Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Άλλη μια μορφική πρωτοτυπία

Δη­μο­σιεύε­ται στο τρέ­χον τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού
«Οδός Πα­νός» (τχ. 160, Σεπ.-Δεκ 2013)

Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός
«Ημε­ρο­λό­γιο 1836-2011»
Δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση
Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Ι. Δ. Κολ­λά­ρου & Σίας
Ια­νουά­ριος 2013

Ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, με τη δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση του δέ­κα­του στη σει­ρά βι­βλίου του, συ­γκε­ντρώ­νει για πρώ­τη φο­ρά σε έ­ναν εκ­δό­τη ά­πα­ντα τα βι­βλία του, του­τέ­στιν τα δέ­κα πέ­ντε μιας 40ε­τούς εκ­δο­τι­κής πα­ρου­σίας. Έχου­με, λοι­πόν, τα Άπα­ντα Βαλ­τι­νού, που έ­ξι εκ­δό­τες ε­ρω­το­τρο­πού­σαν κα­τά και­ρούς να α­πο­κτή­σουν και προς τού­το, κα­τά την σκυ­τα­λο­δρο­μία της δια­δο­χής, κυ­κλο­φο­ρού­σαν, πα­ράλ­λη­λα με τα πρω­τό­τυ­πα που κά­θε φο­ρά προέ­κυ­πταν, και ε­πα­νεκ­δό­σεις ό­σων α­πό τα προ­η­γού­με­να προ­λά­βαι­ναν. Αυ­τά τα τε­λευ­ταία ε­πι­λέ­γο­νταν κα­τά σει­ρά α­ξιο­λό­γη­σης μάλ­λον του εκ­δό­τη, με α­πο­τέ­λε­σμα το δεύ­τε­ρο εκ­δο­θέν και γνω­στό­τε­ρο βι­βλίο του, «Η κά­θο­δος των εν­νιά», να υ­πάρ­χει στους κα­τα­λό­γους πέ­ντε εκ­δο­τι­κών οί­κων. Αντι­θέ­τως, το προ­σφά­τως ε­πα­νεκ­δο­θέν, δέ­κα­το βι­βλίο, πρω­το­κυ­κλο­φό­ρη­σε Απρ. 2001 α­πό τον τέ­ταρ­το στη σει­ρά εκ­δό­τη, αλ­λά πα­ρα­κάμ­φθη­κε α­πό τον βρα­χύ­βιο πέ­μπτο, που προ­τί­μη­σε ως ε­μπο­ρι­κός εκ­δο­τι­κός οί­κος, με­τά το δεύ­τε­ρο, το έ­τε­ρο πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο του Βαλ­τι­νού, το «Ορθο­κω­στά».
Κι ό­μως, το συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο έ­χει πολ­λα­πλό εν­δια­φέ­ρον. Ο Βαλ­τι­νός, σε αυ­τό, δεί­χνει να κά­νει έ­να πρώ­το ά­νοιγ­μα προς την αυ­το­βιο­γρά­φη­ση, την ο­ποία προ­χω­ρά­ει με τα ε­πό­με­να βι­βλία του, συ­νε­χώς ε­πε­κτεί­νο­ντάς την, πά­ντο­τε υ­πό μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή κά­λυ­ψη, μέ­χρι το πιο πρό­σφα­το, το «Ανά­πλους». Ταυ­τό­χρο­να, πρό­κει­ται για το πλέ­ον ι­διό­τυ­πο βι­βλίο του, κα­θώς λύ­νει ό­λους τους αρ­μούς: νο­η­μα­τι­κούς, χρο­νι­κούς, χω­ρι­κούς. Το μό­νο στα­θε­ρό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι η μορ­φή, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τήν την έ­χει εκ προοι­μίου προσ­διο­ρί­σει μέ­σω του τίτ­λου. Ενός τίτ­λου μάλ­λον αό­ρι­στου, κα­θώς δη­λώ­νει μεν ό­τι πρό­κει­ται για η­με­ρο­λό­γιο, αλ­λά δεν προσ­διο­ρί­ζει ποιας ο­ντό­τη­τας ή κα­τά­στα­σης εί­ναι ο η­με­ρο­δεί­κτης, α­φού το χρο­νι­κό ά­νοιγ­μα των 176 ε­τών α­πο­κλείει την πε­ρί­πτω­ση να πρό­κει­ται πε­ρί ε­νός προ­σώ­που. Πα­ρά έ­ξι έ­τη θα μπο­ρού­σε να α­φο­ρά το α­νε­ξάρ­τη­το νε­ο­ελ­λη­νι­κό κρά­τος. Το 1836, ό­μως, εί­χε ή­δη προ τε­τρα­ε­τίας ε­κλε­γεί ο Όθων βα­σι­λιάς των Ελλή­νων, ο­πό­τε μία προ­φα­νής ι­στο­ρι­κή α­φε­τη­ρία του Ημε­ρο­λο­γίου α­πο­κλείε­ται. Ανά­με­σα, ω­στό­σο, στα λι­γο­στά ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα, που φαί­νε­ται να έ­λα­βαν χώ­ρα ε­κεί­νο το σω­τή­ριον έ­τος στην τό­τε ελ­λη­νι­κή ε­πι­κρά­τεια, ε­κτός α­πό την ί­δρυ­ση α­νώ­τα­των εκ­παι­δευ­τι­κών ι­δρυ­μά­των, εί­ναι η αλ­λα­γή της πρω­τεύου­σας της ε­παρ­χίας Κυ­νου­ρίας, α­πό τον ο­ρει­νό Άγιο Πέ­τρο στο πα­ρα­θα­λάσ­σιο Άστρος. Μα­κράν, ό­μως, του Βαλ­τι­νού πα­ρό­μοιες το­πι­κι­στι­κές εμ­μο­νές, καί­τοι γεν­νη­θείς στο Κα­στρί, άλ­λο­τε πο­τέ Άγιο Νι­κό­λαο, που βρί­σκε­ται πλη­σίον της πρώ­της έ­δρας της πρω­τεύου­σας. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, στο αυ­τά­κι της πρώ­της έκ­δο­σης του Ημε­ρο­λο­γίου, έ­να ε­κτε­νές βιο­γρα­φι­κό προσ­διο­ρί­ζει ως τό­πο γεν­νή­σεως το πα­ρα­κεί­με­νο χω­ριό Κα­ρά­του­λα.
Δια­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα, πιο συ­γκλο­νι­στι­κά, τον εν­δια­φέ­ρουν σε αυ­τό το βι­βλίο. Όπως ο ε­ρω­τι­κός βίος του Αλε­ξά­ντερ Πού­σκιν και τα ‘‘θα­να­τη­φό­ρα αι­δοία’’. Θα­να­τη­φό­ρα, κα­θώς συ­χνά ω­θού­σαν σε μο­νο­μα­χίες, έ­χο­ντας ως μό­νη α­φορ­μή τις ζη­λο­τυ­πίες, που δη­μιουρ­γούν οι τρια­δι­κές σχέ­σεις. Κυ­ριο­λε­κτι­κώς θα­να­τη­φό­ρα την ε­πο­χή του ρώσ­σου ποιη­τή, που σκο­τώ­θη­κε σε μια πα­ρό­μοια μο­νο­μα­χία, με­τα­φο­ρι­κά στον αιώ­να του συγ­γρα­φέα, που οι μο­νο­μα­χίες εί­χαν δια νό­μου κα­ταρ­γη­θεί, α­νε­ξάρ­τη­τα αν οι ι­ψε­νι­κές σχέ­σεις ε­ξα­κο­λου­θού­σαν, και ε­ξα­κο­λου­θούν βε­βαίως, να θάλ­λουν. Ο ί­διος ή, ορ­θό­τε­ρα, α­φού πρό­κει­ται για μυ­θι­στό­ρη­μα, ο α­φη­γη­τής του φαί­νε­ται συ­χνά να πρω­το­στά­τη­σε σε τέ­τοιου εί­δους σχέ­σεις, αλ­λά στο ρό­λο του ε­ρα­στή και ό­χι του α­πα­τη­μέ­νου συ­ζύ­γου ό­πως ο Πού­σκιν. Πά­ντως, κα­θώς ού­τε αυ­τός διέ­λα­θε κά­ποιων ε­λα­φρύ­τε­ρων συ­νε­πειών, ό­πως οι κρί­σεις α­πελ­πι­σίας, τα βιώ­νει μάλ­λον σαν αι­μο­βό­ρα.
Από τον Πού­σκιν στον Βαλ­τι­νό, τη γέ­φυ­ρα την α­πο­κα­θι­στούν το ε­ρω­τι­κό στοι­χείο, ό­πως αυ­τό ο­ρί­ζε­ται α­πό το ε­πι­θε­τι­κό αρ­σε­νι­κό, και η ποιη­τι­κό­τη­τα. Όταν το α­φη­γη­μα­τι­κό alter ego του Βαλ­τι­νού α­να­κα­λύ­πτει το 1986 στο Δυ­τι­κό Βε­ρο­λί­νο το η­με­ρο­λό­γιο του Πού­σκιν, ει­κά­ζει ό­τι εί­ναι πλα­στό, ‘‘τα γε­γο­νό­τα ω­στό­σο α­ναμ­φι­σβή­τη­τα’’, ό­πως σπεύ­δει να προ­σθέ­σει. Πα­ρο­μοίως, το η­με­ρο­λό­γιο που ε­κεί­νος στή­νει, δεί­χνει πλα­στό, αυ­τά, ό­μως, που κα­τα­γρά­φο­νται, πα­ρα­πέ­μπουν ‘‘α­ναμ­φι­σβή­τη­τα’’ στον αι­σθη­τί­στα συλ­λέ­κτη γλωσ­σι­κής ύ­λης και συμ­βά­ντων, που εί­ναι ο Βαλ­τι­νός. Όσα α­πό τα α­να­φε­ρό­με­να βρί­σκο­νται ε­κτός της βιω­μέ­νης α­πό τον συγ­γρα­φέα χρο­νο­λο­γι­κής πε­ριό­δου, θα μπο­ρού­σαν να αν­τλού­νται α­πό το η­με­ρο­λό­γιο του συγ­γρα­φέα, ό­ταν ε­κεί­νος λει­τουρ­γεί ως συλ­λέ­κτης ι­στο­ριών.
Με το συλ­λέ­κτη να προ­η­γεί­ται του μυ­θο­πλά­στη ξε­κί­νη­σε ο Βαλ­τι­νός και έ­τσι συ­νέ­χι­σε. Σε αυ­τήν την πο­ρεία, ω­στό­σο, δια­κρί­νο­νται δυο πε­ρίο­δοι. Στην πρώ­τη τρια­κο­ντα­ε­τία (1963-1992), ε­πι­λέ­γο­νται ως θέ­μα­τα ε­ξαι­ρε­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις ι­στο­ριών, ε­νώ στην δεύ­τε­ρη, που αρ­χί­ζει το 1994, ό­ταν εκ­δί­δε­ται το πρώ­το βι­βλίο με μυ­θο­ποιη­μέ­νες μαρ­τυ­ρίες, το «Ορθο­κω­στά», ο συλ­λέ­κτης- μυ­θο­πλά­στης ε­πι­ζη­τά, ταυ­τό­χρο­να, ρό­λο ‘‘ι­στο­ρι­κού’’ και δη ‘‘α­να­θεω­ρη­τι­κού’’. Το 1994 μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί κομ­βι­κό έ­τος για τη σχέ­ση του Βαλ­τι­νού με την Ιστο­ρία, κα­θώς η ο­πτι­κή του δια­φο­ρο­ποιεί­ται, α­κο­λου­θώ­ντας στο ε­ξής α­να­θεω­ρη­τι­κή στά­ση α­πέ­να­ντι στα ι­στο­ρι­κά συμ­βά­ντα. Δεί­χνει, δη­λα­δή, να α­παλ­λάσ­σε­ται α­πό κά­ποιες προ­γε­νέ­στε­ρες δε­σμεύ­σεις και να κι­νεί­ται πλέ­ον α­νε­μπό­δι­στα. Πε­ριέρ­γως, στις η­με­ρο­λο­για­κές εγ­γρα­φές ε­κεί­νου του ο­ρια­κού έ­τους, που φτά­νουν κα­τ' ε­ξαί­ρε­ση τις εν­νέα, μά­λι­στα τρεις στην ί­δια η­μέ­ρα, την 29η Απρ., Με­γά­λη Πα­ρα­σκευή, δεν υ­πάρ­χουν ού­τε καν νύ­ξεις ι­στο­ρι­κής υ­φής. Μια, πά­ντως, εγ­γρα­φή, με η­με­ρο­μη­νία 23 Ιουν. 1994, α­να­φέ­ρε­ται στην υ­πο­γρα­φή α­ντι­τύ­πων νέ­ου βι­βλίου. Πρό­κει­ται μάλ­λον για την μό­λις εκ­δο­θεί­σα «Ορθο­κω­στά». Υπερ­βαί­νο­ντας τις συγ­γρα­φι­κές προ­θέ­σεις, η η­με­ρο­μη­νία εν­δε­χο­μέ­νως να πα­ρα­πέ­μπει α­κρι­βώς στα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό την η­μέ­ρα που άρ­χι­σε η τρί­τη με­γά­λη εκ­κα­θα­ρι­στι­κή ε­πι­χεί­ρη­ση Γερ­μα­νών και ‘‘συ­νο­δοι­πό­ρω­ν’’ στον Πάρ­νω­να, το κα­τ’ ε­ξο­χήν εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κό σκη­νι­κό του συγ­γρα­φέα.
Γε­νι­κό­τε­ρα, στις συ­νο­λι­κά 153 εγ­γρα­φές, ο α­φη­γη­τής, χω­ρίς να ξε­φεύ­γει α­πό τον θε­μα­το­γρα­φι­κό κύ­κλο του Βαλ­τι­νού, φαί­νε­ται να κι­νεί­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο σε προ­σω­πι­κές πε­ριο­χές. Ας διευ­κρι­νί­σου­με ό­τι, ε­πί του συ­νό­λου, μό­λις έ­ξι εγ­γρα­φές α­φο­ρούν τον 19ο αιώ­να και 14 την πρώ­τη τρια­κο­ντα­ε­τία του 20ου, δη­λα­δή την πε­ρίο­δο προ της γεν­νή­σεως του συγ­γρα­φέα. Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό αυ­τές εί­ναι γρι­φώ­δεις και συ­γκρι­τι­κά προς ε­κεί­νες που α­κο­λου­θούν σύ­ντο­μες, με­ρι­κές α­κό­μη και της μιας φρά­σης. Πα­ρά την πύ­κνω­ση της α­φή­γη­σης, προ­κα­λούν μια, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο φευ­γα­λέα, συ­γκί­νη­ση.
Οι η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές λό­γων και γε­γο­νό­των συ­νο­δεύο­νται α­πό την η­με­ρο­μη­νία, που μπο­ρεί μεν να τις ση­μα­το­δο­τεί, αλ­λά δεν λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη στην πα­ρά­τα­ξή τους. Η κει­με­νι­κή αλ­λη­λου­χία των γε­γο­νό­των εί­ναι α­νε­ξάρ­τη­τη του πό­τε συ­νέ­βη­σαν. Εδώ, γεν­νιέ­ται το ε­ρώ­τη­μα, αν πρό­κει­ται για μορ­φι­κή εκ­ζή­τη­ση ή για αι­σθη­τι­κό αί­τη­μα. Ένα πα­ρά­πλευ­ρο ε­ρώ­τη­μα θα ή­ταν το ποια ει­κό­να θα α­να­δει­κνυό­ταν, αλ­λά κι αν θα α­να­δει­κνυό­ταν κά­ποια, στην πε­ρί­πτω­ση που α­πο­κα­θί­στα­το η χρο­νο­λο­γι­κή αλ­λη­λου­χία. Τι θα προέ­κυ­πτε μέ­σα α­πό τα βιω­μα­τι­κά σπα­ράγ­μα­τα και τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία; Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, η α­φή­γη­ση της ε­ρω­τι­κής συ­νεύ­ρε­σης της 9ης Σεπ. 1996, σε στά­ση, για το θή­λυ, αν ό­χι πά­ντο­τε ε­πώ­δυ­νη, σί­γου­ρα πά­ντως υ­πο­τι­μη­τι­κή, αλ­λά για το άρ­ρεν ε­σα­εί α­πο­λαυ­στι­κή, για­τί να κό­πτε­ται στα δυο με την πα­ρεμ­βο­λή δυο εγ­γρα­φών που α­να­φέ­ρο­νται στα γη­ρα­τειά και την α­πει­λή του θα­νά­του; Ο Εμπει­ρί­κος, λ.χ., πο­τέ δεν θα α­να­χαί­τι­ζε τό­σο βίαια την α­να­γνω­στι­κή η­δο­νή. Ωστό­σο, και στους δυο συγ­γρα­φείς, η γυ­ναί­κα προ­βάλ­λει σαν πρό­σω­πο λα­τρείας, με τις πε­ρι­γρα­φές να ε­στιά­ζουν στο γυ­ναι­κείο σώ­μα και την ε­ρω­τι­κή τε­λε­τουρ­γία. Αυ­τό συ­νι­στά έ­να ση­μείο συ­νά­ντη­σης αμ­φο­τέ­ρων με τον Πού­σκιν. Μό­νο οι Λο­λί­τες του «Με­γά­λου Ανα­το­λι­κού» α­που­σιά­ζουν α­πό το Ημε­ρο­λό­γιο Βαλ­τι­νού, που, κα­τά τα άλ­λα, συ­να­γω­νί­ζε­ται τον Εμπει­ρί­κο στις ε­λευ­θε­ριά­ζου­σες πε­ρι­γρα­φές. Υπάρ­χει, πά­ντως, μια και μο­νά­κρι­βη α­να­φο­ρά, με η­με­ρο­μη­νία 13.5.1966, κά­τι σαν δί­στι­χο: ‘‘Αυ­τή η ά­γου­ρη α­κό­μη μι­κρού­λα./ Αυ­τή η προ­νύμ­φη.’’ Ο Βαλ­τι­νός, με την ε­πί­γνω­ση ό­τι εί­ναι μο­νά­χα πε­ζο­γρά­φος, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί σε χρο­νι­κά με­τα­γε­νέ­στε­ρη εγ­γρα­φή, κοι­τά­ζο­ντας φω­το­γρα­φία α­πό το γκρέ­μι­σμα του Τεί­χους του Βε­ρο­λί­νου, κα­τα­χω­ρεί τους μο­να­δι­κούς στί­χους του Ημε­ρο­λο­γίου. Εί­χαν γρα­φτεί τό­τε και συ­νο­μι­λούν ό­χι με τον Εμπει­ρί­κο, αλ­λά με τον Νι­κή­τα Ρά­ντο. Αν και ο τε­λευ­ταίος στί­χος α­κού­γε­ται μάλ­λον ως πα­ρή­χη­ση της κα­τα­κλεί­δας του εγ­γο­νο­πο­λι­κού «Μπο­λι­βάρ». Άρα­γε, αν ο Βαλ­τι­νός έ­γρα­φε ποίη­ση, θα α­κο­λου­θού­σε τους υ­περ­ρε­α­λι­στές του Με­σο­πο­λέ­μου; Πά­ντως, προ­βάλ­λει το ί­διο με ε­κεί­νους ιε­ρό­συ­λος, ό­ταν αλ­λοιώ­νει φρά­σεις συ­να­ξα­ρι­στών, ‘‘...και την α­γκά­λια­σε και έ­λα­βε με­γά­λη θε­ρα­πείαν.’’ Ή, α­κό­μη, ό­ταν μνη­μο­νεύει ε­ρω­τι­κές διε­γέρ­σεις σε εκ­κλη­σια­στι­κούς χώ­ρους υ­πό το βλέμ­μα τρουλ­λαίου Πα­ντο­κρά­το­ρος.
Δί­κην και πά­λι πα­ρα­δείγ­μα­τος, σε αυ­τό το μα­στο­ρι­κά ‘‘α­να­κα­τω­μέ­νο’’ Ημε­ρο­λό­γιο, στα δυο δεν κό­βο­νται μό­νο οι ε­ρω­τι­κές συ­νευ­ρέ­σεις αλ­λά και οι θά­να­τοι και οι τε­λε­τουρ­γίες που α­κο­λου­θούν μέ­χρι και την α­να­κο­μι­δή των ο­στών. Οι τε­λευ­ταίες δύ­σκο­λες ώ­ρες της μη­τέ­ρας του α­φη­γη­τή, μα­ζί με τις ε­πώ­δυ­νες για τον ί­διο μνή­μες α­πό την τα­φή της, αλ­λά και α­πό έ­να πα­ρά­πο­νό της, α­φορ­μώ­με­νο α­πό τον μποέ­μι­κο βίο του, φαί­νε­ται να δί­νουν το υ­λι­κό για δυο εγ­γρα­φές, που κα­τα­χω­ρού­νται α­σύν­δε­τες. Έτσι, ό­μως, αμ­βλύ­νε­ται το δρα­μα­τι­κό στοι­χείο της α­φή­γη­σης. Από το πρό­σφα­το 15ο βι­βλίο του Βαλ­τι­νού, φαί­νε­ται ό­τι πρό­κει­ται για τη μη­τέ­ρα του συγ­γρα­φέα. Ενδει­κτι­κό­τε­ρο το πα­ρά­δειγ­μα δυο η­με­ρο­λο­για­κών κα­τα­χω­ρή­σεων με την ί­δια η­με­ρο­μη­νία, 28.10.1994, αλ­λά σε κει­με­νι­κή α­πό­στα­ση, ώ­στε να λει­τουρ­γούν αυ­το­τε­λώς. Εδώ, η α­πώ­λεια εί­ναι έ­να ε­ξαι­ρε­τι­κό διή­γη­μα για τον συ­ζυ­γι­κό έ­ρω­τα, που κρα­τού­σε άλ­λο­τε πο­τέ μι­σό αιώ­να και συ­νε­χι­ζό­ταν για α­κό­μη έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να, κα­τά το ο­ποίο ο έ­νας α­πό τους δυο τύ­χαι­νε να ε­πι­βιώ­σει του θα­νά­του του ε­τέ­ρου η­μί­σεως. Ένα διή­γη­μα, που, αν αυ­το­νο­μεί­το, θα μπο­ρού­σε να τιτ­λο­φο­ρεί­ται ‘‘α­να­κο­μι­δή ο­στών’’ ή ‘‘το τα­ξεί­δι στο σκό­τος’’. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, έ­ναν πα­ρό­μοιο ι­σό­βιο έ­ρω­τα ε­πι­λέ­γει ο συγ­γρα­φέ­ας ως τε­λευ­ταία χρο­νι­κά εγ­γρα­φή του Ημε­ρο­λο­γίου, στις 3 Ιαν. 2011. Εί­ναι τα λό­για ε­νός γέ­ρο­ντα, στον έ­βδο­μο χρό­νο α­πό τον θά­να­το της γυ­ναί­κας του, που για­τρο­πό­ρε­ψε μέ­χρι τε­λευ­τής της. Ενώ, κα­θό­λου τυ­χαία, ως χρο­νι­κά πρώ­τη εγ­γρα­φή, προ­κρί­νε­ται η 18η Ιουν. 1836, με την πε­ρι­γρα­φή της ε­ρω­τι­κής συ­νεύ­ρε­σης του Αλέ­ξαν­δρου και της Να­τα­λίας Πού­σκιν σε μια στά­ση αγ­γλι­στί doggystyle, γερ­μα­νι­στί hundchenstellung, ή, προς ε­ξω­ραϊσμό των ε­ντυ­πώ­σεων, a tergo.
Με άλ­λα λό­για, έ­να Ημε­ρο­λό­γιο για τον έ­ρω­τα αλ­λά και τον θά­να­το, ό­που ο θά­να­τος θα α­να­με­νό­ταν να κυ­ριαρ­χεί στα ι­στο­ρι­κά συμ­βά­ντα. Οπό­τε και ε­πα­νέρ­χε­ται το ε­ρώ­τη­μα: Σε μια χρο­νο­λο­γι­κά εύ­τα­κτη πα­ρά­τα­ξη, ποια α­πό αυ­τά θα μπο­ρού­σαν να συ­ναρ­μο­λο­γη­θούν και σε ποια μορ­φή μυ­θο­πλα­στι­κής εκ­δο­χής θα α­να­δει­κνύο­ντα­ν; Αρκε­τές εγ­γρα­φές δεί­χνουν σαν ε­ρά­νι­σμα α­πό τα ε­να­πο­μεί­να­ντα άλ­λων βι­βλίων. Λ.χ., α­πό το «Συ­να­ξά­ρι Αντρέα Κορ­δο­πά­τη. Βι­βλίο δεύ­τε­ρο: Βαλ­κα­νι­κοί - ’22» έλ­κουν την κα­τα­γω­γή τους οι λι­γο­στές εγ­γρα­φές της Μι­κρα­σια­τι­κής πε­ρι­πέ­τειας. Μό­νο που η έμ­φα­ση δί­νε­ται στο έν­στι­κτο της ζωής πα­ρά στο αι­μα­το­κύ­λι­σμα. Κυ­ρίαρ­χο προ­βάλ­λει το γε­νε­τή­σιο έν­στι­κτο, εί­τε αυ­τό εκ­δη­λώ­νε­ται ως βια­σμός εί­τε σαν ο­νεί­ρω­ξη. Δεν λεί­πουν και κά­ποιες νό­τες αι­σθη­μα­τι­σμού. Για πα­ρά­δειγ­μα, ό­ταν το Μι­κρα­σια­τι­κό Μέ­τω­πο βρί­σκε­ται υ­πό κα­τάρ­ρευ­ση και έ­να δυο δι­κοί μας, λου­φαγ­μέ­νοι στο δά­σος για να γλι­τώ­σουν, κοι­τά­ζουν τα α­στέ­ρια. Εί­ναι τα ί­δια α­στέ­ρια που έ­βλε­παν και α­πό τον τό­πο τους. Ακό­μη κι αυ­τή η α­να­φο­ρά έ­χει το ε­ρω­τι­κό της συν­δη­λού­με­νο, κα­θώς ξε­χω­ρί­ζουν τον Ωρίω­να, για τους νη­σιώ­τες α­λε­τρο­πό­δι, που, κα­τά τη μυ­θο­λο­γι­κή εκ­δο­χή, κυ­νη­γά μο­νί­μως α­πό πί­σω την Πού­λια.
Από τα υ­πό­λοι­πα των δυο μπε­στ σέ­λερ του συγ­γρα­φέα, που α­να­φέ­ρο­νται στην τα­ρα­χώ­δη δε­κα­ε­τία του ’40, μό­λις τρεις εί­ναι οι εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κές εγ­γρα­φές που σχε­τί­ζο­νται με τα κοι­νά: Απρ. 1947, ‘‘Θα με­θύ­σουν τα βου­νά α­πό το αί­μα τους’’, δη­λω­τι­κή της έ­παρ­σης της μιας πλευ­ράς, κα­θώς αρ­χί­ζουν οι εκ­κα­θα­ρι­στι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις στην Πε­λο­πόν­νη­σο. Ιούν. 1948, ‘‘Μέ­θυ­σαν τα βου­νά α­πό το αί­μα’’, σαν ου­δέ­τε­ρη δια­πί­στω­ση. Εξάλ­λου, α­πό το πρώ­το κιό­λας διή­γη­μα του Βαλ­τι­νού («Αύ­γου­στος 1948»), τα βου­νά πί­νουν αί­μα. Αργό­τε­ρα, αρ­κε­τά αρ­γό­τε­ρα, εμ­φα­νί­ζε­ται ο έ­ρω­τας, ο έ­τε­ρος ι­σχυ­ρός πό­λος στο έρ­γο του. Η τρί­τη εγ­γρα­φή αυ­τής της δε­κα­ε­τίας, 16 Ιουλ. 1948, ‘‘Και τα ό­ρη αυ­τών με­θυ­σθή­σε­ται εν τω αί­μα­τι αυ­τών’’, εί­ναι α­πό την Βί­βλο. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­πό τα της Ιου­δή­θ, χω­ρίς ό­μως να γί­νε­ται κα­μία μνεία στον θρίαμ­βο των α­δυ­νά­των με­τά τον μα­κά­βριο α­πο­κε­φα­λι­σμό του Ολο­φέρ­νη α­πό ε­κεί­νη. Με τη θεία βοή­θεια δρα η Ιου­δή­θ, σε α­ντί­θε­ση με τη δο­λιό­τη­τα της Δα­λι­δά, που εκ­μη­δέ­νι­σε α­ναί­μα­κτα τον Σαμ­ψών. Εδώ, οι εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κές εμ­μο­νές του Βαλ­τι­νού σαν να α­να­μι­γνύο­νται με ε­κεί­νες που δη­μιουρ­γούν στον α­φη­γη­τή του οι γυ­ναί­κες δή­μιοι, ό­πως η Δω­ρο­θέα, που δια­τη­ρού­σε σύ­ζυ­γο και δεύ­τε­ρο ε­ρα­στή ή η Ελ., που ό­ταν τον πα­ρά­τη­σε, ε­κεί­νος πή­γε να τρε­λα­θεί, ό­πως θυ­μά­ται 23 χρό­νια με­τά. Ως ε­ναρ­κτή­ρια εγ­γρα­φή του τρέ­χο­ντος αιώ­να, 27 Ιουν. 2000, ε­πι­λέ­γε­ται το ε­ορ­το­λό­γιο της η­μέ­ρας, που φέ­ρει ε­πι­κε­φα­λής τον Σαμ­ψών τον ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο ξε­νο­δό­χο. Δια­φο­ρε­τι­κά πρό­σω­πα ο Σαμ­ψών του Βι­βλίου των Κρι­τών και ε­κεί­νος της Πα­λαιάς Δια­θή­κης. Αυ­τό, ό­μως, δεν α­πο­κλείει ο α­φη­γη­τής να φα­ντα­σιώ­νε­ται ε­αυ­τόν άλ­λο­τε σαν Σαμ­ψών κι άλ­λο­τε σαν Αϊ Γιώρ­γη. Έτσι, άλ­λω­στε, φαί­νε­ται να τον έ­χουν οι γυ­ναί­κες που α­νέ­κα­θεν τον πε­ρι­στοι­χί­ζουν. Δεν εί­ναι τυ­χαίο, ό­τι στο πρώ­το και το τε­λευ­ταίο α­πό­σπα­σμα, κα­τά σει­ρά κει­με­νι­κής πα­ρά­τα­ξης, αυ­τές πρω­τα­γω­νι­στούν, και ό­χι το ’22 ή ο Εμφύ­λιος.
Ορι­σμέ­νες μνή­μες βιω­μα­τι­κές ή α­να­γνω­στι­κές αυ­το­νο­μού­νται με την η­με­ρο­μη­νία τους, ε­νώ άλ­λες κα­τα­χω­ρού­νται με την η­με­ρο­μη­νία της δη­μιουρ­γίας τους, δη­λα­δή της πρόσ­λη­ψής τους α­πό τον η­με­ρο­λο­γιο­γρά­φο. Για πα­ρά­δειγ­μα, στις κα­τα­χω­ρή­σεις του 19ου αιώ­να, οι ε­ρω­τι­κές εγ­γρα­φές του Πού­σκιν έ­χουν ως α­ντί­στι­ξη ε­κεί­νες α­πό το η­με­ρο­λό­γιο της γερ­μα­νί­δας ζω­γρά­φου Πά­ου­λα Μπέ­κε­ρ, που εί­χε α­πο­κλεί­σει τον έ­ρω­τα α­πό τη ζωή της για τον έ­ρω­τα της Τέ­χνης. Βα­σα­νι­ζό­ταν με τη μορ­φή, α­νοί­γο­ντας και­νού­ριους εκ­φρα­στι­κούς δρό­μους. Σή­με­ρα, τα έρ­γα της ε­ντάσ­σο­νται στον πρώι­μο εξ­πρε­σιο­νι­σμό. Αρκε­τές εγ­γρα­φές εί­ναι α­πό κου­βέ­ντες, ε­ξο­μο­λο­γή­σεις ή προ­φη­τι­κές φρά­σεις γυ­ναι­κών, που φαί­νε­ται να τις α­πευ­θύ­νουν στον α­φη­γη­τή. Εκεί­νος τις ε­ναλ­λάσ­σει με ε­ξαι­ρε­τι­κά συμ­βά­ντα α­πό την ο­ρει­νή εν­δο­χώ­ρα πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών. Εκεί οι γυ­ναί­κες υ­πο­τάσ­σο­νταν στους ά­ντρες και ξε­θύ­μαι­ναν βιαιο­πρα­γώ­ντας στα ζω­ντα­νά. Ορι­σμέ­νες α­φη­γή­σεις έ­χουν τη μορ­φή μί­νι διη­γη­μά­των. Με­ρι­κές ε­ντυ­πώ­νο­νται με το κρυ­πτι­κό τους φορ­τίο, άλ­λο­τε λε­κτι­κό κι άλ­λο­τε νο­η­μα­τι­κό. Υπάρ­χουν, ό­μως, και κά­ποιες που χά­νουν μέ­ρος α­πό το ει­δι­κό βά­ρος τους, κα­θώς λεί­πει η συ­γκε­κρι­μέ­νη α­να­φο­ρά σε πρό­σω­πα. Άλλη η α­να­γνω­στι­κή αί­σθη­ση α­πό την κη­δεία του μπάρ­μπα-Γιάν­νη Μ. ή το μνη­μό­συ­νο του Αλέ­ξαν­δρου Κ. και άλ­λη α­πό την κη­δεία του Μα­νού­σα­κα και το μνη­μό­συ­νο του Κο­τζιά.
Τε­λι­κά, αν υ­πε­ρι­σχύει μια αί­σθη­ση, αυ­τή εί­ναι η αί­σθη­ση της νο­σταλ­γίας. Και ό­ταν πρό­κει­ται για τα κοι­νά, ε­κεί­νη της μα­ταίω­σης. Κα­τά τα άλ­λα, ε­μείς κρα­τά­με τις ε­πι­φυ­λά­ξεις μας για το συγ­γρα­φι­κό πεί­σμα του Βαλ­τι­νού να δο­κι­μά­ζει και να δο­κι­μά­ζε­ται σε δια­φο­ρε­τι­κές μυ­θο­πλα­στι­κές μορ­φές. Πι­θα­νώς, ο χρό­νος να τον δι­καιώ­σει, ό­πως συ­νέ­βη με την Πά­ου­λα Μπέ­κερ. Μέ­χρι στιγ­μής, πά­ντως, στα Άπα­ντα Βαλ­τι­νού υ­πάρ­χουν μό­νο δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των. Με το υ­λι­κό του Ημε­ρο­λο­γίου έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση – μην πού­με βε­βαιό­τη­τα – ό­τι θα προέ­κυ­πταν και μια και δυο πρό­σθε­τες, κα­θώς α­κό­μη και εγ­γρα­φές δια­φο­ρε­τι­κών η­με­ρο­μη­νιών συ­νο­μι­λούν με­τα­ξύ τους, εάν συ­ναρ­μο­στούν. Επι­βε­βαίω­ση αυ­τού του ι­σχυ­ρι­σμού α­πο­τε­λεί το διή­γη­μα με τίτ­λο «Τρί­πτυ­χο», που δη­μο­σιεύ­θη­κε πρό­σφα­τα στο πε­ριο­δι­κό «Εντευ­κτή­ριο». Τα τρία μέ­ρη α­πό τα ο­ποία α­παρ­τί­ζε­ται, με τον αυ­το­τε­λή χα­ρα­κτή­ρα που έ­χουν, θα μπο­ρού­σαν να συ­μπε­ρι­λη­φθούν διά­σπαρ­τα στο Ημε­ρο­λό­γιο. Πό­σους, άλ­λω­στε, διη­γη­μα­το­γρά­φους πα­ρό­μοιας και α­ντα­γω­νί­σι­μης ως προς αλ­λο­δα­πούς ο­μό­τε­χνους στάθ­μης έ­χου­με σή­με­ρα; Δύο το πο­λύ τρείς, ό­χι, πά­ντως, πα­ρα­πά­νω, α­σχέ­τως αν το διή­γη­μα φέ­ρε­ται σή­με­ρα ως λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος εν ακ­μή. Αυ­τό δεν εί­ναι πα­ρά πλα­σμα­τι­κή ει­κό­να της εκ­δο­τι­κής α­γο­ράς που θο­λώ­νει τα νε­ρά και α­πο­προ­σα­να­το­λί­ζει τους α­να­γνώ­στες α­πό τις υ­ψη­λές ε­πι­δό­σεις της διη­γη­μα­το­γρα­φι­κής πα­ρά­δο­σης.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Ανά­με­σα σε δυο πα­τρί­δες


