Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Ειρωνική θεώρηση του παρόντος



Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος
«Η ε­πι­δη­μία
οι θε­οί α­νά­με­σά μας»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Οκτώ­βριος 2011

Γκράφιτι (στένσιλ) σύνθημα
στο πλατύσκαλο της άνω εισόδου
στον Άγιο Δημήτριο Ψυχικού.







Με­γά­λη α­νη­συ­χία μας κα­τέ­λα­βε, ό­ταν δεν α­να­κα­λύ­ψα­με μυ­θι­στό­ρη­μα του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου στον κα­τά­λο­γο “των 100 νέων τίτ­λων του φθι­νο­πώ­ρου”, που δη­μο­σίευ­σε αρ­χές Σε­πτεμ­βρίου το βι­βλια­κό έν­θε­το του «Βή­μα­τος». Βε­βαίως, ο δη­μο­σιο­γρά­φος, στον πρό­λο­γό του, προϊδέ­α­ζε για την α­που­σία “των με­γά­λων ο­νο­μά­των της σύγ­χρο­νης ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας”. Εμείς, ω­στό­σο, ο­ρι­σμέ­νους α­πό ε­κεί­νους που α­να­φέ­ρει θα τους κα­τα­τάσ­σα­με α­νεν­δοία­στα στα με­γά­λα ο­νό­μα­τα. Ό,τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει αυ­τή η η­χη­ρή φρά­ση. Από την άλ­λη, το γε­γο­νός ό­τι πε­ριο­ρί­ζει την ε­πι­λο­γή του σε εί­κο­σι ό­λους κι ό­λους τίτ­λους πε­ζο­γρα­φι­κών βι­βλίων Ελλή­νων συγ­γρα­φέων, δί­νο­ντας κύ­ρια έμ­φα­ση στους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους, το α­στυ­νο­μι­κό και το ξέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, α­φή­νει μια ελ­πί­δα στα πα­ρα­λει­πό­με­να να βρί­σκε­ται και το και­νού­ριο του Θε­ο­δω­ρό­που­λου. Χλω­μό, θα μας α­ντέ­τει­ναν ό­σοι πα­ρα­κο­λου­θούν το χώ­ρο του βι­βλίου αλ­λά και τον ευ­ρύ­τε­ρο πο­λι­τι­στι­κό. Ο αρ­κάς συγ­γρα­φέ­ας, με ό­ποιο μέ­τρο και να με­τρη­θεί, α­γο­ραίο ή λο­γο­τε­χνι­κό, στα με­γά­λα ο­νό­μα­τα κα­τα­χω­ρεί­ται. 

Σε κρί­σι­μο σταυ­ρο­δρό­μι

Όπως και να έ­χει, θυ­μί­ζου­με ό­τι και το τε­λευ­ταίο του μυ­θι­στό­ρη­μα κυ­κλο­φό­ρη­σε πά­νω που οι φα­να­τι­κοί α­να­γνώ­στες του εί­χαν αρ­χί­σει να α­δη­μο­νούν. Οκτώ­βριο 2011. Εκεί­νο τον Μάρ­τιο εί­χε συ­μπλη­ρω­θεί ή­δη χρό­νος α­πό την έκ­δο­ση του προ­η­γού­με­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Το ξυ­πό­λυ­το σύν­νε­φο», και εί­ναι γνω­στή τοις πά­σι η τα­κτι­κό­τη­τα στην έκ­δο­ση των βι­βλίων του, την ο­ποία τη­ρεί α­πα­ρε­γκλί­τως τα τε­λευ­ταία χρό­νια, α­φό­του η ε­να­σχό­λη­σή του με τη συγ­γρα­φή α­πέ­κτη­σε ε­παγ­γελ­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Με­τά, μά­λι­στα, α­πό “την ι­στο­ρία μιας κω­μω­δίας”, ό­πως ή­ταν ο υ­πό­τιτ­λος στο «Ξυ­πό­λυ­το σύν­νε­φο», που συ­νι­στού­σε μο­να­δι­κό δείγ­μα αρ­χαιό­θε­μης σά­τι­ρας στα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά χρο­νι­κά της πε­ζο­γρα­φίας μας, η α­νυ­πο­μο­νη­σία τους ή­ταν α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη. Πι­θα­νώς και για­τί α­ντι­λαμ­βά­νο­νταν ό­τι ο α­γα­πη­μέ­νος τους συγ­γρα­φέ­ας βρι­σκό­ταν σε κρί­σι­μο σταυ­ρο­δρό­μι. Έπρε­πε να ε­πι­λέ­ξει με­τα­ξύ δο­κι­μια­κού-στο­χα­στι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, για το ο­ποίο οι κρι­τι­κοί τον εί­χαν τό­σο ε­παι­νέ­σει, και σά­τι­ρας, εί­δος στο ο­ποίο δεν εί­χε ει­σέ­τι κα­το­χυ­ρώ­σει το κύ­ρος του.
Απο­λάμ­βα­ναν, βε­βαίως, σε κα­θη­με­ρι­νή πλέ­ον βά­ση το σαρ­κα­στι­κό του ύ­φος, χά­ρις στην α­να­βάθ­μι­ση των ε­πι­φυλ­λί­δων του στη θέ­ση που τους α­να­λο­γεί δί­πλα στην πο­λι­τι­κή σχο­λιο­γρα­φία. Ωστό­σο, εί­χαν αρ­χί­σει να φο­βού­νται, μην και εί­χε δί­κιο ο Δαί­μων του Σω­κρά­τη, ε­κεί­νος ο μο­να­δι­κός α­φη­γη­τής του προ­η­γού­με­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, που δια­τει­νό­ταν ό­τι ο σαρ­κα­σμός εί­ναι έ­να πρά­μα σαν “τη φα­γού­ρα που θες να την ξύ­σεις για να γλι­τώ­σεις α­π’ το βά­σα­νο”. Γρά­ψε-γρά­ψε, κά­θε μέ­ρα, σκέ­φτο­νταν, μπο­ρεί και να του πε­ρά­σει η φα­γού­ρα για τα κα­κώς κεί­με­να στο πα­νελ­λή­νιο. Άδι­κοι φό­βοι. Μό­λις έ­να ε­ξά­μη­νο άρ­γη­σε τό­τε ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος στο ε­τή­σιο εκ­δο­τι­κό του ρα­ντε­βού. Κα­θυ­στέ­ρη­ση, που μπο­ρεί και να ο­φει­λό­ταν στην αλ­λα­γή εκ­δό­τη, την ο­ποία συ­νη­θί­ζει α­νά δε­κα­ε­τία. 
Λό­γω α­νω­τέ­ρας βίας, το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μά του δεν το σχο­λιά­σα­με στην ώ­ρα του. Αφού, λοι­πόν, προ­σώ­ρας νέο δεν εμ­φα­νί­στη­κε, ε­πω­φε­λού­μα­στε να κα­λύ­ψου­με την πα­ρά­λει­ψη. Ύστε­ρα, έ­να φρε­σκά­ρι­σμα της μνή­μης δεί­χνει α­να­γκαίο, κα­θώς, ό­λως πα­ρα­δό­ξως, το βι­βλίο α­που­σιά­ζει α­πό τις βρα­χείες λί­στες των ποι­κι­λώ­νυ­μων βρα­βεύ­σεων για το 2011. Πρό­κει­ται για το ό­γδοο μυ­θι­στό­ρη­μα του Θε­ο­δω­ρό­που­λου, με­τρώ­ντας ό­σα ο ί­διος χα­ρα­κτη­ρί­ζει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Κα­τά τα άλ­λα, εί­ναι το δω­δέ­κα­το βι­βλίο του στην κα­τη­γο­ρία της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, έ­ντε­κα εί­ναι τα α­να­γνω­ρι­σμέ­να, που κα­τα­γρά­φο­νται στον κα­τά­λο­γο των βι­βλίων του συγ­γρα­φέα στην α­ρι­στε­ρή σε­λί­δα α­πέ­να­ντι ε­κεί­νης του τίτ­λου. Εμείς, ό­μως, ε­πι­μέ­νου­με να με­τρού­με και το πρώ­το πε­ζο­γρά­φη­μά του, «Ο βίος στην πο­λι­τεία του Θο­δω­ρή Κο­τρω­νη­θο­δω­ρή­κω­λου», που κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό τον εκ­δο­τι­κό οί­κο Ολκός, το 1976, και το ο­ποίο ο συγ­γρα­φέ­ας έ­χει σιω­πη­ρά δια­γρά­ψει. Πά­ντως, με ε­κεί­νο συ­νυ­πο­λο­γι­ζό­με­νο, ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος συ­μπλη­ρώ­νει τριά­ντα πέ­ντε έ­τη συγ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας. Όσα και τα α­παι­τού­με­να συ­ντά­ξι­μα για έ­ναν ε­παγ­γελ­μα­τία. Ευ­τυ­χώς, ό­μως, πα­ρό­μοιες νόρ­μες δεν ι­σχύουν για έ­ναν λο­γο­τέ­χνη.

Μυ­στα­κο­φό­ρα θή­λεα

Κα­τά τη γνώ­μη μας, ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος κα­λά θα κά­νει να α­να­σκου­μπω­θεί και να στρω­θεί στη συγ­γρα­φή. Αναμ­φι­βό­λως, η ε­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φία σε με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας ε­φη­με­ρί­δα προ­σφέ­ρει υ­ψη­λή α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα. Και ως γνω­στόν, την σή­με­ρον, η α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα, α­πό ό­που κι αν προέρ­χε­ται, α­νοί­γει πόρ­τες. Ωστό­σο, εν γέ­νει η ε­φη­με­ρι­δο­γρα­φία εί­ναι εί­δος ό­χι μό­νο ε­φή­με­ρο αλ­λά και ο­λι­σθη­ρό. Πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­νο το “μυ­στα­κο­φό­ρος θε­ού­σα”, που πα­ρει­σέ­φρη­σε σε πρό­σφα­το δη­μο­σίευ­μά του. Οφεί­λε­ται, βε­βαίως, στην εν θερ­μώ γρα­φή. Εμφα­νή και στο α­να­κά­τω­μα των ο­νο­μά­των δυο ε­πι­φα­νών του ΠΑ­ΣΟ­Κ, που έ­χουν την α­τυ­χία να φέ­ρουν το ί­διο ε­πί­θε­το. Το κοι­νό­τα­το στη γε­νέ­τει­ρά τους, τη λε­βε­ντο­γέν­να Κρή­τη, Ανδρου­λά­κης. Ωστό­σο, φρίτ­του­με στην προο­πτι­κή, αν δεν τον ι­κα­νο­ποιή­σει η πα­ρου­σία­ση του βι­βλίου του, σε μια εν θερ­μώ γραμ­μέ­νη δια­μαρ­τυ­ρία, να μας α­πο­κα­λέ­σει μυ­στα­κο­φό­ρο κρι­τι­κό. Δυ­στυ­χώς, θε­ού­σες και κρι­τι­κοί, ε­κτός α­σφα­λι­στι­κών τα­μείων, δεν μπο­ρούν να α­ντι­με­τω­πί­σουν “α­πο­τρί­χω­ση ά­νω χεί­λους με λέϊζε­ρ”. Πά­ντως, ο μύ­στα­ξ, έ­τσι κι αλ­λιώς φύ­σει α­ραιός στα θή­λεα, μάλ­λον δεν συ­νι­στά μέ­τρο πα­ρα­βα­τι­κό­τη­τας, ού­τε ι­κα­νο­τή­των. Όπως και να έ­χει, α­πό τον κα­λό μας συγ­γρα­φέα α­να­μέ­νε­ται νέο μυ­θι­στό­ρη­μα, τώ­ρα που βρί­σκε­ται στην η­λι­κία της συγ­γρα­φι­κής ω­ρι­μό­τη­τας και φαί­νε­ται να έ­χει ε­πι­λέ­ξει ο­ρι­στι­κά ως προο­πτι­κή της συγ­γρα­φι­κής του ύ­παρ­ξης, κα­θώς οι και­ροί ε­πι­τάσ­σουν, την ει­ρω­νι­κή θεώ­ρη­ση των πραγ­μά­των. 
Κα­τά τα άλ­λα, κρί­νο­ντας και α­πό το τε­λευ­ταίο του βι­βλίο, δεν ε­γκα­τα­λεί­πει τις εμ­μο­νές του. Συ­νε­χί­ζει α­πτό­η­τος το δού­ναι και λα­βείν με τους θε­ούς των Ελλή­νων –προς θε­ού, ό­χι των ση­με­ρι­νώ­ν– που στά­θη­καν, ευ­θύς εξ αρ­χής, ο κι­νη­τή­ριος μο­χλός του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού του κό­σμου. Βι­βλίο πα­ρά βι­βλίο και α­πό έ­νας κα­θα­ρό­αι­μος ή μι­γάς θεός σέρ­νει το χο­ρό: Περ­σε­φό­νη, Πά­νας, Νάρ­κισ­σος, Διό­νυ­σος, Αφρο­δί­τη και στο προ­η­γού­με­νο, ο­λό­κλη­ρο το Δω­δε­κά­θεο, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της τά­ξης των Δαι­μό­νων. Για το τε­λευ­ταίο του μυ­θι­στό­ρη­μα, ε­πέ­λε­ξε τον πρω­το­φα­νέ­ρω­το “θεό της με­τριό­τη­τας”, τον ο­ποίο το­πο­θε­τεί “κά­που τρια­κο­στό έ­κτο στην κα­τά­τα­ξη του Δω­δε­κά­θε­ου” και τον συ­στή­νει, σε συμ­φω­νία με το ό­νο­μά του, ως χρυ­σή με­τριό­τη­τα, δη­λα­δή πα­ντε­λώς α­νά­ξιο. 
Εδώ, έ­νας α­να­γνώ­στης, που α­γνο­εί πό­σο δει­νός γνώ­στης του ελ­λη­νι­κού κό­σμου εί­ναι ο συγ­γρα­φέ­ας, μπο­ρεί να του α­πο­δώ­σει γλωσ­σι­κό ο­λί­σθη­μα. Εί­ναι γνω­στό ό­τι οι Ολύ­μπιοι τι­μού­σαν το μέ­τρο και ό­ρι­ζαν την με­τριό­τη­τα ως την ι­διό­τη­τα του με­τρίου, δη­λα­δή του εμ­μέ­νο­ντος ως προς τις ε­πι­λο­γές και τις πρά­ξεις του στο μέ­τρο. Οπό­τε έ­νας θεός της με­τριό­τη­τας θα α­να­με­νό­ταν να κα­τα­τα­γεί με­τα­ξύ των πρώ­των. Δεν ο­λι­σθαί­νουν, ω­στό­σο, μό­νο οι άν­θρω­ποι αλ­λά και οι ση­μα­σίες των λέ­ξεων. Έτσι και η ση­μα­σία της λέ­ξης με­τριό­τη­τα, με­τα­κύ­λη­σε α­πό το εύ­ση­μο στο κα­κό­ση­μο. Πρό­κει­ται, λοι­πόν, για έ­ναν α­πό τους πολ­λούς εκ­φρα­στι­κούς α­να­χρο­νι­σμούς, στους ο­ποίους α­να­γκά­ζε­ται να κα­τα­φύ­γει ο α­φη­γη­τής ως δια­με­σο­λα­βη­τής με­τα­ξύ Ολύ­μπιων και συγ­χρό­νων του και για τους ο­ποίους ζη­τά­ει κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη συγ­γνώ­μη α­πό τον α­να­γνώ­στη, ό­πως συ­νή­θι­ζαν οι α­φη­γη­τές στις πα­λαιές κα­λές μυ­θι­στο­ρίες.
   
Τα με­γά­λα λό­για

Ήταν, ε­πο­μέ­νως, οι α­νά­γκες της μυ­θο­πλα­σίας, που α­παι­τού­σαν έ­ναν θεό, ο ο­ποίος να κα­τε­βά­ζει ι­δέες και να λέει με­γά­λα λό­για, αλ­λά να α­δυ­να­τεί να πε­ρά­σει στα έρ­γα. Ας μην λη­σμο­νού­με, ό­τι συ­νι­στά πά­για τα­κτι­κή του συγ­γρα­φέα να πλά­θει τους θε­ούς κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­σιν των αν­θρώ­πων. Και δη, πα­λαιό­τε­ρων και συγ­χρό­νων, α­φού, του­λά­χι­στον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, αυ­τή η α­θά­να­τη ρά­τσα ε­λά­χι­στα μό­νο έ­χει αλ­λά­ξει. Αυ­τός, λοι­πόν, ο κα­τα­χρη­στι­κά α­πο­κα­λού­με­νος “θεός της με­τριό­τη­τας”, ο­ρα­μα­τί­στη­κε να ε­πι­τε­λέ­σει δυο έρ­γα. Το έ­να στον κα­τα­σκευα­στι­κό το­μέα και το δεύ­τε­ρο σε ε­κεί­νον της ποίη­σης. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν ε­πι­λέ­γει τυ­χαία τους συ­γκε­κρι­μέ­νους δυο στό­χους α­πό τους ουκ ο­λί­γους προ­σφε­ρό­με­νους για τους ει­ρω­νι­κούς του μύ­δρους. 
Στην ε­πι­λο­γή του πρώ­του δια­φαί­νο­νται α­νο­μο­λό­γη­τοι λό­γοι ε­ντο­πιό­τη­τας, δε­δο­μέ­νου ό­τι προ­κρί­νει, ως το ι­δα­νι­κό πα­ρά­δειγ­μα για τον τρό­πο ε­κτέ­λε­σης των ε­πι­δο­τού­με­νων με κοι­νο­τι­κά κον­δύ­λια έρ­γων, την ε­θνι­κή ο­δό Κο­ρίν­θου-Σπάρ­της. Κω­λυ­σιερ­γίες, α­θε­τή­σεις και λοι­πές α­τα­σθα­λίες κα­τά την κα­τα­σκευή τής εν λό­γω, ε­σα­εί η­μι­τε­λούς, ε­θνι­κής ο­δού α­να­με­νό­με­νο εί­ναι να συ­νι­στούν κό­λα­φο για την υ­πε­ρη­φά­νεια κά­θε Πε­λο­πον­νή­σιου, πό­σο μάλ­λον ε­νός Αρκά­δα. Όσο για τον δεύ­τε­ρο στό­χο της ποίη­σης, αυ­τός α­πο­τε­λεί α­νέ­κα­θεν πρω­ταρ­χι­κή πη­γή της έ­μπνευ­σής του. Στην ε­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φία του τον α­πα­σχο­λούν οι πο­λι­τι­κοί άν­δρες και οι οι­κο­νο­μι­κοί πα­ρά­γο­ντες, ως μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο, ό­μως, α­κό­μη κι ό­ταν τους ε­μπλέ­κει στην υ­πό­θε­ση, ό­πως στο τε­λευ­ταίο βι­βλίο του, μπο­ρεί να πλά­θει έ­ναν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό τύ­πο, αλ­λά δεν δί­νει και τον κα­λύ­τε­ρο ε­αυ­τό του. Ού­τε σύ­γκρι­ση με την ει­ρω­νι­κή υ­πο­νό­μευ­ση των ποιη­τών και των τρό­πων, που ε­κεί­νοι μη­χα­νεύο­νται για να βρί­σκο­νται στο προ­σκή­νιο. Εκμε­ταλ­λευό­με­νοι, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, το μύ­θο του κα­τα­ρα­μέ­νου ποιη­τή. Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι, πλην των ποιη­τών, τον δη­μιουρ­γι­κό του οί­στρο τον διε­γεί­ρουν οι η­θο­ποιοί και εν γέ­νει, ο χώ­ρος του θεά­τρου. Εδώ, στην πα­λαιό­θεν προ­σφι­λή του Επί­δαυ­ρο, έρ­χο­νται να προ­στε­θούν οι πο­λυά­ριθ­μες ο­μα­δού­λες, που, σε και­ρούς κρί­σης, ό­πως οι ση­με­ρι­νοί, στή­νουν τη σκη­νή τους ό­που λά­χει.
Όπως εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, ά­ξιος του ο­νό­μα­τός του ο “θεός της με­τριό­τη­τας”, δεν πραγ­μα­το­ποίη­σε κα­νέ­να α­πό τα δυο έρ­γα. Ωστό­σο, το δεύ­τε­ρο, δη­λα­δή η σύν­θε­ση του έ­πους των Ολύ­μπιων θεών, ε­κεί­νους, α­κό­μη και ως προο­πτι­κή, πο­λύ τους θο­ρύ­βη­σε. Πι­θα­νώς, για­τί, γνω­ρί­ζο­ντας τα αί­σχη και τις γε­λοιό­τη­τες του κα­θη­με­ρι­νού τους βίου, δεν α­πέ­κλειαν να ε­μπνεύ­σουν α­κό­μη και έ­ναν α­τά­λα­ντο. Κα­λή ώ­ρα, ό­πως οι σύγ­χρο­νοί μας, οι ο­ποίοι, με­τα­γρά­φο­ντας ό­ψεις της τρέ­χου­σας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, συν­θέ­τουν ρο­μά­ντσα, που έρ­χο­νται πρώ­τα σε πω­λή­σεις. Ακο­λου­θούν κα­τά πό­δας οι δη­μο­σιο­γρά­φοι και τα κα­τα­χω­ρούν στα βι­βλια­κά έν­θε­τα των ε­φη­με­ρί­δων, ως πρώ­τα στη στή­λη της “ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας”. Έτσι κι αλ­λιώς, η σχε­τι­κή  στή­λη σπα­νίως φι­λο­ξε­νεί λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία, κα­θώς αυ­τά έρ­χο­νται τε­λευ­ταία στις προ­τι­μή­σεις. Παίρ­νουν έ­τσι τα μυα­λά τους αέ­ρα και ζη­τούν μέ­χρι να α­λώ­σουν τον Όλυ­μπο των συγ­γρα­φέων. Σε α­ντί­θε­ση, πά­ντως, με το ση­με­ρι­νό διευ­θυ­ντή­ριο των συγ­γρα­φέων, που φαί­νε­ται εν­δο­τι­κό στο ά­νοιγ­μα των πυ­λών του, οι Ολύ­μπιοι του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος έ­σπευ­σαν να ε­ξο­ρί­σουν τον “θεό της με­τριό­τη­τας”. 

