Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Πολλαπλό αφηγηματικό αρχιτεκτόνημα



Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου
«Το πρό­σω­πο του ου­ρα­νού»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Φε­βρουά­ριος 2013

Στην πε­ζο­γρα­φι­κή σο­δειά της περ­σι­νής χρο­νιάς, στα­θε­ρό στοι­χείο της υ­πό­θε­σης ε­κτε­νέ­στε­ρων και συ­ντο­μό­τε­ρων έρ­γων α­πο­τε­λεί η τρέ­χου­σα κρί­ση. Σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, προ­βάλ­λει ως το κυ­ρίως θέ­μα, συ­χνό­τε­ρα α­να­φέ­ρε­ται δευ­τε­ρευό­ντως, ως πα­ρά­γων, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο, κα­θο­ρι­στι­κός στη ζωή των η­ρώων. Γε­νι­κό­τε­ρα, φαί­νε­ται να ο­ρί­ζει το φό­ντο, στο ο­ποίο ε­κτυ­λίσ­σο­νται ό­σα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και διη­γή­μα­τα το­πο­θε­τού­νται σε πα­ρο­ντι­κό χρό­νο. Πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν το α­να­πό­φευ­κτο πλαί­σιο, μέ­σα α­πό τη στε­ρεό­τυ­πη μορ­φή, που της έ­χουν δώ­σει ο Τύ­πος και η τη­λεό­ρα­ση, με την έμ­φα­ση στις οι­κο­νο­μι­κές ε­πι­πτώ­σεις. Η Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου, χω­ρίς να βιά­ζε­ται, δια­τη­ρώ­ντας τους συγ­γρα­φι­κούς της ρυθ­μούς, έ­να βι­βλίο πε­ρί­που α­νά τριε­τία, έ­γρα­ψε και αυ­τή έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα συ­νυ­φα­σμέ­νο με την κρί­ση. Μό­νο που, στο δι­κό της βι­βλίο, η κρί­ση δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στις ελ­λη­νι­κές της δια­στά­σεις. Το κέ­ντρο του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού της χώ­ρου μέ­νει το­πο­θε­τη­μέ­νο στην Αγγλία, ει­δι­κό­τε­ρα, ό­πως και στις προ­η­γού­με­νες ι­στο­ρίες της, στη βο­ρειο­α­να­το­λι­κή πλευ­ρά της χώ­ρας. Εκεί ε­γκα­τα­στά­θη­κε πριν δώ­δε­κα χρό­νια η η­ρωί­δα της για σπου­δές και ε­κεί πα­ρα­μέ­νει. Αλλά­ζει μό­νο η πό­λη, κα­θώς η κα­τοι­κία με­τα­φέ­ρε­ται λί­γο νο­τιό­τε­ρα, α­πό το Εδιμ­βούρ­γο στις δί­δυ­μες πό­λεις, Νιού­κασλ και Σά­ντερ­λα­ντ. Η μυ­θο­πλα­σία, ω­στό­σο, δεν ε­μπλου­τί­ζε­ται α­πό τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των βρε­τα­νι­κών πό­λεων, που ε­πι­λέ­γο­νται. Για πα­ρά­δειγ­μα, οι συ­γκε­κρι­μέ­νες δυο πό­λεις φαί­νε­ται να προ­τι­μώ­νται για τις α­νά­γκες της πλο­κής, λό­γω της γειτ­νία­σής τους, και ό­χι για την ι­στο­ρία και τη φυ­σιο­γνω­μία τους, ό­πως η α­να­με­τα­ξύ τους δια­μά­χη, που κρα­τά­ει α­πό τον 16ο αιώ­να, με­ταλ­λασ­σό­με­νη στο εν­διά­με­σο α­πό οι­κο­νο­μι­κή σε πο­δο­σφαι­ρι­κή. 
Το βα­σι­κό στοι­χείο, που προ­σελ­κύει το εν­δια­φέ­ρον στα βι­βλία της Κολ­λιά­κου, εί­ναι η η­ρωί­δα της. Πι­θα­νώς να συ­νι­στά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των ε­φή­βων να δια­λέ­γουν τα α­γα­πη­μέ­να τους α­να­γνώ­σμα­τα με βά­ση τους ή­ρωές τους και να μέ­νουν προ­σκολ­λη­μέ­νοι σε αυ­τά, α­νυ­πο­μο­νώ­ντας να δια­βά­σουν τις και­νού­ριες πε­ρι­πέ­τειες του πρω­τα­γω­νι­στή, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν ο συγ­γρα­φέ­ας τον πα­ρα­κο­λου­θεί να με­γα­λώ­νει και να με­τα­βάλ­λο­νται τα προ­βλή­μα­τα και οι κα­τα­στά­σεις που α­ντι­με­τω­πί­ζει. Κά­πο­τε, ό­μως, ι­σχύει το ί­διο και για τους ε­νή­λι­κες, του­λά­χι­στον ό­σους έ­χουν τά­ση ταύ­τι­σης με χα­ρα­κτή­ρες συ­γκε­κρι­μέ­νου τύ­που. Ακρι­βο­λο­γώ­ντας, η εν λό­γω η­ρωί­δα δεν πα­ρα­μέ­νει η ί­δια. Αλλά­ζει ό­νο­μα, κα­θώς και άλ­λα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, αν και γε­νι­κώς, ε­λά­χι­στες ή και α­νύ­παρ­κτες εί­ναι οι πλη­ρο­φο­ρίες για την ε­ξω­τε­ρι­κή της εμ­φά­νι­ση. Εκεί­νο, που πα­ρα­μέ­νει α­με­τά­βλη­το και α­πλώς, ε­μπλου­τί­ζε­ται με πε­ρισ­σό­τε­ρες λε­πτο­μέ­ρειες, ώ­στε να προ­βάλ­λει ευ­κρι­νέ­στε­ρα η ι­διαι­τε­ρό­τη­τά του, εί­ναι ο χα­ρα­κτή­ρας της. Ευ­θύς εξ αρ­χής, πα­ρου­σιά­ζε­ται συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­να­σφα­λής, με ό­λα τα συ­να­κό­λου­θα στους τρό­πους συ­μπε­ρι­φο­ράς, τα ο­ποία, ό­μως, φα­νε­ρώ­νο­νται, σι­γά σι­γά, μέ­σα α­πό τις νέες δυ­σκο­λίες, που πα­ρου­σιά­ζο­νται, οι­κο­δο­μώ­ντας αρ­τιό­τε­ρα έ­ναν α­να­γνω­ρί­σι­μο τύ­πο. Η η­ρωί­δα της Κολ­λιά­κου μη­ρυ­κά­ζει συ­νε­χώς ό­σα της συμ­βαί­νουν, διυ­λί­ζο­ντας συ­μπε­ρι­φο­ρές προς α­να­ζή­τη­ση κι­νή­τρων και προ­θέ­σεων. Με μειω­μέ­νη αυ­το­ε­κτί­μη­ση, ε­ξαρ­τά­ται σχε­δόν πα­θο­λο­γι­κά α­πό τη γνώ­μη των άλ­λων, ε­πι­ζη­τώ­ντας ε­πι­βε­βαίω­ση και τρέ­μο­ντας την α­πόρ­ρι­ψη. Κά­πως έ­τσι κα­τα­λή­γει να χά­νει την προ­σω­πι­κό­τη­τά της, ε­τε­ρο­προσ­διο­ρι­ζό­με­νη α­πό τον σύ­ζυ­γο, τον ε­ρα­στή ή και κά­ποιο φι­λι­κό πρό­σω­πο. Κι αν πρώ­τη αυ­τή τορ­πι­λί­ζει τη συ­ζυ­γι­κή σχέ­ση με την εύ­ρε­ση ε­ρα­στή, ο τρό­πος που συ­γκα­λύ­πτει την πα­ρα­σπον­δία της δεν εί­ναι πα­ρά μια ε­πι­πλέ­ον έν­δει­ξη της α­νω­ρι­μό­τη­τάς της.
Για μια πα­ρό­μοια η­ρωί­δα, η καλ­λιέρ­γεια νέων σχέ­σεων αλ­λά και η δια­τή­ρη­ση, κυ­ρίως η δια­κο­πή, των πα­λαιών δε­σμών προσ­λαμ­βά­νουν δια­στά­σεις πε­ρι­πέ­τειας, με ε­κεί­νη με­τέω­ρη α­νά­με­σα σε α­κραίες συ­μπε­ρι­φο­ρές εν­δο­τι­κό­τη­τας και ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας ή, η­πιό­τε­ρα, κα­χυ­πο­ψίας. Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα, η η­ρωί­δα έ­χει φθά­σει αι­σίως τα τριά­ντα ο­κτώ και οι προ­βλη­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις, που α­ντι­με­τω­πί­ζει, συμ­βα­δί­ζουν με την η­λι­κία της. Υπάρ­χει και πά­λι σύ­ζυ­γος, Άγγλος. Μό­νο που, με­τά δε­κα­πε­ντα­ε­τή συμ­βίω­ση, με­τρώ­ντας και την προ­γα­μιαία στην Αθή­να, ό­που και εί­χαν γνω­ρι­στεί, η σχέ­ση κλυ­δω­νί­ζε­ται. Εκεί­νος ε­γκα­θί­στα­ται προ­σω­ρι­νά σε άλ­λο τό­πο, ε­νώ ε­πι­κρέ­μα­ται η α­πει­λή του ο­ρι­στι­κού χω­ρι­σμού. Εδώ, ό­μως, οι νέες πε­ρι­πέ­τειες ο­φεί­λο­νται, κυ­ρίως, στο δε­κα­ε­τή γιο. Σχέ­ση, έ­τσι κι αλ­λιώς, προ­βλη­μα­τι­κή λό­γω της η­λι­κίας του, που γί­νε­ται α­κό­μη δυ­σκο­λό­τε­ρη για μια φύ­σει ε­νο­χι­κή μη­τέ­ρα, η ο­ποία νιώ­θει δυ­σά­ρε­στα με την πα­ρα­μι­κρή πρω­το­βου­λία. Σε αυ­τήν την πυ­ρη­νι­κή οι­κο­γέ­νεια, προ­στί­θε­ται και πά­λι η μη­τέ­ρα της η­ρωί­δας, ό­που, ό­μως, σκια­γρα­φεί­ται έ­νας κά­πως δια­φο­ρε­τι­κός τύ­πος. Για τις α­νά­γκες της μυ­θο­πλα­σίας, δια­κα­τέ­χε­ται α­πό “κα­το­χι­κά σύν­δρο­μα”, κα­τα­λή­γο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­στα­τευ­τι­κή ό­σο και κα­τα­πιε­στι­κή, με μό­νι­μο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το σχε­δόν α­δύ­να­το της συ­νεν­νό­η­σης κό­ρης και μη­τέ­ρας. Σε α­ντί­θε­ση, με τον γε­μά­το κα­τα­νό­η­ση πα­τέ­ρα, α­πο­θα­νό­ντα στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης, ό­πως και τα πε­θε­ρι­κά της, για τους ο­ποίους ε­πι­νο­εί­ται έ­να τρα­γι­κό ι­στο­ρι­κό. Από ψυ­χο­λο­γι­κής ά­πο­ψης, πι­θα­νώς και α­να­γκαίο, για να αι­τιο­λο­γη­θεί ο α­κα­τα­στά­λα­κτος, κα­τα­πιε­σμέ­νος, αλ­λά και συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­να­σφα­λής, σύ­ζυ­γος.
Σε τρί­το πρό­σω­πο ο κυ­ρίως κορ­μός της α­φή­γη­σης, μοι­ρά­ζε­ται στον εν­διά­θε­το λό­γο των δυο ε­σω­στρε­φών συ­ζύ­γων, ό­που φα­νε­ρώ­νε­ται η ε­κα­τέ­ρω­θεν αλ­λη­λο­ε­ξάρ­τη­ση, χω­ρίς να δί­νε­ται ο­ρι­στι­κή λύ­ση στην α­να­με­τα­ξύ τους συ­ναι­σθη­μα­τι­κή εκ­κρε­μό­τη­τα. Αυ­τό το α­νοι­χτό τέ­λος, που η συγ­γρα­φέ­ας προ­τι­μά στις ι­στο­ρίες της, α­φαι­ρεί την έκ­πλη­ξη της α­να­τρο­πής. Ίσως, ό­μως, και να μην χρειά­ζε­ται σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα με τό­σα θε­μα­τι­κά ευ­ρή­μα­τα. Κα­τ’ αρ­χάς, μια υ­πό­θε­ση, που στρέ­φε­ται ποι­κι­λο­τρό­πως γύ­ρω α­πό τα σύν­νε­φα, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το ό­νο­μα της η­ρωί­δας. Μια Νε­φέ­λη, που μπο­ρεί μεν να μην έ­τε­κε, ό­πως η μυ­θο­λο­γι­κή, Κέ­νταυ­ρους, αλ­λά ο γιος της δεν α­πέ­χει και πο­λύ α­πό έ­να τε­ρα­τά­κι τύ­που Χά­ρι Πό­τερ. Μια Νε­φέ­λη, που συ­νή­θι­σε να ζει κά­τω α­πό έ­ναν μο­νί­μως νε­φε­λώ­δη ου­ρα­νό, ε­νώ α­πει­λη­τι­κά σύν­νε­φα πλη­θαί­νουν στη ζωή της. Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά το στε­νά υ­παρ­ξια­κού και κοι­νω­νι­κού χα­ρα­κτή­ρα πλαί­σιο. Το μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­μως, εμ­φα­νί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο φι­λό­δο­ξο, κα­θώς α­να­μι­γνύει στο μύ­θο σύγ­χρο­νους ε­φιάλ­τες. Ξε­κι­νώ­ντας α­πό τα σύν­νε­φα, μέ­ρος της μυ­θο­πλα­σίας α­να­φέ­ρε­ται στις ε­πεμ­βά­σεις, που ε­πι­χει­ρού­νται στα και­ρι­κά φαι­νό­με­να, τό­σο για κα­λούς ό­σο και για δό­λιους σκο­πούς, ό­πως ο ψε­κα­σμός των νε­φών με δη­λη­τη­ριώ­δη χη­μι­κά για την εκ­κα­θά­ρι­ση α­νε­πι­θύ­μη­των πλη­θυ­σμών.
Αυ­τήν την οι­κου­με­νι­κή προ­βο­λή την ε­πι­τυγ­χά­νει με την πα­ρεμ­βο­λή, ε­ναλ­λάξ με τα κε­φά­λαια του κυ­ρίως κορ­μού, κε­φα­λαίων α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα, που συγ­γρά­φει ο πα­νε­πι­στη­μια­κός σύ­ζυ­γος της Νε­φέ­λης, ό­ταν τον α­πο­λύουν. Συ­νο­λι­κά δέ­κα ε­φτά, τα δέ­κα τέσ­σε­ρα με τίτ­λους, τα υ­πό­λοι­πα τρία εν­σω­μα­τω­μέ­να στη διή­γη­σή του, πα­ρου­σιά­ζο­νται να έ­χουν ως πρό­τυ­πο τη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή ά­λυ­σο του «Χά­ρι Πό­τερ». Από ε­κεί δα­νεί­ζε­ται ο ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας τα ο­νό­μα­τα των η­ρώων του, και σε μια προ­σπά­θεια συ­νο­μι­λίας με τα α­να­γνώ­σμα­τα του γιου του. Τε­λι­κά, ω­στό­σο, αυ­τό το μί­νι μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρα­πέ­μπει  πε­ρισ­σό­τε­ρο στους α­διέ­ξο­δους κό­σμους του Όργουε­λ, λει­τουρ­γώ­ντας σαν μια δυ­στο­πία ε­νός ό­χι και τό­σο μα­κρι­νού  μέλ­λο­ντος. 
Όσο για τα σύν­νε­φα ως έ­να α­πό τα κε­ντρι­κά μο­τί­βα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, δεν α­πο­κλείε­ται η συγ­γρα­φέ­ας να πή­ρε την ι­δέα α­πό το προ ε­ξα­ε­τίας αγ­γλι­κό μπε­στ σέ­λερ «The cloudspotter’s guide». Το βι­βλίο με­τα­φρά­στη­κε στα ελ­λη­νι­κά, αλ­λά δεν μπή­κε στα ευ­πώ­λη­τα, πα­ρά την πα­ραλ­λα­γή στην α­πό­δο­ση του τίτ­λου, «Οδη­γός του α­νέ­με­λου πα­ρα­τη­ρη­τή των νε­φών», σε μια α­πό­πει­ρα να δο­θεί έ­νας α­νά­λα­φρος τό­νος στον ο­νο­μα­το­λο­γι­κό φόρ­το. Της συγ­γρα­φέως, πά­ντως, δεν θα της χρειά­στη­κε έ­νας τό­σο διε­ξο­δι­κός ο­δη­γός ού­τε για το ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο ού­τε για το κυ­ρίως μυ­θι­στό­ρη­μα. Στο πρώ­το, για­τί το βά­ρος δί­νε­ται στις πρα­κτι­κές δυ­σκο­λίες των χει­ρι­στών ε­νός α­νε­μό­πτε­ρου βομ­βαρ­δι­στι­κού νε­φών και λι­γό­τε­ρο στις συ­ναι­σθη­μα­τι­κές τους με­τα­πτώ­σεις, ό­ταν α­ντι­κρί­ζουν τις ποι­κι­λίες νε­φών. Και στο δεύ­τε­ρο, για­τί τα νέ­φη γί­νο­νται μεν θέ­μα συ­ζή­τη­σης, με α­φορ­μή τον γιο, που γρά­φει εκ­θέ­σεις α­ντι­γρά­φο­ντας τον πα­τέ­ρα του, κα­θώς και χά­ρις σε έ­ναν πρό­σθε­το ή­ρωα, κα­νέ­νας, ό­μως, δεν πεί­θει για πα­θια­σμέ­νος πα­ρα­τη­ρη­τής νε­φών. 
Στα βι­βλία της, η Κολ­λιά­κου ε­πα­να­λαμ­βά­νει ο­ρι­σμέ­νες σκη­νές, ό­πως, λ.χ., οι κω­μι­κο­τρα­γι­κές σε ο­δο­ντια­τρείο, κα­θώς και κά­ποια μυ­θο­πλα­στι­κά τε­χνά­σμα­τα. Ένα α­πό αυ­τά εί­ναι η ε­μπλο­κή στην υ­πό­θε­ση μιας η­ρωί­δας ε­κτός οι­κο­γε­νεια­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, που λει­τουρ­γεί ως κα­τα­λύ­της στις ό­ποιες ε­ξε­λί­ξεις. Στη νου­βέ­λα «Λώ­ρος» του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου, ε­πρό­κει­το για μια δυ­να­μι­κή γυ­ναί­κα, που συμ­βιώ­νει με τη σύ­ντρο­φό της και α­να­λαμ­βά­νει το ρό­λο του πα­τέ­ρα κα­τά την ε­γκυ­μο­σύ­νη της. Εδώ, εί­ναι μια ε­ξί­σου αυ­τάρ­κης και δυ­να­μι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα, που πα­ρου­σιά­ζε­ται ως “συλ­λέκ­τρια νε­φώ­ν”. Αυ­τό ση­μαί­νει, ό­πως ε­ξη­γεί, ό­τι φω­το­γρα­φί­ζει σύν­νε­φα και κα­τα­γρά­φει ποια εί­δη βλέ­πει. Κα­μία ο­μοιό­τη­τα, ω­στό­σο, με τον Για­πω­νέ­ζο ή­ρωα του γαλ­λι­κού μπε­στ σέ­λε­ρ, «La theorie des nuages», με τον ο­ποίο έ­σπευ­σε να την συ­γκρί­νει βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής. Κι αυ­τό, ό­χι για­τί δεν συλ­λέ­γει και ε­κεί­νη ο­τι­δή­πο­τε έ­χει σχέ­ση με την πα­ρα­τή­ρη­ση των νε­φών, αλ­λά για­τί την συγ­γρα­φέα δεν φαί­νε­ται να την α­πα­σχο­λεί το πλά­σι­μο ε­νός ι­διαί­τε­ρου ή­ρωα, ό­πως ο έμ­μο­νος, ί­σως και ρο­μα­ντι­κός, χα­ρα­κτή­ρας ε­νός πα­ρό­μοιου πα­ρα­τη­ρη­τή και φω­το­γρά­φου νε­φών. Αρκεί­ται σε μια κά­πως πα­ρά­ξε­νη πα­ρου­σία, με την ο­ποία γε­φυ­ρώ­νει τα τρία τμή­μα­τα του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού της αρ­χι­τε­κτο­νή­μα­τος. Το κυ­ρίως σώ­μα, το μί­νι μυ­θι­στό­ρη­μα ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας και έ­να τρί­το, ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο υ­πό τη μορ­φή ε­νός ε­κτε­νούς κε­φα­λαίου. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, αυ­τό το τε­λευ­ταίο εμ­φα­νί­ζε­ται συμ­με­τρι­κό προς το έ­τε­ρο ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο, κα­θώς α­να­φέ­ρε­ται στο πα­ρελ­θόν. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στη Μά­χη της Κρή­της. Πρό­κει­ται για μια α­κό­μη ε­ξι­στό­ρη­ση, αλ­λά, κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη πε­νή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα α­πό Βρε­τα­νό στρα­τιώ­τη, που φω­τί­ζει τη λι­γό­τε­ρο γνω­στή πτυ­χή για την  εκ­κέ­νω­ση της νή­σου α­πό τα βρε­τα­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα. 
Πα­ρά την προ­σπά­θεια σύν­δε­σης των τριών ε­πι­μέ­ρους μυ­θο­πλα­σιών, το μυ­θι­στό­ρη­μα δια­τη­ρεί α­πο­σπα­σμα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ε­νώ ο κυ­ρίως κορ­μός μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει και αυ­το­τε­λώς. Σε αυ­τόν σκια­γρα­φεί­ται η πε­ρίο­δος της κρί­σης. Ξε­κι­νώ­ντας η συγ­γρα­φέ­ας α­πό την πε­ρι­γρα­φή της ση­με­ρι­νής τά­ξης πραγ­μά­των στην Αγγλία, της ο­ποίας κά­ποιες πλευ­ρές α­πο­τυ­πώ­νο­νται και στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο της, δί­νει μια ει­κό­να για το πώς βιώ­νει τις συ­νέ­πειες της κρί­σης ο πα­νε­πι­στη­μια­κός χώ­ρος. Πε­ρι­γρά­φει δο­μι­κές αλ­λα­γές και νο­ση­ρές με­ταλ­λά­ξεις στις νοο­τρο­πίες διευ­θυ­ντι­κών στε­λε­χών και δι­δα­σκό­ντων. Όσο για την ελ­λα­δι­κή κρί­ση, η ει­κό­να α­πο­βαί­νει στε­ρεό­τυ­πη, κα­θώς σκια­γρα­φεί­ται μέ­σα α­πό τις οι­κο­νο­μι­κές δυ­σκο­λίες της συ­ντα­ξιού­χου μη­τέ­ρας και τον α­πα­ξιω­τι­κό τρό­πο α­ντι­με­τώ­πι­σης των Ελλή­νων στην γη­ραιά Αλβιώ­να. Πέ­ραν της κρί­σης, με­γα­λύ­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν οι προ­σπά­θειες του συ­ζύ­γου της Νε­φέ­λης για την έκ­δο­ση του βι­βλίου του, κα­θώς ό­λα αυ­τά γύ­ρω α­πό τους λο­γο­τε­χνι­κούς ατ­ζέ­ντη­δες και τα κρι­τή­ρια ε­πι­λο­γής των προς έκ­δο­ση βι­βλίων, αρ­γά ή γρή­γο­ρα, θα έρ­θουν και σε ε­μάς. Ή, μή­πως, έ­χουν ή­δη έρ­θει; Όπως και να έ­χει, συ­γκρα­τού­με μια φρά­ση, μάλ­λον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή, για τον τρό­πο, που γί­νε­ται ευ­ρύ­τε­ρα α­ντι­λη­πτή η συγ­γρα­φή ε­νός μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ο ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας δια­λο­γί­ζε­ται: “Κα­λό και σκό­πι­μο ή­ταν να βά­λει α­πό μό­νος του μια προ­θε­σμία λή­ξης – το χα­σο­μέ­ρι ού­τε στο γρά­ψι­μο έ­κα­νε κα­λό.”     
Τέ­λος, τα σύν­νε­φα ε­νέ­πνευ­σαν στην Κολ­λιά­κου τον τέ­ταρ­το πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο της, κα­θώς αυ­τά δεν εί­ναι πα­ρά “μια έκ­φρα­ση στο πρό­σω­πο του ου­ρα­νού”. Από την άλ­λη, έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό αυ­τά πρό­σφε­ρε μια ευ­και­ρία να δεί­ξει τη διτ­τή της ι­διό­τη­τα, της γλωσ­σο­λό­γου και της πε­ζο­γρά­φου. Τα τρία δια­φο­ρε­τι­κά μυ­θο­πλα­στι­κά πλαί­σια ε­πέ­βα­λαν, έ­στω και στοι­χειω­δώς, δια­κρι­τές με­τα­ξύ τους γλωσ­σι­κές δια­φο­ρές. Αλλά κά­τι τέ­τοιο θα χρεια­ζό­ταν χα­σο­μέ­ρι στο γρά­ψι­μο, που έ­νας ε­παγ­γελ­μα­τίας δεν θεω­ρεί ού­τε κα­λό ού­τε σκό­πι­μο, ό­πως θα α­ντέ­τει­νε το πα­νε­πι­στη­μια­κό alter ego της Κολ­λιά­κου. Θα μπο­ρού­σε, πά­ντως, να α­φε­θεί, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, να την συ­ναρ­πά­σουν τα σύν­νε­φα, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται σε συ­νέ­ντευ­ξή της πώς της συ­νέ­βη πο­δη­λα­τώ­ντας στην αγ­γλι­κή ε­ξο­χή.  
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου  

