Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2008

"Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου τα Πατήσια"

Ρίκα Σεϊζάνη
"Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου τα Πατήσια"
Εκδόσεις Μαΐστρος
Δεκέμβριος 2007

Η Αθήνα γιγαντώνεται και οι συνοικίες της εξομοιούμενες συνενώνονται. Οι παλαιοί κάτοικοι αποχωρούν του βίου και οι νεότεροι μετακομίζουν κατά το βαλλάντιό τους, αφήνοντας τις γειτονιές τους στο έλεος ανθρώπων που δεν τις γνωρίζουν ούτε τις αγαπούν. Εταιρείες μεγάλων συμφερόντων και εργολάβοι κατεδαφίζουν σπίτια και μπαζώνουν κήπους. Ενώ, αρχιτέκτονες, με ξενικό αέρα, υλοποιούν οράματα κατορθώνοντας, με τη σειρά τους, μεγάλα κέρδη. Πάντως, απαξάπασες οι αποφάσεις παίρνονται εν ονόματι της προόδου και της ευημερίας. Δεν έχει σημασία, αν πολυώροφα και συμπαγή, για τη μεγίστη εξοικονόμηση χώρου, κτίρια τειχίζουν την παραλία, από Πειραιώς μέχρι Σαρωνίδας, αν εξαφανίζουν τους λόφους του άλλοτε ποτέ κλεινού άστεως και αν προχωρούν ακάθεκτα προς τα περιβάλλοντα το λεκανοπέδιο όρη, με την ταυτόχρονη απαλλοτρίωση των δασών. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι οι Αθηναίοι να ζουν καλύτερα, απολαμβάνοντας τις περιουσίες τους.
Μια από τις πλησιέστερες προς το κέντρο συνοικίες της Αθήνας είναι τα Πατήσια. Κατά μια εκδοχή περί του ονόματος της συνοικίας, πριν η Αθήνα γίνει πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, η περιοχή ήταν τσιφλίκι ενός αγά, ονόματι Πατής-αγάς. Αν και πιθανότερη δείχνει η άποψη που θέλει το όνομα να συνιστά παραφθορά του Βατής, αρχαίου δήμου της Αττικής. 1/4πως κι αν έχει, κάποτε ήταν μια αγροτική περιοχή, με σκόρπια σπίτια και λαχανόκηπους, περί τα τέσσερα χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Ομονοίας, που, στις αρχές του περασμένου αιώνα, είχε εξελιχθεί σε μια από τις καλλίτερες συνοικίες της πόλης. Τότε, ακόμη, αποτελείτο από δυο τμήματα, κατά μήκος της Οδού Πατησίων, τα Κάτω Πατήσια, από την Πλατεία Αγάμων μέχρι την εκκλησία του Αγίου Λουκά, και τα Άνω Πατήσια, που έφθαναν έως την εξοχική τοποθεσία Αλυσίδα, όπου η Οδός Πατησίων συναντιέται με τη σιδηροδρομική γραμμή, εξ ου και η ονομασία. Αν και ήδη στο μεσοπόλεμο, τα Πατήσια συνιστούσαν μια ενιαία συνοικία και μόνο οι δυο σταθμοί του σιδηρόδρομου διέσωζαν τη μνήμη των δυο τμημάτων τους.
1/4ταν οι Αθηναίοι κάνουν λόγο για την ιδιαίτερη πατρίδα τους, συνήθως εννοούν κάποιο χωριό ή κωμόπολη της επικράτειας, το οποίο οι ίδιοι ή και οι γονείς τους εγκατέλειψαν για να βρουν καλλίτερη τύχη στην πρωτεύουσα. Ένας όμως γνήσιος Γκάγκαρος, όπως η Ρίκα Σεϊζάνη, που είδε το φως της ημέρας στο Μαιευτήριο Έλενα, λογαριάζει για ιδιαίτερη πατρίδα του τη συνοικία της Αθήνας, που έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Βρέφος ήρθε η Σεϊζάνη στα Πατήσια και εκεί μένει μέχρι σήμερα και μάλιστα, στο ίδιο σπίτι. Στα Κάτω Πατήσια, κοντά στην Πλατεία Αγάμων, που μεταπολεμικά μετονομάστηκε Πλατεία Αμερικής. "Ένας ωραία σχεδιασμένος κήπος γαλλικού στυλ, με λουλούδια μέσα σε γιρλάντες από πρασινάδες που σχημάτιζαν παρτέρια. Στην πλευρά της οδού Σπάρτης είχε πάνω σ' ένα ψηλότερο επίπεδο έναν τεράστιο ορειχάλκινο πράσινο βάτραχο. Με σηκωμένο το κεφάλι του και το στόμα του ορθάνοιχτο... ίσως κάποτε να έβγαινε νερό". Τότε στην οδό Πατησίων υπήρχαν ράγες για τα κίτρινα τραμ 1/4που έκαναν τη γη να τρέμει και τα τζάμια να τρίζουν στο πέρασμά τους. "Τα σπίτια στην περιοχή της πλατείας ήταν κάτι αρχοντικά ψηλοτάβανα διώροφα με τεράστιες ξύλινες εξώπορτες".