Οι βλα­βε­ρές συ­νέ­πειες
της ε­ρω­τι­κής έ­ξα­ψης

Ήρθε, ό­μως, το πλή­ρω­μα του χρό­νου και μια ω­ραία πρωία, ε­κεί­νος προσ­γειώ­θη­κε στο δια­με­ρι­σμα­τά­κι, ό­χι του συγ­γρα­φέα στα πε­ρι­λύ­σια πε­δία, ό­πως συ­νέ­βη με τον Δαί­μο­να του Σω­κρά­τη στο προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά σε ε­κεί­νο της κα­λής του στο Πε­δίο του Άρεως. Για­τί, ό­σο πα­ρά­ξε­νο και να φαί­νε­ται, καί­τοι θεός και δη ε­ξό­ρι­στος, υ­πήρ­χε μια γυ­ναί­κα στη ζωή του. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος με­ρι­μνά πά­ντο­τε για την ε­ρω­τι­κή πλευ­ρά των μυ­θι­στο­ρη­μά­των του. Κα­τά τα άλ­λα, πα­ρό­τι τρι­το­κλα­σά­τος θεός ο νέ­ος του ή­ρωας, ό­πως συ­χνά συμ­βαί­νει και με τους θνη­τούς, ε­ρω­τεύε­ται πρω­το­κλα­σά­τες θέ­αι­νες. Την Αφρο­δί­τη στον Όλυ­μπο και ε­πί γης, την Άρτε­μη, η ο­ποία, ω­στό­σο, κα­λύ­πτε­ται πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Κύν­θια. Ακό­μη κι αν δεν ή­ταν γνω­στό τοις πά­σι το εν λό­γω πα­ρω­νύ­μιο της Άρτε­μης, την ταυ­τό­τη­τά της την προ­δί­δουν οι γλα­φυ­ρές πε­ρι­γρα­φές του α­φη­γη­τή για το α­γο­ρί­στι­κο πα­ρου­σια­στι­κό της.  
Το θέ­μα, ό­μως, δεν εί­ναι ο έ­ρω­τας του ζεύ­γους, αλ­λά οι βλα­βε­ρές συ­νέ­πειες της ε­ρω­τι­κής έ­ξα­ψης ε­νός θε­ού. Αυ­τή, πε­ραι­τέ­ρω αυ­ξη­μέ­νη α­πό τη συ­γκί­νη­ση του νό­στου, ό­ταν βρέ­θη­κε μα­ζί με την κα­λή του για λί­γες μέ­ρες στα γε­νέ­θλια α­κρο­γιά­λια του Ομή­ρου, άγ­γι­ξε ύ­ψη, ο­δη­γώ­ντας τον σε α­πρό­σμε­νο ποιη­τι­κό οί­στρο. Αδυ­να­τώ­ντας, ό­μως, ως “θεός της με­τριό­τη­τας”, να τον με­τα­δώ­σει σε συ­γκε­κρι­μέ­νο θνη­τό, κα­τα­πώς έ­πρατ­ταν οι Ολύ­μπιοι, τον ά­φη­σε α­νε­ξέ­λε­γκτο. Τό­τε, έ­να τε­ρά­στιο ω­στι­κό κύ­μα αι­σθη­μα­τι­κού α­να­βρα­σμού, έ­πλη­ξε α­πα­ξά­πα­ντες τους κα­τοί­κους της χώ­ρας, προ­κα­λώ­ντας γε­νι­κευ­μέ­νη λυ­ρι­κή υ­περ­διέ­γερ­ση. Αυ­τή, εν συ­ντο­μία, εί­ναι η ε­πι­δη­μία, που έ­φε­ρε η πα­ρου­σία του θε­ού α­νά­με­σά μας και η ο­ποία συ­νι­στά την πε­μπτου­σία του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. 
    Βε­βαίως, ο α­φη­γη­τής ει­κά­ζει ό­τι την προ­κά­λε­σε σκό­πι­μα ο “θεός της με­τριό­τη­τας” για “να δια­σύ­ρει α­κό­μη και τα τε­λευ­ταία ί­χνη σο­βα­ρό­τη­τας που διέ­θε­τε η χώ­ρα”, παίρ­νο­ντας έ­τσι εκ­δί­κη­ση για το ναυά­γιο της ε­θνι­κής ο­δού. Απο­πει­ρά­ται, μά­λι­στα, έ­ναν πα­ραλ­λη­λι­σμό της ε­πι­δη­μίας με τον λοι­μό, που ε­νέ­σκη­ψε στην Αθή­να κα­τά τον πρώ­το χρό­νο του Πε­λο­πον­νη­σια­κού Πο­λέ­μου. Από την Αι­θιο­πία ήρ­θε ο λοι­μός και κα­ταρ­ρά­κω­σε το φρό­νη­μα των Αθη­ναίων. Από την Υπο­σα­χά­ριο Αφρι­κή ήρ­θε στο μυ­θι­στό­ρη­μα η ε­πι­δη­μία, α­φού ε­κεί ή­ταν ο τό­πος ε­ξο­ρίας του “θε­ού της με­τριό­τη­τας”, και κο­ρύ­φω­σε την σο­βού­σα πο­λι­τι­κο-οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. 
   Πλα­νά­ται, ω­στό­σο, ο α­φη­γη­τής πλά­νην οικ­τρά, κα­θώς η ε­πι­δη­μία, σε α­ντί­θε­ση με τον λοι­μό, α­να­πτέ­ρω­σε το η­θι­κό των συγ­χρό­νων μας. Και ό­σα έ­πρα­ξαν α­πό ε­κεί και πέ­ρα, βαν­δα­λι­σμούς και πυρ­πο­λή­σεις, δεν α­πέρ­ρε­αν α­πό την α­πει­λή της πτώ­χευ­σης, αλ­λά έ­νε­κα συ­ναι­σθη­μα­τι­κού πλού­του. Άρα, ο θεός και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, βε­βαίως, ο συγ­γρα­φέ­ας δια της μυ­θο­πλα­σίας του, προ­σφέ­ρει άλ­λο­θι στους συγ­χρό­νους μας. Δεν εί­ναι ψεύ­τες και κα­τα­χρα­στές, αλ­λά ποιη­τι­κές ψυ­χές, αυ­θόρ­μη­τες και συ­ναι­σθη­μα­τι­κές. Ας ση­μειώ­σου­με ε­δώ τα ε­ξής: γρά­φτη­κε ό­τι ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος ποιεί αλ­λη­γο­ρία. Σφάλ­μα, ού­τε σε πλα­σμα­τι­κούς χα­ρα­κτή­ρες ού­τε σε συμ­βο­λι­κές πρά­ξεις κα­τα­φεύ­γει. Επί­σης, υ­πο­στη­ρί­χτη­κε ό­τι ποιεί πα­ρω­δία. Δεύ­τε­ρο σφάλ­μα, ου­δέν πρό­σω­πο και ου­δε­μία κα­τά­στα­ση δια­στρέ­φε­ται ε­πι το γε­λοιο­δέ­στε­ρο. Φα­ντα­στι­κός μεν ο κό­σμος αν­θρώ­πων τε και θεών, που πλά­θει, αλ­λά σε πι­στή α­ντα­νά­κλα­ση του υ­πάρ­χο­ντος. Μέ­σα σε αυ­τόν, ο α­φη­γη­τής λει­τουρ­γεί σαν έ­νας ει­ρω­νι­κός, ε­νίο­τε σαρ­κα­στι­κός, πα­ρα­τη­ρη­τής. Για να μην πο­λυ­λο­γού­με, πρό­κει­ται για έ­να ε­ξό­χως ε­πί­και­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα, κα­θώς μια με­γά­λη με­ρί­δα των συ­μπα­τριω­τών μας την σω­τη­ρία α­πό το οι­κο­νο­μι­κό τσου­νά­μι, ό­πως το α­πο­κα­λούν, εξ ου­ρα­νού την α­να­μέ­νουν. Κα­τά τα άλ­λα, με­τά το Δαι­μό­νιο του Σω­κρά­τη και τον ε­ρω­τύ­λο “θεό της με­τριό­τη­τας”, ευ­κταίο θα ή­ταν να τρι­τώ­σει με την κά­θο­δο ε­νός πραγ­μα­τι­κού Ολύ­μπιου. Μό­νο έ­νας πρω­το­κλα­σά­τος θεός θα εί­χε πι­θα­νό­τη­τες να α­πο­τρέ­ψει το τέ­λος των μα­κρι­νών, ο­μαί­μων ή έ­στω και εκ γλωσ­σι­κής αγ­χι­στείας, α­πο­γό­νων του.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 21/10/2012.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Κλειστές πόρτες - Από τον Σαρτρ στην Μπογιάνου



Ευ­γε­νία Μπο­γιά­νου 
«Κλει­στή πόρ­τα»
Εκδό­σεις Πό­λις
Ια­νουά­ριος 2012

Υπάρ­χουν τίτ­λοι βι­βλίων ε­ντυ­πω­σια­κοί και τίτ­λοι συμ­βα­τι­κοί. Υπάρ­χουν δη­λα­δή, τίτ­λοι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κοί ό­σων πραγ­μα­τεύε­ται ή μπο­ρεί να υ­παι­νίσ­σε­ται το βι­βλίο ή, α­κό­μη, και ξέ­νοι προς το θέ­μα του, που προ­τι­μώ­νται για την πρω­το­τυ­πία τους. Η Ευ­γε­νία Μπο­γιά­νου, στις δύο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των που έ­χει εκ­δώ­σει, ε­πι­λέ­γει κά­θε φο­ρά τον τίτ­λο ε­νός α­πό τα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής. Πι­θα­νώς, για­τί θεω­ρεί πως α­πο­δί­δει την κε­ντρι­κή ι­δέα του βι­βλίου. Οι τίτ­λοι των δυο βι­βλίων της –«Το μυ­στι­κό» και «Κλει­στή πόρ­τα»– θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν κοι­νό­το­ποι, σε α­ντί­θε­ση με το κει­με­νά­κι στο ο­πι­σθό­φυλ­λο του δεύ­τε­ρου βι­βλίου. Σε αυ­τό χρη­σι­μο­ποιού­νται ε­ξε­ζη­τη­μέ­νες φρά­σεις, που υ­πό­σχο­νται στο­χα­στι­κό βά­θος. Πα­ρά­δειγ­μα, “οι άν­θρω­ποι του δι­πλα­νού σύ­μπα­ντος” α­ντί της συ­νή­θους δια­τύ­πω­σης “οι άν­θρω­ποι της δι­πλα­νής πόρ­τας”. Με αυ­τήν την πα­ραλ­λα­γή υ­πο­δη­λώ­νε­ται ό­τι οι συ­νη­θι­σμέ­νοι άν­θρω­ποι, που βλέ­που­με κα­θη­με­ρι­νά, κρύ­βουν έ­ναν ο­λό­κλη­ρο κό­σμο μέ­σα τους. Αυ­τό το “σύ­μπα­ν”- πο­λύ του συρ­μού τε­λευ­ταία η λέ­ξη σύ­μπαν - υ­πό­σχε­ται να α­πο­κα­λύ­ψει ή, έ­στω, να σκια­γρα­φή­σει η συγ­γρα­φέ­ας μέ­σα α­πό τις ι­στο­ρίες της. Ωστό­σο, ο­ρι­σμέ­νες φρά­σεις, στις ο­ποίες κα­τα­φεύ­γει, ό­πως “το πραγ­μα­τι­κό κά­τω α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα” ή “οι ζωές της α­νω­νυ­μίας”, μπο­ρεί μεν να έ­χουν στο­χα­στι­κό ε­πί­χρι­σμα, εν­δε­χο­μέ­νως και κά­ποια ποιη­τι­κή χροιά, αλ­λά γέρ­νουν ε­πι­κίν­δυ­να προς την κε­νο­λο­γία. 
Όσο για τη σύ­μπτω­ση του τίτ­λου με ε­κεί­νον του θε­α­τρι­κού έρ­γου, που έ­γρα­ψε ο Ζα­ν-Πωλ Σαρ­τρ προ 68 ε­τών, μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι δεν εί­ναι ε­μπρό­θε­τη. Άλλω­στε, α­πό ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζου­με, πο­τέ ο τίτ­λος του γαλ­λι­κού έρ­γου δεν α­πο­δό­θη­κε αυ­το­λε­ξεί στα ελ­λη­νι­κά. Επι­κρά­τη­σε η ε­λεύ­θε­ρη α­πό­δο­ση «Κε­κλει­σμέ­νων των θυ­ρών», που, αν την προ­τι­μού­σε ο Σαρ­τρ, θα εί­χε προ­τά­ξει στον τίτ­λο την α­να­γκαία μο­νο­σύλ­λα­βη πρό­θε­ση (α­ντί «Huis clos», «Ά huis clos»). Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, εμ­φα­νί­στη­κε και η α­πό­δο­ση, «Με κλει­στές πόρ­τες» και πιο πρό­σφα­τα, «Κλει­στές πόρ­τες». Ωστό­σο, το α­πό­φθεγ­μα, που αν­τλή­θη­κε α­πό το συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο, “η κό­λα­ση εί­ναι οι άλ­λοι”, πι­θα­νώς η δια­ση­μό­τε­ρη των ρή­σεων του Σαρ­τρ, κα­θώς κα­τέ­λη­ξε σχε­δόν σή­μα κα­τα­τε­θέν της υ­παρ­ξια­κής φι­λο­σο­φίας του, του­λά­χι­στον στην φι­λο­λαϊκή εκ­δο­χή της, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί ε­πι­μύ­θιο και στις ι­στο­ρίες της Μπο­γιά­νου.
Έντε­κα ι­στο­ρίες για έ­ντε­κα αν­θρώ­πους, που βρί­σκο­νται μπρο­στά α­πό μια κλει­στή πόρ­τα, α­κρι­βέ­στε­ρα μπρο­στά α­πό πολ­λές κλει­στές πόρ­τες ή και α­κό­μη α­κρι­βέ­στε­ρα, για αν­θρώ­πους, οι ο­ποίοι, προς ό­ποια κα­τεύ­θυν­ση κι αν κοι­τά­ζουν βλέ­πουν μια κλει­στή πόρ­τα. Αυ­τό, ω­στό­σο, δεν πρέ­πει να δη­μιουρ­γή­σει την ε­ντύ­πω­ση ό­τι το θέ­μα των ι­στο­ριών έ­χει σχέ­ση με το ση­με­ρι­νό α­διέ­ξο­δο της χώ­ρας και συ­να­κό­λου­θα, μιας με­γά­λης με­ρί­δας του πλη­θυ­σμού της. Μπο­ρεί κά­ποιοι α­πό τους ή­ρωες να α­ντι­με­τω­πί­ζουν οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα, αλ­λά αυ­τά έρ­χο­νται σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα μπρο­στά στα κοι­νω­νι­κά και υ­παρ­ξια­κά τους α­διέ­ξο­δα. Όλα ό­σα τους πνί­γουν, πά­ντως, έ­τσι ό­πως αυ­τά α­να­κι­νού­νται α­πό τα γε­γο­νό­τα σε μια ο­ρι­σμέ­νη μέ­ρα και ώ­ρα της ζωής τους, συ­νι­στούν ό,τι θα μπο­ρού­σε να α­πο­κλη­θεί υ­πό­θε­ση της κά­θε ι­στο­ρίας, η ο­ποία συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τις α­πα­ραί­τη­τες α­να­δρο­μές σε κά­ποια συμ­βά­ντα α­πό το πα­ρελ­θόν τους. Επι­λέ­γο­νται ε­κεί­να τα συ­γκε­κρι­μέ­να πε­ρι­στα­τι­κά, που αυ­τοί πι­στεύουν ό­τι βά­ρυ­ναν κα­τά την δια­μόρ­φω­σή τους, ή μάλ­λον, ό­τι δη­μιούρ­γη­σαν την προ­βλη­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση, στην ο­ποία βρί­σκο­νται. 
Δυο εί­ναι τα δια­κρι­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της συλ­λο­γής: Πρώ­το, ο ι­διό­τυ­πος τρό­πος, με τον ο­ποίο με­τεω­ρί­ζε­ται α­νά­με­σα στο σπον­δυ­λω­τό μυ­θι­στό­ρη­μα και τη συ­να­γω­γή αυ­τό­νο­μων ι­στο­ριών.  Και δεύ­τε­ρο, η α­φη­γη­μα­τι­κή μορ­φή, που ε­πι­λέ­γει η συγ­γρα­φέ­ας. Όσο α­φο­ρά το πρώ­το, ό­πως γί­νε­ται συ­χνά με στό­χο να δη­μιουρ­γη­θεί η ε­πί­φα­ση της συ­νέ­χειας, οι ι­στο­ρίες γε­φυ­ρώ­νο­νται με ή­ρωες, που ε­ξέρ­χο­νται α­πό τη μία για να ει­σέλ­θουν σε κά­ποια α­πό τις ε­πό­με­νες. Μό­νο που στο μυ­θο­πλα­στι­κό πε­δίο της Μπο­γιά­νου ε­πι­κρα­τεί ευ­τα­ξία, η ο­ποία φαί­νε­ται να χα­ρα­κτη­ρί­ζει γε­νι­κό­τε­ρα την α­φή­γη­σή της, με α­πο­τέ­λε­σμα οι ή­ρωές της να στή­νουν κά­τι σαν α­φη­γη­μα­τι­κή σκυ­τα­λο­δρο­μία. Κά­θε ι­στο­ρία έ­χει έ­ναν κε­ντρι­κό ή­ρωα, που κου­βε­ντιά­ζει με έ­να άλ­λο πρό­σω­πο ή και συ­γκρούε­ται μα­ζί του δια ζώ­σης ή τη­λε­φω­νι­κώς. Εναλ­λα­κτι­κά, μπο­ρεί να μην κου­βε­ντιά­ζει μα­ζί του, αλ­λά α­πλώς αυ­τό το πρό­σω­πο να α­πα­σχο­λεί πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λι­γό­τε­ρο τις σκέ­ψεις του. Ακό­μη, μπο­ρεί και μό­νο να το συ­να­ντά ή και μό­νο να το βλέ­πει φευ­γα­λέα και εκ του μα­κρό­θεν, χω­ρίς πο­τέ να το έ­χει γνω­ρί­σει. Όπως και να έ­χει, αυ­τό το δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο α­να­λαμ­βά­νει ρό­λο πρω­τα­γω­νι­στή στην ε­πό­με­νη ι­στο­ρία.
Όσο προ­χω­ρά­ει αυ­τή η σκυ­τα­λο­δρο­μία, τό­σο δυ­σκο­λό­τε­ρα φαί­νε­ται να γί­νε­ται η δια­δο­χή. Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, το πέ­ρα­σμα α­πό την πρώ­τη στη δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία, α­κό­μη και τα δυο ε­πό­με­να, γί­νο­νται α­πρό­σκο­πτα, σαν αλ­λα­γή ο­πτι­κής γω­νίας κα­τά την α­φή­γη­ση. Στη συ­νέ­χεια, ό­μως, δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση ό­τι το δευ­τε­ρεύον πρό­σω­πο εί­ναι πα­ρεί­σα­κτο στην ι­στο­ρία και ό­τι ει­σέρ­χε­ται, μό­νο και μό­νο, για να α­πο­τε­λέ­σει τον κε­ντρι­κό ή­ρωα της ε­πό­με­νης. Αυ­τός ο βε­βια­σμέ­νος χα­ρα­κτή­ρας γί­νε­ται πιο αι­σθη­τός στο μέ­σο πε­ρί­που του βι­βλίου, κα­τά το πέ­ρα­σμα α­πό το έ­κτο διή­γη­μα στο ε­πό­με­νο. Εδώ, για να εμ­φα­νι­στεί ο ή­ρωας της ε­πό­με­νης ι­στο­ρίας σαν δευ­τε­ρα­γω­νι­στής της προ­η­γού­με­νης, η συγ­γρα­φέ­ας πα­ραλ­λάσ­σει χω­ρίς ι­διαί­τε­ρη πει­στι­κό­τη­τα την αρ­χι­κά δια­φαι­νό­με­νη ει­κό­να του ή­ρωά της. Ενώ α­νι­στο­ρεί τα δει­νά ε­νός οι­κο­γε­νειάρ­χη, που α­να­γκά­ζε­ται να κά­νει δυο δου­λειές γα να θρέ­ψει δυο παι­διά και μια πάγ­χο­ντρη ό­σο και κα­τα­πιε­στι­κή σύ­ζυ­γο, αιφ­νι­δίως τον με­τα­μορ­φώ­νει σε η­δο­νο­βλε­ψία. Λό­γω αυ­τού του χα­λα­ρού συν­δέ­σμου α­νά­με­σα στους δυο δια­δο­χι­κούς ή­ρωες, οι έ­ντε­κα συ­νο­λι­κά πρω­τα­γω­νι­στές δη­μιουρ­γούν δυο δια­κρι­τά σύ­νο­λα. Στη δεύ­τε­ρη ο­μά­δα ι­στο­ριών, η συγ­γρα­φέ­ας ε­πα­νέρ­χε­ται σε κα­τα­στά­σεις του ί­διου τύ­που με ε­κεί­νες της πρώ­της ο­μά­δας, αλ­λά το­πο­θε­τη­μέ­νες σε δια­φο­ρε­τι­κές χρο­νι­κές και το­πι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες. Για πα­ρά­δειγ­μα: Δυο η­ρωί­δες βιώ­νουν τον ε­ξα­να­γκα­σμό του βια­σμού· η μια με­τα­νά­στρια, η άλ­λη φυ­λα­κι­σμέ­νη κα­τά την πε­ρίο­δο του Εμφυ­λίου – μια κά­πως ό­ψι­μη εμ­μο­νή των νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Ενώ, δυο άλ­λες έ­χα­σαν την μη­τέ­ρα τους σε μι­κρή η­λι­κία· ο­κτώ η μια, δέ­κα η άλ­λη, φτά­νο­ντας  και οι δυο στο ση­μείο να μι­σούν μέ­χρι θα­νά­του τον πα­τέ­ρα τους. Δυο πά­λι ή­ρωες έ­χουν κα­τα­λή­ξει αλ­κοο­λι­κοί.
Αυ­τή η ε­πα­να­λη­πτι­κό­τη­τα δρα­μα­τι­κών κα­τα­στά­σεων θα μπο­ρού­σε να στο­χεύει σε έ­να α­φη­γη­μα­τι­κό πεί­ρα­μα, σε συ­σχε­τι­σμό και με την μορ­φή, η ο­ποία α­να­δει­κνύει τους συ­νειρ­μούς των προ­σώ­πων. Πρό­κει­ται για έ­ναν τύ­πο ε­σω­τε­ρι­κού μο­νο­λό­γου, που, στη ροή του, φέρ­νει στην ε­πι­φά­νεια ε­ντυ­πώ­σεις και σκέ­ψεις. Γει­το­νεύει, ω­στό­σο, πε­ρισ­σό­τε­ρο με τη διή­γη­ση ε­νός δρώ­ντα προ­νο­μια­κού α­φη­γη­τή, έ­τσι ό­πως ξε­δι­πλώ­νε­ται με ειρ­μό, χω­ρίς κε­νά και με α­να­λυ­τι­κές πε­ρι­γρα­φές. Πα­ρό­λα αυ­τά, πα­ρα­μέ­νει έ­νας εν­διά­θε­τος λό­γος, που θα πρέ­πει λο­γι­κά να πλά­θε­ται με βά­ση την ι­διο­προ­σω­πία ε­νός ε­κά­στου α­φη­γη­τή. Όσοι συγ­γρα­φείς κα­τα­γί­νο­νται με πα­ρό­μοιου τύ­που α­φη­γή­σεις, θεω­ρού­νται ε­πι­τυ­χείς, αν κα­τορ­θώ­σουν να α­πο­τυ­πώ­σουν την ι­διο­συ­γκρα­σια­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα ε­νός προ­σώ­που. Με έ­ντε­κα α­φη­γη­τές και μά­λι­στα, τό­σο δια­φο­ρε­τι­κούς α­να­με­τα­ξύ τους, η Μπο­γιά­νου μάλ­λον βά­ζει ψη­λά τον πή­χυ.   
Σε ε­κεί­νες τις ι­στο­ρίες ή στα τμή­μα­τα ι­στο­ριών, που πε­ρι­γρά­φει συ­ναι­σθη­μα­τι­κές με­τα­πτώ­σεις κα­τά την ε­ξέ­λι­ξη μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης σκη­νής, κα­τορ­θώ­νει με μι­κρο­πε­ρίο­δο λό­γο να δώ­σει, αν ό­χι έ­ναν χα­ρα­κτή­ρα, σί­γου­ρα, πά­ντως, έ­ναν τύ­πο αν­θρώ­που. Μια πα­γί­δα, ω­στό­σο, την ο­ποία συ­χνά δεν α­πο­φεύ­γει, εί­ναι οι κλι­σέ σκέ­ψεις, ό­ταν α­νό­μοιοι χα­ρα­κτή­ρες βρί­σκο­νται α­ντι­μέ­τω­ποι με τις ί­διες κα­τα­στά­σεις, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, τα χρέη προς το δη­μό­σιο. Επί­σης, η ι­διαι­τε­ρό­τη­τα ε­νός προ­σώ­που αμ­βλύ­νε­ται στις πα­ρελ­θο­ντι­κές α­να­δρο­μές, ό­που σκια­γρα­φεί­ται η τρο­χιά ο­λό­κλη­ρου του βίου. Εδώ,  οι συγ­γε­νι­κές σχέ­σεις σαν να τυ­πο­ποιού­νται. Ιδίως, η σχέ­ση πα­τέ­ρα και κό­ρης, ό­ταν η μη­τέ­ρα πε­θαί­νει νω­ρίς, που ε­πα­νέρ­χε­ται στις ι­στο­ρίες. Πα­ρο­μοίως, οι σχέ­σεις χή­ρας μη­τέ­ρας και γιου ή και συ­ζύ­γων, που ού­τε αυ­τές ξε­φεύ­γουν α­πό το φροϋδι­κό δό­κα­νο.
Μο­νο­λο­γώ­ντας εις ε­αυ­τόν οι ή­ρωες, α­να­λύουν ό­σα τους συμ­βαί­νουν. Όλοι α­νε­ξαι­ρέ­τως έ­χουν ι­διαί­τε­ρα α­νε­πτυγ­μέ­νο το γνώ­θι σαυ­τόν, ε­πι­δει­κνύο­ντας συ­χνά αυ­το­συ­νει­δη­σία α­να­ντί­στοι­χη με την ψυ­χο­σύν­θε­σή τους. Ανά­με­σά τους και δυο με­τα­νά­στες. Σπα­νί­ζουν, σή­με­ρα πλέ­ον, οι συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, ι­δίως νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, χω­ρίς με­τα­νά­στες. Φαί­νε­ται να α­πο­τε­λούν κά­τι σαν το ά­λας της εγ­χώ­ριας διη­γη­μα­το­γρα­φίας. Εδώ, έρ­χο­νται α­πό την Τυ­φλί­δα. Τε­λευ­ταία, οι Γεωρ­για­νοί έ­χουν αρ­χί­σει να ε­κτο­πί­ζουν α­πό την πρω­το­κα­θε­δρία τους Αλβα­νούς. Το πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νο, ω­στό­σο, ά­νοιγ­μα της βε­ντά­λιας των η­ρώων, δεν εί­ναι οι με­τα­νά­στες αλ­λά οι τε­θνεώ­τες. Οι ι­στο­ρίες της Μπο­γιά­νου δεν εί­ναι χα­ρού­με­νες. Αλλά και ποιες ι­στο­ρίες νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων κουρ­δί­ζο­νται σε εύ­θυ­μους ή έ­στω, α­νά­λα­φρους τό­νους;  Θα λέ­γα­με, σχε­δόν σαν α­ξίω­μα, ό­τι το πέν­θος ται­ριά­ζει στην ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία, τό­σο ό­σο στην κα­τά Ο’Νιλ Ηλέκ­τρα. Άλλω­στε, και οι δυο έ­χουν ως κοι­νό ση­μείο τη φροϋδι­κή διά­στα­ση. Πα­ρό­λα αυ­τά, η ι­στο­ρία με κε­ντρι­κό ή­ρωα και α­φη­γη­τή μια νε­κρή κα­τα­λή­γει σχε­δόν ε­φιαλ­τι­κή, έ­τσι ό­πως προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι πρό­κει­ται για μια θα­νού­σα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τρία χρό­νια, που πα­ρα­μέ­νει ε­ντα­φια­σμέ­νη, λό­γω κα­θυ­στέ­ρη­σης της α­να­κο­μι­δής ο­στών, και η ο­ποία έ­χει σώας τας φρέ­νας. Πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι αγ­γί­ζει το γκρο­τέ­σκο η ό­λη σύλ­λη­ψη μιας πά­σχου­σας α­πό γε­ρο­ντι­κή ά­νοια, η ο­ποία, σε πεί­σμα της ια­τρι­κής διά­γνω­σης, δια­τη­ρεί α­κέ­ραιες τις νο­η­τι­κές ι­κα­νό­τη­τές της κα­τά τα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζωής της ό­πως και με­τά θά­να­το. Όχι μό­νο θυ­μά­ται τα πά­ντα, μέ­χρι έ­να τρα­γι­κό συμ­βάν του 1947, αλ­λά και δια­θέ­τει ε­ξημ­μέ­νη φα­ντα­σία.
Το α­τού του βι­βλίου βρί­σκε­ται στις στι­χο­μυ­θίες και τον πλά­γιο λό­γο, που δί­νουν γρή­γο­ρο ρυθ­μό στον ε­σω­τε­ρι­κής ε­στία­σης α­φη­γη­μα­τι­κό κορ­μό. Αφη­γη­μα­τι­κά υ­πε­ρέ­χει το πρώ­το δί­πτυ­χο ι­στο­ριών, χά­ρις, κυ­ρίως, στην ελ­λει­πτι­κή α­πό­δο­ση αι­σθη­μά­των και προ­θέ­σεων. Κα­τά τα άλ­λα, πι­στεύου­με ό­τι, αν η συγ­γρα­φέ­ας δεν ή­ταν α­φη­γη­μα­τι­κά ό­σο και μορ­φι­κά τό­σο φι­λό­δο­ξη, το α­πο­τέ­λε­σμα θα ή­ταν πο­λύ πιο ε­πι­τυ­χές. Επί­σης, έ­χου­με την ά­πο­ψη ό­τι η υ­πο­δο­χή, που ε­πι­φυ­λάσ­σει ο Τύ­πος στους νεό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους, έ­τσι ό­πως τα­λα­ντώ­νε­ται α­νά­με­σα στην α­γνό­η­ση και τον εν­θου­σιώ­δη ε­να­γκα­λι­σμό, δεν προ­σφέ­ρει μια κα­θα­ρή ει­κό­να. Σί­γου­ρα, πά­ντως, δεν α­φή­νει και πολ­λά πε­ρι­θώ­ρια για μια ι­σόρ­ρο­πη κρι­τι­κή προ­σέγ­γι­ση, η ο­ποία, υ­πό δια­φο­ρε­τι­κές συν­θή­κες και για ο­ρι­σμέ­νους α­πό αυ­τούς, εν­δε­χο­μέ­νως να λει­τουρ­γού­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κά.     
    
