, σχε­δόν “μυ­στι­κού”, χα­ρα­κτή­ρα. Το γε­γο­νός ό­τι κα­τορ­θώ­νει να ε­μπο­τί­σει με αυ­τήν τη γο­η­τεία το πρό­σφα­το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό α­φή­γη­μα προ­σμε­τρά­ται στις ε­πι­τυ­χίες κα­τά “το κυ­νή­γι της α­θα­να­σίας”. 
Ως βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, αι­σθα­νό­μα­στε την ί­δια ψυ­χο­λο­γι­κή δυ­σκο­λία με τον συγ­γρα­φέα να πού­με τη γνώ­μη μας, ό­ταν η κρα­τού­σα ά­πο­ψη στην κοι­νό­τη­τα των ει­δη­μό­νων εί­ναι α­ντί­θε­τη. Εκεί, φαί­νε­ται να ε­πι­κρα­τεί εν­θου­σια­σμός για τη με­τα­νε­ο­τε­ρι­κό­τη­τα του α­φη­γή­μα­τος τό­σο στο λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο ό­σο και σε ε­κεί­νο της Ιστο­ρίας. Στο πρώ­το α­ξιο­λο­γού­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο οι μορ­φι­κοί πει­ρα­μα­τι­σμοί, ό­πως ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός του ως μυ­θι­στό­ρη­μα και η ε­πι­νό­η­ση της φα­ντα­στι­κής συ­νέ­ντευ­ξης. Στο δεύ­τε­ρο, εν­θου­σιά­ζει η α­μαύ­ρω­ση της ει­κό­νας του α­ντάρ­τη και η α­πό­δο­ση  ά­δο­λων προ­θέ­σεων στον ταγ­μα­τα­σφα­λί­τη ή, α­κό­μη, στον ε­πι­φα­νή Χί­τη, τύ­που Κο­ντο­βου­νή­σιου. Ίσως, να έ­χουν δί­κιο. Αλλιώς, πώς θα γρα­φτεί ο Εμφύ­λιος σαν μυ­θι­στό­ρη­μα; 
Μέ­νο­ντας τώ­ρα στο τε­λευ­ταίο, δη­λα­δή α­πο­κλει­στι­κά στο μυ­θι­στό­ρη­μα, νο­μί­ζου­με ό­τι οι νε­α­ράς η­λι­κίας  α­να­γνώ­στες δύ­σκο­λα θα κρα­τή­σουν μέ­χρι τέ­λους τον μί­το της α­φή­γη­σης, κα­θώς ε­κεί α­να­μι­γνύο­νται  αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα και προ­σω­πι­κές μνή­μες με σκόρ­πια πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία του Εμφυ­λίου στη νό­τια Πε­λο­πόν­νη­σο. Αυ­τό ως α­πλή δια­πί­στω­ση, ό­χι ως α­τέ­λεια ή μορ­φή α­δυ­να­μίας, α­φού η ρι­ζο­σπα­στι­κή και­νο­το­μία σε κά­θε α­νά­λο­γου εί­δους α­φή­γη­ση θέ­τει α­να­γνω­στι­κές προϋπο­θέ­σεις. Βέ­βαια, για τους φα­να­τι­κούς α­να­γνώ­στες του Βαλ­τι­νού δεν τί­θε­ται τέ­τοιο θέ­μα. Αυ­τοί ε­θι­σμέ­νοι, το πο­λύ πο­λύ να ρί­ξουν εκ νέ­ου μα­τιές στα προ­η­γού­με­να βι­βλία. Το αν με το ρη­ξι­κέ­λευ­θο ε­φεύ­ρη­μα, ι­δίως της μορ­φής, πέ­τυ­χε ή ό­χι αυ­τή τη φο­ρά η συ­ντα­γή και ως βι­βλίο προ­στί­θε­ται α­πλώς στην προί­κα του ή εγ­γρά­φε­ται ως γε­ρό πα­νω­προί­κι, αυ­τό θα φα­νεί στο μέλ­λον.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

 Υ.Γ.: Μια διευ­κρί­νι­ση προς α­πο­φυ­γή τυ­χόν πα­ρα­νοή­σεων.  Ορι­σμέ­νες σκέ­ψεις και σχό­λια του κει­μέ­νου δεί­χνουν να υ­περ­βαί­νουν τη λο­γο­τε­χνι­κή α­φή­γη­ση και να δια­τα­ράσ­σουν την αυ­το­τέ­λεια του ό­λου α­φη­γη­μα­τι­κού πε­δίου. Έχου­με, ω­στό­σο, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι η α­φή­γη­ση του Βαλ­τι­νού δεν παύει να λει­τουρ­γεί και πέ­ραν των στε­νών της ο­ρίων, ό­χι ε­ντε­λώς α­νε­ξάρ­τη­τα, αλ­λά σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο πε­δίο, θα λέ­γα­με δευ­τε­ρο­γε­νές ή α­κό­μη και τρι­το­γε­νές. Με άλ­λα λό­για, μέ­ρος α­π’  ό­σα δια­τυ­πώ­θη­καν ε­δώ  δεν εί­ναι πα­ντε­λώς ά­σχε­τα, του­λά­χι­στον θε­μα­τι­κά, με ο­ρι­σμέ­νες συν­δη­λώ­σεις της α­φή­γη­σης. Το πό­σο, άλ­λω­στε, μία α­φή­γη­ση πα­ρα­μέ­νει α­μι­γής μύ­θος χω­ρίς κα­θό­λου ε­ξαρ­τή­σεις α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εί­ναι στη λο­γο­τε­χνία, πε­ρισ­σό­τε­ρο την με­τα­νε­ο­τε­ρι­κή,  έ­να  διαρ­κές ζη­τού­με­νο. Δεν υ­πήρ­ξε, ού­τε υ­πάρ­χει ε­π’ αυ­τού σα­φές ή κοι­νής πα­ρα­δο­χής συ­ντα­γο­λό­γιο. Μπο­ρεί α­νε­μπό­δι­στα να α­κο­λου­θεί την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δια­τη­ρώ­ντας α­κό­μη και πλή­ρη α­ντι­στοι­χία. Τώ­ρα, το πού α­κρι­βώς ε­ντο­πί­ζε­ται η δη­μιουρ­γι­κή της πνοή, ό­ταν  βρί­σκε­ται σε πλή­ρη α­ντι­στοι­χία, αυ­τό εί­ναι έ­να άλ­λο ζη­τού­με­νο.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/7/2012.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Μεθεόρτια επετειακού έτους



«Άθως», χαρακτικό (ξυλογραφία)
του Πολυκλείτου Ρέγκου.


Το πρό­σφα­το ε­πε­τεια­κό έ­τος Πα­πα­δια­μά­ντη στά­θη­κε φτω­χό σε εκ­δό­σεις του έρ­γου του. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με τα Άπα­ντα, που ε­ξέ­δω­σε ο Δη­μο­σιο­γρα­φι­κός Οργα­νι­σμός Λα­μπρά­κη, οι υ­πό­λοι­πες εκ­δό­σεις πε­ριο­ρί­στη­καν σε ε­πα­νεκ­δό­σεις αν­θο­λο­γιών και εκ­δό­σεις με­μο­νω­μέ­νων διη­γη­μά­των. Ακό­μη και οι δύο πιο πρό­σφα­τες αν­θο­λο­γίες (Χρ. Λιο­ντά­κη, Κ. Ακρί­βου), που συ­ζη­τή­θη­καν ε­ντός του έ­τους, εί­χαν εκ­δο­θεί το 2010. Για το 2011, κα­τα­γρά­φου­με μια μό­νο και­νού­ρια αν­θο­λο­γία, που έρ­χε­ται α­πό τον εκ­κλη­σια­στι­κό χώ­ρο. Επί­σης, δεν εκ­δό­θη­κε κα­μία πα­πα­δια­μα­ντι­κή με­τά­φρα­ση, πα­ρό­λο που ο περ­σι­νός ε­ορ­τα­σμός ε­πι­κε­ντρώ­θη­κε στον με­τα­φρα­στή και με­τα­φρα­ζό­με­νο Πα­πα­δια­μά­ντη. Όσο α­φο­ρά, ω­στό­σο, το δεύ­τε­ρο σκέ­λος, εκ­δό­θη­καν δυο με­τα­φρά­σεις έρ­γων του: «Η Φό­νισ­σα» στα γαλ­λι­κά α­πό την Λια­νταίν Σέρ­ραρ­ντ και τρία διη­γή­μα­τα στα ι­σπα­νι­κά α­πό την Μ. Σ. Ντίος Σα­ντς. Αλλά το πα­πα­δια­μα­ντι­κό έ­τος ή­ταν φτω­χό και σε εκ­δό­σεις σχε­τι­κές με το έρ­γο του. Με­τρη­μέ­νοι με­λε­τη­τές συ­γκέ­ντρω­σαν κυ­ρίως πα­λαιό­τε­ρα κεί­με­νά τους, ε­νώ η Ε.Σ.Η.Ε.Α. ε­ξέ­δω­σε μια αν­θο­λο­γία πε­ζών και ποιη­μά­των για τον τι­μώ­με­νο. Ως ση­μα­ντι­κό­τε­ρη έκ­δο­ση του έ­τους μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί «Ο Πα­πα­δια­μά­ντης του Ζή­σι­μου Λο­ρε­ντζά­του» του Ν.Δ.Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου.