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/3/2013.

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Το περιοδικό του Μάνου Χατζιδάκι



Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος
«ΤΟ ΤΕ­ΛΕΥ­ΤΑΙΟ ΤΕ­ΤΑΡ­ΤΟ
Ένα ελ­λη­νι­κό χρο­νι­κό»
Εκδό­σεις Πό­λις
Οκτώ­βριος 2012

 Το τελευταίο τεύχος
υπό την διεύθυνση
του Μάνου Χατζιδάκι.











Μό­λις τέσ­σε­ρις μή­νες με­τά την πα­ρου­σία­ση  του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου, «Η ε­πι­δη­μία», έκ­δο­ση του 2011, ε­πα­νερ­χό­μα­στε με α­φορ­μή το και­νού­ριο του βι­βλίο. Τε­λι­κά, ά­δι­κοι οι φό­βοι μας. Ως ά­ψο­γος ε­παγ­γελ­μα­τίας συγ­γρα­φέ­ας, δεν α­θέ­τη­σε ού­τε ε­φέ­τος το ο­κτω­βρια­νό ρα­ντε­βού του με τους α­να­γνώ­στες. Απλώς, το βι­βλίο του διέ­λα­θε α­πό τους “100 νέ­ους τίτ­λους του φθι­νο­πώ­ρου”, κα­θώς δεν υ­πά­γε­ται στη συ­νή­θη δυα­δι­κή τα­ξι­νό­μη­ση μυ­θι­στο­ρή­μα­τα-δο­κί­μια. Πα­ρά τα μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά του στοι­χεία και τη δο­κι­μια­κή του χροιά, κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, δεν ε­ντάσ­σε­ται σε κα­μία α­πό τις δυο κα­τη­γο­ρίες. Αλλά και σε πεί­σμα του υ­πό­τιτ­λου, ού­τε στα χρο­νι­κά μπο­ρεί να συ­μπε­ρι­λη­φθεί, α­φού πόρ­ρω α­πέ­χει μιας λε­πτο­με­ρούς ε­ξι­στό­ρη­σης γε­γο­νό­των σε κά­ποια χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά. Ήδη, α­πό τις πρώ­τες σε­λί­δες, κα­θί­στα­ται εμ­φα­νές ό­τι της εύ­τα­κτης α­νά­πτυ­ξης υ­πε­ρι­σχύει η συ­νειρ­μι­κή α­να­δρο­μή, ε­νώ η ε­ξι­στό­ρη­ση ε­στιά­ζε­ται στο ε­πί μέ­ρους, φω­τί­ζο­ντας πλα­γίως τη συ­νο­λι­κή ει­κό­να. Και τα δυο αυ­τά συ­νι­στούν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μάλ­λον μυ­θι­στο­ρή­μα­τος πα­ρά χρο­νι­κού. Πλην, ό­μως, ό­πως προσ­διο­ρί­ζει ο υ­πό­τιτ­λος, ε­δώ πρό­κει­ται για “έ­να ελ­λη­νι­κό χρο­νι­κό”, που, με τη ση­με­ρι­νή χρή­ση της λέ­ξης ελ­λη­νι­κός α­πό τους λοι­πούς Ευ­ρω­παίους, μπο­ρεί να ση­μαί­νει και τρε­λό, με την έν­νοια του πα­ρά­λο­γου, που ε­νυ­πάρ­χει κά­πο­τε στις μυ­θο­πλα­σίες.
Στον πρό­λο­γο, πά­ντως, ο συγ­γρα­φέ­ας δη­λώ­νει ό­τι πρό­θε­σή του ή­ταν “να γρά­ψει το χρο­νι­κό της πε­ρι­πέ­τειας του «Τέ­ταρ­του»”, την ο­ποία το­πο­θε­τεί στο τε­λευ­ταίο έ­τος της πρώ­της δια­κυ­βέρ­νη­σης ΠΑ­ΣΟΚ και στο ξε­κί­νη­μα της δεύ­τε­ρης. Κα­τά τα άλ­λα, λαμ­βά­νει ως δε­δο­μέ­νο, ό­τι ό­σοι α­νοί­ξουν το βι­βλίο γνω­ρί­ζουν τι εί­ναι αυ­τό το «Τέ­ταρ­το». Ο ί­διος το α­να­φέ­ρει σαν έ­να πε­ριο­δι­κό, που “δεν έ­γρα­ψε Ιστο­ρία”, ού­τε “ση­μά­δε­ψε τα πνευ­μα­τι­κά πράγ­μα­τα του τό­που”. Προ­χω­ρά­ει, ω­στό­σο, και δι­καιο­λο­γεί την πρό­θε­σή του. Όταν α­να­φέ­ρε­ται στην “πε­ρι­πέ­τεια του πε­ριο­δι­κού”, δεν εν­νο­εί αυ­τό κα­θ’ αυ­τό το πε­ριο­δι­κό, ως έ­να πε­ριο­δι­κό υ­ψη­λής στάθ­μης, α­φού, ό­πως ι­σχυ­ρί­ζε­ται, ού­τε καν κοί­τα­ξε τα τεύ­χη, αλ­λά το πώς αυ­τό προέ­κυ­ψε και μπή­κε σε εκ­δο­τι­κή πο­ρεία. Κι αυ­τό, για­τί τον εν­δια­φέ­ρουν τα πρό­σω­πα και οι κα­τα­στά­σεις, με ε­πί­κε­ντρο τη σύ­γκρι­ση τού τό­τε με το σή­με­ρα. Τον εν­δια­φέ­ρουν, κυ­ρίως, οι δυο βα­σι­κοί ε­μπλε­κό­με­νοι στην “πε­ρι­πέ­τεια του πε­ριο­δι­κού”. Ο διευ­θυ­ντής του, Μά­νος Χατ­ζι­δά­κις και ο εκ­δό­της του, Γιώρ­γος Κο­σκω­τάς. Και πά­λι, ό­μως, ό­χι σαν α­το­μι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, αλ­λά σαν εκ­πρό­σω­ποι δυο εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­των α­ντι­λή­ψεων. Κα­τά τον συγ­γρα­φέα, έ­κα­στος α­πο­τέ­λε­σε κά­τι σαν σή­μα κα­τα­τε­θέν μιας ο­ρι­σμέ­νης νοο­τρο­πίας. 

Ακρι­βώς μια γε­νιά

Ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος χρη­σι­μο­ποιεί τη λέ­ξη νοο­τρο­πία, η ο­ποία ε­στιά­ζε­ται στον τρό­πο του σκέ­πτε­σθαι, α­πο­φεύ­γο­ντας τη λέ­ξη η­θι­κή, που εί­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη με τους κα­νό­νες συ­μπε­ρι­φο­ράς. Κι ό­μως, ε­πι­διώ­κει να θέ­σει τον δά­κτυ­λο εις τον τύ­πον των ή­λων, ζη­τώ­ντας τα συ­μπτώ­μα­τα της ελ­λη­νι­κής “με­τάλ­λα­ξης”, που έ­λα­βε χώ­ρα στη διάρ­κεια μιας γε­νιάς. Αν ε­μείς, κά­πως αυ­θαί­ρε­τα, με­τρή­σου­με τη γε­νιά α­πό την 1η Ια­νουα­ρίου 1981, την η­με­ρο­μη­νία ε­πί­ση­μης έ­ντα­ξης της Ελλά­δας στην Ευ­ρω­παϊκή Κοι­νό­τη­τα, και την ε­πε­κτεί­νου­με στο κο­ντι­νό μέλ­λον, μέ­χρι την αρ­χή του 2014, ο­πό­ταν ο­ρι­σμέ­νοι προ­φή­τες κα­κών το­πο­θε­τούν την κα­τάρ­ρευ­ση, θα έ­χου­με μια α­κέ­ραια γε­νιά, 33 ε­τών. Έτσι, πι­θα­νώς και να α­να­δει­κνύε­ται πλη­ρέ­στε­ρα το κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο, που ό­λοι βιώ­νου­με και για το ο­ποίο οι ει­δι­κοί ε­πι­στρα­τεύουν αυ­τόν τον δά­νειο α­πό τη βιο­λο­γία ό­ρο. Ωστό­σο, ό­ποιος κά­νει λό­γο για “με­τάλ­λα­ξη”, δη­λα­δή  τρο­πο­ποίη­ση της κλη­ρο­νο­μι­κής σύ­στα­σης ε­νός κυτ­τά­ρου, που κα­τα­λή­γει σε γε­νε­τι­κή αλ­λα­γή του ορ­γα­νι­σμού, α­πο­δέ­χε­ται πως το εν λό­γω κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο έ­χει δυο βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά.
Πρώ­τον, ό­τι, κα­τά την εκ­κί­νη­ση, υ­πε­ρί­σχυε, ως κλη­ρο­νο­μι­κή ι­διο­συ­στα­σία, η α­το­μι­κή η­θι­κή και αν πρό­κει­ται για πνευ­μα­τι­κούς δη­μιουρ­γούς, η ευαι­σθη­σία, η ο­ποία και κυ­ρίως εκ­φρα­ζό­ταν με την καλ­λι­τε­χνι­κή δη­μιουρ­γία. Και δεύ­τε­ρον, ό­τι, στην τε­λι­κή φά­ση, έ­χει πα­ρα­με­ρι­στεί η προ­σω­πι­κή ευ­θύ­νη και έ­χει α­πο­κα­τα­στα­θεί η δη­μο­κρα­τία των μέ­σων ό­ρων ή και “μα­ζι­κή δη­μο­κρα­τία”. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, ε­στιά­ζο­ντας στο χώ­ρο του πο­λι­τι­σμού, αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι, για το τι συ­νι­στά έρ­γο τέ­χνης, μπο­ρεί να α­πο­φαί­νε­ται ο κα­θέ­νας. Γεν­νά­ται, ω­στό­σο, το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο συμ­φω­νεί ο συγ­γρα­φέ­ας ό­τι αυ­τό το δεύ­τε­ρο στοι­χείο α­πο­τε­λεί ση­μείο κα­τά­πτω­σης του ση­με­ρι­νού κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος. Από την ε­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φία του, ό­πως, λ.χ., σχε­τι­κά με τα χρυ­σαυ­γί­τι­κα στο Χυ­τή­ριο, κά­τι τέ­τοιο δεν εί­ναι σα­φές. Κά­πο­τε, φαί­νε­ται να πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό τις α­πό­ψεις των πε­πτω­κό­των δια­νοού­με­νων, ό­πως ο ί­διος ο­ρί­ζει εύ­στο­χα τους “κουλ­του­ριά­ρη­δες”. Στο βι­βλίο, πά­ντως, ο α­φη­γη­τής υ­πεκ­φεύ­γει.

Ρη­ξι­κέ­λευ­θες ι­δέες

Πέ­ραν του προ­λό­γου και των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων, το βι­βλίο θα ι­κα­νο­ποιή­σει ό­σους γνω­ρί­ζουν μέ­σες ά­κρες “την πε­ρι­πέ­τεια του «Τέ­ταρ­του»”, αλ­λά και ό­σους δεν το έ­χουν ού­τε α­κου­στά. Τους πρώ­τους, α­φού τους δί­νει την ευ­και­ρία να ρί­ξουν μια μα­τιά στο πα­ρα­σκή­νιο, α­νε­ξάρ­τη­τα αν, ξε­κι­νώ­ντας την α­νά­γνω­ση, πι­θα­νώς να ήλ­πι­ζαν σε πε­ρισ­σό­τε­ρα. Τους δεύ­τε­ρους, για­τί θα πά­ρουν μια γεύ­ση για το πώς λει­τουρ­γού­σε ο εκ­δο­τι­κός χώ­ρος πριν κο­ντά τώ­ρα τριά­ντα χρό­νια. Άλλω­στε, α­κό­μη και να θέ­λουν να ε­ξα­κρι­βώ­σουν την α­λή­θεια ή το α­νυ­πό­στα­το ό­σων ε­ξι­στο­ρού­νται, τα ί­χνη του πε­ριο­δι­κού έ­χουν σχε­δόν α­πα­λει­φθεί. Στις δυο πρό­σφα­τες δε­κα­ε­τίες, κα­τά το γύ­ρι­σμα του αιώ­να, υ­πο­τι­μή­θη­κε το πα­ρελ­θόν έ­να­ντι του πα­ρό­ντος και κυ­ρίως, του μέλ­λο­ντος. Ποιος θα α­σχο­λη­θεί με τον Τύ­πο α­πό την Με­τα­πο­λί­τευ­ση και ε­δώ­θε. Όσο για το Δια­δί­κτυο, που α­πο­τε­λεί την κυ­ρίαρ­χη πλέ­ον πη­γή ε­νη­μέ­ρω­σης, στο ε­ρώ­τη­μα, πε­ριο­δι­κό «Τέ­ταρ­το», δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για το πα­τρι­νό free press «Τέ­ταρ­το».
Το πλέ­ον εν­δια­φέ­ρον στοι­χείο του βι­βλίου βρί­σκε­ται μάλ­λον στο ά­τυ­πο α­πο­μνη­μό­νευ­μα πα­ρά στο τεκ­μη­ριω­μέ­νο δο­κί­μιο. Άλλω­στε, τον χα­ρα­κτή­ρα του “memoir”, ό­πως το α­πο­κά­λε­σε ευ­ρω­παΐζων κρι­τι­κός, προ­δί­δουν και τα α­πο­κα­λού­με­να πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, με πρώ­το τη φω­το­γρα­φία ε­ξω­φύλ­λου. Πρό­κει­ται για λε­πτο­μέ­ρεια φω­το­γρα­φίας δη­μο­σιευ­μέ­νης στο τεύ­χος του Ιου­νίου 1985, το ο­ποίο θα πρέ­πει να κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τά τις ε­κλο­γές της 2ας Ιου­νίου, που έ­φε­ραν έ­να ΠΑ­ΣΟΚ του 46%, μείον μό­λις δυο μο­νά­δες α­πό την θριαμ­βι­κή εί­σο­δό του δυό­μι­σι και κά­τι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Αυ­τό προ­δί­δει το “editorial” του Χατ­ζι­δά­κι, με τίτ­λο, «Μια μωβ σκιά Μαΐου». Μπο­ρεί το πε­ριε­χό­με­νο του να μην α­να­φέ­ρε­ται στην πο­λι­τι­κή ε­πι­και­ρό­τη­τα, ω­στό­σο κα­τα­λή­γει με “την μωβ σκιά” της ε­κλο­γι­κής νί­κης. Η μα­σκα­ρι­σμέ­νη φω­το­γρα­φία συ­γκρα­τεί δυο μό­νο πρό­σω­πα, τους πρω­τα­γω­νι­στές του “memoir”. Τον συγ­γρα­φέα και τον Χατ­ζι­δά­κι, σε μια κά­πως πα­ρά­ξε­νη στά­ση. Με­τω­πι­κά, χα­μο­γε­λα­στούς, με σταυ­ρω­μέ­να στο στή­θος τα χέ­ρια, σαν έ­τοι­μους για κά­ποια α­να­μέ­τρη­ση. Πρό­κει­ται για την τυ­πο­ποιη­μέ­νη φω­το­γρα­φι­κή πό­ζα πο­δο­σφαι­ρι­κής ο­μά­δας πριν τον α­γώ­να. 
Η φω­το­γρα­φία εί­ναι α­πό την ει­κο­νο­γρά­φη­ση του «Φα­ντα­στι­κού κα­φε­νείου» ε­κεί­νου του τεύ­χους, που ή­ταν α­φιε­ρω­μέ­νο στο πο­δό­σφαι­ρο. Η εν λό­γω ρου­μπρί­κα ή­ταν μια α­πό τις πρω­τό­τυ­πες ή και ρη­ξι­κέ­λευ­θες ι­δέες του Χατ­ζι­δά­κι. Εκεί­νος ό­ρι­ζε το θέ­μα, ε­πέ­λε­γε τους συ­νο­μι­λη­τές και συμ­με­τεί­χε ως κο­ρυ­φαίος, προ­σπα­θώ­ντας να στή­σει “κα­φε­νεια­κή κου­βέ­ντα”. Ως σύλ­λη­ψη στό­χευε να εί­ναι ο α­ντί­λο­γος της νεό­κο­πης α­κό­μη τό­τε τη­λε­ο­πτι­κής “στρογ­γυ­λής τρά­πε­ζας”. Στην πρά­ξη, ό­μως, η ι­δέα θα πρέ­πει να α­πο­δείχ­θη­κε ου­το­πι­κή, α­φού πραγ­μα­το­ποιή­θη­καν μό­λις πέ­ντε πα­ρό­μοιες συ­ζη­τή­σεις. Αλλά και ο­λό­κλη­ρο το «Τέ­ταρ­το» του Χατ­ζι­δά­κι, με μό­λις έ­ντε­κα τεύ­χη, μή­πως δεν α­πο­δείχ­θη­κε ου­το­πι­κό. Το ρη­το­ρι­κό ε­ρώ­τη­μα, που θέ­τει ο συγ­γρα­φέ­ας στο ε­πι­λο­γι­κό κε­φά­λαιο, κα­τά πό­σο “ή­ταν κα­λό πε­ριο­δι­κό”, δεν εί­ναι το πιο πρό­σφο­ρο. Το πε­ριο­δι­κό έ­μει­νε ως μύ­θος στο χώ­ρο του πο­λι­τι­σμού. Κά­τι σαν τον συγ­γρα­φέα του ε­νός αλ­λά ση­μα­δια­κού βι­βλίου. Ως α­νά­μνη­ση της ε­πο­χής πριν την “με­τάλ­λα­ξη”, ό­ταν η ποιό­τη­τα α­πο­τε­λού­σε α­κό­μη το κρι­τή­ριο ε­πι­λο­γών και πρά­ξεων.