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/10/2012.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Κωμωδία παρεξηγήσεων



Λεω­νί­δας Κα­κά­ρο­γλου
«Η ζωή και τί­πο­τ’ άλ­λο»
Εκδό­σεις 
Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Νοέμ­βριος 2011

Ορι­σμέ­νοι ποιη­τές, ό­ταν με­τα­το­πί­ζο­νται  ή κι­νού­νται ταυ­τό­χρο­να και στην πε­ζο­γρα­φία, με­ταγ­γί­ζουν ε­κεί και κά­ποια στοι­χεία της ποίη­σής τους. Αυ­τά μπο­ρεί να εί­ναι γλωσ­σι­κά και υ­φο­λο­γι­κά, ή α­κό­μη, πλεό­να­σμα φα­ντα­σίας και λυ­ρι­κή διά­θε­ση, κα­θώς και τρό­ποι πε­ρι­γρα­φής που α­πο­κλί­νουν προς το φα­ντα­στι­κό. Όσοι, βέ­βαια, α­κο­λου­θούν αυ­τόν τον δια­φο­ρε­τι­κό ‘‘χει­ρι­σμό’’, ο ο­ποίος κα­τα­λή­γει δη­λω­τι­κός των ποιη­τι­κών τους κα­τα­βο­λών, έρ­χο­νται α­ντι­μέ­τω­ποι με το σε­φε­ρι­κό α­ξίω­μα· ό­τι δεν υ­πάρ­χει χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα στον κό­σμο α­πό την πρό­ζα που λέ­γε­ται ποιη­τι­κή. Πρό­ζα που πά­ει να χο­ρέ­ψει εί­ναι ά­σκη­μη πρό­ζα, ό­πως αυ­το­λε­ξεί το δια­τυ­πώ­νει ο ποιη­τής. Σύμ­φω­να με τον Σε­φέ­ρη πά­ντα, ό­ποιος γρά­φει πρό­ζα πρέ­πει να έ­χει ο­ρι­σμέ­να πράγ­μα­τα να δεί­ξει, που να πι­στεύει πως εί­ναι α­ξιό­λο­γα. Σε αυ­τό α­κρι­βώς το ση­μείο,  δη­λα­δή στο κί­νη­τρο για τη στρο­φή ε­νός ποιη­τή στην πρό­ζα, συμ­βάλ­λουν, σε αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις, ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κοί λό­γοι. Αρκε­τοί ποιη­τές φαί­νε­ται να ε­πι­λέ­γουν την πρό­ζα, ό­χι για­τί την θεω­ρούν προ­σφο­ρό­τε­ρη για ό­σα θέ­λουν να γρά­ψουν, αλ­λά πα­ρα­συ­ρό­με­νοι α­πό τον συρ­μό, που υ­πό­σχε­ται α­να­βαθ­μι­σμέ­νη συγ­γρα­φι­κή α­πή­χη­ση. Άλλω­στε, οι σει­ρή­νες της ε­πι­τυ­χίας δεν πλα­νεύουν μό­νο τους ποιη­τές, αλ­λά πά­σης φύ­σεως συγ­γρα­φείς, θε­α­τρι­κούς, δο­κι­μιο­γρά­φους, κα­θώς και κά­θε εί­δους ε­παγ­γελ­μα­τίες. Αυ­τή η πε­ζο­γρα­φι­κή ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή μό­δα εμ­φα­νί­στη­κε κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να και φού­ντω­σε στον τρέ­χο­ντα, πλήτ­το­ντας α­ντί­στοι­χα, τις η­λι­κια­κά μά­χι­μες και συ­να­κό­λου­θα, εν­δο­τι­κές σε πα­ρό­μοιους πει­ρα­σμούς γε­νιές.   
Ο Λεω­νί­δας Κα­κά­ρο­γλου α­νή­κει σε μια πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή γε­νιά, για την ο­ποία τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα γε­γο­νό­τα, ε­κεί­να που έ­ζη­σε α­πό πρώ­το χέ­ρι, ή­ταν το Πο­λυ­τε­χνείο και η πτώ­ση της Δι­κτα­το­ρίας. Συ­γκα­τα­λέ­γε­ται σε ό­σους εί­χαν την πρώ­τη τους καρ­πο­φο­ρία με το ξε­κί­νη­μα της δε­κα­ε­τίας του ’80. Ας μην μπλέ­ξου­με με την κα­θιε­ρω­μέ­νη γε­νε­α­λο­γι­κή τα­ξι­νό­μη­ση, κα­θώς τύ­ποις μεν ε­ντάσ­σε­ται στη γε­νιά του ’70, αλ­λά φαί­νε­ται να συγ­γε­νεύει πε­ρισ­σό­τε­ρο με την ε­πό­με­νη. Όπως και να έ­χει, κά­ποιοι α­πό τους κα­λύ­τε­ρους και των δυο ο­μά­δων έ­κα­ναν, πρώι­μα ή ό­ψι­μα, στρο­φή στην πε­ζο­γρα­φία, ό­που, στην πλειο­ψη­φία τους, και ε­γκα­τα­στά­θη­καν. Ο Κα­κά­ρο­γλου μάλ­λον άρ­γη­σε,  έ­στω κι αν σε θέ­μα­τα δη­μιουρ­γι­κής ε­πώα­σης δεν τί­θε­νται χρο­νι­κά ό­ρια.  Συ­μπλή­ρω­σε,  πά­ντως, μια α­κέ­ραια τρια­κο­ντα­ε­τία ως ποιη­τής, ε­ξέ­δω­σε ε­πτά ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, μέ­νο­ντας ω­στό­σο, ε­κτός αν­θο­λο­γιών και συγ­γρα­φι­κών σω­μα­τείων, αλ­λά και μη α­πα­σχο­λώ­ντας ι­διαι­τέ­ρως τους  κρι­τι­κούς λο­γο­τε­χνίας. Ίσως, σε αυ­τό να συ­νέ­τει­νε και το ό­τι α­νή­κει στην ο­μά­δα των λο­γο­τε­χνών της ε­παρ­χίας. Μπο­ρεί να έ­χει ε­ξο­βε­λι­στεί η λέ­ξη ε­παρ­χιώ­της, ό­πως γε­νι­κό­τε­ρα λέ­ξεις συ­να­φείς με την ε­ντο­πιό­τη­τα, ω­στό­σο, δια­τη­ρεί­ται η ι­διαί­τε­ρη α­ντι­με­τώ­πι­ση αυ­τών των ο­μά­δων. Δεν πρό­κει­ται, α­κρι­βώς, για πα­ρα­γκω­νι­σμό αλ­λά πε­ρί μιας σχε­τι­κής α­δια­φο­ρίας. Κι ό­μως, αυ­τή η ο­μά­δα εί­ναι ε­κεί­νη, που κυ­ρίως συ­ντη­ρεί τη μνή­μη, και κά­ποιοι, οι κα­λύ­τε­ροι της ο­μά­δας, κα­τορ­θώ­νουν μέ­σα α­πό τις δι­κές τους ει­κό­νες να α­να­συν­θέ­σουν τη μνή­μη του τό­που. 
Ο Κα­κά­ρο­γλου, την πρώ­τη α­πό­πει­ρα στον πε­ζό λό­γο δεν την κά­νει με διη­γή­μα­τα, αλ­λά ξα­νοί­γε­ται α­π’ ευ­θείας στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Το α­πο­φά­σι­σε τώ­ρα, που η μό­δα της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας δεί­χνει να υ­πο­χω­ρεί, α­φού, προ­η­γου­μέ­νως, α­λώ­θη­κε α­πό το μπε­στ σέ­λερ. Η αρ­χι­κή ε­ντύ­πω­ση εί­ναι ό­τι πρό­κει­ται για έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που συμ­βα­δί­ζει με την ε­πι­και­ρό­τη­τα. Δε­δο­μέ­νου ό­τι το θέ­μα του δεί­χνει συ­νυ­φα­σμέ­νο με τους α­γα­να­κτι­σμέ­νους πο­λί­τες, που εμ­φα­νί­σθη­καν ως αυ­τό­νο­μη ο­μά­δα δρά­σης, ό­ταν η δυ­σφο­ρία για τα κα­κώς κεί­με­να έ­φθα­σε στα ό­ρια της ορ­γής. Από το πρώ­το κε­φά­λαιο, α­να­φέ­ρο­νται α­πει­λη­τι­κά α­νώ­νυ­μα τη­λε­φω­νή­μα­τα και προ­κη­ρύ­ξεις, για να α­κο­λου­θή­σουν στα ε­πό­με­να, προ­σκλή­σεις για συ­γκε­ντρώ­σεις δια­μαρ­τυ­ρίας και βομ­βι­στι­κές ε­νέρ­γειες. Ευ­φά­ντα­στα στη­μέ­νη η υ­πό­θε­ση, ει­ρω­νεύε­ται πλα­γίως τις δι­κα­στι­κές αρ­χές και την Ασφά­λεια, που υ­πο­ψιά­ζο­νται πί­σω α­πό ο­ποια­δή­πο­τε ε­νέρ­γεια, α­κό­μη και πί­σω α­πό τη­λε­φω­νή­μα­τα που α­πο­δει­κνύο­νται φάρ­σες, πως κρύ­βο­νται τρο­μο­κρα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις. Τον πε­ρα­σμέ­νο Απρί­λιο, βομ­βι­στι­κή ε­νέρ­γεια σε τρέ­νο α­νέ­λα­βε ορ­γά­νω­ση με την ε­πω­νυ­μία Κί­νη­μα 12 Φλε­βά­ρη. Συ­μπτω­μα­τι­κά, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, γί­νε­ται λό­γος για την τρο­μο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση 1η ΦΛΕ­ΒΑ­ΡΗ, που πριν α­πό δυο χρό­νια δρού­σε στην Αθή­να. Με άλ­λα λό­για, η ε­πι­και­ρό­τη­τα έρ­χε­ται να  συ­μπλεύ­σει με τα μυ­θο­πλα­στι­κά δρώ­με­να, ε­παυ­ξά­νο­ντας την α­λη­θο­φά­νεια μιας ι­στο­ρίας, που το­πο­θε­τεί­ται στην μα­κρι­νή ά­νοι­ξη του 1989, ό­ταν α­κό­μη δρού­σε και βα­σί­λευε η 17 Νοέμ­βρη.   
Η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή  ορ­γά­νω­ση ο­νο­μά­ζε­ται Πο­λί­τες ε­νά­ντια στην του­ρι­στι­κή μό­λυν­ση και δρα σε πα­ρα­θα­λάσ­σια πό­λη του Νό­του. Όποιος ή ό­ποιοι κρύ­βο­νται πί­σω α­πό αυ­τήν την ε­πω­νυ­μία δεν εί­ναι α­γα­να­κτι­σμέ­νοι με την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, κα­θό­σον βρι­σκό­μα­στε α­κό­μη στα χρό­νια των πα­χιών α­γε­λά­δων, αλ­λά με την η­χορ­ρύ­παν­ση. Ει­δι­κό­τε­ρα, με τους υ­περ­βο­λι­κούς θο­ρύ­βους που προ­κα­λεί σε έ­ναν ή­συ­χο τό­πο η του­ρι­στι­κή ε­πέ­λα­ση, με την αυ­ξη­μέ­νη κί­νη­ση των τρο­χο­φό­ρων και κυ­ρίως, με τα πά­σης φύ­σεως μα­γα­ζιά δια­σκέ­δα­σης. Ο πε­ρί κέ­ντρων α­να­ψυ­χής νό­μος θα θε­σπι­στεί δώ­δε­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Αν και ό­πως ό­λοι οι νό­μοι, θα μεί­νει κι αυ­τός α­νε­νερ­γός. Ωστό­σο, οι πο­λί­τες ε­πι­μέ­νουν να ε­να­πο­θέ­τουν τις ελ­πί­δες τους στους νό­μους, ι­διαί­τε­ρα, ό­ταν πρό­κει­ται για εκ­προ­σώ­πους της Δι­καιο­σύ­νης. 
Στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, οι α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις των κοι­νω­νι­κών συ­νό­λων εί­θι­σται να α­να­δει­κνύο­νται μέ­σω ε­νός α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κού δί­πο­λου θύ­τη - θύ­μα­τος. Ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει ως θύ­τη, ό­χι α­πλώς κά­ποιον που θο­ρυ­βεί, αλ­λά έ­ναν άν­θρω­πο για τον ο­ποίον ο θό­ρυ­βος α­πο­τε­λεί  μο­να­δι­κή πη­γή ευ­χα­ρί­στη­σης. Ενώ, ως θύ­μα, έ­ναν ψυ­χο­σύν­θε­σης εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­της, για τον ο­ποίο ο θό­ρυ­βος συ­νι­στά η­χη­τι­κή τρο­μο­κρα­τία. Και ε­πει­δή, στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, πρό­κει­ται για την εκ­κω­φα­ντι­κή μου­σι­κή νυ­κτε­ρι­νού μα­γα­ζιού, ο πρώ­τος εί­ναι έ­νας νε­α­ρός ντι­σκ τζό­κεϋ και ο δεύ­τε­ρος, έ­νας με­σή­λι­κας κά­τοι­κος γει­το­νι­κής κα­τοι­κίας, που, για χρό­νια, δο­κι­μά­ζει εις μά­την με κα­ταγ­γε­λίες και δί­κες να κλεί­σει το μα­γα­ζί, πριν κα­τα­λή­ξει στην αυ­το­δι­κία. Προς ε­νί­σχυ­ση της μυ­θο­πλα­στι­κής ί­ντρι­γκας, ο τα­λαι­πω­ρού­με­νος πο­λί­της εί­ναι ο πρω­το­δί­κης της πό­λης.  Οπό­τε, ό­ταν γί­νε­ται η πρώ­τη βομ­βι­στι­κή ε­νέρ­γεια και συλ­λαμ­βά­νε­ται ως πι­θα­νός έ­νο­χος, λό­γω μιας σει­ράς συ­μπτώ­σεων, ο ντι­σκ τζό­κεϋ, ε­κεί­νος α­να­λαμ­βά­νει το ρό­λο του α­να­κρι­τή. Με άλ­λα λό­για, α­πό θύ­μα γί­νε­ται ο θύ­της και μπο­ρεί ε­πι­τέ­λους να πά­ρει το νό­μο στα χέ­ριά του. Εδώ, κα­νο­νι­κά, θα κο­ρυ­φω­νό­ταν το σα­σπέ­νς της ι­στο­ρίας, με το φλέ­γον ε­ρώ­τη­μα, αν θα υ­πε­ρι­σχύ­σει ο α­γα­να­κτι­σμέ­νος πο­λί­της ή μή­πως, τε­λι­κά, ο λει­τουρ­γός της Δι­καιο­σύ­νης πρά­ξει κα­τά συ­νεί­δη­ση.
Μό­νο που ο Κα­κά­ρο­γλου, την υ­πό­θε­ση που ε­πι­νό­η­σε δεν την α­να­πτύσ­σει σε έ­να ρε­α­λι­στι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα κοι­νω­νι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου. Στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, χα­ρα­κτη­ρί­ζει το μυ­θι­στό­ρη­μα κω­μω­δία πα­ρε­ξη­γή­σεων. Και πράγ­μα­τι, δη­μιουρ­γεί πε­ρί­πλο­κες κα­τα­στά­σεις, ως α­πο­τέ­λε­σμα σω­ρείας συ­μπτώ­σεων, ό­που  ε­μπλέ­κο­νται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί τύ­ποι, τις ο­ποίες πε­ρι­γρά­φει σαν σκη­νές φαρ­σο­κω­μω­δίας. Έτσι, μά­λι­στα, που ε­ναλ­λάσ­σει την τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση με τις πρω­το­πρό­σω­πες των δυο βα­σι­κών χα­ρά­κτη­ρων, εί­ναι σαν να κά­νει έ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κού τύ­που γκρο πλαν στις σκέ­ψεις τους. Ού­τε, ό­μως, η εν­δο­σκό­πη­σή τους τον εν­δια­φέ­ρει. Ου­σια­στι­κά, πλά­θει τους δυο ή­ρωες σαν πα­ραλ­λα­γές του ί­διου ψυ­χι­σμού. Εί­ναι και οι δυο ευαί­σθη­τοι, α­δυ­να­τούν να πά­ρουν α­πο­φά­σεις, θεω­ρούν ό­τι η ζωή τους εί­ναι μπερ­δε­μέ­νη και τα­λαί­πω­ρη, ε­νώ έ­χουν κα­τα­κα­θί­σει σε μια κα­θη­με­ρι­νή ρου­τί­να. Και οι δύο ζουν για ε­κεί­νες τις ώ­ρες, που δια­φεύ­γουν με τη φα­ντα­σία τους στο πα­ρελ­θόν. Δεί­χνουν μάλ­λον σαν να ο­νει­ρεύο­νται, κα­θώς η νο­σταλ­γία α­να­πλά­θει τις πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές σχε­δόν πα­ρα­μυ­θέ­νιες. Ο με­σή­λι­κας α­να­τρέ­χει σε έ­να μο­να­δι­κό έ­ρω­τά του, που ξε­κί­νη­σε στην Πορ­το­γα­λία. Ο νέ­ος, στα παι­δι­κά του χρό­νια, στο χω­ριό. Αυ­τόν τον δεύ­τε­ρο, ο έ­ρω­τας στο πα­ρόν τον μπερ­δεύει και τε­λι­κά, πα­ραι­τεί­ται, προ­τι­μώ­ντας την α­σφά­λεια που προ­σφέ­ρει μια μα­κρό­χρο­νη σχέ­ση. Όσο για τη δυ­να­τό­τη­τα δια­φυ­γής στο ό­νει­ρο, και στους δυο σχε­τί­ζε­ται με τα ντε­σι­μπέλ. Ο πρώ­τος χρειά­ζε­ται σιω­πή, που γι’ αυ­τόν α­ντι­στοι­χεί στα 15 ντε­σι­μπέ­λ, που οι με­τρή­σεις δί­νουν στο θρόι­σμα των φύλ­λων, και ο δεύ­τε­ρος θό­ρυ­βο, του­τέ­στιν τα 100 και πλέ­ον ντε­σι­μπέλ α­πό τη μου­σι­κή του τε­τρα­κα­να­λι­κού συ­στή­μα­τος του νυ­κτε­ρι­νού μα­γα­ζιού.
Κι ό­μως, το ψα­χνό του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος βρί­σκε­ται αλ­λού. Μέ­σα α­πό τα φα­ντα­σιο­κο­πή­μα­τα των η­ρώων και την πα­ρεμ­βαλ­λό­με­νη διή­γη­ση ε­νός πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή, προ­βάλ­λει μια ε­νιαία θυ­μι­κή διά­θε­ση, που δια­μορ­φώ­νε­ται α­πό το φως και τις και­ρι­κές συν­θή­κες, ό­πως η δρο­σιά και το α­ε­ρά­κι, α­κό­μη, α­πό τις μυ­ρω­διές της πα­ρα­θα­λάσ­σιας πό­λης του Νό­του, στην ο­ποία δια­δρα­μα­τί­ζε­ται η ι­στο­ρία. Όλα αυ­τά δη­λα­δή, που θρέ­φουν τη νο­σταλ­γία του συγ­γρα­φέα για την πό­λη του, ό­πως ή­ταν μια φο­ρά κι έ­ναν και­ρό, πριν την ε­πέ­λα­ση του μπε­τόν και του πλα­στι­κού. Δεν την ο­νο­μα­τί­ζει αλ­λά και δεν πα­ραλ­λάσ­σει το­πω­νύ­μια ού­τε με­ταμ­φιέ­ζει τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Ανα­σταί­νει το γε­νέ­θλιο τό­πο του, τα Χα­νιά, που πρω­τα­γω­νι­στούν και στην ποίη­σή του. Μό­νο που στην ευ­ρυ­χω­ρία της πρό­ζας, κή­ποι, κα­λό­γου­στα ε­σω­τε­ρι­κά σπι­τιών, δρό­μοι, αρ­χι­τε­κτο­νι­κές λε­πτο­μέ­ρειες κτι­ρίων, μέ­χρι η θά­λασ­σα, και κα­λύ­τε­ρα α­να­δει­κνύο­νται και έ­να με­γα­λύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό συ­γκι­νούν. Ο Κα­κά­ρο­γλου με­ταγ­γί­ζει την ευ­φρο­σύ­νη α­πό το αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κο φως, χω­ρίς το μυ­θι­στό­ρη­μα να κά­νει τις α­νε­πι­θύ­μη­τες κοι­λιές της ποιη­τι­κί­ζου­σας πρό­ζας. Ένας τρό­πος με τον ο­ποίον το κα­τορ­θώ­νει, εί­ναι πα­ρεμ­βάλ­λο­ντας ή­ρωες και σκη­νές, που ξε­φεύ­γουν α­πό τα ρε­α­λι­στι­κά πλαί­σια. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο πρω­το­δί­κης συ­να­πα­ντιέ­ται με δυο ε­τε­ρό­κλι­τες υ­πάρ­ξεις, που μοιά­ζουν σαν α­πο­κυή­μα­τα της φα­ντα­σίας του. Μια φλα­ου­τί­στα, που θα του μι­λή­σει για τη σα­θρό­τη­τα της νο­σταλ­γίας, και έ­ναν “μνη­μο­σκό­πο” -  κα­τά το ρα­βδο­σκό­πος - που του α­να­πτύσ­σει πό­σο πο­λύ­τι­μο πράγ­μα εί­ναι η μνή­μη. Και οι δυο δεί­χνουν ε­μπνευ­σμέ­νοι α­πό τις υ­περ­ρε­α­λι­στι­κές φι­γού­ρες του ποιη­τι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου. Τώ­ρα, που έ­φυ­γαν οι ποιη­τές-σκη­νο­θέ­τες, μα­κά­ρι να προ­κύ­ψουν ποιη­τές-μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι ώ­στε να μας τους θυ­μί­ζουν. Όπως και να έ­χει, πρό­κει­ται για έ­να δια­φο­ρε­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, που ε­πα­να­φέ­ρει την ευ­φο­ρία ε­νός κό­σμου στα αν­θρώ­πι­να μέ­τρα, που χά­σα­με εν ο­νό­μα­τι της α­νε­ξέ­λε­γκτης προό­δου.  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/9/2012.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Ύμνος στην αμεριμνησία



Σω­τή­ρης Δη­μη­τρίου
«Η σιω­πή του ξε­ρό­χορ­του»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Νοέμ­βριος 2011

 Σε ανάλογο νησιωτικό τοπίο
στήνει την ουτοπία του
ο Σ. Δημητρίου.


