Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Παρτίδα σκακιού

Επα­νερ­χό­μα­στε στην α­να­σύν­θε­ση της λο­γο­τε­χνι­κής σχέ­σης Πα­λα­μάς-Κα­βά­φης. Ει­σα­γω­γι­κά, στη σει­ρά των πέ­ντε ε­πι­φυλ­λί­δων στην εφ. «Ελεύ­θε­ρος Λό­γος» του 1924, ο Πα­λα­μάς α­να­φέ­ρει πως δεν πα­ρα­κο­λου­θεί “την κί­νη­ση στα γράμ­μα­τα”. Πα­ρα­πο­νεί­ται πως και “οι άλ­λοι αρ­χί­ζουν να τον λη­σμο­νούν, να τον πα­ρα­με­ρί­ζουν, να τον ξε­γρά­φου­ν”. Πα­ρό­μοια σχό­λια θα μπο­ρού­σαν να ερ­μη­νευ­θούν ως ο α­ντί­χτυ­πος της αυ­ξα­νό­με­νης πα­ρου­σίας του Κα­βά­φη στα α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα. Ήδη, α­πό τον Μάι. του 1922, δη­μο­σιεύει στο περ. «Μού­σα», αλ­λά και σε ε­φη­με­ρί­δες, α­πό τον Ιούλ. του 1923 στο νεό­τευ­κτο «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα» και  α­πό τον Δεκ., στον «Ελεύ­θε­ρο Λό­γο». Τέ­λη 1923, αρ­χί­ζει η αλ­λη­λο­γρα­φία του Κα­βά­φη με  τον Μά­ριο Βαϊά­νο. Ιαν. 1924, κυ­κλο­φο­ρεί το πρώ­το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού του Βαϊά­νου, «Νέα Τέ­χνη». Εξαρ­χής ταγ­μέ­νο να με­γα­λύ­νει τον Αλε­ξαν­δρι­νό, α­ναγ­γέλ­λει για τον Απρί­λιο α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος.
“Αυ­τή εί­ναι μια με­γά­λη χρο­νιά για τον Κα­βά­φη και το έρ­γο του”, σχο­λιά­ζει ο Τσίρ­κας, ει­σα­γω­γι­κά, για το 1924. Αν ό­χι λο­γο­τε­χνι­κά με­γά­λη, σί­γου­ρα πά­ντως, εί­ναι η χρο­νιά που ο Κα­βά­φης κα­θί­στα­ται πρό­σω­πο της ε­πι­και­ρό­τη­τας. Στις 18 Μαρ., δη­μο­σιεύε­ται στον α­λε­ξαν­δρι­νό Τύ­πο “Δια­μαρ­τυ­ρία δια­νοου­μέ­νων. Οι φί­λοι του κ. Κων­στα­ντί­νου Κα­βά­φη”, για υ­βρι­στι­κή ε­πί­θε­ση ε­να­ντίον του, με 37 υ­πο­γρά­φο­ντες. Στις 11 Απρ., δεύ­τε­ρη “δια­μαρ­τυ­ρία λο­γίων και θαυ­μα­στώ­ν” δη­μο­σιεύε­ται, αυ­τήν τη φο­ρά, στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο, με 32 υ­πο­γρα­φές γη­γε­νών. Αυ­τά τα κεί­με­να δια­μαρ­τυ­ρίας κα­τα­λή­γουν κεί­με­να προ­βο­λής, δη­μιουρ­γώ­ντας τους πρώ­τους κα­βα­φι­κούς πυ­ρή­νες, που, στη συ­νέ­χεια, θα συμ­βάλ­λουν στη δη­μιουρ­γία α­ντί­στοι­χων πα­λα­μι­κών.
Σχε­τι­κά, ω­στό­σο, με τις πέ­ντε ε­πι­φυλ­λί­δες, μέ­νει η α­πο­ρία, ποια στά­θη­κε η α­φορ­μή, το 1924, για να α­σχο­λη­θεί ο Πα­λα­μάς και πά­λι με τον Κα­βά­φη, με­τριά­ζο­ντας την ευ­νοϊκή ε­ντύ­πω­ση του πρώ­του, προ τριε­τίας, άρ­θρου του. Για να α­πα­ντη­θεί, α­παι­τεί­ται η χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη των ψη­φί­δων της σχέ­σης τους. Αν και μό­νο υ­πο­θέ­σεις ε­πι­τρέ­πο­νται, κα­θώς η συ­σχέ­τι­ση αι­τίου-αι­τια­τού πα­ρα­μέ­νει πά­ντο­τε ε­πι­σφα­λής. Στις 3 Απρ. 1924, δη­μο­σιεύ­τη­κε στην εφ. της Αλε­ξάν­δρειας «Τα­χυ­δρό­μος», συ­νέ­ντευ­ξη του Κα­βά­φη στον Ν. Γιο­κα­ρί­νη. Στο τέ­λος, ο Αθη­ναίος δη­μο­σιο­γρά­φος του θέ­τει την ε­ρώ­τη­ση, που μάλ­λον εί­χε ε­ξαρ­χής κα­τά νου, αν δεν ή­ταν αυ­τή που πυ­ρο­δό­τη­σε τη συ­νέ­ντευ­ξη: “Κύ­ριε Κα­βά­φη. Μού εί­παν ό­τι ο κ. Πα­λα­μάς, ως ποιη­τής, δεν έ­χει την ε­κτί­μη­σίν σας.” “Ο κ. Πα­λα­μάς, φί­λε, εί­νε με­γά­λος λυ­ρι­κός ποιη­τής... μα, του Κα­βά­φη δεν του α­ρέ­σει η λυ­ρι­κή ποίη­σις. Η πολ­λή λυ­ρι­κή, η εν­θου­σιώ­δης ποίη­σις δεν με ελ­κύει. Ο Πα­λα­μάς έ­χει πολ­λάς ε­ξάρ­σεις.”  Ήταν η α­πά­ντη­ση του Κα­βά­φη, που θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ει­λι­κρι­νής, κα­θώς α­ντι­κα­θρε­φτί­ζει την αι­σθη­τι­κή του πε­ρί ποίη­σης. Ανε­ξάρ­τη­τα αν οι ευ­θέως δια­τυ­πω­μέ­νες κρί­σεις με­τα­ξύ ο­μό­τε­χνων α­νέ­κα­θεν δεν συ­νη­θί­ζο­νταν. Κα­τά την εκ­δο­χή του Τί­μου Μα­λά­νου, πά­ντως, εί­χε προ­λά­βει ο Βαϊά­νος να ζη­τή­σει α­πό τον Πα­λα­μά, για το α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού του, τη γνώ­μη του για τον Κα­βά­φη, ε­κεί­νος εί­χε αρ­νη­θεί να α­πα­ντή­σει και αυ­τό το εί­χε ή­δη μά­θει ο Κα­βά­φης.
Όσο για την πα­ρά­πλευ­ρη α­πο­ρία, σχε­τι­κά με το τι με­σο­λά­βη­σε με­τα­ξύ 2ης και 3ης ε­πι­φυλ­λί­δας, αρ­χές Ιουλ., και πα­ρα­κάμ­φθη­κε η πε­ραι­τέ­ρω ευ­θεία α­να­φο­ρά στον Κα­βά­φη, μία πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νη υ­πό­θε­ση θα ή­ταν η α­να­δη­μο­σίευ­ση στον α­λε­ξαν­δρι­νό Τύ­πο μέ­ρους της 2ης ε­πι­φυλ­λί­δας του, με τίτ­λο, «Ο Κω­στής Πα­λα­μάς πε­ρί της ποιή­σεως των σύγ­χρο­νων η­δο­νι­στών. Μυ­ρί­ζει Κα­βα­φί­λας». Θα μπο­ρού­σε, ό­μως, να τον α­πέ­τρε­ψαν και μό­νο οι συ­ζη­τή­σεις γύ­ρω α­πό την προ­ε­τοι­μα­σία του εν λό­γω α­φιε­ρω­μα­τι­κού τεύ­χους. Αυ­τό το τεύ­χος της αρ­χι­κά μη­νιαίας «Νέ­ας Τέ­χνης» θα βγει τε­τρα­πλό, Ιούλ.-Οκτ. 1924 και θα κυ­κλο­φο­ρή­σει στο τέ­λος Δεκ. Στις 29 Δεκ. 1924 και 23 Φεβ. 1925, ο Πα­λα­μάς θα δη­μο­σιεύ­σει στον «Ελεύ­θε­ρο Λό­γο» δυο α­κό­μη ε­πι­φυλ­λί­δες, ό­που α­να­φέ­ρε­ται, εν συ­ντο­μία, στον Κα­βά­φη. Σε αυ­τές, η διά­θε­ση εί­ναι ευ­θέως α­πορ­ρι­πτι­κή.
Στην πρώ­τη, μία βι­βλιο­κρι­σία για την τρί­τη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, «Στο γύ­ρι­σμα της ρί­μας», του Ρή­γα Γκόλ­φη, έκ­δο­ση ε­κεί­νης της χρο­νιάς, ό­ταν φτά­νει στο θέ­μα της στι­χουρ­γίας, α­πο­κα­λεί τον Γκόλ­φη “α­ρι­στο­τέ­χνη του πα­τρο­πα­ρά­δο­του στί­χου”, του δε­κα­πε­ντα­σύλ­λα­βου. Σε α­ντι­δια­στο­λή, το­νί­ζει “το ύ­που­λο ξε­κάρ­φω­μα του ε­θνι­κού μας στί­χου στα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη”, τον ο­ποίο α­να­φέ­ρει ως “τον πρω­το­τυ­πό­τε­ρο α­νά­με­σα στη νέα γε­νιά ερ­γά­τη”. Χα­ρα­κτη­ρι­σμό, που ο Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ως θε­τι­κό. Μάλ­λον ει­ρω­νι­κός δεί­χνει, κα­θώς ε­ντάσ­σει και πά­λι τον Κα­βά­φη στη νέα γε­νιά. Αντι­θέ­τως, τις στι­χουρ­γι­κές πα­ρεκ­κλί­σεις του νε­α­ρού Ήβου Δέλ­του, ο Πα­λα­μάς τις α­πο­δέ­χε­ται, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντάς τον “προι­κι­σμέ­νο μυ­στα­γω­γό”. Πρό­κει­ται για τον Κων. Τσά­τσο, 25ε­τή, με τον ο­ποίο εί­χε α­να­πτύ­ξει σχέ­ση δα­σκά­λου-μα­θη­τή, και μά­λι­στα, πο­λύ θερ­μή, σύμ­φω­να με τις α­να­φο­ρές του Τσά­τσου στην αυ­το­βιο­γρα­φία του. Στη δεύ­τε­ρη, για τον «Οδυσ­σέ­α» του Α. Γε­ρά­νη, ψευ­δώ­νυ­μο του Κα­ζα­ντζά­κη, ε­γκω­μιά­ζο­ντας τον “ε­ντε­κα­σύλ­λα­βο στί­χο στη λύ­ρα του Γε­ρά­νη”, κά­νει λό­γο για “τα ζυ­μα­ρι­κά της Σχο­λής των Κα­βά­φη­δω­ν”.
Κα­τά μία εκ­δο­χή, το κα­βα­φι­κό τεύ­χος της «Νέ­ας Τέ­χνης» έ­φε­ρε το α­φιέ­ρω­μα στον Πα­λα­μά του α­λε­ξαν­δρι­νού περ. «Νέα Ζωή» (7 Απρ. 1926). Η συ­σχέ­τι­ση δεν στε­ρεί­ται υ­πό­στα­σης, κα­θώς ή­ταν και γι’ αυ­τόν το πρώ­το α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος. Φί­λα κεί­με­νος στον Πα­λα­μά ο Φι­λο­λο­γι­κός Σύλ­λο­γος του πε­ριο­δι­κού, εί­χε διορ­γα­νώ­σει τον Ιαν., ο­μι­λίες για τη συ­μπλή­ρω­ση πε­νή­ντα χρό­νων α­πό την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση ποιή­μα­τός του, «Το γιού­λι», στο «Αττι­κόν Ημε­ρο­λό­γιο» του Ει­ρη­ναίου Ασώ­πιου. Ενώ, στην Αθή­να, τα   50χρο­να του έρ­γου του ε­ορ­τά­στη­καν δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με α­φορ­μή την έκ­δο­ση της πρώ­της ποιη­τι­κής του συλ­λο­γής, «Τρα­γού­δια της πα­τρί­δας μου». Στην ε­ναρ­κτή­ρια βρα­διά των ε­ορ­τα­σμών, στην αί­θου­σα του Ελλη­νι­κού Σω­μα­τείου «Αι­σχύ­λος-Αρίων», πα­ρευ­ρέ­θη­κε ο Κα­βά­φης, αλ­λά το ό­νο­μά του πα­ρα­λεί­φθη­κε στον κα­τά­λο­γο που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος. Αυ­τό κα­τήγ­γει­λε σε δη­μο­σίευ­μά του στο περ. της Αλε­ξάν­δρειας «’Ισις» (1 Μαΐ. 1926) ο Α. Γ. Συ­μεω­νί­δης, ο πρώ­τος εκ­δό­της, μα­ζί με την Ρί­κα Σε­γκο­πού­λου, του κα­βα­φι­κού πε­ριο­δι­κού «Αλε­ξαν­δρι­νή Τέ­χνη». Εί­χε προ­η­γη­θεί στο ί­διο πε­ριο­δι­κό, δη­μο­σίευ­μα της Σε­γκο­πού­λου, ό­που μέμ­φε­ται ο­μι­λη­τή ε­κεί­νης της βρα­διάς, για­τί εί­χε α­πο­κα­λέ­σει τον Πα­λα­μά κο­ρυ­φαίο των Ελλή­νων ποιη­τών. Αβι­βλιο­γρά­φη­το το δη­μο­σίευ­μα, α­να­φέ­ρε­ται α­πό τους Μ. Για­λου­ρά­κη και Θ. Σου­λο­γιάν­νη, χω­ρίς να κα­το­νο­μά­ζε­ται ο “πα­λα­μο­λά­τρης” ο­μι­λη­τής.
Εδώ, πα­ρεμ­βάλ­λε­ται μία ψη­φί­δα της σχέ­σης τους, ελ­λι­πώς κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη, αλ­λά ι­διαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρου­σα, κα­θώς α­να­φέ­ρε­ται σε μία δεύ­τε­ρη φο­ρά, που ο Κα­βά­φης δια­τύ­πω­σε ά­πο­ψη για τον Πα­λα­μά. Δεν πρό­κει­ται για συ­νέ­ντευ­ξη, αλ­λά για προ­φο­ρι­κό σχό­λιο, για το ο­ποίο υ­πάρ­χουν του­λά­χι­στον δυο δη­μο­σιο­ποιη­μέ­νες μαρ­τυ­ρίες, που λαν­θά­νουν της Βι­βλιο­γρα­φίας Κα­βά­φη. Ωστό­σο, κα­τα­γρά­φο­νται α­να­φο­ρές τρί­των σε αυ­τές. Στις 18 Φεβ. 1926, στον «Τα­χυ­δρό­μο» της Αλε­ξάν­δρειας, εί­χε δη­μο­σιευ­τεί ε­πι­στο­λή, με την υ­πο­γρα­φή Α. Γ. Σ., ό­που α­να­φέ­ρε­ται διά­λο­γος  Κα­βά­φη-Μα­λά­νου, στο ε­ντευ­κτή­ριο του περ. «Γράμ­μα­τα». Διά­φο­ρα φέ­ρε­ται να ει­πώ­θη­καν ε­κεί πε­ρί Πα­λα­μά, τα ο­ποία, την ε­πο­μέ­νη, με ε­πι­στο­λή στην ε­φη­με­ρί­δα, διέ­ψευ­σε ο εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού, Στέ­φα­νος Πάρ­γας. Συμ­φώ­νη­σε, ω­στό­σο, ό­τι ο Κα­βά­φης εί­πε ό­τι “θεω­ρεί τον Γρυ­πά­ρη και τον Μα­λα­κά­ση ποιη­τάς α­νω­τέ­ρους απ’ τον Πα­λα­μά”.  