Με την ο­πτι­κή του α­φη­γη­τή

Στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα βι­βλία, συ­νη­θί­ζε­ται τε­λευ­ταία ο συγ­γρα­φέ­ας να ει­κο­νί­ζε­ται στο ε­ξώ­φυλ­λο. Εδώ, ω­στό­σο. ο α­φη­γη­τής πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­να δια­φο­ρε­τι­κό πρό­σω­πο, με κά­ποιες γο­η­τευ­τι­κά α­ντι­φα­τι­κές ι­διό­τη­τες. Το δια­φο­ρε­τι­κό ι­σχύει και σε σχέ­ση με τους α­φη­γη­τές των μυ­θο­πλα­στι­κών και λοι­πών βι­βλίων του Θε­ο­δω­ρό­που­λου. “Νο­μάς” αλ­λά και “ερ­γα­σιο­μα­νής”, μπλα­ζέ και “παι­δί του Δια­φω­τι­σμού”, αρ­χαιο­λά­τρης δια της γαλ­λι­κής καλ­λιέρ­γειας πα­ρα­κα­μπτη­ρίου, αν και κά­πο­τε χω­ρίς την αί­σθη­ση του μέ­τρου, πα­ρορ­μη­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας ως Βαλ­κά­νιος και συ­νά­μα, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, α­πρό­σμε­να φλεγ­μα­τι­κός. Ενδια­φέ­ρει ι­διαί­τε­ρα ως πρό­σω­πο, ό­πως άλ­λω­στε ό­λοι οι α­φη­γη­τές, α­φού τους άλ­λους ε­μπλε­κό­με­νους “στην πε­ρι­πέ­τεια του πε­ριο­δι­κού” τους γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό τη δι­κή του “υ­πο­κει­με­νι­κώς α­ντι­κει­με­νι­κή” σκια­γρά­φη­ση.
Σε αυ­τόν, εμ­μέ­σως, πι­θα­νώς και να α­να­φέ­ρε­ται ο τίτ­λος. Όταν Χατ­ζι­δά­κις, Γκά­τσος και Θε­ο­δω­ρό­που­λος α­να­ζη­τού­σαν τίτ­λο για το πε­ριο­δι­κό, ο Χατ­ζι­δά­κις πρό­τει­νε «Το τε­λευ­ταίο τέ­ταρ­το του ει­κο­στού», α­φού αυ­τό διή­νυαν. Ο Γκά­τσος α­πέρ­ρι­ψε τον τίτ­λο ως μα­κρι­νά­ρι. Σύμ­φω­να με τον α­φη­γη­τή, χά­ρις στην πα­ρέμ­βα­ση του τρί­του της πα­ρέ­ας, συ­ντο­μεύ­τη­κε στον τίτ­λο, «Το Τέ­ταρ­το», ώ­στε το πε­ριο­δι­κό να δεί­χνει ως δια­δο­χή του ε­πι­τυ­χη­μέ­νου ρα­διο­φω­νι­κού προ­γράμ­μα­τος, «Το Τρί­το», του Χατ­ζι­δά­κι. Κα­τά τα άλ­λα, ό­μως, ε­κεί­νο το τέ­ταρ­το του αιώ­να ή­ταν το τέ­ταρ­το του βίου του Γκά­τσου, το τρί­το του Χατ­ζι­δά­κι, γεν­νη­μέ­νου το 1925, και το δεύ­τε­ρο του α­φη­γη­τή. Οι δυο με­γα­λύ­τε­ροι δεν το έ­ζη­σαν μέ­χρι τέ­λους (1991 α­να­χώ­ρη­σε ο πρώ­τος, 1994 ο δεύ­τε­ρος). 
Σή­με­ρα, ο μι­κρό­τε­ρος πλη­σιά­ζει στην η­λι­κία, που εί­χε ο Χατ­ζι­δά­κις του «Τέ­ταρ­του», και ή­δη άγ­χε­ται α­πό το φό­βο του μοι­ραίου. Απο­κα­λύ­πτο­ντας μια συ­ναι­σθη­μα­τι­κή πτυ­χή, α­φιε­ρώ­νει έ­να κε­φά­λαιο στο θά­να­το του πα­τέ­ρα του σε πα­ρα­πλή­σια η­λι­κία. Κά­που αλ­λού, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι του “α­ρέ­σει να γρά­φει υ­πό πίε­ση χρό­νου”. Κα­τά μια εκ­δο­χή, στο δι­κό του τε­λευ­ταίο τέ­ταρ­το α­να­φέ­ρε­ται ο τίτ­λος. Εξ ου και το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό ά­νοιγ­μα. Πι­θα­νόν, η αί­σθη­ση ό­τι “ο χρό­νος τον πιέ­ζει” να α­πο­βεί και πε­ραι­τέ­ρω γο­νι­μο­ποιός. Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι το βι­βλίο το α­φιε­ρώ­νει στην κό­ρη του, που προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό την α­φή­γη­ση σαν το μο­να­δι­κό στα­θε­ρό ση­μείο του νο­μα­δι­κού του βίου και η ο­ποία γεν­νή­θη­κε στο ξε­κί­νη­μα “της πε­ρι­πέ­τειας του «Τέ­ταρ­του»”, Μάρ­τιο 1984. 

Προ­ξε­νη­τής

Στην εν λό­γω “πε­ρι­πέ­τεια”, ο α­φη­γη­τής εμ­φα­νί­ζε­ται ως ο “εν­διά­με­σος” στη συ­νερ­γα­σία ή και ως προ­ξε­νη­τής στον εκ­δο­τι­κό “γά­μο”, Χατ­ζι­δά­κι-Κο­σκω­τά. Αφή­νο­ντας η­μι­τε­λές έ­να δι­δα­κτο­ρι­κό γύ­ρω α­πό τη γυ­ναί­κα και τη νό­σο στην ελ­λη­νι­κή τρα­γω­δία, νο­σού­ντος του ι­δίου α­πό έ­ρω­τα, α­κο­λου­θεί τη γυ­ναί­κα. Τε­λι­κά, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας Πα­ρί­σι, Νέα Υόρ­κη και γυ­ναί­κα, ε­πι­στρέ­φει και δη­μο­σιο­γρα­φεί σε πε­ριο­δι­κό ποι­κί­λης ύ­λης, που διευ­θύ­νει ε­πί τριε­τία ο Παύ­λος Μπα­κο­γιάν­νης, ο ο­ποίος, ε­πί­σης, έ­χει ε­γκα­τα­λεί­ψει Μό­να­χο και Ρα­διο­φω­νία, α­κο­λου­θώ­ντας μια γυ­ναί­κα. Ο δεύ­τε­ρος, ό­μως, για κα­κό του κε­φα­λιού του, δεν α­πα­γκι­στρώ­νε­ται α­πό τη γυ­ναί­κα, λό­γος για τον ο­ποίο και α­πο­λύε­ται α­πό το πε­ριο­δι­κό. Κά­πως έ­τσι, ο α­φη­γη­τής βρί­σκε­ται με α­φε­ντι­κό τον Κο­σκω­τά. Επί Μπα­κο­γιάν­νη α­κό­μη, Πρω­το­χρο­νιά 1984, έ­χει γνω­ρί­σει τον Χατ­ζι­δά­κι ως σε­νε­ντευ­ξια­στής του. Εκεί­νος φαί­νε­ται ό­τι εξ αρ­χής έ­χει ε­κτι­μή­σει τις ι­κα­νό­τη­τές του και του προ­τεί­νει συ­νερ­γα­σία στο πε­ριο­δι­κό, που έ­χει κα­τά νου να εκ­δώ­σει. Στη συ­νέ­χεια, δεν ε­πα­νέρ­χε­ται.
Αρχές κα­λο­και­ριού, ο α­φη­γη­τής εί­ναι έ­τοι­μος να ε­γκα­τα­λεί­ψει τη δη­μο­σιο­γρα­φία για την με­γά­λη ε­ρω­μέ­νη, τη συγ­γρα­φή, που έ­χει κο­ντά μια δε­κα­ε­τία πα­ρα­με­λή­σει. Τό­τε, εμ­φα­νί­ζε­ται ο Κο­σκω­τάς, που ε­τοι­μά­ζε­ται να ει­σέλ­θει και στο χώ­ρο του Τύ­που με πε­ριο­δι­κό. Κι αυ­τός έ­χει ε­κτι­μή­σει τις ι­κα­νό­τη­τές του και του προ­τεί­νει να το α­να­λά­βει. Ο ί­διος, ω­στό­σο, καί­τοι γαλ­λο­τρα­φείς δια­νοού­με­νος, που ε­κεί­να του­λά­χι­στον τα χρό­νια σή­μαι­νε διά­νος φου­σκω­μέ­νος, δια­θέ­τει αυ­το­γνω­σία και ε­φαρ­μό­ζει το “στρί­βειν δια του αρ­ρα­βώ­νος”, ό­πως θα λέ­γα­με άλ­λο­τε. Μέ­σα σε λι­γό­τε­ρο α­πό ε­ξά­μη­νο, Πρω­το­χρο­νιά 1985, συμ­βάλ­λει στο να κλεί­σει η συμ­φω­νία  των δυο ε­πί­δο­ξων ερ­γο­δο­τών του για “μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό πο­λι­τι­κής και τέ­χνης”. Η τέως εκ­δο­τι­κή ε­ται­ρεία Μπα­κο­γιάν­νη και ή­δη Κο­σκω­τά εί­ναι ο ι­διο­κτή­της, εκ­δό­της - διευ­θυ­ντής α­να­λαμ­βά­νει ο Χατ­ζι­δά­κις και ο “εν­διά­με­σος” εμ­φα­νί­ζε­ται ως “διευ­θυ­ντής σύ­ντα­ξης”.
Πέ­ντε τεύ­χη πα­ρέ­μει­νε στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού (Μάιο-Σε­πτ. 1985), για τα ε­πό­με­να έ­ξι του Χατ­ζι­δά­κι, “διευ­θυ­ντής σύ­ντα­ξης” δεν υ­πάρ­χει, με­τά τη θέ­ση αμ­φο­τέ­ρων κα­λύ­πτει πο­λυ­με­λής συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή, α­πό την ο­ποία, α­πό έ­να ση­μείο και ύ­στε­ρα, προ­κύ­πτει “υ­πεύ­θυ­νος για την έκ­δο­ση”. Τέσ­σε­ρα τα “σχό­λια της σύ­ντα­ξης” που υ­πο­γρά­φει, τα ο­ποία θα πρέ­πει να α­πο­τε­λούν το ε­ναρ­κτή­ριο λά­κτι­σμα του με­τέ­πει­τα ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φου. Η α­φή­γη­ση γί­νε­ται α­πό μνή­μης, ού­τε καν η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις δεν ε­πι­κα­λεί­ται. Κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη, ο α­φη­γη­τής ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι δεν θυ­μά­ται τίτ­λους πε­ριο­δι­κών και η­με­ρο­μη­νίες. Όσο για τα πρό­σω­πα, α­κο­λου­θεί την αρ­χή “ο­νό­μα­τα δεν λέ­με, οι­κο­γέ­νειες δεν θί­γου­με”. Μπο­ρεί, ό­μως, και να υιο­θε­τεί την ε­πι­κρα­τού­σα ά­πο­ψη, ό­τι η Ιστο­ρία δεν γρά­φε­ται με ο­νό­μα­τα. Μό­νο δυο συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­δι­κού α­να­φέ­ρο­νται, κι αυ­τοί με ψευ­δώ­νυ­μα, τα ο­ποία, ό­μως, ο α­φη­γη­τής ε­πι­λέ­γει αρ­κού­ντως διά­φα­να για τους Ιε­ρο­σο­λυ­μί­τες. Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον ό­τι ο μο­να­δι­κός α­πό το χώ­ρο του Τύ­που και των Γραμ­μά­των, που κα­το­νο­μά­ζε­ται, εί­ναι έ­νας κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας. Σε αυ­τό το ση­μείο, υ­πε­ρι­σχύει η συγ­γρα­φι­κή ψυ­χο­σύν­θε­ση, που, α­δυ­να­τώ­ντας να α­πο­δεχ­θεί τις τυ­χόν ε­πι­κρί­σεις του κρι­τι­κού, φα­ντα­σιώ­νε­ται πλεί­στους ό­σους ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κούς λό­γους. Κα­τά την ε­μπει­ρία μας, αυ­τή η συγ­γρα­φι­κή α­γκύ­λω­ση δεν βελ­τιώ­νε­ται ού­τε με την η­λι­κία ού­τε με την καλ­λιέρ­γεια. 
Στην πε­ρι­γρα­φή των προ­σώ­πων, ο α­φη­γη­τής προ­σπα­θεί να α­να­συ­στή­σει τις πρώ­τες ε­ντυ­πώ­σεις ε­κεί­νης της ε­πο­χής, α­πο­φεύ­γο­ντας το ρε­του­σά­ρι­σμα ή την α­μαύ­ρω­ση α­πό τον χρό­νο και την με­τέ­πει­τα πεί­ρα. Από το πώς πε­ρι­γρά­φει τα πρό­σω­πα, λ.χ. τον Χατ­ζι­δά­κι έ­να­ντι του Γκά­τσου, συ­μπλη­ρώ­νε­ται το δι­κό του προ­φίλ. Συ­νο­ψί­ζο­ντας, θα προ­τι­μού­σα­με λι­γό­τε­ρη δο­κι­μια­κή χροιά στο πρώ­το και το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του βι­βλίου. Ο λό­γος της τρέ­χου­σας δια­νό­η­σης, που κα­ταγ­γέλ­λει ό­σα συμ­βαί­νουν σαν η ί­δια να μην συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους κα­τοί­κους της χώ­ρας, α­πο­μα­κρύ­νει τον α­να­γνώ­στη. Έτσι κι αλ­λιώς, τα κα­λύ­τε­ρα γρά­φο­νται ε­ρή­μην των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων. Εδώ, υ­πάρ­χει η α­φή­γη­ση, που κι­νεί­ται σε τε­θλα­σμέ­νη γραμ­μή και διαν­θί­ζε­ται με ο­ξείς συ­γκρί­σεις του τό­τε και του σή­με­ρα, αιφ­νι­διά­ζο­ντας με εύ­στο­χες πα­ρα­τη­ρή­σεις για κα­τα­στά­σεις και πρω­τό­τυ­πες χα­ρα­κτη­ρο­λο­γι­κές α­πο­χρώ­σεις στις σκια­γρα­φή­σεις ε­πι­φα­νών.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου      

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/3/2013.

Μια ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία


«Εντευ­κτή­ριο», Δί­μη­νο καλ­λι­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό,
Οκτώ­βριος 1987, τεύ­χος 1,
Διεύ­θυν­ση: Γιώρ­γος Κορ­δο­με­νί­δης,
Γ. Σε­φέ­ρη 15, Σταυ­ρού­πο­λη, Θεσ­σα­λο­νί­κη.

Ζω­γρα­φιά
του Μι­χά­λη
Μα­νου­σά­κη
α­πό την
ει­κο­νο­γρά­φη­ση
του τεύ­χους.








Αυ­τή εί­ναι η ταυ­τό­τη­τα του πρώ­του τεύ­χους του πε­ριο­δι­κού. Πα­ρό­τι πρώ­το, δεν υ­πάρ­χει προοί­μιο για το τι εί­ναι, σε τι α­κρι­βώς στο­χεύει ή, τε­λο­σπά­ντων, κά­τι σαν δια­κή­ρυ­ξη αρ­χών. Στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες, κα­τα­χω­ρού­νται τα βιο­ερ­γο­γρα­φι­κά “των συ­νερ­γα­τώ­ν/συγ­γρα­φέων του τεύ­χους”. Εκεί πα­ρου­σιά­ζε­ται, κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά, και ο ά­γνω­στος, τό­τε, σε Αθη­ναίους και λοι­πούς Πα­λαιο­ελ­λα­δί­τες, διευ­θυ­ντής του πε­ριο­δι­κού, με έ­να σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό. Μα­θαί­νου­με ό­τι υ­πήρ­ξε συ­νερ­γά­της κα­τά την προ­η­γού­με­νη επτα­ε­τία (1979-1986) της ΕΡ­Τ-2 Θεσ­σα­λο­νί­κης ως πα­ρα­γω­γός εκ­πο­μπών και ό­τι έ­χει μια με­λέ­τη στο ε­νερ­γη­τι­κό του, με τίτ­λο, «Τα μου­σεία της Θεσ­σα­λο­νί­κης». Η συ­νε­χής α­να­γνω­στι­κή συ­νά­φεια, ε­πί έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να, με το πε­ριο­δι­κό του, δι­καίω­σε την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση ε­νός αν­θρώ­που χα­μη­λών τό­νων, που α­πο­δεί­χτη­κε ό­τι διέ­θε­τε ο­ρι­σμέ­νες πρό­σθε­τες ι­διό­τη­τες, ό­πως δη­μιουρ­γι­κός, ε­πί­μο­νος, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός.
Το πρώ­το τεύ­χος, ω­στό­σο, συ­νο­δευό­ταν α­πό δι­πλό δελ­τίο Τύ­που. Το έ­να πα­ρου­σία­ζε τα πε­ριε­χό­με­να του τεύ­χους και το άλ­λο, το εγ­χεί­ρη­μα της έκ­δο­σης. Αντι­γρά­φου­με ε­πι­λε­κτι­κά α­πό αυ­τό το δεύ­τε­ρο, που, ό­ντας έ­να δελ­τίο Τύ­που, μπο­ρεί και να μην δια­σώ­θη­κε. “Εί­ναι έ­νας έ­ντυ­πος χώ­ρος ό­που συ­να­ντώ­νται πρό­σω­πα και κεί­με­να... Δεν εί­ναι στε­νά λο­γο­τε­χνι­κό... φι­λο­δο­ξεί να γί­νει πε­ριο­δι­κό γε­νι­κής παι­δείας και πνευ­μα­τι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού... Δεν εί­ναι το­πι­κό πε­ριο­δι­κό. Ού­τε η θε­μα­το­γρα­φία του, ού­τε οι συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­ρί­ζο­νται στο χώ­ρο της Θεσ­σα­λο­νί­κης... φι­λο­δο­ξεί να δια­βά­ζε­ται με το ί­διο εν­δια­φέ­ρον σε ό­λη την Ελλά­δα...” Ευ­σε­βείς πό­θοι, θα έ­λε­γε κα­νείς, οι ο­ποίοι, ό­μως, φαί­νε­ται ό­τι, λί­γο πο­λύ, ευο­δώ­θη­καν.
Ο διευ­θυ­ντής του πε­ριο­δι­κού, ή­δη α­πό το πρώ­το τεύ­χος, εί­χε προ­τι­μή­σει, α­ντί α­φιε­ρω­μα­τι­κών τευ­χών, να πα­ρα­χω­ρεί πε­ρισ­σό­τε­ρες ή λι­γό­τε­ρες σε­λί­δες σε έ­να θέ­μα. Ως προς αυ­τό, ε­κεί­νο το πρώ­το τεύ­χος διεκ­δι­κεί μια μο­να­δι­κό­τη­τα. Δεν πι­στεύου­με να υ­πήρ­ξε πο­τέ άλ­λο λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, που να ξε­κί­νη­σε το πρώ­το τεύ­χος του με σε­λί­δες α­φιε­ρω­μέ­νες στις συν­θή­κες που ε­πι­κρα­τούν στις φυ­λα­κές. Βε­βαίως, πρό­κει­ται για έ­να θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο πε­ριο­δι­κό, ό­που το Γε­ντί Κου­λέ α­πο­τε­λεί έ­να α­πό τα ση­μεία α­να­φο­ράς της πό­λης. Όπως και να έ­χει, το τεύ­χος α­νοί­γει με “Σε­λί­δες για τη φυ­λα­κή”. Έναυ­σμα στά­θη­κε ο θό­ρυ­βος που εί­χε προ­κα­λέ­σει, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’80, η έκ­θε­ση της ει­σαγ­γε­λέως Χρυ­σού­λας Για­τα­γά­να για τις συν­θή­κες στη Δι­κα­στι­κή Φυ­λα­κή Επτα­πυρ­γίου. Στο πρώ­το κεί­με­νο, ο Ντί­νος Χρι­στια­νό­που­λος πα­ρου­σιά­ζει έ­να βι­βλίο του 1921, «Από τον τά­φο των ζω­ντα­νών», του Γεωρ­γίου Ιορ­δά­νου. Κά­τι σαν χρο­νι­κό ή α­πο­μνη­μό­νευ­μα α­πό το Γε­ντί Κου­λέ του 1918. Για της φυ­λα­κής τα σί­δε­ρα γρά­φουν α­κό­μη, οι Ηλίας Πε­τρό­που­λος και Κώ­στας Τα­χτσής.

«Εντευ­κτή­ριο», Λο­γο­τε­χνι­κό και καλ­λι­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, Αύ­γου­στος - Οκτώ­βριος 2012, τεύ­χος 98, Εκδό­της - Διευ­θυ­ντής Γιώρ­γος Κορ­δο­με­νί­δης, Underground Εντευ­κτή­ριο, Δε­σπε­ραί 9. 