Σε έ­να πράγ­μα φαί­νε­ται να μέ­νει πι­στός ο Σω­τή­ρης Δη­μη­τρίου, κι αυ­τό εί­ναι η κο­σμο­θεω­ρία του. Ευ­θύς εξ αρ­χής, αυ­τήν α­ντα­να­κλούν τα διη­γή­μα­τά του κι αυ­τήν α­να­πτύσ­σει ο ί­διος συ­νο­μι­λώ­ντας κα­τά και­ρούς με τους δη­μο­σιο­γρά­φους. Κα­θώς, μά­λι­στα, πρό­κει­ται για μια φι­λο­σο­φία ζωής, που α­ντι­βαί­νει στα κοι­νώς α­πο­δε­κτά, οι συ­νε­ντεύ­ξεις του βρή­καν α­νέ­κα­θεν α­πή­χη­ση. Από έ­να ση­μείο και ύ­στε­ρα, θα έ­λε­γε κα­νείς, με­γα­λύ­τε­ρη και α­πό τα διη­γή­μα­τά του. Χά­ρις στο δρι­μύ κα­τη­γο­ρώ, που α­ρέ­σκε­ται να ε­ξα­πο­λύει ε­να­ντίον της κοι­νω­νι­κής δο­μής και της κα­τα­να­λω­τι­κής κοι­νω­νίας, ε­ξα­κο­λού­θη­σαν να δια­βά­ζο­νται με εν­δια­φέ­ρον α­κό­μη και ό­ταν η προ­σο­χή που προ­σέλ­κυαν τα βι­βλία του πα­ρου­σία­σε κάμ­ψη. Το τε­λευ­ταίο, ό­χι σε α­πό­λυ­τη βά­ση, αλ­λά σε σύ­γκρι­ση με την εν­θου­σιώ­δη υ­πο­δο­χή, που εί­χαν, προ ει­κο­σα­ε­τίας, οι δυο πρώ­τες συλ­λο­γές διη­γη­μά­των του. Τό­τε, η εμ­μο­νή του Δη­μη­τρίου στο κοι­νω­νι­κό πε­ρι­θώ­ριο εί­χε ε­κτι­μη­θεί σαν νεω­τε­ρι­κή ε­πα­να­φο­ρά του πα­λαιό­τε­ρου διη­γή­μα­τος του πε­ρι­θω­ρίου. Συν τω χρό­νω, ό­μως, κέρ­δι­σε έ­δα­φος το διή­γη­μα του Άλλου και τε­λι­κά, έ­γι­νε κυ­ρίαρ­χο. Αυ­τός ο Άλλος α­πέ­κτη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­σω­πεία, με­ρι­κά α­πό αυ­τά με­γα­λύ­τε­ρου ε­πι­και­ρι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος α­πό ε­κεί­να του Δη­μη­τρίου, ο ο­ποίος συ­νέ­χι­σε να ε­στιά­ζει στον ε­σω­τε­ρι­κό με­τα­νά­στη και τον σε­ξουα­λι­κά α­πο­κλί­νο­ντα. Ύστε­ρα, ε­κεί­νος, ως συγ­γρα­φι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο, πα­ρου­σιά­ζε­ται συ­ντη­ρη­τι­κός. Τα διη­γή­μα­τά του, κα­θώς και τα δυο πρώ­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του, α­κο­λου­θούν τις κλα­σι­κό­τρο­πες φόρ­μες, ό­πως τις έ­μα­θε δια­βά­ζο­ντας τους πα­λαιό­τε­ρους.
Με το γύ­ρι­σμα του αιώ­να, ω­στό­σο, ε­πήλ­θαν ο­ρι­σμέ­νες αλ­λα­γές. Αφε­νός μεν το με­ρά­κι του να γρά­ψει για ό­σα τον στε­νο­χω­ρού­σαν κα­τά έ­ναν πιο α­προ­σχη­μά­τι­στο τρό­πο θα πρέ­πει συ­νε­χώς να με­γά­λω­νε, κα­θώς χει­ρο­τέ­ρευε, για έ­ναν άν­θρω­πο με τη δι­κή του φι­λο­σο­φία ζωής, η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της Αθή­νας. Αφε­τέ­ρου η με­τα­μο­ντέρ­να θέ­α­ση, που ε­πι­κρά­τη­σε, ευ­νό­η­σε θε­μα­τι­κά και μορ­φι­κά α­νοίγ­μα­τα. Αυ­τές οι με­τα­στρο­φές φαί­νε­ται πως λει­τούρ­γη­σαν, του­λά­χι­στον εν μέ­ρει, α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά. Εξα­κο­λού­θη­σε μεν να γρά­φει το διή­γη­μα συ­νε­κτι­κής μορ­φής, στο ο­ποίο και ση­μείω­σε α­κό­μη υ­ψη­λό­τε­ρες ε­πι­δό­σεις, α­νε­ξάρ­τη­τα αν τα βι­βλία του δεν έ­τυ­χαν α­ντί­στοι­χης ε­πι­βρα­βευ­τι­κής α­ξιο­λό­γη­σης. Εκ πα­ραλ­λή­λου, ό­μως, ε­πι­δό­θη­κε στη συγ­γρα­φή α­φη­γη­μά­των, που κα­θρέ­φτι­ζαν την κο­σμο­θεω­ρία του κα­τά τό­σο διαυ­γή τρό­πο, ώ­στε να ελ­κύ­σουν το πλα­τύ κοι­νό, που προ­κα­λού­σε με τις συ­νε­ντεύ­ξεις του. 
Εντός μιας ε­ξα­ε­τίας, ε­ξέ­δω­σε τρία α­φη­γή­μα­τα. Πρό­κει­ται για μια α­φη­γη­μα­τι­κή τρι­λο­γία, ό­που α­να­πτύσ­σει τον προ­σω­πι­κό του τρό­πο σκέ­ψης, ό­πως τον δια­μόρ­φω­σε έ­φη­βος στην Ηγου­με­νί­τσα και τον α­πο­κρυ­στάλ­λω­σε μέ­σα στην πρώ­τη δύ­σκο­λη δε­κα­ε­τία της α­θη­ναϊκής του με­τοι­κε­σίας, πριν α­κό­μη εκ­δώ­σει βι­βλίο. Η φι­λο­σο­φία του δεν ε­δραιώ­νε­ται σε α­ξιώ­μα­τα, αλ­λά σε ρή­σεις του λαϊκού λό­γου, ει­δι­κό­τε­ρα του “βου­νή­σιου”, ό­πως ο ί­διος διευ­κρι­νί­ζει. Οι α­φη­γη­τές του εμ­φα­νί­ζουν τον φω­το­τρο­πι­σμό του συγ­γρα­φέα, ο ο­ποίος, κο­ντά σα­ρά­ντα χρό­νια στην Αθή­να, ε­ξα­κο­λου­θεί, α­να­ζη­τώ­ντας ε­νέρ­γεια, να στρέ­φε­ται προς τον γε­νέ­θλιο τό­πο. Κά­θε δεύ­τε­ρη κου­βέ­ντα και πα­ροι­μία. Ευ­θύς εξ αρ­χής, η γλώσ­σα του Δη­μη­τρίου δια­τη­ρού­σε δια­κρι­τά ί­χνη του γλωσ­σι­κού ι­διώ­μα­τος α­πό την Μουρ­γκά­να της Θεσ­πρω­τίας. Στα πρό­σφα­τα α­φη­γή­μα­τα, εμ­φα­νί­ζε­ται κο­ντά στα άλ­λα και γλωσ­σι­κά τολ­μη­ρό­τε­ρος, πα­ντρεύο­ντας τη λα­λου­μέ­νη των η­λι­κιω­μέ­νων της γε­νέ­τει­ράς του με νεό­πλα­στες λέ­ξεις, προ­σώ­ρας ε­κτός των λε­ξι­κο­γρα­φι­κών ο­ρίων. 
Ο συγ­γρα­φέ­ας χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­φή­γη­μα μό­νο το πρώ­το α­πό τα τρία, «Τα ο­πω­ρο­φό­ρα δέ­ντρα της Αθή­νας». Δεν κά­νει λό­γο για τρι­λο­γία, ού­τε, βε­βαίως, την τιτ­λο­φο­ρεί. Εμείς, πά­ντως, πι­στεύου­με ό­τι έ­νας προ­σφυής τίτ­λος θα ή­ταν, “ύ­μνος στην α­με­ρι­μνη­σία”. Όπως και να έ­χει, με τα δυο πρώ­τα α­φη­γή­μα­τα, το 2005 το πρώ­το και τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το «Σαν το λί­γο το νε­ρό», ο Δη­μη­τρίου έ­ζη­σε και πά­λι θριαμ­βευ­τι­κές η­μέ­ρες, ό­πως ε­κεί­νες του 1990. Στα α­φη­γή­μα­τα δεν προ­κρί­νει την αυ­το­πρό­σω­πη ε­ξο­μο­λό­γη­ση, αλ­λά ε­πι­νο­εί χα­λα­ρής δο­μής μυ­θο­πλα­σίες. Η α­φή­γη­ση και στα τρία εί­ναι σε πρώ­το πρό­σω­πο, με δια­φο­ρε­τι­κό, ό­μως, κά­θε φο­ρά α­φη­γη­τή. Στο πρώ­το, η α­φή­γη­ση μοι­ρά­ζε­ται α­νά­με­σα σε έ­ναν α­δέ­ξιο α­πό χω­ριό ή­ρωα, α­πό τους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς του Δη­μη­τρίου, και τον συγ­γρα­φέα. Στο δεύ­τε­ρο, το ρό­λο του α­φη­γη­τή α­να­λαμ­βά­νει η ψυ­χή ε­νός άρ­τι α­πο­θα­νό­ντος, που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο α­φη­γη­τής του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου. Μό­νο που σε αυ­τό δεν πε­ρι­πλα­νιέ­ται πια α­νά τας ο­δούς και τας ρύ­μας της πρω­τεύου­σας, αλ­λά στα ου­ρά­νια, κά­νο­ντας, πριν την ο­ρι­στι­κή α­πο­χώ­ρη­ση, και μια ε­πί­σκε­ψη στα πά­τρια ε­δά­φη. Τέ­λος, στο πρό­σφα­το, αλ­λά­ζει κά­πως ο χα­ρα­κτή­ρας της μυ­θο­πλα­σίας, κα­θώς ο συγ­γρα­φέ­ας στή­νει μια ου­το­πι­κή κοι­νω­νία, στην ο­ποία και ε­φαρ­μό­ζει κα­τά γράμ­μα την κο­σμο­θεω­ρία του. Δεν πρό­κει­ται για μια ου­το­πία φυ­γής. Πλη­σιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο προς αυ­τό, που έ­χουν α­πο­κα­λέ­σει ευ­το­πία. Χω­ρίς τις λε­πτο­με­ρείς πε­ρι­γρα­φές ε­νός α­να­γνώ­σμα­τος ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας, ο συγ­γρα­φέ­ας φα­ντα­σιώ­νε­ται α­να­γεν­νη­μέ­νους αν­θρώ­πους, με δια­φο­ρε­τι­κά ψυ­χι­κά και πνευ­μα­τι­κά χα­ρί­σμα­τα, που έ­χουν α­ντί­στοι­χα α­να­προ­σαρ­μό­σει τις α­να­με­τα­ξύ τους σχέ­σεις, α­να­συ­ντά­ξει τους θε­σμούς του κοι­νο­τι­κού τους βίου και α­να­συ­γκρο­τή­σει το πε­ρι­βάλ­λον τους σε α­πό­λυ­τη αρ­μο­νία με τη φύ­ση. 
Το βι­βλίο ξε­κι­νά­ει σαν πα­ρα­μύ­θι. Οι κά­τοι­κοι της χώ­ρας, α­δυ­να­τώ­ντας να μο­νιά­σουν, α­πο­φα­σί­ζουν να την χω­ρί­σουν με κλή­ρο στα τρία. Τα κε­λεύ­σμα­τα της θεάς Τύ­χης, ω­στό­σο, δεί­χνουν πο­λύ ι­διό­τρο­πα: Σε ό­σους πα­ρελ­θο­ντο­λο­γούν, α­ρέ­σκο­νται στις πα­ρε­λά­σεις και έ­χουν ρο­πή προς την θρη­σκο­λη­ψία, κλη­ρώ­νε­ται η Βό­ρεια Ελλά­δα, πλην Θρά­κης, την ο­ποία ο συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­δό­ξως λη­σμο­νεί κα­τά την κλή­ρω­ση, στους στραμ­μέ­νους προς το μέλ­λον, του­τέ­στιν τους εκ­συγ­χρο­νι­στές, η Πα­λαιά Ελλά­δα, ε­νώ, στους α­γα­να­κτι­σμέ­νους με ι­δε­ο­λο­γίες και κόμ­μα­τα, που ο συγ­γρα­φέ­ας τους θέ­λει ι­δε­ο­λο­γι­κά α­διά­φο­ρους και μη έ­χο­ντες προ­σω­πι­κές φι­λο­δο­ξίες, μέ­νει το νη­σιω­τι­κό κομ­μά­τι, πλην Κρή­της, κα­θώς οι Κρη­τι­κοί εί­ναι οι μό­νοι που αρ­νή­θη­καν να α­πο­χω­ρι­στούν τον τό­πο τους. Και εί­ναι στα νη­σιά, ό­που ευ­δο­κι­μεί η ευ­το­πία του. 
Όπως θα θυ­μού­νται ό­σοι έ­χουν πα­ρα­κο­λου­θή­σει τη ροή των γλα­φυ­ρών συ­νε­ντεύ­ξεων του Δη­μη­τρίου, ως α­κρο­γω­νιαίους λί­θους της κα­τα­πιε­στι­κής κοι­νω­νι­κής δο­μής θεω­ρεί την οι­κο­γέ­νεια και το σχο­λείο. Από αυ­τούς, λοι­πόν, ξε­κι­νά­ει τη δό­μη­ση της ου­το­πίας του. Αντί για το σχο­λείο, “κρε­α­το­μη­χα­νή”, ό­πως το έ­χει α­πο­κα­λέ­σει, πε­ρι­γρά­φει έ­να παι­δα­γω­γι­κό σύ­στη­μα που, γε­νι­κά και αό­ρι­στα, συν­δέει νη­πιό­θεν τη γνώ­ση με τη χα­ρά. Τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα εί­ναι θε­α­μα­τι­κά, κα­θώς προ­κύ­πτουν κο­πα­δια­στά μι­κροί Αϊνστάιν. Στην ου­το­πία του, η αρ­χαία ρή­ση “τα α­γα­θά κό­ποις κτώ­νται” πά­ει πε­ρί­πα­το και μα­ζί, κά­θε μορ­φής ι­διο­κτη­σία. Επί­σης, κα­ταρ­γού­νται οι χρη­μα­τι­κές συ­ναλ­λα­γές με με­τρη­τά. Προς Θε­ού μην πά­ει ο νους σας στο πλα­στι­κό χρή­μα, στο ο­ποίο κα­τέ­φυ­γε προ­σφά­τως η Σουη­δία και μέλ­λε­ται να α­κο­λου­θή­σουν κι άλ­λες α­νε­πτυγ­μέ­νες χώ­ρες, που πλήτ­το­νται α­πό την φο­ρο­δια­φυ­γή. Στη νη­σιώ­τι­κη ου­το­πία, η τε­χνο­λο­γία έ­χει ε­πα­νέλ­θει σε πρω­τό­γο­νο ε­πί­πε­δο και στις συ­ναλ­λα­γές ε­φαρ­μό­ζε­ται το αρ­χαϊκό σύ­στη­μα της τρά­μπας. Η πιο ρη­ξι­κέ­λευ­θη, ό­μως, και­νο­το­μία συ­νί­στα­ται στην άρ­ση της ι­σχύος του θε­σμού του γά­μου και συ­να­κό­λου­θα, στην κα­τα­πό­ντι­ση του έ­τε­ρου θε­με­λίου των κοι­νω­νιών μας, της οι­κο­γέ­νειας. Κι αυ­τό, σε μια προ­σπά­θεια να α­πα­λει­φτούν τα δει­νά “της οι­κο­γε­νεια­κής δη­μο­κρα­τίας” και “της ε­πο­χής του μη­τρι­κού θρή­νου”, ό­πως ο α­φη­γη­τής α­πο­κα­λεί τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση. Αφής στιγ­μής έ­να παι­δί γεν­νιέ­ται, η μέ­ρι­μνά του εί­ναι κοι­νο­τι­κή υ­πό­θε­ση. Μα­κράν, ω­στό­σο, του κα­τα­πιε­στι­κού κι­νέ­ζι­κου μο­ντέ­λου, κα­θώς στην εν λό­γω ου­το­πία ό­λα προσ­λαμ­βά­νουν μια πα­ρα­δεί­σια διά­στα­ση. Και βε­βαίως, σε μια τέ­τοια κοι­νω­νία τε­λεί­ται η α­πό­λυ­τη, κα­τά την τρέ­χου­σα φρα­σε­ο­λο­γία, ε­ρω­τι­κή ε­πα­νά­στα­ση, σε πλή­ρη αρ­μο­νία με τις φροϋδι­κές α­ντι­λή­ψεις, σύμ­φω­να με τις ο­ποίες ο μο­νο­γα­μι­κός και ε­τε­ρο­φυ­λό­φι­λος έ­ρω­τας ού­τε ο μο­να­δι­κός εί­ναι ού­τε συ­νι­στά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της αν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μί­λια μπρο­στά φαί­νε­ται να βρί­σκε­ται ο Δη­μη­τρίου σε σχέ­ση με τον πρε­σβύ­τε­ρό του Πα­σκάλ Μπρύ­κνε­ρ, που κα­τα­τρύ­χε­ται με το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο “ο γά­μος α­πό έ­ρω­τα έ­χει α­πο­τύ­χει”. Κι ε­νώ ο Γα­λά­της α­νε­πι­φύ­λα­κτα τάσ­σε­ται υ­πέρ της ιε­ρό­τη­τας του έ­ρω­τα, δεν τολ­μά να α­πε­μπο­λή­σει τον γά­μο, αλ­λά προ­τεί­νει τρο­πο­ποίη­σή του προς το α­νε­κτι­κό­τε­ρο, με ο­λί­γα κα­τά συν­θή­κη ψεύ­δη και πλή­θος ή έ­στω ό­σες ζη­τά ο ορ­γα­νι­σμός ε­νός ε­κά­στου λα­θρο­γα­μίες.
  Δυ­στυ­χώς, για την πε­ρι­γρα­φή του συ­στή­μα­τος δια­κυ­βέρ­νη­σης της ου­το­πι­κής κοι­νω­νίας του, ο Δη­μη­τρίου α­φιε­ρώ­νει μό­λις μια πα­ρά­γρα­φο. Άλλα εί­ναι τα θέ­μα­τα, που τον α­πα­σχο­λούν και για τα ο­ποία γρά­φει, για μια α­κό­μη φο­ρά, δια­σκε­δα­στι­κές σε­λί­δες. Τα κε­φα­λαιώ­δη για τον άν­θρω­πο: δια­τρο­φή, έν­δυ­ση, κα­τοι­κία, δια­σκέ­δα­ση. Προ­φα­νώς, οι κά­τοι­κοι της ου­το­πίας εί­ναι χορ­το­φά­γοι και στο μέ­τρο του δυ­να­τού, ω­μο­φά­γοι. Καί­τοι νη­σιώ­τες, ού­τε μα­ρί­δα δεν αγ­γί­ζουν. Σε μια κο­ρύ­φω­ση, μά­λι­στα, της οι­κο­λο­γι­κής τους συ­νεί­δη­σης, θεω­ρούν και τα φυ­τά έμ­βια ό­ντα, συ­νε­πώς κι αυ­τά α­κα­τάλ­λη­λα προς βρώ­σιν. Όσο για τα ρού­χα τους, ό­λο “το έ­χειν τους” χω­ρά­ει σε έ­να σα­κί­διο. Αντι­στοί­χως, για κα­τοι­κία, χρη­σι­μο­ποιούν λυό­με­νες κα­τα­σκευές. Ενώ, δια­σκε­δά­ζουν με παι­δι­κά παι­χνί­δια σε αυ­το­σχέ­δια λού­να παρκ. Ο οί­στρος του συγ­γρα­φέα σε αυ­τές τις πε­ρι­γρα­φές, α­ντί­στοι­χες με ε­κεί­νες στα δυο προ­η­γού­με­να α­φη­γή­μα­τα, κο­ρυ­φώ­νε­ται, Ως υ­ψί­στη πε­μπτου­σία της ευ­τυ­χίας προ­βάλ­λει ο χρό­νος, που κά­ποιος εί­ναι πα­ντε­λώς “ά­σκο­πος”. Υπο­θέ­του­με ό­τι πρό­κει­ται για η­θε­λη­μέ­νη υ­περ­βο­λή, ώ­στε να υ­πο­γραμ­μι­στεί το α­πο­τρό­παιο αί­τη­μα των ση­με­ρι­νών κοι­νω­νιών να εί­ναι κά­ποιος “με­τρή­σι­μα πα­ρα­γω­γι­κός”. Αν και το προ­κλη­τι­κό­τε­ρο αί­τη­μα αυ­τής της ου­το­πίας εί­ναι οι άν­θρω­ποι να ε­πα­να­κτή­σουν, συν τω χρό­νω, τις α­πο­λε­σθεί­σες ι­διό­τη­τες του ζώου. 
Ο Δη­μη­τρίου, στην ου­το­πία του, δεν θα ή­ταν δυ­να­τόν να λη­σμο­νή­σει την λο­γο­τε­χνι­κή και καλ­λι­τε­χνι­κή δη­μιουρ­γία, ό­που και­νο­το­μεί δρα­στι­κά. Ορί­ζει να εί­ναι α­νώ­νυ­μη και οι συγ­γρα­φείς να αρ­κού­νται στη χα­ρά της δη­μιουρ­γίας. Δια­κρί­σεις και βρα­βεία έ­χουν κα­ταρ­γη­θεί. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αυ­τό συμ­βαί­νει μό­νο στην ου­το­πία και δεν α­πο­τε­λεί μέ­ρος της κο­σμο­θεω­ρίας του. Ού­τε στις συ­νε­ντεύ­ξεις του ού­τε στην πρά­ξη α­πο­ποιεί­ται τις δια­κρί­σεις. Τέ­λος, “η κρι­τι­κή έ­πα­ψε να α­σκεί­ται”, με την αι­τιο­λο­γία, ό­τι “οι άν­θρω­ποι δεν ε­χαί­ρο­ντο πια με την λο­γο­τε­χνι­κή α­πο­τυ­χία”. Μάλ­λον ι­σχνό δεί­χνει το ε­πι­χεί­ρη­μα. Εκτός κι αν θα πρέ­πει να συ­μπε­ρά­νου­με ό­τι κα­τά τον Δη­μη­τρίου, το έρ­γο του κρι­τι­κού συ­νί­στα­ται στην κα­ταρ­ρά­κω­ση ε­νός συγ­γρα­φέα προς α­γαλ­λία­ση του ε­μπα­θούς σι­να­φιού; Όπως και να έ­χει, δυ­στυ­χώς ή ευ­τυ­χώς, οι ου­το­πίες κρα­τούν λί­γο, ε­νώ, κα­τά κα­νό­να, με­τεω­ρί­ζο­νται με­τα­ξύ α­πλοϊκών και ε­ξε­ζη­τη­μέ­νων ε­πι­νοή­σεων. Έτσι κι αυ­τή η ου­το­πία τε­λειώ­νει γρή­γο­ρα, σαν ό­νει­ρο θε­ρι­νής νυ­κτός. Φύ­σει α­νι­κα­νο­ποίη­τοι οι άν­θρω­ποι, βα­ρέ­θη­καν την ου­το­πία τους και άρ­χι­σαν να α­πο­ζη­τούν την κα­τα­πίε­ση των πα­λαιών θε­σμών. Του­τέ­στιν, ό­λες ε­κεί­νες τις ευ­λο­γη­μέ­νες α­πα­γο­ρεύ­σεις του τρί­πτυ­χου “πα­τρίς θρη­σκεία οι­κο­γέ­νεια”. Οι λι­γο­στοί νο­σταλ­γοί της ου­το­πι­κής ε­λευ­θε­ριό­τη­τας ε­ξο­ρί­ζο­νται στη συ­νο­ρια­κή ζώ­νη Ελλά­δας - Αλβα­νίας, κρα­τώ­ντας τη γλώσ­σα και τη μου­σι­κή τους. Έτσι πραγ­μα­το­ποιεί­ται α­κό­μη έ­νας μυ­θο­πλα­στι­κός νό­στος του συγ­γρα­φέα στο γε­νέ­θλιο τό­πο.    

