Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Διακειμενικές συνομιλίες

Έλενα Μαρούτσου
«Οι χυδαίες ορχιδέες»
Εκδ. Κίχλη
Οκτ. 2015

Τη φα­ντα­σία, την πλέ­ον προ­νο­μιού­χο λει­τουρ­γία του ε­γκε­φά­λου, εί­θι­σται να την δια­κρί­νου­με σε α­να­πα­ρα­γω­γι­κή, κοι­νώς μνη­μο­νι­κή, δη­μιουρ­γι­κή και ε­πι­νο­η­τι­κή. Μό­νο που αυ­τή η ει­δο­λο­γι­κή τα­ξι­νό­μη­ση δεν εί­ναι ε­παρ­κής στην πε­ρί­πτω­ση της συγ­γρα­φι­κής φα­ντα­σίας. Από το γύ­ρι­σμα του αιώ­να, μά­λι­στα, και ό­σο προ­χω­ρού­με στις δε­κα­ε­τίες του 21ου, γί­νε­ται ό­λο και α­νε­παρ­κέ­στε­ρη, κα­θώς κερ­δί­ζει έ­δα­φος έ­να τέ­ταρ­το εί­δος φα­ντα­σίας, που θα μπο­ρού­σε να ο­νο­μα­στεί δια­κει­με­νι­κή. Μάλ­λον λό­γω μι­μη­τι­κής διά­θε­σης, που συ­νι­στά μία άλ­λη ε­δραία αν­θρώ­πι­νη λει­τουρ­γία, πα­ρά α­νε­πάρ­κειας, ο συγ­γρα­φέ­ας της με­τα­μο­ντέρ­νας ε­πο­χής αν­τλεί, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, ή­ρωες, συμ­βά­ντα και κα­τα­στά­σεις α­πό τα κεί­με­να άλ­λων συγ­γρα­φέων. Αυ­τού του εί­δους η πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γία, πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­γκε­φα­λι­κή πα­ρά ψυ­χι­κή, θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί πα­ρα­κλά­δι της ε­πι­νο­η­τι­κής φα­ντα­σίας, κα­θώς ου­σια­στι­κά ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται τις αλ­λό­τριες πα­ρα­στά­σεις, προ­σπα­θώ­ντας να βρει νέ­ους μυ­θο­πλα­στι­κούς συν­δυα­σμούς. Εδώ, το μέ­τρο γο­νι­μό­τη­τας έ­γκει­ται στο βαθ­μό και την έ­κτα­ση α­νά­πλα­σης του δα­νείου. Δη­λα­δή, πό­σο δη­μιουρ­γι­κός α­πο­δει­κνύε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας, που οι­κειο­ποιεί­ται α­πό έ­να α­γα­πη­μέ­νο του βι­βλίο τον έ­τοι­μο ή­ρωα ή την ξέ­νη ε­μπει­ρία και τα συν­δυά­ζει με δι­κά του βιώ­μα­τα ή και νέες νο­η­τι­κές κα­τα­σκευές.

Ως ο­ρια­κή πε­ρί­πτω­ση δια­κει­με­νι­κής “συ­νο­μι­λίας”, θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί η δια­σκευή, ό­που ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τα­πιά­νε­ται με ο­λό­κλη­ρο το ξέ­νο έρ­γο, ε­πι­φέ­ρο­ντας τρο­πο­ποιή­σεις έ­τσι ώ­στε να ι­κα­νο­ποιεί το δι­κό του γού­στο. Αν και σή­με­ρα δεν ελ­κύει η δια­σκευή, που πε­ριο­ρί­ζε­ται στον εκ­μο­ντερ­νι­σμό ε­νός κλα­σι­κού έρ­γου, δη­λα­δή την αλ­λα­γή του τό­που και του χρό­νου, που το συ­νταυ­τί­ζει με τη σύγ­χρο­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Εκεί­νο, που κυ­ρίως  κε­ντρί­ζει  τη φα­ντα­σία του ση­με­ρι­νού δια­σκευα­στή, εί­ναι συ­νή­θως η α­να­τρο­πή του τέ­λους ή και λί­γο πιο συ­ντη­ρη­τι­κά, η συ­μπλή­ρω­σή του. Το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο εί­ναι ο στό­χος του ε­πί­δο­ξου συγ­γρα­φέα. Τι ε­ζή­λω­σε α­πό το κλα­σι­κό έρ­γο, την υ­ψη­λή του α­να­γνω­σι­μό­τη­τα ή την λο­γο­τε­χνι­κή του α­ξία. Άλλες οι βλέ­ψεις ε­κεί­νου που θα ε­να­σχο­λη­θεί με την ε­πέ­κτα­ση του «Όσα παίρ­νει ο ά­νε­μος» κι άλ­λες του α­να­και­νι­στή ε­νός έρ­γου ό­πως «Ο φύ­λα­κας στη σί­κα­λη». Υπάρ­χουν, ω­στό­σο, και κλα­σι­κά βι­βλία, που ε­πι­δέ­χο­νται και τις δυο προ­σεγ­γί­σεις, α­νά­λο­γα με τη διά­θε­ση και τη σκευή του συγ­γρα­φέα. Ένα πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Ντ. Χ. Λώ­ρε­νς, «Ο ε­ρα­στής της λαί­δης Τσά­τερ­λι», που ε­νέ­πνευ­σε πρό­σφα­τα δυο δια­φο­ρε­τι­κές εκ­δο­χές: την α­με­ρι­κα­νι­κή δια­σκευή «Δε­σποι­νίς Τσά­τερ­λι» και τις συ­μπλη­ρω­μα­τι­κές α­να­με­τα­ξύ τους πα­ραλ­λα­γές δυο ελ­λη­νι­κών διη­γη­μά­των, «Οι χυ­δαίες ορ­χι­δέες» και «Για­τί ή­ταν πριν γε­φύ­ρια».

Πρό­κει­ται για δυο α­πό τις έ­ντε­κα ι­στο­ρίες του πέ­μπτου βι­βλίου και της τρί­της συλ­λο­γής διη­γη­μά­των της Έλε­νας Μα­ρού­τσου, που κυ­κλο­φό­ρη­σε, αλ­λά­ζο­ντας, για α­κό­μη μία φο­ρά, εκ­δο­τι­κό οί­κο, τον τέ­ταρ­το στη σει­ρά. Η Μα­ρού­τσου εί­ναι α­πό τις ό­ψι­μες εμ­φα­νί­σεις της τε­λευ­ταίας συγ­γρα­φι­κής ο­μά­δας του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να. Αυ­τήν που έ­χου­με πα­λαιό­τε­ρα α­πο­κα­λέ­σει και γε­νιά του «Να έ­να μή­λο», α­πό τον τίτ­λο του πε­ριο­δι­κού, που φι­λο­ξέ­νη­σε τους πρώ­τους εμ­φα­νι­σθέ­ντες και σή­με­ρα, γνω­στό­τε­ρους εκ­προ­σώ­πους της. Η Μα­ρού­τσου δεν α­νή­κει σε αυ­τούς, κα­θώς η α­να­γνώ­ρι­ση του τα­λέ­ντου της δεν έ­γι­νε πά­ραυ­τα, με το πρώ­το βι­βλίο, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση του Χρ. Χω­με­νί­δη ή της Αμ. Μι­χα­λο­πού­λου. Ου­σια­στι­κά, δια­κρί­θη­κε με το τρί­το της βι­βλίο, «Με­τα­ξύ συρ­μού και α­πο­βά­θρας», που ή­ταν το πρώ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα και το ο­ποίο εκ­δό­θη­κε το 2008, δέ­κα χρό­νια με­τά την πρώ­τη της εμ­φά­νι­ση. Σε αυ­τό ε­πέ­δει­ξε γό­νι­μη φα­ντα­σία, ε­μπλου­τί­ζο­ντας την ει­κο­νο­πλα­σία με ει­κα­στι­κά ε­ρε­θί­σμα­τα, α­πό το πα­ρά­πλευ­ρο πε­δίο του “κολ­λά­ζ”. Την ι­κα­νό­τη­τά της, ω­στό­σο, στη δια­κει­με­νι­κή “συ­νο­μι­λία”, την α­πο­κά­λυ­ψε στο ε­πό­με­νο βι­βλίο της. Μία νου­βέ­λα, «Το νό­η­μα», γραμ­μέ­νη κα­τά πα­ραγ­γε­λία, ώ­στε να ε­ντα­χθεί σε σει­ρά βι­βλίων συ­γκε­κρι­μέ­νης θε­μα­τι­κής.

Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, το ε­ρέ­θι­σμα στά­θη­κε και πά­λι μία πα­ραγ­γε­λία. Αυ­τήν τη φο­ρά για διή­γη­μα, που θα πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν σε θε­μα­τι­κή αν­θο­λο­γία, γι’ αυ­τό και προ­βλε­πό­ταν, ως προς την έ­κτα­ση, ό­ριο λέ­ξεων. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, που πλη­θαί­νουν τα κα­τά πα­ραγ­γε­λία πε­ζά, ό­πως και οι θε­μα­τι­κές αν­θο­λο­γίες, συμ­βαί­νει, σε ο­ρι­σμέ­νες ευ­τυ­χείς πε­ρι­πτώ­σεις, η πα­ρα­βία­ση των πε­ριο­ρι­σμών να κα­τα­λή­γει σε αυ­το­τε­λή βι­βλία. Το συ­νη­θέ­στε­ρο, πρό­κει­ται για νου­βέ­λες, ό­πως το προ­η­γού­με­νο βι­βλίο του Ηλία Μα­γκλί­νη, «Η α­νά­κρι­ση». Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, κά­πο­τε, προ­κύ­πτει και μυ­θι­στό­ρη­μα, αν τύ­χει πα­λαί­μα­χος συγ­γρα­φέ­ας, που γνω­ρί­ζει το πώς να α­πλώ­νει την μυ­θο­πλα­στι­κή πά­στα. Πα­ρά­δειγ­μα, το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Κώ­στα Μουρ­σε­λά, «Στην ά­κρη της νύ­χτας», το ο­ποίο ξε­κί­νη­σε ως διή­γη­μα, που θα πα­ράλ­λασ­σε το τέ­λος του πα­πα­δια­μα­ντι­κού «Όνει­ρο στο κύ­μα», αλ­λά, μια και ε­ορ­τα­ζό­ταν το ε­πε­τεια­κό για τον Σκια­θί­τη 2011, με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε μυ­θι­στό­ρη­μα.

Η Μα­ρού­τσου, το κα­τά πα­ραγ­γε­λία διή­γη­μα, που προέ­κυ­ψε πο­λύ πέ­ραν των προ­κα­θο­ρι­σμέ­νων ο­ρίων μα­κρο­σκε­λές, δεν το με­τα­μόρ­φω­σε ού­τε σε νου­βέ­λα ού­τε σε μυ­θι­στό­ρη­μα. Έκα­νε κά­τι πιο πρω­τό­τυ­πο. Το πρό­τα­ξε σε έ­να βι­βλίο, ο­μό­τιτ­λο μεν, αλ­λά ο­κτα­πλά­σιας έ­κτα­σης. Αυ­τό το κα­τόρ­θω­σε χά­ρις στην ε­ξημ­μέ­νη δια­κει­με­νι­κή της φα­ντα­σία. Εμπνεύ­στη­κε έ­ντε­κα συ­νο­λι­κά διη­γή­μα­τα, ό­που το κα­θέ­να “συ­νο­μι­λεί” με γνω­στό ξέ­νο λο­γο­τε­χνι­κό έρ­γο, ε­κτός του τε­λευ­ταίου, που “συ­νο­μι­λεί” με το γνω­στό­τα­το ελ­λη­νι­κό διή­γη­μα, «Ο έ­ρω­τας στα χιό­νια» του Πα­πα­δια­μά­ντη. Αν ο Μουρ­σε­λάς τόλ­μη­σε να πλά­σει μία “ά­τα­κτη” Μο­σχού­λα, η Μα­ρού­τσου δεν δι­στά­ζει, στο ε­ρω­τι­κώς ε­λευ­θε­ριά­ζον βι­βλίο της, ό­χι μό­νο να πά­ρει ως ει­σα­γω­γι­κό μό­το φρά­ση α­πό το εν λό­γω διή­γη­μα, αλ­λά και να τιτ­λο­φο­ρή­σει το σύ­ντο­μο διή­γη­μα, που “συ­νο­μι­λεί” με το πα­πα­δια­μα­ντι­κό, «Η μο­να­δι­κή α­πό­χρω­ση του λευ­κού». Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι ο Σκια­θί­της να βρε­θεί συ­νο­μι­λη­τής, έ­στω μέ­σω δια­με­σο­λα­βη­τή, με την Ε. Λ. Τζέι­μς και το πε­ρι­βό­η­το μπε­στ σέ­λερ της, «Πε­νή­ντα α­πο­χρώ­σεις του γκρι».

Στη συλ­λο­γή υ­πάρ­χει και έ­να δεύ­τε­ρο διή­γη­μα με πα­ρα­πλή­σιο τίτ­λο, «Η μο­να­δι­κή α­πό­χρω­ση του μαύ­ρου». Αυ­τό ε­κτε­νέ­στε­ρο και με τολ­μη­ρές πε­ρι­γρα­φές, συ­νι­στά ου­σια­στι­κό­τε­ρη “συ­νο­μι­λία” με το βρε­τα­νι­κό μπε­στ σέ­λερ. Αρκε­τά, πά­ντως, α­πό τα διη­γή­μα­τα “συ­νο­μι­λού­ν” με πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός γνω­στά έρ­γα. Στο συ­γκε­κρι­μέ­νο διή­γη­μα, λ.χ., α­να­μι­γνύο­νται στην υ­πό­θε­ση, η «Σα­λώ­μη» του Όσκαρ Ουάιλ­ντ, η «Μαύ­ρη ντά­λια», μέ­χρι και «Η Αλί­κη στη χώ­ρα των θαυ­μά­των», που συ­νι­στού­σε το δια­κεί­με­νο του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου της. Η Μα­ρού­τσου, πά­ντο­τε ευ­ρη­μα­τι­κή, δεν αρ­κεί­ται στις δια­κει­με­νι­κές “συ­νο­μι­λίες” των ι­στο­ριών, αλ­λά α­πο­κα­θι­στά ε­πι­προ­σθέ­τως, α­να­με­τα­ξύ τους, μυ­θο­πλα­στι­κούς δε­σμούς. Με στό­χο να δη­μιουρ­γή­σει έ­να πιο στέ­ρεο πλαί­σιο, φρο­ντί­ζει η συλ­λο­γή της να έ­χει σπον­δυ­λω­τό χα­ρα­κτή­ρα. Δη­λα­δή, ο­ρι­σμέ­νοι ή­ρωες να εμ­φα­νί­ζο­νται, ή και α­πλώς να α­να­φέ­ρο­νται στην α­φη­γη­μα­τι­κή ροή, σε δυο ή και τρεις ι­στο­ρίες. Σε δυο διη­γή­μα­τα, μά­λι­στα, ελ­λεί­ψει ή­ρωα κα­τάλ­λη­λου να λει­τουρ­γή­σει ως γε­φυ­ρο­ποιός, ε­πι­στρα­τεύε­ται το βι­βλίο «Σα­λώ­μη», που πα­ρα­χω­μέ­νο στην άμ­μο ρο­δί­τι­κης πα­ρα­λίας αλ­λά­ζει χέ­ρια, ο­πό­τε μνη­μο­νεύε­ται σε αμ­φό­τε­ρα.

Στο μυ­θο­πλα­στι­κό “κολ­λά­ζ” της Μα­ρού­τσου, α­πό ό­λα τα ε­ρω­το­γρα­φή­μα­τα, με τα ο­ποία “συ­νο­μι­λού­ν” οι ι­στο­ρίες της, το μό­νο που ε­μπνέει αι­σθη­σια­κές πε­ρι­γρα­φές εί­ναι το λο­γο­κρι­μέ­νο το 1932 ως πορ­νο­γρά­φη­μα μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς, «Ο ε­ρα­στής της λαί­δης Τσά­τερ­λι», και ό­χι, ό­πως πι­θα­νώς θα α­να­με­νό­ταν, το σύγ­χρο­νο της Τζαίη­μς. Όσο, ό­μως, α­φο­ρά τις δια­φο­ρε­τι­κές εκ­δο­χές της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας, με τις ο­ποίες η συγ­γρα­φέ­ας α­πο­πει­ρά­ται να υ­φά­νει τις ι­στο­ρίες της, ο λε­σβια­κός έ­ρω­τας εί­ναι αυ­τός που α­πο­δί­δει συ­νε­κτι­κές, αυ­τάρ­κεις ι­στο­ρίες. Τρεις τον α­ριθ­μό, α­να­δει­κνύουν πτυ­χές, συ­νυ­φα­σμέ­νες συ­νή­θως με τη γυ­ναι­κεία ι­διο­συ­γκρα­σία, ό­πως οι υ­περ­βάλ­λου­σες συ­ναι­σθη­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις, σε ό­λη τη γκά­μα, α­πό την τρυ­φε­ρό­τη­τα μέ­χρι την ε­ξου­σια­στι­κή σκλη­ρό­τη­τα. Μό­νο που αυ­τές οι ι­στο­ρίες, πα­ρα­δό­ξως, υ­στε­ρούν σε ε­ρω­τι­σμό. Ενώ, άλ­λες ι­στο­ρίες, με δια­φο­ρε­τι­κές σε­ξουα­λι­κές εμ­μο­νές, κα­τα­κλύ­ζο­νται α­πό δια­κει­με­νι­κά ευ­ρή­μα­τα, με α­πο­τέ­λε­σμα ο αι­σθη­σια­σμός των ε­ρω­τι­κών σκη­νών, ό­ταν υ­πάρ­χει, να αρ­δεύε­ται α­πό το πρω­τό­τυ­πο.

Ισως, να εί­μα­στε υ­περ­βο­λι­κά α­παι­τη­τι­κοί α­πό μία συλ­λο­γή ε­ρω­τι­κών ι­στο­ριών. Γι’ αυ­τό, ό­μως, ας ό­ψε­ται η συγ­γρα­φέ­ας, που, με την αρ­χι­κή νου­βέ­λα, «Οι χυ­δαίες ορ­χι­δέες», έ­βα­λε ψη­λά τον πή­χυ των προσ­δο­κιών. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, για νου­βέ­λα πρό­κει­ται, ή έ­στω ι­στο­ρία. Διή­γη­μα, πά­ντως, δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν το εν λό­γω πε­ζό. Αλλά και τις ι­στο­ρίες της Αλίς Μουν­ρό διη­γή­μα­τα δεν τις α­πο­κα­λού­με; Όπως και να έ­χει, αν εκ­δι­δό­ταν αυ­το­τε­λώς, θα συ­νι­στού­σε έ­να α­πό τα πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα πε­ζά στο πε­δίο της ε­ρω­τι­κής λο­γο­τε­χνίας.

Σε αυ­τό, η Μα­ρού­τσου α­πλώ­νει χρο­νι­κά το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς, με κε­ντρι­κή η­ρωί­δα την εγ­γο­νή της Λαί­δης Τσά­τερ­λι και του δα­σο­φύ­λα­κα Μέλ­λο­ρς. Η εγ­γο­νή ζει έ­ναν έ­ρω­τα α­ντί­στοι­χο με ε­κεί­νον της για­γιάς της. Δη­λα­δή, η ι­στο­ρία ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, δί­νε­ται μία εκ­συ­χρο­νι­στι­κή εκ­δο­χή, ό­πως στην πρό­σφα­τη α­με­ρι­κα­νι­κή δια­σκευή. Η εγ­γο­νή της Λαί­δης δια­τη­ρεί μα­ζί με τον σύ­ζυ­γό της φυ­τώ­ριο κα­κτο­ει­δών. Οπό­τε, α­ντί του δα­σο­φύ­λα­κα, μπαί­νει στην οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία κη­που­ρός. Για να δια­τη­ρη­θεί, ό­μως, η κοι­νω­νι­κή δια­φο­ρά του πα­ρεί­σα­κτου με το ζεύ­γος, εί­ναι έ­νας νέ­γρος, με­τα­νά­στης α­πό τη Νι­γη­ρία. Αυ­τή η ε­πι­λο­γή το­νί­ζει τον σαρ­κι­κό και μό­νο έ­ρω­τα, που νιώ­θει γι’ αυ­τόν η στε­ρη­μέ­νη εγ­γο­νή. Για­τί μπο­ρεί ο Άγγλος σύ­ζυ­γος να μην εί­ναι α­νά­πη­ρος ό­πως ο Λόρ­δος Τσά­τερ­λι, πα­ρου­σιά­ζε­ται, ό­μως, ως “α­γα­θός γί­γα­ντας”, ε­λά­χι­στα ε­ρω­τι­κός. Όπως και στην  α­με­ρι­κα­νι­κή εκ­δο­χή, μό­νο που ε­κεί πρό­κει­ται για έ­ναν α­διά­φο­ρο γιά­πη. Αμφό­τε­ροι, πά­ντως, πε­ρι­γρά­φο­νται βο­λι­κοί ως σύ­ζυ­γοι, που ση­μαί­νει πως, εί­τε δεν α­ντι­λαμ­βά­νο­νται το ο­λί­σθη­μα της συ­ζύ­γου εί­τε το συγ­χω­ρούν.

Ο Λώ­ρε­νς, α­ντι­θέ­τως, α­φή­νει α­νοι­χτό το τέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Όταν η Λαί­δη Τσά­τερ­λι κα­τα­λα­βαί­νει ό­τι πε­ρι­μέ­νει παι­δί, ε­γκα­τα­λεί­πει το συ­ζυ­γι­κό μέ­γα­ρο, το ί­διο και ο δα­σο­φύ­λα­κας. Εκεί­νη κα­τα­φεύ­γει στην α­δελ­φή της, ε­κεί­νος πιά­νει δου­λειά σε α­γρό­κτη­μα, αμ­φό­τε­ροι σε α­να­μο­νή των δια­ζυ­γίων της, ελ­πί­ζο­ντας πως θα ξα­να­σμί­ξουν. Την κα­τά­λη­ξη του έ­ρω­τά τους την φα­ντα­σιώ­νε­ται η Μα­ρού­τσου. Τη Λαί­δη, στα 77 της, τη σκο­τώ­νει ο ε­ρα­στής της, σύ­ζυ­γός της πλέ­ον, και με­τά αυ­το­κτο­νεί. Έτσι εί­χαν συμ­φω­νή­σει να “φύ­γου­ν”, ό­ταν πλέ­ον δεν θα ε­παρ­κού­σαν σω­μα­τι­κά για ε­ρω­τι­κές συ­νευ­ρέ­σεις. Κά­πως με­λό, ό­πως δρα­μα­τι­κός πλά­θε­ται και ο βίος της κό­ρης τους, που πρω­τα­γω­νι­στεί στο προ­τε­λευ­ταίο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, το ο­ποίο συ­νι­στά α­ντιε­ρω­τι­κό πό­λο στο «Χυ­δαία ορ­χι­δέ­α», πα­ρά την κοι­νή τους μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή πη­γή. Κα­τά τα άλ­λα, η δια­κει­με­νι­κή “συ­νο­μι­λία” με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς α­ντι­πα­ρέρ­χε­ται την κρι­τι­κή του για την κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση της ε­πο­χής του και την πί­στη του, πως έ­να νέο κα­θε­στώς σχέ­σεων των δυο φύ­λων θα διόρ­θω­νε τα τρω­τά. Ανα­με­νό­με­νο, α­φού τα ό­ποια τρω­τά του πο­λι­τι­σμού, σή­με­ρα πλέ­ον, ε­λά­χι­στα ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό τις σχέ­σεις των δυο φύ­λων. Άλλω­στε, ποια­νών φύ­λων;  

Εκεί­νο, πά­ντως, που θα ζή­λευε α­κό­μη και έ­νας Ντ. Χ. Λώ­ρε­νς στη νου­βέ­λα της Μα­ρού­τσου, εί­ναι η διάν­θι­ση των ε­ρω­τι­κών πε­ρι­γρα­φών με ποι­κι­λία α­πό ορ­χι­δέες, δι­κής της ο­νο­μα­το­θε­σίας, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την “χυ­δαία” ορ­χι­δέα του τίτ­λου. Πράγ­μα­τι, η ορ­χι­δέα, αυ­τή κα­θαυ­τή, προ­σφέ­ρε­ται για ι­στο­ρίες με σε­ξουα­λι­κές συν­δη­λώ­σεις. Ωστό­σο, συ­νή­θως, ως τίτ­λος μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ο συμ­βο­λι­σμός α­φο­ρά άλ­λες ι­διό­τη­τές της, ό­πως η α­ντο­χή της στις ε­ξω­τε­ρι­κές συν­θή­κες στο πα­λαιό­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα της Καί­της Οι­κο­νό­μου, «Λευ­κή ορ­χι­δέ­α». Κι ό­μως, η όρ­χις η άρ­ρην εί­ναι έ­να προ­κλη­τι­κά αμ­φί­φυ­λο φυ­τό, ό­που η μεν ο­νο­μα­σία ο­φεί­λε­ται στους δυο ρι­ζι­κούς κον­δύ­λους, αλ­λά το άν­θος, με τη διά­τα­ξη σέ­πα­λων και πε­τά­λων, προ­σο­μοιά­ζει με αι­δοίο.