Αυ­τή εί­ναι η ταυ­τό­τη­τα του τρέ­χο­ντος τεύ­χους. Εί­ναι το τρί­το στη σει­ρά, που θυ­μί­ζει στο ε­ξώ­φυλ­λό του τη συ­μπλή­ρω­ση 25 χρό­νων συ­νε­χούς πα­ρου­σίας, χω­ρίς πε­ρίο­δο α­γρα­νά­παυ­σης ή ά­τα­κτης έκ­δο­σης. Ση­μά­δι ό­τι έ­χει κά­τι να πει και πως ο χαλ­κέ­ντε­ρος  εκ­δό­της του ού­τε κου­ρά­στη­κε ού­τε, το βα­σι­κό­τε­ρο, κού­ρα­σε. Όπως ση­μειώ­νε­ται ει­σα­γω­γι­κά, το πε­ριο­δι­κό άρ­χι­σε να ε­πι­χο­ρη­γεί­ται α­πό το Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη. Αυ­τή η χο­ρη­γία θα μπο­ρού­σε να στα­θεί α­φορ­μή για κά­ποιες σε­λί­δες α­φιε­ρω­μέ­νες στην πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία, που α­πο­τε­λεί το α­πο­κλει­στι­κό α­ντι­κεί­με­νο των εκ­δό­σεων του Ιδρύ­μα­τος. Δε­δο­μέ­νου ό­τι, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι άλ­λοι εκ­δο­τι­κοί φο­ρείς την έ­χουν σχε­δόν ο­λο­σχε­ρώς ε­γκα­τα­λεί­ψει, ε­νώ το «Εντευ­κτή­ριο» πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρά ε­πι­κε­ντρω­μέ­νο στο πα­ρόν, έ­να με­γά­λο τμή­μα του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού α­γνο­εί τις σχε­τι­κές εκ­δό­σεις. Γι’ αυ­τό, πι­στεύου­με ό­τι θα ή­ταν κα­λή ι­δέα να κα­τα­χω­ρού­νται οι εκ­δό­σεις του Ιδρύ­μα­τος στις σε­λί­δες του πε­ριο­δι­κού. Λ.χ., α­νοί­γο­ντας το τεύ­χος, ο α­να­γνώ­στης να α­ντι­κρί­ζει δυο, πι­θα­νώς, ά­γνω­στους σε αυ­τόν, αλ­λά κα­θό­λου τυ­χαίους, ό­πως ο Κων­στα­ντί­νος Σά­θας και ο Εμίλ Λε­γκράν, και η δια­φη­μι­στι­κή προ­βο­λή να κε­ντρί­ζει την πε­ριέρ­γειά του για την Αλλη­λο­γρα­φία τους, μια πρό­σφα­τη έκ­δο­ση του Ιδρύ­μα­τος, που δεν βρή­κε την α­ντί­στοι­χη α­ντα­πό­κρι­ση.   

Τα γε­νέ­θλιά του, πά­ντως, δη­λα­δή τη συ­μπλή­ρω­ση της ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τίας, το πε­ριο­δι­κό τα ε­ορ­τά­ζει με αυ­τό το τεύ­χος. Του Οκτω­βρίου 2012. Να πα­ρα­τη­ρή­σου­με, ό­τι στην ταυ­τό­τη­τα δεν α­να­φέ­ρε­ται η πό­λη. Ποιος, α­λή­θεια, γνω­ρί­ζει πλην Θεσ­σα­λο­νι­κέων, την ο­δό Δε­σπε­ραί κι ας εί­ναι πα­ράλ­λη­λος της Αγγε­λά­κη, έ­να βή­μα α­πό τον Λευ­κό Πύρ­γο. Κά­ποιοι, ό­μως, θα πρέ­πει να έ­χουν α­κου­στά τον στρα­τη­γό Φραν­σαί Δε­σπε­ραί, που θριάμ­βευ­σε στο Μα­κε­δο­νι­κό Μέ­τω­πο τον Σε­πτέμ­βριο του 1918. Αυ­τό, σε συ­σχε­τι­σμό, με τις σε­λί­δες του τεύ­χους τις α­φιε­ρω­μέ­νες στην Γερ­τρού­δη Στάϊν και το διή­γη­μα του γάλ­λου πε­ζο­γρά­φου Ερβέ Λε Τε­λιέ, δί­νει στο τεύ­χος γαλ­λι­κό ά­ρω­μα. Ίσως, α­κρι­βέ­στε­ρα, πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νο, κα­θώς δη­μο­σιεύο­νται, ε­πί­σης, πε­ζά Αμε­ρι­κα­νί­δας, Ούγ­γρου, Ισπα­νού, ποιή­μα­τα Τούρ­κων και φω­το­γρα­φίες Ελβε­τί­δας. Ύστε­ρα, στους συ­νερ­γά­τες υ­περ­τε­ρούν σα­φώς οι Αθη­ναίοι. Και δη, η α­φρό­κρε­μα του πνευ­μα­τι­κού μας χώ­ρου. Ο διευ­θυ­ντής φαί­νε­ται να ε­τοί­μα­σε με ι­διαί­τε­ρη μέ­ρι­μνα τη συ­νά­ντη­ση προ­σώ­πων και κει­μέ­νων για το γε­νέ­θλιο τεύ­χος.  

Το τεύ­χος α­νοί­γει με έ­να διή­γη­μα. Όχι ι­στο­ρία, διή­γη­μα. Ο τίτ­λος κυ­ριο­λε­κτεί ως προς τη μορ­φή. «Τρί­πτυ­χο». Απο­τε­λεί­ται α­πό τρεις μυ­θο­πλα­στι­κές συν­θέ­σεις, που συν­δέ­ο­νται με­τα­ξύ τους δια μέ­σου του το­πι­κού τους στίγ­μα­τος. “Ένα με­γά­λο μπαλ­κό­νι”, που προ­βάλ­λει προ­στα­τευ­τι­κό ως μη­τρι­κός κόλ­πος. Οι δυο α­κραίες “ει­κό­νες” σαν να δι­πλώ­νο­νται προς αυ­τήν που βρί­σκε­ται στο κέ­ντρο και να την κα­λύ­πτουν. Υπο­θε­τι­κός τίτ­λος αυ­τού του ε­πί μέ­ρους δί­πτυ­χου, “θη­λυ­κή πρό­κλη­ση”. Πε­ρι­γρά­φε­ται σε ό­λο της το με­γα­λείο η χά­ρις του αι­λου­ρο­ει­δούς. “Η ορ­θω­μέ­νη ου­ρά”, “τα μπρά­τσα και οι γά­μπες μαυ­ρι­σμέ­να α­πό τη θά­λασ­σα”. Μια α­λα­νιά­ρα γά­τα, έ­να θη­λυ­κό που δεν εν­δί­δει εύ­κο­λα. Συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία αι­σθη­σια­σμού. Τα αι­λου­ρο­ει­δή, α­νε­ξαρ­τή­τως εί­δους και ε­θνι­κό­τη­τας, δια­τη­ρούν “την α­ξιο­πρέ­πειά τους” και ε­πι­δει­κνύουν ε­ξαι­ρε­τι­κή α­ντο­χή. Ού­τε μια πε­ριτ­τή λέ­ξη, ού­τε αι­σθη­μα­το­λο­γι­κές ή άλ­λες πα­ρεκ­βά­σεις. “Η μνή­μη των σω­μά­τω­ν”, η μνή­μη των τό­πων. Τον Ευ­ρώ­τα θυ­μά­ται ο α­φη­γη­τής, την Άνω Τζου­μα­γιά η Βουλ­γά­ρα της με­σαίας “ει­κό­νας” του τρί­πτυ­χου, που “έρ­χε­ται κά­θε Τε­τάρ­τη”. 
Υπο­γείως ε­πε­τεια­κό το διή­γη­μα. Οι μά­χες Κρέσ­νας- Σι­μιτ­λή-Τζου­μα­γιάς, 11-15 Ιου­λίου 1913. “Δια της α­λώ­σεως των στε­νών της Κρέσ­νας, ο ελ­λη­νι­κός στρα­τός ή­το ε­λεύ­θε­ρος να βα­δί­ση προς την Τζου­μα­γιάν... ε­στα­μά­τη­σεν εις τεσ­σά­ρων χι­λιο­μέ­τρων α­πό­στα­σιν και την εί­δε καιό­με­νη...”, κα­τά πα­λαιά χρο­νο­γρα­φι­κή κα­τα­γρα­φή. Η Συν­θή­κη του Βου­κου­ρε­στίου τρά­βη­ξε την ο­ριο­θε­τι­κή γραμ­μή και η Άνω Τζου­μα­γιά πή­ρε το ό­νο­μα του Ντι­μι­τάρ Μπλα­γκό­εφ α­πό τη Ζα­γο­ρί­τσα­νη Κα­στο­ριάς. Ορα­μα­τι­στής κο­μου­νι­στής, ας ό­ψε­ται κι αυ­τός, που η Βουλ­γά­ρα ξε­νο­δου­λεύει στο Πα­γκρά­τι. Αυ­τά πί­σω α­πό τις γραμ­μές. Κα­τά τα άλ­λα, κυ­ρίαρ­χη κα­τα­λη­κτι­κή ε­ντύ­πω­ση, η α­πό­λαυ­ση της συ­νεύ­ρε­σης, ό­ταν του δι­ψα­σμέ­νου “μαρ­τυ­ρού­νε τα γό­να­τά του” για να φτά­σει τη δυσ­πρό­σι­τη πη­γή. Το διή­γη­μα α­ρι­στεύει α­πό μό­νο του, δεν χρειά­ζε­ται να το σπρώ­ξει το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα. Έτσι κι αλ­λιώς, το βα­ρύ­γδου­πο, στις η­μέ­ρες μας, ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα του θα χα­λού­σε τους χα­μη­λούς τό­νους στο Εντευ­κτή­ριο. Άλλω­στε, το τεύ­χος κλεί­νει με πα­ρου­σία­ση του τε­λευ­ταίου βι­βλίου τού εν λό­γω μη ο­νο­μα­σθέ­ντος συγ­γρα­φέα, ό­που ορ­γιά­ζουν τα θαυ­μα­στι­κά ε­πί­θε­τα σε βαθ­μό α­νοι­κο­νό­μη­το.
Στη συ­νά­ντη­ση προ­σώ­πων και κει­μέ­νων, ο Τί­τος Πα­τρί­κιος και η Κι­κή Δη­μου­λά συ­νο­μι­λούν με τον Λευ­τέ­ρη Ξαν­θό­που­λο. Ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας γρά­φει κά­τι σαν η­με­ρο­λό­γιο για τον ε­ορ­τα­σμό των πε­νή­ντα χρό­νων πα­ρου­σίας του στα γράμ­μα­τα. Το κεί­με­νό του α­κο­λου­θεί, δί­κην συ­μπλη­ρώ­μα­τος, η ο­μι­λία της Αντι­γό­νης Βλα­βια­νού στην ε­πε­τεια­κή εκ­δή­λω­ση, που έ­λα­βε χώ­ρα στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής Αθη­νών. Η με­λε­τή­τρια εκ­κι­νεί να “προ­σμε­τρά” πλεί­στα ό­σα, σε­νά­ριο, θε­α­τρι­κό, με­τα­φρά­σεις, δο­κι­μια­κά βι­βλία (έ­τσι α­πο­κα­λεί τις τρεις συ­να­γω­γές προ­σω­πι­κών κει­μέ­νων), για να συλ­λά­βει το συ­νο­λι­κό έρ­γο του. Κά­νει, μά­λι­στα, και μια πο­λύ πρω­τό­τυ­πη πα­ρα­τή­ρη­ση: “Ένα έρ­γο με­γά­λο, α­κό­μη κι αν πε­ριο­ρι­στού­με στα α­κραιφ­νώς λο­γο­τε­χνι­κά του κεί­με­να...” Δη­λα­δή, αν δια­βά­ζου­με σω­στά, την εκ­πλήσ­σει, έ­να έρ­γο λο­γο­τέ­χνη να εί­ναι με­γά­λο μό­νο με τα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να. Όπως και να έ­χει, α­να­φέ­ρο­ντας α­πό τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα μό­νο το μπε­στ σέ­λε­ρ, «Η φα­νέ­λα με το εν­νιά», και τα υ­πό­λοι­πα σω­ρευ­τι­κά μέ­σα α­πό αποφθεγματικές απο­φάνσεις και κρί­σεις Ευ­ρω­παίων και γη­γε­νών, πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι ο λο­γο­τε­χνι­κός Κου­μα­ντα­ρέ­ας δια­φεύ­γει.         
Στη συ­νά­ντη­ση προ­σέρ­χο­νται με πε­ζά πέ­ντε συγ­γρα­φείς (Γ. Ευ­στα­θιά­δης, Μα­ρία Κου­γιουμτ­ζή, Κ. Χα­ρί­τος, Κ. Αρκου­δέ­ας, Μα­ρία Στα­σι­νο­πού­λου, κα­τά σει­ρά πα­ρά­τα­ξης). Και με ποιή­μα­τα, άλ­λοι πέ­ντε (Α. Μα­ρω­νί­τη, Βα­σί­λης Πα­πάς, Κ. Συ­φιλτ­ζό­γλου, Σω­τή­ρης Πα­στά­κας, Ν. Κυ­ρια­κί­δης). Σε αυ­τά προ­στί­θε­νται με­τα­φρά­σεις, θέ­α­τρο, κρι­τι­κή και το φω­το­γρα­φι­κό έν­θε­το «Camera Obscura». Η ζω­γρα­φι­κή του Μι­χά­λη Μα­νου­σά­κη συ­μπλη­ρώ­νει ει­κο­νο­γρα­φι­κά τη συ­νά­ντη­ση. 
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, υ­πάρ­χει έ­νας μο­να­δι­κός συ­νερ­γά­της του πρώ­του  τεύ­χους, που εμ­φα­νί­ζε­ται και στο γε­νέ­θλιο 98ο. Συμ­με­τέ­χει και τις δυο φο­ρές με πε­ζό, ό­που δια­κρί­νε­ται η ί­δια ευαι­σθη­σία, αλ­λά και η ε­ξέ­λι­ξη της γρα­φής. Ας α­φή­σου­με τα γνω­στά ο­νό­μα­τα σαν γρί­φο για τους φα­να­τι­κούς του Εντευ­κτη­ρίου. Ευ­χό­μα­στε μια δεύ­τε­ρη, ε­ξί­σου γό­νι­μη, ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία. Εί­θε, στο τέ­λος της, ο εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού, που θα έ­χει φθά­σει τα χρό­νια του μέ­ντο­ρά του, να δια­τη­ρεί το δι­κό του σφρί­γος. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου



Το ίζημα

Tου Βασίλη Παπά

Βράχοι πελεκημένοι τραβερτίνης
τα τείχη που προστάτεψαν την πόλη.
Βούρκωνε, όμως, το έδαφος απ’ τα νερά
που χρόνια γλείφανε τις πέτρες
στο τέλος τις διαλύσανε.
Το ίζημα παχύ, πυκνό
κάθισε πάνω από τους δρόμους
και τα σπίτια
με τα σαγόνια της να τα μασήσει
η υγρασία σιωπηλά.
Καθώς όμως τα σκέπασε
κατέληξε στο τέλος να τα συντηρήσει.
Το ίζημα των στάσιμων νερών
όπως το ίζημα του χρόνου
όταν αρχίζει να λιμνάζει
στις επιφάνειες των πεπραγμένων
και η ζωή αποκτά κάποια στιγμή
το αρχαιολογικό δικό της πάρκο
και ξεκινούν άτακτες, τότε,
σωστικές ανασκαφές
μ’ ευρήματα, συνήθως, χρηστικά
ρουτίνας περισσότερο
με συλημένα όλα τα σπουδαία της σημεία
που γίνανε αιθέρας κι εξατμίστηκαν
έχοντας μόνο να αποδώσει πια
τα ανελαστικά και ογκώδη ερείπια
μιας καθημερινότητας.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/2/2013.

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Γύρω από έναν παραμελημένο



Ου­ρα­νία Πο­λυ­καν­δριώ­τη
«Η διά­πλα­ση των Ελλή­νων
Αρι­στο­τέ­λης Π. Κουρ­τί­δης
(1858-1928)»
Ινστι­τού­το Νε­ο­ελ­λη­νι­κών
Σπου­δών Ε.Ι.Ε.
Δε­κέμ­βριος 2011

«Κά­ρο­λος Δί­κε­νς»
Υστε­ρό­γρα­φο Διο­νύ­σης Κα­ψά­λης
Μ.Ι.Ε.Τ.
Δε­κέμ­βριος 2012

Για τα Χρι­στού­γεν­να, το ΜΙΕ­Τ, α­ντί ευ­χη­τή­ριας κάρ­τας, έ­χει κα­θιε­ρώ­σει την α­πο­στο­λή ε­νός βι­βλια­ρίου με πα­λαιά, συ­νή­θως, ά­γνω­στα κεί­με­να, που σχε­τί­ζο­νται με κά­ποια πτυ­χή της πνευ­μα­τι­κής ε­πι­και­ρό­τη­τας. Ήδη, αυ­τά τα βι­βλιά­ρια συ­γκρο­τούν αυ­τό­νο­μη εκ­δο­τι­κή σει­ρά, με τον τίτ­λο, «Αντί ευ­χών». Κα­θώς οι ε­πι­λο­γές κει­μέ­νων και προ­σώ­πων δεν α­κο­λου­θούν τις τρέ­χου­σες μό­δες, α­πο­τε­λούν, κα­τά κα­νό­να, ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη. Ιδιαί­τε­ρα ε­κεί­να, στα ο­ποία α­να­σύ­ρο­νται λό­γιοι, σή­με­ρα πα­ρα­με­ρι­σμέ­νοι, πα­ρό­τι στά­θη­καν θε­με­λιω­τές δια­φο­ρε­τι­κών πλευ­ρών της νε­ο­ελ­λη­νι­κής υ­πό­στα­σης. Πα­ρά­δειγ­μα, ο “Χρο­νο­γρά­φος της Με­γά­λης Εκκλη­σίας, Μα­νουήλ Γε­δεώ­ν”, στον ο­ποίο εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­να δυο ευ­χη­τή­ρια βι­βλιά­ρια, του 2002 και του 2010. Ένα δεύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι ο με­ρι­κά χρό­νια μι­κρό­τε­ρός του, “λό­γιος και παι­δα­γω­γός”, Αρι­στο­τέ­λης Π. Κουρ­τί­δης, τον ο­ποίο πλα­γίως α­να­κα­λεί το βι­βλιά­ριο του 2012. Και αυ­τός Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­της και α­πό­φοι­τος της Με­γά­λης του Γέ­νους Σχο­λής ό­πως ο Γε­δεών. Αμφό­τε­ροι χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν άν­θρω­ποι συ­ντη­ρη­τι­κών ι­δεών και συ­να­κό­λου­θα, το έρ­γο τους κρί­θη­κε α­διά­φο­ρο για τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους. 