Αυ­τή η α­κρι­το­μυ­θία Κα­βά­φη θα μπο­ρού­σε να εί­χε συμ­βάλ­λει στις α­πό­ψεις πε­ρί Κα­βά­φη, που ο Πα­λα­μάς δια­τύ­πω­σε σε συ­νέ­ντευ­ξή του, Ιούλ. 1926, στον κύ­πριο ποιη­τή Λου­κά Χρι­στο­φί­δη. Δη­μο­σιεύ­τη­κε στο περ. της Αλε­ξάν­δρειας «Οθό­νη», 16 Οκτ. 1926. Ο συ­νε­ντευ­ξια­στής υ­πήρ­ξε πιε­στι­κός, στην προ­σπά­θειά του να εκ­μαιεύ­σει την α­πόρ­ρι­ψη του ποιη­τή Κα­βά­φη. Λέ­γε­ται, πως ή­θε­λε να εκ­δι­κη­θεί τον Κα­βά­φη για την πε­ρι­φρό­νη­ση που ε­κεί­νος εί­χε ε­πι­δεί­ξει δη­μο­σίως στο πρό­σω­πό του. Αρχι­κά, ο Πα­λα­μάς υ­πεκ­φεύ­γει την ε­ρώ­τη­ση, κα­τά πό­σο εί­ναι ο Κα­βά­φης ποιη­τής. Τε­λι­κά, ό­μως, α­πο­δέ­χε­ται την αμ­φι­σβή­τη­ση, με την ευ­θύ­βο­λη πα­ρα­τή­ρη­ση: “Μάλ­λον για ρε­πορ­τά­ζ, μοιά­ζουν τα γρα­φτά του, λες και φρο­ντί­ζει να μας δώ­σει Ρε­πορ­τάζ α­πό τους αιώ­νες...” Και συ­νε­χί­ζει, δί­νο­ντας τη δι­κή του αι­σθη­τι­κή πε­ρί ποίη­σης: “Εί­ναι με­ρι­κά α­πό τα ση­μειώ­μα­τά του αυ­τά που παν να μοιά­σουν σκί­τσα ι­δεών, που πρό­κει­ται να γί­νουν κα­λά τρα­γού­δια. Μα που ο ερ­γά­της των τ’ α­φί­νει μό­νο σε σχέ­δια...” 
Σε αυ­τήν την ά­πο­ψη, πα­ρα­μέ­νει, ό­πως δεί­χνει μία δεύ­τε­ρη συ­νέ­ντευ­ξή του, τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα (7 Μαΐ. 1930), στον Γ. Πιε­ρί­δη, δη­μο­σιευ­μέ­νη στην εφ. της Αλε­ξάν­δρειας «Τα­χυ­δρό­μος -Ομό­νοια». Επα­να­λαμ­βά­νει την ε­ντύ­πω­ση πως “μοιά­ζουν σχε­διά­σμα­τα που πά­νε να γί­νουν ποίη­μα.” Κά­τι σαν “κομ­μά­τια α­πό δια­βά­σμα­τα”. Το ί­διο, στην “ει­κό­να της σύγ­χρο­νης ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας”, που σκια­γρα­φεί για τη γαλ­λι­κή ε­φη­με­ρί­δα «Φι­γκα­ρώ», έ­να χρό­νο πριν, 10 Φε­βρ. 1929. Αλλά και σε πο­λύ κα­το­πι­νές ε­πι­στο­λές του: στον Ηρα­κλή Απο­στο­λί­δη (14 Σεπ. 1933) και στον Γλαύ­κο Αλι­θέρ­ση (1 Ιαν. 1935). Ενδια­μέ­σως, στο με­λέ­τη­μά του, που δη­μο­σιεύει σε τρεις συ­νέ­χειες στο «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα» (11, 25 Νοε., 13 Δεκ. 1926), ως λό­γο υ­πε­ρα­σπι­στι­κό του στί­χου του κα­νο­νι­κού έ­να­ντι του ε­λεύ­θε­ρου, α­να­φέ­ρει τον Κα­βά­φη δεύ­τε­ρο με­τά τον Σι­κε­λια­νό ως έ­ναν α­πό ε­κεί­νους που καλ­λιέρ­γη­σαν τον ε­λεύ­θε­ρο στί­χο. Μό­νο που ο Σι­κε­λια­νός “γύ­ρι­σε ύ­στε­ρα στις με­λω­δι­κές αρ­μο­νίες”, ε­νώ ο Κα­βά­φης “έ­κα­νε νό­μο την α­ξέ­γνοια­στην α­μορ­φία του στί­χου”.
Από την πλευ­ρά του, ο Κα­βά­φης α­να­φέ­ρει γρα­πτώς το ό­νο­μα Πα­λα­μά μό­νο σε τέσ­σε­ρις ε­πι­στο­λές του προς τον Βαϊά­νο. Με τον βρα­χύ­λο­γο τρό­πο, που υιο­θε­τεί σε ό­λες τις ε­πι­στο­λές του, τον πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι εί­δε στα δυο φύλ­λα του «Ελεύ­θε­ρου Λό­γου», “την πα­ρα­τή­ρη­σιν του Πα­λα­μά πε­ρί της στι­χουρ­γι­κής του (εν άρ­θρω πε­ρί του Ρή­γα Γκόλ­φη)”, και ό­τι “ο Πα­λα­μάς κά­μνει μνείαν του ο­νό­μα­τος του”. Τό­σο ου­δέ­τε­ρα, ό­ταν ο Με­σο­λογ­γί­της κά­νει λό­γο, α­ντι­στοί­χως, για “ξε­κάρ­φω­μα του κα­βα­φι­κού στί­χου” και “ζυ­μα­ρι­κά της Σχο­λής των Κα­βά­φη­δω­ν”. Επί­σης, ό­τι εί­δε τα υ­πο­στη­ρι­κτι­κά γράμ­μα­τα του Κλέω­νος Πα­ρά­σχου και της Άλκη Θρύ­λου στο περ. της Αλε­ξάν­δρειας «Ίσις» (6 και 13 Νοε. 1926), αλ­λά και “την πο­λύ πα­ρά­ξε­νη ε­πι­στο­λή του Πα­λα­μά”, στο «Έθνος» (13 Απρ. 1928), σχε­τι­κά με τον ελ­λη­νο­γάλ­λο συγ­γρα­φέα Κων­στ. Φω­τιά­δη και την συ­νέ­ντευ­ξη ε­κεί­νου στον Σπύ­ρο Με­λά.
Αυ­τή η ε­πι­στο­λή του Πα­λα­μά εί­ναι, χρο­νι­κά, η πρώ­τη α­πό τις ε­πτά ε­πι­στο­λές, στις ο­ποίες α­να­φέ­ρει τον Κα­βά­φη. Το ύ­φος ό­λων, α­νε­ξαρ­τή­τως πα­ρα­λή­πτη, εί­ναι συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νο. Στην ε­πι­στο­λή προς τον διευ­θυ­ντή του «Έθνους», δεν α­γα­να­κτεί τό­σο για την α­πορ­ρι­πτι­κή ά­πο­ψη, που ο Φω­τιά­δης, πα­ρα­κι­νη­μέ­νος α­πό τον Με­λά, εκ­φρά­ζει για τον ί­διο, ού­τε για την ε­πι­γραμ­μα­τι­κή ε­τυ­μη­γο­ρία του: “Εί­ναι ποιη­τής ο Κα­βά­φης, α­λη­θι­νός ποιη­τής.” Αλλά για την πε­ρι­φρο­νη­τι­κή α­να­φο­ρά στους κο­ρυ­φαίους της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας: “Μα δε μι­λά­με γι’ αυ­τούς τους αιώ­νιους χω­ριά­τες με τις φου­στα­νέ­λες και τη στοι­χειώ­δη ψυ­χο­λο­γία, που εί­ναι συ­νή­θως τό­σο πτω­χή.”
Την ί­δια χρο­νιά (3 Ιουλ. 1928), σε ε­πι­στο­λή προς τον Ξε­νό­που­λο, γί­νε­ται ει­ρω­νι­κός: “Όσο και αν εί­σαι, πο­λύ σω­στά για την πνευ­μα­τι­κή σου α­νε­ξαρ­τη­σία και το προς τους νέ­ους λύ­γι­σμά σου, εν­θου­σια­σμέ­νος και ε­σύ με τον Κα­βά­φη... θα ι­δής πως έ­να μπου­κέ­το με­νε­ξέ­δες εί­ναι γο­η­τευ­τι­κό για το ά­ρω­μά του και ό­χι για το μο­ντέρ­νο ύ­φος του.” Αφορ­μή του σχο­λίου στά­θη­κε η πρό­σφα­τη τό­τε ποιη­τι­κή συλ­λο­γή του συμ­βο­λι­στή Γάλ­λου ποιη­τή Χέν­ρυ ντε Ρε­νιέ, «Flamma tenax», συ­νο­μή­λι­κου του Κα­βά­φη. Η ε­πό­με­νη ε­πι­στο­λή προς Ξε­νό­που­λο, με α­να­φο­ρά στον Κα­βά­φη (24 Φεβ. 1930), γί­νε­ται με α­φορ­μή την α­πά­ντη­ση του Ρο­μαίν Ρο­λάν σε σχε­τι­κή ε­ρώ­τη­ση γαλ­λι­κού πε­ριο­δι­κού ό­τι “ο Κω­στής Πα­λα­μάς εί­ναι ο με­γα­λύ­τε­ρος α­πό τους ζω­ντα­νούς ποιη­τές της Ευ­ρώ­πης”. Ο Πα­λα­μάς φαί­νε­ται να φέ­ρει πο­λύ βα­ρέως την α­δια­φο­ρία των γη­γε­νών λο­γο­τε­χνι­κών κύ­κλων για την με­τά­φρα­ση δι­κών του ποιη­μά­των. Ανα­φέ­ρε­ται “στα κο­ντύ­λια των Άλκη­δων Θρύ­λων και των Πέ­τρων Χά­ρη­δω­ν”, που υ­πο­στή­ρι­ζαν πως “μό­νο τα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη, ό­ταν θα με­τα­φρα­στούν, θα συ­ναρ­πά­σουν την Ευ­ρώ­πη”.
Η τε­λευ­ταία α­ντί­θε­ση στη σχέ­ση τους προέ­κυ­ψε και πά­λι με α­φορ­μή α­φιε­ρω­μα­τι­κά τεύ­χη πε­ριο­δι­κών. Το δεύ­τε­ρο α­φιέ­ρω­μα αμ­φο­τέ­ρων εί­ναι α­πό το ί­διο αι­γυ­πτιώ­τι­κο γαλ­λό­φω­νο πε­ριο­δι­κό, το «Semaine Egyptienne». Και πά­λι, προ­η­γή­θη­κε του Κα­βά­φη (25 Απρ. 1929) και έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα (15 Απρ. 1930), δη­μο­σιεύ­θη­κε του Πα­λα­μά. Ενδια­μέ­σως, δυο ε­πι­στο­λές του Πα­λα­μά δεί­χνουν, πλα­γίως, η πρώ­τη προς τον Γεν. Πρό­ξε­νο  στο Κάι­ρο, Ξε­νο­φώ­ντα Στελ­λά­κη, ευ­θέως, η δεύ­τε­ρη προς τον Γιώρ­γο Κα­τσί­μπα­λη, τον γιο του α­γα­πη­μέ­νου του φί­λου Κων­στα­ντί­νου, πό­σο του στοι­χί­ζει ο πα­ρα­γκω­νι­σμός του. Σε αυ­τήν την πε­ρίο­δο της ζωής του, ο Πα­λα­μάς στε­νο­χω­ριέ­ται, αλ­λά και χαί­ρε­ται σαν μι­κρό παι­δί. Τον εν­θου­σια­σμό του για το δι­κό του α­φιέ­ρω­μα τον δεί­χνει με μία δεύ­τε­ρη ε­πι­στο­λή προς τον Κα­τσί­μπα­λη (23 Απρ. 1930) και την ευ­χα­ρι­στή­ρια προς τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού, Νί­κο Σταυ­ρι­νό (17 Μαΐ. 1930).
Πρό­θε­σή μας στην α­να­σύν­θε­ση της ι­διό­τυ­πης δια­μά­χης Πα­λα­μά-Κα­βά­φη ή­ταν να δεί­ξου­με, πως η ε­πι­κρα­τού­σα ά­πο­ψη δεν συμ­βα­δί­ζει με τα στοι­χεία που δια­θέ­του­με. Συ­νο­ψί­ζο­ντας, ο Πα­λα­μάς ή­ταν αυ­τός, που πρώ­τος α­νη­σύ­χη­σε,   συ­νει­δη­το­ποιώ­ντας, στην αρ­χή της δε­κα­ε­τίας του ’20, την α­πή­χη­ση του Κα­βά­φη στην Αθή­να. Όσο μά­λι­στα,  αυ­τή η α­πή­χη­ση στους κύ­κλους των δια­νοου­μέ­νων της ε­πο­χής με­γά­λω­νε, τό­σο ε­κεί­νος περ­νού­σε α­πό την ά­μυ­να στην ε­πί­θε­ση. Πά­ντο­τε, ό­μως, α­πό τη θέ­ση του κρι­τι­κού, πα­ρα­μέ­νο­ντας φει­δω­λός στο δη­μό­σιο λό­γο του. Από την πλευ­ρά του, ο Κα­βά­φης, α­πηλ­λαγ­μέ­νος α­πό τις υ­παλ­λη­λι­κές του υ­πο­χρεώ­σεις στην Υπη­ρε­σία Αρδεύ­σεων α­πό τις 31 Μαρ. 1922, έ­να μή­να πριν συ­μπλη­ρώ­σει τα 59, διεκ­δι­κεί με τον τρό­πο του ε­δραίω­ση στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο. Αυ­τό, χω­ρίς συ­νε­ντεύ­ξεις ή αρ­θρο­γρα­φία. Το δι­κό του με­γά­λο α­τού εί­ναι αυ­τό που σή­με­ρα α­πο­κα­λού­με δη­μό­σιες σχέ­σεις. Στην πε­ρί­πτω­σή του, σή­μαι­νε δια­προ­σω­πι­κές ε­πα­φές, ε­πω­φε­λού­με­νος α­πό την ει­κό­να του ι­διόρ­ρυθ­μου α­λε­ξαν­δρι­νού ε­λι­τί­στα, που εί­χε καλ­λιερ­γή­σει. Τε­λι­κά, η α­ντι­πα­ρά­θε­ση Πα­λα­μά-Κα­βά­φη μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο με παρ­τί­δα σκα­κιού πα­ρά με πε­τρο­πό­λε­μο. Βρί­σκο­νται α­ντι­μέ­τω­ποι δυο γκραν με­τρ, ο πα­ρορ­μη­τι­κός Με­σο­λογ­γί­της ε­να­ντίον του συ­γκρα­τη­μέ­νου, αγ­γλι­στί cool, Αλε­ξαν­δρι­νού.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/11/2015.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Ο Καβάφης του Παλαμά

