Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Ένα όνομα, ένας στίχος, μία συγγραφέας - Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου

Ολι­γά­ριθ­μες εί­ναι οι “γρά­φου­σες” Ελλη­νί­δες, που συ­γκρα­τούν οι Ιστο­ρίες της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας. Ανά­με­σα σε αυ­τές, με­τριού­νται στα δά­χτυ­λα ό­σες ε­πέ­λε­ξαν να εμ­φα­νι­στούν στα γράμ­μα­τα με δι­πλό ε­πί­θε­το. Οι πα­λαιό­τε­ρες εί­ναι ι­σά­ριθ­μες με τους α­ντί­στοι­χους άρ­ρε­νες “γρά­φο­ντες”, που φέ­ρουν δι­πλά ε­πί­θε­τα. Εκεί­νοι τι­μού­σαν τους δυο πα­τρο­γο­νι­κούς τους κλά­δους, ε­κεί­νες, τον πα­τρι­κό και τον γα­μή­λιο. Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, στους 183 πε­ζο­γρά­φους, α­πό ι­δρύ­σεως του ελ­λη­νι­κού κρά­τους μέ­χρι την α­πρι­λια­νή δι­κτα­το­ρία, α­πα­ντώ­νται 25 “γρά­φου­σες”, ό­που μό­νο μία δια­τη­ρεί δι­πλό ό­νο­μα έ­να­ντι τριών αν­δρών. Αντι­στοί­χως, στην ποίη­ση, στους 169, α­πό την ε­πο­χή του Πα­λα­μά μέ­χρι και την πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά, συ­γκρα­τού­νται μό­λις 15, πέ­ντε εξ αυ­τών με δι­πλό ό­νο­μα έ­να­ντι ε­νός αν­δρός.
Κα­τά κα­νό­να, για τις ύ­παν­δρες, το ό­νο­μα το κα­θο­ρί­ζει η σχέ­ση με­τα­ξύ του χρό­νου νύμ­φευ­σης και ε­κεί­νου της πρώ­της συγ­γρα­φι­κής εμ­φά­νι­σης. Ανά­λο­γα, ποιο α­πό τα δυο προ­κύ­πτει πρώ­το. Σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, ω­στό­σο, πα­ρεμ­βαί­νει κα­θο­ρι­στι­κά η προ­σω­πι­κό­τη­τα της “γρά­φου­σας” σε σχέ­ση με ε­κεί­νη του ε­κλε­κτού της. Λ.χ., η Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη ξε­κι­νά ως Αλε­ξίου, ε­πί­σης η Ρί­τα Μπού­μη-Πα­πά, ως Μπού­μη, με­τά το γά­μο, ό­μως, η μεν πρώ­τη δια­γρά­φει το πα­τρι­κό, ε­νώ, η δεύ­τε­ρη το δια­τη­ρεί, προ­σθέ­το­ντας το συ­ζυ­γι­κό. Ως έ­να βαθ­μό, παί­ζει ρό­λο και η ε­πο­χή. Άλλο ο γά­μος το 1911 και άλ­λο το 1936. Όπως δεί­χνει και η πε­ρί­πτω­ση της Τα­τιά­νας Γκρί­τση-Μιλ­λιέ­ξ, που πρω­το­δη­μο­σιεύει συ­ζευγ­μέ­νη, έ­χο­ντας δια­τη­ρή­σει το δι­πλό ε­πώ­νυ­μο.

Ένα ό­νο­μα

Αλλά έ­τσι κι αλ­λιώς, με μο­νό ή δι­πλό ό­νο­μα, οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό τις “γρά­φου­σες”, α­κό­μη και ε­κεί­νες, που το ό­νο­μά τους γρά­φτη­κε στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας, σπα­νίως α­να­φέ­ρο­νται. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, μία “γρά­φου­σα” με δι­πλό ό­νο­μα, α­πό τις πολ­λές που έ­μει­ναν στα ψι­λά γράμ­μα­τα της Ιστο­ρίας, κά­θε τό­σο, ό­λο και κά­ποιος την μνη­μο­νεύει. Αφορ­μή δεν στέ­κε­ται η ί­δια, ού­τε το έρ­γο της. Πρό­κει­ται για την Κλε­α­ρέ­τη Δί­πλα-Μα­λά­μου, που α­πα­ντά­ται και ως Κλε­α­ρέ­τη Μα­λά­μου-Δί­πλα, αλ­λά η πρώ­τη εκ­δο­χή εί­ναι ε­κεί­νη που προ­κα­λεί το εν­δια­φέ­ρον. Την ύ­στε­ρη φή­μη της, κυ­ρίως με­τα­πο­λε­μι­κά, την ο­φεί­λει στον Κ. Γ. Κα­ρυω­τά­κη, που με­τα­μόρ­φω­σε το ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μό της σε στί­χο. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, στον στί­χο του, το Κλε­α­ρέ­τη Δί­πλα-Μα­λά­μου, εί­ναι γραμ­μέ­νο ε­ντός ει­σα­γω­γι­κών ω­σάν τίτ­λος. Μα­ζί με τον στί­χο, που α­κο­λου­θεί, “και δί­πλα σ’ αυ­τό τ’ ό­νο­μά μου”, α­πο­τε­λεί το τρί­το α­πό τα εν­νέα δί­στι­χα, που α­παρ­τί­ζουν το ποίη­μα, «Στα­διο­δρο­μία», α­πό το τρί­το μέ­ρος, «Σά­τι­ρες», της τρί­της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του, «Ελε­γείες και σά­τι­ρες».
Το τε­λευ­ταίο αυ­τό βι­βλίο του Κα­ρυω­τά­κη κυ­κλο­φό­ρη­σε μέ­σα στο τρί­το δε­καή­με­ρο Δεκ. 1927. Ωστό­σο, το συ­γκε­κρι­μέ­νο ποίη­μα μα­ζί με το α­κρι­βώς προ­η­γού­με­νό του στην πα­ρά­τα­ξη του βι­βλίου, «Μι­κρή α­συμ­φω­νία εις α μεί­ζον», έ­τυ­χαν προ­δη­μο­σίευ­σης (σε α­ντί­στρο­φη σει­ρά) προς δια­φή­μι­ση της έκ­δο­σης, στη φι­λο­λο­γι­κή «Κυ­ρια­κή» της εφ. «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα», στις 20 Νοε. Το πρώ­το ποίη­μα, γνω­στό­τε­ρο με τον πρώ­το στί­χο του, “Α! κύ­ριε, κύ­ριε Μα­λα­κά­ση,”, συ­νο­δευό­ταν α­πό την υ­πο­ση­μείω­ση: “Οι στί­χοι αυ­τοί α­πευ­θύ­νο­νται στον κο­σμι­κό κύ­ριο, και ό­χι στον ποιη­τή Μα­λα­κά­ση, του ο­ποίου δε θα μπο­ρού­σε να πα­ρα­γνω­ρί­σει κα­νείς το ση­μα­ντι­κό έρ­γο.” Το δεύ­τε­ρο, κα­θώς ο ποιη­τής το δη­μο­σίευ­σε χω­ρίς ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κή υ­πο­ση­μείω­ση, καλ­λιέρ­γη­σε σε με­τα­γε­νέ­στε­ρους, που α­γνοού­σαν την “γρά­φου­σα”, έ­ναν γρί­φο γύ­ρω α­πό τον συ­γκε­κρι­μέ­νο στί­χο.
Τι ε­πι­ζη­τού­σε ο Κα­ρυω­τά­κης να δεί­ξει; Ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, στη σχο­λια­σμέ­νη έκ­δο­ση των Απά­ντων Κα­ρυω­τά­κη του 1992, α­φή­νει την πι­θα­νό­τη­τα ο δεύ­τε­ρος στί­χος του δί­στι­χου να ε­νέ­χει “τυ­πο­γρα­φι­κή α­βλε­ψία της ε­φη­με­ρί­δας”, προ­τεί­νο­ντας ως σω­στό­τε­ρη την πα­ραλ­λα­γή “και δί­πλα σ’ αυ­τήν τ’ ό­νο­μά μου”. Στην ε­πό­με­νη ει­κο­σα­ε­τία, ο προ­βλη­μα­τι­σμός γύ­ρω α­πό τον γρί­φο του εν λό­γω δί­στι­χου έ­μει­νε με­τέω­ρος  α­νά­με­σα στο πρω­τό­τυ­πο και την διορ­θω­τι­κή ει­κα­σία του Σαβ­βί­δη. Ο Απ. Μπε­νά­τσης, το 2004, στη με­λέ­τη του για τον Κα­ρυω­τά­κη, σχο­λιά­ζει: “Το ποιη­τι­κό υ­πο­κεί­με­νο δεν α­να­φέ­ρει το δι­κό του ό­νο­μα, ε­νώ πα­ρα­θέ­τει ο­λό­κλη­ρο το ε­πώ­νυ­μο της συ­να­δέλ­φου του. Δη­λώ­νει με τρό­πο αυ­τό ό­τι αυ­τή εί­ναι γνω­στή, ε­νώ αυ­τός πα­ρα­μέ­νει ά­γνω­στος... Δια­πι­στώ­νου­με ό­τι το «αυ­τό» α­να­φέ­ρε­ται σε μία γυ­ναί­κα... μι­λά­ει για την Κλε­α­ρέ­τη σαν να μην ή­ταν πρό­σω­πο, αλ­λά πράγ­μα”. Ο Τ. Κα­για­λής σπεύ­δει να τον διορ­θώ­σει, υ­πο­δει­κνύο­ντας πως το ό­νο­μα βρί­σκε­ται ε­ντός ει­σα­γω­γι­κών, ο­πό­τε το ου­δέ­τε­ρο γέ­νος της α­ντω­νυ­μίας εί­ναι ορ­θό. Και συ­νε­χί­ζει, ερ­μη­νεύο­ντας τις προ­θέ­σεις του ποιη­τή: “Εκεί­νο, που φα­ντά­ζε­ται με α­πο­τρο­πια­σμό δί­πλα στο ό­νο­μά του, δεν εί­ναι η συγ­γρα­φέ­ας αυ­το­προ­σώ­πως, αλ­λά το εμ­βλη­μα­τι­κό ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μό της.”
Ο Μπε­νά­τσης συ­νε­χί­ζει, ε­πι­ση­μαί­νο­ντας τη “δια­κει­με­νι­κή σχέ­ση”, που υ­πάρ­χει με­τα­ξύ δί­στι­χου και ποιή­μα­τος του Εγγο­νό­που­λου, με τίτ­λο, «Κλε­α­ρέ­τη Δί­πλα-Μα­λά­μου», α­πό τη συλ­λο­γή «Στην κοι­λά­δα με τους ρο­δώ­νες», που έ­χει ως μό­το: “... Κλε­α­ρέ­τη Δί­πλα-Μα­λά­μου, / και δί­πλα σ’ αυ­τή τ’ ό­νο­μά μου. / Κ. Κα­ρυω­τά­κης”. Ει­κά­ζει α­ντι­πα­ρά­θε­ση του νεό­τε­ρου προς τον πρε­σβύ­τε­ρο ποιη­τή: Ο Εγγο­νό­που­λος “α­πο­κα­θι­στά την Κλε­α­ρέ­τη ως πρό­σω­πο”, ε­νώ το κα­ρυω­τα­κι­κό “αυ­τό” εί­χε “υ­πο­τι­μη­τι­κή ση­μα­σία”. Ο Κα­για­λής ε­πι­μέ­νει: “Όχι μό­νο δεν α­πο­κα­θι­στά τη συγ­γρα­φέα, αλ­λά με­τα­τρέ­πει μια σκω­πτι­κή α­να­φο­ρά στο ό­νο­μά της σε ά­κομ­ψο λί­βε­λο (τον ο­ποίο χρεώ­νει στον Κα­ρυω­τά­κη, η υ­πο­γρα­φή του ο­ποίου εμ­φα­νί­ζε­ται φαρ­διά πλα­τιά κά­τω α­πό τον πα­ραλ­λαγ­μέ­νο στί­χο).”