Για ε­ξώ­φυλ­λο, ε­πι­λέ­χθη­κε ο πί­να­κας της α­με­ρι­κα­νί­δας ζω­γρά­φου Τζώρτ­ζιας Ο’Κη­φ, συ­νο­μή­λι­κης του Ντ. Χ. Λώ­ρε­νς, «Μαύ­ρη Ίρις ΙΙ», έρ­γο του 1936. Ενώ, ο προ­η­γού­με­νος, «Μαύ­ρη Ίρις Ι», εί­ναι της ί­διας ε­πο­χής με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς. Λε­σβία η Ο’Κη­φ, στους πιο εν­δια­φέ­ρο­ντες πί­να­κές της, ει­κο­νί­ζει με­γε­θυ­μέ­να άν­θη και όρ­γα­να φυ­τών, που ε­πι­δέ­χο­νται συμ­βο­λι­κές ερ­μη­νείες. Με­τα­ξύ άλ­λων, φι­λο­τε­χνεί πί­να­κες με ορ­χι­δέες και ί­ρι­δες, σε­ξουα­λι­κώς τολ­μη­ρούς, με τα άν­θη σύμ­φυ­τα θη­λυ­κά. Ποια ά­ρα­γε α­πό τις τρεις γυ­ναί­κες συ­νερ­γούς στην έκ­δο­ση – συγ­γρα­φέα, εκ­δό­τρια, σχε­διά­στρια ε­ξω­φύλ­λου – εί­χε την ι­δέα να ταυ­τί­σει την «Μαύ­ρη Ίρι­δα» με την «Χυ­δαία ορ­χι­δέ­α»;

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/1/2016.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Τύχες Παπατσώνη

Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου
«Τά­κης Πα­πα­τσώ­νης»
Εκδ. Γα­βριη­λί­δης
Απρ. 2009

Εφέ­τος, στις 26 Ιου­λίου, συ­μπλη­ρώ­νο­νται 40 χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη. Λη­σμο­νη­μέ­νος την πρώ­τη 25ε­τία, τα τε­λευ­ταία χρό­νια ό­λο και κά­ποιοι τον θυ­μού­νται. Αν και ό­χι συ­στη­μα­τι­κά, δεί­χνουν μάλ­λον ως με­μο­νω­μέ­νες πρω­το­βου­λίες. Ενδει­κτι­κά α­να­φέ­ρου­με, ό­τι οι βα­σι­κές τρεις συ­να­γω­γές των δο­κι­μίων του, το δί­το­μο «Ο τε­τρα­πέ­ρα­τος κό­σμος» (1966 & 1976) και το «Όπου ην κή­πος» (1972), εί­ναι ε­δώ και χρό­νια ε­ξαν­τλη­μέ­νες. Οι δυο εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, στους ο­ποίους στε­γά­ζε­ται το έρ­γο του, φαί­νε­ται να μην έ­χουν α­ντί­λη­ψη του κε­νού, που αυ­τή η α­μέ­λεια δη­μιουρ­γεί στην προ­σέγ­γι­ση του έρ­γου του. Δο­θέ­ντος, βε­βαίως, ό­τι ζού­με σε μία χώ­ρα, που το εί­δος δα­νει­στι­κή βι­βλιο­θή­κη έ­χει προ πολ­λού ε­κλεί­ψει για τους πλη­βείους των γραμ­μά­των. Στα βι­βλιο­πω­λεία δια­τί­θε­νται ο τό­μος με την ποίη­σή του και τα τα­ξι­διω­τι­κά του.
Δη­μο­σιεύο­νται, πά­ντως, α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών. Ο Πα­πα­τσώ­νης, εν ζωή και πα­ρά την μα­κρο­η­μέ­ρευ­σή του, χά­ρη­κε μό­λις δυο, κι αυ­τά την στερ­νή του τε­τρα­ε­τία, κο­ντά ο­γδο­ντά­χρο­νος, ό­ντας α­κα­δη­μαϊκός. Το πρώ­το α­φιέ­ρω­μα, μά­λι­στα, το 1973, εί­ναι α­πό το κυ­πρια­κό πε­ριο­δι­κό «Πνευ­μα­τι­κή Κύ­προς» του Κύ­πρου Χρυ­σάν­θη. Έγι­νε με κυ­πρια­κή πρω­το­βου­λία, πα­ρό­τι ο κο­σμο­γυ­ρι­σμέ­νος Πα­πα­τσώ­νης την Κύ­προ δεν την εί­χε ε­πι­σκε­φθεί, ε­κεί­νη τον τί­μη­σε, ό­πως γρά­φει συ­γκι­νη­μέ­νος στον Χρυ­σάν­θη. Να ση­μειώ­σου­με πως τα πρώ­τα α­φιε­ρώ­μα­τα στον Κα­βά­φη και τον Πα­λα­μά εί­ναι ε­πί­σης α­πό κυ­πρια­κά πε­ριο­δι­κά. Αυ­τή η φρο­ντί­δα των Κυ­πρίων για την ελ­λα­δι­κή λο­γο­τε­χνία δεν έ­χει α­ντί­στοι­χα ε­πι­ση­μαν­θεί και ε­κτι­μη­θεί. Αντί­θε­τα, η ελ­λα­δι­κή αυ­τα­ρέ­σκεια καλ­λιερ­γεί την ε­ντύ­πω­ση, πως ο λο­γο­τε­χνι­κός χώ­ρος της Μη­τρό­πο­λης στη­ρί­ζει την κυ­πρια­κή λο­γο­τε­χνία.
Εντός της τε­λευ­ταίας πε­ντα­ε­τίας, ω­στό­σο, τρία λο­γο­τε­χνι­κά έ­ντυ­πα α­ξιο­λό­γη­σαν α­φιέ­ρω­μα στον Πα­πα­τσώ­νη: α) Ιούλ. 2011 το περ. «Μα­νι­φέ­στο», β) Ιούν. 2013 η «Αθη­ναϊκή ε­πι­θεώ­ρη­ση του βι­βλίου» και  γ) Φεβ. 2015 το περ. «Κου­κού­τσι». Ενώ, Ιούν. 2015, ε­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε αυ­τό­νο­μο το πρώ­το, ως α­φιέ­ρω­μα στα “120 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Πα­πα­τσώ­νη”. Αθροί­ζο­νται συ­νο­λι­κά 20 συ­νερ­γά­τες, με τρεις α­πό αυ­τούς να συμ­με­τέ­χουν σε δυο α­φιε­ρώ­μα­τα. Κυ­ριαρ­χούν οι ποιη­τές, με­τρη­μέ­νοι οι με­λε­τη­τές, εάν μεί­νου­με στην κύ­ρια ι­διό­τη­τα του κα­θε­νός. Πέ­ντε-έ­ξι της γε­νιάς του ’70, α­που­σιά­ζει η γε­νιά του ’80, κυ­ριαρ­χούν οι με­τα­γε­νέ­στε­ροι, γεν­νη­μέ­νοι στην 25ε­τία, 1960-1985.
Τα τρία α­φιε­ρώ­μα­τα δια­κρί­νο­νται α­πό το  διτ­τό εν­δια­φέ­ρον που α­νέ­κα­θεν προ­κα­λού­σε το έρ­γο του Πα­πα­τσώ­νη, με τους πρω­το­στα­τού­ντες να παίρ­νουν τη σκυ­τά­λη α­πό τους πα­λαιό­τε­ρους. Της «Επι­θεώ­ρη­σης του βι­βλίου» ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη νεω­τε­ρι­κό­τη­τα της στι­χουρ­γι­κής του, ε­νώ, των δυο πε­ριο­δι­κών, στη θε­ο­λο­γι­κή διά­στα­ση του έρ­γου του. Στο θέ­μα της στι­χουρ­γι­κής, ο Νά­σος Βα­γε­νάς συ­νε­χί­ζει στη γραμ­μή του Αλέξ. Αργυ­ρίου, που, α­πό τη θέ­ση του γραμ­μα­το­λό­γου, το­πο­θέ­τη­σε τον Πα­πα­τσώ­νη χρο­νο­λο­γι­κά πρώ­το στους νεω­τε­ρι­κούς ποιη­τές του Με­σο­πο­λέ­μου. Από τη θέ­ση του κα­θη­γη­τή, ω­θεί νεό­τε­ρους στην εκ­πό­νη­ση σχε­τι­κών δι­δα­κτο­ρι­κών δια­τρι­βών, ό­πως τους δυο συ­νερ­γά­τες στο α­φιέ­ρω­μα, Δ. Ελευ­θε­ρά­κη και Β. Ρούσ­σου.
Τα δυο άλ­λα έρ­χο­νται ως συ­νέ­χεια του α­φιε­ρω­μέ­νου στον Πα­πα­τσώ­νη πρώ­του «Τε­τρά­διου Ευ­θύ­νης», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Μάι. 1976 και το ο­ποίο, ο ί­διος, μό­λις που πρό­λα­βε να χα­ρεί και να ευ­χα­ρι­στή­σει τον φί­λο και εκ­δό­τη του, Κώ­στα Τσι­ρό­που­λο. Φί­λοι του Τσι­ρό­που­λου και συ­νε­χι­στές  του πε­ριο­δι­κού του, οι δυο Δη­μή­τρη­δες, Κο­σμό­που­λος και Αγγε­λής, που, συ­νερ­γά­τες α­κό­μη το 2011, στή­νουν το α­φιέ­ρω­μα του περ. «Μα­νι­φέ­στο», ό­που ο δεύ­τε­ρος κα­ταρ­τί­ζει το Χρο­νο­λό­γιο. Στο έ­τε­ρο α­φιέ­ρω­μα, η ε­πι­λο­γή κει­μέ­νων εί­ναι του Λα­μιώ­τη ποιη­τή Κώ­στα Ρι­ζά­κη.
Στην ι­σχνή βι­βλιο­γρα­φία Πα­πα­τσώ­νη, το 2008 προ­στέ­θη­κε και έ­να βι­βλίο. Ο Αργυ­ρίου συ­γκέ­ντρω­σε τα κεί­με­νά του για τον Πα­πα­τσώ­νη: δυο πα­λαιό­τε­ρα (1964, 1973) και, ως κυ­ρίως σώ­μα, έ­να α­δη­μο­σίευ­το, που προέ­κυ­ψε α­πό τέσ­σε­ρεις ο­μι­λίες-μα­θή­μα­τα του 1984, ό­ταν συ­μπλη­ρώ­νο­νταν 50 χρό­νια α­πό την πρώ­τη έκ­δο­ση της πρώ­της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του, «Εκλο­γή, Α΄». Πα­ρό­τι τα κεί­με­να δεν υ­πο­βλή­θη­καν σε ε­πι­πλέ­ον βά­σα­νο με την προο­πτι­κή της έκ­δο­σης, ο α­φη­γη­μα­τι­κός τρό­πος τους α­πο­κα­θι­στά τη συ­νέ­χεια. Ο Αργυ­ρίου πα­ρου­σιά­ζει τον Πα­πα­τσώ­νη σε α­ντι­πα­ρα­βο­λή με τους Κα­ρυω­τά­κη και Σε­φέ­ρη. Με αυ­τόν τον τρό­πο, σχη­μα­τί­ζει μία τριαν­δρία της νεω­τε­ρι­κής πρω­το­πο­ρίας, την ο­ποία δια­χω­ρί­ζει α­πό τους α­μέ­σως προ­η­γού­με­νους, “της α­να­νεω­μέ­νης πα­ρά­δο­σης”, τους ο­ποίους α­φή­νει ως βά­θος πε­δίου στο ξε­τύ­λιγ­μα της συλ­λο­γι­στι­κής του: “Τρεις ποιη­τές που γεν­νή­θη­καν μέ­σα σε μια ε­ξα­ε­τία 1895-1900, δη­λα­δή σε έ­να πε­ρι­βάλ­λον χω­ρίς αι­σθη­τές με­τα­βο­λές τό­σο στο κοι­νω­νι­κό ό­σο και στο καλ­λι­τε­χνι­κό πε­δίο, φαί­νε­ται πε­ρίερ­γο να πα­ρου­σιά­ζουν τό­σες δια­φο­ρές στο έρ­γο τους.”
Το δυ­σε­ξή­γη­το προ­κύ­πτει, του­λά­χι­στον εν μέ­ρει, α­πό τον μη συ­νυ­πο­λο­γι­σμό του οι­κο­γε­νεια­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Απο­φεύ­ξι­μος μεν ο βιο­γρα­φι­σμός, αλ­λά η δια­κρι­τι­κή χρή­ση του συ­χνά φω­τί­ζει κα­τα­στά­σεις. Ανε­ξάρ­τη­τα α­πό τα ό­ποια τα­λέ­ντα τους, οι δυο α­πό αυ­τούς βρή­καν το δρό­μο α­νοι­χτό μπρο­στά τους. Εκτός α­πό τη σχε­τι­κά μι­κρή η­λι­κια­κή δια­φο­ρά, έ­να άλ­λο κοι­νό ση­μείο εί­ναι ό­τι και οι τρεις σπου­δά­ζουν νο­μι­κά. Οι δυο με­γα­λύ­τε­ροι, Μω­ραΐτες στην κα­τα­γω­γή, στο Αθή­νη­σι και μά­λι­στα, πα­ρά τη δια­φο­ρά η­λι­κίας, κο­ντά δυο χρό­νια, εγ­γρά­φο­νται την ί­δια χρο­νιά στο Πα­νε­πι­στή­μιο, Σεπ. 1913. Ο Μι­κρα­σιά­της Σε­φέ­ρης στο Πα­ρί­σι, που ση­μαί­νει ευ­θύς ε­ξαρ­χής δια­φο­ρε­τι­κό πο­λι­τι­στι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Εκεί α­πο­κτά τον δια βίου φί­λο, έως και με­τα­θα­νά­τιο α­ρω­γό, Γιώρ­γο Κα­τσί­μπα­λη. Σε α­ντί­στοι­χο ρό­λο, ο Κα­ρυω­τά­κης, τον Χα­ρί­λαο Σα­κελ­λα­ριά­δη. Έχουν προ­η­γη­θεί οι γυ­μνα­σια­κές σπου­δές, ό­που οι τύ­χες των τριών στά­θη­καν τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κές. Σχο­λή Σαι­ντ Ζο­ζέφ ο Πα­πα­τσώ­νης, ε­νώ οι δυο άλ­λοι αλ­λά­ζουν σχο­λεία· γυ­μνά­σια της ε­παρ­χίας ο Κα­ρυω­τά­κης, πρό­τυ­πα σε Σμύρ­νη και Αθή­να ο Σε­φέ­ρης.
Κοι­νό ση­μείο, η εκ­μά­θη­ση ξέ­νων γλωσ­σών. Οι δυο πρε­σβύ­τε­ροι φέ­ρε­ται να την ο­φεί­λουν σε μη­τέ­ρες, που κρα­τούν α­πό αρ­χο­ντι­κές οι­κο­γέ­νειες. Άλλο, βε­βαίως, ευ­γε­νείς της Ανκό­να και άλ­λο, Τρι­πο­λι­τσιώ­τες άρ­χο­ντες. Όπως και να έ­χει, ο Πα­πα­τσώ­νης α­πο­φοι­τά το 1917 και το 1918 προσ­λαμ­βά­νε­ται στο Υπουρ­γείο Οι­κο­νο­μι­κών. Ο Κα­ρυω­τά­κης παίρ­νει την ά­δεια δι­κη­γό­ρου Ιαν. 1919 και Οκτ. διο­ρί­ζε­ται στη Νο­μαρ­χία Θεσ­σα­λο­νί­κης. Στα 18 του φέ­ρε­ται να έ­χει βλέ­ψεις για στα­διο­δρο­μία δι­πλω­μά­τη. Αυ­τήν την ε­ξα­σφά­λι­σε ο Σε­φέ­ρης, γιος κα­θη­γη­τή Πα­νε­πι­στη­μίου. Και του Κα­ρυω­τά­κη ή­ταν ε­πι­στή­μο­νας, αλ­λά νο­μο­μη­χα­νι­κός. Το ε­πάγ­γελ­μα του πα­τρός Πα­πα­τσώ­νη λεί­πει στα χρο­νο­λό­για, ω­στό­σο εί­ναι γό­νος Μεσ­σή­νιων προ­ε­στών, που αν­δρα­γά­θη­σαν στην Επα­νά­στα­ση, με ε­ξέ­χου­σες θέ­σεις με­τε­πα­να­στα­τι­κά.            
Στα προ­γο­νι­κά του Πα­πα­τσώ­νη, ο Αργυ­ρίου συγ­χέει τον βίο του παπ­πού του, Πα­να­γιώ­τη Πα­πα­τσώ­νη, με ε­κεί­νους των δυο α­δελ­φών του. Ο με­γα­λύ­τε­ρος, ο Δη­μή­τρης, ή­ταν αυ­τός που πο­λέ­μη­σε δί­πλα στον Κο­λο­κο­τρώ­νη, φυ­λα­κί­στη­κε μα­ζί του και σκο­τώ­θη­κε μα­χό­με­νος κα­τά του Ιμπραή­μ, το 1825. Ενώ, υ­πα­σπι­στής του Όθω­να χρη­μά­τι­σε ο μι­κρό­τε­ρος α­δελ­φός, ο Ιωάν­νης. Ο Πα­να­γιώ­της δια­δέ­χθη­κε τον α­δελ­φό του στην αρ­χη­γία πο­λυά­ριθ­μου έ­νο­πλου σώ­μα­τος. Με­τε­πα­να­στα­τι­κά ε­ξε­λέ­γη κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη δή­μαρ­χος. Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, ά­φη­σε α­πο­μνη­μό­νευ­μα για τους α­γώ­νες της οι­κο­γέ­νειας και την οι­κο­νο­μι­κή βοή­θεια, που αυ­τή πρό­σφε­ρε στον Αγώ­να. Για­τί ο προ­πάπ­πος, Ανα­γνώ­στης Πα­πα­τσώ­νης, προ­ε­στός, με την εύ­νοια Σουλ­τά­νου και ντό­πιου Πα­σά, δια­τη­ρού­σε την ε­πι­καρ­πία α­πό τσι­φλί­κι 40-45 χω­ριών, ο­λό­κλη­ρη ε­παρ­χία, αυ­τήν του Εμβλα­κίου Μεσ­ση­νίας, ση­με­ρι­νής Εύας. Να ση­μειώ­σου­με, πως η οι­κο­γέ­νεια Πα­πα­τσώ­νη συγ­γε­νεύει με τον Κα­νέλ­λο Δε­λη­γιάν­νη, αλ­λά και τον Τέλ­λο Άγρα, τον Μα­κε­δο­νο­μά­χο.
Ο Αργυ­ρίου α­πο­πει­ρά­ται α­να­σύ­στα­ση του βίου του, ό­σο του ε­πι­τρέ­πουν τα βιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, που ε­ξα­κο­λου­θούν να πα­ρου­σιά­ζουν κε­νά. Ση­μειώ­νει την έλ­λει­ψη στοι­χείων “για την κα­τα­γω­γή του που θα μπο­ρού­σαν εν­δε­χο­μέ­νως να ε­ξη­γή­σουν και τον κα­θο­λι­κι­σμό του”, σχε­τι­κά με τον ο­ποίο προ­χω­ρά σε υ­πο­θέ­σεις. Οπωσ­δή­πο­τε εύ­λο­γες, αλ­λά α­παι­τούν τεκ­μη­ρίω­ση. Ο Κί­μων Φράιερ τον α­να­φέ­ρει, χω­ρίς σχε­τι­κή πα­ρα­πο­μπή, ως “κα­τευ­θείαν α­πό­γο­νο της Μαρ­κη­σίας di Bartoli di Ancona, πα­λαιάς οι­κο­γέ­νειας κα­θο­λι­κών, που α­νέ­δει­ξε πολ­λούς σπου­δαίους κλη­ρι­κούς”.  Ως πλη­ρο­φο­ρία ε­λά­χι­στα δια­φω­τί­ζει την θρη­σκευ­τι­κή ταυ­τό­τη­τα και στά­ση ζωής του ποιη­τή. Όσο για τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό nobilissimus, ο Πα­πα­τσώ­νης μπο­ρεί να τον ε­πι­στρα­τεύει ως δη­λω­τι­κό “υ­πε­ρο­χής”, μάλ­λον, ό­μως, ως τίτ­λος τι­μής, α­νή­κει στην οι­κο­γέ­νεια. Αλλά και πά­λι, ό­χι ως “κα­τα­γό­με­νης α­πό τη βυ­ζα­ντι­νή αυ­το­κρα­το­ρι­κή οι­κο­γέ­νεια των Κο­μνη­νώ­ν”. Το νω­βε­λίσ­σι­μος, ο ευ­γε­νέ­στα­τος, εί­ναι τι­μη­τι­κός τίτ­λος της βυ­ζα­ντι­νής αυ­λι­κής ιε­ραρ­χίας, που, μέ­χρι τους Κο­μνη­νούς, δι­νό­ταν μό­νο σε μέ­λη της αυ­το­κρα­το­ρι­κής οι­κο­γέ­νειας, ε­νώ, με­τέ­πει­τα, πα­ρα­χω­ρεί­το και ως προ­νό­μιο.
Σχε­τι­κά με τα βιο­γρα­φι­κά κε­νά, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, σε άρ­θρο, που ε­πέ­χει θέ­ση νε­κρο­λο­γίας, σχο­λιά­ζει: “Προϋπό­θε­ση για ο­ποια­δή­πο­τε σο­βα­ρή με­λέ­τη πά­νω στον ποιη­τή και το έρ­γο, εί­ναι η συ­στη­μα­τι­κή έ­ρευ­να του αρ­χείου του... Η έ­ρευ­να αυ­τή θα βο­η­θού­σε ση­μα­ντι­κά να συ­ντα­χθούν με κά­ποια ε­πάρ­κεια δυο βα­σι­κά όρ­γα­να με­λέ­της: η Βι­βλιο­γρα­φία... και το χρο­νο­λό­γιο των έρ­γων και η­με­ρών, τό­σο του δη­μό­σιου ά­ντρα ό­σο και του λο­γο­τέ­χνη.” Ωστό­σο, με το θά­να­το της συ­ζύ­γου του Πα­πα­τσώ­νη, θα πρέ­πει να α­ντι­λή­φθη­κε το α­νέ­φι­κτο πα­ρό­μοιων σχε­δια­σμών. Εκεί­νη ε­τοί­μα­ζε την έκ­δο­ση τρί­του τό­μου, μία στα­χυο­λό­γη­ση α­πό τα ευ­ρι­σκό­με­να, ως «Εκλο­γή, Γ΄», με τη βοή­θεια του Τσι­ρό­που­λου. Η κό­ρη του, Μα­ρία, μο­να­δι­κή πλέ­ον κλη­ρο­νό­μος, μα­ταίω­σε την έκ­δο­ση, α­να­κοι­νώ­νο­ντας πως δεν θα προ­βεί ού­τε θα ε­πι­τρέ­ψει κα­μία δη­μο­σίευ­ση και έκ­δο­ση έρ­γου του ή ι­διω­τι­κών εγ­γρά­φων του, ό­πως ε­πι­στο­λές. Για το α­λη­θές του λό­γου, οι ε­πι­στο­λές του προς Γιο­λά­ντα Πέ­γκλη, που εκ­δό­θη­καν σε βι­βλίο το 1994, α­πο­σύρ­θη­καν.
Ο Σαβ­βί­δης ή­θε­λε να “α­ντα­πο­κρι­θεί στο χρέ­ος που το έρ­γο του Πα­πα­τσώ­νη α­παι­τεί για λο­γα­ρια­σμό των ου­σια­στι­κών πνευ­μα­τι­κών του κλη­ρο­νό­μων, δη­λα­δή για το πλα­τύ και ο­λοέ­να α­να­νε­ού­με­νο κοι­νό α­να­γνω­στών της με­γά­λης ποίη­σης.” Αλλά και η κό­ρη, νυμ­φευό­με­νη τον δι­πλω­μά­τη και με­τέ­πει­τα πρέ­σβη Αλέ­ξαν­δρο Κου­ντου­ριώ­τη, γιο του ε­πί­σης πρέ­σβη Ανδρέα Κου­ντου­ριώ­τη, μάλ­λον ο­χυ­ρω­νό­ταν α­πέ­να­ντι στην ε­ρευ­νη­τι­κή πε­ριέρ­γεια, που θα προ­κα­λού­σαν οι θη­σαυ­ροί του αρ­χείου του, ό­πως τους πε­ρι­γρά­φει ο Σαβ­βί­δης, γνω­ρί­ζο­ντάς τον προ­σω­πι­κά. Κι ό­μως, σα­ρά­ντα χρό­νια με­τά, ο α­πο­κλει­σμός έκ­δο­σης, του­λά­χι­στον του έρ­γου, φαί­νε­ται υ­περ­βο­λι­κός. Μέ­χρι και ά­δι­κος α­πέ­να­ντι σε έ­ναν δη­μιουρ­γό, που κου­βα­λού­σε την πι­κρία του α­δι­κη­μέ­νου.  
Επα­νερ­χό­με­νοι στην τριαν­δρία, ο Αργυ­ρίου σκια­γρα­φεί τη σχέ­ση Σε­φέ­ρη-Πα­πα­τσώ­νη. Ο Βα­γε­νάς στο βι­βλίο του «Η πα­ρα­μόρ­φω­ση του Κα­ρυω­τά­κη» συ­γκε­ντρώ­νει τα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να αυ­τής της σχέ­σης, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας πως η φι­λία τους δια­τα­ρά­χτη­κε μεν το 1931, με την έκ­δο­ση της πρώ­της συλ­λο­γής του Σε­φέ­ρη και του βι­βλίου για τον Σε­φέ­ρη του Ανδρέα Κα­ρα­ντώ­νη, αλ­λά ε­πα­νήλ­θε. Ο Αργυ­ρίου δεί­χνει ε­πι­φυ­λα­κτι­κός, του­λά­χι­στον ως προς τα αι­σθή­μα­τα του Πα­πα­τσώ­νη. Αμφό­τε­ροι, πά­ντως, α­πο­δέ­χο­νται τον φι­λέ­ται­ρο και μα­κρό­θυ­μο Σε­φέ­ρη.
Ωστό­σο, η αλ­λη­λο­γρα­φία Κα­τσί­μπα­λη-Σε­φέ­ρη δί­νει μάλ­λον δια­φο­ρε­τι­κή ει­κό­να για τη σχέ­ση τους. Λ.χ., η αλ­λη­λο­ε­κτί­μη­ση πριν το 1931 δεν δεί­χνει δε­δο­μέ­νη, ό­ταν ο Σε­φέ­ρης, το 1932, τον α­πο­κα­λεί “υ­στε­ρι­κή πά­πισ­σα”. Επί­σης, τη μη δη­μο­σίευ­ση της α­πα­ντη­τι­κής ε­πι­στο­λής του στην ε­πί­θε­ση Πα­πα­τσώ­νη δεν την α­πο­φά­σι­σε ο ί­διος. Ο Κα­τσί­μπα­λης την συμ­βού­λευ­σε, για­τί την εύ­ρι­σκε “α­δύ­να­τη”, δη­λα­δή ό­χι αρ­κε­τά πει­στι­κή, ο­πό­τε και θεω­ρού­σε πως “θα τον έ­βλα­πτε”. Πα­ρό­τι ο Κα­τσί­μπα­λης ή­ταν συ­νο­μή­λι­κός του, λει­τουρ­γού­σε ως φύ­λα­κας άγ­γε­λος της δη­μό­σιας ει­κό­νας του. Αντί­θε­τα, η συ­ζυ­γι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία Σε­φέ­ρη, στην ο­ποία ο Βα­γε­νάς πα­ρα­πέ­μπει, στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις Μα­ρώς-“Πα­πα­τσώ­νη­δω­ν” και ε­λά­χι­στα προ­σφέ­ρε­ται ως μαρ­τυ­ρία αι­σθη­μά­των. Όπως και να έ­χει, το ε­πι­στέ­γα­σμα των ε­ξαρ­χής σε α­πό­κλι­ση συγ­γρα­φι­κών κα­τευ­θύν­σεων έρ­χε­ται το 1963, ό­ταν, στον Σε­φέ­ρη, α­πο­νέ­με­ται το βρα­βείο Νό­μπελ και στον Πα­πα­τσώ­νη, το Α΄ Κρα­τι­κό Βρα­βείο Ποίη­σης.
Όσο για το κυ­ρίως θέ­μα, τον σχο­λια­σμό του ποιη­τι­κού και δο­κι­μια­κού έρ­γου του Πα­πα­τσώ­νη, μάλ­λον δεν εν­δια­φέ­ρει τον α­να­γνώ­στη, που αυ­τές τις “ά­γιες η­μέ­ρες” α­νυ­πο­μο­νεί να ε­νη­με­ρω­θεί α­πό τους ει­δή­μο­νες για τις γιορ­τα­στι­κές προ­τά­σεις τους. Άλλω­στε κά­θε ε­φη­με­ρί­δα έ­χει το α­να­γνω­στι­κό της κοι­νό.  Αυ­τό της δι­κής μας, πι­θα­νόν να έ­δει­χνε κά­ποιο εν­δια­φέ­ρον για το μο­να­δι­κό βι­βλίο του, που ε­πα­νεκ­δό­θη­κε στον τρέ­χο­ντα αιώ­να. Πρό­κει­ται για το ο­δοι­πο­ρι­κό «Άσκη­ση στον Άθω». Αυ­τό λοι­πόν, προέ­κυ­ψε το 1927 ύ­στε­ρα α­πό πε­ντά­μη­νη ε­κεί δια­μο­νή, εκ­δό­θη­κε το 1963 και το 2011, που η πλη­γή της κρί­σης άρ­χι­σε να κα­κο­φορ­μί­ζει, έ­γι­νε η ε­πα­νέκ­δο­ση. Στα υ­πό­λοι­πα, ό­σα του­λά­χι­στον α­που­σιά­ζουν, προ­βλέ­πε­ται ε­πα­νέκ­δο­ση... του α­γίου πο­τέ. Με άλ­λα λό­για, αυ­τές εί­ναι οι τύ­χες σε ι­διό­τυ­πες πε­ρι­πτώ­σεις, ό­πως αυ­τή του Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/1/2016.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Γεύση μιας επετείου