Πα­ρέα πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων
στην Τα­σκέν­δη το 1975 (Φωτ. Δη­μή­τρη Γου­σί­δη,
«Όπου ζεις δεν πα­τρί­ζεις...», εκδ. Εξά­ντας, 1975).


Έλε­να Χου­ζού­ρη 
«Δυο φο­ρές α­θώα»
Εκδό­σεις Κέ­δρος
Απρί­λιος 2013 

Συ­μπλη­ρώ­θη­κε δε­κα­ε­τία α­πό τον Νοέμ­βριο του 2004, που η Έλε­να Χου­ζού­ρη α­πο­φά­σι­σε να δο­κι­μά­σει τις δυ­νά­μεις της στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας, τον μό­νο που της α­πέ­με­νε, α­φού εί­χε κα­τα­κτή­σει α­πό πο­λύ νω­ρίς τα ε­δά­φη ποίη­σης, κρι­τι­κής και δο­κι­μιο­γρα­φίας. Με το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μά της ο­λο­κλη­ρώ­νει ή­δη μια τρι­λο­γία. Εφαλ­τή­ριο φαί­νε­ται να στά­θη­κε έ­να εί­δος  οι­κο­γε­νεια­κής σά­γκας. Αυ­τό συ­νά­γε­ται α­πό τις εν­δο­κει­με­νι­κές συγ­γέ­νειες των τριών βι­βλίων της, κα­θώς και α­πό την “αυ­το­βιο­γρα­φία” του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη, «Για­τρός σε τρεις πο­λέ­μους», στην ο­ποία πα­ρα­πέ­μπει η ί­δια στο προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά της, «Πα­τρί­δα α­πό βαμ­βά­κι». Σε ε­κεί­νο δί­νει στον κε­ντρι­κό ή­ρωά της, ο­νό­μα­τι, Στέρ­γιο Χ., τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη. 
Επί­σης, α­πό την “αυ­το­βιο­γρα­φία” δα­νεί­ζε­ται την ορ­γι­σμέ­νη ε­πι­στο­λή του πα­τέ­ρα του, Δη­μή­τρη Χου­ζού­ρη, α­πό τον Μάιο του 1936, ό­ταν ε­κεί­νος μα­θαί­νει ό­τι ο γιος του, φοι­τη­τής Ια­τρι­κής, συμ­με­τέ­χει στην α­περ­για­κή ε­πι­τρο­πή της Σχο­λής του. Ακό­μη, παίρ­νει έ­να πε­ρι­στα­τι­κό α­πό την πρώ­τη συ­νά­ντη­ση του Ε­ΑΜ στο χω­ριό του, τον Κο­λιν­δρό Πιε­ρίας, που στά­θη­κε κα­θο­ρι­στι­κό κα­τά την ε­πα­να­ξιο­λό­γη­ση των με­λών του Κόμ­μα­τος, που έ­γι­νε στην Τα­σκέν­δη το 1951 κα­τ’ ε­ντο­λή του Ζα­χα­ριά­δη. Έκτός α­πό την αλ­λα­γή του ο­νό­μα­τος του κε­ντρι­κού ή­ρωα, δια­τη­ρεί τα μι­κρά ο­νό­μα­τα των με­λών της οι­κο­γέ­νειας του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη και εν μέ­ρει τα βιο­γρα­φι­κά των α­δελ­φών του. Μα­ρί­κα η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή, η δα­σκά­λα, Γιάν­νης ο μι­κρό­τε­ρος α­δελ­φός, που, τον Σε­πτέμ­βριο του 1949, πή­ρε προ­α­γω­γή σε υ­πο­λο­χα­γό του Κυ­βερ­νη­τι­κού Στρα­τού ε­πί αν­δρα­γα­θία “κα­τά τον συμ­μο­ρι­το­πό­λε­μο”. Μέ­νει ω­στό­σο ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο τα βιο­γρα­φι­κά του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού Γιάν­νη και ε­κεί­να της συ­ζύ­γου του, μέ­σω των ο­ποίων γε­φυ­ρώ­νε­ται το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα της Χου­ζού­ρη με το πρώ­το, «Σκο­τει­νός Βαρ­δά­ρης», που έ­χει ως κε­ντρι­κό ή­ρωα τον πε­θε­ρό του Γιάν­νη, δη­μο­δι­δά­σκα­λο α­πό το Με­λέ­νι­κο, ταυ­τί­ζο­νται με τα βιο­γρα­φι­κά του μι­κρό­τε­ρου α­δελ­φού του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη. Ού­τε η “αυ­το­βιο­γρα­φία” του το α­να­φέ­ρει ού­τε η μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος κά­νει σχε­τι­κή μνεία ή και υ­παι­νιγ­μό.