Στον ειρ­μό του Δια­φω­τι­σμού

Για το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο βι­βλιά­ριο του 2012, ο Διο­νύ­σης Κα­ψά­λης ε­πέ­λε­ξε τον Κά­ρο­λο Ντί­κε­νς ε­πί τη λή­ξει του ε­πε­τεια­κού έ­τους για τα 200 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Τον συ­γκι­νεί και ως “ο­μο­τρά­πε­ζος”, του­λά­χι­στον στη δι­κή του καρ­διά, του Σαίξ­πη­ρ, κα­θώς οι ι­στο­ρίες του Ντί­κε­νς, α­γα­πη­μέ­να α­να­γνώ­σμα­τα της ε­φη­βείας του, δέ­νο­νται με τα σο­νέ­τα του Σαίξ­πη­ρ, προ­σφι­λές με­τα­φρα­στι­κό έρ­γο αλ­λο­τι­νών η­με­ρών, ό­ταν εί­χε την πο­λυ­τέ­λεια να α­σχο­λεί­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο με την ποίη­ση. Αντί χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου διη­γή­μα­τος, προ­τι­μή­θη­κε έ­να κεί­με­νο, ό­που α­νι­στο­ρού­νται τα παι­δι­κά και νε­α­νι­κά χρό­νια του Ντί­κε­νς. Κυ­ρίως, η σκλη­ρή δο­κι­μα­σία που πέ­ρα­σε στα δώ­δε­κα, ό­ταν φυ­λα­κί­στη­κε για χρέη ο πα­τέ­ρας του και ε­κεί­νος α­να­γκά­στη­κε να δου­λέ­ψει σε ερ­γο­στά­σιο. “Αυ­τή η ε­μπει­ρία με έ­κα­νε τον συγ­γρα­φέα που εί­μαι σή­με­ρα”, έ­γρα­φε σε έ­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κό του ση­μείω­μα, που α­πο­τέ­λε­σε το έ­ναυ­σμα για το μυ­θι­στό­ρη­μα «Δα­βίδ Κόπ­περ­φηλ­ντ» αλ­λά και για την πρώ­τη βιο­γρα­φία του. Τρί­το­μη αυ­τή, την συ­νέ­τα­ξε ο συ­νο­μή­λι­κος φί­λος του, Τζων Φόρ­στερ. Την ξε­κί­νη­σε δυο χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, το 1872, ό­ταν ο Ντί­κε­νς θα έ­κλει­νε τα ε­ξή­ντα, και μό­λις που πρό­λα­βε να την ο­λο­κλη­ρώ­σει, το 1874, δυο χρό­νια πριν το δι­κό του θά­να­το. Το κεί­με­νο του βι­βλια­ρίου συρ­ρά­πτει α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα δυο πρώ­τα κε­φά­λαια της βιο­γρα­φίας, α­να­πλά­θο­ντάς τα και με τις α­να­γκαίες προ­σθή­κες, ώ­στε να πά­ρει τη μορ­φή σύ­ντο­μου βιο­γρα­φι­κού. Δη­μο­σιεύ­τη­κε σε δυο συ­νέ­χειες, 7 και 14 Ιουν. 1881, στο ε­βδο­μα­διαίο πε­ριο­δι­κό «Εστία». Ο συ­ντά­κτης του υ­πο­γρά­φει με τα αρ­χι­κά Α. Κ..
Στο υ­στε­ρό­γρα­φο του βι­βλια­ρίου, με τίτ­λο, «Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κος Ντί­κε­νς», ο Κα­ψά­λης ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, πως τον εί­χε γο­η­τεύ­σει η υ­πό­θε­ση το αρ­κτι­κό­λε­ξο της υ­πο­γρα­φής να α­νή­κει στον Κουρ­τί­δη, που, στο ξε­κί­νη­μά του, εί­χε δη­μο­σιεύ­σει ποιή­μα­τα με το ψευ­δώ­νυ­μο Βολ­ταί­ρος. Έτσι, θα υ­πήρ­χε υ­πό­γεια σύν­δε­ση α­νά­με­σα στον Ντί­κε­νς και τον συγ­γρα­φέα του κει­μέ­νου, κα­θώς και οι δυο “θα ε­ναρ­μο­νί­ζο­νταν με τον βα­θύ­τε­ρο ειρ­μό του Δια­φω­τι­σμού”. Τον α­πο­γοή­τευ­σε, ό­μως, η αρ­νη­τι­κή ε­τυ­μη­γο­ρία των με­λε­τη­τών. Η Ου­ρα­νία Πο­λυ­καν­δριώ­τη, στην ερ­γο­γρα­φία του Κουρ­τί­δη, που α­πο­τε­λεί το τέ­ταρ­το και τε­λευ­ταίο μέ­ρος της με­λέ­της της, πα­ρό­λο που α­πο­δελ­τιώ­νει το πε­ριο­δι­κό «Εστία», δεν πε­ρι­λαμ­βά­νει το εν λό­γω δη­μο­σίευ­μα. Ως πρώ­το δη­μο­σίευ­μά του κα­τα­γρά­φει έ­να λί­γο με­τα­γε­νέ­στε­ρο με­τά­φρα­σμα, στο τεύ­χος της 26 Ιουλ. 1881, με την υ­πο­γρα­φή Α. Π. Κ.. Να θυ­μί­σου­με, ω­στό­σο, ό­τι, σε ε­κεί­νο το τεύ­χος, δη­μο­σιεύε­ται και το πρώ­το ποίη­μα στο πε­ριο­δι­κό του Δρο­σί­νη, ο ο­ποίος, στην αυ­το­βιο­γρα­φία του, τα «Σκόρ­πια φύλ­λα της ζωής μου», γρά­φει: “Τον Αρι­στο­τέ­λη Κουρ­τί­δη τον βρή­κα πριν α­πό μέ­να στην Εστία, με­τα­φρα­στή διη­γη­μά­των...” Άρα, υ­πήρ­χε προ­η­γού­με­νο δη­μο­σίευ­μα του Κουρ­τί­δη. Έρχε­ται, ό­μως, ο φι­λο­λο­γι­κός ε­πι­με­λη­τής της έκ­δο­σης, Γιάν­νης Πα­πα­κώ­στας, και ση­μειώ­νει ό­τι δεν μπό­ρε­σε να ε­ντο­πί­σει προ­γε­νέ­στε­ρη ε­πώ­νυ­μη συ­νερ­γα­σία του Κουρ­τί­δη, που ση­μαί­νει ό­τι ού­τε αυ­τός του α­πο­δί­δει τα αρ­χι­κά Α. Κ., τα ο­ποία εμ­φα­νί­ζο­νται για πρώ­τη φο­ρά στο δη­μο­σίευ­μα για τον Ντί­κε­νς, αλ­λά ε­πα­νέρ­χο­νται και σε κα­το­πι­νά τεύ­χη. Σύμ­φω­να, πά­ντως, με τον κα­τά­λο­γο συ­ντα­κτών του πε­ριο­δι­κού ε­κεί­νης της πε­ριό­δου, τα αρ­χι­κά δεν συμ­φω­νούν με το ό­νο­μα κα­νε­νός άλ­λου συ­νερ­γά­τη. Οπό­τε, εί­τε α­νή­κουν στον Κουρ­τί­δη εί­τε υ­πάρ­χει συ­ντά­κτης που δεν  χρη­σι­μο­ποίη­σε ο­λό­κλη­ρο το ό­νο­μά του σε κα­νέ­να δη­μο­σίευ­μα. 
Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, ο λό­γος, που οι με­λε­τη­τές δεν α­πο­δί­δουν τα αρ­χι­κά στον Κουρ­τί­δη, εί­ναι η γλώσ­σα του πρω­τό­τυ­που. Σε ε­κεί­νη την πρώ­τη πε­ρίο­δο, αυ­τός με­τέ­φρα­ζε α­πο­κλει­στι­κά α­πό τα γαλ­λι­κά και το πρω­τό­τυ­πο ε­δώ φαί­νε­ται να εί­ναι αγ­γλι­κό. Ωστό­σο, η γαλ­λι­κή με­τά­φρα­ση της βιο­γρα­φίας του Ντί­κε­νς, αν δεν σφάλ­λου­με, α­κο­λού­θη­σε ε­ντός της ί­διας δε­κα­ε­τίας. Ύστε­ρα, στο ελ­λη­νι­κό κεί­με­νο υ­πάρ­χουν ί­χνη του πα­ρα­κα­μπτή­ριου, μέ­σω της γαλ­λι­κής, γλωσ­σι­κού διά­πλου. Θα α­πο­γο­η­τεύ­σου­με, ω­στό­σο, εν μέ­ρει τον Κα­ψά­λη ως προς το έ­τε­ρο ψευ­δώ­νυ­μο του Κουρ­τί­δη, το Βολ­ταί­ρος. Τα ποιή­μα­τα με την υ­πο­γρα­φή Βολ­ταί­ρος στην σα­τι­ρι­κή ε­φη­με­ρί­δα «Ρα­μπα­γάς» μπο­ρεί να εί­ναι δι­κά του, α­φού το δια­βε­βαιώ­νει ο Δρο­σί­νης, το ψευ­δώ­νυ­μο, ό­μως, θα πρέ­πει να ο­φεί­λε­ται στο δί­δυ­μο των εκ­δο­τών, τους ο­μή­λι­κους, εκ Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως ερ­χό­με­νους, Κλεάν­θη Τρια­ντά­φυλ­λο και Βλά­ση Γα­βριη­λί­δη. Το πι­θα­νό­τε­ρο, στον πρώ­το, κα­θώς ο δεύ­τε­ρος, ό­ταν πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται στην ε­φη­με­ρί­δα το ψευ­δώ­νυ­μο, στις 27 Νο­εμ­βρίου 1879, ή­δη ε­τοί­μα­ζε την δι­κή του ε­φη­με­ρί­δα, το «Μη χά­νε­σαι», που κυ­κλο­φό­ρη­σε στις 14 Ιαν. 1880. Το ψευ­δώ­νυ­μο δεν το ε­μπνέει ο Βολ­ταί­ρος, αλ­λά το υ­πο­βάλ­λει η γαλ­λι­κή ε­φη­με­ρί­δα «Le Voltaire». Στην εν λό­γω γαλ­λι­κή ε­φη­με­ρί­δα και τον «Ρα­μπα­γά» δη­μο­σιευό­ταν ταυ­τό­χρο­να, με δια­φο­ρά ε­νός μη­νός στην εκ­κί­νη­ση, το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ζο­λά «Να­νά». Με α­φορ­μή αυ­τό, δη­μο­σιεύ­τη­κε στην πρώ­τη άρ­θρο σχε­τι­κό με την τόλ­μη που χρεια­ζό­ταν μια πα­ρό­μοια δη­μο­σίευ­ση, το ο­ποίο με τις α­να­γκαίες τρο­πο­ποιή­σεις δη­μο­σιεύ­τη­κε και στον «Ρα­μπα­γά» με την υ­πο­γρα­φή Βολ­ταί­ρος. Πά­ντως, και τα 17 σα­τι­ρι­κά-ε­ρω­τι­κά ποιή­μα­τα με την υ­πο­γρα­φή Βολ­ταί­ρος, που δη­μο­σιεύ­τη­καν το πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1880, πε­ρισ­σό­τε­ρο στον Τρια­ντά­φυλ­λο ται­ριά­ζουν. Πι­θα­νό­τε­ρο δεί­χνει ο Κουρ­τί­δης να δα­νεί­στη­κε το ψευ­δώ­νυ­μο μό­νο για το πρω­το­χρο­νιά­τι­κο αρ­θρί­διο του 1882, στο ο­ποίο διεκ­τρα­γω­δού­σε τη φτώ­χεια του, που τον εί­χε φέ­ρει στο ση­μείο να που­λά­ει α­γα­πη­μέ­να του βι­βλία. 
Επι­μέ­νου­με στην πα­τρό­τη­τα του ψευ­δώ­νυ­μου και για έ­ναν ε­πι­πλέ­ον λό­γο. Όπως ει­σα­γω­γι­κά σχο­λιά­ζει η Πο­λυ­καν­δριώ­τη, ο Κουρ­τί­δης, πά­ντα με­τρη­μέ­νος και μάλ­λον κλει­στός ως χα­ρα­κτή­ρας, δεν ά­φη­σε κεί­με­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κά. Ού­τε συ­νε­ντεύ­ξεις του υ­πάρ­χουν. Ακό­μη και στη μια, που του ζη­τή­θη­κε με­τά ε­πι­μο­νής α­πό τον Μή­τσο Χατ­ζό­που­λο, τον ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο Μποέ­μ, που εί­χε πά­ρει στη σει­ρά ό­λη ε­κεί­νη τη γε­νιά και με­ρι­κούς α­κό­μη, αρ­νή­θη­κε να α­πα­ντή­σει. “Ό,τι ι­δέ­ας έ­χω, θα τας γρά­ψω προ­σε­χώς ο ί­διος. Ό,τι έ­χω να εί­πω θα τα εί­πω ε­κεί τό­τε.” Ήταν η α­πά­ντη­ση που α­πέ­σπα­σε ο δη­μο­σιο­γρά­φος. Υπάρ­χουν, βε­βαίως, οι α­φη­γή­σεις φί­λων και συ­γκαι­ρι­νών, αλ­λά σε αυ­τές α­να­μι­γνύο­νται κά­πο­τε προ­σω­πι­κές δια­μά­χες, οι ο­ποίες δεν εί­ναι πά­ντο­τε γνω­στές στους με­λε­τη­τές, ώ­στε αυ­τοί να σταθ­μί­σουν α­ντι­στοί­χως κα­τά πό­σο οι εν λό­γω α­νι­στο­ρή­σεις α­πο­τε­λούν α­ξιό­πι­στη μαρ­τυ­ρία. Έτσι, τε­λι­κά, για να χρο­νο­λο­γη­θούν οι με­τα­κι­νή­σεις και άλ­λα συμ­βά­ντα του βίου του μέ­νουν τα δη­μο­σιεύ­μα­τά του, τα ε­νυ­πό­γρα­φα και ε­κεί­να με τα α­σφα­λώς ταυ­τι­σμέ­να ψευ­δώ­νυ­μα.

Μια μο­να­δι­κή με­λέ­τη

Όταν α­να­φε­ρό­μα­στε στους με­λε­τη­τές του Κουρ­τί­δη, ι­σχύει το γνω­στό, οι τέσ­σε­ρις Ευαγ­γε­λι­στές ή­ταν τρεις, οι ε­ξής δυο, ο Ευαγ­γε­λι­στής Λου­κάς. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ως συ­στη­μα­τι­κή με­λε­τή­τριά του προ­βάλ­λει η Πο­λυ­καν­δριώ­τη, η ο­ποία, με­τά δε­κα­πε­ντα­ε­τή ε­να­σχό­λη­ση, ε­ξέ­δω­σε μο­νο­γρα­φία, α­φιε­ρω­μέ­νη σε αυ­τόν και το έρ­γο του. Το έ­ναυ­σμα τής το έ­δω­σε η α­νά­θε­ση α­πό τον Κ. Στερ­γιό­που­λο της συγ­γρα­φής του α­ντί­στοι­χου λήμ­μα­τος για την εν­δε­κά­το­μη σει­ρά «Η πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία μας α­πό τις αρ­χές της ως τον πρώ­το πα­γκό­σμιο πό­λε­μο». Εκ πα­ρα­δρο­μής α­να­φέ­ρει στις “ει­σα­γω­γι­κές ση­μειώ­σεις”, ό­τι η σει­ρά εκ­δό­θη­κε με ε­πι­μέ­λεια του Στερ­γιό­που­λου. Ακρι­βέ­στε­ρα, στη σει­ρά δεν υ­πάρ­χει έ­νας ε­πι­με­λη­τής αλ­λά τέσ­σε­ρις, κα­θώς το με­γά­λο χρο­νι­κό ά­νοιγ­μα των πέ­ντε αιώ­νων κα­τα­νε­μή­θη­κε σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες. Ο Στερ­γιό­που­λος α­νέ­λα­βε τους τρεις τό­μους της ει­κο­σα­ε­τίας 1880-1900, ό­που συ­γκρά­τη­σε 28 συγ­γρα­φείς έ­να­ντι των 26 που ε­πέ­λε­ξε ο Ν. Βα­γε­νάς για την πε­ντη­κο­ντα­ε­τία 1830-1880 και των 24 του Γ. Δάλ­λα για την χρο­νι­κή “ου­ρά” 1900-1914. Εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, σε κά­θε πε­ρίο­δο, να υ­πάρ­χει ο α­διαμ­φι­σβή­τη­τος κορ­μός συγ­γρα­φέων, αλ­λά και κά­ποιοι πρό­σθε­τοι, κά­τι σαν πα­ρα­κλά­δια, που α­πο­τε­λούν προ­σω­πι­κό στοί­χη­μα ε­κά­στου ε­πι­με­λη­τή. Στις συ­ζη­τή­σι­μες ε­πι­λο­γές του Στερ­γιό­που­λου, θα το­πο­θε­τού­νταν ο Κ. Με­τα­ξάς-Βο­σπο­ρί­της λό­γω ι­σχνό­τη­τας του γνω­στού έρ­γου του, ο Σ. Πα­γα­νέ­λης χά­ρις στη γλώσ­σα και τον ρο­μα­ντι­σμό του, αλ­λά και ο Κουρ­τί­δης ως μο­να­χι­κός εκ­πρό­σω­πος της παι­δι­κής λο­γο­τε­χνίας στην εν λό­γω Γραμ­μα­το­λο­γία. 
Η μο­νο­γρα­φία χω­ρί­ζε­ται σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες, ό­που, στην πρώ­τη «Η ζωή και το έρ­γο» και την τέ­ταρ­τη «Εργο­γρα­φία», συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της έ­ρευ­νας. Καί­τοι μα­κρο­χρό­νια, πα­ρα­μέ­νουν κά­ποια κε­νά, τα ο­ποία κα­λύ­πτουν κα­τά προ­σέγ­γι­ση οι σκόρ­πιες α­να­φο­ρές των συ­γκαι­ρι­νών του. Εργα­τι­κός και λι­γο­μί­λη­τος ο Κουρ­τί­δης, φαί­νε­ται ό­τι συ­γκέ­ντρω­νε τη συ­μπά­θεια συ­νο­μή­λι­κων και με­γα­λύ­τε­ρων. Κρί­νο­ντας α­πό μια ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή, η μό­νη κα­κο­τυ­χία του ή­ταν η συ­νά­ντη­σή του στην Αθή­να με τον Ξε­νό­που­λο, τό­σο στον ε­παγ­γελ­μα­τι­κό χώ­ρο ως δια­δο­χι­κοί διευ­θυ­ντές της «Διά­πλα­σης των παί­δων» ό­σο και στον οι­κο­γε­νεια­κό, κα­θώς βρέ­θη­καν να εί­ναι εξ αγ­χι­στείας θείος και α­νι­ψιός. Εννιά χρό­νια νεό­τε­ρός του ο Ξε­νό­που­λος, έ­ζη­σε 23 χρό­νια με­τά το δι­κό του θά­να­το, ο­πό­τε εί­χε την ευ­και­ρία και ό­λο το χρό­νο για πολ­λα­πλές α­φη­γή­σεις και εκ­δο­χές. Στις δια­δο­χι­κές ε­πε­ξερ­γα­σίες της αυ­το­βιο­γρα­φίας του, τον α­πο­κα­λεί ζη­λό­φθο­νο και κα­κοή­θη, ε­νώ, στα ε­πε­τεια­κά και άλ­λα δη­μο­σιεύ­μα­τα, ε­ξαν­τλεί την αυ­στη­ρό­τη­τά του, θέ­λο­ντας να πα­ρου­σια­στεί ως α­ντι­κει­με­νι­κός κρι­τής. Όσο α­φο­ρά γε­γο­νό­τα και χρο­νο­λο­γίες, πα­ρέ­χει κα­τά προ­σέγ­γι­ση πλη­ρο­φό­ρη­ση. Σαν μια δεύ­τε­ρη κα­κο­τυ­χία του Κουρ­τί­δη, προ­βάλ­λει η προ­νο­μιού­χος θέ­ση, που δί­νουν οι ση­με­ρι­νοί με­λε­τη­τές στη μαρ­τυ­ρία του Ξε­νό­που­λου.        
Ού­τε καν το έ­τος γέν­νη­σης του Κουρ­τί­δη φαί­νε­ται να εί­ναι σί­γου­ρο. Το ε­πι­κρα­τέ­στε­ρο εί­ναι το 1858, αλ­λά εν­δέ­χε­ται να εί­ναι και το 1856. Πά­ντως, στην α­ναγ­γε­λία του θα­νά­του του, το βρά­δυ της 11ης προς τη 12η Αυγ. 1928, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι ή­ταν 70 ε­τών. Κα­τά τα άλ­λα, πα­ρό­τι συ­μπλή­ρω­σε την ε­γκύ­κλια παι­δεία του στη Με­γά­λη του Γέ­νους Σχο­λή, εγ­γε­γραμ­μέ­νος α­πό το 1867 μέ­χρι το 1875, δεν τεκ­μαί­ρε­ται η η­λι­κία που ξε­κί­νη­σε, κα­θώς δεν υ­πάρ­χουν πλη­ρο­φο­ρίες για το πώς βρέ­θη­κε α­πό το χω­ριό του, το Μυ­ριό­φυ­το της Προ­πο­ντί­δας, στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Χά­σμα πλη­ρο­φό­ρη­σης υ­πάρ­χει και για τα χρό­νια με­τά την α­πο­φοί­τη­σή του, που ε­πέ­στρε­ψε στη Θρά­κη. Αγνο­εί­ται το πού υ­πη­ρέ­τη­σε ως δά­σκα­λος και για πό­σο χρό­νο. Τι έ­κα­νε το δε­κά­μη­νο ε­κεί­νου του ρω­σο­τουρ­κι­κού πο­λέ­μου (Απρ. 1877-Μάρ. 1878), που τό­σο δει­νο­πά­θη­σαν οι Έλλη­νες της Ανα­το­λι­κής Θρά­κης. Στη Νο­μι­κή Σχο­λή της Αθή­νας, πά­ντως, γρά­φτη­κε το 1879, αλ­λά στα Μη­τρώα δεν ε­ντο­πί­στη­κε χρό­νος α­πο­φοί­τη­σης α­πό τη Νο­μι­κή ή άλ­λη Σχο­λή.
Πα­ρό­μοια κε­νά υ­πάρ­χουν και για τα τέσ­σε­ρα χρό­νια των σπου­δών του στη Γερ­μα­νία, ό­που α­να­φέ­ρο­νται πε­ρισ­σό­τε­ροι τό­ποι, με μό­νο σί­γου­ρο το Πα­νε­πι­στή­μιο α­πο­φοί­τη­σης, ε­νώ, ως α­ντι­κεί­με­νο των σπου­δών, προσ­διο­ρί­ζε­ται το κά­πως γε­νι­κό­λο­γο, “παι­δα­γω­γι­κή και φι­λο­σο­φία”. Επί­σης, δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται, αν κά­ποια υ­πο­τρο­φία ή άλ­λη οι­κο­νο­μι­κή στή­ρι­ξη του ε­πέ­τρε­ψε αυ­τές τις σπου­δές. Το μό­νο βέ­βαιο εί­ναι ό­τι ξε­κί­νη­σε το α­κα­δη­μαϊκό έ­τος 1888-89, κα­θώς, ό­ταν πέ­θα­νε ο πα­τέ­ρας του, ή­ταν στη Γερ­μα­νία μα­ζί με τη σύ­ζυ­γό του, που εί­ναι γνω­στό ό­τι πα­ρέ­μει­νε ε­κεί μό­νο τον πρώ­το χρό­νο. Ωστό­σο, η Πο­λυ­καν­δριώ­τη, με βά­ση τα δη­μο­σιεύ­μα­τά του στο πε­ριο­δι­κό «Κλειώ» της Λει­ψίας, υ­πο­θέ­τει ό­τι μπο­ρεί να έ­φυ­γε έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα. Μάλ­λον πα­ρα­βλέ­πει ό­τι το εν λό­γω πε­ριο­δι­κό στη­ρι­ζό­ταν και σε σταλ­μέ­νες α­πό την Ελλά­δα συ­νερ­γα­σίες, ό­πως, α­κρι­βώς, ε­κεί­νες του Κουρ­τί­δη σε ό­λη τη διάρ­κεια του 1887, που φέ­ρουν τον γε­νι­κό τίτ­λο «Αθη­ναϊκά χρο­νι­κά».