     Κα­τά τα άλ­λα, στη διάρ­κεια του ε­πε­τεια­κού έ­τους, ο Πα­πα­δια­μά­ντης προ­βλή­θη­κε α­πό τον Τύ­πο, ι­διαί­τε­ρα η πτυ­χή του ε­ρω­τι­κού συγ­γρα­φέα, σε α­ντί­στι­ξη με τον Άγιο των Γραμ­μά­των, ό­πως ή­ταν η ε­πι­κρα­τού­σα πτυ­χή και θεώ­ρη­ση σε προ­γε­νέ­στε­ρη πε­ρίο­δο. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον πό­σο και πώς τον τί­μη­σε ο χώ­ρος των θρη­σκευό­με­νων κα­τά το ε­πε­τεια­κό έ­τος. Η αν­θο­λο­γία που α­να­φέ­ρα­με εί­ναι α­γιο­ρεί­τι­κη έκ­δο­ση α­πό «Το πε­ρι­βό­λι της Πα­να­γίας», ό­πως τό­σο ποιη­τι­κά α­πο­κα­λεί­ται ο Άθως, που, σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση, δό­θη­κε στην Θε­ο­μή­το­ρα ως κλή­ρος δι­δα­σκα­λίας. Αυ­τή εί­ναι και η μο­να­δι­κή εκ­κλη­σια­στι­κή έκ­δο­ση, πέ­ραν ε­νός η­με­ρο­λο­γίου. Ωστό­σο, δύο θε­ο­λο­γι­κές πε­ριο­δι­κές εκ­δό­σεις («Σύ­να­ξη», «Επί­γνω­ση») τον τί­μη­σαν με α­φιε­ρω­μα­τι­κές σε­λί­δες, ε­νώ μια α­κό­μη, η τρι­μη­νιαία «Θε­ο­λο­γία», με α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος, το τέ­ταρ­το του 2011. Σε αυ­τές τις σε­λί­δες στη μνή­μη του Πα­πα­δια­μά­ντη, δη­μο­σιεύο­νται κεί­με­να ιε­ρω­μέ­νων, θε­ο­λό­γων και λαϊκών, ό­που σε ό­λα η έμ­φα­ση δί­νε­ται, σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά, στον ευ­σε­βή Πα­πα­δια­μά­ντη και την θρη­σκευ­τι­κή πλευ­ρά του έρ­γου του.    
   Πα­ρό­τι α­γιο­ρεί­τι­κη έκ­δο­ση η αν­θο­λο­γία και κα­τά το προοί­μιο ε­στια­σμέ­νη στο “εκ­κλη­σια­στι­κό βίω­μα” των πα­πα­δια­μα­ντι­κών σε­λί­δων, τα 21 διη­γή­μα­τα, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται, εί­ναι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά ο­λό­κλη­ρου του έρ­γου. Κα­λύ­πτουν ο­λό­κλη­ρη την εκ­δο­τι­κή πε­ρίο­δο, α­πό τα πρώ­τα ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα μέ­χρι τα με­τα­θα­νά­τια, ό­που τα πε­ρισ­σό­τε­ρα εί­ναι μεν σκια­θί­τι­κα αλ­λά συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και τέσ­σε­ρα α­θη­ναϊκά. Την αν­θο­λό­γη­ση και την ε­πι­μέ­λεια α­να­λαμ­βά­νει ο Δη­μή­τρης Χρι­στα­φα­κό­που­λος, γνω­στός α­πό τις με­τα­φρά­σεις Λό­γων των Πα­τέ­ρων της Εκκλη­σίας και Δι­δα­χών των Γε­ρό­ντων της Ερή­μου, ε­νώ το ει­σα­γω­γι­κό σχό­λιο εί­ναι του δρα­μι­νού φι­λό­λο­γου και μου­σι­κού Γιώρ­γου Φρα­ντζο­λά. Ο δεύ­τε­ρος συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους λι­γο­στούς, που ε­ξέ­δω­σαν βι­βλίο για τον Πα­πα­δια­μά­ντη το 2011.  Τον πε­ρα­σμέ­νο Δε­κέμ­βριο κυ­κλο­φό­ρη­σε «Το κα­μί­νι που δρο­σί­ζει», μια συ­να­γω­γή κει­μέ­νων του για την μου­σι­κό­τη­τα της γλώσ­σας του Πα­πα­δια­μά­ντη, ό­που συ­στε­γά­ζο­νται και α­ντί­στοι­χα κεί­με­να για τον Ν. Γ. Πε­ντζί­κη. Η ει­σα­γω­γή του στην αν­θο­λο­γία εκ­κι­νεί με “το γλαυ­κό” του Ελύ­τη, συ­νε­χί­ζει με το οι­κείο του θέ­μα, τη μου­σι­κή των διη­γη­μά­των, και κα­τα­λή­γει με το θαύ­μα της μο­σχο­βο­λιάς α­πό το μνή­μα τεσ­σά­ρων χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών προ­σώ­πων του Πα­πα­δια­μά­ντη, που εί­χαν μαρ­τυ­ρι­κό βίο ή θά­να­το. Οι ι­στο­ρίες τους βρί­σκο­νται α­νά­με­σα στα αν­θο­λο­γη­μέ­να διη­γή­μα­τα, μα­ζί με άλ­λες ι­στο­ρίες, που κι αυ­τές α­νι­στο­ρούν θαύ­μα­τα, έ­στω και λι­γό­τε­ρο ε­ντυ­πω­σια­κά. Υπάρ­χουν και ι­στο­ρίες, ό­που το θαύ­μα δεν συ­ντε­λεί­ται, ό­πως στο διή­γη­μα «Η συ­ντέ­κνισ­σα». Σε αυ­τό, το βρέ­φος εκ­πνέει. Πρό­λα­βαν, ω­στό­σο, και το βά­φτι­σαν, ο­πό­τε μπο­ρεί “να τα­φή σ’ ά­για χώ­μα­τα”. Ο ιε­ρέ­ας κα­θη­συ­χά­ζει την συ­ντέ­κνισ­σα, λέ­γο­ντας, “Εί­ναι στον Πα­ρά­δει­σο πρύ­μα, ό­που κι αν το βά­λου­με”. Εξ ου και ο τίτ­λος της συλ­λο­γής, «Στον Πα­ρά­δει­σο πρύ­μα».
   Η συ­γκε­κρι­μέ­νη αν­θο­λο­γία θέ­τει εμ­μέ­σως το θέ­μα των ερ­μη­νευ­τι­κών σχο­λίων, που θα α­να­με­νό­ταν να α­πα­σχο­λή­σει σε με­γα­λύ­τε­ρη κλί­μα­κα την έκ­δο­ση των νέων Απά­ντων. Ο ε­πι­με­λη­τής της έκ­δο­σης δί­νει σε υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις την ερ­μη­νεία των ι­διω­μα­τι­κών λέ­ξεων, κα­θώς και τις α­παι­τού­με­νες πα­ρα­πο­μπές σε εκ­κλη­σια­στι­κά, αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κά και λοι­πά κεί­με­να για τις δά­νειες φρά­σεις και πε­ρι­κο­πές, α­κο­λου­θώ­ντας την κρι­τι­κή έκ­δο­ση του Δό­μου, α­πό την ο­ποία και παίρ­νει το κεί­με­νο. Ενίο­τε ερ­μη­νεύει και κά­ποια ε­πι­πλέ­ον λέ­ξη, που ο ε­πι­με­λη­τής του Δό­μου εί­χε θεω­ρή­σει γνω­στή, ό­πως, λ.χ., η πτι­σά­νη. Μό­νο που την ερ­μη­νεύει σύμ­φω­να με τα εν χρή­σει σή­με­ρα λε­ξι­κά, ως “φαρ­μα­κευ­τι­κό ρό­φη­μα”. Εμείς, ω­στό­σο, πι­στεύου­με ό­τι ο στό­χος των ερ­μη­νευ­τι­κών σχο­λίων εί­ναι να α­να­πα­ρά­γουν το γνω­στι­κό σύ­μπαν της ε­πο­χής του συγ­γρα­φέα, ώ­στε να δί­νουν στη λέ­ξη το αρ­μό­ζον νό­η­μα. Λ.χ., την ε­πο­χή του Πα­πα­δια­μά­ντη η πτι­σά­νη ή­ταν α­κό­μη ο ιπ­πο­κρά­τειος χυ­λός, του­τέ­στιν το διαι­τη­τι­κό κρι­θα­ρό­νε­ρο.