Νά­σος Βα­γε­νάς
«Η Πα­ρα­μόρ­φω­ση
του Κα­ρυω­τά­κη»
Εκδ. Μι­κρή Άρκτος
Νοέ. 2015

 
Το 2016, με­τα­ξύ άλ­λων ε­πε­τείων, πα­ρα­τάσ­σο­νται και δυο ση­μα­ντι­κών λο­γο­τε­χνώ­ν· ε­νός της πε­ζο­γρα­φίας και ε­νός της ποίη­σης. Ως ε­πέ­τειος, βα­ραί­νει αυ­τή του Μι­χαήλ Μη­τσά­κη, κα­θώς πρό­κει­ται για ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα α­πό τον θά­να­τό του. Ως λο­γο­τε­χνι­κό ό­νο­μα, ό­μως, μάλ­λον κερ­δί­ζει ο Κώ­στας Κα­ρυω­τά­κης, με τη συ­μπλή­ρω­ση 120 ε­τών α­πό τη γέν­νη­σή του. Συ­μπτω­μα­τι­κά, σε αυ­τούς τους δυο, σταυ­ρώ­νο­νται οι γεν­νή­σεις με τους θα­νά­τους τους. Το 2018, θα συ­μπλη­ρώ­νο­νται ε­νά­μι­σι αιώ­νας α­πό τη γέν­νη­ση του Μη­τσά­κη (αν δε­χτού­με, ό­πως έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει, το 1868 ως έ­τος γέν­νη­σης και ό­χι το 1863) και 90 έ­τη α­πό την αυ­το­χει­ρία του Κα­ρυω­τά­κη. Κα­τά τα άλ­λα, το 1896, η γέν­νη­ση του Κα­ρυω­τά­κη συ­μπί­πτει με τον “δια­νο­η­τι­κό θά­να­το” του Μη­τσά­κη, τον ο­ποίο ση­μα­το­δο­τεί ο ε­γκλει­σμός του στο Δρο­μο­καΐτειο, στις 17 Απρ. 1896. Υπό μία έν­νοια ό­μως, θα μπο­ρού­σε να εί­χε κι αυ­τός εγ­γρα­φεί στους αυ­τό­χει­ρες της λο­γο­τε­χνίας. Αρκεί, το 1894, η πι­στο­λιά της Πά­τρας να εί­χε συ­ντε­λε­σθεί. Μη έ­χο­ντας, ό­μως, ο Μη­τσά­κης την α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα του αυ­τό­χει­ρα της Πρέ­βε­ζας, συ­νέ­χι­σε το τα­ξί­δι του για την Κέρ­κυ­ρα, έ­γρα­ψε τον «Αυ­τό­χει­ρα» και ε­πέ­στρε­ψε στην Αθή­να. Αυ­τός έ­στει­λε τον «Αυ­τό­χει­ρα» στην ε­φημ. «Ακρό­πο­λη» προς δη­μο­σίευ­ση και οι δι­κοί του τον ί­διο πί­σω στο Άσυ­λο της Κέρ­κυ­ρας.   
Το 1986, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, σε α­να­κοί­νω­σή του στο Επι­στη­μο­νι­κό Συ­μπό­σιο για τον Κα­ρυω­τά­κη, αυ­το­σαρ­κα­ζό­με­νος, α­πο­κα­λεί ε­αυ­τόν “φι­λο­λο­γι­κό χα­φιέ”, σχο­λιά­ζο­ντας: “Τρια­ντά­χρο­νος ο Κα­ρυω­τά­κης, έ­μει­νε α­νύ­πα­ντρος διό­τι ή­ταν συ­φι­λι­δι­κός - ό­πως ο Βι­ζυη­νός ή ο Μη­τσά­κης ή ο Φι­λύ­ρας, οι ο­ποίοι πέ­θα­ναν τρε­λοί.” Πα­ρά μία σφαί­ρα, λοι­πόν, ο έ­νας έ­μει­νε στους τρε­λούς και ο άλ­λος στους αυ­τό­χει­ρες. Κα­τά τα άλ­λα, πέ­ρα­σαν α­πό τα ί­δια μέ­ρη - στα έ­δρα­να της Νο­μι­κής του Αθή­νη­σι, στην Πά­τρα - αλ­λά, με η­λι­κια­κή δια­φο­ρά μίας γε­νιάς, δεν συ­να­ντή­θη­καν. Συ­μπτω­μα­τι­κά, ο Κα­ρυω­τά­κης, και τις δυο φο­ρές, που βρέ­θη­κε στην Πά­τρα - στα 13 και τα 32 του – α­σχο­λεί­το με τον πε­ζό λό­γο. Θα μπο­ρού­σε ά­ρα­γε να εί­χε δια­βά­σει Μη­τσά­κη; Η δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του Κώ­στα Στερ­γιό­που­λου, «Οι ε­πι­δρά­σεις στο έρ­γο του Κα­ρυω­τά­κη», πε­ριο­ρί­ζε­ται στον ποιη­τή. Πιο ε­πί­και­ρη εί­ναι η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο, το 2016, θα μνη­μο­νευ­θούν οι συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­πέ­τειοι. Με τα Ιδρύ­μα­τα να υ­πο­λει­τουρ­γούν, διό­λου α­πί­θα­νο να μην μνη­μο­νευ­θεί κα­μία ε­πέ­τειος. Για τις συ­γκε­κρι­μέ­νες, πι­θα­νόν να υ­πάρ­ξουν με­μο­νω­μέ­νες δη­μο­σιεύ­σεις, ί­σως και κά­ποιο α­φιέ­ρω­μα πε­ριο­δι­κού. Κι αυ­τό, αν έ­χει α­πο­μεί­νει σε φι­λό­λο­γους και συγ­γρα­φείς έ­στω και λί­γη α­πό την διά­θε­ση, που εί­χαν ε­πι­δεί­ξει προς τα τέ­λη του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να και τα πρώ­τα χρό­νια του τρέ­χο­ντος, για ξα­να­κοί­ταγ­μα και α­να­θεώ­ρη­ση α­πό­ψεων.
Προ ει­κο­σα­ε­τίας, Δεκ. 1996, στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Αντί» για τα ε­κα­τό χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Κα­ρυω­τά­κη, α­να­φέ­ρε­ται, ει­σα­γω­γι­κά, το πό­σο ε­πί­και­ρη εί­ναι η ε­πα­να­νά­γνω­σή του, δε­δο­μέ­νου “του ε­ρευ­νη­τι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος και των ε­πιρ­ροών του στη σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή ποίη­ση”. Τό­τε, σε άλ­λο α­φιέ­ρω­μα, ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου εί­χε δη­μο­σιεύ­σει «Μία συλ­λο­γή βι­βλιο­γρα­φίας του Κ. Γ. Κα­ρυω­τά­κη», προς υ­πο­γράμ­μι­ση, ό­πως σχο­λιά­ζει, “της α­δι­καιο­λό­γη­της έλ­λει­ψης α­νά­λο­γης ερ­γα­σίας για έ­ναν ποιη­τή που δεν έ­πα­ψε να με­λε­τά­ται α­πό τις πρώ­τες εμ­φα­νί­σεις του.” Ο Αργυ­ρίου τα­ξι­νο­μεί­ται στους κρι­τι­κούς, για τους ο­ποίους η βι­βλιο­γρα­φι­κή κα­τα­γρα­φή εί­ναι α­να­γκαία για να δο­μή­σουν τη συλ­λο­γι­στι­κή τους. Σε έ­να α­πό τα πα­λαιό­τε­ρα κεί­με­νά του για τον Κα­ρυω­τά­κη πα­ρα­τη­ρεί: “Δυ­στυ­χώς δεν έ­χο­με βι­βλιο­γρα­φία α­πό τον Γιώρ­γο Κα­τσί­μπα­λη για να α­πο­κο­μί­σου­με μια κα­θα­ρή ει­κό­να της πο­ρείας της κρι­τι­κής σκέ­ψης γι’ αυ­τόν.”

Στο ί­διο ση­μείο βρι­σκό­μα­στε και σή­με­ρα, χω­ρίς κα­θα­ρή ει­κό­να ού­τε της πο­ρείας ού­τε του τρέ­χο­ντος στίγ­μα­τος της κρι­τι­κής σκέ­ψης. Εξα­κο­λου­θεί ό­μως και σε ποια έ­κτα­ση να α­πα­σχο­λεί το φαι­νό­με­νο Κα­ρυω­τά­κη; Ισχύει το πα­ρά­δο­ξο του Κα­ρυω­τά­κη, ό­πως το ό­ρι­ζε, προ ει­κο­σα­ε­τίας, ο Νά­σος Βα­γε­νάς, δη­λα­δή το πώς η ώ­ρι­μη ποίη­σή του, με την τε­χνο­τρο­πία της πα­λαιάς, της πριν τη νε­ο­τε­ρι­κή ποίη­σης, κα­τορ­θώ­νει και δί­νει την αί­σθη­ση του και­νούρ­γιου; Μή­πως η κα­τά Βα­γε­νά ι­διο­τυ­πία της ποίη­σής του, “η γεύ­ση να υ­περ­βαί­νει την τε­χνο­τρο­πία”, α­πα­λεί­φο­ντας την πα­λαιό­τη­τά της, α­ντί να ερ­μη­νευ­θεί, πα­ρα­κάμ­φθη­κε με την γε­νι­κό­τε­ρη ε­πί­τα­ση της γεύ­σης; Πα­ρά­δειγ­μα, τα ε­ρω­τι­κά του Κα­βά­φη, που ιε­ραρ­χού­νται βά­ση της ε­λευ­θε­ριό­τη­τας της γεύ­σης, δη­λα­δή του αι­σθή­μα­τος α­πό την ε­μπει­ρία της α­νά­γνω­σης, και ό­χι της ό­ποιας στι­χουρ­γι­κής τους, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­λευ­θε­ρω­μέ­νης. 
Προ­σώ­ρας, α­να­μέ­νο­ντας η ε­πέ­τειος να α­πο­τε­λέ­σει κί­νη­τρο “ε­πα­νεκ­κί­νη­σης”, που θα ξε­θο­λώ­σει το το­πίο, στο 56ο Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης, προ­βλή­θη­κε η ται­νία του Κύ­πριου σκη­νο­θέ­τη και σε­να­ριο­γρά­φου Κύ­ρου Πα­πα­βα­σι­λείου, «Οι ε­ντυ­πώ­σεις ε­νός πνιγ­μέ­νου», ε­νώ, στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, που κυ­ρίως εν­δια­φέ­ρει, η με­λέ­τη του Βα­γε­νά, «Η πα­ρα­μόρ­φω­ση του Κα­ρυω­τά­κη», κυ­κλο­φό­ρη­σε σε ε­παυ­ξη­μέ­νη (με την προ­σθή­κη δυο με­λε­τών, που σχε­δόν δι­πλα­σιά­ζουν τις σε­λί­δες)  δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση α­πό άλ­λον εκ­δό­τη. Η πρώ­τη, προ δε­κα­ε­τίας, δεν α­πο­τέ­λε­σε έ­ναυ­σμα για συ­ζη­τή­σεις γύ­ρω α­πό την ει­κό­να του Κα­ρυω­τά­κη. Πα­ρό­λο που, τό­τε α­κό­μη, δη­μο­σιεύο­νταν κά­ποιες α­νταλ­λα­γές α­πό­ψεων. Αν και γε­νι­κό­τε­ρα, ι­σχύει η πα­ρα­τή­ρη­ση του Τί­μου Μα­λά­νου: “Δυό ρω­μιοί που, κα­τ’ αρ­χήν, δε συμ­φω­νούν πά­νω σ’ έ­να ζή­τη­μα, εί­ναι μοι­ραίο να μη συμ­φω­νή­σουν πο­τέ, ό­σο και αν συ­νε­χί­σουν τη συ­ζή­τη­σή τους.” Αλλά και μό­νο η συ­ζή­τη­ση, γεν­νά πρό­σθε­τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα, που λει­τουρ­γούν δια­φω­τι­στι­κά. Τα κεί­με­να του Βα­γε­νά, μά­λι­στα, ε­κτός α­πό το εν­δια­φέ­ρον των θε­μά­των, που ε­πι­ση­μαί­νουν ή και α­να­κι­νούν, προ­κα­λούν, και μό­νο με τον α­ντιρ­ρη­τι­κό τους τό­νο, συ­ζή­τη­ση.  

Μία δι­κή μας α­πο­ρία, με­τέω­ρη α­πό την πρώ­τη έκ­δο­ση, α­φο­ρά τον τίτ­λο, κα­θώς έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι λει­τουρ­γεί πα­ρα­πλα­νη­τι­κά. Καλ­λιερ­γεί λαν­θα­σμέ­νες προσ­δο­κίες, δε­δο­μέ­νου ό­τι η πα­ρα­μόρ­φω­ση ως πρώ­τη και κυ­ρίαρ­χη έν­νοια, μο­να­δι­κή, μά­λι­στα, σε έ­να λε­ξι­κό της δη­μο­τι­κής ό­πως του Κρια­ρά, έ­χει την αλ­λα­γή προς το χει­ρό­τε­ρο. Ωστό­σο, η ε­πι­χει­ρού­με­νη α­να­θεώ­ρη­ση της ει­κό­νας του Κα­ρυω­τά­κη ή α­κρι­βέ­στε­ρα, της ποίη­σής του, στην ο­ποία ο Βα­γε­νάς α­να­φέ­ρε­ται, δεν με­τα­βάλ­λει ε­πί τα χεί­ρω το πρό­σω­πο του ποιη­τή, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, το με­γα­λύ­νει. Οι εν λό­γω α­να­θεω­ρη­τι­κοί δεν α­σκούν αρ­νη­τι­κή κρι­τι­κή, αλ­λά θε­τι­κή, α­νε­ξάρ­τη­τα αν οι ε­πι­ση­μάν­σεις τους μπο­ρεί να α­πο­δει­χθούν με­ρι­κώς ή και εν ό­λω λαν­θα­σμέ­νες. Βε­βαίως, χα­ρα­κτη­ρι­σμοί της μορ­φής θε­τι­κός-αρ­νη­τι­κός εί­ναι συ­νάρ­τη­ση της ε­πο­χής που εκ­φέ­ρο­νται. Όπως, άλ­λω­στε, και ε­κεί­νοι που α­πο­δί­δο­νται στον Κα­ρυω­τά­κη: πο­λι­τι­κός ποιη­τής, α­ρι­στε­ρός, “α­ντιελ­λη­νο­κε­ντρι­κός”. Από την ε­πο­χή του Κα­ρυω­τά­κη και για κο­ντά μι­σό αιώ­να α­πό τον θά­να­τό του, το μεν ελ­λη­νο­κε­ντρι­κός συ­νι­στού­σε έ­παι­νο, το δε α­ρι­στε­ρός ψό­γο. Για να φτά­σου­με σή­με­ρα, που η με­λέ­τη του Βα­γε­νά ε­πα­νεκ­δί­δε­ται, οι έν­νοιες να τρα­μπα­λί­ζο­νται ε­πι­σφα­λώς.

Το 2003, ο Βα­γε­νάς ε­πέ­λε­ξε τον τίτ­λο για μία διά­λε­ξη στο Ίδρυ­μα Τά­κη Σι­νό­που­λου, ε­νταγ­μέ­νη στον δεύ­τε­ρο θε­μα­τι­κό κύ­κλο 2002-2003, με τίτ­λο, «Μα­τιές στη Νεώ­τε­ρη Ελλη­νι­κή Ποίη­ση (1930-1960)», τον ο­ποίο διορ­γά­νω­νε το νεό­τευ­κτο τό­τε Σπου­δα­στή­ριο Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Ποίη­σης, που εί­χε δη­μιουρ­γη­θεί υ­πό τη σκέ­πη του Ιδρύ­μα­τος. Το ε­πό­με­νο έ­τος, η διά­λε­ξη πή­ρε τη μορ­φή σει­ράς ο­κτώ ε­πι­φυλ­λί­δων και το με­θε­πό­με­νο, βι­βλίου. Σε ό­λες αυ­τές τις με­τα­μορ­φώ­σεις, μέ­χρι και την πρό­σφα­τη, ο τίτ­λος πα­ρα­μέ­νει. Ως μό­το του βι­βλίου ε­πι­λέ­γε­ται στί­χος α­πό ε­ρω­τι­κό σαιξ­πη­ρι­κό σο­νέ­το, στο ο­ποίο ο ε­ρω­τευ­μέ­νος ε­κλι­πα­ρεί την κα­λή του, που τον α­πα­τά: O, call me not to justify the wrong. Η με­τα­φο­ρά του στί­χου α­πό τον ε­ρω­τευ­μέ­νο στον με­λε­τη­τή μοιά­ζει δί­ση­μη: τι δεν μπο­ρεί να α­πο­δε­χθεί ο με­λε­τη­τής, την α­δι­κία που γί­νε­ται στον ποιη­τή ή το σφάλ­μα;  Ήδη, ό­μως, α­πό το 1992, που ο Βα­γε­νάς χρη­σι­μο­ποιεί για πρώ­τη φο­ρά τη λέ­ξη πα­ρα­μόρ­φω­ση για έ­ναν ποιη­τή, τό­τε τον Κάλ­βο, έ­χει δώ­σει την α­πά­ντη­ση. Δεν υ­πο­φέ­ρει τη στρέ­βλω­ση της α­λή­θειας, ό­πως αυ­τός την τεκ­μη­ριώ­νει, κα­θώς σε αμ­φό­τε­ρες τις πε­ρι­πτώ­σεις, τό­σο στον Κάλ­βο ό­σο και στον Κα­ρυω­τά­κη, με ό,τι α­πο­κα­λεί πα­ρα­μόρ­φω­ση, α­πό μία ά­πο­ψη, το πρό­σω­πο του ποιη­τή φω­τί­ζε­ται. Στην πε­ρί­πτω­ση του Κάλ­βου, ως ελ­λη­νο­κε­ντρι­κού ποιη­τή, με α­γνό­η­ση των ι­τα­λι­κών έρ­γων του. Αντι­στρό­φως, σε ε­κεί­νη του Κα­ρυω­τά­κη, ως υ­πε­ρε­θνι­κού.

Η διά­λε­ξη του Βα­γε­νά εκ­κι­νεί α­πό τον Σε­φέ­ρη και τη δι­κή του πα­ρα­μόρ­φω­ση α­πό ό­σους “προ­βαί­νουν σε πα­ρα­νά­γνω­ση του έρ­γου του”, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντάς το ελ­λη­νο­κε­ντρι­κό. Το πρώ­το κε­φά­λαιο κα­τα­λή­γει με την προς α­πό­δει­ξη θέ­ση, ό­τι η πα­ρα­νά­γνω­ση του Σε­φέ­ρη φέ­ρει ως “πα­ρά­πλευ­ρες”, τις α­ντί­στοι­χης φύ­σεως πα­ρα­να­γνώ­σεις Κα­βά­φη και Κα­ρυω­τά­κη. Στην πα­ρα­νά­γνω­ση του πρώ­του α­φιε­ρώ­νει το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο του Πα­ραρ­τή­μα­τος, ε­νώ σε ε­κεί­νη του δεύ­τε­ρου, το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο του βι­βλίου, συ­νε­ξε­τά­ζο­ντας ε­κεί την πε­ρί­πτω­ση Εγγο­νό­που­λου. Τε­λι­κά, ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί πως πρό­κει­ται για τρεις ελ­λη­νο­κε­ντρι­κούς ποιη­τές. Δια­φέ­ρει, ω­στό­σο, η έμ­φα­ση με την ο­ποία α­πο­δί­δε­ται ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός. Ο Κα­βά­φης εί­ναι “πραγ­μα­τι­κά ελ­λη­νο­κε­ντρι­κός”, ό­πως και ο Εγγο­νό­που­λος, κα­τά δι­κή του πα­ρα­δο­χή.