Έλλει­ψη παι­δείας

    Ευ­κρι­νέ­στε­ρη δια­γρά­φε­ται η ε­παγ­γελ­μα­τι­κή του στα­διο­δρο­μία με­τά την ε­πι­στρο­φή του, ως κα­θη­γη­τή στα νεό­τευ­κτα Δι­δα­σκα­λεία, ως τα­κτι­κού συ­νερ­γά­τη σε λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, κα­θώς και ως κα­θη­γη­τή δρα­μα­το­λο­γίας στις πρώ­τες Δρα­μα­τι­κές Σχο­λές του Φι­λο­λο­γι­κού Συλ­λό­γου «Παρ­νασ­σός», του Ωδείου και της Βα­σι­λι­κής Δρα­μα­τι­κής Σχο­λής, στων ο­ποίων την ί­δρυ­ση και για ό­σο κρά­τη­σε η βρα­χύ­βια λει­τουρ­γία τους εί­χε ε­νερ­γό συμ­με­το­χή. “Αυ­το­δί­δα­κτο ει­δι­κό του θεά­τρου”, τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει η Πο­λυ­καν­δριώ­τη. Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι, ε­κτός α­πό δά­σκα­λος νέων η­θο­ποιών και πέ­ρα α­πό τους παι­δι­κούς δια­λό­γους που έ­γρα­ψε, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους πρώ­τους θε­α­τρι­κούς κρι­τι­κούς. Αμε­τά­θε­τος στό­χος του στά­θη­κε “η διά­πλα­ση των Ελλή­νω­ν”. Όπως εύ­στο­χα πα­ρα­τη­ρεί η με­λε­τή­τρια, για τον Κουρ­τί­δη, η έλ­λει­ψη παι­δείας συ­νι­στά την κύ­ρια αι­τία για έ­ναν πο­λι­τι­σμό χα­μη­λής ποιό­τη­τας. Γι αυ­τό και α­σχο­λή­θη­κε με τα παι­δι­κά α­να­γνώ­σμα­τα, κα­θώς και με την εκ­παί­δευ­ση των θη­λέων, που εί­ναι οι αυ­ρια­νές μη­τέ­ρες. 
Και στους δυο αυ­τούς το­μείς, η με­λε­τή­τρια δεν πα­ρα­λεί­πει να το­νί­σει “τις α­γκυ­λώ­σεις του Κουρ­τί­δη σε πα­ρω­χη­μέ­νες πια α­ντι­λή­ψεις”, σε α­ντί­θε­ση με τις ι­δέες του Ξε­νό­που­λου, που δεν πε­ριο­ρι­ζό­ταν στη βελ­τίω­ση αλ­λά προ­χω­ρού­σε στην αμ­φι­σβή­τη­ση των πα­τρο­πα­ρά­δο­των α­ξιών. Συ­ντη­ρη­τι­κή ή, κα­τά άλ­λους, με­τριο­πα­θή στά­ση κρά­τη­σε ο Κουρ­τί­δης και στο γλωσ­σι­κό. Ού­τε δη­μο­τι­κι­στής ού­τε α­κραιφ­νής κα­θα­ρευου­σιά­νος, δια­τή­ρη­σε μια λό­για και προ­σι­τή γλώσ­σα. Έμει­νε σε α­πό­στα­ση α­πό τον Εκπαι­δευ­τι­κό Όμι­λο, αλ­λά συμ­με­τεί­χε στην εκ­παι­δευ­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση του 1917. Ωστό­σο, πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, κα­τά το Α΄ Εκπαι­δευ­τι­κό Συ­νέ­δριο του 1904, στην Αθή­να, ήρ­θε σε α­ντί­θε­ση με τους ορ­γα­νω­τές του, Δρο­σί­νη και Βι­κέ­λα, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας στις ο­μι­λίες και τα άρ­θρα του τους χα­μη­λούς τό­νους. Εξέ­φρα­σε τις α­πό­ψεις του Ελλη­νι­κού Δι­δα­σκα­λι­κού Συλ­λό­γου έ­να­ντι ε­κεί­νων των τριών φι­λεκ­παι­δευ­τι­κών συλ­λό­γων, που το διορ­γά­νω­ναν. Κυ­ρίως υ­πε­ρα­σπί­στη­κε τα αι­τή­μα­τα του έ­ξω Ελλη­νι­σμού, που α­πο­σιω­πή­θη­καν, πα­ρά την τι­μη­τι­κή υ­πο­δο­χή των εκ­προ­σώ­πων του. Η Πο­λυ­καν­δριώ­τη χα­ρα­κτη­ρί­ζει ε­μπα­θή την κρι­τι­κή του Κουρ­τί­δη. Ακρι­βή ει­κό­να πα­ρέ­χει η α­πο­κλει­στι­κά α­φιε­ρω­μέ­νη στο Συ­νέ­δριο, πρό­σφα­τη μο­νο­γρα­φία του Γιάν­νη Πα­πα­κώ­στα.
Πα­ρα­δό­ξως, ε­μπά­θεια του α­πο­δί­δει και στην α­ντι­πα­ρά­θε­σή του με τον Κα­μπού­ρο­γλου, που πα­ρου­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς ο Κα­μπού­ρο­γλους στά­θη­κε ο προ­στά­της του ό­ταν πρω­τοήρ­θε στην Αθή­να. Στη με­λέ­τη α­να­φέ­ρε­ται ως ο μο­να­δι­κός που του συ­μπα­ρα­στά­θη­κε. Σαν να λη­σμο­νεί­ται η βοή­θεια του λί­γο με­γα­λύ­τε­ρού του Γα­βριη­λί­δη. Κι αυ­τός Θρα­κιώ­της, α­πό χω­ριό της Προ­πο­ντί­δας, α­πό­φοι­τος της ί­διας Σχο­λής. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο Κουρ­τί­δης ξε­κι­νά­ει σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να να συ­νερ­γά­ζε­ται με τα πε­ριο­δι­κά «Ρα­μπα­γάς» και «Η Διά­πλα­σις των παί­δων». Κα­τά την Πο­λυ­καν­δριώ­τη, ο Κα­μπού­ρο­γλους τον σύ­στη­σε το 1880 στον εκ­δό­τη του δεύ­τε­ρου, Νι­κό­λαο Πα­πα­δό­που­λο. Σαν πά­λι να πα­ρα­βλέ­πει ό­τι ο Κουρ­τί­δης ή­ταν συ­νο­μή­λι­κος και συμ­φοι­τη­τής με τον Υδραίο Πα­πα­δό­που­λο, που εί­χε ξε­κι­νή­σει το πε­ριο­δι­κό του τον προ­η­γού­με­νο Φε­βρουά­ριο. Πά­ντως, το 1880, πα­ντρεύ­τη­κε την α­δελ­φή του και α­νέ­λα­βε την αρ­χι­συ­ντα­ξία του πε­ριο­δι­κού. Πα­ρό­τι τα θη­λυ­κά της οι­κο­γέ­νειας Πα­πα­δό­που­λου συ­νέ­δε­σαν δύο με­γά­λους της παι­δι­κής λο­γο­τε­χνίας, τον Κουρ­τί­δη και τον Ξε­νό­που­λο, που ε­ρω­τεύ­τη­κε την δε­κα­ε­ξά­χρο­νη α­νι­ψιά του Πα­πα­δό­που­λου, έ­να πλή­ρες λήμ­μα γι’ αυ­τόν λεί­πει.  
Όπως και να έ­χει, η σύ­γκρου­ση Κουρ­τί­δη-Κα­μπού­ρο­γλου πα­ρα­μέ­νει ε­πί­και­ρη, κα­θώς α­φο­ρά τη σχέ­ση κρι­τι­κού και συγ­γρα­φέα. Ο Κουρ­τί­δης εί­χε την ά­πο­ψη πως έ­να κεί­με­νο, α­φού έ­χει πα­ρα­δο­θεί πια στο κοι­νό, α­κο­λου­θεί το δι­κό του δρό­μο, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τον συγ­γρα­φέα του. Έτσι, ά­σκη­σε αυ­στη­ρή κρι­τι­κή σε θε­α­τρι­κό έρ­γο του φί­λου του. Επει­δή, ό­μως, οι συγ­γρα­φείς, τό­τε ό­πως και σή­με­ρα, αρ­νού­νται, σαν τους φι­λό­στορ­γους γο­νιούς, να α­φή­σουν το πό­νη­μά τους να τα βγά­λει πέ­ρα μό­νο του, ο Κα­μπού­ρο­γλους δεν χει­ρο­δί­κη­σε μεν, αλ­λά υ­πε­ρα­σπί­στη­κε με μα­χη­τι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα το έρ­γο του. Ας συ­γκρα­τή­σου­με α­πό “τον α­μεί­λι­κτο και συ­χνά ι­διαί­τε­ρα καυ­στι­κό κρι­τι­κό” Κουρ­τί­δη, την ε­πω­δό ό­τι “ο συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει να εί­ναι πράγ­μα­τι καλ­λι­τέ­χνης και ό­χι εισ­πρά­κτωρ πο­σο­στώ­ν”.
Τε­λι­κά, ο Κουρ­τί­δης α­πέ­κτη­σε μο­νο­γρα­φία, που θα την ζή­λευε α­κό­μη και ο πο­λυ­μνη­μο­νευό­με­νος Ξε­νό­που­λος. Κα­τά τα άλ­λα, εί­ναι μια α­πό τις λι­γο­στές μο­νο­γρα­φίες που προέ­κυ­ψαν με έ­ναυ­σμα λήμ­μα ε­κεί­νης της προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας ο­λο­κλη­ρω­θεί­σης Γραμ­μα­το­λο­γίας Σοκ­κό­λη.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/2/2013.

Με ένα βιβλίο ξεχνιέμαι



Δεν εί­ναι κα­λή ι­δέα, ού­τε και συ­νη­θί­ζε­ται, έ­νας κρι­τι­κός να σχο­λιά­ζει τα δη­μο­σιεύ­μα­τα άλ­λων κρι­τι­κών, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι η κρι­τι­κή της κρι­τι­κής δεν θα μπο­ρού­σε να α­πο­βεί ω­φέ­λι­μη και για τις δυο πλευ­ρές. Εμείς, πά­ντως, δεν θα α­πο­τολ­μή­σου­με κά­τι πα­ρό­μοιο, για­τί γνω­ρί­ζου­με εξ ι­δίων πό­σο δυ­σα­ρε­στούν α­κό­μη και οι πιο κα­λο­προ­αί­ρε­τες με ε­παρ­κή ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία κρί­σεις. Θα α­να­φερ­θού­με σε δυο συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­πι­σκο­πή­σεις της λο­γο­τε­χνίας του 2012. Εί­ναι της Ελι­σά­βετ Κοτ­ζιά και του Δη­μο­σθέ­νη Κούρ­το­βικ. Και αυ­τό ό­χι για να κρί­νου­με τις ε­πι­λο­γές τους, αλ­λά για­τί μας βο­η­θούν να ε­πι­ση­μά­νου­με ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και να δια­τυ­πώ­σου­με κά­ποιες α­πο­ρίες.

Πα­ρή­γο­ρες δια­πι­στώ­σεις

Η Κοτ­ζιά, στην ε­πι­σκό­πη­ση του πε­ρα­σμέ­νου έ­τους, με τον τίτ­λο, «Η λο­γο­τε­χνία ά­ντε­ξε και το 2012», ξε­κι­νώ­ντας α­πό την τεκ­μη­ρίω­ση, ό­τι οι ελ­λη­νι­κοί τίτ­λοι μυ­θι­στο­ρη­μά­των, συ­νυ­πο­λο­γι­ζό­με­νων εκ­δό­σεων, ε­πα­νεκ­δό­σεων και η­λεκ­τρο­νι­κών εκ­δό­σεων, έ­φθα­σαν στο 2012 τους 519, έ­να­ντι 508 του προ­η­γού­με­νου έ­τους και 401 του 2009, συ­μπε­ραί­νει ό­τι η “λο­γο­τε­χνία δια­θέ­τει πα­ρη­γο­ρη­τι­κή δρά­ση”. Για να συ­νε­χί­σει με την δια­πί­στω­ση, ό­τι “η ε­ξω­τε­ρι­κή ει­κό­να της λο­γο­τε­χνι­κής ζωής μοιά­ζει να μην έ­χει αγ­γι­χτεί α­πό την κρί­ση”, α­φού, ε­κτός α­πό “πλού­σια συ­γκο­μι­δή τίτ­λω­ν”, υ­πάρ­χουν “βρα­βεία, πε­ριο­δι­κά, βι­βλιο­κρι­σίες και βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις”. Απο­ρού­με με αυ­τές τις αι­σιό­δο­ξες δια­πι­στώ­σεις. Εμείς, α­ντι­θέ­τως, έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι, σε ό­λους τους το­μείς, τα λί­γα γί­νο­νται α­κό­μη λι­γό­τε­ρα. 
Τα πέ­ντε λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία ευ­ρύ­τε­ρης α­να­γνώ­ρι­σης, τα ο­ποία α­πο­νέ­μο­νται σε ε­τή­σια βά­ση (Κρα­τι­κά, Ακα­δη­μίας Αθη­νών, του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», το «Athens Literature Prize» του πε­ριο­δι­κού «(δέ)κα­τα», το «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών» του Ε.ΚΕ.ΒΙ.),  φαί­νε­ται ό­τι θα μεί­νουν τρία, α­φού το πε­ριο­δι­κό «Δια­βά­ζω» στα­μά­τη­σε την κυ­κλο­φο­ρία του και το Ε.ΚΕ.ΒΙ. κα­ταρ­γή­θη­κε. Του­λά­χι­στον τρία μα­κρό­βια λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά («Δια­βά­ζω», «Η Λέ­ξη», «Το Πλα­νό­διον») διέ­κο­ψαν την κυ­κλο­φο­ρία τους και δυο («Νέα Εστία», «Νέα Ευ­θύ­νη») μείω­σαν τη συ­χνό­τη­τα κυ­κλο­φο­ρίας τους. Όσο για τις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις, έ­τσι ό­πως γί­νο­νται, κα­θί­στα­ται ό­λο και δυ­σχε­ρέ­στε­ρος ο δια­χω­ρι­σμός τους α­πό τις δια­φη­μι­στι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις. Απο­μέ­νουν οι βι­βλιο­κρι­σίες, ό­που θα πρέ­πει, πριν α­να­φερ­θού­με στην πυ­κνή ή ό­χι πα­ρου­σία τους, να συμ­φω­νή­σου­με για την αμ­φι­λε­γό­με­νη διά­κρι­ση α­νά­με­σα στην κρι­τι­κή και την πα­ρου­σία­ση. Αν, πά­ντως, πά­ρου­με ως έ­να πρώ­το κρι­τή­ριο τον συ­στη­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα τους, συ­νή­θως σε ε­παγ­γελ­μα­τι­κή βά­ση, τό­τε πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε στις μό­νι­μες στή­λες ε­φη­με­ρί­δων και πε­ριο­δι­κών. Αυ­τές, ό­μως, ό­χι μό­νο δεν πλη­θαί­νουν, αλ­λά τεί­νουν να ε­κλεί­ψουν, ύ­στε­ρα α­πό την κα­τάρ­γη­ση ή και συρ­ρί­κνω­ση των βι­βλια­κών έν­θε­των στις ε­φη­με­ρί­δες, ό­πως και τη δια­κο­πή έκ­δο­σης λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών, που έ­δι­ναν βά­ρος στην πα­ρου­σία­ση βι­βλίων. Ανά­με­σα στις α­πώ­λειες εί­ναι και ε­κεί­νη της ε­βδο­μα­διαίας στή­λης της ί­διας της Κοτ­ζιά στην ε­φη­με­ρί­δα «Η Κα­θη­με­ρι­νή», κα­θώς και η α­ραιό­τε­ρη δη­μο­σίευ­ση της σε­λί­δας βι­βλιο­κρι­τι­κής του Κούρ­το­βικ στο «Βι­βλιο­δρό­μιο», το βι­βλια­κό έν­θε­το της ε­φη­με­ρί­δας «Τα Νέ­α».

Στο ό­νο­μα της κρί­σης

Η συρ­ρί­κνω­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου έν­θε­του, που ή­ταν το πρώ­το που ξε­κί­νη­σε και α­κο­λού­θη­σαν τα «Βι­βλία» του «Βή­μα­τος» και η «Βι­βλιο­θή­κη» της «Ελευ­θε­ρο­τυ­πίας», γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο αι­σθη­τή, έ­τσι ό­πως έ­μει­νε νε­κρο­ζώ­ντα­νο να φθί­νει. Δεν μειώ­θη­καν μό­νο οι σε­λί­δες του. Έχα­σε τη φυ­σιο­γνω­μία του και σε αυ­τό συ­νέ­τει­νε η α­πο­μά­κρυν­ση δυο βα­σι­κών συ­ντα­κτών. Κα­τ’ αρ­χάς, α­πο­χώ­ρη­σε η Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη, που εί­χε α­πό την αρ­χή την ευ­θύ­νη για την κα­τάρ­τι­σή του, κρα­τώ­ντας η ί­δια την τε­λευ­ταία σε­λί­δα, ό­που πα­ρου­σία­ζε γεν­ναιό­δω­ρα και σχε­δόν κα­τά α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα τα και­νού­ρια βι­βλία ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Ταυ­τό­χρο­να, στα­μά­τη­σε να δη­μο­σιεύει ο Κώ­στας Γεωρ­γου­σό­που­λος. Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, η α­που­σία του συ­νο­λι­κά α­πό την ε­φη­με­ρί­δα α­πο­τε­λεί με­γά­λη α­πώ­λεια για τις πο­λι­τι­στι­κές σε­λί­δες εν γέ­νει του Τύ­που. Με την ε­βδο­μα­διαία σε­λί­δα θε­α­τρι­κής κρι­τι­κής, τη σε­λί­δα στο «Βι­βλιο­δρό­μιο» και τα μο­νό­στη­λα, ή­ταν η πιο δυ­να­μι­κή και ω­φέ­λι­μη, ι­δίως για νεό­τε­ρους α­να­γνώ­στες, πα­ρέμ­βα­ση στον κα­θη­με­ρι­νό Τύ­πο. Ο συν­δυα­σμός κρι­τι­κής ο­ξυ­δέρ­κειας και ευ­ρύ­τε­ρης γνώ­σης λο­γο­τε­χνι­κού και θε­α­τρι­κού λό­γου, έ­τσι ό­πως εν­δυ­να­μώ­νο­νταν α­πό την ε­πί τέσ­σε­ρις δε­κα­ε­τίες πα­ρα­κο­λού­θη­ση του γη­γε­νούς θεά­τρου αλ­λά και συ­νο­λι­κά του πνευ­μα­τι­κού βίου, κα­τέ­λη­γε σε έ­να στέ­ρεο φράγ­μα για τις με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κες και γε­νι­κό­τε­ρες υ­περ­βο­λές. Εμείς, α­πό τη θέ­ση του α­να­γνώ­στη, α­δυ­να­τού­με να α­ντι­λη­φθού­με τη στρα­τη­γι­κή των αν­θρώ­πων που δια­χει­ρί­ζο­νται τις τύ­χες των ε­φη­με­ρί­δων. Πολ­λά γί­νο­νται εν ο­νό­μα­τι της κρί­σης, αλ­λά, προ­φα­νώς, ό­χι λό­γω αυ­τής, α­φού δεν εί­ναι λί­γες οι πε­ρι­πτώ­σεις, που η α­πο­μά­κρυν­ση συ­ντα­κτών και η α­πί­σχναν­ση έν­θε­των δεν συ­ντε­λεί­ται με οι­κο­νο­μι­κά κρι­τή­ρια.