Το βρά­δυ της Πα­ρα­σκευής, στον Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο Παρ­νασ­σός, για τον ε­ορ­τα­σμό των 150 χρό­νων λει­τουρ­γίας, πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε εκ­δή­λω­ση προς τι­μή του Κω­στή Πα­λα­μά. Ο Γε­ρά­σι­μος Ζώ­ρας α­να­φέρ­θη­κε στη σχέ­ση του ποιη­τή με τον Σύλ­λο­γο και η Δέ­σποι­να Δού­κα στην ε­πι­στο­λι­κή σχέ­ση του με την Λι­λή Πα­τρι­κίου-Ια­κω­βί­δη. Εμείς, και ως α­ντί­στι­ξη σε αυ­τές τις δυο στε­νές σχέ­σεις, θα σχο­λιά­σου­με τη σχέ­ση του με τον Κ. Π. Κα­βά­φη. Πρό­κει­ται για μία σχέ­ση, που δεν υ­πήρ­ξε ού­τε προ­σω­πι­κή ού­τε ε­πι­στο­λι­κή, για την ο­ποία υ­πάρ­χουν στοι­χεία α­πό α­νο­μοιο­γε­νή δη­μο­σιεύ­μα­τα στη διάρ­κεια μίας 15ε­τίας. Συ­γκρο­τού­νται α­πό άρ­θρα, δύο συ­νε­ντεύ­ξεις και ε­πι­στο­λές προς τρί­τους του Πα­λα­μά. Αντί­στοι­χα, του Κα­βά­φη, μία συ­νέ­ντευ­ξη και ε­πι­στο­λές προς τον Μά­ριο Βαϊά­νο. Επί­σης, δη­μο­σιεύ­μα­τα τρί­των. Πα­ρό­τι η σχέ­ση τους έ­χει α­πα­σχο­λή­σει, δεν έ­χει πα­ρου­σια­στεί συ­στη­μα­τι­κά. Ση­μειώ­νου­με δυο σχε­τι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα των Μ. Για­λου­ρά­κη και Θ. Σου­λο­γιάν­νη, στα κα­βα­φι­κά α­φιε­ρώ­μα­τα των πε­ριο­δι­κών «Νέα Εστία» (1963) και «Δια­βά­ζω» (1983), που α­να­φέ­ρο­νται σε “χρο­νι­κό δια­μά­χης”. Λό­γω στε­νό­τη­τας χώ­ρου, θα δώ­σου­με μία συ­ντο­μευ­μέ­νη α­να­σύν­θε­σή της, η ο­ποία, ως έ­να βαθ­μό, δια­φο­ρο­ποιεί την ε­πι­κρα­τού­σα ά­πο­ψη, που εί­ναι φι­λο­πα­λα­μι­κή, αλ­λά ό­χι α­ντι­κα­βα­φι­κή, ρί­χνο­ντας το βά­ρος της α­ντι­πα­ρά­θε­σής τους στην α­διαλ­λα­ξία των θια­σω­τών τους.
Με αυ­τόν τον τρό­πο, την δια­τύ­πω­σε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, σε ε­πε­τεια­κή ε­πι­φυλ­λί­δα στο «Βή­μα» (28 Απρ. 1973): “Ανά­με­σα σε ε­κεί­νους που πρώ­τοι διέ­γνω­σαν την ι­διο­φυΐα του Κα­βά­φη, δι­καίως μνη­μο­νεύο­νται ξε­χω­ρι­στά ο Γρη­γό­ριος Ξε­νό­που­λος και ο Μόρ­γκαν Φόρ­στερ.” Προ­σθέ­το­ντας: “Η γραμ­μα­το­λο­γι­κή δι­καιο­σύ­νη α­παι­τεί, σε τού­τα τα δυο τι­μη­μέ­να ο­νό­μα­τα, να προ­στε­θεί έ­να τρί­το: του με­γά­λου μας ποιη­τή-κρι­τι­κού, που – ά­σχε­το αν αρ­γό­τε­ρα με­ρι­κοί ά­τσα­λοι ο­πα­δοί του κα­βα­φι­κού θιά­σου (ό­πως και κά­ποιοι δι­κοί του, άλ­λω­στε) τον έσ­πρω­ξαν σε ά­χα­ρο πε­τρο­πό­λε­μο με τον Αλε­ξαν­δρι­νό – πρώ­τος διέ­κρι­νε και δια­τύ­πω­σε, ε­ναρ­γέ­στε­ρα και α­πό τους δυο προ­η­γού­με­νους, την βα­σι­κή δο­μή του κα­βα­φι­κού έρ­γου. Ο τρί­τος αυ­τός άν­θρω­πος... ή­ταν βέ­βαια ο Πα­λα­μάς.” Ως καί­ριο θεω­ρεί πα­ρά­θε­μα α­πό ε­πι­φυλ­λί­δα του Πα­λα­μά στην εφ. «Ελεύ­θε­ρος Λό­γος» (30 Ιουν. 1924), το ο­ποίο και α­να­δη­μο­σιεύει. Ήταν η δεύ­τε­ρη α­να­φο­ρά του Πα­λα­μά στον Κα­βά­φη. Ο Σαβ­βί­δης δεν ε­πα­νήλ­θε στη σχέ­ση των δυο ποιη­τών.
Τριά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, και πά­λι με α­φορ­μή κα­βα­φι­κή ε­πέ­τειο, ο Δ. Δα­σκα­λό­που­λος σχο­λία­σε τη σχέ­ση των δυο ποιη­τών στο ί­διο πνεύ­μα με τον Σαβ­βί­δη, φέ­ρο­ντας ως τεκ­μή­ριο για την έ­γκαι­ρη ε­πι­σή­μαν­ση α­πό τον Πα­λα­μά “της ι­διο­τυ­πίας του Αλε­ξαν­δρι­νού”, φρά­ση α­πό βι­βλιο­κρι­σία του στην εφ. «Εμπρός» (4 Δεκ. 1921): Στην Αλε­ξάν­δρεια “υ­πάρ­χει εις ποιη­τής ω­μο­λο­γη­μέ­νης πρω­το­τυ­πίας, ο Κα­βά­φης, ε­ξαι­ρέ­τως τι­μώ­με­νος υ­πό των νέων ε­κεί.” Μάλ­λον χω­ρίς ε­πι­με­λή αυ­το­ψία, α­κο­λου­θώ­ντας ε­σφαλ­μέ­νη α­να­φο­ρά στην συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή βι­βλιο­γρα­φία Πα­λα­μά του Κ. Γ. Κα­σί­νη, την θεω­ρεί ως κα­τα­κλεί­δια κο­ρω­νί­δα.
Στην α­να­σύν­θε­ση της λο­γο­τε­χνι­κής σχέ­σης δύο συγ­γρα­φέων, εί­ναι μάλ­λον α­να­γκαία η α­πο­στα­σιο­ποίη­ση α­πό τα πρό­σω­πα. Ο Σαβ­βί­δης ή­ταν μεν κα­βα­φι­στής, αλ­λά εκ πε­ποι­θή­σεως και εξ α­ντα­να­κλά­σεως μέ­σω Γ. Κ. Κα­τσί­μπα­λη, πα­λα­μι­στής. Ο Δα­σκα­λό­που­λος, ε­πί­σης, εί­ναι κα­βα­φι­στής, αλ­λά μάλ­λον πα­ρέ­μει­νε και εξ α­ντα­να­κλά­σεως μέ­σω Σαβ­βί­δη, πα­λα­μι­στής. Ση­μειώ­νου­με πως, στην ί­δια ερ­μη­νευ­τι­κή γραμ­μή, κι­νεί­ται και ο Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου στην ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νη με­λέ­τη του, «Η α­θη­ναϊκή κρι­τι­κή και ο Κα­βά­φης (1918-1924)», 1985.   
Η πρώ­τη ψη­φί­δα της σχέ­σης τους εί­ναι η εν λό­γω βι­βλιο­κρι­σία, σε στή­λη που κρα­τού­σε τό­τε ο Πα­λα­μάς, υ­πο­γρά­φο­ντας ως W. Με τίτ­λο το ό­νο­μα της κρι­νό­με­νης συγ­γρα­φέως, Μα­ρία Βόλ­του, α­φο­ρά το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της, «Λε­βα­ντι­νι­σμοί!», έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα τα­ξι­διω­τι­κού τύ­που. Ο Πα­λα­μάς πα­ρα­τη­ρεί: “Φαί­νε­ται ως να ε­γρά­φη πο­λύ βια­στι­κά”,  “η γλώσ­σα του εί­ναι α­τη­μέ­λη­τος”. Πιο κα­λο­γραμ­μέ­νο θεω­ρεί το πρώ­το βι­βλίο της, “έ­να τό­μον ποιη­τι­κών και στο­χα­στι­κών πε­ζο­γρα­φη­μά­των υ­πό τον τίτ­λον «Δια­βαί­νο­ντας...» με το ψευ­δώ­νυ­μον Άργα Πη­λεία”, που εί­χε εκ­δώ­σει δυο χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Εκ προοι­μίου, προ­λαμ­βά­νει την α­πο­ρία, για­τί κρί­νει ά­ξια α­να­φο­ράς την Βόλ­του και κρι­τι­κής πα­ρου­σία­σης το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της: Εί­ναι “κό­ρη της Αλε­ξαν­δρείας, κα­θώς μαν­θά­νω, νε­α­ρω­τά­τη θε­ρά­παι­να των Μου­σώ­ν· φέ­ρει ό­νο­μα τα μέ­γι­στα τι­μώ­με­νον εις τον ε­μπο­ρι­κόν κό­σμον της Αι­γύ­πτου, εν­θυ­μί­ζον την λα­μπρο­τά­την κλη­ρο­νο­μίαν, η ο­ποία κα­τά το πα­ρελ­θόν έ­τος, διε­τέ­θη υ­πέρ του Εθνι­κού Πα­νε­πι­στη­μίου· κλη­ρο­νο­μίαν, η ο­ποία τον δια­θέ­την Ηρα­κλή Βόλ­τον αρ­κεί δια να συ­γκα­τα­λέ­ξη με­τα­ξύ των ε­πι­ση­μο­τά­των ε­θνι­κών ευερ­γε­τών.”
Από τη Ζα­γο­ρά Πη­λίου η οι­κο­γέ­νεια Βόλ­του, οι δυο α­δελ­φοί, ο Αλέ­ξαν­δρος και ο Ηρα­κλής, α­σχο­λή­θη­καν με το ε­μπό­ριο βαμ­βα­κιού. Ο Ηρα­κλής α­πε­βίω­σε το 1920, α­φή­νο­ντας ό­λη την πε­ριου­σία του στο Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών. Τον Αλέ­ξαν­δρο, ως ι­δρυ­τι­κό μέ­λος του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου της Αι­γύ­πτου, τον α­να­ζη­τεί ο Σαβ­βί­δης στους “κα­τα­λό­γους δια­νο­μής συλ­λο­γώ­ν” του Κα­βά­φη. Αντ’ αυ­τού, ε­ντο­πί­ζει τε­τρά­κις το ό­νο­μα Βόλ­του, ως Δε­σπ. Βόλ­του, το 1917, ως Μα­ρί­κα Βόλ­του, το 1918, και δις, ως Κα Βόλ­του, το 1926. Φαί­νε­ται πως ο Κα­βά­φης προ­τί­μη­σε να στέλ­νει τα φυλ­λά­διά του στο νεό­τε­ρο μέ­λος της οι­κο­γέ­νειας Βόλ­του, τη Μα­ρία, κό­ρη του ε­τε­ρο­θα­λούς α­δελ­φού τους Πα­να­γιώ­τη, γνω­ρί­ζο­ντας τις συγ­γρα­φι­κές της α­νη­συ­χίες. “Μέ­σον Α. Σε­γκό­που­λου” ση­μειώ­νει, πως θα λά­βει η Μα­ρία το πρώ­το τεύ­χος. Συ­ντο­πί­της της, α­πό την Μιτ­ζέ­λα Αλμυ­ρού Βό­λου, ο Σε­γκό­που­λος, γεν­νη­θείς το 1898, ή­ταν λί­γα μό­νο χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρός της. Η α­νά­γνω­ση του δεύ­τε­ρου βι­βλίου της, που βρέ­θη­κε στη Βι­βλιο­θή­κη Κα­βά­φη, προ­σε­χτι­κή, ό­πως δη­λώ­νουν οι υ­πο­γραμ­μί­σεις, το πι­θα­νό­τε­ρο να πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό το άρ­θρο Πα­λα­μά. 
Η βι­βλιο­κρι­σία δεν κλεί­νει, αλ­λά α­νοί­γει με την μνεία του Κα­βά­φη. Επί­σης, δεν α­πο­τε­λεί με­μο­νω­μέ­νη α­να­φο­ρά, αλ­λά μέ­ρος πε­ρι­γρα­φής της λο­γο­τε­χνι­κής κί­νη­σης στην Αλε­ξάν­δρεια: “Πε­ριο­δι­κά κυ­κλο­φο­ρούν, τα ω­ρί­μου η­λι­κίας «Γράμ­μα­τα», η νε­ο­θα­λής «Σκέ­ψη», βι­βλία εκ­δί­δο­νται, υ­πάρ­χει είς ποιη­τής ω­μο­λο­γη­μέ­νης πρω­το­τυ­πίας, ο Κα­βά­φης, ε­ξαι­ρέ­τως τι­μώ­με­νος υ­πό των νέων ε­κεί, και είς ευ­γε­νής ζη­λω­τής και υ­πο­στη­ρι­κτής των ω­ραίων γραμ­μά­των, ως α­κούω, ο Στέ­φα­νος Πάρ­γας.” Πό­σο, ό­μως, κα­λά γνω­ρί­ζει ο Με­σο­λογ­γί­της το έρ­γο του Αλε­ξαν­δρι­νού; Εξαρ­χής τα ποιή­μα­τά τους γει­το­νεύουν σε α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα, α­πό το «Αττι­κόν Μου­σείο» μέ­χρι το Ημε­ρο­λό­γιο του Σκό­κου. Ύστε­ρα, η τι­μη­τι­κή μνεία στα «Γράμ­μα­τα» και τον εκ­δό­τη τους, Πάρ­γα, δεί­χνει πως έ­χει δια­βά­σει τα ε­κεί δη­μο­σιευ­μέ­να κα­βα­φι­κά ποιή­μα­τα, αν ό­χι τα πρώ­τα, του 1911, σί­γου­ρα ε­κεί­να της τριε­τίας 1917-1919. Ακό­μη, τα ποιή­μα­τα στα τέσ­σε­ρα τεύ­χη του δι­μη­νιαίου περ. «Σκέ­ψη» του Αντώ­νη Κό­μη. Οπό­τε γεν­νιέ­ται το ε­ρώ­τη­μα, για­τί α­πο­φα­σί­ζει τό­τε να μνη­μο­νεύ­σει τον Κα­βά­φη και μά­λι­στα, κα­τά τρό­πο, τι­μη­τι­κό; 
Η ε­πι­σή­μαν­ση α­πό τον Δα­σκα­λό­που­λο του πε­ριο­ρι­στι­κού προσ­διο­ρι­σμού “τι­μώ­με­νος υ­πό των νέων ε­κεί” εί­ναι εύ­στο­χη. Πι­θα­νώς, με την α­να­φο­ρά του ζη­τά­ει να ο­ριο­θε­τή­σει την α­πή­χη­ση Κα­βά­φη μα­κράν του δι­κού του χρό­νου και χώ­ρου. Απο­φεύ­γει, πά­ντως, να δια­τυ­πώ­σει δι­κή του ά­πο­ψη, υιο­θε­τώ­ντας την κύ­ρια ε­πι­σή­μαν­ση του Ξε­νό­που­λου για τον πρω­τό­τυ­πο χα­ρα­κτή­ρα της ποίη­σής του. Δεν πι­στεύου­με, ω­στό­σο, πως εί­ναι το άρ­θρο του Ξε­νό­που­λου, πριν κο­ντά μία ει­κο­σα­ε­τία, που τον πα­ρα­κί­νη­σε, αλ­λά, το πι­θα­νό­τε­ρο, η διά­λε­ξη για τον Κα­βά­φη του Τέλ­λου Άγρα, στις 30 Μαρ. 1921. Το κεί­με­νο της ο­μι­λίας δη­μο­σιεύ­τη­κε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, στον 10ο τό­μο του «Δελ­τίου του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου, Αύγ. 1923. Ο Πα­λα­μάς δεν θα την πα­ρα­κο­λού­θη­σε στην αί­θου­σα του Ελλη­νι­κού Ωδείου. Ωστό­σο η ε­πι­τυ­χία της βρα­διάς εί­χε γί­νει ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στή.
Σύμ­φω­να με τον Ξε­νό­που­λο: “Η φι­λο­λο­γι­κή σά­λα γέ­μι­σε α­σφυ­κτι­κά... μια νέα κο­πέ­λα α­πάγ­γει­λε τα κυ­ριώ­τε­ρα κομ­μά­τια του ποιη­τή μας... Βα­θιά τα αι­σθάν­θη­κε ο κό­σμος και τα κα­τα­χει­ρο­κρό­τη­σε ό­λα. Ένα πλή­θος μά­λι­στα νέ­οι δεν τ’ ά­κου­γαν πρώ­τη φο­ρά. Τα ή­ξε­ραν α­πέ­ξω. Και φεύ­γο­ντας γο­η­τευ­μέ­νοι... έ­λε­γεν ο έ­νας στον άλ­λο: «Ο Κα­βά­φης!... α, τι ποιη­τής!»” Αυ­τοί οι εν­θου­σιώ­δεις θαυ­μα­στές του Κα­βά­φη ή­ταν οι ε­δώ νέ­οι, ό­χι οι ε­κεί. Και δεν ή­ταν μό­νο οι νέ­οι. Δυο α­θη­ναϊκές ε­φη­με­ρί­δες α­πό τις με­γα­λύ­τε­ρες, ο «Ελεύ­θε­ρος Τύ­πος» και η «Πα­τρίς», εί­χαν δη­μο­σιεύ­σει σει­ρά ποιη­μά­των του. Η πρώ­τη ε­πί μία ε­βδο­μά­δα (Μάρ. 1921), η δεύ­τε­ρη, κα­λο­καί­ρι 1921. Τέ­λος, ο Πα­λα­μάς θα εί­χε δια­βά­σει, Νοέ. 1921, στο πε­ριο­δι­κό της Ευ­γε­νίας Ζω­γρά­φου, «Ελλη­νι­κή Επι­θεώ­ρη­σις», τη με­λέ­τη του συ­νο­μή­λι­κου και φί­λου του Άγρα, Από­στο­λου Δρί­βα, γραμ­μέ­νη έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα.
Η δεύ­τε­ρη, σε χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, ψη­φί­δα της σχέ­σης τους, που μνη­μο­νεύει ο Σαβ­βί­δης, α­φο­ρά σει­ρά πέ­ντε ε­βδο­μα­διαίων ε­πι­φυλ­λί­δων (16 Ιουν. - 21 Ιουλ. 1924) του Πα­λα­μά, με τον γε­νι­κό, φροϋδι­κής έ­μπνευ­σης, τίτ­λο «Libido». Ο Πα­λα­μάς ε­στιά­ζει στο θέ­μα του γυ­μνού, εκ­κι­νώ­ντας με ά­πο­ψη πε­ρί του γυ­μνού στη ζω­γρα­φι­κή του α­με­ρι­κα­νού φι­λό­σο­φου και ποιη­τή Ραλφ Γουόλ­ντο Έμερ­σον, κύ­ριου εκ­προ­σώ­που του υ­περ­βα­τι­σμού στη Νέα Αγγλία, κα­τά τον 19ο αι. Σε αυ­τήν, α­ντι­πα­ρα­θέ­τει “τη γύ­μνια των πορ­νο­γρά­φων και των ω­μών πραγ­μα­τι­στώ­ν”. Με­τά α­να­φέ­ρε­ται στη δι­κή του ποίη­ση, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει φι­λο­σο­φι­κή, για να έρ­θει στο θέ­μα του, που εί­ναι η η­δο­νι­κή ποίη­ση του Κα­βά­φη. Επι­λέ­γει, ό­πως σχο­λιά­ζει ο Σαβ­βί­δης, “έ­να α­πό τα πιο σκαν­δα­λώ­δη ε­ρω­τι­κά ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη”. Το ποίη­μα «Να μεί­νει», με χρο­νο­λο­γία γρα­φής Μάρ. 1918 και πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση Απρ. 1924 στο περ. της Αλε­ξάν­δρειας «Αργώ». Ανα­δη­μο­σιεύ­τη­κε στο «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα» (9 Ιουν. 1924) και τρεις μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, στο «Έθνος», σε α­ντι­κα­βα­φι­κό δη­μο­σίευ­μα του Π. Τα­γκό­που­λου. Εί­ναι το πέ­μπτο ε­ρω­τι­κό ποίη­μα δη­μο­σιευ­μέ­νο σε α­θη­ναϊκό έ­ντυ­πο, αλ­λά το πρώ­το σε ε­φη­με­ρί­δα. Επί­σης, το πρώ­το α­πό τα δη­μο­σιευ­μέ­να ε­ρω­τι­κά, με “σάρ­κας γύ­μνω­μα”. Αυ­τές οι πρω­τιές εν­δέ­χε­ται να ερ­μη­νεύουν την ε­πι­λο­γή του και συ­να­κό­λου­θα, την ε­κλο­γή του θέ­μα­τος των ε­πι­φυλ­λί­δων.
Για δεύ­τε­ρη φο­ρά, ο Πα­λα­μάς πε­ριο­ρί­ζει το θέ­μα του Κα­βά­φη “στους νέ­ους ε­κεί” (= Αλε­ξάν­δρεια). Πα­ρα­κά­μπτει, δη­λα­δή, τις α­θη­ναϊκές δη­μο­σιεύ­σεις του ποιή­μα­τος, α­να­σύ­ρο­ντας το α­λε­ξαν­δρι­νό πε­ριο­δι­κό μιας δρά­κας νέων. Έχει, ό­μως προ­τά­ξει τα τεύ­χη δυο άλ­λων ελ­λα­δι­κών νε­α­νι­κών πε­ριο­δι­κών. Στην πρώ­τη ε­πι­φυλ­λί­δα, α­να­φέ­ρει τα «Μα­κε­δο­νι­κά Γράμ­μα­τα» της Θεσ­σα­λο­νί­κης, συ­γκε­κρι­μέ­να, το τεύ­χος Απρ. 1923, ό­που δη­μο­σιεύε­ται η δεύ­τε­ρη συ­νέ­χεια του με­λε­τή­μα­τος του Γ. Βα­φό­που­λου για τον Κα­βά­φη. Αυ­τό, ού­τε καν το μνη­μο­νεύει. Σχο­λιά­ζει σο­νέ­το με τίτ­λο «Πόρ­νη», χω­ρίς να α­να­φέ­ρει ό­νο­μα ποιη­τή, μό­νο πως εί­ναι έρ­γο “αν­θρώ­που γυ­μνα­σμέ­νου στο στί­χο.” Πρό­κει­ται για τον νε­α­ρό τό­τε η­θο­ποιό Κώ­στα Μου­σού­ρη, που ε­πι­δι­δό­ταν και στην ποίη­ση. Στη δεύ­τε­ρη ε­πι­φυλ­λί­δα, πα­ρου­σιά­ζει τεύ­χος (Φεβ.-Μαρ. 1924) της «Μη­νιαίας Επι­θεώ­ρη­σης» του Φι­λο­τε­χνι­κού Ομί­λου Νέων στη Σά­μο. Ανα­δη­μο­σιεύει το ποίη­μα «Από­γευ­μα», και πά­λι χω­ρίς ό­νο­μα ποιη­τή, με “την πα­ρά­κλη­ση προς τους σε­μνούς να τον συγ­χω­ρή­σου­ν”. “Στι­χορ­ρά­πτη” α­πο­κα­λεί τον ποιη­τή του, ε­νώ τον προ­η­γού­με­νο, “στι­χο­πλέ­χτη”, πα­ρα­τη­ρώ­ντας πως “και οι δυο α­να­γαλ­λιά­ζουν μέ­σα στη γύ­μνια”.
Σε αυ­τήν τη νε­α­νι­κή συ­ντρο­φιά, ως τρί­τον, προ­σθέ­τει τον ε­ξη­κο­ντού­τη Κα­βά­φη. Προ­η­γου­μέ­νως, ό­μως, σαν κα­τα­κλεί­δα στα ό­σα έ­γρα­ψε για τα δυο άλ­λα πε­ριο­δι­κά, σχο­λιά­ζει: “Μυ­ρί­ζει κα­βα­φί­λας. Η ό­σφρη­ση ξα­νοί­γει την ό­ρα­ση.” Κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή η συ­γκε­κρι­μέ­νη πα­ρα­γω­γι­κή κα­τά­λη­ξη θη­λυ­κών ου­σια­στι­κών, εκ­φρά­ζει γε­νι­κώς α­πώ­θη­ση, με­τα­ξύ άλ­λων, δυ­σο­σμία. Εδώ, πι­θα­νώς α­πό πα­πού­τσι δεύ­τε­ρης ποιό­τη­τας, αν λαν­θά­νει λο­γο­παί­γνιο με το ε­πί­θε­το του Κα­βά­φη. Το τρί­το πε­ριο­δι­κό εί­ναι το «Αργώ», ό­που πα­ρα­θέ­τει το ποίη­μα χω­ρίς α­να­φο­ρά του τίτ­λου. Μία ει­κα­σία θα ή­ταν πως θέ­λει να α­πο­φύ­γει πα­ρα­πο­μπή στις α­θη­ναϊκές α­να­δη­μο­σιεύ­σεις, αλ­λά και τον α­ντι­κα­βα­φι­κό σχο­λια­σμό του Τα­γκό­που­λου, που εμ­μέ­σως α­πορ­ρί­πτει. Ο δι­κός του, αν δια­βα­στεί με­μο­νω­μέ­νος, ό­πως τον πα­ρα­θέ­τει ο Σαβ­βί­δης, φαί­νε­ται ευ­νοϊκός. Δεί­χνει, μά­λι­στα, με πό­ση προ­σο­χή πα­ρα­κο­λου­θεί τις δη­μο­σιεύ­σεις κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των, κα­θώς σχο­λιά­ζει το «Να μεί­νει» σε πα­ραλ­λη­λία με το «Νό­η­σις», δη­μο­σιευ­μέ­νο σε τεύ­χος των «Γραμ­μά­των» του 1917. 
Απο­πει­ρά­ται φροϋδι­κού τύ­που εμ­βά­θυν­ση, α­πο­δί­δο­ντας στον ποιη­τή “κά­ποια ντρο­πή και κά­ποιο σα­ρά­κι για πε­ρι­στα­τι­κά της ζωής του”. Αργο­πο­ρεί την ευ­θεία α­να­φο­ρά στον Κα­βά­φη, κα­τα­λή­γο­ντας πως “το ό­νο­μα του κ. Κα­βά­φη και τα προ­βλή­μα­τα που τυ­χόν γεν­νά ο λό­γος του και ο στί­χος του” τον α­να­γκά­ζουν να συ­νε­χί­σει στην ε­πό­με­νη ε­πι­φυλ­λί­δα. Εκεί, ό­μως, α­να­φέ­ρε­ται στα «Άνθη του Κα­κού» του Μπων­τλέ­ρ, ε­στιά­ζο­ντας στο ποίη­μα «Μια νύ­χτα». Σχε­τι­κά με αυ­τό, υ­πάρ­χει μία πα­ρα­τή­ρη­ση, που πλα­γίως δεί­χνει και τον Κα­βά­φη: “ποίη­μα με θέ­μα ω­μό μας θυ­μί­ζει την «Πόρ­νη» του σον­νε­τί­στα των «Μα­κε­δο­νι­κών Γραμ­μά­των» και ό­λων των ο­μό­τε­χνών του, νεώ­τε­ρων και πρε­σβύ­τε­ρων, θε­ρα­πευ­τών του η­δο­νι­σμού”. Συ­νε­χί­ζει στις ε­πό­με­νες δυο ε­πι­φυλ­λί­δες, με πα­ρα­δείγ­μα­τα και άλ­λων Ευ­ρω­παίων ποιη­τών, το­νί­ζο­ντας το α­να­γκαίο πά­ντρε­μα “η­δο­νι­σμού και ι­δα­νι­σμού”, που, πλα­γίως και χω­ρίς πε­ραι­τέ­ρω α­να­φο­ρά, κα­τα­γρά­φει ως προ­βλη­μα­τι­κό έλ­λειμ­μα της κα­βα­φι­κής ποίη­σης.
Εί­ναι μάλ­λον προ­φα­νής η στρα­τη­γι­κή του Πα­λα­μά και στα δυο δη­μο­σιεύ­μα­τα. Δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση της εν πα­ρό­δω α­να­φο­ράς στην ποίη­ση του Κα­βά­φη, με μία μό­λις φρά­ση στην πρώ­τη και με σύ­ντο­μη πε­ρι­κο­πή στη δεύ­τε­ρη μό­νο ε­πι­φυλ­λί­δα, ε­νώ, εν μέ­ρει η βι­βλιο­κρι­σία και ο­λό­κλη­ρη η σει­ρά των ε­πι­φυλ­λί­δων πα­ρα­κι­νού­νται α­πό την πρό­θε­σή του να ε­πι­ση­μά­νει την πα­ρου­σία του Κα­βά­φη κα­τά έ­ναν συ­γκε­κρι­μέ­νο τρό­πο.
Πα­ρά τις συ­ντο­μεύ­σεις, η α­να­σύν­θε­ση της σχέ­σης Πα­λα­μάς-Κα­βά­φης θα χρεια­στεί συ­νέ­χεια. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/11/2015.