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 23/9/2012.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Διάσωση της μνήμης



Κού­λα Ξη­ρα­δά­κη
«ΚΑ­ΤΟ­ΧΙ­ΚΑ
Κα­τά­λο­γοι ε­κτε­λε­σθέ­ντων
ο­μα­δι­κά σφα­για­σθέ­ντων α­μά­χων
πε­σό­ντων της Αντί­στα­σης»
Φω­το­γρα­φίες-Ντο­κου­μέ­ντα-Ενθύ­μια
Από τον ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό
α­γώ­να 1941-1944
Τό­μοι Α΄, Β΄, Γ΄
Νέα έκ­δο­ση, α­να­θεω­ρη­μέ­νη
και συ­μπλη­ρω­μέ­νη
Επι­μέ­λεια: Κω­στής Γιούρ­γος 
Εκδό­σεις Κουκ­κί­δα, Αθή­να 2012

Τα­σού­λα Βερ­βε­νιώ­τη
«Κού­λα Ξη­ρα­δά­κη
“Εγώ δεν τα πα­ρά­τη­σα...”»
Βιο­γρα­φία
μιας αυ­το­δί­δα­κτης ι­στο­ρι­κού
Εκδό­σεις Κουκ­κί­δα, Αθή­να 2012

Από την εικονογράφηση των «Κατοχικών»
της Κούλας Ξηραδάκη. «Οι μελλοθάνατοι»,
ξυλογραφία του Α. Τάσσου, 1943.


Εφτά χρό­νια με­τά τον θά­να­το της Κού­λας Ξη­ρα­δά­κη, στις 5 Μαΐου 2005, εκ­δό­θη­καν δυο δι­κά της βι­βλία, στρογ­γυ­λεύο­ντας σε εί­κο­σι το σύ­νο­λο της ερ­γο­γρα­φίας της. Μό­νο που αυ­τά, σε α­ντί­θε­ση με τα προ­η­γού­με­να δέ­κα ο­κτώ, που εκ­δό­θη­καν στην διάρ­κεια μι­σού αιώ­να (1952-2001), δεν ε­τοι­μά­στη­καν α­πό την ί­δια. Τα «Κα­το­χι­κά», που στά­θη­καν γι’ αυ­τήν έρ­γο ζωής, άρ­γη­σαν, στε­ρώ­ντας της την ι­κα­νο­ποίη­ση της ο­λο­κλη­ρω­μέ­νης κα­τά­θε­σης. Ενώ, σχε­τι­κά με το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, μπο­ρεί και να την στε­νο­χω­ρού­σε η σκέ­ψη, ό­τι αυ­τή που φρό­ντι­σε τό­σες γυ­ναί­κες, α­μέ­λη­σε να στή­σει η ί­δια τον ι­στό της δι­κής της ζωής. Βε­βαίως, η βιο­γρα­φία της, αυ­τή που υ­πο­γρά­φει η ι­στο­ρι­κός Τα­σού­λα Βερ­βε­νιώ­τη, προέ­κυ­ψε με τη συρ­ρα­φή δι­κών της συ­νε­ντεύ­ξεων και αυ­το­βιο­γρα­φι­κών κει­μέ­νων. Εί­χε μά­λι­στα ε­γκρί­νει τις α­πο­μα­γνη­το­φω­νή­σεις και εί­χε κά­νει προ­σθή­κες. Πα­ρό­λα αυ­τά, μια ε­νιαία και α­να­λυ­τι­κό­τε­ρη βιο­γρα­φι­κή α­φή­γη­ση φω­τί­ζει με δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο συμ­βά­ντα και πρά­ξεις, χω­ρίς να α­φή­νει χά­σμα­τα σε κρί­σι­μα ση­μεία του προ­σω­πι­κού βίου και της δη­μό­σιας δρά­σης. Λ.χ., δεν αρ­κεί­ται σε μια ε­πι­γραμ­μα­τι­κή φρά­ση της μορ­φής, “Τα Δε­κεμ­βρια­νά τα έ­ζη­σα”, που α­φή­νει α­να­πά­ντη­τη την α­πο­ρία, κα­τά πό­σο, σε ε­κεί­νο το ση­μείο, υ­πήρ­ξαν ε­ρω­τή­σεις της συ­νε­ντευ­ξιά­στριας, αλ­λά δεν δό­θη­καν διευ­κρι­νι­στι­κές α­πα­ντή­σεις.
Τα «Κα­το­χι­κά», το Με­γά­λο Βι­βλίο των Θυ­μά­των της Κα­το­χής, η Ξη­ρα­δά­κη ου­σια­στι­κά το ξε­κί­νη­σε το 1941, κρα­τώ­ντας το α­πό­κομ­μα κά­ποιας ε­φη­με­ρί­δας με την εί­δη­ση του πρώ­του ε­κτε­λε­σθέ­ντος στην Αθή­να α­πό τους Γερ­μα­νούς, στις 4 Ιου­νίου 1941. Δη­λα­δή, έ­να πε­ρί­που μή­να με­τά την εί­σο­δο των κα­το­χι­κών στρα­τευ­μά­των στην πό­λη, στις 27 Απρι­λίου. Ο πρώ­τος τό­μος των «Κα­το­χι­κών», με υ­πό­τιτ­λο, «Κα­τά­λο­γοι ε­κτε­λε­σθέ­ντων Φω­το­γρα­φίες-Ντο­κου­μέ­ντα-Ενθύ­μια α­πό τον Εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό Αγώ­να 1941-1944», εκ­δό­θη­κε αρ­χές 1975. Την ει­σα­γω­γή ε­κεί­νου του πρώ­του τό­μου την αρ­χί­ζει με έ­ναν ε­πι­κρι­τι­κό α­πο­λο­γι­σμό: «Τριά­ντα χρό­νια πέ­ρα­σαν α­πό το τέ­λος της τρι­πλής κα­το­χής και οι πλη­γές α­κό­μα δεν έ­κλει­σαν. Η Αντί­στα­ση δεν α­να­γνω­ρί­στη­κε και οι νε­κροί της δεν βρή­καν δι­καίω­ση...» Σε αυ­τό το έ­να τρί­το του αιώ­να, εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει 2700 ο­νό­μα­τα. Στις 12 Οκτω­βρίου 1944, οι Γερ­μα­νοί α­πο­χώ­ρη­σαν α­πό την Αθή­να. Εκεί­νη την η­μέ­ρα, σε δρό­μο του Πα­λαιού Φα­λή­ρου, γερ­μα­νός στρα­τιώ­της σκό­τω­σε έ­ναν τε­λευ­ταίο ά­μα­χο Αθη­ναίο, την μα­θή­τρια Ήβη Αθα­να­σιά­δου. Ακρι­βώς, “στις Ελλη­νί­δες που σφρά­γι­σαν με τη ζωή τους τον α­γώ­να του λα­ού μας το 1941-44”, α­φιέ­ρω­σε τον πρώ­το τό­μο, κα­θώς συ­νέ­πε­σε το 1975 να έ­χει α­να­κη­ρυχ­θεί α­πό το Ο­ΗΕ Διε­θνές έ­τος της Γυ­ναί­κας. Τον δεύ­τε­ρο τό­μο τον ε­ξέ­δω­σε το 1979. Τον τρί­το τό­μο, ο ο­ποίος δη­μο­σιεύε­ται για πρώ­τη φο­ρά, θα πρέ­πει να τον εί­χε έ­τοι­μο α­πό τις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’80. Φαί­νε­ται, ό­μως, πα­ρά­δο­ξο να μη βρί­σκει εκ­δό­τη για έ­να πα­ρό­μοιο έρ­γο στα χρό­νια της Με­τα­πο­λί­τευ­σης, ι­δίως τα πρώ­τα, που αν­θού­σε το πο­λι­τι­κό βι­βλίο. Το πα­ρά­δο­ξο ε­πι­τεί­νε­ται, εάν συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με ό­τι ο πρώ­τος τό­μος των «Κα­το­χι­κών» ό­σο και ο δεύ­τε­ρος έ­τυ­χαν κα­λής υ­πο­δο­χής α­πό τον Τύ­πο. Όπως και να έ­χει, τους δυο πρώ­τους τους ε­ξέ­δω­σε ι­δίοις α­να­λώ­μα­σιν, ε­νώ ο τρί­τος έ­μει­νε στο συρ­τά­ρι της. Για να βρε­θεί εκ­δό­της χρειά­στη­κε να πε­ρά­σουν 70 χρό­νια α­πό ε­κεί­νον τον πρώ­το νε­κρό, του ο­ποίου το ό­νο­μα χά­θη­κε στον σκο­τει­νό βυ­θό της α­νω­νυ­μίας μα­ζί με το α­πό­κομ­μα της ε­φη­με­ρί­δας και ό­λα ό­σα εί­χε μα­ζέ­ψει στα τρία χρό­νια και τέσ­σε­ρις μή­νες της Κα­το­χής. “Τα έ­κα­ψα για να μην καώ”, ό­πως λέει. Εί­χε πά­ρει, ω­στό­σο, το βά­φτι­σμα του συλ­λέ­κτη.
Εδώ, θα έ­πρε­πε να προ­στε­θεί μια υ­πο­ση­μείω­ση. Στην ει­σα­γω­γή του πρώ­του τό­μου, η Ξη­ρα­δά­κη ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι την έ­μπνευ­ση της συλ­λο­γής στοι­χείων κα­τά τη διάρ­κεια της Κα­το­χής –έ­ντυ­πα κα­το­χι­κά, πα­ρά­νο­μα φύλ­λα, μπρο­σού­ρες, τρυ­κ, προ­κη­ρύ­ξεις, ση­μειώ­σεις με ο­νό­μα­τα ε­κτε­λε­σθέ­ντω­ν–  της την εί­χε δώ­σει “μια ε­πι­φυλ­λί­δα για κά­ποιον Κων­στα­ντί­νο-Αγα­θό­φρο­να Νι­κο­λό­που­λο α­π’ την Ανδρί­τσαι­να, που, σαν πή­γε στο Πα­ρί­σι λί­γο με­τά την γαλ­λι­κή ε­πα­νά­στση, εί­χε την έ­μπνευ­ση να μα­ζέ­ψη ό,τι έ­ντυ­πο κυ­κλο­φό­ρη­σε στην διάρ­κεια της ε­πα­νά­στα­σης κι έ­τσι συ­γκρό­τη­σε μια σπου­δαία συλ­λο­γή”. Αυ­τό το αό­ρι­στο κά­ποιος Νι­κο­λό­που­λος χρειά­ζε­ται σχο­λια­σμό για ό­ποιον τυ­χόν δεν γνω­ρί­ζει τον φί­λο και συ­νερ­γά­τη του Κο­ραή Κων­στα­ντί­νο Νι­κο­λό­που­λο, γνω­στό και με το ψευ­δώ­νυ­μο Αγα­θό­φρων, ό­πως υ­πέ­γρα­φε τα άρ­θρα του στον «Λό­γιο Ερμή». Ήταν εκ­δό­της, μα­ζί με τον Κερ­κυ­ραίο Σπυ­ρί­δω­να Κον­δό, του πε­ριο­δι­κού «Μέ­λισ­σα», μα­χη­τής του γλωσ­σι­κού ε­νά­ντια στις α­πό­ψεις του Πα­να­γιώ­τη Κο­δρι­κά, αλ­λά και ποιη­τής και συν­θέ­της, με­τα­ξύ άλ­λων της Ολυ­μπια­κής Ωδής του Πιν­δά­ρου, Θεω­ρεί­ται, μά­λι­στα, πρω­το­πό­ρος στη σύν­θε­ση πο­λυ­φω­νι­κής μου­σι­κής για την ορ­θό­δο­ξη εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση. Όσο για την σπου­δαία βι­βλιο­θή­κη του, την δώ­ρι­σε το 1838 στην γε­νέ­τει­ρα του πα­τέ­ρα του, του Γεωρ­γά­κη Νι­κο­λό­που­λου, που έ­φυ­γε με­τά τα Ορλω­φι­κά α­πό την ο­ρει­νή Ολυ­μπία και ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Σμύρ­νη. Πρό­κει­ται για την Νι­κο­λο­πού­λειο Βι­βλιο­θή­κη της Ανδρί­τσαι­νας. Το πι­θα­νό­τε­ρο, η Ξη­ρα­δά­κη διά­βα­σε κά­ποιο δη­μο­σίευ­μα με α­φορ­μή τη συ­μπλή­ρω­ση 100 χρό­νων α­πό το θά­να­τό του, το 1841, στα 55 του α­πό τέ­τα­νο.
Η μα­κριά πα­ρέκ­κλι­ση, ό­χι τό­σο ως μι­κρή πα­ρά­λει­ψη του ε­πι­με­λη­τή, αλ­λά ως έν­δει­ξη ό­τι κά­θε πρά­ξη α­πο­κτά για τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους συμ­βο­λι­κή διά­στα­ση, αλ­λά και δι­δα­κτι­κή, ό­ταν κα­τα­λή­γει σε μί­μη­ση. Η τό­τε, λοι­πόν, 22χρο­νη Ξη­ρα­δά­κη α­κο­λού­θη­σε πι­στά το πα­ρά­δειγ­μα του “α­γα­θό­φρο­να” Ηλείου. Δεν έ­γι­νε μό­νο συλ­λέκ­τρια δια βίου, αλ­λά δια­πνεό­ταν και α­πό την ί­δια α­ντί­λη­ψη, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει έ­ναν γνή­σιο συλ­λέ­κτη. Ο στό­χος της πε­ρι­συλ­λο­γής υ­λι­κού δεν ή­ταν ω­φε­λι­μι­στι­κός, λ.χ. για την εκ­πό­νη­ση μιας έκ­δο­σης, αλ­λά ή­ταν αυ­τή κα­θ’ ε­αυ­τή η διά­σω­ση της μνή­μης. Την ί­δια φρο­ντί­δα δεί­χνει, μνη­μο­νεύο­ντας ό­σους γνώ­ρι­σε. Ο δεύ­τε­ρος τό­μος των «Κα­το­χι­κών» δεν έ­χει α­φιέ­ρω­ση, ο τρί­τος, ω­στό­σο, εί­ναι “μνή­μη Τά­σου Βουρ­νά”. Θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Βουρ­νάς α­πε­βίω­σε στις 15 Νοε. 1990, ά­ρα η α­φιέ­ρω­ση θα προ­στέ­θη­κε εκ των υ­στέ­ρων με την προ­σμο­νή της έκ­δο­σης. Έξι χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρός της, φί­λος και σύ­ντρο­φος α­πό τις μα­ζώ­ξεις της Τε­τάρ­της στο Λό­φο Σκου­ζέ, στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’50, στά­θη­κε σύμ­βου­λος στα γρα­ψί­μα­τά της. Εκεί­νος την πα­ρό­τρυ­νε να κα­τα­πια­στεί με τις γυ­ναί­κες και τις υ­πέ­δει­ξε τις δυο πρώ­τες, την Ευαν­θία Καΐρη και την Καλ­λιό­πη Πα­πα­λε­ξο­πού­λου. Έτσι προέ­κυ­ψε, το 1956, η ι­στο­ρι­κή μο­νο­γρα­φία για την πρώ­τη και τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία για την δεύ­τε­ρη. Ανα­ζη­τώ­ντας τα ί­χνη της Πα­πα­λε­ξο­πού­λου, γνώ­ρι­σε τον Κορ­δά­το. Πο­λι­τι­κός άν­δρας του Ναυ­πλίου ο σύ­ζυ­γος της Πα­πα­λέ­ξαι­νας, ό­πως την α­πο­κα­λού­σε ο Κορ­δά­τος, και η ί­δια, καί­τοι Πα­τρι­νή, κό­ρη του προ­ε­στού Ανδρέα Κα­λα­μο­γδάρ­τη, στά­θη­κε “η η­ρωί­δα της Ναυ­πλια­κής ε­πα­νά­στα­σης”, σύμ­φω­να του­λά­χι­στον με τον τίτ­λο της βιο­γρα­φίας της. Σή­με­ρα, εί­ναι μια α­κό­μη λη­σμο­νη­μέ­νη γυ­ναι­κεία προ­σω­πι­κό­τη­τα. Στο σα­λό­νι της φαί­νε­ται πως ε­ξυ­φάν­θη­καν ση­μα­ντι­κές μη­χα­νορ­ρα­φίες, με­τα­ξύ αυ­τών και η γνω­στή ε­ξέ­γερ­ση, που ο­δή­γη­σε στην έ­ξω­ση του Όθω­να. Δεν εί­ναι, ω­στό­σο, και τό­σο γνω­στό ό­τι η ε­στία της ε­ξέ­γερ­σης, την ά­νοι­ξη του 1862, ή­ταν στο Ναύ­πλιο. Όπως και να έ­χει, με το βι­βλίο α­νά χεί­ρας, η Ξη­ρα­δά­κη ε­πι­σκέ­φθη­κε τον Ναυ­πλιώ­τη Άγγε­λο Τερ­ζά­κη στο γρα­φείο του στο Εθνι­κό Θέ­α­τρο. Ευ­θαρ­σώς τον ρώ­τη­σε αν θα της έ­γρα­φε κρι­τι­κή και ε­κεί­νος α­πά­ντη­σε ευ­θέως αρ­νη­τι­κά. Την πα­ρό­τρυ­νε, ω­στό­σο, να προ­χω­ρή­σει. “Από κει και πέ­ρα, ε­γώ βρή­κα το δρό­μο μου”, ό­πως λέει στη συ­νέ­ντευ­ξή της.  Δεν προ­σχε­διά­ζει τα βι­βλία της. Λει­τουρ­γεί πα­ρορ­μη­τι­κά, υ­πα­κούο­ντας συ­χνά στην έ­μπνευ­ση της στιγ­μής. Πι­στεύει στις συ­μπτώ­σεις και ό­ταν πα­ρου­σιά­ζο­νται τις εκ­με­ταλ­λεύε­ται. Μη έ­χο­ντας πρό­σβα­ση στις κυ­ρίως αρ­χεια­κές πη­γές, α­να­ζη­τά το υ­λι­κό στα θεω­ρού­με­να ως α­πορ­ρίμ­μα­τα και σε α­νεκ­με­τάλ­λευ­τα α­πό τους ε­ρευ­νη­τές αρ­χεία, ό­πως ε­κεί­νο του Ελε­γκτι­κού Συ­νε­δρίου, ό­που ερ­γα­ζό­ταν.   
     Μια γυ­ναί­κα με πά­θος. Αυ­τή ή­ταν η Κού­λα Ξη­ρα­δά­κη. Έτσι τη συ­στή­νει το έρ­γο της και με αυ­τό ως κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό την βιο­γρα­φία της. Εί­χε έ­ναν υ­περ­βάλ­λο­ντα ζή­λο για να γνω­ρί­σει και να κά­νει πράγ­μα­τα, που την χα­ρα­κτή­ρι­ζε α­πό παι­δί. Το μαρ­τυ­ρά­ει ο λό­γος της μη­τέ­ρας της. “Αυ­τό το παι­δί δεν εί­ναι στα κα­λά του”, έ­λε­γε α­κού­γο­ντας τις α­προσ­δό­κη­τες ε­πι­θυ­μίες της. Η Ξη­ρα­δά­κη φαί­νε­ται πως διέ­θε­τε κά­ποιες α­ρε­τές, που του­λά­χι­στον συν­δυα­σμέ­νες σπα­νί­ζουν. Ευαι­σθη­σία και φα­ντα­σία, ε­πι­μο­νή και υ­πο­μο­νή. Κα­τά μια πα­λαιι­κή έκ­φρα­ση, ό,τι πέ­τυ­χε το πέ­τυ­χε με το σπα­θί της. Ού­τε εγ­γράμ­μα­τοι ού­τε α­ρι­στε­ροί ή­ταν οι γο­νείς της. Και ε­πι­πλέ­ον, τα οι­κο­νο­μι­κά της οι­κο­γέ­νειας  ή­ταν στε­νά. Εκεί­νη, ό­μως, και το σχο­λείο τε­λείω­σε με κα­λές ε­πι­δό­σεις, δου­λεύο­ντας τα κα­λο­καί­ρια, και στην Αντί­στα­ση α­να­μίχ­θη­κε α­πό τους πρώ­τους. Οργα­νω­μέ­νη στο Εα­μι­κό κί­νη­μα, πή­ρε μέ­ρος σε ό­λες τις δια­δη­λώ­σεις. Η πρώ­τη μύη­ση έ­γι­νε στην πα­ρέα του Λό­φου Σκου­ζέ, την ο­ποία, έ­νας της ο­μά­δας, ο Αντρέ­ας Φρα­γκιάς, α­πα­θα­νά­τι­σε στο μυ­θι­στό­ρη­μά του «Λοι­μός». Εκεί πρω­τά­κου­σε το ό­νο­μα του Ρί­τσου. Μια α­πό τις πρώ­τες τολ­μη­ρές της πρά­ξεις ή­ταν η φυ­γά­δευ­ση των ό­πλων των Ιτα­λών  α­πό την Σχο­λή Ευελ­πί­δων, που τό­τε ή­ταν στρα­τώ­νας των Γερ­μα­νών. Οι Ιτα­λοί, με­τά την συν­θη­κο­λό­γη­ση, βρί­σκο­νταν ε­κεί υ­πό ε­πι­τή­ρη­ση. Η βρα­δι­νή έ­ξο­δος ε­πι­τρε­πό­ταν, υ­πό τον ό­ρο να βγαί­νουν ά­ο­πλοι. Οι Γερ­μα­νοί φο­βό­νταν μην και προ­σχω­ρή­σουν στον Ε­ΛΑΣ. Γνώ­ρι­ζαν, ό­μως, ό­τι οι α­ντάρ­τες, με την με­γά­λη έλ­λει­ψη σε πο­λε­μο­φό­δια, τους ή­θε­λαν να προ­σχω­ρούν με τον ο­πλι­σμό τους. Με­τά την ε­πι­τυ­χή έκ­βα­ση της ε­πι­χεί­ρη­σης, ο κα­πε­τά­νιος της χά­ρι­σε έ­να πι­στό­λι, που φαί­νε­ται ό­τι το βρή­κε πο­λύ μι­κρό για α­ντρι­κό. Η Ξη­ρα­δά­κη, με­τά τα Δε­κεμ­βρια­νά, α­κο­λού­θη­σε την πο­ρεία μέ­χρι τα Κρώ­ρα. Κα­τά κομ­μα­τι­κή ε­ντο­λή, συ­νέ­χι­σε για Χαλ­κί­δα, α­πό ό­που θα­λασ­σίως πέ­ρα­σε στο Μώ­λο Φθιώ­τι­δας και με­τά, κα­τό­πιν νεό­τε­ρης ο­δη­γίας, τά­χι­στα οί­κα­δε για να α­να­στή­σουν τις ορ­γα­νώ­σεις της Αθή­νας. Ού­τε εί­χε την τύ­χη να ζευ­γα­ρώ­σει με κά­ποιον που να α­πο­δέ­χε­ται την γυ­ναί­κα σαν ά­το­μο με ί­σα δι­καιώ­μα­τα. Γι’ αυ­τό και χώ­ρι­σε νω­ρίς. Το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο, πά­ντως, πέ­ραν των κοι­νω­νι­κών α­πο­κλει­σμών, ή­ταν ο χρό­νος της γέν­νη­σής της. Γεν­νη­μέ­νος κά­ποιος, ό­πως η Ξη­ρα­δά­κη,  το 1919 σή­μαι­νε ό­τι η τρί­τη και πιο γό­νι­μη δε­κα­ε­τία της ζωής του θα ή­ταν η ε­μπό­λε­μη του ’40. Πα­ρό­λα αυ­τά, με­τά την Κα­το­χή, γρά­φτη­κε στην Πά­ντειο και την τε­λείω­σε. Στη συ­νέ­χεια, το 1950, θα τέ­λειω­νε και την Φι­λο­σο­φι­κή, αν η φοί­τη­ση δεν ή­ταν υ­πο­χρεω­τι­κή. Τό­τε, ό­μως, μό­λις εί­χε προσ­λη­φθεί, κα­τό­πιν ε­ξε­τά­σεων, στο Ελε­γκτι­κό Συ­νέ­δριο. Κι ό­μως, πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στη Φι­λο­σο­φι­κή, ζη­τώ­ντας την ά­δεια α­πό τον ί­διο τον κα­θη­γη­τή Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Φι­λο­λο­γίας, που ή­ταν ο Γεώρ­γιος Ζώ­ρας. Αργό­τε­ρα, με την υ­πο­στή­ρι­ξή του, δη­μο­σίευ­σε δυο άρ­θρα στο πε­ριο­δι­κό «Παρ­νασ­σός».
Ως συγ­γρα­φέα και ε­ρευ­νή­τρια της ι­στο­ρίας των γυ­ναι­κών α­να­φέ­ρει την Ξη­ρα­δά­κη η ε­γκυ­κλο­παί­δεια. Δεν της χα­λα­λί­ζει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του ι­στο­ρι­κού ού­τε καν αυ­τόν του ι­στο­ριο­δί­φη. Αλλά και στη βιο­γρα­φία προ­στί­θε­ται ως υ­πό­τιτ­λος η εμ­φα­ντι­κή υ­πεν­θύ­μι­ση, ό­τι πρό­κει­ται για αυ­το­δί­δα­κτη ι­στο­ρι­κό.  Πό­σοι ε­παγ­γελ­μα­τίες ι­στο­ρι­κοί έ­χουν να ε­πι­δεί­ξουν έ­να έρ­γο α­ντί­στοι­χο με την, έ­στω και ε­ρα­σι­τε­χνι­κή, κα­τα­γρα­φή των ε­κτε­λε­σθέ­ντων στα χρό­νια της Κα­το­χής, που έ­κα­νε η Ξη­ρα­δά­κη; Βε­βαίως, για έ­ναν ι­στο­ρι­κό, θα πρέ­πει να εί­ναι α­δια­νό­η­το το διάν­θι­σμα μιας πα­ρό­μοιας ερ­γα­σίας με στί­χους, ο ε­μπλου­τι­σμός των βιο­γρα­φι­κών ση­μειω­μά­των των θυ­μά­των με συ­ναι­σθη­μα­τι­κής υ­φής πα­ρα­τη­ρή­σεις και οι άλ­λες α­ντιε­πι­στη­μο­νι­κές και­νο­το­μίες, που α­ρέ­σουν στην Ξη­ρα­δά­κη. Κι ό­μως, στη με­τα­μο­ντέρ­να ε­πο­χή, που η Ιστο­ρία δεν συ­νι­στά πα­ρά μια α­κό­μη α­φή­γη­ση, ί­σως αυ­τός ο προ­σω­πι­κός τρό­πος συγ­γρα­φής να α­πο­τε­λεί μια πολ­λά υ­πο­σχό­με­νη πρό­τα­ση. Από την άλ­λη, ε­παγ­γελ­μα­τίες ι­στο­ρι­κοί και λοι­ποί ε­πι­στή­μο­νες υ­πο­δει­κνύουν μεν συ­στη­μα­τι­κούς τρό­πους κα­τάρ­τι­σης, με ε­ξαν­τλη­τι­κή προ­σφυ­γή στις πη­γές, αλ­λά, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, έ­χουν προ­κύ­ψει συλ­λο­γι­κά βι­βλία Ιστο­ρίας και Βά­σεις Δε­δο­μέ­νων, που πά­σχουν α­πό πα­ρα­λεί­ψεις, α­βλε­ψίες και ε­πι­κα­λύ­ψεις. Ίσως, για­τί ε­πι­τε­λού­νται μη­χα­νι­στι­κά ή α­πό βο­η­θούς χω­ρίς με­ρά­κι. Ίσως, για­τί ο κύ­ριος στό­χος των ση­με­ρι­νών ε­πι­στη­μό­νων εί­ναι, σε με­γά­λο βαθ­μό, οι θεω­ρίες. Έτσι, ε­ρα­σι­τέ­χνες, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Κων­στα­ντί­νος Σά­θας, ο Γιάν­νης Βλα­χο­γιάν­νης ή και η Κού­λα Ξη­ρα­δά­κη, με δια­φο­ρά ύ­ψους βέ­βαια, έ­χουν ο­ρι­στι­κά ε­κλεί­ψει. Ανα­με­νό­με­νο, α­φού α­παλ­λα­χτή­κα­με α­πό τις νοο­τρο­πίες, που τους ε­ξέ­θρε­ψαν.     
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/9/2012.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Στον τόπο του Καρκαβίτσα



Τά­κης Ν. Λαϊνάς
«Ο κά­μπος ο κό­σμος
El campo el mundo»
Εκδό­σεις
Πα­ρα­τη­ρη­τής της Θρά­κης
Κο­μο­τη­νή-Λε­χαι­νά
Νοέ­μ­βριος 2011

Άποψη
του Σιδηροδρομικού
Σταθμού
Λεχαινών.