Πε­ρί αυ­το­βιο­γρα­φίας

Αυ­τά τα εί­χα­με ε­πι­ση­μά­νει στον σχο­λια­σμό του προ­η­γού­με­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Χου­ζού­ρη. Επα­νερ­χό­μα­στε, ε­πει­δή η συγ­γρα­φέ­ας α­να­φέ­ρει σε πρό­σφα­τη συ­νέ­ντευ­ξή της, ό­τι μια κρι­τι­κός, την ο­ποία δεν κα­το­νο­μά­ζει, ε­ξέ­λα­βε το μυ­θι­στό­ρη­μά της ως αυ­το­βιο­γρα­φι­κό. Υπο­θέ­του­με ό­τι α­να­φέ­ρε­ται στο δι­κό μας κεί­με­νο, α­φού στις κρι­τι­κές για το βι­βλίο της,  α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, ου­δείς άλ­λος α­σχο­λεί­ται με τη σχέ­ση α­νά­με­σα στην υ­πό­θε­ση του βι­βλίου της και τις υ­πάρ­χου­σες μαρ­τυ­ρίες. Μό­νο που πα­ρό­μοιες συ­σχε­τί­σεις δεν ση­μαί­νουν ό­τι το βι­βλίο έ­χει αυ­το­βιο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Ού­τε μειώ­νουν το δι­πλό ά­θλο της συγ­γρα­φέως να στή­σει δυο μυ­θι­στο­ρίες σε μα­κρι­νούς τό­πους και χρό­νους, ό­πως το Με­λέ­νι­κο του 1916 και η Τα­σκέν­δη των δυο πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κών δε­κα­ε­τιών. Άλλω­στε, η τρι­λο­γία της Χου­ζού­ρη κα­τέ­χει χω­ρι­στή θέ­ση στην ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία του και­νού­ριου αιώ­να, κα­θώς ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε μια κα­ταρ­γη­μέ­νη τον και­ρό της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης έν­νοια, που α­πο­φεύ­γε­ται α­κό­μη και ως λέ­ξη, πέ­ραν της δη­μα­γω­γι­κής χρή­σης της, αυ­τήν της πα­τρί­δας.
Το πρό­σφα­το, πά­ντως, τρί­το μυ­θι­στό­ρη­μά της εί­ναι το μό­νο, που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι αυ­το­βιο­γρα­φι­κό, κα­θώς το­πο­θε­τεί­ται στο πα­ρόν. Ταυ­τό­χρο­να, το εν λό­γω μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι το πιο α­πο­μα­κρυ­σμέ­νο α­πό την οι­κο­γε­νεια­κή σά­γκα του Στέρ­γιου Χ.. Ο ί­διος, ω­στό­σο, α­να­φέ­ρε­ται α­πό την πρώ­τη σε­λί­δα ως ο “για­τρός”, που, στις 10 Οκτ. 1967, τα­ξί­δευε σι­δη­ρο­δρο­μι­κώς α­πό την Τα­σκέν­δη για να ε­γκα­τα­στα­θεί στα Σκό­πια, α­φού η α­γα­πη­μέ­νη του Θεσ­σα­λο­νί­κη ή­ταν για α­κό­μη μια φο­ρά α­πα­γο­ρευ­μέ­νος τό­πος. “Πα­τρί­δα α­πό πέ­τρα” και πά­λι η Ελλά­δα με­τά την 21η Απρι­λίου, σε α­ντί­θε­ση με την “Πα­τρί­δα α­πό βαμ­βά­κι” που ε­γκα­τέ­λει­πε. Στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα συ­μπλη­ρώ­νε­ται ο βίος του “για­τρού”. Επα­να­πα­τρί­στη­κε το 1982 (αρ­χές 1983 κα­τά την “αυ­το­βιο­γρα­φία” του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη) και έ­ζη­σε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη μέ­χρι το θά­να­τό του, τη νύ­χτα της 30ης προς 31ης Αυγ. 1999, με­τά το προ­σκύ­νη­μα με συ­ντρό­φους στο Γράμ­μο, την 29η Αυγ., στα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό το τέ­λος του Εμφυ­λίου. Ετών  82. Η Χου­ζού­ρη ε­πι­μέ­νει στις η­με­ρο­μη­νίες, συ­χνά μά­λι­στα πα­ραλ­λάσ­σει το χρό­νο των πραγ­μα­τι­κών συμ­βά­ντων, για να δη­μιουρ­γή­σει χρο­νο­λο­γι­κές συ­μπτώ­σεις, τις ο­ποίες και εκ­με­ταλ­λεύε­ται στο στή­σι­μο της ι­στο­ρίας της. Δεν γνω­ρί­ζου­με την η­με­ρο­μη­νία θα­νά­του του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη. Δεί­χνει, ω­στό­σο, μάλ­λον α­πί­θα­νο να συ­μπί­πτει με αυ­τήν του  Στέρ­γιου Χ.. Αν και η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν υ­πο­λεί­πε­ται της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας σε συ­μπτώ­σεις. 

Δύο φί­λες

Στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα, ρό­λο δευ­τε­ρα­γω­νι­στή έ­χει η πρω­τό­το­κη κό­ρη του Λέ­να, που “ή­ξε­ρε α­πέ­ξω ο­λό­κλη­ρα ποιή­μα­τα-πο­τα­μούς του Πού­σκι­ν”. Της τα εί­χε μά­θει ε­κεί­νος, “λά­τρης του Ρώ­σου ποιη­τή”. Εί­ναι η ε­πι­στή­θια φί­λη και συμ­μα­θή­τρια της και­νού­ριας η­ρωί­δας της Χου­ζού­ρη, της Βε­ρό­νι­κας Κ., κό­ρης του Ανα­στα­σίου Κ., γεν­νη­μέ­νου το 1920, συ­νο­μή­λι­κου του μι­κρό­τε­ρου α­δελ­φού του “για­τρού”, Γιάν­νη Χ.. Πρό­κει­ται για έ­ναν “Αθη­ναίο α­στό”, με τε­λειω­μέ­νη τη Νο­μι­κή, “συ­νταγ­μα­τάρ­χη του Ε­ΛΑΣ και του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού”. Αυ­στη­ρός και α­νάλ­γη­τος χα­ρα­κτή­ρας “ο Τά­σος Κ., ό­πως τον α­πο­κα­λούν οι φί­λοι του”, εί­ναι ο και­νού­ριος ή­ρωας, που γε­φυ­ρώ­νει το προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­που πρω­τα­γω­νι­στεί η γε­νιά που έ­ζη­σε την ε­μπό­λε­μη δε­κα­ε­τία του ’40, με το πρό­σφα­το των “παι­διώ­ν” τους.  
Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της τρι­λο­γίας εί­ναι η ρο­μα­ντι­κή πνοή, που έ­χει ε­ξο­βε­λι­στεί α­πό την τρέ­χου­σα πε­ζο­γρα­φία, κα­θώς λο­γα­ριά­ζε­ται ως πι­θα­νή έν­δει­ξη πα­ρα­λο­γο­τε­χνίας. Οι δυο φί­λες, δε­κα­τε­τρά­χρο­νες ό­ταν χώ­ρι­σαν με την α­να­χώ­ρη­ση της οι­κο­γέ­νειας του “για­τρού” α­πό την Τα­σκέν­δη, “γο­η­τεύο­νταν α­πό το ρο­μα­ντι­κό τέ­λος του Πού­σκιν. Θά­να­τος ύ­στε­ρα α­πό μο­νο­μα­χία”. “Όπως α­κρι­βώς αρ­μό­ζει σ’ έ­ναν ρο­μα­ντι­κό ποιη­τή”. “Μο­νο­μα­χία για χά­ρη του αι­δοίου της συ­ζύ­γου του Να­τα­λίας”, διευ­κρι­νί­ζει ά­κρως α­πο­μυ­θο­ποιη­τι­κά ο α­φη­γη­τής του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού στο «Ημε­ρο­λό­γιο 1836-2011». Ρο­μα­ντι­κός ή­ταν και ο έ­ρω­τας της Βε­ρό­νι­κας Κ. για τον συμ­φοι­τη­τή της Ιό­σι­φ, Εβραίο α­πό την Μπου­χά­ρα. Έτσι του­λά­χι­στον προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό τις μνή­μες, που αμ­φό­τε­ροι α­να­κα­λούν εί­κο­σι πέ­ντε χρό­νια με­τά τον ο­ρι­στι­κό χω­ρι­σμό τους, το 1985, ό­ταν ε­κεί­νος έ­φυ­γε α­πό την Σο­βιε­τι­κή Ένω­ση για να ε­γκα­τα­στα­θεί στις Η­ΠΑ. Ανα­μνή­σεις γε­μά­τες νο­σταλ­γία α­πό τα φοι­τη­τι­κά τους χρό­νια στο “Πα­λι­τε­χνί­τσε­σκι Ινστι­τούτ της Τα­σκέν­δης”, την εκ­δρο­μή στη Μό­σχα το 1977 ως α­ρι­στού­χοι α­πό­φοι­τοι πο­λι­τι­κοί μη­χα­νι­κοί, τις κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές ται­νίες που έ­βλε­παν μα­ζί “με το χέ­ρι του να σφίγ­γει το δι­κό της”, προ πά­ντων “το τσάι τους στο τρα­πε­ζά­κι τους στο κα­φέ του ξε­νο­δο­χείου Ουζ­μπε­κι­στά­ν”. 
Το ε­ρω­τι­κό τους δρά­μα δεν δια­φέ­ρει α­πό ε­κεί­νο, που βίω­νε στην Ελλά­δα, ι­διαί­τε­ρα στην ε­παρ­χία, μια κό­ρη πε­ρα­σμέ­νων δε­κα­ε­τιών με γο­νείς πα­λαιών αρ­χών, κυ­ρίως, με αυ­ταρ­χι­κό πα­τέ­ρα, που έ­κρι­νε τον α­γα­πη­μέ­νο της θυ­γα­τέ­ρας του α­πό κά­ποια ά­πο­ψη κα­τώ­τε­ρό της ή, εν γέ­νει, α­κα­τάλ­λη­λο. Τον Ανα­στά­σιο Κ. τον ε­νο­χλού­σε η ε­βραϊκή κα­τα­γω­γή του Ιό­σι­φ, αλ­λά και το γε­γο­νός ό­τι ή­ταν έ­νας ξέ­νος, που θα στε­κό­ταν ε­μπό­διο κα­τά το γυ­ρι­σμό του στην Ελλά­δα μα­ζί με την κό­ρη του. Για­τί οι πο­λι­τι­κοί πρό­σφυ­γες πο­θού­σαν τον οι­κο­γε­νεια­κό ε­πα­να­πα­τρι­σμό, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τα αι­σθή­μα­τα των παι­διών τους, που γεν­νή­θη­καν στη χώ­ρα της α­να­γκα­στι­κής δι­κής τους ε­γκα­τά­στα­σης και αυ­τήν έ­νιω­θαν ως πα­τρί­δα. Μέ­σα α­πό τις ρο­μα­ντι­κές κα­τα­στά­σεις που σκη­νο­θε­τεί η συγ­γρα­φέ­ας πο­λιορ­κεί τις δια­φο­ρε­τι­κές εκ­φάν­σεις αυ­τής της διτ­τής σχέ­σης με την έν­νοια της πα­τρί­δας, ως βίω­μα και ως κοι­νή προ­γο­νι­κή κλη­ρο­νο­μιά. 
Και ό­σα άλ­λα, ό­μως, δυ­σά­ρε­στα α­ντι­με­τω­πί­ζει στην Αθή­να η Βε­ρό­νι­κα Κ. δεν δια­φέ­ρουν πο­λύ α­πό ε­κεί­να που υ­φί­στα­νται οι γη­γε­νείς. Πα­ρά­δειγ­μα, το α­νώ­τε­ρο στέ­λε­χος του Δη­μο­σίου, που για να την προσ­λά­βει, α­ντί να ξε­φυλ­λί­σει το ντο­σιέ της, προ­τεί­νει ε­πί­σκε­ψη σε ξε­νο­δο­χείο. Γε­νι­κό­τε­ρα, το ελ­λη­νι­κό κρά­τος δεν ε­πε­φύ­λα­ξε στους πο­λι­τι­κούς πρό­σφυ­γες ι­διαί­τε­ρη με­τα­χεί­ρι­ση. Τους α­ντι­με­τώ­πι­σε σαν πα­ρεί­σα­κτους. Μό­νο που ε­κεί­νοι εί­χαν λη­σμο­νή­σει τις ντό­πιες πρα­κτι­κές και τα παι­διά τους εί­χαν δια­φο­ρε­τι­κά γα­λου­χη­θεί. 
Αλλά και το δεύ­τε­ρο ε­ρω­τι­κό δρά­μα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που α­φο­ρά τη μη­τέ­ρα της Βε­ρό­νι­κας Κ., Αθη­νά, ή­ταν αρ­κε­τά συ­χνό και ε­ντός Ελλά­δος. Στις γραμ­μές του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού ε­ντά­χθη­καν, λό­γω των συν­θη­κών, πολ­λές έ­φη­βοι, που, στη συ­νέ­χεια, βρέ­θη­καν στην υ­πε­ρο­ρία, ό­που ο­ρι­σμέ­νες α­πό αυ­τές πα­ντρεύ­τη­καν με­γα­λύ­τε­ρούς τους ά­ντρες. Δώ­δε­κα χρό­νια μι­κρό­τε­ρη η Αθη­νά α­πό τον Ανα­στά­σιο Κ., τον πα­ντρεύ­τη­κε το 1951 και έ­ξι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα τον ε­γκα­τέ­λεί­ψε για να α­κο­λου­θή­σει “έ­ναν Ρώ­σο Μο­σχο­βί­τη”. Εκεί­νος εκ­δι­κή­θη­κε στε­ρώ­ντας της ο­λο­κλη­ρω­τι­κά την κό­ρη της. Όπως συμ­βαί­νει στα πα­λιά ρο­μά­ντσα, η θυ­γα­τέ­ρα πί­στευε νε­κρή τη μη­τέ­ρα της. Μό­νο στα ό­νει­ρά της, τα χαρ­μό­συ­να και τους ε­φιάλ­τες, ε­πα­νέρ­χο­νταν οι μνή­μες των πρώ­των τεσ­σά­ρων χρό­νων, δια­ψεύ­δο­ντας τον ε­ξη­γη­τι­κό ι­σχυ­ρι­σμό του πα­τέ­ρα της.

Ενύ­πνια και συ­μπτώ­σεις

Στη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή τρι­λο­γία της Χου­ζού­ρη, τα ό­νει­ρα έ­χουν λει­τουρ­γι­κό ρό­λο στην προώ­θη­ση της πλο­κής, κα­θώς ό­σα συμ­βαί­νουν σε αυ­τά, εί­τε φω­τί­ζουν το πα­ρελ­θόν εί­τε προοιω­νί­ζο­νται το μέλ­λον. Στο πρό­σφα­το, αυ­τή η ε­νύ­πνια δρα­στη­ριό­τη­τα α­πλώ­νε­ται και γί­νε­ται α­κό­μη πιο ου­σια­στι­κή, κα­θώς, στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, η α­φή­γη­ση πα­ρα­κο­λου­θεί τις ψυ­χο­λο­γι­κές με­τα­πτώ­σεις της Βε­ρό­νι­κας Κ. στην προο­πτι­κή μιας συ­νέ­ντευ­ξης σε δη­μο­σιο­γρά­φο, που συ­γκα­τέ­νευ­σε να δώ­σει για τα “παι­διά” των πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων. Η εν λό­γω α­φή­γη­ση δεν χω­ρί­ζε­ται σε κε­φά­λαια ό­πως στα προ­η­γού­με­να δυο βι­βλία. Εί­ναι ε­νιαία, με με­γά­λα διά­κε­να στα χω­ρο­χρο­νι­κά πε­ρά­σμα­τα, και μοι­ρά­ζε­ται α­νά­με­σα στον πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή και τον πρω­το­πρό­σω­πο εν­διά­θε­το λό­γο της η­ρωί­δας. Και τα δυο αυ­τά α­φη­γη­μα­τι­κά μέ­ρη  δια­κό­πτο­νται α­πό πλα­γιο­γράμ­μα­τες πε­ρι­κο­πές με τα λό­για άλ­λων που ε­ντυ­πώ­θη­καν, κυ­ρίως με τις α­πα­γο­ρεύ­σεις και τις ε­πι­κρί­σεις του Υπε­ρε­γώ. Σαν μια “φω­νή” που α­να­κα­λεί στην τά­ξη το πα­ρα­παίον συ­ναι­σθη­μα­τι­κά Εγώ. Στο υ­πό­λοι­πο μυ­θι­στό­ρη­μα, ο πα­ντε­πό­πτης α­φη­γη­τής ει­σχω­ρεί στις μύ­χιες σκέ­ψεις του Ιό­σιφ και της δη­μο­σιο­γρά­φου, προ­ε­τοι­μά­ζο­ντας την ε­πι­κεί­με­νη συ­νά­ντη­σή τους. Η μοί­ρα, του­τέ­στιν η συγ­γρα­φέ­ας, ό­ρι­σε αυ­τοί οι τρεις να δια­σταυ­ρω­θούν μια ο­ρι­σμέ­νη η­μέ­ρα και ώ­ρα στο φουα­γέ ε­νός α­θη­ναϊκού ξε­νο­δο­χείου, που θύ­μι­ζε το κα­φέ του ξε­νο­δο­χείου Ουζ­μπε­κι­στάν.
Αυ­τή η ο­ρι­σμέ­νη η­μέ­ρα εί­ναι η 15η Μαΐου 2011, που, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, γί­νε­ται με­γά­λη α­ντι-μνη­μο­νια­κή δια­δή­λω­ση, ό­πως ε­κεί­νες του Ιου­νίου 2011. Μό­νο που πέ­φτει Κυ­ρια­κή, η­μέ­ρα που οι δη­μο­σιο­γρά­φοι κα­τά κα­νό­να δεν ο­ρί­ζουν συ­να­ντή­σεις, πλην ε­ξαι­ρε­τι­κών πε­ρι­πτώ­σεων. Πά­ντως, εί­ναι έ­να α­κό­μη μυ­θι­στό­ρη­μα της ε­φε­τι­νής ά­νοι­ξης, με­τά ε­κεί­νο της Ηλιο­πού­λου, στο ο­ποίο το πα­ρόν της α­φή­γη­σης το­πο­θε­τεί­ται στην σύ­ντο­μη σχε­τι­κά πε­ρίο­δο των α­ντι-μνη­μο­νια­κών συ­γκε­ντρώ­σεων του 2011. Και σε αυ­τό, η πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κή συ­γκυ­ρία δεν εί­ναι πα­ρά μα­κρι­νό φό­ντο και δεν α­ντα­να­κλά­ται στο μύ­θο του βι­βλίου. Εν τέ­λει, δεν εί­ναι πα­ρά μια α­κό­μη ι­στο­ρι­κή η­με­ρο­μη­νία α­πό αυ­τές που η συγ­γρα­φέ­ας μνη­μο­νεύει, δη­μιουρ­γώ­ντας μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κές συ­μπτώ­σεις. Άλλες η­με­ρο­μη­νίες εί­ναι η τε­λευ­ταία η­μέ­ρα ύ­παρ­ξης του Τεί­χους του Βε­ρο­λί­νου, η 9η Νοε. 1989, κα­τά την ο­ποία συ­μπτω­μα­τι­κά η Βε­ρό­νι­κα Κ. α­να­χώ­ρη­σε α­πό την Τα­σκέν­δη για την Ελλά­δα. Ή, η 14η Φε­βρ. 1992, η η­με­ρο­μη­νία της πρώ­της ε­πί­σκε­ψής της στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, που συ­νέ­πε­σε με το με­γά­λο συλ­λα­λη­τή­ριο για το ε­πί­μα­χο ό­νο­μα Μα­κε­δο­νία. Αυ­τές οι πλά­γιες υ­πο­μνή­σεις της συγ­γρα­φέως σε λη­σμο­νη­μέ­να γε­γο­νό­τα και πα­ρω­χη­μέ­νες έν­νοιες συν­δυά­ζουν το τερ­πνό με­τά του ω­φε­λί­μου.