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Αμφιταλάντευση ή στροφή της γραφής

Ηρώ Νι­κο­πού­λου
«Ασφα­λής πό­λη»
Εκδ. Γα­βριη­λί­δης
Ιούν. 2015
 
Η Ηρώ Νι­κο­πού­λου συ­νι­στά μία δύ­σκο­λα τα­ξι­νο­μού­με­νη πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέα. Αυ­τό, βέ­βαια, δεν ο­φεί­λε­ται στο ό­τι ξε­κί­νη­σε με σπου­δές στην Σχο­λή Κα­λών Τε­χνών α­ντί κά­ποιου τμή­μα­τος της Φι­λο­σο­φι­κής. Ού­τε ό­τι α­σχο­λεί­ται ταυ­τό­χρο­να με τη ζω­γρα­φι­κή. Άλλω­στε, ή­δη α­πό την ε­φη­βεία, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, έ­γρα­φε στί­χους και ζω­γρά­φι­ζε. Με μι­κρή χρο­νι­κή δια­φο­ρά έ­κα­νε την πρώ­τη της ε­πί­ση­μη εμ­φά­νι­ση στους δυο χώ­ρους. Στα δέ­κα ο­κτώ ε­ξέ­δω­σε την πρώ­τη ποιη­τι­κή της συλ­λο­γή, «Ο μύ­θος του ο­δοι­πό­ρου», στα εί­κο­σι συμ­με­τεί­χε, για πρώ­τη φο­ρά, σε ο­μα­δι­κή έκ­θε­ση. Το πρό­βλη­μα ε­νός πι­θα­νού γραμ­μα­το­λό­γου, που α­κό­μη δεν μας έ­χει προ­κύ­ψει, θα βρί­σκε­ται στις με­τα­στρο­φές, που η Νι­κο­πού­λου, κα­τά και­ρούς, α­πο­πει­ρά­ται και στους δυο χώ­ρους, ι­διαί­τε­ρα σε αυ­τόν της λο­γο­τε­χνίας.
Λέ­γο­ντας με­τα­στρο­φές στη λο­γο­τε­χνία, δεν α­να­φε­ρό­μα­στε στο πέ­ρα­σμα α­πό την ποίη­ση στην πε­ζο­γρα­φία, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, δεν έ­χει πά­ρει ο­ρι­στι­κή μορ­φή, α­φού συ­νε­χί­ζει να εκ­δί­δει ποιη­τι­κές συλ­λο­γές. Ού­τε στις με­τα­το­πί­σεις ε­ντός του πε­ζο­γρα­φι­κού πε­δίου, για τις ο­ποίες συ­χνά δί­νε­ται α­πό τους σχο­λια­στές του πε­ζο­γρα­φι­κού της έρ­γου α­να­κρι­βής ει­κό­να. Λ.χ., στις σε­λί­δες για την Νι­κο­πού­λου, που α­φιε­ρώ­νει το πε­ριο­δι­κό, «Ο Σί­συ­φος», α­να­φέ­ρε­ται πως “υ­πήρ­ξε στα­δια­κή ε­γκα­τά­λει­ψη της με­γά­λης φόρ­μας και σχε­δόν ο­λο­κλη­ρω­τι­κή προ­σχώ­ρη­σή της στην μι­κρή φόρ­μα του διη­γή­μα­τος”. Όταν η σχέ­ση της Νι­κο­πού­λου με τη με­γά­λη φόρ­μα αρ­χί­ζει και τε­λειώ­νει με το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό της βι­βλίο. Πρό­κει­ται για το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Σαν σε κα­θρέ­φτη», που ε­ξέ­δω­σε το 2003. Φτά­νει τις 215 σε­λί­δες, ω­στό­σο, α­πό την κρι­τι­κή έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στεί νου­βέ­λα.
Οι ου­σια­στι­κές με­τα­στρο­φές θεω­ρού­με πως α­φο­ρούν τον τρό­πο γρα­φής. Το 2007, για την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της, «Ομε­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια», ξε­χω­ρί­ζα­με ως πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα διη­γή­μα­τα, αυ­τά με “φευ­γά­τους” ή­ρωες, στα ο­ποία υ­πε­ρι­σχύει της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας το υ­πε­ραι­σθη­τό στοι­χείο. Σε α­ντι­δια­στο­λή με ό­σα ορ­γα­νώ­νο­νται ορ­θο­λο­γι­στι­κά, σε αυ­τά τα πε­ρι­γράμ­μα­τα μό­λις που σχε­διά­ζο­νται, ε­νώ η έμ­φα­ση δί­νε­ται στα συ­ναι­σθή­μα­τα. Αυ­τήν την α­φη­γη­μα­τι­κή α­φαί­ρε­ση την α­πο­δί­δα­με τό­τε στη μα­τιά της ζω­γρά­φου. Με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, η ι­σορ­ρο­πία φαί­νε­ται να αλ­λά­ζει, κα­θώς εί­ναι η ρε­α­λι­στι­κή ο­πτι­κή της πε­ζο­γρά­φου, που πα­ρεμ­βαί­νει στις λι­τές ζω­γρα­φι­κές συν­θέ­σεις, ει­σά­γο­ντας ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρα πα­ρα­στα­τι­κά στοι­χεία. Η ί­δια η συγ­γρα­φέ­ας θεω­ρεί ό­τι “η στρο­φή στη γρα­φή της” ξε­κι­νά­ει πο­λύ νω­ρί­τε­ρα. Το 1999, με την τρί­τη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή «Ανέ­μου». Ενδιά­με­σα, υ­πάρ­χει μία δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή, το 1993, «Χει­με­ρι­νοί μορ­φα­σμοί». Έτσι κι αλ­λιώς, ό­μως, η δε­κα­ε­τία του ’90, εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νη στη ζω­γρα­φι­κή.
Αυ­τή “η στρο­φή στη γρα­φή της” ε­ξαρ­τά­ται, ως έ­να βαθ­μό, α­πό τις ε­πι­δρά­σεις που, κά­θε φο­ρά, δέ­χε­ται. Σε συ­νέ­ντευ­ξή της, α­να­φέ­ρει τον Νά­σο Νι­κό­που­λο, ως τον πρώ­το που την μύη­σε στην ποίη­ση. Ποιη­τής της πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κής γε­νιάς ο Νι­κό­που­λος, γεν­νη­μέ­νος το 1926, α­πε­βίω­σε σχε­τι­κά νω­ρίς, το 1991. Πα­ρά τις δώ­δε­κα ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, που ε­ξέ­δω­σε σε διά­στη­μα τρια­κο­ντα­ε­τίας, πα­ρα­μέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στός ως θεω­ρη­τι­κός και κρι­τι­κός του θεά­τρου. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει η θη­τεία του, κα­τά την πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή δε­κα­ε­τία, στην ε­φη­με­ρί­δα, «Αυ­γή», ό­που, μα­ζί με τον νεό­τε­ρό του, Λέ­αν­δρο Πο­λε­νά­κη, κά­λυ­πταν τη κρι­τι­κή θεά­τρου. Την πρώ­τη συλ­λο­γή του, «Έξο­δος α­πό τη νη­νε­μία», την ε­ξέ­δω­σε, ό­ταν η Νι­κο­πού­λου ή­ταν μω­ρό, ε­νώ την προ­τε­λευ­ταία, «Έαρ το ερ­χό­με­νον», την ί­δια χρο­νιά με τη δι­κή της πρώ­τη συλ­λο­γή. Εκεί­νος, κοι­νω­νι­κός ποιη­τής, με “τα τραύ­μα­τα της ήτ­τας”, δεν ε­νέ­δω­σε στην α­πο­θάρ­ρυν­ση και την αμ­φι­σβή­τη­ση. Εκεί­νης οι πρώ­τες δυο συλ­λο­γές, σύμ­φω­να με πα­λαιό­τε­ρη α­πο­τί­μη­ση, που την τα­ξι­νο­μού­σε στη γε­νιά της δε­κα­ε­τίας του ’80, με­τα­φέ­ρουν “την προ­σω­πι­κή της α­γω­νία και α­βε­βαιό­τη­τα μέ­σα σ’ έ­να κλί­μα πε­σι­μι­σμού, ό­που ο θά­να­τος εί­ναι συ­νε­χώς πα­ρό­ν”.
Θα πα­ρου­σία­ζε εν­δια­φέ­ρον η σύ­γκρι­ση των δυο πρώ­των συλ­λο­γών της με τις δυο ε­πό­με­νες, αυ­τές, σε α­πό­στα­ση δε­κα­ε­τίας με­τα­ξύ τους: το 1999, «Ανέ­μου», το 2009, «Μη με ψά­χνε­τε ε­δώ». Όπως και να έ­χει, στο γύ­ρι­σμα του αιώ­να, θα μπο­ρού­σε να το­πο­θε­τη­θεί η αλ­λα­γή του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος α­πό το ο­ποίο δέ­χε­ται ε­πι­δρά­σεις στην πε­ραι­τέ­ρω δια­μόρ­φω­ση της γρα­φής της. Από την πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή  γε­νιά περ­νά στη γε­νιά της αμ­φι­σβή­τη­σης, ό­που, και πά­λι, βρί­σκε­ται σε σχέ­ση μα­θη­τείας. Αυ­τήν τη φο­ρά, η η­λι­κια­κή α­πό­στα­ση με τον μέ­ντο­ρα εί­ναι μι­κρό­τε­ρη, υ­πάρ­χει, ό­μως, με­τα­ξύ τους δια­φο­ρά συγ­γρα­φι­κής ω­ρί­μαν­σης κο­ντά ει­κο­σα­ε­τίας. Και αυ­τός ο δεύ­τε­ρος, εί­ναι μύ­στης της ποίη­σης, δια­πνέε­ται, ό­μως, α­πό ι­διά­ζου­σα “διά­θε­ση α­να­τρο­πής και αυ­τοϋπο­νό­μευ­σης”. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με τις Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, σχο­λιά­ζε­ται η ε­πιρ­ροή του δι­δά­σκο­ντα στον μα­θη­τή, κα­θώς πα­ρα­τη­ρού­νται υ­φο­λο­γι­κές ε­πιρ­ροές, ε­νώ οι ό­ποιες εν­δοοι­κο­γε­νεια­κές συγ­γρα­φι­κές συ­μπτώ­σεις ε­λά­χι­στα α­πα­σχο­λούν. Πι­θα­νώς, για­τί λαν­θά­νει η ά­πο­ψη πως μπο­ρεί να θι­γεί το νεό­τε­ρο μέ­λος, αν δια­γνω­στούν ε­πι­δρά­σεις στο έρ­γο του, α­κό­μη και ό­ταν αυ­τές στέ­κο­νται ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κές. 
Στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού στην Νι­κο­πού­λου, που προ­α­να­φέ­ρα­με, ο σχο­λια­σμός του πε­ζο­γρα­φι­κού της έρ­γου ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται με την πα­ρα­τή­ρη­ση, πως, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, την α­πα­σχο­λεί “η πο­λύ μι­κρή φόρ­μα, το μι­κρο­διή­γη­μα”. Δεν γνω­ρί­ζου­με στις πό­σες λέ­ξεις ή σε­λί­δες οι θεω­ρη­τι­κοί του εί­δους τρα­βά­νε τη δια­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή, ω­στό­σο, εί­μα­στε της γνώ­μης, ό­τι πα­ρό­μοιες δια­κρί­σεις δεί­χνουν προ­κρού­στειες. Ήδη, πά­ντως, α­πο­τε­λούν ι­διαί­τε­ρο μά­θη­μα σε κά­ποιες Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, με τον ει­σα­γό­με­νο τίτ­λο “μπον­ζάι-ι­στο­ρίες”. Ακό­μη μία α­με­ρι­κα­νι­κή ε­πι­νό­η­ση, του­λά­χι­στον στη μορ­φή που καλ­λιερ­γεί­ται στα κα­θ’ η­μάς, για την ο­ποία έ­να τμή­μα του γη­γε­νούς λο­γο­τε­χνι­κού χώ­ρου ε­πι­δει­κνύει μάλ­λον με­γα­λύ­τε­ρο φα­να­τι­σμό α­πό τους ί­διους τους ε­πι­νο­η­τές της.
Στην πε­ρί­πτω­ση της Νι­κο­πού­λου, ε­μείς θα πα­ρα­με­ρί­ζα­με πα­ρό­μοιους δια­χω­ρι­σμούς. Άλλω­στε, δεν εί­ναι ευ­κρι­νές εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, κα­τά πό­σο οι προ­σπά­θειες να γρά­ψει διή­γη­μα μι­κρής έ­κτα­σης συ­νι­στούν α­πόρ­ροια του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντός της ή δι­κή της α­νά­γκη έκ­φρα­σης. Αν κρί­νου­με α­πό την “μπον­ζάι-ι­στο­ρία” της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, «Τα γε­νέ­θλια», η πλά­στιγ­γα κλί­νει υ­πέρ της πρώ­της εκ­δο­χής. Θα ή­ταν προ­τι­μό­τε­ρο, πά­ντως, η διη­γη­μα­τι­κή της σο­δειά να α­ντι­με­τω­πι­στεί ως σύ­νο­λο: τρεις συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, σε λι­γό­τε­ρο α­πό δε­κα­ε­τία. Συ­νο­λι­κά 60 διη­γή­μα­τα, ό­που, ό­σο α­φο­ρά την έ­κτα­σή τους, ση­μειώ­νου­με, ως μία πρώ­τη έν­δει­ξη, σε­λί­δες έ­να­ντι α­ριθ­μού διη­γη­μά­τω­ν: 130 σε­λί­δες η πρώ­τη, με 18 διη­γή­μα­τα, γύ­ρω στις 175, αλ­λά μι­κρό­τε­ρου σχή­μα­τος, οι δυο άλ­λες, με 20 και 22 διη­γή­μα­τα, α­ντι­στοί­χως. Θα δια­χω­ρί­ζα­με τις δυο τε­λευ­ταίες, ε­κεί­νη του 2013, με τίτ­λο, «Ελλη­νι­στί: ο γρί­φος (σχέ­σεις αί­μα­τος)», και την πρό­σφα­τη, κα­θώς θε­μα­τι­κά και μορ­φι­κά δεν δια­φο­ρο­ποιού­νται, α­ντι­θέ­τως δεί­χνουν ως μία ε­νό­τη­τα. Άλλω­στε, έ­χουν εκ­δο­θεί ε­ντός μιας τριε­τίας, πα­ρέ­χο­ντας το ση­με­ρι­νό στίγ­μα της πε­ζο­γρά­φου.
Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, πι­θα­νώς ως α­μυ­ντι­κή τα­κτι­κή α­πέ­να­ντι στο μυ­θι­στό­ρη­μα, οι συγ­γρα­φείς ε­πι­διώ­κουν στα διη­γή­μα­τα μίας συλ­λο­γής θε­μα­τι­κή ε­νό­τη­τα, α­κό­μη και βε­βια­σμέ­νη. Αυ­τήν την ε­νό­τη­τα προ­σπα­θούν να την προ­βάλ­λουν με τα “πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία”: τίτ­λο, υ­πό­τιτ­λο, α­φιε­ρώ­σεις και κυ­ρίως, το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου. Σε έ­να δο­κί­μιο, ε­πι­διώ­κε­ται η ε­στία­ση σε έ­να θέ­μα και η σφαι­ρι­κή ε­ξάν­τλη­σή του. Σε μία συ­γκέ­ντρω­ση διη­γη­μά­των, ό­μως, πα­ρό­μοια τα­κτι­κή προσ­δί­δει προ­γραμ­μα­τι­κό, συ­χνά και μη­χα­νι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα, λει­τουρ­γώ­ντας δε­σμευ­τι­κά, ό­πως πε­ρί­που ο πε­ριο­ρι­σμός του α­ριθ­μού των λέ­ξεων στη συγ­γρα­φή ε­νός διη­γή­μα­τος. Στις συλ­λο­γές της Νι­κο­πού­λου, ω­στό­σο, η θε­μα­τι­κή ε­νό­τη­τα προ­κύ­πτει α­πό εν­δια­φέ­ρον για τις δια­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις. Ήδη, α­πό τις πρώ­τες α­φη­γη­μα­τι­κές της α­πό­πει­ρες, προ­σπα­θεί να συλ­λά­βει ψυ­χι­κές δια­θέ­σεις και τραυ­μα­τι­κές ε­μπει­ρίες, σκια­γρα­φώ­ντας, α­κό­μη και ε­λά­χι­στες, φευ­γα­λέες σω­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις.
Ο υ­πό­τιτ­λος της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής, “σχέ­σεις αί­μα­τος”, δη­λω­τι­κός της εξ αί­μα­τος συγ­γέ­νειας, δεί­χνει να πα­ρα­πέ­μπει στην οι­κο­γέ­νεια ως “στύ­λο” της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας. Εδώ, ό­μως, πρό­κει­ται για την οι­κο­γέ­νεια στην α­στι­κή μορ­φή της, την α­πο­κα­λού­με­νη πυ­ρη­νι­κή, γο­νείς και τέ­κνα. Τα διη­γή­μα­τα ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται, σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά, σε εν­δοοι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις, που α­πο­βαί­νουν τραυ­μα­τι­κές. Κυ­ρίως με­τα­ξύ γο­νέα και τέ­κνου, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση μό­νο α­φο­ρούν και τις εξ αγ­χι­στείας σχέ­σεις με­τα­ξύ δυο συ­ζύ­γων. Συ­νή­θως, ο άλ­λος γο­νέ­ας εί­ναι τό­σο α­δύ­να­μος, ώ­στε η πα­ρου­σία του να α­πο­βαί­νει σκιώ­δης. Έτσι μέ­νει μία δι­πο­λι­κή σχέ­ση, σα­δι­στι­κή, κά­πο­τε, έως σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κή. Από το πρώ­το διή­γη­μα της πρώ­της συλ­λο­γής μέ­χρι το τε­λευ­ταίο της πρό­σφα­της, η Νι­κο­πού­λου ε­πα­νέρ­χε­ται στη σχέ­ση μη­τέ­ρας-κό­ρης. Προ­βάλ­λει ως μία σχέ­ση κα­τα­πίε­σης, α­ντα­γω­νι­σμού, α­δια­φο­ρίας, κα­τά κα­νό­να συ­γκρου­σια­κή, σχε­δόν πο­τέ τρυ­φε­ρή, κα­θώς την πε­ρι­γρά­φει α­πό την ο­πτι­κή γω­νία του παι­διού, της έ­φη­βης, της με­τέ­πει­τα ψυ­χι­κά προ­βλη­μα­τι­κής.
Τε­λι­κά, πρό­κει­ται για έ­ναν υ­πό­τιτ­λο ει­ρω­νι­κό. Το ί­διο ι­σχύει για τον τίτ­λο της πρό­σφα­της, τρί­της συλ­λο­γής, “α­σφα­λής πό­λη”, ό­που οι νο­ση­ρές σχέ­σεις δεν πε­ριο­ρί­ζο­νται στην οι­κο­γέ­νεια, αλ­λά ε­πε­κτεί­νο­νται στους κα­τοί­κους της πό­λης. Κα­τά το ο­πι­σθό­φυλ­λο, δεν πρω­τα­γω­νι­στούν οι ψυ­χι­κά α­σθε­νείς αλ­λά οι “α­να­σφα­λείς”,  που προ­σβλέ­πουν στο μελ­λο­ντι­κό ό­ρα­μα μίας “άλ­λης πό­λης”. Μό­νο που ο σκλη­ρός κό­σμος των ι­στο­ριών δεν α­φή­νει την πα­ρα­μι­κρή χα­ρα­μά­δα για πα­ρό­μοια αι­σιο­δο­ξία. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αυ­τό το κλί­μα α­παν­θρω­πιάς α­πα­ντά­ται ό­λο και συ­χνό­τε­ρα στις ι­στο­ρίες νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, ε­κτός α­πό τις ι­στο­ρίες, που ε­στιά­ζουν σε κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις, υ­πάρ­χουν και με­ρι­κές γύ­ρω α­πό ε­πα­φές και τυ­χαία συ­να­πα­ντή­μα­τα μέ­σα στο πλή­θος. Ιστο­ρίες, με ε­φα­ψίες σε συ­νω­στι­σμέ­να με­τα­φο­ρι­κά μέ­σα, με­τα­νά­στες θύ­μα­τα της εγ­χώ­ριας βίας, νοή­μο­να σκυ­λιά. Αυ­τές συγ­γε­νεύουν με πα­λαιό­τε­ρα διη­γή­μα­τα συγ­γρα­φέων της γε­νιάς του ’80.
Στα και­νού­ρια διη­γή­μα­τα, πα­ρα­μέ­νει κυ­ρίαρ­χη η σχέ­ση με το γο­νέα, σπρωγ­μέ­νη πε­ραι­τέ­ρω σε ό­ρια α­ντι­ζη­λίας, μί­σους αλ­λά και ε­ξάρ­τη­σης. Ενώ, α­πα­σχο­λεί και η σχέ­ση δυο γυ­ναι­κών, ό­που, στο κέ­λυ­φος της φι­λίας, βλα­σταί­νει αρ­πα­κτι­κή διά­θε­ση. Ερω­τι­κές σχέ­σεις, ου­σια­στι­κά, δεν υ­πάρ­χουν, α­φού, και ό­ταν πα­ρει­σφρέ­ουν, κα­τα­κλύ­ζο­νται α­πό τον γυ­ναι­κείο ε­γω­κε­ντρι­σμό. Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η ψυ­χο­γρά­φη­ση της σχέ­σης κα­θη­γη­τή-μα­θη­τή, με τον έρ­πο­ντα ε­ρω­τι­σμό, που κα­τα­λή­γει σε α­προ­κά­λυ­πτα σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κές εκ­δη­λώ­σεις. Κα­τά τα άλ­λα, η Νι­κο­πού­λου, με α­πο­κα­θη­λω­τι­κή διά­θε­ση, βάλ­λει και τον έ­τε­ρο “στύ­λο” της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, την εκ­κλη­σία. Γε­νι­κό­τε­ρα, στα ι­σχυ­ρά ση­μεία των διη­γη­μά­των της Νι­κο­πού­λου, εί­ναι η ε­πι­λο­γή του τίτ­λου και η κα­τα­λη­κτι­κή α­να­τρο­πή των προσ­δο­κιών. Στο διή­γη­μα, «Συ­σκη­νία», γύ­ρω α­πό το α­νίε­ρο πά­θος ε­νός κλη­ρι­κού, συν­δυά­ζο­ντας την λε­κτι­κή αμ­φι­ση­μία με την αμ­φι­θυ­μία των αι­σθη­μά­των, κα­τορ­θώ­νει έ­να ει­ρω­νι­κό διή­γη­μα. Στα κα­λύ­τε­ρα της συλ­λο­γής, αλ­λά και της συ­νο­λι­κής διη­γη­μα­τι­κής σο­δειάς της κα­τά την ε­πο­χή της κρί­σης, θα ε­ντάσ­σα­με το «Η Κα­τά­λΥψη», που θα πρέ­πει να συ­μπε­ρι­λη­φθεί α­πό τα πρώ­τα στην αν­θο­λο­γία με διη­γή­μα­τα του Πο­λυ­τε­χνείου, που κά­πο­τε θα κα­ταρ­τι­στεί. Ακό­μη, το α­κρο­τε­λεύ­τιο διή­γη­μα, «Ικο­νίου 22», για τον τρό­πο, που αι­σθη­το­ποιεί α­φη­γη­μα­τι­κά τη βου­βή θλί­ψη του κο­ρι­τσιού και τα κρα­τή­μα­τα της ψυ­χής του, ό­ταν αυ­τό έρ­χε­ται α­ντι­μέ­τω­πο με την μη­τρι­κή βία.
Τέ­λος, να ση­μειώ­σου­με, ό­τι ε­κεί­νο που μας ώ­θη­σε σε α­να­ζή­τη­ση της συγ­γρα­φι­κής πο­ρείας της Νι­κο­πού­λου, πα­ρό­τι δεν δια­θέ­του­με κα­λή ε­πο­πτεία του αμ­φί­πλευ­ρου έρ­γου της, εί­ναι η ποιο­τι­κή δια­φο­ρά με­τα­ξύ των διη­γη­μά­των της πρό­σφα­της συλ­λο­γής. Σχε­τι­κά με­γά­λη, σαν να μά­χο­νται κα­τά τη σύλ­λη­ψη και γρα­φή τους α­ντίρ­ρο­πες προ­αι­ρέ­σεις.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/11/2015.
Φωτογραφία:  Η έτερη επίδοση της Νικοπούλου. Αυτή στη ζωγραφική.