  Ένα κα­λύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα μας δί­νει η προ­σπά­θεια του ε­πι­με­λη­τή της αν­θο­λο­γίας να α­πο­κα­τα­στή­σει το κεί­με­νο ε­νός α­πό τα διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη, που εκ­δό­θη­καν με­τά τον θά­να­τό του. Πρό­κει­ται για «Τ’ Αγγέ­λια­σμα», ό­που α­νι­στο­ρού­νται τα της α­σθέ­νειας του κα­πε­τάν Γ. του Μ. και ο θά­να­τός του.  Σύμ­φω­να με τον Ιωάν­νη Φρα­γκού­λα, την έ­μπνευ­ση για το διή­γη­μα την έ­δω­σε στον Πα­πα­δια­μά­ντη ο πρόω­ρος θά­να­τος, στα 45, του πλοιάρ­χου Γιώρ­γου Μαυ­ρο­για­λή, που α­πε­βίω­σε στο ε­ξο­χι­κό του στην Κε­χριά στις 24 Ιου­νίου 1891. Σε αυ­τό το διή­γη­μα, α­να­φέ­ρε­ται και η πτι­σά­νη, με α­φορ­μή τις διά­φο­ρες δίαι­τες, στις ο­ποίες εί­χαν υ­πο­βάλ­λει τον κα­πε­τά­νιο “οι κα­θη­γη­ταί των Αθη­νώ­ν”, α­δυ­να­τώ­ντας να κα­τα­λή­ξουν σε διά­γνω­ση της α­σθέ­νειάς του. Μια άλ­λη δίαι­τα, που δο­κί­μα­σαν, ή­ταν αυ­τή της γα­λα­κτο­φα­γίας. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­να­φέ­ρε­ται: «...κ’ η­να­γκά­ζε­το να γι­νη πά­λιν γα­λα­κτο­φά­γος, ο­ποίοι ή­σαν οι πα­λαιοί Α*** κι ο Ρό­τσιλ­δ, ο ε­βραίος χι­λιε­κα­τομ­μυ­ριού­χος εις τα Πα­ρί­σια, και τό­σοι άλ­λοι δυ­στυ­χείς.» Οι τρεις α­στε­ρί­σκοι δη­λώ­νουν χά­σμα στο κεί­με­νο κα­τά τον εκ­δό­τη, στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση τον φί­λο του Πα­πα­δια­μά­ντη Γε­ρά­σι­μο Βώ­κο, α­φού στο πε­ριο­δι­κό του «Ο Καλ­λι­τέ­χνης» πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε το διή­γη­μα, Απρί­λιο 1912.
   Το εν λό­γω χά­σμα στά­θη­κε η α­φορ­μή για μια εν­δια­φέ­ρου­σα συ­νο­μι­λία α­νά­με­σα σε δυο ε­πι­με­λη­τές, αυ­τόν της αν­θο­λο­γίας και ε­κεί­νον της κρι­τι­κής έκ­δο­σης του Δό­μου. Ο πρώ­τος θέ­λη­σε να συ­μπλη­ρώ­σει το χά­σμα, κα­θώς η λέ­ξη γα­λα­κτο­φά­γος του θύ­μι­σε τους ο­μη­ρι­κούς γλα­κτο­φά­γους. Και συ­γκε­κρι­μέ­να, τα της Ρα­ψω­δίας Ν της Ιλιά­δας: «...Μυ­σών τ’ αγ­χε­μά­χων και α­γαυών Ιππη­μολ­γών, Γλα­κτο­φά­γων, Αβίων τε δι­καιο­τά­των αν­θρώ­πων». Οπό­τε και α­ντι­κα­τέ­στη­σε το Α*** με το Άβιοι. Ο δεύ­τε­ρος α­ντέ­τει­νε ό­τι στο ο­μη­ρι­κό κεί­με­νο το γλα­κτο­φά­γοι α­πο­δί­δε­ται στους Ιππη­μολ­γούς και ό­χι στους Αβίους. Όπως και να έ­χει, αμ­φό­τε­ροι προ­σπα­θούν να δια­γνώ­σουν την πρό­θε­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη με βά­ση το ο­μη­ρι­κό κεί­με­νο. Εκεί­νος, ό­μως, έ­γρα­φε εκ πε­ριου­σίας. Λ.χ., για φρά­σεις ό­πως “α­σφο­δε­λός λει­μώ­ν” ή “ε­πί γή­ρα­ος ου­δώ”, για τις ο­ποίες δί­νο­νται ο­μη­ρι­κές πα­ρα­πο­μπές, θα μπο­ρού­σε να γί­νει α­να­φο­ρά και σε δια­φο­ρε­τι­κές πη­γές, κα­θώς α­νή­κουν στο γνω­στι­κό πε­δίο μιας ε­πο­χής, α­πό το ο­ποίο και αν­τλεί ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Οπό­τε το ε­ρώ­τη­μα τί­θε­ται κά­πως δια­φο­ρε­τι­κά: ό­χι ποιούς α­πο­κα­λεί ο Όμη­ρος γα­λα­κτο­φά­γους, αλ­λά ποιά α­πό τα πα­λαιά σκυ­θι­κά φύ­λα ε­φέ­ρο­ντο τό­τε ως γα­λα­κτο­φά­γα.
  Δί­κην πε­ριερ­γείας, αν α­να­τρέ­ξου­με σε μια χρη­στι­κή, σή­με­ρα, ε­γκυ­κλο­παί­δεια, βρί­σκου­με τους Ιππη­μολ­γούς, τους Γλα­κτο­φά­γους και τους Αβίους να ο­ρί­ζο­νται ως τρεις αρ­χαίες φυ­λές Σκυ­θών. Προ­σθέ­τουν, μά­λι­στα, την πα­ρα­τή­ρη­ση ό­τι πολ­λοί αμ­φι­σβή­τη­σαν τον Όμη­ρο και τους θεώ­ρη­σαν πλά­σμα­τα της φα­ντα­σίας του, αλ­λά ο Στρά­βων ε­πι­βε­βαίω­σε ό­τι πρό­κει­ται για υ­παρ­κτά σκυ­θι­κά φύ­λα. Λε­ξι­κά, ω­στό­σο, ό­πως των Λί­ντελ - Σκοτ ή και του Δη­μη­τρά­κου, θέ­τουν το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για ε­πί­θε­τα ή ου­σια­στι­κά, με άλ­λα λό­για αν πρό­κει­ται για τρία σκυ­θι­κά φύ­λα ή μή­πως για έ­να. Στο πέ­ρα­σμα των αιώ­νων, οι λε­ξι­κο­γρά­φοι δια­λέ­γουν έ­να α­πό τα τρία ως ό­νο­μα, λ.χ. ο Ησύ­χιος α­να­φέ­ρει τους Γλα­κτο­φά­γους, ε­νώ στους χρό­νους του Αλε­ξάν­δρου μνη­μο­νεύο­νται οι Αβίοι, και τα άλ­λα δυο τα θεω­ρούν ως προσ­διο­ρι­στι­κά του ο­νό­μα­τος ε­πί­θε­τα, χω­ρίς να α­πο­κλείουν να πρό­κει­ται για τρία χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ε­πί­θε­τα των Σκυ­θών, που τους διέ­κρι­ναν α­πό τους γει­το­νι­κούς Μυ­σίους. 