Μια συγ­γέ­νεια

Να ση­μειώ­σου­με και μια συγ­γέ­νεια του πρό­σφα­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Χου­ζού­ρη με έ­να άλ­λο μυ­θι­στό­ρη­μα του Βαλ­τι­νού, το τε­λευ­ταίο του, «Ανά­πλους», που εκ­δό­θη­κε Μάρ. 2012. Και τα δυο έ­χουν ως πυ­ρή­να, που, ως έ­να βαθ­μό, α­ντα­να­κλά­ται στη μορ­φή τους, μια συ­νέ­ντευ­ξη. Του Βαλ­τι­νού κρα­τά α­πα­ρέ­γκλι­τα τη μορ­φή των ε­ρω­τα­πο­κρί­σεων, με τις ε­ρω­τή­σεις να δί­νουν την α­φορ­μή και τις α­πα­ντή­σεις να α­πλώ­νο­νται σε έ­κτα­ση. Ενώ, στης Χου­ζού­ρη, οι στι­χο­μυ­θίες της συ­γκε­κρι­μέ­νης συ­νέ­ντευ­ξης της Βε­ρό­νι­κας Κ. α­πο­τε­λούν κά­ποιες νη­σί­δες μέ­σα στην κυ­ρίως α­φή­γη­ση, με τις α­πα­ντή­σεις να μέ­νουν βρα­χύ­λο­γες. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, οι συ­νε­ντεύ­ξεις δί­νο­νται σε μια νέα κο­πέ­λα που ε­τοι­μά­ζει συ­γκε­κρι­μέ­νη έ­ρευ­να. Η δη­μο­σιο­γρά­φος στης Χου­ζού­ρη α­σχο­λεί­ται με τη δεύ­τε­ρη γε­νιά των πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων. Όπως α­να­φέ­ρει η συγ­γρα­φέ­ας σε συ­νέ­ντευ­ξή της, η ί­δια έ­κα­νε έ­ρευ­να πριν γρά­ψει το μυ­θι­στό­ρη­μά της. Λει­τούρ­γη­σε, δη­λα­δή, ό­πως οι ση­με­ρι­νοί ε­ρευ­νη­τές της Προ­φο­ρι­κής Ιστο­ρίας. Απο­σπά­σμα­τα α­πό τις συ­νε­ντεύ­ξεις που πή­ρε η ί­δια α­πό “τα παι­διά” των ε­πα­να­πα­τρι­σθέ­ντων πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων πα­ρα­τί­θε­νται εμ­βό­λι­μα στο μυ­θι­στό­ρη­μα ως υ­λι­κό της έ­ρευ­νας α­πό τη νε­α­ρά δη­μο­σιο­γρά­φο. Οι συ­γκε­κρι­μέ­νες σε­λί­δες του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος μορ­φο­ποιού­νται κα­τά το πρό­τυ­πο των εν λό­γω ι­στο­ρι­κών συγ­γραμ­μά­των. Για το alter ego της, η Χου­ζού­ρη ε­πι­λέ­γει υ­παρ­κτό πρό­σω­πο, δια­τη­ρώ­ντας μέ­ρος των βιο­γρα­φι­κών του. Όπως το συ­νη­θί­ζει, στις πα­ρα­πο­μπές το ο­νο­μα­τί­ζει, α­να­φέ­ρο­ντας και ό­λα τα βι­βλία, πέ­ντε πε­ζο­γρα­φι­κά και έ­να δο­κι­μια­κό, με τα ο­ποία “συ­νο­μι­λεί”, πα­ρό­λο που η “συ­νο­μι­λία” της  πε­ριο­ρί­ζε­ται σε α­να­φο­ρά των τίτ­λων των βι­βλίων ή εμ­μέ­σως του ο­νό­μα­τος του συγ­γρα­φέα. Πα­ρό­μοια ε­πι­δερ­μι­κά ό­σο και εμ­φα­νή δά­νεια μάλ­λον δεν χρειά­ζο­νται πα­ρα­πο­μπή, ε­κτός κι αν αυ­τή α­πο­τε­λεί με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κο κλεί­σι­μο του μα­τιού στους εν­δια­φε­ρό­με­νους.   
Στη συ­νέ­ντευ­ξή της, η συγ­γρα­φέ­ας ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι για να μπο­ρέ­σει να έρ­θει στη θέ­ση των ε­πα­να­πα­τρι­σθέ­ντων γό­νων των Ελλή­νων προ­σφύ­γων “και να κα­τα­λά­βει τη δυ­σκο­λία προ­σαρ­μο­γής που εί­χα­ν” –ε­κεί­νο “το αί­σθη­μα, σαν να εί­χαν έρ­θει α­πό άλ­λον πλα­νή­τη”– “ε­νερ­γο­ποίη­σε τη δια­δι­κα­σία της εν­συ­ναί­σθη­σης”. Ένας μάλ­λον α­δό­κι­μος ό­ρος, που έ­χει υιο­θε­τη­θεί ως α­πό­δο­ση του empathy. Προ­φα­νώς, πρό­κει­ται για α­ντι­δά­νειο, μό­νο που στο α­να­με­τα­ξύ του γλωσ­σι­κού πη­γαι­νέ­λα, η ελ­λη­νι­κή λέ­ξη εί­χε πλέ­ον κα­το­χυ­ρω­θεί με την κα­κό­ση­μη δευ­τε­ρεύου­σα ση­μα­σία της, ο­πό­τε χρεια­ζό­ταν να βρε­θεί άλ­λη ή να πλα­στεί κά­ποιος νε­ο­λο­γι­σμός. Κά­πως α­δό­κι­μη μας φαί­νε­ται και η δια­τύ­πω­ση της συγ­γρα­φέως. Λες και πα­τάς έ­να κου­μπί. Έτσι, ό­μως, υ­πο­βαθ­μί­ζε­ται ο ά­θλος να α­φου­γκρα­στείς τη γλώσ­σα του σώ­μα­τος. Όχι, το τι έ­λε­γαν αλ­λά το πώς το έ­λε­γαν. 
Η η­ρωί­δα της δι­χά­ζε­ται α­νά­με­σα στο πά­τριο έ­δα­φος, δη­λα­δή τον τό­πο κα­τα­γω­γής της οι­κο­γέ­νειας, και τη γε­νέ­τει­ρα. Εγκα­θί­στα­ται στην πα­τρί­δα των γο­νιών, αλ­λά ε­κεί, στο δια­μέ­ρι­σμα των Αμπε­λο­κή­πων, σε μια πό­λη, που με­τά εί­κο­σι δυο χρό­νια κα­τοί­κη­σης σε αυ­τήν, πα­ρα­μέ­νει ά­γνω­στη, υ­πάρ­χει ο χώ­ρος του σα­λο­νιού με έ­πι­πλα και βι­βλία και, κυ­ρίως, “χει­ρο­ποίη­τες ουζ­μπέ­κι­κες κού­πες τσα­γιού”, ό­λα φερ­μέ­να α­πό την Τα­σκέν­δη. “Αυ­τός ο χώ­ρος εί­ναι για ε­κεί­νη η πα­τρί­δα της.” Με άλ­λα λό­για,  κα­τά τη συγ­γρα­φέα, αυ­τή η γε­νιά δί­νει το α­πό­λυ­το προ­βά­δι­σμα στο βίω­μα. Μια μό­νο πα­ρα­τή­ρη­ση για την κα­τα­κλεί­δα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Η συγ­γρα­φέ­ας α­πο­φεύ­γει την ποι­κι­λία α­πό χά­πυ εντ που τις προ­σφέ­ρο­νται. Η Βε­ρό­νι­κα Κ. δεν σμί­γει ού­τε με τον Ρω­σο­ε­βραίο, που πά­ντο­τε την πε­ρι­μέ­νει, ού­τε με τη μη­τέ­ρα, που ε­πί­σης την λα­χτα­ρά­ει. Απο­φα­σί­ζει να ζή­σει τη δι­κή της ζωή. Κα­τά τη γνώ­μη μας, έ­να ά­κρως αι­σιό­δο­ξο τέ­λος, που, ό­μως, ο παπ­πούς Φρόυ­ντ θα εύ­ρι­σκε α­νέ­φι­κτο. Οι ε­ξαρ­τη­μέ­νες προ­σω­πι­κό­τη­τες, ό­πως πλά­στη­κε η Βε­ρό­νι­κα Κ. α­πό το οι­κο­γε­νεια­κό της πε­ρι­βάλ­λον και το αυ­ταρ­χι­κό σύ­στη­μα της γε­νέ­τει­ράς της, μέ­νουν δια βίου ε­ξαρ­τη­μέ­νες. Το μό­νο, που μπο­ρούν να αλ­λά­ξουν, εί­ναι τον φο­ρέα της ψυ­χο­λο­γι­κής τους υ­πο­στή­ρι­ξης, κι αυ­τό με με­γά­λη δυ­σκο­λία.  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/10/2013.

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Χά­σμα γε­νεώ­ν


















Ξε­νό­γλωσ­ση α­ντι­δι­κτα­το­ρι­κή
α­φί­σα του ε­ξω­τε­ρι­κού.


 Βα­σι­λι­κή Ηλιο­πού­λου
«Η ά­σκη­ση του Ροτ»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Απρί­λιος 2013