Δια­φο­ρο­ποιεί­ται η πε­ρί­πτω­ση του Κα­ρυω­τά­κη, που ε­ξε­τά­ζε­ται πλα­γίως σε δυο συμ­με­τρι­κά κε­φά­λαια, με α­ντί­στοι­χα συμ­με­τρι­κούς τίτ­λους («Μια άλ­λη α­νά­γνω­ση του Κα­ρυω­τά­κη» και «Μια άλ­λη του Σε­φέ­ρη»), ό­που η ποίη­ση ε­νός ε­κά­στου α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται με τον τρό­πο, που οι α­να­θεω­ρη­τι­κοί κρι­τι­κοί διά­βα­σαν την ποίη­ση του άλ­λου. Σε αυ­τά, ο Βα­γε­νάς ε­πι­ση­μαί­νει, σε στί­χους και βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, του μεν πρώ­του πα­τριω­τι­κά και α­ντι­δρα­στι­κά ί­χνη, του δε δεύ­τε­ρου τον “βα­θύ πο­λι­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα”. Κα­τα­λή­γει με τη δια­πί­στω­ση, πως η λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή του έρ­γου του Κα­ρυω­τά­κη πε­ριο­ρί­ζε­ται “στη δια­τύ­πω­ση α­ντι­σε­φε­ρι­κών αι­σθη­μά­τω­ν”. Ενώ, στο ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο «Ο Κα­ρυω­τά­κης και η γε­νιά του ’30», αμ­φι­σβη­τεί “την κυ­ρίαρ­χη κρι­τι­κή βε­βαιό­τη­τα ό­τι η γε­νιά του ’30 υ­πήρ­ξε ε­χθρι­κή προς την ποίη­ση του Κα­ρυω­τά­κη”. Το εν­δια­φέ­ρον, ό­μως, ε­δώ, δεν έ­γκει­ται τό­σο στα προ­σκο­μι­ζό­με­να τεκ­μή­ρια, ό­σο στην εκ προοι­μίου α­πό­φαν­ση, που ου­σια­στι­κά ε­πα­να­λαμ­βά­νει ε­κεί­νη του προ­η­γού­με­νου κε­φα­λαίου, ό­τι “ο μύ­θος αυ­τός εί­ναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρά­γω­γο της ψυ­χο­λο­γι­κής α­νά­γκης για α­να­κού­φι­ση ό­σων αι­σθά­νο­νται βα­ρειά τη σκιά του Σε­φέ­ρη.”

Ακό­μη και τον ε­κτο­πι­σμό του Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη α­πό “τον ρό­λο του ως του πρώ­του Έλλη­να μο­ντερ­νι­στή”, ο Βα­γε­νάς τον α­πο­δί­δει στην αί­γλη που α­πο­λάμ­βα­νε ο Σε­φέ­ρης και η ο­ποία ε­νο­χλού­σε τους α­να­θεω­ρη­τές. Αυ­τοί, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’80, ό­ταν αρ­χί­ζουν να αλ­λά­ζουν τα κρι­τή­ρια α­ξιο­λό­γη­σης και να προ­τάσ­σο­νται στοι­χεία πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τη­τας και ε­τε­ρό­τη­τας, διέ­γρα­ψαν τον Πα­πα­τσώ­νη και πρό­βα­λαν τον Κα­ρυω­τά­κη. Όχι, ό­μως, σαν αυ­τα­ξία, αλ­λά ως πλέ­ον κα­τάλ­λη­λο να α­πο­τε­λέ­σει “το α­ντί­πα­λο δέ­ος του Σε­φέ­ρη”. Προς α­πό­δει­ξη αυ­τής της στρε­βλω­τι­κής υ­πο­κα­τά­στα­σης, προ­στέ­θη­καν τα δυο με­λε­τή­μα­τα της ε­παυ­ξη­μέ­νης έκ­δο­σης του βι­βλίου. Το συ­ντο­μό­τε­ρο «Ο Κα­ρυω­τά­κης και ο δε­κα­πε­ντα­σύλ­λα­βος», χω­ρίς α­να­φο­ρά πρώ­της δη­μο­σίευ­σης, και το ε­κτε­νές «Ο Τ. Κ. Πα­πα­τσώ­νης και η πρω­το­πο­ρια­κό­τη­τα».

Ο λό­γος του Βα­γε­νά εί­ναι διαυ­γής και αυ­στη­ρά δο­μη­μέ­νος. Πα­ρα­τάσ­σει σει­ρά συλ­λο­γι­σμών, ε­πα­κρι­βώς τεκ­μη­ριω­μέ­νων, με ε­παρ­κώς αι­τιο­λο­γη­μέ­να τα εν­διά­με­σα στά­δια, μη δια­φεύ­γο­ντας ού­τε στιγ­μή α­πό το κοι­νώς α­πο­δε­κτό ως α­λη­θές. Προ­τε­ρή­μα­τα, που τα βρί­σκου­με και στο λό­γο του Αργυ­ρίου. Δια­φέ­ρουν, ω­στό­σο, σε δυο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κα­τα­γω­γι­κά της παι­δείας τους, τα ο­ποία δια­φο­ρο­ποιούν την πει­στι­κό­τη­τα των λό­γων τους και ως συ­νάρ­τη­ση του α­πο­δέ­κτη. Ο Αργυ­ρίου δί­νει σχε­δόν μα­θη­μα­τι­κή δο­μή στη δια­λε­κτι­κή δια­δι­κα­σία της πο­λιορ­κίας ε­νός θέ­μα­τος, με α­πο­τέ­λε­σμα να ει­σχω­ρεί και σε πιο κρυ­φές πτυ­χές. Γε­γο­νός που μπο­ρεί να ε­κτι­μη­θεί α­πό έ­να πιο ει­δι­κό ε­πί του θέ­μα­τος κοι­νό. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, ως κρι­τι­κός, έ­φε­ρε δια βίου ως μειο­νε­ξία την α­που­σία πα­νε­πι­στη­μια­κού ε­πι­πέ­δου φι­λο­λο­γι­κών σπου­δών. Αυ­τό, συ­χνά, τον ο­δη­γεί σε α­πο­λο­γη­τι­κές αυ­το­α­να­φο­ρές, που λει­τουρ­γούν πα­ρελ­κυ­στι­κά, συ­σκο­τί­ζο­ντας τις α­πο­φάν­σεις. Αντί­θε­τα, ο λό­γος του Βα­γε­νά, χαί­ρει την α­πό κα­θέ­δρας ι­σχύ, σε συν­δυα­σμό με την ά­νε­ση της τρι­βής του δα­σκά­λου. Άρα, εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρης εμ­βέ­λειας. Και ε­πει­δή το ύ­φος εί­ναι ο άν­θρω­πος, η ει­ρω­νεία τους δια­φέ­ρει. Του Αργυ­ρίου κρα­τά τη δια­κρι­τι­κή αιχ­μη­ρό­τη­τα του Αλε­ξαν­δρι­νού των πρώ­των δε­κα­ε­τιών του 20ου. Του Βα­γε­νά, δια­τη­ρεί την ευ­θύ­τη­τα του μη πρω­τευου­σιά­νου και λί­γο α­πό το φι­λο­πό­λε­μο του πο­δο­σφαι­ρι­στή, που έρ­χε­ται α­πό την “πο­δο­σφαι­ρο­μά­να Δρά­μα” της δε­κα­ε­τίας του ’50.

Αυ­τά α­πορ­ρέ­ουν α­πό τα κεί­με­να, ό­πως δεί­χνει, λ.χ., η συ­να­νά­γνω­ση δυο βι­βλίων τους: του Αργυ­ρίου για τον Πα­πα­τσώ­νη (το στερ­νό του, έκ­δο­ση Απρ. 2009, θά­να­τος 22 Μαί. 2009) και το πρό­σφα­το του Βα­γε­νά για τον Κα­ρυω­τά­κη. Συ­μπτω­μα­τι­κά, έ­χουν ως κοι­νό ση­μείο, ό­τι εκ­κι­νούν α­πό δια­λέ­ξεις. Μία α­πο­κλει­στι­κή βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση για το δεύ­τε­ρο θα μπο­ρού­σε να ξε­κι­νή­σει, πα­ρα­φρά­ζο­ντας τον στί­χο του Σι­νό­που­λου: “Εί­μαι έ­νας άν­θρω­πος που έρ­χε­ται συ­νε­χώς α­πό τον Πύρ­γο.” Ο Βα­γε­νάς εί­ναι έ­νας με­λε­τη­τής που έρ­χε­ται συ­νε­χώς α­πό τον Σε­φέ­ρη. Ήδη, στη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, το 1979, “η εκ­φρα­στι­κή τόλ­μη του Σε­φέ­ρη σε ποιή­μα­τα της πρώ­της συλ­λο­γής του” ε­κτι­μά­ται “ρι­ζο­σπα­στι­κό­τε­ρη α­πό ε­κεί­νη του Κα­ρυω­τά­κη”, ξε­χω­ρί­ζο­ντας, “α­πό την πρώ­τη κιό­λας στιγ­μή, τον ποιη­τή της γε­νιάς του ’30 α­πό τον ποιη­τή της γε­νιάς του ’20”. Ενώ, το πρό­σφα­το βι­βλίο δεί­χνει ως λό­γος υ­πε­ρα­σπι­στι­κός του Σε­φέ­ρη.  Λ.χ., ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως οι ποιη­τές της γε­νιάς του ’30 ό­σες φο­ρές μί­λη­σαν για τον Κα­ρυω­τά­κη ή­ταν “α­πό ε­παι­νε­τι­κοί έως υ­μνη­τι­κοί”, ε­ντο­πί­ζο­ντας στον Σε­φέ­ρη έ­ξι α­να­φο­ρές, “που ό­λες εκ­φρά­ζουν θαυ­μα­σμό”.
Ωστό­σο, ό­πως συμ­βαί­νει σε πα­ρό­μοιες πε­ρι­πτώ­σεις, το συ­μπέ­ρα­σμα ε­ξαρ­τά­ται α­πό την φρά­ση που ε­πι­λέ­γε­ται. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Σε­φέ­ρης, στην α­λε­ξαν­δρι­νή ο­μι­λία του, 10 Ιουν. 1941, χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον Κα­ρυω­τά­κη “ποιη­τή με ε­ξαι­ρε­τι­κή ευαι­σθη­σία και με έρ­γο που λο­γα­ριά­ζει ω­σάν σταθ­μός στη λο­γο­τε­χνία μας”. Αλλά, λί­γο πιο κά­τω, προ­σθέ­τει, “ο Κα­ρυω­τά­κης τρα­γού­δη­σε, με τη χο­ρευ­τι­κή φα­ντα­σία του, τους τρα­γι­κούς γύ­ψους της κά­μα­ράς του”, ό­που εί­ναι ευ­διά­κρι­τος έ­νας τό­νος ει­ρω­νείας, που γνέ­φει προς “μία ποίη­ση χω­ρίς ο­ρί­ζο­ντα”, ό­πως ε­κεί­νη που α­πο­δί­δει στους “κα­ρυω­τα­κι­κούς ποιη­τές”. Ύστε­ρα, υ­πάρ­χουν και α­να­φο­ρές του Σε­φέ­ρη στον Κα­ρυω­τά­κη, ι­διω­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ό­πως οι ε­πι­στο­λι­κές, αρ­κού­ντως α­πορ­ρι­πτι­κές. Στα­χυο­λο­γού­με τη γνώ­μη του για το ποίη­μα του Κα­ρυω­τά­κη, «Εις Ανδρέ­αν Κάλ­βον», που “δια­βά­ζουν το 1931 ε­πει­δή εί­ναι γραμ­μέ­νο σε μια βα­βυ­λω­νι­κή κα­θα­ρεύου­σα και το βρί­σκουν νό­στι­μο. Η νο­στι­μιά ό­μως εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο ψε­γά­δι στην τέ­χνη”. Αλλά και τη σω­ρευ­τι­κή για ό­λους τους στί­χους του Κα­ρυω­τά­κη, που τους βρί­σκει κα­τώ­τε­ρους α­πό το ποίη­μα «Πε­λε­γρί­νος ή το τρα­γού­δι του δει­λι­νού» του α­φα­νούς σή­με­ρα, Κα­λύ­μνιου ποιη­τή, Γιάν­νη Ζερ­βού. Τε­λι­κά, εί­ναι α­πο­ρίας ά­ξιο, για­τί δεν έ­χουν συ­γκε­ντρω­θεί σε βι­βλίο τα με­λε­τή­μα­τα του Βα­γε­νά για την πα­ρα­μόρ­φω­ση του Σε­φέ­ρη, ό­που ο τίτ­λος θα κρα­τού­σε τη δυ­να­μι­κή του. Ένα πα­ρό­μοιο βι­βλίο λεί­πει.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/12/2015.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Δεινά γυναικών