Στον ο­δη­γό του Στέ­φα­νου Ψη­μέ­νου «Ανε­ξε­ρεύ­νη­τη Πε­λο­πό­ν­νη­σος», που κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1999 ως δεύ­τε­ρος τό­μος, με­τά α­πό ε­κεί­νον της Κρή­της, στη σει­ρά τα­ξι­διω­τι­κών ο­δη­γών με τον γε­νι­κό τί­τ­λο «Ανε­ξε­ρεύ­νη­τη Ελλά­δα», τα Λε­χαι­νά δεν υ­πά­ρ­χουν στο ευ­ρε­τή­ριο. Ο α­να­γνώ­στης και ε­πί­δο­ξος τα­ξι­διώ­της υ­πο­θέ­τει ό­τι η πα­ρά­λει­ψη έ­γι­νε α­πό α­βλε­ψία, α­φού μοιά­ζει α­πί­θα­νο να μην α­να­φέ­ρο­νται τα Λε­χαι­νά σε έ­ναν πα­ρό­μοιας έ­κτα­σης Οδη­γό. Σύ­μ­φω­να με τις ε­γκυ­κλο­παί­δειες, πρό­κει­ται για κω­μό­πο­λη του νο­μού Ηλείας, που, μέ­χρι το 1999, ή­ταν η έ­δρα του ο­μώ­νυ­μου δή­μου, με 3541 κα­τοί­κους. Οπό­τε, ό­ντας α­γεω­γρά­φη­τος, α­ρ­χί­ζει το φυ­λ­λο­μέ­τρη­μα του Οδη­γού. Όπως πλη­ρο­φο­ρεί στην ει­σα­γω­γή ο Ψη­μέ­νος, έ­κα­νε την α­να­γκαία έ­ρευ­να για την κα­τά­ρ­τι­ση του Οδη­γού ως μη­χα­νό­βιος τα­ξι­διώ­της και πα­ρου­σιά­ζει τον τό­πο με βά­ση τις δια­δρο­μές που α­κο­λού­θη­σε. Προ­βλέ­πο­νται, συ­νο­λι­κά, έ­ξι δια­δρο­μές, που χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται α­πό το ση­μείο ε­κ­κί­νη­σης, συν τέ­σ­σε­ρις, α­πο­κα­λού­με­νες ο­ρει­νές. Βο­η­θού­με­νος α­πό τον χά­ρ­τη, ο με­λ­λο­ντι­κός τα­ξι­διώ­της, για να ε­ντο­πί­σει τα Λε­χαι­νά, α­να­τρέ­χει  στη δια­δρο­μή Πά­τρα-Πύ­ρ­γου. Ακο­λου­θώ­ντας την Εθνι­κή Οδό, δια­βά­ζει για τα Βρα­χναίι­κα, που συ­ν­δυά­ζουν τα πα­λαιά πέ­τρι­να σπί­τια με τα φρο­ντι­σμέ­να μπα­ρ, για το πο­λύ κα­λό ξε­νο­δο­χείο στο χω­ριό Κα­μί­νια και το ε­ξαι­ρε­τι­κό κά­μπι­ν­γκ, λί­γο πα­ρα­κά­τω, στην Κά­τω Αλι­σ­σό. Επί­σης, για την ό­μο­ρ­φη κω­μό­πο­λη Κά­τω Αχα­γιά, και στη συ­νέ­χεια, για τη φτω­χι­κή Μα­νο­λά­δα, με μό­λις έ­να βυ­ζα­ντι­νό ε­κ­κλη­σά­κι, α­λ­λά και για την πο­λύ­κο­σμη Βά­ρ­δα. Κά­που ε­δώ, ε­πι­τέ­λους, ε­ντο­πί­ζει τα Λε­χαι­νά, τυ­πω­μέ­να με μαύ­ρα στοι­χεία, ό­πως και ό­λοι οι ά­λ­λοι βα­σι­κοί στα­θ­μοί. Εί­ναι η πό­λη που στοι­χειώ­νει εξ α­πα­λών ο­νύ­χων την φα­ντα­σία του χά­ρη στη “λυ­γε­ρή” α­λ­λά ά­τυ­χη Ανθή, την η­ρωί­δα του α­γα­πη­μέ­νου του λε­χαι­νιώ­τη συ­γ­γρα­φέα, την ο­ποία, ό­ντας α­φό­ρη­τα ρο­μα­ντι­κός, την ταύ­τι­ζε α­νέ­κα­θεν με την υ­πα­ρ­κτή α­λ­λά ά­πι­στη Ιο­λά­ν­δη, την α­γα­πη­μέ­νη του Ανδρέα Κα­ρ­κα­βί­τσα, που στά­θη­κε η α­φο­ρ­μή για να γρα­φτεί το μυ­θι­στό­ρη­μα των Λε­χαι­νών.  
Ο Οδη­γός πλη­ρο­φο­ρεί: “Τα Λε­χαι­νά εί­ναι η πα­τρί­δα του Ανδρέα Κα­ρ­κα­βί­τσα, α­λ­λά αυ­τός δεν εί­ναι λό­γος για να ε­πι­σκε­φθεί­τε αυ­τή την ά­χα­ρη ε­πα­ρ­χια­κή πό­λη.” Η πρώ­τη α­ντί­δρα­ση εί­ναι η α­πο­γοή­τευ­ση. Όταν, ό­μως, δια­βά­ζει τη φρά­ση, που α­κο­λου­θεί, η α­πο­γοή­τευ­ση με­τα­τρέ­πε­ται σε α­γα­νά­κτη­ση: “Αντί­θε­τα, η Ανδρα­βί­δα, με­ρι­κά χι­λιό­με­τρα πα­ρα­κά­τω, δια­σώ­ζει έ­να ε­λά­χι­στο δεί­γ­μα α­πό την πα­λιά της αί­γλη.” Υπή­ρ­ξε η πε­ρί­φη­μη Andre Ville, η πρω­τεύου­σα του πρι­γκι­πά­του του Μο­ρέως. Άλλω­στε και ο Δή­μος Λε­χαι­νών έ­δω­σε τη θέ­ση του στον Δή­μο Ανδρα­βί­δας-Κυ­λ­λή­νης. Η ε­τυ­μη­γο­ρία του Οδη­γού μπο­ρεί να εί­ναι και εκ του πο­νη­ρού, για να στρέ­ψει το ε­ν­δια­φέ­ρον του τα­ξι­διώ­τη στη γει­το­νι­κή πο­λι­τεία του η­λεια­κού κά­μπου. Αν, ό­μως, αυ­τός α­γα­να­κτεί, πώς θα πρέ­πει να αι­σθά­νο­νται οι τρεις χι­λιά­δες τό­σοι κά­τοι­κοι της πό­λης; Κι αν ό­χι ό­λοι, του­λά­χι­στον η δρά­κα των δια­νοού­με­νων ή και η με­γα­λύ­τε­ρη ο­μά­δα των α­πο­κα­λού­με­νων σή­με­ρα ε­νε­ρ­γών πο­λι­τώ­ν; Το ε­ρώ­τη­μα δρά­τ­τε­ται της ευ­και­ρίας να το θέ­σει, ό­ταν βρί­σκε­ται  ε­πί τό­που, για­τί, σε πεί­σμα του Οδη­γού, αυ­τός τα­ξι­δεύει στη γε­νέ­τει­ρα του συ­γ­γρα­φέα του.
Ως α­πά­ντη­ση, έ­νας α­πό αυ­τούς, ο Τά­κης Λαϊνάς του ε­γ­χει­ρί­ζει το φρε­σκο­τυ­πω­μέ­νο βι­βλίο του. Καί­τοι φα­να­τι­κός θα­μώ­νας των α­θη­ναϊκών βι­βλιο­πω­λείων, δεν το εί­χε ε­πι­ση­μά­νει. Με έ­να τό­σο πρω­τό­τυ­πο ε­ξώ­φυ­λ­λο, αν υ­πή­ρ­χε, α­κό­μη και κα­τα­χω­νια­σμέ­νο, δεν θα πε­ρ­νού­σε α­πα­ρα­τή­ρη­το. Τον πα­ρα­ξε­νεύει ο ε­κ­δό­της, ό­που λα­ν­θά­νει συ­νε­ν­νό­η­ση Θρά­κης και Ηλείας. Λα­θραία γε­ν­νιέ­ται η σκέ­ψη πως μια πα­ρό­μοια συ­νε­ρ­γα­σία, ε­ρή­μην των Αθη­νών, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λέ­σει μέ­χρι και πο­λι­τι­στι­κή πρό­τα­ση, αν ό­χι και πο­λι­τι­κή, προς α­πο­μό­νω­ση της μο­λυ­σμα­τι­κής ε­στίας, στην ο­ποία, συν τω χρό­νω, με­τα­μο­ρ­φώ­νε­ται η ο­μ­φα­λο­σκο­πού­με­νη πρω­τεύου­σα. Κα­τά τα ά­λ­λα, βρί­σκει σχε­δόν ποιη­τι­κό τον τί­τ­λο. Δεν γνω­ρί­ζει, ό­μως, τι ση­μαί­νει να έ­χεις γε­ν­νη­θεί σε έ­ναν κά­μπο. Πό­σο α­ντί­στοι­χη μπο­ρεί να εί­ναι η αί­σθη­ση με ε­κεί­νη του νη­σιώ­τη. Ού­τε εί­ναι τό­σο γεω­γρα­φη­μέ­νος, ώ­στε να μπο­ρεί να σχε­διά­σει στο χά­ρ­τη τη γρα­μ­μή που πε­ρι­κλείει τον η­λεια­κό κά­μπο. Το βι­βλίο τον βο­η­θά­ει: “Στην κα­ρ­διά του κά­μπου, η Γα­στού­νη.” Γι’ αυ­τόν, μια α­κό­μη ά­γνω­στη πό­λη, κι αυ­τή μυ­θο­ποιη­μέ­νη, χά­ρη σε έ­τε­ρο προ­σφι­λή συ­γ­γρα­φέα. Μό­νο που ε­κεί­νον τον διά­βα­σε πο­λύ α­ρ­γό­τε­ρα. Για την α­κρί­βεια, τον διά­βα­σε και τον ξα­να­διά­βα­σε, μέ­νο­ντας πά­ντα με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι μέ­ρος α­πό το νό­η­μα τού δια­φεύ­γει. Ο Οδη­γός του Ψη­μέ­νου στέ­κε­ται και για την Γα­στού­νη το ί­διο α­πο­τρε­πτι­κός: «...Τα σχό­λια των πα­λιών πε­ριη­γη­τών για το α­ν­θυ­γιει­νό κλί­μα της ε­ξα­κο­λου­θούν να ι­σχύουν μέ­χρι σή­με­ρα. Δεν έ­χε­τε λοι­πόν λό­γο να μεί­νε­τε ε­δώ...» Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, δεν α­να­φέ­ρει ού­τε το ό­νο­μα του συ­γ­γρα­φέα. Πι­θα­νώς α­πό ά­γνοια, ί­σως, ό­μως, και για­τί α­πό τον Νί­κο Κα­χτί­τση δεν έ­μει­νε κά­ποιο σπί­τι. Άλλω­στε, ε­κεί γε­ν­νή­θη­κε, α­λ­λού με­γά­λω­σε κι α­λ­λού έ­ζη­σε. Όπως και να έ­χει, ού­τε πο­τέ κα­νείς σκέ­φτη­κε να του στή­σει α­ν­δριά­ντα στη γε­νέ­τει­ρα ή κά­που α­λ­λού. Μέ­νει α­πο­ρία μην και υ­πά­ρ­χει κα­νέ­νας δρό­μος στο ό­νο­μά του.  
Επα­νε­ρ­χό­μα­στε στον η­λεια­κό κά­μπο και το βι­βλίο: “Ο δι­κός μας κά­μπος, ο δι­κός μας κό­σμος ε­νιαίος και ε­πι­κλι­νής, φω­τα­γω­γη­μέ­νος ο­μοιό­μο­ρ­φα α­πό τα Σα­βά­λια ως το Βου­πρά­σιο.” Νυ­χτε­ρι­νή η ει­κό­να του Λαϊνά, εί­ναι “α­πό την κα­τη­φό­ρα προς Νε­ο­χώ­ρι”. Ανα­ζη­τά ο α­να­γνώ­στης τα τρία ο­νό­μα­τα στο χά­ρ­τη. Ορια­κά ση­μεία του κά­μπου που δια­σχί­ζει ο Πη­νειός, σχη­μα­τί­ζουν έ­να νο­η­τό τρί­γω­νο. Ένα ά­λ­λο τρί­γω­νο, πο­λύ μι­κρό­τε­ρο, εί­ναι ε­κεί­νο των τριών κω­μο­πό­λεων, Ανδρα­βί­δα-Λε­χαι­νά-Μυ­ρ­σί­νη, που πα­ρου­σιά­ζει ο συ­γ­γρα­φέ­ας στο κε­φά­λαιο, με τί­τ­λο, «Haca negra luna roja». Κα­τά τη γνώ­μη μας, το α­ρ­τιό­τε­ρο τα­ξι­διω­τι­κό κεί­με­νο του βι­βλίου. Για το δια­κει­με­νι­κό του ά­νοι­γ­μα και την φρα­στι­κή του πύ­κνω­ση, θα το ζή­λευαν και δό­κι­μοι συ­γ­γρα­φείς. Εδώ, ο ι­σπα­νι­κός τί­τ­λος πα­ρα­πέ­μπει στον Φε­ντε­ρί­κο Γκα­ρ­σία Λό­ρ­κα. Προ­χω­ρώ­ντας την α­νά­γνω­ση λύ­νε­ται και η α­πο­ρία του ι­σπα­νι­κού δεύ­τε­ρου μέ­ρους του τί­τ­λου του βι­βλίου, που ο α­θη­ναίος α­να­γνώ­στης θα μπο­ρού­σε να ε­κλά­βει ως ε­κ­ζή­τη­ση. Δια­βά­ζου­με: “Il campo, για τον Ιτα­λό κα­ρ­που­ζέ­μπο­ρο και τις ου­ρές α­πό τις ντα­λί­κες στα βε­ν­ζι­νά­δι­κα... El campo, για την ό­μο­ρ­φη Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­να με δυο παι­διά στο Σαν Ντο­μί­γκο, που δου­λεύει τα βρά­δια ει­σ­πρά­τ­το­ντας έ­να με­ρί­διο α­πό την ε­πι­δό­τη­ση των ε­σπε­ρι­δο­ει­δών και του ε­λαιό­λα­δου.” Με αυ­τές τις φρά­σεις, ο συ­γ­γρα­φέ­ας χα­ρά­ζει τα α­ν­θρω­πο­γεω­γρα­φι­κά ό­ρια του κά­μπου α­λ­λά και του κό­σμου του. Από τη μια, ο α­ντί­πε­ρα της Αδρια­τι­κής λαός, α­πό την ά­λ­λη, τα με­τα­να­στευ­τι­κά κύ­μα­τα.
Ο Λαϊνάς, γεω­πό­νος το ε­πά­γ­γε­λ­μα, πε­ρι­γρά­φει “το γού­πα­το του εύ­φο­ρου κά­μπου”, συ­ν­δυά­ζο­ντας την ε­πι­στη­μο­νι­κή α­κρι­βο­λο­γία με την βιω­μα­τι­κή συ­γκί­νη­ση. Επι­ση­μαί­νει τα κα­κώς κεί­με­να, κά­πο­τε κα­τα­γ­γε­λ­τι­κά, συ­χνό­τε­ρα ει­ρω­νι­κά, πο­τέ ό­μως, με το συ­χνά α­πα­ντώ­με­νο σύ­μπλε­γ­μα του ε­πα­ρ­χιώ­τη α­πέ­να­ντι στον Αθη­ναίο. Άλλω­στε, αυ­τός α­ντι­τεί­νει το α­τού ε­νός Λε­χαι­νιώ­τη: «Στις μι­κρές κοι­νω­νίες που ζού­με η α­ντί­δρα­ση και ο συ­ντη­ρη­τι­σμός έ­χουν ό­νο­μα και ε­πώ­νυ­μο...» Πα­ρο­μοίως, δεν υ­πά­ρ­χει ού­τε ί­χνος α­γα­νά­κτη­σης για τη δυ­σφή­μη­ση του τό­που του α­πό τον τα­ξι­διω­τι­κό Οδη­γό. Μά­λι­στα, η ε­πί­μα­χη φρά­ση τί­θε­ται ως μό­το στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του βι­βλίου, το α­φιε­ρω­μέ­νο στον Κα­ρ­κα­βί­τσα και τα Λε­χαι­νά. Σε αυ­τό, ω­στό­σο, δί­νει, έ­στω και πλα­γίως, την α­πά­ντη­ση. Κα­τα­ρ­χάς α­να­πτύ­σ­σει τι ση­μαί­νει “αυ­το­διοι­κη­τι­κή πο­λι­τι­κή-πρό­τα­ση” για την α­νά­δει­ξη ε­νός τό­που, το­νί­ζο­ντας ό­τι πρέ­πει να προ­σε­χ­θούν  τα ι­διαί­τε­ρα, συ­χνά και μο­να­δι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του. Για τα Λε­χαι­νά α­ρ­κεί­ται να α­να­φέ­ρει τρεις ι­διαι­τε­ρό­τη­τες: Κο­τύ­χι, Αλυ­κές, Κα­ρ­κα­βί­τσας. Σε κά­θε έ­να α­φιε­ρώ­νει αυ­το­τε­λές κε­φά­λαιο. 
Το Κο­τύ­χι, μια τυ­πι­κή με­σο­γεια­κή λι­μνο­θά­λα­σ­σα, 7χλμ. βο­ρείως, εί­ναι έ­νας “ε­πί­γειος πα­ρά­δει­σος που πε­ρι­μέ­νει σω­τη­ρία”. Και μό­νο οι κα­τά­λο­γοι  με τα ο­νό­μα­τα των με­τα­να­στευ­τι­κών που­λιών και των ποι­κι­λιών α­πό πά­πιες προ­δια­θέ­τουν για το πα­ρα­δει­σέ­νιο του μέ­ρους, θυ­μί­ζο­ντας κεί­με­νο του Ν. Γ. Πε­ντζί­κη. Εκεί­νος ή­ταν φα­ρ­μα­κο­ποιός το ε­πά­γ­γε­λ­μα. Μό­νο που αυ­τός ο πα­ρά­δει­σος βρί­σκε­ται α­νά­με­σα στις κοί­τες του Πη­νειού και του Λα­ρι­σ­σού, α­πει­λού­με­νος α­πό το φρά­γ­μα του πρώ­του. Εξαι­τίας του, τα ε­ν­νέα λα­γκά­δια, που κα­τα­λή­γουν στον υ­γρο­βιό­το­πο, φέ­ρ­νουν πε­ρι­σ­σό­τε­ρο γλυ­κό νε­ρό. Κά­τι η α­λ­λα­γή της ι­σο­ρ­ρο­πίας του νε­ρού, κά­τι οι φε­ρ­τές ύ­λες και το μπά­ζω­μα, το Κο­τύ­χι α­πει­λεί­ται με α­φα­νι­σμό.
Δεύ­τε­ρη ι­διαι­τε­ρό­τη­τα, οι Αλυ­κές Λε­χαι­νών, έ­κτα­σης 380 στρε­μ­μά­των. Πρώην Αλυ­κές, α­φού η ζή­τη­ση για το χλω­ριού­χο νά­τριο στην ε­πο­χή των υ­δρο­γο­να­ν­θρά­κων, του­τέ­στιν του πε­τρε­λαίου, μειώ­θη­κε κα­τά πο­λύ. Μέ­νουν, ό­μως, οι α­μ­μο­θί­νες και τα οι­κο­συ­στή­μα­τα, οι μι­κροί γλά­ροι και οι κύ­κνοι, που, σή­με­ρα, εί­ναι τό­σο α­να­γκαία για την ε­πι­βίω­ση ό­χι μό­νο του τό­που α­λ­λά ό­λων μας, ό­σο ή­ταν το α­λά­τι κά­πο­τε. Εδώ, έ­χει ε­φα­ρ­μο­γή το φαι­νό­με­νο της πε­τα­λού­δας, που α­να­κα­λύ­ψα­με πρό­σφα­τα και το με­τα­φέ­ρα­με α­πό τη θεω­ρία του χά­ους στις χρη­μα­τοοι­κο­νο­μι­κές ι­σο­ρ­ρο­πίες. Από μια ά­πο­ψη α­να­με­νό­με­νο, στον οι­κο­νο­μι­σμό που έ­χει σα­ρώ­σει κά­θε ά­λ­λη έ­γνοια στην ε­πο­χή μας. Ποιος δια­νο­εί­ται ό­τι χω­ρίς του­ρί­στες μπο­ρεί και να ε­πι­βιώ­σου­με, ε­νώ, χω­ρίς α­μ­μο­θί­νες και θα­λε­ρά οι­κο­συ­στή­μα­τα, θα α­πο­βιώ­σου­με στα σί­γου­ρα. Δυ­στυ­χώς, δεν εί­μα­στε πτη­νά α­πο­δη­μη­τι­κά, να πε­τά­ξου­με σε ά­λ­λη γη σε ά­λ­λα μέ­ρη.  
Όσο για τον Κα­ρ­κα­βί­τσα, μέ­νει “ο πα­ρα­βια­σμέ­νος αι­σθη­τι­κά α­ν­δριά­ντας του στην κε­ντρι­κή πλα­τεία”. Μέ­νει, ό­μως, και ο ο­μώ­νυ­μος πο­λι­τι­στι­κός σύ­λ­λο­γος Λε­χαι­νών, στον ο­ποίο με­τέ­χει ε­νε­ρ­γά ο συ­γ­γρα­φέ­ας α­πό ι­δρύ­σεώς του το ’70. Ο τα­ξι­διώ­της μό­λις τώ­ρα πλη­ρο­φο­ρεί­ται την ύ­πα­ρ­ξή του. Όσο δρα­στή­ριος κι αν εί­ναι έ­νας σύ­λ­λο­γος ε­κτός πρω­τευού­σης, ό­σο ε­ν­δια­φέ­ρου­σες κι αν εί­ναι οι ε­κ­δη­λώ­σεις που διο­ρ­γα­νώ­νει, για να προ­βλη­θεί α­πό μια α­θη­ναϊκή ε­φη­με­ρί­δα, θα πρέ­πει να έ­χει τις κα­τά­λ­λη­λες δια­συ­ν­δέ­σεις ή ά­κρες, κα­τά την έ­κ­φρα­ση του συ­ρ­μού. Στο βι­βλίο, ο Λαϊνάς κά­νει διά­γνω­ση των προ­βλη­μά­των και προ­τεί­νει λύ­σεις. Γνω­ρί­ζει, πά­ντως, κα­θώς έ­χει α­να­μι­χ­θεί στα κοι­νά ως νο­μα­ρ­χια­κός και δη­μο­τι­κός σύ­μ­βου­λος και σή­με­ρα, ως μέ­λος της το­πι­κής πε­ρι­βα­λ­λο­ντι­κής έ­νω­σης, ό­τι οι κα­τέ­χο­ντες την ε­ξου­σία α­γνοούν τον τό­πο και τα μο­να­δι­κά κρι­τή­ρια για τις α­πο­φά­σεις τους εί­ναι τα οι­κο­νο­μι­κά. Στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση προς ό­φε­λος της χώ­ρας, στην χει­ρό­τε­ρη για ί­διον κέ­ρ­δος. 
Εκεί­νο που α­πή­λαυ­σε ο τα­ξι­διώ­της, κα­τά την α­νά­γνω­ση του βι­βλίου, ή­ταν οι δια­δο­χι­κές στρώ­σεις α­πό πε­ρι­γρα­φές ε­νός πα­ρε­λ­θό­ντος τρό­που ζωής, που ε­να­λ­λά­σ­σο­νται με θεω­ρή­σεις μιας ση­με­ρι­νής κα­τά­στα­σης, ό­που τα πά­ντα έ­χουν ο­μοιο­γε­νο­ποιη­θεί και ι­σο­πε­δω­θεί. Η α­φή­γη­ση ζω­ντα­νεύει την ευ­δαι­μο­νία ε­νός κό­σμου, που εί­χε μέ­τρο στον τρό­πο που ζού­σε και στα πρά­γ­μα­τα που έ­φτια­χνε, έ­στω κι αν στε­ρεί­το του με­γέ­θους των ση­με­ρι­νών υ­λι­κών α­γα­θών. Τε­λι­κά, κα­τέ­λη­ξε πως ά­ν­θρω­ποι σαν και τον συ­γ­γρα­φέα, που πε­ρ­πα­τούν στα πε­ρι­βό­λια και το δά­σος, που α­πο­λα­μ­βά­νουν το σα­ρα­νταή­με­ρο, α­πό του Αγίου Φι­λί­π­που μέ­χρι τα Χρι­στού­γε­ν­να, α­δια­φο­ρώ­ντας για την πι­θα­νή ή μη ε­πι­μι­ξία χρι­στια­νι­σμού-α­ρ­χαιό­τη­τας, τέ­λος, που πι­στεύουν ό­τι η ζωή δεν εί­ναι θέ­μα πο­σό­τη­τας α­λ­λά ποιό­τη­τας, θα έ­πρε­πε να γρά­φουν τους τα­ξι­διω­τι­κούς ο­δη­γούς και ό­χι μό­νο.   