Στις πρώ­τες η­μέ­ρες του κα­λο­και­ριού του 1956, με­τά τις ε­κλο­γές της 19ης Φε­βρουα­ρίου, στις ο­ποίες η Δη­μο­κρα­τι­κή Ένω­ση παίρ­νει σε ψή­φους 48.15%  έ­να­ντι 47.38% της Ε­ΡΕ αλ­λά 132 έ­δρες έ­να­ντι 165, και στον α­πό­η­χο των μα­γιά­τι­κων συλ­λα­λη­τη­ρίων στην Αθή­να για τον α­παγ­χο­νι­σμό των Κα­ρα­ο­λή και Δη­μη­τρίου α­πό τους Βρε­τα­νούς στην Κύ­προ, το­πο­θε­τεί η Βα­σι­λι­κή Ηλιο­πού­λου το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μά της, με τίτ­λο «Σμιθ», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Οκτώ­βριο 2009. Τις τε­λευ­ταίες η­μέ­ρες του Ιου­νίου του 2011, με­τά το μνη­μό­νιο και την οι­κο­νο­μι­κή ύ­φε­ση, με τα κι­νή­μα­τα των πο­λι­τών και τις μα­ζι­κές δια­δη­λώ­σεις, ε­πι­λέ­γει για το χρό­νο δρά­σης στο δεύ­τε­ρο, και πά­λι με έ­να ξε­νό­γλωσ­σο ό­νο­μα στον τίτ­λο, που κυ­κλο­φό­ρη­σε Απρί­λιο 2013. Και στα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, μό­νο σπο­ρα­δι­κές α­να­φο­ρές γί­νο­νται στην ε­κά­στο­τε κρί­σι­μη πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή συ­γκυ­ρία, σαν φό­ντο στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της α­θη­ναϊκής κοι­νω­νίας, την ο­ποία η συγ­γρα­φέ­ας ζω­ντα­νεύει με τον τρό­πο που θα σκη­νο­θε­τού­σε μια α­ντί­στοι­χη ται­νία. Στη­ρί­ζε­ται στη γρή­γο­ρη ε­ναλ­λα­γή πλά­νων και το ζου­μά­ρι­σμα σε σκη­νές, που, με την πολ­λα­πλή ε­πα­νά­λη­ψή τους σε η­θο­γρα­φι­κές και νε­ο­η­θο­γρα­φι­κές διη­γή­σεις, έ­χουν κα­τα­στεί σή­μα κα­τα­τε­θέν ο­ρι­σμέ­νης χρο­νι­κής πε­ριό­δου. Πα­ρά­δειγ­μα, στο πρώ­το, το 1956, ο χω­ρο­φύ­λα­κας και η κλή­ση του Αρι­στε­ρού στο Τμή­μα για προ­σω­πι­κή του υ­πό­θε­ση. Στο δεύ­τε­ρο, το 2011, τις σκη­νές των Αγα­να­κτι­σμέ­νων να πλη­θαί­νουν στην πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος.  
Και στα δυο βι­βλία, η α­τμό­σφαι­ρα μυ­στη­ρίου και το σα­σπέ­νς που δη­μιουρ­γεί­ται προο­δευ­τι­κά ο­φεί­λε­ται σε πρό­σω­πα με δρά­ση στο πρώ­το και το δεύ­τε­ρο Αντάρ­τι­κο, που υ­πέ­στη­σαν φυ­λα­κί­σεις και ε­ξο­ρίες. Μό­νο που στο πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα, ο Μα­κρο­νη­σιώ­της και ο πα­ρά­νο­μος εί­ναι α­κό­μη ζώ­ντες, ε­νώ, στο πρό­σφα­το, 55 χρό­νια με­τά, ο πο­λι­τι­κός πρό­σφυ­γας στη Ρου­μα­νία έ­χει πε­θά­νει και εμ­φα­νί­ζε­ται στο γιο του σαν φά­ντα­σμα, που στοι­χειώ­νει τη μνή­μη του, ζη­τώ­ντας δι­καίω­ση. Σε αυ­τό, το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο εί­ναι ο γιος, γεν­νη­μέ­νος στα τέ­λη του 1945, που ο πα­τέ­ρας του, ορ­γα­νω­τής της Τρί­της Με­ραρ­χίας του ΕΛΑΣ στην Πε­λο­πόν­νη­σο, τον βά­φτι­σε Έκτο­ρα. Στο πρώ­το, ο Μα­κρο­νη­σιώ­της τον βά­φτι­σε Άρη. Η Χού­ντα πρό­λα­βε τον Έκτο­ρα φα­ντά­ρο και τον έ­στει­λε με άλ­λους “α­νε­πι­θύ­μη­τους” στο στρα­τό­πε­δο του Κο­λιν­δρού να φρου­ρεί τους πο­λι­τι­κούς κρα­τού­με­νους. Με την α­πό­λυ­σή του ορ­γα­νώ­θη­κε α­πό Λα­μπρά­κη συ­στρα­τιώ­τη του, πέ­ρα­σε στην πα­ρα­νο­μία και με­τά λί­γους μή­νες διέ­φυ­γε στη Γερ­μα­νία. Το ση­μείο εκ­κί­νη­σης της πλο­κής εί­ναι η έκ­δο­ση του χει­ρο­γρά­φου που ά­φη­σε ο πα­τέ­ρας του πε­θαί­νο­ντας το 1976 στην υ­πε­ρο­ρία, χω­ρίς πο­τέ να ε­πα­να­πα­τρι­σθεί. “Προς δη­μο­σίευ­ση”, ση­μείω­νε στον φά­κε­λο, δη­λώ­νο­ντας έ­τσι εμ­μέ­σως την πί­στη του πως με αυ­τό θα έρ­θει η δι­καίω­ση α­γώ­νων και τα­λαι­πω­ριών. Το χει­ρό­γρα­φο α­πέ­μει­νε στα χέ­ρια της μη­τέ­ρας μέ­χρι το θά­να­τό της το 2001 στην Αθή­να. Το βρή­κε ο γιος στα πράγ­μα­τά της και το α­ντέ­γρα­ψε. Φαί­νε­ται να το θυ­μή­θη­κε δέ­κα χρό­νια με­τά, ό­ταν α­πο­φά­σι­σε να που­λή­σει το σπί­τι της. Μό­νι­μος κά­τοι­κος Γερ­μα­νίας, κοι­νω­νι­κός λει­τουρ­γός, χω­ρι­σμέ­νος με τρια­ντά­ρη γιο, έρ­χε­ται για έ­να σύ­ντο­μο τα­ξί­δι στην Ελλά­δα. Τό­σο σύ­ντο­μο που δεν παίρ­νει μα­ζί του ού­τε το λα­πτόπ.
Ο τίτ­λος του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­να­φέ­ρει το ό­νο­μα του κα­τα­σκευα­στή των α­με­ρι­κα­νι­κών πε­ρι­στρό­φων, που ει­σή­χθη­σαν στα τέ­λη του 1949 προς ε­ξο­πλι­σμό του Ελλη­νι­κού Στρα­τού. Στον τίτ­λο του δεύ­τε­ρου υ­πάρ­χει το ό­νο­μα γερ­μα­νού νευ­ρο­λό­γου, στον ο­ποίο κα­τέ­φυ­γε ο Έκτο­ρας για τα προ­βλή­μα­τα μνή­μης που εί­χαν αρ­χί­σει να τον δυ­σκο­λεύουν. Εκεί­νος δεν του σύ­στη­σε ως φάρ­μα­κο το δε­ντρο­λί­βα­νο, ό­πως ο Άμλετ στην Οφη­λία, αλ­λά να ση­μειώ­νει τα πε­πραγ­μέ­να τής κά­θε η­μέ­ρας. Αυ­τή εί­ναι “η ά­σκη­ση του Ρο­τ”, στην ο­ποία πα­ρα­πέ­μπει ο τίτ­λος και προ­φα­νώς α­να­φέ­ρε­ται στην τό­νω­ση της βρα­χείας διάρ­κειας μνή­μης, που α­πο­δυ­να­μώ­νε­ται με την η­λι­κία. Σε α­ντί­θε­ση με τη μνή­μη μα­κράς διάρ­κειας, που ε­νι­σχύε­ται. Στην πε­ρί­πτω­ση του 66χρο­νου ή­ρωα, πι­θα­νώς και λό­γω συ­χνής α­νά­κλη­σης ση­μα­ντι­κών συμ­βά­ντων του βίου του, φαί­νε­ται πως οι σχε­τι­κοί νευ­ρώ­νες και οι συ­νά­ψεις τους έ­χουν φου­ντώ­σει φτά­νο­ντας στα ό­ρια του α­πί­στευ­του. Να ση­μειώ­σου­με πως ροτ ση­μαί­νει κόκ­κι­νος. Συγ­γρα­φι­κή ε­πι­λο­γή, κα­θώς, στις σκέ­ψεις του ή­ρωα, ο νευ­ρο­λό­γος α­να­κα­λεί­ται μα­ζί με τους κο­μου­νι­στές του τύ­που του πα­τέ­ρα του, που έ­μει­νε πι­στός στο Κόμ­μα και α­φού ε­κεί­νο τον διέ­γρα­ψε. 
Μια ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά α­νά­με­σα στα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της Ηλιο­πού­λου, που α­πο­βαί­νει κα­θο­ρι­στι­κή του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, εί­ναι η μορ­φή. Στο πρώ­το, η α­φή­γη­ση γί­νε­ται στο τρί­το πρό­σω­πο, αλ­λά­ζο­ντας α­πό κε­φά­λαιο σε κε­φά­λαιο το πρό­σω­πο στο ο­ποίο ε­στιά­ζει. Πε­ρισ­σό­τε­ρο φι­λό­δο­ξο δεί­χνει το δεύ­τε­ρο, με την α­φή­γη­ση να πα­ρα­μέ­νει στο τρί­το πρό­σω­πο, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τον εν­διά­θε­το λό­γο του γιου. Να δια­τη­ρεί, ό­μως, και την πο­λυ­φω­νία, εν­σω­μα­τώ­νο­ντας αυ­τού­σιες πε­ρι­κο­πές α­πό τις ε­πι­στο­λές του πα­τέ­ρα του και το η­με­ρο­λό­γιο της α­δελ­φής του, πα­ρό­λο που και τα δυο βρί­σκο­νται α­πό σα­ρα­ντα­κο­ντα­ε­τίας φυ­λαγ­μέ­να και α­νάγ­γι­χτα “σε θυ­ρί­δα της Dresdner Bank”. Υπερ­τρο­φι­κή μνή­μη, α­κό­μη κι αν, του­λά­χι­στον οι ε­πι­στο­λές, ε­πέ­χουν γι’ αυ­τόν θέ­ση ε­θνι­κού ύ­μνου, σύμ­φω­να με τη δι­κή του εν­διά­θε­τη αι­τιο­λο­γία πριν την πα­ρά­θε­ση των α­πο­σπα­σμά­των της πρώ­της ε­πι­στο­λής, ό­που εν­θυ­μεί­ται μέ­χρι και τις υ­πο­γραμ­μί­σεις λέ­ξεων. 
Θα χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με τη μνή­μη του, ό­χι μό­νο υ­περ­τρο­φι­κή αλ­λά και ε­πι­λε­κτι­κή, κα­θώς δεν α­να­κα­λεί ού­τε πα­ρα­θέ­τει κομ­μά­τια α­πό το προς έκ­δο­ση πα­τρι­κό χει­ρό­γρα­φο, που το εί­χε δια­βά­σει πιο πρό­σφα­τα και μά­λι­στα, α­ντι­γρά­ψει. Εκ πρώ­της ό­ψεως δεί­χνει πα­ρά­δο­ξη αυ­τή η ε­πι­λε­κτι­κό­τη­τα. Νο­μί­ζου­με, ω­στό­σο, ό­τι συ­νι­στά συ­νε­τή συγ­γρα­φι­κή ε­πι­λο­γή. Έτσι α­πο­φεύ­γε­ται η α­να­σύν­θε­ση του α­πο­λο­γη­τι­κού λό­γου ε­νός κο­μου­νι­στή, που θα ο­δη­γού­σε τη συγ­γρα­φέα σε βα­θιά νε­ρά. Προ­τι­μά­ται ο ε­πι­στο­λι­κός λό­γος του, που, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ε­ντάσ­σε­ται σε μια πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νη ι­δε­ο­λο­γι­κή δια­μά­χη. Γραμ­μέ­νες οι ε­πι­στο­λές έ­να χρό­νο με­τά τη διά­σπα­ση του ΚΚΕ, ξε­χει­λί­ζουν α­πό την ορ­γή του πρό­σφυ­γα πα­τέ­ρα στη Ρου­μα­νία ε­να­ντίον του γιου του, που συ­ντά­χθη­κε με “την ε­λα­χι­στό­τα­τη μειο­ψη­φία” των ρε­βι­ζιο­νι­στών. 
Επει­δή, ό­μως, η συγ­γρα­φέ­ας α­να­ζη­τά κά­ποια μορ­φή για να α­φη­γη­θεί με δια­δο­χι­κές α­να­δρο­μές το ι­στο­ρι­κό της οι­κο­γέ­νειας, κα­τα­φεύ­γει σε έ­να δεύ­τε­ρο εύ­ρη­μα. Αυ­τό, πι­θα­νώς, να βρί­σκε­ται και στα ό­ρια του πι­στευ­τού. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, με καλ­λι­γρα­φι­κά πλά­για γράμ­μα­τα πα­ρα­τί­θε­νται οι ε­πι­στο­λές, με πλά­για οι η­με­ρο­λο­για­κές πε­ρι­κο­πές, αλ­λά και α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το βι­βλίο που θα έ­γρα­φε ο ί­διος ο ή­ρωας και θα το τιτ­λο­φο­ρού­σε Έκτο­ρας, αν εί­χε το λά­πτοπ. Αντ’ αυ­τού, φα­ντα­σιώ­νε­ται το πώς θα α­φη­γεί­το γρα­πτώς τον βίο του, εν­θέ­το­ντας αυ­τήν την γρα­πτή εκ­δο­χή στον ε­σω­τε­ρι­κό του μο­νό­λο­γο. 
Όσο για την ε­πι­λο­γή να ξε­τυ­λί­ξει ο­λό­κλη­ρο τον βίο του ή­ρωα, αυ­τή α­φή­νει με­γά­λα πε­ρι­θώ­ρια ε­πι­νό­η­σης, με α­πο­τέ­λε­σμα προο­δευ­τι­κά σε κά­θε κε­φά­λαιο το πα­ρο­ντι­κό σα­σπέ­νς να α­το­νεί, ε­νώ η α­να­δρο­μή στο πα­ρελ­θόν α­πλώ­νε­ται με την εμ­φά­νι­ση νέων προ­σώ­πων. Πρώ­τα, α­πό την παι­δι­κή η­λι­κία, ό­ταν η μη­τέ­ρα βρί­σκε­ται στη φυ­λα­κή, και τα δυο παι­διά μοι­ρα­σμέ­να στη για­γιά και τη νο­νά. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί τύ­ποι α­πό το χω­ριό της για­γιάς, ο κολ­λη­τός, ο σα­λός, ο γύ­φτος. Με­τά, α­πό τα χρό­νια της πα­ρα­νο­μίας, α­πό τη Γερ­μα­νία, οι φί­λοι και οι γυ­ναί­κες της ζωής του, μέ­χρι η πόρ­νη που τον έ­κρυ­ψε ε­πί Χού­ντας. Και για ό­λους αυ­τούς, η α­να­δρο­μή φτά­νει μέ­χρι το, κα­τά κα­νό­να, τρα­γι­κό τέ­λος τους: αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα σε κα­τά­στα­ση μέ­θης, ά­νοια, αυ­το­κτο­νία, τρέ­λα. Μοιά­ζει σαν να ε­ξαν­τλού­νται ό­λοι οι γνω­στοί μύ­θοι και οι κλι­σέ σκη­νές, λει­τουρ­γώ­ντας σε βά­ρος της οι­κο­νο­μίας του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στο τε­λευ­ταίο, εν­δέ­κα­το κε­φά­λαιο, η συ­γκι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση κο­ρυ­φώ­νε­ται, κα­θώς οι σκη­νές α­πει­κο­νί­ζουν ε­ναρ­γέ­στα­τα τη θλί­ψη των α­πο­χαι­ρε­τι­σμών και την α­γω­νία του θα­νά­του.
Η α­φή­γη­ση του γιου προ­δί­δει αυ­ξη­μέ­νη ευαι­σθη­σία, που συ­νή­θως α­πα­ντά­ται σε γυ­ναι­κείο εν­διά­θε­το λό­γο. Ο ίδιος ο ή­ρωας την α­πο­κα­λεί “θη­λυ­κή πλευ­ρά” και την θεω­ρεί ως έ­να ε­πι­πλέ­ον σύ­μπτω­μα του γή­ρα­τος. Κα­τά τα άλ­λα, στις δια­δρο­μές που κά­νει στην Αθή­να με τα πό­δια ή τον Ηλεκ­τρι­κό, συ­νει­δη­το­ποιεί τον ε­αυ­τό του σαν “ναυα­γό με­τα­νά­στη”. Με την ο­πτι­κή του κοι­νω­νιο­λό­γου, κα­τα­γρά­φει μό­νο αλ­λο­δα­πούς, πρε­ζά­κη­δες, ά­στε­γους και ε­πι­τι­θέ­με­νους α­ναρ­χι­κούς. Καί­τοι μό­νι­μος κά­τοι­κος Γερ­μα­νίας, ου­δό­λως σχο­λιά­ζει το πώς ο Αθη­ναίος βιώ­νει την κρί­ση. Από τον κοι­νω­νι­κό πε­ρί­γυ­ρο, τον ε­ντυ­πω­σιά­ζουν οι ε­ρω­τι­κές πε­ρι­πτύ­ξεις ε­νός ζευ­γα­ριού που ε­ντάσ­σε­ται στην κα­τη­γο­ρία των α­τό­μων με ει­δι­κές α­νά­γκες. Η συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει έ­ναν ή­ρωα κα­τά το τρέ­χον πρό­τυ­πο του ευαι­σθη­το­ποιη­μέ­νου πο­λί­τη γύ­ρω α­πό το τρί­πτυ­χο με­τα­νά­στης, α­νά­πη­ρος, ζώα. Επι­προ­σθέ­τως, μέ­σα α­πό την α­φή­γη­ση, το­νί­ζε­ται η πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη ο­πτι­κή του. Για πα­ρά­δειγ­μα, η τύ­χη των παι­διών στα χρό­νια του Εμφυ­λίου ε­ξο­μοιώ­νε­ται με τη με­τα­χεί­ρι­ση των παι­διών των α­πα­ντα­χού με­τα­να­στών α­πό τις Αρχές στις χώ­ρες που οι γο­νείς τους κα­τα­φεύ­γουν. Συ­ναι­σθη­μα­τι­κά, πά­ντως, τον α­πα­σχο­λεί, α­πό τους ζώ­ντες, μό­νο ο γιος του. 
Και στα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, η Ηλιο­πού­λου δεν πα­ρα­θέ­τει ι­στο­ρίες αι­μα­το­κυ­λί­σμα­τος α­πό την πο­λε­μο­χα­ρή δε­κα­ε­τία του ’40. Σε αμ­φό­τε­ρα, μνη­μο­νεύει μό­νο έ­ναν τό­πο, υ­παι­νισ­σό­με­νη ό­σα φο­βε­ρά μπο­ρεί να συ­νέ­βη­σαν ε­κεί. Χρη­σι­μο­ποιεί και στα δυο την ί­δια ο­νο­μα­σία κι ας πρό­κει­ται για δια­φο­ρε­τι­κά μέ­ρη. Στο πρώ­το, “τα φο­νι­κά κα­τά­λοι­πα των συ­γκρού­σεων α­πό τον συμ­μο­ρι­το­πό­λε­μο” βρί­σκο­νται στην αρ­χή α­πό “το μο­νο­πά­τι στην καρ­διά της Χού­νης”. Στο πρό­σφα­το, ως τό­πος η­ρώων, προ­βάλ­λει κρυ­πτι­κά το μο­νο­πά­τι “στον γκρε­μό της Χού­νης”. Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι αρ­κε­τά φα­ράγ­για στην Ελλά­δα φέ­ρουν αυ­τό το ό­νο­μα. Στο πρώ­το, πρό­κει­ται για τη Χού­νη της Πάρ­νη­θας, στο δεύ­τε­ρο, για το Με­γά­λο Φα­ράγ­γι των Σερ­βίων, κο­ντά στη γε­νέ­τει­ρα της συγ­γρα­φέως. Να υ­πο­θέ­σου­με ό­τι υ­πάρ­χει υ­λι­κό και για α­μι­γώς εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κό βι­βλίο; Προ­σώ­ρας, ε­κεί πή­γε ο Έκτο­ρας τον δω­δε­κα­ε­τή γιο του για να του δεί­ξει τον τό­πο των η­ρωι­κών πρά­ξεων. Και ε­κεί συ­νει­δη­το­ποίη­σε πως η λέ­ξη “πα­λι­κά­ρι”, με την ο­ποία ε­κεί­νος, γιος α­ντάρ­τη, με­γά­λω­σε, δεν λέει τί­πο­τα στον γιο τον δι­κό του και της Γερ­μα­νί­δας. 
Η δια­φο­ρε­τι­κή θέ­α­ση του κό­σμου που έ­χουν οι νέ­οι του 2011 δεν χα­ρα­κτη­ρί­ζει μό­νο τους Γερ­μα­νούς. Για να το­νι­στεί η α­δια­φο­ρία της νεό­τε­ρης γε­νιάς για τους ο­ποιουσ­δή­πο­τε η­θι­κούς κώ­δι­κες, η συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει έ­να α­κό­μη πρό­σω­πο, αυ­τό α­μι­γώς γη­γε­νές. Ένα νέο κο­ρί­τσι, που δεν έ­χει κώ­λυ­μα να πα­ρα­βεί την τε­λευ­ταία ε­πι­θυ­μία του αυ­τό­χει­ρα πα­τέ­ρα της, ού­τε να κά­νει “τρε­λό σε­ξ” με έ­ναν ά­ντρα της η­λι­κίας του πα­τέ­ρα της στα όρ­θια δη­μο­σίως. Αν και ό­χι α­κρι­βώς δη­μο­σίως, α­φού τον πα­ρέ­συ­ρε “στην ε­σο­χή ει­σό­δου κλει­στού μα­γα­ζιού σε στε­νά­κι πί­σω α­πό την πλα­τεία Κου­μουν­δού­ρου”. Τε­λι­κά, αυ­τές οι υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νες πλα­τείες του κέ­ντρου της Αθή­νας φαί­νε­ται ό­τι ε­μπνέ­ουν τις συγ­γρα­φείς - σκη­νο­θέ­τριες. Θυ­μί­ζου­με το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Τα κο­ρί­τσια της πλα­τείας», της συ­νο­μή­λι­κης της Ηλιο­πού­λου Μα­ρίας Γα­βα­λά. 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/9/2013.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Το ελάχιστο της δόξας



Σκη­νή α­πό το «Ιωάν­νης Γα­βριήλ Μπόρ­κμαν».
Ο Νί­κος Πα­ρα­σκευάς (α­ρι­στε­ρά) στο ρό­λο του Βί­λελμ Φόλ­νταλ
και ο Αι­μί­λιος Βεά­κης (δε­ξιά) στο ρό­λο του Μπόρ­κμαν,
κα­τά το πρώ­το α­νέ­βα­σμα του ι­ψε­νι­κού έρ­γου, το 1933
(Φωτ. Τά­σου Με­λε­τό­που­λου, Φω­το­γρα­φι­κό Αρχείο Εθνι­κού Θεά­τρου).



Βαγ­γέ­λης Χατ­ζη­γιαν­νί­δης
«Το ε­λά­χι­στο ί­χνος»
Εκδό­σεις Το Ρο­δα­κιό
Απρί­λιος 2013 

Η Αμε­ρι­κα­νί­δα Έντιθ Γουέ­μπστερ ή­ταν μια δη­μο­φι­λής η­θο­ποιός, που υ­πέ­στη καρ­δια­κή προ­σβο­λή στην τε­λευ­ταία κο­ρώ­να του ά­σμα­τος που τρα­γου­δού­σε ως μέ­ρος μιας πα­ρά­στα­σης σε θέ­α­τρο της Βαλ­τι­μό­ρης. Εξέ­πνευ­σε τη στιγ­μή α­κρι­βώς που ο ρό­λος την ή­θε­λε να σω­ριά­ζε­ται ε­πί σκη­νής. Η Γουέμπστερ δεν δια­σώ­θη­κε της λή­θης χά­ρις σε ε­κεί­νο το τε­λευ­ταίο τρα­γού­δι, πα­ρό­τι ε­πρό­κει­το για έ­να πο­λύ γνω­στό κομ­μά­τι τζα­ζ, που έ­μει­νε με άλ­λες φω­νές. Ού­τε χά­ρις σε ε­κεί­νη την πα­ρά­στα­ση, πα­ρό­τι ή­ταν έ­να δη­μο­φι­λές μιού­ζι­κα­λ, που παι­ζό­ταν ε­πί ο­χτώ χρό­νια, βα­σι­σμέ­νο στο βι­κτω­ρια­νό με­λό­δρα­μα «Ο μέ­θυ­σος» του Ουίλ­λιαμ Σμι­θ, που εί­χε γνω­ρί­σει με­γά­λη ε­πι­τυ­χία την ε­πο­χή της πο­το­α­πα­γό­ρευ­σης. Μό­νο λό­γω της σύ­μπτω­σης να “ζή­σει το θά­να­το του ρό­λου της”, το ό­νο­μά της κα­τα­γρά­φτη­κε στα μι­κρά και πε­ρίερ­γα της Ιστο­ρίας του θεά­τρου. Ενώ, έ­μελ­λε χά­ρις σε έ­ναν έλ­λη­να συγ­γρα­φέα με θε­α­τρι­κή κουλ­τού­ρα να τρο­φο­δο­τή­σει με μια ε­ντυ­πω­σια­κή κα­τά­λη­ξη έ­να, έ­τσι κι αλ­λιώς, εν­δια­φέ­ρον μυ­θι­στό­ρη­μα. Ακό­μη, ό­μως, κι αν δεν εί­χε πο­τέ κα­τα­γρα­φεί έ­νας πα­ρό­μοιος θά­να­τος, ο Βαγ­γέ­λης Χατ­ζη­γιαν­νί­δης θα τον εί­χε ε­πι­νοή­σει, κα­θώς α­πό πρώ­της εμ­φα­νί­σεώς του ε­πέ­δει­ξε τη γό­νι­μη και συν­δυα­στι­κή φα­ντα­σία ως έ­να α­πό τα α­τού που διέ­θε­τε.
Στα 72 της η Γουέ­μπστερ το 1986, ή­ταν μια πα­λαί­μα­χος η­θο­ποιός, που, σί­γου­ρα, α­ντί της υ­στε­ρο­φη­μίας που ε­ξα­σφά­λι­σε με το θά­να­τό της, θα προ­τι­μού­σε να μα­κρο­η­με­ρεύ­σει. Σε α­ντί­θε­ση με τον 43χρο­νο ή­ρωα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που, σαν άλ­λος Φά­ου­στ, θα έ­δι­νε και την ψυ­χή του για την α­να­γνώ­ρι­ση. Ηθο­ποιός δια­φο­ρε­τι­κής στό­φας, ε­πέ­λε­ξε για την ε­θε­λού­σια στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση και ό­χι συ­μπτω­μα­τι­κή έ­ξο­δο, έ­ναν ρό­λο του κλα­σι­κού ρε­περ­το­ρίου, τον Ιωάν­νη Γα­βριήλ Μπόρ­κμαν του Ίψεν. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, δεν α­νε­βαί­νει α­κέ­ραιο το έρ­γο, πα­ρά μό­νο η τε­λευ­ταία σκη­νή “στη χιο­νι­σμέ­νη ε­ξο­χή” ως μέ­ρος μιας πα­ρά­στα­σης, που, α­ντι­γρά­φο­ντας την τρέ­χου­σα μό­δα του ποτ­που­ρί, α­πο­τε­λεί­ται α­πό τέσ­σε­ρις πα­ρό­μοιες σκη­νές δια­φο­ρε­τι­κών έρ­γων. Ο πρώ­τος Μπόρ­κμαν του ελ­λη­νι­κού θεά­τρου εί­ναι ο Αι­μί­λιος Βεά­κης, στου ο­ποίου τη Σχο­λή φοί­τη­σε ο συγ­γρα­φέ­ας, ε­νώ δεν προσ­διο­ρί­ζει την ι­διω­τι­κή α­θη­ναϊκή Σχο­λή, που πα­ρα­κο­λού­θη­σε ο ή­ρωάς του. Το 1998 α­νε­βαί­νει η πα­ρά­στα­ση στο μυ­θι­στό­ρη­μα και τη σκη­νο­θε­σία την α­να­λαμ­βά­νει ο πρω­τα­γω­νι­στής, α­κο­λου­θώ­ντας το πα­ρά­δειγ­μα του Αλέ­ξη Μι­νω­τή, του δεύ­τε­ρου με­γά­λου στον ι­ψε­νι­κό ρό­λο, κα­τά το ε­πε­τεια­κό α­νέ­βα­σμα του 1976 για τα ο­γδο­ντά­χρο­να α­πό τη συγ­γρα­φή του έρ­γου. 

Ως η­θο­ποιοί...

