Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Με ομ­φα­λό την Ίσταν­μπου­λ


Ψαρόβαρκες στον Κεράτιο κόλπο, 1962. Φωτογραφία του αρμενικής καταγωγής Τούρκου φωτογράφου Αρά Γκιουλέ (Μουσείο Μπενάκη)







Ισμή­νη Κα­ρυω­τά­κη
«Από­πει­ρα συ­νά­ντη­σης»
Εκδό­σεις Το Ρο­δα­κιό
Αύ­γου­στος 2012

Απο­ρία προ­κα­λεί η α­που­σία του νέ­ου βι­βλίου της Ισμή­νης Κα­ρυω­τά­κη α­πό τις πρό­σφα­τες ε­ορ­τα­στι­κές προ­τά­σεις των βι­βλια­κών έν­θε­των στις ε­φη­με­ρί­δες. Σε ποιόν, ά­ρα­γε, χρεώ­νε­ται; Στον εκ­δο­τι­κό οί­κο, στην συγ­γρα­φέα, ή και στους δυο, που δεν το προώ­θη­σα­ν; Για­τί α­πο­κλείου­με να μην ά­ρε­σε στους συ­γκε­κρι­μέ­νους αν­θρώ­πους, που κα­ταρ­τί­ζουν τα έν­θε­τα. Κρί­νο­ντας, ω­στό­σο, α­πό ο­ρι­σμέ­νες ε­πι­λο­γές, τα γού­στα φαί­νε­ται με την κρί­ση να έ­χουν υ­πο­στεί κι αυ­τά κά­ποια με­τα­βο­λή.
Όπως και να έ­χει, ε­πτά χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση του προ­η­γού­με­νου, τρί­του στη σει­ρά, βι­βλίου της Κα­ρυω­τά­κη, «Με­τα­τρο­πή, Αντλιο­στά­σιο, Γιά­λο­βα», ας πιά­σου­με το νή­μα α­πό ε­κεί που το εί­χα­με α­φή­σει. Τό­τε, ση­μειώ­να­με, ό­τι τα δυο πρώ­τα βι­βλία της εί­ναι υ­βρι­δι­κής σύν­θε­σης. Στο πρώ­το, «Στο σκο­τά­δι και το φως λά­μνει η ψυ­χή μου», λι­μναίες ει­κό­νες ι­στο­ρού­νται με λέ­ξεις, ε­νώ, στο δεύ­τε­ρο, «Το νη­σί», η α­φή­γη­ση πε­ρι­πλέει τις ει­κό­νες. Αντι­θέ­τως, στο τρί­το, η α­φή­γη­ση παίρ­νει την πρω­το­κα­θε­δρία, με τις “φω­το­γρα­φίες, ζω­γρα­φιές και σχέ­δια” σε θέ­ση α­πλού διά­κο­σμου. Κα­τα­λή­γα­με, πά­ντως, με την πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι τα λο­γο­τε­χνι­κά φτε­ρου­γί­σμα­τα της συγ­γρα­φέως ά­φη­ναν την ε­ντύ­πω­ση του φευ­γα­λέ­ου. Αυ­τήν, λοι­πόν, την ε­ντύ­πω­ση, ό­χι μό­νο την δια­σκε­δά­ζει αλ­λά την δια­λύει, μάλ­λον ο­ρι­στι­κά, το τέ­ταρ­το εκ­δο­τι­κό της εγ­χεί­ρη­μα. Δε­κα­πέ­ντε χρό­νια με­τά το πρώ­το, αυ­τό α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κό, την συ­στή­νει ως πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη του 2012. Ώρι­μη και έ­τοι­μη να δρέ­ψει τις α­ντι­στοι­χού­σες δάφ­νες.
Ο τίτ­λος του βι­βλίου θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο γε­νι­κός τίτ­λος της τρι­λο­γίας, που ξε­κι­νά­ει το 2001 με το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της. Σε ε­κεί­νο, ε­στιά­ζει στην “α­πό­πει­ρα συ­νά­ντη­σης” δυο προ­σώ­πων στον πε­ριο­ρι­σμέ­νο χώ­ρο ε­νός νη­σιού. Στο ε­πό­με­νο, με­τά τέσ­σε­ρα χρό­νια, στην “α­πό­πει­ρα συ­νά­ντη­σης” της αρ­χι­τέ­κτο­νος α­φη­γή­τριας με έ­ναν τό­πο, τη λι­μνο­θά­λασ­σα της Γιά­λο­βας. Ενώ, το πρό­σφα­το, μια ε­πτα­ε­τία αρ­γό­τε­ρα, πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό συ­να­ντή­σεις της η­ρωί­δας, και πά­λι μιας αρ­χι­τέ­κτο­νος, αμ­φο­τέ­ρων των τύ­πων. Ο τίτ­λος α­να­φέ­ρε­ται τό­σο στη συ­νά­ντη­σή της με έ­ναν άν­δρα, ό­σο και με έ­ναν τό­πο. Μό­νο που αυ­τή τη φο­ρά, πρό­κει­ται για έ­να α­στι­κό το­πίο, την πό­λη της Ίσταν­μπουλ.

Πει­ραγ­μέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα

Αν στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο την α­φορ­μή για το τα­ξί­δι στο Ναυα­ρί­νο και την πα­ρα­κεί­με­νη λι­μνο­θά­λασ­σα την προ­σφέ­ρει η α­νά­θε­ση ε­νός αρ­χι­τε­κτο­νι­κού έρ­γου, στο πρό­σφα­το την δί­νει έ­να συ­νέ­δριο, στο ο­ποίο η η­ρωί­δα προ­σκλή­θη­κε να συμ­με­τά­σχει. Κα­τά την α­φή­γη­ση, αυ­τό εί­ναι το 20ό Πα­γκό­σμιο Συ­νέ­δριο Αρχι­τε­κτο­νι­κής, που έ­γι­νε στην Ίσταν­μπουλ 3-7 Ιου­λίου 2005. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρό­κει­ται για το 22ο Πα­γκό­σμιο Συ­νέ­δριο Αρχι­τε­κτο­νι­κής, που πράγ­μα­τι έ­λα­βε χώ­ρα στην Ίσταν­μπουλ ε­κεί­νη την ε­βδο­μά­δα. Το 20ό, έ­ξι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, α­φού τα εν λό­γω συ­νέ­δρια της Διε­θνούς Ένω­σης Αρχι­τε­κτό­νων διορ­γα­νώ­νο­νται α­νά τριε­τία, πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε στο Πε­κί­νο.
Η αλ­λα­γή θα πρέ­πει να εί­ναι μέ­ρος της λε­γό­με­νης “πει­ραγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας”, δε­δο­μέ­νου ό­τι α­πο­κλείε­ται να πρό­κει­ται πε­ρί lapsus calami, α­φού, στο ε­ξώ­φυλ­λο του βι­βλίου, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι πρό­κει­ται για το 22ο. Ευ­και­ρία να α­να­φερ­θού­με σε αυ­τό το σχε­τι­κά νέο εί­δος με­ταλ­λαγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, που κερ­δί­ζει συ­νε­χώς έ­δα­φος στο με­τα­μο­ντέρ­νο το­πίο της λο­γο­τε­χνίας. Ο ό­ρος “πει­ραγ­μέ­νο” χρη­σι­μο­ποιεί­ται για τις τρο­πο­ποιη­τι­κές πα­ρεμ­βά­σεις σε μη­χα­νή­μα­τα και μου­σι­κά όρ­γα­να προς βελ­τίω­ση της α­πο­δό­σεώς τους. Επί­σης, για τις αλ­λα­γές σε οι­κο­νο­μι­κά δε­δο­μέ­να προς νό­θευ­σή τους. Από ε­κεί τον δα­νεί­στη­καν οι θεω­ρη­τι­κοί της λο­γο­τε­χνίας για να ο­νο­μα­τί­σουν μια μορ­φή ψευ­δούς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, που συ­νί­στα­ται σε μι­κρές, δυσ­διά­κρι­τες στον μη κα­λό γνώ­στη, δια­φο­ρο­ποιή­σεις των πραγ­μα­το­λο­γι­κών δε­δο­μέ­νων. Όσοι συγ­γρα­φείς κα­τα­φεύ­γουν σε πα­ρό­μοια α­φη­γη­μα­τι­κά τε­χνά­σμα­τα, δια­τεί­νο­νται ό­τι, με αυ­τόν τον τρό­πο, η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα α­πο­κτά δια­φο­ρε­τι­κή διά­στα­ση και δυ­να­μι­κή. Από την πλευ­ρά μας, δια­τη­ρού­με ε­πι­φυ­λά­ξεις για το λο­γο­τε­χνι­κό α­πο­τέ­λε­σμα αυ­τής της “πει­ραγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας” στη μυ­θο­πλα­σία. Πέ­ραν της στρε­βλής ει­κό­νας που δί­νει στον α­να­γνώ­στη, πα­ρα­σύ­ρει σε λά­θος συ­μπε­ρά­σμα­τα τους ει­δι­κούς δια­φό­ρων ε­πι­στη­μο­νι­κών κλά­δων, κυ­ρίως ι­στο­ρι­κούς και κοι­νω­νιο­λό­γους, που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, αν­τλούν ό­λο και συ­χνό­τε­ρα στοι­χεία α­πό τα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να, τα ο­ποία συ­να­ριθ­μούν στα υ­πό­λοι­πα τεκ­μή­ρια.
Επα­νερ­χό­με­νοι στο πρό­σφα­το βι­βλίο της Κα­ρυω­τά­κη, στην αλ­λη­λο­γρα­φία της η­ρωί­δας, συ­γκε­κρι­μέ­να σε ε­πι­στο­λή προς αυ­τήν της υ­πευ­θύ­νου της Οργα­νω­τι­κής Επι­τρο­πής του Συ­νε­δρίου, α­να­φέ­ρε­ται ως χρο­νο­λο­γία το έ­τος 2009 α­ντί του 2005, που έ­λα­βε χώ­ρα το Συ­νέ­δριο. Αυ­τό θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί έ­να ε­πι­πλέ­ον στοι­χείο “πει­ραγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας”, ό­σο και τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος. Κα­τά κα­νό­να, πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­βλη­μα­τι­κές α­πο­βαί­νουν οι τρο­πο­ποιή­σεις σε δά­νεια α­πο­σπά­σμα­τα κει­μέ­νων. Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, κα­θώς πρό­κει­ται για συ­νέ­δριο αρ­χι­τε­κτο­νι­κής, στις ο­μι­λίες γνω­στών αρ­χι­τε­κτό­νων. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Ιά­πω­νας Τα­ντάο Άντο α­φη­γεί­ται το πώς υιο­θέ­τη­σε έ­ναν α­δέ­σπο­το σκύ­λο και του έ­δω­σε το ό­νο­μα του ση­μα­ντι­κό­τε­ρου αρ­χι­τέ­κτο­να της με­τα­πο­λε­μι­κής Ια­πω­νίας, του Κέν­ζο Τάν­γκε. Αυ­τή η ι­στο­ρία εί­ναι γνω­στή, αλ­λά σε μια δια­φο­ρε­τι­κή εκ­δο­χή, που δεί­χνει τα πρό­τυ­πα που έ­χει ο αυ­το­δί­δα­χτος Άντο. Τον σκύ­λο σκέ­φτη­κε μεν να τον ο­νο­μά­σει Κέν­ζο, αλ­λά, τε­λι­κά, τον α­πο­κά­λε­σε Λε Κορ­μπυ­ζιέ.

Εμφα­νής δια­κει­με­νι­κό­τη­τα

Αυ­τή, ω­στό­σο, η πα­ραλ­λα­γή μάλ­λον ε­ντάσ­σε­ται στις “συ­νο­μι­λίες” με ξέ­να κεί­με­να, που στή­νει έ­νας συγ­γρα­φέ­ας και οι ο­ποίες, στο πρό­σφα­το βι­βλίο της Κα­ρυω­τά­κη, εί­ναι ε­κτε­τα­μέ­νες. Δεν πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για τη συ­νή­θη λαν­θά­νου­σα δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Εδώ, τα δά­νεια α­πό τους ε­πι­φα­νείς της λο­γο­τε­χνίας δη­λώ­νο­νται, κα­θώς πα­ρου­σιά­ζο­νται ως δια­βά­σμα­τα της η­ρωί­δας, ε­νώ ε­κεί­να α­πό τους δια­πρε­πείς της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής δι­καιο­λο­γού­νται ως α­κού­σμα­τα α­πό ο­μι­λίες τους. Μό­νο στην πε­ρί­πτω­ση ε­νός νεό­τε­ρου Έλλη­να αρ­χι­τέ­κτο­να, το ό­νο­μά του δεν εν­σω­μα­τώ­νε­ται στην α­φή­γη­ση, αλ­λά κα­τα­χω­ρεί­ται στις ση­μειώ­σεις στο τέ­λος του βι­βλίου. Εί­ναι ο Γιώρ­γος Ση­μαιο­φο­ρί­δης, πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κος της η­ρωί­δας, που θα μπο­ρού­σε να πά­ρει θέ­ση στον μυ­θο­πλα­στι­κό κό­σμο της σαν έ­νας ο­ρα­μα­τι­στής, που έ­φυ­γε πρόω­ρα, το 2002, δη­λα­δή, σχε­τι­κά κο­ντά στο χρό­νο του Συ­νε­δρίου. Όσο για το αι­σθη­τι­κό ό­φε­λος α­πό αυ­τήν την ε­κτε­τα­μέ­νη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, μέ­νει κι αυ­τό ζη­τού­με­νο. Οφεί­λου­με, ω­στό­σο, να την συ­γκρα­τή­σου­με ως δο­μι­κό στοι­χείο της συγ­γρα­φι­κής αι­σθη­τι­κής.
Για το ε­ξώ­φυλ­λο, η συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει μια ασ­πρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φία α­πό την ται­νία, «Σταθ­μός α­πο­χαι­ρε­τι­σμού», του Κρις Μαρ­κέ­ρ, γυ­ρι­σμέ­νη πριν α­πό μι­σό αιώ­να. Πι­θα­νώς και ως έμ­με­ση υ­πεν­θύ­μι­ση του πρό­σφα­του θα­νά­του του Γάλ­λου κι­νη­μα­το­γρα­φι­στή, συ­μπτω­μα­τι­κά την ε­πο­μέ­νη των γε­νε­θλίων του, στις 30 Ιου­λίου, κλεί­νο­ντας τα 91. Η συγ­γρα­φέ­ας, πά­ντως, στο ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα, ε­ξη­γεί την προ­τί­μη­σή της: “Τα πλά­να της τυ­χαίας συ­νά­ντη­σης του ζευ­γα­ριού και της πε­ρι­πλά­νη­σής του στην πό­λη εί­ναι ό,τι α­κρι­βώς εί­χα πλά­σει με τη φα­ντα­σία μου.” Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, δεν πρό­κει­ται α­κρι­βώς για πλά­να, α­φού ο Μαρ­κέρ εί­χε φτιά­ξει σχε­δόν ο­λό­κλη­ρη την 28λε­πτη ται­νία του, μο­ντά­ρο­ντας σει­ρά φω­το­γρα­φιών. Και βε­βαίως, η πό­λη δεν εί­ναι η Ίσταν­μπουλ αλ­λά το Πα­ρί­σι, σύμ­φω­να και με τον πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο της ται­νίας «Η α­πο­βά­θρα του Ορλύ». Εκεί, ο ή­ρωας, έ­νας τα­ξι­δευ­τής στο χρό­νο κα­τά α­νά­στρο­φη φο­ρά, ξα­να­συ­να­ντά τη σύ­ζυ­γό του και τον αλ­λο­τι­νό ε­αυ­τό του. Εξ ου οι φα­σμα­τώ­δεις σι­λουέ­τες της φω­το­γρα­φίας, που, στην πε­ρί­πτω­ση της ι­στο­ρίας της Κα­ρυω­τά­κη, δη­μιουρ­γούν, ευ­θύς εξ αρ­χής, την ε­πι­θυ­μη­τή αί­σθη­ση μυ­στη­ρίου για τον ά­γνω­στο, που η αρ­χι­τε­κτό­νισ­σα συ­να­ντά­ει στα σο­κά­κια της Ίστα­ν­μπουλ. Τον Ορχάν, ό­πως τον α­πο­κα­λεί, α­φού πο­τέ δεν έ­μα­θε το πραγ­μα­τι­κό ό­νο­μά του.
Στο ε­ρώ­τη­μα για­τί του έ­δω­σε “αυ­τό το μυ­στή­ριο ό­νο­μα”, η η­ρωί­δα α­πα­ντά πως το διά­λε­ξε τυ­χαία, κα­θώς χρεια­ζό­ταν έ­να ό­νο­μα για να μπο­ρεί να α­φη­γεί­ται την ι­στο­ρία που έ­ζη­σε. Κα­θό­λου τυ­χαία, ω­στό­σο, δεν πρέ­πει να φά­νη­κε στους φί­λους της, η ε­πι­λο­γή του ο­νό­μα­τος, α­φού μό­λις εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει στα ελ­λη­νι­κά, Οκτώ­βριο 2005, η «Ίσταν­μπουλ» του Ορχάν Πα­μούκ. Άλλω­στε, μέ­σα α­πό τις ε­πι­λο­γές για ο­νό­μα­τα και πρό­σω­πα, προ­βάλ­λει το προ­φίλ της δια­νοού­με­νης η­ρωί­δας, α­ντί των ε­κτε­νών σχο­λίων, που θα προ­βλέ­πο­νταν σε έ­να συμ­βα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα. Πα­ρό­λο που ο τίτ­λος της ει­σή­γη­σής της στο Συ­νέ­δριο εί­ναι «Από­πει­ρα συ­νά­ντη­σης με την πό­λη», ού­τε μια φο­ρά δεν α­να­φέ­ρε­ται στην Ίσταν­μπουλ “τό­τε που ή­τα­ν” Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Ακό­μη και ό­ταν κα­τα­φεύ­γει στη λέ­ξη πό­λη, δεν ε­πι­στρα­τεύει, ως έμ­με­ση α­να­φο­ρά, έ­να κε­φα­λαίο πι. Γε­νι­κώς, ε­κτός α­πό τον Βό­σπο­ρο, τον Γα­λα­τά και τα Πρι­γκι­πό­νη­σα, δεν μνη­μο­νεύο­νται το­πω­νύ­μια στα ελ­λη­νι­κά. Μό­νο ο Ορχάν της θυ­μί­ζει ό­τι “η Istiklal τό­τε ή­ταν το Πέ­ρα­ν”.

Συ­ναρ­πα­στι­κές
α­φη­γη­μα­τι­κές νη­σί­δες

Η α­φή­γη­ση της συ­νά­ντη­σής της με την Ίσταν­μπουλ α­πο­τυ­πώ­νε­ται με ει­κό­νες α­πό τα α­νό­θευ­τα μέ­ρη μιας πό­λης, που δια­τη­ρεί α­κό­μη α­να­το­λί­τι­κο αέ­ρα. Ενώ, τα α­φη­γη­μα­τι­κά “εν­στα­ντα­νέ” α­πό τους χώ­ρους του Συ­νε­δρίου το­νί­ζουν τις δια­φο­ρε­τι­κές ε­θνό­τη­τες, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται σε πα­ρό­μοιες διε­θνούς χα­ρα­κτή­ρα εκ­δη­λώ­σεις, σε ό­ποιες με­γα­λου­πό­λεις Δύ­σης και Ανα­το­λής κι αν διορ­γα­νώ­νο­νται. Από την πλευ­ρά της η συγ­γρα­φέ­ας, δεν “συ­νο­μι­λεί” με τους συγ­γρα­φείς της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, αλ­λά με τους σύγ­χρο­νους της Ίσταν­μπουλ. Ωστό­σο, “το δια­κεί­με­νο”, ό­πως το α­πο­κα­λούν, στο ο­ποίο ε­ντάσ­σει το βι­βλίο της, δεν εί­ναι ε­κεί­νο των τα­ξι­διω­τι­κών κει­μέ­νων. Οι ε­πι­διώ­ξεις εί­ναι υ­ψη­λό­τε­ρες, κα­θώς τα βι­βλία με τα ο­ποία “συ­νο­μι­λεί” η α­φή­γη­ση στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό “τον πλά­νη­τα” των πό­λεων. Εί­ναι τα βι­βλία, που α­να­φέ­ρε­ται ό­τι διά­βα­σε η η­ρωί­δα πριν την α­να­χώ­ρη­σή της για την Ίσταν­μπουλ. Κι ό­μως, ό­χι α­κρι­βώς. Για πα­ρά­δειγ­μα, δεν υ­πήρ­ξε πο­τέ βι­βλίο του Βάλ­τερ Μπέν­για­μιν με τίτ­λο «Ο πλά­νης». Μό­νο κε­φά­λαιο βι­βλίου του, που εκ­δό­θη­κε με­τά θά­να­το και ό­που συ­γκε­ντρώ­θη­καν δη­μο­σιευ­μέ­να και α­δη­μο­σίευ­τα κεί­με­νά του γύ­ρω α­πό τον Σαρλ Μπων­τλαίρ “έ­ναν λυ­ρι­κό στην ακ­μή του κα­πι­τα­λι­σμού”, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του βι­βλίου. Οπό­τε θα χρεια­ζό­ταν ση­μείω­ση του α­φη­γη­τή με την ορ­θή πα­ρα­πο­μπή προς δια­φώ­τι­ση του α­να­γνώ­στη, ι­δίως του μη ε­ξοι­κειω­μέ­νου με τα “πει­ραγ­μέ­να” πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, εί­ναι η πράγ­μα­τι συ­ναρ­πα­στι­κή “συ­νο­μι­λία” της α­φή­γη­σης με τον «Άνθρω­πο του πλή­θους» του Πόε, ό­σο και με τον αρ­γό­σχο­λο πε­ρι­πα­τη­τή του Μπέν­για­μιν.
Η Κα­ρυω­τά­κη χα­ρα­κτη­ρί­ζει το βι­βλίο της νου­βέ­λα, μάλ­λον με την ευ­ρύ­τε­ρη ση­μα­σία που έ­χει ο ό­ρος στην αγ­γλι­κή λο­γο­τε­χνία, πα­ρά σαν το εν­διά­με­σο, α­πό α­πό­ψεως έ­κτα­σης, με­τα­ξύ διη­γή­μα­τος και μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Επι­λέ­γει την α­πο­σπα­σμα­τι­κή μορ­φή, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας κε­φά­λαια ή και τμή­μα­τα κε­φα­λαίων, που α­νή­κουν σε τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κές α­φη­γη­μα­τι­κές φόρ­μες: η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις, ε­πι­στο­λές, ο­μι­λίες σε συ­νέ­δριο, ε­λεύ­θε­ρος πλά­γιος λό­γος. Κα­τορ­θώ­νει, ω­στό­σο, σε αυ­τόν τον πο­λυει­δή κα­τα­κερ­μα­τι­σμό, να υ­περ­τε­ρεί η τε­λευ­ταία μορ­φή και τε­λι­κά, να υ­πε­ρι­σχύει η ε­ντύ­πω­ση μιας α­φή­γη­σης συ­νε­χούς ροής. Κι αυ­τό, χά­ρις σε έ­να τρί­το πρό­σω­πο, που πα­ρα­κο­λου­θεί νο­ε­ρά το ζευ­γά­ρι στις πε­ρι­πλα­νή­σεις του στην πό­λη. Εί­ναι ο α­φη­γη­τής της ι­στο­ρίας τους, “ο Α”, ό­πως αυ­το­συ­στή­νε­ται, ο ο­ποίος πα­ρεμ­βαί­νει στα προ­σω­πι­κά κεί­με­να της η­ρωί­δας, η­με­ρο­λό­για και ε­πι­στο­λές. Μέ­ρος μό­νο α­πό αυ­τά πα­ρα­θέ­τει αυ­τού­σιο, ε­νώ το με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι τους το α­να­δια­τάσ­σει σε συ­νειρ­μι­κή αλ­λη­λου­χία. Σχο­λιά­ζει ό,τι δια­βά­ζει και φα­ντα­σιώ­νε­ται τα δια­τρέ­ξα­ντα.
Η συγ­γρα­φέ­ας φρο­ντί­ζει τις λε­κτι­κές α­πο­χρώ­σεις στο λό­γο του α­φη­γη­τή, έ­τσι ώ­στε να πε­ρι­γρά­φο­νται μεν οι δια­θέ­σεις της η­ρωί­δας, αλ­λά να δια­τη­ρεί­ται η δι­κή του ι­διο­προ­σω­πία. Μό­νο ο ε­πί­λο­γός του, με τις συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νες φα­ντα­σιώ­σεις, μέ­νει κά­πως με­τέω­ρος. Το κο­ρυ­φαίο, πά­ντως, συμ­βάν, δε­δο­μέ­νου ό­τι ό­λα τα άλ­λα συ­νι­στούν δι­κά του προ­εόρ­τια και με­θεόρ­τια, η συ­νά­ντη­ση της η­ρωί­δας με τον ά­γνω­στο ά­ντρα, τον ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο Ορχάν, το α­φη­γεί­ται η ί­δια σε μια ε­γκι­βω­τι­σμέ­νη στη νου­βέ­λα μί­νι νου­βέ­λα. Αυ­τή την novelette την εκ­φω­νεί υ­πό μορ­φή ο­μι­λίας στο Συ­νέ­δριο α­ντί της προ­ε­τοι­μα­σμέ­νης ει­σή­γη­σης. Θα φαι­νό­ταν πρω­τό­τυ­πο ως εύ­ρη­μα, αν δεν εί­χε προ­η­γη­θεί η εκ­φώ­νη­ση της νου­βέ­λας «Ο τε­λευ­ταίος Βαρ­λά­μης» α­πό τον Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό α­ντί ο­μι­λίας στην Ακα­δη­μία κα­τά την ε­πί­ση­μη τε­λε­τή υ­πο­δο­χής του ως νέ­ου τα­κτι­κού μέ­λους, στις 27 Απρι­λίου 2010.
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, το βι­βλίο της Κα­ρυω­τά­κη εί­ναι διτ­τά εν­δια­φέ­ρον. Κυ­ρίως, ως ε­πί­λε­κτο πε­ζό ε­πι­λε­κτι­κού συγ­γρα­φέα για την ι­σχνή με­ρί­δα ε­πι­λε­κτι­κών α­να­γνω­στών και δευ­τε­ρευό­ντως, ω­φέ­λι­μο για έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, ως πα­ρα­κί­νη­ση για την α­νά­γνω­ση νε­ο­τε­ρι­κών κει­μέ­νων, που σή­με­ρα πλέ­ον θεω­ρού­νται κλα­σι­κά.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/1/2013.


Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Το παρελθόν ως εφιάλτης



Άκρα ταπείνωση, 1974.
Χαρακτικό του Α. Τάσσου.




Μά­ριος Μι­χα­η­λί­δης
«Ο Ανα­κρι­τής»
Εκδό­σεις Γα­βριη­λί­δη
Ιού­λιος 2012

Ο Μά­ριος Μι­χα­η­λί­δης α­νή­κει στη σχε­τι­κά ο­λι­γά­ριθ­μη ο­μά­δα κύ­πριων συγ­γρα­φέων, που κα­τοι­κούν στην Ελλά­δα α­πό τα φοι­τη­τι­κά τους χρό­νια δια­τη­ρώ­ντας την ι­διο­προ­σω­πία τους α­πέ­να­ντι στους Ελλα­δί­τες. Ποιη­τής της γε­νιάς του ’70, α­κο­λού­θη­σε με κα­θυ­στέ­ρη­ση το ρεύ­μα Ελλα­δι­τών ποιη­τών αυ­τής της ο­μά­δας που στρά­φη­κε στην πε­ζο­γρα­φία. Για να κα­λύ­ψει, ω­στό­σο, τη δια­φο­ρά χρό­νου, υιο­θέ­τη­σε γρή­γο­ρους ρυθ­μούς. Σε λι­γό­τε­ρο α­πό πε­ντα­ε­τία πα­ρου­σία­σε τρία πε­ζά, που θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν λό­γω έ­κτα­σης νου­βέ­λες. Δια­θέ­τουν, ω­στό­σο, τον πο­λύ­πτυ­χο χα­ρα­κτή­ρα ε­νός μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, έ­στω, με βά­ση τα ε­πι­κρα­τού­ντα με­γέ­θη, ε­νός μί­νι μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στην τρι­λο­γία δια­κρί­νου­με ο­ρι­σμέ­να κοι­νά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τα ο­ποία πι­θα­νώς να ο­φεί­λο­νται στη μι­κρή α­να­με­τα­ξύ τους χρο­νι­κή α­πό­στα­ση, αν, βε­βαίως, δε­χτού­με, ό­τι συγ­γρα­φή και έκ­δο­ση συμ­βα­δί­ζουν.
Κα­τ’ αρ­χάς, η α­φή­γη­ση πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρά στο τρί­το πρό­σω­πο, δη­λώ­νο­ντας άλ­λο­τε έ­ναν πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή και άλ­λο­τε, τις σκέ­ψεις και τις ε­ναλ­λα­γές διά­θε­σης του κε­ντρι­κού χα­ρα­κτή­ρα, δη­λα­δή κά­τι σαν ε­σω­τε­ρι­κός μο­νό­λο­γος. Αυ­τό το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο δεν ο­νο­μα­τί­ζε­ται, προ­βάλ­λει, ό­μως, ως κυ­ρίαρ­χο σε έ­να μυ­θο­πλα­στι­κό θία­σο α­πό ελ­λει­πτι­κώς σκια­γρα­φη­μέ­να πρό­σω­πα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στοι­χείο των τριών πε­ζών εί­ναι η ι­διό­τυ­πη δο­μή τους σε σχέ­ση με την πα­ρά­με­τρο του χρό­νου, που δια­μορ­φώ­νε­ται α­πο­σπα­σμα­τι­κή και πο­λυε­πί­πε­δη έ­να­ντι της ευ­θύ­γραμ­μης α­νέ­λι­ξης των συμ­βά­ντων. Ως προς αυ­τό το ση­μείο, ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­δει­κνύε­ται έ­νας homo ludens, κα­θώς ε­πι­νο­εί στρα­τη­γή­μα­τα, α­φη­γη­μα­τι­κά και γλωσ­σι­κά, τα ο­ποία προ­δια­θέ­τουν για την έκ­πλη­ξη του τέ­λους ή, ως εί­θι­σται να α­πο­κα­λεί­ται, την α­να­τρο­πή των α­να­γνω­στι­κών προσ­δο­κιών. Αν και το πρό­σφα­το βι­βλίο, ί­σως α­πο­δειχ­θεί για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη, που δια­βά­ζει εν τά­χει, πε­ρισ­σό­τε­ρο του δέ­ο­ντως ναρ­κο­θε­τη­μέ­νο.
Μέ­ρος της κύ­πριας ι­διο­προ­σω­πίας  του Μι­χα­η­λί­δη συ­νι­στά η εμ­μο­νή του με την Ιστο­ρία των Ελλή­νων. Μα­κράν του ι­στο­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, α­να­μο­χλεύει έ­να δια­χρο­νι­κό υ­πό­στρω­μα. Στο πρώ­το, «Ο Οστε­ο­φύ­λαξ», δί­νει μια ι­στο­ρι­κή φα­ντα­σμα­γο­ρία, με βά­θος χρό­νου την γέ­νε­ση του νε­ο­ελ­λη­νι­κού κρά­τους. Δεν πρό­κει­ται για μια στα­τι­κή ει­κό­να ι­στο­ρι­κού εγ­χει­ρι­δίου, κα­θώς, με το τέ­χνα­σμα του ο­στε­ο­φυ­λα­κίου, α­να­δει­κνύο­νται οι με­τα­βαλ­λό­με­νες, σύμ­φω­να με τις ο­ρέ­ξεις κά­θε ε­πο­χής, προο­πτι­κές. Στο δεύ­τε­ρο, «Τα κρό­τα­λα του χρό­νου», δη­μιουρ­γώ­ντας ει­σα­γω­γι­κά μυ­θι­κή χροιά, ε­στιά­ζει στο Κί­νη­μα της 3ης Σε­πτεμ­βρίου 1843, ό­που ε­κεί α­δελ­φώ­νει τον Μα­κρυ­γιάν­νη με κύ­πριους πα­τριώ­τες. Έτσι, βρί­σκει την ευ­και­ρία να δεί­ξει τις συμ­βα­δί­ζου­σες τύ­χες του Ελλα­δι­κού κρά­τους και του κυ­πρια­κού ελ­λη­νι­σμού. Στο τρί­το, ε­στιά­ζει στο τε­τρά­πτυ­χο, Χού­ντα-Πο­λυ­τε­χνείο-Κυ­πρια­κό-Με­τα­πο­λί­τευ­ση, που α­πο­τε­λεί τις πιο πρό­σφα­τες μεί­ζο­νες πε­ρι­πέ­τειες του τό­που αλ­λά και ε­κεί­νες που έ­δε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ τις τύ­χες Ελλά­δας και Κύ­πρου.
Οι α­φε­τη­ρίες της Με­τα­πο­λί­τευ­σης α­πέ­χουν λι­γό­τε­ρο α­πό μι­σό αιώ­να, τη χρο­νι­κή α­πό­στα­ση που έ­χει θεω­ρη­θεί ως η α­να­γκαία για τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό μιας πε­ριό­δου ως ι­στο­ρι­κής. Αυ­τή η σχε­τι­κή χρο­νι­κή εγ­γύ­τη­τα α­πο­τρέ­πει τον συγ­γρα­φέα α­πό μια πα­ρω­δια­κή πα­ρου­σία­ση, την ο­ποία εί­χε με δε­ξιό­τη­τα εκ­με­ταλ­λευ­θεί στο πρώ­το του βι­βλίο. Δε­δο­μέ­νου ό­τι μό­λις τώ­ρα έ­χει ξε­κι­νή­σει η α­πο­κα­θή­λω­ση του τε­τρά­πτυ­χου α­πό την πα­ρα­κα­τα­θή­κη των ο­σίων και ιε­ρών του έ­θνους, η α­νά­κλη­σή του στα πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα πνί­γε­ται στις στε­ρεό­τυ­πες σκη­νές και τις κλι­σέ εκ­φρά­σεις. 
Ο Μι­χα­η­λί­δης, αν δεν δια­φεύ­γει ο­λο­σχε­ρώς αυ­τήν την ε­πι­κίν­δυ­νη πα­γί­δευ­ση, του­λά­χι­στον την δι­καιο­λο­γεί, α­φού δεν α­νι­στο­ρεί τα γε­γο­νό­τα αλ­λά τα πα­ρου­σιά­ζει ό­πως βιώ­νο­νται. Ο συ­γκε­κρι­μέ­νος α­φη­γη­μα­τι­κός τρό­πος φέρ­νει φρι­κια­στι­κές και α­πω­θη­τι­κές σκη­νές, που έ­χουν πολ­λα­πλώς α­νι­στο­ρη­θεί υ­πό μορ­φή μαρ­τυ­ρίας. Πα­ρά τις αλ­λα­γές στους κα­νό­νες της αι­σθη­τι­κής, πι­στεύου­με ό­τι η διά­κρι­ση, που έ­κα­ναν οι πα­λαιό­τε­ροι, α­νά­με­σα στο τρα­γι­κό και το α­η­δές πα­ρα­μέ­νει κα­θο­ρι­στι­κή. Κα­θώς, μά­λι­στα, η α­φή­γη­σή του Μι­χα­η­λί­δη δεν α­νή­κει στις ελ­λει­πτι­κού τύ­που διη­γή­σεις, η ε­ντύ­πω­ση ε­πι­τεί­νε­ται. Όπως και να έ­χει, με αυ­τόν τον τρό­πο ε­πι­ζη­τά να α­πο­δώ­σει τα αι­σθή­μα­τα ε­νός κρα­τού­με­νου, που α­γνο­εί το λό­γο σύλ­λη­ψής του και εν α­να­μο­νή της α­νά­κρι­σης, βρί­σκε­ται έρ­μαιο ποι­κί­λων α­ντι­φα­τι­κών εκ­δο­χών, κα­θώς φα­ντα­σιώ­νε­ται πλε­κτά­νες και προ­δο­σίες της α­γα­πη­μέ­νης γυ­ναί­κας και των συ­ντρό­φων. 
Όλα συμ­βαί­νουν μέ­σα σε έ­να διή­με­ρο, που το­πο­θε­τεί­ται λί­γο με­τά την 23η Δε­κεμ­βρίου 1975, κα­τά την ο­ποία δο­λο­φο­νή­θη­κε ο ει­δι­κός βο­η­θός του α­με­ρι­κα­νού πρέ­σβη Τζακ Κιού­μπι­τς, ο Ρί­τσαρ­ντ Γουέ­λς, με τρεις σφαί­ρες· δυο στην καρ­διά και μια στο κε­φά­λι. Ο Γουέ­λς ή­ταν σταθ­μάρ­χης της CIA στην Ελλά­δα και την ευ­θύ­νη της δο­λο­φο­νίας του εί­χε α­να­λά­βει η «Επα­να­στα­τι­κή Οργά­νω­ση 17 Νοέμ­βρη», που έ­κα­νε με αυ­τήν την παρ­θε­νι­κή της εμ­φά­νι­ση. Κρυ­πτι­κή η α­φή­γη­ση τον α­να­φέ­ρει ως Αμε­ρι­κά­νο και κά­νει λό­γο “για μια σκο­τει­νή ορ­γά­νω­ση, που α­ντρώ­θη­κε στα χρό­νια της Χού­ντας και που τώ­ρα έ­παιρ­νε εκ­δί­κη­ση”. Πλα­γίως θυ­μί­ζει πως, τό­τε, η εν λό­γω Οργά­νω­ση α­ντι­προ­σώ­πευε για ο­ρι­σμέ­νους “έ­να τολ­μη­ρό κοι­νω­νι­κό ό­ρα­μα”. Κα­τά τα άλ­λα, το διή­με­ρο α­πλώ­νε­ται χρο­νι­κά με α­να­δρο­μές στα χρό­νια πριν τη Χού­ντα, αλ­λά και προ­βο­λές με­τά το 1990. Αυ­τές οι προ­βο­λές του κρα­τού­με­νου σε έ­να με­τα­γε­νέ­στε­ρο χρό­νο α­πο­τε­λούν νύ­ξη για το α­δια­σα­φή­νι­στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης, του ο­ποίου ο προσ­διο­ρι­σμός φυ­λάσ­σε­ται ως κα­τα­κλεί­δα. 
Οι πρω­τό­τυ­ποι τίτ­λοι φαί­νε­ται πως εί­ναι προ­νό­μιο των ποιη­τών. Του Μι­χα­η­λί­δη εί­ναι πρω­τό­τυ­ποι αλ­λά και καί­ριοι, κα­θώς πα­ρα­πέ­μπουν στον μυ­θο­πλα­στι­κό πυ­ρή­να. Στο πρό­σφα­το, ο α­φη­γη­τής, στα χρό­νια της Χού­ντας, εί­ναι φοι­τη­τής της Φι­λο­σο­φι­κής Σχο­λής Αθη­νών. Μέ­νει με το πα­ρά­πο­νο πως στά­θη­κε κο­μπάρ­σος στα γε­γο­νό­τα, ζη­λεύο­ντας τις η­ρωι­κές στά­σεις και τις α­ντο­χές των γύ­ρω του. Κα­θώς α­να­φέ­ρει έ­να πραγ­μα­τι­κό πρό­σω­πο για συμ­φοι­τη­τή του, τον πα­τρι­νό συγ­γρα­φέα Κώ­στα Λο­γα­ρά, δη­λώ­νει εμ­μέ­σως την η­λι­κία του, ε­ντασ­σό­με­νους στους γεν­νη­θέ­ντες του 1950. Όντας κρα­τού­με­νος, δια­λο­γί­ζε­ται με τον ε­αυ­τό του. Εκτός α­πό τους βα­σα­νι­στές του, που α­πο­κα­λεί “νά­νο” και “ε­πι­στή­μο­να”, συ­νε­χώς πα­ρών εί­ναι “ο α­να­κρι­τής”. Ή κα­λύ­τε­ρα η σκιά του, ό­πως προσ­διο­ρί­ζει ό­ταν τον α­να­φέ­ρει για πρώ­τη φο­ρά, ε­νώ, στη συ­νέ­χεια, τον θέ­λει πά­ντο­τε να βρί­σκε­ται “στο σκιό­φως” ή, ε­ναλ­λα­κτι­κά, “στη σκιά της σκιάς του”, σαν “θο­λή φι­γού­ρα”. Αυ­τός το θή­ρα­μα και ε­κεί­νος ο θη­ρευ­τής, με κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του δεύ­τε­ρου ό­τι “δεν α­πα­ντά πο­τέ”. 
Ο κρα­τού­με­νος κρο­τα­λί­ζει τα δά­χτυ­λά του, ό­μως “τα κρό­τα­λα του χρό­νου”, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου του, σε αυ­τήν την ι­στο­ρία τα παί­ζει “ο α­να­κρι­τής”. Προ­βάλ­λει ως ευ­θεία πα­ρα­πο­μπή “στον σύ­ντρο­φο α­να­κρι­τή”, την πιο ε­φιαλ­τι­κή μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή φι­γού­ρα της με­τα­πο­λε­μι­κής λο­γο­τε­χνίας. Ο Μι­χα­η­λί­δης, με ση­μειώ­σεις, στο τέ­λος του βι­βλίου, κα­τα­γρά­φει τα δά­νεια. Μό­νο, ω­στό­σο, τα κα­τά λέ­ξη α­πό κά­ποιο πρω­τό­τυ­πο. Η “συ­νο­μι­λία” του «Ανα­κρι­τή» με «Το κι­βώ­τιο» του Άρη Αλε­ξάν­δρου δεν χρειά­ζε­ται υ­πό­μνη­ση. Υπάρ­χουν, ως κα­θο­ρι­στι­κά στοι­χεία, η α­πο­μό­νω­ση του ή­ρωα, οι α­προσ­διό­ρι­στες κα­τη­γο­ρίες, το αί­σθη­μα  του ε­πεί­γο­ντος ό­σο α­φο­ρά τη διευ­κρί­νι­ση της α­θωό­τη­τάς του, το πλή­θος των α­λη­θο­φα­νών εκ­δο­χών που αλ­λη­λο­συ­γκρούο­νται, η συ­νε­χής αλ­λα­γή της γραμ­μής υ­πε­ρά­σπι­σής του και κυ­ρίως, η σιω­πή της ε­ξου­σίας, που εκ­προ­σω­πεί ο α­να­κρι­τής. Και ε­δώ, κυ­ριαρ­χεί κλί­μα α­να­σφά­λειας και φό­βου. Δια­φέ­ρει, βε­βαίως, η α­να­τρο­πή του τέ­λους. Δεν λεί­πει, ω­στό­σο, και α­πό την κα­τά­λη­ξη του «Ανα­κρι­τή», η αί­σθη­ση της μα­ταιό­τη­τας. Αί­σθη­ση, που λαν­θά­νει και στο μό­το του βι­βλίου, το ο­ποίο, εκ πρώ­της ό­ψεως, δεί­χνει ο­λωσ­διό­λου α­πρό­σφο­ρο για έ­να πε­ζό ε­στια­σμέ­νο στα πά­θη κά­ποιου που υ­βρί­ζε­ται α­πό την Ασφά­λεια ως “πα­λιο­κουμ­μού­νι”. Η ευ­στο­χία του πα­ρα­θέ­μα­τος α­πο­κα­λύ­πτε­ται με­τά την ο­λο­κλή­ρω­ση της α­νά­γνω­σης.
Το μό­το εί­ναι τα λό­για του Πρό­σπε­ρου στο θε­α­τρι­κό έρ­γο «Η Τρι­κυ­μία»: «...εί­μα­στε α­π’ την ύ­λη που ’ναι φτιαγ­μέ­να τα ό­νει­ρα και τη μι­κρή ζωή μας την κυ­κλώ­νει ο ύ­πνος...»  Το έρ­γο θεω­ρεί­ται το κύ­κνειο ά­σμα του Σαίξ­πη­ρ, τον ο­ποίο ταυ­τί­ζουν με τον Πρό­σπε­ρο, α­πο­δί­δο­ντάς του αυ­το­βιο­γρα­φι­κή πρό­θε­ση. Με τη συ­γκε­κρι­μέ­νη φρά­ση, ο Πρό­σπε­ρος συ­νει­δη­το­ποιεί τη θνη­τό­τη­τά του και α­κό­μη ό­τι η ζωή φθί­νει ό­πως έ­να ό­νει­ρο. Σε έ­να “κα­κό ό­νει­ρο” έ­χει την αί­σθη­ση ό­τι μπαι­νο­βγαί­νει ο α­φη­γη­τής του Μι­χα­η­λί­δη, ό­που, στις κα­τα­βυ­θί­σεις του, ε­ρω­τι­κές μνή­μες α­να­κα­τώ­νο­νται με ε­φιάλ­τες βα­σα­νι­στη­ρίων. Ο συγ­γρα­φέ­ας, πλέ­κο­ντας στην α­φή­γη­ση δι­κούς του κυ­ρίως στί­χους, κα­τορ­θώ­νει να προσ­δώ­σει τη ρευ­στή αί­σθη­ση πως “μ’ έ­να ό­νει­ρο πλα­νιέ­ται μέ­σα σ’ έ­να άλ­λο”, ό­πως στους πα­ρα­μυ­θι­κούς κό­σμους του Σαίξ­πηρ. Όταν ο φό­βος για τη βία, που θα α­σκη­θεί στο σώ­μα, τρε­λαί­νει το θύ­μα, σω­τή­ρια α­πο­βαί­νει η πα­ραί­σθη­ση ε­νός “α­σώ­μα­του με­τεω­ρι­σμού”, που ε­πι­τρέ­πει την α­πο­στα­σιο­ποίη­ση α­πό το σαρ­κίο. Για να υ­πο­ψιά­σου­με τον α­να­γνώ­στη, χω­ρίς να α­πο­κα­λύ­ψου­με το πε­ρί­τε­χνο της ό­λης μυ­θο­πλα­στι­κής σύλ­λη­ψης, θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Δυ­τι­κός κό­σμος, α­κό­μη και για θε­ρα­πευ­τι­κούς σκο­πούς, σε βίαια μέ­σα κα­τα­φεύ­γει.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/1/2013.


Μια ε­πι­στο­λή

 Από τον κ. Γιάν­νη Ξού­ρια λά­βα­με η­λεκ­τρο­νι­κή ε­πι­στο­λή σχε­τι­κά με τον τρό­πο α­να­φο­ράς του σε δη­μο­σίευ­μά μας (23 Δεκ. 2012), την ο­ποία και δη­μο­σιεύου­με μα­ζί με τις α­πα­ραί­τη­τες ε­ξη­γή­σεις.