519 τίτ­λοι

Και ε­πα­νερ­χό­μα­στε στην ε­πι­σκό­πη­ση της Κοτ­ζιά. Κα­λή εί­ναι η αι­σιο­δο­ξία, αλ­λά για να α­πο­βεί ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κή, θα πρέ­πει να ξε­κι­νά­ει α­πό την πα­ρα­τή­ρη­ση του τι πραγ­μα­τι­κά συμ­βαί­νει. Μέ­νει, λοι­πόν, η “πλού­σια συ­γκο­μι­δή τίτ­λω­ν”, ι­διαί­τε­ρα μυ­θι­στο­ρη­μά­των, που την  ο­δή­γη­σε στην “εύ­λο­γη”, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζει, “υ­πό­θε­ση πως η λο­γο­τε­χνία δια­θέ­τει πα­ρη­γο­ρη­τι­κή δρά­ση”. Σε τι, ό­μως, ο­φεί­λε­ται αυ­τή η “πλού­σια συ­γκο­μι­δή τίτ­λω­ν” μυ­θι­στο­ρη­μά­των, που α­ντι­στοι­χεί σε αύ­ξη­ση της τά­ξης του 29.5% μέ­σα σε μια τριε­τία; Μή­πως αυ­ξή­θη­καν, και λό­γω κρί­σης, οι ε­πα­νεκ­δό­σεις πα­λαιό­τε­ρων ή και νεό­τε­ρων, κα­θώς αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι αλ­λά­ζουν ό­λο και συ­χνό­τε­ρα εκ­δο­τι­κό οί­κο, α­παι­τώ­ντας τη με­τα­κό­μι­ση και των βι­βλίων τους; Μή­πως πολ­λα­πλα­σιά­στη­καν οι πλη­ρω­μέ­νες α­πό τους συγ­γρα­φείς εκ­δό­σεις, κα­θώς ο­ρι­σμέ­νοι εκ­δό­τες ει­δι­κεύο­νται πλέ­ον σε αυ­τές, φρο­ντί­ζο­ντας για την ό­σο το δυ­να­τόν κα­λύ­τε­ρη προώ­θη­σή τους; Αυ­τοί, πά­ντως, οι 118 ε­πι­πλέ­ον τίτ­λοι, ό­ποια αλ­λα­γή και να τους έ­φε­ρε, δεν αρ­κούν για να κα­τα­λή­ξου­με στην πα­ρη­γο­ρη­τι­κή ή ό­ποια άλ­λη δρά­ση της λο­γο­τε­χνίας. Για έ­να πα­ρό­μοιο συ­μπέ­ρα­σμα α­παι­τού­νται δια­φο­ρε­τι­κά α­ριθ­μη­τι­κά δε­δο­μέ­να. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, πό­σα α­πό τα 519 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­ξάν­τλη­σαν την πρώ­τη έκ­δο­ση, πό­σα έ­φθα­σαν στην τρί­τη και πό­σα κα­τόρ­θω­σαν να ει­σέλ­θουν στα δέ­κα κο­ρυ­φαία του 2012. Σε δι­σέ­λι­δο του «Βι­βλιο­δρο­μίου» δί­νε­ται ως ε­πι­κε­φα­λί­δα «Το top ten του 2012» και στο συ­νο­δευ­τι­κό άρ­θρο του Μα­νώ­λη Πι­μπλή α­να­φέ­ρο­νται ό­σα βι­βλία υ­πε­ρέ­βη­σαν σε πω­λή­σεις τα 5000 α­ντί­τυ­πα. Με βά­ση αυ­τά τα δε­δο­μέ­να, η πιο εύ­λο­γη υ­πό­θε­ση εί­ναι πως σε και­ρό κρί­σης και α­νερ­γίας, που κα­τα­τρύ­χει ι­διαί­τε­ρα τις γυ­ναί­κες, ι­σχύει πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ το πα­λαιό σλό­γκαν, “Με έ­να βι­βλίο ξε­χνιέ­μαι”.
Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, στην κο­ρυ­φαία δε­κά­δα, εμ­φα­νί­ζο­νται έ­ξι ελ­λη­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, πέ­ντε ε­ρω­τι­κά α­πό τις εκ­δό­σεις Ψυ­χο­γιός και το α­στυ­νο­μι­κό της ντε­τέ­κτιβ - δη­μο­σιο­γρά­φου Αγγε­λι­κής Νι­κο­λού­λη. Ο Πι­μπλής α­να­φέ­ρει, κα­τά φθί­νου­σα σει­ρά πω­λή­σεων, α­κό­μη έ­ξι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα α­πό τις εκ­δό­σεις Ψυ­χο­γιός –στο βαθ­μό που μπο­ρού­με να κρί­νου­με α­πό τους τίτ­λους, κι αυ­τά ε­ρω­τι­κά– στα ο­ποία προ­σθέ­τει έ­να α­κό­μη ε­ρω­τι­κό α­πό άλ­λο εκ­δο­τι­κό οί­κο. Με­τά πα­ρα­θέ­τει με­τα­φρά­σεις ξέ­νων μυ­θι­στο­ρη­μά­των και στη συ­νέ­χεια, ει­σέρ­χε­ται “στην ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία”. Σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία, κα­τα­γρά­φει 17 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα συν έ­να του Γιάν­νη Μα­ρή. Αυ­τό το δι­σέ­λι­δο των μπε­στ σέ­λερ δη­μο­σιεύε­ται δί­πλα στη δι­σέ­λι­δη ε­πι­σκό­πη­ση της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φι­κής πα­ρα­γω­γής του Κούρ­το­βικ. Αν α­να­ζη­τή­σου­με στις ε­πι­σκο­πή­σεις των δυο κρι­τι­κών τα 17 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που πέ­ρα­σαν το φράγ­μα των 5000 α­ντι­τύ­πων, στης Κοτ­ζιά βρί­σκου­με μό­νο έ­να, το μυ­θι­στό­ρη­μα της Σο­φίας Νι­κο­λαΐδου, που άγ­γι­ξε τα 5000 α­ντί­τυ­πα (ό­πως φαί­νε­ται οι δια­δο­χι­κές εκ­δό­σεις εί­ναι πλέ­ον των 500 α­ντι­τύ­πων έ­να­ντι των 1000 ή 2000 πα­λαιό­τε­ρα)  και στου Κούρ­το­βι­κ, τρία, του Διο­νύ­ση Χα­ρι­τό­που­λου, που έ­φθα­σε τα 11.500 α­ντί­τυ­πα, του Ανδρέα Μή­τσου στα 6000 και της Νι­κο­λαΐδου. 

Δύο κα­τη­γο­ρίες

Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, αυ­τά τα δε­δο­μέ­να μας ο­δη­γούν σε έ­να και μο­να­δι­κό συ­μπέ­ρα­σμα. Ότι εί­ναι και­ρός να στα­μα­τή­σου­με την κα­τά­τα­ξη στην ί­δια ο­μά­δα α­να­γνώ­σμα­τος και λο­γο­τε­χνι­κού βι­βλίου. Για­τί α­δι­κού­με και τα δυο, ό­πως, άλ­λω­στε, συμ­βαί­νει πά­ντο­τε στις ο­μα­δο­ποιή­σεις α­νό­μοιων πραγ­μά­των. Αυ­τές οι δυο κα­τη­γο­ρίες εί­ναι γνω­στό ό­τι έ­χουν δια­φο­ρε­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τα ο­ποία κα­λό εί­ναι να λαμ­βά­νο­νται υ­π’ ό­ψη στις βι­βλιο­κρι­τι­κές και τις βρα­βεύ­σεις, πό­σω μάλ­λον ό­ταν οι α­ρε­τές των μεν προ­σμε­τρώ­νται στα ε­λατ­τώ­μα­τα των δε και α­ντι­στρό­φως. Ει­δάλ­λως, ε­πέρ­χε­ται σύγ­χυ­ση, κι αυ­τή φά­νη­κε σε ό­λη της την έ­κτα­ση, ό­ταν προέ­κυ­ψε το «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών», το ο­ποίο θεώ­ρη­σαν οι θε­σμο­θέ­τες του, ό­τι για να έ­χει κύ­ρος, θα πρέ­πει να α­πο­νέ­με­ται σε βι­βλίο της λο­γο­τε­χνίας, αν ό­χι της υ­ψη­λής, του­λά­χι­στον της ε­λα­φράς. Οπό­τε ο νεό­κο­πος θε­σμός κα­τα­στρα­τη­γή­θη­κε ποι­κι­λο­τρό­πως. Κά­θε χρό­νο δο­κι­μά­στη­κε και έ­νας δια­φο­ρε­τι­κός τρό­πος χει­ρα­γώ­γη­σης, εκ­θέ­το­ντας θε­σμο­θέ­τες και βρα­βευ­μέ­νους, αλ­λά και α­φή­νο­ντας πα­ρα­πο­νε­μέ­νους τους α­γα­πη­μέ­νους των α­να­γνω­στών συγ­γρα­φείς. 
Βε­βαίως, το πρό­βλη­μα πα­ρα­μέ­νει, α­φού δεν δια­θέ­του­με κά­ποια λυ­δία λί­θο της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας ε­νός βι­βλίου. Για πα­ρά­δειγ­μα, οι δυο ε­πι­σκο­πή­σεις συ­μπί­πτουν μό­νο σε ε­πτά βι­βλία ε­πί συ­νό­λου 22 της Κοτ­ζιά και 23 του Κούρ­το­βι­κ, αλ­λά και σε αυ­τά α­πέ­χουν στην α­ξιο­λό­γη­σή τους. Εν τέ­λει, συμ­φω­νούν μό­νο σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, το πρό­σφα­το του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη, «Το μυ­στι­κό της Έλλης». Εκεί­νο, που βρί­σκου­με εν­δια­φέ­ρον σε αυ­τήν τη μό­νη σύ­μπτω­ση εί­ναι ό­τι ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στο θέ­μα του εν λό­γω βι­βλίου. Το­νί­ζε­ται πό­σο κα­λά “α­φο­μοιώ­θη­κε το θέ­μα της κρί­σης στον ορ­γα­νι­σμό της ι­στο­ρίας”, πό­σο κα­λά πα­ρου­σιά­ζε­ται “ο α­συ­νή­θι­στα αρ­μο­νι­κός έ­ρω­τας μιας πε­νη­ντά­χρο­νης με έ­ναν κα­τά πο­λύ νεό­τε­ρο ά­ντρα στις υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νες α­θη­ναϊκές συ­νοι­κίες” ή τέ­λος, ό­τι εί­ναι έ­να “συ­γκι­νη­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα”. Πρό­κει­ται για ε­πι­ση­μάν­σεις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών, που μπο­ρεί να κα­τα­στή­σουν έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ευ­πώ­λη­το, ω­στό­σο δεν ε­δραιώ­νουν το λο­γο­τε­χνι­κό του χα­ρα­κτή­ρα. Μή­πως, ό­ταν δί­νου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο βά­ρος στο θέ­μα, ο­λι­σθαί­νου­με στην ε­ξο­μοίω­ση α­να­γνώ­σμα­τος και λο­γο­τε­χνι­κού βι­βλίου;

Δύ­σκο­λη διά­κρι­ση

Πριν προ­χω­ρή­σου­με, να ση­μειώ­σου­με μια βα­σι­κή δια­φο­ρά α­νά­με­σα στις δυο ε­πι­σκο­πή­σεις. Η Κοτ­ζιά θεω­ρεί το σύ­νο­λο της πε­ζο­γρα­φι­κής πα­ρα­γω­γής, δη­λα­δή μυ­θι­στό­ρη­μα και διή­γη­μα, με α­πο­τέ­λε­σμα, στον ε­πί μέ­ρους σχο­λια­σμό, να υ­πει­σέρ­χε­ται, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, και η μορ­φή, ε­νώ α­πο­δί­δε­ται φό­ρος τι­μής σε έ­να δυο μά­στο­ρες και “στυ­λί­στες”. Αντι­θέ­τως, ο Κούρ­το­βικ πε­ριο­ρί­ζε­ται στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το ο­ποίο, ό­πως έ­χει κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη δη­λώ­σει, θεω­ρεί το κυ­ρίαρ­χο εί­δος. Στην ε­πι­σκό­πη­σή του, μό­νο σε δυο πε­ρι­πτώ­σεις, α­να­φέ­ρε­ται στη μορ­φή, με τις αό­ρι­στες δια­τυ­πώ­σεις, “κα­λο­γραμ­μέ­νο” και “πε­ρί­τε­χνο”. Κα­τά τα άλ­λα, ο σχο­λια­σμός και των δυο κα­τευ­θύ­νε­ται α­πό το θέ­μα, α­φού, ό­μως, προ­η­γου­μέ­νως, έ­χουν προσ­διο­ρί­σει ποια θέ­μα­τα θεω­ρούν α­ξιό­λο­γα. 
Αυ­τή η θε­μα­τι­κή ο­ριο­θέ­τη­ση δεί­χνει α­ντί­στοι­χη με τον πε­ριο­ρι­σμό στα βι­βλία, που μπο­ρούν να εί­ναι υ­πο­ψή­φια για το «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών». Εκεί, κά­ποιος (ε­πι­τρο­πή κρι­τι­κών, Λέ­σχες  Ανά­γνω­σης) α­να­λαμ­βά­νει ρό­λο κη­δε­μό­να του α­να­γνώ­στη, ο­ρί­ζο­ντας το υ­πο­σύ­νο­λο των βι­βλίων α­πό το  ο­ποίο ε­κεί­νος κα­λεί­ται να ε­πι­λέ­ξει. Αντ’ αυ­τού, οι κρι­τι­κοί ο­ρί­ζουν τα ά­ξια μνη­μό­νευ­σης θέ­μα­τα, ό­πως η κρί­ση, οι ι­στο­ρι­κές πε­ρι­πέ­τειες της χώ­ρας, η προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση ή, ως κο­ρω­νί­δα, τα θέ­μα­τα οι­κου­με­νι­κής εμ­βέ­λειας. Έτσι, πα­ρα­με­ρί­ζο­νται τα συ­νή­θη θέ­μα­τα των μπε­στ σέ­λε­ρ, ό­πως ε­ρω­τι­κά,  πε­ρι­πε­τειώ­δη, α­στυ­νο­μι­κά, με σα­σπέ­νς, ε­κτός κι αν ο συγ­γρα­φέ­ας τους φρό­ντι­σε να δέ­σει την ι­στο­ρία του με κά­ποιο μεί­ζον ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός. Με­τά έρ­χε­ται η α­ξιο­λό­γη­ση των προ­κρι­νό­με­νων βά­σει του θέ­μα­τος μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση, πως ε­κτι­μά­ται το ευα­νά­γνω­στο βι­βλίο, που πλη­ροί ο­ρι­σμέ­νες ι­δε­ο­λο­γι­κές προ­δια­γρα­φές, ε­νώ, ως προς τη μορ­φή, δια­θέ­τει τις α­ρε­τές των ευ­πώ­λη­των. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, λό­γω θέ­μα­τος, δεν ε­μπί­πτει σε ε­κεί­να με τη με­γά­λη α­να­γνω­σι­μό­τη­τα. Για­τί μπο­ρεί έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα για τους Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους να εί­ναι ευ­κο­λο­α­νά­γνω­στο αλ­λά θε­μα­τι­κά α­διά­φο­ρο για το με­γά­λο  κοι­νό, που θέ­λει να ξε­χα­στεί με “πε­νή­ντα α­πο­χρώ­σεις” πρά­ξεως σπου­δαίας και “τρεις” ή και δε­κα­τρείς “υ­πο­σχέ­σεις”, ι­δίως σε πε­ρίο­δο ι­σχνών α­γε­λά­δων σε ό­λους τους το­μείς, του ε­ρω­τι­κού συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το σχε­τι­κό με τους Βαλ­κα­νι­κούς μυ­θι­στό­ρη­μα του Γιαν­νιώ­τη Σπύ­ρου Γό­γο­λου εί­ναι σο­δειά 2011, ό­πως και το σχε­τι­κό με την κρί­ση μυ­θι­στό­ρη­μα του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου. 
Πε­ρί Κρι­τη­ρίων

Επα­να­λαμ­βά­νου­με, μα­κριά α­πό ε­μάς η κρι­τι­κή της κρι­τι­κής, αλ­λά μέ­νει το ε­ρώ­τη­μα: Ο τίτ­λος, που ε­πι­λέ­γει ο Κούρ­το­βι­κ, «Το γά­λα των ι­σχνών α­γε­λά­δων», δεν υ­πό­σχε­ται προ­βο­λή του λο­γο­τε­χνι­κού α­πο­στάγ­μα­τος της χρο­νιάς; Κι ό­μως, ε­κεί­νος το α­πορ­ρί­πτει, ό­που κι αν το βρει. Στο έ­να λό­γω πα­ρω­χη­μέ­νου θέ­μα­τος, στο άλ­λο λό­γω θε­μα­τι­κής ε­πα­νά­λη­ψης, σε έ­να τρί­το για­τί ο συγ­γρα­φέ­ας ε­ξάν­τλη­σε τις πη­γές έ­μπνευ­σής του, που υ­πο­θέ­του­με ό­τι ση­μαί­νει πως κι αυ­τός θε­μα­τι­κά ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, ε­νώ σε έ­να τέ­ταρ­το βρί­σκει προ­βλη­μα­τι­κή την τε­χνι­κή α­πό­στα­ξης. Τε­λι­κά, κά­νει την έκ­πλη­ξη, προ­τεί­νο­ντας α­ντί για γά­λα κά­τι πιο τερ­ψι­λα­ρύγ­γιο για δια­νοού­με­νους, ε­θι­σμέ­νους στην α­νά­γνω­ση δο­κι­μίων. Κά­τι σαν το φρα­που­τσί­νο, ού­τε γά­λα ού­τε κα­φές, αλ­λά γαρ­γα­λι­στι­κό μίγ­μα. Προ­τεί­νει το μυ­θι­στό­ρη­μα, που κα­ταρ­γεί τα ει­δο­λο­γι­κά στε­γα­νά: “Μυ­θο­πλα­σία, αυ­το­βιο­γρα­φία, δο­κί­μιο, πο­λι­τι­σμι­κή γεω­γρα­φία ή αν­θρω­πο­λο­γία, πο­λι­τι­σμι­κή κρι­τι­κή”, ό­λα σε έ­να. Αυ­τό θεω­ρεί “συ­ναρ­πα­στι­κή προο­πτι­κή για την πε­ζο­γρα­φία μας”. Προο­πτι­κή, ό­χι και τό­σο και­νού­ρια. 
Μπο­ρεί ο κα­θέ­νας να ο­ρί­ζει κρι­τή­ρια και να κά­νει τις ε­πι­λο­γές του, ω­στό­σο ό­λοι και ό­λα ο­ρί­ζο­νται α­πό τη γλώσ­σα. Πριν κο­ντά ε­νά­μι­σι αιώ­να, οι φι­λό­λο­γοι, α­ντί να με­τα­γλωτ­τί­σουν τον λα­τι­νι­κό ό­ρο literatura με τη λέ­ξη γράμ­μα­τα, προ­τί­μη­σαν να πλά­σουν στο πρό­τυ­πο της λέ­ξης καλ­λι­τε­χνία, τον και­νο­φα­νή τό­τε ό­ρο λο­γο­τε­χνία. Εί­ναι, ί­σως, η μό­νη γλώσ­σα που θέ­τει αυ­τόν τον πε­ριο­ρι­σμό, τον ο­ποίο βιά­ζου­με, ό­ταν χρη­σι­μο­ποιού­με τη λέ­ξη λο­γο­τε­χνία α­δια­κρί­τως για ο­ποιο­δή­πο­τε πε­ζό δη­μο­σιεύε­ται. Από την άλ­λη, ας φρο­ντί­σουν βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές και κρι­τι­κοί για την προώ­θη­ση του εν­δε­δειγ­μέ­νου ευα­νά­γνω­στου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Μπο­ρούν, μά­λι­στα, να ξε­κι­νή­σουν α­πό τις λί­στες των ευ­πώ­λη­των, κα­ταρ­γώ­ντας τον προσ­διο­ρι­σμό λο­γο­τε­χνία, τό­σο για τα ελ­λη­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ό­σο και για τα με­τα­φρα­σμέ­να. Ας α­πο­τολ­μή­σουν να α­πο­φαν­θούν ό­τι η τρι­λο­γία της Λον­δρέ­ζας Ερρί­κας Μή­τσε­λ, γνω­στής με το ψευ­δώ­νυ­μο Ε. Λ. Τζέϊμς, «Πε­νή­ντα α­πο­χρώ­σεις», δεν εί­ναι λο­γο­τε­χνία. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται η ί­δια, εί­ναι οι ε­ρω­τι­κές φα­ντα­σιώ­σεις μιας γυ­ναί­κας, που κλεί­νει ε­φέ­τος τα πε­νή­ντα και έ­χει έ­ναν δε­κα­πε­ντα­ε­τή έγ­γα­μο βίο που συ­νε­χί­ζε­ται και δυο κό­ρες. Εμείς, πά­ντως, προ­τι­μού­με τα α­ντί­στοι­χα βι­κτω­ρια­νά πορ­νο­γρα­φι­κά και στο εί­δος του ε­ρω­τι­κού, δεν θα αλ­λά­ζα­με την Αμε­ρι­κα­νί­δα Μάρ­γκα­ρετ Μή­τσελ και το «Οσα παίρ­νει ο ά­νε­μος» με έ­να Λέ­νας Μα­ντά. Αλλά πε­ρί ο­ρέ­ξεως ου­δείς λό­γος. Ωστό­σο, αν υ­πάρ­ξει και ε­φέ­τος «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών», ας α­φή­σουν οι νέ­οι θε­σμο­θέ­τες ε­λεύ­θε­ρους και ό­χι δια­κρι­τι­κά χει­ρα­γω­γού­με­νους τους α­να­γνώ­στες να δια­λέ­ξουν α­πό ό­λη τη σο­δειά. Ας πα­ρα­δειγ­μα­τι­στούν α­πό τους Βρε­τα­νούς, που α­πέ­νει­μαν το «National Book Award» του 2012 στην Ε. Λ.Τζέϊμς. 

 Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/2/2013.

Αθήνα και πάλι Αθήνα



















Η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας, άλλοτε Κηφισίας, στη συμβολή της με την οδό Κουμπάρη, σε φωτογραφία της δεκαετίας του 1920. Δεξιά, στον αριθμό 17 της Βασ. Σοφίας, η οικία Χαροκόπου-Εμμανουήλ Μπενάκη (σήμερα Μουσείο Μπενάκη), έργο του αρχιτέκτονα Αναστάση Μεταξά. Δίπλα, στον αριθμό 15, η οικία Ράλλη-Σκαραμαγκά (πιθανόν έργο του Αριστοτέλη Ζάχου), είναι από τα τελευταία μέγαρα που κτίστηκαν στην οδό Βασ. Σοφίας. Κατεδαφίσθηκε το 1955 και στη θέση του κτίστηκε πολυώροφο κτήριο, που στεγάζει σήμερα το Υπουργείο Εσωτερικών.