Μαί­ρη Μι­κέ
«Κόκ­κι­νες ου­λές»
Εκδ. Ίκα­ρος
Οκτ. 2015

Πλή­θος οι α­πο­χρώ­σεις του μαύ­ρου στο πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο της Μαί­ρης Μι­κέ. Από το μαύ­ρο του α­πό­λυ­του σκο­τα­διού έως “το ε­κτυ­φλω­τι­κό μαύ­ρο” της “α­φέγ­γα­ρης νύ­χτας”. Ού­τε καν α­πο­χρώ­σεις του γκρι, που βρί­σκε­ται μεν κο­ντά στο μαύ­ρο, αλ­λά δια­σκε­δά­ζε­ται με ι­σχνή α­πό­χρω­ση λευ­κού. Επι­στρα­τεύου­με την πρό­σφο­ρη, σε με­τα­φο­ρι­κές χρή­σεις, ση­μειο­λο­γία των χρω­μά­των, κα­θώς, α­νέ­κα­θεν, ση­μα­το­δο­τεί ψυ­χο­λο­γι­κές κα­τα­στά­σεις ή και ευ­ρύ­τε­ρα, πα­ρα­πέ­μπει σε φυ­σι­κά και οι­κο­νο­μι­κο-κοι­νω­νι­κά  φαι­νό­με­να. Ει­δάλ­λως, χω­ρίς τη βοή­θεια των χρω­μά­των, πως να χα­ρα­κτη­ρί­σου­με τις α­ντι­δρά­σεις, που προ­κα­λεί μία πρώ­τη α­νά­γνω­ση των ι­στο­ριών της. Εκτός και αν κα­τα­φύ­γου­με στον πρό­σφα­το νε­ο­λο­γι­σμό της ο­μή­λι­κης συ­να­δέλ­φου της στα πα­νε­πι­στη­μια­κά έ­δρα­να του Αρι­στο­τε­λείου, Βε­νε­τίας Απο­στο­λί­δου, το “μη α­πό­λαυ­ση”, ό­που η σύ­ντα­ξη του αρ­νη­τι­κού μο­ρίου με ο­νο­μα­στι­κό τύ­πο α­ντι­στρέ­φει την έν­νοια της λέ­ξης, δη­λώ­νο­ντας την άρ­νη­σή της. Απηλ­λαγ­μέ­νη, ό­μως, α­πό ποιο­τι­κές συν­δη­λώ­σεις, τις ο­ποίες με­τα­φέ­ρουν τα υ­πάρ­χο­ντα ου­σια­στι­κά, ό­πως, λ.χ., η δυ­σα­ρέ­σκεια. Δε­δο­μέ­νου ό­τι δεν θέ­λου­με, εκ προοι­μίου, να α­πο­φαν­θού­με για το εν­δια­φέ­ρον του συγ­γρα­φι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος, πα­ρά μό­νο να το­νί­σου­με το αί­σθη­μα δυ­σφο­ρίας ή και συ­ναι­σθη­μα­τι­κής πίε­σης, που μας κυ­ρίευ­σε στη δο­κι­μα­σία της πρώ­της α­νά­γνω­σης.
Αλλά, πα­ρά τα ό­ποια στε­νό­χω­ρα συ­ναι­σθή­μα­τα, συ­νε­χί­σα­με την α­νά­γνω­ση. Δη­λα­δή, ε­μπί­πτου­με στην πε­ρί­πτω­ση, που η Απο­στο­λί­δου ε­ξε­τά­ζει στο πρό­σφα­το δο­κί­μιό της, «Ζη­τή­μα­τα α­νά­γνω­σης», “ο α­να­γνώ­στης να συ­νε­χί­ζει, διό­τι υ­πάρ­χει κά­ποιος λό­γος, έ­χει κί­νη­τρο”. Μό­νο που ε­κεί­νη, κα­τά την α­νά­πτυ­ξη του θέ­μα­τος, δεν ε­ξαί­ρει την ε­πι­και­ρό­τη­τά του. Πι­θα­νώς να μην πα­ρα­κο­λου­θεί συ­στη­μα­τι­κά την λε­γό­με­νη πε­ζο­γρα­φία της κρί­σης, ο­πό­τε και της δια­φεύ­γει ο ζό­φος που κυ­ριαρ­χεί στις σε­λί­δες της. Αυ­τό το βα­θύ σκο­τά­δι της πα­ντε­λούς ελ­λεί­ψεως αι­σιό­δο­ξων προο­πτι­κών, που έ­χει κα­τα­στή­σει για τον ε­παγ­γελ­μα­τία βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή την “μη α­πό­λαυ­ση” της α­νά­γνω­σης κα­νό­να. Ανα­γκαίο, ό­μως, εί­ναι να αι­τιο­λο­γή­σου­με την δι­κή μας ε­πι­μο­νή, ώ­στε να μην μας α­πο­δο­θεί ως κί­νη­τρο η συγ­γρα­φή μίας α­κό­μη βι­βλιο­πα­ρου­σία­σης. Αν ή­ταν θέ­μα συ­νέ­πειας σε μία ε­βδο­μα­διαία ε­να­σχό­λη­ση, θα εί­χαν σει­ρά ουκ ο­λί­γα βι­βλία, που εκ­δο­τι­κά προ­η­γή­θη­καν και τα ο­ποία έ­χου­με ε­γκα­τα­λεί­ψει σε στά­διο η­μι­τε­λούς α­νά­γνω­σης.
Η α­παι­σιο­δο­ξία μπο­ρεί να ται­ριά­ζει και στο βι­βλίο της Μι­κέ, αλ­λά, σε αυ­τό, ο λό­γος εί­ναι ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κός. Δεν πρό­κει­ται για “μι­κρές κα­θη­με­ρι­νές ι­στο­ρίες”, ό­πως συ­στή­νε­ται στο κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου. Οι δι­κές της μαύ­ρες ι­στο­ρίες ε­ξει­κο­νί­ζουν τα αι­σθή­μα­τα και τη ζωή γυ­ναι­κών πα­λαιό­τε­ρων και­ρών. Αν και α­πο­φεύ­γο­νται “α­κρι­βείς χρο­νι­κοί και χω­ρι­κοί προσ­διο­ρι­σμοί”, το βά­θος χρό­νου ο­ρί­ζε­ται πλα­γίως σε ε­κεί­νο της ε­βδο­μη­κο­ντα­ε­τίας, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την ε­μπό­λε­μη δε­κα­ε­τία του ’40. Ενώ, ο τό­πος δεί­χνει προς τη Βό­ρεια Ελλά­δα, με εμ­φα­νέ­στε­ρο ση­μείο τη γε­νέ­τει­ρα της συγ­γρα­φέως, την Κα­βά­λα. Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, ό­μως, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­λων των ι­στο­ριών εί­ναι, ό­τι στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό γυ­ναι­κεία πά­θη. Στο κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου, η α­πο­κλει­στι­κή ε­στία­ση στη γυ­ναί­κα α­πο­σιω­πά­ται. Αντ’ αυ­τής, ως κέ­ντρο του εν­δια­φέ­ρο­ντος των ι­στο­ριών, προσ­διο­ρί­ζε­ται “το πά­σχον σώ­μα”. Μό­νο που το σώ­μα, ως δη­λω­τι­κό της έν­σαρ­κης   υ­πό­στα­σης του αν­θρώ­που, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει και τα δυο φύ­λα. Θα α­πο­τε­λού­σε φυ­λε­τι­κή διά­κρι­ση το μο­νο­πώ­λιο ε­νός “πά­σχο­ντος σώ­μα­τος” α­πό το θή­λυ, έ­στω και αν η γυ­ναί­κα, σε άλ­λες ε­πο­χές, ή και σή­με­ρα, σε άλ­λα ση­μεία του πλα­νή­τη, συ­νι­στά δι­πλά “πά­σχον σώ­μα”, κα­θώς, ε­πι­προ­σθέ­τως, υ­φί­στα­ται την αν­δρι­κή ε­ξου­σία.
Όσο α­φο­ρά τις ι­στο­ρίες του βι­βλίου, το γε­γο­νός ό­τι ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στη γυ­ναί­κα μάλ­λον λει­τουρ­γεί σε βά­ρος της α­φη­γη­μα­τι­κής οι­κο­νο­μίας. Σχε­δόν ω­θεί­ται στο άλ­λο ά­κρο, έ­τσι ό­πως ε­ξα­λεί­φει τον άν­δρα α­κό­μη και α­πό ρό­λους δευ­τε­ρα­γω­νι­στή. Ανδρι­κοί χα­ρα­κτή­ρες δεν πλά­θο­νται, σε ο­ρι­σμέ­νες ι­στο­ρίες μό­λις που σκια­γρα­φού­νται, και ε­κεί σχη­μα­τι­κά, α­κο­λου­θώ­ντας  μάλ­λον  τυ­πο­ποιη­μέ­να κοι­νω­νι­κά πρό­τυ­πα,  ό­πως  του άν­δρα δυ­νά­στη ή και βα­σα­νι­στή. Τε­λι­κά, ό­μως, το πό­σο αι­σθη­τή γί­νε­ται αυ­τή η αν­δρι­κή α­που­σία, ε­ξαρ­τά­ται α­πό την ε­πι­λε­χθεί­σα μορ­φή. Αλλιώς λει­τουρ­γεί σε μία ρε­α­λι­στι­κή α­φή­γη­ση κι αλ­λιώς στην α­πο­τύ­πω­ση ε­νός ε­νύ­πνιου ε­φιάλ­τη. Πα­ρά­δειγ­μα, έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής, «Η μη­λί­τσα», ό­που η α­φή­γη­ση κε­ντιέ­ται με στί­χους α­πό το ο­μό­τιτ­λο δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι και μά­λι­στα, στα­χυο­λο­γεί α­πό δυο γνω­στές πα­ρα­λο­γές του, την λευ­κα­δί­τι­κη και την μα­κε­δο­νί­τι­κη. Η συγ­γρα­φέ­ας με­τα­πλά­θει τους στί­χους σε πε­ζό λό­γο, με ε­ξαί­ρε­ση έ­ναν στί­χο που χω­νεύει α­κέ­ραιο, κρα­τώ­ντας α­πό το ά­σμα το κου­βέ­ντια­σμα με “τη μη­λιά, μη­λί­τσα, που ’ναι στο γκρε­μό, τα μή­λα φορ­τω­μέ­νη”. Ακό­μη, συ­μπλη­ρώ­νει τα τρα­γου­δι­σμέ­να δρώ­με­να, με νε­κρό­δει­πνο “στα σα­ρά­ντα μνή­μα­τα με α­δέρ­φια και ξα­δέρ­φια”, ε­νώ, πα­ρα­δί­πλα, “το πα­ρά­μνη­μα βα­ρια­να­στε­νά­ζει”. Έτσι, α­πό “την τρε­λή μη­λιά” συν­θέ­τει μία ε­φιαλ­τι­κή κα­τά­βα­ση “στο μαύ­ρο πο­τά­μι του πα­ρελ­θό­ντος”.
Την ί­δια δε­ξιό­τη­τα, α­πρό­σμε­νη για πρω­τό­πει­ρο διη­γη­μα­το­γρά­φο, ε­πι­δει­κνύει στην προ­τασ­σό­με­νη ι­στο­ρία, «Εξό­ρι­στοι ρό­λοι». Όχι μπλε, σω­στό­τε­ρα μαύ­ρος, θα πρέ­πει να ή­ταν ο ο­ρί­ζο­ντας, τέ­λη Γε­νά­ρη ’50, που με­τέ­φε­ραν τις τε­λευ­ταίες ε­ξό­ρι­στες α­πό το Τρί­κε­ρι στην Μα­κρό­νη­σο. Από αυ­τό το χρο­νι­κό ση­μείο, ξε­κι­νά­ει η πρώ­τη ι­στο­ρία, που ση­μα­το­δο­τεί και το πιο μα­κρι­νό ση­μείο “του μαύ­ρου πα­ρελ­θό­ντος”, με “το νη­σί, γυ­μνό φα­λα­κρό”, μό­νο “φρυγ­μέ­νο χώ­μα” και α­ντί για πο­τά­μι, “χεί­μαρ­ρος”, που πλημ­μυ­ρί­ζει, πα­ρα­σέρ­νο­ντας τα πά­ντα, α­κό­μη και τις «Τρωά­δες», την πα­ρά­στα­ση που οι ε­ξό­ρι­στες μο­χθού­σαν να α­νε­βά­σουν. Έτοι­μα τα πρό­σω­πα, Εκά­βη, Ανδρο­μά­χη, Κασ­σάν­δρα, με τα πά­θη τους δρα­μα­το­ποιη­μέ­να α­πό τον Ευ­ρι­πί­δη. Η α­φή­γη­ση τα φέρ­νει στα μέ­τρα των σκο­τω­μών και των μαρ­τυ­ρίων της δε­κα­ε­τίας του ’40.
Στην ε­πό­με­νη ι­στο­ρία, που α­πο­τυ­πώ­νει τη μοί­ρα των γυ­ναι­κών στην με­τεμ­φυ­λια­κή πε­ρίο­δο, ο μύ­θος συ­γκε­ντρώ­νει στο ί­διο πρό­σω­πο πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας κα­κο­τυ­χίες. Όλες χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές της ε­πο­χής, ό­πως της ψυ­χο­κό­ρης, του στα­νι­κού γά­μου, της α­πο­μά­κρυν­σης α­πό τα γε­νέ­θλια χώ­μα­τα. Αυ­τή η τε­λευ­ταία, μά­λι­στα, πα­ρου­σιά­ζε­ται πιο ε­πώ­δυ­νη, κα­θώς η γυ­ναί­κα α­πό κα­μπί­σια, με την α­πο­ξή­ραν­ση α­πό τα έ­λη των Φι­λίπ­πων, βρέ­θη­κε στο α­νοί­κειο θα­λασ­σι­νό πε­ρι­βάλ­λον της Κα­βά­λας, με έ­ναν ξέ­νο άν­δρα. Εύ­στο­χος ο τίτ­λος, «Στε­κά­με­να νε­ρά», α­πο­δί­δει τη ζωή της πα­ντρε­μέ­νης και μη­τέ­ρας. Αν, ό­μως, δι­νό­ταν πνοή στον σύ­ζυ­γο, θα ε­ξι­σορ­ρο­πεί­το κά­πως η κα­θ’ υ­περ­βο­λήν δρα­μα­το­ποιη­μέ­νη α­φή­γη­ση. Αυ­τός συ­στή­νε­ται ως “κα­λο­βαλ­μέ­νος υ­γειο­νο­μι­κός υ­πάλ­λη­λος”, που ε­ρω­τεύ­τη­κε κε­ραυ­νο­βό­λα την δε­κα­ε­πτά­χρο­νη και την πή­ρε με το φου­στά­νι που φο­ρού­σε, ό­πως έ­λε­γαν οι πα­λαιό­τε­ροι. Ανά­με­σα στις με­τρη­μέ­νες κα­λές ψυ­χές στο αρ­σε­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον του βι­βλίου, του α­ντι­στοι­χού­σε πιο ε­νερ­γή συμ­με­το­χή στο μύ­θο, που θα κα­θά­ρι­ζε και τη γρι­φώ­δη κα­τά­λη­ξη.
Κά­ποια δει­νά των γυ­ναι­κών ε­πα­νέρ­χο­νται ως μο­τί­βα ή και κυ­ρίως θέ­μα­τα σε πε­ρισ­σό­τε­ρες ι­στο­ρίες. Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, η α­φή­γη­ση σε υ­ψη­λούς τό­νους, χω­ρίς τις δια­κυ­μάν­σεις που κά­θε φο­ρά α­ντι­στοι­χούν στο μέ­γε­θος των τα­λαι­πω­ριών, έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι α­δυ­να­τί­ζει την πει­στι­κό­τη­τά της. Ταυ­τό­χρο­να, α­φαι­ρεί την α­ξία της ως ντο­κου­μέ­ντο μίας ε­πο­χής, που το γυ­ναι­κείο “σώ­μα ή­ταν ε­γκλω­βι­σμέ­νο και πει­θή­νιο σε τε­χνο­λο­γίες ε­ξου­σίας”,  κα­τά τη δο­κι­μια­κής υ­φής φρα­σε­ο­λο­γία στο κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου. Για πα­ρά­δειγ­μα, δια­φο­ρε­τι­κή η στε­νο­χώ­ρια της γα­μή­λιας α­να­χώ­ρη­σης α­πό ε­κεί­νη της με­τα­νά­στευ­σης στη Γερ­μα­νία. Όπως στην ι­στο­ρία της κο­πέ­λας α­πό το α­πο­μα­κρυ­σμέ­νο χω­ριό, που εί­χε τα­λέ­ντο στο σχέ­διο και η πα­τρι­κή ε­ξου­σία φά­νη­κε ευ­νοϊκή. Το δι­κό της δρά­μα έ­γκει­ται στην α­πώ­λεια της έ­μπνευ­σης, κα­θώς “η μα­νία της έκ­φρα­σης” ε­ξα­νε­μί­στη­κε στα μο­λυ­βέ­νια σχε­δόν μαύ­ρα βό­ρεια το­πία.
Στη σχε­τι­κά με­γά­λη γκά­μα πε­ρι­πτώ­σεων, που ε­πι­ζη­τά να κα­λύ­ψει η συγ­γρα­φέ­ας, υ­πάρ­χει και ε­κεί­νη της κό­ρης, που πε­τυ­χαί­νει στις σπου­δές, “με έ­ρευ­νες, δια­τρι­βές και δη­μο­σιεύ­σεις”. Της “ώ­ρι­μης ε­πι­στη­μό­νισ­σας”, ό­πως αυ­το­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται, που α­φη­γεί­ται α­πό τη δι­κή της ο­πτι­κή, αν­τλώ­ντας α­πό το φροϋδι­κό ο­πλο­στά­σιο, τη μη­τρι­κή κα­τα­πίε­ση, που ευ­νου­χί­ζει τον έ­ναν α­δελ­φό, τρέ­πο­ντας σε φυ­γή τον άλ­λο, μέ­χρι τη δι­κή της εκ­γύ­μνα­ση στην πει­θαρ­χία. Η α­φή­γη­ση ζω­ντα­νεύει την α­πο­πνι­κτι­κή οι­κο­γε­νεια­κή α­τμό­σφαι­ρα, με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές λε­πτο­μέ­ρειες, χω­ρίς πλα­τεια­σμούς. Μό­νο που οι θε­μα­τι­κοί πυ­ρή­νες εί­ναι τό­σο χρη­σι­μο­ποιη­μέ­νοι, ώ­στε μία α­κό­μη ρε­α­λι­στι­κή α­νά­πτυ­ξή τους να μην κε­ντρί­ζει το εν­δια­φέ­ρον.
Ύστε­ρα, ό­λες οι με­τα­να­στεύ­σεις στη Γερ­μα­νία δεν ή­ταν το ί­διο ο­δυ­νη­ρές. Λ.χ., άλ­λος ο πό­νος του χω­ρι­σμού της κό­ρης που πά­ει για σπου­δές και άλ­λος της Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τισ­σας, που α­φή­νει πί­σω σύ­ζυ­γο και παι­διά, για να πά­ει γα­ζώ­τρια σε γερ­μα­νι­κή βιο­μη­χα­νία και να βγά­λει τον ε­πιού­σιο της οι­κο­γέ­νειας. Στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, η α­φή­γη­ση πρέ­πει να κά­νει α­φαί­μα­ξη της συ­γκι­νη­σια­κής φόρ­τι­σης και ό­χι να την ε­πι­τεί­νει α­κό­μη και με τον τίτ­λο, «Ακρω­τη­ρια­σμοί». Αλλά και η θε­μα­τι­κά συμ­με­τρι­κή ι­στο­ρία, της γυ­ναί­κας, που μέ­νει “σε ρη­μαγ­μέ­νες ε­παρ­χίες”, τέ­λη δε­κα­ε­τίας του ’50, για­τρο­πο­ρεύο­ντας τον άρ­ρω­στο ά­ντρα της, “βα­στα­δό­ρο στα κα­πνά”, και α­να­σταί­νο­ντας τα παι­διά τους,  εί­ναι και αυ­τή α­πό τη φύ­ση της τρα­γι­κή. Η ε­πι­πλέ­ον μυ­θο­πλα­στι­κή πλο­κή, με την βιαιο­πρα­γία του Βουλ­γά­ρου στην ε­φη­βεία της γυ­ναί­κας, την ο­ποία ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ε­τοι­μο­θά­να­τη στην κό­ρη της, ο­πό­τε ε­κεί­νη, που έ­χει στα­διο­δρο­μή­σει “στα έν­δο­ξα πα­νε­πι­στη­μια­κά ι­δρύ­μα­τα της Εσπε­ρίας”, με “βου­βό κλά­μα” κα­τα­νό­η­σης σβή­νει τη μη­τρι­κή α­μαρ­τία και φέρ­νει την α­νά­στα­ση, δεί­χνει μεν ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα, προ­σθέ­τει, ό­μως, με­λο­δρα­μα­τι­κές νό­τες.
Οπως και να έ­χει, ο Εμφύ­λιος και τα με­τεμ­φυ­λια­κά χρό­νια κα­λύ­πτο­νται με ι­στο­ρίες ά­με­σα συ­νυ­φα­σμέ­νες με το ι­στο­ρι­κό πλαί­σιο, ε­νώ η ι­στο­ρία για τα χρό­νια της δι­κτα­το­ρίας, με τη γυ­ναί­κα δε­σμώ­τη στο ε­χθρι­κό σόι του συ­ζύ­γου, που ε­ξει­κο­νί­ζε­ται με το τυ­πι­κό δί­δυ­μο πε­θε­ράς-κου­νιά­δας, θα μπο­ρού­σε να συμ­βαί­νει σε ο­ποιο­δή­πο­τε χρό­νο, αρ­κεί ο σύ­ζυ­γος να ή­ταν σε θέ­ση να ε­πι­βάλ­λει πα­ρό­μοιες, της α­ρε­σκείας του, συ­νυ­πάρ­ξεις. Εκεί­νο, ω­στό­σο, που δια­κρί­νει την εν λό­γω ι­στο­ρία, εί­ναι η ευ­φά­ντα­στη κα­τά­λη­ξη, για την ο­ποία προϊδεά­ζει ο τίτ­λος, «Γλυ­κά ζα­χα­ρο­πλα­στείου». Πα­ρα­πλή­σιες κα­τα­λη­κτι­κές ε­πω­δοί υ­πάρ­χουν και σε άλ­λες ι­στο­ρίες. Πρό­κει­ται για αυ­το­χει­ρια­σμούς, που δεί­χνουν γό­νι­μη φα­ντα­σία, κα­θώς η συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­νο­εί υ­περ­ρε­α­λί­ζου­σες α­πο­δρά­σεις α­πό τα ε­γκό­σμια, δί­νο­ντας πνοή σε θε­μα­τι­κά μο­νό­τρο­πες ι­στο­ρίες, ό­που μι­κρές κοι­νω­νίες κα­τα­δι­κά­ζουν πα­ρά­νο­μους ε­ρω­τι­κούς δε­σμούς ή τη συ­ζυ­γι­κή στει­ρό­τη­τα, ε­νώ α­ναι­δείς πι­τσι­ρι­κά­δες χλευά­ζουν αν­θρώ­πους α­νά­πη­ρους, σα­κά­τη­δες και τρε­λούς. Και σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, το μέ­νος στρέ­φε­ται ε­νά­ντια στη γυ­ναί­κα, ε­κεί­νη εί­ναι η στεί­ρα, η με­γα­λο­κο­πέ­λα, η α­νή­θι­κη, η τρε­λή. Ενώ, για ε­κεί­νον, υ­πάρ­χουν πά­ντο­τε ε­λα­φρυ­ντι­κά.
Όσο για τις ι­στο­ρίες, που ε­κτυ­λίσ­σο­νται σε έ­ναν πα­ρο­ντι­κό χρό­νο, εί­τε πρό­κει­ται για γη­γε­νή “σκο­τει­νά α­ντι­κεί­με­να του πό­θου” και ο­ρο­θε­τι­κές εκ­δι­δό­με­νες εί­τε για ει­σα­γό­με­να α­πό το βορ­ρά κο­ρί­τσια, και πά­λι τα στε­ρεό­τυ­πα σχή­μα­τα α­πο­δυ­να­μώ­νουν άρ­τια στρω­μέ­νες και α­φη­γη­μέ­νες ι­στο­ρίες. Προ­βλέ­πε­ται, ω­στό­σο, μία α­κρο­τε­λεύ­τια, 17η ι­στο­ρία, με τον δη­λω­τι­κό τίτ­λο, «Μυ­στι­κός νε­κρό­δει­πνος»,  που κα­τα­λή­γει, προς α­να­γνω­στι­κή α­πό­λαυ­ση, σε παν­δαι­σία χρω­μά­των. Στο δεί­πνο, γί­νε­ται α­νά­κλη­ση στη μνή­μη ό­λων των η­ρωί­δων, αυ­το­χεί­ρων και μη. Συ­νο­λι­κά εί­κο­σι, α­φού η μα­κρο­νη­σιώ­τι­κη ι­στο­ρία με­τρά­ει τις τρεις ευ­ρι­πί­δειες και η τε­λευ­ταία, τη συγ­γρα­φέα. Παίρ­νο­ντας αυ­τή τη σκυ­τά­λη α­πό τον μα­κρι­νό πρό­γο­νο, τον Κρη­τι­κό Μπερ­γα­δή, ε­πι­χει­ρεί την κά­θο­δο στον Άδη, πι­στεύο­ντας, ό­πως και ε­κεί­νος, ό­τι η λή­θη των νε­κρών εί­ναι έ­νας άλ­λος θά­να­τος. Η Μι­κέ, με μό­το, που προ­δί­δει τη φι­λο­λο­γι­κή της κα­τα­γω­γή, αι­τιο­λο­γεί την πε­ζο­γρα­φι­κή της δο­κι­μή. Να α­φη­γη­θεί ή­θε­λε, το “πώς τα φάρ­μα­κα της γρα­φής μπο­ρούν την τα­χύ­τη­τα της λή­θης να α­να­κό­ψου­ν”. 
Μέ­νει, ω­στό­σο, ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για έ­να νέο ξε­κί­νη­μα ή για δια­φο­ρε­τι­κής μορ­φής εκ­δή­λω­ση του εν­δια­φέ­ρο­ντος της συγ­γρα­φέως για τα έμ­φυ­λα και φυ­λε­τι­κά προ­βλή­μα­τα, που την α­πα­σχο­λούν α­πό το ξε­κί­νη­μα της πα­νε­πι­στη­μια­κής πο­ρείας της. Από ε­κεί­νο το συ­νέ­δριο του 1991 για τη γυ­ναι­κεία γρα­φή μέ­χρι τα πρό­σφα­τα μα­θή­μα­τα στις Σπου­δές φύ­λου. Δί­νου­με πε­ρισ­σό­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες στο πρώ­το. Γι’ αυ­τό, α­κρι­βώς, θεω­ρή­σα­με α­πα­ραί­τη­το τον σχο­λια­σμό, με α­πο­κλει­στι­κές α­να­φο­ρές  σε ι­σχυ­ρά και α­δύ­να­μα ση­μεία των διη­γη­μά­των
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/12/2015
Φωτ. Κ. Μπαλάφα

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Μεταθανάτιος Κουμανταρέας

Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας
«Η σει­ρή­να της ε­ρή­μου»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Νοέμ­βριος 2015