   Η πα­ρά­πλευ­ρη α­να­φο­ρά μέ­σα στο κεί­με­νο στον Ρό­τσιλ­δ, που α­πα­σχο­λού­σε τον Τύ­πο ε­κεί­νης της ε­πο­χής, ό­πως και η έ­τε­ρη, πριν α­πό λί­γες α­ρά­δες, “στο ψη­τόν της σού­βλας”, που οι Φρά­γκοι α­πο­κα­λού­σαν “ρο­τί α­λά παλ­λη­κά­ρ” α­ντα­να­κλά την πε­ρι­παι­κτι­κή διά­θε­ση του συγ­γρα­φέα, αλ­λά και ό­τι παίρ­νει έ­μπνευ­ση και στοι­χεία α­πό λαϊκά ή και ε­κλαϊκευ­τι­κά έ­ντυ­πα. Για πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­να τα χρό­νια, έ­να ε­γκυ­κλο­παι­δι­κό λε­ξι­κό ευ­ρύ­τε­ρης χρή­σης ή­ταν η «Πρό­δρο­μος Ελλη­νι­κή Βι­βλιο­θή­κη», τυ­πω­μέ­νη στην Αθή­να το 1841 αλ­λά ψευ­δο­χρο­νο­λο­γη­μέ­νη ως πα­ρι­σι­νή έκ­δο­ση του 1805. Πρό­κει­ται για την συ­να­γω­γή κει­μέ­νων, που εί­χε κά­νει ο Κο­ραής με την οι­κο­νο­μι­κή στή­ρι­ξη των α­δελ­φών Ζω­σι­μά­δων. Εκεί, α­νά­με­σα σε πλεί­στα άλ­λα, πα­ρου­σιά­ζο­νται και “τα σω­ζό­με­να Νι­κο­λά­ου Δα­μα­σκη­νού”, που φέ­ρε­ται ως ι­στο­ρι­κός και φι­λό­σο­φος. Σύγ­χρο­νος του Ηρώ­δη ο Δα­μα­σκη­νός, τού εί­χε α­φιε­ρώ­σει το βι­βλίο «Πα­ρά­δο­ξων ε­θνών συ­να­γω­γή», που συ­νέ­γρα­ψε στη­ρι­ζό­με­νος στον Στρά­βω­να. Το βι­βλίο, ό­πως και τα πο­λυά­ριθ­μα άλ­λα του Δα­μα­σκη­νού, δεν σώ­θη­κε. Σπα­ράγ­μα­τα διέ­σω­σε ο Στο­βαίος, και αυ­τά  συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν στη Βι­βλιο­θή­κη Κο­ραή. Εκεί υ­πάρ­χει ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο για το σκυ­θι­κό έ­θνος των Γα­λα­κτο­φά­γων, τους ο­ποίους ο­νο­μά­ζει και Αβίους “ή δια το γην μη γεωρ­γείν, ή δια το α­οί­κους εί­ναι, ή δια το χρή­σθαι τού­τους μό­νους τό­ξοις, βιόν γαρ λέ­γει το τό­ξο­ν”. Και πέ­ραν, ό­μως, αυ­τής της πη­γής, που φαί­νε­ται ό­τι ή­ταν χρη­στι­κή στα χρό­νια του Πα­πα­δια­μά­ντη, τους γα­λα­κτο­φά­γους Αβίους τους α­να­φέ­ρουν πλεί­στες ό­σες πη­γές α­πό τον Στρά­βω­να μέ­χρι, αν δεν σφάλ­λου­με, ο Αλέ­ξαν­δρος Ρί­ζος Ρα­γκα­βής στο Λε­ξι­κό Ελλη­νι­κής Αρχαιο­λο­γίας.  
      Θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με πως τό­σο η αν­θο­λο­γία ό­σο και τα πα­πα­δια­μα­ντι­κά α­φιε­ρώ­μα­τα των εκ­κλη­σια­στι­κών πε­ριο­δι­κών, πα­ρά το εν­δια­φέ­ρον τους, έ­μει­ναν στο στε­νό κύ­κλο των θρη­σκευό­με­νων α­να­γνω­στών τους. Ανα­με­νό­με­νο, α­φού δια­τί­θε­νται σε πε­ριο­ρι­σμέ­να βι­βλιο­πω­λεία, με μο­να­δι­κή, ί­σως, ε­ξαί­ρε­ση το πε­ριο­δι­κό «Σύ­να­ξη». Λο­γι­κό, λοι­πόν, να μεί­νουν και ε­κτός της φω­τει­νής δέ­σμης των ΜΜΕ.
 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 24/6/2012

Αφιερώματα



Λι­γο­στά εί­ναι τα α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών για το πα­πα­δια­μα­ντι­κό έ­τος. Έλαμ­ψαν, δη­λα­δή, δια της α­που­σίας τους τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά. Μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί το α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο», ε­νώ α­φιε­ρω­μα­τι­κές σε­λί­δες συ­να­ντά­με σε δυο-τρία άλ­λα («Κου­κού­τσι», «Δια­βά­ζω», «Νέα Ευ­θύ­νη»).  Πιο αι­σθη­τή εί­ναι η α­δια­φο­ρία του ε­παρ­χια­κού Τύ­που, με ε­ξαί­ρε­ση τις α­φιε­ρω­μα­τι­κές σε­λί­δες της ε­τή­σιας έκ­δο­σης «Αρχείο Θεσ­σα­λι­κών Με­λε­τών», που έ­κα­νε την πρε­μιέ­ρα του Έτους, έ­να με­γά­λο τμή­μα της ε­ξα­μη­νιαίας έκ­δο­σης «Τα Αι­τω­λι­κά», ό­που α­πο­θη­σαυ­ρί­στη­καν τα κεί­με­να τριών Ημε­ρί­δων στις πρω­τεύου­σες της Αι­τω­λίας, και δύο ευ­βοϊκά α­φιε­ρώ­μα­τα στα πε­ριο­δι­κά της Χαλ­κί­δας, «Τα Νε­φού­ρια» και το «manifesto». Σε αυ­τό το μάλ­λον φτω­χό το­πίο, δυο πρω­τό­τυ­πα α­φιε­ρώ­μα­τα, δη­μο­σιευ­μέ­να σε ε­φη­με­ρί­δες της κε­ντρι­κής Μα­κε­δο­νίας, α­πο­τε­λούν μια ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη.
 1) «Θέ­μα», Εβδο­μα­διαία ε­φη­με­ρί­δα της Χαλ­κι­δι­κής, Τεύ­χος 38ο,
17 Μαρ­τίου 2011
Το α­φιέ­ρω­μα για το ε­πε­τεια­κό έ­τος Πα­πα­δια­μά­ντη κα­τα­λαμ­βά­νει τις ο­κτώ σε­λί­δες του 24σέ­λι­δου της ε­φη­με­ρί­δας. Την ε­πι­μέ­λεια φέ­ρει ο ι­στο­ρι­κός Νί­κος Κα­ρα­μα­νά­βης. Ανα­σύ­ρο­νται κεί­με­να σχε­τι­κά με το θά­να­το του Πα­πα­δια­μά­ντη α­πό ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά του Ια­νουα­ρίου του 1911. Κα­ταρ­χάς, στο πρώ­το δι­σέ­λι­δο, α­να­δη­μο­σιεύο­νται η αγ­γε­λία θα­νά­του και άρ­θρο του Μ. Σω­φρο­νιά­δη, α­πό την πρωι­νή ε­φη­με­ρί­δα της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης «Πρόο­δος», τα ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει με υ­πο­μνη­μα­τι­σμό ο ι­στο­ρι­κός Χρή­στος Γ. Ανδρεά­δης. Να προ­σθέ­σου­με, ό­σο α­φο­ρά τον Σω­φρο­νιά­δη, ό­τι πρό­κει­ται για τον πο­λύ γνω­στό τό­τε λό­γιο αρ­θρο­γρά­φο του ελ­λη­νι­κού Τύ­που της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, φαρ­μα­κο­ποιό το ε­πάγ­γελ­μα, Μι­χαήλ Σω­φρο­νιά­δη. Προ ε­ξα­ε­τίας εκ­δό­θη­κε συλ­λο­γή άρ­θρων του της πε­ριό­δου 1905-1921, ε­νώ, το 2003, εί­χε ε­πα­νεκ­δο­θεί η με­λέ­τη του «Η ά­λω­σις της Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως υ­πό των Τούρ­κων τω 1453», την ο­ποία εί­χε δη­μο­σιεύ­σει σε σει­ρά ε­πι­φυλ­λί­δων το 1919 και την εί­χε εκ­δώ­σει, την ε­πό­με­νη χρο­νιά, σε βι­βλίο. 
Ένα δεύ­τε­ρο δι­σέ­λι­δο έρ­χε­ται και πά­λι α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, αυ­τή τη φο­ρά, α­πό α­να­δί­φη­ση στην ε­βδο­μα­διαία ε­φη­με­ρί­δα «Απ’ ό­λα», που ε­ξέ­δι­δε για μια δε­κα­ε­τία (1910-1920) ο Συ­ρια­νός την κα­τα­γω­γή Θό­δω­ρος Κα­βα­λιέ­ρος Μαρ­κουί­ζος. Ανα­δη­μο­σιεύο­νται σύ­ντο­μο κεί­με­νο του ι­δίου και το διή­γη­μα «Το νη­σί της Ου­ρα­νί­τσας». Ει­κο­νο­γρα­φεί­ται με ζω­γρα­φι­κό πορ­τρέ­το του Πα­πα­δια­μά­ντη α­πό τον μα­θη­τή του Κό­ντο­γλου Γεώρ­γιο Γλιά­τα. Το α­φιέ­ρω­μα συ­μπλη­ρώ­νε­ται με α­να­δη­μο­σιεύ­σεις α­πό την «Εφη­με­ρί­δα των Κυ­ριών» της Καλ­λιρ­ρό­ης Παρ­ρέν (την αγ­γε­λία του θα­νά­του και το διή­γη­μα «Η Πε­ποι­κιλ­μέ­νη») και α­πό την θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κη ε­φη­με­ρί­δα «Νέα Αλή­θεια» (κεί­με­νο του ι­στο­ρι­κού της Θρά­κης Κων­στα­ντί­νου Κουρ­τί­δη). Στην τε­λευ­ταία σε­λί­δα, ο ε­πι­με­λη­τής του α­φιε­ρώ­μα­τος ε­ντο­πί­ζει μια δια­κει­με­νι­κή συ­νο­μι­λία α­νά­με­σα στο διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη «Τρε­λή βρα­διά», του 1901, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο Εθνι­κόν Ημε­ρο­λό­γιον Σκό­κου και το ποίη­μα «Ο Μπα­τα­ριάς» του Μα­λα­κά­ση, του 1920. 