Σχε­τι­κά με το ποίη­μα του Εγγο­νό­που­λου, υ­πάρ­χει και η πα­λαιό­τε­ρη ερ­μη­νεία του Κ. Βούλ­γα­ρη. Στο βι­βλίο του για τον Κα­ρυω­τά­κη, το 1989, σχο­λιά­ζει τη σχέ­ση των δυο ποιη­τώ­ν: “Η α­γω­νιώ­δης αι­σιο­δο­ξία του Εγγο­νό­που­λου για την α­τέρ­μο­νο ζωή του Κα­ρυω­τά­κη... τον κά­νει να του στέλ­νει καρ­τ-πο­στάλ της Πρέ­βε­ζας με το ποίη­μα «Κλε­α­ρέ­τη Δί­πλα-Μα­λά­μου»”. Αυ­τή η αλ­λη­γο­ρι­κή ερ­μη­νεία βρί­σκε­ται μάλ­λον πλη­σιέ­στε­ρα στα αι­σθή­μα­τα του Εγγο­νό­που­λου, κα­θώς συμ­φω­νεί και με την α­πό­φαν­σή του, “στο Με­σο­πό­λε­μο οι πραγ­μα­τι­κά Με­γά­λοι ή­ταν... αυ­τοί μό­νοι οι τρεις: Κα­ρυω­τά­κης, Παρ­θέ­νης και Κό­ντο­γλους”. Άλλω­στε, το μό­το, με τις πα­ραλ­λα­γές που ε­πι­φέ­ρει στο δί­στι­χο και την υ­πο­γρα­φή του Κα­ρυω­τά­κη χω­ρίς το αρ­χι­κό του πα­τρώ­νυ­μου, έ­χει ά­τυ­πο χα­ρα­κτή­ρα ε­πι­στο­λής. Ένα ποίη­μα δί­κην ε­πι­στο­λής, με την ει­κό­να της Πρέ­βε­ζας, που εί­δε αυ­τός δί­πλα σε ε­κεί­νη με τις “κάρ­γες” ή και τις “κου­ρού­νες” του Αυ­τό­χει­ρα. Ένα ποίη­μα, που το­πο­θε­τεί τον Τρι­πο­λι­τσιώ­τη α­νά­με­σα σε δυο Πρε­βε­ζά­νους, την Δί­πλα-Μα­λά­μου και τον προ­σφι­λή του ή­ρωα, Οδυσ­σέα Ανδρού­τσο, τον “Μου­τσα­νά”, γιο του προ­ε­πα­να­στα­τι­κού Ανδρέα Βρού­τση, γνω­στού και ως Μου­τσα­νά.
Να προ­σθέ­σου­με και μία πτυ­χή του ποιή­μα­τος, που πι­θα­νόν δια­φεύ­γει των ση­με­ρι­νών με­λε­τη­τών. Για τον Εγγο­νό­που­λο, το Δί­πλα-Μα­λά­μου θα πρέ­πει να ή­ταν πράγ­μα­τι εμ­βλη­μα­τι­κό, κα­θώς πά­ντρευε τον Ευ­ρυ­τά­να κλε­φταρ­μα­τω­λό Βα­σί­λη Δί­πλα, νου­νό του Κα­τσα­ντώ­νη, με την Σου­λιώ­τι­κη οι­κο­γέ­νεια των Μα­λα­μαίων. Έτσι, στο ποίη­μα, υ­πάρ­χει συμ­με­τρία α­νά­με­σα σε δυο ζεύ­γη η­ρωι­κώς πε­σό­ντων προ και κα­τά τη διάρ­κεια της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης. Δεν α­πο­κλείε­ται, μά­λι­στα, ο Εγγο­νό­που­λος, με την υ­περ­ρε­α­λι­στι­κή του προ­σέγ­γι­ση, να α­κούει στις κα­ρυω­τα­κι­κές “κάρ­γιες” το στί­χο του δη­μο­τι­κού ά­σμα­τος: “πολ­λή τουρ­κιά μας πλά­κω­σε μαύ­ρη σαν κα­λια­κού­δι”.
Ο Σάβ­βας Παύ­λου, το 2011, στο βι­βλίο του, «Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά και άλ­λα», σχο­λιά­ζει με τον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τρό­πο του, με­τα­ξύ ει­ρω­νείας και ρο­μα­ντι­σμού: “Πρέ­πει να λο­γι­στού­με ό­λοι μας την πί­κρα της ευ­γε­νούς δέ­σποι­νας, ποιή­τριας και πε­ζο­γρά­φου Κλε­α­ρέ­της Δί­πλα-Μα­λά­μου, ό­ταν συ­νει­δη­το­ποίη­σε...πως δεν ή­ταν πα­ρά ο στί­χος του Κα­ρυω­τά­κη.” Κι ό­μως, ε­κεί­νη δεν θα πρέ­πει να πι­κρά­θη­κε, δε­δο­μέ­νου πως, για τους συ­γκαι­ρι­νούς της, ή­ταν μία γνω­στή συγ­γρα­φέ­ας. Το 1929, μά­λι­στα, το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της εί­ναι το πρώ­το βι­βλίο “γρά­φου­σας”, που τι­μά­ται με βρα­βείο της Ακα­δη­μίας Αθη­νών.

Ένας στί­χος

Η πρώ­τη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή της, «Στο διά­βα μου», εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει αρ­χές 1922. Η δεύ­τε­ρη του Κα­ρυω­τά­κη, «Νη­πεν­θή», Αύγ. 1921. Για το δι­κό της βι­βλίο εί­χαν δη­μο­σιευ­τεί του­λά­χι­στον τρεις κρι­τι­κές, με­τα­ξύ των ο­ποίων μία ευ­νοϊκή του Ξε­νό­που­λου, ε­νώ, για του Κα­ρυω­τά­κη έ­ξι. Αμφό­τε­ρα εί­χαν πα­ρου­σια­στεί στο πε­ριο­δι­κό «Ο Νου­μάς», αλ­λά α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς κρι­τι­κούς. Σε έ­να πε­ριο­δι­κό, ό­μως, ο κα­θ’ ύ­λην αρ­μό­διος εί­χε γρά­ψει και για τα δυο βι­βλία. Ήταν ο Μ. Εσπε­ρι­νός στο ε­τή­σιο «Δελ­τίο του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου». Πι­στεύου­με πως ο κα­ρυω­τα­κι­κός στί­χος ορ­μά­ται α­πό αυ­τές τις δυο κρι­τι­κές, που δη­μο­σιεύ­τη­καν στον 10ο τό­μο του 1922 και ο ο­ποίος κυ­κλο­φό­ρη­σε Αύγ. 1923. Αυ­τές ή­ταν και οι τε­λευ­ταίες κρί­σεις για τα ποιη­τι­κά τους βι­βλία. Δη­μο­σιεύ­τη­καν εν πα­ρα­τά­ξει μα­ζί με άλ­λες ε­πτά, συ­γκε­ντρω­μέ­νες στο τέ­λος του τό­μου, με κοι­νό τίτ­λο, «Βι­βλιο­κρι­σίες», και κοι­νή υ­πο­γρα­φή. Τέ­ταρ­τη στη σει­ρά του Κα­ρυω­τά­κη, ό­γδοη της Δί­πλα-Μα­λά­μου. Ο κρι­τι­κός εί­χε στα­θεί αυ­στη­ρός και για τις δυο, πε­ρισ­σό­τε­ρο για ε­κεί­νη του Κα­ρυω­τά­κη. Οπό­ταν θα ταί­ρια­ζε σε αμ­φό­τε­ρες ως συ­μπέ­ρα­σμα, ο πρώ­τος στί­χος α­πό το δεύ­τε­ρο δί­στι­χο του ποιή­μα­τος «Στα­διο­δρο­μία»: “«Οι στί­χοι πα­ρέ­χουν ελ­πί­δες»”. Αυ­τός ο στί­χος ζευ­γα­ρώ­νει με τον στί­χο, “θα γρά­ψουν οι ε­φη­με­ρί­δες.” και προ­η­γεί­ται του δί­στι­χου της Κλε­α­ρέ­της Δί­πλα-Μα­λά­μου.
Ει­κά­ζου­με πως ο Κα­ρυω­τά­κης, με αυ­τό το ποίη­μα, σαρ­κά­ζει την μελ­λο­ντι­κή τύ­χη της τρί­της συλ­λο­γής του, κα­θώς φα­ντα­σιώ­νε­ται πως θα εί­ναι ό­μοια με της προ­η­γού­με­νης. Εκκι­νεί α­πό τον πρώ­το στί­χο του πρώ­του ποιή­μα­τος της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής του, “Δι­κά μου οι Στί­χοι, απ’ το αί­μα μου, παι­διά.”, πα­ραλ­λάσ­σο­ντάς τον, “Τη σάρ­κα, το αί­μα θα βά­λω / σε σχή­μα βι­βλίου με­γά­λο.” Συ­νε­χί­ζει, στο ε­πό­με­νο δί­στι­χο, με την ε­τυ­μη­γο­ρία των κρι­τι­κών. Και κα­τα­λή­γει με την ει­κό­να α­πό τις σε­λί­δες του ε­ντύ­που που φι­λο­ξέ­νη­σε την τε­λευ­ταία κρι­τι­κή πα­ρου­σία­ση του βι­βλίου του, την ο­ποία δια­δέ­χθη­κε σιω­πή και, πι­θα­νώς, α­πού­λη­τα α­ντί­τυ­πα, πα­ρα­κα­τα­θή­κη στο Βι­βλιο­πω­λείο του Βα­σι­λείου, “το στέ­κι του”.  Για­τί, ό­μως, ε­πι­λέ­γει την Δί­πλα-Μα­λά­μου και ό­χι κά­ποιον άλ­λο α­πό τους κρι­νό­με­νους; Συμ­βάλ­λει, σί­γου­ρα, η ο­μοιο­κα­τα­λη­ξία, ε­πι­προ­σθέ­τως, ό­μως, εί­ναι και η πιο α­δύ­να­μη πε­ρί­πτω­ση. Όχι ό­σο α­φο­ρά το βι­βλίο της, που, το πι­θα­νό­τε­ρο, ο Κα­ρυω­τά­κης α­γνο­εί, αλ­λά ε­πει­δή εί­ναι “γρά­φου­σα” και δη πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη. 
Όσο για τον υ­παί­τιο κρι­τι­κό αυ­τής της κει­με­νι­κής ει­κό­νας, εί­ναι ψευ­δώ­νυ­μος. Άνοι­ξη 1924, ο Κα­ρυω­τά­κης γνω­ρί­στη­κε με τον Ε. Ιωάν­νου, γνω­στό ή­δη ως Τέλ­λο Άγρα. Τό­τε, ί­σως και ευ­θύς ε­ξαρ­χής, ή­ξε­ρε πως ε­κεί­νος κρύ­βε­ται πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Μ. Εσπε­ρι­νός, που ο Άγρας χρη­σι­μο­ποίη­σε μό­νο σε αυ­τήν τη δη­μο­σίευ­ση.  Πα­ρα­μέ­νει ζη­τού­με­νο το κα­τά πό­σο το γνώ­ρι­ζε η Δί­πλα-Μα­λά­μου. Ο Άγρας δη­μο­σίευ­σε κρι­τι­κές για δυο α­κό­μη βι­βλία της, αυ­τά πε­ζο­γρα­φι­κά, το 1929, υ­πο­γρά­φο­ντας με τα αρ­χι­κά του, και το 1935, ο­λο­γρά­φως. Πέ­ραν αυ­τών, συ­ντάσ­σει και το α­ντί­στοι­χο λήμ­μα της Με­γά­λης Ελλη­νι­κής Εγκυ­κλο­παι­δείας, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, γραμ­μέ­νων την πε­ρίο­δο κα­τάρ­τι­σής της (1926-1934). Το συ­γκε­κρι­μέ­νο θα πρέ­πει να γρά­φτη­κε λί­γο με­τά την βρά­βευ­σή της α­πό την Ακα­δη­μία, το 1930.