Σαν σή­με­ρα, του Αγίου Νι­κο­λά­ου, πριν έ­να χρό­νο, σχο­λία­ζαν οι ε­φη­με­ρί­δες “το τρα­γι­κό τέ­λος του Μέ­νη Κου­μα­ντα­ρέ­α”. Εί­χε α­πο­χω­ρή­σει βιαίως πε­ρί την 11η μ.μ. της Πα­ρα­σκευής, 5 Δεκ. 2014. Ο Τύ­πος, εν­δια­μέ­σως, μάλ­λον λη­σμό­νη­σε την εν λό­γω υ­πό­θε­ση, για την ο­ποία τό­σος θό­ρυ­βος εί­χε γί­νει. “Οι δί­κες στην Ελλά­δα αρ­γούν, τρε­νά­ρου­ν”, ό­πως σχο­λιά­ζει έ­νας α­πό τους ή­ρωες του και­νού­ριου βι­βλίου του. Κυ­κλο­φό­ρη­σε αρ­χές Νο­εμ. 2015 και πα­ρου­σιά­στη­κε στις 12 του ι­δίου μη­νός. Πέ­ρυ­σι, στις 10 Νο­εμ. 2014, εί­χε πα­ρου­σια­στεί το μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Ο θη­σαυ­ρός του χρό­νου», τυ­πω­μέ­νο Οκτ., ε­κεί­νο σε 6000 α­ντί­τυ­πα. Ενώ, στις 3 Δεκ. 2014, έ­γι­νε η πα­ρου­σία­ση της πρώ­της, α­πό τις αλ­λη­λο­γρα­φίες του, που εκ­δι­δό­ταν, της «Νε­α­νι­κής αλ­λη­λο­γρα­φίας 1954-1960», με τον Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κό. Στις πα­ρου­σιά­σεις και των δυο βι­βλίων, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας ή­ταν α­νά­με­σα στους ο­μι­λη­τές. Στη δεύ­τε­ρη, α­να­φέρ­θη­κε σε α­πο­θα­νό­ντες και ζώ­ντες φί­λους, για πα­ρελ­θο­ντι­κές κα­τα­στά­σεις, με­ρι­κές ή­δη γνω­στές α­πό ψι­θυ­ρι­στές, σε εκ­δο­χές, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο, πα­ραλ­λαγ­μέ­νες. Οι πα­ρό­ντες δεν σκαν­δα­λί­στη­καν, για­τί ή­ταν ο στε­νός κύ­κλος των α­πο­κα­λού­με­νων πνευ­μα­τι­κών αν­θρώ­πων. Έτσι κι αλ­λιώς, οι δια­νοού­με­νοι α­ρέ­σκο­νται να εμ­φα­νί­ζο­νται ως άν­θρω­ποι με α­νοι­χτό μυα­λό. Κά­ποιοι α­πό αυ­τούς, ω­στό­σο, πα­ρα­ξε­νεύ­τη­καν. Τι ώ­θη­σε τον Κου­μα­ντα­ρέα να ξα­νοι­χτεί σε προ­σω­πι­κές ι­στο­ρίες; Διαί­σθη­ση, ή­ταν η εκ των υ­στέ­ρων α­πά­ντη­ση. Πα­ρο­μοίως, για το προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, που σχο­λιά­στη­κε ου­σια­στι­κά με­τά τον θά­να­τό του, οι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, πολ­λά μυ­θο­πλα­στι­κά συμ­βά­ντα και πρό­σω­πα, τα ε­ξέ­λα­βαν α­μι­γώς αυ­το­βιο­γρα­φι­κά, α­πο­δί­δο­ντας την α­πο­κά­λυ­ψή τους σε διαί­σθη­ση ε­πι­κεί­με­νου κιν­δύ­νου.
“Δεν ζη­τού­σα τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το να προ­σπα­θώ να ζω σύμ­φω­να με ό,τι πιο α­λη­θι­νό ή­θε­λε να βγει α­πό μέ­σα μου.” Γρά­φει ο Χέρ­μαν Έσσε, στον πρό­λο­γο του αυ­το­βιο­γρα­φι­κού «Ντέ­μιαν», το πρώ­το βι­βλίο, που με­τέ­φρα­σε ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας. Η με­τά­φρα­ση κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1961, έ­να χρό­νο πριν το θά­να­το του Έσσε, που συ­νέ­πε­σε με το πε­ζο­γρα­φι­κό ξε­κί­νη­μα του με­τα­φρα­στή. Το 1962, εκ­δό­θη­κε η πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Τα μη­χα­νά­κια». Εξαρ­χής, α­πο­τέ­λε­σε α­ναμ­φι­σβή­τη­το γε­γο­νός ό­τι “ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας εί­χε το χά­ρι­σμα του α­φη­γη­τή”, α­πο­φαί­νο­νται οι γραμ­μα­το­λό­γοι. Στα 54 έ­τη, που έ­δω­σε το συγ­γρα­φι­κό πα­ρών, του φε­τι­νού συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου, με­τρού­με 24 βι­βλία. Ας μην κά­νου­με, ό­μως, το λά­θος, να α­πο­κα­λέ­σου­με το και­νού­ριο βι­βλίο “το κύ­κνειο ά­σμα” του, ό­πως α­να­γρά­φε­ται στο ο­πι­σθό­φυλ­λο και ό­πως ο­ρι­σμέ­νοι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές εί­χαν χαι­ρε­τή­σει το προ­η­γού­με­νο. Διό­λου α­πί­θα­νο, να υ­πάρ­ξει του­λά­χι­στον έ­να α­κό­μη. Το 25ο, που, αν εκ­δο­θεί ε­ντός του ε­πό­με­νου έ­τους, η συγ­γρα­φι­κή πα­ρου­σία του Κου­μα­ντα­ρέα θα στρογ­γυ­λέ­ψει στα 55 χρό­νια. Αυ­τό θα έ­χει πρό­δη­λο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα, α­φού θα προ­κύ­ψει κα­τό­πιν συρ­ρα­φής ση­μειώ­σεων α­πό η­με­ρο­λό­για και ό­νει­ρα. Στο και­νού­ριο βι­βλίο, η α­φή­γη­ση εν­σω­μα­τώ­νει πολ­λές ε­νύ­πνιες σκη­νές, ε­ρω­τι­κής έκ­στα­σης και α­γω­νιώ­δους κα­τα­δίω­ξης. Στην συ­στη­μα­τι­κή κα­τα­γρα­φή ο­νεί­ρων, τον εί­χε πα­ρο­τρύ­νει φί­λη του ψυ­χα­να­λύ­τρια, ο­πό­τε, πι­θα­νώς να υ­πάρ­χουν πρα­κτι­κά συ­νε­δριών. Όλα αυ­τά θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν έ­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, προ­κλη­τι­κό, μα­κράν, ό­μως, του σκαν­δα­λο­θη­ρι­κού, δί­πλα σε ε­κεί­νο «Το φο­βε­ρό βή­μα» του Κώ­στα Τα­χτσή.
Στην πλειά­δα των με­τα­πο­λε­μι­κών λο­γο­τε­χνών, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, ί­σως να εί­χε τον πλέ­ον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό βίο. Μπο­ρεί ο Τα­χτσής να βρί­σκε­ται πλη­σιέ­στε­ρα στην ει­κό­να του “κα­τα­ρα­μέ­νου συγ­γρα­φέ­α”, αλ­λά σε ε­κεί­νον α­που­σιά­ζει ο δυϊσμός, τύ­που “Δό­κτωρ Τζέ­κι­λ-Μί­στερ Χάυ­ντ”.  Δη­λα­δή, το δί­πο­λο, καλ­λιερ­γη­μέ­νος α­στός - “κα­τα­ρα­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας”. Στο και­νού­ριο βι­βλίο, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας έ­χει δώ­σει μορ­φι­κά ι­κα­νο­ποιη­τι­κή λύ­ση στον α­ντι­κα­το­πτρι­σμό α­νά­με­σα σε αυ­τές τις δυο περ­σό­νες. Ο μύ­θος, ω­στό­σο, μέ­νει σαν έ­να με­τέω­ρο βή­μα μπρο­στά σε ό­σα, α­κό­μη σή­με­ρα, α­πο­τε­λούν σκάν­δα­λο. Πι­θα­νώς, φο­βή­θη­κε την ο­λο­κλή­ρω­σή του, ή, και α­πλώς, δεν του προέ­κυ­ψε, έ­τσι ό­πως μοι­ρα­ζό­ταν α­νά­με­σα στα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Όπως και να έ­χει, “το φο­βε­ρό βή­μα” του Κου­μα­ντα­ρέα δεν προέ­κυ­ψε α­κό­μη. Ίσως, να υ­περ­βαί­νει σε σε­λί­δες ε­κεί­νο του Τα­χτσή, που πλη­σιά­ζει τις 400.
Ανά­λο­γα με το βά­θος χρό­νου των σω­ζό­με­νων η­με­ρο­λο­γίων του, το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλίο του θα εί­χε το πρό­σθε­το εν­δια­φέ­ρον της α­φη­γη­μα­τι­κής α­πει­κό­νι­σης μιας συγ­γρα­φι­κής πα­ρέ­ας. Προ­σώ­ρας, μέ­νει στα λο­γο­τε­χνι­κά α­πό­κρυ­φα ο βίος και η πο­λι­τεία της πα­ρέ­ας “του γα­λα­κτο­πω­λείου της Ομο­νοίας”. Άλλοι έ­φυ­γαν νω­ρίς α­πό την ε­πά­ρα­το και άλ­λοι βιαίως, άλ­λοι α­μέ­λη­σαν τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά τους και άλ­λων α­πω­λέ­σθη­σαν ή και λαν­θά­νουν. Τε­λευ­ταία, άρ­χι­σαν να α­σθε­νούν και κά­ποιοι νεό­τε­ροί  τους, που τους α­γά­πη­σαν και θα μπο­ρού­σαν να φρο­ντί­σουν τα κα­τά­λοι­πά τους. Για πα­ρό­μοιες συν­θε­τι­κές α­να­δι­φή­σεις, οι κλη­ρο­νό­μοι εί­ναι α­νε­παρ­κείς. Πά­ντως, “τις νυ­χτε­ρι­νές του πε­ρι­δια­βά­σεις στην πλα­τεία της Ομο­νοίας”, τον, άλ­λο­τε πο­τέ, “ομ­φα­λό της Αθή­νας”, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας τις έ­χει α­φη­γη­θεί σε πα­λαιό­τε­ρο κεί­με­νό του, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1979.
“Ξέ­ρω, ό­τι οι ψυ­χές των δι­κών μου υ­πάρ­χουν κά­που, σαν έ­να νε­φέ­λω­μα, το ο­ποίο εί­ναι μία πα­ρα­κα­τα­θή­κη. Και νο­μί­ζω το πράγ­μα που πρέ­πει να έ­χου­με πά­ρα πο­λύ ι­σχυ­ρό στη ζωή εί­ναι η μνή­μη, για­τί αυ­τό κρα­τά­ει ό­λο τον κό­σμο ζω­ντα­νό...” Αυ­τά έ­λε­γε χρό­νια πριν σε έ­ναν μι­κρό­τε­ρο ε­κεί­νης της πα­ρέ­ας. Τό­τε, που, για να γρά­ψεις α­κό­μη και μία βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, χρεια­ζό­ταν μνή­μη. Πριν την ε­ξο­βε­λί­σει η μνή­μη του υ­πο­λο­γι­στή, ό­που πα­τάς έ­να κου­μπί και ό,τι βγαί­νει, ε­σύ το γρά­φεις. “Προ­τού μας σα­ρώ­σουν οι ά­νε­μοι της τρί­της χι­λιε­τίας”, για να δα­νει­στού­με έ­να δι­κό του μό­το. Εί­ναι α­πό τη δεύ­τε­ρη συ­να­γω­γή κει­μέ­νων του, «Η μέ­ρα για τα γρα­πτά κι η νύ­χτα για το σώ­μα», που εί­χε τυ­πω­θεί, Μάρ. 1999, στον προ­η­γού­με­νο εκ­δό­τη του. Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα, α­να­φέ­ρε­ται έ­να εκ­δο­τι­κό δί­πο­λο: ο «Πρε­βε­ζά­νος» και ο «Πα­ρα­γιός». Δη­λα­δή, ό­πως ε­πε­ξη­γεί ο ή­ρωάς του, “ο σο­βα­ρός εκ­δο­τι­κός οί­κος και ο άλ­λος, που εκ­δί­δει ό­λες αυ­τές τις ζα­βλα­κω­μέ­νες που νο­μί­ζουν ό­τι εί­ναι συγ­γρα­φείς”. Στην ο­νο­μα­σία του δεύ­τε­ρου, η α­κου­στι­κή πα­ρή­χη­ση δεί­χνει προς συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τεύ­θυν­ση, κα­θώς ο συ­χνά καυ­στι­κός σχο­λια­σμός της τρέ­χου­σας ε­πι­και­ρό­τη­τας υ­πο­φώ­σκει ε­ντέ­χνως σε ο­λό­κλη­ρο το βι­βλίο. Σε α­ντί­θε­ση, η ο­νο­μα­σία του πρώ­του εκ­δο­τι­κού οί­κου α­πο­δί­δε­ται στην α­γά­πη προς τον Κα­ρυω­τά­κη του εκ­δό­τη, ο ο­ποίος και ε­μπλέ­κε­ται στη μυ­θο­πλα­σία. Να θυ­μί­σου­με πως η τε­λευ­ταία συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση Κα­ρυω­τά­κη εί­ναι του «Πα­τά­κη».  Όσο για τον Κου­μα­ντα­ρέα, τα 24 βι­βλία του πα­ρου­σιά­στη­καν σε πρώ­τη έκ­δο­ση α­πό πέ­ντε εκ­δό­τες. Τα 17 στον Κέ­δρο, ε­νώ τα τρία τε­λευ­ταία πή­ραν θέ­ση δί­πλα στα ά­πα­ντα Κα­ρυω­τά­κη.     
Προέ­χει, ό­μως, ο σχο­λια­σμός του και­νού­ριου βι­βλίου, το ο­ποίο ο συγ­γρα­φέ­ας δεν χα­ρα­κτη­ρί­ζει μυ­θι­στό­ρη­μα. Πι­θα­νώς, για­τί δεν έ­γι­νε το τε­λι­κό φι­νί­ρι­σμα. Δεν α­πο­κλείε­ται, ό­μως, να ή­θε­λε να καλ­λιερ­γή­σει αί­σθη­ση αυ­το­βιο­γρα­φίας “στις σω­στές δό­σεις”, ό­πως το­νί­ζει ο ή­ρωάς του, ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας. Άλλω­στε, ού­τε το προ­η­γού­με­νο φέ­ρει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό μυ­θι­στό­ρη­μα. Βε­βαίως, το κα­θη­λώ­νει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το ε­ξώ­φυλ­λο, που ο ί­διος εί­χε υιο­θε­τή­σει και το ο­ποίο τον ει­κο­νί­ζει μα­ζί με την σύ­ζυ­γό του, Λι­λή, δια χει­ρός της α­νι­ψιάς της, Αντι­γό­νης Πα­σί­δη. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μέ­νει η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο θα ά­ρε­σε στην Λι­λή Κου­μα­ντα­ρέα η ε­μπλο­κή της στη μυ­θο­πλα­σία, ό­ταν, μά­λι­στα, δη­λώ­νε­ται ευ­θέως με το ε­ξώ­φυλ­λο. Όσο για το και­νού­ριο βι­βλίο, αυ­τό βρέ­θη­κε, ε­πι­προ­σθέ­τως, και α­τιτ­λο­φό­ρη­το. “Σει­ρή­να της ε­ρή­μου”, α­πο­κα­λεί ο ή­ρωας “την πιο καλ­λί­φω­νη και ω­ραία” α­πό “τις γυ­ναί­κες – ο­πτα­σίες”, τις “τσί­τσι­δες” στους α­ντι­κα­το­πτρι­σμούς της ε­ρή­μου, κά­που στην Βό­ρεια Αφρι­κή. Μέ­χρι την τε­λευ­ταία σε­λί­δα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που γρά­φει ο ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας, ή­ρωάς του, ε­κεί­νος α­να­ζη­τά­ει τον τίτ­λο. Το υ­πο­γρά­φει με ψευ­δώ­νυ­μο, που προ­κύ­πτει α­πό τον α­να­γραμ­μα­τι­σμό του Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας, ε­νώ α­κούει «Ντον Τζιο­βά­νι». Πι­θα­νόν, το ί­διο να ά­κου­γε και ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, α­να­ζη­τώ­ντας έ­ναν α­κό­μη εύ­στο­χο και πα­ρα­πλα­νη­τι­κό τίτ­λο.
Από μία ά­πο­ψη, ο συ­γκε­κρι­μέ­νος εί­ναι πα­ρα­πλα­νη­τι­κός. Η λέ­ξη σει­ρή­να εμ­φα­νί­ζε­ται συ­χνά σε τίτ­λο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που εί­ναι, σχε­δόν πά­ντο­τε, έ­να ε­ρω­τι­κό ρο­μά­ντσο. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, α­πό “τα ροζ ρο­μά­ντσα” των εκ­δό­σεων «Πα­ρα­γιός», που α­να­φέ­ρο­νται σε ε­τε­ρο­φυ­λό­φι­λους έ­ρω­τες. Εδώ, ό­μως, ο έ­ρω­τας εί­ναι ο­μο­φυ­λό­φι­λος, α­πο­γέρ­νο­ντας, ό­πως και στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο, προς “την παι­δο­φι­λία”, κα­τά τα λε­γό­με­να του ί­διου πά­ντο­τε ή­ρωα. Δεν πρό­κει­ται για “γκέι ζευ­γά­ρια”, ό­πως “τα δυο εγ­γλε­ζά­κια”, που συμ­με­τέ­χουν στην α­πο­στο­λή της α­φρι­κά­νι­κης ε­ρή­μου, αλ­λά για τον έ­ρω­τα με­σή­λι­κων προς ε­φή­βους. Κα­θώς, μά­λι­στα, το­πο­θε­τεί­ται στα χρό­νια της πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κής Αθή­νας, αυ­τοί εί­ναι με­λα­ψοί. Ένας μαύ­ρος Άδω­νις, σε α­ντι­στοι­χία με τη μαύ­ρη Αφρο­δί­τη, α­να­δύε­ται α­πό τις αι­σθη­σια­κές πε­ρι­γρα­φές των μυών και μό­νο του α­γο­ριού. Αυ­τές, ό­μως, ε­ξαν­τλού­νται στο κάλ­λος του σώ­μα­τος, ε­νώ η α­φή­γη­ση α­να­δι­πλώ­νε­ται ως προς την η­λι­κία. Δεν πρό­κει­ται πε­ρί ε­φή­βου, α­πλώς, ο νε­α­ρός μι­κρό­δει­χνε. Αντι­θέ­τως, οι πε­ρι­γρα­φές α­πό κρυ­φο­κοί­ταγ­μα στα α­πό­κρυ­φα ση­μεία της “Σει­ρή­νας της ε­ρή­μου” δια­πο­τί­ζο­νται α­πό γνή­σιο ε­ρω­τι­σμό, που σπα­νί­ζει στην γη­γε­νή πε­ζο­γρα­φία, σο­βα­ρή ή ροζ.
Από το 1982, με το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ο ω­ραίος λο­χα­γός», εμ­φα­νί­ζε­ται στην πε­ζο­γρα­φία του Κου­μα­ντα­ρέα η ο­μο­φυ­λο­φι­λία. Μά­λι­στα, εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στο «Νώε», συ­νται­ριά­ζε­ται, ό­πως και στο πρό­σφα­το, η α­να­ζή­τη­ση της σε­ξουα­λι­κής ταυ­τό­τη­τας με ε­κεί­νη της συγ­γρα­φι­κής. Μό­νο που ε­κεί, τα φα­ντα­στι­κά στοι­χεία του μύ­θου πε­ριο­ρί­ζουν την σε­ξουα­λι­κή α­να­ζή­τη­ση. Αντι­θέ­τως, το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα ε­μπλου­τί­ζε­ται με έ­ναν ε­πί­και­ρο σχο­λια­σμό γύ­ρω α­πό τα ε­ρω­τι­κά, ό­που και συ­νο­μι­λεί με πε­ζά νεό­τε­ρων. Θε­μα­τι­κά πλη­σιέ­στε­ρο εί­ναι το τε­λευ­ταίο βι­βλίο του Χρή­στου Βού­που­ρα, «7 θυ­μοί». Στα δυο βι­βλία, η πα­ρα­πλή­σια πε­ρι­γρα­φή της μου­σουλ­μα­νι­κής η­θι­κής, ό­που το­νί­ζε­ται το στε­νό οι­κο­γε­νεια­κό δέ­σι­μο, αλ­λά και η ρο­πή του νε­α­ρού στην κλο­πή πο­λύ­τι­μου α­ντι­κει­μέ­νου α­πό τον προ­στά­τη του, που τον φι­λο­ξε­νεί, α­πο­κτά υ­πό­στα­ση μαρ­τυ­ρίας για αυ­τήν την ο­μά­δα νεό­κο­πων με­τα­να­στών.
Σε α­ντί­θε­ση με τον με­λαγ­χο­λι­κό τό­νο του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου, αυ­τό δια­θέ­τει ι­λα­ρό χα­ρα­κτή­ρα, α­πο­τε­λώ­ντας ε­ξαί­ρε­ση στα βι­βλία του Κου­μα­ντα­ρέα, α­πό ό­που, κα­τά κα­νό­να, λεί­πουν οι α­νά­λα­φρες νό­τες. Σε αυ­τό, συμ­βάλ­λουν οι α­να­φο­ρές ο­νο­μά­των υ­παρ­κτών προ­σώ­πων. Πα­ρά­δειγ­μα, δευ­τε­ρα­γω­νι­στής ή­ρωας, ο­νό­μα­τι “Νιάρ­χος, το α­ει­κί­νη­το”. Επί­σης, ι­διαί­τε­ρα ε­πι­τυ­χη­μέ­να εί­ναι τα γε­λοιο­γρα­φι­κά πορ­τρέ­τα του Εβραίου εκ­δό­τη Αβραάμ και του μπον βι­βέρ Θα­νά­ση Θα­να­σού­λη, που το κε­φά­λι του θυ­μί­ζει Ίψεν, αλ­λά, λό­γω ο­νό­μα­τος, γέρ­νει και προς Θα­νά­ση Βέγ­γο. Στις δέλ­τους του ελ­λη­νι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου, έ­μει­νε το alter ego του Βέγ­γου, ο πο­λυ­τε­χνί­της ή­ρωας, που ά­κου­γε στο ό­νο­μα Θα­νά­σης Θα­να­σού­λας, πρω­τα­γω­νι­στής κω­μι­κής σει­ράς ται­νιών, που ε­ξα­κο­λου­θούν να προ­βάλ­λο­νται. Εύ­στο­χες εί­ναι οι πα­ρα­τη­ρή­σεις του Κου­μα­ντα­ρέα για την ση­με­ρι­νή Αθή­να, “λί­κνο θεών και δι­κή του κού­νια”, αλ­λά και οι σκέ­ψεις του γύ­ρω α­πό “το με­γά­λο κύ­μα νε­ο­λα­τρείας” ή “τα γύ­ναια”, έ­τσι που ε­πι­δει­κνύο­νται. Όπως σχο­λιά­ζει ο α­φη­γη­τής, “δεν εί­ναι πα­ρά­ξε­νο, ύ­στε­ρα α­πό έ­να τέ­τοιο θέ­α­μα, που οι ά­ντρες γί­νο­νται αρ­σε­νο­κοί­τες.” Η στο­χα­στι­κή του διά­θε­ση διο­χε­τεύε­ται σε α­τά­κες και ζωη­ρές στι­χο­μυ­θίες. Αλλά και πα­ρα­τη­ρή­σεις, ό­πως ε­κεί­νη για τις σχο­λές δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής, που “και μό­νο ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός δη­μιουρ­γι­κή προ­δί­δει τον φι­λο­λο­γι­κό ε­ρα­σι­τε­χνι­σμό”.
Στον γρή­γο­ρο ρυθ­μό του βι­βλίου, συμ­βάλ­λει η μορ­φή: 26 κε­φά­λαια μοι­ρα­σμέ­να σε δυο α­φη­γη­τές, ε­ναλ­λά­ξ, μο­νά ο έ­νας, ζυ­γά ο άλ­λος. Alter ego ο έ­νας του άλ­λου, αμ­φό­τε­ροι του συγ­γρα­φέα. “Και οι δυο εί­χαν ξε­κι­νή­σει να γί­νουν συγ­γρα­φείς.” Ο έ­νας κα­τέ­λη­ξε “χαρ­το­πό­ντι­κας, το πρωί σε εκ­δο­τι­κό οί­κο και το α­πό­γευ­μα σε ε­φη­με­ρί­δα”. Ο άλ­λος, “διερ­μη­νέ­ας στην έ­ρη­μο” με­τα­ξύ Άγγλων και ντό­πιων, “free lance σε ε­φη­με­ρί­δα και ρα­διό­φω­νο”, εί­χε την πο­λυ­τέ­λεια να χα­ζεύει. Ο πρώ­τος α­γω­νιά να α­κο­λου­θή­σει  τον δεύ­τε­ρο στο πε­δίο της συγ­γρα­φής, τε­λι­κά, ό­μως, το σα­σπέ­νς κο­ρυ­φώ­νε­ται με το κυ­νη­γη­τό τους σε γνω­στά στέ­κια της Αθή­νας, στο δί­πο­λο: Κο­λω­νά­κι – Φω­κίω­νος Νέ­γρη.
Σε α­ντί­θε­ση με το βι­βλίο, το “ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα” της Αλε­ξάν­δρας Τρά­ντα, ε­πί­σης α­νι­ψιάς της Λι­λής Κου­μα­ντα­ρέα, με τον πέν­θι­μο τό­νο του, προ­δια­θέ­τει, α­ντί­στοι­χα, τον α­να­γνώ­στη. Αν το “ση­μείω­μα” κρι­νό­ταν α­να­γκαίο ως “χρο­νι­κό” της έκ­δο­σης, θα μπο­ρού­σε να πά­ρει ε­πι­λο­γι­κή θέ­ση. Όπως και να έ­χει, και μό­νο το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο, με την α­φρι­κα­νι­κή α­νε­μο­θύελ­λα, τους “κοκ­κι­νό­κω­λους” Άγγλους και τις σει­ρή­νες της ε­ρή­μου, δί­νει σα­φή αί­σθη­ση του κα­λού α­φη­γη­τή, που βρι­σκό­ταν σε με­γά­λη φόρ­μα, πέ­ρυ­σι τέ­τοιο και­ρό.  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
 Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/12/2015.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Παρτίδα σκακιού