 Κυ­ρία Θε­ο­δο­σο­πού­λου,
 Διά­βα­σα με εν­δια­φέ­ρον τη βι­βλιο­κρι­τι­κή σας για το έρ­γο του Ιω­σήφ Σιακ­κή Δ. Γ. Κα­μπού­ρο­γλου. Η ζωή και το έρ­γο του, Αθή­να (ΜΙΕΤ) 2012, στην ο­ποία μου α­πο­δί­δε­τε ι­διό­τη­τα (του ε­πι­με­λη­τή) και ε­νέρ­γειες («[...] ε­πεμ­βαί­νουν διορ­θω­τι­κά [ενν. στο ό­νο­μα του Κα­μπού­ρο­γλου] οι ε­πι­με­λη­τές [...]») που α­ντί­στοι­χα ού­τε έ­χω ού­τε διέ­πρα­ξα.
 Αντι­θέ­τως, η α­νά­μει­ξή μου υ­πήρ­ξε πο­λύ συ­γκε­κρι­μέ­νη και πά­ντως δια­φο­ρε­τι­κή. Ποια ή­ταν η α­νά­μει­ξή μου δη­λώ­νε­ται με σα­φή­νεια στο ί­διο το βι­βλίο. Συ­γκε­κρι­μέ­να:
  Στη σ. 6 α­να­φέ­ρε­ται: «Το ΜΙΕΤ ευ­χα­ρι­στεί θερ­μά τον κα­θη­γη­τή Αλέ­ξη Πο­λί­τη [α­να­ρω­τιέ­μαι για­τί δεν προ­σμε­τρά­ται στους ε­πι­με­λη­τές] και τον Γιάν­νη Ξού­ρια [...] για τη βοή­θειά τους στην ε­πι­μέ­λεια της έκ­δο­σης». Άρα, «βοή­θεια στην ε­πι­μέ­λεια» και ό­χι «ε­πι­μέ­λεια». Ποια ή­ταν αυ­τή η βοή­θεια, πε­ρι­γρά­φε­ται στο εκ­δο­τι­κό ση­μείω­μα, ό­που στις σ. 258-259 α­να­φέ­ρο­νται τα ε­ξής: «Στις υ­πο­ση­μειώ­σεις και στη βι­βλιο­γρα­φία, α­κο­λου­θώ­ντας τη γνώ­μη του Αλέ­ξη Πο­λί­τη και χά­ρη στην αυ­το­ψία τού [...] Γιάν­νη Ξού­ρια, προ­σθέ­σα­με ε­ντός α­γκυ­λών στοι­χεία ε­πι­βο­η­θη­τι­κά για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη ή διορ­θώ­σα­με σιω­πη­ρά μι­κρές α­βλε­ψίες». Δη­λα­δή, α­νέ­τρε­ξα και εί­δα βι­βλιο­γρα­φι­κές α­να­φο­ρές του Σιακ­κή που φαί­νο­νταν προ­βλη­μα­τι­κές, ε­πα­λή­θευ­σα την α­κρί­βειά τους και υ­πέ­δει­ξα κά­ποιες α­βλε­ψίες ή κά­ποιες ε­πι­πρό­σθε­τες βι­βλιο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρίες που θα βο­η­θού­σαν έ­ναν σύγ­χρο­νο α­να­γνώ­στη να α­να­ζη­τή­σει τα α­να­φε­ρό­με­να έρ­γα. Και α­πλώς υ­πέ­δει­ξα και σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση δεν α­πο­φά­σι­σα ού­τε τι α­πό το υ­λι­κό αυ­τό θα πε­ρά­σει στη Βι­βλιο­γρα­φία και στις υ­πο­ση­μειώ­σεις ού­τε με ποιον τρό­πο.
   Συ­νε­πώς, ού­τε ε­πι­με­λη­τής υ­πήρ­ξα ού­τε με το ό­νο­μα του Κα­μπού­ρο­γλου α­σχο­λή­θη­κα.
   Ευ­χα­ρι­στώ πο­λύ. 
    Με ε­κτί­μη­ση
   Γιάν­νης Ξού­ριας.

    Στη σε­λί­δα τίτ­λου του βι­βλίου δεν α­να­φέ­ρε­ται ε­πι­με­λη­τής, μό­νο στον κο­λο­φώ­να, η ε­πι­μέ­λεια α­πο­δί­δε­ται στην Ελέ­νη Μι­χα­λο­πού­λου, η ο­ποία συ­νέ­τα­ξε και το ευ­ρε­τή­ριο. Πράγ­μα­τι, στη σε­λί­δα 6, “το ΜΙΕΤ ευ­χα­ρι­στεί θερ­μά τον κα­θη­γη­τή Αλέ­ξη Πο­λί­τη και τον Γιάν­νη Ξού­ρια, λέ­κτο­ρα νε­ο­ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στο Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών, για την βοή­θειά τους στην ε­πι­μέ­λεια της έκ­δο­σης”. Πράγ­μα­τι, το εκ­δο­τι­κό ση­μείω­μα διευ­κρι­νί­ζει σε τι συ­νί­στα­ται αυ­τή η βοή­θεια. Σύμ­φω­να με αυ­τό, του­λά­χι­στον κα­τά τη δι­κή μας α­νά­γνω­ση, ο μεν Κα­θη­γη­τής εί­χε “τη γνώ­μη” πως οι υ­πο­ση­μειώ­σεις και η βι­βλιο­γρα­φία του συγ­γρα­φέα χρειά­ζο­νταν έ­λεγ­χο για “μι­κρές α­βλε­ψίες” και πρό­σθε­τα στοι­χεία, ο δε “νε­ο­ελ­λη­νι­στής φι­λό­λο­γος”, ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ο Λέ­κτο­ρας, α­νέ­λα­βε να την υ­λο­ποιή­σει. Δε­δο­μέ­νου ό­τι ο Πο­λί­της εί­ναι και μέ­λος του Δ.Σ. του ΜΙΕ­Τ, υ­πο­θέ­σα­με ό­τι ο ρό­λος του ή­ταν μό­νο γνω­μο­δο­τι­κός, ε­ξού και η μη α­να­φο­ρά του ο­νό­μα­τός του. Όσο α­φο­ρά την α­να­βάθ­μι­ση “της βοή­θειας στην ε­πι­μέ­λεια” που πρό­σφε­ρε ο κ. Ξού­ριας σε “ε­πι­μέ­λεια”, αυ­τή έρ­χε­ται ως αυ­το­νό­η­τη λό­γω της μορ­φής που εί­χαν οι πα­ρα­τη­ρή­σεις μας, κα­θώς ε­στιά­ζο­νταν, α­κρι­βώς, στις “μι­κρές α­βλε­ψίες” του κει­μέ­νου. Αυ­τές εί­ναι ε­κεί­νες που χρειά­ζο­νταν με­γα­λύ­τε­ρες ή και πρό­σθε­τες υ­πο­ση­μειώ­σεις. Ορι­σμέ­νες, μά­λι­στα, πα­ρα­τη­ρή­σεις μας α­να­φέ­ρο­νται στους προ­γό­νους του Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου, οι ο­ποίοι συ­νυ­πήρ­ξαν στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη την προ­ε­πα­να­στα­τι­κή πε­ρίο­δο και κα­τά τις σφα­γές του 1821 με τον Κων­στα­ντί­νο Οι­κο­νό­μου τον εξ Οι­κο­νό­μων, για τον ο­ποίο ο κ. Ξού­ριας ε­ξέ­δω­σε προ πε­ντα­ε­τίας μια μο­να­δι­κή με­λέ­τη. Κα­τά τα άλ­λα, α­πό έ­ναν “νε­ο­ελ­λη­νι­στή φι­λό­λο­γο” ό­πως ο κ. Ξού­ριας, που, ε­πι­προ­σθέ­τως, εί­ναι και ποιη­τής και Αθη­ναίος, θα α­να­με­νό­ταν να “γο­η­τευ­θεί” α­πό τη μορ­φή του Κα­μπού­ρο­γλου και οι “σιω­πη­ρές ε­πεμ­βά­σεις του” να εί­ναι κα­τά πο­λύ ε­κτε­νέ­στε­ρες των δη­λω­μέ­νων με α­γκύ­λες, οι ο­ποίες πε­ριο­ρί­ζο­νται σε λι­γο­στές προ­σθή­κες σχε­τι­κά με πρό­σφα­τες εκ­δό­σεις. Όσο α­φο­ρά τις πρό­σφα­τες εκ­δό­σεις, η πα­ρα­πο­μπή στις δυο προ­η­γού­με­νες βιο­γρα­φίες Κα­μπού­ρο­γλου θα ή­ταν βο­η­θη­τι­κή για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη. Τέ­λος, σχε­τι­κά με το ό­νο­μα Κα­μπού­ρο­γλου, θα μας ε­πι­τρέ­ψει να ε­πι­μεί­νου­με ό­τι “α­σχο­λή­θη­κε”, α­φού η υ­πο­ση­μείω­ση στη σε­λί­δα 14 ό­τι “το ό­νο­μα στην ο­νο­μα­στι­κή εμ­φα­νί­ζε­ται ε­ξαρ­χής και με τους δυο τύ­πους: Κα­μπού­ρο­γλους και Κα­μπού­ρο­γλου” εί­ναι “ε­ντός α­γκυ­λώ­ν”.  

Μ. Θ.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Αίσιο το 2013



Ο Καβάφης σε σκίτσο του Ν. Παππά, δημοσιευμένο στο ετήσιο αλεξανδρινό Ημερολόγιο «Σατάν», του 1927. Ο Καβάφης έχει πλέον κερδίσει επιφανή θέση, τουλάχιστον στο χώρο των αλεξανδρινών γραμμάτων. Κατά το σκίτσο, όμως, τον κυνηγούν εφιάλτες γιατί πολλοί ετοίμαζαν βιβλία για το έργο του και φοβάται για το περιεχόμενό τους. Συμμεριζόμαστε τους φόβους του για το τι μπορεί να του ετοιμάζουν σήμερα που καταξιώνεται πλέον σε παγκόσμιο επίπεδο.





Το νέο έ­τος φο­βί­ζει γε­νι­κώς. Φο­βί­ζει, ό­μως,  ε­πι­πλέ­ον με το α­ριθ­μη­τι­κό του φορ­τίο. Για να μη φα­νού­με υ­περ­βο­λι­κοί, θα έ­πρε­πε να προ­σθέ­σου­με, ό­τι ο α­ριθ­μός δε­κα­τρία, έ­τσι που προ­βάλ­λει, φο­βί­ζει μό­νο τους προ­λη­πτι­κούς. Τον τε­λευ­ταίο και­ρό, ω­στό­σο, με την κα­κο­τυ­χία που μας κυ­νη­γά­ει, ποιος δεν κα­τέ­χε­ται α­πό δει­σι­δαι­μο­νίες. Μό­νο με βά­σκα­νο δαί­μο­να ε­ξη­γεί­ται τό­ση γκα­ντε­μιά. Όλα δεί­χνουν προς την κα­τεύ­θυν­ση υ­περ­φυ­σι­κών δυ­νά­μεων, που έ­χουν “συ­νω­μο­τή­σει” ε­να­ντίον μας. Υπάρ­χουν, βε­βαίως, ε­κεί­νοι που, για α­κό­μη μια φο­ρά, ό­λο και κά­τι πε­ρι­μέ­νουν – άλ­λοι το ά­στρο εξ Εσπε­ρίας, άλ­λοι τους τρεις Μά­γους και άλ­λοι τον Σω­τή­ρα. Όσοι, ό­μως, νιώ­θουν τον κλοιό να σφίγ­γει ά­σκη­μα, έ­χουν στα­μα­τή­σει να ε­κλο­γι­κεύουν τα πράγ­μα­τα. Η α­σύ­στο­λη ρη­το­ρεία των πο­λι­τι­κών, που συ­νε­χώς στέλ­νουν μη­νύ­μα­τα σε αό­ρα­τους α­πο­δέ­κτες και δί­νουν μά­χες με σκιές, πε­ρι­φε­ρό­με­νοι σαν φου­σκω­μέ­νοι διά­νοι στα ευ­ρω­παϊκά σα­λό­νια, η α­τέρ­μο­νος δη­μο­σιο­γρα­φι­κή ε­νη­μέ­ρω­ση για ε­κα­τομ­μύ­ρια και δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια ευ­ρώ ε­νός ει­κο­νι­κού δού­ναι και λα­βείν, ό­λος αυ­τός ο θό­ρυ­βος που γί­νε­ται ε­ρή­μην η­μών για ε­μάς, έ­χει ε­πι­φέ­ρει την ο­λο­σχε­ρή α­πο­διορ­γά­νω­ση. Το μό­νο που α­να­μέ­νε­ται εί­ναι η η­μέ­ρα μιας α­προσ­διό­ρι­στης αλ­λά α­να­πό­φευ­κτης συ­ντέ­λειας του κό­σμου μας. Πα­ρό­λο που ό­λοι  –ό­σοι, βε­βαίως, έ­χουν την πο­λυ­τέ­λεια της πε­ρι­συλ­λο­γής– δια­τεί­νο­νται ό­τι εί­ναι παι­διά του Δια­φω­τι­σμού, αυ­τήν την ή­μέ­ρα, την βλέ­πουν να έρ­χε­ται ε­ντός του νέ­ου έ­τους. Η α­πο­φρά­δα η­μέ­ρα της δι­κής μας Ιστο­ρίας, αν εί­ναι να ’ρθει, δεν μπο­ρεί πα­ρά να εί­ναι μια α­πό τις 365 του μο­να­δι­κού έ­τους του τρέ­χο­ντος αιώ­να, που λή­γει στον δυ­σοίω­νο α­ριθ­μό 13 και το ο­ποίο συ­νέ­πε­σε με αυ­τήν την ε­ξο­ντω­τι­κή πε­ρίο­δο. 
Αρχέ­γο­νοι φό­βοι, που οι αι­τιο­λο­γίες τους έ­χουν χα­θεί στα βά­θη του χρό­νου, κα­θη­συ­χά­ζουν τα λε­ξι­κά, προ­τεί­νο­ντας, ως μια πρώ­τη γε­νε­σιουρ­γό αι­τία, το Μυ­στι­κό Δεί­πνο, ό­που ο Ιη­σούς έ­κα­νε την α­πο­κο­τιά να χα­λά­σει τη συμ­με­τρία του κό­σμου, γευ­μα­τί­ζο­ντας με τους δώ­δε­κα Απο­στό­λους ως δέ­κα­τος τρί­τος. Από ε­κεί ξε­κί­νη­σαν τα πά­θη του. Χά­θη­κε να εύ­ρι­σκε έ­ναν δέ­κα­το τέ­ταρ­το. Γι’ αυ­τό και α­πό τό­τε, πλεί­στους ό­σους έ­χει ε­μπνεύ­σει η ε­σπευ­σμέ­νη α­νεύ­ρε­ση ε­νός δέ­κα­του τέ­ταρ­του προ­σκε­κλη­μέ­νου. Από την σπαρ­τα­ρι­στή κω­μω­δία, «Ο δα­σκα­λά­κος ή­ταν λε­βε­ντιά», με το τρίο Βου­τσά-Φι­λιπ­πί­δη-Πα­πα­γιαν­νό­που­λου, μέ­χρι το πρό­σφα­το μπε­στ σέ­λερ του Πιέρ Ασσου­λίν, «Οι προ­σκε­κλη­μέ­νοι». 
Οι προ­λη­πτι­κοί δεν κά­θο­νται πο­τέ σε έ­να τρα­πέ­ζι, στο ο­ποίο έ­χουν ή­δη πά­ρει θέ­ση δώ­δε­κα συν­δαι­τυ­μό­νες. Ού­τε ε­πι­χει­ρούν τί­πο­τα στις 13 του μή­να. Μή­πως, λοι­πόν, και ε­μείς δεν πρέ­πει να ξε­κι­νή­σου­με α­πο­λύ­τως τί­πο­τα στη διάρ­κεια αυ­τού του δυ­σοίω­νου έ­τους; Έτσι κι αλ­λιώς, α­πό τρα­πε­ζώ­μα­τα, αν πα­ρ’ ελ­πί­δα προ­κύ­ψουν, δεν υ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση να α­πέ­χου­με. Κάλ­λιο δέ­κα­τοι τρί­τοι πα­ρά λι­μο­κτο­νού­ντες. Αν, πά­ντως, εκ των πραγ­μά­των στα­θεί α­πα­γο­ρευ­τι­κό να σταυ­ρώ­σου­με τα χέ­ρια και να πε­ρι­μέ­νου­με το έ­τος να πε­ρά­σει, ας α­πέ­χου­με του­λά­χι­στον ο­ποιασ­δή­πο­τε φύ­σης πρω­το­βου­λιών στις 13 ε­κά­στου μή­να. Σε τρεις μή­νες του έ­τους, μά­λι­στα, πρέ­πει να δο­θεί ό­λως ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή. Ει δυ­να­τόν, να μην ξε­μυ­τί­σου­με α­πό την οι­κία μας, ό­ποιος, βε­βαίως, θα ε­ξα­κο­λου­θεί να έ­χει μια στέ­γη πά­νω α­πό το κε­φά­λι του. Κα­τ’ αρ­χάς, την 13η Αυ­γού­στου, που πέ­φτει η­μέ­ρα Τρί­τη, κα­θό­σον, ε­δώ και αιώ­νες, α­πο­τε­λεί α­πο­φρά­δα η­μέ­ρα για ε­μάς τους Έλλη­νες. Από την πέν­θι­μη Τρί­τη της 29ης Μαΐου 1453, που χά­σα­με την Πό­λη. Εκτός, ό­μως, α­πό την Τρί­τη, σαν γνή­σιοι Ευ­ρω­παίοι, γρου­σού­ζι­κη η­μέ­ρα θα πρέ­πει να υ­πο­λο­γί­ζου­με και την Πα­ρα­σκευή. Πα­ρα­σκευή και 13, τον Οκτώ­βριο του 1307, ο Φί­λιπ­πος Δ΄, ο ε­πο­νο­μα­ζό­με­νος Ωραίος  –αν τον έ­χε­τε α­κου­στά– ε­ξο­λό­θρευ­σε το Τάγ­μα των Ναϊτών. Προ­σο­χή, λοι­πόν, στον Σε­πτέμ­βριο και στον Δε­κέμ­βριο, που θα έ­χου­με Πα­ρα­σκευή και 13.
Οι ι­στο­ρη­μέ­νοι, βε­βαίως, θα θυ­μη­θούν το προ­η­γού­με­νο έ­τος στην ι­στο­ρία του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, που έ­λη­γε σε δέ­κα τρία, το 1913. Εκεί­νο, για τη χώ­ρα, δεν εί­χε κα­κή έκ­βα­ση, για τον λαό, ό­μως, στά­θη­κε ζο­φε­ρό. Του­λά­χι­στον το ε­μπό­λε­μο πρώ­το ε­ξά­μη­νό του. Μπο­ρεί η χώ­ρα, με τη Συν­θή­κη του Βου­κου­ρε­στίου, στις 28 Ιου­λίου, να α­πλώ­θη­κε προς Βορ­ρά μέ­χρι το Τε­πε­λέ­νι και προς Ανα­το­λάς μέ­χρι τον Νέ­στο, αλ­λά δεν ή­ταν και λί­γοι οι νε­κροί, οι τραυ­μα­τίες, ά­σε πια τους κα­κου­χού­με­νους. Δεν α­πο­κλείε­ται, το 2013, να προ­κύ­ψει μια πα­ρό­μοια α­να­ντι­στοι­χία με­τα­ξύ χώ­ρας και λα­ού. Αν ευο­δω­θούν οι προσ­δο­κίες των αι­σιό­δο­ξων και οι ευ­ρω­παϊκοί ε­να­γκα­λι­σμοί α­πο­δώ­σουν, η χώ­ρα μπο­ρεί και να ορ­θο­πο­δή­σει, ό,τι ση­μαί­νει αυ­τό, οι πο­λί­τες της, ό­μως, θα τρα­βή­ξουν του λι­να­ριού τα πά­θη. Πλην, βε­βαίως, του πο­σο­στού ε­κεί­νου που έ­χει, σαν την κα­μή­λα, α­πο­θη­κεύ­σει ξί­γκι με­τά πολ­λών άλ­λων στην κα­μπού­ρα του.

Κα­ρα­γκιοζ­μπερ­ντές

Ας σο­βα­ρευ­τού­με, ό­μως. Μια σε­λί­δα βι­βλίου πρέ­πει να την α­πα­σχο­λούν θέ­μα­τα της δι­κής της πε­ριο­χής. Και μά­λι­στα, λό­γω η­με­ρών, ει δυ­να­τόν, θέ­μα­τα ευ­χά­ρι­στα. Πού, ό­μως, να βρε­θούν τα ευ­χά­ρι­στα, έ­τσι που κα­τά­ντη­σαν το χώ­ρο του βι­βλίου. Κα­ρα­γκιοζ­μπερ­ντές, με πρώ­τους, ε­πί σκη­νής, τους καυ­χη­σιά­ρη­δες και τους κό­λα­κες. Ποιο βι­βλίο να σχο­λιά­σεις, ό­ταν βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις και βρα­βεύ­σεις έ­χουν πά­ρει τη μορ­φή της πα­ρα­δο­σια­κής α­νταλ­λα­γής ε­πι­σκέ­ψεων α­βρο­φρο­σύ­νης, με το δώ­ρο και το α­ντί­δω­ρό τους. Όταν, σε αρ­μο­νία με το κοι­νω­νι­κό στά­τους του συγ­γρα­φέα, συμ­βα­δί­ζει και το πό­νη­μά του. Αλί­μο­νο σε ε­κεί­νον που “δεν τον ξέ­ρει ο θυ­ρω­ρός του”. Το βι­βλίο του πά­ει για πολ­το­ποίη­ση α­μνη­μό­νευ­το. Πα­λαιό­τε­ρα, οι νεό­τε­ροι εμ­φα­νί­ζο­νταν πιο συμ­μα­ζε­μέ­νοι, του­λά­χι­στον μπρο­στά στους πρε­σβύ­τε­ρους, που εί­χαν ση­μαί­νο­ντα λό­γο. Σαν τα παι­διά, που, πα­ρου­σία των γο­νέων, στέ­κο­νταν κά­πο­τε προ­σο­χή. Με τη λε­γό­με­νη, ό­μως, μα­ζι­κή δη­μο­κρα­τία, που θε­ο­ποιεί τη νεό­τη­τα, οι πρε­σβύ­τε­ροι, ό­ταν δεν σιω­πούν, ά­γο­νται και φέ­ρο­νται, μην και τους ρί­ξουν στον Καιά­δα. Ακά­θε­κτοι οι μι­κρό­τε­ροι προ­ε­λαύ­νουν με έ­παρ­ση. Βα­σι­κό τους μέ­λη­μα το πώς θα γρά­ψουν έ­να βι­βλίο που θα προ­κα­λέ­σει. Τι α­πα­σχο­λεί; Η κρί­ση, η γε­νιά της Με­τα­πο­λί­τευ­σης, ο Εμφύ­λιος –ο­τι­δή­πο­τε συ­ζη­τεί­ται τους δί­νει έ­μπνευ­ση. Επεί­γο­νται, μά­λι­στα, μην και πε­ρά­σει η ε­πι­και­ρό­τη­τα.