Νηπιαγωγείο πήγε στην "Παμμακάριστο", που άλλαξε προορισμό και όψη αλλά όχι όνομα, σε αντίθεση με δρόμους και πλατείες που αδιάκοπα μετονομάζονται, ανεξάρτητα αν συχνά το αρχικό όνομα είναι αυτό που επικρατεί. Για παράδειγμα, η οδός Πατησίων δεν έγινε ποτέ 28ης Οκτωβρίου. Τις Κυριακές, ο εκκλησιασμός με τη γιαγιά γινόταν στην Αγία Παρασκευή, μέρος τότε της "Κλινικής", με έναν απέραντο κήπο, παρά την οδό Ευγενίου Καραβία, επισκόπου Αγχιάλου, απαγχονισθέντος από τους Τούρκους το 1821, περνώντας από "το βουστάσιο του Φιλίππου. Η μυρωδιά από τις αγελάδες και το σανό ερχόταν βαριά ως έξω γιατί το βουστάσιο ήταν υπαίθριο μ' ένα απλό στέγαστρο για τις αγελάδες". Αυτό για την αφετηρία της ΦΑΓΕ. Σήμερα, η Αγία Παρασκευή είναι παρεκκλήσι του Αγίου Λουκά, ενώ η "Κλινική" γκρεμίστηκε και ο κήπος ρυμοτομήθηκε και γέμισε πολυκατοικίες. Στην Κατοχή, όταν έκλεισε η Αγία Παρασκευή, εκκλησιάζονταν στην Οσία Ξένη, έναν ιδιωτικό ναό, κι αυτός μέσα σε κήπο.
Τον Άγιο Νικόλαο, τον ιστορημένο από τον Φώτη Κόντογλου, τον θυμάται για τα Κατηχητικά, που ανθούσαν εκείνα τα χρόνια, αλλά και για τους γάμους. Πάντως, ο σχολικός εκκλησιασμός γινόταν στον Άγιο Λουκά. Σημεία αναφοράς μιας συνοικίας οι εκκλησίες, μαζί με τα σχολικά κτίρια, τις πλατείες και τους μεγάλους δρόμους. Στην οδό Καυταντζόγλου, το εκπαιδευτήριο Αδαμοπούλου, πλησιέστερα το 1/4γδοο Γυμνάσιο, επιταγμένο σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. "Εγγλέζοι, μετά Γερμανοί, ύστερα πάλι Εγγλέζοι και Ινδοί και Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί".
"Σαν μυθιστόρημα", ανιστορεί η Σεϊζάνη τα εφηβικά της χρόνια, με ήρωες συγγενείς και φίλους. Η αφήγηση ζωντανεύει και γειτονιά της στη δεκαετία του 1940, δίνοντας μέσα από εκείνα τα Πατήσια μια εικόνα της εποχής. Ψηφίδες μιας ιστορίας που ποτέ δεν γράφτηκε. Άλλωστε η ακμή και η παρακμή των συνοικιών της Αθήνας δεν έχει απασχολήσει τους ιστορικούς. Ερασιτέχνες οι αθηναιογράφοι, τείνουν στον καινούργιο αιώνα και αυτοί να εκλείψουν. 1/4μως οι αναμνήσεις από τα Πατήσια της Σεϊζάνη, προσφέρουν στοιχεία και για την ιστορία του θεάτρου. Φίλος του Μήτσου Μυράτ ο πατέρας της. "Έίχε ζήσει πολλά χρόνια μαζί του στον ίδιο θίασο, στις τουρνέ στη χειμωνιάτικη ελληνική επαρχία". Δίπλα στη γραμμή του Ηλεκτρικού, ήταν τα σπίτια των ηθοποιών. Ήταν μια ήσυχη γειτονιά, σαν εξοχική, πίσω από τον Άγιο Ελευθέριο, μια μικρή εκκλησία τότε. Την είχε χτίσει ο Ναθαναήλ, απέναντι από το εργοστάσιό του με τα μεταξωτά. Τα σπίτια τριών πολύ γνωστών ηθοποιών του Αργυρόπουλου, των Μυράτ, πατέρα, γιου και μητέρας, και το τρίτο, το νεώτερο, του Λογοθετίδη. Άλλος φίλος του πατέρας της ο Χρήστος Χαιρόπουλος, που δίνει και αυτός αφορμή για ιστορίες. Ένα αφήγημα, που συνιστά πολύτιμη μαρτυρία για τα παλαιά Πατήσια και την αλλοτινή Αθήνα.
Μ. Θ.

