Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Η άτακτη Μοσχούλα



Κώ­στας Μουρ­σε­λάς
«Στην ά­κρη της νύ­χτας»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Νοέμ­βριος 2011

Η ενσάρκωση της Μοσχούλας από την ηθοποιό Καλλιόπη Σίμου σε θεατρική διασκευή του διηγήματος «Όνειρο στο κύμα» κατά το επετειακό έτος 2011.



Εν μέ­ρει, κλε­ψί­τιτ­λο θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα του Κώ­στα Μουρ­σε­λά, κα­θώς ο τίτ­λος του α­να­κα­λεί ε­κεί­νον του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Λουί-Φερ­ντι­νάν Σε­λίν, που εκ­δό­θη­κε προ ο­γδό­ντα χρό­νων. Το «Τα­ξί­δι στην ά­κρη της νύ­χτας», ό­πως α­πο­δό­θη­κε ο τίτ­λος α­πό την Σε­σίλ Ιγγλέ­ση Μαρ­γέλ­λου στην, προ πε­ντα­ε­τίας, με­τά­φρα­ση του βι­βλίου στα ελ­λη­νι­κά. Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Μουρ­σε­λά α­φί­στα­ται σε προ­θέ­σεις α­πό το σε­λι­νι­κό, α­φού η συγ­γρα­φή του ξε­κί­νη­σε χω­ρίς με­γά­λες φι­λο­δο­ξίες ως έ­να κα­τά πα­ραγ­γε­λία διή­γη­μα πά­νω σε δο­σμέ­νο θέ­μα. Ίσως και γι’ αυ­τό, σε πεί­σμα της ε­πο­χής που γρά­φε­ται, δεν κι­νεί­ται σε έ­ναν ε­λεει­νό και φρι­κα­λέο κό­σμο, ό­πως ε­κεί­νον του Σε­λίν. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Μουρ­σε­λά υ­πάρ­χει χρό­νος για έ­ρω­τα και λο­γο­τε­χνι­κές α­να­δι­φή­σεις. Άλλω­στε ο ή­ρωάς του, συμ­βι­βα­σμέ­νος με τον ε­αυ­τό του και τους γύ­ρω του, πόρ­ρω α­πέ­χει α­πό ε­κεί­νον του Σε­λίν, που ε­πα­να­στα­τεί ε­νά­ντια στις κοι­νω­νι­κές συμ­βά­σεις. Εί­ναι, πά­ντως, κι αυ­τό γραμ­μέ­νο σε πρώ­το πρό­σω­πο, με α­φη­γη­τή έ­ναν ά­ντρα. Πρό­κει­ται για έ­ναν ε­γκε­φα­λι­κό συγ­γρα­φέα, που δι­στά­ζει να σπρώ­ξει “τα πράγ­μα­τα στην ά­κρη τους... στο μη πε­ραι­τέ­ρω”, τό­σο στη ζωή ό­σο και στα βι­βλία του. Κι ό­ταν λέ­με ζωή, εν­νοού­με κυ­ρίως ή και α­πο­κλει­στι­κά τον έ­ρω­τα. Από τό­τε που ο Μουρ­σε­λάς ε­γκα­τέ­λει­ψε το θέ­α­τρο για την πε­ζο­γρα­φία, αυ­τός εί­ναι ο μό­νι­μος πρω­τα­γω­νι­στής του σε διη­γή­μα­τα, νου­βέ­λες και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ονο­μά­ζε­ται Κων­στα­ντής Μα­νω­λό­που­λος και πλά­στη­κε πριν α­πό κο­ντά μια ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία για τις α­νά­γκες του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Βαμ­μέ­να κόκ­κι­να μαλ­λιά». Από μιας αρ­χής, πρό­βα­λε σαν το alter ego του συγ­γρα­φέα και έ­τσι πα­ρέ­μει­νε.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, βρί­σκου­με ά­σχη­μη ι­δέα, χά­ριν α­πλο­ποίη­σης της ορ­θο­γρα­φίας, έ­να κα­θα­ρό­αι­μο πε­λο­πον­νή­σιο ε­πί­θε­το, ό­πως το Μα­νω­λό­που­λος, να γρά­φε­ται στην πρό­σφα­τη έκ­δο­ση με δυο ό­μι­κρον. Επί­σης, ά­σχη­μη ι­δέα, που προ­κα­λεί μά­λι­στα σύγ­χυ­ση, εί­ναι, στον κα­τ’ ε­πι­λο­γή κα­τά­λο­γο των έρ­γων του συγ­γρα­φέα, που πα­ρα­τί­θε­ται στην α­ρι­στε­ρή σε­λί­δα ε­κεί­νης του τίτ­λου, να μη δί­νε­ται η χρο­νο­λο­γία της πρώ­της έκ­δο­σης, αλ­λά μια τυ­χού­σα, κά­ποιας ε­πα­νέκ­δο­σης. Για πα­ρά­δειγ­μα, σύμ­φω­να με αυ­τόν τον κα­τά­λο­γο,  ο Μουρ­σε­λάς συ­νέ­χι­σε να γρά­φει θέ­α­τρο και με­τά την έκ­δο­ση του πρώ­του του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, το ο­ποίο κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1991. Ωστό­σο, α­φό­του γνώ­ρι­σε την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή ευ­ρυ­χω­ρία, δεν θέ­λη­σε ή δεν μπό­ρε­σε να ξα­να­δο­κι­μα­στεί στην πει­θαρ­χία του θε­α­τρι­κού λό­γου. Όσο για το μυ­θι­στό­ρη­μα, εκ­δό­θη­κε φθι­νό­πω­ρο 1989, ε­νώ, φθι­νό­πω­ρο 1992, ή­ταν ή­δη τη­λε­ο­πτι­κή σει­ρά. Χρο­νο­λο­γία σταθ­μός, κα­θώς ση­μα­το­δο­τεί την ε­πί­ση­μη έ­ναρ­ξη της ε­πο­χής του μπε­στ-σέ­λερ.   
Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα, μα­ζί με τον Κων­στα­ντή Μα­νω­λό­που­λο ε­πα­νεμ­φα­νί­ζο­νται και οι υ­πό­λοι­ποι της πε­λο­πον­νή­σιας α­ντρο­πα­ρέ­ας. Λια­κό­που­λος, Δρα­κό­που­λος και σία. Κυ­ρίαρ­χη μορ­φή, ω­στό­σο, πα­ρα­μέ­νει η ε­σα­εί πέ­τρα του σκαν­δά­λου ε­κεί­νης της πα­ρέ­ας. Το “κά­θαρ­μα” αλ­λά και ο ή­ρωάς τους, ο Μι­κρα­σιά­της Μα­νώ­λης Ρε­τσί­νας. Ζορ­μπά τον α­πο­κα­λεί ο Μα­νω­λό­που­λος.  Και πράγ­μα­τι, ως πρό­τυ­πο στο πλά­σι­μο των δυο χα­ρα­κτή­ρων και της α­να­με­τα­ξύ τους σχέ­σης λει­τούρ­γη­σε ευ­θύς ε­ξαρ­χής το κα­ζα­ντζα­κι­κό δί­δυ­μο του αγ­γλοέλ­λη­να συγ­γρα­φέα, που εί­ναι και ο α­φη­γη­τής, και του Αλέ­ξη Ζορ­μπά. Όπως στο κα­λού­πι υ­παρ­κτού προ­σώ­που πλά­στη­κε ο Ζορ­μπάς, έ­τσι προέ­κυ­ψε και ο Ρε­τσί­νας. Σύμ­φω­να με τις συ­νε­ντεύ­ξεις του Μουρ­σε­λά, τον γνώ­ρι­σε στα γυ­μνα­σια­κά του χρό­νια, στον Πει­ραιά. Ήταν λί­γο με­γα­λύ­τε­ρός του, αλ­λά πο­λύ πιο “περ­πα­τη­μέ­νος”.  Ο Λούης, κα­τα­πώς βά­φτι­σε αυ­τόν τον δι­κό του Ζορ­μπά, ε­ντυ­πω­σία­σε τον ά­τολ­μο και ε­ρω­τι­κά ά­πρα­γο έ­φη­βο, που ή­ταν τό­τε. Εξο­μο­λο­γεί­ται πως, για χρό­νια, τον κυο­φο­ρού­σε ως μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα. Η γέν­να ήρ­θε α­πό μό­νη της, σε μια φά­ση της ζωής του, που ε­κεί­νος ή­ταν κου­βα­ρια­σμέ­νος στο κε­λί του. Ο Λούης δεν τον έ­συ­ρε στο χο­ρό μιας ζωής σαν τη δι­κή του. Τον πα­ρέ­συ­ρε, ό­μως, στο χο­ρό της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας.

Πα­θια­σμέ­νος με τον έ­ρω­τα

Το 2011 ή­ταν Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Οι δυο τρεις μά­νατ­ζερ της λο­γο­τε­χνίας που δια­θέ­του­με, έ­σπευ­σαν να πα­ραγ­γεί­λουν διη­γή­μα­τα, α­φη­γή­σεις ή ό,τι άλ­λο ή­θε­λε προ­κύ­ψει, με δο­σμέ­νο θέ­μα τον Πα­πα­δια­μά­ντη και το έρ­γο του. Αλλά, κα­τά την ε­ορ­τα­στι­κή α­νά­στα­σή του, σε ό­λες τις εκ­φάν­σεις της – δη­μο­σιο­γρα­φι­κή, συγ­γρα­φι­κή, θε­α­τρι­κή, τη­λε­ο­πτι­κή – ε­πι­κρά­τη­σε ως κα­νό­νας, ό­τι, στο έρ­γο του, πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα και μυ­θο­πλα­στι­κοί χα­ρα­κτή­ρες βρί­σκο­νται σε πλή­ρη ταύ­τι­ση, με τον ί­διο τον Πα­πα­δια­μά­ντη μο­νί­μως στο ρό­λο του α­φη­γη­τή. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, ό­πως και πολ­λοί ση­με­ρι­νοί συγ­γρα­φείς, δεν κά­νει άλ­λο α­πό το να αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται. Με άλ­λα λό­για, η ζωή του, για τους α­να­γνώ­στες της με­τα­νεω­τε­ρι­κής ε­πο­χής, εί­ναι α­νοι­χτό βι­βλίο. Αντί για σκο­τει­νές πτυ­χές, έ­χου­με στη διά­θε­σή μας έ­ρω­τες και πά­θη των ουκ ο­λί­γων η­ρώων του. Το θέ­μα, λοι­πόν, εί­ναι ο βίος και η πο­λι­τεία του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο Μουρ­σε­λάς, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, εκ­μυ­στη­ρεύε­ται, ό­τι, ε­δώ και χρό­νια, εί­χε αρ­χί­σει να τον εν­δια­φέ­ρει η ζωή του Πα­πα­δια­μά­ντη και να τον βλέ­πει σαν πι­θα­νό ή­ρωά του. Ήθε­λε να εμ­βα­θύ­νει στον ε­σω­τε­ρι­κό του κό­σμο. Κά­πως α­σα­φές αυ­τό το τε­λευ­ταίο, ω­στό­σο, η ε­ξο­μο­λό­γη­ση, που α­κο­λου­θεί εί­ναι αρ­κού­ντως α­πο­σα­φη­νι­στι­κή: “Έτσι ά­γιος και α­μαρ­τω­λός που ή­ταν συγ­χρό­νως, έ­τσι πα­θια­σμέ­νος με τη γυ­ναί­κα και τον έ­ρω­τα και που, ό­πως λέ­νε, δεν τόλ­μη­σε πο­τέ να φέ­ρει κά­ποια στο κρε­βά­τι του”. 
Με αυ­τά κα­τά νου ξε­κί­νη­σε το κα­τά πα­ραγ­γε­λία διή­γη­μα. Τε­λι­κά, φαί­νε­ται ό­τι το α­πο­τέ­λε­σμα κρί­θη­κε τό­σο ε­πι­τυ­χη­μέ­νο, ώ­στε να ε­πα­νέλ­θει και να α­πλώ­σει τη μυ­θο­πλα­στι­κή ζύ­μη σε έ­κτα­ση μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ευ­θύς εξ αρ­χής, α­κο­λού­θη­σε την ε­πι­κρα­τού­σα α­νά την υ­φή­λιο συ­νή­θεια, α­ντί “το στό­ρι” να ε­πι­νο­εί­ται εκ του μη­δε­νός, να ε­πι­χει­ρεί­ται η συ­νέ­χι­ση ε­νός πα­λαιό­τε­ρου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ή και θε­α­τρι­κού έρ­γου. Μό­νο που αυ­τός προ­τί­μη­σε μια πιο πε­ποι­κιλ­μέ­νη μορ­φή. Επι­νό­η­σε την προέ­κτα­ση ε­νός πα­πα­δια­μα­ντι­κού διη­γή­μα­τος και την εν­σω­μά­τω­σε στο δι­κό του μυ­θο­πλα­στι­κό χώ­ρο, προ­βάλ­λο­ντας ως κυ­ρίως α­φή­γη­ση το πώς προέ­κυ­ψε ως υ­πο­κα­τά­στα­το του συγ­γρα­φέα Πα­πα­δια­μά­ντη το δί­δυ­μο Μα­νω­λό­που­λου-Ρε­τσί­να. Έτσι, στή­νει μια μάλ­λον πε­ρί­πλο­κη ι­στο­ρία, που του δί­νει την ευ­και­ρία να σχο­λιά­σει τη γνω­στή α­ντι­πα­ρά­θε­ση ό­σων πι­στεύουν ό­τι η λο­γο­τε­χνία α­ντα­να­κλά πι­στά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και ε­κεί­νων, που υ­πε­ρα­σπί­ζο­νται την αυ­το­τέ­λειά της. Υπέρ­μα­χος της πρώ­της ά­πο­ψης εί­ναι ο Ρε­τσί­νας και της δεύ­τε­ρης, ο Μα­νω­λό­που­λος, ως συγ­γρα­φέ­ας. Τε­λι­κά, υ­πε­ρί­σχυ­σε, κα­τά α­λη­θο­φα­νή αν και ε­λα­φρώς πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νο τρό­πο, η ά­πο­ψη του Ρε­τσί­να και ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε έ­να α­πό τα διη­γή­μα­τα που ο “ά­τολ­μος” και εν ζωή και συγ­γρα­φι­κά Πα­πα­δια­μά­ντης ά­φη­σε με “κο­λο­βό φι­νά­λε”. Όσο για την ε­πι­λο­γή του διη­γή­μα­τος, αυ­τή πα­ρου­σιά­ζε­ται ευ­θύς εξ αρ­χής ως δε­δο­μέ­νη, α­φού το ζη­τού­με­νο ή­ταν μια πα­πα­δια­μα­ντι­κή η­ρωί­δα, που θα μπο­ρού­σε να κα­τα­λή­ξει στο κρε­βά­τι του α­φη­γη­τή, του­τέ­στιν του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο οιοσ­δή­πο­τε, α­πό τους πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γους μέ­χρι τον πρώ­το τυ­χό­ντα α­πό­φοι­το λυ­κείου, θα υ­πο­δεί­κνυε α­συ­ζη­τη­τί την Μο­σχού­λα. Κα­τά συ­νέ­πεια, αν έ­να πα­πα­δια­μα­ντι­κό διή­γη­μα πα­ρα­μέ­νει φαι­νο­με­νι­κά η­μι­τε­λές, αυ­τό εί­ναι το «Όνει­ρο στο κύ­μα». Μέ­χρι που οι νεό­τε­ροι σχο­λι­κοί σύμ­βου­λοι το πρό­τα­ξαν στο α­να­γνω­στι­κό της τρί­της Λυ­κείου, το­νί­ζο­ντας ό­τι κα­τα­χω­ρί­ζε­ται στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά. 