Αυ­τά ως πα­ρελ­κό­με­να της α­νά­γνω­σης, α­φού, συ­μπτω­μα­τι­κά, η έκ­δο­ση γί­νε­ται 80 χρό­νια με­τά το πρώ­το ελ­λη­νι­κό α­νέ­βα­σμα του έρ­γου και ε­νώ ε­πί­κει­ται ε­πε­τεια­κό α­νέ­βα­σμα, με Μπόρ­κμαν έ­ναν ο­μή­λι­κο του ή­ρωα η­θο­ποιό, τον Γιώρ­γο Κι­μού­λη. Αυ­τός, πα­ρό­τι το ί­διο φι­λό­δο­ξος με τον ή­ρωα, δεν α­πο­τολ­μά να συ­γκρι­θεί σκη­νο­θε­τι­κά με τους πρώ­τους δι­δά­ξα­ντες. Εμπι­στεύε­ται ως κα­θο­δη­γη­τή στο χτί­σι­μο του ρό­λου τον Στα­μά­τη Φα­σου­λή. Όσο α­φο­ρά το θέ­μα της γλώσ­σας, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, ο ή­ρωας αρ­θρώ­νει τον ι­ψε­νι­κό λό­γο στα ελ­λη­νι­κά του Παύ­λου Μά­τε­σι, που εί­χε ε­πι­λέ­ξει ο Μι­νω­τής, ενώ η με­τά­φρα­ση της πρώ­της πα­ρά­στα­σης ήταν του με­γα­λύ­τε­ρου α­δελ­φού του τό­τε σκη­νο­θέ­τη Φώ­του Πο­λί­τη, του Γιώρ­γου. Ο Κι­μού­λης προ­τί­μη­σε μια νέα με­τά­φρα­ση α­πό τον σκη­νο­θέ­τη του α­ντί ε­νός φό­ρου τι­μής στον πρό­σφα­τα α­πο­θα­νό­ντα (20.1.2013) Μά­τε­σι, συ­μπτω­μα­τι­κά στα 80 του.
Ως η­θο­ποιοί ξε­κί­νη­σαν οι Μά­τε­σις και Χατ­ζη­γιαν­νί­δης, αλ­λά αμ­φό­τε­ροι ε­γκα­τέ­λει­ψαν γρή­γο­ρα τη σκη­νή. Κο­ντά εί­κο­σι χρό­νια θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας ο πρώ­τος και με­τά μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, α­ντι­στρό­φως, ο δεύ­τε­ρος, πρώ­τα μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και με­τά, ε­ναλ­λάξ και θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας. Όπως και να έ­χει, ο Μά­τε­σις δεν πρό­λα­βε να γρά­ψει μυ­θι­στό­ρη­μα για το χώ­ρο του θεά­τρου ού­τε να πλά­σει τον χα­ρα­κτή­ρα ε­νός η­θο­ποιού. Ο λί­γο νεό­τε­ρός του Μά­νος Ελευ­θε­ρίου, ποιη­τής και λά­τρης του θεά­τρου, έ­γρα­ψε δυο, αλ­λά δε­σμευό­με­νος α­πό τους χα­ρα­κτή­ρες των η­θο­ποιών στους ο­ποίους α­να­φε­ρό­ταν, την Ευαγ­γε­λία Πα­ρα­σκευο­πού­λου και την Ελέ­νη Πα­πα­δά­κη, που ή­ταν η πρώ­τη Έλλα δί­πλα στον Βεά­κη, “η μοι­ραία γυ­ναί­κα” στη ζωή του Μπόρ­κμαν, α­ντί­ζη­λος της κυ­ρίας Γκούν­χιλ­ντ Μπόρ­κμαν, που έ­παι­ζε η Κα­τί­να Πα­ξι­νού. Κά­πως έ­τσι έ­λα­χε στον Χατ­ζη­γιαν­νί­δη να γρά­ψει το θε­α­τρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα και να πλά­σει το χα­ρα­κτή­ρα ε­νός η­θο­ποιού. Μέ­σα α­πό την ι­διό­μορ­φη ψυ­χο­σύ­στα­ση του ή­ρωά του, κα­τόρ­θω­σε να δεί­ξει την α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στο ‘‘Ηθο­ποιός ση­μαί­νει φως’’, και στο ‘‘Ηθο­ποιός, ό,τι κι αν πεις/ εί­ναι κα­η­μός πο­λύ πι­κρός/ και στε­ναγ­μός πο­λύ βα­θύς’’, για να θυ­μη­θού­με και τους στί­χους του Χατ­ζι­δά­κι, ό­πως εί­χαν α­κου­στεί προ γεν­νή­σεως του συγ­γρα­φέα, Ιούν. 1962, α­πό τη βρα­χνή φω­νή του Χορν, που α­πο­χαι­ρέ­τη­σε το θέ­α­τρο με τον ι­ψε­νι­κό Αρχι­μά­στο­ρα Σόλ­νες, πριν 30 χρό­νια. 

Πε­ρί υ­στε­ρο­φη­μίας

Ήδη, ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χατ­ζη­γιαν­νί­δη κά­νει νύ­ξη στον προ­βλη­μα­τι­σμό, που θα μπο­ρού­σε να γεν­νή­σει έ­ναν πα­ρό­μοιο ή­ρωα. Πό­σοι άν­θρω­ποι ευ­τυ­χούν να πε­ρά­σουν στην Ιστο­ρία; Το μέ­γα πλή­θος, με­ρι­κά χρό­νια με­τά θά­να­το, δια­γρά­φε­ται α­πό κά­θε μορ­φής μνή­μη. Λι­γο­στοί εί­ναι ε­κεί­νοι που α­φή­νουν έ­να ί­χνος, μια α­να­φο­ρά δυο τριών σει­ρών, συ­χνό­τε­ρα με­ρι­κών λέ­ξεων. Κά­πως πε­ρισ­σό­τε­ροι α­φή­νουν “το ε­λά­χι­στο ί­χνος” του ο­νό­μα­τός τους. Ιδιαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση συ­νι­στούν οι άν­θρω­ποι των γραμ­μά­των και των τε­χνών. Οι τα­λα­ντού­χοι προ­βάλ­λο­νται εν ζωή, με ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νη μια κά­ποια υ­στε­ρο­φη­μία. Ενώ, οι α­τά­λα­ντοι μέ­νουν ε­σα­εί στη θέ­ση του κο­μπάρ­σου, ε­κτός κι αν δια­θέ­τουν μέ­σο για την α­νέ­λι­ξή τους, ό­πως ο ή­ρωας σε κά­ποια φά­ση της ζωής του, χά­ρις στο ο­ποίο α­πέ­κτη­σε δι­κό του θέ­α­τρο, ό­που και μπο­ρού­σε να ε­πι­λέ­ξει για τον ε­αυ­τό του έ­ναν ρό­λο σαν του Μπόρ­κμαν. Με­τά θά­να­το πά­ντως οι κο­μπάρ­σοι δια­γρά­φο­νται μα­ζί με τους λοι­πούς α­σή­μα­ντους, ε­κτός κι αν συμ­βεί κά­τι το ε­ξαι­ρε­τι­κό, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση της Γουέ­μπστερ ή και του ή­ρωα, που ε­ξα­γό­ρα­σε το ε­λά­χι­στο της δό­ξας με τον ι­διό­τυ­πο τρό­πο του αυ­το­χει­ρια­σμού του.         
Όλοι, ό­μως, οι άν­θρω­ποι δεν α­ξιο­λο­γούν στον ί­διο βαθ­μό τη δό­ξα, ού­τε νοιά­ζο­νται για την υ­στε­ρο­φη­μία τους. Υπάρ­χουν οι ευ­τυ­χείς, που αι­σθά­νο­νται αρ­κού­ντως αυ­τάρ­κεις, ώ­στε να ευ­δαι­μο­νούν και χω­ρίς τον έ­παι­νο του Άλλου. Αυ­τό εί­ναι θέ­μα χα­ρα­κτή­ρα και των συν­θη­κών υ­πό τις ο­ποίες δια­πλά­στη­κε η προ­σω­πι­κό­τη­τα κά­ποιου. Τα λε­γό­με­να σύν­δρο­μα α­πόρ­ρι­ψης και α­πο­κλει­σμού εί­ναι ε­κεί­να που δη­μιουρ­γούν α­δή­ρι­τη α­νά­γκη για διά­κρι­ση. Δεν εν­δια­φέ­ρει σε ποιον το­μέα, αρ­κεί να γί­νο­νται το ε­πί­κε­ντρο της προ­σο­χής. “Όταν γρά­φουν για σέ­να, έ­στω και αρ­νη­τι­κά, ση­μαί­νει πως εί­σαι κά­ποιος”, σκέ­φτε­ται ο ή­ρωας την ε­πο­χή που εί­ναι θια­σάρ­χης και α­πο­λαμ­βά­νει την κο­λα­κεία “των α­πο­κά­τω”, ε­νώ δι­καιο­λο­γεί την τυ­χόν πε­ρι­φρο­νη­τι­κή στά­ση “των α­πο­πά­νω”, κα­θώς έ­χει πια α­πο­δε­χθεί “την κλί­μα­κα ε­ξου­σίας” ως ι­σχυ­ρό­τε­ρη της α­ξιο­κρα­τι­κής. Σε αυ­τήν την πραγ­μα­τί­στι­κη α­ντί­λη­ψη έ­χει κα­τα­λή­ξει, α­φού κα­τέ­βα­λε πο­λυε­τείς και ε­πί­μο­νες προ­σπά­θειες να δια­πρέ­ψει σε κά­τι, ο­τι­δή­πο­τε, α­πό τη μου­σι­κή μέ­χρι το θέ­α­τρο και α­πό το πιά­νο μέ­χρι τη σκη­νο­θε­σία, για να α­να­κα­λύ­ψει τε­λι­κά ό­τι μπο­ρεί σε ό,τι κα­τα­πια­στεί να έ­χει μια ι­κα­νο­ποιη­τι­κή α­πό­δο­ση, αλ­λά σε κα­νέ­ναν το­μέα δεν θα έ­χει “την αύ­ρα του χα­ρι­σμα­τι­κού”. 

Τα­λα­ντού­χος - α­τά­λα­ντος

Στο θε­α­τρι­κό μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ο συγ­γρα­φέ­ας ζω­ντα­νεύει μια τά­ξη Δρα­μα­τι­κής Σχο­λής και στη συ­νέ­χεια, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τον ή­ρωά του, σκια­γρα­φεί την α­τμό­σφαι­ρα στο ε­λεύ­θε­ρο θέ­α­τρο, τις α­ντι­ζη­λίες, το ρό­λο της κρι­τι­κής και τον κα­θο­ρι­στι­κό ε­νός χο­ρη­γού. Με τη βοή­θεια του πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή που υιο­θε­τεί και τους δια­λό­γους, προ­σεγ­γί­ζει την έν­νοια του τα­λέ­ντου και το με­τέω­ρο ε­ρώ­τη­μα, “πά­θος για σκλη­ρή δου­λειά” ή προί­κι­σμα της φύ­σης. Μέ­σα α­πό την πλο­κή, ει­σχω­ρεί βα­θύ­τε­ρα α­πό αυ­τό το μα­νι­χαϊστι­κό ε­ρώ­τη­μα. “Όταν το μυα­λό δου­λεύει υ­περ­βο­λι­κά”, το σώ­μα δεν λύ­νε­ται. Και α­κό­μη βα­θύ­τε­ρα, “στο ε­σώ­τε­ρο ε­κεί­νο μά­τι που κρί­νει και α­να­λύει”, στη συ­μπαι­γνία του υ­πε­ρε­γώ των γο­νεϊκών ε­πι­τα­γών και το ερ­πε­τι­κό κομ­μά­τι του ε­γκε­φά­λου, που ε­λέγ­χει το αυ­τό­νο­μο νευ­ρι­κό σύ­στη­μα και το ο­ποίο έ­νας α­σκη­μέ­νος η­θο­ποιός ε­νερ­γο­ποιεί για να φθά­σει την ε­σω­τε­ρι­κή πει­θαρ­χία στο έ­σχα­το ση­μείο ε­λέγ­χου, ε­κεί­νο της πα­ρέμ­βα­σης στη λει­τουρ­γία του καρ­δια­κού μυ.
Στο θε­α­τρι­κό μέ­ρος, ε­κτός α­πό το δί­πο­λο τα­λα­ντού­χου α­τά­λα­ντου η­θο­ποιού και τον κα­θη­γη­τή υ­πο­κρι­τι­κής, έ­ναν “κο­ντο­στού­πι­κο βε­τε­ρά­νο του Εθνι­κού Θεά­τρου”, δια­κρί­νε­ται σε ρό­λο κλει­δί έ­νας α­κό­μη ή­ρωας, ο γραμ­μα­τέ­ας της Σχο­λής. Πρό­κει­ται για έ­ναν α­ντι­συμ­βα­τι­κό τύ­πο, α­πο­τυ­χη­μέ­νο η­θο­ποιό, που α­να­πτύσ­σει εν­δια­φέ­ρου­σες α­πό­ψεις γύ­ρω α­πό το θέ­α­τρο και τη σχέ­ση η­θο­ποιού και κοι­νού. Με αυ­τόν α­νοί­γει και με αυ­τόν κλεί­νει το βι­βλίο. Υπάρ­χουν, ω­στό­σο, κά­ποιες α­ντι­φά­σεις α­νά­με­σα σε ό­σα λέ­γο­νται γι’ αυ­τόν, ό­πως ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός “α­γα­θός γί­γας”, και την προ­σω­πι­κό­τη­τα που δεί­χνουν τα λό­για και οι πρά­ξεις του. Σύμ­φω­να με το μό­το του βι­βλίου, ό­λοι οι ή­ρωες εί­ναι φα­ντα­στι­κοί, πλην ε­νός, που εί­ναι ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας στο ρό­λο ε­νός νέ­ου η­θο­ποιού. Ση­μα­ντι­κό­τε­ροι, ό­μως, σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, α­πό το γρή­γο­ρο πέ­ρα­σμα που κά­νει αυ­το­προ­σώ­πως ο συγ­γρα­φέ­ας, α­πο­βαί­νουν οι άν­θρω­ποι που στά­θη­καν η μα­γιά στο πλά­σι­μο κά­ποιων η­ρώων.

Η δο­μή

Το πώς δια­πλά­στη­κε έ­νας πα­ρό­μοιος ή­ρωας σκια­γρα­φεί­ται σε έ­να δεύ­τε­ρο μέ­ρος του βι­βλίου, που ε­κτυ­λίσ­σε­ται ε­κτός θεά­τρου. Αυ­τό το ε­ξω­θε­α­τρι­κό μέ­ρος, που φλερ­τά­ρει με το ρο­μά­ντσο, πι­θα­νώς και να α­πο­δυ­να­μώ­νει την ψυ­χο­γρα­φι­κή διά­στα­ση του θε­α­τρι­κού. Μια πα­ρό­μοια α­δυ­να­μία, ό­μως, εί­ναι α­πό τα συ­μπα­ρο­μαρ­τού­ντα της αι­σθη­τι­κής που α­κο­λου­θεί η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή δο­μή. Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, το μυ­θι­στό­ρη­μα χω­ρί­ζε­ται σε 39 κε­φά­λαια, κα­τα­νε­μη­μέ­να σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες, ό­που ο τίτ­λος των κε­φα­λαίων της κά­θε ε­νό­τη­τας εί­ναι κοι­νός, συ­νο­δευό­με­νος α­πό αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό και το έ­τος στο ο­ποίο έ­κα­στο ε­στιά­ζει: Πρώ­τη ε­νό­τη­τα, «Τέ­χνες και καλ­λι­τέ­χνες», 10 κε­φά­λαια. Δεύ­τε­ρη, «Φι­λίες και έ­χθρες», 2. Τρί­τη, «Οι­κο­γέ­νειες», 21 (το 22 εί­ναι τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος). Τέ­ταρ­τη, «Έρω­τες και η­δο­νές», 5. Τα δυο πρώ­τα, μα­ζί με το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του ε­πί σκη­νής θα­νά­του και της κη­δείας, συ­νι­στούν το θε­α­τρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα. Τα δυο άλ­λα, α­να­συ­σταί­νουν τον προ­γε­νέ­στε­ρο βίο του ή­ρωα, μέ­χρι τα 31 του, ο­πό­τε γρά­φτη­κε στη Σχο­λή, κα­θώς και την ε­ρω­τι­κή του ζωή στα υ­πο­λει­πό­με­να δώ­δε­κα χρό­νια μέ­χρι το θά­να­τό του. Τα κε­φά­λαια α­πό τις δια­φο­ρε­τι­κές ε­νό­τη­τες ε­ναλ­λάσ­σο­νται, α­πο­κα­θι­στώ­ντας χα­λα­ρή  μυ­θο­πλα­στι­κή σύν­δε­ση. 
Το βά­θος χρό­νου αυ­τού του σαν ρο­μά­ντσου μέ­ρους δεν εί­ναι το έ­τος γεν­νή­σεως του ή­ρωα αλ­λά η δε­κα­ε­τία του ’20 και η Κα­το­χή, κα­θώς βα­ραί­νουν τα πά­θη των προ­σώ­πων που συ­νέ­βα­λαν στην κα­κή μοί­ρα του, μια και εί­χε τη δι­πλή α­τυ­χία να εί­ναι και νό­θο και κλεμ­μέ­νο παι­δί. Κα­μιά, ό­μως, σχέ­ση με το εύ­ρη­μα της α­νταλ­λα­γής βρε­φών που α­πα­ντά­ται σε ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και σί­ριαλ. Η ι­στο­ρία του ή­ρωα θυ­μί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο «Το κλεμ­μέ­νο παι­δί» του Κηθ Ντό­να­χιου, κα­θώς στην αλ­λα­γή γο­νιών α­να­κα­τώ­νο­νται δυ­νά­μεις του κα­κού. Στο πα­ρα­μύ­θι του Ντό­να­χιου, έ­να φυ­σιο­λο­γι­κό παι­δί παίρ­νει τη θέ­ση ε­νός ξω­τι­κού, ε­δώ, ε­νός χω­λού παι­διού, γέν­νη­μα ε­νός ζευ­γα­ριού, που κα­τέ­φυ­γε σε μαγ­γα­νείες για να τε­κνο­ποιή­σει. Πα­λαιό­τε­ρα πί­στευαν πως τα σα­τα­νι­κά τε­χνά­σμα­τα τι­μω­ρού­νται με τη γέν­να άρ­ρω­στων παι­διών. Μια πα­ρό­μοια διή­γη­ση, το­πο­θε­τη­μέ­νη στα τέ­λη του 19ου αιώ­να, υ­πάρ­χει στο «Ημε­ρο­λό­γιο 1836-2011» του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού. Η α­φή­γη­ση υ­πο­βάλ­λει την αί­σθη­ση, ό­τι τον πα­τέ­ρα του χω­λού παι­διού, που με το βρέ­φος α­γκα­λιά, α­να­ζη­τεί στη νυ­χτε­ρι­νή Αθή­να τον Καιά­δα για να α­παλ­λα­γεί, τον ο­δη­γούν υ­περ­φυ­σι­κές δυ­νά­μεις μέ­χρι την κού­νια του νό­θου, ό­που προ­τι­μά, α­ντί της σχε­δια­ζό­με­νης εν­δο­μύ­χως θα­νά­τω­σης την κλο­πή. 
Εί­ναι εν­δια­φέ­ρου­σα η με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κη ε­πί­νοια με την ο­ποία υ­πο­νο­μεύο­νται οι η­θο­γρα­φι­κές συμ­βά­σεις. Το νό­θο εί­ναι παι­δί γιου βιο­μη­χά­νου με την τρο­φό του. Δεν πρό­κει­ται, ό­μως, για έ­να με­λο­δρα­μα­τι­κό σμί­ξι­μο, αλ­λά για το βίαιο ξε­παρ­θέ­νε­μα του έ­φη­βου α­πό την ι­κα­ριώ­τισ­σα πα­ρα­μά­να, που παίρ­νει εκ­δί­κη­ση για ό­σα δει­νά έ­χει τρα­βή­ξει α­πό το κα­κο­μα­θη­μέ­νο πλου­σιό­παι­δο. Δυ­να­μι­κός χα­ρα­κτή­ρας η νη­σιώ­τισ­σα, ό­πως και ο πα­τέ­ρας του χω­λού παι­διού, που πλη­ρώ­νει τις α­μαρ­τίες του. Στα κε­φά­λαια που ε­στιά­ζουν στα δει­νά του πα­τέ­ρα, πε­ρι­γρά­φο­νται η πα­γα­νι­στι­κή σχέ­ση που α­να­πτύσ­σει με τη φύ­ση, το νο­ε­ρό κα­νό­νι­σμα των λο­γα­ρια­σμών του με το Θεό και τα ε­νύ­πνια του πει­ρα­σμού που τον τα­ράσ­σουν. Αντί, ό­μως, για α­σκη­τι­κή ζωή, αυ­το­τι­μω­ρεί­ται νυμ­φευό­με­νος μια πόρ­νη. Ένας άλ­λος χα­ρα­κτή­ρας με με­τα­φυ­σι­κή αύ­ρα εί­ναι ε­κεί­νος της γυ­ναί­κας, που βοή­θη­σε με τις σο­λο­μω­νι­κές της το ά­τε­κνο ζευ­γά­ρι στην α­πό­κτη­ση παι­διού. Μια, μέ­χρι τέ­λους του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, μυ­στη­ριώ­δης γυ­ναί­κα, που ό­λοι την θεω­ρούν μά­γισ­σα και κά­που συγ­γε­νεύει με τις σκο­τει­νές η­ρωί­δες της Ζυ­ράν­νας Ζα­τέ­λη. Αντι­στρέ­φο­ντας τα η­θο­γρα­φι­κά πρό­τυ­πα, η μά­γισ­σα εί­ναι μια γο­η­τευ­τι­κή γυ­ναί­κα, ε­νώ η α­γα­πη­μέ­νη του ή­ρωα τέ­ρας δυ­σμορ­φίας. Η έλ­ξη, που του α­σκεί, θα μπο­ρού­σε να ερ­μη­νευ­θεί φροϋδι­κά με βά­ση την α­να­σφά­λεια του ή­ρωα, που έ­χει α­νά­γκη τον θαυ­μα­σμό των άλ­λων. Ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­μως, ε­πι­μέ­νει στην ο­μορ­φιά της α­σχή­μιας, ό­πως την α­να­δει­κνύει ο Ου­μπέρ­το Έκο στη με­λέ­τη του, σαν τη γο­η­τεία που α­σκεί η πα­ρα­βία­ση κά­θε κλα­σι­κού κα­νό­να συμ­με­τρίας. 
Ως το πιο εν­δια­φέ­ρον στοι­χείο του και­νού­ριου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χατ­ζη­γιαν­νί­δη μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί ο α­ντι­κα­το­πτρι­σμός της τέ­χνης του η­θο­ποιού στη λο­γο­τε­χνία. Ο συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει α­φη­γη­μα­τι­κά τον χα­ρα­κτή­ρα ε­νός η­θο­ποιού, δί­νο­ντας έμ­φα­ση στη φι­λο­δο­ξία του ή­ρωά του να χτί­σει έ­ναν θε­α­τρι­κό ρό­λο. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/9/2013.