Επα­νερ­χό­μα­στε στην α­να­σύν­θε­ση της λο­γο­τε­χνι­κής σχέ­σης Πα­λα­μάς-Κα­βά­φης. Ει­σα­γω­γι­κά, στη σει­ρά των πέ­ντε ε­πι­φυλ­λί­δων στην εφ. «Ελεύ­θε­ρος Λό­γος» του 1924, ο Πα­λα­μάς α­να­φέ­ρει πως δεν πα­ρα­κο­λου­θεί “την κί­νη­ση στα γράμ­μα­τα”. Πα­ρα­πο­νεί­ται πως και “οι άλ­λοι αρ­χί­ζουν να τον λη­σμο­νούν, να τον πα­ρα­με­ρί­ζουν, να τον ξε­γρά­φου­ν”. Πα­ρό­μοια σχό­λια θα μπο­ρού­σαν να ερ­μη­νευ­θούν ως ο α­ντί­χτυ­πος της αυ­ξα­νό­με­νης πα­ρου­σίας του Κα­βά­φη στα α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα. Ήδη, α­πό τον Μάι. του 1922, δη­μο­σιεύει στο περ. «Μού­σα», αλ­λά και σε ε­φη­με­ρί­δες, α­πό τον Ιούλ. του 1923 στο νεό­τευ­κτο «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα» και  α­πό τον Δεκ., στον «Ελεύ­θε­ρο Λό­γο». Τέ­λη 1923, αρ­χί­ζει η αλ­λη­λο­γρα­φία του Κα­βά­φη με  τον Μά­ριο Βαϊά­νο. Ιαν. 1924, κυ­κλο­φο­ρεί το πρώ­το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού του Βαϊά­νου, «Νέα Τέ­χνη». Εξαρ­χής ταγ­μέ­νο να με­γα­λύ­νει τον Αλε­ξαν­δρι­νό, α­ναγ­γέλ­λει για τον Απρί­λιο α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος.
“Αυ­τή εί­ναι μια με­γά­λη χρο­νιά για τον Κα­βά­φη και το έρ­γο του”, σχο­λιά­ζει ο Τσίρ­κας, ει­σα­γω­γι­κά, για το 1924. Αν ό­χι λο­γο­τε­χνι­κά με­γά­λη, σί­γου­ρα πά­ντως, εί­ναι η χρο­νιά που ο Κα­βά­φης κα­θί­στα­ται πρό­σω­πο της ε­πι­και­ρό­τη­τας. Στις 18 Μαρ., δη­μο­σιεύε­ται στον α­λε­ξαν­δρι­νό Τύ­πο “Δια­μαρ­τυ­ρία δια­νοου­μέ­νων. Οι φί­λοι του κ. Κων­στα­ντί­νου Κα­βά­φη”, για υ­βρι­στι­κή ε­πί­θε­ση ε­να­ντίον του, με 37 υ­πο­γρά­φο­ντες. Στις 11 Απρ., δεύ­τε­ρη “δια­μαρ­τυ­ρία λο­γίων και θαυ­μα­στώ­ν” δη­μο­σιεύε­ται, αυ­τήν τη φο­ρά, στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο, με 32 υ­πο­γρα­φές γη­γε­νών. Αυ­τά τα κεί­με­να δια­μαρ­τυ­ρίας κα­τα­λή­γουν κεί­με­να προ­βο­λής, δη­μιουρ­γώ­ντας τους πρώ­τους κα­βα­φι­κούς πυ­ρή­νες, που, στη συ­νέ­χεια, θα συμ­βάλ­λουν στη δη­μιουρ­γία α­ντί­στοι­χων πα­λα­μι­κών.
Σχε­τι­κά, ω­στό­σο, με τις πέ­ντε ε­πι­φυλ­λί­δες, μέ­νει η α­πο­ρία, ποια στά­θη­κε η α­φορ­μή, το 1924, για να α­σχο­λη­θεί ο Πα­λα­μάς και πά­λι με τον Κα­βά­φη, με­τριά­ζο­ντας την ευ­νοϊκή ε­ντύ­πω­ση του πρώ­του, προ τριε­τίας, άρ­θρου του. Για να α­πα­ντη­θεί, α­παι­τεί­ται η χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη των ψη­φί­δων της σχέ­σης τους. Αν και μό­νο υ­πο­θέ­σεις ε­πι­τρέ­πο­νται, κα­θώς η συ­σχέ­τι­ση αι­τίου-αι­τια­τού πα­ρα­μέ­νει πά­ντο­τε ε­πι­σφα­λής. Στις 3 Απρ. 1924, δη­μο­σιεύ­τη­κε στην εφ. της Αλε­ξάν­δρειας «Τα­χυ­δρό­μος», συ­νέ­ντευ­ξη του Κα­βά­φη στον Ν. Γιο­κα­ρί­νη. Στο τέ­λος, ο Αθη­ναίος δη­μο­σιο­γρά­φος του θέ­τει την ε­ρώ­τη­ση, που μάλ­λον εί­χε ε­ξαρ­χής κα­τά νου, αν δεν ή­ταν αυ­τή που πυ­ρο­δό­τη­σε τη συ­νέ­ντευ­ξη: “Κύ­ριε Κα­βά­φη. Μού εί­παν ό­τι ο κ. Πα­λα­μάς, ως ποιη­τής, δεν έ­χει την ε­κτί­μη­σίν σας.” “Ο κ. Πα­λα­μάς, φί­λε, εί­νε με­γά­λος λυ­ρι­κός ποιη­τής... μα, του Κα­βά­φη δεν του α­ρέ­σει η λυ­ρι­κή ποίη­σις. Η πολ­λή λυ­ρι­κή, η εν­θου­σιώ­δης ποίη­σις δεν με ελ­κύει. Ο Πα­λα­μάς έ­χει πολ­λάς ε­ξάρ­σεις.”  Ήταν η α­πά­ντη­ση του Κα­βά­φη, που θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ει­λι­κρι­νής, κα­θώς α­ντι­κα­θρε­φτί­ζει την αι­σθη­τι­κή του πε­ρί ποίη­σης. Ανε­ξάρ­τη­τα αν οι ευ­θέως δια­τυ­πω­μέ­νες κρί­σεις με­τα­ξύ ο­μό­τε­χνων α­νέ­κα­θεν δεν συ­νη­θί­ζο­νταν. Κα­τά την εκ­δο­χή του Τί­μου Μα­λά­νου, πά­ντως, εί­χε προ­λά­βει ο Βαϊά­νος να ζη­τή­σει α­πό τον Πα­λα­μά, για το α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού του, τη γνώ­μη του για τον Κα­βά­φη, ε­κεί­νος εί­χε αρ­νη­θεί να α­πα­ντή­σει και αυ­τό το εί­χε ή­δη μά­θει ο Κα­βά­φης.
Όσο για την πα­ρά­πλευ­ρη α­πο­ρία, σχε­τι­κά με το τι με­σο­λά­βη­σε με­τα­ξύ 2ης και 3ης ε­πι­φυλ­λί­δας, αρ­χές Ιουλ., και πα­ρα­κάμ­φθη­κε η πε­ραι­τέ­ρω ευ­θεία α­να­φο­ρά στον Κα­βά­φη, μία πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νη υ­πό­θε­ση θα ή­ταν η α­να­δη­μο­σίευ­ση στον α­λε­ξαν­δρι­νό Τύ­πο μέ­ρους της 2ης ε­πι­φυλ­λί­δας του, με τίτ­λο, «Ο Κω­στής Πα­λα­μάς πε­ρί της ποιή­σεως των σύγ­χρο­νων η­δο­νι­στών. Μυ­ρί­ζει Κα­βα­φί­λας». Θα μπο­ρού­σε, ό­μως, να τον α­πέ­τρε­ψαν και μό­νο οι συ­ζη­τή­σεις γύ­ρω α­πό την προ­ε­τοι­μα­σία του εν λό­γω α­φιε­ρω­μα­τι­κού τεύ­χους. Αυ­τό το τεύ­χος της αρ­χι­κά μη­νιαίας «Νέ­ας Τέ­χνης» θα βγει τε­τρα­πλό, Ιούλ.-Οκτ. 1924 και θα κυ­κλο­φο­ρή­σει στο τέ­λος Δεκ. Στις 29 Δεκ. 1924 και 23 Φεβ. 1925, ο Πα­λα­μάς θα δη­μο­σιεύ­σει στον «Ελεύ­θε­ρο Λό­γο» δυο α­κό­μη ε­πι­φυλ­λί­δες, ό­που α­να­φέ­ρε­ται, εν συ­ντο­μία, στον Κα­βά­φη. Σε αυ­τές, η διά­θε­ση εί­ναι ευ­θέως α­πορ­ρι­πτι­κή.
Στην πρώ­τη, μία βι­βλιο­κρι­σία για την τρί­τη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, «Στο γύ­ρι­σμα της ρί­μας», του Ρή­γα Γκόλ­φη, έκ­δο­ση ε­κεί­νης της χρο­νιάς, ό­ταν φτά­νει στο θέ­μα της στι­χουρ­γίας, α­πο­κα­λεί τον Γκόλ­φη “α­ρι­στο­τέ­χνη του πα­τρο­πα­ρά­δο­του στί­χου”, του δε­κα­πε­ντα­σύλ­λα­βου. Σε α­ντι­δια­στο­λή, το­νί­ζει “το ύ­που­λο ξε­κάρ­φω­μα του ε­θνι­κού μας στί­χου στα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη”, τον ο­ποίο α­να­φέ­ρει ως “τον πρω­το­τυ­πό­τε­ρο α­νά­με­σα στη νέα γε­νιά ερ­γά­τη”. Χα­ρα­κτη­ρι­σμό, που ο Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ως θε­τι­κό. Μάλ­λον ει­ρω­νι­κός δεί­χνει, κα­θώς ε­ντάσ­σει και πά­λι τον Κα­βά­φη στη νέα γε­νιά. Αντι­θέ­τως, τις στι­χουρ­γι­κές πα­ρεκ­κλί­σεις του νε­α­ρού Ήβου Δέλ­του, ο Πα­λα­μάς τις α­πο­δέ­χε­ται, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντάς τον “προι­κι­σμέ­νο μυ­στα­γω­γό”. Πρό­κει­ται για τον Κων. Τσά­τσο, 25ε­τή, με τον ο­ποίο εί­χε α­να­πτύ­ξει σχέ­ση δα­σκά­λου-μα­θη­τή, και μά­λι­στα, πο­λύ θερ­μή, σύμ­φω­να με τις α­να­φο­ρές του Τσά­τσου στην αυ­το­βιο­γρα­φία του. Στη δεύ­τε­ρη, για τον «Οδυσ­σέ­α» του Α. Γε­ρά­νη, ψευ­δώ­νυ­μο του Κα­ζα­ντζά­κη, ε­γκω­μιά­ζο­ντας τον “ε­ντε­κα­σύλ­λα­βο στί­χο στη λύ­ρα του Γε­ρά­νη”, κά­νει λό­γο για “τα ζυ­μα­ρι­κά της Σχο­λής των Κα­βά­φη­δω­ν”.
Κα­τά μία εκ­δο­χή, το κα­βα­φι­κό τεύ­χος της «Νέ­ας Τέ­χνης» έ­φε­ρε το α­φιέ­ρω­μα στον Πα­λα­μά του α­λε­ξαν­δρι­νού περ. «Νέα Ζωή» (7 Απρ. 1926). Η συ­σχέ­τι­ση δεν στε­ρεί­ται υ­πό­στα­σης, κα­θώς ή­ταν και γι’ αυ­τόν το πρώ­το α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος. Φί­λα κεί­με­νος στον Πα­λα­μά ο Φι­λο­λο­γι­κός Σύλ­λο­γος του πε­ριο­δι­κού, εί­χε διορ­γα­νώ­σει τον Ιαν., ο­μι­λίες για τη συ­μπλή­ρω­ση πε­νή­ντα χρό­νων α­πό την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση ποιή­μα­τός του, «Το γιού­λι», στο «Αττι­κόν Ημε­ρο­λό­γιο» του Ει­ρη­ναίου Ασώ­πιου. Ενώ, στην Αθή­να, τα   50χρο­να του έρ­γου του ε­ορ­τά­στη­καν δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με α­φορ­μή την έκ­δο­ση της πρώ­της ποιη­τι­κής του συλ­λο­γής, «Τρα­γού­δια της πα­τρί­δας μου». Στην ε­ναρ­κτή­ρια βρα­διά των ε­ορ­τα­σμών, στην αί­θου­σα του Ελλη­νι­κού Σω­μα­τείου «Αι­σχύ­λος-Αρίων», πα­ρευ­ρέ­θη­κε ο Κα­βά­φης, αλ­λά το ό­νο­μά του πα­ρα­λεί­φθη­κε στον κα­τά­λο­γο που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος. Αυ­τό κα­τήγ­γει­λε σε δη­μο­σίευ­μά του στο περ. της Αλε­ξάν­δρειας «’Ισις» (1 Μαΐ. 1926) ο Α. Γ. Συ­μεω­νί­δης, ο πρώ­τος εκ­δό­της, μα­ζί με την Ρί­κα Σε­γκο­πού­λου, του κα­βα­φι­κού πε­ριο­δι­κού «Αλε­ξαν­δρι­νή Τέ­χνη». Εί­χε προ­η­γη­θεί στο ί­διο πε­ριο­δι­κό, δη­μο­σίευ­μα της Σε­γκο­πού­λου, ό­που μέμ­φε­ται ο­μι­λη­τή ε­κεί­νης της βρα­διάς, για­τί εί­χε α­πο­κα­λέ­σει τον Πα­λα­μά κο­ρυ­φαίο των Ελλή­νων ποιη­τών. Αβι­βλιο­γρά­φη­το το δη­μο­σίευ­μα, α­να­φέ­ρε­ται α­πό τους Μ. Για­λου­ρά­κη και Θ. Σου­λο­γιάν­νη, χω­ρίς να κα­το­νο­μά­ζε­ται ο “πα­λα­μο­λά­τρης” ο­μι­λη­τής.
Εδώ, πα­ρεμ­βάλ­λε­ται μία ψη­φί­δα της σχέ­σης τους, ελ­λι­πώς κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη, αλ­λά ι­διαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρου­σα, κα­θώς α­να­φέ­ρε­ται σε μία δεύ­τε­ρη φο­ρά, που ο Κα­βά­φης δια­τύ­πω­σε ά­πο­ψη για τον Πα­λα­μά. Δεν πρό­κει­ται για συ­νέ­ντευ­ξη, αλ­λά για προ­φο­ρι­κό σχό­λιο, για το ο­ποίο υ­πάρ­χουν του­λά­χι­στον δυο δη­μο­σιο­ποιη­μέ­νες μαρ­τυ­ρίες, που λαν­θά­νουν της Βι­βλιο­γρα­φίας Κα­βά­φη. Ωστό­σο, κα­τα­γρά­φο­νται α­να­φο­ρές τρί­των σε αυ­τές. Στις 18 Φεβ. 1926, στον «Τα­χυ­δρό­μο» της Αλε­ξάν­δρειας, εί­χε δη­μο­σιευ­τεί ε­πι­στο­λή, με την υ­πο­γρα­φή Α. Γ. Σ., ό­που α­να­φέ­ρε­ται διά­λο­γος  Κα­βά­φη-Μα­λά­νου, στο ε­ντευ­κτή­ριο του περ. «Γράμ­μα­τα». Διά­φο­ρα φέ­ρε­ται να ει­πώ­θη­καν ε­κεί πε­ρί Πα­λα­μά, τα ο­ποία, την ε­πο­μέ­νη, με ε­πι­στο­λή στην ε­φη­με­ρί­δα, διέ­ψευ­σε ο εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού, Στέ­φα­νος Πάρ­γας. Συμ­φώ­νη­σε, ω­στό­σο, ό­τι ο Κα­βά­φης εί­πε ό­τι “θεω­ρεί τον Γρυ­πά­ρη και τον Μα­λα­κά­ση ποιη­τάς α­νω­τέ­ρους απ’ τον Πα­λα­μά”.  
Αυ­τή η α­κρι­το­μυ­θία Κα­βά­φη θα μπο­ρού­σε να εί­χε συμ­βάλ­λει στις α­πό­ψεις πε­ρί Κα­βά­φη, που ο Πα­λα­μάς δια­τύ­πω­σε σε συ­νέ­ντευ­ξή του, Ιούλ. 1926, στον κύ­πριο ποιη­τή Λου­κά Χρι­στο­φί­δη. Δη­μο­σιεύ­τη­κε στο περ. της Αλε­ξάν­δρειας «Οθό­νη», 16 Οκτ. 1926. Ο συ­νε­ντευ­ξια­στής υ­πήρ­ξε πιε­στι­κός, στην προ­σπά­θειά του να εκ­μαιεύ­σει την α­πόρ­ρι­ψη του ποιη­τή Κα­βά­φη. Λέ­γε­ται, πως ή­θε­λε να εκ­δι­κη­θεί τον Κα­βά­φη για την πε­ρι­φρό­νη­ση που ε­κεί­νος εί­χε ε­πι­δεί­ξει δη­μο­σίως στο πρό­σω­πό του. Αρχι­κά, ο Πα­λα­μάς υ­πεκ­φεύ­γει την ε­ρώ­τη­ση, κα­τά πό­σο εί­ναι ο Κα­βά­φης ποιη­τής. Τε­λι­κά, ό­μως, α­πο­δέ­χε­ται την αμ­φι­σβή­τη­ση, με την ευ­θύ­βο­λη πα­ρα­τή­ρη­ση: “Μάλ­λον για ρε­πορ­τά­ζ, μοιά­ζουν τα γρα­φτά του, λες και φρο­ντί­ζει να μας δώ­σει Ρε­πορ­τάζ α­πό τους αιώ­νες...” Και συ­νε­χί­ζει, δί­νο­ντας τη δι­κή του αι­σθη­τι­κή πε­ρί ποίη­σης: “Εί­ναι με­ρι­κά α­πό τα ση­μειώ­μα­τά του αυ­τά που παν να μοιά­σουν σκί­τσα ι­δεών, που πρό­κει­ται να γί­νουν κα­λά τρα­γού­δια. Μα που ο ερ­γά­της των τ’ α­φί­νει μό­νο σε σχέ­δια...” 
Σε αυ­τήν την ά­πο­ψη, πα­ρα­μέ­νει, ό­πως δεί­χνει μία δεύ­τε­ρη συ­νέ­ντευ­ξή του, τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα (7 Μαΐ. 1930), στον Γ. Πιε­ρί­δη, δη­μο­σιευ­μέ­νη στην εφ. της Αλε­ξάν­δρειας «Τα­χυ­δρό­μος -Ομό­νοια». Επα­να­λαμ­βά­νει την ε­ντύ­πω­ση πως “μοιά­ζουν σχε­διά­σμα­τα που πά­νε να γί­νουν ποίη­μα.” Κά­τι σαν “κομ­μά­τια α­πό δια­βά­σμα­τα”. Το ί­διο, στην “ει­κό­να της σύγ­χρο­νης ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας”, που σκια­γρα­φεί για τη γαλ­λι­κή ε­φη­με­ρί­δα «Φι­γκα­ρώ», έ­να χρό­νο πριν, 10 Φε­βρ. 1929. Αλλά και σε πο­λύ κα­το­πι­νές ε­πι­στο­λές του: στον Ηρα­κλή Απο­στο­λί­δη (14 Σεπ. 1933) και στον Γλαύ­κο Αλι­θέρ­ση (1 Ιαν. 1935). Ενδια­μέ­σως, στο με­λέ­τη­μά του, που δη­μο­σιεύει σε τρεις συ­νέ­χειες στο «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα» (11, 25 Νοε., 13 Δεκ. 1926), ως λό­γο υ­πε­ρα­σπι­στι­κό του στί­χου του κα­νο­νι­κού έ­να­ντι του ε­λεύ­θε­ρου, α­να­φέ­ρει τον Κα­βά­φη δεύ­τε­ρο με­τά τον Σι­κε­λια­νό ως έ­ναν α­πό ε­κεί­νους που καλ­λιέρ­γη­σαν τον ε­λεύ­θε­ρο στί­χο. Μό­νο που ο Σι­κε­λια­νός “γύ­ρι­σε ύ­στε­ρα στις με­λω­δι­κές αρ­μο­νίες”, ε­νώ ο Κα­βά­φης “έ­κα­νε νό­μο την α­ξέ­γνοια­στην α­μορ­φία του στί­χου”.
Από την πλευ­ρά του, ο Κα­βά­φης α­να­φέ­ρει γρα­πτώς το ό­νο­μα Πα­λα­μά μό­νο σε τέσ­σε­ρις ε­πι­στο­λές του προς τον Βαϊά­νο. Με τον βρα­χύ­λο­γο τρό­πο, που υιο­θε­τεί σε ό­λες τις ε­πι­στο­λές του, τον πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι εί­δε στα δυο φύλ­λα του «Ελεύ­θε­ρου Λό­γου», “την πα­ρα­τή­ρη­σιν του Πα­λα­μά πε­ρί της στι­χουρ­γι­κής του (εν άρ­θρω πε­ρί του Ρή­γα Γκόλ­φη)”, και ό­τι “ο Πα­λα­μάς κά­μνει μνείαν του ο­νό­μα­τος του”. Τό­σο ου­δέ­τε­ρα, ό­ταν ο Με­σο­λογ­γί­της κά­νει λό­γο, α­ντι­στοί­χως, για “ξε­κάρ­φω­μα του κα­βα­φι­κού στί­χου” και “ζυ­μα­ρι­κά της Σχο­λής των Κα­βά­φη­δω­ν”. Επί­σης, ό­τι εί­δε τα υ­πο­στη­ρι­κτι­κά γράμ­μα­τα του Κλέω­νος Πα­ρά­σχου και της Άλκη Θρύ­λου στο περ. της Αλε­ξάν­δρειας «Ίσις» (6 και 13 Νοε. 1926), αλ­λά και “την πο­λύ πα­ρά­ξε­νη ε­πι­στο­λή του Πα­λα­μά”, στο «Έθνος» (13 Απρ. 1928), σχε­τι­κά με τον ελ­λη­νο­γάλ­λο συγ­γρα­φέα Κων­στ. Φω­τιά­δη και την συ­νέ­ντευ­ξη ε­κεί­νου στον Σπύ­ρο Με­λά.
Αυ­τή η ε­πι­στο­λή του Πα­λα­μά εί­ναι, χρο­νι­κά, η πρώ­τη α­πό τις ε­πτά ε­πι­στο­λές, στις ο­ποίες α­να­φέ­ρει τον Κα­βά­φη. Το ύ­φος ό­λων, α­νε­ξαρ­τή­τως πα­ρα­λή­πτη, εί­ναι συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νο. Στην ε­πι­στο­λή προς τον διευ­θυ­ντή του «Έθνους», δεν α­γα­να­κτεί τό­σο για την α­πορ­ρι­πτι­κή ά­πο­ψη, που ο Φω­τιά­δης, πα­ρα­κι­νη­μέ­νος α­πό τον Με­λά, εκ­φρά­ζει για τον ί­διο, ού­τε για την ε­πι­γραμ­μα­τι­κή ε­τυ­μη­γο­ρία του: “Εί­ναι ποιη­τής ο Κα­βά­φης, α­λη­θι­νός ποιη­τής.” Αλλά για την πε­ρι­φρο­νη­τι­κή α­να­φο­ρά στους κο­ρυ­φαίους της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας: “Μα δε μι­λά­με γι’ αυ­τούς τους αιώ­νιους χω­ριά­τες με τις φου­στα­νέ­λες και τη στοι­χειώ­δη ψυ­χο­λο­γία, που εί­ναι συ­νή­θως τό­σο πτω­χή.”
Την ί­δια χρο­νιά (3 Ιουλ. 1928), σε ε­πι­στο­λή προς τον Ξε­νό­που­λο, γί­νε­ται ει­ρω­νι­κός: “Όσο και αν εί­σαι, πο­λύ σω­στά για την πνευ­μα­τι­κή σου α­νε­ξαρ­τη­σία και το προς τους νέ­ους λύ­γι­σμά σου, εν­θου­σια­σμέ­νος και ε­σύ με τον Κα­βά­φη... θα ι­δής πως έ­να μπου­κέ­το με­νε­ξέ­δες εί­ναι γο­η­τευ­τι­κό για το ά­ρω­μά του και ό­χι για το μο­ντέρ­νο ύ­φος του.” Αφορ­μή του σχο­λίου στά­θη­κε η πρό­σφα­τη τό­τε ποιη­τι­κή συλ­λο­γή του συμ­βο­λι­στή Γάλ­λου ποιη­τή Χέν­ρυ ντε Ρε­νιέ, «Flamma tenax», συ­νο­μή­λι­κου του Κα­βά­φη. Η ε­πό­με­νη ε­πι­στο­λή προς Ξε­νό­που­λο, με α­να­φο­ρά στον Κα­βά­φη (24 Φεβ. 1930), γί­νε­ται με α­φορ­μή την α­πά­ντη­ση του Ρο­μαίν Ρο­λάν σε σχε­τι­κή ε­ρώ­τη­ση γαλ­λι­κού πε­ριο­δι­κού ό­τι “ο Κω­στής Πα­λα­μάς εί­ναι ο με­γα­λύ­τε­ρος α­πό τους ζω­ντα­νούς ποιη­τές της Ευ­ρώ­πης”. Ο Πα­λα­μάς φαί­νε­ται να φέ­ρει πο­λύ βα­ρέως την α­δια­φο­ρία των γη­γε­νών λο­γο­τε­χνι­κών κύ­κλων για την με­τά­φρα­ση δι­κών του ποιη­μά­των. Ανα­φέ­ρε­ται “στα κο­ντύ­λια των Άλκη­δων Θρύ­λων και των Πέ­τρων Χά­ρη­δω­ν”, που υ­πο­στή­ρι­ζαν πως “μό­νο τα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη, ό­ταν θα με­τα­φρα­στούν, θα συ­ναρ­πά­σουν την Ευ­ρώ­πη”.
Η τε­λευ­ταία α­ντί­θε­ση στη σχέ­ση τους προέ­κυ­ψε και πά­λι με α­φορ­μή α­φιε­ρω­μα­τι­κά τεύ­χη πε­ριο­δι­κών. Το δεύ­τε­ρο α­φιέ­ρω­μα αμ­φο­τέ­ρων εί­ναι α­πό το ί­διο αι­γυ­πτιώ­τι­κο γαλ­λό­φω­νο πε­ριο­δι­κό, το «Semaine Egyptienne». Και πά­λι, προ­η­γή­θη­κε του Κα­βά­φη (25 Απρ. 1929) και έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα (15 Απρ. 1930), δη­μο­σιεύ­θη­κε του Πα­λα­μά. Ενδια­μέ­σως, δυο ε­πι­στο­λές του Πα­λα­μά δεί­χνουν, πλα­γίως, η πρώ­τη προς τον Γεν. Πρό­ξε­νο  στο Κάι­ρο, Ξε­νο­φώ­ντα Στελ­λά­κη, ευ­θέως, η δεύ­τε­ρη προς τον Γιώρ­γο Κα­τσί­μπα­λη, τον γιο του α­γα­πη­μέ­νου του φί­λου Κων­στα­ντί­νου, πό­σο του στοι­χί­ζει ο πα­ρα­γκω­νι­σμός του. Σε αυ­τήν την πε­ρίο­δο της ζωής του, ο Πα­λα­μάς στε­νο­χω­ριέ­ται, αλ­λά και χαί­ρε­ται σαν μι­κρό παι­δί. Τον εν­θου­σια­σμό του για το δι­κό του α­φιέ­ρω­μα τον δεί­χνει με μία δεύ­τε­ρη ε­πι­στο­λή προς τον Κα­τσί­μπα­λη (23 Απρ. 1930) και την ευ­χα­ρι­στή­ρια προς τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού, Νί­κο Σταυ­ρι­νό (17 Μαΐ. 1930).
Πρό­θε­σή μας στην α­να­σύν­θε­ση της ι­διό­τυ­πης δια­μά­χης Πα­λα­μά-Κα­βά­φη ή­ταν να δεί­ξου­με, πως η ε­πι­κρα­τού­σα ά­πο­ψη δεν συμ­βα­δί­ζει με τα στοι­χεία που δια­θέ­του­με. Συ­νο­ψί­ζο­ντας, ο Πα­λα­μάς ή­ταν αυ­τός, που πρώ­τος α­νη­σύ­χη­σε,   συ­νει­δη­το­ποιώ­ντας, στην αρ­χή της δε­κα­ε­τίας του ’20, την α­πή­χη­ση του Κα­βά­φη στην Αθή­να. Όσο μά­λι­στα,  αυ­τή η α­πή­χη­ση στους κύ­κλους των δια­νοου­μέ­νων της ε­πο­χής με­γά­λω­νε, τό­σο ε­κεί­νος περ­νού­σε α­πό την ά­μυ­να στην ε­πί­θε­ση. Πά­ντο­τε, ό­μως, α­πό τη θέ­ση του κρι­τι­κού, πα­ρα­μέ­νο­ντας φει­δω­λός στο δη­μό­σιο λό­γο του. Από την πλευ­ρά του, ο Κα­βά­φης, α­πηλ­λαγ­μέ­νος α­πό τις υ­παλ­λη­λι­κές του υ­πο­χρεώ­σεις στην Υπη­ρε­σία Αρδεύ­σεων α­πό τις 31 Μαρ. 1922, έ­να μή­να πριν συ­μπλη­ρώ­σει τα 59, διεκ­δι­κεί με τον τρό­πο του ε­δραίω­ση στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο. Αυ­τό, χω­ρίς συ­νε­ντεύ­ξεις ή αρ­θρο­γρα­φία. Το δι­κό του με­γά­λο α­τού εί­ναι αυ­τό που σή­με­ρα α­πο­κα­λού­με δη­μό­σιες σχέ­σεις. Στην πε­ρί­πτω­σή του, σή­μαι­νε δια­προ­σω­πι­κές ε­πα­φές, ε­πω­φε­λού­με­νος α­πό την ει­κό­να του ι­διόρ­ρυθ­μου α­λε­ξαν­δρι­νού ε­λι­τί­στα, που εί­χε καλ­λιερ­γή­σει. Τε­λι­κά, η α­ντι­πα­ρά­θε­ση Πα­λα­μά-Κα­βά­φη μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο με παρ­τί­δα σκα­κιού πα­ρά με πε­τρο­πό­λε­μο. Βρί­σκο­νται α­ντι­μέ­τω­ποι δυο γκραν με­τρ, ο πα­ρορ­μη­τι­κός Με­σο­λογ­γί­της ε­να­ντίον του συ­γκρα­τη­μέ­νου, αγ­γλι­στί cool, Αλε­ξαν­δρι­νού.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/11/2015.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Ο Καβάφης του Παλαμά