Το δί­κιο του α­να­γνώ­στη

Θη­ρίο εί­χε γί­νει ο Σά­λι­ντζε­ρ, καί­τοι στα ε­νε­νή­ντα του, ό­ταν κα­τα­πιά­στη­καν να ο­λο­κλη­ρώ­σουν τον κρι­νό­με­νο ως κο­λο­βό «Φύ­λα­κα στη σί­κα­λη». Κι αν δεν πέ­θαι­νε, διό­λου α­πί­θα­νο να κα­τέ­φευ­γε στην αυ­το­δι­κία, κα­θώς τα δι­κα­στή­ρια δι­καιώ­νουν συ­νή­θως το ευ­ρύ κοι­νό, που θέ­λει έ­να ζου­με­ρό “στό­ρυ” και ό­χι δύ­σβα­τα α­να­γνώ­σμα­τα. Όπως δια­τεί­νε­ται και ο Ρε­τσί­νας, ο συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει να δί­νει έ­να φι­νά­λε, ό­χι κα­τά το γού­στο του, αλ­λά τέ­τοιο που να ι­κα­νο­ποιεί τα α­να­γνω­στι­κά γού­στα. Η α­πει­λή, πά­ντως, της αυ­το­δι­κίας δεν υ­πάρ­χει στην πε­ρί­πτω­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη, ε­κα­τόν έ­να χρό­νια πε­θα­μέ­νος. Όσο για τους σε­βά­σμιους πνευ­μα­τι­κούς κλη­ρο­νό­μους του έρ­γου του, αυ­τοί εί­ναι ό­λοι τους του γλυ­κού νε­ρού. Ού­τε δια της γρα­φί­δος δεν τολ­μούν να τον υ­πε­ρα­σπι­στούν. 
Για να προ­κύ­ψει α­πό το διή­γη­μα μυ­θι­στό­ρη­μα, ο Μουρ­σε­λάς, ό­πως το συ­νη­θί­ζει, το χώ­ρι­σε σε δυο ί­σα μέ­ρη. Απλώ­νει την α­φή­γη­ση α­πό το νεό­κο­πο φι­νά­λε του πα­πα­δια­μα­ντι­κού διη­γή­μα­τος, φρο­ντί­ζο­ντας να δη­μιουρ­γή­σει σα­σπέ­νς γύ­ρω α­πό την ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέα του, αλ­λά και την ψυ­χο­λο­γι­κή κα­τά­στα­ση, στην ο­ποία ε­κεί­νος βρι­σκό­ταν ώ­στε να α­πο­τολ­μή­σει πα­ρό­μοια α­πο­κο­τιά. Για να το ε­πι­τύ­χει, εκ­με­ταλ­λεύε­ται τη φρά­ση του α­φη­γη­τή του Πα­πα­δια­μά­ντη γύ­ρω α­πό το τι α­πέ­γι­νε η Μο­σχού­λα: «...Σπα­νίως την εί­δα έ­κτο­τε, και δεν η­ξεύ­ρω τι γί­νε­ται τώ­ρα, ο­πό­τε εί­ναι α­πλή θυ­γά­τηρ της Εύας, ό­πως ό­λαι.» Έτσι, πλά­θει δυο θυ­γα­τέ­ρες της Εύας. Μια πρώ­τη για το κρε­βά­τι του δι­κού του α­φη­γη­τή, του Μα­νο­λώ­που­λου, και μια για την κλί­νη του α­φη­γη­τή του Πα­πα­δια­μά­ντη. 

Φι­λο­λο­γι­σμοί
έ­να­ντι μυ­θο­πλα­σίας

Το πραγ­μα­τι­κό ό­νο­μα της Μο­σχού­λας, κα­τά το μυ­θι­στό­ρη­μα, εί­ναι Ου­ρα­νία Πα­ρί­ση. Ο Ιωάν­νης Φρα­γκού­λας, που ξε­χώ­ρι­σε τα πραγ­μα­τι­κά α­πό τα φα­ντα­στι­κά ο­νό­μα­τα και πρό­σω­πα στον πα­πα­δια­μα­ντι­κό κό­σμο, υ­πο­στή­ρι­ξε βά­σι­μα πως το μό­νο πραγ­μα­τι­κό ό­νο­μα στο εν λό­γω διή­γη­μα εί­ναι του πά­τερ Σι­σώη και ό­τι ο κυρ  Μό­σχος και η α­νι­ψιά του η Μο­σχού­λα α­νή­κουν στα φα­ντα­στι­κά πρό­σω­πα. Δεν σκέ­φτη­κε ο κα­η­μέ­νος ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης “για ευ­νό­η­τους λό­γους” τους εί­χε αλ­λά­ξει τα ο­νό­μα­τα. Η συ­νέ­χεια της “κο­λο­βής ι­στο­ρίας” του Πα­πα­δια­μά­ντη το­πο­θε­τεί­ται λί­γο με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του “κο­λο­βού” διη­γή­μα­τος, Οκτώ­βριο 1900, στην Αθή­να. Στην α­νω­νυ­μία του με­γά­λου πλή­θους της πρω­τεύου­σας βρή­καν κα­τα­φύ­γιο θείος και α­νι­ψιά Πα­ρί­ση, κα­θώς, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, εμ­φα­νί­ζο­νται ως πα­ρά­νο­μο ζεύ­γος. Επί­σης, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, ζουν α­κό­μη ο πα­τέ­ρας του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο πα­π’ Αδα­μά­ντιος Εμμα­νουή­λ, και η μη­τέ­ρα του, ό­πως και ο φί­λος του Νή­φω­νας, κα­τά κό­σμον Δια­νέ­λος, με τον ο­ποίο ε­ξα­κο­λου­θεί να “μπε­κρο­πί­νει”. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­ψα­ξε και βρή­κε σε συ­νοι­κία της Αθή­νας το σπί­τι του ζεύ­γους και άρ­χι­σε να πα­ρα­φυ­λά­ει την Μο­σχού­λα, κα­θι­σμέ­νος στο κα­φε­νείο της γω­νίας. Αντί­θε­τα με τις συ­νή­θειές του, το έ­ρι­χνε στα “ου­ζά­κια”. Όσο για την Μο­σχού­λα, εμ­φα­νί­ζε­ται σαν μια σύγ­χρο­νη Λο­λί­τα.  Σπι­τω­μέ­νη α­πό τον θείο, συμ­με­τέ­χει στα ε­ρω­τι­κά τους παι­χνί­δια και “στη ζού­λα κα­πνί­ζει”. 
Ανα­μέ­νο­ντας στο κα­φε­νείο ο Πα­πα­δια­μά­ντης, υ­πο­τί­θε­ται ό­τι βα­σα­νι­ζό­ταν να βρει θέ­μα για το διή­γη­μα που του εί­χε πα­ραγ­γεί­λει ο Δρο­σί­νης και το ο­ποίο δεν σή­κω­νε κα­θυ­στέ­ρη­ση. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο εί­ναι δι­κό μας. Ο Μουρ­σε­λάς μάλ­λον δεν θα γνω­ρί­ζει το δι­δα­κτι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου πε­ριο­δι­κό «Εθνι­κή Αγω­γή», που ο Δρο­σί­νης ξε­κί­νη­σε την ε­πο­μέ­νη του α­τυ­χούς πο­λέ­μου του 1897 και το ο­ποίο πρό­σε­χε ι­διαί­τε­ρα. Τε­λι­κά, έ­να βρά­δυ κα­θώς ερ­χό­ταν να στή­σει καρ­τέ­ρι, μια συ­νά­ντη­ση του έ­δω­σε την ι­δέα για το διή­γη­μα, που εί­ναι «Τα δαι­μό­νια στο ρέ­μα». Μπο­ρεί μεν ε­κεί­νο το διή­γη­μα να δη­μο­σιεύ­τη­κε πριν το «Όνει­ρο στο κύ­μα», στις 15 Ιου­λίου 1900, αλ­λά για τις α­νά­γκες της μυ­θο­πλα­σίας το­πο­θε­τεί­ται αρ­γό­τε­ρα. Όπως και να έ­χει, το 1900, ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­πο­λάμ­βα­νε με­γά­λης α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τας, ό­πως θα το θέ­τα­με σή­με­ρα. Τό­σο με­γά­λης, που έ­νας α­πό ε­κεί­νη “την α­συ­μπα­θή και ά­στορ­γο συ­ντρο­φιά”, που στο διή­γη­μα τον ε­γκα­τέ­λει­ψε στο ρέ­μα, τον α­να­γνώ­ρι­σε στο δρό­μο και του ζή­τη­σε συγ­γνώ­μη για την αλ­λο­τι­νή συ­μπε­ρι­φο­ρά του. Εκεί­νη η πα­ρέα παι­διών εί­χε ε­γκα­τα­λεί­ψει τον α­φη­γη­τή, “δε­κα­ε­τές παι­δίο­ν”, “στην βρύ­σιν του Χαι­ρη­μο­νά”. Πε­ρι­πλα­νώ­με­νο ε­κεί, το παι­δίον, του­τέ­στιν ο Πα­πα­δια­μά­ντης, εί­χε μια τραυ­μα­τι­κή ε­μπει­ρία, με συ­νέ­πειες σε ό­λη του τη ζωή.

Ίμε­ρος ά­νευ κλι­νο­πά­λης

Πα­ρα­στα­τι­κή και χυ­μώ­δης εί­ναι η συ­ζή­τη­ση Μα­νω­λό­που­λου και Ρε­τσί­να για το πό­σο “ξε­νέ­ρω­τος ε­ρω­τι­κά” ή­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Προ­βλη­μα­τί­ζο­νταν κα­τά πό­σο “εί­χε πά­ει πο­τέ με γυ­ναί­κα” ή, μή­πως “μια στις τό­σες, πλή­ρω­νε μια ο­ρι­σμέ­νη πόρ­νη να τον ε­πι­σκέ­πτε­ται τις νύ­χτες στο σπί­τι του”. Λο­γι­κό­τε­ρος των δυο ο Μα­νω­λό­που­λος, α­ντέ­κρουε την πι­θα­νό­τη­τα με το σκε­πτι­κό ό­τι “οι βί­ζι­τες α­πό τέ­τοιες γυ­ναί­κες πλη­ρώ­νο­νται α­δρά”. Κα­τά τα άλ­λα, τον φα­ντά­ζο­νταν “κα­θι­σμέ­νο στο σα­ρα­βα­λια­σμέ­νο γρα­φειά­κι του, στο μι­σο­ε­ρει­πω­μέ­νο σπι­τά­κι του, να θυ­μά­ται το γυ­μνό της Μο­σχού­λας”. Πε­νη­ντά­ρης ε­κεί­νος, σα­ρά­ντα τό­σο ε­κεί­νη. Σα­ρά­ντα ο­κτώ, κα­τά το διή­γη­μα, αλ­λά πα­ρό­μοια η­λι­κία σί­γου­ρα θα α­πω­θού­σε την α­να­γνώ­στρια, συ­νη­θι­σμέ­νη στις α­πο­κα­λού­με­νες ροζ ι­στο­ρίες. Όπως και να έ­χει, στο “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο” «Όνει­ρο στο κύ­μα», δει­πνούν οι δυο τους “σε τα­βερ­νά­κι της Πλά­κας”. Εκεί­νος, ό­ντας “ά­τολ­μος”, ό­ρι­σε το ρα­ντε­βού δια ε­πι­στο­λής. Η Μο­σχού­λα τον γνώ­ρι­σε α­μέ­σως α­πό “τις φω­το­γρα­φίες του στις ε­φη­με­ρί­δες”. Ας μην το χα­λά­σου­με με την φι­λο­λο­γί­ζου­σα πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι τό­τε α­κό­μη δεν τον εί­χε α­πα­θα­να­τί­σει ο φω­το­γρα­φι­κός φα­κός. Τέ­λος, ε­κεί­νη, σαν άλ­λη Εύα, τον πα­ρέ­συ­ρε στο σπί­τι της, μια και ο θείος έ­λει­πε στη Σκιά­θο.
Δυ­στυ­χώς, πα­ρό­λο που το φι­νά­λε του “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νου” διη­γή­μα­τος δεν γρά­φε­ται για να ι­κα­νο­ποιή­σει τον α­να­γνώ­στη της ρο­μα­ντι­κής ε­πο­χής του Πα­πα­δια­μά­ντη αλ­λά τον με­τα­νεω­τε­ρι­κό της σή­με­ρον, δεν προ­βλέ­πε­ται η ε­πί κλί­νης συ­νεύ­ρε­ση Πα­πα­δια­μά­ντη και Μο­σχού­λας. Η μια σκη­νή α­πό ε­ρω­τι­κή κλι­νο­πά­λη, που α­να­ζη­τού­σε δια­καώς στο έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη ο Κώ­στας Ακρί­βος, δεν υ­πάρ­χει ού­τε στην κα­τά Μουρ­σε­λά “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη” μορ­φή. Ο Μουρ­σε­λάς δεν αγ­γί­ζει “τα ιε­ρά και ό­σια”. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, ως μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και δη, μπε­στ-σε­λε­ρί­στας, γνω­ρί­ζει πως να ι­κα­νο­ποιεί τους α­να­γνώ­στες του, ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, τις α­να­γνώ­στριές του. Γι’ αυ­τό ξε­κι­νά­ει με μια Εύα στο κρε­βά­τι του Μα­νω­λό­που­λου. Άλλω­στε, με αυ­τόν έ­χει το πά­νω χέ­ρι, δι­κό του alter ego εί­ναι. Εκεί, λοι­πόν, πραγ­μα­το­ποιεί­ται μια μο­να­δι­κή σκη­νή κλι­νο­πά­λης, κα­τά τις κά­πο­τε και “πα­ρεκ­κλί­νου­σες” ε­ρω­τι­κές εμ­μο­νές ε­νός Πε­λο­πον­νή­σιου. Κι αυ­τό, χά­ρις στην Εύα, που, ό­πως ό­λες οι Εύες, γνω­ρί­ζει να με­τα­μορ­φώ­νε­ται την κρί­σι­μη στιγ­μή α­πό σε­μνή και ά­πρα­γη σε πόρ­νη. Μια σκη­νή, που, στη λο­γο­τε­χνι­κή εκ­δο­χή της, εί­ναι αι­σθη­σια­κή και πο­λύ θα την ζή­λευαν οι κυ­ρίες που συγ­γρά­φουν τα μπε­στ σέ­λερ. Μό­νο που ε­κεί­νες, α­κό­μη και ό­ταν α­πο­τολ­μούν να την εν­θέ­σουν, ό­πως γί­νε­ται σε έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της Δη­μου­λί­δου, που πα­ρέ­μει­νε για μή­νες στους κα­τα­λό­γους των μπε­στ-σέ­λε­ρ, πο­τέ δεν θα εκ­κι­νού­σαν με αυ­τήν. Τολ­μη­ρός ό­σο και ρο­μα­ντι­κός ο Μουρ­σε­λάς, την προ­τάσ­σει μεν, αλ­λά φυ­λά­ει για το τέ­λος τη σκη­νή του με­γά­λου έ­ρω­τα, που θα διαρ­κέ­σει για το υ­πό­λοι­πο του βίου των δυο ε­ρα­στών. Δη­λα­δή, με την ο­πτι­κή μιας α­να­γνώ­στριας, γρά­φει “το α­πό­λυ­το μπε­στ-σέ­λε­ρ”. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, ό­πως και ο Πα­πα­δια­μά­ντης, δεν κα­τόρ­θω­σε να πά­ρει κε­φά­λι α­πό την βα­σί­λισ­σα του μπε­στ-σέ­λερ κα­τά το πα­πα­δια­μα­ντι­κό 2011, Λέ­να Μα­ντά.  
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου 


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/12/2012.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Αγαπώντες και αγαπώμενοι




Δη­μή­τρης Νόλ­λας
«Στον τό­πο»
Εκδό­σεις Ίκα­ρος
Απρί­λιος 2012

Μόναχο, 1971.
Φωτογραφία Δημήτρη Σούλα.