Ο μεί­ζων του 2013

Ας αλ­λά­ξου­με, ό­μως, αυ­τό το τρο­πά­ριο της μεμ­ψι­μοι­ρίας, για­τί κιν­δυ­νεύου­με να γί­νου­με –αν δεν έ­χου­με ή­δη γί­νει– γρα­φι­κοί. Πρω­το­χρο­νιά με­θαύ­ριο, ας μι­λή­σου­με για τις συγ­γρα­φι­κές ε­πε­τείους του ερ­χό­με­νου έ­τους. Προ­φα­νώς, τις μεί­ζο­νες ση­μα­ντι­κών συγ­γρα­φέων. Για τους ήσ­σο­νες συγ­γρα­φείς και τους εξ ε­παρ­χίας κα­τα­γό­με­νους θα με­ρι­μνή­σουν σύλ­λο­γοι και μι­κρές κοι­νό­τη­τες, που, πα­ρα­δό­ξως, στη γε­νι­κό­τε­ρη διά­λυ­ση, δια­τη­ρούν τη συ­νε­κτι­κό­τη­τά τους. Ως ο μεί­ζων του 2013 προ­βάλ­λει ο Κα­βά­φης. Δι­πλή ε­πέ­τειος, ό­πως του Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 150 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του και 80 α­πό τον θά­να­τό του. Αρχές Δε­κεμ­βρίου, μια δη­μο­σιο­γρά­φος ε­γκά­λε­σε το υ­πουρ­γείο Πο­λι­τι­σμού για κα­θυ­στέ­ρη­ση της κή­ρυ­ξης Έτους Κα­βά­φη το 2013. Ποιο υ­πουρ­γείο Πο­λι­τι­σμού; Με­τά την συγ­χώ­νευ­ση των Υπουρ­γείων, την ο­ποία ο Πρω­θυ­πουρ­γός ξε­κί­νη­σε α­πό του Πο­λι­τι­σμού, μια Γραμ­μα­τεία ου­σια­στι­κά α­πέ­μει­νε και έ­νας Ανα­πλη­ρω­τής υ­πουρ­γός. Τέως Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού γαρ ο Πρω­θυ­πουρ­γός εί­χε προ­σω­πι­κή γνώ­ση για την α­χρη­στία του εν λό­γω Υπουρ­γείου. 
Η δη­μο­σιο­γρά­φος, πά­ντως, υ­πο­ψιά­στη­κε ό­τι η πο­λι­τι­κή η­γε­σία μπο­ρεί να κω­λυ­σιερ­γεί για­τί προ­τι­μά άλ­λον τι­μώ­με­νο, πε­ρισ­σό­τε­ρο ταυ­τι­σμέ­νο με το ι­δε­ο­λο­γι­κό της προ­φίλ. Ποιό ι­δε­ο­λο­γι­κό προ­φίλ εν­νοού­σε; Γα­λα­ζω­πό; Πρα­σι­νί­ζο­ν; Ή, μή­πως, το ρο­δί­ζον α­πό τη ντρο­πή του; Όπως και να έ­χει, κα­θη­συ­χα­στι­κή η Γραμ­μα­τεία Πο­λι­τι­σμού, δια­βε­βαίω­σε ό­τι το 2013 θα εί­ναι Έτος Κα­βά­φη. Όσο για την κα­θυ­στέ­ρη­ση, ας ό­ψε­ται η γρα­φειο­κρα­τία. Δεν διευ­κρί­νι­σε, αν θα α­να­μιχ­θεί η ί­δια στον ε­ορ­τα­σμό τό­σο δρα­στή­ρια ό­σο κα­τά το προ­η­γού­με­νο Έτος Κα­βά­φη, το 2003. Τό­τε, το ΥΠ.ΠΟ, κα­τά πά­για συ­νή­θειά του, εί­χε προ­σθέ­σει στις α­φί­σες των εκ­δη­λώ­σεων την υ­πο­στή­ρι­ξή του. 
Γε­νι­κό­τε­ρα, πά­ντως, οι δη­μο­σιο­γρά­φοι κα­θη­σύ­χα­ζαν ό­τι για την ε­πέ­τειο Κα­βά­φη έ­χει προ­βλέ­ψει η Ου­νέ­σκο. Μό­νο που δεν έ­δι­ναν πλη­ρο­φο­ρίες τι εί­δους ε­πε­τεια­κό Έτος ε­ξα­σφα­λί­ζει ο εν λό­γω Οργα­νι­σμός, πέ­ραν του κα­τα­λό­γου, που κα­ταρ­τί­ζει κά­θε χρό­νο με τις α­νά χώ­ρα ε­πε­τείους. Βε­βαίως, και μό­νο η κα­τα­χώ­ρη­ση για το 2013 του Κα­βά­φη στην Ελλά­δα, προσ­δί­δει στο γε­γο­νός “οι­κου­με­νι­κή διά­στα­ση”. Όπως και να έ­χει, εί­θι­σται το πρώ­το μέ­λη­μα, ό­ποιου φο­ρέα α­να­λαμ­βά­νει την πρω­το­βου­λία των ε­ορ­τα­σμών, να εί­ναι η α­να­κοί­νω­ση ε­νός ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων συ­νε­δρίων. Αυ­το­νό­η­τα διε­θνών, ό­ταν πρό­κει­ται για έ­ναν κλα­σι­κό συγ­γρα­φέα. Με­τά, λοι­πόν, τους περ­σι­νούς (2011) ε­ορ­τα­σμούς Πα­πα­δια­μά­ντη και Ελύ­τη με συ­νέ­δρια στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής, α­να­με­νό­ταν ε­κεί να διορ­γα­νω­θεί και το Συ­νέ­δριο Κα­βά­φη. Πό­σω μάλ­λον στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, που κά­το­χος του Αρχείου του για 43 έ­τη, κο­ντά μι­σό αιώ­να, ή­ταν η οι­κο­γέ­νεια Σαβ­βί­δη. Συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία, πέ­ρα α­πό νο­μι­κές δο­μές, Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής και ΔΟ­Λ, στο Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο του Με­γά­ρου βρί­σκε­ται η Λέ­να Λα­μπρά­κη-Σαβ­βί­δη και ε­πί­σης, στη θέ­ση του α­ντι­προέ­δρου του Σπου­δα­στη­ρίου Νέ­ου Ελλη­νι­σμού, που ι­δρύ­θη­κε τέ­λη 1996 για “την δια­τή­ρη­ση της πνευ­μα­τι­κής και α­κα­δη­μαϊκής πα­ρά­δο­σης Κ. Θ. Δη­μα­ρά και Γ. Π. Σαβ­βί­δη”. 
Θυ­μί­ζου­με ό­τι το Αρχείο Κα­βά­φη ή­ταν στην κα­το­χή του Γ. Π. Σαβ­βί­δη, α­πό το 1969, που α­γο­ρά­στη­κε α­πό την κλη­ρο­νό­μο του Κα­βά­φη, Ρί­κα Σε­γκο­πού­λου, μέ­χρι το θά­να­τό του, στις 11 Ιου­νίου 1995. Ένα α­κέ­ραιο τέ­ταρ­το του αιώ­να. Στη φρο­ντί­δα του βρι­σκό­ταν α­κό­μη νω­ρί­τε­ρα, α­πό το 1963. Αυ­τό α­πο­τέ­λε­σε το με­γά­λο θη­σαυ­ρό του Σπου­δα­στη­ρίου και σχε­δόν την μο­να­δι­κή –δεν νο­μί­ζου­με ό­τι υ­περ­βάλ­λου­με– έ­γνοια του διευ­θυ­ντή του, του δευ­τε­ρό­το­κου γιου του Γιώρ­γου και της Λέ­νας Σαβ­βί­δη. Στα «Μι­κρά Κα­βα­φι­κά», το 1985, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης δεί­χνει την ι­διαί­τε­ρη θέ­ση που δί­νει στον δευ­τε­ρό­το­κο με την α­φιέ­ρω­ση: «...για τον Μα­νό­λη μας, που εί­ναι “ο χρό­νος ο α­λη­θι­νός”». Και ε­κεί­νος α­πο­δεί­χτη­κε ά­ξιος της ε­μπι­στο­σύ­νης, φρο­ντί­ζο­ντας τον Κα­βά­φη και το Αρχείο του. Όπως ο ί­διος α­να­φέ­ρει, στή­ρι­ξε κά­ποιες ση­μα­ντι­κές εκ­δό­σεις και έ­στη­σε τις α­να­γκαίες ι­στο­σε­λί­δες. Επι­προ­σθέ­τως, το κα­λά προ­στα­τευ­μέ­νο Αρχείο θα πρέ­πει να βοή­θη­σε στην υ­πο­δειγ­μα­τι­κή Βι­βλιο­γρα­φία Κα­βά­φη, που ο φί­λος και συ­νερ­γά­της του Γ. Π. Σαβ­βί­δη, Δη­μή­τρης Δα­σκα­λό­που­λος, πα­ρου­σία­σε το 2000. Βοή­θη­σε μέ­χρι και στην έκ­δο­ση, στα τέ­λη του 2012, της ε­ξαν­τλη­τι­κής με­λέ­της του Χρή­στου Πα­πά­ζο­γλου, «Με­τρι­κή και α­φή­γη­ση. Για μια συ­στη­μα­τι­κή με­τρι­κή και ρυθ­μι­κή α­νά­λυ­ση των κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των», που α­πο­τε­λού­σε, κα­τά τον Γ. Π. Σαβ­βί­δη, “έ­να α­πό τα βα­σι­κά desiderata της κα­βα­φι­κής έ­ρευ­νας”.

Ορφα­νό σε ξέ­να χέ­ρια

Τε­λι­κά, α­ντί της α­ναγ­γε­λίας Συ­νε­δρίου Κα­βά­φη στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής ή ο­που­δή­πο­τε αλ­λού, γνω­στο­ποιή­θη­κε ό­τι το Αρχείο Κα­βά­φη δεν α­νή­κει πλέ­ον στην οι­κο­γέ­νεια Σαβ­βί­δη. Με­γά­λη α­πο­ρία μας προ­κά­λε­σε αυ­τή η με­τα­βί­βα­ση του Αρχείου “σε άλ­λα χέ­ρια”. Οι δη­μο­σιο­γρά­φοι, πά­ντως, με έ­γκυ­ρη ε­νη­μέ­ρω­ση, θριαμ­βο­λο­γούν για το γε­γο­νός ό­τι “πα­ρέ­μει­νε σε ελ­λη­νι­κά χέ­ρια”, κα­θώς, ό­πως το­νί­ζουν, το διεκ­δι­κού­σαν α­κα­δη­μαϊκά ι­δρύ­μα­τα Ευ­ρώ­πης και Η­ΠΑ. Δη­λα­δή, με ποιο τρό­πο το διεκ­δι­κού­σαν, ό­πως έ­ναν πί­να­κα Παρ­θέ­νη που κα­το­χυ­ρώ­νε­ται στον πλειο­δό­τη; Πά­λι οι δυ­σοίω­νοι και­ροί; Αυ­τοί, ό­μως, θα ήλ­πι­ζε κα­νείς ό­τι δεν ε­πη­ρεά­ζουν Ιδρύ­μα­τα της τά­ξης του Σπου­δα­στη­ρίου. O α­δό­κη­τος α­πο­χω­ρι­σμός του Αρχείου Κα­βά­φη α­πό το Σπου­δα­στή­ριο μας ξε­νί­ζει. Μας ξε­νί­ζει για πολ­λούς λό­γους, αλ­λά, κυ­ρίως, ε­πει­δή το συ­νο­δεύουν κά­ποια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά φι­λο­λο­γι­κού “πά­θους”. Τα με­γά­λα πά­θη, ως γνω­στόν, εί­ναι α­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι του ε­αυ­τού μας και ού­τε για τον πρώ­το λα­χνό του Εθνι­κού Λα­χείου δεν τα α­πο­χω­ρι­ζό­μα­στε. Ο Κα­βά­φης, λοι­πόν, στά­θη­κε έ­να με­γά­λο πά­θος για τον Γ. Π. Σαβ­βί­δη. Αλλά και ο δευ­τε­ρό­το­κος Σαβ­βί­δης φε­ρό­ταν πα­θια­σμέ­νος με την πε­ρί­πτω­ση Κα­βά­φη. Από χεί­λη υ­πε­ρά­νω αμ­φι­σβή­τη­σης, εί­χα­με μά­θει ό­τι ε­τοί­μα­ζε βιο­γρα­φία Κα­βά­φη. Ο ί­διος, ω­στό­σο, σε πρό­σφα­τη συ­νέ­ντευ­ξή του, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται: «Σκε­φτό­μουν α­πό και­ρό πώς θα μπο­ρού­σα να α­ξιο­ποιή­σω κα­λύ­τε­ρα το Αρχείο Κα­βά­φη, για­τί εί­δα ό­τι ε­γώ δεν ε­παρ­κού­σα. Εί­μαι φι­λό­λο­γος και θα έ­πρε­πε  στ’ α­λή­θεια να δο­κι­μά­σου­με μια μη φι­λο­λο­γι­κή προ­σέγ­γι­ση, για­τί αυ­τή εί­χε σχε­δόν φτά­σει στα ό­ριά της...» Απο­ρού­με, υ­πάρ­χουν ό­ρια για τη φι­λο­λο­γι­κή προ­σέγ­γι­ση;
Δια­φο­ρε­τι­κά σκε­φτό­ταν το φθι­νό­πω­ρο του 2009. Τό­τε, ο ση­με­ρι­νός Πρω­θυ­πουρ­γός, ως υ­πουρ­γός Πο­λι­τι­σμού, του εί­χε τά­ξει την πα­ρα­χώ­ρη­ση της οι­κίας Κω­λέτ­τη για Μου­σείο Κα­βά­φη. Εί­χε. μά­λι­στα, βρε­θεί χρη­μα­το­δό­της για την α­να­πα­λαίω­ση, η ο­ποία εί­χε ξε­κι­νή­σει πά­ραυ­τα. Θα α­πο­τε­λού­σε μια ι­δα­νι­κή στέ­γη για τον Αλε­ξαν­δρι­νό, αυ­τό το μο­να­δι­κό μπαλ­κό­νι στον αρ­χαίο ελ­λη­νι­κό και  με­τα­βυ­ζα­ντι­νό κό­σμο. Μό­νο τα συ­να­πα­ντή­μα­τα του ποιη­τή, στις κά­μα­ρες και τους δια­δρό­μους, με τον φου­στα­νε­λο­φό­ρο πο­λι­τι­κό θα μπο­ρού­σαν να α­πο­βούν προ­βλη­μα­τι­κά. Τό­τε, ο Μα­νό­λης Σαβ­βί­δης πρό­σβλε­πε, σύμ­φω­να πά­λι με συ­νέ­ντευ­ξή του, “σε έ­να α­πό τα πλη­ρέ­στε­ρα και αρ­τιό­τε­ρα κέ­ντρα με­λέ­της και προ­βο­λής Κα­βά­φη και μα­ζί της νέ­ας ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας και πο­λι­τι­σμού”. Με­τά τις ε­κλο­γές, το έρ­γο ναυά­γη­σε.  Βγή­καν “ψεύ­τι­κα τα λό­για, τα με­γά­λα”. Μέ­νει, ω­στό­σο, η α­πο­ρία για­τί ε­γκα­τα­λεί­φθη­κε τό­σο εύ­κο­λα η ι­δέα για έ­να Μου­σείο, κα­λύ­τε­ρα Ίδρυ­μα Κα­βά­φη, στην πά­ντο­τε δια­θέ­σι­μη οι­κία Κω­λέτ­τη. Εί­τε με α­πο­κλει­στι­κά ελ­λη­νι­κή χρη­μα­το­δό­τη­ση εί­τε με συγ­χρη­μα­το­δό­τη­ση, η οι­κο­γέ­νεια Σαβ­βί­δη, με το κύ­ρος που δια­θέ­τει, θα μπο­ρού­σε να πραγ­μα­το­ποιή­σει το ό­ρα­μα για έ­να Κέ­ντρο Με­λέ­της της πε­ριω­πής του Κα­βά­φη και της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Ας μην λη­σμο­νού­με ό­τι αυ­τή εί­ναι η προί­κα της χώ­ρας για να υ­πάρ­χει στο μέλ­λον και ό­χι τα τριά­κο­ντα ή ό­σα ευ­ρω­παϊκά αρ­γύ­ρια προς διά­σω­σή της.  
Βε­βαίως, “ελ­λη­νι­κά χέ­ρια” πα­ρέ­λα­βαν το Αρχείο Κα­βά­φη. Η νέα στέ­γη του Αρχείου θα εί­ναι η νεό­τευ­κτη Στέ­γη Γραμ­μά­των και Τε­χνών του Ιδρύ­μα­τος Αλέ­ξαν­δρου Ωνά­ση. Η με­γα­λο­α­στι­κή οι­κία στο α­διέ­ξο­δο “rond point” της ο­δού Μου­ρού­ζη, ό­που βρί­σκε­ται το Σπου­δα­στή­ριο, α­ντι­κα­θί­στα­ται α­πό την υ­περ­σύγ­χρο­νη αρ­χι­τε­κτο­νι­κή της λεω­φό­ρου Συγ­γρού, ο­λωσ­διό­λου ξέ­νη προς το κα­βα­φι­κό κλί­μα. Πα­ρό­μοια ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γούν και οι α­πό­ψεις του ση­με­ρι­νού Προέ­δρου του Ιδρύ­μα­τος, Αντώ­νη Πα­πα­δη­μη­τρίου, πρω­τό­το­κου γιου του πρώ­του Προέ­δρου Στέ­λιου Πα­πα­δη­μη­τρίου: «...σκο­πεύου­με με το Αρχείο να κά­νου­με κά­τι πο­λύ σύγ­χρο­νο που θα α­πευ­θύ­νε­ται σε νέ­ους αν­θρώ­πους... θα εί­ναι προ­σβά­σι­μο σε ό­λους... θα δια­μορ­φώ­σου­με έ­ναν ει­δι­κό εκ­θε­σια­κό χώ­ρο...πο­λύ μο­ντέρ­νο... ώ­στε να “ζω­ντα­νεύου­ν” τα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη... θέ­λου­με να ε­νι­σχύ­σου­με τον διε­θνή χα­ρα­κτή­ρα του...» Ενώ, εμ­φα­τι­κά δη­λώ­νει: «Δεν θα κά­νου­με έ­να συ­νέ­δριο Κα­βά­φη στο ο­ποίο θα κα­λέ­σου­με τους πο­λύ γνω­στούς και κα­λούς με­λε­τη­τές του έρ­γου του Κα­βά­φη, αλ­λά κά­τι που θα α­νοί­ξει τον κό­σμο προς τον ποιη­τή...» Πι­θα­νώς, αν ζού­σε ο πα­τήρ Πα­πα­δη­μη­τρίου, το Αρχείο να μη στε­γα­ζό­ταν σε αυ­τό το ξέ­νο πε­ρι­βάλ­λον. Αλε­ξαν­δρι­νός ε­κεί­νος, ί­σως να δη­μιουρ­γού­σε κά­ποιο χώ­ρο στο νε­ο­κλα­σι­κό της ο­δού Αμα­λίας. Το πι­θα­νό­τε­ρο, να μην προέ­βλε­πε αυ­τό το τό­σο δη­μο­κρα­τι­κό “ά­νοιγ­μα του κό­σμου προς τον ποιη­τή”. Παι­δία να θρο­νιά­ζο­νται στην πο­λυ­θρό­να Του, έ­φη­βοι να ση­μειώ­νουν στί­χους στα χει­ρό­γρα­φά Του, νε­κρό­φι­λοι να πα­σπα­τεύουν τη νε­κρι­κή μά­σκα Του. Μάλ­λον θα α­πέ­φευ­γε και τα ε­ντυ­πω­σια­κά δρώ­με­να. Τε­λι­κά, στις ε­ξαγ­γε­λίες του Προέ­δρου έρ­χο­νται να προ­στε­θούν διορ­θω­τι­κά ε­κεί­νες της υ­πο­διευ­θύ­ντριας της Στέ­γης. Σύμ­φω­να με αυ­τές, πα­ρα­με­ρί­ζο­νται η δη­μιουρ­γία Μου­σείου Κα­βά­φη και η έμ­φα­ση στους ε­πε­τεια­κούς ε­ορ­τα­σμούς. Τί­θε­ται, ε­πί­σης, ως βα­σι­κή προ­τε­ραιό­τη­τα, η προ­σέγ­γι­ση νεό­τε­ρων η­λι­κιών μέ­σω του δια­δι­κτύου.  
Όσο για τον διε­θνή χα­ρα­κτή­ρα του Κα­βά­φη, μάλ­λον πε­ρι­φρού­ρη­ση α­παι­τεί­ται πα­ρά ε­νί­σχυ­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, υ­πάρ­χει έ­να με­γά­λο κομ­μά­τι της διε­θνούς κοι­νό­τη­τας, που θλί­βε­ται, για­τί ο Κα­βά­φης δεν έ­χει πά­ρει τη θέ­ση που του α­να­λο­γεί στην Gay Literature. Γε­νι­κό­τε­ρα, ε­κτός Ελλά­δος, φαί­νε­ται ό­τι πρω­το­στα­τεί “ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος και δια­σπο­ρι­κός Κα­βά­φης”, ο ο­ποίος και κρί­νε­ται “πιο προσ­γειω­μέ­νος και ε­πί­και­ρος”. Ωστό­σο, ό­σοι α­σχο­λού­νται με τον διε­θνή χα­ρα­κτή­ρα του, κα­λό εί­ναι να μην λη­σμο­νούν ό­τι υ­πήρ­ξε έ­νας “κα­θα­ρό­αι­μος αι­σθη­τής”, ό­πως εύ­στο­χα τον έ­χει χα­ρα­κτη­ρί­σει ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Ένας “ε­στέ­τ”, που εί­χε “την α­ντί­λη­ψη πως το έρ­γο του δεν εί­ναι (και δεν πρέ­πει με κα­νέ­ναν τρό­πο να κα­τα­ντή­σει) ε­μπο­ρεύ­σι­μο α­γα­θό”, και ό­τι η δη­μο­σίευ­σή του “ι­σο­δυ­να­μεί με εκ­πόρ­νευ­ση”. Όταν ο Κα­βά­φης δη­μο­σίευε το έ­κα­νε για τους “μυη­μέ­νους” και τις εκ­δό­σεις του τις ε­τοί­μα­ζε για τους “happy few”.