Το βρά­δυ της Πα­ρα­σκευής, στον Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο Παρ­νασ­σός, για τον ε­ορ­τα­σμό των 150 χρό­νων λει­τουρ­γίας, πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε εκ­δή­λω­ση προς τι­μή του Κω­στή Πα­λα­μά. Ο Γε­ρά­σι­μος Ζώ­ρας α­να­φέρ­θη­κε στη σχέ­ση του ποιη­τή με τον Σύλ­λο­γο και η Δέ­σποι­να Δού­κα στην ε­πι­στο­λι­κή σχέ­ση του με την Λι­λή Πα­τρι­κίου-Ια­κω­βί­δη. Εμείς, και ως α­ντί­στι­ξη σε αυ­τές τις δυο στε­νές σχέ­σεις, θα σχο­λιά­σου­με τη σχέ­ση του με τον Κ. Π. Κα­βά­φη. Πρό­κει­ται για μία σχέ­ση, που δεν υ­πήρ­ξε ού­τε προ­σω­πι­κή ού­τε ε­πι­στο­λι­κή, για την ο­ποία υ­πάρ­χουν στοι­χεία α­πό α­νο­μοιο­γε­νή δη­μο­σιεύ­μα­τα στη διάρ­κεια μίας 15ε­τίας. Συ­γκρο­τού­νται α­πό άρ­θρα, δύο συ­νε­ντεύ­ξεις και ε­πι­στο­λές προς τρί­τους του Πα­λα­μά. Αντί­στοι­χα, του Κα­βά­φη, μία συ­νέ­ντευ­ξη και ε­πι­στο­λές προς τον Μά­ριο Βαϊά­νο. Επί­σης, δη­μο­σιεύ­μα­τα τρί­των. Πα­ρό­τι η σχέ­ση τους έ­χει α­πα­σχο­λή­σει, δεν έ­χει πα­ρου­σια­στεί συ­στη­μα­τι­κά. Ση­μειώ­νου­με δυο σχε­τι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα των Μ. Για­λου­ρά­κη και Θ. Σου­λο­γιάν­νη, στα κα­βα­φι­κά α­φιε­ρώ­μα­τα των πε­ριο­δι­κών «Νέα Εστία» (1963) και «Δια­βά­ζω» (1983), που α­να­φέ­ρο­νται σε “χρο­νι­κό δια­μά­χης”. Λό­γω στε­νό­τη­τας χώ­ρου, θα δώ­σου­με μία συ­ντο­μευ­μέ­νη α­να­σύν­θε­σή της, η ο­ποία, ως έ­να βαθ­μό, δια­φο­ρο­ποιεί την ε­πι­κρα­τού­σα ά­πο­ψη, που εί­ναι φι­λο­πα­λα­μι­κή, αλ­λά ό­χι α­ντι­κα­βα­φι­κή, ρί­χνο­ντας το βά­ρος της α­ντι­πα­ρά­θε­σής τους στην α­διαλ­λα­ξία των θια­σω­τών τους.
Με αυ­τόν τον τρό­πο, την δια­τύ­πω­σε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, σε ε­πε­τεια­κή ε­πι­φυλ­λί­δα στο «Βή­μα» (28 Απρ. 1973): “Ανά­με­σα σε ε­κεί­νους που πρώ­τοι διέ­γνω­σαν την ι­διο­φυΐα του Κα­βά­φη, δι­καίως μνη­μο­νεύο­νται ξε­χω­ρι­στά ο Γρη­γό­ριος Ξε­νό­που­λος και ο Μόρ­γκαν Φόρ­στερ.” Προ­σθέ­το­ντας: “Η γραμ­μα­το­λο­γι­κή δι­καιο­σύ­νη α­παι­τεί, σε τού­τα τα δυο τι­μη­μέ­να ο­νό­μα­τα, να προ­στε­θεί έ­να τρί­το: του με­γά­λου μας ποιη­τή-κρι­τι­κού, που – ά­σχε­το αν αρ­γό­τε­ρα με­ρι­κοί ά­τσα­λοι ο­πα­δοί του κα­βα­φι­κού θιά­σου (ό­πως και κά­ποιοι δι­κοί του, άλ­λω­στε) τον έσ­πρω­ξαν σε ά­χα­ρο πε­τρο­πό­λε­μο με τον Αλε­ξαν­δρι­νό – πρώ­τος διέ­κρι­νε και δια­τύ­πω­σε, ε­ναρ­γέ­στε­ρα και α­πό τους δυο προ­η­γού­με­νους, την βα­σι­κή δο­μή του κα­βα­φι­κού έρ­γου. Ο τρί­τος αυ­τός άν­θρω­πος... ή­ταν βέ­βαια ο Πα­λα­μάς.” Ως καί­ριο θεω­ρεί πα­ρά­θε­μα α­πό ε­πι­φυλ­λί­δα του Πα­λα­μά στην εφ. «Ελεύ­θε­ρος Λό­γος» (30 Ιουν. 1924), το ο­ποίο και α­να­δη­μο­σιεύει. Ήταν η δεύ­τε­ρη α­να­φο­ρά του Πα­λα­μά στον Κα­βά­φη. Ο Σαβ­βί­δης δεν ε­πα­νήλ­θε στη σχέ­ση των δυο ποιη­τών.
Τριά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, και πά­λι με α­φορ­μή κα­βα­φι­κή ε­πέ­τειο, ο Δ. Δα­σκα­λό­που­λος σχο­λία­σε τη σχέ­ση των δυο ποιη­τών στο ί­διο πνεύ­μα με τον Σαβ­βί­δη, φέ­ρο­ντας ως τεκ­μή­ριο για την έ­γκαι­ρη ε­πι­σή­μαν­ση α­πό τον Πα­λα­μά “της ι­διο­τυ­πίας του Αλε­ξαν­δρι­νού”, φρά­ση α­πό βι­βλιο­κρι­σία του στην εφ. «Εμπρός» (4 Δεκ. 1921): Στην Αλε­ξάν­δρεια “υ­πάρ­χει εις ποιη­τής ω­μο­λο­γη­μέ­νης πρω­το­τυ­πίας, ο Κα­βά­φης, ε­ξαι­ρέ­τως τι­μώ­με­νος υ­πό των νέων ε­κεί.” Μάλ­λον χω­ρίς ε­πι­με­λή αυ­το­ψία, α­κο­λου­θώ­ντας ε­σφαλ­μέ­νη α­να­φο­ρά στην συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή βι­βλιο­γρα­φία Πα­λα­μά του Κ. Γ. Κα­σί­νη, την θεω­ρεί ως κα­τα­κλεί­δια κο­ρω­νί­δα.
Στην α­να­σύν­θε­ση της λο­γο­τε­χνι­κής σχέ­σης δύο συγ­γρα­φέων, εί­ναι μάλ­λον α­να­γκαία η α­πο­στα­σιο­ποίη­ση α­πό τα πρό­σω­πα. Ο Σαβ­βί­δης ή­ταν μεν κα­βα­φι­στής, αλ­λά εκ πε­ποι­θή­σεως και εξ α­ντα­να­κλά­σεως μέ­σω Γ. Κ. Κα­τσί­μπα­λη, πα­λα­μι­στής. Ο Δα­σκα­λό­που­λος, ε­πί­σης, εί­ναι κα­βα­φι­στής, αλ­λά μάλ­λον πα­ρέ­μει­νε και εξ α­ντα­να­κλά­σεως μέ­σω Σαβ­βί­δη, πα­λα­μι­στής. Ση­μειώ­νου­με πως, στην ί­δια ερ­μη­νευ­τι­κή γραμ­μή, κι­νεί­ται και ο Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου στην ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νη με­λέ­τη του, «Η α­θη­ναϊκή κρι­τι­κή και ο Κα­βά­φης (1918-1924)», 1985.   
Η πρώ­τη ψη­φί­δα της σχέ­σης τους εί­ναι η εν λό­γω βι­βλιο­κρι­σία, σε στή­λη που κρα­τού­σε τό­τε ο Πα­λα­μάς, υ­πο­γρά­φο­ντας ως W. Με τίτ­λο το ό­νο­μα της κρι­νό­με­νης συγ­γρα­φέως, Μα­ρία Βόλ­του, α­φο­ρά το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της, «Λε­βα­ντι­νι­σμοί!», έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα τα­ξι­διω­τι­κού τύ­που. Ο Πα­λα­μάς πα­ρα­τη­ρεί: “Φαί­νε­ται ως να ε­γρά­φη πο­λύ βια­στι­κά”,  “η γλώσ­σα του εί­ναι α­τη­μέ­λη­τος”. Πιο κα­λο­γραμ­μέ­νο θεω­ρεί το πρώ­το βι­βλίο της, “έ­να τό­μον ποιη­τι­κών και στο­χα­στι­κών πε­ζο­γρα­φη­μά­των υ­πό τον τίτ­λον «Δια­βαί­νο­ντας...» με το ψευ­δώ­νυ­μον Άργα Πη­λεία”, που εί­χε εκ­δώ­σει δυο χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Εκ προοι­μίου, προ­λαμ­βά­νει την α­πο­ρία, για­τί κρί­νει ά­ξια α­να­φο­ράς την Βόλ­του και κρι­τι­κής πα­ρου­σία­σης το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της: Εί­ναι “κό­ρη της Αλε­ξαν­δρείας, κα­θώς μαν­θά­νω, νε­α­ρω­τά­τη θε­ρά­παι­να των Μου­σώ­ν· φέ­ρει ό­νο­μα τα μέ­γι­στα τι­μώ­με­νον εις τον ε­μπο­ρι­κόν κό­σμον της Αι­γύ­πτου, εν­θυ­μί­ζον την λα­μπρο­τά­την κλη­ρο­νο­μίαν, η ο­ποία κα­τά το πα­ρελ­θόν έ­τος, διε­τέ­θη υ­πέρ του Εθνι­κού Πα­νε­πι­στη­μίου· κλη­ρο­νο­μίαν, η ο­ποία τον δια­θέ­την Ηρα­κλή Βόλ­τον αρ­κεί δια να συ­γκα­τα­λέ­ξη με­τα­ξύ των ε­πι­ση­μο­τά­των ε­θνι­κών ευερ­γε­τών.”
Από τη Ζα­γο­ρά Πη­λίου η οι­κο­γέ­νεια Βόλ­του, οι δυο α­δελ­φοί, ο Αλέ­ξαν­δρος και ο Ηρα­κλής, α­σχο­λή­θη­καν με το ε­μπό­ριο βαμ­βα­κιού. Ο Ηρα­κλής α­πε­βίω­σε το 1920, α­φή­νο­ντας ό­λη την πε­ριου­σία του στο Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών. Τον Αλέ­ξαν­δρο, ως ι­δρυ­τι­κό μέ­λος του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου της Αι­γύ­πτου, τον α­να­ζη­τεί ο Σαβ­βί­δης στους “κα­τα­λό­γους δια­νο­μής συλ­λο­γώ­ν” του Κα­βά­φη. Αντ’ αυ­τού, ε­ντο­πί­ζει τε­τρά­κις το ό­νο­μα Βόλ­του, ως Δε­σπ. Βόλ­του, το 1917, ως Μα­ρί­κα Βόλ­του, το 1918, και δις, ως Κα Βόλ­του, το 1926. Φαί­νε­ται πως ο Κα­βά­φης προ­τί­μη­σε να στέλ­νει τα φυλ­λά­διά του στο νεό­τε­ρο μέ­λος της οι­κο­γέ­νειας Βόλ­του, τη Μα­ρία, κό­ρη του ε­τε­ρο­θα­λούς α­δελ­φού τους Πα­να­γιώ­τη, γνω­ρί­ζο­ντας τις συγ­γρα­φι­κές της α­νη­συ­χίες. “Μέ­σον Α. Σε­γκό­που­λου” ση­μειώ­νει, πως θα λά­βει η Μα­ρία το πρώ­το τεύ­χος. Συ­ντο­πί­της της, α­πό την Μιτ­ζέ­λα Αλμυ­ρού Βό­λου, ο Σε­γκό­που­λος, γεν­νη­θείς το 1898, ή­ταν λί­γα μό­νο χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρός της. Η α­νά­γνω­ση του δεύ­τε­ρου βι­βλίου της, που βρέ­θη­κε στη Βι­βλιο­θή­κη Κα­βά­φη, προ­σε­χτι­κή, ό­πως δη­λώ­νουν οι υ­πο­γραμ­μί­σεις, το πι­θα­νό­τε­ρο να πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό το άρ­θρο Πα­λα­μά. 
Η βι­βλιο­κρι­σία δεν κλεί­νει, αλ­λά α­νοί­γει με την μνεία του Κα­βά­φη. Επί­σης, δεν α­πο­τε­λεί με­μο­νω­μέ­νη α­να­φο­ρά, αλ­λά μέ­ρος πε­ρι­γρα­φής της λο­γο­τε­χνι­κής κί­νη­σης στην Αλε­ξάν­δρεια: “Πε­ριο­δι­κά κυ­κλο­φο­ρούν, τα ω­ρί­μου η­λι­κίας «Γράμ­μα­τα», η νε­ο­θα­λής «Σκέ­ψη», βι­βλία εκ­δί­δο­νται, υ­πάρ­χει είς ποιη­τής ω­μο­λο­γη­μέ­νης πρω­το­τυ­πίας, ο Κα­βά­φης, ε­ξαι­ρέ­τως τι­μώ­με­νος υ­πό των νέων ε­κεί, και είς ευ­γε­νής ζη­λω­τής και υ­πο­στη­ρι­κτής των ω­ραίων γραμ­μά­των, ως α­κούω, ο Στέ­φα­νος Πάρ­γας.” Πό­σο, ό­μως, κα­λά γνω­ρί­ζει ο Με­σο­λογ­γί­της το έρ­γο του Αλε­ξαν­δρι­νού; Εξαρ­χής τα ποιή­μα­τά τους γει­το­νεύουν σε α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα, α­πό το «Αττι­κόν Μου­σείο» μέ­χρι το Ημε­ρο­λό­γιο του Σκό­κου. Ύστε­ρα, η τι­μη­τι­κή μνεία στα «Γράμ­μα­τα» και τον εκ­δό­τη τους, Πάρ­γα, δεί­χνει πως έ­χει δια­βά­σει τα ε­κεί δη­μο­σιευ­μέ­να κα­βα­φι­κά ποιή­μα­τα, αν ό­χι τα πρώ­τα, του 1911, σί­γου­ρα ε­κεί­να της τριε­τίας 1917-1919. Ακό­μη, τα ποιή­μα­τα στα τέσ­σε­ρα τεύ­χη του δι­μη­νιαίου περ. «Σκέ­ψη» του Αντώ­νη Κό­μη. Οπό­τε γεν­νιέ­ται το ε­ρώ­τη­μα, για­τί α­πο­φα­σί­ζει τό­τε να μνη­μο­νεύ­σει τον Κα­βά­φη και μά­λι­στα, κα­τά τρό­πο, τι­μη­τι­κό; 
Η ε­πι­σή­μαν­ση α­πό τον Δα­σκα­λό­που­λο του πε­ριο­ρι­στι­κού προσ­διο­ρι­σμού “τι­μώ­με­νος υ­πό των νέων ε­κεί” εί­ναι εύ­στο­χη. Πι­θα­νώς, με την α­να­φο­ρά του ζη­τά­ει να ο­ριο­θε­τή­σει την α­πή­χη­ση Κα­βά­φη μα­κράν του δι­κού του χρό­νου και χώ­ρου. Απο­φεύ­γει, πά­ντως, να δια­τυ­πώ­σει δι­κή του ά­πο­ψη, υιο­θε­τώ­ντας την κύ­ρια ε­πι­σή­μαν­ση του Ξε­νό­που­λου για τον πρω­τό­τυ­πο χα­ρα­κτή­ρα της ποίη­σής του. Δεν πι­στεύου­με, ω­στό­σο, πως εί­ναι το άρ­θρο του Ξε­νό­που­λου, πριν κο­ντά μία ει­κο­σα­ε­τία, που τον πα­ρα­κί­νη­σε, αλ­λά, το πι­θα­νό­τε­ρο, η διά­λε­ξη για τον Κα­βά­φη του Τέλ­λου Άγρα, στις 30 Μαρ. 1921. Το κεί­με­νο της ο­μι­λίας δη­μο­σιεύ­τη­κε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, στον 10ο τό­μο του «Δελ­τίου του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου, Αύγ. 1923. Ο Πα­λα­μάς δεν θα την πα­ρα­κο­λού­θη­σε στην αί­θου­σα του Ελλη­νι­κού Ωδείου. Ωστό­σο η ε­πι­τυ­χία της βρα­διάς εί­χε γί­νει ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στή.
Σύμ­φω­να με τον Ξε­νό­που­λο: “Η φι­λο­λο­γι­κή σά­λα γέ­μι­σε α­σφυ­κτι­κά... μια νέα κο­πέ­λα α­πάγ­γει­λε τα κυ­ριώ­τε­ρα κομ­μά­τια του ποιη­τή μας... Βα­θιά τα αι­σθάν­θη­κε ο κό­σμος και τα κα­τα­χει­ρο­κρό­τη­σε ό­λα. Ένα πλή­θος μά­λι­στα νέ­οι δεν τ’ ά­κου­γαν πρώ­τη φο­ρά. Τα ή­ξε­ραν α­πέ­ξω. Και φεύ­γο­ντας γο­η­τευ­μέ­νοι... έ­λε­γεν ο έ­νας στον άλ­λο: «Ο Κα­βά­φης!... α, τι ποιη­τής!»” Αυ­τοί οι εν­θου­σιώ­δεις θαυ­μα­στές του Κα­βά­φη ή­ταν οι ε­δώ νέ­οι, ό­χι οι ε­κεί. Και δεν ή­ταν μό­νο οι νέ­οι. Δυο α­θη­ναϊκές ε­φη­με­ρί­δες α­πό τις με­γα­λύ­τε­ρες, ο «Ελεύ­θε­ρος Τύ­πος» και η «Πα­τρίς», εί­χαν δη­μο­σιεύ­σει σει­ρά ποιη­μά­των του. Η πρώ­τη ε­πί μία ε­βδο­μά­δα (Μάρ. 1921), η δεύ­τε­ρη, κα­λο­καί­ρι 1921. Τέ­λος, ο Πα­λα­μάς θα εί­χε δια­βά­σει, Νοέ. 1921, στο πε­ριο­δι­κό της Ευ­γε­νίας Ζω­γρά­φου, «Ελλη­νι­κή Επι­θεώ­ρη­σις», τη με­λέ­τη του συ­νο­μή­λι­κου και φί­λου του Άγρα, Από­στο­λου Δρί­βα, γραμ­μέ­νη έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα.
Η δεύ­τε­ρη, σε χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, ψη­φί­δα της σχέ­σης τους, που μνη­μο­νεύει ο Σαβ­βί­δης, α­φο­ρά σει­ρά πέ­ντε ε­βδο­μα­διαίων ε­πι­φυλ­λί­δων (16 Ιουν. - 21 Ιουλ. 1924) του Πα­λα­μά, με τον γε­νι­κό, φροϋδι­κής έ­μπνευ­σης, τίτ­λο «Libido». Ο Πα­λα­μάς ε­στιά­ζει στο θέ­μα του γυ­μνού, εκ­κι­νώ­ντας με ά­πο­ψη πε­ρί του γυ­μνού στη ζω­γρα­φι­κή του α­με­ρι­κα­νού φι­λό­σο­φου και ποιη­τή Ραλφ Γουόλ­ντο Έμερ­σον, κύ­ριου εκ­προ­σώ­που του υ­περ­βα­τι­σμού στη Νέα Αγγλία, κα­τά τον 19ο αι. Σε αυ­τήν, α­ντι­πα­ρα­θέ­τει “τη γύ­μνια των πορ­νο­γρά­φων και των ω­μών πραγ­μα­τι­στώ­ν”. Με­τά α­να­φέ­ρε­ται στη δι­κή του ποίη­ση, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει φι­λο­σο­φι­κή, για να έρ­θει στο θέ­μα του, που εί­ναι η η­δο­νι­κή ποίη­ση του Κα­βά­φη. Επι­λέ­γει, ό­πως σχο­λιά­ζει ο Σαβ­βί­δης, “έ­να α­πό τα πιο σκαν­δα­λώ­δη ε­ρω­τι­κά ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη”. Το ποίη­μα «Να μεί­νει», με χρο­νο­λο­γία γρα­φής Μάρ. 1918 και πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση Απρ. 1924 στο περ. της Αλε­ξάν­δρειας «Αργώ». Ανα­δη­μο­σιεύ­τη­κε στο «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα» (9 Ιουν. 1924) και τρεις μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, στο «Έθνος», σε α­ντι­κα­βα­φι­κό δη­μο­σίευ­μα του Π. Τα­γκό­που­λου. Εί­ναι το πέ­μπτο ε­ρω­τι­κό ποίη­μα δη­μο­σιευ­μέ­νο σε α­θη­ναϊκό έ­ντυ­πο, αλ­λά το πρώ­το σε ε­φη­με­ρί­δα. Επί­σης, το πρώ­το α­πό τα δη­μο­σιευ­μέ­να ε­ρω­τι­κά, με “σάρ­κας γύ­μνω­μα”. Αυ­τές οι πρω­τιές εν­δέ­χε­ται να ερ­μη­νεύουν την ε­πι­λο­γή του και συ­να­κό­λου­θα, την ε­κλο­γή του θέ­μα­τος των ε­πι­φυλ­λί­δων.
Για δεύ­τε­ρη φο­ρά, ο Πα­λα­μάς πε­ριο­ρί­ζει το θέ­μα του Κα­βά­φη “στους νέ­ους ε­κεί” (= Αλε­ξάν­δρεια). Πα­ρα­κά­μπτει, δη­λα­δή, τις α­θη­ναϊκές δη­μο­σιεύ­σεις του ποιή­μα­τος, α­να­σύ­ρο­ντας το α­λε­ξαν­δρι­νό πε­ριο­δι­κό μιας δρά­κας νέων. Έχει, ό­μως προ­τά­ξει τα τεύ­χη δυο άλ­λων ελ­λα­δι­κών νε­α­νι­κών πε­ριο­δι­κών. Στην πρώ­τη ε­πι­φυλ­λί­δα, α­να­φέ­ρει τα «Μα­κε­δο­νι­κά Γράμ­μα­τα» της Θεσ­σα­λο­νί­κης, συ­γκε­κρι­μέ­να, το τεύ­χος Απρ. 1923, ό­που δη­μο­σιεύε­ται η δεύ­τε­ρη συ­νέ­χεια του με­λε­τή­μα­τος του Γ. Βα­φό­που­λου για τον Κα­βά­φη. Αυ­τό, ού­τε καν το μνη­μο­νεύει. Σχο­λιά­ζει σο­νέ­το με τίτ­λο «Πόρ­νη», χω­ρίς να α­να­φέ­ρει ό­νο­μα ποιη­τή, μό­νο πως εί­ναι έρ­γο “αν­θρώ­που γυ­μνα­σμέ­νου στο στί­χο.” Πρό­κει­ται για τον νε­α­ρό τό­τε η­θο­ποιό Κώ­στα Μου­σού­ρη, που ε­πι­δι­δό­ταν και στην ποίη­ση. Στη δεύ­τε­ρη ε­πι­φυλ­λί­δα, πα­ρου­σιά­ζει τεύ­χος (Φεβ.-Μαρ. 1924) της «Μη­νιαίας Επι­θεώ­ρη­σης» του Φι­λο­τε­χνι­κού Ομί­λου Νέων στη Σά­μο. Ανα­δη­μο­σιεύει το ποίη­μα «Από­γευ­μα», και πά­λι χω­ρίς ό­νο­μα ποιη­τή, με “την πα­ρά­κλη­ση προς τους σε­μνούς να τον συγ­χω­ρή­σου­ν”. “Στι­χορ­ρά­πτη” α­πο­κα­λεί τον ποιη­τή του, ε­νώ τον προ­η­γού­με­νο, “στι­χο­πλέ­χτη”, πα­ρα­τη­ρώ­ντας πως “και οι δυο α­να­γαλ­λιά­ζουν μέ­σα στη γύ­μνια”.
Σε αυ­τήν τη νε­α­νι­κή συ­ντρο­φιά, ως τρί­τον, προ­σθέ­τει τον ε­ξη­κο­ντού­τη Κα­βά­φη. Προ­η­γου­μέ­νως, ό­μως, σαν κα­τα­κλεί­δα στα ό­σα έ­γρα­ψε για τα δυο άλ­λα πε­ριο­δι­κά, σχο­λιά­ζει: “Μυ­ρί­ζει κα­βα­φί­λας. Η ό­σφρη­ση ξα­νοί­γει την ό­ρα­ση.” Κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή η συ­γκε­κρι­μέ­νη πα­ρα­γω­γι­κή κα­τά­λη­ξη θη­λυ­κών ου­σια­στι­κών, εκ­φρά­ζει γε­νι­κώς α­πώ­θη­ση, με­τα­ξύ άλ­λων, δυ­σο­σμία. Εδώ, πι­θα­νώς α­πό πα­πού­τσι δεύ­τε­ρης ποιό­τη­τας, αν λαν­θά­νει λο­γο­παί­γνιο με το ε­πί­θε­το του Κα­βά­φη. Το τρί­το πε­ριο­δι­κό εί­ναι το «Αργώ», ό­που πα­ρα­θέ­τει το ποίη­μα χω­ρίς α­να­φο­ρά του τίτ­λου. Μία ει­κα­σία θα ή­ταν πως θέ­λει να α­πο­φύ­γει πα­ρα­πο­μπή στις α­θη­ναϊκές α­να­δη­μο­σιεύ­σεις, αλ­λά και τον α­ντι­κα­βα­φι­κό σχο­λια­σμό του Τα­γκό­που­λου, που εμ­μέ­σως α­πορ­ρί­πτει. Ο δι­κός του, αν δια­βα­στεί με­μο­νω­μέ­νος, ό­πως τον πα­ρα­θέ­τει ο Σαβ­βί­δης, φαί­νε­ται ευ­νοϊκός. Δεί­χνει, μά­λι­στα, με πό­ση προ­σο­χή πα­ρα­κο­λου­θεί τις δη­μο­σιεύ­σεις κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των, κα­θώς σχο­λιά­ζει το «Να μεί­νει» σε πα­ραλ­λη­λία με το «Νό­η­σις», δη­μο­σιευ­μέ­νο σε τεύ­χος των «Γραμ­μά­των» του 1917. 
Απο­πει­ρά­ται φροϋδι­κού τύ­που εμ­βά­θυν­ση, α­πο­δί­δο­ντας στον ποιη­τή “κά­ποια ντρο­πή και κά­ποιο σα­ρά­κι για πε­ρι­στα­τι­κά της ζωής του”. Αργο­πο­ρεί την ευ­θεία α­να­φο­ρά στον Κα­βά­φη, κα­τα­λή­γο­ντας πως “το ό­νο­μα του κ. Κα­βά­φη και τα προ­βλή­μα­τα που τυ­χόν γεν­νά ο λό­γος του και ο στί­χος του” τον α­να­γκά­ζουν να συ­νε­χί­σει στην ε­πό­με­νη ε­πι­φυλ­λί­δα. Εκεί, ό­μως, α­να­φέ­ρε­ται στα «Άνθη του Κα­κού» του Μπων­τλέ­ρ, ε­στιά­ζο­ντας στο ποίη­μα «Μια νύ­χτα». Σχε­τι­κά με αυ­τό, υ­πάρ­χει μία πα­ρα­τή­ρη­ση, που πλα­γίως δεί­χνει και τον Κα­βά­φη: “ποίη­μα με θέ­μα ω­μό μας θυ­μί­ζει την «Πόρ­νη» του σον­νε­τί­στα των «Μα­κε­δο­νι­κών Γραμ­μά­των» και ό­λων των ο­μό­τε­χνών του, νεώ­τε­ρων και πρε­σβύ­τε­ρων, θε­ρα­πευ­τών του η­δο­νι­σμού”. Συ­νε­χί­ζει στις ε­πό­με­νες δυο ε­πι­φυλ­λί­δες, με πα­ρα­δείγ­μα­τα και άλ­λων Ευ­ρω­παίων ποιη­τών, το­νί­ζο­ντας το α­να­γκαίο πά­ντρε­μα “η­δο­νι­σμού και ι­δα­νι­σμού”, που, πλα­γίως και χω­ρίς πε­ραι­τέ­ρω α­να­φο­ρά, κα­τα­γρά­φει ως προ­βλη­μα­τι­κό έλ­λειμ­μα της κα­βα­φι­κής ποίη­σης.
Εί­ναι μάλ­λον προ­φα­νής η στρα­τη­γι­κή του Πα­λα­μά και στα δυο δη­μο­σιεύ­μα­τα. Δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση της εν πα­ρό­δω α­να­φο­ράς στην ποίη­ση του Κα­βά­φη, με μία μό­λις φρά­ση στην πρώ­τη και με σύ­ντο­μη πε­ρι­κο­πή στη δεύ­τε­ρη μό­νο ε­πι­φυλ­λί­δα, ε­νώ, εν μέ­ρει η βι­βλιο­κρι­σία και ο­λό­κλη­ρη η σει­ρά των ε­πι­φυλ­λί­δων πα­ρα­κι­νού­νται α­πό την πρό­θε­σή του να ε­πι­ση­μά­νει την πα­ρου­σία του Κα­βά­φη κα­τά έ­ναν συ­γκε­κρι­μέ­νο τρό­πο.
Πα­ρά τις συ­ντο­μεύ­σεις, η α­να­σύν­θε­ση της σχέ­σης Πα­λα­μάς-Κα­βά­φης θα χρεια­στεί συ­νέ­χεια. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/11/2015.