Απο­γοή­τευ­ση μας εί­χε προ­κα­λέ­σει πέ­ρυ­σι την ά­νοι­ξη η αγ­γε­λία της προ­σε­χούς έκ­δο­σης α­πά­ντων των διη­γη­μά­των του Δη­μή­τρη Νόλ­λα. Μια πα­ρό­μοια πρό­θε­ση δεν έ­χει, βε­βαίως, τί­πο­τα το ε­πι­κρι­τέο. Μό­νο που  η έκ­δο­ση Απά­ντων δη­λώ­νει το τε­τε­λε­σμέ­νο ε­νός έρ­γου, κι αυ­τό, στην πε­ρί­πτω­ση ε­νός κα­θό­λα μά­χι­μου συγ­γρα­φέα, ε­νέ­χει σπέρ­μα πα­ραί­τη­σης. Ει­κά­σα­με, ω­στό­σο, και μια δια­φο­ρε­τι­κή εκ­δο­χή για την α­πό­φα­σή του. Δε­δο­μέ­νου ό­τι το έρ­γο του Νόλ­λα ε­ξαρ­χής μοι­ρά­στη­κε με­τα­ξύ με­γά­λης, με­σαίας και σύ­ντο­μης φόρ­μας (5 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, 4 νου­βέ­λες, 5 συλ­λο­γές διη­γη­μά­των), η έκ­δο­ση α­πά­ντων των διη­γη­μά­των θα μπο­ρού­σε να ση­μαί­νει ό­τι “κλεί­νει” ως διη­γη­μα­το­γρά­φος για να εκ­χω­ρή­σει ό­λη τη θέ­ση στον μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο. Πι­θα­νό­τη­τα, που, ε­πί­σης, μας δυ­σα­ρέ­στη­σε. Όχι πως δεν ε­κτι­μού­με τη μέ­χρι σή­με­ρα μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία του, α­ντι­θέ­τως, την έ­χου­με και σε δη­μο­σιεύ­μα­τά μας ε­γκω­μιά­σει. Εμείς, ω­στό­σο, πι­στεύου­με ό­τι ε­κεί­νο που έ­χει α­νά­γκη η ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία εί­ναι τα διη­γή­μα­τά του. Ιδιαί­τε­ρα τώ­ρα που ο πρώ­τος τυ­χών δη­μο­σιεύει ό­που λά­χει ι­στο­ρίες και στη συ­νέ­χεια, τις εκ­δί­δει σε βι­βλίο, με φαρ­δύ πλα­τύ, δί­κην υ­πό­τιτ­λου, τον ει­δο­λο­γι­κό προσ­διο­ρι­σμό διη­γή­μα­τα. Έρχο­νται, μά­λι­στα, α­πό κο­ντά οι ει­δι­κοί ε­πί των λο­γο­τε­χνι­κών και α­πο­φαί­νο­νται ό­τι έ­χου­με “έ­κρη­ξη διη­γή­μα­τος”. Ενώ οι “μά­στο­ρες”, ό­πως έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει να α­πο­κα­λούν τους κο­ρυ­φαίους του εί­δους, αρ­γούν. Άπα­ντα ο έ­νας, ά­πα­ντα ο άλ­λος, ομ­φα­λο­σκό­πη­ση πε­πραγ­μέ­νων ο τρί­τος, εν τέ­λει θα λη­σμο­νή­σου­με τι ση­μαί­νει διή­γη­μα ή, μάλ­λον, θα το ε­ξα­με­ρι­κα­νί­σου­με κι αυ­τό και θα τε­λειώ­νου­με με τα γνή­σια ελ­λη­νι­κά προϊό­ντα.
Φθι­νό­πω­ρο 2011, α­ντί για τα υ­πε­σχη­μέ­να Άπα­ντα, δη­μο­σιεύ­τη­κε στο πε­ριο­δι­κό «Οδός Πα­νός» έ­να και­νού­ριο σύ­ντο­μο πε­ζό του Νόλ­λα, με ό­λες τις α­ρε­τές του γνή­σιου διη­γή­μα­τος. Μα­φιό­ζι­κο το σκη­νι­κό, σε κρυ­φό μπαρ πί­σω α­πό βι­τρί­να «Εδώ­δι­μα-Αποι­κια­κά», στην α­γο­ρά της Τσι­μι­σκή, του­τέ­στιν στην καρ­διά της Θεσ­σα­λο­νί­κης, κα­τά τα με­θεόρ­τια της δο­λο­φο­νίας Λα­μπρά­κη, με θα­μώ­νες χω­ρο­φύ­λα­κες και α­ντί για γυ­ναί­κες, λι­κνι­ζό­με­να γκαρ­σό­νια. Ο τό­πος και η ε­πο­χή, ο εκ Γερ­μα­νίας με­τα­νά­στης, η η­δο­νο­θη­ρία ως δι­κλεί­δα α­σφα­λείας για το Σώ­μα της Χω­ρο­φυ­λα­κής, και εν μέ­σω ό­λων αυ­τών, το σα­σπέ­νς της α­να­ζή­τη­σης μιας Χρυ­σάν­θης, που, σαν “μια άλ­λη Ελέ­νη”, μπο­ρεί να εί­ναι κι αυ­τή “έ­να που­κά­μι­σο α­δεια­νό”, δεί­χνο­νται μέ­σα σε πέ­ντε σε­λί­δες. Το πε­ζό φέ­ρει τίτ­λο, «Τα­ξί­δι στην Ελλά­δα», προσ­διο­ρι­στι­κό υ­πό­τιτ­λο “α­πό­σπα­σμα”, αύ­ξο­ντα λα­τι­νι­κό α­ριθ­μό πέ­ντε και ως ε­πι­μέ­ρους τίτ­λο, το «Εδώ­δι­μα-Αποι­κια­κά». Άρα, συ­νά­δει με την εκ­δο­χή της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας, αν δεν πρό­κει­ται για με­τα­μο­ντέρ­να με­ταμ­φίε­ση, την ο­ποία πρέ­πει να έ­χου­με πά­ντα κα­τά νου.
Ευ­τυ­χώς, ε­φέ­τος τον Απρί­λιο, εκ­δό­θη­κε μια συλ­λο­γή δέ­κα διη­γη­μά­των, ό­που τα ε­πτά εί­ναι δη­μο­σιευ­μέ­να μέ­σα στην τε­τρα­ε­τία, Χρι­στού­γεν­να 2004-Αύ­γου­στο 2009. Πι­θα­νώς και ως πρό­γευ­ση των Απά­ντων, κα­θώς το ο­πι­σθό­φυλ­λο φέ­ρει την υ­πο­γρα­φή της υ­πευ­θύ­νου για την κα­τάρ­τι­σή τους θεω­ρη­τι­κού. Όπως και να έ­χει, υ­πάρ­χουν τρία α­δη­μο­σίευ­τα διη­γή­μα­τα. Για το ά­ρι­στο του α­πο­τε­λέ­σμα­τος α­πο­φάν­θη­κε α­πό τους πρώ­τους ο Δ. Ν. Μα­ρω­νί­της, α­πο­δί­δο­ντας στον Νόλ­λα τον ε­πί­ζη­λο τίτ­λο “του αρ­τιό­τε­ρου πε­ζο­γρά­φου της γε­νιάς του”. Το πρό­βλη­μα με αυ­τήν την α­πό­φαν­ση δεν έ­γκει­ται στον α­πό­λυ­το χα­ρα­κτή­ρα της, αλ­λά στο γε­γο­νός ό­τι η πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά θεω­ρη­τι­κών, στην ο­ποία και πρω­το­στα­τεί ο Μα­ρω­νί­της, δεν έ­χει κα­τα­λή­ξει σε ποια γε­νιά α­νή­κουν οι γεν­νη­θέ­ντες στα α­κέ­ραια πολ­λα­πλά­σια των δε­κα­ε­τιών, ό­πως ο Νόλ­λας. Αν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι εν­νο­εί ως γε­νιά του Νόλ­λα, γεν­νη­θέ­ντος το 1940, τη δεύ­τε­ρη, ο έ­παι­νος α­πο­κτά άλ­λο βά­ρος, για­τί σε ε­κεί­νη με­τρού­με του­λά­χι­στον τρεις με τέσ­σε­ρις “μα­στό­ρους” του διη­γή­μα­τος. Αν πά­λι τα­ξι­νο­μη­θεί στην ε­πό­με­νη, που εί­ναι γε­νιά μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων, ο έ­παι­νος α­πο­βαί­νει σχε­δόν αυ­το­νό­η­τος, κά­τι σαν φό­ρος τι­μής στο κα­λό διή­γη­μα.

Ανθρω­πο­κε­ντρι­κός ο Νόλ­λας, αυ­τή τη φο­ρά πλά­θει ή­ρωες που δια­γρά­φουν τις τρο­χιές του βίου τους “στον τό­πο”. Εκεί­νο που βα­ραί­νει κα­θο­ρι­στι­κά στις ι­στο­ρίες του δεν εί­ναι το πέ­ρα­σμα του χρό­νου, αλ­λά η αλ­λα­γή του τό­που. Ορι­σμέ­νοι έρ­χο­νται α­πό το χω­ριό, το νη­σί ή την κω­μό­πο­λη στην Αθή­να, και άλ­λοι πη­γαί­νουν α­πό την Αθή­να σε Βιέν­νη, Γερ­μα­νία ή Αυ­στρα­λία, αλ­λά και τού­μπα­λιν, κά­ποιοι φτά­νουν α­πό τα τέσ­σε­ρα ση­μεία του ο­ρί­ζο­ντα στην Ελλά­δα. Σαν το βα­σι­κό να μην εί­ναι ο προο­ρι­σμός αλ­λά η αλ­λα­γή του τό­που. Οι χρό­νοι που ε­κτυ­λίσ­σο­νται οι ι­στο­ρίες και συ­να­κό­λου­θα, οι κα­τα­στά­σεις μέ­σα στις ο­ποίες δια­δρα­μα­τί­ζο­νται, α­πέ­χουν πα­ρα­σάγ­γας, α­φού το ά­νοιγ­μα στις α­φη­γή­σεις του βι­βλίου υ­περ­βαί­νει την πε­ντη­κο­ντα­ε­τία. Ξε­κι­νά α­πό την ε­παύ­ριο ε­κεί­νης της τε­λευ­ταίας για τη χώ­ρα δε­κα­ε­τίας “πο­λέ­μου και κα­τα­στρο­φώ­ν” και φτά­νει μέ­χρι έ­να α­προσ­διό­ρι­στο πα­ρόν. Ωστό­σο, αυ­τό που προ­βάλ­λε­ται με τη συ­στοί­χι­ση των ι­στο­ριών δεν εί­ναι η δια­φο­ρε­τι­κή χρο­νι­κή συ­νι­στώ­σα αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, η σύ­γκλι­ση των δια­φο­ρε­τι­κών κα­τα­στά­σεων, έ­τσι ό­πως στα­θε­ρά κα­τα­λή­γουν στη δυ­στυ­χία ή και στην κα­τα­στρο­φή ε­κεί­νου που α­πο­τόλ­μη­σε την με­τα­κί­νη­ση. Όλοι ε­γκα­τα­λεί­πουν έ­ναν τό­πο, που με­τά ε­σα­εί νο­σταλ­γούν, για έ­ναν άλ­λον δει­νών δο­κι­μα­σιών, προς ε­ξα­σφά­λι­ση κά­ποιας οι­κο­νο­μι­κής ευε­ξίας ή και μό­νο των προς το ζην. 
Κι ό­μως, κα­νείς “δεν κά­θε­ται στα αυ­γά του”, ό­πως πα­ρο­τρύ­νει ο ή­ρωας του τε­λευ­ταίου, ο­μό­τιτ­λου της συλ­λο­γής, διη­γή­μα­τος. Αυ­τός εί­ναι ο μό­νος, που αρ­νεί­ται ό­χι μό­νο να φύ­γει με­τα­νά­στης, αλ­λά και να κά­νει ο­ποια­δή­πο­τε αλ­λα­γή στη ζωή του. Κι αυ­τό, για­τί στά­θη­κε αυ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας ε­νός θα­νά­του που ε­πήλ­θε ό­λως διό­λου συ­μπτω­μα­τι­κά, λό­γω αλ­λα­γής θέ­σης α­πό μια κο­τρό­να στη δι­πλα­νή, που φαι­νό­ταν βο­λι­κό­τε­ρη για σκα­μνά­κι. Έζη­σε στά­σι­μος, “στον τό­πο”, για να δια­φύ­γει ή έ­στω να αρ­γο­πο­ρή­σει το μοι­ραίο, και του έ­λα­χε να “μεί­νει στον τό­πο”, ό­ταν άλ­λα­ξε θέ­ση σε έ­να πα­γκά­κι για να βο­λευ­τεί κα­λύ­τε­ρα. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μια πρώ­τη πα­ρα­τή­ρη­ση ό­σο α­φο­ρά την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα του Νόλ­λα στο σύ­νο­λο της γε­νιάς του, στην πε­ρί­πτω­ση που αυ­τή εί­ναι η δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή,  θα λέ­γα­με ό­τι δια­κρί­νε­ται ως διη­γη­μα­το­γρά­φος για γο­νι­μό­τε­ρη φα­ντα­σία, κα­θώς πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρά σε α­πό­στα­ση α­σφα­λείας α­πό το έκ­δη­λα βιω­μα­τι­κό στοι­χείο.
Κα­τά τα άλ­λα, σή­με­ρα, που, στην πε­ζο­γρα­φία των νεό­τε­ρων, κυ­ριαρ­χούν οι σκη­νές βίας και υ­περ­τε­ρεί στις ό­ποιες σχέ­σεις των χα­ρα­κτή­ρων η σκλη­ρό­τη­τα, η τρυ­φε­ρό­τη­τα που νο­τί­ζει τις ι­στο­ρίες του Νόλ­λα έ­χει κά­τι το πα­ρα­μυ­θι­κό. Εκ πρώ­της ό­ψεως, φαί­νε­ται πα­ρά­ξε­νη αυ­τή η γλυ­κύ­τη­τα των αι­σθη­μά­των, ό­ταν ο μυ­θο­πλα­στι­κός κό­σμος του συ­ντί­θε­ται α­πό τα­λαί­πω­ρους και πα­ρίες. Το μό­το του πρώ­του διη­γή­μα­τος, «Μω­ρέ παι­διά κα­η­μέ­να/ παι­διά ξε­νι­τε­μέ­να», α­να­κα­λεί το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι, «Μω­ρέ παι­διά κα­η­μέ­να, παι­διά της Σα­μα­ρί­νας κι ας εί­στε λε­ρω­μέ­να», που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι μό­το ο­λό­κλη­ρου του βι­βλίου. Κι αν ό­λοι οι ξε­νι­τε­μέ­νοι δεν εί­ναι μα­τω­μέ­νοι, κα­τα­πώς υ­παι­νίσ­σε­ται το δη­μώ­δες ά­σμα, α­πό το ά­γριο ξύ­λο, εί­ναι λε­ρω­μέ­νοι, άλ­λοι α­πό το κάρ­βου­νο του Ρουρ και άλ­λοι α­πό την κα­κο­με­τα­χεί­ρι­ση του κά­θε έ­να, που ευη­με­ρεί με τον δι­κό τους ι­δρώ­τα. Θα μπο­ρού­σε να υ­πο­θέ­σει κα­νείς ό­τι ο Νόλ­λας ε­ξω­ραΐζει τις δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις. Ού­τε αυ­τό, ό­μως, κά­νει. Αντι­θέ­τως, τις πε­ρι­γρά­φει ί­σως και με πε­ρισ­σή α­κρι­βο­λο­γία. Το μυ­στι­κό φαί­νε­ται να εί­ναι η ο­πτι­κή γω­νία που υιο­θε­τεί. Επι­κε­ντρώ­νε­ται στην ευαί­σθη­τη έως και τρυ­φε­ρή πλευ­ρά, που σή­με­ρα τεί­νει να ε­κλεί­ψει α­πό τους πά­ντες, πό­σω μάλ­λον τους ή­ρωές του, που δεν έ­χουν στον ή­λιο μοί­ρα. Κι ό­μως, αν ό­χι α­πα­ξά­πα­ντες, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, δια­θέ­τουν μια πα­ρό­μοια ευά­λω­τη πλευ­ρά. Ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­κλί­νει α­πό τον ρε­α­λι­στι­κό κα­νό­να, χα­ρί­ζο­ντας στον α­να­γνώ­στη την ου­το­πία “των α­γα­πω­μέ­νω­ν”. 
Ας α­φή­σου­με, ό­μως, το αρ­σε­νι­κό γέ­νος, που ο­φεί­λει κα­νείς να χρη­σι­μο­ποιεί σε γε­νι­κό­λο­γες εκ­φρά­σεις, ό­ταν α­να­φέ­ρε­ται σε αμ­φό­τε­ρα τα φύ­λα. Αυ­τήν την ου­το­πία ο Νόλ­λας την χα­ρί­ζει στις α­να­γνώ­στριες, που κα­τα­φεύ­γουν εν κρυ­πτώ στα ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Μό­νο που ε­κεί λεί­πει το ευ­φρα­ντι­κό μέ­σο της γλώσ­σας, με α­πο­τέ­λε­σμα ο ε­ρω­τι­κός μύ­θος να προσ­λαμ­βά­νε­ται ε­γκε­φα­λι­κά και να μη γλυ­καί­νει τα μέ­σα τους. Οι ι­στο­ρίες του Νόλ­λα κα­λύ­πτουν έ­να ευ­ρύ φά­σμα α­γα­πώ­ντων και α­γα­πω­μέ­νων. Ένας ε­ρω­τό­πλα­γκτος προ­σφέ­ρει τό­ση πολ­λή λα­τρεία, που ε­κεί­νη πνί­γε­ται και τον ε­γκα­τα­λεί­πει. Πα­ρο­μοίως, κά­ποιος που εί­ναι δυ­να­τός ή και μια ζωή κου­μπω­μέ­νος, μπο­ρεί να στύ­βει την πέ­τρα, ό­πως λέει ο λαός, αλ­λά την κα­λή του δεν έ­χει τη δύ­να­μη να την κρα­τή­σει κο­ντά του. Από την άλ­λη, ά­ντρες, που δεί­χνουν ά­καρ­δοι, γί­νο­νται σπλαγ­χνι­κοί με μια γε­ρό­ντισ­σα και πιο μη­τρι­κοί α­πό μα­νά­δες με έ­να βρέ­φος. Και α­φού οι λέ­ξεις, πα­ρά η υ­πό­θε­ση, εί­ναι σε ό­λες τις ι­στο­ρίες οι κα­λοί α­γω­γοί της συ­ναι­σθη­μα­τι­κής γλυ­κύ­τη­τας, ο συγ­γρα­φέ­ας εκ­με­ταλ­λεύε­ται και τις με­τα­κυ­λί­σεις της ση­μα­σίας τους. Έτσι εμ­φυ­τεύει σε μια ι­στο­ρία α­γνής παι­δο­φι­λίας ε­νός γυ­ρο­λό­γου για την μι­κρή Ασμάτ –ό­νο­μα κα­θό­λου τυ­χαίο– το σπέρ­μα του παι­δο­φι­λι­κού έ­ρω­τα, που προ­κα­λεί την ορ­γή των ο­μο­ε­θνών της. 
Δύο α­πό τα τρία α­δη­μο­σίευ­τα διη­γή­μα­τα εί­ναι τα πιο ε­ρω­τι­κά της συλ­λο­γής. Το πρώ­το έ­χει τίτ­λο, που θα ταί­ρια­ζε και σε ροζ ι­στο­ρία, «Ένα κου­λού­ρι στα δυο». Αυ­τό μοι­ρά­ζε­ται έ­να ζεύ­γος σα­ρα­ντά­ρη­δων μι­κροϋπαλ­λή­λων, που συμ­βιώ­νουν δέ­κα χρό­νια, χω­ρίς παι­διά. “Εί­ναι αρ­γά για παι­διά, τι να το κά­νου­με το στε­φά­νι”, έ­λε­γε ε­κεί­νος. “Δεν πά­ει να πει τί­πο­τα αυ­τό”, α­πα­ντού­σε ε­κεί­νη. “Αλλά δεν το ’κα­νε ζή­τη­μα”, πα­ρα­τη­ρεί ε­πι­γραμ­μα­τι­κά ο α­φη­γη­τής του Νόλ­λα, ε­νώ ο α­φη­γη­τής ε­νός ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος θα πρό­σθε­τε, “για να μην τον χά­σει”. Πι­θα­νώς και να  συ­νέ­χι­ζε με τις μη­χα­νορ­ρα­φίες και τις γα­λι­φιές, που ε­κεί­νη θα ε­πι­νοού­σε για να ε­πι­τύ­χει το πο­λυ­πό­θη­το κου­κού­λω­μα. Πά­ντως, τα σου­σά­μια που σκορ­πί­στη­καν πά­νω στο τρα­πέ­ζι με το μοί­ρα­σμα του κου­λου­ριού, δεν θα του περ­νού­σε α­πό το μυα­λό να τα εκ­με­ταλ­λευ­τεί. Στο διή­γη­μα του Νόλ­λα, την ώ­ρα που ε­κεί­νος ε­ξο­μο­λο­γεί­ται πα­λαιά σφάλ­μα­τα και πό­νους, ε­κεί­νη τον ταΐζει έ­να έ­να σπό­ρια σου­σα­μιού. Ο δι­κός του α­φη­γη­τής δεν πε­ρι­γρά­φει με λό­για το δε­σμό τους, αλ­λά με μια α­σή­μα­ντη πρά­ξη τού δί­νει σω­μα­τι­κή ζε­στα­σιά. 
Σε αυ­τήν τη σω­μα­τι­κή ζε­στα­σιά, που θε­ρα­πεύει, ε­πα­νέρ­χε­ται στο δεύ­τε­ρο διή­γη­μα. Εκεί, ο μω­λω­πι­σμέ­νος α­πό ά­γριο ξυ­λο­δαρ­μό ή­ρωας χώ­νε­ται στην α­γκα­λιά της γυ­ναί­κας, ό­πως εί­χε α­κού­σει ό­τι κά­να­νε οι πα­λιοί, που τυ­λί­γα­νε με το το­μά­ρι α­πό έ­να άρ­τι σφαγ­μέ­νο ζώο τον α­νε­λέ­η­τα κα­κο­ποιη­μέ­νο δι­κό τους άν­θρω­πο. Διη­γή­μα­τα γυ­ναι­κείας ευαι­σθη­σίας, θα α­πο­φαι­νό­ταν μια α­να­γνώ­στρια, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι γυ­ναί­κες, πα­ρά το πρα­κτι­κό τους πνεύ­μα, θεω­ρούν την ευαι­σθη­σία δι­κό τους α­πο­κλει­στι­κό προ­νό­μιο. Μό­νο που κα­μιά γυ­ναί­κα συγ­γρα­φέ­ας δεν θα εί­χε την ευαι­σθη­σία να πα­ρο­μοιά­σει την γυ­ναι­κεία φω­νή με “θρόι­σμα κουρ­τί­νας σε αυ­γου­στιά­τι­κο μελ­τέ­μι”. Εν τέ­λει, αυ­τή η σχε­δόν πα­ρα­μυ­θι­κή τρυ­φε­ρό­τη­τα α­πο­κρύ­βει το βα­θύ­τε­ρο υ­παρ­ξια­κό άγ­χος, ό­που πραγ­μα­τι­κές πα­ρα­στά­σεις, πα­ραι­σθή­σεις και ε­φιάλ­τες λει­τουρ­γούν σαν συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία. Δεν χω­ρά­ει συ­ζή­τη­ση. Τα  Άπα­ντα μπο­ρούν να πε­ρι­μέ­νουν.   