Σε ποιον α­νή­κει το 2013

Όταν τα πράγ­μα­τα στέ­νευαν, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης στρε­φό­ταν στους ήσ­σο­νες. Μή­πως να α­να­κη­ρύ­ξου­με το 2013 Έτος Σου­ρή, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 160 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του, την 1η Φε­βρουα­ρίου 1853. Μην και “γε­λά­σει λί­γο το χει­λά­κι μας” με τον Ρω­μηό του. “Ο ρα­χατ­λής Έλλην, α­πο­λαμ­βά­νων α­μέ­ρι­μνος τον ναρ­γι­λέ του, λου­στρά­ρων τα πα­πού­τσια του και δια­βά­ζων την ε­φη­με­ρί­δα του”, σκι­τσα­ρι­σμέ­νος α­πό τον Θέ­μο Άννι­νο, πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε την 2α Απρι­λίου 1883 στην ο­μώ­νυ­μη ε­φη­με­ρί­δα, την ο­ποία έ­γρα­φε ο Σου­ρής, σύμ­φω­να και με τον υ­πό­τιτ­λο. Δεν θα σι­γο­ντά­ρου­με Άγγλους, Γάλ­λους, Γερ­μα­νούς, που βλέ­πουν στον ση­με­ρι­νό Έλλη­να τον νω­χε­λή Ρω­μηό του Σου­ρή. Πά­ντως, εί­ναι γε­γο­νός ό­τι, σε ε­πο­χή οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, ό­λων των ει­δών τα κα­τα­στή­μα­τα κλεί­νουν και τα μό­να που α­νοί­γουν εί­ναι κα­φε­τέ­ριες και φα­γά­δι­κα.
Όπως κά­θε χρό­νο, οι ε­πέ­τειοι εί­ναι αρ­κε­τές. Οι δρα­στή­ριοι Αι­τω­λο­α­καρ­νά­νες θα ξα­να­θυ­μη­θούν τον Πα­λα­μά και τα 70χρο­να α­πό το θά­να­τό του. Το ί­διο πι­στεύου­με και οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς με την ει­κο­σα­ε­τία α­πό τον θά­να­το του Ν. Γ. Πε­ντζί­κη. Τα 180 α­πό το θά­να­το του Κο­ραή, το πι­θα­νό­τε­ρο να πε­ρά­σουν ε­ντε­λώς α­μνη­μό­νευ­τα. Όσο για την πλειά­δα των άλ­λο­τε πο­τέ ε­πι­φα­νών, που συ­νέ­πε­σε να γεν­νη­θούν το 1883, μάλ­λον μό­νο ο Κα­ζα­ντζά­κης θα πε­ρι­σω­θεί. Ήδη, οι ο­μώ­νυ­μες εκ­δό­σεις ε­τοί­μα­σαν Ημε­ρο­λό­γιο 2013, ε­νώ ά­νοι­ξε έκ­θε­ση-α­φιέ­ρω­μα, «130 χρό­νια Νί­κος Κα­ζα­ντζά­κης». Επει­δή υ­πάρ­χει Ίδρυ­μα Τρια­ντα­φυλ­λί­δη, ί­σως να ε­ορ­τα­στεί και η δι­κή του ε­πέ­τειος.   
Κα­λός ο Κα­βά­φης, κα­λός και ο Κα­ζα­ντζά­κης, το 2013, ό­μως, σύμ­φω­να με τις ε­ορ­τα­ζό­με­νες συ­νή­θως ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δες, α­νή­κει στον Δη­μή­τρη Χατ­ζή. Γεν­νή­θη­κε στα Γιάν­νε­να την 21η Νο­εμ­βρίου 1913 και υ­πο­θέ­του­με ό­τι ε­ξα­κο­λου­θούν να τον ε­ντάσ­σουν στους μεί­ζο­νες. Σί­γου­ρα, θα τον θυ­μη­θούν τον Χατ­ζή. Πρώ­τοι α­πό ό­λους οι συ­ντο­πί­τες του, οι Ηπει­ρώ­τες. Ύστε­ρα, και κλη­ρο­νό­μο έ­χει, και εκ­δό­τη, και δυο ε­ρί­ζουν, του­λά­χι­στον μέ­χρι πρό­σφα­τα, για τη φρο­ντί­δα του έρ­γου του. Τα ε­πε­τεια­κά έ­τη, ό­μως, εί­ναι δου­λειά των κρα­τι­κών φο­ρέων. Ήδη, το 2013 α­να­κη­ρύ­χτη­κε και ε­πί­ση­μα Έτος Κα­βά­φη. Αλλά και το 2011 εί­χε α­να­κη­ρυ­χτεί και μά­λι­στα, α­πό νω­ρίς, Έτος Ελύ­τη, ε­ορ­τά­στη­κε ό­μως ως Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη, παίρ­νο­ντας πλη­θω­ρι­κές δια­στά­σεις.   
Αρκε­τά. Χί­λιες πα­ρά τρεις σε­λί­δες Ex Libris εί­ναι πολ­λές, πά­ρα πολ­λές. Ας μας ευ­χη­θού­με, ω­στό­σο, να ε­πι­βιώ­σου­με του 2013. Εμείς, το Ex Libris, η Επο­χή. “Χλω­μό’’ το βλέ­που­με, αλ­λά η ελ­πί­δα, λέ­νε, ό­τι πε­θαί­νει τε­λευ­ταία. 
Μ.Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/12/2012.



Ο Γεώργιος Σουρής σε γελοιγραφικό σκίτσο του στενού του φίλου Θέμου Άννινου. «Ο Ρωμηός», που επί 35 χρόνια έγραφε και εξέδιδε ο Σουρής, αποτελεί φαινόμενο για τον ελληνικό σατυρικό Τύπο. Εβδομαδιαίο έμμετρο φύλλο «Ο Ρωμηός», η μακροβιότητα (2/4/1883 – 17/11/1918) και η τεράστια απήχησή του σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, οφειλόταν στη στιχουργική ικανότητα του Σουρή, αλλά και στο έμφυτο ταλέντο του να συλλαμβάνει το σφυγμό του μεγάλου κοινού και να προσαρμόζεται στη νοοτροπία του. Μέσα από τους διαλόγους των δύο ηρώων του, του Φασουλή και του Περικλέτου,  αναδυόταν ο χαρακτήρας τού τότε μέσου Έλληνα. Μπορεί σε παραλλαγή, αλλά οι περισσότερες όψεις αυτού του χαρακτήρα μάς συνοδεύουν ως σήμερα. Μόνο που μέσα στη σημερινή σοβαροφάνεια δεν υπάρχει άξιος αντικαταστάτης του Σουρή.




Ο Δημήτρης Χατζής κλείνει ακριβώς έναν αιώνα από γεννήσεως. Είναι μάλλον απίθανο να συγκινήσει τον σημερινό Αναπληρωτή υπουργό επί θεμάτων πολιτισμού, καθώς ο γιαννιώτης συγγραφέας βρίσκεται ιδεολογικά στην απέναντι όχθη. Έτσι μένει ανάμεσα στους Ανυπεράσπιστους. Ο μόνος, που θα μπορούσε να εισηγηθεί  Έτος Χατζή, είναι ο μέχρι προ ολίγων ημερών Πρόεδρος του Ε.ΚΕ.ΒΙ. και ακαδημαϊκός Θανάσης Βαλτινός. Με τις πρόσφατες, όμως, ανακατατάξεις στις λογοτεχνικές γενιές, όπως τις εισηγούνται οι νέοι κριτικοί, ανήκει πλέον στην ίδια γενιά με τον Χατζή, την πρώτη μεταπολεμική. Όπότε, ο επίζηλος τίτλος του κορυφαίου διηγηματογράφου της γενιάς του βρίσκει πρεσβύτη ανταγωνιστή. Με ισχυρό αντίπαλο τον Χατζή, η πρωτοκαθεδρία αρχίζει να κλονίζεται. Ο Χατζής, πάντως, διατηρούσε στενούς δεσμούς μέχρι τέλους με την ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Αφορμή, λοιπόν, οι άλλοτε Ρηγάδες, που συνασπίζονται σήμερα γύρω από τον ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ., να  κηρύξουν εκείνοι Έτος Χατζή –κάτι σαν αντι-Έτος–  με πρωτοστάτη τον εκ Παρισίων Νίκο Γουλανδρή. Αυτός κάτι ξέρει παραπάνω – εκτός εάν έκανε απώθηση στο ρηγάδικο  παρελθόν του.

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Καμπούρογλου συνέχεια



Ιω­σήφ Σιακ­κής
«Δ. Γ. Κα­μπού­ρο­γλου
Η ζωή και το έρ­γο του»
Εκδό­σεις ΜΙΕ­Τ
Ιού­λιος 2012

Επα­νερ­χό­μα­στε στο θέ­μα της προ­η­γού­με­νης Κυ­ρια­κής, τον Δη­μή­τριο Κα­μπού­ρο­γλου. Η βιο­γρα­φία του Ιω­σήφ Σιακ­κή α­κο­λου­θεί τις τρεις γνω­στές βιο­γρα­φίες του Κα­μπού­ρο­γλου, συν­δυά­ζο­ντας την χρο­νο­λο­γι­κή α­νά­πτυ­ξη με την κα­τά θέ­μα πα­ρου­σία­ση. Υπερ­τε­ρεί, ω­στό­σο, στο βι­βλιο­γρα­φι­κό μέ­ρος, κα­θώς σε αυ­τό συ­γκε­ντρώ­νο­νται στοι­χεία για ε­πι­μέ­ρους θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες. Αλλά και δια­φο­ρο­ποιεί­ται, κυ­ρίως ως προς το ύ­φος, α­φού οι προ­η­γού­με­νοι τρεις βιο­γρά­φοι δια­πνέ­ο­νταν α­πό θαυ­μα­σμό προς το πρό­σω­πο του βιο­γρα­φού­με­νου και στις κρί­σεις τους έ­λα­βαν υ­π’ ό­ψιν τα μέ­τρα και σταθ­μά της ε­πο­χής του. Αυ­τό, βέ­βαια, ή­ταν α­να­με­νό­με­νο, δε­δο­μέ­νης της μα­κριάς σχέ­σης που εί­χαν και οι τρεις με το έρ­γο του. Ο πρώ­τος βιο­γρά­φος εί­ναι ο συ­νε­χι­στής του ι­στο­ρι­κού έρ­γου του, ο Δη­μή­τριος Αλε­ξάν­δρου Γέ­ρο­ντας. Ήταν εί­κο­σι εν­νέα ε­τών το 1942, που α­πε­βίω­σε ο Κα­μπού­ρο­γλους και τον θαύ­μα­ζε α­πό παι­δί. Στε­νός συγ­γε­νής του, δι­σέγ­γο­νος του Δη­μο­γέ­ρο­ντα Άγγε­λου Σω­τη­ρια­νού Αλε­ξάν­δρου Γέ­ρο­ντα, πάπ­που εκ μη­τρός του Κα­μπού­ρο­γλου. Τέσ­σε­ρις γιους και δυο κό­ρες εί­χε ο Γέ­ρο­ντας, η μη­τέ­ρα του Κα­μπού­ρο­γλου, Μα­ριάν­να, ή­ταν η δευ­τε­ρό­το­κη. Η βιο­γρα­φία του Γέ­ρο­ντα εκ­δό­θη­κε το 1974. Η ε­πό­με­νη, ε­πτά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, εί­ναι κι αυ­τή έρ­γο ε­νός νε­α­ρού φί­λου του Κα­μπού­ρο­γλου κα­τά τα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζωής του, του Διο­νύ­ση Τρο­βά. Τέ­λος, η πιο πρό­σφα­τη, που εκ­δό­θη­κε το 1996, εί­ναι της δη­μο­σιο­γρά­φου και συγ­γρα­φέως Ευ­γε­νίας Ζω­γρά­φου, η ο­ποία εί­χε γνω­ρί­σει τον συ­νο­νό­μα­το εγ­γο­νό τού Κα­μπού­ρο­γλου, στη μνή­μη του ο­ποίου και την α­φιε­ρώ­νει. Μια ε­πι­πλέ­ον έν­δει­ξη της κα­λής γνω­ρι­μίας της βιο­γρά­φου με τον Κα­μπού­ρο­γλου και την ε­πο­χή του α­πο­τε­λεί το γε­γο­νός ό­τι την προ­λο­γί­ζει ο πρε­σβύ­της πλέ­ον Γέ­ρο­ντας.   
Στο εκ­δο­τι­κό ση­μείω­μα της βιο­γρα­φίας του Σιακ­κή, δεν ε­ξη­γού­νται οι λό­γοι, που ε­κεί­νος την ά­φη­σε α­νέκ­δο­τη. Οι ε­πι­με­λη­τές α­να­φέ­ρουν ό­τι “α­πό τη βι­βλιο­γρα­φία που χρη­σι­μο­ποιεί ο συγ­γρα­φέ­ας συ­νά­γε­ται ό­τι η τε­λευ­ταία ε­πε­ξερ­γα­σία πρέ­πει να έ­γι­νε ό­χι πο­λύ αρ­γό­τε­ρα α­πό το 1974”. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στη βι­βλιο­γρα­φία κα­τα­χω­ρεί­ται δη­μο­σίευ­μα α­πό τα Χρι­στού­γεν­να 1979. Με βά­ση τη δεύ­τε­ρη βιο­γρα­φία, του Τρο­βά, μπο­ρού­με να προσ­διο­ρί­σου­με με αρ­κε­τή α­κρί­βεια τη χρο­νο­λο­γία συγ­γρα­φής της. Ο Σιακ­κής βι­βλιο­γρα­φεί δυο δη­μο­σιεύ­μα­τα του Τρο­βά της δε­κα­ε­τίας του 1940 αλ­λά δεν κα­τα­γρά­φει τη βιο­γρα­φία του. Γε­γο­νός που δεί­χνει ό­τι η βιο­γρα­φία Σιακ­κή θα πρέ­πει να γρά­φε­ται ή, έ­στω, να ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται ε­ντός του 1980, ταυ­τό­χρο­να με ε­κεί­νη του Τρο­βά. Στο συ­νο­δευ­τι­κό ση­μείω­μα του Αρχείου Σιακ­κή, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι “με την ερ­γα­σία του για τον Κα­μπού­ρο­γλου πή­ρε μέ­ρος σε δια­γω­νι­σμό της Ακα­δη­μίας”. Δεν α­πο­κλείε­ται ο δια­γω­νι­σμός να συν­δεό­ταν με την ε­πέ­τειο Κα­μπού­ρο­γλου του 1982. Αυ­τό το ση­μείο θα μπο­ρού­σε να δια­σα­φη­νι­στεί.
Σε μια πα­ρό­μοια υ­πό­θε­ση συ­νη­γο­ρεί ο βια­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας της συγ­γρα­φής των τε­λευ­ταίων κε­φα­λαίων κα­θώς και τα βι­βλιο­γρα­φι­κά κε­νά. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο τρί­το κε­φά­λαιο, ο Σιακ­κής υ­πό­σχε­ται να πα­ρα­θέ­σει στο τέ­λος πί­να­κα με τα δη­μο­σιεύ­μα­τα του Κα­μπού­ρο­γλου στο πε­ριο­δι­κό «Εβδο­μάς», τον ο­ποίο πα­ρα­λεί­πει. Ένα άλ­λο πα­ρά­δειγ­μα της ε­πεί­γου­σας συρ­ρα­φής του υ­λι­κού δί­νουν κά­ποιες αλ­λη­λο­α­ναι­ρού­με­νες α­να­φο­ρές. Όπως, λ.χ., ό­τι, στις 21.3.1921, “στη μπυ­ρα­ρία του Φι­ξ”, ί­δρυ­σε τον Σύλ­λο­γο των Συγ­γρα­φέων αλ­λά και τον Οδοι­πο­ρι­κό Σύν­δε­σμο. Εκεί­νο, πά­ντως, το βρά­δυ ί­δρυ­σε μό­νο τον δεύ­τε­ρο. Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, το βι­βλιο­γρα­φι­κό τμή­μα δεί­χνει ό­τι ο Κα­μπού­ρο­γλους δεν τον α­πα­σχό­λη­σε ι­διαί­τε­ρα ως ε­ρευ­νη­τι­κό α­ντι­κεί­με­νο. Πα­ρό­τι το 1978 ε­γκα­τέ­λει­ψε τη δι­κη­γο­ρία για την έ­ρευ­να, στον Κα­μπού­ρο­γλου δεν ε­πα­νήλ­θε κα­τά την ε­να­πο­μέ­νου­σα ει­κο­σα­ε­τία του βίου του. Πέ­θα­νε το 1999, σε η­λι­κία 82 ε­τών. Ωστό­σο, η α­να­ζή­τη­ση στοι­χείων γύ­ρω α­πό αυ­τόν θα πρέ­πει να εί­χε ξε­κι­νή­σει πο­λύ νω­ρί­τε­ρα. Ίσως και α­πό το 1951, ό­ταν το πρώ­το του βι­βλίο, έ­να τα­ξι­διω­τι­κό στον τό­πο κα­τα­γω­γής του πα­τέ­ρα του, «Γνω­ρι­μία με την Ερέ­τρια», α­πέ­σπα­σε το πρώ­το βρα­βείο της Ελλη­νι­κής Πε­ριη­γη­τι­κής Λέ­σχης. 
Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, το τε­λευ­ταίο βι­βλιο­γρα­φι­κό μέ­ρος της βιο­γρα­φίας πε­ρι­λαμ­βά­νει: Α. Χρο­νο­λο­γι­κό πί­να­κα των έρ­γων του Κα­μπού­ρο­γλου και των δη­μο­σιεύ­σεων αρ­χείων και χει­ρο­γρά­φων, που υ­πάρ­χουν μεν και στις άλ­λες βιο­γρα­φίες, αλ­λά, ε­δώ, οι εκ­δό­σεις εί­ναι πλη­ρέ­στε­ρα κα­τα­γε­γραμ­μέ­νες. Β. Τα δη­μο­σιεύ­μα­τά του στην ε­φη­με­ρί­δα «Εστία» με το ψευ­δώ­νυ­μο Ανα­δρο­μά­ρης. Η α­πο­δελ­τίω­ση α­φο­ρά την πε­ρίο­δο 1913 -1937, χω­ρίς να εί­ναι πλή­ρης. Στο α­ντί­στοι­χο κε­φά­λαιο της βιο­γρα­φίας, το 1913 α­να­φέ­ρε­ται ως το έ­τος που ο Κα­μπού­ρο­γλους πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται με αυ­τό το ψευ­δώ­νυ­μο. Ο Ανα­δρο­μά­ρης, ω­στό­σο, έ­κα­νε το ντε­μπού­το του το 1911 και συ­νέ­χι­σε μέ­χρι τέ­λους, α­πο­θνή­σκο­ντας ο­μού με­τά του κτή­το­ρά του. Γ. Με­ρι­κή βι­βλιο­γρά­φη­ση ό­σων έ­γρα­ψαν γι’ αυ­τόν, που α­φο­ρά την πε­ρίο­δο 1920-1979, με ε­πτά σκόρ­πια λήμ­μα­τα σε προ­η­γού­με­να χρό­νια, 1891-1905. Η πα­ρά­θε­ση εί­ναι κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά του ο­νό­μα­τος του συγ­γρα­φέα. Ευ­κρι­νέ­στε­ρη ει­κό­να θα δι­νό­ταν, αν πα­ρου­σιά­ζο­νταν σε ε­νό­τη­τες τα α­φιε­ρώ­μα­τα, ό­πως τα ε­κτε­νή της «Νέ­ας Εστίας» και της «Ελλη­νι­κής Δη­μιουρ­γίας, και αυ­το­νο­μού­νταν οι συ­νε­ντεύ­ξεις του. Δ. Στην τε­λευ­ταία ε­νό­τη­τα πα­ρου­σιά­ζε­ται α­πάν­θι­σμα κρί­σεων, χω­ρίς ό­μως βι­βλιο­γρα­φι­κές πα­ρα­πο­μπές. Πά­ντως, η δια­σπο­ρά των δη­μο­σιευ­μά­των του Κα­μπού­ρο­γλου σε πλή­θος ε­ντύ­πων, α­πό τα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1870 μέ­χρι το θά­να­τό του, κα­θι­στά τη βι­βλιο­γρα­φία του δυ­σε­πί­τευ­κτη.

Oπως και να έ­χει, πα­ρό­μοιες εκ­δό­σεις, ε­κλι­πό­ντος του συγ­γρα­φέα, χρειά­ζο­νται φι­λο­λο­γι­κή στή­ρι­ξη και ί­σως κά­ποιο συ­νο­δευ­τι­κό σχο­λια­σμό, κυ­ρίως για την πε­ρίο­δο με­τά τη συγ­γρα­φή τους. Ο σχο­λια­σμός χρειά­ζε­ται, ό­χι μό­νο για τυ­χόν α­βλε­ψίες, αλ­λά και για στρυφ­νές ή κά­πο­τε και α­δό­κι­μες δια­τυ­πώ­σεις. Ήδη, στο πρώ­το κε­φά­λαιο, το προ­σε­κτι­κό­τε­ρα γραμ­μέ­νο, υ­πάρ­χουν και α­πό τα δυο εί­δη. Από λά­θος της πη­γής α­πό την ο­ποία αν­τλεί­ται η πλη­ρο­φο­ρία, ο πα­τήρ του Κα­μπού­ρο­γλου, ο Γρη­γό­ριος, α­να­φέ­ρε­ται ως πρω­τό­το­κος, α­ντί για τρι­τό­το­κος γιος του πάπ­που Δη­μη­τρίου Ιωάν­νη Κα­μπού­ρο­γλου. Ενώ, κά­πως βια­στι­κά α­πο­δί­δε­ται στον πάπ­πο του πάπ­που του, τον Δη­μή­τριο Στρού­μπο το πα­ρα­τσού­κλι Κα­μπού­ρης α­κό­μη πριν να φύ­γει α­πό το τό­πο του, την Τσερ­νί­τσα Μεσ­ση­νίας. Το λήμ­μα της ε­γκυ­κλο­παί­δειας Ελευ­θε­ρου­δά­κη, γραμ­μέ­νο α­πό τον ί­διο τον Κα­μπού­ρο­γλου, προσ­διο­ρί­ζει: «Όνο­μα αρ­χαίας οι­κο­γε­νείας εξ Αλα­γω­νίας της Μεσ­ση­νίας. Η οι­κο­γέ­νεια  αύ­τη εί­νε κλά­δος της πο­λυ­σχι­δούς Ηπει­ρω­τι­κής προ­ε­λεύ­σεως οι­κο­γε­νείας των Στρού­μπων, ων αρ­χι­κώς έ­φε­ρε και το ε­πώ­νυ­μο. Εις εκ της οι­κο­γε­νείας ταύ­της α­πε­στά­λη πο­τέ βε­κί­λης του τό­που (α­ντι­πρό­σω­πος προς διε­ξα­γω­γή υ­πο­θέ­σεων) εις Κων­στα­ντι­νού­πο­λιν... Ήτο υ­ψη­λός και πως κυρ­τός, ε­πει­δή δε με­γά­λως διε­κρί­θη, τον υιόν του τον ε­χα­ρα­κτή­ρι­ζον οι Τούρ­κοι ως “Κα­μπούρ ο­γλού”, ή­τοι υιόν του κυρ­τού. Έκτο­τε ε­λη­σμο­νή­θη­σαν οι Στρού­μποι και οι Κα­μπού­ρο­γλοι διε­κλα­δί­σθη­σαν δια του προ­σω­νυ­μίου αυ­τού.» Επί­σης, σύγ­χυ­ση προ­κα­λεί η α­να­φο­ρά σε δυο μέ­λη της οι­κο­γέ­νειας των Στρού­μπων, που φέ­ρουν το πα­ρω­νύ­μιο Γεωρ­γί­λης, τον Ιωάν­νη Πα­να­γιώ­του Στρού­μπο και τον α­πό α­δελ­φό δι­σέγ­γο­νό του, Δη­μή­τριο Γεωρ­γίου Στρού­μπο. Σύγ­χυ­ση, που ε­πι­τεί­νει η συ­νέ­νω­ση των δυο προ­σώ­πων στο Ευ­ρε­τή­ριο.
Πέ­ραν αυ­τών, υ­πάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­νες α­πο­σιω­πή­σεις. Εκτός κι αν πρό­κει­ται για ελ­λι­πή πλη­ρο­φό­ρη­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο προ­πάπ­πος Ιωάν­νης Κα­μπού­ρο­γλους, σύμ­φω­να με ε­πι­στο­λή του Στα­μά­τη Κου­μπά­ρη προς τον Εμμα­νουήλ Ξάν­θο, χά­θη­κε κα­τά τις σφα­γές του 1821 στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Αν και δεν α­να­φέ­ρε­ται ρη­τά, στις 10 Μαρ­τίου 1821, έ­πε­σε θύ­μα τους. Ο Σιακ­κής α­να­φέ­ρει ό­τι α­γνο­εί­ται η τύ­χη του, πα­ρό­λο που έ­χει ε­ρευ­νή­σει έγ­γρα­φα σχε­τι­κά με τον θρα­κιώ­τη Φι­λι­κό Στα­μά­τη. Όσο για τον πάπ­πο Δη­μή­τριο, α­να­φέ­ρει ό­τι χά­νο­νται τα ί­χνη του στη Βιέν­νη. Πράγ­μα­τι, α­φού φυ­γά­δευ­σε τα πέ­ντε παι­διά του στην Οδησ­σό, ο ί­διος κα­τέ­φυ­γε στην Βιέν­νη, ό­που, ό­μως, ξα­να­πα­ντρεύ­τη­κε. Πρό­κει­ται, βέ­βαια, για λε­πτο­μέ­ρειες, οι ο­ποίες, ω­στό­σο, χρειά­ζο­νται τις υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις τους.  
Το ί­διο ι­σχύει και για το Ευ­ρε­τή­ριο. Με τη χρή­ση του Η/Υ, η κα­τάρ­τι­σή του έ­χει θεω­ρη­θεί εύ­κο­λη υ­πό­θε­ση, που δεν α­παι­τεί την κα­λή γνώ­ση τού προς ευ­ρε­τη­ρία­ση βι­βλίου, με α­πο­τέ­λε­σμα να εμ­φα­νί­ζο­νται ό­λο και συ­χνό­τε­ρα ελ­λεί­ψεις. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Μη­λιά­δης της βιο­γρα­φίας, ο συ­νι­δρυ­τής του «Οδοι­πο­ρι­κού Συν­δέ­σμου», ο­νο­μά­ζε­ται Θεό­δω­ρος και δεν εί­ναι ο χιώ­της ζω­γρά­φος Στυ­λια­νός Μη­λιά­δης, ού­τε ο Ν.Π.Απο­στο­λό­που­λος του πε­ριο­δι­κού «Νέ­οι Δρό­μοι» εί­ναι ο στο­χα­στής Ντί­μης Απο­στο­λό­που­λος. Γε­νι­κώς, τα μι­κρά ο­νό­μα­τα εί­ναι α­να­γκαία. Λ.χ., σκέ­το το Θω­μό­που­λος δεν πα­ρα­πέ­μπει μό­νο στον γλύ­πτη Θω­μά Θω­μό­που­λο. Εκτός α­πό τα μι­κρά ο­νό­μα­τα, συ­χνά χρειά­ζο­νται και οι τίτ­λοι. Λ.χ., το Ιγνά­τιος Να­ζιαν­ζού δεί­χνει σαν ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο και δεν δη­λώ­νει τον Επί­σκο­πο Να­ζιαν­ζού Ιγνά­τιο Σα­ρά­φο­γλου. Τέ­λος, ό­ταν υ­πάρ­χουν 13 Κα­μπού­ρο­γλοι και έ­ξι Στρού­μποι, η α­να­φο­ρά στο βαθ­μό συγ­γέ­νειας εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη.