Το λήμ­μα δη­μιούρ­γη­σε έ­ναν α­κό­μη γρί­φο, αυ­τήν τη φο­ρά, γύ­ρω α­πό την η­λι­κία της. Οι σχε­τι­κές α­να­φο­ρές κυ­μαί­νο­νται μέ­σα σε μία δε­κα­τριε­τία, 1886-1898. Ο Νί­κος Σα­ρα­ντά­κος, στη δια­δι­κτυα­κή συ­νο­μι­λία του με τον Παύ­λου, εκ­φρά­ζει την α­πο­ρία του: “Όλες οι πη­γές που συμ­βου­λεύ­τη­κα, δια­δι­κτυα­κές και χάρ­τι­νες, λέ­νε πως γεν­νή­θη­κε το 1897. Σε έ­να βι­βλίο, ω­στό­σο, του 2007, έκ­δο­ση της Εται­ρείας Λευ­κα­δι­κών Με­λε­τών, δί­νε­ται το 1886.” Να ση­μειώ­σου­με πως, στην εν λό­γω έκ­δο­ση, δεν δη­μο­σιεύε­ται η­με­ρο­λό­γιό της, ό­πως α­να­φέ­ρει, αλ­λά οι ο­μι­λίες α­πό εκ­δή­λω­ση, ό­που δί­νο­νται πε­ρι­κο­πές α­πό το η­με­ρο­λό­γιο, που πα­ρα­μέ­νει α­νέκ­δο­το. Πα­ρό­τι στην προ­με­τω­πί­δα, αλ­λά και σε ό­λες τις α­να­φο­ρές του βι­βλίου, α­να­φέ­ρε­ται το 1886, στην πρό­σκλη­ση της εκ­δή­λω­σης, που α­να­πα­ρά­γε­ται στο βι­βλίο, δί­νε­ται το 1897. 

Μία συγ­γρα­φέ­ας

Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον η δια­κύ­μαν­ση του έ­τους γέν­νη­σής της, α­νά­λο­γα και με την πα­λαιό­τη­τα του ε­ντύ­που. Θα ή­ταν, πά­ντως, ά­δι­κο να το α­πο­δώ­σου­με σε δι­κή της πρό­θε­ση προς α­πό­κρυ­ψη της η­λι­κίας της, κα­θώς δη­μο­σιεύει α­πό πο­λύ νω­ρίς. Στο λήμ­μα του Άγρα, φέ­ρε­ται γεν­νη­θεί­σα το 1894. Την κα­τα­χω­ρεί ως Μα­λά­μου-Δί­πλα, με τό­πο γέν­νη­σης την Λευ­κά­δα, α­ντί της Πρέ­βε­ζας. Στα λοι­πά στοι­χεία, τα πά­ει κα­λύ­τε­ρα, αν και α­να­φέ­ρει ε­σφαλ­μέ­να το πε­ριο­δι­κό και το χρό­νο πρώ­της εμ­φά­νι­σης.  Γεν­νη­μέ­νος ο ί­διος το 1899, μάλ­λον στη­ρί­ζε­ται σε προ­γε­νέ­στε­ρες πη­γές. Το 1894, δί­νε­ται και στο σύ­ντο­μο α­νυ­πό­γρα­φο λήμ­μα της Εγκυ­κλο­παί­δειας Ελευ­θε­ρου­δά­κη. Ενώ, ο Νί­κος Σφυ­ρό­ε­ρας, στη συ­νέ­ντευ­ξη, που της παίρ­νει το 1938, δί­νει χρο­νο­λο­γία γέν­νη­σης το 1898.
Στην ε­γκυ­κλο­παί­δεια Πά­πυ­ρος-Λα­ρούς-Μπρι­τά­νι­κα, ο Δημ. Στα­μέ­λος δί­νει το 1897, που υιο­θε­τεί και ο Σαβ­βί­δης στα Άπα­ντα Κα­ρυω­τά­κη. Προ­η­γή­θη­καν η Αθη­νά Ταρ­σού­λη, στο «Ελλη­νί­δες ποιή­τριες» (1951), με χρο­νο­λο­γία το 1897, ο Γ. Κορ­δά­τος, στην «Ιστο­ρία νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας» (1962), το 1898, και ο Μιχ. Πε­ράν­θης, στην πε­ντά­το­μη «Ελλη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία» (1967), που, α­πό τυ­πο­γρα­φι­κή α­βλε­ψία, δί­νει 1897 και 1898. Δυο α­κό­μη  πα­λαιό­τε­ρες Ιστο­ρίες την α­να­φέ­ρουν, του Βου­τιε­ρί­δη, χω­ρίς βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, και του Νί­κου Παπ­πά, με χρο­νο­λο­γία το 1888. Στο έ­κτο μέ­ρος της Ιστο­ρίας του, «Η γυ­ναι­κεία λο­γο­τε­χνία στην Ελλά­δα», ό­που πα­ρα­τάσ­σει τις συγ­γρα­φείς α­νά γε­νιά, την το­πο­θε­τεί σε ε­κεί­νη του 1900-1910, μα­ζί με την Ταρ­σού­λη και την Κα­ζα­ντζά­κη. Ενώ, την Πο­λυ­δού­ρη, στην ε­πό­με­νη, του 1920.
Το 2016, με­τά τη διευ­θέ­τη­ση του έ­τους γέν­νη­σης της Δί­πλα-Μα­λά­μου, χά­ρις στα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, που συ­γκε­ντρώ­νει η Λευ­κα­δί­τισ­σα Να­τα­λία Κα­τη­φό­ρη, ξα­να­συ­να­ντιού­νται ο Κα­ρυω­τά­κης και αυ­τή. Επε­τεια­κό έ­τος για αμ­φο­τέ­ρους, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 120 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του πρώ­του και 130 α­πό ε­κεί­νης. Η ε­πέ­τειος δί­νει μια ευ­και­ρία προς ε­πα­νε­ξέ­τα­ση της ποιή­τριας ό­σο, βέ­βαια, και της πε­ζο­γρά­φου Κλε­α­ρέ­της Δί­πλα-Μα­λά­μου. Την αρ­χή έ­κα­νε η Μά­ρα Ψάλ­τη, με την ε­κτε­νή κρι­τι­κή πα­ρου­σία­ση της ποιή­τριας, ε­στιά­ζο­ντας στην ε­ρω­τι­κή πτυ­χή.  Θα ε­πα­νέλ­θου­με.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/2/2016.

Φωτογραφία:  Προτομή της συγγραφέως στο Δημοτικό Κήπο της πόλης της Λευκάδας.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Συζεύξεις, συμβιώσεις, μεταστροφές

Οι στρο­φές της εγ­χώ­ριας πε­ζο­γρα­φίας προς συ­γκε­κρι­μέ­να θέ­μα­τα δεν εί­ναι και­νούρ­γιο φαι­νό­με­νο. Εμφα­νί­ζε­ται μάλ­λον ως ε­πα­κό­λου­θο κοι­νω­νι­κών τά­σεων, κυ­ρίως, ι­δε­ο­λο­γι­κών και οι­κο­νο­μι­κών. Με το γύ­ρι­σμα του αιώ­να, ω­στό­σο, αυ­τές οι με­τα­στρο­φές εν­δια­φέ­ρο­ντος έ­γι­ναν συ­χνό­τε­ρες. Συμ­βάλ­λει, πι­θα­νώς, η αύ­ξη­ση του εκ­δο­τι­κού ρυθ­μού των συγ­γρα­φέων και ταυ­τό­χρο­να, η πλή­θυν­σή τους, με την πα­ρα­τη­ρού­με­νη συρ­ροή νέων. Εντεί­νε­ται έ­τσι η α­να­ζή­τη­ση θε­μα­το­γρα­φίας, ε­πι­και­ρι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ελ­κυ­στι­κής για έ­να ό­σο το δυ­να­τόν ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Πα­ράλ­λη­λα, ε­πε­κτεί­νε­ται η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση με­τα­ξύ συγ­γρα­φέων, που μπο­ρεί, ό­χι σπά­νια, να πά­ρει και λαν­θά­νου­σα μορ­φή δια­γκω­νι­σμού. Αυ­τό το λαν­θά­νον στοι­χείο κα­τα­γρά­φε­ται στην τρέ­χου­σα πε­ζο­γρα­φία ως μία ε­ντό­πια και συγ­χρο­νι­κή δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Κα­θώς, μά­λι­στα, τα εν λό­γω δά­νεια συ­χνά α­φο­ρούν με­ρι­κούς δια­κρι­τούς έως και ε­ντυ­πω­τι­κούς, θε­μα­τι­κούς πυ­ρή­νες, ελ­κύουν την προ­σο­χή α­κό­μη και του πε­ρι­στα­σια­κού α­να­γνώ­στη, α­νε­ξάρ­τη­τα αν πα­ρα­κά­μπτο­νται α­πό την κρι­τι­κή, μάλ­λον λό­γω δια­κρι­τι­κό­τη­τας.
  Μία πα­ρό­μοια στρο­φή, που α­πο­δεί­χτη­κε μα­κρο­χρό­νια και α­πέ­κτη­σε πο­λυά­ριθ­μους θια­σώ­τες, ή­ταν η μυ­θο­πλα­στι­κή εκ­με­τάλ­λευ­ση της δε­κα­ε­τίας του ’40, με κυ­ρίαρ­χη την πε­ρίο­δο του Εμφυ­λίου. Εί­κο­σι χρό­νια με­τά τα πρώ­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που υιο­θέ­τη­σαν τη με­τα­νεω­τε­ρι­κή –ή μή­πως με­τα-α­να­θεω­ρη­τι­κή;–ο­πτι­κή ε­πά­νω σ’ ε­κεί­νη την τραυ­μα­τι­κή σε ε­θνι­κό ε­πί­πε­δο ε­μπει­ρία, η συ­γκε­κρι­μέ­νη ε­μπό­λε­μη δε­κα­ε­τία ε­ξα­κο­λου­θεί, ί­σως πλέ­ον σε μι­κρό­τε­ρο βαθ­μό, να τρο­φο­δο­τεί την πε­ζο­γρα­φία. Αν και ε­κεί­νο, που κυ­ρίως έ­μει­νε α­πό αυ­τήν την μυ­θο­πλα­στι­κή τά­ση, εί­ναι η με­τα­νεω­τε­ρι­κή ο­πτι­κή, που ε­πε­κτά­θη­κε σε ό­λο το εύ­ρος των κο­ντά 200 ε­τών νε­ο­ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρίας, ξα­κρί­ζο­ντας για μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­να­θεώ­ρη­ση, α­πό τα πρό­σω­πα και τα συμ­βά­ντα, τις κο­ρυ­φώ­σεις. Χρειά­στη­κε να έρ­θει και δη, να στρογ­γυ­λο­κα­θί­σει, η κρί­ση, με το ε­ντυ­πω­σια­κά α­να­πε­πτα­μέ­νο θε­μα­τι­κό φά­σμα, α­πό τα ζω­τι­κά της ε­πι­βίω­σης μέ­χρι τις ι­δε­ο­λο­γι­κές α­να­ψη­λα­φή­σεις, για να πα­ρα­με­ρι­στούν οι με­τα­νεω­τε­ρι­κές α­πο­μυ­θο­ποιή­σεις. Κα­θο­ρι­στι­κός πρέ­πει να στά­θη­κε ο ρό­λος του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού, που ζη­τού­σε “ζω­ντα­νές” ι­στο­ρίες, ως συ­μπλή­ρω­μα α­να­ψυ­χής στην φύ­σει τε­ρα­το­λό­γο τη­λε­ο­πτι­κή ε­νη­μέ­ρω­ση.
Η πε­ζο­γρα­φία της κρί­σης, ό­πως την έ­χουν ή­δη βα­φτί­σει, πα­ρα­κο­λου­θεί την κρί­ση α­πό το ξε­κί­νη­μά της. Αν θεω­ρη­θεί ως α­φε­τη­ρία η α­να­κοί­νω­ση της έ­ντα­ξης της χώ­ρας στο ΔΝΤ α­πό τον τό­τε πρω­θυ­πουρ­γό, στις 23 Απρ. 2010, α­πό το α­κρι­τι­κό Κα­στε­λό­ρι­ζο, τό­τε, ως πρώ­το βι­βλίο της εν λό­γω κα­τη­γο­ρίας, θα πρέ­πει να εγ­γρα­φεί η νου­βέ­λα του Γιάν­νη Μα­κρι­δά­κη, «Λα­γού μαλ­λί». Κα­θώς η κρί­ση, α­ντί να υ­πο­χω­ρή­σει, δυ­νά­μω­νε και ε­πε­κτει­νό­ταν, άρ­χι­σαν να πλη­θαί­νουν τα σχε­τι­κά πε­ζά. Ορι­σμέ­να ε­πι­κε­ντρώ­νο­νταν σε κά­ποια α­πό τα ε­πι­μέ­ρους συμ­βά­ντα, κο­ντά ό­μως σε αυ­τά, πολ­λά πε­ζά με δια­φο­ρε­τι­κή ε­στία­ση, ε­πέ­λε­γαν το σκη­νι­κό της κρί­σης ως φό­ντο. Η φαι­νο­με­νι­κή ευ­κο­λία ε­νός θέ­μα­τος, που πα­ρέ­με­νε στο κέ­ντρο της ε­πι­και­ρό­τη­τας, προ­σέλ­κυ­σε αρ­χι­κά τους νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, πα­ρα­κι­νώ­ντας και αρ­κε­τούς πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­κό­μη στα “θρα­νία” των σε­μι­να­ρίων δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής. Στη συ­νέ­χεια, προέ­κυ­ψαν διη­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, μέ­χρι συλ­λο­γές ι­στο­ριών και συ­να­γω­γές διη­γη­μά­των πε­ρισ­σό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Με τα πρό­σφα­τα μπε­στ-σέ­λερ της Ρέ­ας Γα­λα­νά­κη, «Η ά­κρα τα­πεί­νω­ση», ε­στια­σμέ­νο στην κρί­ση, και της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Το φα­ράγ­γι», πλα­γίως συ­σχε­τι­σμέ­νο, ό­λα δεί­χνουν πως η πε­ζο­γρα­φία της κρί­σης δεν έ­χει κλεί­σει τον κύ­κλο της.  Αντι­θέ­τως,  συ­νε­χί­ζε­ται.