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/12/2012.


Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Αποχαιρετισμοί κάτω από τα κλαψόδεντρα



Την προ­πε­ρα­σμέ­νη Κυ­ρια­κή, σχο­λιά­ζο­ντας την τε­λευ­ταία συλ­λο­γή του Γιώρ­γου Σκα­μπαρ­δώ­νη, «Πε­ρι­πο­λών πε­ρί πολ­λών τυρ­βά­ζω», εί­χα­με υ­πο­σχε­θεί να ε­πα­νέλ­θου­με σε έ­να α­πό τα 26 διη­γή­μα­τα, κα­θώς έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι “συ­νο­μι­λεί” με ο­ρι­σμέ­να διη­γή­μα­τα, τό­σο πα­λαιό­τε­ρα ό­σο και ο­μό­χρο­νά του. Ένα α­πό αυ­τά δη­μο­σιεύ­τη­κε στο ε­πε­τεια­κό τεύ­χος των «Ελι­μεια­κών», στο ο­ποίο α­να­φε­ρό­μα­στε αυ­το­τε­λώς στη σε­λί­δα. Δε­δο­μέ­νου ό­τι η συλ­λο­γή και το τεύ­χος δη­μο­σιεύ­τη­καν σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να, ει­κά­ζου­με ό­τι πρό­κει­ται για “συ­νο­μι­λία” πέ­ραν της πρό­θε­σης των συγ­γρα­φέων. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, οι θεω­ρη­τι­κοί της λο­γο­τε­χνίας συμ­βου­λεύουν, κα­τ’ αρ­χάς την ε­ξέ­τα­ση κα­θε­νός χω­ρι­στά σε σχέ­ση και με τα ε­ξω­κει­με­νι­κά στοι­χεία και στη συ­νέ­χεια, τη συ­γκρι­τι­κή τους προ­σέγ­γι­ση. Αμ’ έ­πος α­μ’ έρ­γον. Το διή­γη­μα του πε­ριο­δι­κού έ­χει τίτ­λο «Τα Κλα­ψό­δε­ντρα» και εί­ναι της ψυ­χο­λό­γου και συγ­γρα­φέως Κα­τε­ρί­νας Μή­λιου. Πα­ρου­σιά­ζε­ται ως α­πό­το­κο της αυ­το­βιο­γρα­φίας του Μή­λιου Δ. Μή­λιου, που δη­μο­σιεύ­τη­κε σε προ­η­γού­με­να τεύ­χη, με τίτ­λο «Η οι­κο­γέ­νεια Μή­λιου της Κο­ζά­νης», με δι­κή της ε­πι­μέ­λεια. Σε αυ­τό θα ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός σύ­ντο­μη ι­στο­ρία πα­ρά διή­γη­μα, κα­θώς α­νι­στο­ρεί τους δύ­σκο­λους α­πο­χαι­ρε­τι­σμούς, ό­ταν στε­νοί συγ­γε­νείς έ­φευ­γαν με­τα­νά­στες, γνω­ρί­ζο­ντας ό­τι ο χω­ρι­σμός θα εί­ναι μα­κρό­χρο­νος, κά­πο­τε και χω­ρίς ε­πι­στρο­φή. Τα δυο με­γα­λύ­τε­ρα α­δέλ­φια του α­φη­γη­τή έ­φυ­γαν για την Αυ­στρα­λία σχε­δόν έ­φη­βοι, το 1926 ο με­γά­λος, το 1932 ο δεύ­τε­ρος. Ο πρώ­τος ε­πέ­στρε­ψε οι­κο­γε­νεια­κά το 1959, ο δεύ­τε­ρος δεν γύ­ρι­σε. Σκο­τώ­θη­κε σε αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα το 1960. Γύ­ρι­σε η γυ­ναί­κα του με τα τρία παι­διά τους. Πι­θα­νώς έ­να α­πό αυ­τά να εί­ναι η συγ­γρα­φέ­ας, κα­θώς, σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό της, γεν­νή­θη­κε στην Αυ­στρα­λία και με­γά­λω­σε στην Κο­ζά­νη. Όπως και να έ­χει, ως α­φη­γη­τή ε­πι­στρα­τεύει τον τρί­το α­δελ­φό, που δεν ξε­νι­τεύ­τη­κε. Στη με­τά­θε­ση, ω­στό­σο, ο­ρι­σμέ­νων πο­λύ­τι­μων γι’ αυ­τήν α­να­μνή­σεων, φαί­νε­ται να μπλέ­κει κά­που χρό­νους και γε­γο­νό­τα. Λ.χ., το τρα­γού­δι του Χατ­ζι­δά­κι, «Τα παι­διά του Πει­ραιά», γραμ­μέ­νο για το «Πο­τέ την Κυ­ρια­κή», δεν μπο­ρεί να α­κου­γό­ταν στο λι­μά­νι του Γυ­θείου, ού­τε άλ­λω­στε ο­που­δή­πο­τε αλ­λού, σε κα­νέ­ναν α­πο­χαι­ρε­τι­σμό πριν το 1960, που γυ­ρί­στη­κε η ται­νία. 
   Χά­ρις, πά­ντως, στον α­φη­γη­τή της πιά­νει το νή­μα της ι­στο­ρίας α­πό το α­πώ­τε­ρο πα­ρελ­θόν και μνη­μο­νεύει κά­ποιους άλ­λους, αυ­τή τη φο­ρά, χερ­σαίους α­πο­χαι­ρε­τι­σμούς, που ού­τε ε­κεί­νη ού­τε ο α­φη­γη­τής της έ­ζη­σαν. Εκεί­νος, ό­μως, πρό­λα­βε τις διη­γή­σεις της για­γιάς του. Ήταν οι α­πο­χαι­ρε­τι­σμοί, που γί­νο­νταν κά­τω α­πό τα ψη­λό­κορ­μα δέ­ντρα του χω­ρα­φιού τους, ό­ταν, σε δύ­σκο­λα χρό­νια, “χω­ρί­ζο­νταν οι οι­κο­γέ­νειες για να πά­νε άλ­λοι στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, άλ­λοι στη Σερ­βία κι άλ­λοι στη Βγιέν­να.” “Γι’ αυ­τό και τα ’λε­γαν κλα­ψό­δε­ντρα.” Δεν προσ­διο­ρί­ζει τι εί­δους δέ­ντρα εί­ναι, μια και οι α­πα­ντα­χού Ελι­μιώ­τες γνω­ρί­ζουν τον τό­πο τους και τη χλω­ρί­δα του. Ο τυ­χών, ό­μως, α­να­γνώ­στης, συ­χνά παι­δί των πό­λεων ό­πως ε­μείς, μπο­ρεί να φα­ντα­σιώ­νε­ται για κλα­ψό­δε­ντρα α­πό πλα­τά­νια μέ­χρι και ε­κεί­να τα ρό­μπο­λα, που φτά­νουν τα 40 μέ­τρα. Γι’ αυ­τά, τα α­κό­μη και ως ό­νο­μα ά­γνω­στα σε ε­μάς, δια­βά­σα­με σε έ­να διή­γη­μα άλ­λου Μα­κε­δό­να συγ­γρα­φέα, του Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη. Από την Κε­ντρι­κή Μα­κε­δο­νία ε­κεί­νος, γεν­νη­μέ­νος στο Λι­τό­χω­ρο Πιε­ρίας. Στο γλωσ­σά­ρι της συλ­λο­γής, που ε­ξέ­δω­σε τον Νοέμ­βριο του 2011, με τίτ­λο «Πα­ρα­μι­λη­τά», ε­ξη­γεί πως ρό­μπο­λο α­πο­κα­λεί­ται το λευ­κό­δερ­μο πεύ­κο, που φυ­τρώ­νει σε υ­ψό­με­τρο 1500-2400 μέ­τρων. Στο διή­γη­μά του, «Η α­σέ­βεια των λο­τό­μων», ω­στό­σο, θάλ­λουν γύ­ρω α­πό την πα­λαιά Μο­νή του Αγίου Διο­νυ­σίου του Ολυ­μπί­τη, που βρί­σκε­ται σε υ­ψό­με­τρο ό­χι με­γα­λύ­τε­ρο των 800 μέ­τρων. Δη­λα­δή, στο ί­διο υ­ψό­με­τρο με τη Σέ­λι­τσα, ό­πως ο­νο­μα­ζό­ταν πα­λαιό­τε­ρα η Ερά­τυ­ρα, στις πλα­γιές του ό­ρους Άσκιο ή και Σι­νιά­τσι­κο, ό­που η Μή­λιου το­πο­θε­τεί την ι­στο­ρία της. Ό,τι εί­δους δέ­ντρα και να εί­ναι τα κλα­ψό­δε­ντρα, στους ε­φιάλ­τες του α­φη­γη­τή εμ­φα­νί­ζο­νται ζευ­γα­ρω­μέ­να. “Δυο δέ­ντρα στοι­χειώ­νουν έ­να μαύ­ρο ου­ρα­νό”. 
Το διή­γη­μα του Σκα­μπαρ­δώ­νη τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ο Κλα­ψό­δε­ντρος» και α­πό μια ά­πο­ψη, κα­τέ­χει προ­νο­μιού­χο θέ­ση στη συλ­λο­γή, α­φού σε αυ­τό α­να­φέ­ρε­ται το έ­να α­πό τα δυο μό­το του βι­βλίου. Το­πο­θε­τεί­ται και αυ­τό στο Νο­μό Κο­ζά­νης, αλ­λά στο δυ­τι­κό­τε­ρο ά­κρο του, στις πα­ρυ­φές του ό­ρους Βόϊο. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στον Πε­ντά­λο­φο Κο­ζά­νης, πα­λαιό­τε­ρα Ζου­πά­νι, ο­νο­μα­στό άλ­λο­τε για τους κτι­στά­δες πέ­τρας. “Πέ­τρα εί­χα­μι, πέ­τρα δου­λε­ψά­μι”, σύμ­φω­να με το μό­το, που εί­ναι στο δι­κό τους ι­διό­λε­κτο, τα κου­δα­ρί­τι­κα. Κλα­ψό­δε­ντρο α­πο­κα­λού­σαν έ­ναν πλά­τα­νο στην α­να­το­λι­κή πλευ­ρά του χω­ριού, εί­κο­σι έ­να μέ­τρα ύ­ψους, με με­γά­λη ι­στο­ρία α­πό τα χρό­νια της Τουρ­κο­κρα­τίας. “Ήταν το ση­μείο ό­που οι οι­κο­γέ­νειες α­πο­χαι­ρε­τού­σαν τα πε­ρί­φη­μα συ­νερ­γεία των μα­στό­ρων που έ­φευ­γαν να δου­λέ­ψου­νε σε μέ­ρη μα­κρι­νά.” Δια­φο­ρε­τι­κές, ω­στό­σο, οι κα­τευ­θύν­σεις α­πό ε­κεί­νες των ξε­νι­τε­μών στην ι­στο­ρία της Μή­λιου. Ού­τε Κων­στα­ντι­νού­πο­λη ού­τε Βγιέν­να πή­γαι­να­ν· “η χά­ρη τους έ­φτα­νε ως την Εύ­βοια και την Πε­λο­πόν­νη­σο”. Στο διή­γη­μα οι α­πο­χαι­ρε­τι­σμοί α­να­φέ­ρο­νται πα­ρε­μπι­πτό­ντως, κα­θώς η α­φή­γη­ση ε­στιά­ζει στον κε­ντρι­κό ή­ρωα και τη σχέ­ση του με τον αιω­νό­βιο κλα­ψό­δε­ντρο. Έναν δά­σκα­λο ε­τών 39, εγ­γο­νό χτί­στη, με τό­πο δια­μο­νής την Θεσ­σα­λο­νί­κη και θε­ρι­νό κα­τα­φύ­γιο το κτή­μα στον τό­πο της κα­τα­γω­γής του, τον Πε­ντά­λο­φο. Μέ­σα α­πό το ε­φιαλ­τι­κό ό­νει­ρο του δά­σκα­λου, με το ο­ποίο α­νοί­γει το διή­γη­μα, δια­φαί­νε­ται η αί­σθη­ση κα­τά­πτω­σης και μα­ταίω­σης, που τον έ­χει κα­τα­λά­βει. Νιώ­θει και ε­κεί­νος άρ­ρω­στος, ό­πως ο πλά­τα­νος που τον σι­γο­τρώει έ­νας εξ Αμε­ρι­κής προ­ερ­χό­με­νος μύ­κη­τας. 
   Ού­τε το ε­φιαλ­τι­κό ό­νει­ρο ού­τε ο ε­να­γκα­λι­σμός του με τον κλα­ψό­δε­ντρο, που έρ­χε­ται σαν κα­τα­λη­κτι­κή κο­ρύ­φω­ση της διή­γη­σης, έ­χουν ο­μοιό­τη­τα με το ε­νύ­πνιο «Υπό την βα­σι­λι­κήν δρυν» του εν­δε­κα­ε­τούς πα­πα­δια­μά­ντειου παι­δίου και την “ά­φα­τον συ­γκί­νη­σι­ν” που το με­γα­λο­πρε­πές ε­κεί­νο δέ­ντρο του προ­κα­λού­σε σαν μα­γι­κή με­τα­μόρ­φω­ση “κό­ρης παρ­θε­νι­κής του βου­νού”. Κι ό­μως, κά­ποιος, πι­θα­νώς αρ­κού­ντως ευ­φά­ντα­στος ή και ευαί­σθη­τος, ί­σως α­φου­γκρα­στεί τη “συ­νο­μι­λία” των δυο διη­γη­μά­των στο κρά­τη­μα του αν­θρώ­που α­πό το δέ­ντρο, κυ­ρίως στην έμ­ψυ­χη υ­πό­στα­ση, που και οι δυο α­φη­γή­σεις του προσ­δί­δουν. Η νύμ­φη “Αμα­δρυάς συ­να­πο­θνή­σκει με την δρυ­ν” στο διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, ε­νώ, στου Σκα­μπαρ­δώ­νη, η ε­πα­φή με τον κορ­μό του πλά­τα­νου ε­πι­δρά  ως ζωο­γό­νος δύ­να­μη στον κα­τα­πτο­η­μέ­νο ψυ­χι­σμό του ή­ρωα.    
     Επι­μέ­νο­ντας στη “συ­νο­μι­λία” με τον Πα­πα­δια­μά­ντη, οι α­πο­χαι­ρε­τι­σμοί των διη­γη­μά­των της Μή­λιου και του Σκα­μπαρ­δώ­νη, που γί­νο­νται  κά­τω α­πό τα κλα­ψό­δε­ντρα, α­να­κα­λούν έ­τε­ρο διή­γη­μά του, με θα­λάσ­σιους α­ντί χερ­σαίους α­πο­χαι­ρε­τι­σμούς. “Επά­νω εις τον βρά­χον της ε­ρή­μου βο­ρει­νής α­κτής, πλη­σίον εις το λη­σμο­νη­μέ­νον πα­ρεκ­κλή­σι της Πα­να­γίας της Κα­τευο­δώ­τρας” μα­ζεύο­νταν οι γυ­ναί­κες των θα­λασ­σι­νών και α­γνά­ντευαν τα κα­ρά­βια των δι­κών τους κα­θώς σάλ­πα­ραν. Μό­νο που σε ε­κεί­νο «Τ’ Αγνά­ντε­μα», τα δά­κρυα μπο­ρού­σαν να έ­χουν μέ­χρι και τρα­γι­κά ε­πα­κό­λου­θα. Σύμ­φω­να με μύ­θο α­πό την ε­πο­χή “των πα­λαιών Ελλή­νω­ν”, το Φλαν­δρώ, α­γνα­ντεύο­ντας “το κα­ρά­βι του άν­δρα της που έ­φευ­γε, έ­κλα­ψε πι­κρά κ’ έ­πε­σαν τα δά­κρυά της στα κύ­μα­τα και τα κύ­μα­τα ε­πι­κρά­θη­καν, κ’ ε­φαρ­μα­κώ­θη­καν, και θύ­μω­σαν ... και στο δρό­μο τους που ηύ­ραν το κα­ρά­βι,  έ­πνι­ξαν τον άν­δρα της”.
Ας α­φή­σου­με, ό­μως, τον Σκια­θί­τη, κι ας ε­πι­κε­ντρω­θού­με στις “συ­νο­μι­λίες” των τριών Μα­κε­δό­νων συγ­γρα­φέων, που συ­νέ­πε­σε να δη­μο­σιεύ­σουν τα διη­γή­μα­τά τους φθι­νό­πω­ρο του 2011. Η “συ­νο­μι­λία” των διη­γη­μά­των Μή­λιου-Σκα­μπαρ­δώ­νη πα­ρα­μέ­νει στο θε­μα­τι­κό πε­δίο, σε α­ντί­θε­ση με ε­κεί­νη των Κο­ψα­χεί­λη-Σκα­μπαρ­δώ­νη. Μπο­ρεί μεν ο Κο­ψα­χεί­λης να μην κα­τα­φεύ­γει στο μύ­θο του κλα­ψό­δε­ντρου, αλ­λά και ε­κεί­νος δί­νει στα αιω­νό­βια ρό­μπο­λα έμ­ψυ­χη υ­πό­στα­ση. Ύστε­ρα, η “συ­νο­μι­λία” των δυο διη­γη­μα­το­γρά­φων δη­λώ­νε­ται ποι­κι­λο­τρό­πως α­πό τους ί­διους και δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στα συ­γκε­κρι­μέ­να διη­γή­μα­τα. Σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι, στα πρό­σφα­τα βι­βλία τους α­νταλ­λάσ­σουν α­φιε­ρώ­σεις σε ε­πι­μέ­ρους διη­γή­μα­τα. Πι­θα­νώς και ως έν­δει­ξη ά­δη­λων προ­σφο­ρών υ­πό τη μορ­φή πυ­ρή­νων έ­μπνευ­σης. Χω­ρίς να γνω­ρί­ζου­με πρό­σω­πα και πράγ­μα­τα, κά­νου­με την ει­κα­σία ό­τι οι μυ­θο­πλα­στι­κοί τους κό­σμοι συγ­γέ­νευαν πριν δια­βά­σουν ο έ­νας τον άλ­λο. Το 1988-1990, δη­μο­σίευ­σε ο Κο­ψα­χεί­λης τα τέσ­σε­ρα πρώ­τα διη­γή­μα­τά του σε α­θη­ναϊκό πε­ριο­δι­κό («Το πα­ρα­μι­λη­τό»). Ο Σκα­μπαρ­δώ­νης εί­χε δη­μο­σιεύ­σει διη­γή­μα­τα νω­ρί­τε­ρα αλ­λά σε πε­ριο­δι­κά της Θεσ­σα­λο­νί­κης, τό­τε, ω­στό­σο, ε­ξέ­δω­σε τα δυο πρώ­τα του βι­βλία, εμ­μέ­νο­ντας σε Θεσ­σα­λο­νι­κείς εκ­δό­τες. Στον πρώ­το εκ­δό­τη του (Ια­νός) θα βγά­λει ο Κο­ψα­χεί­λης, 22 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το έ­να και μο­να­δι­κό βι­βλίο του, το ο­ποίο, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, στην Αθή­να έ­λα­βε μια κρι­τι­κή έ­να­ντι εί­κο­σι, πι­θα­νώς και πε­ρισ­σό­τε­ρων, του Σκα­μπαρ­δώ­νη. Με άλ­λα λό­για, οι συγ­γρα­φι­κοί βίοι τους μό­νο πα­ράλ­λη­λοι δεν εί­ναι, αλ­λά η ι­στο­ρία της λο­γο­τε­χνίας στοι­χειο­θε­τεί­ται με κεί­με­να και ό­χι με βιο­γρα­φι­κά. Όσο για τις κρι­τι­κές εί­ναι, κα­τά κα­νό­να, θέ­μα γνω­ρι­μιών και α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τας του συγ­γρα­φέα. Ακό­μη και τα μέ­λη των κρι­τι­κών ε­πι­τρο­πών δια­βά­ζουν τα βι­βλία, που τους προω­θεί ο κύ­κλος των γνω­στών τους. Όσων δια­θέ­τουν α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα δεν χρειά­ζε­ται ού­τε καν να τα δια­βά­σουν, α­φού δεν χρειά­ζε­ται να υ­πε­ρα­σπί­σουν την υ­πο­ψη­φιό­τη­τά τους. Γι’ αυ­τά αρ­κεί το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα.
    Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της συγ­γέ­νειας των μυ­θο­πλα­στι­κών τους κό­σμων εί­ναι ο στε­νός συγ­χρω­τι­σμός των η­ρώων τους με τε­θνεώ­τες και ζω­ντα­νά. Στα πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα του Σκα­μπαρ­δώ­νη, οι προ­σφι­λείς α­πο­θα­νό­ντες στοι­χειώ­νουν τη μνή­μη του α­φη­γη­τή, στα πα­λαιό­τε­ρα, ω­στό­σο, πα­ρου­σιά­ζο­νταν και σαν ε­νύ­πνια φά­σμα­τα. Στα διη­γή­μα­τα του Κο­ψα­χεί­λη, το με­τα­φυ­σι­κό στοι­χείο εί­ναι πο­λύ ε­ντο­νό­τε­ρο, κα­τα­λή­γο­ντας κα­θο­ρι­στι­κό της ε­ντύ­πω­σης. Ένα α­πό τα κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τά του, με πρω­τα­γω­νι­στή τον παπ­πού “ε­δώ και έ­ντε­κα χρό­νια πε­θα­μέ­νο”, εί­ναι το «Φθι­νό­πω­ρο». Το­πο­θε­τεί­ται στο χω­ριό Βυ­θός, γει­το­νι­κό του Πε­ντά­λο­φου. Όπως α­φη­γεί­ται ο Σκα­μπαρ­δώ­νης στο δι­κό του διή­γη­μα, πα­λιά ο Βυ­θός ο­νο­μα­ζό­ταν Ντό­λος και οι Ντο­λια­νά­τες κτι­στά­δες εί­χαν φθά­σει μέ­χρι την Περ­σία, ό­που έ­χτι­σαν α­νά­κτο­ρο για τον Σά­χη. Τό­ση ή­ταν η φή­μη τους, που στα χω­ριά του Βόϊου α­πα­θα­να­τί­στη­καν στα χρι­στού­γεν­νιά­τι­κα κά­λα­ντα, ε­ξο­στρα­κί­ζο­ντας τους τρεις Μά­γους: «Εκ της Περ­σίας έρ­χο­νται σα­ρά­ντα Ντο­λια­νά­τες...»
    Το διή­γη­μα του Κο­ψα­χεί­λη,  στη δεύ­τε­ρη δη­μο­σίευ­σή του στο βι­βλίο, εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο στον Σκα­μπαρ­δώ­νη. Αντι­στοί­χως, το δι­κό του, «Ο Κλα­ψό­δε­ντρος», εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο στον Κο­ψα­χεί­λη. Ίσως, οι λό­γοι να εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ροι του ε­νός, πι­θα­νώς και μέ­σα α­πό τη σχέ­ση τους με τους τό­πους. Στέρ­γιος, πά­ντως, εί­ναι το ό­νο­μα του ή­ρωα στο διή­γη­μα του Σκα­μπαρ­δώ­νη, το ί­διο με του κα­κού στο διή­γη­μα του Κο­ψα­χεί­λη. Σε ε­κεί­νο εί­ναι έ­νας α­πό τους λο­τό­μους, που κό­βουν τα αιω­νό­βια ρό­μπο­λα του Αγίου Διο­νυ­σίου του Ολυ­μπί­τη. Πέ­φτο­ντας το δέ­ντρο του λιά­νι­σε το κε­φά­λι. Αγίου τι­μω­ρία. Η συγ­γέ­νεια δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στο ό­νο­μα, άλ­λω­στε κι έ­νας άλ­λος ή­ρωας του Σκα­μπαρ­δώ­νη, έ­νας τρε­λά­ρας, έ­χει το ί­διο ό­νο­μα. Εί­ναι βα­θύ­τε­ρη, κα­θώς συν­δέε­ται με το υ­φέρ­πον με­τα­φυ­σι­κό στοι­χείο. Για πα­ρά­δειγ­μα,  και στους δυο, κά­ποια σπά­νια φυ­σι­κά φαι­νό­με­να συμ­βαί­νει να παίρ­νουν τις δια­στά­σεις του υ­περ­φυ­σι­κού χά­ρις στον τρό­πο της α­νι­στό­ρη­σής τους. Στα δυο πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα του Σκα­μπαρ­δώ­νη και του Κο­ψα­χεί­λη “βρέ­χει ψά­ρια και μπα­κά­κια”. Στο πρώ­το, τα βα­τρά­χια στον πα­ρα­λια­κό της Το­ρώ­νης εί­ναι ο πυ­ρή­νας γύ­ρω α­πό τον ο­ποίο στρο­βι­λί­ζε­ται έ­νας ο­λο­νύ­χτιος ε­φιάλ­της. Στο δεύ­τε­ρο, μέ­νει η φο­βι­κή ει­κα­σία να “ή­ταν ση­μά­δι του Αγίου”, που “ή­ταν πο­λύ χο­λω­μέ­νος”. Και στις δυο α­φη­γή­σεις υ­πάρ­χει η μυ­στι­κι­στι­κή υ­φή της μα­γείας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 25/11/2012.