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Οδοιπορίες αναστοχασμού

Ιωάν­να Κα­ρυ­στιά­νη
«Το φα­ράγ­γι»
Εκδ. Κα­στα­νιώ­τη
Οκτ. 2015

Η σχέ­ση συγ­γρα­φέ­α-κρι­τι­κού, ι­δίως α­πό την ο­πτι­κή γω­νία, ό­χι του πρω­τα­γω­νι­στή, αλ­λά του κο­μπάρ­σου, που εί­ναι ο κρι­τι­κός, και ως δια­με­σο­λα­βη­τής, ό­χι πά­ντο­τε α­πα­ραί­τη­τος, συ­χνά και α­νε­πι­θύ­μη­τος, πα­ρα­μέ­νει α­φα­νής. Ου­σια­στι­κά, τον μό­νον, που εν­δια­φέ­ρει αυ­τή η σχέ­ση, εί­ναι τον ί­διο. Μπο­ρεί, ό­μως, και αυ­τόν να τον κα­τα­λά­βει κα­μιά φο­ρά ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κή διά­θε­ση. Το νο­σταλ­γείν αν­θρώ­πι­νον.
Ήταν στο μέ­σον της δε­κα­ε­τίας του ’90, συ­γκε­κρι­μέ­να ά­νοι­ξη 1995, το Ex Libris μό­λις εί­χε σκά­σει μύ­τη στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας και α­να­ζη­τού­σε κα­λούς ή και φε­ρέλ­πι­δες διη­γη­μα­το­γρά­φους. Από τις εκ­δό­σεις Κα­στα­νιώ­τη, που στά­θη­καν α­πό τους πρώ­τους τρο­φο­δό­τες μας, ήρ­θε τό­τε το πρώ­το βι­βλίο της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Η κυ­ρία Κα­τά­κη». Την γνω­ρί­ζα­με ως σκι­τσο­γρά­φο, με υ­πο­γρα­φή το βα­πτι­στι­κό Ιωάν­να. Οι ι­στο­ρίες της μας ά­ρε­σαν, πε­ρισ­σό­τε­ρο οι ή­ρωες που έ­πλα­θε. Τε­λι­κά, δεν σχο­λιά­σα­με το βι­βλίο. Κά­ποιος, μάλ­λον για να μας πα­ρα­κι­νή­σει να γρά­ψου­με, μας πλη­ρο­φό­ρη­σε, α­κρι­βές ή ό­χι, ό­τι έ­πα­σχε α­πό καρ­κί­νο. Η εί­δη­ση μας α­πέ­τρε­ψε. Ανέ­κα­θεν πι­στεύα­με πως έ­νας α­σθε­νής συγ­γρα­φέ­ας ε­πη­ρεά­ζει συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­νά­γνω­ση και κρί­ση.
Έτσι χά­σα­με την ευ­και­ρία να εί­μα­στε α­νά­με­σα στους πρώ­τους, που θα εί­χαν πα­ρου­σιά­σει μία α­πό τις πιο πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νες μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους της ει­κο­σα­ε­τίας. Την α­φορ­μή, για να θυ­μη­θού­με αυ­τήν την πα­λιά ι­στο­ρία, μας την έ­δω­σαν δυο άλ­λοι καρ­κί­νοι. Της ζω­γρά­φου Άννας Πα­λιε­ρά­κη, που οι πί­να­κές της α­πο­τε­λούν δια­κρι­τι­κό στοι­χείο των βι­βλίων της Κα­ρυ­στιά­νη. Από το πρώ­το, με το εξ­πρε­σιο­νι­στι­κό πορ­τρέ­το της “κυ­ρίας Κα­τά­κη”, μέ­χρι το πρό­σφα­το, με πί­να­κα του ’94. Ανθρω­πο­κε­ντρι­κή ζω­γρά­φος, εί­χε πει­θαρ­χή­σει στη θε­μα­τι­κή γκά­μα των μυ­θι­στο­ρη­μά­των της νεό­τε­ρής της συ­ντο­πί­τισ­σας. Εκεί­νος ο καρ­κί­νος στά­θη­κε τε­λε­σί­δι­κος, η Πα­λιε­ρά­κη α­πε­βίω­σε τον περ­σι­νό Απρί­λιο. Ο δεύ­τε­ρος, σε συγ­γρα­φέα μία ει­κο­σα­ε­τία νεό­τε­ρη της Πα­λιε­ρά­κη, ητ­τή­θη­κε και έ­γι­νε μυ­θι­στό­ρη­μα, που κυ­κλο­φό­ρη­σε ταυ­τό­χρο­να με το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρυ­στιά­νη, δια­φη­μι­ζό­με­νο στον Τύ­πο σε πα­ρά­πλευ­ρες σε­λί­δες Βι­βλίου. Σε ε­μάς, το εν λό­γω μυ­θι­στό­ρη­μα, γέν­νη­σε έ­να διτ­τό ε­ρώ­τη­μα. Πρώ­τα, για τον βαλ­λό­με­νο, ποια εί­ναι η κα­λύ­τε­ρη, α­πό ψυ­χο­λο­γι­κή ά­πο­ψη, α­ντι­με­τώ­πι­ση, η πα­λαιό­τε­ρη, εν κρυ­πτώ και πα­ρα­βύ­στω, ή η ση­με­ρι­νή, “κοι­νω­νι­κά δι­κτυω­μέ­νος”; Και ύ­στε­ρα, για τον άλ­λον, πό­σο βο­η­θά­ει “το χρο­νι­κό του καρ­κί­νου” στο ξέ­νο στή­θος ή μή­πως, μό­νο ε­παυ­ξά­νει τον τρό­μο; Ιδιαί­τε­ρα, του ά­νερ­γου ή και ό­λου “του κό­σμου των τα­πει­νώ­ν”, που δεν έ­χει τη δυ­να­τό­τη­τα της ά­με­σης και κα­τά κα­νό­να, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κής ια­τρι­κής πα­ρέμ­βα­σης.
Η Κα­ρυ­στιά­νη, με α­φορ­μή το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μά της, ε­πα­νέ­φε­ρε το θέ­μα των α­νέρ­γων, αλ­λά και την έν­νοια της αν­θρω­πιάς, που τεί­νει προς ο­λι­κή ε­ξα­φά­νι­ση, ε­νώ α­νε­μί­ζουν ση­μαίες οι ρη­το­ρείες αλ­λη­λεγ­γύης. Μπο­ρεί να μην έ­γι­νε η πρώ­τη γυ­ναί­κα πρό­ε­δρος της ελ­λη­νι­κής δη­μο­κρα­τίας, ό­πως συ­ζη­τιό­ταν πριν την ε­κλο­γή προέ­δρου, αρ­χές Φε­βρ., αλ­λά με­τά τις πρό­σφα­τες ε­κλο­γές, της 20ης Σεπ., στις αρ­χές Οκτ., πή­ρε στις ε­φη­με­ρί­δες τη με­ρί­δα του λέ­ο­ντος α­πό τις σε­λί­δες με συ­νε­ντεύ­ξεις δια­ση­μο­τή­των, ε­πι­σκιά­ζο­ντας σχε­δόν ά­πα­ντες τους ε­κλεγ­μέ­νους. Όταν, βε­βαίως, πρό­κει­ται για συγ­γρα­φέα, που μό­λις ε­ξέ­δω­σε βι­βλίο, το πο­λύ ε­γκώ­μιο βλά­πτει σο­βα­ρά την υ­γεία, κυ­ρίως του πο­νή­μα­τός της. Ωστό­σο, στην πε­ρί­πτω­ση της Κα­ρυ­στιά­νη, ό­πως και σε ε­κεί­νες της Μα­ρώς Δού­κα ή της Ρέ­ας Γα­λα­νά­κη, που οι συγ­γρα­φείς εκ­φρά­ζο­νται, πέ­ραν του βι­βλίου, για την γε­νι­κό­τε­ρη κα­τά­στα­ση, οι συ­νε­ντεύ­ξεις υ­πο­κα­θι­στούν έ­ναν ελ­λεί­πο­ντα διά­λο­γο. Γε­γο­νός που ε­λά­χι­στα φαί­νε­ται να το έ­χουν ε­πί­γνω­ση οι συ­νε­ντευ­ξια­στές, δια­φο­ρε­τι­κά δεν θα συ­γκέ­ντρω­ναν τα δη­μο­σιεύ­μα­τα σε έ­να τριή­με­ρο, σαν χά­πε­νιν­γκ συ­να­κό­λου­θο της έκ­δο­σης.
Κα­τά τα άλ­λα, η συ­μπα­ρά­τα­ξη α­πό τους βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές των τριών κρη­τι­κής κα­τα­γω­γής συγ­γρα­φέων και ο συ­νυ­πο­λο­γι­σμός των πρό­σφα­των μυ­θι­στο­ρη­μά­των τους δεί­χνει μη­χα­νι­στι­κός. Συ­νο­μή­λι­κες οι δυο πρώ­τες, α­πό­φοι­τες του Ιστο­ρι­κού της Φι­λο­σο­φι­κής, εμ­φα­νί­ζο­νται αρ­χές της με­τα­πο­λί­τευ­σης στα 27-28, με λο­γο­τε­χνι­κούς τρό­πους της γε­νιάς του ’70 και θε­μα­τι­κό ά­νοιγ­μα προς τους ι­στο­ρι­κούς χρό­νους. Με­ρι­κά χρό­νια νεό­τε­ρη η Κα­ρυ­στιά­νη, εμ­φα­νί­ζε­ται, μέ­σα δε­κα­ε­τίας ’90, κα­βα­ντζα­ρι­σμέ­να τα 40, με τους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων ε­κεί­νων των χρό­νων, αλ­λά με δια­φο­ρε­τι­κές θε­μα­τι­κές ε­στιά­σεις. Βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της εί­ναι το προ­φο­ρι­κό στοι­χείο της α­φή­γη­σης, ε­νώ κυ­ρίαρ­χο θέ­μα το ε­κά­στο­τε πα­ρόν ε­νός τμή­μα­τος της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας. Ει­δι­κό­τε­ρα, αυ­τό που α­πο­κα­λεί­ται, λαϊκά στρώ­μα­τα, του­τέ­στιν χα­μη­λό ει­σό­δη­μα, ελ­λι­πής μόρ­φω­ση.
Επί μία ει­κο­σα­ε­τία δεν αλ­λά­ζει ού­τε τα λε­γό­με­να “πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία” των βι­βλίων της, ού­τε τους ή­ρωές της. Ο ί­διος εκ­δό­της, η ί­δια ει­κο­νο­γρά­φος, α­πό την ί­δια κοι­νω­νι­κή τά­ξη οι ή­ρωές της. Εν ο­λί­γοις, δεν εν­δί­δει στις μό­δες. Πι­στή στους Έλλη­νες, δεν α­γιο­ποιεί τον με­τα­νά­στη. Πι­στή στον α­νώ­νυ­μο του πλή­θους, δεν α­να­ζη­τά­ει τους ή­ρωές της στα ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα, ού­τε τους πλά­θει κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­ση ε­πω­νύ­μων. Ακό­μη, αν­θί­στα­ται στη νε­ο­λα­τρεία της ε­πο­χής μας, δια­φο­ρε­τι­κή α­πό τη νε­ο­λα­τρεία του 20ου αιώ­να, που χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε α­πό τους ι­στο­ρι­κούς “ο μα­κρύς αιώ­νας των νέω­ν”.  Πρό­κει­ται μάλ­λον για μία με­τα­νε­ο­τε­ρι­κή εκ­δο­χή, που συν­δυά­ζει τον οι­κο­νο­μι­κό μι­σο­νεϊσμό με την πο­λι­τι­κή έως και πο­λι­τι­στι­κή νε­ο­κρα­τία. Κά­τι α­ντί­στοι­χο, με το “σκο­τώ­νουν τ’ ά­λο­γα ό­ταν γε­ρά­σου­ν”, που ή­ταν ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό το οι­κο­νο­μι­κό κραχ του 1929. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αυ­τή η και­νο­φα­νής νε­ο­λα­τρεία έ­χει πλή­ξει και τον χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας. Μά­στο­ροι πε­ζο­γρά­φοι α­πο­κα­λού­νται πλέ­ον οι κά­τω των σα­ρά­ντα. Κα­λύ­τε­ροι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι χρί­ζο­νται οι γυ­μνα­σιό­παι­δες. Ενώ η τά­ξη των  βι­βλιο­πα­ρου­σια­στών συ­νε­χώς α­να­νεώ­νε­ται. Πρώ­τα θύ­μα­τα εί­ναι οι συγ­γρα­φείς, κα­θώς οι αό­ρι­στες α­να­φο­ρές στο έρ­γο τους συ­χνά φλου­τά­ρουν την ο­λι­κή ει­κό­να, αλ­λά ε­κεί­νοι μέ­νουν ευ­χα­ρι­στη­μέ­νοι, α­φού τα πο­νή­μα­τά τους ε­γκω­μιά­ζο­νται δεό­ντως.
Όπως και να έ­χει, και μό­νο το γε­γο­νός πως η Κα­ρυ­στιά­νη πά­ει α­να­πό­τα­μα στις τρέ­χου­σες μό­δες, α­ξί­ζει ε­παί­νου. Μι­μη­τι­κές οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό αυ­τές τις τά­σεις, ε­ντός και ε­κτός λο­γο­τε­χνίας, γί­νο­νται προς ευ­θυ­γράμ­μι­ση με τον υ­πό­λοι­πο α­με­ρι­κα­νο­ει­δή κό­σμο. Εκεί­νη, στη νε­ο­λα­τρεία α­πα­ντά με ή­ρωες μέ­σης η­λι­κίας και προς τα πά­νω. Σε δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, α­πό εν­νέα ι­στο­ρίες η κά­θε μία, και ε­πτά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ο δι­κός τους έν­δον λό­γος ξε­δι­πλώ­νε­ται. Εμείς, μάλ­λον αυ­θαί­ρε­τα, δια­κρί­νου­με τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της στα “σκλη­ρά” και τα “ή­πια”, ό­που, στα πρώ­τα υ­πε­ρι­σχύουν οι νο­ση­ρές σχέ­σεις και η μο­να­ξιά, στα δεύ­τε­ρα οι πά­σης φύ­σεως έ­ρω­τες, ευ­λο­γη­μέ­νοι με το δε­σμό του γά­μου, πα­ρά­νο­μοι ή και κοι­νω­νι­κά α­πο­διο­πο­μπαίοι. Θα ο­μο­λο­γή­σου­με πως, α­πό μιας αρ­χής, ε­κεί­νο που μας στε­νο­χω­ρού­σε στα βι­βλία της ή­ταν η έλ­λει­ψη μέ­τρου. Στα “σκλη­ρά” μέ­να­με με την ε­ντύ­πω­ση πως υ­πε­ρέ­βα­λε σε τρα­χύ­τη­τα, ε­νώ, στα ε­ρω­τι­κά ή και νο­σταλ­γι­κά, σε τρυ­φε­ρό­τη­τα. Μάλ­λον, ό­μως, η συγ­γρα­φέ­ας εκ­φρά­ζει το γού­στο ε­νός κοι­νού με με­γα­λύ­τε­ρες α­ντο­χές στη συ­γκι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση. 
Οπως ή­ταν α­να­με­νό­με­νο, και την πο­λύ­πλευ­ρη κρί­ση της τε­λευ­ταίας πε­ντα­ε­τίας, μέ­σα α­πό την ο­πτι­κή γω­νία αυ­τής της η­λι­κια­κής ζώ­νης την σχο­λιά­ζει σε δυο βι­βλία της, που θα τα ε­ντάσ­σα­με στα “τρυ­φε­ρά”. Στη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Και­ρός σκε­πτι­κός», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Οκτ. 2011, με εν­νέα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κες ι­στο­ρίες α­πό τα πρώ­τα Χρι­στού­γεν­να εν και­ρώ κρί­σης, του 2010, ό­που συ­ντα­ξιού­χος η­ρωί­δα της, α­ντί για έ­λα­το, στό­λι­σε “τον χει­μω­νι­κό βα­σι­λι­κό” ή, αλ­λιώς, α­γιο­ρεί­τι­κο. Και στο πρό­σφα­το, έ­βδο­μο μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­που ε­πτά α­δέλ­φια, η­λι­κίας α­πό 52 έως 72 ε­τών, την Κυ­ρια­κή 11 Μαΐ. 2014, διορ­γα­νώ­νουν πε­ζο­πο­ρι­κή ε­ξόρ­μη­ση στο φα­ράγ­γι της Ασφέ­ντου του δή­μου Σφα­κίων.
Στα πε­ζά, διη­γή­μα­τα και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που α­να­φέ­ρο­νται στην πε­ρίο­δο της κρί­σης, έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει να ε­πι­λέ­γε­ται ως πα­ρο­ντι­κός χρό­νος, η­μέ­ρες συν­δε­δε­μέ­νες με κά­ποια ση­μα­ντι­κά συμ­βά­ντα, ό­πως δια­δη­λώ­σεις ή ε­κλο­γές. Η εκ­δρο­μή των ε­πτά το­πο­θε­τεί­ται μία ε­βδο­μά­δα πριν τις πρό­σφα­τες Δη­μο­τι­κές ε­κλο­γές και δυο πριν α­πό ε­κεί­νες της Ευ­ρω­βου­λής. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη Κυ­ρια­κή δεν α­πο­τε­λεί μέ­ρος της μυ­θο­πλα­σίας. Οποια­δή­πο­τε Κυ­ρια­κή του 2014 κι αν ε­πι­λε­γό­ταν, οι πα­ράλ­λη­λες α­να­δρο­μές των ε­πτά στα πα­ρελ­θο­ντι­κά πά­θη τους δεν θα άλ­λα­ζαν. Η ε­πι­λο­γή μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί μάλ­λον σαν μια αλ­λη­γο­ρία για το δύ­σκο­λο πέ­ρα­σμα, που ση­μα­το­δο­τεί για τη χώ­ρα μία ε­κλο­γι­κή α­να­μέ­τρη­ση, με τις δυο ό­ψεις, της μι­κρής το­πι­κής κλί­μα­κας και της υ­πε­ρε­θνι­κής.
Συ­μπτω­μα­τι­κά ε­πτά κόμ­μα­τα συμ­με­τέ­χουν στη Βου­λή, που προέ­κυ­ψε α­πό τις πρό­σφα­τες ε­κλο­γές. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το κα­θέ­να α­πό τα ε­πτά α­δέλ­φια προ­γραμ­μά­τι­ζε, με την ευ­και­ρία της συ­νο­δοι­πο­ρίας, ε­ξο­μο­λο­γή­σεις και ξο­μπλιά­σμα­τα. Τε­λι­κά, ό­μως, συ­νει­δη­το­ποιούν, κα­θώς α­να­στο­χά­ζο­νται κα­τά μό­νας τα δει­νά τους, πως αυ­τό δεν θα ω­φε­λού­σε. Για το γε­νι­κό­τε­ρο κα­λό, των ί­διων, των συ­ντρό­φων τους, συν των παι­διών και των εγ­γο­νιών τους, ο­μο­νοούν. Μή­πως τα ε­πτά κόμ­μα­τα της Βου­λής θα πρέ­πει να α­κο­λου­θή­σουν το πα­ρά­δειγ­μά τους κυ­ρίως για το κα­λό “του κό­σμου των τα­πει­νώ­ν”; Κα­τά τα άλ­λα, μπο­ρεί τα κόμ­μα­τα της Βου­λής να μην ε­πι­δέ­χο­νται συμ­βο­λι­κές προ­ε­κτά­σεις σχε­τι­κά με το τι μπο­ρεί το κα­θέ­να να εκ­φρά­ζει, ό­μως οι μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί ή­ρωες προ­σφέ­ρο­νται.
Όπως ο α­ριθ­μός ε­πτά α­να­λύε­ται συμ­βο­λι­κά σε ά­θροι­σμα του τρία για τα πνευ­μα­τι­κά πράγ­μα­τα και του τέσ­σε­ρα για τα υ­λι­κά, έ­τσι και τα α­δέλ­φια μοι­ρά­ζο­νται στα δυο φύ­λα. Τρία εί­ναι τα θη­λυ­κά, τέσ­σε­ρα τα αρ­σε­νι­κά. Στο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό κό­σμο της Κα­ρυ­στιά­νη, οι γυ­ναί­κες εκ­φρά­ζουν τα με­γά­λα αι­σθή­μα­τα. Κα­τά η­λι­κια­κή πα­ρά­τα­ξη, μια χή­ρα εκ­προ­σω­πεί το α­πό­λυ­το του έ­ρω­τα, μια ζω­ντο­χή­ρα τη νο­σταλ­γία για τον πα­ρά­δει­σο της παι­δι­κής η­λι­κίας και μια γε­ρο­ντο­κό­ρη το με­τα­φυ­σι­κό δέ­ος του θα­νά­του. Αυ­τή η τε­λευ­ταία, η πιο βα­σα­νι­σμέ­νη α­δελ­φή, εί­ναι ζω­γρά­φος, ο­νό­μα­τι Θεώ­νη, έ­νας ρο­μα­ντι­κός χα­ρα­κτή­ρας, ό­πως η ζω­γρά­φος Θε­ο­νύμ­φη στην «Άκρα τα­πεί­νω­ση» της Γα­λα­νά­κη. Αυ­τή γέρ­νει προς το τρα­γι­κό, της Γα­λα­νά­κη δια­σκε­δά­ζε­ται με κω­μι­κές νό­τες.
Στην υ­λι­κή τε­τρά­δα –γη, φω­τιά, νε­ρό, αέ­ρας– θα μπο­ρού­σε α­ντί­στοι­χα να πα­ρα­τα­χθού­ν: Ο πρε­σβύ­τε­ρος α­πό­λυ­τα γήι­νος, φούρ­να­ρης το ε­πάγ­γελ­μα, εί­ναι ο φα­να­τι­κός πε­ζο­πό­ρος των ο­ρέων της δυ­τι­κής Κρή­της και λά­τρης των φα­ραγ­γιών της. Ο δευ­τε­ρό­το­κος, άν­θρω­πος της ε­πα­να­στα­τι­κής φω­τιάς, καί­τοι ι­δε­ο­λό­γος α­ρι­στε­ρός, α­πο­μέ­νει με ε­λά­χι­στα ψι­χία α­ξιο­πρέ­πειας. Ο βε­νια­μίν, δέ­σμιος α­πό τα 23 του με τον ε­φιάλ­τη του νε­ρού, δεν μί­λη­σε πο­τέ για τον λευ­κό καρ­χα­ρία, που σαν άλ­λος Μό­μπι Ντικ κα­τέ­στρε­ψε τη δι­κή του ζωή. Για τον αέ­ρα, ται­ριά­ζει ο “α­χα­μνός” τρι­τό­το­κος, που φέ­ρει το ό­νο­μα του προ­φή­τη Ελι­σαίου, και για­τί ό­χι, α­φού στά­θη­κε υ­πε­ρα­σπι­στής, ό­χι της θρη­σκευ­τι­κής, αλ­λά της ε­ρω­τι­κής του αυ­το­διά­θε­σης.
Μό­νο έ­νας, ε­κτός οι­κο­γέ­νειας, αυ­το­κτο­νεί. Η μυ­θο­πλα­σία α­φή­νει με­τέω­ρη τη δι­καίω­ση της πρά­ξης του με κί­νη­τρο τη διά­σω­ση της α­ξιο­πρέ­πειάς του, ό­πως και την ευό­δω­ση της α­νά­γκης, που οι ή­ρωες εκ­δη­λώ­νουν πλα­γίως, για αν­θρω­πιά. Μή­πως, και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οι δυο αυ­τές έν­νοιες σαν με­τέω­ρες δεν μοιά­ζουν; Το αί­σιο, πά­ντως, τέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που ε­πι­λέ­γει η Κα­ρυ­στιά­νη, εκ­φρά­ζει ή, σω­στό­τε­ρα, υ­πο­δη­λώ­νει, συ­γκε­κρι­μέ­νη τά­ση της κι­νη­μα­τι­κής δια­νό­η­σης. Εί­ναι το ί­διο, με ε­κεί­νο της τε­λευ­ταίας χρι­στου­γεν­νιά­τι­κης ι­στο­ρίας του 2010. Στην ι­στο­ρία, πρό­κει­ται για το τρα­πέ­ζω­μα, που κά­νει το ο­μο­φυ­λό­φι­λο ζευ­γά­ρι των η­ρώων, με­τά συμ­βίω­ση μιας τρια­κο­ντα­ε­τίας, στις δυο μα­νά­δες τους. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η α­φή­γη­ση τε­λειώ­νει με τις προ­ε­τοι­μα­σίες της οι­κο­γε­νεια­κής συ­νε­στία­σης, τις ο­ποίες κά­νει ο Ιτα­λός σύ­ντρο­φος του Ελι­σαίου, για την υ­πο­δο­χή των πε­ζο­πό­ρων στο ε­ξο­χι­κό, που του ά­φη­σε η κρη­τι­κιά μη­τέ­ρα του κα­λού του. Σε αμ­φό­τε­ρες τις πε­ρι­πτώ­σεις, η πε­ρι­γρα­φή υ­περ­χει­λί­ζει τρυ­φε­ρό­τη­τας. Αυ­τή η ει­κό­να, η πιο φω­τει­νή του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού κό­σμου της Κα­ρυ­στιά­νη, ό­ταν το­πο­θε­τεί­ται στην καρ­διά της Κρή­της - της λε­γό­με­νης άλ­λο­τε και “λε­βε­ντο­γέν­νας” - θέ­λει κό­τσια. Σί­γου­ρα πιο γε­ρά, α­πό ό­σο η υ­πε­ρά­σπι­ση της ση­με­ρι­νής κυ­βέρ­νη­σης, που α­πο­πει­ρά­ται η συγ­γρα­φέ­ας στις πρό­σφα­τες  συ­νε­ντεύ­ξεις της. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 8/11/2015.

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Κρυμμένη σελήνη ή Φάκα dei Greci