Θα­νά­σης Γιο­χά­λας -
Τό­νια Κα­φετ­ζά­κη 
«Αθή­να 
Ιχνη­λα­τώ­ντας την πό­λη  
με ο­δη­γό την ι­στο­ρία
και τη λο­γο­τε­χνία» 
Εκδό­σεις Βι­βλιο­πω­λείον
της Εστίας 
Δε­κέμ­βριος 2012

Εί­ναι δύ­σκο­λος ο ει­δο­λο­γι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός ε­νός βι­βλίου, ό­πως αυ­τό που συ­νέ­θε­σαν ο Θα­νά­σης Γιο­χά­λας και η Τό­νια Κα­φετ­ζά­κη για την πό­λη της Αθή­νας, α­ξιο­ποιώ­ντας έ­να ποι­κι­λό­μορ­φο και πλού­σιο σε πλη­ρο­φο­ρίες υ­λι­κό. Δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ο­δη­γός της πό­λης, πα­ρό­λο που η δο­μή του κα­τά πε­ριο­χή το ε­ντάσ­σει, εκ πρώ­της ό­ψεως, στους ο­δη­γούς. Στο τε­λι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, ό­μως, υ­πε­ρι­σχύει η α­νά­πτυ­ξη των ε­πί μέ­ρους ε­νο­τή­των υ­πό τη μορ­φή λημ­μά­των, που  το φέρ­νει πλη­σιέ­στε­ρα σε έ­ναν τύ­πο ε­γκυ­κλο­παι­δι­κού λε­ξι­κού της πό­λης. Άλλω­στε, τη χρή­ση του βι­βλίου ως ο­δη­γού τη δυ­σχε­ραί­νει το με­γά­λο σχή­μα του και η α­που­σία χαρ­το­γρα­φι­κής ει­κό­νας των συ­νοι­κιών, που δεν υ­πο­κα­θί­στα­ται α­πό την α­να­φο­ρά των ο­δών που τις πε­ρι­κλείουν. Ιδιαί­τε­ρα ό­ταν πρό­κει­ται για τους σκο­λιούς δρο­μί­σκους των πα­λαιών, ε­ξα­φα­νι­σμέ­νων σή­με­ρα, του­λά­χι­στον κα­τ’ ό­νο­μα, συ­νοι­κιών.  
    Αλλά ού­τε για με­λέ­τη πρό­κει­ται, κα­θώς, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, α­παι­τεί­ται, πέ­ραν της συ­γκέ­ντρω­σης του υ­λι­κού, πρω­το­γε­νής έ­ρευ­να και έ­λεγ­χος της α­ξιο­πι­στίας των πη­γών, ι­δίως των πιο πρό­σφα­των. Εί­ναι γνω­στή η τά­ση των νεό­τε­ρων α­θη­ναιο­γρά­φων να ε­πι­λέ­γουν το πα­ρά­δο­ξο πε­ρι­στα­τι­κό και να κα­τα­φεύ­γουν στην κα­θ’ υ­περ­βο­λήν πε­ρι­γρα­φή του, ε­πι­διώ­κο­ντας μάλ­λον τον ε­ντυ­πω­σια­σμό. Από την άλ­λη, ο πλού­τος των α­φη­γή­σεων για το κλει­νόν ά­στυ εί­ναι τό­σο με­γά­λος, που αυ­τή η α­φθο­νία α­πο­τε­λεί μάλ­λον δυ­σχε­ρα­ντι­κό πα­ρά βο­η­θη­τι­κό στοι­χείο. Γι’ αυ­τό και χρειά­ζε­ται προ­σε­κτι­κό ξε­διά­λεγ­μα ε­κεί­νων των ψη­φί­δων, που με την συ­νέ­νω­σή τους θα δώ­σουν γνή­σια ει­κό­να των πα­λαιό­τε­ρων ό­ψεων της πό­λης και ό­χι μια με­τα­γε­νέ­στε­ρη α­ντα­νά­κλα­ση. Εκεί­νο α­πό το ο­ποίο κιν­δυ­νεύει έ­να πα­ρό­μοιο εγ­χεί­ρη­μα εί­ναι ο α­να­γνώ­στης να το α­ντι­με­τω­πί­σει σαν έ­να παι­χνί­δι ε­ρω­τα­πα­ντή­σεων, ό­πως το “trivial pursuit”, που ήρ­θε προ­σφά­τως α­πό την α­με­ρι­κα­νι­κή ή­πει­ρο και πο­λύ α­γα­πή­θη­κε. Προς τα ε­κεί, μά­λι­στα, έ­γει­ρε η δη­μο­σιο­γρα­φι­κή υ­πο­δο­χή του βι­βλίου.  
Εί­ναι το πρώ­το βι­βλίο των δυο συγ­γρα­φέων για την Αθή­να. Κερ­κυ­ραίος ο Γιο­χά­λας, γνώ­ρι­σε την πό­λη ως φοι­τη­τής στα πρώ­τα χρό­νια της Με­τα­πο­λί­τευ­σης. Από την ί­δια ε­πο­χή εί­ναι και οι πρώ­τες ε­ντυ­πώ­σεις της Κα­φετ­ζά­κη, αυ­τή Αθη­ναία αλ­λά αρ­κε­τά νεό­τε­ρη. Όπως α­να­φέ­ρουν στον πρό­λο­γο, χω­ρίς μνή­μες α­πό την Αθή­να πα­λαιό­τε­ρων δε­κα­ε­τιών, συν­θέ­τουν τις δια­δο­χι­κές ει­κό­νες της α­πό τις προ­σι­τές σε αυ­τούς ψη­φί­δες. Αυ­τό προσ­δί­δει μια κα­θο­ρι­στι­κή χροιά στο πό­νη­μά τους. Για πα­ρά­δειγ­μα, η Ομορ­φο­κ­κλη­σιά της συλ­λο­γι­κής μνή­μης α­να­φέ­ρε­ται ως η Όμορ­φη Εκκλη­σιά των σχε­τι­κών με­λε­τών. Ή, α­κό­μη, για να δο­θεί η α­τμό­σφαι­ρα στη γει­το­νιά του Κυ­πριά­δη, ε­πι­λέ­γε­ται α­πό­σπα­σμα α­πό το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Τα σακ­κιά», που δεν προϊδεά­ζει για την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα αυ­τής της μο­να­δι­κής κά­πο­τε κη­πού­πο­λης και θα μπο­ρού­σε να α­να­φέ­ρε­ται σε μια ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη συ­νοι­κία με ο­δω­νύ­μια ο­νό­μα­τα ποιη­τών. Κα­τά τα άλ­λα, οι νεό­τε­ρες πη­γές συ­χνά συμ­φύ­ρουν λά­θη, ό­πως, λ.χ., το ό­τι αυ­τή η πρώ­τη κη­πού­πο­λη δη­μιουρ­γή­θη­κε στο Με­σο­πό­λε­μο α­πό τον ε­πι­χει­ρη­μα­τία Μί­νωα Κυ­πριά­δη. Εκεί­νος, ό­μως, την εί­χε α­γο­ρά­σει στα τέ­λη του 19ου και αρ­χές του Με­σο­πο­λέ­μου, εί­χε πε­θά­νει. Στο Με­σο­πό­λε­μο, την δη­μιούρ­γη­σε ο αρ­χι­τέ­κτο­νας γιος του, Επα­μει­νών­δας Κυ­πριά­δης. 
Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος συγ­γρα­φέ­ας και ε­ρα­σι­τέ­χνης ι­στο­ριο­δί­φης της Αθή­νας εί­ναι ο Γιο­χά­λας, σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό του. Ενώ, για την Κα­φετ­ζά­κη εί­ναι το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, με­τά την προ δε­κα­ε­τίας με­λέ­τη της «Προ­σφυ­γιά και λο­γο­τε­χνία. Ει­κό­νες του Μι­κρα­σιά­τη πρό­σφυ­γα στη με­σο­πο­λε­μι­κή πε­ζο­γρα­φία». Ίσως, αν έ­φτια­χνε μό­νη της το βι­βλίο της Αθή­νας, να α­κο­λου­θού­σε την ί­δια με­θο­δο­λο­γία. Δη­λα­δή, να α­να­ζη­τού­σε τις ει­κό­νες της πό­λης στη λο­γο­τε­χνία και να συ­νέ­θε­τε μια λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρι­διά­βα­ση, ό­πως ε­κεί­νη που πρό­τει­νε προ τριε­τίας η συ­νο­μή­λι­κή της Δώ­ρα Μέ­ντη, «Η Αθή­να α­πό τον 19ο στον 20ο αιώ­να. Μια λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρι­διά­βα­ση α­πό την πα­λιά ως τη ση­με­ρι­νή ει­κό­να της πό­λης». Αντ’ αυ­τής, στο βι­βλίο, που συ­νυ­πο­γρά­φει, προ­τάσ­σε­ται η πε­ριή­γη­ση στην πό­λη και σαν προ­σθή­κη –στα ε­κτε­νή λήμ­μα­τα και ό­ταν η ε­πο­πτεία των συγ­γρα­φέων το ε­πι­τρέ­πει– έρ­χε­ται ο “λο­γο­τε­χνι­κός πε­ρί­πα­τος”.  
Αυ­τός ο “πα­ράλ­λη­λος” πε­ρί­πα­τος δια­φέ­ρει α­πό ε­κεί­νον της Μέ­ντη. Κα­τ’ αρ­χάς, δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να, αλ­λά α­πλώ­νε­ται και σε α­να­γνώ­σμα­τα, ό­πως τα α­στυ­νο­μι­κά του Γιάν­νη Μα­ρή, τα βι­βλία του Δη­μή­τρη Ψα­θά, τα πα­λαιό­τε­ρα μπε­στ σέ­λερ του Φρέ­ντυ Γερ­μα­νού και της Λι­λής Ζω­γρά­φου, ή και κά­ποια πρό­σφα­τα, κα­θώς το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ελέ­νης Πριο­βό­λου, που δια­κρί­θη­κε με το Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών. Όσο για το λο­γο­τε­χνι­κό­τε­ρο τμή­μα του “πε­ρι­πά­του”, αυ­τό, σε σύ­γκρι­ση με το αν­θο­λό­γη­μα της Μέ­ντη, εί­ναι μι­κρό­τε­ρης έ­κτα­σης, κα­θώς οι μνη­μο­νευό­με­νοι συγ­γρα­φείς εί­ναι πε­ρί­που κα­τά δυο τρί­τα λι­γό­τε­ροι. Τα πα­ρα­θέ­μα­τα εί­ναι κυ­ρίως α­πό τα πε­ζά των πα­λαιό­τε­ρων, στα ο­ποία προ­στί­θε­νται και λι­γο­στές α­φη­γή­σεις των ε­πι­φα­νέ­στε­ρων της γε­νιάς του Με­σο­πο­λέ­μου, με προ­ε­ξάρ­χο­ντες τον Θε­ο­το­κά και τον Μυ­ρι­βή­λη. Ου­σια­στι­κά α­που­σιά­ζουν, ε­κτός α­πό δυο τρεις ε­ξαι­ρέ­σεις, ό­πως ο Μ. Κου­μα­ντα­ρέ­ας ή ο Κ. Τα­χτσής, οι με­τα­πο­λε­μι­κοί πε­ζο­γρά­φοι, που οι α­φη­γή­σεις τους θα μπο­ρού­σαν να πλου­τί­σουν τις πιο πρό­σφα­τες ει­κό­νες της πό­λης. Η ου­σια­στι­κή, ό­μως, δια­φο­ρο­ποίη­ση ε­ντο­πί­ζε­ται στην κυ­ριαρ­χία της α­φή­γη­σης. Λι­γό­τε­ροι οι ποιη­τές αλ­λά και α­πό αυ­τούς, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι αν­θο­λο­γού­νται με α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα πε­ζά τους κεί­με­να.  
Με μια μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση, τον Γεώρ­γιο Σου­ρή. Οι στί­χοι του, με τον Φα­σου­λή, τον Πε­ρι­κλέ­το και τον Ρω­μηό, έρ­χο­νται ως διάν­θι­σμα και ε­πω­δός πολ­λών λημ­μά­των, προ­σθέ­το­ντας φαι­δρούς τό­νους, κά­πο­τε ι­διαί­τε­ρα ται­ρια­στούς με τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση της πό­λης. Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, προ 130 ε­τών, δη­μο­σιεύο­νται οι στί­χοι: «Χαί­ρε, λοι­πόν, Αθή­να μου, με ό­λη σου τη βρώ­μα, // Χαί­ρε, ω γη των ψο­φι­μιών και των ου­ρο­δο­χείων, // Χαί­ρε, ω πό­λις βρω­με­ρών και λυσ­σα­σμέ­νω σκύ­λων, // Χαί­ρε, ω πό­λις τε­μπε­λιάς, βλα­κείας και μα­λά­κας...». Δυ­στυ­χώς, ο δαί­μων του τυ­πο­γρα­φείου πα­ρεμ­βαί­νει στη μνη­μό­νευ­ση της προ­το­μής του στον κα­τά­λο­γο των γλυ­πτών του Ζαπ­πείου, ό­που α­να­φέ­ρε­ται ό­τι αυ­τή το­πο­θε­τή­θη­κε το 1934. Συ­γκε­κρι­μέ­να, δε­κα­τρία χρό­νια με­τά θά­να­τον, στις 12 Μαΐου 1932, έ­γι­ναν τα α­πο­κα­λυ­πτή­ρια, με τους ε­πι­σή­μους σε α­παρ­τία και τη Φι­λαρ­μο­νι­κή του Δή­μου να α­να­κρούει τον Εθνι­κό Ύμνο. Αλλά και στο λήμ­μα του Πρώ­του Νε­κρο­τα­φείου, τον λη­σμο­νούν, πα­ρό­λο που η προ­το­μή του, α­πό τα κα­λύ­τε­ρα έρ­γα του Νι­κο­λά­ου Γεωρ­γα­ντή, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα α­ξιό­λο­γα τα­φι­κά μνη­μεία του Νε­κρο­τα­φείου.  
Κα­τά τα άλ­λα, και αυ­τό το “α­φή­γη­μα” της Αθή­νας, α­πό την Αθή­να ως πρω­τεύου­σα του νε­ο­σύ­στα­του ελ­λη­νι­κού κρά­τους ξε­κι­νά­ει και φθά­νει μέ­χρι σή­με­ρα. Για την πλη­ρό­τη­τα ε­νός ο­δη­γού, προ­στί­θε­ται έ­να πρώ­το κε­φά­λαιο σύ­ντο­μης α­να­δρο­μής στην ι­στο­ρία της πό­λης και πα­ράρ­τη­μα για μια πλη­ρέ­στε­ρη πα­ρου­σία­ση του Δή­μου Αθη­ναίων. Στο ει­σα­γω­γι­κό κε­φά­λαιο, η “λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρι­διά­βα­ση” πρω­το­τυ­πεί, αν­θο­λο­γώ­ντας για την πε­ρίο­δο των Τριά­κο­ντα Τυ­ράν­νων α­πό­σπα­σμα α­πό «Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ξε­νο­φώ­ντος» του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου, ε­νώ, για την Αθή­να με­τά τον Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, στί­χους του Σου­ρή. Ο κυ­ρίως κορ­μός του βι­βλίου α­φιε­ρώ­νε­ται σε δέ­κα πε­ριο­χές της πό­λης, ό­που η σει­ρά πα­ρά­τα­ξης ο­ρί­ζε­ται α­πό τη χρο­νι­κή πα­ρά­με­τρο. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, α­κο­λου­θεί τις με­τα­το­πί­σεις “της καρ­διάς της πό­λης”, α­πό την πα­λαιά πό­λη και τις συ­νοι­κίες γύ­ρω α­πό την Ακρό­πο­λη στο πρώ­το ε­μπο­ρι­κό κέ­ντρο και τη Νεά­πο­λη. Έπο­νται το ά­νοιγ­μα της πό­λης προς τον Πει­ραιά και α­ντί­στοι­χα, προς τα Φά­λη­ρα, τον Υμητ­τό και τα Πα­τή­σια. Όσο πα­λαιό­τε­ρη η πε­ριο­χή, τό­σο υ­πε­ρι­σχύει η α­φή­γη­ση και πε­ριο­ρί­ζε­ται ο λε­ξι­κο­γρα­φι­κός χα­ρα­κτή­ρας. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει ο μα­κρύ­τε­ρος και πιο ε­πί­λε­κτος λο­γο­τε­χνι­κός πε­ρί­πλους. Μπο­ρεί στην κα­το­πι­νή Αθή­να να μνη­μο­νεύο­νται τό­ποι συ­νά­ντη­σης, ό­πως κα­φε­νεία και τα πρώ­τα α­στι­κά ή και λο­γο­τε­χνι­κά σα­λό­νια, αλ­λά η α­να­φο­ρά ό­σων με­τεί­χαν σε αυ­τά με την πα­ρά­θε­ση ο­νο­μα­στι­κών κα­τα­λό­γων, χω­ρίς α­ντί­στοι­χη α­ξιο­ποίη­ση των λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων, α­πο­δυ­να­μώ­νει αυ­τό το κομ­μά­τι.  
Στη μνη­μό­νευ­ση βιο­γρα­φι­κών στοι­χείων συγ­γρα­φέων και καλ­λι­τε­χνών, θα α­να­με­νό­ταν, πα­ρά τον α­να­γκα­στι­κά ε­πι­λε­κτι­κό της χα­ρα­κτή­ρα, να υ­πάρ­χει μέ­ρι­μνα για μια πιο συ­στη­μα­τι­κή α­να­φο­ρά. Για πα­ρά­δειγ­μα, ε­νώ α­να­φέ­ρο­νται οι δυο δια­δο­χι­κές κα­τοι­κίες Κα­ρα­γά­τση, δεν κα­τα­γρά­φο­νται οι α­ντί­στοι­χες του Τερ­ζά­κη, πα­ρό­λο που βρί­σκο­νται στις ί­διες συ­νοι­κίες. Τον δεύ­τε­ρο τον α­δί­κη­σε και ο δαί­μων του τυ­πο­γρα­φείου, αλ­λά­ζο­ντας το έ­τος του θα­νά­του του. Επί­σης, μια κά­πως α­ξιο­λο­γι­κή κα­τα­γρα­φή θα χρεια­ζό­ταν στα ερ­γα­στή­ρια καλ­λι­τε­χνών και τους διά­φο­ρους ε­παγ­γελ­μα­τι­κούς χώ­ρους. Τό­σα γλυ­πτά του Θω­μά Θω­μό­που­λου α­να­φέ­ρο­νται, θα μπο­ρού­σε να μνη­μο­νεύε­ται και το ερ­γα­στή­ριό του, ό­πως και κά­ποιων νεό­τε­ρων.  
Ση­μα­ντι­κό­τε­ρα τα υ­πάρ­χο­ντα ερ­γα­στή­ρια, ό­πως της Να­τα­λίας Με­λά στην πά­ρο­δο της ο­δού Ηρώ­δου Αττι­κού, την ο­δό Μου­ρού­ζη. Σε αυ­τήν, ο Οδη­γός α­να­φέ­ρει την Πυ­ρο­σβε­στι­κή Υπη­ρε­σία και το Μου­σείο-Αρχείο της Ε.Ρ.Τ., αλ­λά λη­σμο­νεί το Σπου­δα­στή­ριο Νέ­ου Ελλη­νι­σμού, ό­που στε­γά­ζο­νται τα Αρχεία Κ. Θ. Δη­μα­ρά και Γ. Π. Σαβ­βί­δη, και, στην α­πέ­να­ντι πλευ­ρά του δρό­μου, το ερ­γα­στή­ριο της Με­λά α­πό τη δε­κα­ε­τία του ’40. Η κα­η­μέ­νη η Με­λά κα­τα­χω­ρεί­ται στο Ευ­ρε­τή­ριο μα­ζί με τη συ­νο­νό­μα­τη για­γιά της, την Να­τα­λία Δρα­γού­μη-Με­λά. Από την Βι­βλιο­νέτ μέ­χρι τα Ευ­ρε­τή­ρια, οι συ­νο­νό­μα­τοι φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι να συ­στε­γά­ζο­νται. Ύστε­ρα, δεν υ­πήρ­ξαν μό­νο δυο φω­το­γρα­φεία στην Αθή­να. Μπο­ρεί του Φί­λιπ­που Μαρ­γα­ρί­τη να στά­θη­κε το πρώ­το της πό­λης και ε­κεί­νο του Γεωρ­γίου Μπού­κα, έ­να α­πό τα γνω­στά του Με­σο­πο­λέ­μου, αλ­λά υ­πήρ­χαν και άλ­λα ε­ξί­σου διά­ση­μων φω­το­γρά­φων. Για πα­ρά­δειγ­μα, κα­τά τον 19ο αιώ­να, στην ο­δό Ερμού βρί­σκο­νταν τα φω­το­γρα­φεία του Πέ­τρου Μω­ραΐτη, των Αδελ­φών Ρω­μαΐδη και στο Με­σο­πό­λε­μο, ε­κεί­νο της Nelly’s. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως,  η φω­το­γρα­φία ε­ξω­φύλ­λου εί­ναι του Μω­ραΐτη, αλ­λά, στο βι­βλίο, α­να­φέ­ρε­ται μό­νο ο συ­νο­νό­μα­τός του γλύ­πτης, δη­μιουρ­γώ­ντας σύγ­χυ­ση.  
Εδώ, ό­μως, θα πρέ­πει να στα­μα­τή­σου­με τις ε­πι­μέ­ρους πα­ρα­τη­ρή­σεις. Όταν το βι­βλίο εί­ναι έ­τοι­μο, εύ­κο­λα α­σκεί­ται κρι­τι­κή. Το δύ­σκο­λο εί­ναι να στή­σεις έ­να πα­ρό­μοιο βι­βλίο. Υπήρ­χαν του­ρι­στι­κοί ο­δη­γοί, “λο­γο­τε­χνι­κές πε­ρι­δια­βά­σεις”, βι­βλία για ε­πι­μέ­ρους συ­νοι­κίες, α­κό­μη και βι­βλία με πε­ρι­πά­τους σε ο­λό­κλη­ρη την πε­ριο­χή του κέ­ντρου της Αθή­νας, ό­πως του Διο­νύ­ση Ηλιό­που­λου, «Εν Αθή­ναις, Κά­πο­τε... Η Πό­λις και οι Δρό­μοι της διη­γού­νται την Ιστο­ρία τους», που έ­χει πα­ρα­πλή­σια με το πρό­σφα­το δο­μή, ω­στό­σο έ­λει­πε ο με­θο­δι­κός και ε­παυ­ξη­μέ­νος συν­δυα­σμός, που να προ­σφέ­ρει πλού­το πλη­ρο­φο­ριών και να δια­θέ­τει α­φη­γη­μα­τι­κή γλα­φυ­ρό­τη­τα. Κι αυ­τό το κα­τόρ­θω­σαν οι δυο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι ι­στο­ριο­δί­φες της Αθή­νας.  

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/2/2013.