Ελιμειακά, 30 χρόνια παρουσίας



Με το 67ο τεύ­χος, που κυ­κλο­φό­ρη­σε Δε­κέμ­βριο 2011, το ε­ξα­μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό συ­μπλή­ρω­σε τριά­ντα χρό­νια α­διά­λει­πτης πα­ρου­σίας. Ποιος, ό­μως, Αθη­ναίος ή και γε­νι­κό­τε­ρα, Πα­λαιο­ελ­λα­δί­της, εί­ναι τό­σο καλ­λιερ­γη­μέ­νος, ώ­στε να γνω­ρί­ζει τον τό­πο, στον ο­ποίο α­να­φέ­ρε­ται ο τίτ­λος; Κα­νο­νι­κά, ο κα­θέ­νας με ε­γκύ­κλιες σπου­δές, α­φού αρ­κεί να έ­χει ξε­φυλ­λί­σει Θου­κυ­δί­δη, Στρά­βω­να ή Αρι­στο­τέ­λη. Άλλω­στε, η λέ­ξη Ελί­μεια ή Ελι­μεία, α­κό­μη Ελι­μία ή και Ελι­μιώ­τις, ό­πως δια­βε­βαιώ­νουν οι γλωσ­σο­λό­γοι, εί­ναι συγ­γε­νι­κή της λέ­ξης Ελλάς, με κοι­νή πε­λασ­γι­κή ρί­ζα, που ση­μαί­νει υ­ψη­λός. Δη­λα­δή, πρό­κει­ται για το­πω­νύ­μια, ό­λα εκ Πίν­δου αρ­χό­με­να. Προ­λο­γί­ζο­ντας το ε­πε­τεια­κό τεύ­χος ο διευ­θυ­ντής σύ­ντα­ξης Στρά­τος Ηλια­δέ­λης, προσ­διο­ρί­ζει, “για τους μη γνω­ρί­ζο­ντες”, ό­τι η Ελί­μεια ή­ταν τμή­μα της αρ­χαίας Άνω Μα­κε­δο­νίας και κα­τεί­χε με­γά­λο μέ­ρος των Νο­μών Κο­ζά­νης και Γρε­βε­νών. Σε έ­να πα­λαιό­τε­ρο δι­πλό τεύ­χος του 2008 (τχ. 60-61, Ιού­νιος 2008), η αρ­χαιο­λό­γος Γεωρ­γία Κα­ρα­μή­τρου-Με­ντε­σί­δη θυ­μί­ζει ό­τι Άνω Μα­κε­δο­νία, α­πό τον Ηρό­δο­το μέ­χρι τον Κων­στα­ντί­νο Πορ­φυ­ρο­γέν­νη­το, α­πο­κα­λεί­ται η ο­ρει­νή, σε με­γά­λο υ­ψό­με­τρο, Μα­κε­δο­νία, στην ο­ποία πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται οι πε­ριο­χές Ελι­μιώ­τις, Λυ­γκη­στίς, Ορε­στίς, Πε­λα­γο­νία, Εορ­δαία.
Η α­να­δρο­μή της αρ­χαιο­λό­γου  στο ι­στο­ρι­κό και γεω­γρα­φι­κό πλαί­σιο γί­νε­ται και πά­λι σε έ­να εόρ­τιο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού με α­φορ­μή μια προ­η­γού­με­νη ε­πέ­τειο. Τη συ­μπλή­ρω­ση ε­κα­τό χρό­νων του Συλ­λό­γου Κο­ζα­νι­τών Θεσ­σα­λο­νί­κης, που εί­ναι ο εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού. Ο Σύλ­λο­γος ο­νο­μά­ζε­ται «Ο Άγιος Νι­κό­λα­ος», προς τι­μή της ο­μώ­νυ­μης με­τα­βυ­ζα­ντι­νής εκ­κλη­σίας στη γε­νέ­τει­ρα. Άλλω­στε, η πρώ­τη ι­στο­ρι­κή α­να­φο­ρά των Κο­ζα­νι­τών της Θεσ­σα­λο­νί­κης σχε­τί­ζε­ται με το ναό: «...Κα­τά το έ­τος 1905 ε­στά­λη ως α­φιέ­ρω­μα υ­πό των εν Θεσ­σα­λο­νί­κη πα­τριω­τών ο μέ­γας βα­θύη­χος κώ­δων δια το ι­στο­ρι­κόν Κω­δω­νο­στά­σιον του Αγίου Νι­κο­λά­ου, αλ­λ’ ο τυ­ραν­νι­κός Καϊμα­κά­μης (υ­πο­διοι­κη­τής) τό­τε Σου­λεϊμά­ν-Μπέ­ης α­πη­γό­ρευ­σε την α­νάρ­τη­σιν αυ­τού...»  Ήδη, α­πό τα μέ­σα του 18ου αιώ­να, α­να­φέ­ρο­νται α­πό­δη­μοι Κο­ζα­νί­τες στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, η κύ­ρια ό­μως ε­γκα­τά­στα­σή τους στη συ­μπρω­τεύου­σα έ­γι­νε στα τέ­λη του ε­πό­με­νου αιώ­να. Ο Σύλ­λο­γος ι­δρύ­θη­κε στα ο­θω­μα­νι­κά α­κό­μη χρό­νια, το 1908, με πρώ­το πρό­ε­δρο τον Γεώρ­γιο Πα­πα­δέ­λη, τον με­γα­λύ­τε­ρο α­πό τα τέσ­σε­ρα α­δέλ­φια, που ή­ταν α­νά­με­σα στα εί­κο­σι ι­δρυ­τι­κά μέ­λη. Εκα­τό χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στην κε­φα­λή του Συλ­λό­γου βρί­σκε­ται η Μι­μή Πα­πα­δέ­λη-Πα­πα­να­στα­σίου. Το λεύ­κω­μα για την ε­κα­το­ντα­ε­τία, που εκ­δό­θη­κε το 2009, ι­στο­ρεί ε­κεί­νους που δη­μιούρ­γη­σαν και στή­ρι­ξαν τον Σύλ­λο­γο.
Γεν­νιέ­ται, ω­στό­σο, το ε­ρώ­τη­μα, πό­σο μπο­ρεί να εν­δια­φέ­ρει έ­να πε­ριο­δι­κό, που έ­χει ως στό­χο την προ­βο­λή και διά­σω­ση της πνευ­μα­τι­κής και ι­στο­ρι­κής κλη­ρο­νο­μιάς του ε­λι­μεια­κού χώ­ρου. Από μια ά­πο­ψη, ε­λά­χι­στα έως κα­θό­λου, α­φού εί­ναι ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο θα κι­νού­σε το εν­δια­φέ­ρον α­κό­μη κι αν α­γκά­λια­ζε τον ευ­ρύ­τε­ρο ελ­λη­νι­κό χώ­ρο. Και εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, ι­δίως σή­με­ρα, που η ά­με­ση προ­τε­ραιό­τη­τα εί­ναι η ε­ναρ­μό­νι­ση με το πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νο πνεύ­μα. Εμείς, τώ­ρα, τρέ­χου­με με την ελ­πί­δα να προ­λά­βου­με να πιά­σου­με μια θέ­ση στην ευ­ρω­παϊκή ε­ξέ­δρα, έ­στω και στις έ­σχα­τες σει­ρές. Τι να τα κά­νου­με τα το­πι­κά ι­διό­λε­κτα, τα ο­ποία πα­ρου­σιά­ζο­νται κα­τά και­ρούς στο πε­ριο­δι­κό, ό­ταν α­γκο­μα­χού­με στα τα­χύρ­ρυθ­μα τμή­μα­τα γερ­μα­νι­κώ­ν; Ποιος εν­δια­φέ­ρε­ται για την κο­ζα­νί­τι­κη αρ­χι­τε­κτο­νι­κή α­πό τους πε­ρα­σμέ­νους αιώ­νες μέ­χρι σή­με­ρα, που πα­ρου­σιά­ζε­ται σε σει­ρά κει­μέ­νων, βα­σι­σμέ­νων σε πο­λύ­τι­μο αρ­χεια­κό υ­λι­κό, ό­ταν ο­νει­ρευό­μα­στε δια­με­ρί­σμα­τα δια­στά­σεων γη­πέ­δου με μπαλ­κό­νια πρό­σφο­ρα για παρ­κά­ρι­σμα τρο­χο­φό­ρου; Ποιος δια­βά­ζει ε­κτε­νή βιο­γρα­φι­κά α­πό­δη­μων του 17ου και του 19ου αιώ­να, ό­πως τα συ­γκε­ντρω­μέ­να α­πό τον κο­ζα­νί­τη ι­στο­ριο­δί­φη Θε­ο­φά­νη Πά­μπα, τη στιγ­μή που χρειά­ζο­νται ο­δη­γίες για με­τα­νά­στευ­ση στις συν­θή­κες, τις ε­πι­κρα­τού­σες τον 21ο; 
Αν, ω­στό­σο, στα­μα­τού­σα­με να πά­ρου­με μια α­νά­σα, δεν α­πο­κλείε­ται σε πε­ριο­δι­κά, α­κρι­βώς ό­πως τα «Ελι­μεια­κά», να α­να­κα­λύ­πτα­με έ­ναν δια­φο­ρε­τι­κό και ποιος ξέ­ρει α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρο μπού­σου­λα. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο τεύ­χος για τα τρια­ντά­χρο­να του πε­ριο­δι­κού, ο Χα­ρί­των Κα­ρα­νά­σιος πα­ρου­σιά­ζει έ­να ά­γνω­στο κει­μή­λιο της ι­στο­ρι­κής Κο­βε­ντά­ρειου Δη­μο­τι­κής Βι­βλιο­θή­κης Κο­ζά­νης. Πρό­κει­ται για δυο σπα­ράγ­μα­τα περ­γα­μη­νής α­πό ά­γνω­στο βυ­ζα­ντι­νό κεί­με­νο του 10ου -11ου αιώ­να. Πο­λύς λό­γος γί­νε­ται ε­σχά­τως για τα “φι­λέ­τα” γης προς ε­ξοι­κο­νό­μη­ση πό­ρων. Εκεί­να προ­σφέ­ρο­νται για πώ­λη­ση. Υπάρ­χουν, ό­μως, και τα “φι­λέ­τα” πο­λι­τι­σμού, α­πό τα ο­ποία τα κρά­τη προ­σπο­ρί­ζο­νται αί­γλη, δια­τη­ρώ­ντας την κυ­ριό­τη­τά τους, α­πλώς δια ε­πι­δεί­ξεως. Του­τέ­στιν, δεν εί­ναι μιας χρή­σεως. Ύστε­ρα, την α­πο­κτη­θεί­σα αί­γλη, ι­κα­νοί αρ­γυ­ρα­μοι­βοί και ό­χι αλ­μπά­νη­δες α­πό τις α­με­ρι­κα­νι­κές πα­νε­πι­στη­μιου­πό­λεις, την α­νταλ­λάσ­σουν με χρυ­σό.
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, μην πε­ρι­φρο­νεί­τε τα πε­ριο­δι­κά, που, ως λέ­γε­ται πε­ρι­παι­κτι­κά, μυ­ρί­ζουν να­φθα­λί­νη. Το μό­νο που δεί­χνουν πα­ρό­μοιες ε­κτι­μή­σεις εί­ναι την κο­ντό­θω­ρη νοο­τρο­πία, που έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει.

Μ.Θ. 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 25/11/2012

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Δόκιμος περιπολάρχης



Γιώρ­γος Σκα­μπαρ­δώ­νης
«Πε­ρι­πο­λών πε­ρί πολ­λών τυρ­βά­ζω»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Οκτώ­βριος 2011