Στην πρό­σφα­τη σο­δειά, ω­στό­σο, αρ­χί­ζει να δια­κρί­νε­ται ευ­κρι­νέ­στε­ρα, μία α­πό ε­δώ και αρ­κε­τό και­ρό εκ­κο­λα­πτό­με­νη τά­ση, που συν­δυά­ζε­ται με αλ­λα­γή ο­πτι­κής, αυ­τή τη φο­ρά, ό­χι σε ε­πί­πε­δο ι­δε­ο­λο­γίας, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση των α­να­σκευα­σμέ­νων ι­στο­ρι­κών μυ­θι­στο­ρη­μά­των, αλ­λά στο χώ­ρο των η­θών. Εί­ναι μία στρο­φή της πε­ζο­γρα­φίας, αν, βε­βαίως, ε­ξε­λι­χθεί σε στρο­φή, προς τον ε­ρω­τι­κό το­μέα. Όπως φαί­νε­ται, ως α­ντι­στάθ­μι­σμα στην γε­νι­κό­τε­ρη ψυ­χο­συ­ναι­σθη­μα­τι­κή και δια­νο­η­τι­κή κα­τα­πό­νη­ση α­πό την κρί­ση, δεν προ­σέλ­κυ­σε το πρό­τυ­πο των ρο­μά­ντσων, αλ­λά η σε­ξουα­λι­κή ό­ψη των αι­σθη­μα­τι­κών ι­στο­ριών. Πρό­κει­ται, ό­μως, για πα­ρε­πό­με­νο της κρί­σης, α­ντί­στοι­χο με ε­κεί­νο της κα­τά­κλυ­σης των α­στι­κών κέ­ντρων α­πό χώ­ρους πό­σης και ε­στία­σης; Ή, εί­ναι και ε­πα­κό­λου­θο των κοι­νω­νι­κών αλ­λα­γών σε θέ­μα­τα ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σμού του φυ­σιο­λο­γι­κού στις σε­ξουα­λι­κές πρά­ξεις και ορ­μές; Αυ­τό το δεύ­τε­ρο ε­ρώ­τη­μα προ­κύ­πτει ως πι­θα­νό, δε­δο­μέ­νου ό­τι ο θό­ρυ­βος, που προ­κα­λεί το «Σύμ­φω­νο συμ­βίω­σης ο­μο­φύ­λων», ε­πι­σκία­σε ή μάλ­λον δια­σκέ­δα­σε την α­φό­ρη­τη ε­πι­και­ρό­τη­τα της κρί­σης. Κά­πως έ­τσι, πλή­θυ­ναν και στην πε­ζο­γρα­φία οι ο­μο­φυ­λό­φι­λοι έ­ρω­τες, κα­θώς και άλ­λες  σε­ξουα­λι­κές α­πο­κλί­σεις. Ως γνω­στόν, ό,τι α­πα­σχο­λεί τα ΜΜΕ, ε­πη­ρεά­ζει έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό και βε­βαίως, τους συγ­γρα­φείς. Κα­θώς έ­χουν τις κε­ραίες τους τε­ντω­μέ­νες, α­ντι­λή­φθη­καν τά­χι­στα πως έ­χουν πλέ­ον το ε­λεύ­θε­ρο να πλά­θουν “βι­τσιό­ζους” ή­ρωες και να πε­ρι­γρά­φουν τις λε­γό­με­νες άλ­λο­τε “α­νω­μα­λίες”, χω­ρίς να φο­βού­νται πως τα βι­βλία τους θα α­πε­μπο­λη­θούν α­πό τα σχο­λι­κά εγ­χει­ρί­δια. 
Άλλω­στε, πριν α­πό τους συγ­γρα­φείς, πρώ­τοι οι νεό­τε­ροι λε­ξι­κο­γρά­φοι φρό­ντι­σαν να α­πο­κα­θά­ρουν τους ο­ρι­σμούς ο­ρι­σμέ­νων λέ­ξεων, με πρώ­τον αυ­τόν της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας, α­πό σπι­λω­τι­κές συν­δη­λώ­σεις, ώ­στε να συμ­βα­δί­ζουν με το ση­με­ρι­νό πο­λι­τι­κώς ορ­θό. Λ.χ., το «Λε­ξι­κό της Πρωίας», του 1933, ο­ρί­ζει την ο­μο­φυ­λο­φι­λία ως γε­νε­τή­σιο δια­στρο­φή. Το «Μέ­γα λε­ξι­κόν της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σης» του Δ. Δη­μη­τρά­κου, που εκ­δί­δει τον πρώ­το τό­μο το 1936 και τον έ­να­το το 1950, στον έ­κτο τό­μο, υιο­θε­τεί για την ο­μο­φυ­λο­φι­λία τον ί­διο α­κρι­βώς ο­ρι­σμό. Ού­τε το «Λε­ξι­κόν της νέ­ας ελ­λη­νι­κής γλώσ­σης» του Ιωαν. Στα­μα­τά­κου, έκ­δο­ση του 1971, δια­φο­ρο­ποιεί­ται. Ωστό­σο, τα δυο «Λε­ξι­κά της κοι­νής νε­ο­ελ­λη­νι­κής», του Ιδρύ­μα­τος Μ. Τρια­ντα­φυλ­λί­δη και του Γ. Μπα­μπι­νιώ­τη, εκ­δό­σεις του 1998, πα­ρα­κά­μπτουν τα πε­ρί δια­στρο­φής, με τον πε­ρι­γρα­φι­κό ο­ρι­σμό, που πα­ρα­τί­θε­ται ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κά και στα πα­λαιό­τε­ρα λε­ξι­κά: “σε­ξουα­λι­κή σχέ­ση α­τό­μου προς ά­το­μο του ι­δίου φύ­λου”. Δια­τη­ρούν, πά­ντως, για άλ­λες πα­ρεκ­κλί­σεις, ό­πως, λ.χ., για την κο­προ­λα­γνεία (στου Τρια­ντα­φυλ­λί­δη με ει, κα­θώς η λα­τι­νι­κή εκ­δο­χή coprolagnea ε­τυ­μο­λο­γεί­ται ως δά­νειο της ελ­λη­νι­κής, στου Μπα­μπι­νιώ­τη, με ι, ε­τυ­μο­λο­γώ­ντας τη λέ­ξη α­πό την αγ­γλι­κή, coprolagnia), τη λέ­ξη δια­στρο­φή. Με ει α­πα­ντά­ται η λέ­ξη και στην ε­γκυ­κλο­παί­δεια Πά­πυ­ρος-Λα­ρούς-Μπρι­τάν­νι­κα. Εκεί, ό­μως, ο­ρί­ζε­ται ως σε­ξουα­λι­κή α­πό­κλι­ση, ε­νώ, για την ο­μο­φυ­λο­φι­λία ε­πι­λέ­γε­ται η πε­ρι­γρα­φι­κή α­πό­δο­ση.  Στου Μπα­μπι­νιώ­τη, κα­τα­χω­ρεί­ται, για πρώ­τη φο­ρά σε ελ­λη­νι­κό λε­ξι­κό ή και ε­γκυ­κλο­παί­δεια, η λέ­ξη ου­ρο­λα­γνία, ε­πί­σης με ι ως αγ­γλι­κό δά­νειο.
Μην βια­στεί­τε να πε­ρι­γε­λά­σε­τε την λε­ξι­κο­γρα­φι­κή μας ε­ντρύ­φη­ση. Αν την συμ­με­ρί­ζο­νταν οι συ­ντά­κτες του πε­ρι­βό­η­του Συμ­φώ­νου, και βε­βαίως οι πο­λι­τι­κοί, κα­θώς και οι εκ­κλη­σια­στι­κοί πα­ρά­γο­ντες, δεν θα διέ­πρατ­ταν αυ­τήν τη με­γά­λη α­δι­κία α­πέ­να­ντι σε μία μειο­ψη­φία, που μό­νη της α­μαρ­τία στά­θη­κε η μη α­νο­χή άλ­λου κά­τω α­πό την ί­δια στέ­γη. Να θυ­μί­σου­με πως η πρω­ταρ­χι­κή υ­πο­χρέω­ση των έγ­γα­μων εί­ναι η συ­γκα­τοί­κη­ση. Αυ­στη­ρό το οι­κο­γε­νεια­κό δί­κιο, α­να­γνω­ρί­ζει ως αυ­το­τε­λή, ό­πως λέ­γε­ται, λό­γο δια­ζυ­γίου την ε­γκα­τά­λει­ψη της συ­ζυ­γι­κής στέ­γης. Αυ­τή η δέ­σμευ­ση, με το πε­ρι­βό­η­το Σύμ­φω­νο, ε­πε­κτεί­νε­ται σε ό­λες τις συ­γκα­τοι­κή­σεις δύο α­τό­μων, που πλη­ρούν του­λά­χι­στον το έ­να α­πό τα ε­ξής δυο: να εί­ναι του αυ­τού βιο­λο­γι­κού φύ­λου ή ο­μο­ε­θνείς. Για πα­ρά­δειγ­μα, δεν προ­στα­τεύε­ται α­πό το Σύμ­φω­νο η συμ­βίω­ση Έλλη­να με αλ­λο­δα­πή, αλ­λά αυ­τοί έ­χουν τον πο­λι­τι­κό γά­μο. Δεν θα αρ­γή­σει κά­ποιος μο­νή­ρης να κα­τα­φύ­γει στο Ευ­ρω­παϊκό Δι­κα­στή­ριο, ο­πό­τε θα γί­νει με­γα­λύ­τε­ρος θό­ρυ­βος και βε­βαίως, θα προ­κύ­ψουν νέα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Προς το πα­ρόν, ας δού­με, με βά­ση το τρέ­χον πο­λι­τι­κώς ορ­θό, τι δεν θεω­ρεί­ται πλέ­ον “δια­στρο­φή”, για να γνω­ρί­ζουν και οι συγ­γρα­φείς τις κόκ­κι­νες γραμ­μές των σχο­λι­κών βι­βλίων. Κά­πο­τε, εί­θε ό­σο το δυ­να­τόν αρ­γό­τε­ρα, θα φύ­γει η γαλ­λι­κή φι­νέ­τσα α­πό το ΥΠ­ΠΟ και μπο­ρεί να ε­πα­νέλ­θει τρι­πο­λι­τσιώ­τι­κη μα­γκού­ρα.