Αρκε­τά θα εί­χα­με να προ­σθέ­σου­με σχε­τι­κά με τον τρό­πο που ο Σιακ­κής α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τον Κα­μπού­ρο­γλου και την ε­πο­χή του. Αρκού­με­θα εν­δει­κτι­κά σε ό­σα γρά­φει σχε­τι­κά με τον Οδοι­πο­ρι­κό Σύν­δε­σμο. Κα­τ’ αρ­χάς, υ­πο­τι­μά στη γέ­νε­ση ε­νός πα­ρό­μοιου συλ­λό­γου τον κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο του συ­στη­μα­τι­κού ο­δοι­πό­ρου και κα­λού γνώ­στη του ατ­τι­κού χώ­ρου, που ή­ταν ο Κα­μπού­ρο­γλους. Ύστε­ρα, δεί­χνει να ε­ξο­μοιώ­νει την Αθη­ναία του ’20 με την χει­ρα­φε­τη­μέ­νη της ε­πο­χής του, ό­ταν γρά­φει:   «...Εί­χε ό­μως την πα­ρα­ξε­νιά να μη θέ­λει γυ­ναί­κες για μέ­λη, τις θεω­ρού­σε α­νώ­ρι­μες για τέ­τοιες δου­λειές, δεν τις έ­βρι­σκε ι­κα­νές για σκλη­ρα­γω­γίες...» Σαν να α­γνο­εί ό­τι, κα­τά τον Κα­μπού­ρο­γλου, ο­δοι­πο­ρία σή­μαι­νε ε­νερ­γή πε­ρι­πλά­νη­ση προς ά­γραν πλη­ρο­φο­ριών και πα­ρα­τη­ρή­σεων. Και α­κό­μη, ό­τι, με τον Οδοι­πο­ρι­κό Σύν­δε­σμο, ε­πε­δίω­κε να ορ­γα­νώ­σει την κα­λύ­τε­ρη γνω­ρι­μία με τον τό­πο. Εκεί­νος α­ντι­λαμ­βα­νό­ταν την ο­δοι­πο­ρία σαν προ­σκύ­νη­μα, που έ­πρε­πε να εί­ναι α­διά­σπα­στο, γι’ αυ­τό και δεν θέ­λη­σε τη συμ­με­το­χή γυ­ναι­κών. Η προ­σω­νυ­μία, πά­ντως, του “χα­ρού­με­νου στρα­το­κό­που”, που του α­πο­δί­δει, ε­νέ­χει α­πό­χρω­ση κα­ρι­κα­τού­ρας.  
Σχο­λια­σμό θα χρεια­ζό­ταν και η α­πο­τί­μη­ση, που α­πο­πει­ρά­ται, ό­πως και οι άλ­λοι τρεις βιο­γρά­φοι, του έρ­γου του. Δύο μό­νο πα­ρα­τη­ρή­σεις. Πι­στεύου­με πως α­δι­κεί τον ι­στο­ρι­κό Κα­μπού­ρο­γλου, θεω­ρώ­ντας το έρ­γο του α­πο­κλει­στι­κά έρ­γο ι­στο­ριο­δί­φη. Σαν να μην α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τη σπου­δαιό­τη­τα της τρί­το­μης «Ιστο­ρίας των Αθη­ναίων», με την ο­ποία ο Κα­μπού­ρο­γλους κερ­δί­ζει ε­πα­ξίως τον τίτ­λο του ι­στο­ρι­κού και δη, του και­νο­τό­μου για την ε­πο­χή του, με την ε­πι­λο­γή του να μην ι­στο­ρή­σει την πό­λη αλ­λά τους κα­τοί­κους της, κα­θώς και με τον τρό­πο που α­να­πτύσ­σει το ι­στο­ρι­κό υ­λι­κό. Όσο α­φο­ρά τον διη­γη­μα­το­γρά­φο, οι α­πό­ψεις του Σιακ­κή α­ντα­να­κλούν τις προσ­λαμ­βά­νου­σες της ε­πο­χής του. Έχο­ντας ο ί­διος δο­κι­μα­στεί στον πε­ζό λό­γο κα­τά τα πρώ­τα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια, ε­ξαί­ρει τα ι­στο­ρι­κά διη­γή­μα­τα του Κα­μπού­ρο­γλου, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­να α­πό ε­κεί­να που α­πο­κα­λεί “η­θο­γρα­φή­μα­τα”, για τα ο­ποία και πα­ρα­τη­ρεί ό­τι “δεν θα εί­χαν τί­πο­τα να ζη­λέ­ψουν α­πό τα η­θο­γρα­φή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη”. 

Μέ­νουν δυο πρω­ταρ­χι­κά βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία του Κα­μπού­ρο­γλου, που η νέα βιο­γρα­φία α­φή­νει α­σχο­λία­στα. Το ε­πί­θε­τό του και η η­με­ρο­μη­νία της γέν­νη­σής του. Σύμ­φω­να με υ­πο­ση­μείω­ση των ε­πι­με­λη­τών, “το ό­νο­μα στην ο­νο­μα­στι­κή εμ­φα­νί­ζε­ται ε­ξαρ­χής και με τους δυο τύ­πους: Κα­μπού­ρο­γλους και Κα­μπού­ρο­γλου”. Όχι α­κρι­βώς. Το πα­ρω­νύ­μιο, που οι Τούρ­κοι εί­χαν α­πο­δώ­σει στους δυο γιους του Δη­μη­τρίου Στρού­μπου, “Κα­μπούρ ο­γλού” ε­ξελ­λη­νί­στη­κε ε­ξαρ­χής, ό­πως ό­λα τα α­ντί­στοι­χα α­πό τους Έλλη­νες της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης και της Μι­κράς Ασίας, δια της προ­σθή­κης του τε­λι­κού σίγ­μα. Από τον Ιωάν­νη Κα­μπού­ρο­γλου του Δη­μη­τρίου Στρού­μπου μέ­χρι τον εγ­γο­νό του Γρη­γό­ριο Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου και τον δι­σέγ­γο­νό του, τον Δη­μή­τριο Γρη­γο­ρίου Κα­μπού­ρο­γλου, ό­λοι υ­πέ­γρα­φαν ως Κα­μπού­ρο­γλους και ως Κα­μπού­ρο­γλους α­να­φέ­ρο­νταν. Μά­λι­στα, ο Γρη­γό­ριος Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλους, στο πε­ριο­δι­κό του «Ευ­τέρ­πη», χρη­σι­μο­ποιεί τον πλή­ρως ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νο τύ­πο Κα­μπού­ρο­γλος. 
Όσο για τον ί­διο τον Δη­μή­τριο, ως Κα­μπού­ρο­γλους, δεν α­να­φέ­ρε­ται μό­νο α­πό τους συγ­χρό­νους του, αλ­λά και α­πό τους νεό­τε­ρους, ό­πως τον κα­τά μι­σό αιώ­να μι­κρό­τε­ρό του Κω­στή Μπα­στιά. Από­δει­ξη, η πε­ρι­πα­τη­τι­κή τους συ­νο­μι­λία, το 1931, ό­που ο ο­γδο­η­κο­ντα­ε­τής συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νος ξε­πο­δά­ρια­σε τον τρια­ντά­ρη Μπα­στιά, Πέ­ρα­μα-Πει­ραια, γύ­ρω στα 10 χλμ. πε­ζή. Ο πιο οι­κείος σε ε­μάς σή­με­ρα τύ­πος Κα­μπού­ρο­γλου ε­πι­κρά­τη­σε με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά. Τον υιο­θε­τεί ο πρώ­τος βιο­γρά­φος του το 1974, κα­θώς και η Ζω­γρά­φου. Ωστό­σο, οι Τρο­βάς και Σιακ­κής, που πι­θα­νώς και οι δυο ε­τοι­μά­ζουν τις βιο­γρα­φίες τους για το ε­πε­τεια­κό 1982 εμ­μέ­νουν στο Κα­μπού­ρο­γλους. Ο δεύ­τε­ρος, μά­λι­στα, υιο­θε­τεί στον τίτ­λο το Κα­μπού­ρο­γλους ά­κλι­το, «Η ζωή και το έρ­γο του Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλους». Από ε­κεί και πέ­ρα ε­πεμ­βαί­νουν διορ­θω­τι­κά οι ε­πι­με­λη­τές, Γιάν­νης Ξού­ριας και Ελέ­νη Μι­χα­λο­πού­λου. 
Και ερ­χό­μα­στε στην η­με­ρο­μη­νία της γέν­νη­σής του. Αδιά­ψευ­στη πη­γή α­πο­τε­λεί το Ση­μειω­μα­τά­ριο του εκ μη­τρός πάπ­που του Άγγε­λου Γέ­ρο­ντα, που, ό­πως συ­νή­θι­ζαν άλ­λο­τε οι γε­νάρ­χες οι­κο­γε­νειών, κα­τέ­γρα­φε γεν­νή­σεις, βα­φτί­σια, γά­μους και θα­νά­τους. Εκεί α­να­γρά­φε­ται: “1852, Σε­πτεμ­βρίου 29, η­μέ­ρα Δευ­τέ­ρα”. Ο Κα­μπού­ρο­γλους, στον έ­να τό­μο α­πό τα «Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα μιας μα­κράς ζωής», που ε­ξέ­δω­σε το 1934, προσ­διο­ρί­ζει ό­τι “η γέν­νη­σίς του, την 1ην με­τά το με­σο­νύ­κτιο της 29ης κα­θω­ρί­σθη οι­κο­γε­νεια­κώς, ως γε­νο­μέ­νη την 30ην πα­ρά την πρό­λη­ψιν της Τρί­της”. Πο­λύς λό­γος έ­γι­νε α­πό συ­γκαι­ρι­νούς του και με­τα­γε­νέ­στε­ρους γι’ αυ­τήν την η­με­ρο­μη­νία, κα­θώς την συ­νέ­δε­σαν χρο­νι­κά με τη θύελ­λα στην Αθή­να το βρά­δυ της 14ης Οκτω­βρίου 1852 και την πτώ­ση της 16ης σω­ζό­με­νης κο­λό­νας του να­ού του Ολυ­μπίου Διός. Από τους πρώ­τους που α­να­φέ­ρουν τη σύ­μπτω­ση εί­ναι ο Μποέμ (Δη­μή­τριος Χατ­ζό­που­λος) σε συ­νέ­ντευ­ξη του Κα­μπού­ρο­γλου στην ε­φη­με­ρί­δα «Το Άστυ»: «...ε­γεν­νή­θη α­κρι­βώς ό­τε έ­πι­πτεν η στή­λη του Ολυ­μπίου Διός, και ο πα­τήρ του εί­πε τό­τε, “ή μέ­γα κα­κόν ή μέ­γα κα­λόν θα γί­νη το παι­δί αυ­τό”...» Η α­να­φο­ρά, ό­μως, που ήρ­θε και ε­δραίω­σε το μύ­θο ή­ταν το τε­τρά­στι­χο, το ο­ποίο του έ­στει­λε ο Δρο­σί­νης ως ευ­χη­τή­ριο τη­λε­γρά­φη­μα για την Ογδο­η­κο­ντα­ε­τη­ρί­δα του: «Τη μέ­ρα που γεν­νή­θη­κες/ γκρε­μί­στη­κε η κο­λό­να./ Στη θέ­ση της στυ­λώ­θη­κες–/ θα φτά­σης τον αιώ­να!» Πά­ντως, ο ί­διος, λί­γο αρ­γό­τε­ρα, στα «Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα...» του, σχο­λιά­ζει: «...Κά­ποιος λο­γι­κο­φα­νής νεω­τε­ρι­σμός την 30ην αυ­τήν Σε­πτεμ­βρίου την κά­μνει 12 και κα­τό­πιν 13 Οκτω­βρίου...» Προ­φα­νώς εν­νο­εί την αλ­λα­γή Ημε­ρο­λο­γίου, κα­θώς οι δια­στά­σεις των συ­νε­πα­γό­με­νων η­με­ρο­λο­για­κών διορ­θώ­σεων δεν εί­χαν α­κό­μη τό­τε, πα­ρά την πα­ρέ­λευ­ση δε­κα­ε­τίας, γί­νει α­ντι­λη­πτές. Όπως και να έ­χει, στη βιο­γρα­φία του Σιακ­κή, ως η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης α­να­φέ­ρε­ται η 14η Οκτω­βρίου 1852, χω­ρίς α­να­φο­ρά στη σύν­δε­σή της με την πτώ­ση της κο­λό­νας. Ημε­ρο­μη­νία λαν­θα­σμέ­νη και με τα δυο Ημε­ρο­λό­για.
Και α­πα­ντού­με στο ε­ρώ­τη­μα, που εί­χα­με θέ­σει ως τίτ­λο στο δη­μο­σίευ­μα της προ­η­γού­με­νης Κυ­ρια­κής, «Ποιον εν­δια­φέ­ρει ο Δη­μή­τριος Κα­μπού­ρο­γλους». Μάλ­λον κα­νέ­ναν. Mια και­νού­ρια, ό­μως, βιο­γρα­φία μπο­ρεί να κι­νή­σει την πε­ριέρ­γεια, αρ­κεί το πρό­σω­πο του βιο­γρα­φού­με­νου να τύ­χει της κα­τάλ­λη­λης προ­βο­λής, ώ­στε να ταυ­τί­ζε­ται με τις ση­με­ρι­νές προ­τι­μή­σεις. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/12/2012.