Η πρό­σφα­τη γε­νι­κευ­μέ­νη κρί­ση της χώ­ρας έ­φε­ρε τη γε­νιά της με­τα­πο­λί­τευ­σης στο προ­σκή­νιο, ό­χι μό­νο το πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κό αλ­λά και το λο­γο­τε­χνι­κό. Νεό­τε­ροι συγ­γρα­φείς, ό­πως ο Μά­κης Κα­ρα­γιάν­νης και ο Νί­κος Πα­να­γιω­τό­που­λος, της έ­δω­σαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο στα τε­λευ­ταία μυ­θι­στο­ρή­μα­τά τους, «Το ό­νει­ρο του Οδυσ­σέ­α» και «Τα παι­διά του Κάϊν» α­ντι­στοί­χως. Εκεί­νο που θέ­λη­σαν να δεί­ξουν, ό­πως φαί­νε­ται μέ­σα α­πό την πλο­κή, τις ε­ξη­γή­σεις των α­φη­γη­τών, αλ­λά και τις μα­κριές συ­ζη­τή­σεις των προ­σώ­πων, εί­ναι ό­τι για ό­λα φταί­νε οι Κάϊν αυ­τής της γε­νιάς. Για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με τη δια­τύ­πω­ση του Πα­να­γιω­τό­που­λου, που ε­πι­κα­λεί­ται το βι­βλι­κό πα­ρά­δειγ­μα, οι Κάϊν, για­τί υ­πε­ρί­σχυ­σαν των Άβελ. Ως μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κούς Κάϊν, ο μεν πρώ­τος δια­λέ­γει ό­σους έ­παι­ξαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο σε κά­ποιο σκάν­δα­λο, ο δε δεύ­τε­ρος το θία­σο των βο­λε­μέ­νων κο­μπάρ­σων. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι, ε­νώ πλά­θουν πει­στι­κούς Κάϊν, φαί­νε­ται να δυ­σκο­λεύο­νται με τους Άβελ. Σαν να μην έ­χουν κα­θα­ρή ει­κό­να, ποιοι εί­ναι ε­κεί­νοι, που θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν τον α­ντί­πο­δα. 
Την α­πά­ντη­ση την δί­νει εμ­μέ­σως, με το  βι­βλίο του, έ­νας λί­γο με­γα­λύ­τε­ρος, ο Γιώρ­γος Σκα­μπαρ­δώ­νης. Ου­σια­στι­κά, αυ­τός έ­χει αρ­χί­σει να πλά­θει τους Άβελ α­πό πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, στα διη­γή­μα­τα που δη­μο­σιεύει ε­δώ και του­λά­χι­στον μια δε­κα­πε­ντα­ε­τία, πριν α­κό­μη γυ­ρί­σει η χι­λιε­τία και κα­κο­φορ­μί­σει η ε­θνι­κή πλη­γή. Κα­τά μία ά­πο­ψη, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης, ευ­θύς εξ αρ­χής, τους ί­διους χα­ρα­κτή­ρες προ­βάλ­λει ως το ά­λας, αν ό­χι της γης, σί­γου­ρα, πά­ντως, της ρά­τσας των Ελλή­νων, για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με μια πε­πα­λαιω­μέ­νη αλ­λά προ­σφι­λή κά­πο­τε έκ­φρα­ση. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός, ω­στό­σο, του Άβελ δεν ται­ριά­ζει στους χα­ρα­κτή­ρες που σμι­λεύει, κα­θώς, πόρ­ρω α­πέ­χουν α­πό “στρογ­γυ­λε­μέ­να” πρό­τυ­πα α­θωό­τη­τας και κα­λο­σύ­νης. Δεν εί­ναι οι χα­ρι­σμα­τι­κοί και ά­ρι­στοι, ού­τε, ό­μως, α­νή­κουν, σώ­νει και κα­λά, στο κοι­νω­νι­κό πε­ρι­θώ­ριο, ό­πως τους φα­ντα­σιώ­νο­νται ο Πα­να­γιω­τό­που­λος και οι συ­νο­μή­λι­κοί του συγ­γρα­φείς. Εί­ναι άν­θρω­ποι της δι­πλα­νής πόρ­τας, που συ­χνά τους α­πο­κα­λούν τρε­λά­ρες ή και λο­ξούς. Αλλά και στις πε­ρι­πτώ­σεις που, λό­γω κοι­νω­νι­κής θέ­σης, α­πο­λαμ­βά­νουν σε­βα­σμού, τη ρε­τσι­νιά του ι­διόρ­ρυθ­μου δεν την γλι­τώ­νουν. Κι αυ­τό, συ­νή­θως, λό­γω της έμ­μο­νης προ­σή­λω­σής τους σε κά­ποιο έρ­γο, κα­τά κα­νό­να “ου­χί πα­ρα­δε­δεγ­μέ­νης χρη­σι­μό­τη­τος”. Εί­τε πρό­κει­ται για ε­ρα­σι­τε­χνι­κή ε­να­σχό­λη­ση εί­τε για κα­θα­ρά ε­παγ­γελ­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, ε­πι­δί­δο­νται σε αυ­τό με τό­ση α­φο­σίω­ση, ώ­στε να υ­περ­βαί­νει τις α­παι­τή­σεις  της συ­γκε­κρι­μέ­νης δου­λειάς και η α­να­ζή­τη­ση της τε­λειό­τη­τας να κα­τα­λή­γει αυ­το­σκο­πός. 
Σή­με­ρα, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης, εί­κο­σι ο­κτώ έ­τη με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του πρώ­του του διη­γή­μα­τος, θεω­ρεί­ται πλέ­ον έ­νας ση­μα­ντι­κός πε­ζο­γρά­φος, διη­γη­μα­το­γρά­φος τε και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Ωστό­σο, η ι­διο­μορ­φία του μυ­θο­πλα­στι­κού του κό­σμου φαί­νε­ται σαν να λαν­θά­νει. Πι­θα­νώς, για­τί τον υ­πο­βάλ­λει ε­ντέ­χνως και πλα­γίως, μέ­σα α­πό βι­βλία με τίτ­λους, που δεί­χνουν γρι­φώ­δεις. Ου­σια­στι­κά, πρό­κει­ται για προ­σφυώς πα­ραλ­λαγ­μέ­να γνω­στά ο­ξύ­μω­ρα σχή­μα­τα, τα ο­ποία κυ­ριο­λε­κτούν μεν, αλ­λά γί­νο­νται α­ντι­λη­πτά μάλ­λον σαν λε­κτι­κά πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα. Συμ­βάλ­λει, πά­ντως, κα­θο­ρι­στι­κά ο πρω­το­πρό­σω­πος α­φη­γη­τής, που, κα­τά κα­νό­να, ε­πι­στρα­τεύει. Αυ­τός δεν ε­ξη­γεί το σκε­πτι­κό και τις  προ­θέ­σεις των η­ρώων, ό­πως κά­νουν, κα­τά τα α­με­ρι­κα­νι­κά πρό­τυ­πα, οι α­φη­γη­τές των μπε­στ-σέ­λε­ρ, αλ­λά και των ι­στο­ριών πολ­λών νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Αντί αυ­τών, ε­κεί­νος προ­χω­ρά­ει α­π’ ευ­θείας στο στή­σι­μο του σκη­νι­κού, ε­πι­μέ­νο­ντας στο χρό­νο και τον τό­πο. Στη συ­νε­χεία, με την ί­δια σα­φή­νεια και το χυ­μώ­δες λε­κτι­κό της κα­θο­μι­λου­μέ­νης, πε­ρι­γρά­φει το σου­λού­πι πρω­τα­γω­νι­στών και κο­μπάρ­σων. Οι πε­ρι­γρα­φές α­πο­λαμ­βά­νουν της πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τας θε­α­τρι­κού έρ­γου.
Για πα­ρά­δειγ­μα, δυο α­πό τα πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν θε­α­τρι­κά μο­νό­πρα­κτα. Το πρώ­το, «Δυο κι­λά ζα­βο­γα­ρί­δες», ε­κτυ­λίσ­σε­ται σε η­μιυ­πό­γειο τα­βερ­νείο α­πό τα πα­λιά της Θεσ­σα­λο­νί­κης, ε­νώ το δεύ­τε­ρο, «Κα­τη­φο­ρι­κή θά­λασ­σα», πα­ρά θι­ν’ α­λός. Μό­νο που και στα δυο, η φρε­νή­ρης δρά­ση του τέ­λους δια­φεύ­γει των ο­ρίων της θε­α­τρι­κής σκη­νής. Για το φι­νά­λε, θα χρεια­ζό­ταν έ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό μο­νο­πλά­νο. Και στα δυο διη­γή­μα­τα, πρω­τα­γω­νι­στεί η τό­σο προ­σφι­λής στον συγ­γρα­φέα α­ντρο­πα­ρέα, πε­ντα­με­λής αλ­λά δια­φο­ρε­τι­κής, στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, κοι­νω­νι­κής τά­ξης. Πά­ντως, σε αμ­φό­τε­ρες τις πε­ρι­πτώ­σεις, ου­δό­λως α­πα­σχο­λούν τα μέ­λη της η γε­νι­κή κρί­ση και η δι­κή τους οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στση. Μό­νο η ευ­ζωία τους, ό­πως, ό­μως, ε­κεί­νοι την α­ντι­λαμ­βά­νο­νται, με “ζα­βο­γα­ρί­δες”, “σπά­ρους Μη­χα­νιώ­νας” και τσί­που­ρα. 
Αφού ο α­φη­γη­τής του Σκα­μπαρ­δώ­νη ο­λο­κλη­ρώ­σει αυ­τά τα προ­κα­ταρ­κτι­κά, αρ­χί­ζει την πε­ρι­γρα­φή του έρ­γου, που συ­νι­στά την κύ­ρια ε­να­σχό­λη­ση του κε­ντρι­κού ή­ρωα. Ονο­μα­τί­ζει ε­πα­κρι­βώς τα πράγ­μα­τα, σε τέ­τοιο βαθ­μό α­κρι­βο­λο­γίας, που οι ση­με­ρι­νοί ο­πα­δοί της εν τά­χει α­νά­γνω­σης μπο­ρεί μέ­χρι και να ε­νο­χλη­θούν, διε­ρω­τώ­με­νοι, προς τι τό­σο λε­κτι­κό λε­πτο­λό­γη­μα. Σε κά­ποιους, ω­στό­σο, στο τέ­λος  της α­νά­γνω­σης, α­πο­μέ­νει αί­σθη­ση ι­κα­νο­ποίη­σης, ό­πως ύ­στε­ρα α­πό θε­ρα­πευ­τι­κή α­γω­γή. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, το πρό­βλη­μα εί­ναι μια ι­διά­ζου­σα μορ­φή λε­ξι­πε­νίας, που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ε­ξα­πλώ­νε­ται με α­νη­συ­χη­τι­κό ρυθ­μό α­κό­μη και στη μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία. Κα­τ’ αυ­τήν χά­νο­νται τα ο­νό­μα­τα των πραγ­μά­των και τη θέ­ση τους κα­τα­λαμ­βά­νουν τα α­φη­ρη­μέ­να ου­σια­στι­κά. Ο στό­χος, πά­ντως, του Σκα­μπαρ­δώ­νη εί­ναι να προ­βάλ­λει ευ­κρι­νέ­στε­ρα η εμ­μο­νή του ή­ρωα. Στις πε­ρι­πτώ­σεις που αυ­τή δια­φεύ­γει των συ­νη­θι­σμέ­νων προ­ση­λώ­σεων, πα­ρα­τί­θε­ται, ως α­να­γκαία πα­ρέκ­βα­ση, το ι­στο­ρι­κό της, το ο­ποίο μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί και ως το ψα­χνό της α­φή­γη­σης. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, στο ε­ναρ­κτή­ριο «Zippo χρω­μίου με χά­ραγ­μα», ό­που  α­νι­στο­ρεί­ται το πώς προέ­κυ­ψε έ­νας πε­ρι­πτε­ράς συλ­λέ­κτης α­να­πτή­ρων και μά­λι­στα, α­πό την ε­φη­βεία του, που εί­θι­σται να εί­ναι η ε­πο­χή για τα πλέ­ον εν­δια­φέ­ρο­ντα ε­ρω­τι­κά α­νάμ­μα­τα.