2) «Άπο­ψη», Εβδο­μα­διαία ε­φη­με­ρί­δα οι­κο­νο­μι­κής α­νά­πτυ­ξης
Πέλ­λας, Φύλ­λο 212, 25 Μαρ­τίου 2011
Η δη­μο­σίευ­ση του α­φιε­ρώ­μα­τος έ­γι­νε την 25η Μαρ­τίου, με α­πο­τέ­λε­σμα το δε­κα­ε­ξα­σέ­λι­δο της ε­φη­με­ρί­δας να μοι­ρά­ζε­ται α­νά­με­σα στον Πα­πα­δια­μά­ντη και τον ε­ορ­τα­σμό της ε­θνι­κής ε­ορ­τής. Το α­φιέ­ρω­μα α­πλώ­νε­ται σε 11 σε­λί­δες, χω­ρίς προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα, ού­τε α­να­φο­ρά ε­πι­με­λη­τή. Και σε αυ­τό α­να­σύ­ρο­νται εν μέ­ρει κεί­με­να α­πό πα­λαιό­τε­ρα πε­ριο­δι­κά. Το βα­σι­κό κεί­με­νο, έ­κτα­σης σχε­δόν τεσ­σά­ρων και η­μί­σεως σε­λί­δων, εί­ναι η με­λέ­τη «Ντο­στο­γιέφ­σκυ και Πα­πα­δια­μά­ντης: Οι πλού­σιοι πέ­νη­τες» του Μο­να­χού Μωυ­σέως Αγιο­ρεί­του. Με πλού­σιο συγ­γρα­φι­κό έρ­γο ο μο­να­χός Μωυ­σής, αρ­χι­συ­ντά­κτης του α­γιο­ρεί­τι­κου πε­ριο­δι­κού «Πρω­τά­τον», δη­μο­σίευ­σε την εν λό­γω με­λέ­τη στις αρ­χές του μο­να­στι­κού του βίου, Νοέ. 1981, στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Επο­πτεία» για τα ε­κα­τό χρό­νια α­πό το θά­να­το του Ρώ­σου συγ­γρα­φέα. Ανα­φέ­ρε­ται δια­δο­χι­κά στο βίο και το έρ­γο των δυο συγ­γρα­φέων, ε­νώ, ως κα­τα­κλεί­δα, τους α­ντι­πα­ρα­βάλ­λει, ση­μειώ­νο­ντας ο­μοιό­τη­τες και δια­φο­ρές στις ι­δέες τους πε­ρί ε­ξευ­ρω­παϊσμού και Ορθο­δο­ξίας. Εκτός α­πό το εν­δια­φέ­ρον αυ­τής κα­θ’ ε­αυ­τής της με­λέ­της, η α­να­δη­μο­σίευ­σή της θυ­μί­ζει τη δι­πλή, ό­πως και του Πα­πα­δια­μά­ντη, ε­πέ­τειο του Ντο­στο­γιέφ­σκι. Η συ­νά­ντη­ση των δυο ε­πε­κτά­θη­κε και στη σύ­μπτω­ση των βιο­γρα­φι­κών τους συ­ντε­ταγ­μέ­νων. Γεν­νή­σεις και θά­να­τοι σε α­πό­στα­ση τρια­κο­ντα­ε­τίας, κα­θώς αμ­φό­τε­ροι α­πε­βίω­σαν στα 60 τους.
Εκεί­νο που προ­κα­λεί κά­ποια σύγ­χυ­ση εί­ναι η α­να­δη­μο­σίευ­ση α­πό το πε­ριο­δι­κό «Επο­πτεία», ως συ­νο­δευ­τι­κής της με­λέ­της, ε­πι­στο­λής του Λά­μπρου Ξη­ντά­ρη, με η­με­ρο­μη­νία 28 Ιουν. 1982, ό­που κα­ταγ­γέλ­λε­ται λο­γο­κλο­πή σε βά­ρος της με­λέ­της. Πρό­κει­ται για τη με­λέ­τη της Αθη­νάς Κα­ρα­μπέ­τσου, με τίτ­λο «Πα­πα­δια­μά­ντης και Ντο­στο­γιέφ­σκη», δη­μο­σιευ­μέ­νη στην «Νέα Εστία», την 1η Απρ. 1982, ως συ­μπλή­ρω­μα στα α­φιε­ρω­μα­τι­κά κεί­με­να στον Ντο­στο­γιέφ­σκι, που δη­μο­σίευ­σε το πε­ριο­δι­κό κα­τά το 1981. Σύμ­φω­να με τον ε­πι­στο­λο­γρά­φο, η με­λέ­τη του μο­να­χού Μωυ­σή δεν α­πο­τέ­λε­σε μό­νο την κυ­ρίως πη­γή, αλ­λά α­ντι­γρά­φτη­καν α­κέ­ραιες φρά­σεις και ι­δέες, χω­ρίς σχε­τι­κή πα­ρα­πο­μπή. Δεν νο­εί­ται α­να­δη­μο­σίευ­ση πα­ρό­μοιας ε­πι­στο­λής χω­ρίς πα­ρά­θε­ση και της ε­πί­μα­χης με­λέ­της. Εμείς, πά­ντως, δια­βά­ζο­ντάς την, δεν α­πο­κο­μί­σα­με ε­ντύ­πω­ση α­ντι­γρα­φής. Η με­λέ­τη της Κα­ρα­μπέ­τσου στη­ρί­ζε­ται σε πα­ράλ­λη­λη πα­ρου­σία­ση των δυο συγ­γρα­φέων, δί­νο­ντας έμ­φα­ση στον Πα­πα­δια­μά­ντη. Επι­μέ­νει στη με­τά­φρα­ση α­πό ε­κεί­νον του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, «Το Έγκλη­μα και η Τι­μω­ρία», που τό­τε α­κό­μη δεν έ­χει εκ­δο­θεί σε βι­βλίο. Ο ε­πι­στο­λο­γρά­φος φαί­νε­ται να μην εί­ναι κα­λός γνώ­στης του έρ­γου του Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­θώς ει­ρω­νεύε­ται τη με­λε­τή­τρια, για­τί γρά­φει τον Ντο­στο­γιέφ­σκι με ή­τα, δη­λα­δή ό­πως γρά­φε­ται στη με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Να θυ­μί­σου­με ό­τι η φι­λό­λο­γος Κα­ρα­μπέ­τσου ή­ταν η υ­πεύ­θυ­νη του μη­νιαίου πε­ριο­δι­κού «Σκα­πά­νη», κα­τά την πρώ­τη πε­ρίο­δο, 1961-63. Επί­σης, συγ­γρα­φέ­ας βιο­γρα­φίας του Αθα­νά­σιου Πά­ριου. 
Ακο­λου­θούν τέσ­σε­ρα κεί­με­να μι­κρό­τε­ρης έ­κτα­σης και δια­φο­ρε­τι­κής πνοής: Ένα εν­δια­φέ­ρον σχό­λιο του Νέ­αν­θου Θρα­κί­τη για τις ερ­μη­νευ­τι­κές έν­νοιες του ρή­μα­τος πο­δί­ζω στη ναυ­τι­κή και τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Άρθρο του Αρχι­μαν­δρί­τη Πα­ντε­λεή­μων Κα­ρα­λά­ζου, «Ο κο­σμο­κα­λό­γη­ρος ή ο ά­γιος των γραμ­μά­των», ό­που δια­τυ­πώ­νε­ται η ά­πο­ψη πως η Εκκλη­σία θα εί­χε κερ­δί­σει έ­ναν με­γά­λο σύγ­χρο­νο Πα­τέ­ρα, αν ο Σκια­θί­της εί­χε μεί­νει στο Άγιο Όρος. Όσο για τα ό­ποια πά­θη τού με­τέ­πει­τα βίου του,  τα δι­καιο­λο­γεί με την πα­ρα­βο­λή του γέ­ρο­ντα Παΐσιου: «Όταν μας προ­σφέ­ρει κά­ποιος έ­να σα­κί με κα­ρύ­δια, δεν εί­ναι κα­θό­λου σω­στό να δια­μαρ­τυ­ρό­μα­στε για πέ­ντε – έ­ξι μου­χλια­σμέ­να...» Ανα­δη­μο­σιεύε­ται α­πό την ε­φη­με­ρί­δα «Θέ­μα» το κεί­με­νο του Νί­κου Κα­ρα­μα­νά­βη, «Η τρελ­λή βρα­δυά του Πα­πα­δια­μά­ντη στο Μπα­τα­ριά του Μα­λα­κά­ση», κα­θώς και τα δυο διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Τέ­λος, κεί­με­νο του Τά­σου Πα­ντε­λί­δη, ο ο­ποίος α­να­διη­γεί­ται μια α­νά­μνη­ση του Σταμ Σταμ. Ενώ, ποίη­μα για τον τι­μώ­με­νο συν­θέ­τει η Β. Αντω­νο­πού­λου- Μου­λα­λή.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/6/2012

Μαθηματικός γρίφος με φόντο τη Σέριφο



Τεύ­κρος Μι­χα­η­λί­δης
«Τα τέσ­σε­ρα χρώ­μα­τα
του κα­λο­και­ριού»
Εκδό­σεις Πό­λις
Οκτώ­βριος 2011


Ο γερμανός μαθηματικός Ντέϊβιντ Χίλμπερτ.