Ποιον ενδιαφέρει ο Δημήτριος Καμπούρογλους



Ο Δη­μή­τριος Γρη­γο­ρίου Κα­μπού­ρο­γλους, συ­νο­μή­λι­κος του Νι­κό­λα­ου Πο­λί­τη, έ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρος του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο ι­στο­ρι­κός η­μών των Αθη­ναίων, δεν φαί­νε­ται να πή­ρε τη θέ­ση που τού α­ντι­στοι­χού­σε στην Ιστο­ρία. Μπο­ρεί να μην πέ­ρα­σε στα ψι­λά γράμ­μα­τα, α­πο­τε­λεί, πά­ντως, έ­να πα­ρω­χη­μέ­νο κε­φά­λαιο. Σή­με­ρα κα­τα­λή­γουν σε πραγ­μα­τι­κή ει­ρω­νεία ό­σα εί­χε δια­τυ­πώ­σει ο Νί­κος Βέ­ης πριν 80 χρό­νια, στην ο­μι­λία του κα­τά τον ε­ορ­τα­σμό της Ογδο­η­κο­ντα­ε­τη­ρί­δος του Κα­μπού­ρο­γλου. Στην αί­θου­σα του «Παρ­νασ­σού», ο πε­νη­ντά­χρο­νος τό­τε Βέ­ης, ε­ξέ­χου­σα φυ­σιο­γνω­μία της πα­νε­πι­στη­μια­κής κοι­νό­τη­τας, θέ­λο­ντας να δεί­ξει πό­σο α­δύ­να­το ή­ταν να λη­σμο­νη­θεί πο­τέ ο τι­μώ­με­νος, με­γά­λυ­νε την προ­σω­πι­κό­τη­τά του δια της συ­γκρί­σεως με τις στα­θε­ρές του κό­σμου τους. Έκλει­νε την ο­μι­λία του με την α­πό­φαν­ση: «...το ό­νο­μά του –και α­φού ο ί­διος γλυ­κο­κοι­μη­θή στην α­γκά­λη της Δό­ξας– θα ζή­ση ε­φ’ ό­σον ε­ξα­κο­λου­θεί ο ρυθ­μός του κό­σμου αυ­τού, οι άν­θρω­ποι εν­δια­φέ­ρο­νται για τα κα­λά, χρή­σι­μα και ω­ραία, και ε­φ’ ό­σον κε­λαϊδούν τ’ α­η­δό­νια στον Κο­λω­νό, και τα πορ­φυ­ρώ­μα­τα και τα χρυ­σο­σύ­νε­φα στο­λί­ζουν τον Αττι­κό ου­ρα­νό.» Δεν ή­ταν ι­δα­νι­κά τα πράγ­μα­τα ε­κεί­νον τον Οκτώ­βριο του 1932, αλ­λά ο κό­σμος τό­τε α­κό­μη πρέ­πει να έ­δι­νε ε­ντύ­πω­ση ευ­ρυθ­μίας. Ου­δείς δια­νο­εί­το πως ο χα­μη­λός λό­φος του Κο­λω­νού θα ε­ξα­φα­νι­ζό­ταν μα­ζί με τ’ α­η­δό­νιά του, πό­σω μάλ­λον ό­τι οι άν­θρω­ποι δεν θα έ­δι­ναν δε­κά­ρα για τα κα­λά και ω­ραία πα­ρά μό­νο για τα “κα­λά και συμ­φέ­ρο­ντα”. Συ­να­κό­λου­θα, α­πα­λεί­φθη­κε και το ό­νο­μα του τι­μώ­με­νου.
Σή­με­ρα, ποιος έ­χει α­κου­στά τον Δη­μή­τριο Κα­μπού­ρο­γλου. Ακό­μη και σε ό­σους το ό­νο­μά του μπο­ρεί κά­τι να λέει, ού­τε αυ­τοί α­να­κα­λούν κά­ποια συ­γκε­κρι­μέ­νη πλη­ρο­φο­ρία. Ιδίως, οι κά­τω των σα­ρά­ντα πέ­ντε, που φοί­τη­σαν στην δευ­τε­ρο­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση με­τά την ο­ρι­στι­κή κα­θιέ­ρω­ση του λυ­κείου. Τό­τε, κα­θώς με αυ­τήν την τε­λευ­ταία αλ­λα­γή του εκ­παι­δευ­τι­κού συ­στή­μα­τος δό­θη­κε δια­φο­ρε­τι­κή έμ­φα­ση στα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να, τα πε­ζά του Κα­μπού­ρο­γλου α­πο­σύρ­θη­καν ο­ρι­στι­κά α­πό τα σχο­λι­κά εγ­χει­ρί­δια. Ού­τε, ό­μως, οι με­γα­λύ­τε­ροι, οι γεν­νη­μέ­νοι στα χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, α­πό την Κα­το­χή μέ­χρι τη Δι­κτα­το­ρία, ό­ταν τα α­να­γνω­στι­κά ό­λων των τά­ξεων διέ­σω­ζαν κά­ποιο κεί­με­νό του για την Αθή­να, γνω­ρί­ζουν το έρ­γο του. Εδώ, δεν φαί­νε­ται να το γνω­ρί­ζουν οι α­κό­μη πρε­σβύ­τε­ροι, που τον πρό­λα­βαν ζώ­ντα και οι ο­ποίοι σή­με­ρα α­πο­τε­λούν την πνευ­μα­τι­κή η­γε­σία. Κι αν το γνω­ρί­ζουν, μάλ­λον υ­πο­τι­μούν την α­ξία του, αν δεν το α­πα­ξιούν. Ει­δάλ­λως, πώς ε­ξη­γεί­ται ο μη ε­ορ­τα­σμός, ού­τε καν η α­πλή μνη­μό­νευ­ση της ε­φε­τι­νής δι­πλής ε­πε­τείου του Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 160 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του και 70 α­πό το θά­να­τό του. 
Θα α­να­με­νό­ταν, ω­στό­σο, να τον θυ­μη­θούν τα πνευ­μα­τι­κά Iδρύ­μα­τα, του­λά­χι­στον ε­κεί­να, στων ο­ποίων την ί­δρυ­ση πρω­το­στά­τη­σε. Κα­τ’ αρ­χάς, η Ακα­δη­μία Αθη­νών, ως το κο­ρυ­φαίο με­τα­ξύ αυ­τών, της ο­ποίας, το 1927, α­πο­τέ­λε­σε το πρώ­το ε­κλεγ­μέ­νο μέ­λος στην τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών, υ­περ­τε­ρώ­ντας των δυο συ­νυ­πο­ψη­φίων του, Νιρ­βά­να και Ξε­νό­που­λου. Ως οι πρώ­τοι α­κα­δη­μαϊκοί θεω­ρού­νται οι Πα­λα­μάς, Δρο­σί­νης, Προ­βε­λέγ­γιος, ό­μως ε­κεί­νη η τριά­δα εί­χε διο­ρι­στεί α­πό την κυ­βέρ­νη­ση Πα­γκά­λου, κα­τά την ί­δρυ­ση της Ακα­δη­μίας, έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, το 1926. Από τους πρώ­τους τρεις, πρό­ε­δρος της Ακα­δη­μίας χρη­μά­τι­σε μό­νο ο Πα­λα­μάς, το 1930. Ο Κα­μπού­ρο­γλους α­νέ­λα­βε την προ­ε­δρία τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα.
Έτε­ρο Ίδρυ­μα, που θα α­να­με­νό­ταν να τον τι­μή­σει, εί­ναι η Ε­ΣΗΕ­Α, και δε­δο­μέ­νου ό­τι συ­νη­θί­ζει, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, να ε­ορ­τά­ζει τις ε­πε­τείους των ε­πι­φα­νών με­λών της. Ο Κα­μπού­ρο­γλους δεν α­πο­τέ­λε­σε μό­νο ε­ξέ­χον μέ­λος της δη­μο­σιο­γρα­φι­κής κοι­νό­τη­τας, αλ­λά ή­ταν και ο πρώ­τος εγ­γρα­φείς στα κα­τά­στι­χά της, κά­το­χος της δη­μο­σιο­γρα­φι­κής ταυ­τό­τη­τας με αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό έ­να.  Ενδει­κτι­κό στοι­χείο, πά­ντως,  της α­φά­νειας που έ­χει πε­ρι­πέ­σει ως δη­μο­σιο­γρά­φος, εί­ναι η α­που­σία λήμ­μα­τος στην τε­τρά­το­μη  «Εγκυ­κλο­παί­δεια του ελ­λη­νι­κού Τύ­που 1784-1974», που εκ­δό­θη­κε προ τε­τρα­ε­τίας. Δεν α­πο­κλείε­ται η Ε­ΣΗΕ­Α να τον θυ­μη­θεί το 2014, ό­που η ί­δια θα ε­ορ­τά­ζει ε­νός αιώ­να βίο.
Υπάρ­χουν, ό­μως, και πα­λαιό­τε­ρα Ιδρύ­μα­τα, που ο­φεί­λουν τη γέ­νε­σή τους στον Κα­μπού­ρο­γλου και σε μια δρά­κα αν­θρώ­πων πέ­ριξ αυ­τού. Πά­ντο­τε ακ­μαία, πα­ρά τα 130 χρό­νια που με­τρά­ει, η Ιστο­ρι­κή και Εθνο­λο­γι­κή Εται­ρεία δεν θυ­μή­θη­κε ε­φέ­τος τους δυο στυ­λο­βά­τες της, Πο­λί­τη-Κα­μπού­ρο­γλου, κι ας συ­νέ­βα­λαν κα­θο­ρι­στι­κά στη δη­μιουρ­γία της ί­διας και του Εθνι­κού Ιστο­ρι­κού Μου­σείου για τη  στέ­γα­ση των κει­μη­λίων του 1821. Τον λη­σμό­νη­σε, πα­ρό­τι σε αυ­τήν ε­να­πό­κει­ται και το πο­λύ­τι­μο Αρχείο του. Πα­ρό­μοια α­μνη­σία ε­πέ­δει­ξε και η Χρι­στια­νι­κή Αρχαιο­λο­γι­κή Εται­ρεία,  που ι­δρύ­θη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Στις 23 Φε­βρουα­ρίου 1884, προς α­να­χαί­τι­ση της ά­κρι­της αρ­χαιο­μα­νίας που εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει, ο Κα­μπού­ρο­γλους μα­ζί με τον βυ­ζα­ντι­νο­λό­γο Γιώρ­γο Λα­μπά­κη την σύ­στη­σαν για τη δια­φύ­λα­ξη των χρι­στια­νι­κών μνη­μείων. Μό­νο που, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, πα­ρά την ί­δρυ­ση της Εται­ρείας και τις πιέ­σεις που ά­σκη­σε ο Κα­μπού­ρο­γλους με την αρ­θρο­γρα­φία του, κυ­ρίως, μέ­σα α­πό το νεό­τευ­κτο τό­τε πε­ριο­δι­κό του «Εβδο­μάς», στέ­γη δεν βρέ­θη­κε. Θα χρεια­στούν τριά­ντα χρό­νια για να προ­κύ­ψει Βυ­ζα­ντι­νό Μου­σείο Αθη­νών και άλ­λα δέ­κα για να α­νοί­ξει τις πύ­λες του. 
Εκτός των Ιδρυ­μά­των, το 2012, θα α­να­με­νό­ταν να α­να­κη­ρυχ­θεί Έτος Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου α­πό την πό­λη των Αθη­νών. Αυ­τό ως ε­λά­χι­στο φό­ρο τι­μής σε ε­κεί­νον, που ε­ρεύ­νη­σε τις ι­στο­ρι­κές πη­γές, συ­γκέ­ντρω­σε το υ­λι­κό και το πα­ρου­σία­σε σε έ­να τρί­το­μο έρ­γο για τα “μνη­μεία της Ιστο­ρίας”, ε­νώ, πα­ράλ­λη­λα, έ­γρα­ψε την «Ιστο­ρία των Αθη­ναίων ε­πί Τουρ­κο­κρα­τίας». Ο ί­διος α­νέ­στη­σε την Πα­λιά Αθή­να, πα­ρα­κι­νώ­ντας και άλ­λους α­πό τους α­πο­κα­λού­με­νους κά­πο­τε Γκά­γκα­ρους, που κρα­τού­σαν α­πό τις πα­λαιές α­θη­ναϊκές οι­κο­γέ­νειες του και­ρού της Τουρ­κο­κρα­τίας, να εν­δια­φερ­θούν για την πό­λη τους. Το 1895, εί­ναι έ­να α­πό τα 197 ι­δρυ­τι­κά μέ­λη του «Αθη­ναϊκού Συλ­λό­γου», του ση­με­ρι­νού «Συλ­λό­γου των Αθη­ναίων». 
Πά­νω α­πό ό­λα τα άλ­λα, στά­θη­κε ο πρώ­τος πλά­νης, έ­νας μπων­τλε­ρι­κός flaneur, της πό­λης, κα­θώς και έ­να πρό­τυ­πο φυ­σιο­λά­τρη πα­ρα­τη­ρη­τή των ε­ξο­χών της, που ζη­τού­σε να ο­νο­μα­τί­σει ό­σα α­παρ­τί­ζουν το μο­να­δι­κό ατ­τι­κό το­πίο. Αυ­τός ί­δρυ­σε στις 21 Μαρ­τίου 1921 τον Οδοι­πο­ρι­κό Σύν­δε­σμο. Τον ο­νό­μα­σε, μά­λι­στα, «Οι Δώ­δε­κα Από­στο­λοι», προς υ­πο­γράμ­μι­ση του α­πο­στο­λι­κού πά­θους με το ο­ποίο α­ντι­με­τώ­πι­ζε την πε­ζο­πο­ρία. Χω­ρίς, βε­βαίως, να αρ­νεί­ται τον ψυ­χα­γω­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα της. Από­δει­ξη ό­τι ε­πέ­λε­ξε για την ε­ναρ­κτή­ρια συ­νεύ­ρε­ση την αί­θου­σα του ζυ­θο­πω­λείου Φιξ. Η Πε­ριη­γη­τι­κή Λέ­σχη, στην ο­ποία με­ταλ­λά­χτη­κε ο Οδοι­πο­ρι­κός Σύν­δε­σμος δε­καέ­ξι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, μα­ζί με την ΕΛ­ΠΑ και τα άλ­λα πα­ρα­κλά­διά της, δεν θυ­μή­θη­κε τον Πρω­το­πό­ρο. Από μια ά­πο­ψη, κα­λύ­τε­ρα. Έτσι κι αλ­λιώς, σή­με­ρα, ό­σοι πε­ζο­πο­ρούν, ε­ξαι­ρου­μέ­νων των κυ­νη­γών, το κά­νουν, εί­τε για­τί τους το συ­νέ­στη­σε ο για­τρός εί­τε για τις α­νά­γκες των σκύ­λων τους. Και ό­πως εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, πε­ριο­ρί­ζο­νται σε μο­νο­πά­τια εύ­κο­λης πρό­σβα­σης, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας τα ο­ρει­νά για μο­το­κρός και τα πιο βα­τά α­πό αυ­τά για τους πο­δη­λά­τες.
Επα­νερ­χό­με­νοι στην Ογδο­η­κο­ντα­ε­τη­ρί­δα του Κα­μπού­ρο­γλου, έ­τε­ρος ε­πι­φα­νής ο­μι­λη­τής, ο Αρχιε­πί­σκο­πος Αθη­νών Χρυ­σό­στο­μος, α­πο­φαι­νό­ταν ό­τι ε­κεί­νος “κα­τέ­λα­βεν έν­δο­ξον θέ­σιν εν τη ι­στο­ρία των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­τω­ν” και ό­τι “προ του έρ­γου του με­τά θαυ­μα­σμού θα στα­θούν και αι μέλ­λου­σαι γε­νε­αί”. Αι­σιό­δο­ξη πρό­βλε­ψη, που ται­ριά­ζει στο λό­γο ε­νός εκ­κλη­σια­στι­κού ιε­ράρ­χη. Τε­λι­κά, ό­μως, ό­χι “έν­δο­ξο­ν” αλ­λά α­σή­μα­ντη θέ­ση κα­τέ­λα­βε στις ι­στο­ρίες της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Όταν μνη­μο­νεύε­ται, α­να­φέ­ρε­ται με δυο-τρεις α­ρά­δες. Πα­ρο­μοίως, στις πρό­σφα­τες ε­γκυ­κλο­παί­δειες, ό­πως η Πά­πυ­ρος-Λα­ρούς-Μπρι­τά­νι­κα, οι λημ­μα­το­γρά­φοι στέ­κο­νται αυ­στη­ροί. Την ί­δια α­νε­πιεί­κεια, που φα­νε­ρώ­νει και λαν­θα­σμέ­νη α­ντί­λη­ψη της ι­διαί­τε­ρης πε­ρί­πτω­σης που συ­νι­στά ο Κα­μπού­ρο­γλους, ε­πι­δει­κνύουν οι γραμ­μα­το­λό­γοι. Ού­τε καν οι ι­στο­ρι­κοί δεν δεί­χνουν σε­βα­στι­κοί προς την προ­δρο­μι­κή πε­ρί­πτω­σή του, πε­ριο­ρί­ζο­ντας το έρ­γο του σε αυ­τό του ι­στο­ριο­δί­φη. Κι αυ­τό, ό­χι με την αί­γλη που α­πο­λάμ­βα­νε κά­πο­τε, αλ­λά με την υ­πο­τι­μη­τι­κή διά­θε­ση που α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται στην ε­πο­χή της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Ιω­σήφ Σιακ­κής
«Δ. Γ. Κα­μπού­ρο­γλου
Η ζωή και το έρ­γο του»
Εκδό­σεις ΜΙΕ­Τ
Ιού­λιος 2012

Εκπνέ­ο­ντος του 2012, ου­δείς εκ­δό­της ε­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε κά­ποιο α­πό τα βι­βλία του Κα­μπού­ρο­γλου, ού­τε βρέ­θη­κε πε­ριο­δι­κό να δη­μο­σιεύ­σει έ­στω και με­ρι­κές α­φιε­ρω­μα­τι­κές σε­λί­δες. Μάλ­λον για­τί οι σύμ­βου­λοι των εκ­δο­τών, ό­σο και οι εκ­δό­τες πε­ριο­δι­κών, α­δια­φο­ρούν για τον Κα­μπού­ρο­γλου ή, το πι­θα­νό­τε­ρο, τον α­γνοούν. Σε αυ­τόν τον κα­νό­να, υ­πήρ­ξε μια ε­ξαί­ρε­ση. Το ΜΙΕΤ ε­ξέ­δω­σε βιο­γρα­φία του και μά­λι­στα, στη σει­ρά «Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Προ­σω­πο­γρα­φιών». Θυ­μί­ζου­με ό­τι πρό­κει­ται για σει­ρά, που ξε­κί­νη­σε ο Ε. Χ. Κάσ­δα­γλης το 1978, με πρώ­το τό­μο, τη βιο­γρα­φία Αλέ­ξαν­δρου Δελ­μού­ζου α­πό τον Ε. Π. Πα­πα­νού­τσο, και συ­νέ­χι­σε με κο­ρυ­φαίες προ­σω­πι­κό­τη­τες των Γραμ­μά­των και Τε­χνών, ό­που ως βιο­γρά­φοι ε­πι­λέ­γο­νταν συγ­γρα­φείς ση­μα­ντι­κοί στον το­μέα του ε­κά­στο­τε  βιο­γρα­φού­με­νου. Το 1999, με τη συ­μπλή­ρω­ση 15 τό­μων και με­τά τον ξαφ­νι­κό θά­να­το του Κάσ­δα­γλη, στις 11 Μαρ­τίου 1998, η σει­ρά δια­κό­πη­κε για μια δε­κα­ε­τία. Συ­νε­χί­στη­κε το 2009, με τον Παύ­λο Καλ­λι­γά και ε­φέ­τος με τον Κα­μπού­ρο­γλου. Και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις, το στοι­χείο που δια­φο­ρο­ποιεί­ται σε σχέ­ση με την πρώ­τη πε­ρίο­δο εί­ναι το πρό­σω­πο του βιο­γρά­φου, που δεν εί­ναι κά­ποιος α­πό τους γνω­στούς με­λε­τη­τές του βιο­γρα­φού­με­νου. 
Η βιο­γρα­φία του Καλ­λι­γά εί­ναι με­τά­φρα­ση α­πό τα γαλ­λι­κά γαλ­λί­δος με­λε­τή­τριας (την εί­χα­με σχο­λιά­σει στις 10 Ιου­νίου 2010). Συγ­γρα­φέ­ας της βιο­γρα­φίας του Κα­μπού­ρο­γλου εί­ναι ο νο­μι­κός και ι­στο­ριο­δί­φης Ιω­σήφ Σιακ­κής, που α­σχο­λή­θη­κε κυ­ρίως με τον ελ­λη­νι­κό ε­βραϊσμό. Η βιο­γρα­φία πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στο Αρχείο του, το ο­ποίο δω­ρί­θη­κε α­πό τον γιο του στο Ε­ΛΙΑ, Φε­βρουά­ριο 2003, με τον ό­ρο μέ­χρι το 2005 να εκ­δο­θούν η βιο­γρα­φία και η με­λέ­τη «Τα ε­βραϊκά ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μα στην Ελλά­δα α­πό τον 14ο μέ­χρι τον 19ο αιώ­να». Με τη δια­δι­κα­σία της εν­σω­μά­τω­σης του Ε­ΛΙΑ στο ΜΙΕ­Τ, η εκ­πλή­ρω­ση του ό­ρου άρ­γη­σε μεν, αλ­λά η βιο­γρα­φία εί­χε την κα­λή τύ­χη να πά­ρει θέ­ση σε μια ε­πί­λε­κτη σει­ρά. Όσο για τη δεύ­τε­ρη με­λέ­τη, α­πέ­κτη­σε προ­σώ­ρας μό­νο η­λεκ­τρο­νι­κή υ­πό­στα­ση.                 
Στο εκ­δο­τι­κό ση­μείω­μα του τό­μου, δεν α­να­φέ­ρε­ται ως έ­να ε­πι­πλέ­ον κί­νη­τρο της έκ­δο­σης η ε­φε­τι­νή ε­πέ­τειος, πα­ρά μό­νο η δια­πί­στω­ση ό­τι “η γο­η­τευ­τι­κή μορ­φή του Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου εμ­φα­νί­ζε­ται μάλ­λον πα­ρα­με­λη­μέ­νη στη βι­βλιο­γρα­φία”. Δεν θα συμ­φω­νού­σα­με. Υπάρ­χουν τα δι­κά του βι­βλία ό­σο και τα βι­βλία, που α­να­φέ­ρο­νται σε αυ­τόν και το έρ­γο του, α­νε­ξάρ­τη­τα αν τα πε­ρισ­σό­τε­ρα εί­ναι ε­ξαν­τλη­μέ­να. Κά­ποια α­πό αυ­τά έ­χουν δια­σω­θεί χά­ρις στις Ανα­στα­τι­κές Εκδό­σεις Διον. Νό­τη Κα­ρα­βία. Υπάρ­χουν, πά­ντως, και τρεις βιο­γρα­φίες, οι δυο σε κυ­κλο­φο­ρία. Αυ­τό, βε­βαίως, δεν α­κυ­ρώ­νει την α­ξία μιας τέ­ταρ­της. Δε­δο­μέ­νου, ό­μως, ό­τι αυ­τή εμ­φα­νί­ζε­ται ως έ­να νέο α­πό­κτη­μα και μά­λι­στα, με τη σφρα­γί­δα κύ­ρους που φέ­ρει ο συ­γκε­κρι­μέ­νος εκ­δό­της,  οι α­παι­τή­σεις εί­ναι υ­ψη­λό­τε­ρες. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, πέ­φτει σε αυ­τήν το βά­ρος να α­να­στή­σει τον λη­σμο­νη­μέ­νο Κα­μπού­ρο­γλου, πα­ρα­κι­νώ­ντας τους νεό­τε­ρους να α­να­ζη­τή­σουν τα βι­βλία του, μή­πως και α­να­κα­λύ­ψουν πί­σω α­πό την τε­ρα­τώ­δη ση­με­ρι­νή Αθή­να, την αλ­λο­τι­νή της γο­η­τεία. Γι’ αυ­τό α­κρι­βώς θα ε­πα­νέλ­θου­με, ε­πι­μέ­νο­ντας σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία. Κα­λό εί­ναι μια βιο­γρα­φία να πλη­ρο­φο­ρεί, ό­χι μό­νο ε­παρ­κώς, αλ­λά και ε­π’ α­κρι­βώς, για το βιο­γρα­φού­με­νο πρό­σω­πο.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/12/2012.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Η άτακτη Μοσχούλα



Κώ­στας Μουρ­σε­λάς
«Στην ά­κρη της νύ­χτας»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Νοέμ­βριος 2011

Η ενσάρκωση της Μοσχούλας από την ηθοποιό Καλλιόπη Σίμου σε θεατρική διασκευή του διηγήματος «Όνειρο στο κύμα» κατά το επετειακό έτος 2011.



Εν μέ­ρει, κλε­ψί­τιτ­λο θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα του Κώ­στα Μουρ­σε­λά, κα­θώς ο τίτ­λος του α­να­κα­λεί ε­κεί­νον του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Λουί-Φερ­ντι­νάν Σε­λίν, που εκ­δό­θη­κε προ ο­γδό­ντα χρό­νων. Το «Τα­ξί­δι στην ά­κρη της νύ­χτας», ό­πως α­πο­δό­θη­κε ο τίτ­λος α­πό την Σε­σίλ Ιγγλέ­ση Μαρ­γέλ­λου στην, προ πε­ντα­ε­τίας, με­τά­φρα­ση του βι­βλίου στα ελ­λη­νι­κά. Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Μουρ­σε­λά α­φί­στα­ται σε προ­θέ­σεις α­πό το σε­λι­νι­κό, α­φού η συγ­γρα­φή του ξε­κί­νη­σε χω­ρίς με­γά­λες φι­λο­δο­ξίες ως έ­να κα­τά πα­ραγ­γε­λία διή­γη­μα πά­νω σε δο­σμέ­νο θέ­μα. Ίσως και γι’ αυ­τό, σε πεί­σμα της ε­πο­χής που γρά­φε­ται, δεν κι­νεί­ται σε έ­ναν ε­λεει­νό και φρι­κα­λέο κό­σμο, ό­πως ε­κεί­νον του Σε­λίν. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Μουρ­σε­λά υ­πάρ­χει χρό­νος για έ­ρω­τα και λο­γο­τε­χνι­κές α­να­δι­φή­σεις. Άλλω­στε ο ή­ρωάς του, συμ­βι­βα­σμέ­νος με τον ε­αυ­τό του και τους γύ­ρω του, πόρ­ρω α­πέ­χει α­πό ε­κεί­νον του Σε­λίν, που ε­πα­να­στα­τεί ε­νά­ντια στις κοι­νω­νι­κές συμ­βά­σεις. Εί­ναι, πά­ντως, κι αυ­τό γραμ­μέ­νο σε πρώ­το πρό­σω­πο, με α­φη­γη­τή έ­ναν ά­ντρα. Πρό­κει­ται για έ­ναν ε­γκε­φα­λι­κό συγ­γρα­φέα, που δι­στά­ζει να σπρώ­ξει “τα πράγ­μα­τα στην ά­κρη τους... στο μη πε­ραι­τέ­ρω”, τό­σο στη ζωή ό­σο και στα βι­βλία του. Κι ό­ταν λέ­με ζωή, εν­νοού­με κυ­ρίως ή και α­πο­κλει­στι­κά τον έ­ρω­τα. Από τό­τε που ο Μουρ­σε­λάς ε­γκα­τέ­λει­ψε το θέ­α­τρο για την πε­ζο­γρα­φία, αυ­τός εί­ναι ο μό­νι­μος πρω­τα­γω­νι­στής του σε διη­γή­μα­τα, νου­βέ­λες και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ονο­μά­ζε­ται Κων­στα­ντής Μα­νω­λό­που­λος και πλά­στη­κε πριν α­πό κο­ντά μια ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία για τις α­νά­γκες του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Βαμ­μέ­να κόκ­κι­να μαλ­λιά». Από μιας αρ­χής, πρό­βα­λε σαν το alter ego του συγ­γρα­φέα και έ­τσι πα­ρέ­μει­νε.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, βρί­σκου­με ά­σχη­μη ι­δέα, χά­ριν α­πλο­ποίη­σης της ορ­θο­γρα­φίας, έ­να κα­θα­ρό­αι­μο πε­λο­πον­νή­σιο ε­πί­θε­το, ό­πως το Μα­νω­λό­που­λος, να γρά­φε­ται στην πρό­σφα­τη έκ­δο­ση με δυο ό­μι­κρον. Επί­σης, ά­σχη­μη ι­δέα, που προ­κα­λεί μά­λι­στα σύγ­χυ­ση, εί­ναι, στον κα­τ’ ε­πι­λο­γή κα­τά­λο­γο των έρ­γων του συγ­γρα­φέα, που πα­ρα­τί­θε­ται στην α­ρι­στε­ρή σε­λί­δα ε­κεί­νης του τίτ­λου, να μη δί­νε­ται η χρο­νο­λο­γία της πρώ­της έκ­δο­σης, αλ­λά μια τυ­χού­σα, κά­ποιας ε­πα­νέκ­δο­σης. Για πα­ρά­δειγ­μα, σύμ­φω­να με αυ­τόν τον κα­τά­λο­γο,  ο Μουρ­σε­λάς συ­νέ­χι­σε να γρά­φει θέ­α­τρο και με­τά την έκ­δο­ση του πρώ­του του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, το ο­ποίο κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1991. Ωστό­σο, α­φό­του γνώ­ρι­σε την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή ευ­ρυ­χω­ρία, δεν θέ­λη­σε ή δεν μπό­ρε­σε να ξα­να­δο­κι­μα­στεί στην πει­θαρ­χία του θε­α­τρι­κού λό­γου. Όσο για το μυ­θι­στό­ρη­μα, εκ­δό­θη­κε φθι­νό­πω­ρο 1989, ε­νώ, φθι­νό­πω­ρο 1992, ή­ταν ή­δη τη­λε­ο­πτι­κή σει­ρά. Χρο­νο­λο­γία σταθ­μός, κα­θώς ση­μα­το­δο­τεί την ε­πί­ση­μη έ­ναρ­ξη της ε­πο­χής του μπε­στ-σέ­λερ.   
Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα, μα­ζί με τον Κων­στα­ντή Μα­νω­λό­που­λο ε­πα­νεμ­φα­νί­ζο­νται και οι υ­πό­λοι­ποι της πε­λο­πον­νή­σιας α­ντρο­πα­ρέ­ας. Λια­κό­που­λος, Δρα­κό­που­λος και σία. Κυ­ρίαρ­χη μορ­φή, ω­στό­σο, πα­ρα­μέ­νει η ε­σα­εί πέ­τρα του σκαν­δά­λου ε­κεί­νης της πα­ρέ­ας. Το “κά­θαρ­μα” αλ­λά και ο ή­ρωάς τους, ο Μι­κρα­σιά­της Μα­νώ­λης Ρε­τσί­νας. Ζορ­μπά τον α­πο­κα­λεί ο Μα­νω­λό­που­λος.  Και πράγ­μα­τι, ως πρό­τυ­πο στο πλά­σι­μο των δυο χα­ρα­κτή­ρων και της α­να­με­τα­ξύ τους σχέ­σης λει­τούρ­γη­σε ευ­θύς ε­ξαρ­χής το κα­ζα­ντζα­κι­κό δί­δυ­μο του αγ­γλοέλ­λη­να συγ­γρα­φέα, που εί­ναι και ο α­φη­γη­τής, και του Αλέ­ξη Ζορ­μπά. Όπως στο κα­λού­πι υ­παρ­κτού προ­σώ­που πλά­στη­κε ο Ζορ­μπάς, έ­τσι προέ­κυ­ψε και ο Ρε­τσί­νας. Σύμ­φω­να με τις συ­νε­ντεύ­ξεις του Μουρ­σε­λά, τον γνώ­ρι­σε στα γυ­μνα­σια­κά του χρό­νια, στον Πει­ραιά. Ήταν λί­γο με­γα­λύ­τε­ρός του, αλ­λά πο­λύ πιο “περ­πα­τη­μέ­νος”.  Ο Λούης, κα­τα­πώς βά­φτι­σε αυ­τόν τον δι­κό του Ζορ­μπά, ε­ντυ­πω­σία­σε τον ά­τολ­μο και ε­ρω­τι­κά ά­πρα­γο έ­φη­βο, που ή­ταν τό­τε. Εξο­μο­λο­γεί­ται πως, για χρό­νια, τον κυο­φο­ρού­σε ως μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα. Η γέν­να ήρ­θε α­πό μό­νη της, σε μια φά­ση της ζωής του, που ε­κεί­νος ή­ταν κου­βα­ρια­σμέ­νος στο κε­λί του. Ο Λούης δεν τον έ­συ­ρε στο χο­ρό μιας ζωής σαν τη δι­κή του. Τον πα­ρέ­συ­ρε, ό­μως, στο χο­ρό της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας.