Οπως και να έ­χει, η στρο­φή της πε­ζο­γρα­φίας προς τα ε­ρω­τι­κά δεν συ­νά­ντη­σε α­ντι­δρά­σεις, ό­πως η πα­λαιό­τε­ρη στα χω­ρία της Ιστο­ρίας. Οι συγ­γρα­φείς, με­τά τα πρώ­τα α­νοίγ­μα­τα, μάλ­λον διε­ρευ­νη­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, προς μία ε­λευ­θε­ριά­ζου­σα ο­πτι­κή, ε­γκα­τέ­λει­ψαν την ε­πι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα του υ­παι­νι­κτι­κού και ελ­λει­πτι­κού λό­γου. Οι υ­πο­θέ­σεις των πε­ζών τους έ­γι­ναν τολ­μη­ρό­τε­ρες, οι πε­ρι­γρα­φές ω­μό­τε­ρες, ο ρε­α­λι­σμός σκλη­ρό­τε­ρος. Ως θέ­μα η αν­δρι­κή ο­μο­φυ­λο­φι­λία, που ή­ταν για χρό­νια η πιο συ­χνά α­πα­ντώ­με­νη μορ­φή ο­μο­φυ­λο­φι­λίας, έ­χει υ­πο­χω­ρή­σει, πα­ρα­χω­ρώ­ντας την πρώ­τη θέ­ση στον λε­σβια­σμό. Στην πε­ζο­γρα­φι­κή σο­δειά του 2015, κα­τα­γρά­φου­με τον λε­σβια­κό έ­ρω­τα στο μυ­θι­στό­ρη­μα, «Η Αλε­ξάν­δρα», του Ανδρέα Μή­τσου, που θα ή­ταν μάλ­λον ε­ντε­λέ­στε­ρο χω­ρίς αυ­τόν. Άλλη σκευή α­παι­τεί η πε­ρι­γρα­φή του α­φη­γη­τή να παίρ­νει μά­τι, ό­πως σε έ­να α­πό τα πρώ­τα του διη­γή­μα­τα, και άλ­λη το πλά­σι­μο γυ­ναι­κείου ο­μο­φυ­λό­φι­λου χα­ρα­κτή­ρα. Επί­σης, τα λε­σβια­κά διη­γή­μα­τα της Έλ. Μα­ρού­τσου, στη συλ­λο­γή, «Οι χυ­δαίες ορ­χι­δέες», και ως διάν­θι­σμα, την μο­νό­πλευ­ρη ε­ρω­τι­κή έλ­ξη προς τη φί­λη της, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ήμι­συ του πα­ντός» της Δ. Κολ­λιά­κου.
Στην τρέ­χου­σα πα­ρα­γω­γή, ω­στό­σο, η πιο α­ρε­στή μορ­φή ο­μο­φυ­λο­φι­λίας εί­ναι η ρέ­που­σα προς την παι­δε­ρα­στία, ό­που, συ­χνό­τε­ρα, πρό­κει­ται για ά­το­μο στην ε­φη­βεία. Θυ­μί­ζου­με α­πό την σο­δειά του 2014, το  μυ­θι­στό­ρη­μα, «7 θυ­μοί», του Χρή­στου Βού­που­ρα. Και βε­βαίως, το πρό­σφα­το του Μέ­νη Κου­μα­ντα­ρέα, «Η σει­ρή­να της ε­ρή­μου». Πα­ρα­μέ­νο­ντας στην σε­ξουα­λι­κή α­πό­κλι­ση της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας, έ­να άλ­λο ση­μείο, που δεν φαί­νε­ται δευ­τε­ρεύον, στο ο­ποίο δια­φο­ρο­ποιεί­ται η πρό­σφα­τη πε­ζο­γρα­φι­κή τά­ση α­πό την α­πο­κα­λού­με­νη “γκέι λο­γο­τε­χνία”, εί­ναι η σε­ξουα­λι­κή ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέα. Πα­λαιό­τε­ρα, που ο βιο­γρα­φι­σμός α­πο­τε­λού­σε μέ­ρος της κρι­τι­κής προ­σέγ­γι­σης, ή­ταν γνω­στό πως η ο­μο­φυ­λό­φι­λη λο­γο­τε­χνία γρα­φό­ταν, κυ­ρίως, με βά­ση προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες. Στα ση­με­ρι­νά πε­ζά, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με και λό­γω του ό­τι η ο­μο­φυ­λό­φι­λη ταυ­τό­τη­τα δεν α­πο­κρύ­βε­ται πλέ­ον, αυ­τός ο κα­νό­νας δεν ι­σχύει. Άλλω­στε, τα α­νοίγ­μα­τα των συγ­γρα­φέων προς σε­ξουα­λι­κές α­πο­κλί­σεις, που ε­ξα­κο­λου­θούν, του­λά­χι­στον λε­ξι­κο­γρα­φι­κά, να α­πο­δί­δο­νται ως στρε­βλώ­σεις του σε­ξουα­λι­κού εν­στί­κτου ή και ψυ­χο­πα­θο­λο­γι­κές δια­στρο­φές, δεί­χνουν πως θα πρέ­πει να πρό­κει­ται για α­να­ζη­τή­σεις, μα­κράν του βιω­μα­τι­κού πε­δίου.
Έδα­φος κερ­δί­ζει και η αι­μο­μι­ξία, που ξε­κί­νη­σε α­πό θείους και α­νί­ψια, ως τρυ­φε­ρές ο­μο­φυ­λό­φι­λες ε­πα­φές ή και α­σελ­γείς ε­τε­ρο­φυ­λό­φι­λες. Συν τω χρό­νω, το εν­δια­φέ­ρον των συγ­γρα­φέων στρά­φη­κε στις σε­ξουα­λι­κές σχέ­σεις με­τα­ξύ εξ αί­μα­τος συγ­γε­νών πρώ­του βαθ­μού, του­τέ­στιν γο­νέων με­τά τέ­κνων. Από τους τέσ­σε­ρις συν­δυα­σμούς, στην πρό­σφα­τη πε­ζο­γρα­φία κα­τα­γρά­φο­νται οι τρεις. Μέ­νει τα­μπού η σχέ­ση πα­τή­ρ-υιός, που πέ­ρα­σε στον κι­νη­μα­το­γρά­φο, στην εκ­δο­χή, ο υιός τρα­βε­στί-ο πα­τήρ εν α­γνοία της ταυ­τό­τη­τας του ε­ρω­τι­κού συ­ντρό­φου του. Στην εν λό­γω α­πό­κλι­ση, θα ε­πα­νέλ­θου­με με α­φορ­μή τη συλ­λο­γή, «Τα ό­νει­ρα μού δέ­λουν», του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου. Για να ο­λο­κλη­ρώ­σου­με, ό­μως, με τις πιο σκαν­δα­λιά­ρι­κες πε­ρι­πτώ­σεις της πρό­σφα­της ε­ρω­τι­κής στρο­φής, κα­τα­γρά­φου­με στα  και­νο­φα­νή, του­λά­χι­στον στα κα­θ’ η­μάς, την ου­ρο­λα­γνία ή και ου­ρο­φι­λία, ό­που, σύμ­φω­να με τον ο­ρι­σμό, η σε­ξουα­λι­κή διέ­γερ­ση προ­κα­λεί­ται α­πό τη θέα, την ό­σφρη­ση ή και την κα­τά­πο­ση ού­ρων, συ­χνό­τε­ρα, πρό­κει­ται για υ­γρά προ­σφι­λούς προ­σώ­που. Σε δυο πρό­σφα­τα βι­βλία, το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ε. Σω­τη­ρο­πού­λου, «Τι μέ­νει α­πό τη νύ­χτα», και τα διη­γή­μα­τα του Δη­μη­τρίου, πε­ρι­γρά­φο­νται πε­ρι­στα­τι­κά βρώ­σης τρο­φί­μου ή πι­πι­λί­σμα­τος πράγ­μα­τος, ε­μπο­τι­σμέ­νου στα σω­μα­τι­κά υ­γρά.
Όταν α­νοί­γεις το πα­ρά­θυ­ρο σε νέ­ους α­νέ­μους, κά­ποιες πρώ­τες ε­πι­ση­μάν­σεις με κρι­τι­κή διά­θε­ση εί­ναι μάλ­λον α­να­γκαίες. Βε­βαίως, μό­νο α­πό αι­σθη­τι­κής πλευ­ράς, κα­θώς οι θε­μα­τι­κές ε­πι­λο­γές α­νή­κουν πλέ­ον στο α­πυ­ρό­βλη­το. Ου­δείς κρι­τι­κός κα­τα­φεύ­γει σή­με­ρα στη χρή­ση του ξε­χα­σμέ­νου ό­ρου “α­σε­μνο­λο­γία”. Αυ­τός βρί­σκε­ται βα­θιά θαμ­μέ­νος στα νε­κρο­τα­φεία των λε­ξι­κών. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/2/2016.

Φωτο:  Ένα από τα 12 σχέδια του Νταίηβιντ Χώκνεϋ για 14 ερωτικά ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη, σε αγγλική μετάφραση του 1967.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Ίσκιοι, φοβίες και μυστήρια

Στά­θης Κο­ψα­χεί­λης
«Η Δρα­κο­ντιά»
Εκδ, Με­λά­νι
Οκτ. 2015
Αν δια­βά­ζε­τε βι­βλιο­κρι­τι­κές, θα έ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει ό­τι εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο δια­φω­τι­στι­κές, ό­ταν α­φο­ρούν μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ή και ι­στο­ρίες. Αντι­θέ­τως, ό­ταν ει­σέρ­χο­νται στην πε­ριο­χή του διη­γή­μα­τος, προ­σφεύ­γουν σε αό­ρι­στες δια­τυ­πώ­σεις, υ­πο­κει­με­νι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Για πα­ρά­δειγ­μα, σε έ­να διή­γη­μα, που θέ­λουν να προσ­δώ­σουν λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές, α­να­φέ­ρο­νται στις αι­σθη­τι­κές ε­ντυ­πώ­σεις που δη­μιουρ­γεί, προ­σο­μοιά­ζο­ντάς τες με ε­κεί­νες ποιη­μά­των. Ανε­ξάρ­τη­τα αν στις κρι­τι­κές ποιη­τι­κών συλ­λο­γών χω­λαί­νουν α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Επί­σης, ε­πι­στρα­τεύουν χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, που έ­χουν κα­θιε­ρω­θεί ως ε­παι­νε­τι­κοί μέ­σα α­πό τη χρή­ση τους για τους α­πο­κα­λού­με­νους με­γά­λους ξέ­νους συγ­γρα­φείς. Κα­τά προ­τί­μη­ση, α­πο­τε­λού­με­νους α­πό ό­ρους α­σα­φώς προσ­διο­ρι­σμέ­νους, ώ­στε να α­φή­νουν πε­ρι­θώ­ρια αμ­φι­ση­μίας. Ένας άλ­λος τρό­πος δια­φυ­γής, εί­ναι η ε­κτε­νής α­να­φο­ρά σε προ­η­γού­με­να βι­βλία του ί­διου συγ­γρα­φέα, για τα ο­ποία έ­χουν ή­δη δια­τυ­πω­θεί κά­ποιες κρί­σεις, ο­πό­τε πα­τούν σε πιο στέ­ρεο έ­δα­φος. Ακό­μη, σε πε­ρι­πτώ­σεις νέων συγ­γρα­φέων, κά­νουν ει­κα­σίες για την μελ­λο­ντι­κή τους πο­ρεία. Ενώ δεν έ­χει στε­γνώ­σει το με­λά­νι του τυ­πο­γρα­φείου, α­να­ρω­τιού­νται προς τα πού θα γεί­ρει το ε­πό­με­νο.
Γε­νι­κό­τε­ρα, στις βι­βλιο­κρι­σίες, ε­πι­κρα­τεί μία με­ρο­λη­πτι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση των λέ­ξεων, κα­θώς ευ­νοού­νται οι με­τα­γλωτ­τί­σεις ό­ρων της αγ­γλό­γλωσ­σης κρι­τι­κής, ε­νώ οι λι­γο­στοί α­μι­γώς ελ­λη­νι­κοί κα­τα­χω­ρού­νται στους κα­κό­ση­μους και α­πευ­κταίους, συ­χνά πα­ρα­κά­μπτο­ντας το εν­νοιο­λο­γι­κό τους πε­ριε­χό­με­νο. Πα­ρά­δειγ­μα, η λέ­ξη η­θο­γρα­φία, που ό­χι μό­νο ε­γκα­τα­λεί­φθη­κε, αλ­λά, στις πε­ρι­πτώ­σεις ε­νός πε­ζού, που το­πο­θε­τεί­ται σε χω­ριό, γε­νι­κό­τε­ρα σε μη α­στι­κή πε­ριο­χή, και σε πα­λαιό­τε­ρους χρό­νους, θεω­ρεί­ται α­πα­ραί­τη­το να διευ­κρι­νι­σθεί πως δεν πρό­κει­ται για η­θο­γρα­φία. Αυ­τό γί­νε­ται πλα­γίως, κα­τα­φεύ­γο­ντας σε με­τα­φο­ρι­κές εκ­φρά­σεις, που α­πά­δουν μεν του δο­κι­μια­κού λό­γου, αλ­λά προ­σφέ­ρουν κα­λύ­τε­ρη κά­λυ­ψη. Όπως μία αρ­κού­ντως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή, που δια­βά­σα­με πρό­σφα­τα: “κλεί­νει το μά­τι στην η­θο­γρα­φία αλ­λά συ­νο­μι­λεί και με νεω­τε­ρι­κές α­φη­γή­σεις”. Από την πλευ­ρά τους, οι συγ­γρα­φείς, κου­βα­λώ­ντας τα δι­κά τους σύν­δρο­μα μειο­νε­ξίας, σπεύ­δουν να διευ­κρι­νί­σουν, πως “προ­σέ­χουν να μην πέ­σουν στην πα­γί­δα της η­θο­γρα­φίας”.