Αυ­τή τη φο­ρά, ο Τεύ­κρος Μι­χα­η­λί­δης δεν γρά­φει έ­να α­στυ­νο­μι­κό μα­θη­μα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά έ­να ε­ρω­τι­κό μα­θη­μα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα. Αντί­στοι­χα, τα θε­μα­τι­κά υ­λι­κά που χρη­σι­μο­ποιεί δεν εί­ναι έ­να ή πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­γκλή­μα­τα αλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιας, συ­γκε­κρι­μέ­να τρεις, ε­ρω­τι­κές ι­στο­ρίες, ε­νώ πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρός, κά­τι σαν α­κρο­γω­νιαίος λί­θος, ο μα­θη­μα­τι­κός γρί­φος. Όπως στα­θε­ρό πα­ρα­μέ­νει και το ε­πάγ­γελ­μα του ή­ρωα. Εί­ναι και πά­λι έ­νας μα­θη­μα­τι­κός. Μό­νο που ε­δώ δεν πρό­κει­ται για έ­ναν πα­θια­σμέ­νο, που έ­χει α­να­γά­γει την ε­πι­στή­μη του σε κέ­ντρο του κό­σμου. Ο και­νού­ριος ή­ρωας, στο μό­νο που ήλ­πι­ζε, ό­ταν τε­λείω­σε το Πα­νε­πι­στή­μιο, ή­ταν μια στα­θε­ρή δου­λειά. Αν βρέ­θη­κε να α­σχο­λεί­ται με­τά μα­νίας με έ­να α­πό τα ά­λυ­τα προ­βλή­μα­τα των Μα­θη­μα­τι­κών, ας ό­ψε­ται ο έ­ρω­τας και δη, κε­ραυ­νο­βό­λος. Κα­τά τα άλ­λα, έ­νας πα­ρό­μοιος έ­ρω­τας θα μπο­ρού­σε να φου­ντώ­σει ο­που­δή­πο­τε  και ο­πο­τε­δή­πο­τε. Όμως ο συγ­γρα­φέ­ας έ­χει δεί­ξει ό­τι συν­δυά­ζει το εν­δια­φέ­ρον του για τα Μα­θη­μα­τι­κά με ε­κεί­νο για την Ιστο­ρία, γε­νι­κώς και ει­δι­κό­τε­ρα, για την Ιστο­ρία της ε­πι­στή­μης του, των Μα­θη­μα­τι­κών. Γι’ αυ­τό και ε­πι­λέ­γει α­ντί­στοι­χα τον τό­πο και τον χρό­νο ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, τους τό­πους και τους χρό­νους, α­φού, και πά­λι, δεν αρ­κεί­ται σε έ­να ε­πί­πε­δο, αλ­λά μοι­ρά­ζει την ι­στο­ρία του σε τρεις γε­νιές. Αυ­τή του μα­θη­μα­τι­κού και της α­γα­πη­μέ­νης του και ε­κεί­νες, της μη­τέ­ρας και της για­γιάς της, που η κα­θε­μιά τους ζει έ­ναν με­γά­λο έ­ρω­τα.
Εύ­στο­χος εί­ναι ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, κα­θώς κα­τορ­θώ­νει να δώ­σει ποιη­τι­κή χροιά στην ο­νο­μα­σία του μα­θη­μα­τι­κού προ­βλή­μα­τος. Για ό­σους, βε­βαίως, γνω­ρί­ζουν ό­τι υ­πάρ­χει πρό­βλη­μα μα­θη­μα­τι­κών με μια ο­νο­μα­σία ό­πως “τα τέσ­σε­ρα χρώ­μα­τα”, που, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, δεν α­να­κα­τώ­νει ο­νό­μα­τα μα­θη­μα­τι­κών και ε­πι­στη­μο­νι­κούς ό­ρους. Με τον τίτ­λο, ό­μως, κα­θο­ρί­ζε­ται η ε­πο­χή του έ­τους, στην ο­ποία το­πο­θε­τεί­ται το πα­ρόν της α­φή­γη­σης. Εί­ναι η πε­ρίο­δος του κα­λο­και­ριού, που θεω­ρεί­ται ως η πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη για να φου­ντώ­σει έ­νας έ­ρω­τας. Γι’ αυ­τό, ό­μως, χρειά­ζε­ται και έ­νας προ­σφυής τό­πος. Οπό­τε, οι ε­πι­λο­γές α­πο­κλί­νουν προς τη νη­σιω­τι­κή Ελλά­δα, ά­ντε το πο­λύ, και προς κά­ποια πα­ρα­θα­λάσ­σια πε­ριο­χή της η­πει­ρω­τι­κής. Από αυ­τό το εν­δει­κνυό­με­νο για το ε­ρω­τι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα γεω­γρα­φι­κό σύ­νο­λο, ο Μι­χα­η­λί­δης ε­πι­λέ­γει τη Σέ­ρι­φο. Σε αυ­τήν την προ­τί­μη­ση, δεν φαί­νε­ται να συ­ντεί­νουν λό­γοι προ­σω­πι­κοί και συ­ναι­σθη­μα­τι­κοί, ό­πως συμ­βαί­νει με άλ­λους νεό­τε­ρους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους, χω­ρίς, βε­βαίως, και να α­πο­κλείο­νται πα­ρό­μοια κί­νη­τρα. Λ.χ., ου­δό­λως υ­στε­ρεί ο τρό­πος που πε­ρι­γρά­φει τη Σέ­ρι­φο α­πό ε­κεί­νον της Αμά­ντας Μι­χα­λο­πού­λου, ό­ταν α­να­φέ­ρε­ται στην Αστυ­πά­λαια, που έ­χει ε­ξο­μο­λο­γη­θεί ό­τι εί­ναι ο α­γα­πη­μέ­νος της τό­πος δια­κο­πών. Μό­νο που το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο για την προ­τί­μη­ση του Μι­χα­η­λί­δη εί­ναι η ι­στο­ρία του νη­σιού, την ο­ποία και εκ­με­ταλ­λεύε­ται κα­τά το στή­σι­μο του μύ­θου. Τον εν­δια­φέ­ρει η άλ­λο­τε πο­τέ Σέ­ρι­φος, που ζού­σε α­πό τα με­ταλ­λεία. Την πα­ρου­σιά­ζει και ως α­ντί­πο­δα στη Σέ­ρι­φο με­τά το 1964, ό­ταν κλεί­νουν ο­ρι­στι­κά τα με­ταλ­λεία και ε­πι­κρα­τεί ε­γκα­τά­λει­ψη. Τό­τε, με­σού­σης της Δι­κτα­το­ρίας, το­πο­θε­τεί­ται το πα­ρόν της α­φή­γη­σης, ε­νώ, το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, σε α­ντί­στι­ξη, πε­ρι­γρά­φει τη Σε­ρί­φο στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’80, που αρ­χί­ζει να ζει την του­ρι­στι­κή ά­νοι­ξη. 
Για την πα­λαιά Σέ­ρι­φο, ο συγ­γρα­φέ­ας δεν α­να­τρέ­χει στο νη­σί των μυ­θο­λο­γι­κών και αρ­χαίων χρό­νων, ού­τε στην πρώ­τη Ελλη­νι­κή Με­ταλ­λευ­τι­κή Εται­ρεία ε­πί Ανδρέα Συγ­γρού ή στην ε­πο­χή της γαλ­λι­κής με­ταλ­λευ­τι­κής ε­ται­ρείας του Λαυ­ρίου, αλ­λά ό­ταν την διοί­κη­ση της αρ­χι­κά ελ­λη­νο­γαλ­λι­κών συμ­φε­ρό­ντων «Σέ­ρι­φο-Σπη­λια­λέ­ζα» εί­χε α­να­λά­βει η γερ­μα­νι­κή οι­κο­γέ­νεια των Γκρό­μαν. Και συ­γκε­κρι­μέ­να, ο γιός του πρώ­του διευ­θυ­ντή, του Αι­μί­λιου, ο Γεώρ­γιος Γκρό­μαν, που εί­χε ε­φαρ­μό­σει πρό­γραμ­μα μέ­γι­στης εκ­με­τάλ­λευ­σης του ερ­γα­τι­κού δυ­να­μι­κού, το ο­ποίο και ο­δή­γη­σε, τον Ιού­νιο του 1916, στην ί­δρυ­ση του Σω­μα­τείου Με­ταλ­λευ­τών Σε­ρί­φου. Αυ­τό ή­ταν που ορ­γά­νω­σε τις ερ­γα­τι­κές διεκ­δι­κή­σεις και την α­περ­γία της 7ης Αυ­γού­στου, που ε­ξε­λίχ­θη­κε σε ε­ξέ­γερ­ση και κα­τά­λη­ψη της ε­ξου­σίας στο νη­σί α­πό τους με­ταλ­λω­ρύ­χους για έ­να δε­κα­πεν­θή­με­ρο, με α­πο­τέ­λε­σμα, στις 21 Αυ­γού­στου, να σταλ­θεί ε­πί τό­που α­πό­σπα­σμα Χω­ρο­φυ­λα­κής. Τα της α­περ­γίας της Σε­ρί­φου, ή­τοι “την α­φή­γη­ση των αι­μα­τη­ρών σκη­νών της 21ης Αυ­γού­στου 1916 εις τα με­ταλ­λω­ρυ­χεία του Με­γά­λου Λει­βα­δίου της Σε­ρί­φου”, έ­γρα­ψε στη φυ­λα­κή της Σύ­ρου ο πρω­τερ­γά­της του ξε­ση­κω­μού των ερ­γα­τών, Κων­στα­ντί­νος Σπέ­ρας. Το βι­βλίο του πρω­το­εκ­δό­θη­κε το 1919 και ε­πα­νεκ­δό­θη­κε προ δε­κα­ε­τίας. 