Ένας σαρωτικός μονόλογος

Μαρία Λαϊνά
"Το Νόημα"
Κωμωδία
Πράξη πρώτη
Εκδόσεις Καστανιώτη
Νοέμβριος 2007

Eνα πρώτο βιβλίο πεζογραφίας, σαράντα χρόνια μετά την "Ενηλικίωση" και αφού, ενδιαμέσως, εκδόθηκαν δέκα ποιητικά και δυο θεατρικά. Αν και, από μια άποψη, ως μονόλογος, όπως και εκείνος ο παλαιός "Κλόουν", θα μπορούσε κι αυτό να ενταχθεί στα θεατρικά, άλλωστε φέρει τον, υποτίθεται, διευκρινιστικό υπότιτλο, "κωμωδία", ωστόσο, η προσθήκη, "πράξη πρώτη", προϊδεάζει για την ειρωνική διάθεση. Ένας μονόλογος, που εκκινεί από την αναζήτηση νοήματος στη ζωή, για να καταλήξει σε σαρωτικό ξέσπασμα, που δηλώνει θυμό. Τελικά, ένας ακόμη τρόπος για να εκφραστεί η υπαρξιακή αγωνία, που ριζώνει στο φόβο του θανάτου, και ως συνέχεια στο διάλογο με φίλη τού, προ διετίας, "Κήπου", εξαιρετικά αφιερωμένου, μέσω του μότο και των χωνεμένων στίχων, στην ποιήτρια Αλόη Σιδέρη, γραμμένο μετά το θάνατό της. Να θυμίσουμε, παρεμπιπτόντως, πως η Αλόη Σιδέρη, που έμεινε στα παραλειπόμενα της ιστορίας της λογοτεχνίας, υπήρξε μια ιδιόρρυθμη φεμινίστρια, που έφερε στην καθομιλουμένη την Άννα Κομνηνή και μαζί, κάποια σημαντικά κείμενα της ξένης λογοτεχνίας. Πέθανε πριν τέσσερα χρόνια, στις 8 Μαρτίου 2004, συμπτωματικά, κατά την ημέρα την εορταζόμενη ως ημέρα των γυναικών.
Από το "Επέκεινα" και το θάνατο των προσφιλών άρχεται η νεαρή Λαϊνά, για να φθάσει, ώριμη πλέον, στην άρνηση της άλλης ζωής και την αποδοχή του θανάτου του ανθρώπου, "του σκέτου θανάτου", με την άλλοτε λυρική φωνή να γίνεται κοροϊδευτική, αγγίζοντας, στις κορυφώσεις της, τη χλεύη. Πάσχον το υποκείμενο του μονολόγου, υφαίνει έναν ρέοντα λόγο, με αντιστίξεις και διακυμάνσεις έντασης, με ιλαρές αποστροφές και οργισμένες εκτονώσεις. Λόγος φαινομενικά πλατειαστικός, εντέχνως, ωστόσο, εστιασμένος, με επαναλήψεις και ποικίλα παραθέματα βιβλικά και δυτικής σοφίας, με λεξιλόγιο καθημερινό, κάποτε και λαϊκότροπο, όταν επιζητά να λειτουργήσει ως αστεϊσμός.
Εκ προοιμίου, η Μαρία Λαϊνά δηλώνει πως ο μονόλογος γράφεται με τον τρόπο του Τόμας Μπέρνχαρντ, που χαρακτηρίστηκε αρνητικός συγγραφέας, όπερ μεθερμηνευόμενο, μηδενιστής και απαισιόδοξος. 1/4ντας Αυστριακός ο Μπέρνχαρντ, έβρισε την Αυστρία και τους Αυστριακούς, αν και μέσω αυτών "έβρισε τη μοχθηρία και την υποκρισία και τη χυδαιότητα και την αμβλύνοια σ' όλο τον κόσμο". Ενώ, η Λαϊνά, όντας Ελληνίδα, περιλαβαίνει τους Έλληνες, "με τις σαγιονάρες και τη φόρμα", "με το συρματόπλεγμα και το οπλισμένο σκυρόδεμα", "με το υπερυψούμενο χυδαίο τριώροφο στην κορυφογραμμή και στην ακροθαλασσιά".
Αν και πολύ περισσότερο την οργίζουν ή μάλλον ακριβέστερα, οργίζουν τον αφηγητή του μονολόγου οι αποκαλούμενοι πνευματικοί άνθρωποι και εν μέσω αυτών, οι απροκάλυπτα επιδειξιομανείς γραφιάδες. 1/4πως σαρκαστικά παρατηρεί, οι συγγραφείς ζουν με τη φιλοδοξία, ολόκληρη η ανθρωπότητα κάποτε να αποθεώσει το έργο τους. Αν και παριστάνουν πως γράφουν, αναζητώντας το νόημα της ζωής, το μόνο που στην πραγματικότητα τους ενδιαφέρει είναι να εντυπωσιάσουν, αποκαλύπτοντας στο κοινό τον εσωτερικό κόσμο τους, γι' αυτό και βυθίζονται εις εαυτόν προς εντοπισμό των παιδικών τους τραυμάτων. Οπότε, μαζί με τους πολλούς και οι συγγραφείς καταλήγουν στο ανάκλιντρο του ψυχαναλυτή. Κάπως έτσι, συνειρμικά και πλαγίως, φθάνει ο αφηγητής στο κομβικό σημείο του μονολόγου, που είναι η ψυχανάλυση. Ίσως και πρωταρχικός στόχος του, κι ας θολώνει εισαγωγικά και ακόμη, εν κατακλείδι, τα νερά.
Τον Σεπτέμβριο του 2005, εκδόθηκε στο Παρίσι "Η Μαύρη Βίβλος της Ψυχανάλυσης", η οποία μεταφράστηκε στα ελληνικά τάχιστα και κυκλοφόρησε πέρυσι τον Ιανουάριο, κατά την εκπνοή του έτους Φρόϋντ, όπως είχε ανακηρυχθεί το 2006, διεθνώς ή ορθότερα παγκοσμίως, δεδομένου ότι η ψυχανάλυση έχει πλέον εισχωρήσει ακόμη και στον αραβικό κόσμο και έπεται συνέχεια. Μετά τη γνωστή "Μαύρη Βίβλο του κομμουνισμού", αυτή της ψυχανάλυσης έρχεται να αμφισβητήσει στο ίδιο της το λίκνο, τη Γαλλία, το κύρος της μεθόδου, χωρίς, ωστόσο, να κλείνει τα παράθυρα σε σύμπασες τις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους, όπως πράττει ο ανελέητος αφηγητής του μονολόγου. Ένα πεζό καταπέλτης κατά της ψυχανάλυσης, που θα άξιζε να συμπεριληφθεί στη "Μαύρη Βίβλο", ως κατ' εξοχήν κείμενο "μαύρης" αντίδρασης, όπως αναμφιβόλως θα το χαρακτήριζαν οι πολυπληθείς θιασώτες του Φρόϋντ και γενικότερα, της μεθόδου του.
Απολαυστικές οι σελίδες, που σατιρίζουν τις συνεδρίες ψυχανάλυσης, τον προκαθορισμένο τρόπο που κάθονται ψυχαναλυόμενος και ψυχαναλυτής, το αυστηρό τυπικό που διέπει την απεραντολογία του ενός και την εσκεμμένη σιωπή του άλλου, το ακριβές της διάρκειας εκάστης συνεδρίας, το σαρανταπεντάλεπτο έναντι του μακροχρόνιου και ακριβοπληρωμένου της όλης θεραπευτικής διαδικασίας, κυρίως, όμως, τις φρούδες ελπίδες και τον χαμένο χρόνο. Ωστόσο, ο ίδιος ο Φρόϋντ μνημονεύεται με συγκατάβαση, ενώ οι τόνοι ανεβαίνουν όταν ανακαλείται η περίπτωση ενός Ιβάν Γιάλομ, τον οποίο το πανελλήνιο υποδέχτηκε μετά φανών και λαμπάδων, όπως, άλλωστε, συνηθίζεται για κάθε εισαγόμενη αυθεντία. Εν κατακλείδι, ο αφηγητής ξεσπαθώνει εναντίον ψυχαναλυτών, σχολών και ποικιλώνυμων εταιρειών. Δεν πρόκειται, όμως, για έναν Δον Κιχώτη, όπως εκείνον στο πεζό της Αλόης Σιδέρη, που πάσχιζε να σώσει όσα χάθηκαν για πάντα. Ο αφηγητής, που πλάθει η Λαϊνά, είναι ένας απελπισμένος, που κατοικεί σε μια ρημαγμένη χώρα, οργισμένος με την απανθρωπιά των συμπατριωτών του, τελικά, όμως, μάλλον γενικότερα, με την κατάντια του έμβιου όντος που αποκαλείται άνθρωπος και που από πρωτεύον θηλαστικό, homo erectus, homo faber, homo sapiens, κατέληξε homullus στο ανάκλιντρο του ψυχαναλυτή ή έστω, της τηλεόρασης.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008

Προμαχώντας στο Μεσολόγγι. Έργα και ημέρες του Θανάση Ραζικότσικα, 1798-1826

Θανάσης Ραζικότσικας

Κωνσταντίνος Σβολόπουλος
"Προμαχώντας στο Μεσολόγγι. Έργα και ημέρες του Θανάση Ραζικότσικα, 1798-1826"
Εκδόσεις της Εστίας
Νοέμβριος 2007