Κο­ντός ψαλ­μός αλ­λη­λούια για έ­να βι­βλίο, που θα θέ­λα­με να σχο­λιά­σου­με, αλ­λά συ­νει­δη­το­ποιού­με πως δεν δια­θέ­του­με το εν­δε­δειγ­μέ­νο λε­ξι­λό­γιο. Οι άλ­λο­τε πο­τέ εύ­φη­μες λέ­ξεις φαί­νε­ται πως, σή­με­ρα πλέ­ον, α­νή­κουν σε ε­κεί­νες που θεω­ρού­νται πα­ρω­χη­μέ­νες ή και αρ­νη­τι­κής χροιάς, ε­νώ οι α­πο­δε­κτές ως κα­τάλ­λη­λες, μάλ­λον δεν συ­νται­ριά­ζουν εν­νοιο­λο­γι­κά. Ο λό­γος για τη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη, η ο­ποία α­να­σταί­νει μια δα­ψι­λή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και έ­να βά­θος ζωής, που συ­νι­στού­σαν άλ­λο­τε τον κα­θη­με­ρι­νό βίο. Στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, γί­νε­ται λό­γος για μα­γι­κό ρε­α­λι­σμό. Χα­ρα­κτη­ρι­σμό, που οι βι­βλιο­κρι­σίες ε­πι­φυ­λάσ­σουν για τα κα­λύ­τε­ρα α­πό τα μη ρε­α­λι­στι­κά βι­βλία. Μό­νο που, εις μά­την, α­να­ζη­τή­σα­με, σύμ­φω­να με τον ο­ρι­σμό του εν λό­γω ό­ρου, μη ρε­α­λι­στι­κά στοι­χεία στο δε­δο­μέ­νο ρε­α­λι­στι­κό χω­ρο­χρο­νι­κό πλαί­σιο των διη­γη­μά­των του βι­βλίου. Σε ο­ρι­σμέ­να α­πό τα δε­καέ­ξι διη­γή­μα­τα της προ­η­γού­με­νης, πρώ­της συλ­λο­γής του, «Πα­ρα­μι­λη­τά», υ­πήρ­χαν πράγ­μα­τι μη ρε­α­λι­στι­κά στοι­χεία. Ανε­ξάρ­τη­τα αν ε­μείς δεν θα τα χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με ε­ξω­πραγ­μα­τι­κά. Για πα­ρά­δειγ­μα, η συ­να­να­στρο­φή με φά­σμα­τα νε­κρών και τα φα­νε­ρώ­μα­τα α­γίων, ή α­κό­μη και τα συ­να­πα­ντή­μα­τα με τον κα­βα­λά­ρη Χά­ρο­ντα, μπο­ρεί μεν να κα­τα­τάσ­σο­νται στα υ­περ­βα­τι­κά ή και τα φα­ντα­στι­κά στοι­χεία, αλ­λά, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα των αν­θρώ­πων πα­λαιό­τε­ρων και­ρών, συ­νι­στού­σαν βιώ­μα­τα του δι­κού τους μι­κρό­κο­σμου.
Μία πα­ρό­μοια ι­στο­ρία συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται και στην και­νού­ρια δω­δε­κά­δα. Τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Πριν σα­ρα­ντί­σει» και δεν α­να­φέ­ρε­ται σε το­κε­τό, αλ­λά σε θά­να­το, στις 40 η­μέ­ρες, που η ψυ­χή πε­ρι­φέ­ρε­ται στο σπί­τι και τους οι­κείους της χώ­ρους. Μία πί­στη, σε πα­λαιό­τε­ρους και­ρούς, τό­σο βα­θιά και ευ­ρέως δια­δε­δο­μέ­νη, που ο­ποιο­δή­πο­τε κά­πως πα­ρά­ται­ρο ση­μείο – μία πε­τα­λού­δα ι­πτά­με­νη πε­ρί την νε­κρι­κή κα­ντή­λα ή μία λά­μπα που φέγ­γει σε ά­δειο σπί­τι – να ε­κλαμ­βά­νε­ται σαν φα­νέ­ρω­μα της ψυ­χής. Αρκεί ο συγ­γρα­φέ­ας να έ­χει την ι­κα­νό­τη­τα να καλ­λιερ­γή­σει την α­νά­λο­γη μυ­στη­ρια­κή α­τμό­σφαι­ρα. Κα­τά τα άλ­λα, ό­σο το πα­πα­δια­μα­ντι­κό «Μια ψυ­χή» εί­ναι μα­γι­κός ρε­α­λι­σμός, άλ­λο τό­σο εί­ναι και το διή­γη­μα του Κο­ψα­χεί­λη.
Και α­πό μία δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία, την ο­μό­τιτ­λη της συλ­λο­γής, έ­νας νεό­τε­ρος α­να­γνώ­στης μπο­ρεί να θεω­ρή­σει πως α­να­δύε­ται μα­γι­κός ρε­α­λι­σμός. Πρώ­τον, για­τί α­γνο­εί το δρα­κό­ντιο ή δρα­κο­ντιά, κι ας α­πα­ντά­ται σε Ιππο­κρά­τη και Διο­σκου­ρί­δη, ό­χι ό­μως στον χρη­στι­κό Μπα­μπι­νιώ­τη. Δεύ­τε­ρον, για­τί δεν έ­χει την πα­ρα­μι­κρή ε­ξοι­κείω­ση με τον μυ­στη­ρια­κό κό­σμο των φυ­τών. Ού­τε με τον πο­λυ­τε­χνί­τη πρα­κτι­κό για­τρό, που έ­χει βα­θιά πί­στη στις θε­ρα­πευ­τι­κές τους ι­διό­τη­τες και ο ο­ποίος α­να­πλά­θε­ται μέ­σα α­πό την πε­ρι­γρα­φή των ε­πι­νο­η­τι­κών ε­να­σχο­λή­σεών του. Ωστό­σο, ο Κο­ψα­χεί­λης, σε αυ­τήν την ι­στο­ρία, έ­χα­σε την ευ­και­ρία να στή­σει έ­να μο­να­δι­κό διή­γη­μα, τύ­που “μπον­σάι”, κα­τά το τρέ­χον ι­διό­λε­κτο. Αρκεί να α­φαι­ρού­σε την πα­ρελ­θο­ντι­κή α­να­δρο­μή, κρα­τώ­ντας την πρώ­τη μα­κριά πα­ρά­γρα­φο και τη συ­νέ­χειά της, στο τε­λευ­ταίο τμή­μα, που ε­πέ­χει θέ­ση ε­πί­λο­γου. Αυ­τό θα μπο­ρού­σε να έ­χει έ­ναν αι­σώ­πειο τίτ­λο, ό­πως «Ο κά­βου­ρας και το φι­δό­χορ­το» και ως πα­ραλ­λα­γή στο γνω­στό μύ­θο, «Ο κά­βου­ρας και το φί­δι». Ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­μως, μάλ­λον φο­βή­θη­κε, πως, χω­ρίς την ε­γκι­βω­τι­σμέ­νη ι­στο­ρία του πα­ρά­ξε­νου αν­θρώ­που της φύ­σης, θα γι­νό­ταν υ­περ­βο­λι­κά ελ­λει­πτι­κός.
Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, ο Κο­ψα­χεί­λης κι­νεί­ται συ­χνά σε δυο δια­φο­ρε­τι­κά χρο­νι­κά ε­πί­πε­δα, προ­τάσ­σο­ντας έ­να πρό­σφα­το συμ­βάν, που έ­τυ­χε στον α­φη­γη­τή, το ο­ποίο δέ­νει έ­ντε­χνα με μία α­να­δρο­μι­κή διή­γη­ση. Με αυ­τόν τον τρό­πο, η ι­στο­ρία στρογ­γυ­λεύε­ται, ω­στό­σο το α­πο­τέ­λε­σμα θα εί­χε δια­φο­ρε­τι­κή έ­ντα­ση, αν η πα­ρελ­θο­ντι­κή α­φή­γη­ση αυ­το­νο­μεί­το, με το ξε­κί­νη­μα “in media res”. Πα­ρά­δειγ­μα, το «Σφα­χτό», ό­που το ει­σα­γω­γι­κό τμή­μα προοι­κο­νο­μεί, ό­πως λέ­γε­ται σή­με­ρα, την ε­ξέ­λι­ξη, αλ­λά με­τριά­ζει την έκ­πλη­ξη του α­προσ­δό­κη­του. Πό­σον μάλ­λον, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ό­που, μέ­σα α­πό τη δρα­μα­τι­κή πα­ρου­σία­ση της πα­ρά­κρου­σης ε­νός ψυ­χα­σθε­νούς, α­να­δει­κνύο­νται οι συ­νέ­πειες μιας πα­λαιάς ι­στο­ρίας αλ­λά και μιας ε­πο­χής, τό­σο κα­θο­ρι­στι­κής ό­σο ε­κεί­νη της Κα­το­χής.
Ένα άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των “κα­λώ­ν” διη­γη­μα­το­γρά­φων, που α­πο­δί­δε­ται με­τ’ ε­πι­μο­νής σε διη­γη­μα­το­γρά­φους, που κι­νού­νται θε­μα­τι­κά στην πε­ριο­χή του Κο­ψα­χεί­λη, εί­ναι το “χα­μη­λό­φω­νος”. Κι ό­μως, υ­πάρ­χουν στις συλ­λο­γές του διη­γή­μα­τα σκλη­ρού ρε­α­λι­σμού, ό­που ο τό­νος δεν μπο­ρεί πα­ρά να έ­χει έ­ντα­ση. Την ε­πι­τάσ­σει μία τρα­χύ­τη­τα, σύμ­φυ­τη των αλ­λο­τι­νών και­ρών, ό­ταν, στις μι­κρές κοι­νω­νίες της υ­παί­θρου, τα ή­θη και οι αρ­χέ­γο­νες πρα­κτι­κές συ­νι­στού­σαν α­να­γκαίο ό­ρο ε­πι­βίω­σης. Πώς, αλ­λιώς, μπο­ρείς να α­φη­γη­θείς το θά­ψι­μο ε­νός βρέ­φους ή το πώς “χά­θη­κε η κλή­ρα” ε­νός “βαρ­βά­του γάι­δα­ρου”; Το ό­τι το πρώ­το συ­νι­στά α­πό­δο­ση ε­θι­μι­κού δι­καίου και το δεύ­τε­ρο α­να­γκαία ε­πέμ­βα­ση για τη χρη­σι­μο­ποίη­ση του ζω­ντα­νού και συ­να­κό­λου­θα τον βιο­πο­ρι­σμό του ι­διο­κτή­τη του, δεν με­τριά­ζουν την σκλη­ρό­τη­τα, που ε­νέ­χει η ε­νέρ­γεια. Όλη η τέ­χνη της α­φή­γη­σης βρί­σκε­ται στην α­φαί­ρε­ση των ψι­μυ­θίων, ω­στό­σο η κα­τ’ α­κρι­βο­λο­γίαν α­να­φο­ρά δεν μπο­ρεί πα­ρά να έ­χει υ­ψη­λούς τό­νους. Πά­ντως, το «Πί­στο­μα» του Θε­ο­τό­κη το ε­ντάσ­σουν στην “α­γρο­τι­κή η­θο­γρα­φία”.