Βίος και πο­λι­τεία ή­ταν αυ­τός ο Σπέ­ρας. Τον συ­να­ντού­με, δυο χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, στις α­περ­γίες των κα­πνερ­γα­τών της Κα­βά­λας, και τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στο δεύ­τε­ρο συ­νέ­δριο της ΓΣΕΕ στην Αθή­να, να η­γεί­ται της α­ντί­πα­λης προς το ΚΚΕ και μειο­ψη­φού­σας τά­σης. Σε­ρι­φιώ­της, α­ναρ­χο­συν­δι­κα­λι­στής, α­πό τα ι­δρυ­τι­κά μέ­λη του Ε­ΚΑ και της ΓΣΕΕ, εί­χε έ­να ά­δο­ξο και α­κό­μη μέ­χρι σή­με­ρα θο­λό, ό­σον α­φο­ρά τους υ­παι­τίους, τέ­λος. Οποιοσ­δή­πο­τε άλ­λος μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος θα εκ­με­ταλ­λευό­ταν έ­ναν πα­ρό­μοιο χα­ρα­κτή­ρα, τό­σο πρό­σφο­ρο α­κό­μη και για δια­κει­με­νι­κές πα­ρεκ­βά­σεις. Μπο­ρεί να έ­στη­νε, λ.χ., μια μυ­θο­πλα­στι­κή συ­νο­μι­λία με τα πε­ζά του Π. Χ. Μάρ­κο­γλου, ό­που πρω­τα­γω­νι­στούν οι κα­πνερ­γά­τες της Κα­βά­λας και γί­νο­νται α­να­δρο­μές στα χρό­νια που πέ­ρα­σε α­πό ε­κεί ο Σπέ­ρας. Ή, α­κό­μη, με έ­να πραγ­μα­τι­κό πρό­σω­πο, ό­πως ο Κω­στής Μπα­στιάς, που, τον Αύ­γου­στο του 1918, στη Σύ­ρο ί­δρυ­σε με τον Σπέ­ρα τον Μορ­φω­τι­κό Εργα­τι­κό Όμι­λο. Τό­τε, ο Μπα­στιάς ή­ταν μό­λις 17 και ο Σπέ­ρας, αν δεν σφάλ­λου­με, 25, γεν­νη­μέ­νος το 1893 και ό­χι το 1883. Του Μι­χα­η­λί­δη, ό­μως, δεν του α­ρέ­σουν, του­λά­χι­στον προς το πα­ρόν, πα­ρό­μοια α­φη­γη­μα­τι­κά παι­χνί­δια. Προ­τάσ­σει την συ­νε­κτι­κή δο­μή της ι­στο­ρίας του, χω­ρίς να στρε­βλώ­νει για τις α­νά­γκες της τα ι­στο­ρι­κά δε­δο­μέ­να, ού­τε να κά­νει κα­τά­χρη­ση στην εκ­με­τάλ­λευ­σή τους.
Πλά­θει έ­ναν ή­ρωα, συ­νο­μή­λι­κο του Σπέ­ρα, γάλ­λο μη­χα­νι­κό ο­ρυ­χείων, ο ο­ποίος θα ζή­σει α­πό κο­ντά τα αι­μα­τη­ρά γε­γο­νό­τα και θα γρά­ψει γι’ αυ­τά στο η­με­ρο­λό­γιό του. Όπως θα γρά­ψει και για τον έ­ρω­τά του με μια νη­σιώ­τισ­σα, αλ­λά και τις μά­χες του Α΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου, στις ο­ποίες θα ε­μπλα­κεί, ε­πι­στρέ­φο­ντας στην πα­τρί­δα του. Αυ­τό εί­ναι το ι­στο­ρι­κό βά­θος πε­δίου, που ε­ξα­σφα­λί­ζει η ε­πι­λο­γή του τό­που, και το ο­ποίο δέ­νε­ται με την ι­στο­ρία της για­γιάς. Με­τά έρ­χε­ται το δεύ­τε­ρο χρο­νι­κό ε­πί­πε­δο, ο έ­ρω­τας της μη­τέ­ρας για έ­ναν γερ­μα­νό μα­θη­μα­τι­κό, που συ­νε­χί­ζει την πε­ρι­διά­βα­ση στην ευ­ρω­παϊκή Ιστο­ρία, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να ε­ξα­σφα­λί­ζει και το μα­θη­μα­τι­κό σκέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.  Αυ­τό το τε­λευ­ταίο πε­ριο­ρί­ζε­ται α­πό το αί­τη­μα να υ­πάρ­χει σα­σπέ­νς, ά­ρα γρί­φος, που ση­μαί­νει ό­τι η υ­πό­θε­ση θα πρέ­πει να ε­πι­κε­ντρω­θεί και πά­λι σε έ­να α­πό τα ά­λυ­τα προ­βλή­μα­τα των Μα­θη­μα­τι­κών. Μό­νο που στο και­νού­ριό του βι­βλίο, ο Μι­χα­η­λί­δης, ό­πως ο κά­θε ι­στο­ρη­μέ­νος ε­πι­στή­μο­νας που βρί­σκε­ται α­ντι­μέ­τω­πος με τις τε­χνο­λο­γι­κές ε­ξε­λί­ξεις, δεί­χνει ε­πι­προ­σθέ­τως ό­τι έ­χει και φι­λο­σο­φι­κές α­νη­συ­χίες. Γι’ αυ­τό και δεν δια­λέ­γει έ­να α­πό τα 23 προ­βλή­μα­τα, που δια­τύ­πω­σε ο  δια­πρε­πής γερ­μα­νός μα­θη­μα­τι­κός Ντέϊβι­ντ Χίλ­μπερτ στο δεύ­τε­ρο Διε­θνές Μα­θη­μα­τι­κό Συ­νέ­δριο, Αύ­γου­στο 1900. Άλλω­στε, αυ­τά α­πο­τέ­λε­σαν προ ε­ξα­ε­τίας τον πυ­ρή­να του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Πυ­θα­γό­ρεια ε­γκλή­μα­τα». Πά­ντως, για τον Χίλ­μπερτ προ­βλέ­πει ρό­λο και στη δρά­ση του νέ­ου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Αυ­τή τη φο­ρά, εκ­με­ταλ­λεύε­ται την ι­διό­τη­τά του ως διευ­θυ­ντή του Μα­θη­μα­τι­κού Ινστι­τού­του του Γκέ­τιν­γκεν, ό­που δί­δα­ξε κο­ντά μι­σό αιώ­να, α­πό το 1895 μέ­χρι το θά­να­τό του, στις 14 Φε­βρουα­ρίου 1943, υ­πό να­ζι­στι­κό πλέ­ον κα­θε­στώς σε έ­να α­πο­κα­θαρ­μέ­νο α­πό τους Εβραίους και α­ντι­στοί­χως α­πο­δυ­να­μω­μέ­νο Γκέ­τιν­γκεν. Εκεί, το­πο­θε­τεί τον γερ­μα­νό ή­ρωά του, τον μα­θη­μα­τι­κό. Ξε­κι­νά­ει το με­τα­πτυ­χια­κό του, στις αρ­χές της  δε­κα­ε­τίας του ’30 και εί­ναι ο Χίλ­μπερτ ε­κεί­νος που τον εν­θαρ­ρύ­νει να ε­πι­λέ­ξει ως θέ­μα της δια­τρι­βής του το πρό­βλη­μα των τεσ­σά­ρων χρω­μά­των, πα­ρό­λο που δεν  κα­τα­χω­ρεί­ται στα ά­λυ­τα προ­βλή­μα­τα του κυ­ρίως κορ­μού των Μα­θη­μα­τι­κών. Σή­με­ρα θεω­ρεί­ται πρό­βλη­μα της το­πο­λο­γίας, την ο­ποία α­πο­κα­λούν και “λα­στι­χέ­νια γεω­με­τρία”, κα­θώς στη­ρί­ζε­ται στην γεω­με­τρι­κή πα­ρα­μόρ­φω­ση της υ­πό με­λέ­τη ο­ντό­τη­τας, μέ­χρι αυ­τή να συ­μπέ­σει με άλ­λη, ι­σο­δύ­να­μη ό­σο α­φο­ρά τις ι­διό­τη­τες που ε­ξε­τά­ζο­νται. Αυ­τή, α­κρι­βώς, εί­ναι η μέ­θο­δος, με την ο­ποία έ­χουν προ­σπα­θή­σει να λύ­σουν και το συ­γκε­κρι­μέ­νο πρό­βλη­μα. Μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, λέ­γε­ται ό­τι α­πο­τε­λεί το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο πρό­βλη­μα, που α­ντι­με­τώ­πι­σε η θεω­ρία των γρα­φη­μά­των. Θεω­ρία που α­να­δείχ­θη­κε κα­τά το με­σο­πό­λε­μο και πο­λύ βοή­θη­σε την το­πο­λο­γία.