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 22/7/2012.

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Ο Εμφύλιος μόνο ως μυθιστόρημα



Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός
«Ανά­πλους»
Μυ­θι­στό­ρη­μα
Εκδό­σεις 
Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας
Μάρ­τιος 2012

Ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, σε συ­νέ­ντευ­ξη, με α­φορ­μή το πρό­σφα­το βι­βλίο του, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται πως γρά­φο­ντας ό­σα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά γρά­φει και με τον τρό­πο που τα γρά­φει, κυ­νη­γά την α­θα­να­σία του.  Η δια­τύ­πω­ση  γεν­νά αυ­τό­μα­τα τον α­ντί­λο­γό της, α­φού την α­θα­να­σία του, την έ­χει ή­δη διτ­τά κα­τα­κτή­σει. Εξ ο­ρι­σμού, ως μέ­λος της Ακα­δη­μίας, και εξ α­ντι­κει­μέ­νου, με 14 βι­βλία στη διάρ­κεια 50 ε­τών. Δεν θα την κρί­νει λοι­πόν, το δέ­κα­το πέ­μπτο, α­σχέ­τως αν εκ­δό­θη­κε σε γε­νέ­θλιο έ­τος πε­ρά­σμα­τος σε νέα δε­κα­ε­τία του βίου ή αν έ­χει πιο εμ­φα­νή αυ­το­βιο­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Όσο για τη γνω­στή ρή­ση, τα ύ­στε­ρα κρί­νουν τα πρό­τε­ρα του αν­δρός, αυ­τή δεν ι­σχύει για το δη­μιουρ­γι­κό έρ­γο ε­νός λο­γο­τέ­χνη. Εί­θι­σται να την ε­πι­κα­λού­νται για ζη­τή­μα­τα που α­φο­ρούν την η­θι­κή στά­ση κά­ποιου. Απο­κα­λύ­ψεις για το ποιόν ε­νός συγ­γρα­φέα μπο­ρεί μεν να ε­πη­ρεά­ζουν τη φή­μη του, αλ­λά μό­νο σε βρα­χυ­χρό­νια κλί­μα­κα. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση του Γκύ­ντερ Γκρας, ό­ταν, προ ε­ξα­ε­τίας, ε­ξέ­δω­σε έ­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλίο.     
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, οι βίοι Γκρας και Βαλ­τι­νού βαί­νουν πα­ράλ­λη­λα, με δια­φο­ρά η­λι­κίας μια πε­ντα­ε­τία. Στα τριά­ντα τους εκ­δί­δουν τα πε­ζά που τους κα­θιε­ρώ­νουν και με τα ο­ποία το­πο­θε­τού­νται ι­δε­ο­λο­γι­κά στη συ­νεί­δη­ση του κοι­νού («Τε­νε­κε­δέ­νιο τα­μπούρ­λο»-«Κά­θο­δος των εν­νιά»). Σε αυ­τά α­να­φέ­ρο­νται σε κρί­σι­μες ι­στο­ρι­κές πε­ριό­δους, στη­ρι­ζό­με­νοι και στα βιώ­μα­τά τους. Κα­τά μια ά­πο­ψη, α­πο­κα­λύ­πτουν ό­σα μπο­ρεί να α­πο­δεχ­θεί το πο­λι­τι­κό και καλ­λι­τε­χνι­κό κλί­μα της ε­πο­χής. Πε­νή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, εκ­δί­δουν βι­βλία, στα ο­ποία ε­πι­λέ­γουν τη λο­γο­τε­χνι­κή φόρ­μα της αυ­το­βιο­γρά­φη­σης, ώ­στε να μπο­ρούν να εκ­φρα­στούν ευ­κο­λό­τε­ρα για ό­σα εί­χαν μεί­νει κρυμ­μέ­να («Ξε­φλου­δί­ζο­ντας το κρεμ­μύ­δι»-«Ανά­πλους»). Τώ­ρα φαί­νε­ται να πι­στεύουν ό­τι το ε­πι­τρέ­πει το κλί­μα, που έ­χει αλ­λά­ξει, έ­χο­ντας σε αυ­τό συμ­βάλ­λει και οι ί­διοι με τα βι­βλία τους. Βε­βαίως, εν­δια­μέ­σως, ο Γκρας πή­ρε το 1999 το Νό­μπε­λ, ε­νώ ο Βαλ­τι­νός δεν το πή­ρε το 2004, αλ­λά ού­τε και νυμ­φεύ­θη­κε δις. Ως γνω­στόν, πα­ρό­μοια γε­γο­νό­τα κρέ­μο­νται κα­τά πο­λύ α­πό τις συ­γκυ­ρίες. Για πα­ρά­δειγ­μα, θυ­μί­ζου­με ό­τι το 2004 η Εται­ρεία Ελλή­νων Λο­γο­τε­χνών πρό­τει­νε για το Νό­μπελ έ­ναν άλ­λο Αρκά­δα, τον ποιη­τή Ηλία Σι­μό­που­λο. Από ό­σο γνω­ρί­ζου­με, άλ­λη πρό­τα­ση α­πό ελ­λη­νι­κής πλευ­ράς δεν υ­πήρ­ξε.         
Συ­μπτω­μα­τι­κά, το πρό­σφα­το βι­βλίο του Βαλ­τι­νού αρ­χί­ζει με χρο­νι­κή α­να­φο­ρά στο 2004. Τό­τε η Ευ­γε­νία Φα­κί­νου του έ­δω­σε 17 γρα­πτές ε­ρω­τή­σεις για έ­να κα­λο­και­ρι­νό α­φιέ­ρω­μα της ε­φη­με­ρί­δας «Το Βή­μα», στο ο­ποίο θα συμ­με­τεί­χαν ο­κτώ συγ­γρα­φείς. Εδώ, ο Βαλ­τι­νός ε­πα­να­λαμ­βά­νει το μυ­θο­πλα­στι­κό ά­νοιγ­μα, που εί­χε ε­πι­νοή­σει στο προ­η­γού­με­νο πε­ζό, «Ο τε­λευ­ταίος Βαρ­λά­μης». Δη­λα­δή, εκ­κι­νεί και πά­λι α­πό δη­μο­σιεύ­μα­τα σχε­τι­κά με την ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Μό­νο που ε­κεί δεί­χνει πε­ρισ­σό­τε­ρο α­λη­θο­φα­νές, κα­θώς ε­μπλέ­κει το πε­ριο­δι­κό «Νέα Εστία» και τον εκ­δό­τη του. Σε α­ντί­θε­ση με την Φα­κί­νου, που την γνω­ρί­ζου­με στο ρό­λο του συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νου. Κι ό­μως, το πρώ­το εί­ναι  ε­πι­νο­η­μέ­νο και το δεύ­τε­ρο πραγ­μα­τι­κό. Μέ­νει ζη­τού­με­νη η δρα­στι­κό­τη­τα αυ­τού του παί­γνιου μιας πει­ραγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ό­που μό­νο ο ε­ξοι­κειω­μέ­νος με το θέ­μα α­να­γνώ­στης α­ντι­λαμ­βά­νε­ται την τρο­πο­ποιη­τι­κή πα­ρέμ­βα­ση. Ο α­νυ­πο­ψία­στος πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό αυ­τό το έ­ντε­χνο α­φη­γη­μα­τι­κό photoshop και έ­τσι δη­μιουρ­γεί τις παρ­θε­νι­κές του ει­κό­νες για πρό­σω­πα και συμ­βά­ντα. Η ει­σα­γω­γή ε­παυ­ξά­νε­ται με μια πλέ­ον πε­ρί­τε­χνη προ­σθή­κη, η ο­ποία και παίρ­νει τη μορ­φή πλαι­σίου, κα­θώς προ­βλέ­πε­ται και ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μα. 
Οι 17 ε­ρω­τή­σεις της Φα­κί­νου χρη­σι­μεύουν σαν μπού­σου­λας σε μια προ­φο­ρι­κή συ­νέ­ντευ­ξη 307 ε­ρω­τή­σεων, ε­ξαώ­ρου διάρ­κειας, που δί­νε­ται σε με­τα­πτυ­χια­κή φοι­τή­τρια. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα με­τά τα «Φτε­ρά μπε­κά­τσας» με α­μι­γή δια­λο­γι­κή φόρ­μα, σε α­πό­στα­ση ει­κο­σα­ε­τίας. Ξε­κι­νώ­ντας, ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος την χα­ρα­κτη­ρί­ζει συ­ζή­τη­ση και δί­νει στην φοι­τή­τρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μιας συ­νο­μι­λή­τριας εν­δια­φέ­ρου­σας, α­κό­μη και για έ­να ε­ρω­τι­κό παι­χνί­δι­σμα. Στη συ­νέ­χεια, ό­μως, πε­ριο­ρί­ζει την η­ρωί­δα του σε διευ­κο­λυ­ντι­κές για ό­σα ε­πι­θυ­μεί να α­φη­γη­θεί ε­ρω­τή­σεις ή και σε ε­πι­γραμ­μα­τι­κές δια­πι­στώ­σεις. Ού­τε στο ε­ρω­τι­κό μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος φαί­νε­ται να την χρη­σι­μο­ποιεί. Κα­θί­στα­ται έ­τσι α­νε­νερ­γή η ε­ντυ­πω­σια­κή κα­τά­λη­ξη, η ο­ποία αυ­το­νο­μεί­ται στην α­κρο­τε­λεύ­τια σε­λί­δα της α­φή­γη­σης,  σε θέ­ση δη­λα­δή σύ­ντο­μου ε­πι­λό­γου, δεί­χνο­ντας σαν έ­να α­πρό­βλε­πτο κρε­σέ­ντο, χω­ρίς προ­η­γού­με­νη κλι­μά­κω­ση της έ­ντα­σης ή έ­στω κά­ποια υ­παι­νι­κτι­κή προ­ει­δο­ποίη­ση. Κα­τά τα άλ­λα, οι προ­βλέ­ψι­μες ε­ρω­τή­σεις της και οι κά­πο­τε α­φε­λείς α­ντι­δρά­σεις της δια­τη­ρούν έ­ναν βε­βια­σμέ­νο χα­ρα­κτή­ρα, ό­πως σε συ­νέ­ντευ­ξη νιό­βγαλ­της δη­μο­σιο­γρά­φου και ό­χι με­λε­τή­τριας που “έ­χει δια­βά­σει τα πά­ντα, α­πό και για σέ­να”, ό­πως του την έ­χει συ­στή­σει ο ε­πο­πτεύων κα­θη­γη­τής της.   
Εδώ, ο Βαλ­τι­νός α­να­κα­τώ­νει, ό­πως το συ­νη­θί­ζει, έ­ναν φί­λο. Τον ποιη­τή Μί­μη Σου­λιώ­τη, κα­θη­γη­τή Νέ­ας Ελλη­νι­κής Φι­λο­λο­γίας στο Πα­νε­πι­στή­μιο Δυ­τι­κής Μα­κε­δο­νίας. Δεν τον ε­πι­λέ­γει τυ­χαία. Μια ε­βδο­μά­δα με­τά τη δη­μο­σίευ­ση της συ­νέ­ντευ­ξής του στην Φα­κί­νου, στην ί­δια ε­φη­με­ρί­δα, δη­μο­σιεύ­τη­κε άρ­θρο του Σου­λιώ­τη υ­πε­ρα­σπι­στι­κό του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος «Ορθο­κω­στά» και εν γέ­νει του έρ­γου του, το­νί­ζο­ντας ό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν α­πό τους κα­λύ­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους μας. Θυ­μί­ζου­με ό­τι αυ­τός, με την υ­πο­στή­ρι­ξη του Βαλ­τι­νού, ε­νέ­τα­ξε προ τριε­τίας, για πρώ­τη φο­ρά στα κα­θ’ η­μάς, τα σε­μι­νά­ρια δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής σε με­τα­πτυ­χια­κό πρό­γραμ­μα σπου­δών. Επί­σης, στο μι­κρό ό­νο­μα της φοι­τή­τριας, λαν­θά­νει α­να­φο­ρά σε μια φί­λη α­πό τα πα­λιά του συγ­γρα­φέα. Το ό­νο­μα εί­ναι Κρί­στα και στον συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νο θα πρέ­πει να θυ­μί­ζει, ό­πως δεί­χνει ο τρό­πος που προ­φέ­ρει το ό­νο­μά της, την Κρί­στα Βολφ. Η πρώ­τη με­τά­φρα­ση βι­βλίου της έ­γι­νε χά­ρις στο Βαλ­τι­νό α­πό τον με­τα­φρα­στή του στα γερ­μα­νι­κά, τον συγ­γρα­φέα Θω­μά Νι­κο­λά­ου, άλ­λο­τε πο­τέ α­νταρ­τό­που­λο, με­γα­λω­μέ­νο στην Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία. Ήταν η «Κασ­σάν­δρα», το 1986. Συ­μπτω­μα­τι­κά, η Βολφ α­πε­βίω­σε την 1η Δεκ. 2011, ό­ταν ο πρό­λο­γος θα πρέ­πει να εί­χε γρα­φτεί. 
Μό­νο που το ό­νο­μα της φοι­τή­τριας δεν εί­ναι ξε­νό­φερ­το αλ­λά ελ­λη­νι­κό­τα­το. Γρά­φε­ται με ύ­ψι­λον και ο­φεί­λε­ται στη για­γιά της: την  Κρυ­στάλ­λω ή και Κρυ­σταλ­λέ­νια, έ­να α­πό τα πολ­λά πα­ρω­νύ­μια της Πα­να­γίας. Ού­τε, ό­μως, το ε­πί­θε­το της φοι­τή­τριας ε­πι­λέ­γε­ται τυ­χαία. Εί­ναι αμ­φί­ση­μο. Ονο­μά­ζε­ται Στρα­τή­γη και ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος σπεύ­δει να διευ­κρι­νί­σει ό­τι πρό­κει­ται για “α­πλή συ­νω­νυ­μία με τον μι­νό­ρε ποιη­τή των αρ­χών του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να”. Εννο­εί τον Γεώρ­γιο Στρα­τή­γη, μάλ­λον του προ­πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να, κι ας α­πε­βίω­σε το 1938. Δεν συ­μπλη­ρώ­νει, ω­στό­σο, ό­τι εί­ναι κο­ντο­χω­ρια­νός του. Εκεί­νος, ό­μως, α­πό τα χω­ριά της νό­τιας Κυ­νου­ρίας, της Τσα­κω­νιάς. Συ­γκε­κρι­μέ­να, α­πό την Κα­στά­νι­τσα, “το τε­λευ­ταίο χω­ριό στις α­να­το­λι­κές λα­γό­νες του Πάρ­νω­να”, κα­τά την ποιη­τι­κή προ­σω­πο­ποίη­ση του βου­νού α­πό τον ί­διο τον Βαλ­τι­νό. Ο Στρα­τή­γης, πά­ντως, δεν φρό­ντι­ζε για τη δι­κή του α­θα­να­σία αλ­λά γι’ αυ­τήν της τσα­κω­νι­κής, ό­πως δεί­χνει το διή­γη­μά του «Α Τσου­ράν­να», γραμ­μέ­νο στο το­πι­κό ι­διό­λε­κτο. 
Ο σκο­πός της συ­νέ­ντευ­ξης εί­ναι να συ­ναχ­θεί υ­λι­κό για τη δια­τρι­βή της φοι­τή­τριας, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο του Βαλ­τι­νού. Δεν πρό­κει­ται, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν, για τα δυο γνω­στό­τε­ρα βι­βλία του, που α­ντα­να­κλούν την Ιστο­ρία της δε­κα­ε­τίας του ’40, «Κά­θο­δος των εν­νιά» και «Ορθο­κω­στά». Γι’ αυ­τά πρό­λα­βαν με­λε­τή­τριες του ε­ξω­τε­ρι­κού. Για την Θεσ­σα­λο­νι­κιά φοι­τή­τρια έ­μει­νε έ­να διή­γη­μα, το «Εθι­σμός στη Νι­κο­τί­νη», δη­μο­σιευ­μέ­νο για πρώ­τη φο­ρά, Φεβ. 1979. Ου­δό­λως, ω­στό­σο, ευ­κα­τα­φρό­νη­το, ό­πως σπεύ­δει να το­νί­σει ο συγ­γρα­φέ­ας. “Ο Πό­λε­μος, η Κα­το­χή και ο Εμφύ­λιος μέ­σα α­πό τα μά­τια ε­νός παι­διού που ε­πρό­κει­το να ε­ξε­λιχ­θεί σε συγ­γρα­φέ­α”.  Μό­νο που, σύμ­φω­να με αυ­τήν τη διευ­κρί­νι­ση, οι α­πα­ντή­σεις του ε­νή­λι­κα θα ε­πι­κε­ντρω­θούν σε ό­σα ε­κεί­νο το παι­δί α­ντι­λή­φθη­κε. Εκ προοι­μίου, λοι­πόν, αν ό­ντως υ­πάρ­χουν προ­θέ­σεις αυ­το­βιο­γρα­φι­κές και ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κές, θα χρεια­στούν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κοί τό­μοι. 
Ο Βαλ­τι­νός, σε άλ­λη συ­νέ­ντευ­ξή του σχε­τι­κή με το πρό­σφα­το βι­βλίο, προσ­διο­ρί­ζει ό­τι πρό­κει­ται για “αυ­το­α­ναι­ρού­με­νη αυ­το­βιο­γρα­φι­κή ι­στο­ρία”. Πράγ­μα­τι, η α­ναί­ρε­ση υ­πάρ­χει ή­δη στο ε­ξώ­φυλ­λο, ό­που τον τίτ­λο συ­νο­δεύει ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός μυ­θι­στό­ρη­μα. Θα πρέ­πει, βε­βαίως, να λη­φθεί υ­π’ ό­ψη ό­τι ο Βαλ­τι­νός εί­ναι υ­πο­στη­ρι­κτής της ά­πο­ψης ό­τι ό­λα εί­ναι α­φή­γη­ση. Λ.χ., πι­στεύει ό­τι τον Εμφύ­λιο θα πρέ­πει να τον δια­βά­σου­με σαν μυ­θι­στό­ρη­μα. Για την α­κρί­βεια, ό­χι ε­μείς –κα­τα­πώς πι­στεύει, εί­ναι νω­ρίς α­κό­μη– αλ­λά τα δι­σέγ­γο­να ό­σων συμ­με­τεί­χαν. Όσο για τον τίτ­λο, διευ­κρι­νί­ζει ό­τι εν­νο­εί έ­ναν “α­νά­πλου προς το έρ­γο του”. Αυ­τό ξε­κα­θα­ρί­ζε­ται, για να μην υ­πάρ­ξει πα­ρα­νό­η­ση και ε­κλη­φθεί ό­τι ση­μαί­νει τον πλου ε­νά­ντια στους α­νέ­μους. Αντι­θέ­τως, γι’ αυ­τόν τον “α­νά­πλου” φαί­νε­ται να εκ­με­ταλ­λεύε­ται τον ού­ριο ά­νε­μο της με­τα­νεω­τε­ρί­ζου­σας ε­πο­χής. Όπως πα­ρα­τη­ρεί στη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή πλέ­ον συ­νέ­ντευ­ξη, στα πε­ζά του κα­τά και­ρούς αυ­το­λο­γο­κρί­θη­κε. Κι αυ­τό, λό­γω “ψυ­χο­λο­γι­κής δυ­σκο­λίας να πεις την α­λή­θεια για ό­σα ξέ­ρεις, ό­ταν η κρα­τού­σα ε­ντύ­πω­ση εί­ναι α­ντί­θε­τη”. 
Πι­στεύου­με ό­τι ο Βαλ­τι­νός δεν εν­νο­εί τό­σο την κυ­ριαρ­χού­σα ε­ντύ­πω­ση ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου κοι­νού, ό­σο τις α­πό­ψεις μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης κοι­νό­τη­τας α­πό ε­παΐο­ντες και λο­γο­τέ­χνες, στην ο­ποία έ­νας συγ­γρα­φέ­ας φι­λο­δο­ξεί να α­νή­κει. Ανά­λο­γα με τη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο, δεν αλ­λά­ζουν μό­νο οι α­πό­ψεις ε­νός συγ­γρα­φέα, αλ­λά και η κοι­νό­τη­τα, στην ο­ποία προ­σβλέ­πει, και μα­ζί της, η θέ­ση την ο­ποία κα­τέ­χει ε­ντός της. Για πα­ρά­δειγ­μα, ό­σο α­φο­ρά τον Βαλ­τι­νό, το 1963, που δη­μο­σιεύε­ται «Η κά­θο­δος των εν­νιά», το στίγ­μα το δί­νει ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης και ό­χι η ο­μά­δα του πε­ριο­δι­κού «Επο­χές». Αντί­στοι­χα, το 1979, που δη­μο­σιεύε­ται ο «Εθι­σμός στη Νι­κο­τί­νη», το προσ­διο­ρί­ζουν μια-δύο η­γε­τι­κές φυ­σιο­γνω­μίες της ο­μά­δας των «18 κει­μέ­νων», ε­νώ, το 2012, που εκ­δί­δε­ται ο «Ανά­πλους», το το­πίο έ­χει αλ­λά­ξει, θα λέ­γα­με ρι­ζι­κά. Αφε­νός μεν δεν υ­πάρ­χει λο­γο­τε­χνι­κός κύ­κλος, πα­ρά μό­νο με­μο­νω­μέ­νοι συγ­γρα­φείς μι­κρό­τε­ρης η­λι­κίας που τον πε­ρι­βάλ­λουν, α­φε­τέ­ρου το σφι­χτα­γκά­λια­σμα πε­ζο­γρα­φίας και Ιστο­ρίας έ­φε­ρε στο προ­σκή­νιο την κοι­νό­τη­τα των ι­στο­ρι­κών ή, σω­στό­τε­ρα, τις κοι­νό­τη­τες, κα­θώς η διά­στα­ση α­πό­ψεων έ­χει πά­ρει τη μορ­φή σχί­σμα­τος. Στην, ας πού­με, με­τα­νε­ο­τε­ρι­κών θέ­σεων κοι­νό­τη­τα, κυ­ριαρ­χεί η δυά­δα με­λε­τη­τών που έ­στη­σε το Δί­κτυο Εμφυ­λίων Πο­λέ­μων, Κα­λύ­βας-Μα­ρα­ντζί­δης. Σε αυ­τήν, ο Βαλ­τι­νός  κα­τέ­χει τι­μη­τι­κή θέ­ση. Οι εν λό­γω με­λε­τη­τές, α­κό­μη και για τον ο­ρι­σμό των ρευ­στών χρο­νι­κών ο­ρίων έ­ναρ­ξης του Ελλη­νι­κού Εμφυ­λίου α­κο­λού­θη­σαν τις δι­κές του κω­δι­κο­ποιή­σεις. Αυ­τές οι με­τα­το­πί­σεις και αλ­λα­γές α­ντα­να­κλώ­νται στο πα­ρά­δειγ­μα που φέρ­νει, ό­ταν κά­νει λό­γο για “ψυ­χο­λο­γι­κή δυ­σκο­λία”.   