Ως σημαντική περίοδος της ελληνικής ιστορίας λογαριάζεται το Εικοσιένα, αν και ίσως όχι σε αντίστοιχη έκταση μελετημένη. Οπότε η ύπαρξη ενός αγωνιστή, ο οποίος, ενώ πρωταγωνίστησε σε ορισμένα συμβάντα της Επανάστασης, παραμένει ουσιαστικά άγνωστος, δεν θα πρέπει να ξενίζει. Αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση του Θανάση Ραζικότσικα, τον οποίο ανασύρει ο Κ. Σβολόπουλος, συγκεντρώνοντας στοιχεία για την επαναστατική του δράση, δεν πρόκειται για τυχόντα συμβάντα δευτερευούσης σημασίας αλλά για την πολιορκία και την έξοδο του Μεσολογγίου, τουτέστιν, κατά την εκτίμηση των παλαιοτέρων, για τις ηρωικότερες σελίδες στην ιστορία της Επανάστασης. Αν και ουδείς γνωρίζει, με την επιχειρούμενη ανασύνταξη της ελληνικής ιστορίας, την εκ νέου αξιολόγηση των αξιομνημόνευτων γεγονότων και τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου πρωταγωνιστών και κομπάρσων, τι θα απογίνουν οι εν λόγω σελίδες. Κι αν ο Σβολόπουλος παρατηρεί πως έχει εξαρθεί δυσανάλογα η συμβολή όσων πρόστρεξαν σε βοήθεια των Μεσολογγιτών, καθώς οι Σουλιώτες οπλαρχηγοί, ίσως, στο μέλλον, κι αυτών ο ρόλος να υποβιβαστεί και να συγκρατήσουμε μόνο έναν πολιτικό άνδρα ως ο Φαναριώτης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.
Κατά μια άλλη εκδοχή, παρατηρώντας και τον πίνακα που επιλέχτηκε ως εικόνα εξωφύλλου στο βιβλίο του Σβολόπουλου, την "Προσωπογραφία ενός Έλληνα με φουστανέλα" του γάλλου ζωγράφου Λουδοβίκου Ντυπρέ, περιηγητή στην καθ' ημάς Ανατολή λίγο πριν την Επανάσταση, από το λεύκωμά του "Voyage a Athenes et a Constantinople ou collection de portraits de vues et de costumes Grecs et Ottomans", ίσως η άλωση του Μεσολογγίου να καταγραφεί πρωτίστως, ως το έναυσμα του φιλελληνισμού, μια και ουδέποτε ήττα στο πεδίο της μάχης απέφερε σε ηττημένους μεγαλύτερα κέρδη, με άλλα λόγια, την ολόθυμη συμπαράσταση των Ευρωπαίων στην επαναστατημένη Ελλάδα, όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο ιστορικός.
Κι όμως, σε ένα βιβλίο αφιερωμένο στον Θανάση Ραζικότσικα, θα περιμέναμε ως εξώφυλλο την εικόνα του ιδίου, όπως αποδίδεται σε λιθογραφία και δη, μαζί με τη λεζάντα της, που τον ανακηρύσσει "γενικό αρχηγό των συμπολιτών του Μεσολογγιτών", αφού, ακριβώς, στην απονομή αυτού του τίτλου συμβάλλει η μονογραφία του Σβολόπουλου. Πιθανώς, όμως, παρόμοιες λιθογραφίες, οι οποίες άλλοτε ποτέ διακοσμούσαν τις σχολικές αίθουσες κατά τις εορτές των εθνικών επετείων, να θεωρούνται παρωχημένες, ίσως και απωθητικές.
Ωστόσο, ως εναλλακτική λύση για την εικονογράφηση του εξωφύλλου, προσφερόταν και ο πίνακας "Η Έξοδος του Μεσολογγίου" του θηβαίου ζωγράφου Θεόδωρου Βρυζάκη. Μετά τον απαγχονισμό του πατέρα του από τους Τούρκους, ο Βρυζάκης βρέθηκε στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας και χάρις στον Λουδοβίκο Θείρσιο του δόθηκε υποτροφία για την Ακαδημία του Μονάχου. Παρότι εγκαταστάθηκε μόνιμα στην πόλη του Μονάχου, ανοίγοντας και καλλιτεχνικό ατελιέ, το κύριο σώμα της ζωγραφικής του είναι θέματα από την Ελληνική Επανάσταση. Μάλιστα, για τρία χρόνια, 1848-1851, ταξίδεψε στην Ελλάδα, συλλέγοντας μαρτυρίες και σχεδιογραφικό υλικό.
Σε τρεις εκδοχές ζωγράφισε την Έξοδο ο Βρυζάκης. Η μια από αυτές τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο στη Διεθνή Έκθεση της Βιέννης, το 1853, και ήταν η μόνη που διασώθηκε, καθώς την αγόρασε ο πατέρας του 1/4θωνα, βασιλέας Λουδοβίκος και τη δώρισε στο Μουσείο του Μονάχου. Ενώ, οι άλλες δυο, που βρέθηκαν στο Μεσολόγγι, αποτεφρώθηκαν στην πυρκαγιά του 1929. Κατά τη λιθογράφηση του έργου στο Παρίσι, το 1865 (και όχι το 1856), ο Βρυζάκης ανέγραψε στο περιθώριο τα ονόματα των εικονιζομένων Ελλήνων, "πρώτο κατά σειρά" τον Κίτσο Τζαβέλλα, "κορυφαίο" τον Νότη Μπότσαρη, λησμονώντας τον Θανάση Ραζικότσικα κι ας τον θέλει η λαϊκή μούσα "ξιφήρη έμπροσθεν απάντων κι ως άγγελος τον δρόμον των ανοίγων". Παρομοίως, ο Ραζικότσικας δεν μνημονευόταν σε πίνακα με εκατόν είκοσι ονόματα πρωταγωνιστών της Επανάστασης, που είχε αναρτηθεί, εκείνα τα χρόνια, στην αίθουσα του Βουλευτηρίου. Ωστόσο, αναφέρεται ως πρώτος πεσών στον πίνακα των Μεσολογγιτών, πεσόντων και διασωθέντων, στη "Φρουρά της Εξόδου Μεσολογγίου".