Πα­θια­σμέ­νος με τον έ­ρω­τα

Το 2011 ή­ταν Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Οι δυο τρεις μά­νατ­ζερ της λο­γο­τε­χνίας που δια­θέ­του­με, έ­σπευ­σαν να πα­ραγ­γεί­λουν διη­γή­μα­τα, α­φη­γή­σεις ή ό,τι άλ­λο ή­θε­λε προ­κύ­ψει, με δο­σμέ­νο θέ­μα τον Πα­πα­δια­μά­ντη και το έρ­γο του. Αλλά, κα­τά την ε­ορ­τα­στι­κή α­νά­στα­σή του, σε ό­λες τις εκ­φάν­σεις της – δη­μο­σιο­γρα­φι­κή, συγ­γρα­φι­κή, θε­α­τρι­κή, τη­λε­ο­πτι­κή – ε­πι­κρά­τη­σε ως κα­νό­νας, ό­τι, στο έρ­γο του, πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα και μυ­θο­πλα­στι­κοί χα­ρα­κτή­ρες βρί­σκο­νται σε πλή­ρη ταύ­τι­ση, με τον ί­διο τον Πα­πα­δια­μά­ντη μο­νί­μως στο ρό­λο του α­φη­γη­τή. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, ό­πως και πολ­λοί ση­με­ρι­νοί συγ­γρα­φείς, δεν κά­νει άλ­λο α­πό το να αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται. Με άλ­λα λό­για, η ζωή του, για τους α­να­γνώ­στες της με­τα­νεω­τε­ρι­κής ε­πο­χής, εί­ναι α­νοι­χτό βι­βλίο. Αντί για σκο­τει­νές πτυ­χές, έ­χου­με στη διά­θε­σή μας έ­ρω­τες και πά­θη των ουκ ο­λί­γων η­ρώων του. Το θέ­μα, λοι­πόν, εί­ναι ο βίος και η πο­λι­τεία του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο Μουρ­σε­λάς, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, εκ­μυ­στη­ρεύε­ται, ό­τι, ε­δώ και χρό­νια, εί­χε αρ­χί­σει να τον εν­δια­φέ­ρει η ζωή του Πα­πα­δια­μά­ντη και να τον βλέ­πει σαν πι­θα­νό ή­ρωά του. Ήθε­λε να εμ­βα­θύ­νει στον ε­σω­τε­ρι­κό του κό­σμο. Κά­πως α­σα­φές αυ­τό το τε­λευ­ταίο, ω­στό­σο, η ε­ξο­μο­λό­γη­ση, που α­κο­λου­θεί εί­ναι αρ­κού­ντως α­πο­σα­φη­νι­στι­κή: “Έτσι ά­γιος και α­μαρ­τω­λός που ή­ταν συγ­χρό­νως, έ­τσι πα­θια­σμέ­νος με τη γυ­ναί­κα και τον έ­ρω­τα και που, ό­πως λέ­νε, δεν τόλ­μη­σε πο­τέ να φέ­ρει κά­ποια στο κρε­βά­τι του”. 
Με αυ­τά κα­τά νου ξε­κί­νη­σε το κα­τά πα­ραγ­γε­λία διή­γη­μα. Τε­λι­κά, φαί­νε­ται ό­τι το α­πο­τέ­λε­σμα κρί­θη­κε τό­σο ε­πι­τυ­χη­μέ­νο, ώ­στε να ε­πα­νέλ­θει και να α­πλώ­σει τη μυ­θο­πλα­στι­κή ζύ­μη σε έ­κτα­ση μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ευ­θύς εξ αρ­χής, α­κο­λού­θη­σε την ε­πι­κρα­τού­σα α­νά την υ­φή­λιο συ­νή­θεια, α­ντί “το στό­ρι” να ε­πι­νο­εί­ται εκ του μη­δε­νός, να ε­πι­χει­ρεί­ται η συ­νέ­χι­ση ε­νός πα­λαιό­τε­ρου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ή και θε­α­τρι­κού έρ­γου. Μό­νο που αυ­τός προ­τί­μη­σε μια πιο πε­ποι­κιλ­μέ­νη μορ­φή. Επι­νό­η­σε την προέ­κτα­ση ε­νός πα­πα­δια­μα­ντι­κού διη­γή­μα­τος και την εν­σω­μά­τω­σε στο δι­κό του μυ­θο­πλα­στι­κό χώ­ρο, προ­βάλ­λο­ντας ως κυ­ρίως α­φή­γη­ση το πώς προέ­κυ­ψε ως υ­πο­κα­τά­στα­το του συγ­γρα­φέα Πα­πα­δια­μά­ντη το δί­δυ­μο Μα­νω­λό­που­λου-Ρε­τσί­να. Έτσι, στή­νει μια μάλ­λον πε­ρί­πλο­κη ι­στο­ρία, που του δί­νει την ευ­και­ρία να σχο­λιά­σει τη γνω­στή α­ντι­πα­ρά­θε­ση ό­σων πι­στεύουν ό­τι η λο­γο­τε­χνία α­ντα­να­κλά πι­στά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και ε­κεί­νων, που υ­πε­ρα­σπί­ζο­νται την αυ­το­τέ­λειά της. Υπέρ­μα­χος της πρώ­της ά­πο­ψης εί­ναι ο Ρε­τσί­νας και της δεύ­τε­ρης, ο Μα­νω­λό­που­λος, ως συγ­γρα­φέ­ας. Τε­λι­κά, υ­πε­ρί­σχυ­σε, κα­τά α­λη­θο­φα­νή αν και ε­λα­φρώς πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νο τρό­πο, η ά­πο­ψη του Ρε­τσί­να και ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε έ­να α­πό τα διη­γή­μα­τα που ο “ά­τολ­μος” και εν ζωή και συγ­γρα­φι­κά Πα­πα­δια­μά­ντης ά­φη­σε με “κο­λο­βό φι­νά­λε”. Όσο για την ε­πι­λο­γή του διη­γή­μα­τος, αυ­τή πα­ρου­σιά­ζε­ται ευ­θύς εξ αρ­χής ως δε­δο­μέ­νη, α­φού το ζη­τού­με­νο ή­ταν μια πα­πα­δια­μα­ντι­κή η­ρωί­δα, που θα μπο­ρού­σε να κα­τα­λή­ξει στο κρε­βά­τι του α­φη­γη­τή, του­τέ­στιν του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο οιοσ­δή­πο­τε, α­πό τους πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γους μέ­χρι τον πρώ­το τυ­χό­ντα α­πό­φοι­το λυ­κείου, θα υ­πο­δεί­κνυε α­συ­ζη­τη­τί την Μο­σχού­λα. Κα­τά συ­νέ­πεια, αν έ­να πα­πα­δια­μα­ντι­κό διή­γη­μα πα­ρα­μέ­νει φαι­νο­με­νι­κά η­μι­τε­λές, αυ­τό εί­ναι το «Όνει­ρο στο κύ­μα». Μέ­χρι που οι νεό­τε­ροι σχο­λι­κοί σύμ­βου­λοι το πρό­τα­ξαν στο α­να­γνω­στι­κό της τρί­της Λυ­κείου, το­νί­ζο­ντας ό­τι κα­τα­χω­ρί­ζε­ται στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά. 

Το δί­κιο του α­να­γνώ­στη

Θη­ρίο εί­χε γί­νει ο Σά­λι­ντζε­ρ, καί­τοι στα ε­νε­νή­ντα του, ό­ταν κα­τα­πιά­στη­καν να ο­λο­κλη­ρώ­σουν τον κρι­νό­με­νο ως κο­λο­βό «Φύ­λα­κα στη σί­κα­λη». Κι αν δεν πέ­θαι­νε, διό­λου α­πί­θα­νο να κα­τέ­φευ­γε στην αυ­το­δι­κία, κα­θώς τα δι­κα­στή­ρια δι­καιώ­νουν συ­νή­θως το ευ­ρύ κοι­νό, που θέ­λει έ­να ζου­με­ρό “στό­ρυ” και ό­χι δύ­σβα­τα α­να­γνώ­σμα­τα. Όπως δια­τεί­νε­ται και ο Ρε­τσί­νας, ο συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει να δί­νει έ­να φι­νά­λε, ό­χι κα­τά το γού­στο του, αλ­λά τέ­τοιο που να ι­κα­νο­ποιεί τα α­να­γνω­στι­κά γού­στα. Η α­πει­λή, πά­ντως, της αυ­το­δι­κίας δεν υ­πάρ­χει στην πε­ρί­πτω­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη, ε­κα­τόν έ­να χρό­νια πε­θα­μέ­νος. Όσο για τους σε­βά­σμιους πνευ­μα­τι­κούς κλη­ρο­νό­μους του έρ­γου του, αυ­τοί εί­ναι ό­λοι τους του γλυ­κού νε­ρού. Ού­τε δια της γρα­φί­δος δεν τολ­μούν να τον υ­πε­ρα­σπι­στούν. 
Για να προ­κύ­ψει α­πό το διή­γη­μα μυ­θι­στό­ρη­μα, ο Μουρ­σε­λάς, ό­πως το συ­νη­θί­ζει, το χώ­ρι­σε σε δυο ί­σα μέ­ρη. Απλώ­νει την α­φή­γη­ση α­πό το νεό­κο­πο φι­νά­λε του πα­πα­δια­μα­ντι­κού διη­γή­μα­τος, φρο­ντί­ζο­ντας να δη­μιουρ­γή­σει σα­σπέ­νς γύ­ρω α­πό την ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέα του, αλ­λά και την ψυ­χο­λο­γι­κή κα­τά­στα­ση, στην ο­ποία ε­κεί­νος βρι­σκό­ταν ώ­στε να α­πο­τολ­μή­σει πα­ρό­μοια α­πο­κο­τιά. Για να το ε­πι­τύ­χει, εκ­με­ταλ­λεύε­ται τη φρά­ση του α­φη­γη­τή του Πα­πα­δια­μά­ντη γύ­ρω α­πό το τι α­πέ­γι­νε η Μο­σχού­λα: «...Σπα­νίως την εί­δα έ­κτο­τε, και δεν η­ξεύ­ρω τι γί­νε­ται τώ­ρα, ο­πό­τε εί­ναι α­πλή θυ­γά­τηρ της Εύας, ό­πως ό­λαι.» Έτσι, πλά­θει δυο θυ­γα­τέ­ρες της Εύας. Μια πρώ­τη για το κρε­βά­τι του δι­κού του α­φη­γη­τή, του Μα­νο­λώ­που­λου, και μια για την κλί­νη του α­φη­γη­τή του Πα­πα­δια­μά­ντη. 

Φι­λο­λο­γι­σμοί
έ­να­ντι μυ­θο­πλα­σίας

Το πραγ­μα­τι­κό ό­νο­μα της Μο­σχού­λας, κα­τά το μυ­θι­στό­ρη­μα, εί­ναι Ου­ρα­νία Πα­ρί­ση. Ο Ιωάν­νης Φρα­γκού­λας, που ξε­χώ­ρι­σε τα πραγ­μα­τι­κά α­πό τα φα­ντα­στι­κά ο­νό­μα­τα και πρό­σω­πα στον πα­πα­δια­μα­ντι­κό κό­σμο, υ­πο­στή­ρι­ξε βά­σι­μα πως το μό­νο πραγ­μα­τι­κό ό­νο­μα στο εν λό­γω διή­γη­μα εί­ναι του πά­τερ Σι­σώη και ό­τι ο κυρ  Μό­σχος και η α­νι­ψιά του η Μο­σχού­λα α­νή­κουν στα φα­ντα­στι­κά πρό­σω­πα. Δεν σκέ­φτη­κε ο κα­η­μέ­νος ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης “για ευ­νό­η­τους λό­γους” τους εί­χε αλ­λά­ξει τα ο­νό­μα­τα. Η συ­νέ­χεια της “κο­λο­βής ι­στο­ρίας” του Πα­πα­δια­μά­ντη το­πο­θε­τεί­ται λί­γο με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του “κο­λο­βού” διη­γή­μα­τος, Οκτώ­βριο 1900, στην Αθή­να. Στην α­νω­νυ­μία του με­γά­λου πλή­θους της πρω­τεύου­σας βρή­καν κα­τα­φύ­γιο θείος και α­νι­ψιά Πα­ρί­ση, κα­θώς, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, εμ­φα­νί­ζο­νται ως πα­ρά­νο­μο ζεύ­γος. Επί­σης, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, ζουν α­κό­μη ο πα­τέ­ρας του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο πα­π’ Αδα­μά­ντιος Εμμα­νουή­λ, και η μη­τέ­ρα του, ό­πως και ο φί­λος του Νή­φω­νας, κα­τά κό­σμον Δια­νέ­λος, με τον ο­ποίο ε­ξα­κο­λου­θεί να “μπε­κρο­πί­νει”. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­ψα­ξε και βρή­κε σε συ­νοι­κία της Αθή­νας το σπί­τι του ζεύ­γους και άρ­χι­σε να πα­ρα­φυ­λά­ει την Μο­σχού­λα, κα­θι­σμέ­νος στο κα­φε­νείο της γω­νίας. Αντί­θε­τα με τις συ­νή­θειές του, το έ­ρι­χνε στα “ου­ζά­κια”. Όσο για την Μο­σχού­λα, εμ­φα­νί­ζε­ται σαν μια σύγ­χρο­νη Λο­λί­τα.  Σπι­τω­μέ­νη α­πό τον θείο, συμ­με­τέ­χει στα ε­ρω­τι­κά τους παι­χνί­δια και “στη ζού­λα κα­πνί­ζει”. 
Ανα­μέ­νο­ντας στο κα­φε­νείο ο Πα­πα­δια­μά­ντης, υ­πο­τί­θε­ται ό­τι βα­σα­νι­ζό­ταν να βρει θέ­μα για το διή­γη­μα που του εί­χε πα­ραγ­γεί­λει ο Δρο­σί­νης και το ο­ποίο δεν σή­κω­νε κα­θυ­στέ­ρη­ση. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο εί­ναι δι­κό μας. Ο Μουρ­σε­λάς μάλ­λον δεν θα γνω­ρί­ζει το δι­δα­κτι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου πε­ριο­δι­κό «Εθνι­κή Αγω­γή», που ο Δρο­σί­νης ξε­κί­νη­σε την ε­πο­μέ­νη του α­τυ­χούς πο­λέ­μου του 1897 και το ο­ποίο πρό­σε­χε ι­διαί­τε­ρα. Τε­λι­κά, έ­να βρά­δυ κα­θώς ερ­χό­ταν να στή­σει καρ­τέ­ρι, μια συ­νά­ντη­ση του έ­δω­σε την ι­δέα για το διή­γη­μα, που εί­ναι «Τα δαι­μό­νια στο ρέ­μα». Μπο­ρεί μεν ε­κεί­νο το διή­γη­μα να δη­μο­σιεύ­τη­κε πριν το «Όνει­ρο στο κύ­μα», στις 15 Ιου­λίου 1900, αλ­λά για τις α­νά­γκες της μυ­θο­πλα­σίας το­πο­θε­τεί­ται αρ­γό­τε­ρα. Όπως και να έ­χει, το 1900, ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­πο­λάμ­βα­νε με­γά­λης α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τας, ό­πως θα το θέ­τα­με σή­με­ρα. Τό­σο με­γά­λης, που έ­νας α­πό ε­κεί­νη “την α­συ­μπα­θή και ά­στορ­γο συ­ντρο­φιά”, που στο διή­γη­μα τον ε­γκα­τέ­λει­ψε στο ρέ­μα, τον α­να­γνώ­ρι­σε στο δρό­μο και του ζή­τη­σε συγ­γνώ­μη για την αλ­λο­τι­νή συ­μπε­ρι­φο­ρά του. Εκεί­νη η πα­ρέα παι­διών εί­χε ε­γκα­τα­λεί­ψει τον α­φη­γη­τή, “δε­κα­ε­τές παι­δίο­ν”, “στην βρύ­σιν του Χαι­ρη­μο­νά”. Πε­ρι­πλα­νώ­με­νο ε­κεί, το παι­δίον, του­τέ­στιν ο Πα­πα­δια­μά­ντης, εί­χε μια τραυ­μα­τι­κή ε­μπει­ρία, με συ­νέ­πειες σε ό­λη του τη ζωή.

Ίμε­ρος ά­νευ κλι­νο­πά­λης

Πα­ρα­στα­τι­κή και χυ­μώ­δης εί­ναι η συ­ζή­τη­ση Μα­νω­λό­που­λου και Ρε­τσί­να για το πό­σο “ξε­νέ­ρω­τος ε­ρω­τι­κά” ή­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Προ­βλη­μα­τί­ζο­νταν κα­τά πό­σο “εί­χε πά­ει πο­τέ με γυ­ναί­κα” ή, μή­πως “μια στις τό­σες, πλή­ρω­νε μια ο­ρι­σμέ­νη πόρ­νη να τον ε­πι­σκέ­πτε­ται τις νύ­χτες στο σπί­τι του”. Λο­γι­κό­τε­ρος των δυο ο Μα­νω­λό­που­λος, α­ντέ­κρουε την πι­θα­νό­τη­τα με το σκε­πτι­κό ό­τι “οι βί­ζι­τες α­πό τέ­τοιες γυ­ναί­κες πλη­ρώ­νο­νται α­δρά”. Κα­τά τα άλ­λα, τον φα­ντά­ζο­νταν “κα­θι­σμέ­νο στο σα­ρα­βα­λια­σμέ­νο γρα­φειά­κι του, στο μι­σο­ε­ρει­πω­μέ­νο σπι­τά­κι του, να θυ­μά­ται το γυ­μνό της Μο­σχού­λας”. Πε­νη­ντά­ρης ε­κεί­νος, σα­ρά­ντα τό­σο ε­κεί­νη. Σα­ρά­ντα ο­κτώ, κα­τά το διή­γη­μα, αλ­λά πα­ρό­μοια η­λι­κία σί­γου­ρα θα α­πω­θού­σε την α­να­γνώ­στρια, συ­νη­θι­σμέ­νη στις α­πο­κα­λού­με­νες ροζ ι­στο­ρίες. Όπως και να έ­χει, στο “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο” «Όνει­ρο στο κύ­μα», δει­πνούν οι δυο τους “σε τα­βερ­νά­κι της Πλά­κας”. Εκεί­νος, ό­ντας “ά­τολ­μος”, ό­ρι­σε το ρα­ντε­βού δια ε­πι­στο­λής. Η Μο­σχού­λα τον γνώ­ρι­σε α­μέ­σως α­πό “τις φω­το­γρα­φίες του στις ε­φη­με­ρί­δες”. Ας μην το χα­λά­σου­με με την φι­λο­λο­γί­ζου­σα πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι τό­τε α­κό­μη δεν τον εί­χε α­πα­θα­να­τί­σει ο φω­το­γρα­φι­κός φα­κός. Τέ­λος, ε­κεί­νη, σαν άλ­λη Εύα, τον πα­ρέ­συ­ρε στο σπί­τι της, μια και ο θείος έ­λει­πε στη Σκιά­θο.
Δυ­στυ­χώς, πα­ρό­λο που το φι­νά­λε του “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νου” διη­γή­μα­τος δεν γρά­φε­ται για να ι­κα­νο­ποιή­σει τον α­να­γνώ­στη της ρο­μα­ντι­κής ε­πο­χής του Πα­πα­δια­μά­ντη αλ­λά τον με­τα­νεω­τε­ρι­κό της σή­με­ρον, δεν προ­βλέ­πε­ται η ε­πί κλί­νης συ­νεύ­ρε­ση Πα­πα­δια­μά­ντη και Μο­σχού­λας. Η μια σκη­νή α­πό ε­ρω­τι­κή κλι­νο­πά­λη, που α­να­ζη­τού­σε δια­καώς στο έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη ο Κώ­στας Ακρί­βος, δεν υ­πάρ­χει ού­τε στην κα­τά Μουρ­σε­λά “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη” μορ­φή. Ο Μουρ­σε­λάς δεν αγ­γί­ζει “τα ιε­ρά και ό­σια”. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, ως μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και δη, μπε­στ-σε­λε­ρί­στας, γνω­ρί­ζει πως να ι­κα­νο­ποιεί τους α­να­γνώ­στες του, ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, τις α­να­γνώ­στριές του. Γι’ αυ­τό ξε­κι­νά­ει με μια Εύα στο κρε­βά­τι του Μα­νω­λό­που­λου. Άλλω­στε, με αυ­τόν έ­χει το πά­νω χέ­ρι, δι­κό του alter ego εί­ναι. Εκεί, λοι­πόν, πραγ­μα­το­ποιεί­ται μια μο­να­δι­κή σκη­νή κλι­νο­πά­λης, κα­τά τις κά­πο­τε και “πα­ρεκ­κλί­νου­σες” ε­ρω­τι­κές εμ­μο­νές ε­νός Πε­λο­πον­νή­σιου. Κι αυ­τό, χά­ρις στην Εύα, που, ό­πως ό­λες οι Εύες, γνω­ρί­ζει να με­τα­μορ­φώ­νε­ται την κρί­σι­μη στιγ­μή α­πό σε­μνή και ά­πρα­γη σε πόρ­νη. Μια σκη­νή, που, στη λο­γο­τε­χνι­κή εκ­δο­χή της, εί­ναι αι­σθη­σια­κή και πο­λύ θα την ζή­λευαν οι κυ­ρίες που συγ­γρά­φουν τα μπε­στ σέ­λερ. Μό­νο που ε­κεί­νες, α­κό­μη και ό­ταν α­πο­τολ­μούν να την εν­θέ­σουν, ό­πως γί­νε­ται σε έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της Δη­μου­λί­δου, που πα­ρέ­μει­νε για μή­νες στους κα­τα­λό­γους των μπε­στ-σέ­λε­ρ, πο­τέ δεν θα εκ­κι­νού­σαν με αυ­τήν. Τολ­μη­ρός ό­σο και ρο­μα­ντι­κός ο Μουρ­σε­λάς, την προ­τάσ­σει μεν, αλ­λά φυ­λά­ει για το τέ­λος τη σκη­νή του με­γά­λου έ­ρω­τα, που θα διαρ­κέ­σει για το υ­πό­λοι­πο του βίου των δυο ε­ρα­στών. Δη­λα­δή, με την ο­πτι­κή μιας α­να­γνώ­στριας, γρά­φει “το α­πό­λυ­το μπε­στ-σέ­λε­ρ”. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, ό­πως και ο Πα­πα­δια­μά­ντης, δεν κα­τόρ­θω­σε να πά­ρει κε­φά­λι α­πό την βα­σί­λισ­σα του μπε­στ-σέ­λερ κα­τά το πα­πα­δια­μα­ντι­κό 2011, Λέ­να Μα­ντά.  
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου 


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/12/2012.