Από το κόμικς στο διήγημα

Τάκης Γιαννούσας,
«Ο Γερμανός».
















Γιάννης Παλαβός
«Αστείο»
Εκδόσεις Νεφέλη
Απρίλιος 2012
  
Ο Γιάν­νης Πα­λα­βός α­πο­τε­λεί μια εν­δια­φέ­ρου­σα πε­ρί­πτω­ση της νεό­τε­ρης σή­με­ρα ο­μά­δας συγ­γρα­φέων, εν­δει­κτι­κή, ως έ­να βαθ­μό, των και­νού­ριων τά­σεων. Κα­τ’ αρ­χήν, πα­ρά το νε­α­ρό της η­λι­κίας του, εί­ναι πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος. Ίσως, ορ­θό­τε­ρα, λό­γω του νε­α­ρού της η­λι­κίας του, κα­θώς, τε­λευ­ταία, έ­χουν πλη­θύ­νει α­νά την ε­πι­κρά­τεια τα λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία για νέ­ους. Ακό­μη και βρα­βεία, που οι κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές α­πέ­νει­μαν σε πρε­σβύ­τε­ρους συγ­γρα­φείς, στο ση­μείο να λέ­γε­ται ό­τι α­κο­λου­θούν α­τύ­πως ε­πε­τη­ρί­δα αρ­χαιό­τη­τας, άρ­χι­σαν να δί­νο­νται σε νεό­τε­ρους. 
Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, ο Πα­λα­βός έ­κα­νε την πρώ­τη του συγ­γρα­φι­κή εμ­φά­νι­ση το 2005, συμ­με­τέ­χο­ντας σε δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος για νέ­ους συγ­γρα­φείς του Βρε­τα­νι­κού Συμ­βου­λίου, που εί­χε πραγ­μα­το­ποιη­θεί σε συ­νερ­γα­σία με τις εκ­δό­σεις Πε­ρί­πλους, οι ο­ποίες και ε­ξέ­δω­σαν το ε­πό­με­νο έ­τος σε βι­βλίο τις 19 κα­λύ­τε­ρες ι­στο­ρίες ε­πί συ­νό­λου 197. Η τρι­με­λής ε­πι­τρο­πή, στην ο­ποία συμ­με­τεί­χε ως πε­ζο­γρά­φος ο Χρή­στος Χω­με­νί­δης, του εί­χε α­πο­νεί­μει το πρώ­το βρα­βείο. Η ε­πι­τυ­χία ε­πα­να­λή­φθη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με την πρω­τιά στον 2ο πα­νελ­λή­νιο δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος του 2007, που εί­χε διορ­γα­νώ­σει το free press πε­ριο­δι­κό της Άρτας σε συ­νερ­γα­σία με τις εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο και την υ­πο­στή­ρι­ξη του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Αυ­τήν τη φο­ρά, στην πε­ντα­με­λή κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή συμ­με­τεί­χαν οι πε­ζο­γρά­φοι Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος και Κώ­στας Κα­τσου­λά­ρης. Το ί­διο έ­τος, με την έκ­δο­ση του πρώ­του βι­βλίου του, ήρ­θε και μια τρί­τη διά­κρι­ση. Η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Αλη­θι­νή α­γά­πη και άλ­λες ι­στο­ρίες», συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε στον βρα­χύ κα­τά­λο­γο του Βρα­βείου πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω». Εκεί­νο το έ­τος, το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου δό­θη­κε στην ποιή­τρια Κα­τε­ρί­να Ηλιο­πού­λου. Η με­γά­λη, ό­μως, διά­κρι­ση προέ­κυ­ψε πέ­ντε χρό­νια με­τά, με την έκ­δο­ση της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής του. Το «Αστείο» ε­πι­λέ­χθη­κε για το Βρα­βείο διη­γή­μα­τος του η­λεκ­τρο­νι­κού πε­ριο­δι­κού «Ανα­γνώ­στης».

Βρα­βεία 

Να θυ­μί­σου­με ό­τι τα νεό­τευ­κτα Βρα­βεία του «Ανα­γνώ­στη» δεν α­πο­τε­λούν συ­νέ­χεια του Βρα­βείου Ανα­γνω­στών, ό­πως θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να υ­πο­θέ­σει, πα­ρα­συ­ρό­με­νος α­πό τον τίτ­λο τους, αλ­λά των Βρα­βείων του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», που α­νέ­κο­ψε την κυ­κλο­φο­ρία του τον Ιού­νιο του 2012, με­τά την α­πο­νο­μή των Βρα­βείων για τις εκ­δό­σεις του 2011. Μια πρω­το­τυ­πία αυ­τών των πρώ­των βρα­βεύ­σεων του η­λεκ­τρο­νι­κού πε­ριο­δι­κού στά­θη­κε ο πα­ρα­με­ρι­σμός των εκ­δο­τι­κών οί­κων, που έ­χουν τις με­γά­λες με­ρί­δες της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Τα πέ­ντε βρα­βεία που α­πο­νε­μή­θη­καν μοι­ρά­στη­καν σε τρεις εκ­δό­τες, με μι­κρό α­ριθ­μό ε­τη­σίως βι­βλίων ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας: α­πό δυο οι εκ­δό­σεις Πό­λις και Νε­φέ­λη, έ­να οι εκ­δό­σεις Κί­χλη. 
Μια δεύ­τε­ρη πρω­το­τυ­πία ή­ταν η ε­πι­λο­γή ε­νός νεό­τε­ρου για το Βρα­βείο διη­γή­μα­τος. Το 2012, ο Πα­λα­βός ή­ταν 32 ε­τών και εί­ναι ο νεό­τε­ρος που τι­μά­ται με αυ­τό το βρα­βείο, το ο­ποίο, ως συ­νέ­χεια του α­ντί­στοι­χου βρα­βείου του «Δια­βά­ζω», θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ι­στο­ρι­κό. Από το 1995, που ξε­κί­νη­σαν τα βρα­βεία του «Δια­βά­ζω», το Βρα­βείο διη­γή­μα­τος, α­κο­λου­θώ­ντας την πρα­κτι­κή του α­ντί­στοι­χου Κρα­τι­κού Βρα­βείου, α­πο­νε­μό­ταν σε συγ­γρα­φείς με πο­λυε­τή πο­ρεία στο χώ­ρο του διη­γή­μα­τος. Το πρώ­το, του 1995, δό­θη­κε στον Η.Χ.Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λο, που τι­μή­θη­κε για δεύ­τε­ρη φο­ρά το  2010. Δυο φο­ρές α­πο­νε­μή­θη­κε το βρα­βείο και στον Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου. Την πρώ­τη φο­ρά, το 1998, ε­κεί­νος ή­ταν 43 ε­τών, πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος το 1987. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, το 2007, δό­θη­κε στην 36χρο­νη τό­τε Λέ­να Κι­τσο­πού­λου.
Γε­νι­κό­τε­ρα, τα βρα­βεία πε­ζο­γρα­φίας του «Δια­βά­ζω» α­πο­νέ­μο­νταν σε συγ­γρα­φείς  με­γα­λύ­τε­ρης η­λι­κίας, α­κό­μη και το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. Πα­ρά­δειγ­μα, η φε­τι­νή βρα­βευ­μέ­νη με το Βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του «Ανα­γνώ­στη» Νί­κη Ανα­στα­σέα, που, το 1998, πα­τη­μέ­να τα πε­νή­ντα, εί­χε πά­ρει το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. Ήταν η τρί­τη χρο­νιά του εν λό­γω Βρα­βείου, την πρώ­τη δεν εί­χε α­πο­νε­μη­θεί και τη δεύ­τε­ρη εί­χε τι­μη­θεί ο ο­μή­λι­κός της Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης. Και έ­τσι συ­νέ­χι­σαν. Αυ­τά για το ι­στο­ρι­κό του θε­σμού. Για­τί, κα­τά τα άλ­λα, τό­σο το ε­κτό­πι­σμα του εκ­δό­τη ό­σο και η η­λι­κία του συγ­γρα­φέα συ­νι­στούν ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια.           
Όσο α­φο­ρά τα ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια, να ση­μειώ­σου­με ό­τι τα και­νού­ρια Βρα­βεία του «Ανα­γνώ­στη» κοι­νο­ποίη­σαν βρα­χείς κα­τα­λό­γους α­πό τους ο­ποίους έ­γι­νε η τε­λι­κή ε­πι­λο­γή. Αυ­τή η τα­κτι­κή των δυο γύ­ρων κα­τά το αγ­γλο­α­με­ρι­κα­νι­κό πρό­τυ­πο, που υιο­θε­τή­θη­κε τα τε­λευ­ταία χρό­νια α­πό τις γη­γε­νείς βρα­βεύ­σεις, έ­χει θε­σπι­στεί με το σκε­πτι­κό να προω­θού­νται πε­ρισ­σό­τε­ρα βι­βλία. Οπό­τε, ό­πως εί­ναι γνω­στό, πα­ρεμ­βαί­νουν αλ­λό­τριοι πα­ρά­γο­ντες σχε­τι­κοί με την α­γο­ρα­στι­κή εμ­βέ­λεια ε­νός βι­βλίου. Η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή των Βρα­βείων του «Ανα­γνώ­στη» πρω­το­τύ­πη­σε και στην κα­τάρ­τι­ση του βρα­χέ­ος κα­τα­λό­γου του Βρα­βείου διη­γή­μα­τος. Στη δε­κά­δα α­πό την ο­ποία ε­πε­λέ­γη ο Πα­λα­βός, υ­πήρ­χαν και δυο νεό­τε­ροί του (Δ. Πα­πα­μάρ­κος, Β. Πέ­τσα), ε­νώ, στους δέ­κα υ­πο­ψη­φίους, οι μι­σοί θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λούν προ­τά­σεις για το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, αν δεν εί­χαν ή­δη εκ­δώ­σει μια πρώ­τη συλ­λο­γή. Αντι­θέ­τως, φαί­νε­ται σαν να έ­χουν ε­ξαι­ρε­θεί οι συγ­γρα­φείς μέ­σης και με­γα­λύ­τε­ρης η­λι­κίας. Αν, ό­μως, οι βρα­χείς κα­τά­λο­γοι δεν έ­χουν μό­νο α­γο­ρα­στι­κή σκο­πι­μό­τη­τα αλ­λά ε­πι­ζη­τούν να δώ­σουν και ει­κό­να της λο­γο­τε­χνι­κής σκη­νής, τό­τε αυ­τή κα­τα­λή­γει ελ­λι­πής ό­ταν α­που­σιά­ζουν οι συλ­λο­γές διη­γη­μά­των των Δ. Νόλ­λα, Γ. Για­τρο­μα­νω­λά­κη, Δ. Πε­τσε­τί­δη, Σ. Δη­μη­τρίου.

Τό­πο στα νιά­τα

Στην προώ­θη­ση των νέων, γε­νι­κό­τε­ρα, σε ό­λα τα Βρα­βεία, φαί­νε­ται ό­τι λει­τούρ­γη­σε κα­θο­ρι­στι­κά η πο­λι­τι­κή που θέ­λη­σε να ε­φαρ­μό­σει ο προ­η­γού­με­νος Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού, Παύ­λος Γε­ρου­λά­νος, και η ο­ποία θα μπο­ρού­σε να συ­νο­ψι­σθεί με το σύν­θη­μα, ‘‘Τό­πο στα νιά­τα’’. Σε α­ντα­πό­κρι­ση, μά­λι­στα, προς το κέ­λευ­σμα του Υπουρ­γού, το 2011, το Ε.ΚΕ.ΒΙ. διορ­γά­νω­σε το 1ο Φε­στι­βάλ Νέων Λο­γο­τε­χνών, με τίτ­λο, «Κό­μι­κς και Λο­γο­τε­χνία». Πρώ­το και μάλ­λον μο­να­δι­κό, α­φού οι δυο ορ­γα­νω­τι­κές Αρχές υ­πο­λει­τουρ­γούν. Ο Πα­λα­βός, πά­ντως, συμ­με­τεί­χε στο Φε­στι­βάλ με την α­νά­γνω­ση ε­νός διη­γή­μα­τος της κα­τό­πιν βρα­βευ­μέ­νης συλ­λο­γής του. Κα­θώς, μά­λι­στα, το 2011 εί­χε γρά­ψει το σε­νά­ριο για το πρώ­το του κό­μι­κς, συμ­με­τεί­χε και στη στρογ­γυ­λή τρά­πε­ζα πε­ρί κό­μι­κς. Με άλ­λα λό­για, πα­τού­σε και στις δυο βάρ­κες. Η πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νη φαί­νε­ται να προ­βάλ­λει ως ί­διον των νεό­τε­ρων. Ο Πα­λα­βός, ταυ­τό­χρο­να, με την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, έ­γρα­ψε το σε­νά­ριο μι­κρού μή­κους ται­νίας, που συμ­με­τεί­χε στο Φε­στι­βάλ των Καν­νών, το 2008, ό­ταν η συλ­λο­γή του προ­κρι­νό­ταν στον βρα­χύ κα­τά­λο­γο της γη­γε­νούς βρά­βευ­σης.
Η πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νη συ­νή­θως συν­δυά­ζε­ται με με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κη ε­ξω­στρέ­φεια. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Πα­λα­βός ε­πέ­λε­ξε αρ­χι­κά ως σκη­νι­κό των ι­στο­ριών του την α­με­ρι­κα­νι­κή ε­παρ­χία και με­τά την ελ­λη­νι­κή, που ε­ναλ­λάσ­σει με το α­στι­κό το­πίο. Με την ί­δια ά­νε­ση, α­να­μι­γνύει α­να­γνω­στι­κές ε­μπει­ρίες ξέ­νης και ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας με βιω­μα­τι­κές. Αυ­τή η πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα ως προς την έ­μπνευ­ση α­φή­νει ευ­διά­κρι­τα ί­χνη στις ι­στο­ρίες του.  Πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζει και τα πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία του βι­βλίου του, που εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­να α­πό την ξέ­νη λο­γο­τε­χνία, την κυ­πρια­κή και τη γε­νέ­τει­ρά του, το Βελ­βε­ντό Κο­ζά­νης. Ως τίτ­λο ε­πι­λέ­γει έ­να ε­πίρ­ρη­μα α­ντί του συ­νη­θέ­στε­ρου που εί­ναι το ου­σια­στι­κό, με ή και χω­ρίς προσ­διο­ρι­στι­κό ε­πί­θε­το. Η δια­φο­ρά θα γί­νει εμ­φα­νέ­στε­ρη κα­τά τη με­τά­φρα­ση του βι­βλίου, λ.χ. στην αγ­γλι­κή, ο­πό­τε ο τίτ­λος θα πρέ­πει να α­πο­δο­θεί ως funny και ό­χι ως the joke. Στο ο­μό­τιτ­λο της συλ­λο­γής διή­γη­μα, ω­στό­σο, θα ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο  το ου­σια­στι­κό, α­φού τί­πο­τα το α­στείο δεν συμ­βαί­νει στη ζωή του ή­ρωα, ε­νώ του α­ρέ­σει να κά­νει α­στεία. Μό­νο που το γνω­στό μυ­θι­στό­ρη­μα του Μί­λαν Κού­ντε­ρα δεν ά­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια ε­πι­λο­γής. Εκτός του τίτ­λου, εκ­πλήσ­σει και το μό­το του βι­βλίου, που εί­ναι έ­να δί­στι­χο του κύ­πριου ποιη­τή Κώ­στα Μό­ντη, με τίτ­λο «Ζωή»: “Κα­θί­στε ή­ρε­μα στο τρα­πε­ζά­κι της / και πα­ραγ­γεί­λε­τε έ­να βα­ρύ­γλυ­κο”. Υπάρ­χει και έ­να άλ­λο δί­στι­χο του Μό­ντη, με τον ί­διο τίτ­λο, που θα ταί­ρια­ζε στους κα­κο­πα­θη­μέ­νους ή­ρωες  του Πα­λα­βού: “Δεν τη νοιά­ζει αν μας δυ­σα­ρε­στεί /Ξέ­ρει πως δεν θα ξα­να­συ­να­ντη­θού­με”. Τέ­λος, ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τόρ­θω­σε να έρ­θει στην ε­πι­και­ρό­τη­τα και με την ε­πι­λο­γή της ει­κό­νας του ε­ξω­φύλ­λου. Εί­ναι έρ­γο του συ­ντο­πί­τη του Τά­κη Γιαν­νού­σα, με τίτ­λο, «Ο Γερ­μα­νός», που ε­κτέ­θη­κε ε­φέ­τος στην πα­ρι­σι­νή έκ­θε­ση ελ­λη­νι­κής τέ­χνης, «Hell as Pavillon». Χά­ρις στο ε­ξώ­φυλ­λο του βι­βλίου, βρέ­θη­κε ο ά­γνω­στος λαϊκός ζω­γρά­φος δί­πλα σε Εγγο­νό­που­λο, Εμπει­ρί­κο, Πε­ντζί­κη, Ακρι­θά­κη.         
Οι τίτ­λοι των 17 διη­γη­μά­των της συλ­λο­γής δεν εί­ναι πρω­τό­τυ­ποι. Με μια ή δυο λέ­ξεις, σε δυο πε­ρι­πτώ­σεις πε­ρι­φρα­στι­κά, ση­μα­το­δο­τούν το κο­ρυ­φαίο γε­γο­νός ή πρό­σω­πο της ι­στο­ρίας. Απου­σιά­ζουν οι α­φιε­ρώ­σεις, ε­νώ υ­πάρ­χουν μό­νο τρία μό­το α­πό Πα­πα­δια­μά­ντη, Βι­κέ­λα και Φραν­σουά Βι­γιόν, που πρω­τα­γω­νι­στεί σε μια ι­στο­ρία, τη μο­να­δι­κή που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται ε­κτός Ελλά­δος και σε πα­λαιό­τε­ρο αιώ­να και η ο­ποία α­να­συν­θέ­τει το βίο του ποιη­τή με­τά το 1453, που τα ί­χνη του χά­νο­νται. Πέ­ραν του μό­το, α­ντί του Βι­γιόν θα μπο­ρού­σε να εί­ναι και ο τυ­χών άλ­λος σύγ­χρο­νός του. Επτά διη­γή­μα­τα έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί σε πε­ριο­δι­κά. Εδώ, το και­νο­φα­νές εί­ναι η ει­δο­λο­γι­κή ποι­κι­λία των ε­ντύ­πων. Τέσ­σε­ρα δη­μο­σιεύ­τη­καν το 2008, τα δυο σε δυο και­νού­ρια πε­ριο­δι­κά ποι­κί­λης ύ­λης, έ­να η­λεκ­τρο­νι­κό και έ­να έ­ντυ­πο, με κό­μι­κς και ι­στο­ρίες, το διή­γη­μα που βρα­βεύ­τη­κε α­πό το free press πε­ριο­δι­κό της Άρτας φι­λο­ξε­νή­θη­κε σε αυ­τό και ε­κεί­νο που δια­βά­στη­κε στο Φε­στι­βάλ εί­χε προ­η­γου­μέ­νως δη­μο­σιευ­τεί στο «Δέ­ντρο». Τα άλ­λα τρία δη­μο­σιεύ­τη­καν το 2011, σε α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά.
Ο συγ­γρα­φέ­ας μοι­ρά­ζει τις ι­στο­ρίες του στο χω­ριό και την πό­λη, που δεν κα­το­νο­μά­ζο­νται. Σε μια μό­νο, ο­νο­μα­τί­ζε­ται ο γε­νέ­θλιος τό­πος, ε­νώ, σε δυο ι­στο­ρίες της πό­λης, προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι πρό­κει­ται για τη Θεσ­σα­λο­νί­κη και την Αθή­να. Σε α­ντί­θε­ση, πά­ντως, με η­λι­κια­κά με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φείς, α­που­σιά­ζει το αί­σθη­μα της νο­σταλ­γίας. Επί­σης, η γλώσ­σα δεν δια­φο­ρο­ποιεί­ται, ού­τε οι νοο­τρο­πίες πα­ραλ­λάσ­σουν. Βα­σι­κή μέ­ρι­μνα του Πα­λα­βού και, ως έ­να βαθ­μό, ο­λό­κλη­ρης της νεό­τε­ρης ο­μά­δας συγ­γρα­φέων εί­ναι να προ­κα­λέ­σουν με το μύ­θο το ξάφ­νια­σμα του α­να­γνώ­στη, συ­χνά συν­δυά­ζο­ντας την έκ­πλη­ξη με την πρό­κλη­ση. Όλες οι ι­στο­ρίες της συλ­λο­γής θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν ευ­ρη­μα­τι­κές, αν και ως προς την εκ­με­τάλ­λευ­ση του ευ­ρή­μα­τος δεί­χνουν ά­νι­σες. Το εύ­ρη­μα λει­τουρ­γεί μεν ως κι­νη­τή­ριος μο­χλός, αλ­λά η πε­ραι­τέ­ρω α­νά­πτυ­ξη με­ρι­κές φο­ρές δεν έ­χει την ί­δια πνοή πρω­το­τυ­πίας. 
Ύστε­ρα, έ­να θε­μα­τι­κό εύ­ρη­μα, ι­δίως ό­ταν ε­στιά­ζει σε μια ε­ξαι­ρε­τι­κή κα­τά­στα­ση, α­το­νεί με την ε­πα­νά­λη­ψή του σε δια­φο­ρε­τι­κές ι­στο­ρίες. Πα­ρά­δειγ­μα, το ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρο α­πό τα ευ­ρή­μα­τα, που ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται πα­ραλ­λασ­σό­με­νο σε τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες. Ο Πα­λα­βός κά­νει έ­να ά­νοιγ­μα προς το χώ­ρο του φα­ντα­στι­κού. Ή, κα­τά μια δια­φο­ρε­τι­κή α­νά­γνω­ση, διευ­ρύ­νει το ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο των ι­στο­ριών του με τις πα­ραι­σθή­σεις ε­νός λι­πό­θυ­μου με­τά α­πό χτύ­πη­μα ή κά­ποιου βα­ριά τραυ­μα­τι­σμέ­νου. Η πιο ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη εί­ναι η α­δη­μο­σίευ­τη ο­μό­τιτ­λη ι­στο­ρία, που δια­θέ­τει ό­χι μό­νο εύ­ρη­μα αλ­λά και τη συ­νε­κτι­κή δο­μή πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας μια τρια­δι­κή ε­ρω­τι­κή σχέ­ση. Στην δεύ­τε­ρη και πα­λαιό­τε­ρη ι­στο­ρία, δη­μο­σιευ­μέ­νη το 2008, ο εγ­γο­νός συ­νο­μι­λεί με τη για­γιά του. Μα­ζί γλί­στρη­σαν στο μπά­νιο,  για ε­κεί­νη το χτύ­πη­μα στά­θη­κε μοι­ραίο, ε­νώ ε­κεί­νος μό­νο λι­πο­θύ­μη­σε και φα­ντα­σιώ­νε­ται τη συ­νο­μι­λία τους. Μια πα­ρό­μοια συ­νο­μι­λία ζώ­ντος και α­πο­θα­νό­ντος στή­νει ο συγ­γρα­φέ­ας και στο κό­μι­κς. Νε­α­ρή κο­πέ­λα η για­γιά, πρώι­μη φε­μι­νί­στρια, κα­πνί­ζο­ντας, εκ­μυ­στη­ρεύε­ται πως, στην Κα­το­χή, ό­ντας πα­ντρε­μέ­νη, πή­γε μ’ έ­ναν Ιτα­λό, ‘‘Ανθυ­πο­λο­χα­γό του Πυ­ρο­βο­λι­κού’’. Και ό­χι μό­νο πή­γε, αλ­λά ή­ταν ‘‘η κα­λύ­τε­ρη στιγ­μή της ζωής της’’. Το γε­γο­νός ό­τι βρή­κε Ιτα­λό στο Βελ­βε­ντό, και ό­χι κα­νέ­να Γερ­μα­νό ή Βούλ­γα­ρο, μπο­ρεί να δεί­χνει α­νι­στό­ρη­το τον εγ­γο­νό, έ­τσι, ό­μως, το εύ­ρη­μα γί­νε­ται προ­κλη­τι­κό­τε­ρο. 