Πάντως, κατανοούμε την επιλογή του πίνακα του Ντυπρέ για το εξώφυλλο και ως συνάδουσα με το πνεύμα των ημερών μας, που επιζητά ευρωπαϊκά εχέγγυα για τα γηγενή κατορθώματα, τα παρελθοντικά ή εκείνα του παρόντος. Παράδειγμα και τα μαθητικά εγχειρίδια ιστορίας. Στο παλαιότερο και εισέτι χρησιμοποιούμενο, το κεφάλαιο για την Έξοδο του Μεσολογγίου εικονογραφείται με σκηνή από τον πίνακα του Βρυζάκη, ενώ, στο καινούργιο και προσώρας αποσυρθέν, παρατίθεται ο πίνακας του Ντελακρουά, "Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου".
Οπως αναφέρει ο Σβολόπουλος, στην περίπτωση του Θανάση Ραζικότσικα λείπουν τα πρωτογενή τεκμήρια για τον βίο και τη δράση του κι αυτά αναζητά σε ανέκδοτες αρχειακές πηγές, ενώ, ταυτόχρονα, αξιοποιεί τα στοιχεία που δίνουν οι τοπικοί ιστοριογράφοι, κυρίως, όμως, οι απομνημονευματογράφοι, όπως ο Σπυρομίλιος, ο Νικόλαος Κασομούλης και ο μικρότερος αδελφός του Ραζικότσικα, Γιαννάκης, που επέζησε της Εξόδου. Πάντως, για τον Θανάση Ραζικότσικα και τον αδελφό του Γιαννάκη υπάρχουν τα χορταστικά λήμματα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας, δια χειρός Γεωργίου Κορομηλά, υιού του Δημητρίου που περιέθαλψε τον Παπαδιαμάντη.
Γεννηθείς το 1798 ο Θανάσης Ραζικότσικας ή μάλλον, κατά τας εγκυκλοπαδείας, Αθανάσιος Ραζηκότσικας, φοίτησε στην Παλαμαϊκή Σχολή, κάτι σαν μεσολογγίτικη Ακαδημία, που έφερε και την επωνυμία Σχολή του Γένους. Πιθανώς, για μικρό διάστημα να χρημάτισε γραμματικός του Αλή Πασά, σύμφωνα με το "Λεξικό της Επαναστάσεως των Ελλήνων" του Γιώργου Ραζή. Μόνο που σε αυτό αναφέρεται ως Αθανάσιος Κότσικας. Και πράγματι, το επώνυμο προέκυψε δια συγχωνεύσεως δυο επιθέτων λόγω επιγαμίας, των Ραζήδων και των Κοτσικαίων. Γύρω στον 14ο αιώνα, ήρθαν οι Ραζήδες από την Ιταλία στα Επτάνησα, συγκεκριμένα στην Κεφαλλονιά και την Ζάκυνθο. Οικογένεια ευγενών, που ασχολούνταν με το εμπόριο, περί το 1600, εγκαταστάθηκαν στο Μεσολόγγι, όπου, έναν αιώνα αργότερα, ο εγγονός του γενάρχη, ιερέα Ιωάννη Ραζή, κι αυτός Ιωάννης, νυμφεύθηκε τη μοναχοκόρη του πλούσιου κωνσταντινουπολίτη Δημητρίου Κότσικα.
Στους καταλόγους των Φιλικών δεν υπάρχει το όνομα του Θανάση Ραζικότσικα, ωστόσο υπέγραψε την επαναστατική προκήρυξη των Μεσολογγιτών, με ημερομηνία 23 Μαΐου 1821. Μόλις είκοσι τριών ετών, βρέθηκε επικεφαλής των αρχικά ολιγάριθμων οπλοφόρων της πόλης, συμμετέχοντας σε πολεμικές επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη Δυτική Ελλάδα. Ως γενικό αρχηγό των συμπολιτών του τον αναφέρει ο Σπυρίδων Τρικούπης, ή και, αρχηγό των εντοπίων. Κατά μαρτυρία του αδελφού του, με δική του πρωτοβουλία κατασκευάστηκε το πρώτο τείχος του Μεσολογγίου. Να αναφέρουμε πως σύμφωνα με τον Διονύση Κόκκινο, οι οχυρωματικές εργασίες κράτησαν τρεις μήνες και έγιναν με δαπάνη των κατοίκων.
Μέσα από σκόρπιες μαρτυρίες, ο Σβολόπουλος ανασυνθέτει τις σχέσεις του Ραζικότσικα με τον Αλέξαδρο Μαυροκορδάτο, που αφίχθηκε στην πόλη στις 20 Ιουλίου 1821, με τη δεδηλωμένη πρόθεση "να χρησιμεύση εις την κεφαλήν της Διοικήσεως", την οποία και πραγμάτωσε πέραν μάλλον και των δικών του προσδοκιών, και τον Λόρδο Μπάϋρον, ο οποίος αποβιβάστηκε στο Μεσολόγγι στις 5 Ιανουαρίου 1824, όπου και πέθανε στις 19 Απριλίου 1824. Ταυτόχρονα, ο ιστορικός αφηγείται, εμπεριστατωμένα αλλά και γλαφυρά, την επαναστατική πενταετία του Μεσολογγίου, σχολιάζοντας, εν εκτάσει, τις εμφύλιες διαμάχες. Να παρατηρήσουμε πως συνήθως αναφέρονται δυο πολιορκίες του Μεσολογγίου, η πρώτη από τον Ομέρ Βρυώνη, το φθινόπωρο του 1822, με την ηρωική απόκρουση των Τούρκων ανήμερα τα Χριστούγεννα, και η δεύτερη, του 1825, από τον Κιουταχή, με την ενίσχυση του Ιμπραήμ, που τελείωσε την ασέληνη νύκτα της 10ης προς την 11η Απριλίου 1826, με την Έξοδο. Ο Σβολόπουλος συγκρατεί επιπροσθέτως και την ενδιάμεση, του 1823, όταν επέδραμε κατά του Μεσολογγίου ο πασάς της Σκόδρας Μουσταφάς. Τέλος, για την προσωπική ζωή του Ραζικότσικα, που έπεσε ηρωικώς μαχόμενος κατά την Έξοδο, δίνοντας πρώτος το πρόσταγμα, "Επάνω τους, πάρτε τους!", υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες. Θα πρέπει να παντρεύτηκε πριν την τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου, αν και όνομα συζύγου δεν διασώθηκε, μόνο πως αυτή επιβίωσε μετά την Έξοδο. Πάντως, απέκτησαν μια κόρη, ονόματι Αρσινόη, που παντρεύτηκε τον μεσολογγίτη πολιτικό Ζηνόβιο Βάλβη.
Συμπερασματικά, ο Θανάσης Ραζικότσικας μπορεί να αδικήθηκε από την επίσημη ιστοριογραφία επί 180 έτη, τελικά, όμως, ευτύχησε ο βίος του να ιστορηθεί χωρίς μεταμοντέρνες φιοριτούρες.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2008