Αντί σχο­λια­σμού της έκ­θε­σης «Η Αθή­να ε­λεύ­θε­ρη», ι­στο­ρι­κής έκ­θε­σης, ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε, μια και ση­μα­το­δο­τεί τη νέα α­ντί­λη­ψη των ση­με­ρι­νών ι­στο­ρι­κών για ό­σα δια­δρα­μα­τί­στη­καν τό­τε, ε­μείς ε­πα­νερ­χό­μα­στε στο τρέ­χον τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Κον­δυ­λο­φό­ρος» και ει­δι­κό­τε­ρα, στο με­λέ­τη­μα του Μι­χαήλ Πα­σχά­λη για τον Σε­φέ­ρη. Ο τίτ­λος εί­ναι «Σιω­πές α­γα­πη­μέ­νες της σε­λή­νης», με πλα­γιο­γρά­φη­ση, κα­θώς πρό­κει­ται για στί­χο ποιή­μα­τος, το ο­ποίο προσ­διο­ρί­ζει ο υ­πό­τιτ­λός, “Ζη­τή­μα­τα δια­κει­με­νι­κό­τη­τας στον «Τε­λευ­ταίο σταθ­μό» του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη»”.
Η μα­κρο­χρό­νια ε­να­σχό­λη­ση του Πα­σχά­λη με “τον δια­κει­με­νι­κό διά­λο­γο ελ­λη­νι­κής και ι­τα­λι­κής λο­γο­τε­χνίας”, σε με­γά­λο βά­θος χρό­νου, α­πό ε­κεί­νον της ελ­λη­νι­στι­κής πε­ριό­δου με την λα­τι­νι­κή γραμ­μα­τεία, τον κα­θι­στά ει­δή­μο­να ε­πί του θέ­μα­τος. Από μία ά­πο­ψη, εί­ναι έ­νας ε­πί­φο­βος μαι­τρ σε αυ­τόν τον ι­διά­ζο­ντα το­μέα “δια­κει­με­νι­κό­τη­τας”. Εί­ναι γε­γο­νός, πως πολ­λούς ελ­κύουν οι “δια­κει­με­νι­κοί διά­λο­γοι”, προ­τι­μούν, ό­μως, πε­ρισ­σό­τε­ρο βα­τά “δια­κεί­με­να”, ό­πως η αγ­γλό­γλωσ­ση, κα­τά κα­νό­να σύγ­χρο­νη, λο­γο­τε­χνία. Αυ­τοί, ό­μως, δεν βά­ζουν σε δο­κι­μα­σία τη γη­γε­νή λο­γο­τε­χνία, α­φού, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, να α­πο­δεί­ξουν ξε­νι­κές ε­πι­δρά­σεις στο έρ­γο του άλ­φα ή του βή­τα Έλλη­να συγ­γρα­φέα. Ενώ, ο Πα­σχά­λης, α­σχο­λού­με­νος συ­στη­μα­τι­κά με τους κο­ρυ­φαίους της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, τεί­νει να την α­πορ­φα­νί­σει. Και κα­λά, οι δυο Ζα­κύν­θιοι, Κάλ­βος-Σο­λω­μός, αλ­λά ο Σε­φέ­ρης; Μέ­χρι προ­χτές βαλ­λό­ταν για ελ­λη­νο­κε­ντρι­σμό, και τώ­ρα να χρειά­ζε­ται υ­πε­ρά­σπι­ση για δυ­τι­κό­φι­λη “δια­κει­με­νι­κό­τη­τα”;    
Πα­ρό­μοια συ­νη­γο­ρία συ­νι­στά δύ­σκο­λο έρ­γο, ό­ταν η εν λό­γω διά­γνω­ση έρ­χε­ται α­πό έ­ναν βρα­βευ­μέ­νο κλα­σι­κό φι­λό­λο­γο. Δε­δο­μέ­νου, ό­μως, ό­τι πα­ρα­μέ­νου­με στην ε­πο­χή του α­να­γνώ­στη, ως δη­μιουρ­γι­κού παρ­τε­ναί­ρ, μα­κράν του πα­θη­τι­κού α­πο­δέ­κτη, που α­ντι­λαμ­βα­νό­ταν η γε­νιά του ’30, θα εκ­θέ­σου­με ευ­θαρ­σώς τις α­πο­ρίες μας. 
Μία πρώ­τη α­πο­ρία γεν­νά το ι­διαί­τε­ρα με­γά­λο βά­ρος, που ο με­λε­τη­τής α­πο­δί­δει στα “πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία” έ­να­ντι των κει­με­νι­κών, δη­λα­δή του ι­δίου του ποιή­μα­τος. Συ­γκε­κρι­μέ­να, α­να­φέ­ρε­ται στον τίτ­λο, τους χρο­νο­λο­γι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς και τις συ­νο­δευ­τι­κές ση­μειώ­σεις. Επί­σης, στις αλ­λα­γές τους κα­τά τις δια­δο­χι­κές εκ­δό­σεις, κα­θώς και, λό­γω ύ­παρ­ξης στην πε­ρί­πτω­ση Σε­φέ­ρη αρ­χεια­κού υ­λι­κού, σε δια­φο­ρο­ποιή­σεις στα χει­ρό­γρα­φα “σχε­διά­σμα­τα”. Εκ προοι­μίου, ε­ξαί­ρει το ρό­λο τους ως “ερ­μη­νευ­τι­κό ερ­γα­λείο”. Στη συ­νέ­χεια, δια­χω­ρί­ζει έ­να “πα­ρα­κει­με­νι­κό στοι­χείο”, συ­γκε­κρι­μέ­να, μία α­πό τις ση­μειώ­σεις, ό­που ως πρό­τυ­πο ε­νός στί­χου του ποιή­μα­τος, ε­κεί­νου που ε­πι­λέ­γει και ως τίτ­λο του με­λε­τή­μα­τός του, “σιω­πές α­γα­πη­μέ­νες της σε­λή­νης”, υ­πο­δει­κνύε­ται η­μι­στί­χιο α­πό την «Αι­νειά­δα» του Βιρ­γί­λιου, “amica silentia lunae”. Στό­χος του να δεί­ξει πως το εν λό­γω η­μι­στί­χιο, ο­μού με­τά των συμ­φρα­ζο­μέ­νων του, “α­πο­τε­λούν δο­μι­κό στοι­χείο της σκη­νο­θε­σίας του «Τε­λευ­ταίου σταθ­μού»”, ά­ρα “το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο δια­κεί­με­νο του ποιή­μα­τος”. Σε α­ντί­θε­ση, το πρω­το­γε­νές κει­με­νι­κό στοι­χείο, τον στί­χο του ποιή­μα­τος, τον σχο­λιά­ζει υ­πο­βο­η­θη­τι­κά προς το τέ­λος του κει­μέ­νου του.
Ο με­λε­τη­τής α­πο­πει­ρά­ται ερ­μη­νεία του ποιή­μα­τος και δη, μέ­σω ε­πι­σφα­λούς “δια­κει­με­νι­κό­τη­τας”: “Ο καμ­βάς πά­νω στον ο­ποίο στή­νε­ται ο «Τε­λευ­ταίος σταθ­μός» εί­ναι η δια­κει­με­νι­κή σκη­νο­θε­σία που προ­ε­τοι­μά­ζει την ά­λω­ση της Τροίας στην «Αι­νειά­δα» του Βιρ­γι­λίου.” Με άλ­λα λό­για, αν πα­ρα­κο­λου­θού­με την “δια­κει­με­νι­κού” τύ­που συλ­λο­γι­στι­κή, εν­σφη­νώ­νο­ντας στο ποίη­μα τον εν λό­γω στί­χο, α­να­κα­λεί­ται η σκη­νή με τον στό­λο των Αχαιών να ξε­κι­νά­ει α­πό την Τέ­νε­δο για την α­φρού­ρη­τη, χά­ρις στον “αρ­χε­τυ­πι­κό δό­λο” του Δού­ρειου Ίππου, στο έ­λεός τους, Τροία. Αυ­τό υ­πο­τί­θε­ται πως ε­πέ­χει θέ­ση προ­φη­τείας στο σε­φε­ρι­κό ποίη­μα  για ό­σα πρό­κει­ται να συμ­βούν με­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση της Αθή­νας απ’ τις ορ­δές της Βέρ­μα­χτ.
“Κά­θε ε­ξή­γη­ση ποιή­μα­τος εί­ναι, μου φαί­νε­ται, ε­ξω­φρε­νι­κή...”, δια­τεί­νε­ται ο Σε­φέ­ρης το 1949, ό­ταν η Τζού­λια Κρί­στε­βα ή­ταν παι­δά­κι στην Βουλ­γα­ρία και ο Ζε­ράρ Ζε­νέ­τ, πρω­το­ε­τής της φι­λο­λο­γίας. Τό­τε, η λε­γό­με­νη “transtextualite” υ­πήρ­χε μό­νο σαν “πε­τρο­κα­λα­μή­θρα που κυ­βερ­νά τον ποιη­τή, έ­να έν­στι­κτο που ξέ­ρει, πριν απ’ ό­λα, να φέ­ρει στο φως και να βυ­θί­ζει στο μού­χρω­μα της συ­νεί­δη­σης τα πράγ­μα­τα...” Για το ποίη­μα «Τε­λευ­ταίος σταθ­μός», ο Σε­φέ­ρης ε­ξη­γού­σε σε νεό­τε­ρο κρι­τι­κό: “Εί­ναι έ­να ποίη­μα που α­πορ­ρό­φη­σε κά­μπο­ση πεί­ρα και πί­κρα μιας ε­πο­χής της ζωής μου που δε γνώ­ρι­σες, α­φού εί­ταν σκη­νο­θε­τη­μέ­νη έ­ξω α­πό την πα­τρί­δα...”. Ενώ, σε προ­σφι­λή του, ο­μή­λι­κο φί­λο, γί­νε­ται α­να­λυ­τι­κό­τε­ρος: “Αφού μας χρειά­ζε­ται, α­διά­φο­ρο αν α­ξί­ζει τον κό­πο, μια κλω­στή της Αριάδ­νης, βρί­σκω πως δεν εί­ναι κα­κή αυ­τή που μας δα­νεί­ζει η πε­ρι­κο­πή της Οδύσ­σειας με το ε­πει­σό­διο της Κίρ­κης και τη Νε­κυο­μα­ντεία... ποιος ξέ­ρει, μπο­ρεί να υ­πήρ­χε και να ε­νερ­γού­σε αό­ρα­τος μέ­σα μου ο ειρ­μός αυ­τός, ό­ταν κα­τα­πιά­στη­κα να συ­ναρ­μο­λο­γή­σω ε­μπει­ρίες που εί­χα δο­κι­μά­σει, και κά­πο­τε ση­μειώ­σει, α­πό τον Οχτώ­βρη του ’44 που γύ­ρι­σα στην Ελλά­δα α­πό τη Μέ­ση Ανα­το­λή και την Ιτα­λία. Το βίω­μα, κα­θώς λέ­νε, της «Κί­χλης» αρ­χί­ζει ε­κεί που τε­λειώ­νει το «Ημε­ρο­λό­γιο κα­τα­στρώ­μα­τος β΄», με τον «Τε­λευ­ταίο σταθ­μό»”. 
Βε­βαίως, η α­να­ζή­τη­ση ι­τα­λι­κού “δια­κεί­με­νου” δεν ξε­νί­ζει, α­φού ο Σε­φέ­ρης, στην Ιτα­λία, ξε­κί­νη­σε να γρά­φει το ποίη­μα. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στην Cava dei Tirreni, “έ­να χω­ριου­δά­κι πά­νω α­πό το Σα­λέρ­νο”, την έ­δρα των βρε­τα­νι­κών στρα­τιω­τι­κών δυ­νά­μεων. Στο ξε­νο­δο­χείο του, μέ­νει “σύσ­σω­μο το Υπουρ­γείο Εξω­τε­ρι­κών. Ψη­λό­τε­ρα δυο βί­λες δε­σπό­ζουν, της Αγγλι­κής Πρε­σβείας και του Έλλη­να πρω­θυ­πουρ­γού”. Στη Βίλ­λα Ricciardi, φι­λο­ξε­νή­θη­κε ο Γεώρ­γιος Πα­παν­δρέ­ου. Στην πα­ρα­κεί­με­νη πό­λη της Κα­ζέρ­τας, έ­δρα του αγ­γλι­κού αρ­χη­γείου, δέ­κα μέ­ρες με­τά την ά­φι­ξή του, 26 Σεπ. 1944, υ­πο­γρά­φτη­κε η πε­ριώ­νυ­μη Συμ­φω­νία, που ό­ρι­ζε αρ­χι­στρά­τη­γο αγ­γλι­κών και ελ­λη­νι­κών δυ­νά­μεων τον Σκό­μπυ. Αυ­τό κα­θό­λου τυ­χαία. Πρό­κει­ται για υ­ψη­λό­βαθ­μο α­ξιω­μα­τι­κό με μό­νι­μη θη­τεία στις βρε­τα­νι­κές α­ποι­κίες. Την 1η Οκτ., ο Σε­φέ­ρης ση­μειώ­νει στο Ημε­ρο­λό­γιό του: “Ο στρα­τη­γός – βά­φτι­σε την Cava dei Tirreni, Φά­κα dei Greci.” Στην ο­ρι­στι­κή έκ­δο­ση του ποιή­μα­τος, υ­πάρ­χει η η­με­ρο­μη­νία, “5 Οκτω­βρίου ’44”. Στην πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του, Μάρ. του 1947, η  η­με­ρο­μη­νία εί­ναι “15 Οκτω­βρίου 1944”. Στα Ημε­ρο­λό­για, αυ­τές οι η­με­ρο­μη­νίες δεν έ­χουν εγ­γρα­φές, μό­νο τη “Δευ­τέ­ρα, 16 Οκτώ­βρη”: “Χτες ό­λο το α­πό­γε­μα δο­κί­μα­σα να συ­νε­χί­σω έ­να ποίη­μα που άρ­χι­σα ε­δώ και λί­γες μέ­ρες («Τε­λευ­ταίος σταθ­μός»). Ανα­γκά­στη­κα να το α­φή­σω· βα­ρύς το βρά­δυ.” Άλλο η­με­ρο­λο­για­κό ί­χνος των χει­ρο­γρά­φων του ποιή­μα­τος, μέ­χρι τη δη­μο­σίευ­σή του, δη­λα­δή σε έ­να μα­κρύ διά­στη­μα δυο χρό­νων και τριών μη­νών, δεν υ­πάρ­χει. Άρα­γε, σώ­θη­καν αυ­τά τα δυο πρώ­τα “σχε­διά­σμα­τα”; Με πρό­σβα­ση στο Αρχείο ο Πα­σχά­λης, δεν πλη­ρο­φο­ρεί σχε­τι­κά. Ανα­φέ­ρει μό­νο, πως υ­πάρ­χει “σχε­δία­σμα” με έν­δει­ξη, “5.15 Οκτ. 44, Ιούλ. 46”.   
Για το ποίη­μα, ω­στό­σο, έ­χουν δια­σω­θεί “σχε­διά­σμα­τα” μέ­χρι “τυ­πο­γρα­φι­κά δο­κί­μια”, που δεί­χνουν ση­μα­ντι­κές αλ­λα­γές. Οπό­τε, θα α­να­με­νό­ταν να δο­θούν α­να­λυ­τι­κά οι δια­δο­χι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις του ε­πί­μα­χου στί­χου. Αντ’ αυ­τού, α­να­φέ­ρε­ται πως “στα σχε­διά­σμα­τα του ποιή­μα­τος δεν υ­πάρ­χει ο στί­χος”, χω­ρίς να προσ­διο­ρί­ζε­ται ποιο εί­ναι αυ­τό το σύ­νο­λο “σχε­δια­σμά­τω­ν” χω­ρίς τον στί­χο. Αμέ­σως με­τά προ­σθέ­τει, πως “σε έ­να σχε­δία­σμα δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τα”, ε­νώ “σε άλ­λο σχε­δία­σμα εμ­φα­νί­ζε­ται” ο στί­χος με δια­φο­ρε­τι­κή α­πό­δο­ση του λα­τι­νι­κού προ­τύ­που, το­πο­θε­τη­μέ­νος σε δια­φο­ρε­τι­κή θέ­ση ε­ντός του ποιή­μα­τος. Ού­τε κά­ποια, έ­στω και κα­τ’ ει­κα­σία, χρο­νο­λό­γη­ση αυ­τών των δυο σχε­δια­σμά­των, ού­τε σχο­λια­σμός της ση­μα­σίας πα­ρό­μοιων δε­δο­μέ­νων. Οπό­τε, γεν­νά­ται το εύ­λο­γο ε­ρώ­τη­μα πως μπο­ρεί να έ­χει τό­ση βα­ρύ­τη­τα για τη σύλ­λη­ψη ε­νός ποιή­μα­τος, για­τί ει­κά­ζου­με πως αυ­τό εν­νο­εί­ται ως “σκη­νο­θε­σία”, έ­νας στί­χος που σε κά­ποια –έ­να, δυο, πε­ρισ­σό­τε­ρα;– δεν υ­πάρ­χει καν, ε­νώ, καί­τοι δο­μι­κό στοι­χείο του ποιη­τι­κού χώ­ρου και χρό­νου, με­τα­το­πί­ζε­ται α­πό σχε­δία­σμα σε σχε­δία­σμα ως δευ­τε­ρεύον στοι­χείο δια­κο­σμη­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Αν, ό­μως, οι με­τα­βο­λές των κει­με­νι­κών στοι­χείων δεν σχο­λιά­ζο­νται, ά­ρα δεν κρί­νο­νται βα­ρύ­νου­σες στη “σκη­νο­θε­σία”, πως εί­ναι δυ­να­τόν να α­πο­βαί­νει ση­μα­ντι­κή η ση­μείω­ση για αυ­τό το ε­λά­χι­στα ση­μα­ντι­κό κει­με­νι­κό στοι­χείο;
Ως α­ντι­στάθ­μι­σμα, θα ή­ταν χρή­σι­μη σύ­ντο­μη πα­ρου­σία­ση των αλ­λα­γών στο κεί­με­νο του ποιή­μα­τος, ό­πως διε­ξο­δι­κά τις σχο­λιά­ζει ο Ξε­νο­φών Κο­κό­λης στο βι­βλίο του «Σε­φε­ρι­κά μιας ει­κο­σα­ε­τίας» (1993). Όσο α­φο­ρά το κύ­ριο “πα­ρα­κει­με­νι­κό στοι­χείο”, που εί­ναι ο τίτ­λος του ποιή­μα­τος, μέ­νει η ε­ντύ­πω­ση πως έ­γι­νε μια μό­νο αλ­λα­γή, α­πό τον αρ­χι­κό με το ι­τα­λι­κό το­πω­νύ­μιο στον ο­ρι­στι­κό, ε­νώ πρό­κει­ται για τρι­πλή ή και πολ­λα­πλή αλ­λα­γή (αρ­χι­κά, στις 5/10/1944, το το­πω­νύ­μιο ι­τα­λι­στί, στις 15/10/1944 ο ο­ρι­στι­κός, εν­δια­μέ­σως, σε “σχε­διά­σμα­τα”, ε­πα­νέρ­χε­ται το το­πω­νύ­μιο, για να διορ­θω­θεί δεύ­τε­ρη φο­ρά “πά­νω στο μάρ­μα­ρο του τυ­πο­γρα­φείου”). 
Αλλά οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πο­ρίες α­να­κύ­πτουν α­πό τις α­πο­φάν­σεις του με­λε­τη­τή σχε­τι­κά με τις προ­θέ­σεις του Σε­φέ­ρη και τη λα­τι­νο­μά­θειά του. Κα­τ’ αρ­χήν, υ­πο­στη­ρί­ζει πως ο ποιη­τής δια­τή­ρη­σε την πρώι­μη χρο­νο­λό­γη­ση για να προσ­δώ­σει στο ποίη­μά του προ­φη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Επι­στρα­τεύει και τον ι­στο­ριο­γρα­φι­κό ό­ρο “προ­φη­τεία ex eventu”, για να α­πο­φύ­γει φορ­τι­σμέ­νες εκ­φρά­σεις, ό­πως, λ.χ., δο­λίως πα­ρα­πλα­νη­τι­κή “σκη­νο­θε­σία”. Δεν λαμ­βά­νει μάλ­λον υ­πό­ψη, ό­τι το ποίη­μα, στην πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση, φέ­ρει τον υ­πό­τιτ­λο, “Συ­μπλή­ρω­μα στο «Ημε­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος, Β΄»” και ό­τι, στην ο­ρι­στι­κή έκ­δο­ση, το­πο­θε­τεί­ται πριν την «Κί­χλη», που φέ­ρει η­με­ρο­μη­νία “31 του Οχτώ­βρη 1946”. Όχι μό­νο εί­ναι α­πό­λυ­τος στα συ­μπε­ρά­σμα­τά του, αλ­λά προ­χω­ρά και σε σε­νά­ρια σχε­τι­κά με το πώς λει­τούρ­γη­σε ο ποιη­τής, δα­νει­ζό­με­νος το η­μι­στί­χιο α­πό την «Αι­νειά­δα».
Σχο­λιά­ζει πως “η λα­τι­νο­μά­θεια του ή­ταν ε­ξαι­ρε­τι­κά πε­ριο­ρι­σμέ­νη”, για να κα­τα­λή­ξει πως “η φρά­ση ή­ταν ο­λο­φά­νε­ρα γνω­στή στον Σε­φέ­ρη, εί­τε α­πό τον Hugo εί­τε α­πό τον Gide εί­τε α­πό τον Yeats εί­τε α­πό πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό μία πη­γές.” Δη­λα­δή, ο Σε­φέ­ρης, α­πό­φοι­τος του Προ­τύ­που Γυ­μνα­σίου της Αθή­νας, δεν εί­χε δια­βά­σει με­τα­φρά­σεις της «Αι­νειά­δας», δεν εί­χε α­κού­σει τις διι­στά­με­νες α­πό­ψεις σχε­τι­κά με αυ­τό το προ­βλη­μα­τι­κό η­μι­στί­χιο στο Δεύ­τε­ρο Βι­βλίο της. Προ­βλη­μα­τι­κό, κα­θώς μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί ό­τι ση­μαί­νει εί­τε “φεγ­γα­ρό­φω­το” εί­τε “κρυμ­μέ­νη σε­λή­νη”. Ο Πα­σχά­λης α­πο­φαί­νε­ται: “Το βέ­βαιο εί­ναι ό­τι στον «Τε­λευ­ταίο σταθ­μό» οι σιω­πές της σε­λή­νης δεν έ­χουν να κά­νουν με το σκο­τά­δι.” Μή­πως, ό­μως, κοι­τά­ζει τον Σε­φέ­ρη με σύγ­χρο­να μα­το­γυά­λια; Ο Δά­ντης και ο Μίλ­των, αλ­λά και οι πα­λαιό­τε­ροι με­τα­φρα­στές της «Αι­νειά­δας» στα ελ­λη­νι­κά, τις “σιω­πές της σε­λή­νης” τις ερ­μή­νευαν ως σκό­τος. Ακό­μη, ο κο­ρυ­φαίος ου­μα­νι­στής Angelo Poliziano. Την ά­πο­ψη του τε­λευ­ταίου την α­ντι­κρούει ο Πα­σχά­λης, πα­ρα­πέ­μπο­ντας στη σύγ­χρο­νη α­με­ρι­κα­νι­κή φι­λο­λο­γία γύ­ρω α­πό το θέ­μα. Αυ­τή στη­ρί­ζε­ται σε με­τα­γε­νέ­στε­ρους ου­μα­νι­στές, του 16ου αιώ­να, που άν­τλη­σαν την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία τους α­πό την «Μι­κρή Ιλιά­δα» και άλ­λα έρ­γα των “κύ­κλιων ε­πι­κών ποιη­τώ­ν”, που θέ­λη­σαν να συ­μπλη­ρώ­σουν την ο­μη­ρι­κή Ιλιά­δα. Για­τί, ό­μως, πα­ρό­μοια ε­πι­χει­ρή­μα­τα να δί­νουν τε­λε­σί­δι­κη α­πά­ντη­ση;
Οι δυο με­τα­φρα­στι­κές εκ­δο­χές του Σε­φέ­ρη, στο “σχε­δία­σμα” και στο ο­ρι­στι­κό, θα μπο­ρού­σαν να ο­φεί­λο­νται, ό­πως σχο­λιά­ζει ο ί­διος με α­φορ­μή την «Κί­χλη» που γρά­φτη­κε στον Πό­ρο, στην έλ­λει­ψη βο­η­θη­μά­των, ό­ντας και τό­τε ε­κτός έ­δρας. Όσο για τον πλη­θυ­ντι­κό “σιω­πές”, ό­πως και στο λα­τι­νι­κό πρω­τό­τυ­πο, οι πλη­θυ­ντι­κοί ται­ριά­ζουν στην ποίη­ση. Για το φι­λι­κός, που έ­γι­νε α­γα­πη­μέ­νος, δη­λα­δή α­πό ε­πι­θε­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός μιας προ­σω­πο­ποιη­μέ­νης σε­λή­νης με­τα­βλή­θη­κε σε διά­θε­ση του ποιη­τή, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι, σύμ­φω­να με τις ση­μειώ­σεις, σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, δα­νεί­ζε­ται συ­ναι­σθη­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις για το ποιη­τι­κό υ­πο­κεί­με­νο, τον α­φη­γη­τή. Στο ό­τι ση­μαί­νει σκό­τος και ό­χι φεγ­γα­ρό­φω­το, συ­νη­γο­ρεί και η πρώ­τη θέ­ση που έ­χει ο στί­χος στο “σχε­δία­σμα”, με­τά το στί­χο 10, ό­που γί­νε­ται λό­γος, πρώ­τον για φεγ­γά­ρι “στη χά­ση” (στ8) και στη συ­νέ­χεια, για α­δύ­να­μα “φεγ­γα­ρό­φω­τα σε πο­λι­τείες του βο­ριά”. Στον 12ο στί­χο, υ­πάρ­χει ο χρο­νι­κός προσ­διο­ρι­σμός: “Χτες βρά­δυ... στην ά­κρη /μιας φθι­νο­πω­ρι­νής μπό­ρας, το φεγ­γά­ρι /ξε­πέ­ρα­σε τα σύν­νε­φα”. Στο τώ­ρα της α­φή­γη­σης, την ε­πο­μέ­νη, το α­πό­γε­μα της 15ης Οκτ., εί­ναι “βρο­χε­ρό φθι­νό­πω­ρο σ’ αυ­τή γού­βα”.
Τέ­λος, ο με­λε­τη­τής με­τα­φρά­ζει ο ί­διος το ε­πί­μα­χο η­μι­στί­χιο, “ tacitae per amica silentia lunae” ως “κά­τω α­πό τη φι­λι­κή σι­γή της σιω­πη­λής σε­λή­νης” ή, κα­τά λέ­ξη, “κά­τω α­πό τις φι­λι­κές σιω­πές της βου­βής σε­λή­νης”. Θεω­ρεί πως η σιω­πή “μνη­μο­νεύε­ται εμ­φα­τι­κά με δυο ό­ρους (tacitae, silentia)”. Δεν θα μπο­ρού­σε, ό­μως, το ε­πί­θε­το “tacitus” να α­πο­δο­θεί και ως κρύ­φιος, κε­κρυμ­μέ­νος; Άρα, της κρυμ­μέ­νης σε­λή­νης; 

Μ. Θε­οδ­σο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 1/11/2015.
Φωτο:  Φωτογραφία από την τρέχουσα έκθεση «Η Αθήνα ελεύθερη».

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Εκδοχές σ’ ένα θέμα

Σπύ­ρος Γιαν­να­ράς
«Ο βα­σι­λιάς έρ­χε­ται
ό­πο­τε του κα­πνί­σει»
Εκδό­σεις Άγρα
Μάιος 2015
 