Η βα­σι­κή δια­φο­ρά της και­νού­ριας συλ­λο­γής του Κο­ψα­χεί­λη α­πό την πρώ­τη του έ­γκει­ται στη θε­μα­τι­κή με­τα­τό­πι­ση προς αυ­τό, που έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει να α­πο­κα­λούν “με­τα­μνή­μη”. Νεω­τε­ρι­κός ό­ρος, που χρη­σι­μο­ποιεί­ται κυ­ρίως για το ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα της πο­λε­μο­χα­ρούς δε­κα­ε­τίας του ’40. Ση­μα­το­δο­τεί τη μνή­μη α­πό δεύ­τε­ρο χέ­ρι ή και τη δια­με­σο­λα­βη­μέ­νη, που α­να­φέ­ρε­ται στα τραυ­μα­τι­κά βιώ­μα­τα των ε­πι­ζώ­ντων α­πό ε­κεί­να τα χρό­νια, ό­πως αυ­τά περ­νούν στη μνή­μη των ε­πι­γό­νων τους. Αν μπο­ρεί να γί­νει λό­γος για “με­τα­μνή­μη” στα διη­γή­μα­τα του Κο­ψα­χεί­λη, εί­ναι λό­γω του α­φη­γη­μα­τι­κού τρό­που, που ε­πι­λέ­γει. Όπως εί­χε υ­πο­σχε­θεί σε συ­νέ­ντευ­ξή του, σε αυ­τό το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, “γί­νε­ται η δια­σταύ­ρω­ση με τη Με­γά­λη Ιστο­ρία” του μι­κρό­κο­σμου των αν­θρώ­πων της το­πι­κής κοι­νω­νίας. Αυ­τήν τη δια­σταύ­ρω­ση την ε­πι­χει­ρεί μέ­σω του α­φη­γη­τή, συν­δέ­ο­ντας α­φη­γη­μα­τι­κά τη δι­κή του κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα με ό­σα του έ­χουν παι­διό­θεν ε­ντυ­πω­θεί α­πό διη­γή­σεις, ει­κό­νες ή και συ­μπε­ρι­φο­ρές των με­γά­λων στο σπί­τι ή και των η­λι­κιω­μέ­νων του χω­ριού. 
Πα­ρεν­θε­τι­κά να πα­ρα­τη­ρή­σου­με πως η ελ­λη­νι­κή με­τα­γλώτ­τι­ση, “με­τα­μνή­μη”, του αγ­γλι­κού ό­ρου postmemory δη­μιουρ­γεί σύγ­χυ­ση, κα­θώς, στην αγ­γλι­κή, υ­πάρ­χει και ο ό­ρος  metamemory, με τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κή έν­νοια. Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος ε­πι­νοή­θη­κε το 1971 στο πλαί­σιο των σπου­δών συ­μπε­ρι­φο­ράς α­πό α­με­ρι­κα­νό ψυ­χο­λό­γο, που ή­θε­λε να α­να­φερ­θεί στη συ­νει­δη­το­ποίη­ση α­πό τον άν­θρω­πο της ύ­παρ­ξης μνή­μης ως αυ­θυ­πό­στα­της λει­τουρ­γίας. Εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, προέ­κυ­ψε ο δεύ­τε­ρος, ό­ταν εί­χε αρ­χί­σει να με­γα­λώ­νει το εν­δια­φέ­ρον για το Ολο­καύ­τω­μα και το φορ­τίο που κλη­ρο­δό­τη­σε στη διά­δο­χη γε­νιά. Δε­κα­πέ­ντε χρό­νια με­τά, το 2006, ό­ταν ξε­κί­νη­σε και στην Ελλά­δα η με­λέ­τη της μνή­μης κυ­ρίως α­πό τον Εμφύ­λιο, ήρ­θε στο ε­πί­κε­ντρο του ε­ρευ­νη­τι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος και η μνή­μη των παι­διών, που με­τα­κι­νή­θη­καν α­πό τον Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό στις Ανα­το­λι­κές χώ­ρες. Η Ρί­κη Βαν Μπού­σχο­τεν ή­ταν η πρώ­τη, που έ­κα­νε λό­γο για “με­τα-μνή­μη”, ως α­πό­δο­ση του postmemory, πι­θα­νώς και α­γνοώ­ντας το metamemory, που α­πα­σχο­λεί πε­ρισ­σό­τε­ρο τους εκ­παι­δευ­τι­κούς. Ει­δάλ­λως, η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα εί­ναι πρό­σφο­ρη, ό­χι μό­νο για δά­νεια, αλ­λά και για ε­πι­νοή­σεις. Λ.χ., το postmemory θα μπο­ρού­σε να α­πο­δο­θεί και ως υ­στε­ρο­γε­νής μνή­μη.
Όσο για τις ι­στο­ρίες του Κο­ψα­χεί­λη,  μάλ­λον δεν “δια­σταυ­ρώ­νο­νται με την Ιστο­ρία”. Ακρι­βέ­στε­ρα, μπαί­νουν στη σκιά της Ιστο­ρίας, χω­ρίς σε κα­μία να γί­νε­ται ο­λι­κή έ­κλει­ψη του το­πι­κού μι­κρό­κο­σμου. Εί­ναι προ­φα­νές πως η κε­ντρι­κή ι­δέα πα­ρα­μέ­νει η ί­δια, να α­να­δει­χθούν οι χα­ρα­κτή­ρες και ό­χι πρό­σω­πα και γε­γο­νό­τα, που κα­τέ­γρα­ψε η Ιστο­ρία. Μό­νο σε μία ι­στο­ρία, «Το αυ­γό», α­που­σιά­ζει το α­φη­γη­μα­τι­κό πλαί­σιο, ως μορ­φή γείω­σης στο πα­ρόν. Το 1942, έ­νας ε­ξη­ντά­χρο­νος, στην κα­λύ­βα του, πο­λε­μά­ει την α­σι­τία με κλη­μα­τσί­δες και έ­να αυ­γό κά­θε δυο τρεις μέ­ρες α­πό τις δυο κό­τες, που α­πό­μει­ναν στο κο­τέ­τσι, μέ­χρις ό­του εμ­φα­νί­ζε­ται μια ο­χιά που το διεκ­δι­κεί. Από το πλή­θος των σχε­τι­κών διη­γή­σεων, ο συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει μία, α­πο­κα­θαρ­μέ­νη βιο­γρα­φι­κών λε­πτο­με­ρειών, δεί­χνο­ντας τις ψυ­χι­κές α­ντο­χές, που α­παι­τού­σε στην Κα­το­χή το κρά­τη­μα στη ζωή.
“Όλες αυ­τές οι ι­στο­ρίες πυρ­πο­λού­σαν την παι­δι­κή μου φα­ντα­σία, κά­νο­ντάς με να ξα­γρυ­πνώ... πα­λεύο­ντας με τους ί­σκιους, τις φο­βίες και τα μυ­στή­ρια”, α­να­λο­γί­ζε­ται ο α­φη­γη­τής σε έ­να διή­γη­μα. Αυ­τήν την έ­ντα­ση δια­τη­ρεί η α­φή­γη­ση, κα­θώς χω­νεύει στο ξε­τύ­λιγ­μά της ξέ­νες και προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες. Ο συγ­γρα­φέ­ας βρή­κε έ­ναν τρό­πο να α­να­στή­σει το πα­ρελ­θόν, α­να­ζη­τώ­ντας σε αυ­τό τον ε­αυ­τό του. Από τα γε­γο­νό­τα σε Κα­το­χή και Εμφύ­λιο συ­γκρα­τού­νται τα το­πω­νύ­μια, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό χω­ριά του Κά­τω Ολύ­μπου, κά­ποιες ση­μα­δια­κές η­με­ρο­μη­νίες, 8 Ιουν. 1942 ή 31 Μαρ. 1946, ο­νό­μα­τα προ­σώ­πων και ορ­γα­νώ­σεων, για ό­σους α­πό­η­χους ό­λα αυ­τά μπο­ρεί να φέρ­νουν. Κα­τά τα άλ­λα, ού­τε βίοι ού­τε συμ­βά­ντα α­νι­στο­ρού­νται. Απο­μέ­νουν και κά­ποιες λέ­ξεις να ε­πι­πλέ­ουν σε ά­σμα­τα. Όπως ε­κεί­νο το “μπου­ρα­ντά­δες”, που “εί­πε ψι­θυ­ρι­στά μέ­σα απ’ τα δό­ντια του ο πα­τέ­ρας” και το παι­δί θυ­μή­θη­κε το ά­σμα που του εί­χε μά­θει: “Ήρθ’ έ­να βρά­δυ ο Ντου­σμά­νος / ο σύν­δε­σμος του Μπου­ρα­ντά, / κι εί­πε πως θα γί­νει γλέ­ντι, / θα έ­χει και βιο­λιά.” Ή, το “τσου­τσου­λιά­νος”, ό­πως λέ­νε τους κο­ρυ­δαλ­λούς στα μέ­ρη του α­φη­γη­τή, αλ­λά και τους Ελα­σί­τες οι ΠΑ­Οτζή­δες: “Σκό­τω­σα έ­ναν τσου­τσου­λιά­νο, μπρε, / γιό­μ’σαν τα χα­ντά­κια αί­μα, μπρε,...” Ας μην μπερ­δευ­τούν οι νεό­τε­ροι, τα αρ­χι­κά δεν α­να­φέ­ρο­νται στον Πα­να­θη­ναϊκό Αθλη­τι­κό Όμι­λο αλ­λά στη με­τα­γε­νέ­στε­ρη, Πα­νελ­λή­νια Απε­λευ­θε­ρω­τι­κή Οργά­νω­ση, που ι­δρύ­θη­κε ά­νοι­ξη του 1943, προς “τή­ρη­σιν της τά­ξεως και της ε­θνι­κής συ­νο­χής”.
Στους χα­ρα­κτή­ρες που προ­βάλ­λουν τα διη­γή­μα­τα, οι α­ντάρ­τες υ­περ­τε­ρούν. Ωστό­σο, ο πιο ε­ντυ­πω­σια­κός εί­ναι ο α­πο­κα­λού­με­νος Κό­ρα­κας, κα­θώς “α­πό την ε­πο­χή του Με­τα­ξά φο­ρού­σε συ­νε­χώς μαύ­ρα ρού­χα”, α­πό κλή­ρα α­πο­βρα­σμά­των, “φό­βος και τρό­μος των χω­ρια­νώ­ν”. Ο τίτ­λος του διη­γή­μα­τος, «Κό­ρα­κας κο­ρά­κου...», που α­πο­δί­δει την κε­ντρι­κή ι­δέα για ε­κεί­νους τους και­ρούς, προϊδεά­ζει και για την ευ­ρη­μα­τι­κή κα­τά­λη­ξη. Στο διή­γη­μα, ό­πως και στα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό ε­κεί­να που δια­σταυ­ρώ­νο­νται με την Ιστο­ρία, λαν­θά­νει πι­κρή ει­ρω­νεία, που την συ­μπλη­ρώ­νει, αν α­πο­κρυ­πτο­γρα­φού­με σω­στά, τον μι­κρό­κο­σμο του α­φη­γη­τή, το α­φιε­ρω­μα­τι­κό μό­το, “Στους Δη­μη­τρά­κη και Γιάν­νη Τσι­τσι­λί­κα”. Το πα­λι­κά­ρι, με το ψευ­δώ­νυ­μο  Λα­ο­κρά­της, που σκό­τω­σαν στην Πλά­κα Ολύ­μπου, το 1947, και ο Κό­ρα­κας έ­φτυ­νε και κλό­τσα­γε το κου­φά­ρι του, ή­ταν ο ταγ­μα­τάρ­χης του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού Δη­μή­τρης Τσι­τσι­λί­κας.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το διή­γη­μα «Φο­βία για τα μα­νι­τά­ρια» μας θύ­μι­σε το μυ­θι­στό­ρη­μα του Παύ­λου Με­θε­νί­τη «Αμα­νί­τα Μου­σκά­ρια». Δια­φο­ρε­τι­κοί οι τό­ποι, αλ­λά αμ­φό­τε­ρα δια­δρα­μα­τί­ζο­νται σε πυ­κνό δά­σος, δια­φο­ρε­τι­κοί πι­θα­νώς και οι χρό­νοι, πά­ντως, μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’40, μια ο­μά­δα ε­γκλω­βι­σμέ­νων α­νταρ­τών δο­κι­μά­ζει “τα ζουρ­λο­μα­νί­τα­ρα”. Τέ­λος, να πα­ρα­τη­ρή­σου­με, πως, ο Κο­ψα­χεί­λης, ε­κτός α­πό την ά­ρι­στη “με­τα­μνή­μη” που δια­σώ­ζει, ε­πι­δει­κνύει ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα στο γε­φύ­ρω­μα των ε­πι­μέ­ρους χρο­νι­κών ε­πι­πέ­δων, κα­τορ­θώ­νο­ντας α­προσ­δό­κη­τες εκ­πλή­ξεις και σε ο­ρι­σμέ­να, ευ­φρό­συ­νες ή έ­στω κα­θη­συ­χα­στι­κές, κα­τα­λη­κτι­κές α­να­τρο­πές της διά­θε­σης. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/1/2016.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Παρισινός Καβάφης

Έρση Σω­τη­ρο­πού­λου
«Τι μέ­νει α­πό τη νύ­χτα»
Εκδ. Πα­τά­κη
Νοέ. 2015

Οι­κου­με­νι­κός α­πο­κα­λεί­ται ο Κα­βά­φης, αλ­λά μία βιο­γρα­φία Κα­βά­φη α­ντί­στοι­χου α­ντι­κρί­σμα­τος δεν υ­πάρ­χει. Ανε­ξάρ­τη­τα αν η κυ­ριαρ­χού­σα ε­ντύ­πω­ση εί­ναι πως γνω­ρί­ζου­με τα πά­ντα για τον βίο και το έρ­γο του. Ου­δέν κα­κόν α­μι­γές κα­λού. Αν έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, εί­τε για­τί εί­ναι θια­σώ­της του Κα­βά­φη εί­τε για­τί τον ελ­κύει η πα­γκο­σμιό­τη­τα που ε­κεί­νος α­πο­λαμ­βά­νει, ε­πι­χει­ρή­σει μία μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία, η ε­λευ­θε­ρία κι­νή­σεων, δη­λα­δή μυ­θο­πλα­στι­κών ε­πι­νοή­σεων, εί­ναι με­γά­λη. Κι ό­μως, με ε­ξαί­ρε­ση τον «Αμαρ­τω­λό» του Μι­χαήλ Πε­ράν­θη, που κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1953, στον ε­πό­με­νο μι­σό αιώ­να, άλ­λο μυ­θι­στό­ρη­μα για τον Αλε­ξαν­δρι­νό δεν προέ­κυ­ψε. Ο Πε­ράν­θης εί­χε α­πο­κτή­σει ευ­χέ­ρεια στη συγ­γρα­φή μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κών βιο­γρα­φιών. Πριν τον «Αμαρ­τω­λό», εί­χε εκ­δώ­σει τον «Τσέ­λι­γκα» (Κρυ­στάλ­λη) και τον «Κο­σμο­κα­λό­γε­ρο» (Πα­πα­δια­μά­ντη). Επί­σης, εί­χε τρι­βή με την ι­στο­ρι­κή έ­ρευ­να γύ­ρω α­πό πρό­σω­πα της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ό­πως δεί­χνουν οι γραμ­μα­το­λο­γι­κές αν­θο­λο­γή­σεις, που ε­ξέ­δω­σε. Σε α­ντί­θε­ση, με τον ά­πρα­γο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό βιο­γρά­φο του Κα­βά­φη, που προέ­κυ­ψε στα με­θεόρ­τια του ε­πε­τεια­κού του έ­τους. Όταν, ό­μως, πρό­κει­ται για την Έρση Σω­τη­ρο­πού­λου, το πράγ­μα αλ­λά­ζει. Από μιας αρ­χής, στη συγ­γρα­φι­κή της πο­ρεία, στά­θη­κε τολ­μη­τίας, ρι­ψο­κιν­δυ­νεύο­ντας κά­θε φο­ρά πλεύ­σης ε­κτός χω­ρι­κών υ­δά­των.