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΑΪΚΑ ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ


Μιχαήλ Γ. Βαρβούνης
«Νεοελληνικά λαϊκά
επιτύμβια επιγράμματα»
Εκδόσεις Παπαζήση
Αθήνα, 2007

Τα νεοελληνικά λαϊκά επιτύμβια επιγράμματα συνιστούν έναν ακόμη τρόπο έκφρασης της οδύνης για το θάνατο προσφιλών προσώπων. Δεν χαράσσονται στην πλάκα του τάφου, δίπλα στο όνομα και τις ημερομηνίες γέννησης και θανάτου, ούτε στην τυχόν υπάρχουσα επιτύμβια στήλη, όπου σκαλίζονται αλληγορικές ή θρησκευτικές παραστάσεις και στα παλαιότερα χρόνια, ακόμη και βιβλικά χωρία. Τα λαϊκά επιτύμβια επιγράμματα της σήμερον γράφονται σε μικρές πλάκες από μάρμαρο, μπορεί και από γύψο ή πορσελάνη, οι οποίες τοποθετούνται όρθιες, είτε σε αυτόνομες βάσεις είτε προσκολλημένες στον τάφο, δίπλα στην πλάκα ή στη βάση του σταυρού και της καντιλιέρας. Γενικώς, σε περίοπτη θέση του ταφικού μνημείου, κι αν πρόκειται για οικογενειακό τάφο ή οστεοθήκη, χαράσσονται σε πλάκες, εντοιχισμένες στην πρόσοψή τους. Με τον τρόπο του, συμβάλλει και το επιτύμβιο, στη διαιώνιση της μνήμης του νεκρού, καθώς προβάλλει τη θέση που κατείχε στη ζωή, μια και ολόκληρο το ταφικό μνημείο συνιστά ύστατη επίδειξη, ασφαλώς, της αγάπης που απολάμβανε αλλά και του πλούτου, εν γένει της κοινωνικής θέσης, που έχαιρε.
Τα νεοελληνικά λαϊκά επιτύμβια επιγράμματα θεωρούνται νέο είδος του ελληνικού έντεχνου λόγου και ως εξέλιξη των επιτύμβιων επιγραμμάτων, γραμματειακό είδος που ανθεί από τους προχριστιανικούς αιώνες. Πάντως, η ευρύτερη χρήση των νεοελληνικών επιγραμμάτων φαίνεται πως σημειώθηκε στη δεκαετία του 1980, εξαπλούμενη από τα μεγάλα αστικά κέντρα στην επαρχία. Μάλιστα, κατά την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα και τις απαρχές του 21ου, έχουν κι αυτά, τρόπον τινά, βιομηχανοποιηθεί, καθώς προσφέρονται από τους κατασκευαστές τάφων σε τυποποιημένες μορφές, ανάλογα με την ιδιότητα και τα χαρακτηριστικά του νεκρού. Κατά συνέπεια, έλειψε ο αυθορμητισμός και ο προσωπικός χαρακτήρας των αρχικών επιγραμμάτων, που τα καθιστούσε άξια συλλογής και μελέτης.
Ένα γραπτό θρήνο συνιστούν τα νεοελληνικά λαϊκά επιτύμβια, ως συνέχεια του προφορικού, που είναι το μοιρολόϊ, αναμιγνύοντας δημοτικά άσματα και στίχους γνωστών ποιητών με την προσωπική έμπνευση του πενθούντος. Κατά τους μελετητές, αποκαλύπτουν θλίψη αλλά και επίδειξη, πόνο αλλά και κοινωνική σκοπιμότητα. Όπως κι αν έχει, προσωρινού χαρακτήρα, αφού ακόμη κι αυτή η τελευταία κατοικία, με το αδιαχώρητο που επικρατεί στα νεκροταφεία της χώρας, καταστρέφεται, συχνά ανά τριετία, κατά την ανακομιδή των οστών, που καταχωνιάζονται σε συρτάρια και συρταράκια κατά μήκος και πλάτος αιθουσών, όπου, μετά βίας, περισσεύει χώρος για το όνομα, καταλήγοντας σε έναν αύξοντα αριθμό και μια ετήσια καταβολή δίκην μισθώματος. Όπως ακριβώς περιγράφει ο Μάριος Μιχαηλίδης στην εξαίρετη νουβέλα του, «Ο Οστεοφύλαξ».
Ωστόσο, ο καθηγητής Λαογραφίας στο τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Μ. Γ. Βαρβούνης και οι φοιτητές του διέσωσαν ένα εκτεταμένο όσο και αντιπροσωπευτικό δείγμα παρόμοιων επιτύμβιων επιγραφών της τελευταίας εικοσαετίας. Στη μελέτη του Βαρβούνη, δημοσιεύεται κατάλογος με τις καταγραφές των φοιτητών από νεκροταφεία διαφορετικών ελληνικών πόλεων αλλά και επιμέρους καταγραφές από τα τρία βασικά νεκροταφεία Αθηνών και ακόμη, Χαλανδρίου, Ζωγράφου και Παλαιού Φαλήρου, φθάνοντας σε 173 τις συλλογές επιτύμβιων επιγραφών. Ενώ, στο παράρτημα, πέρα από κάποιες φωτογραφίες, δίνεται ένα πρώτο ανθολόγιο λαϊκών επιτύμβιων επιγραφών.
Η μελέτη εντάσσεται στην ελληνική λαογραφία, σκιαγραφώντας το θεωρητικό πλαίσιο των επιτύμβιων επιγραφών, με καλή εποπτεία της ελληνικής και ξένης βιβλιογραφίας. Εν εκτάσει, παρουσιάζονται τα νεκρικά έθιμα και η εξέλιξή τους κατά το πέρασμά τους στο αστικό περιβάλλον, ιδιαίτερα της Αθήνας. Τα έθιμα της κηδείας και των μνημοσύνων αλλάζουν, καθώς ο αστός περιορίζει τις Όσπαρακτικές του εκρήξεις½. Αλίμονο, τι αστός θα ήταν! Αντί, λέει, της οδύνης του αγρότη, στην οποία ο μελετητής διακρίνει την τυποποίηση θεατρικού δρώμενου, ο αστός, τουτέστιν και ο Αθηναίος, συμπυκνώνει τη μνήμη στα αντικείμενα, καθώς η επαφή με τον νεκρό περιορίζεται.
Στη συνέχεια, ταξινομούνται τα νεοελληνικά επιτύμβια σύμφωνα με το θέμα τους σε είκοσι εννέα κατηγορίες μετά παραδειγμάτων, επισημαίνοντας τις συν το χρόνω διαφοροποιήσεις. Ακόμη, εξετάζονται από ιδεολογικής και κοινωνιολογικής πλευράς, μια και αποτυπώνουν αντιλήψεις και στάσεις απέναντι στο θάνατο και το Επέκεινα. Τέλος, σχολιάζονται οι μορφικές τους παραλλαγές, έμμετρο ή πεζό, δίστιχο-τρίστιχο ή και πολύστιχο και γενικότερα, το ύφος και η λογιοσύνη που προδίδουν.
Μια ενδιαφέρουσα μελέτη και έρευνα, αν και το θέμα κάπως μακάβριο.