“Ο βα­σι­λιάς έρ­χε­ται ό­πο­τε του κα­πνί­σει” εί­ναι ο τίτ­λος της τρί­της συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του Σπύ­ρου Γιαν­να­ρά. Όπου, ο συγ­γρα­φέ­ας σπεύ­δει, στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, να ε­πε­ξη­γή­σει την προ­σω­πο­ποίη­ση: “Ο έ­ρω­τας έρ­χε­ται ό­πο­τε του κα­πνί­σει”. Άρι­στα πράτ­τει, κα­θώς οι υ­πο­ψή­φιοι α­γο­ρα­στές του βι­βλίου, το πι­θα­νό­τε­ρο α­να­γνώ­στες των δυο προ­η­γού­με­νων συλ­λο­γών, το σύ­νο­λο τρία συν έ­ξι διη­γή­μα­τα, μό­νο στον έ­ρω­τα δεν θα τους πά­ει ο νους. Μάλ­λον ως σαρ­κα­στι­κή α­να­φο­ρά στον θά­να­το θα την ε­κλά­βουν. Διή­γη­μα και θά­να­τος, το πή­γαι­νε ο Γιαν­να­ράς. Ποι­κί­λους θα­νά­τους έ­χει ε­μπνευ­στεί για τα διη­γή­μα­τά του, με μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση το προ­τασ­σό­με­νο της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής, που έ­χει ε­ρω­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο. Αλλά και α­πό αυ­τό α­που­σιά­ζει ο έ­ρω­τας, κα­θώς ε­μπλέ­κο­νται μό­νο δον­ζουάν και κε­ρα­σφό­ροι σύ­ντρο­φοι. Οπό­τε, μία συλ­λο­γή και μά­λι­στα, αυ­τήν τη φο­ρά, έ­ντε­κα διη­γη­μά­των, με σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κό θέ­μα τον έ­ρω­τα - μό­νο σε έ­να διή­γη­μα α­που­σιά­ζει - α­πο­τε­λεί έκ­πλη­ξη.
Ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­ποιεί­ται την αρ­χαία προ­σω­πο­ποίη­ση του έ­ρω­τα θε­ού, ό­πως α­πο­κλείει και τις προ­σω­πο­ποιή­σεις του έ­ρω­τα ως ί­με­ρου και πό­θου. Εννέα ι­στο­ρίες και ού­τε μία σκη­νή κλι­νο­πά­λης, ού­τε καν “γυ­μνός γυ­μνή συ­γκα­τα­κλι­νείς”. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, υ­πάρ­χει μια σκη­νή, που θα μπο­ρού­σε κά­πως έ­τσι να συ­νο­ψι­στεί, αλ­λά, πα­ρό­λο που α­να­φέ­ρε­ται σε πρωι­νό ξύ­πνη­μα ε­ρω­τευ­μέ­νων, στε­ρεί­ται της πα­ρα­μι­κρής ε­ρω­τι­κής δρά­σης. Ο “δεύ­τε­ρος πα­τέ­ρας” του, ό­πως ο Γιαν­να­ράς α­πο­κα­λεί τον Κω­στή Πα­πα­γιώρ­γη, θα του τρα­βού­σε το αυ­τί. Μαύ­ρο το φό­ντο των ι­στο­ριών, ού­τε καν “μπλε βα­θύ σχε­δόν μαύ­ρο”, προς συμ­φω­νία με τον α­γα­πη­μέ­νο του συγ­γρα­φέα Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό.
Αν και ε­φέ­τος, πρό­σθε­σε στην ο­μά­δα “των ε­ξαί­ρε­των Ελλή­νων διη­γη­μα­το­γρά­φω­ν”, που, μέ­χρι πρό­τι­νος, α­νέ­φε­ρε σε συ­νε­ντεύ­ξεις και δη­μο­σιεύ­μα­τα, τον Γιώρ­γο Ιωάν­νου, χρί­ζο­ντας αυ­τόν “το με­γά­λο σχο­λείο γρα­φής”. Μάλ­λον συ­νέ­βα­λε ο ε­ορ­τα­σμός της ε­πε­τείου των τριά­ντα χρό­νων α­πό τον θά­να­τό του. Το  μό­το του τε­λευ­ταίου, σύ­ντο­μου διη­γή­μα­τος της πρό­σφα­της συλ­λο­γής του, το αν­τλεί α­πό το πε­ζο­γρά­φη­μα του Ιωάν­νου, «Ομί­χλη», της συλ­λο­γής «Η μό­νη κλη­ρο­νο­μιά». Βι­βλίο του 1974. Ίσως, το συ­γκε­κρι­μέ­νο διή­γη­μα και κά­ποια άλ­λα της νέ­ας συλ­λο­γής, να γέρ­νουν προς το πε­ζο­γρά­φη­μα. Ο τρό­πος γρα­φής του Γιαν­να­ρά, πά­ντως, εί­ναι ξέ­νος προς ε­κεί­νον του Θεσ­σα­λο­νι­κιού πε­ζο­γρά­φου.
Ένα συ­γκε­κρι­μέ­νο εί­δος έ­ρω­τα πο­λιορ­κεί με τα ε­ρω­τι­κά του ο Γιαν­να­ράς, τον α­πο­κα­λού­με­νο κε­ραυ­νο­βό­λο, που εκ­δη­λώ­νε­ται στη θέα και μό­νο του άλ­λου. Όταν ο ε­γκέ­φα­λος ση­μαί­νει συ­να­γερ­μό και αρ­χί­ζει να εκ­κρί­νει κά­θε εί­δους ορ­μό­νες, δη­μιουρ­γώ­ντας την αί­σθη­ση μίας α­κα­τα­νί­κη­της έλ­ξης για έ­να ά­γνω­στο πρό­σω­πο. Ωστό­σο, ο συγ­γρα­φέ­ας αμ­φιρ­ρέ­πει με­τα­ξύ του έ­ρω­τα κα­τά Πλά­τω­να και κα­τά Φρόυ­ντ. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο έ­ρω­τας του α­φη­γη­τή, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­κο­πές του ο­μό­τιτ­λου διη­γή­μα­τος, με­ταγ­γί­ζει κά­τι τις α­πό “θεία τρέ­λα”. Εκεί­νο το πα­ρα­λή­ρη­μα, το ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό τον θεό, για το ο­ποίο ρη­το­ρεύει η Διο­τί­μα. Από την άλ­λη, έ­τε­ρος α­φη­γη­τής, α­να­κα­λώ­ντας την πρώ­τη συ­νά­ντη­ση με τον με­γά­λο του έ­ρω­τα, συ­μπτω­μα­τι­κά σε έ­να ε­στια­τό­ριο με την ο­νο­μα­σία Duende, μνη­μο­νεύει το λορ­κι­κό ντουέ­ντε, που εί­χε προ­κα­λέ­σει στην πο­θη­τή γυ­ναί­κα, κα­τα­πώς του ε­ξο­μο­λο­γή­θη­κε με­τά την ι­κα­νο­ποίη­ση των σε­ξουα­λι­κών τους ε­νορ­μή­σεων, η θέα α­πό το κα­τά­σαρ­κα φο­ρε­μέ­νο σκού­ρο φα­νε­λά­κι του. Όσο για την ψυ­χα­νά­λυ­ση ε­πι­μέ­νει, πως ε­ρω­τευό­μα­στε ό­ταν οι συ­γκυ­ρίες μας ε­τοι­μά­ζουν για αλ­λα­γή.
Δεν θα βά­λου­με, βε­βαίως, τον συγ­γρα­φέα στο ψυ­χα­να­λυ­τι­κό α­νά­κλι­ντρο. Άλλω­στε, μας προ­λαμ­βά­νει, δια­βε­βαιώ­νο­ντας σε συ­νέ­ντευ­ξή του με α­φορ­μή το πρό­σφα­το βι­βλίο του, πως, σε αυ­τό, το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό στοι­χείο εί­ναι μι­κρό. Ωστό­σο, κα­θώς έ­χει τά­ση στις ε­ξο­μο­λο­γή­σεις των προ­σω­πι­κών του, ο α­να­γνώ­στης, του­λά­χι­στον ο υ­πο­ψια­σμέ­νος, σε κά­ποια διη­γή­μα­τα, θα δια­κρί­νει ταυ­τί­σεις με τα βιώ­μα­τα του α­φη­γη­τή. Λ.χ., στο πα­λαιό­τε­ρο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, το «Υπο­ψή­φια για α­πο­χώ­ρη­ση», δη­μο­σιευ­μέ­νο πριν την έκ­δο­ση της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής, ο συγ­γρα­φέ­ας στή­νει την υ­πό­θε­ση, α­να­μι­γνύο­ντας τη στε­νο­χώ­ρια α­πό μία ερ­γα­σια­κή α­πό­λυ­ση με την α­νη­συ­χία για έ­ναν καρ­κί­νο, βιώ­μα­τα α­κό­μη τό­τε νω­πά για τον ί­διο. Αυ­τό, βε­βαίως, δεν ση­μαί­νει, ό­τι ταυ­τί­ζε­ται με τον α­φη­γη­τή, που εί­χε προ πε­ντα­ε­τίας στέ­κι το ε­στια­τό­ριο Duende, ού­τε πως τό­τε που έ­χα­σε τη μη­τέ­ρα του, ή­ταν που ε­ρω­τεύ­τη­κε μία γυ­ναί­κα στο μη­τρι­κό πρό­τυ­πο, ό­πως ψυ­χα­να­λυ­τι­κά προ­βλέ­πε­ται, αλ­λά και ό­πως συ­νέ­βη σε α­φη­γη­τή του, τρε­λά ε­ρω­τευ­μέ­νο με μία γυ­ναί­κα, την ο­ποία προι­κί­ζει με μη­τρι­κής υ­φής ι­διό­τη­τες και ταυ­τό­χρο­να, με “τρυ­φε­ρή ψυ­χή παι­δί­σκης”.
Ο Γιαν­να­ράς, η­θε­λη­μέ­να ή ό­χι, ε­ξε­ρε­θί­ζει με την πλη­θώ­ρα των πε­ρι­κει­με­νι­κών στοι­χείων την πε­ριέρ­γεια του α­να­γνώ­στη. Ει­δι­κό­τε­ρα, με τις ε­κτε­τα­μέ­νες α­να­φο­ρές στους ε­πώ­νυ­μους που έ­χει γνω­ρί­σει και σε ε­κεί­νους που, κα­τά και­ρούς, συ­να­να­στρέ­φε­ται, ό­πως ε­πί­σης, με τις α­φιε­ρώ­σεις και τα μό­το κά­θε κει­μέ­νου, αλ­λά και τις συ­νο­μι­λίες με τα κεί­με­να άλ­λων συγ­γρα­φέων και τα συ­να­κό­λου­θα δά­νεια, εμ­φα­νή ή λαν­θά­νο­ντα, ω­θεί τον βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή στον βιο­γρα­φι­σμό. Από την άλ­λη, τον κά­νει να δι­στά­ζει στη δια­τύ­πω­ση α­δυ­να­μιών, κα­θώς ο ί­διος συ­στή­νει ε­αυ­τόν ως κρι­τι­κό λο­γο­τε­χνίας και τε­λευ­ταία, ως με­λε­τη­τή. Και μά­λι­στα, με θεω­ρη­τι­κή σκευή κα­θό­λου α­με­λη­τέα, ό­πως δεί­χνει η ε­κτε­τα­μέ­νη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, κα­θώς και το πε­ρί διη­γή­μα­τος δο­κί­μιο, που εν­σω­μα­τώ­νει στη συλ­λο­γή με τίτ­λο, «Αντί προ­λό­γου: ε­πί­λο­γος».
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των ζώ­ντος συγ­γρα­φέα, εκ­δι­δό­με­νη με πρω­το­βου­λία του ι­δίου, α­πό πού κι ως πού χρή­ζει “προ­λό­γου”; Αλλά α­πο­ρία προ­κα­λεί και ο τρό­πος, με τον ο­ποίο εί­ναι γραμ­μέ­νος αυ­τός ο, εν τέ­λει, “ε­πί­λο­γος”. Έτσι, ό­πως α­πο­φαί­νε­ται κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά πε­ρί ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας και ελ­λη­νι­κού διη­γή­μα­τος, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, οι υ­περ­θε­τι­κοί χα­ρα­κτη­ρι­σμοί με­γα­λύν­σεως, που χρη­σι­μο­ποιεί για τα διη­γή­μα­τα πα­λαιό­τε­ρων και νεό­τε­ρων, κα­θώς και οι α­νε­πι­φύ­λα­κτες ιε­ραρ­χή­σεις και α­πο­κλει­σμοί που α­πο­κα­θι­στά. Συ­γκρα­τού­με, ω­στό­σο, την ε­πι­σή­μαν­σή του, πως οι διη­γη­μα­το­γρά­φοι α­πο­τε­λούν μειο­ψη­φία α­νά­με­σα στους συγ­γρα­φείς ι­στο­ριών. Μειο­ψη­φία, στην ο­ποία το­πο­θε­τεί τον ε­αυ­τό του, πα­ρό­λο που ει­σα­γω­γι­κά πα­ρα­τη­ρεί: “Το κα­τά πό­σο, βέ­βαια, κα­τα­φέρ­νω να γρά­ψω διή­γη­μα, και δη με τους ό­ρους που θα το ε­πι­θυ­μού­σα, εί­ναι αλ­λου­νού πα­πά ευαγ­γέ­λιο”. Μάλ­λον, ό­μως, πρό­κει­ται για ρη­το­ρι­σμό, α­φού δη­λώ­νε­ται πολ­λα­πλώς η βε­βαιό­τη­τά του, του­λά­χι­στον ως προς το πρώ­το σκέ­λος.
Όπως και να έ­χει, αυ­τός “ο άλ­λος πα­πάς” θα α­να­με­νό­ταν να εί­ναι ο κρι­τι­κός των βι­βλίων του. Δια­βά­ζο­ντας, ω­στό­σο, το σώ­μα των μέ­χρι σή­με­ρα κρι­τι­κών για τις τρεις συλ­λο­γές διη­γη­μά­των του, πα­ρό­μοιας φύ­σεως πα­ρα­τη­ρή­σεις δεν γί­νο­νται. Κυ­ριαρ­χεί ευ­με­νής στά­ση, που, με την τρί­τη συλ­λο­γή, κα­τα­λή­γει α­νε­πι­φύ­λα­κτα ε­παι­νε­τι­κή. Σε α­ντί­θε­ση, ε­μείς πι­στεύου­με, πως ό­σο ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της γρα­φής του ε­παυ­ξά­νο­νται, τό­σο α­πο­μα­κρύ­νε­ται α­πό τις α­ρε­τές του πρώ­του, προ ε­πτα­ε­τίας, βι­βλίου του και α­ντί­στοι­χα, α­πό ε­κεί­νες του διη­γή­μα­τος. Ήδη, στην προ­η­γού­με­νη συλ­λο­γή, χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με δυ­σα­νά­λο­γη τη χρή­ση των πα­ρο­μοιώ­σεων, κά­πο­τε και ά­στο­χη. Έγκρι­τη, πά­ντως, κρι­τι­κός θεω­ρού­σε τις πα­ρο­μοιώ­σεις “ευ­στο­χό­τα­τες, ευ­ρη­μα­τι­κές και λει­τουρ­γι­κές”. Στην πρό­σφα­τη, οι ε­πιρ­ρη­μα­τι­κοί προσ­διο­ρι­σμοί σύ­γκρι­σης, ό­πως και σαν, τεί­νουν να ε­κλά­βουν συ­χνό­τη­τα συ­μπλε­κτι­κού συν­δέ­σμου. Η ε­ντύ­πω­ση υ­περ­βο­λής, που καλ­λιερ­γεί­ται, ε­ντεί­νε­ται α­πό την ε­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση της με­τα­φο­ράς.
Εμμέ­νο­ντας στα κα­λο­λο­γι­κά στοι­χεία, με τα ο­ποία ε­πι­ζη­τεί ο συγ­γρα­φέ­ας να χτί­σει “το π῾῾ρο­σω­πι­κό του ύ­φος”, πα­ρα­τη­ρού­με να πλη­θαί­νουν τα ε­πί­θε­τα, ι­δίως τα σύν­θε­τα και ε­πί­λε­κτα. Ένας οί­στρος, α­πό τον ο­ποίο συ­χνά προ­κύ­πτουν α­δό­κι­μες εκ­φρά­σεις. Σε αυ­τό το ε­πι­διω­κό­με­νο “προ­σω­πι­κό ύ­φος”, προ­βάλ­λει ως βα­σι­κή συ­νι­στώ­σα η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Μό­νο που και αυ­τή πυ­κνώ­νει. Όταν, μά­λι­στα, γί­νε­ται υ­πό τη μορ­φή πα­ρα­πο­μπής, φαί­νε­ται να ε­πι­διώ­κε­ται βι­βλιο­γρα­φι­κή πλη­ρό­τη­τα δο­κι­μίου. Σαν ο α­φη­γη­τής να δί­νει ε­ξε­τά­σεις λο­γιό­τη­τας.
Δο­κι­μια­κού τύ­που προ­σέγ­γι­ση στο θέ­μα του έ­ρω­τα δεί­χνει και ο πε­ρι­πτω­σιο­λο­γι­κός τρό­πος, με τον ο­ποίο εί­ναι δο­μη­μέ­νη η συλ­λο­γή. Ακρι­βέ­στε­ρα, α­να­δει­κνύο­νται πτυ­χές της ε­ρω­τι­κής σχέ­σης α­πό την ο­πτι­κή του ί­διου πά­ντο­τε σκέ­λους, που, σε ό­λες τις ι­στο­ρίες, πλην μίας πα­ρά­ται­ρης, νε­ο­η­θο­γρα­φι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, εί­ναι ο άν­δρας. Ενά­ντια στους μέ­σους ό­ρους, αυ­τός πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ο πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­ρω­τευ­μέ­νος, ε­πί­μο­να και ρο­μα­ντι­κά, ο­πό­τε και κα­θί­στα­ται ο πιο ευά­λω­τος α­νά­με­σα στους δύο πό­λους. Ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­νας μα­ζο­χι­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας, που α­πο­λαμ­βά­νει τα­πει­νώ­σεις και ε­γκα­τα­λεί­ψεις. Με εν­νέα ι­στο­ρίες κα­λύ­πτε­ται σει­ρά πε­ρι­πτώ­σεων, που μπο­ρούν να πα­ρα­τα­χθούν στον ά­ξο­να του χρό­νου, σύμ­φω­να με τη διάρ­κεια της σχέ­σης: Το μπι­γκ μπαν­γκ ε­νός έ­ρω­τα, ό­ταν το γυ­ναι­κείο βλέμ­μα “δια­περ­νά σαν βέ­λος” τον ά­ντρα. Ού­τε βδο­μά­δας ζευ­γά­ρι, γέν­νη­μα κε­ραυ­νο­βό­λου έ­ρω­τα, που α­να­κα­λύ­πτει α­συμ­φω­νία α­πό­ψεων. Έτε­ρο ζεύ­γος, με δε­σμό ε­τών, που φι­λο­νι­κεί για την α­πό­κτη­ση τέ­κνου, κα­θώς ε­κεί­νη δια­καώς το ε­πι­θυ­μεί. Τρί­το ζεύ­γος, με σο­βα­ρό δε­σμό και ε­κεί­νον να φα­ντα­σιώ­νει πρό­τα­ση γά­μου στο σε­λη­νό­φως, που, αίφ­νης, συ­νει­δη­το­ποιεί α­συμ­φω­νία χα­ρα­κτή­ρων. Τέ­ταρ­το, με χα­λα­ρό πε­ντα­ε­τή δε­σμό και ε­κεί­νη, εν δια­στά­σει και με δυο κό­ρες, να του κά­νει γυ­μνά­σια. Ένα άλ­λο, προ­σφά­τως χω­ρι­σμέ­νο, με ε­κεί­νον σε φά­ση ο­δυ­νη­ρής α­πε­ξάρ­τη­σης. Ακό­μη, ζεύ­γος δια­ζευγ­μέ­νων, προ τριών ε­τών, που δια­πλη­κτί­ζε­ται για το μοί­ρα­σμα του χρό­νου ε­πο­πτείας της κό­ρης τους, με ε­κεί­νη να  τον δυ­σκο­λεύει στα πα­τρι­κά του κα­θή­κο­ντα. Μέ­νουν δυο σύ­ντο­μα πε­ζά, διαν­θι­σμέ­να με σκέ­ψεις γύ­ρω α­πό τις ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις και τον βα­σα­νι­σμό τους.  
Από ι­στο­ρία σε ι­στο­ρία, δια­φο­ρο­ποιεί­ται ο σκη­νι­κός χώ­ρος. Σο­φά ο συγ­γρα­φέ­ας, την α­να­κά­λυ­ψη α­συμ­φω­νίας α­πό­ψεων και χα­ρα­κτή­ρων, αλ­λά και τα γυ­ναι­κεία κα­μώ­μα­τα, τα το­πο­θε­τεί στο χρό­νο δια­κο­πών, σε νη­σί. “Κά­ποιο κο­ντι­νό”, Αστυ­πά­λαια ή και Κύ­θη­ρα, που ε­πα­νέρ­χο­νται. Κα­τά τα άλ­λα, μπο­ρεί η α­φή­γη­ση να πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό την ε­ρω­τι­κή α­πελ­πι­σία ε­κεί­νου, ό­μως το ζη­τού­με­νο του ε­ρω­τευ­μέ­νου και ά­ρα, το κυ­ρίως θέ­μα, εί­ναι η γυ­ναί­κα, ως πο­θη­τή ύ­παρ­ξη αλ­λά και πρό­τυ­πο. Σε τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες, η δο­μή στη­ρί­ζε­ται στην α­ντί­στι­ξη της σύγ­χρο­νης γυ­ναί­κας, στις τρέ­χου­σες πα­ραλ­λα­γές, με την γυ­ναί­κα σε πα­λαιό­τε­ρα χρό­νια. Αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη την εμ­φα­νί­ζει σαν τη βα­σα­νι­σμέ­νη Ρω­μιά του Πα­πα­δια­μά­ντη. Πι­θα­νώς, ως μυ­στι­κή συ­νο­μι­λία με τις «Ρω­μιές» του “Δά­σκα­λου” Λο­ρε­ντζά­του. Η α­ντί­στι­ξη δεν ευ­τυ­χεί πά­ντα α­φη­γη­μα­τι­κά. Λ.χ., στο δια­δρα­μα­τι­ζό­με­νο «Εντός του συρ­μού», με την ό­μορ­φη κο­πέ­λα και το ε­ξα­θλιω­μέ­νο η­λι­κιω­μέ­νο ζευ­γά­ρι, ε­ξαί­ρε­ται μό­νο η α­ντί­θε­ση στην εμ­φά­νι­σή τους, ε­νώ οι συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νες σκέ­ψεις του α­φη­γη­τή, α­ντί να λει­τουρ­γούν συν­δυα­στι­κά, δί­νουν στο πε­ζό χρο­νο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Αντι­θέ­τως, ευ­τυ­χούν «Το ξό­δι», με Κυ­θή­ριο γέ­ρο­ντα, προ­σκολ­λη­μέ­νο στη γυ­ναί­κα που του α­ντι­στοι­χεί, και «Το μαύ­ρο ά­λο­γο», με τη νη­σιώ­τισ­σα Ρω­μιά γραία.
Τέ­λος, να ση­μειώ­σου­με, πως το α­κρο­τε­λεύ­τιο σύ­ντο­μο πε­ζό της συλ­λο­γής, με τίτ­λο, «Βα­σα­νί­ζο­μαι», παίρ­νει έ­μπνευ­ση –χω­ρίς να α­πο­κλείε­ται η σύ­μπτω­ση– α­πό το τε­λευ­ταίο α­φή­γη­μα, «Κο­ντά στην κοι­λιά», του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου, που ξε­κι­νά­ει με την ί­δια μο­νο­λε­κτι­κή έκ­φρα­ση πό­νου. Πρό­κει­ται για έ­να γκρά­φι­τι, που φτά­νει να “πιά­νει δυο ο­ρό­φους πο­λυ­κα­τοι­κίας”, ως δια­κό­σμη­ση των τοί­χων της Αθή­νας στα χρό­νια της κρί­σης. Οι α­φη­γη­τές των δυο συγ­γρα­φέων το βρί­σκουν συ­νε­χώς μπρο­στά τους. Του Δη­μη­τρίου, το θεω­ρεί σή­μα κα­τα­τε­θέν της κρί­σης, του Γιαν­να­ρά, του έ­ρω­τα. Όπως και να έ­χει, ο Δη­μη­τρίου δεν α­να­φέ­ρε­ται στον κα­τά Γιαν­να­ρά λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να του Επι­λό­γου.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 18/10/2015.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Μολυβδο - Κονδυλοφόρος