Μα­κράν, ό­μως, του Μι­χα­η­λί­δη οι ε­πι­στη­μο­νι­κοί ό­ροι. Χω­ρίς να α­πλο­ποιεί στρε­βλω­τι­κά το μα­θη­μα­τι­κό πρό­βλη­μα, κα­τορ­θώ­νει να το πε­ρι­γρά­ψει κα­τά εύ­λη­πτο τρό­πο και μά­λι­στα, χω­ρίς να δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση πως δι­δά­σκει α­δύ­να­τους στα μα­θη­μα­τι­κά α­να­γνώ­στες. Ακό­μη και τα γρα­φή­μα­τα, που εί­ναι α­να­γκαία ώ­στε να δο­θεί μια ει­κό­να του τρό­που, με τον ο­ποίο οι μα­θη­μα­τι­κοί προ­σπά­θη­σαν να ε­πι­λύ­σουν το συ­γκε­κρι­μέ­νο πρό­βλη­μα και τα ο­ποία πα­ρα­θέ­τει, κα­τορ­θώ­νει να τα χω­νέ­ψει στην α­φή­γη­ση με δια­φω­τι­στι­κούς δια­λό­γους. Το μυ­θι­στό­ρη­μά του θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί τερ­πνό και ω­φέ­λι­μο, τό­σο α­πό ι­στο­ρι­κή ό­σο και α­πό μα­θη­μα­τι­κή σκο­πιά. Ρί­χνει μια μα­τιά στον 20ό αιώ­να, ε­στιά­ζο­ντας στους δυο Πο­λέ­μους, σε δυο χώ­ρες, τη να­ζι­στι­κή Γερ­μα­νία και την κα­τε­χό­με­νη Γαλ­λία. Ενώ σχο­λιά­ζει έ­να φαι­νο­με­νι­κά α­πλό πρό­βλη­μα, του ο­ποίου η πρώ­τη μα­θη­μα­τι­κή δια­τύ­πω­ση ε­ντο­πί­ζε­ται προ 160 ε­τών, σε ε­πι­στο­λή ε­νός μα­θη­μα­τι­κού, κα­θη­γη­τή στο Ιμπέ­ριαλ Κόλ­λετζ του Λον­δί­νου, προς συ­νά­δελ­φό του: Ποιος εί­ναι ο ε­λά­χι­στος α­ριθ­μός δια­φο­ρε­τι­κών χρω­μά­των, που α­παι­τού­νται για να χω­μα­τί­σου­με έ­να χάρ­τη, με τον αυ­το­νό­η­το πε­ριο­ρι­σμό δια­φο­ρε­τι­κές πε­ριο­χές να έ­χουν δια­φο­ρε­τι­κά χρώ­μα­τα; Η ε­μπει­ρία των πα­λαιών χαρ­το­γρά­φων έ­δι­νε την α­πά­ντη­ση. Τέσ­σε­ρα χρώ­μα­τα αρ­κούν. Άλλο ό­μως ο α­ντι­κει­με­νι­κός κό­σμος και άλ­λο μια μα­θη­μα­τι­κή α­πό­δει­ξη. Τον πρώ­το που προ­σπά­θη­σε να α­πο­δεί­ξει ό­τι αρ­κούν τέσ­σε­ρα χρώ­μα­τα, έ­ναν φοι­τη­τή του εν λό­γω κα­θη­γη­τή, τον α­κο­λού­θη­σαν πλεί­στοι ό­σοι ε­πι­φα­νείς μα­θη­μα­τι­κοί, χω­ρίς να κα­τορ­θώ­σουν να προ­σκο­μί­σουν μια α­πό­δει­ξη. Ένας πρό­τει­νε μια α­πό­δει­ξη, η ο­ποία έ­γι­νε α­πο­δε­κτή α­πό την πα­νε­πι­στη­μια­κή κοι­νό­τη­τα. Δέ­κα χρό­νια, ό­μως, αρ­γό­τε­ρα έ­νας άλ­λος έ­δει­ξε ό­τι η α­πό­δει­ξη ί­σχυε για πέ­ντε χρώ­μα­τα, αλ­λά έ­με­νε να α­πο­δειχ­θεί για τέσ­σε­ρα. Το κρί­σι­μο πέ­ρα­σμα, για την ε­πάρ­κεια τεσ­σά­ρων χρω­μά­των, έ­γι­νε το 1976, αλ­λά με τη βοή­θεια η­λεκ­τρο­νι­κού υ­πο­λο­γι­στή. Τό­τε, οι μεν ι­δε­α­λι­στές μα­θη­μα­τι­κοί αρ­νή­θη­καν μια πα­ρό­μοια α­πό­δει­ξη ως μη α­μι­γώς μα­θη­μα­τι­κή, υ­πήρ­ξαν, ό­μως, και ο­ρι­σμέ­νοι, που άρ­χι­σαν να προ­βλη­μα­τί­ζο­νται για την φύ­ση και την ου­σία των Μα­θη­μα­τι­κών.
Στο ε­πί­με­τρο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, σαν συ­νέ­χεια στον προ­βλη­μα­τι­σμό του ή­ρωα, ο συγ­γρα­φέ­ας σχο­λιά­ζει τις αλ­λα­γές στις φι­λο­σο­φι­κές βά­σεις των Μα­θη­μα­τι­κών, που έ­φε­ρε αυ­τή η πρώ­τη πρό­τα­ση, η ο­ποία α­πο­δείχ­θη­κε με την χρή­ση μη­χα­νι­κών μέ­σων και ό­χι με το χαρ­τί, το μο­λύ­βι και τη μα­θη­μα­τι­κή φα­ντα­σία. Πα­ρα­θέ­τει, μά­λι­στα, τις α­πό­ψεις του Τό­μας Τι­μόζ­κο πε­ρί ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου ο­ρι­σμού αυ­τού που α­πο­κα­λεί­ται μα­θη­μα­τι­κή α­πό­δει­ξη. Αυ­τά ό­σο α­φο­ρά το πε­ριε­χό­με­νο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που θα μπο­ρού­σε να α­πλω­θεί στο δι­πλά­σιο ή και το τρι­πλά­σιο των σε­λί­δων. Οι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι, ό­μως, που έρ­χο­νται α­πό το χώ­ρο των Μα­θη­μα­τι­κών, δεν κα­τα­πιά­νο­νται με με­γά­λες συν­θέ­σεις. Όσο α­φο­ρά τη μορ­φή, ο Μι­χα­η­λί­δης συμ­με­ρί­ζε­ται την τρέ­χου­σα τά­ση προς κά­ποια εκ­ζή­τη­ση. Ποι­κίλ­λει την πρω­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση, με τις η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις του Γάλ­λου και τις ε­πι­στο­λές του Γερ­μα­νού. Κα­τά τα άλ­λα, θα θλί­ψει έ­να γυ­ναι­κείο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό με το τρα­γι­κό φι­νά­λε, που δί­νει στις δύο ε­ρω­τι­κές ι­στο­ρίες. Το α­πο­ζη­μιώ­νει, πά­ντως, με το ει­δυλ­λια­κό χά­πι ε­ντ του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Έστω κι αν οι μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί ή­ρωες δεν γνώ­ρι­σαν τη δό­ξα του λύ­τη ε­νός ά­λυ­του προ­βλή­μα­τος. Εσα­εί ά­λυ­το για τους σκε­πτό­με­νους ι­δε­α­λι­στι­κά πα­ρα­μέ­νει το πρό­βλη­μα των τεσ­σά­ρων χρω­μά­των. Οι α­να­γνώ­στες μπο­ρούν να πά­ρουν μο­λύ­βι και χαρ­τί. Πο­τέ δεν ξέ­ρεις.     

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/6/2012