Μ. Θ.

Η ΑΔΕΙΑ ΚΑΡΕΚΛΑ


Το σοκ της απόλυσης
«Μιχάλης Μακρόπουλος
«Η άδεια καρέκλα»
Εκδόσεις Καστανιώτη
Οκτώβριος 2007

Συμπληρώνοντας δεκαετή συγγραφική παρουσία ο Μιχάλης Μακρόπουλος, φαίνεται να κάνει ένα καινούργιο ξεκίνημα. Κατ’ αρχήν, αλλάζει εκδοτικό οίκο και στο βιογραφικό του, στο αυτάκι του βιβλίου, δεν αναφέρει αναλυτικά τα προηγούμενα βιβλία του παρά μόνο αόριστα μνημονεύει πως έχει εκδώσει έξι βιβλία για ενήλικες και ένα για παιδιά, ενώ απουσιάζει η ειδική σελίδα, απέναντι από τη σελίδα τίτλου, με τον κατάλογο των βιβλίων του, τους εκδοτικούς οίκους και τις χρονολογίες έκδοσης. Βεβαίως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πειθαρχεί στην τακτική, που, εδώ και μερικούς μήνες, έχουν εφαρμόσει οι εκδόσεις Καστανιώτη, να αποσιωπούνται τα προηγούμενα βιβλία των μεταγραφέντων συγγραφέων και να παρέχεται μόνο ο κατάλογος με τα βιβλία τους στις εκδόσεις τους, όπου αναγράφονται οι χρονολογίες επανέκδοσης και όχι πρώτης έκδοσης. Τακτική, πιστεύουμε, επιζήμια τόσο για τον συγγραφέα, καθώς δίνεται στρεβλή εικόνα της εξελικτικής του πορείας, χάριν, ωστόσο, της οποίας επετεύχθη η μεταγραφή του στον εν λόγω μεγάλο εκδοτικό οίκο, όσο και για τον εκδότη, που αναλαμβάνει σε ανταπόδοση την επανέκδοση των παλαιότερων βιβλίων, κατά κανόνα, εμπορικά αδιάφορων. Κάπως έτσι, όλο και περισσότεροι συγγραφείς αποκτούν πολλαπλές σειρές απάντων των έργων τους, λόγω και της μεγάλης εκδοτικής κινητικότητας που παρατηρείται.
Πέραν, όμως, της αλλαγής εκδότη, ο Μακρόπουλος επιχειρεί και ουσιαστική θεματική στροφή, με ένα πρώτο βιβλίο σε ρεαλιστικό πλαίσιο και ήρωες εντός των φυσιολογικών ορίων, εγκαταλείποντας το χώρο του φανταστικού και μαζί, τους ελαττωματικούς ήρωες προηγούμενων πεζών του, που πάσχουν από ποικίλες σωματικές αναπηρίες. Αν και πάλι, όχι ολοσχερώς, καθώς εξακολουθούν να τον ελκύουν οι νοσηρές καταστάσεις. Χαρακτηριστικό του Μακρόπουλου, από μιας αρχής, ήταν οι πρωτότυποι τίτλοι, που προετοιμάζουν για λυπητερές ιστορίες. Τα δυο πρώτα βιβλία του, στις εκδόσεις «Οδυσσέας», τιτλοφορούνται, «Η θλίψη στα μάτια του ποντικού», το πρώτο του 1996, και «Η Ιουλία είχε ένα πόδι», το επόμενο του 1998. Αν και η θλίψη δεν αποβαίνει αβάσταχτη, καθώς διασκεδάζονται με παραμυθικά αποσπάσματα.
Ακριβώς, σε παραμυθικές διηγήσεις αφοσιώθηκε για κάποια χρόνια ο συγγραφέας, επινοώντας μοντερνίστικους τρόπους αφήγησης. Το 2000, οι «Ιστορίες για μικροσκοπικά και γιγαντιαία πλάσματα», στις εκδόσεις «Οξύ», και το 2002, με την πρώτη μεταγραφή του σε μεγάλο εκδοτικό οίκο, της «Εστίας», «Το τέρας και ο έρωτας», φανταστική αλληγορία, με προφανείς συμβολισμούς και αντίστοιχα, προφανείς επιρροές, που κρίθηκε ευμενώς από την κριτική. Και ακολουθούν δυο ακόμη βιβλία από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, το 2005, «Η μαγική εκδρομή», με δυο πεζά σαν συμβολικά παραμύθια, μόνο που, αντί για βασίλισσες και πρίγκιπες, πρωταγωνιστεί μια κατάκοιτη γερόντισσα κι ένας μοναχικός υπερήλικας στα πρόθυρα της γεροντικής άνοιας, και το επόμενο έτος, «Το τέλος του ταξιδιού», μια ερωτική ιστορία με ηρωίδα μια τυφλή, σε ένα νησί, όπου πληθαίνουν οι τυφλοί. Το πρώτο πεζό, που ο Μακρόπουλος χαρακτηρίζει μυθιστόρημα, ενώ τα προηγούμενα τα αποκαλεί νουβέλες, πάντως, απαξάπαντα, σχετικά ολιγοσέλιδα.
Στο πρόσφατο βιβλίο, ο συγγραφέας συμπαρατάσσει ένα εκτενές πεζό, που, και πάλι, χαρακτηρίζει νουβέλα, και είκοσι σύντομες ιστορίες, φθάνοντας αισίως τις 250 σελίδες. Αφηγηματικά αρτιότερη η ομότιτλη νουβέλα, καταλαμβάνει το ένα τρίτο της έκτασης και θα μπορούσε κάλλιστα να αυτονομηθεί. Ένας προσφυής εναλλακτικός τίτλος θα ήταν, Όμια μέρα στη ζωή του Πάτροκλου Ζαχαράτου½. Όχι, όμως, μια τυχούσα ημέρα, αλλά εκείνη της απόλυσής του, που έτυχε να συμπέσει με τα τεσσαρακοστά γενέθλιά του. Πωλητής σε εταιρεία εισαγωγής υποδημάτων ο Πάτροκλος Ζαχαράτος, από τα Ζαχαράτα Κεφαλονιάς όπως σπεύδει να αυτοσυστηθεί. Αν και ο συγγραφέας δεν κάνει περαιτέρω χρήση αυτού του ιδιαίτερου γενέθλιου τόπου, εκτός από την αίσθηση του αποξενωμένου μέσα στο αθηναϊκό περιβάλλον, που καλλιεργεί η αφήγηση.