«Κον­δυ­λο­φό­ρος»
Tό­μος 13. 2014
University Studio Press
Ιού­λιος 2015
 
 Στα­θε­ρά ε­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νη, αλ­λά χω­ρίς να α­θε­τεί το ε­τή­σιο ρα­ντε­βού της, κυ­κλο­φό­ρη­σε και ε­φέ­τος αυ­τή η μο­να­δι­κή, αν δεν σφάλ­λου­με, “έκ­δο­ση νεό­τε­ρης ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας”. Η ί­δια τα­κτι­κό­τη­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζει και τη δο­μή κά­θε τεύ­χους: το κυ­ρίως σώ­μα, με σχε­δόν στα­θε­ρό α­ριθ­μό με­λε­τη­μά­των, των ο­ποίων προ­τάσ­σο­νται νε­κρο­λο­γίες, η ε­νό­τη­τα «Μο­νο­κο­ντυ­λιές» με συ­ντο­μό­τε­ρα κεί­με­να, μία δεύ­τε­ρη, μι­κρό­τε­ρη σε έ­κτα­ση, ε­νό­τη­τα, το «Με­λα­νο­δο­χείο», με βι­βλιο­κρι­σίες, που, κα­τά κα­νό­να, πε­ριο­ρί­ζε­ται στην πα­ρου­σία­ση μίας μό­νο έκ­δο­σης, και την α­κρο­τε­λεύ­τια νεό­τευ­κτη ε­νό­τη­τα, την βι­βλιο­γρα­φι­κή. Συ­στα­τι­κά στοι­χεία των συ­νερ­γα­τών του τεύ­χους δεν δί­νο­νται, ε­κτός α­πό την α­να­γρα­φή στο τέ­λος κά­θε κει­μέ­νου της πα­νε­πι­στη­μια­κής έ­δρας του συγ­γρα­φέα.
Ξε­κι­νού­με με την τε­λευ­ταία πο­λύ­τι­μη ε­νό­τη­τα, κα­θώς η βι­βλιο­γρά­φη­ση δεν θεω­ρεί­ται α­πό τους φι­λο­λό­γους ως α­πα­ραί­τη­το έρ­γο, προ­τασ­σό­με­νο θεω­ρη­τι­κών δια­νοί­ξεων. Στο πρό­σφα­το τεύ­χος, βι­βλιο­γρα­φεί­ται α­πό την Χρ. Ηλιά­δου το τρι­μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό «Αργώ», έ­να α­πό τα τρία λο­γο­τε­χνι­κά με αυ­τήν τη μυ­θο­λο­γι­κή ο­νο­μα­σία. Πρό­κει­ται για το πρώ­το, το α­λε­ξαν­δρι­νό, και το μα­κρο­βιό­τε­ρο, α­φού έ­φτα­σε τα 19 τεύ­χη σε μία πε­ρίο­δο τεσ­σε­ρά­μι­σι ε­τών (Απρ. 1923-Δεκ. 1927). Ενώ, η πει­ραϊκή «Αργώ», δε­κα­εν­νιά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, εκ­κι­νώ­ντας τον χει­μώ­να της με­γά­λης πεί­νας, δε­κα­πεν­θή­με­ρη, έ­μει­νε στα 12 τεύ­χη σε 14 μή­νες. Όσο, για την κα­βα­λιώ­τι­κη, εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στην “κου­τσή ά­νοι­ξη” της δε­κα­ε­τίας του ’60, μη­νιαία, μό­λις που συ­μπλή­ρω­σε έ­ξι τεύ­χη μέ­χρι Σεπ. 1962. Πα­ρα­δό­ξως, και οι τρεις ά­φη­σαν το ί­χνος τους, εν μέ­ρει, χά­ρις και στους ψευ­δώ­νυ­μους συ­νερ­γά­τες τους.
Η με­τα­πο­λε­μι­κή με τον Θα­νά­ση Χι­λιώ­τη, η κα­το­χι­κή με τον Σω­τή­ρη Λεω­νι­δά­κη, τον ο­ποίον δεν α­να­φέ­ρει η συ­ντάκ­τρια του Λήμ­μα­τος της πρό­σφα­της «Εγκυ­κλο­παί­δειας του ελ­λη­νι­κού τύ­που», προ­φα­νώς α­γνοώ­ντας σε ποιόν α­νή­κει το ψευ­δώ­νυ­μο, και τέ­λος, η α­λε­ξαν­δρι­νή, χά­ρις στην “δρά­κα των νέων Αλε­ξα­ντρι­νώ­ν”, που την δη­μιούρ­γη­σαν. Κα­τ’ α­νά­γκη, ψευ­δώ­νυ­μοι, πει­θαρ­χού­ντες στην συ­ντη­ρη­τι­κή α­λε­ξαν­δρι­νή κοι­νω­νία της ε­πο­χής. Σύμ­φω­να με μαρ­τυ­ρία ε­νός α­πό αυ­τούς (δεν α­πο­κλείου­με να πρό­κει­ται για τον α­ταύ­τι­στο Άλκη, που συ­ντάσ­σει τη μό­νι­μη στή­λη των «Ση­μειω­μά­των»), δύο α­πό αυ­τούς, με το πρώ­το τεύ­χος α­να χεί­ρας, πή­ραν το θάρ­ρος και ε­πι­σκέ­φτη­καν τον Κα­βά­φη, που ή­ταν ή­δη ε­νή­με­ρος για την έκ­δο­ση του νέ­ου πε­ριο­δι­κού α­πό σχε­τι­κή κα­τα­χώ­ρη­ση στη «Νέα Ζωή», το μο­να­δι­κό λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, Απρ. 1923. Γλα­φυ­ρή η πε­ρι­γρα­φή του ει­κο­σα­ε­τούς συ­ντά­κτη, ευ­φρα­δής ο ί­διος, φαί­νε­ται πως τον έ­πει­σαν. Άνοι­ξε το συρ­τά­ρι και τους έ­δω­σε δυο ποιή­μα­τα σε πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση. Και κα­λά το “ι­στο­ριο­γε­νές” «Άννα Κο­μνη­νή», που φύ­λα­γε κο­ντά πε­ντα­ε­τία, αλ­λά τους πα­ρέ­δω­σε και το “η­δο­νι­κό” «Να μεί­νει».   
Αν το πρό­σφα­το τεύ­χος του «Κον­δυ­λο­φό­ρου» κλεί­νει με την Βι­βλιο­γρα­φία ε­νός α­λε­ξαν­δρι­νού πε­ριο­δι­κού, α­νοί­γει με τη μνη­μό­νευ­ση δυο θα­νό­ντων ε­ντός του έ­τους, μη Θεσ­σα­λο­νι­κέων, οι ο­ποίοι, ό­μως, έ­ζη­σαν και δί­δα­ξαν στην πό­λη. Του Εμμα­νουήλ Κρια­ρά και του Δη­μή­τρη Σπά­θη. Το έρ­γο α­να­λαμ­βά­νουν, α­ντι­στοί­χως, η φι­λό­λο­γος Κ. Δ. Πη­δώ­νια, πρώ­τη τη τά­ξει συ­νερ­γά­τρια του Κρια­ρά, που συ­ντάσ­σει μία γλα­φυ­ρά στρογ­γυ­λε­μέ­νη νε­κρο­λο­γία, και η θε­α­τρο­λό­γος Δηώ Καγ­γε­λά­ρη, που δη­μο­σιεύει έ­ναν υ­φο­λο­γι­κά ε­πι­με­λη­μέ­νο ε­πι­κή­δειο λό­γο. Γεν­νη­θείς ο Κρια­ράς στις 28 Νοε. 1906, στον Πει­ραιά, με κα­τα­γω­γή α­πό τα Σφα­κιά Κρή­της, α­πε­βίω­σε α­πό α­να­κο­πή καρ­διάς, στο σπί­τι του, αρ­γά το βρά­δυ, Πα­ρα­σκευή, 22 Αυγ. 2014. Νεό­τε­ρος ο Σπά­θης, γεν­νη­θείς στις 11 Νοε. 1925, στο Κάι­ρο, α­πε­βίω­σε α­πό ο­ξύ πνευ­μο­νι­κό οί­δη­μα, σε α­θη­ναϊκό νο­σο­κο­μείο, πρωί Δευ­τέ­ρας, 29 Δεκ. 2014. Πα­ρό­μοιες πλη­ρο­φο­ρίες δεν δί­νο­νται α­πό τις δυο “μα­θή­τριές” τους. Δεν δι­καιού­νται, ό­μως, οι τε­θνεώ­τες, ως μία ύ­στα­τη έν­δει­ξη σε­βα­σμού, την α­κρι­βο­λό­γο α­να­φο­ρά της α­να­χώ­ρη­σής τους, α­ντί ε­κεί­νου του στε­ρού­με­νου νοή­μα­τος, “πλή­ρης η­με­ρώ­ν”, που κα­λύ­πτει η­λι­κια­κό φά­σμα του­λά­χι­στον ει­κο­σα­ε­τίας; Ή, για τους μη συ­μπλη­ρώ­σα­ντες την η­λι­κια­κή πλη­ρό­τη­τα, της α­να­φο­ράς δυο η­λι­κιών, κα­θώς ο γρά­φων δεν α­να­τρέ­χει σε ε­ξα­κρί­βω­ση της η­με­ρο­μη­νίας γεν­νή­σεως; Ύστε­ρα, σε ό­ποια η­λι­κία κι αν βρί­σκε­ται κά­ποιος, α­πό κά­τι πη­γαί­νει, και έ­χει ση­μα­σία, αν βρι­σκό­ταν στο κρε­βά­τι του και αν εί­χε κά­ποιο δι­κό του δί­πλα, ή, λό­γω η­λι­κίας, του πα­ρά­στε­κε μό­νο η αλ­λο­δα­πή οι­κια­κή βο­η­θός.
Βε­βαίως, οι νε­κρο­λο­γίες ε­στιά­ζουν και ορ­θά στον άν­θρω­πο και το έρ­γο. Ού­τε, ό­μως, ως προς αυ­τό φαί­νε­ται να α­κρι­βο­λο­γούν, κα­θώς δεν α­να­φέ­ρο­νται στις ι­διό­τη­τες του προ­σώ­που, αλ­λά ε­ξαί­ρουν τις α­ρε­τές του. Πα­ρο­μοίως, δεν δί­νουν τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του έρ­γου του, αλ­λά το εκ­θειά­ζουν. Αυ­τή η α­δυ­να­μία πρό­τα­ξης μίας στοι­χειώ­δους α­ντι­κει­με­νι­κής α­να­φο­ράς δεν ε­πι­δει­κνύε­ται μό­νο στις νε­κρο­λο­γίες, αλ­λά α­πλώ­νε­ται σε ο­λό­κλη­ρο το φά­σμα κρι­τι­κού λό­γου. Από νε­κρο­λο­γίες μέ­χρι βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο τεύ­χος, ο Γ. Πα­πα­θε­ο­δώ­ρου πα­ρου­σιά­ζει τη μο­νο­γρα­φία της Έ. Φι­λο­κύ­πρου για “την ποιη­τι­κή πε­ρι­πέ­τεια του Τά­σου Λει­βα­δί­τη”, που εκ­δό­θη­κε το 2013, με τη συ­μπλή­ρω­ση 25ε­τίας α­πό το θά­να­τό του. Σχο­λια­σμός α­μι­γώς ε­παι­νε­τι­κός, τό­σο στα ε­πί μέ­ρους ό­σο και ε­πί του συ­νό­λου. Πα­νε­πι­στη­μια­κός πα­νε­πι­στη­μια­κού μό­νο κα­λό λό­γο χρω­στά­ει. Με αυ­τήν, ό­μως, την τα­κτι­κή, δεν καλ­λιερ­γεί­ται διά­λο­γος γύ­ρω α­πό τα κεί­με­να, που θα μπο­ρού­σε να α­πο­βεί χρή­σι­μος για τους συγ­γρα­φείς, αλ­λά και για την συ­ντα­κτι­κή ο­μά­δα του πε­ριο­δι­κού κα­τά την α­ξιο­λό­γη­ση του τεύ­χους και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, των συ­νερ­γα­τών.
Ενίο­τε, ω­στό­σο, πα­νε­πι­στη­μια­κός πα­νε­πι­στη­μια­κού μά­τι βγά­ζει. Στα 26 χρό­νια ύ­παρ­ξης του πε­ριο­δι­κού, α­πό το 1989 μέ­χρι το 2000, με τον τίτ­λο «Μο­λυ­βδο­κον­δυ­λο­πε­λε­κη­τής» για τους πρώ­τους ε­πτά τό­μους, και α­πό το 2002 μέ­χρι σή­με­ρα, με τον τίτ­λο «Κον­δυ­λο­φό­ρος» για τους 13 ε­πό­με­νους, δεν υ­πήρ­ξε κα­μία α­πο­τί­μη­ση του εγ­χει­ρή­μα­τος. Του­λά­χι­στον σε έ­ντυ­πο ευ­ρύ­τε­ρης κυ­κλο­φο­ρίας, προ­σι­τό σε κά­ποιον, ό­πως ε­μείς, που δεν α­νή­κει στην πα­νε­πι­στη­μια­κή κοι­νό­τη­τα, ού­τε καν στον φι­λο­λο­γι­κό χώ­ρο. Εξαι­ρεί­ται μία πρό­σφα­τη, συ­νο­πτι­κή, σε ο­μι­λία, που εκ­φω­νή­θη­κε σε βρα­διά α­φιε­ρω­μέ­νη στον ι­δρυ­τή του πε­ριο­δι­κού, Γ. Π. Σαβ­βί­δη, με τη συ­μπλή­ρω­ση ει­κο­σα­ε­τίας α­πό τον θά­να­τό του. Δεν θα την χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με λι­βε­λο­γρα­φι­κή, κα­θώς ο λί­βε­λος στρέ­φε­ται ε­μπα­θώς ε­να­ντίον ε­νός προ­σώ­που ή ο­μά­δας προ­σώ­πων, χω­ρίς α­να­γκα­στι­κά να στρε­βλώ­νει τα δε­δο­μέ­να. Γι’ αυ­τό και εί­ναι κα­λή ι­δέα, οι λί­βε­λοι να μέ­νουν χω­ρίς α­πά­ντη­ση. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη, ό­μως, α­να­φο­ρά δεν α­κρι­βο­λο­γεί. Επι­προ­σθέ­τως, η ε­σφαλ­μέ­νη ει­κό­να που δη­μιουρ­γεί­ται, θί­γει τον α­πο­θα­νό­ντα τι­μώ­με­νο. Πα­ρα­δό­ξως, δεν υ­πήρ­ξε α­πά­ντη­ση, διορ­θω­τι­κή των δε­δο­μέ­νων, ό­ταν η εν λό­γω ο­μι­λία δη­μο­σιεύ­τη­κε, μα­ζί με τις άλ­λες δυο ε­κεί­νης της τι­μη­τι­κής βρα­διάς, σε “Πε­ριο­δι­κό των βι­βλίω­ν”, ευ­ρείας κυ­κλο­φο­ρίας.
Η σε­λί­δα του Ex Libris, ό­που έ­χου­με πα­ρου­σιά­σει αρ­κε­τά τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού, δεν έ­χει ού­τε το έ­να χι­λιο­στό της α­να­γνω­σι­μό­τη­τας του “Πε­ριο­δι­κού των βι­βλίω­ν”, ω­στό­σο, για να εί­μα­στε συ­νε­πείς στο δι­κό μας με­τρη­μέ­νο κοι­νό, ση­μειώ­νου­με τα α­κρι­βή δε­δο­μέ­να σχε­τι­κά με το πε­ριο­δι­κό του Σαβ­βί­δη και της με­τα­θα­νά­τιας συ­νέ­χι­σής του. Δυ­σκο­λίες ως προς την ε­ξεύ­ρε­ση εκ­δό­τη εί­χε ο Σαβ­βί­δης, ή­δη α­πό τον τέ­ταρ­το τό­μο, του 1992, ό­ταν δια­κό­πη­κε η σχέ­ση με τις εκ­δό­σεις Νε­φέ­λη. Με κα­θυ­στέ­ρη­ση, ο τέ­ταρ­τος τό­μος εκ­δό­θη­κε το 1993 α­πό την Βι­κε­λαία Δη­μο­τι­κή Βι­βλιο­θή­κη και την έν­δει­ξη Β΄ Πε­ρίο­δος. Να ση­μειώ­σου­με, πως ο Σαβ­βί­δης εί­χε ε­πι­λέ­ξει για τον ε­αυ­τό του τον τίτ­λο “Διευ­θυ­ντής Συ­ντά­ξεως”. Στον 4ο τό­μο, προ­στί­θε­ται ως “Συν­διευ­θύ­ντρια συ­ντά­ξεως” η Μ. Μη­τσού, που α­να­λαμ­βά­νει και την ε­πι­μέ­λεια έκ­δο­σης. Ακο­λου­θεί ο πέ­μπτος, δι­πλός 1995-6, με­τά τον θά­να­τό του, με “Υπεύ­θυ­νη συ­ντά­ξεως” την Μη­τσού. Με τον θά­να­το, 23 Μαρ. 1998, του διευ­θυ­ντή της Βι­κε­λαίας, Νί­κου Γιαν­να­δά­κη, α­να­ζη­τεί­ται και πά­λι εκ­δό­της. Οι δυο ε­πό­με­νοι τό­μοι, ο έ­κτος, δι­πλός 1998-9, και ο έ­βδο­μος του 2000, εκ­δί­δο­νται α­πό το Σπου­δα­στή­ριο Νέ­ου Ελλη­νι­σμού και την έν­δει­ξη Γ΄ Πε­ρίο­δος. Πα­ρα­μέ­νει η ί­δια “Υπεύ­θυ­νη συ­ντά­ξεως”, ε­νώ κα­ταρ­τί­ζε­ται ε­πτα­με­λής Συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή (Ν. Βα­γε­νάς, D. Haas, Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου, R. Lavagnini, P. Mackidge, Μ. Πιε­ρής, Α. Πο­λί­της). Με την α­νά­λη­ψη, το 1999, της Μη­τσού θέ­σης κα­θη­γη­τή στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Μο­νά­χου και την εκ­πε­φρα­σμέ­νη ε­πι­θυ­μία του Διευ­θυ­ντή του Σπου­δα­στη­ρίου, Μα­νό­λη Σαβ­βί­δη, να χρη­σι­μο­ποιή­σει τον τίτ­λο σε πα­ρεμ­φε­ρή έκ­δο­ση, η Συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή ε­ξα­σφα­λί­ζει, μέ­σω του ε­νός Θεσ­σα­λο­νι­κιού μέ­λους της, εκ­δό­τη στη συ­μπρω­τεύου­σα, και με­τα­κο­μί­ζει την έ­δρα του πε­ριο­δι­κού ε­κεί. Η Συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή γί­νε­ται ο­κτα­με­λής, κα­θώς προ­στί­θε­ται η Μη­τσού, ε­νώ την “Γραμ­μα­τεία σύ­ντα­ξης” α­να­λαμ­βά­νει ο Κα­ρά­ο­γλου. Από τό­τε, το σχή­μα μέ­νει στα­θε­ρό, μό­νο, στον 10ο τό­μο, α­πο­χω­ρεί ο Πιε­ρής και α­να­λαμ­βά­νει η Ν. Δε­λη­γιαν­νά­κη. Όσο για την α­να­γκαία αλ­λα­γή τίτ­λου, τι­μώ­ντας τη μνή­μη του ι­δρυ­τή, ε­λά­χι­στα τον δια­φο­ρο­ποίη­σαν. Ο “παι­χνι­διά­ρι­κος” χα­ρα­κτή­ρας του θυ­σιά­στη­κε, ό­μως το πε­ριο­δι­κό πα­ρέ­μει­νε το ί­διο. Πι­στό στις θε­μα­τι­κές εμ­μο­νές του ι­δρυ­τή του, ό­πως δεί­χνουν τα Ευ­ρε­τή­ρια, που κα­τήρ­τι­σε η Μ. Σα­κελ­λα­ρίου και δη­μο­σιεύ­θη­καν στον 11ο τό­μο.
Στο πε­ριο­δι­κό της πρώ­της πε­ριό­δου, υ­πάρ­χει ως μό­το η “α­θη­σαύ­ρι­στη πα­ραλ­λα­γή”, που εί­χε ε­μπνεύ­σει τον τίτ­λο: “Εκκλη­σιά πε­λε­κη­τή,/ ποίος σε πε­λέ­κη­σε,/ -Ο γιός του πε­λε­κη­τή.  –Νά ’χα ε­γώ τα σύ­νερ­γα του γιού του πε­λε­κη­τή,/ θα σε πε­λε­κού­σα,/ πο­λύ κα­λύ­τε­ρ’ α­πό το γιό του πε­λε­κη­τή.” Μή­πως, τε­λι­κά, πε­λε­κη­τής πε­λε­κη­τή έ­βγα­λε το μά­τι, α­πό θαυ­μα­σμό για την Εκκλη­σιά, την κον­δυ­λο­πε­λε­κη­τή; Όπως και να έ­χει, έ­να πε­ριο­δι­κό δεν κρί­νε­ται α­πό τον “πα­λιο­μο­δί­τι­κο” ή μο­ντέρ­νο τίτ­λο του, για­τί τό­τε σύ­μπα­σα η φι­λο­λο­γι­κή κοι­νό­τη­τα θα έ­πρε­πε να α­γκα­λιά­σει τα πε­ριο­δι­κά με­γά­λου σχή­μα­τος, με τους μο­δά­τους αγ­γλι­στί τίτ­λους. Κά­ποια, ω­στό­σο, μέ­λη της εν­δί­δουν, αλ­λά, κα­τά το ρη­τό, “τον πλού­το πολ­λοί ε­μί­ση­σαν, την δό­ξαν (διά­βα­ζε: α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα, λό­γω και α­ναρ­τή­σεως στα πε­ρί­πτε­ρα) ου­δείς”. Εμείς, πά­ντως, πι­θα­νώς “πα­λιο­μο­δί­τι­κα”, ε­πι­μέ­νου­με, πως έ­να πε­ριο­δι­κό κρί­νε­ται μό­νο εκ των κει­μέ­νων.
Στο τρέ­χον τεύ­χος, δη­μο­σιεύο­νται εν­νέα με­λε­τή­μα­τα, σε χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη σύμ­φω­νη με το θέ­μα. Προ­τάσ­σο­νται δυο κεί­με­να για τον «Από­κο­πο» του Μπερ­γα­δή και α­κο­λου­θούν δυο για Κα­βά­φη. Η συ­νέ­χεια με ποιη­τές του 20ου: η γε­νιά του ’30, με κεί­με­να για Σε­φέ­ρη και Βρετ­τά­κο, η πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή, με Ανα­γνω­στά­κη,  η δεύ­τε­ρη, με τον Κύ­πριο Θε­ο­δό­ση Νι­κο­λά­ου, δέ­κα χρό­νια α­πό το θά­να­τό του. Το τε­λευ­ταίο κεί­με­νο, του Γ. Μι­χα­η­λί­δη α­πό το Πα­νε­πι­στή­μιο του Μο­νά­χου, έ­χει ως θέ­μα την «Άνθι­ση και κρί­ση του βι­βλίου στην Ελλά­δα του Με­σο­πο­λέ­μου», ε­στιά­ζο­ντας στην, “ευ­ρω­παϊκού χα­ρα­κτή­ρα”, κρί­ση των ε­τών 1930-31. Όπου δί­νο­νται σχε­τι­κά πε­ριο­ρι­σμέ­να στοι­χεία για την ελ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση, ε­νώ η πα­ρα­τή­ρη­ση, πως θα πρέ­πει να δια­χω­ρι­στεί η κρί­ση των εκ­δο­τι­κών οί­κων α­πό την κρί­ση του ελ­λη­νι­κού λο­γο­τε­χνι­κού βι­βλίου και την κρί­ση της α­νά­γνω­σης εί­ναι γε­νι­κό­τε­ρης ι­σχύος και για να συ­ζη­τη­θεί θα πρέ­πει να ο­ρι­στεί το πως νοού­νται οι δυο τε­λευ­ταίες κρί­σεις.
Αφε­νός μεν η στε­νό­τη­τα χώ­ρου, αλ­λά, κυ­ρίως, η α­ναρ­μο­διό­τη­τά μας, ό­ταν, μά­λι­στα, τα εν λό­γω φι­λο­λο­γι­κά με­λε­τή­μα­τα κα­λύ­πτουν τό­σο ευ­ρύ θε­μα­τι­κό φά­σμα, βά­ζουν φρα­γή στην πε­ραι­τέ­ρω κρί­ση της Εκκλη­σιάς της κον­δυ­λο­πε­λε­κη­τής. Μό­νο μία πα­ρα­τή­ρη­ση: Αφο­ρά τρία με­λε­τή­μα­τα, ό­που, αν δι­νό­ταν στο δια­θέ­σι­μο ε­ρευ­νη­τι­κό υ­λι­κό μία πιο συ­ντο­μευ­μέ­νη μορ­φή, η ει­κό­να πι­στεύου­με πως θα ή­ταν ευ­κρι­νέ­στε­ρη. Στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, που οι συγ­γρα­φείς βρί­σκο­νται στις αρ­χές της πα­νε­πι­στη­μια­κής τους πο­ρείας, αυ­τή η υ­στέ­ρη­ση ως προς την οι­κο­νο­μία του κει­μέ­νου, μπο­ρεί να κα­τα­νο­η­θεί. Μέ­νουν προς σχο­λια­σμό δυο με­λε­τή­μα­τα, που ε­μείς του­λά­χι­στον κρί­νου­με ως ση­μα­ντι­κά, το έ­να α­πό τα δυο κα­βα­φι­κά και ε­κεί­νο για τον Σε­φέ­ρη. Εν α­να­μο­νή του ε­πό­με­νου τό­μου, του 2015, ει­κά­ζου­με α­φιε­ρω­μέ­νου στον ι­δρυ­τή του πε­ριο­δι­κού. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, ευ­κταίο θα ή­ταν, να μην κυ­κλο­φο­ρή­σει ε­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­να.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/10/2015.
 
Φωτογραφία: Ο θεατρολόγος Δημήτρης Σπάθης, για τον οποίο δημοσιεύεται νεκρολογία στον τόμο.