Σε άλ­λα πά­λι διη­γή­μα­τα, που τον ή­ρωα α­πα­σχο­λεί έ­να έρ­γο, λί­γο-πο­λύ συ­νη­θι­σμέ­νο, η α­φή­γη­ση α­πλώ­νε­ται στο σχο­λα­στι­κό τρό­πο της ε­κτέ­λε­σής του. Όπως στην πε­ρί­πτω­ση ε­κεί­νου του ά­ψο­γου ο­δο­κα­θα­ρι­στή στο διή­γη­μα της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής «Ο ο­δο­κα­θα­ρι­στής, 5.30 το πρωί», ή, στο πρό­σφα­το, «Το φί­δι στη φάτ­νη», του ιε­ρέα, που, ό­ταν έ­νας μι­κρός α­νέ­τρε­ψε την ώ­ρα της με­τά­λη­ψης το δι­σκο­πό­τη­ρο, σύρ­θη­κε στο δά­πε­δο και έ­γλει­ψε “σχο­λα­στι­κά, ε­πί­μο­να”, πό­ντο-πό­ντο τη με­τα­λα­βιά. Και α­κό­μη άλ­λων η­ρώων σε διη­γή­μα­τα της νέ­ας σο­δειάς, που α­ντι­με­τω­πί­ζουν τη δου­λειά τους ως λει­τούρ­γη­μα, σαν τον Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τη κυρ Σω­φρό­νιο, “κά­το­χο μο­να­δι­κής συ­ντα­γής για την πα­ρα­σκευή λου­κου­μιώ­ν”. 
Σε ο­ρι­σμέ­να διη­γή­μα­τα, ο συγ­γρα­φέ­ας υιο­θε­τεί την πε­ριο­ρι­σμέ­νη ο­πτι­κή γω­νία του α­φη­γη­τή, δο­κι­μά­ζο­ντας τον α­να­γνώ­στη. Σε α­ντί­θε­ση με τους συγ­γρα­φείς που τα δί­νουν ό­λα α­να­λυ­τι­κά, κά­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο και α­πό α­να­λυ­τι­κά, μην και βρει προ­σκόμ­μα­τα το πλα­τύ κοι­νό, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης φαί­νε­ται σαν να δη­λώ­νει ό­τι τον εν­δια­φέ­ρουν γε­νι­κώς οι α­σκη­μέ­νοι α­να­γνώ­στες και ει­δι­κό­τε­ρα, οι ε­ξοι­κειω­μέ­νοι με τον κό­σμο των ι­στο­ριών του. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα, εί­ναι η “προ­πό­νη­ση” του Μα­νώ­λη Χιώ­τη πριν α­νε­βεί στο πάλ­κο και αρ­χί­σει ε­κεί­νο το “α­δια­νό­η­το τα­ξί­μι”. Ο α­φη­γη­τής, θα λέ­γα­με ό­τι δί­νει ρέ­στα στην πε­ρι­γρα­φή του μου­σι­κού αυ­το­σχε­δια­σμού, α­φή­νει, ό­μως, στα αυ­το­νό­η­τα, τι εν­νο­εί με “την πιο σω­στή στά­ση” του σώ­μα­τος του ορ­γα­νο­παί­κτη, για την ε­πί­τευ­ξη της ο­ποίας ε­κεί­νος στέ­κε­ται γυ­μνός “με το λευ­κό σλιπ και τις λευ­κές κάλ­τσες”, “μια ο­λό­κλη­ρη ώ­ρα”, “μπρο­στά σ’ έ­ναν ο­λό­σω­μο κα­θρέ­φτη”. Ποιος θυ­μά­ται ό­τι ο Χιώ­της έ­παι­ζε μπου­ζού­κι πά­ντο­τε όρ­θιος; Πα­ρο­μοίως, στην ι­στο­ρία του ι­διο­φυούς πια­νί­στα, που κα­τέ­λη­ξε ε­ρη­μί­της στο Άγιο Όρος, μέ­νει στα αυ­το­νό­η­τα, ό­τι το τρα­γού­δι του τίτ­λου του διη­γή­μα­τος, «We will meet again», ή­ταν γνω­στή ε­πι­τυ­χία του 1940, ε­πο­χή πο­λέ­μου και α­πο­χαι­ρε­τι­σμών.  
Οι ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ροι, πά­ντως, τρε­λά­ρες της πρό­σφα­της συλ­λο­γής εί­ναι δυο φοι­τη­τές της Αρχι­τε­κτο­νι­κής, που δεν εί­χαν ι­διαί­τε­ρες ε­πι­δό­σεις στα μα­θή­μα­τα, αλ­λά ού­τε με­γά­λο εν­δια­φέ­ρον για τα ι­δε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κά. Ού­τε καν για τα κο­ρί­τσια. Αυ­τούς τους εν­διέ­φε­ραν μό­νο οι “κα­τα­σκευές”. Χά­ρις σε αυ­τό το α­πο­κλει­στι­κό εν­δια­φέ­ρον τους, στα ό­ρια της μο­νο­μα­νίας, η κα­τα­σκευή στο σα­λό­νι τρί­πα­του ε­ρει­πιώ­δους νε­ο­κλα­σι­κού ε­νός ι­στιο­φό­ρου, κο­ντά πέ­ντε μέ­τρα μή­κους, σω­στού «Θα­λασ­σίου δαί­μο­νος», το κα­τέ­βα­σμά του α­πό το μπαλ­κό­νι, η κα­θέλ­κυ­σή του και ο πρώ­τος πλους α­πο­τε­λούν τα ε­πει­σό­δια μιας συ­ναρ­πα­στι­κής πε­ρι­πέ­τειας. Τύ­φλα να ’χει ο «Τυ­φώ­νας» του Τζό­ζεφ Κόν­ρα­ντ μπρο­στά “στη μπου­κα­δού­ρα που ρο­βο­λού­σε α­π’ το Άγιον Όρος και σά­ρω­νε ό­λο το πέ­λα­γος”. Εδώ, φαί­νε­ται, για άλ­λη μια φο­ρά, ό­τι ο συγ­γρα­φέ­ας δεν ε­πι­λέ­γει τυ­χαία το πρώ­το πρό­σω­πο. Με αυ­τό κα­τορ­θώ­νει και διο­χε­τεύει στην α­φή­γη­ση τον οί­στρο, που έ­χουν οι διη­γή­σεις ό­σων πα­ρα­μυ­θά­δων έρ­χο­νται α­πό τη λά­λα ρά­τσα των Ελλή­νων. Κι ό­πως α­πο­φθέγ­γε­ται, σε έ­τε­ρο διή­γη­μα, συ­νο­μι­λώ­ντας με τις τρεις Μοί­ρες, που τον ε­πι­σκέ­φτη­καν σαν τρεις “ε­ξαί­σιες στα­χτά­ρες”:  “Το πρό­βλη­μά μας εί­ναι ό­τι πρέ­πει να βρού­με έ­ναν νέο, βα­θύ­τε­ρο οί­στρο”. Πα­ραί­νε­ση, που θα μπο­ρού­σε να α­πευ­θύ­νε­ται σε νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς ή και σε ό­λους τους πο­λί­τες της χει­μα­ζό­με­νης χώ­ρας. 
Ενα άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του μυ­θο­πλα­στι­κού κό­σμου του Σκα­μπαρ­δώ­νη εί­ναι ό­τι φα­ντά­ζει με­γα­λύ­τε­ρος του συ­νή­θους αν­θρω­πο­κε­ντρι­κού σύ­μπα­ντος. Αυ­τήν την αί­σθη­ση την προ­κα­λεί ο στε­νός συγ­χρω­τι­σμός των η­ρώων με τε­θνεώ­τες και ζω­ντα­νά. Οι ι­στο­ρίες για τον παπ­πού Θεό­δω­ρο Κλή­με­ντο, που στοι­χειώ­νει α­πό νω­ρίς τη συγ­γρα­φι­κή φα­ντα­σία, πα­ρου­σιά­ζουν θαυ­μα­στι­κά τις α­ντο­χές και τα γλέ­ντια των πα­λαιό­τε­ρων. Πα­ρο­μοίως, οι ι­στο­ρίες για τα πά­σης φύ­σεως ζω­ντα­νά, δο­ξά­ζουν τις συ­χνά πα­ρά­ξε­νες, με τα αν­θρώ­πι­να μέ­τρα και σταθ­μά, ι­κα­νό­τη­τές τους. Του αέ­ρος, ό­πως οι στα­χτά­ρες του πρό­σφα­του διη­γή­μα­τος, φτω­χοί συγ­γε­νείς των χε­λι­δο­νιών, αλ­λά με ε­ξαι­ρε­τι­κές ε­πι­δό­σεις, στο ση­μείο να κοι­μού­νται εν πτή­σει. Αλλά και της θά­λασ­σας, ό­πως ο θη­ριώ­δης γου­λια­νός διη­γή­μα­τος της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής, που ε­γκλω­βί­στη­κε στην εκ­κλη­σία της Αγια-Βαρ­βά­ρας του χω­ριού Νε­ράι­δα, άλ­λο­τε πο­τέ στις όχ­θες του Αλιάκ­μο­να και ε­δώ και σα­ρά­ντα χρό­νια στο βυ­θό της λί­μνης Πο­λυ­φύ­του. Ή, α­κό­μη, το τρο­με­ρό γρι­βά­δι πα­λαιό­τε­ρου διη­γή­μα­τος, το ο­ποίο περ­νά ζωή χα­ρι­σά­με­νη στη μπα­νιέ­ρα του δια­με­ρί­σμα­τος ε­νός τρε­λά­ρα. Λι­γό­τε­ρα τα ό­ντα της ξη­ράς, αλ­λά το κε­νό α­να­πλη­ρώ­νουν οι εκ­πλη­κτι­κής ευ­φυΐας σκύ­λοι. Μό­νο που στα διη­γή­μα­τα του Σκα­μπαρ­δώ­νη δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται σε ρό­λο θύ­μα­τος της αν­θρώ­πι­νης βίας, ό­πως τους θέ­λουν άλ­λοι ζωό­φι­λοι συγ­γρα­φείς, αλ­λά εκ­φο­βι­στή. 
Η α­φή­γη­ση του Σκα­μπαρ­δώ­νη δια­θέ­τει ό­λα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πα­ρα­μυ­θι­κής διή­γη­σης: ρυθ­μό, α­να­τρο­πές και το βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κο λε­κτι­κό. Πέ­ραν, ό­μως, αυ­τών, ευ­θύς εξ αρ­χής,  δη­μο­σίευε και σύ­ντο­μα διη­γή­μα­τα της μιας το πο­λύ σε­λί­δας. Κα­θώς η τε­λευ­ταία συλ­λο­γή του κυ­κλο­φό­ρη­σε φθι­νό­πω­ρο του 2011, έ­γρα­ψε και δυο μί­νι διη­γή­μα­τα για τους τι­μώ­με­νους κα­τά το ε­πε­τεια­κό έ­τος. Μπο­ρεί να μην φτά­νουν ε­κεί­νο το μο­να­δι­κό διή­γη­μα της μιας πα­ρα­γρά­φου, «Ανα­φο­ρά υ­πα­στυ­νό­μου Ιωάν­νη Πε­τρά­κη», σε μια α­πό τις κα­λύ­τε­ρες συλ­λο­γές του, «Πά­λι κε­ντά­ει ο στρα­τη­γός», α­φού ο συγ­γρα­φέ­ας δεί­χνει να με­τριά­ζει την εκ­φρα­στι­κή του αυ­θορ­μη­σία, σί­γου­ρα πά­ντως δεν συ­γκρί­νο­νται με το δια­δι­κτυα­κό φρού­το του μπον­ζάϊ διη­γή­μα­τος, που ε­σχά­τως αν­θεί και στα κα­θ’ η­μάς. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ευ­τυ­χεί του Ελύ­τη, «Η ποίη­ση βα­ρά­ει κα­τα­κέ­φα­λα», πα­ρά του Πα­πα­δια­μά­ντη με τον δά­νειο πα­πα­δια­μά­ντειο τίτ­λο «Νε­κρός τα­ξι­διώ­της». Φαί­νε­ται πως ο Σκα­μπαρ­δώ­νης “συ­νο­μι­λεί” κα­λύ­τε­ρα υ­πο­γείως με τον Σκια­θί­τη. Αυ­τήν την ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γούν τα υ­πο­κο­ρι­στι­κά που πυ­κνώ­νουν ή, α­κό­μη, κά­ποιες θα­λασ­σι­νές εκ­φρά­σεις σαν ε­κεί­νες τις δύ­στρο­πες του Πα­πα­δια­μά­ντη, που οι με­τα­γε­νέ­στε­ροι α­πέ­δω­σαν σε τυ­πο­γρα­φι­κά σφάλ­μα­τα. “Αί­θριος ο ου­ρα­νός, σταυ­ρω­μέ­νος α­πό τον βορ­ρά­ν”, γρά­φει ο Σκια­θί­της. “Έξω ο γαρ­μπής α­φιέ­ρω­νε”, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης. Ίσως, ό­μως, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση να μην πρό­κει­ται για “συ­νο­μι­λία”, αλ­λά για κοι­νά α­κού­σμα­τα. Απο­μέ­νει να ε­πι­χει­ρή­σου­με τη δια­κει­με­νι­κή λε­γό­με­νη προ­σέγ­γι­ση σε έ­να α­πό τα διη­γή­μα­τα, την ο­ποία υ­πο­στη­ρί­ζουν ο­ρι­σμέ­να πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, ό­πως α­πο­κα­λού­νται. Προ­σώ­ρας συ­νο­ψί­ζου­με: Ο συγ­γρα­φέ­ας “πε­ρί πολ­λών τυρ­βά­ζει”, ό­πως ο ί­διος δη­λώ­νει, την πε­ριο­χή, πά­ντως, της διη­γη­μα­το­γρα­φίας την πε­ρι­πο­λεί ευ­δο­κί­μως. 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/11/2012.