Ανα­φέ­ρε­ται στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Αντί», «Εμφύ­λιος Πό­λε­μος: 50 χρό­νια με­τά», δη­μο­σιευ­μέ­νο στις 17 Σεπ. 1999. Στο α­φιέ­ρω­μα, την πρω­το­κα­θε­δρία την έ­χουν ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης και οι ι­στο­ρι­κοί Φί­λιπ­πος Ηλιού και Γιώρ­γος Μαρ­γα­ρί­της. Το κεί­με­νο του Βαλ­τι­νού δη­μο­σιεύ­τη­κε, λό­γω πλη­θώ­ρας ύ­λης, σε έ­να κα­το­πι­νό συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος. Σε αυ­τό πε­ρι­γρά­φει την κα­τά­στα­ση που ε­πι­κρά­τη­σε στη Σπάρ­τη με­τά την α­πο­χώ­ρη­ση των Γερ­μα­νών, στις 3 Σεπ. 1944: “Εντε­ταλ­μέ­νοι ρή­το­ρες, πά­λι α­πό το μπαλ­κό­νι του Δη­μαρ­χείου, κα­νο­ναρ­χού­σαν συ­ναρ­πά­ζο­ντας τα πλή­θη. Ο α­ντί­λα­λος της σκο­τει­νής ια­χής «Θά­να­τος» κά­που α­κού­γε­ται α­κό­μα.” Εξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι α­πο­σιώ­πη­σε έ­ναν α­πό τους “α­γκι­τά­το­ρες”, ό­πως ε­ναλ­λα­κτι­κά α­πο­κα­λεί στο μυ­θι­στό­ρη­μα τους “ε­ντε­ταλ­μέ­νους ρή­το­ρες”. Ονό­μα­τα, έ­τσι κι αλ­λιώς, δεν α­να­φέ­ρει στο κεί­με­νο. Έναν, ω­στό­σο, πι­στεύει ό­τι έ­πρε­πε να τον εί­χε κα­το­νο­μά­σει. Κι αυ­τό, λό­γω της ζωη­ρής ε­ντύ­πω­σης, που του εί­χε κά­νει τό­τε. “Κο­ντός με γε­νειά­δα. Με σταυ­ρω­τά φυ­σε­κλί­κια στο στή­θος. Και στη ζώ­νη τις δυο κά­μες. Την Ελέ­νη και τη Μα­ριώ. Κό­μπα­ζε. Μ’ αυ­τές τι­μω­ρού­σε τα θύ­μα­τά του. Πά­ντα «προ­δό­τες». Τους έ­δι­νε την ευ­χέ­ρεια να δια­λέ­ξουν με ποια α­πό τις δυο θα τους έ­σφα­ζε... ” Ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος ή­ταν τό­τε δε­κα­τριών χρο­νών. Όπως λέει, “δεν ξέ­ρει ποια σκο­πι­μό­τη­τα ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε αυ­τή η πα­ρά­στα­ση φρί­κης”. Και συ­μπλη­ρώ­νει, “Πά­ντως την α­πο­σιώ­πη­σα. Κα­νέ­νας δεν θα με πί­στευε.” Και η φοι­τή­τρια συμ­φω­νεί, “Ού­τε ε­γώ σε πι­στεύω.” Το παι­δί εί­χε α­κό­μη συ­γκρα­τή­σει φρά­σεις ό­πως, “Θά­να­το στους πλου­το­κρά­τες, θά­να­το στους τσι­φλι­κά­δες.”
Εξαί­ρε­τη η πε­ρι­γρα­φή της σκη­νής στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Ακρι­βώς, η έμ­φα­ση σε ό,τι συ­γκρά­τη­σε το παι­δί. Με πα­ρό­μοιες ε­ντυ­πώ­σεις α­πό τον πε­ρί­γυ­ρο και το στε­νό­τε­ρο, οι­κο­γε­νεια­κό και φι­λι­κό, πε­ρι­βάλ­λον, δια­μορ­φώ­νε­ται α­νέ­κα­θεν ο ε­νή­λι­κας της ε­πό­με­νης γε­νιάς. Από τον α­ντι­κομ­μου­νι­στή μέ­χρι τον στα­λι­νι­κό.  Και έ­νας συγ­γρα­φέ­ας α­πό τις μνή­μες του αν­τλεί. Κι αν ο σκο­τω­μέ­νος συμ­μα­θη­τής και φί­λος πή­γε α­πό βό­λι Ελα­σί­τη ή αν η για­γιά α­φη­γεί­το μα­κε­λειά α­νταρ­τών, α­ντί­στοι­χη θα εί­ναι η φόρ­τι­ση. Τε­λευ­ταία οι συγ­γρα­φείς αρ­χί­ζουν να νιώ­θουν πιο ε­λεύ­θε­ροι, ό­ταν α­φη­γού­νται τις ι­στο­ρίες τους. Το πι­θα­νό­τε­ρο, ε­κεί­νοι οι “α­γκι­τά­το­ρες” του Βαλ­τι­νού να φώ­να­ζαν και θά­να­το στους δο­σί­λο­γους, θά­να­το στους ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες, αλ­λά το παι­δί δεν συ­γκρά­τη­σε τις λέ­ξεις. Ού­τε, βε­βαίως, μπο­ρού­σε να κα­τα­λά­βει σε τι ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε η πα­ρά­στα­ση της φρί­κης με τις “χατ­ζά­ρες”. Εδώ πα­ρεμ­βαί­νει ο ε­νή­λι­κας, αλ­λά μό­νο για να θέ­σει σε α­νω­φε­ρή τη λέ­ξη προ­δό­τες, α­φή­νο­ντας έ­τσι με­τέω­ρα τα κί­νη­τρα, που μπο­ρεί να εί­ναι μέ­χρι και προ­σω­πι­κές δια­φο­ρές. 
Μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, ό­μως, στρέ­φει την αμ­φι­σβή­τη­ση σε συ­γκε­κρι­μέ­νο Ελα­σί­τη κα­πε­τά­νιο, τον Γιώρ­γο Αρε­τά­κη, γνω­στό ως κα­πε­τάν Σφα­κια­νό. Πα­ρό­μοια κα­τη­γο­ρία μπο­ρεί να δια­τύ­πω­νε και έ­νας ι­στο­ρι­κός, αλ­λά ε­κεί­νος θα έ­πρε­πε να προ­σκο­μί­σει α­πο­δεί­ξεις. Δεν θα αρ­κού­σε μια α­πω­θη­τι­κή ει­κό­να, α­κό­μη κι αν ε­μπε­ριέ­χει “ποιη­τι­κό α­πό­σταγ­μα”. Δεν τί­θε­ται θέ­μα κα­τά πό­σο οι υ­πεύ­θυ­νοι του α­φιε­ρώ­μα­τος στο «Αντί» θα τον πί­στευαν ή ό­χι. Το πιο πι­θα­νό εί­ναι πως, για τις α­νά­γκες ε­νός πα­ρό­μοιου κει­μέ­νου, θα του ζη­τού­σαν να συ­μπλη­ρώ­σει την παι­δι­κή ε­μπει­ρία με ι­στο­ρι­κές πλη­ρο­φο­ρίες για το ή­θος του προ­σώ­που. Κι αυ­τό, πι­θα­νώς και να χα­λού­σε την ποιη­τι­κή της α­φή­γη­σης. Πι­στεύου­με, πά­ντως, ό­τι μια δευ­τε­ρεύου­σα πλη­ρο­φο­ρία θα της πρό­σθε­τε τη γο­η­τεία της αμ­φι­ση­μίας. Θα μπο­ρού­σε, δη­λα­δή, να μνη­μο­νεύ­σει και σαν μια πρώ­τη νύ­ξη για ε­κεί­νους τους ά­γριους και­ρούς, την ι­διαί­τε­ρη σχέ­ση του α­ντάρ­τη αλ­λά και του ο­ποιου­δή­πο­τε έ­νο­πλου με το του­φέ­κι ή την “χατ­ζά­ρα” του. Κα­τά κα­νό­να τα βά­φτι­ζε, ό­ταν τα βά­φτι­ζε, με τα ο­νό­μα­τα α­δι­κο­σκο­τω­μέ­νων ή, κα­μιά φο­ρά, προ­σφι­λών του γυ­ναι­κών. Με αυ­τά έ­παιρ­νε εκ­δί­κη­ση, εί­τε σκο­τώ­νο­ντας τον υ­παί­τιο ή, το συ­νη­θέ­στε­ρο, άλ­λον του ι­δίου φυ­ρά­μα­τος. Η προ­σω­πο­ποίη­ση ξε­νί­ζει σή­με­ρα,  κρα­τά­ει, ω­στό­σο, α­πό τα προ­ε­παν­στα­τι­κά χρό­νια. Άλλω­στε και ο ί­διος ο Βαλ­τι­νός πα­ρα­θέ­τει  στο μυ­θι­στό­ρη­μα μια πα­ρό­μοια ι­στο­ρία εκ­δί­κη­σης. Όμως, ντο­κου­μέ­ντο, ό­χι διή­γη­μα, σπεύ­δει να διευ­κρι­νί­σει. Η α­νά­μνη­ση εί­ναι α­πό τη μά­χη του Μυ­στρά, που άρ­χι­σε στις 10 Οκτ. 1944 και κρά­τη­σε δυο μέ­ρες, α­νά­με­σα στο Τάγ­μα Γυ­θείου του Γιάν­νη Τσό­μπου και την 9η Τα­ξιαρ­χία του Ε­ΛΑΣ, ό­που η μά­χη έ­γει­ρε υ­πέρ των α­νταρ­τών χά­ρη στα πυ­ρο­βό­λα που εί­χε α­φή­σει φεύ­γο­ντας ο Πα­πα­δόγ­γο­νας. Κα­τά  δια­τα­γή του Σα­ρά­φη, γε­νι­κώς οι αιχ­μά­λω­τοι ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες  φυ­λάσ­σο­νταν για να α­πο­φευχ­θούν οι βιαιο­πρα­γίες.  Υπό τις ά­τα­κτες τό­τε συν­θή­κες και την ε­κτό­νω­ση συσ­σω­ρευ­μέ­νου πά­θους με­τά την α­πο­χώ­ρη­ση των Γερ­μα­νών,  ο έ­λεγ­χος ξέ­φευ­γε, κα­τα­λή­γο­ντας συ­χνά σε α­ντεκ­δι­κή­σεις. Σε α­νά­λο­γες πε­ρι­πτώ­σεις δε γι­νό­ταν άλ­λο α­πό αυ­τό που κά­νει  και ο ή­ρωας του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος για την ά­δι­κη ε­κτέ­λε­ση του α­δελ­φού του α­πό τα Τάγ­μα­τα Ασφα­λείας.
Οσο α­φο­ρά τον “α­νά­πλου προς το έρ­γο του”, α­κο­λου­θεί την δο­κι­μα­σμέ­να ε­πι­τυ­χη­μέ­νη γραμ­μή της «Ορθο­κω­στά». Απο­δί­δει, και πά­λι, τρό­πον τι­νά, δι­καιο­σύ­νη, δεί­χνο­ντας τις θε­τι­κές πλευ­ρές των λε­γό­με­νων τό­τε ε­θνι­κο­φρό­νων. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Πά­νος Κα­τσα­ρέ­ας, ή­ταν μεν ι­δρυ­τής και αρ­χη­γός των Ε­Α­Ο­Κ, του­τέ­στιν των Εθνι­κών Αντι­κομ­μου­νι­στι­κών Ομά­δων Κυ­νη­γών, αλ­λά “δεν ή­ταν πά­ντως χα­σά­πης”, το­νί­ζει ο συ­νε­νευ­ξια­ζό­με­νος, πα­ρα­μέ­νο­ντας προ­ση­λω­μέ­νος στην ει­κό­να και τις ε­ντυ­πώ­σεις του αλ­λο­τι­νού παι­διού. Στους ι­στό­το­πους των νυν εμ­φο­ρού­με­νων α­πό τις ί­διες α­διάλ­λα­κτες ε­θνο­κε­ντρι­κές ι­δέες, εί­ναι ο α­ε­τός της Μά­νης, που έ­σω­σε την Ελλά­δα α­πό τον Σλα­βο­κομ­μου­νι­σμό και τους Βουλ­γά­ρους. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το παι­δί τον θυ­μά­ται γο­η­τευ­τι­κό, πά­ντα ξυ­ρι­σμέ­νο – ού­τε σύ­γκρι­ση με τον κο­ντο­στού­πη γε­νειο­φό­ρο Σφα­κια­νό. Άλλω­στε, ή­ταν φί­λος του θείου του, πρώην α­ρι­στε­ρού αλ­λά ό­χι κομ­μου­νι­στή. Εμφα­νί­ζε­ται σαν τρο­τσκι­στής ή αρ­χειο­μαρ­ξι­στής, που, στα πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, προ­βάλ­λει ως ο συ­μπα­θής α­ρι­στε­ρός ε­κεί­νης της ε­πο­χής. Ο Κα­τσα­ρέ­ας, πά­ντως, “ό­σους έ­πια­νε ζω­ντα­νούς και δεν τους βά­ρυ­νε αί­μα, τους ά­φη­νε να φύ­γουν. «Να εί­σαι κα­λός Έλλη­νας», ή­ταν η τυ­πι­κή ε­πω­δός”, σύμ­φω­να με πρό­σφα­τη έ­ρευ­να, που ά­κου­σε ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος  σε συ­νέ­δριο του Δι­κτύου Εμφυ­λίων Πο­λέ­μων. Το παι­δί έ­μει­νε με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι “τον σκό­τω­σαν σε ε­νέ­δρα το 1947, κά­που προς Γε­ρά­κι - Σκά­λα”, αλ­λά “στην τύ­χη”. Ίσως, σε έ­να προ­σε­χή τό­μο αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ο συγ­γρα­φέ­ας να στή­σει έ­να πε­ζό για τη σφα­γή α­μά­χων στη Βαμ­βα­κού, Οκτ. του 1946, και τη σχέ­ση της με την φο­νι­κή ε­νέ­δρα στο δρό­μο Σκά­λα - Λε­βέ­τσο­βα, κο­ντά στο Γε­ρά­κι, Μάρ.1947. Αδελ­φός ή ξά­δελ­φος 
–πε­ρι­μέ­νου­με κι ε­μείς να μά­θου­με– ε­κεί­νου του νε­κρού της Βαμ­βα­κούς, που το κε­φά­λι του, πε­ρι­φε­ρό­με­νο σε πα­λού­κι, ε­κτέ­θη­κε στην πλα­τεία του χω­ριού Αρά­χω­βα (ση­με­ρι­νές Κα­ρυές), ορ­γά­νω­σε τη μοι­ραία  ε­πί­θε­ση στην “η­μι­στρα­τιω­τι­κή” ο­μά­δα Κα­τσα­ρέα. Εί­πα­με Εμφύ­λιος, αλ­λά ό­χι λο­γο­τε­χνι­κή α­δεία να α­πο­κό­πτε­ται το νή­μα που συν­δέει τα γε­γο­νό­τα σε έ­ναν έ­στω και φαι­νο­με­νι­κό κύ­κλο α­ντεκ­δι­κή­σεων.
Η α­φή­γη­ση δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στους ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες. Υπάρ­χουν και Χί­τες α­δι­κο­σκο­τω­μέ­νοι. Στην πε­ρί­πτω­ση ε­νός Χί­τη, ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­φεύ­γει να κά­νει γέ­φυ­ρα με το προ­η­γού­με­νο έρ­γο του. Ίσως, την φυ­λά­ει κι αυ­τήν για τον ε­πό­με­νο τό­μο. Δί­νει πα­ρα­στα­τι­κά το σκο­τω­μό του αρ­χη­γού της Χ, του δι­κη­γό­ρου Κω­στή Κο­ντο­βου­νή­σιου και του ε­ξά­χρο­νου γιου του. Την ε­κτέ­λε­ση ο συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος την α­πο­δί­δει στον κα­πε­τά­ν-Τρα­γιά, ψευ­δώ­νυ­μο του Κω­στα­ντα­ρά­κου, ε­νός α­πό τους εν­νιά της “Κα­θό­δου”. Ή μή­πως ό­χι; 
Σε έ­να πρώ­το πλά­νο, ω­στό­σο, το μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι έ­νας συ­ναρ­πα­στι­κός “α­νά­πλους”  στο συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό του παι­διού και του έ­φη­βου, έ­τσι ό­πως με­γα­λώ­νει κά­που α­νά­με­σα στην ύ­παι­θρο και την ε­παρ­χια­κή πό­λη, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τα ζω­ντα­νά να ζευ­γα­ρώ­νουν και αρ­γό­τε­ρα, μυού­με­νος στην τε­λε­τουρ­γία του μπορ­ντέ­λου. Αυ­τός ο “α­νά­πλους”  έ­χει ως α­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι του τον τρό­πο που ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­σταί­νει τον τό­πο. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, την κοι­λά­δα του Ευ­ρώ­τα, που, ό­πως ο­μο­λο­γεί σε προ­γε­νέ­στε­ρο κεί­με­νό του, εί­ναι η πε­ριο­χή που α­σκεί πά­νω του μια ι­διά­ζου­σα γο­η­τεία ε­ντε­λώς προ­σω­πι­κού, σχε­δόν “μυ­στι­κού”, χα­ρα­κτή­ρα. Το γε­γο­νός ό­τι κα­τορ­θώ­νει να ε­μπο­τί­σει με αυ­τήν τη γο­η­τεία το πρό­σφα­το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό α­φή­γη­μα προ­σμε­τρά­ται στις ε­πι­τυ­χίες κα­τά “το κυ­νή­γι της α­θα­να­σίας”. 
Ως βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, αι­σθα­νό­μα­στε την ί­δια ψυ­χο­λο­γι­κή δυ­σκο­λία με τον συγ­γρα­φέα να πού­με τη γνώ­μη μας, ό­ταν η κρα­τού­σα ά­πο­ψη στην κοι­νό­τη­τα των ει­δη­μό­νων εί­ναι α­ντί­θε­τη. Εκεί, φαί­νε­ται να ε­πι­κρα­τεί εν­θου­σια­σμός για τη με­τα­νε­ο­τε­ρι­κό­τη­τα του α­φη­γή­μα­τος τό­σο στο λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο ό­σο και σε ε­κεί­νο της Ιστο­ρίας. Στο πρώ­το α­ξιο­λο­γού­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο οι μορ­φι­κοί πει­ρα­μα­τι­σμοί, ό­πως ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός του ως μυ­θι­στό­ρη­μα και η ε­πι­νό­η­ση της φα­ντα­στι­κής συ­νέ­ντευ­ξης. Στο δεύ­τε­ρο, εν­θου­σιά­ζει η α­μαύ­ρω­ση της ει­κό­νας του α­ντάρ­τη και η α­πό­δο­ση  ά­δο­λων προ­θέ­σεων στον ταγ­μα­τα­σφα­λί­τη ή, α­κό­μη, στον ε­πι­φα­νή Χί­τη, τύ­που Κο­ντο­βου­νή­σιου. Ίσως, να έ­χουν δί­κιο. Αλλιώς, πώς θα γρα­φτεί ο Εμφύ­λιος σαν μυ­θι­στό­ρη­μα; 
Μέ­νο­ντας τώ­ρα στο τε­λευ­ταίο, δη­λα­δή α­πο­κλει­στι­κά στο μυ­θι­στό­ρη­μα, νο­μί­ζου­με ό­τι οι νε­α­ράς η­λι­κίας  α­να­γνώ­στες δύ­σκο­λα θα κρα­τή­σουν μέ­χρι τέ­λους τον μί­το της α­φή­γη­σης, κα­θώς ε­κεί α­να­μι­γνύο­νται  αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα και προ­σω­πι­κές μνή­μες με σκόρ­πια πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία του Εμφυ­λίου στη νό­τια Πε­λο­πόν­νη­σο. Αυ­τό ως α­πλή δια­πί­στω­ση, ό­χι ως α­τέ­λεια ή μορ­φή α­δυ­να­μίας, α­φού η ρι­ζο­σπα­στι­κή και­νο­το­μία σε κά­θε α­νά­λο­γου εί­δους α­φή­γη­ση θέ­τει α­να­γνω­στι­κές προϋπο­θέ­σεις. Βέ­βαια, για τους φα­να­τι­κούς α­να­γνώ­στες του Βαλ­τι­νού δεν τί­θε­ται τέ­τοιο θέ­μα. Αυ­τοί ε­θι­σμέ­νοι, το πο­λύ πο­λύ να ρί­ξουν εκ νέ­ου μα­τιές στα προ­η­γού­με­να βι­βλία. Το αν με το ρη­ξι­κέ­λευ­θο ε­φεύ­ρη­μα, ι­δίως της μορ­φής, πέ­τυ­χε ή ό­χι αυ­τή τη φο­ρά η συ­ντα­γή και ως βι­βλίο προ­στί­θε­ται α­πλώς στην προί­κα του ή εγ­γρά­φε­ται ως γε­ρό πα­νω­προί­κι, αυ­τό θα φα­νεί στο μέλ­λον.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

 Υ.Γ.: Μια διευ­κρί­νι­ση προς α­πο­φυ­γή τυ­χόν πα­ρα­νοή­σεων.  Ορι­σμέ­νες σκέ­ψεις και σχό­λια του κει­μέ­νου δεί­χνουν να υ­περ­βαί­νουν τη λο­γο­τε­χνι­κή α­φή­γη­ση και να δια­τα­ράσ­σουν την αυ­το­τέ­λεια του ό­λου α­φη­γη­μα­τι­κού πε­δίου. Έχου­με, ω­στό­σο, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι η α­φή­γη­ση του Βαλ­τι­νού δεν παύει να λει­τουρ­γεί και πέ­ραν των στε­νών της ο­ρίων, ό­χι ε­ντε­λώς α­νε­ξάρ­τη­τα, αλ­λά σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο πε­δίο, θα λέ­γα­με δευ­τε­ρο­γε­νές ή α­κό­μη και τρι­το­γε­νές. Με άλ­λα λό­για, μέ­ρος α­π’  ό­σα δια­τυ­πώ­θη­καν ε­δώ  δεν εί­ναι πα­ντε­λώς ά­σχε­τα, του­λά­χι­στον θε­μα­τι­κά, με ο­ρι­σμέ­νες συν­δη­λώ­σεις της α­φή­γη­σης. Το πό­σο, άλ­λω­στε, μία α­φή­γη­ση πα­ρα­μέ­νει α­μι­γής μύ­θος χω­ρίς κα­θό­λου ε­ξαρ­τή­σεις α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εί­ναι στη λο­γο­τε­χνία, πε­ρισ­σό­τε­ρο την με­τα­νε­ο­τε­ρι­κή,  έ­να  διαρ­κές ζη­τού­με­νο. Δεν υ­πήρ­ξε, ού­τε υ­πάρ­χει ε­π’ αυ­τού σα­φές ή κοι­νής πα­ρα­δο­χής συ­ντα­γο­λό­γιο. Μπο­ρεί α­νε­μπό­δι­στα να α­κο­λου­θεί την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δια­τη­ρώ­ντας α­κό­μη και πλή­ρη α­ντι­στοι­χία. Τώ­ρα, το πού α­κρι­βώς ε­ντο­πί­ζε­ται η δη­μιουρ­γι­κή της πνοή, ό­ταν  βρί­σκε­ται σε πλή­ρη α­ντι­στοι­χία, αυ­τό εί­ναι έ­να άλ­λο ζη­τού­με­νο.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/7/2012.