Χωρισμένη σε κεφάλαια η νουβέλα, εκκινεί, κάθε φορά, από την ουδέτερη οπτική ενός εξωτερικού παρατηρητή αλλά γρήγορα εστιάζει στις συνειρμικές παραστάσεις του ήρωα, καθώς περιπλανιέται στο κέντρο της πόλης. Παραδόξως, από μια άποψη, ούτε στιγμή δεν σκέπτεται αυτό που του έτυχε, ούτε τον απασχολεί πώς θα το αντιμετωπίσει. Το σοκ της απόλυσης έχει φέρει μια οδυνηρή κατάπληξη, σαν να σταμάτησε ο χρόνος, οδηγώντας τον σε πλήρη αποδιοργάνωση. Χωρίς τη συγκεκριμένη εργασιακή δέσμευση, μοιάζει να στερείται παντελώς σκοπού, αδυνατώντας να πάρει την παραμικρή απόφαση, ακόμη προς τα πού να πάει βόλτα ή τι να αγοράσει για κολατσιό. Κινδυνεύει να περιπέσει σε πλήρη αδράνεια, φθάνοντας να αμφιβάλλει ακόμη και για τον βηματισμό του, λες και κατέρρευσε ο μηχανισμός της ζωής.
Το οριακό γεγονός της απόλυσης λαμβάνει χώρα ένα ανοιξιάτικο πρωινό κι αυτός μένει να παρατηρεί όσα ασήμαντα και καθημερινά συμβαίνουν γύρω του, βρίσκοντας αφορμή για περίπλοκες συσχετίσεις, που ακούγονται τρελές, όταν τις εκστομίζει, καθώς πιάνει κουβέντα με όποιον τυχαίνει να συναντήσει. Με ένα κορίτσι από την Ρωσσία στον Εθνικό Κήπο, με έναν λεπταίσθητο παρία στην Πιανακοθήκη, με μια γερόντισσα στη στάση των λεωφορείων, με έναν ομοιοπαθή του απολυμένο ή και με έναν νυκτόβιο στο μπαρ. Τελικά, πρόκειται για αντιπροσωπευτικό δείγμα των περιθωριακών μιας πόλης, όπου, μεταξύ αυτών, εμφανίζεται και ένας συγγραφέας, στον οποίο ο Μακρόπουλος δανείζει τα χαρακτηριστικά του και τον παρουσιάζει σαν τον άνθρωπο που ψωμίζεται από τη γραφικότητα και τα δεινά τους.
Αναζητώντας ο ήρωας κάποιο σκοπό στη ζωή του, άλλοτε παριστάνει τον τεχνοκρίτη κι άλλοτε τον τουρίστα, οπότε του έρχεται η ιδέα και για ένα ταξίδι αλλά καθυστερεί την αναχώρησή του, μέχρι που συναντά μια αδελφή ψυχή σε ένα κατάστημα υποδημάτων. Καταλυτικό, υποτίθεται, αίσθημα ο έρωτας, ικανό να επαναφέρει τη ζωή στην κανονική της τροχιά, αν και ο ήρωας συνεχίζει να νοιώθει μόνος. Από μια άποψη, η μοναξιά είναι το θέμα ολόκληρου του βιβλίου, όπως δηλώνει και ο τίτλος του, εμπνεόμενος από μια σκηνή της νουβέλας, όπου ένας γέροντας, τακτικός θαμώνας μιας ταβέρνας, κάθεται στο τραπέζι του, αφού προηγουμένως κρεμά στη ράχη της αντικρινής, άδειας καρέκλας το σακάκι του, σαν να συνομιλεί μαζί του.
Και ακόμη, είκοσι ιστορίες για μοναχικούς, που περιδιαβάζουν στην πόλη, σκοντάφτοντας σε άστεγους, ναρκομανείς, μέχρι και μαχαιρωμένους, αλλά και ιστορίες για ερωτευμένα ζευγάρια και φιλικές συντροφιές, που, σε μια βραδινή έξοδο ή κάποια Κυριακή στην εξοχή, ανακαλύπτουν αδυναμία συνεννόησης. Ορισμένες από αυτές εκπίπτουν σε χρονογραφική αναφορά ή και ηθογραφικό σχόλιο, έτσι όπως ο συγγραφέας επιδιώκει να συμπεριλάβει απαξάπαντες τους αθλίους των Αθηνών. Πιστεύουμε πως ευτυχούν οι ιστορίες με παγιδευμένους ήρωες που δοκιμάζουν εις μάτην να αποδράσουν. Εν γένει, όσα διηγήματα διατηρούν χαμηλούς τόνους συγκίνησης και ακόμη, ορισμένα που ανοίγονται προς τον οικείο του συγγραφέα χώρο του φανταστικού. Πιθανώς, μια αυστηρότερη επιλογή να έδινε ένα συνεκτικότερο και πιο ενδιαφέρον σύνολο. Όπως κι αν έχει, το βιβλίο συνιστά σταθμό στην πορεία του Μιχάλη Μακρόπουλου. Καινούργια θεματική, καινούργιος εκδοτικός οίκος, μήπως να αναχαίτιζε και τον ρυθμό έκδοσης βιβλίων, μια και δεν ανήκει στο χώρο του μαζικού αναγνώσματος.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Λεζάντα: Κώστας Ορδόλης, ΌΑθήνα-Εθνικός Κήπος½. Από το λεύκωμα «Αττική-Αγγελικό και Μαύρο Φως» (Εκδόσεις Ίνδικτος).