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Οροπεδίαση


«Οροπέδιο»
Τεύχος 12
Καλοκαίρι 2012

Ο Γιάννης Σκαρίμπας σε αργό σκέρτσο ζεμπέκικου.
Φωτογραφία Γιάννη Στυλιανού



Στις πολ­λές μέ­χρι σή­με­ρα α­φιε­ρω­μα­τι­κές σε­λί­δες για τον Γιάν­νη Σκα­ρί­μπα έρ­χο­νται να προ­στε­θούν και οι εν­δια­φέ­ρου­σες σε­λί­δες του  πε­ριο­δι­κού «Ορο­πέ­διο». Πρό­κει­ται για σχε­τι­κά νέο πε­ριο­δι­κό, το ο­ποίο δύ­σκο­λα τα­ξι­νο­μεί­ται. Εί­ναι πε­λο­πον­νή­σιο πε­ριο­δι­κό, γε­νι­κώς της πε­ρι­φέ­ρειας, της ε­παρ­χίας ό­πως λέ­γα­με πα­λαιό­τε­ρα, ή α­θη­ναϊκό; Μάλ­λον μοι­ρα­σμέ­νο δεί­χνει. Ως έ­δρα δη­λώ­νε­ται η Αθή­να, αλ­λά καρ­διά του εγ­χει­ρή­μα­τος φαί­νε­ται να πα­ρα­μέ­νει η Νε­μού­τα Φο­λό­ης. Όπως και να έ­χει, ο εκ­δό­της του, ο ποιη­τής Δη­μή­τρης Κα­νελ­λό­που­λος, τη­ρώ­ντας την υ­πό­σχε­ση, που εί­χε δώ­σει στο πρώ­το τεύ­χος, κα­λο­καί­ρι 2006, α­πό το ο­ρο­πέ­διο της Φο­λό­ης, ε­ξα­κο­λου­θεί να ε­πι­σκο­πεί “την Ηλεία και ό­λο τον Μω­ριά, αλ­λά και πα­ρα­πέ­ρα ό­λη την Ελλά­δα”. Μέ­χρι την Χαλ­κί­δα, “την πε­ρι­πό­θη­τη πό­λη” του Σκα­ρί­μπα. Ετοί­μα­σε έ­ναν α­φιε­ρω­μα­τι­κό τό­μο, α­πό­το­κο μιας “κε­ραυ­νο­βό­λας α­γά­πης”, που χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό τα Χρι­στού­γεν­να του 1971, ό­ταν πή­ρε μια πρώ­τη γεύ­ση, δια­βά­ζο­ντας «Το θείο τρα­γί». Βε­βαίως, βιά­στη­κε λί­γο, α­φού το ε­πε­τεια­κό έ­τος εί­ναι το 2013, τον Σε­πτέμ­βριο, ό­ταν συ­μπλη­ρώ­νο­νται 120 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Σκα­ρί­μπα ή και το 2014, Ια­νουά­ριο, που συ­μπλη­ρώ­νο­νται 30 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του.
Στο α­φιέ­ρω­μα, κα­τά σει­ρά πε­ριε­χο­μέ­νων, γρά­φου­ν: Νί­κος Γρι­πο­νη­σιώ­της, Συ­μεών Γρ. Στα­μπου­λού, Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος, Δη­μή­τρης Κα­νελ­λό­που­λος, Σού­λα Πα­πα­γεωρ­γο­πού­λου - Ιωαν­νί­δη, Ηρώ Τσαρ­νά, Σπύ­ρος Κυ­ριά­κης, Κων­στα­ντί­νος Κλ. Μπαϊρα­κτά­ρης. Επί­σης, δη­μο­σιεύο­νται οι ο­μι­λίες στην «Εσπε­ρί­δα για την ποίη­ση του Γιάν­νη Σκα­ρί­μπα», που πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής, στις 16 Ια­νουα­ρίου 2012. Ακό­μη, κεί­με­να των Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου και Κώ­στα Μίσ­σιου. Και τέ­λος, δυο α­θη­σαύ­ρι­στα κεί­με­να και έ­να α­νέκ­δο­το ποίη­μα του Σκα­ρί­μπα. Σε­λί­δες πλού­σιες σε πλη­ρο­φο­ρίες. Να προ­σθέ­σου­με τρεις πα­ρα­τη­ρή­σεις, κά­τι σαν πα­ρο­ρά­μα­τα.
Όσο α­φο­ρά τα γλωσ­σι­κά του Σκα­ρί­μπα, το “α­μο­λάω” ταυ­τί­ζε­ται μό­νο ως προς την πρώ­τη ση­μα­σία του με το “μο­λάω”, ό­που το δεύ­τε­ρο ση­μαί­νει “ι­δίως χα­λα­ρώ­νω πα­ρά τοις ναυ­τι­κοίς”, γι’ αυ­τό και το υιο­θε­τεί ο Σκα­ρί­μπας σε α­ντι­κα­τά­στα­ση του “ντώ­νω”, ώ­στε να ε­ναρ­μο­νί­ζε­ται με τη θα­λασ­σι­νή ει­κό­να του τε­τρά­στι­χου («Τρά­βα λοι­πόν, α­φού με πας, τρά­βα ζωή-κα­ρά­βι, / γύ­ρω θα πέ­φτει –κα­τα­χνιά– του χρό­νου η σιω­πή, / κι η α­γά­πη της –φά­ρος βα­θιά– θα σβει μιά και θ’ α­νά­βει / σαν μια κλω­στή που μιά μο­λά­ει και μια πά­ει να κο­πεί!...»).
Όσο α­φο­ρά τη φρά­ση «Ψυ­χή βα­θιά!», που χρη­σι­μο­ποιεί ο Σκα­ρί­μπας σε διή­γη­μά του, μάλ­λον α­παι­τεί βα­θύ­τε­ρη “α­να­σκα­φή”  και συ­νε­πέ­στε­ρη “κα­τα­γρα­φή” της πε­ρι­πε­τειώ­δους πο­ρείας της, για να μην α­να­πα­ρά­γο­νται και διαιω­νί­ζο­νται στρε­βλές α­πό­ψεις. Όσο για το τρα­γου­δά­κι, που πα­ρα­τί­θε­ται ως τεκ­μή­ριο ό­τι η εν λό­γω φρά­ση χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε στον Εμφύ­λιο, α­νή­κει στα νό­θα της δια­δι­κτυα­κής ε­πι­κρά­τειας και συ­μπλη­ρώ­νε­ται με έ­να τρί­το τε­τρά­στι­χο: «Αντάρ­τισ­σες του ο­νεί­ρου θυ­γα­τέ­ρες / δεν σας τρο­μά­ζουν οι σφαί­ρες / στο χτή­νος ορ­μά­τε Ψυ­χή Βα­θιά / για δί­κιο, τι­μή, λευ­τε­ριά.»
Ένα τρί­το πα­ρό­ρα­μα ε­ντο­πί­ζε­ται στο ε­ξαι­ρε­τι­κά εν­δια­φέ­ρον φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό, με το ο­ποίο ει­κο­νο­γρα­φεί­ται το σκα­ρι­μπι­κό α­φιέ­ρω­μα. Εκεί, οι α­πο­δι­δό­με­νες φω­το­γρα­φίες του Σκα­ρί­μπα στον θεσ­σα­λο­νι­κιό πε­ζο­γρά­φο Τό­λη Κα­ζα­ντζή εί­ναι μεν α­πό το Αρχείο του, αλ­λά οι λή­ψεις έ­γι­ναν α­πό τον ε­πι­στή­θιο φί­λο του, τον ε­ρα­σι­τέ­χνη φω­το­γρά­φο Γιάν­νη Στυ­λια­νού. Διό­λου α­πί­θα­νο, τα αρ­νη­τι­κά να έ­γι­ναν κι αυ­τά στά­χτη στην πρό­σφα­τη κα­τα­στρο­φι­κή πυρ­κα­γιά των Αρχείων του Μου­σείου Φω­το­γρα­φίας Θεσ­σα­λι­κής.  
Οι δυο-τρεις αυ­τές πα­ρα­τη­ρή­σεις ας μην ε­κλη­φθούν ως μεμ­ψι­μοι­ρία, αλ­λά ως εν­δε­λε­χή α­νά­γνω­ση του α­φιε­ρω­μα­τι­κού τεύ­χους. Αυ­τή η ε­ξή­γη­ση ε­πει­δή δεν έ­χου­με συ­νη­θί­σει α­κό­μη σε  ά­νευ α­να­γνω­στι­κού α­ντι­κρί­σμα­τος γε­νι­κό­λο­γους σχο­λια­σμούς και ε­παί­νους.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/11/2012.

Άγνωστοι σε εμάς οι δυο ακριανοί της φωτογραφίας: Νίκος Γιαννόπουλος, Φώτης Μπρεδάκις. Στο κέντρο, ο Ν. Γ. Πεντζίκης και δίπλα του, η ερασιτέχνις ζωγράφος πεντζικικών επιρροών Νιόβη Παπαδημητρακοπούλου, που είχε την τύχη κάποιων ολονυχτιών με ατέρμονες πεντζίκειες αφηγήσεις. Σύμφωνα με την λεζάντα, βρίσκονται στην είσοδο της Μονής Εικοσιφοίνισσας Παγγαίου, 1966. Από το ανάριχτο παλτό της κυρίας εικάζουμε πως θα πρέπει να ήταν τέτοια εποχή. Πιθανώς, 22 ή 23 Νοεμβρίου, όταν η Μονή εορτάζει εις μνήμη των δυο πρώτων κτητόρων της Αγίου Γερμανού και Αγίου Διονυσίου.


Στο προ­η­γού­με­νο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Ορο­πέ­διο» (τεύ­χος 11, Χει­μώ­νας 2011-2012), δη­μο­σιεύε­ται α­φιέ­ρω­μα στον Ήλειο πε­ζο­γρά­φο Νί­κο Κα­χτί­τση. Το α­φιέ­ρω­μα πα­ρου­σιά­ζει έ­να τμή­μα του αλ­λη­λο­γρά­φου Κα­χτί­τση, σω­στό πα­γό­βου­νο, που μό­νο την κο­ρυ­φή του έ­χου­με δει. Ως μι­κρή γεύ­ση αυ­τού του με­γά­λου ε­πι­στο­λο­γρά­φου της ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας, α­να­δη­μο­σιεύου­με ε­πι­στο­λή του προς τον Νί­κο Γα­βριήλ Πε­ντζί­κη, έ­τε­ρο μέ­γα ε­πι­στο­λο­γρά­φο. Μα­ζί με δυο άλ­λες με­τα­γε­νέ­στε­ρες ε­πι­στο­λές, πρω­το­δη­μο­σιεύε­ται στο τεύ­χος. Τις σχο­λιά­ζει ο υιός Πε­ντζί­κη. Ο Γα­βριήλ Νί­κος Πε­ντζί­κης, που εί­ναι ο ση­με­ρι­νός κά­το­χος αυ­τού του τε­ρά­στιου θη­σαυ­ρού. Σή­με­ρα, εί­ναι έ­νας α­πό τους λι­γο­στούς, πι­θα­νώς ο μό­νος, κα­τό­χους τό­σο ε­κτε­τα­μέ­νων και τό­σο λο­γο­τε­χνι­κά ση­μα­ντι­κών ε­πι­στο­λι­κών σω­μά­των, που έ­χει την α­να­γκαία παι­δεία, ώ­στε  ο ί­διος να α­να­λά­βει την α­νά­δει­ξή τους, δια­φυ­λάτ­το­ντάς τα α­πό τις αυ­θαι­ρε­σίες αλ­λά και την ά­γνοια του ξέ­νου σχο­λιο­γρά­φου. Για­τί ο­λι­γω­ρεί; Αυ­τός ει­δι­κά, την ώ­ρα ε­κεί­νης της α­πώ­τε­ρης Κρί­σης, θα έ­χει να λο­γο­δο­τή­σει προ δυο Πα­τέ­ρων, με τον δεύ­τε­ρο πλέ­ον τρο­με­ρό. Ιδού η Ρό­δος, ι­δού και το πή­δη­μα. Εφέ­τος έ­κλει­σε τα ε­ξή­ντα και στις 13 Ια­νουα­ρίου 2013 θα ε­ορ­τά­σου­με τα εί­κο­σι χρό­νια α­πό την α­πο­δη­μία του πα­τρός του. Αν ζού­σε ο Κα­χτί­τσης, θα­λε­ρός 87ού­της, “θα γύ­ρι­ζε στους δρό­μους τις νύ­χτες με ή χω­ρίς φί­λους, φω­νά­ζο­ντας” εν εκ­στά­σει: «Νί­κος Γα­βριήλ Πε­ντζί­κης. Ο Κα­λύ­τε­ρος Λο­γο­τέ­χνης της Γης». Θα το έ­πρατ­τε και προς ε­ξι­λέω­ση για την ε­φη­βι­κή του ά­γνοια. Πε­ρισ­σό­τε­ρα στο τεύ­χος.
Μ.Θ.

Χά­ος, 28 προς 29 Ιαν. 1953
Αγα­πη­τέ μου Κύ­ριε Νί­κο,
Να ξέ­ρα­τε πό­σο σας νο­σταλ­γώ. Για­τί δεν α­πα­ντή­σα­τε τό­σον και­ρό στο τό­σο με­γά­λο γράμ­μα μου; Τώ­ρα πια εί­ναι αρ­γά. Σας γρά­φω α­πό τους αι­θέ­ρες στα μι­σά του δρό­μου με­τα­ξύ Τύ­νι­δος και Duala. Η ώ­ρα εί­ναι 12 πα­ρά 10 τη νύ­χτα δη­λα­δή 1 πα­ρά 10 στην Ελλά­δα. Εσείς, α­φού τε­λειώ­σα­τε κά­ποιο νέο σας χει­ρό­γρα­φο, α­φού κά­να­τε τη συ­νη­θι­σμέ­νη σας βόλ­τα με το Γιώρ­γη Κι­τσό­που­λο, πά­τε τώ­ρα να κοι­μη­θή­τε. Σκέ­φτο­μαι τη Θεσ­σα­λι­κή, την Τρά­πε­ζα της Χίου, τον Αρχι­τε­κτο­νί­δη α­πέ­να­ντι α­πό το Φα­ρα­κείο σας. Εγώ, έ­χω α­κό­μη 16 ώ­ρες α­ε­ρο­πο­ρι­κό τα­ξί­δι. Δί­πλα μου έ­νας Γάλ­λος κοι­μά­ται σα γου­ρου­νά­κι- τζου-τζου... Στο άλ­λο κά­θι­σμα κά­θε­ται μία νε­α­ρά κυ­ρία με το παι­δά­κι της. Δεν με διε­γεί­ρει τό­σο αυ­τή, ό­σο μιά μι­σά­νοι­χτη με­γά­λη τσά­ντα της α­π’ ό­που ε­ξέ­χουν κά­τι πα­νά­κια μι­σοϋγρα­μέ­να, έ­να σα­που­νά­κι, δυο γο­βά­κια, κ.λπ. Δεν μπο­ρώ να γρά­ψω με ά­νε­ση για­τί τα φώ­τα τα με­γά­λα του α­ε­ρο­πλά­νου έ­χουν σβή­σει για να κοι­μη­θούν οι άλ­λοι, και το α­το­μι­κό μου φω­τά­κι μου έρ­χε­ται α­νά­πο­δα. Δεν ξέ­ρε­τε τι μου δη­μιουρ­γεί αυ­τό το κοι­μι­σμέ­νο αν­θρώ­πι­νο φορ­τίο που τα­ξι­δεύει στο χά­ος.
   Τώ­ρα έ­κα­να μία μι­κρή βόλ­τα στο διά­δρο­μο. Τα­ξι­δεύου­με α­πά­νω σ’ έ­να στρώ­μα α­πό ο­μί­χλη. Αύ­ριο το πρωί θα εί­ναι πιό κα­λά. Και αύ­ριο το α­πό­γιομ­μα θα εί­μαι στον τε­λι­κό προο­ρι­σμό μου. Θα σας γρά­ψω α­πό ε­κεί.
Δι­κό σας πά­ντο­τε,
Νί­κος
Εί­μαι ο μό­νος που μι­λά­ει αγ­γλι­κά. Όλοι οι άλ­λοι γαλ­λι­κά. Όλοι με ρω­τούν αν κά­νει πο­λύ κρύο στο Λον­δί­νο! Χα! Χα!
Τώ­ρα έ­φτα­σα-
Γράψ­τε μου:
N. Kach-


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/11/2012.