Μπου ντου­νιά...

Στην ε­πό­με­νη ι­στο­ρία με το ί­διο εύ­ρη­μα κι αυ­τή α­πό τη σο­δειά του 2008, ο ή­ρωας, ευ­ρι­σκό­με­νος στην ε­ντα­τι­κή με­τά α­πό αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα, φα­ντα­σιώ­νε­ται ό­τι στην άλ­λη ζωή έ­χει με­τα­μορ­φω­θεί σε συρ­ρα­πτι­κό. Οι πε­ρι­πέ­τειες του συρ­ρα­πτι­κού δεί­χνουν σαν τυ­χαίες ε­πι­νοή­σεις, ό­χι πά­ντο­τε εύ­στο­χες και χω­ρίς συ­νάρ­τη­ση με τη συ­γκε­κρι­μέ­νη με­τα­μόρ­φω­ση. Η χα­λα­ρή πλο­κή θα ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο σε κό­μικς. Στην τέ­ταρ­τη ι­στο­ρία πα­ρα­κο­λου­θού­με τις πα­ραι­σθή­σεις ε­νός πι­τσι­ρι­κά που πέ­φτει α­πό το πο­δή­λα­το και χτυ­πά­ει. Το παι­δί συ­νο­μι­λεί μ’ έ­ναν ‘‘γου­λια­νό ε­νά­μι­σι μέ­τρο μή­κος’’ που βγή­κε α­πό την πα­ρα­κεί­με­νη τε­χνη­τή λί­μνη Πο­λυ­φύ­του του Αλιάκ­μο­να και α­πο­φθέγ­γε­ται: ‘‘Μπου ντου­νιά τσαρκ φι­λέ­κ’’. Εί­ναι φρά­ση α­πό το πα­πα­δια­μα­ντι­κό διή­γη­μα «Ο ξε­πε­σμέ­νος δερ­βί­σης». Την α­πά­ντη­ση του σα­λε­πτσή στο εν λό­γω διή­γη­μα, ‘‘Ασκ ολ­σουν τσι­βι­ρι­νέ­κ’’, ο Πα­λα­βός την το­πο­θε­τεί ως μό­το στην ι­στο­ρία του. Εκ των ων ουκ ά­νευ, η α­να­φο­ρά στον Πα­πα­δια­μά­ντη, α­φού το διή­γη­μα δη­μο­σιεύ­τη­κε το ε­πε­τεια­κό 2011. Εκεί­νο, που θα μπο­ρού­σε να α­πο­φύ­γει ο συγ­γρα­φέ­ας, εί­ναι ‘‘τον γου­λια­νό κο­ντά στην α­κτή’’, έ­να α­πό τα ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρα διη­γή­μα­τα του Γιώρ­γου Σκα­μπα­μπαρ­δώ­νη. Μπρο­στά του ω­χριά η ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­νη α­φή­γη­ση του τραυ­μα­τι­σμέ­νου πι­τσι­ρι­κά.
Γε­νι­κό­τε­ρα, τα δά­νεια α­πό την εγ­χώ­ρια πε­ζο­γρα­φία και μά­λι­στα, την πρό­σφα­τη, ό­σο δε­λε­α­στι­κά κι αν εμ­φα­νί­ζο­νται, δεί­χνουν α­πευ­κταία, κα­θώς ε­πι­φέ­ρουν συ­γκρί­σεις. Για πα­ρά­δειγ­μα, το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα με ε­πιρ­ρη­μα­τι­κό τίτ­λο, το «Όπι­σθεν», πε­ρι­γρά­φει την πα­λιν­δρό­μη­ση ε­νός 33χρο­νου, πα­ντρε­μέ­νου με μω­ρό, σε μι­κρό­τε­ρες η­λι­κίες, την ε­φη­βι­κή, την παι­δι­κή, μέ­χρι ο­λι­κής ε­ξα­φά­νι­σης, που α­πο­δί­δε­ται α­φη­γη­μα­τι­κά με έ­να κο­μι­κί­στι­κο ‘‘πα­φ’’. Ηθε­λη­μέ­νη η α­πό­συρ­ση, κα­θώς λέει ό­τι αι­σθά­νε­ται ‘‘το μέλ­λον κλει­στό’’, μό­νο που η α­φή­γη­ση δεν κα­τορ­θώ­νει να δεί­ξει αυ­τό το α­διέ­ξο­δο. Το εύ­ρη­μα πα­ρα­πέ­μπει στο διή­γη­μα «Ο Δη­μη­τρά­κης» του Σπύ­ρου Γιαν­να­ρά α­πό τη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του «Ζωή χα­ρι­σά­με­νη», ό­που, ό­μως, η ψυ­χο­γρά­φη­ση του ή­ρωα και η σχέ­ση με τη μη­τέ­ρα του προ­ε­τοι­μά­ζουν για τη συμ­βο­λι­κή κα­τά­λη­ξη. Αλλά η ψυ­χο­γρά­φη­ση δεν εί­ναι α­πό τα δυ­να­τά ση­μεία του Πα­λα­βού. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα, έ­να άλ­λο διή­γη­μα, το «Λέ­να», ό­που έ­να ε­ρω­τευ­μέ­νο ζεύ­γος πα­ρά λί­γο να χω­ρί­σει, ό­ταν α­πο­κα­λύ­πτε­ται πως ο σύ­ζυ­γος α­πό ε­φη­βι­κής η­λι­κίας εύ­ρι­σκε τη με­γί­στη σε­ξουα­λι­κή ι­κα­νο­ποίη­ση αυ­να­νι­ζό­με­νος με τη φω­το­γρα­φία ε­νός φω­το­μο­ντέ­λου. Ού­τε στα λε­γό­με­να ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα οι σε­ξουα­λι­κές σχέ­σεις και οι τυ­χόν α­πο­κλί­σεις τους δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται τό­σο α­πλου­στευ­μέ­νες. Πε­ρισ­σό­τε­ρο πει­στι­κές εί­ναι οι ε­ρω­τι­κές κα­τα­στά­σεις ε­ξάρ­τη­σης και πε­ρι­στα­σια­κού σεξ που πε­ρι­γρά­φο­νται στο διή­γη­μα «Μια α­νά­σα».
Εκτός α­πό τα δά­νεια και τις κρυ­πτο­μνη­σίες, υ­πάρ­χουν και οι ‘‘συ­νο­μι­λίες’’, α­φού οι δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές πα­ρα­μέ­νουν συ­γκε­χυ­μέ­νες. Και πά­λι δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, σε διη­γή­μα­τα πολ­λών συγ­γρα­φέων, ι­δίως πα­λαιό­τε­ρων, στις α­γρο­τι­κές δου­λειές, μια οι­κο­γέ­νεια ή μό­νο η μη­τέ­ρα έ­παιρ­ναν μα­ζί τους το μω­ρό και το ά­φη­ναν πα­ρα­δί­πλα μέ­σα σε αυ­το­σχέ­δια κού­νια. Ο δρα­μα­τι­κός θά­να­τος του βρέ­φους α­πό πει­να­σμέ­να σκυ­λιά στο διή­γη­μα, «Φώ­τα», του Πα­λα­βού θυ­μί­ζει το διή­γη­μα του Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη «Η Μα­τσάγ­γος». Σε ε­κεί­νο πρό­κει­ται για κο­πά­δι κα­ρα­κά­ξες, τη δια­φο­ρά ό­μως την κά­νει ο α­φη­γη­μα­τι­κός τρό­πος. Οι νεό­τε­ροι σαν να α­δυ­να­τούν με τα λε­ξι­λο­γι­κά και συ­ντα­κτι­κά μέ­σα που δια­θέ­τουν να δη­μιουρ­γή­σουν α­τμό­σφαι­ρα. Χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι δεν τους α­πα­σχο­λεί η μορ­φή. Προ­φα­νώς ό­χι ό­σο η υ­πό­θε­ση και κυ­ρίως ό­χι ως συ­νάρ­τη­ση με το θέ­μα. Πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν ά­σκη­ση. Στη συλ­λο­γή του Πα­λα­βού, σε έ­να διή­γη­μα, το «Τι­μής έ­νε­κεν», ε­πι­λέ­γε­ται η μορ­φή προ­φο­ρι­κού μο­νο­λό­γου προς βου­βό α­πο­δέ­κτη, με ση­μείο στί­ξεως μό­νο το κόμ­μα.
Ένα πα­ρα­λή­σιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των νεό­τε­ρων α­φη­γή­σεων εί­ναι η α­πο­γύ­μνω­ση της α­φή­γη­σης α­πό το με­τα­φυ­σι­κό στοι­χείο, α­κό­μη κι ό­ταν αυ­τό εί­ναι α­να­γκαίο για να χω­νευ­τεί το φα­ντα­στι­κό στο ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο, ό­πως στο διή­γη­μα «Στο δά­σος». Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Μπουλ­γκά­κοφ «Η καρ­διά ε­νός σκύ­λου», ό­πως και στο διή­γη­μα του Γιαν­να­ρά «Ο Φα­τσέ­ας», ο σκύ­λος με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε άν­θρω­πο, στου Πα­λα­βού, α­ντι­στρό­φως, ο άν­θρω­πος με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε σκύ­λο, χω­ρίς αλ­λη­γο­ρι­κή ή με­τα­φυ­σι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή προ­ε­τοι­μα­σία. Η ί­δια α­δυ­να­μία εμ­φα­νί­ζε­ται και στις α­φη­γή­σεις ο­νεί­ρων, ό­πως ε­κεί­νη που ο Πα­λα­βός α­πο­πει­ρά­ται στο «Ο Σα­ρά­ντος Ζουρ­γός δεν μπο­ρεί να το ε­ξη­γή­σει». Αντί μιας ελ­λει­πτι­κής και α­πο­σπα­σμα­τι­κής α­φή­γη­σης, ε­πι­στρα­τεύει α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους πα­ρα­μυ­θι­κούς ή και του κό­μι­κς. Ενώ ε­πι­φυ­λάσ­σει για την κα­τα­λη­κτι­κή έ­ξο­δο α­πό το ό­νει­ρο μια σκη­νή συ­γκι­νη­σια­κά φορ­τι­σμέ­νη. Πα­ρό­μοιες σκη­νές υ­πάρ­χουν και σε άλ­λα βιω­μα­τι­κά και κοι­νω­νι­κής κρι­τι­κής διη­γή­μα­τα, ό­πως το «Ο Γιώρ­γος βγαί­νει στη σύ­ντα­ξη», «Νί­κος Τσού­μπας», «Φα­γη­τό».
Το συ­γκι­νη­τι­κό­τε­ρο διή­γη­μα για τη φι­λό­ζωη ε­πο­χή μας εί­ναι το «Μα­ρία», με το ο­ποίο κλεί­νει η συλ­λο­γή. Σε αυ­τό πρω­τα­γω­νι­στεί έ­να γου­ρου­νά­κι, με μά­τια ε­μπνευ­σμέ­να α­πό «Το κα­πλά­νι της βι­τρί­νας» της Άλκης Ζέη, ‘‘το έ­να μαύ­ρο το άλ­λο γα­λά­ζιο’’, το ο­ποίο ε­ξαν­θρω­πί­ζε­ται, κα­θώς πε­ρι­μέ­νει τη σφα­γή του δέ­σμιο σε υ­περ­σύγ­χρο­νο χοι­ρο­τρο­φείο, ό­που η θα­νά­τω­ση γί­νε­ται με η­λεκ­τρι­κό ρεύ­μα και ό­χι με μά­χαι­ρα. Κά­τι σαν η­λεκ­τρι­κή κα­ρέ­κλα α­ντί της καρ­μα­νιό­λας, αλ­λά ό­χι για αν­θρω­πι­στι­κούς λό­γους, α­φού πρό­κει­ται για ζώο και δη, χοί­ρο, αλ­λά για την υ­γιει­νή δια­τρο­φή ό­σων δεν μπο­ρούν να στε­ρη­θούν το γου­ρου­νό­που­λο. Σε α­ντί­στι­ξη, το βι­βλίο α­νοί­γει με έ­να α­πό τα ευ­ρη­μα­τι­κό­τε­ρα ‘‘48 Ελλη­νι­κά Μπον­ζάϊ’’, που δη­μο­σιεύ­τη­καν στο α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Πλα­νό­διον». Και μά­λι­στα, στο­χα­στι­κής διά­θε­σης, κα­θώς υ­πο­τον­θο­ρύ­ζει το Μα­ταιό­της Μα­ταιο­τή­των. Κα­τά τα άλ­λα, βρί­σκου­με και στις ι­στο­ρίες του Πα­λα­βού την προ­φο­ρι­κό­τη­τα και τον μι­κρο­πε­ρίο­δο λό­γο, που α­πο­τε­λεί τον κυ­ρίως τρό­πο έκ­φρα­σης αυ­τής της ο­μά­δας συγ­γρα­φέων. Και η δι­κή του α­φή­γη­ση πα­ρου­σιά­ζει α­δυ­να­μία στην ει­κο­νο­πλα­σία και έ­φε­ση στις πα­ρο­μοιώ­σεις, που δεί­χνουν συ­νή­θως το χιού­μορ του συγ­γρα­φέα. Του Πα­λα­βού έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πα­ρα­πέ­μπει στα κό­μι­κς. Επει­δή δεν έ­χου­με σε αυ­τά και με­γά­λη α­να­γνω­στι­κή ε­μπει­ρία, εν­δει­κτι­κά α­ντι­γρά­φου­με δυο: ‘‘Το μω­ρό ή­ταν ή­συ­χο σαν αρ­νά­κι στο φούρ­νο’’. ‘‘Ο Σάβ­βας ά­φη­σε τη γυ­ναί­κα και γυ­μνός, μ’ έ­ναν πού­τσο σα μαρ­κα­δό­ρο με κόκ­κι­νο κα­πά­κι, έ­πια­σε να κυ­νη­γά­ει το σκυ­λί’’.


Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/9/2013.