Κα­θα­ρό­αι­μη μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ε­ξαρ­χής, πρώ­τη φο­ρά κα­τα­πιά­νε­ται με ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα και μά­λι­στα, με κε­ντρι­κό ή­ρωα πρό­σω­πο υ­παρ­κτό. Όντας α­πό γε­νέ­σεως συγ­γρα­φέ­ας ε­ρω­τι­κή, ε­πι­κε­ντρώ­νει την α­φή­γη­ση στην πλευ­ρά, που εί­χε ελ­κύ­σει και τον Πε­ράν­θη. Μό­νο που, σή­με­ρα πλέ­ον, ό­ποιου α­πο­κα­λέ­σει την ο­μο­φυ­λο­φι­λία α­μαρ­τία του βά­ζου­με πι­πέ­ρι στο στό­μα. Με έ­ναν γρι­φώ­δη τίτ­λο, κι­νεί­ται στις πα­ρυ­φές των βιο­γρα­φι­κών δε­δο­μέ­νων, σκια­γρα­φώ­ντας με με­τα­μο­ντέρ­να ο­πτι­κή τον “α­μαρ­τω­λό” Κα­βά­φη. Στις συ­νε­ντεύ­ξεις της, δεν δη­λώ­νει θια­σώ­της του. Δια­τεί­νε­ται πως την εν­διέ­φε­ρε η πε­ρί­πτω­ση Κα­βά­φη, που “ξε­κι­νά ως ποιη­τής, μέ­τριος, α­δέ­ξιος, κα­τα­πιε­σμέ­νος στην προ­σω­πι­κή του ζωή”, ο ο­ποίος κα­τορ­θώ­νει να κά­νει “το μα­γι­κό άλ­μα”. Σαν να γνω­ρί­ζει α­πό πρώ­το χέ­ρι, κά­νει λό­γο για “ε­πώ­δυ­νη πο­ρεία, που α­παι­τεί θυ­σίες και παίρ­νει πά­ρα πο­λύ χρό­νο, ά­χα­ρο χρό­νο”.
Το πρώ­το κεί­με­νό της για τον Κα­βά­φη χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό το 1984. Εί­ναι έ­να σύ­ντο­μο ει­σα­γω­γι­κό, που συ­νέ­τα­ξε ως μορ­φω­τι­κή α­κό­λου­θος στη Ρώ­μη, υ­πεύ­θυ­νη για την ε­πε­τεια­κή έκ­θε­ση, στον τό­μο που εκ­δό­θη­κε με το φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό και ση­μα­ντι­κά κεί­με­να, ό­πως ε­κεί­νο του Γ. Π. Σαβ­βί­δη, ό­που α­πα­ριθ­μού­νται ό­λα τα α­νε­ξε­ρεύ­νη­τα ε­ρω­τή­μα­τα γύ­ρω α­πό τη σχέ­ση Κα­βά­φη και Ιτα­λίας. Ού­τε η Σω­τη­ρο­πού­λου α­να­φέ­ρε­ται στη σχέ­ση του με την Ιτα­λία, άλ­λω­στε το δι­κό της μυ­θι­στό­ρη­μα, για την κο­ντά δε­κα­ε­τία που έ­ζη­σε ε­κεί, μάλ­λον δεν το έ­χει α­κό­μη ξε­κι­νή­σει. Προ­σώ­ρας, μέ­σω Κα­βά­φη, γρά­φει έ­να “μυ­θι­στό­ρη­μα ε­πο­χής” για το Πα­ρί­σι. Αυ­τόν τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό τον κερ­δί­ζει ε­πά­ξια, χά­ρις στην διε­ξο­δι­κή α­να­φο­ρά σε πα­λαιά κα­φέ, ε­στια­τό­ρια, κέ­ντρα δια­σκέ­δα­σης, με μνεία στους συγ­γρα­φείς και καλ­λι­τέ­χνες που σύ­χνα­ζαν σε αυ­τά. Επί­σης, με τις ε­κτε­νείς πε­ρι­γρα­φές ι­στο­ρι­κών γε­γο­νό­των, ό­πως η πυρ­κα­γιά του Bazar de la Charite, η καρ­να­βα­λι­κή πα­ρέ­λα­ση καλ­λι­τε­χνών της Μον­μάρ­της, γνω­στής ως  Promenade de la Vache, ή και οι  ιπ­πο­δρο­μίες στο Δά­σος της Βου­λώ­νης. Βε­βαίως, με τις δια­θέ­σι­μες σή­με­ρα πη­γές, βι­βλιο­γρα­φι­κές και λο­γο­τε­χνι­κές, οι  πλη­ρο­φο­ρίες για τη ει­κό­να του Πα­ρι­σιού στα τέ­λη του 19ου αιώ­να α­φθο­νούν. Εκεί­νη, ό­μως, κα­τορ­θώ­νει να δώ­σει αί­σθη­ση μιας πει­στι­κής α­τμό­σφαι­ρας.
Η “μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία” που φτιά­χνει εί­ναι σε χρο­νι­κή έ­κτα­ση το ή­μι­συ της κα­νο­νι­κής, α­φού ο ή­ρωάς της βρί­σκε­ται με­σο­στρα­τίς του βίου του, στα 34. Οπό­τε, το χρεια­ζού­με­νο βιο­γρα­φι­κό υ­λι­κό για το μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό πα­ρόν και τις α­να­δρο­μές εί­ναι μι­κρό. Και μά­λι­στα, α­να­ντί­στοι­χα μι­κρό ως προς την η­λι­κία του, α­φού έ­χει δη­μο­σιεύ­σει μό­νο ο­κτώ ποιή­μα­τα σε μό­λις τρία α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα, ό­λα α­πό τα με­τέ­πει­τα α­πο­κη­ρυγ­μέ­να, πέ­ραν κά­ποιων αι­γυ­πτιώ­τι­κων δη­μο­σιεύ­σεων,  και αυ­τών με­τρη­μέ­νων. (Αν και έ­να α­φη­γη­μα­τι­κό lapsus δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση πως ή­ταν πολ­λά τα πε­ριο­δι­κά, στα ο­ποία εί­χαν δη­μο­σιευ­τεί ποιή­μα­τά του.) Εί­ναι έ­νας Κα­βά­φης, δι­πλά κα­τα­πιε­σμέ­νος, κα­θώς συ­γκα­τοι­κεί με την μη­τέ­ρα του και τους δυο α­δελ­φούς του, τον Παύ­λο και τον Τζων, τρία και δυο χρό­νια α­ντί­στοι­χα με­γα­λύ­τε­ρούς του. Έχει μό­λις συ­μπλη­ρώ­σει πέ­ντε χρό­νια ως δη­μό­σιος υ­πάλ­λη­λος και στις 6 Μαρ. 1897 ζη­τά την πρώ­τη κα­νο­νι­κή ά­δεια για τα­ξί­δι στο ε­ξω­τε­ρι­κό.
Από αυ­τόν τον Κα­βά­φη ξε­κι­νά­ει το πλά­σι­μο του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού. Με ι­σχνά βιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, α­να­συ­στή­νο­νται μό­λις τρεις η­μέ­ρες α­πό το πρώ­το τα­ξί­δι α­να­ψυ­χής στην Ευ­ρώ­πη, που κά­νει μα­ζί με τον Τζων. Το τα­ξί­δι διήρ­κε­σε 53 η­μέ­ρες, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων ε­κεί­νων των δια­δρο­μών Πει­ραιάς-Μασ­σα­λία-Πα­ρί­σι-Λον­δί­νο, με­τά­βα­ση και ε­πι­στρο­φή, α­πό τις 7 Μαΐ. μέ­χρι τις 28 Ιουν. Επι­λέ­γε­ται, ως πλέ­ον πρό­σφο­ρο, το τριή­με­ρο πα­ρα­μο­νής τους στο Πα­ρί­σι κα­τά την ε­πι­στρο­φή, που σχο­λιά­ζε­ται μό­νο στην αγ­γλι­κή βιο­γρα­φία του Ρ. Λί­ντε­λ, με την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι πή­γαν στις ιπ­πο­δρο­μίες και εί­δαν τον «Οι­δί­πο­δα Τύ­ραν­νο», που δεν χώ­ρε­σε στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Άλλω­στε, η α­να­φο­ρά σε ο­λό­κλη­ρο το εν λό­γω τα­ξί­δι στις βιο­γρα­φίες με­τά βίας κα­λύ­πτει μία πε­ρι­κο­πή. Με αυ­τήν την χρο­νι­κή ε­πι­λο­γή, πα­ρα­με­ρί­ζε­ται η πε­ρι­γρα­φή του­ρι­στι­κού τύ­που για τα πα­ρι­σι­νά α­ξιο­θέ­α­τα και δί­νε­ται η έμ­φα­ση στην α­να­κά­λυ­ψη του κο­σμο­πο­λί­τι­κου Πα­ρι­σιού της γη­γε­νούς ε­λί­τ, πλού­σιας ό­σο και “ά­τα­κτης”.
Προς τού­το, ό­μως, α­παι­τεί­ται έ­νας ξε­να­γός των δυο α­δελ­φών, πα­ρα­τρε­χά­με­νος της κα­λής κοι­νω­νίας, αλ­λά και σχε­τι­κός με το χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, ώ­στε να ευ­νοού­νται α­ντί­στοι­χες συ­ζη­τή­σεις. Για αυ­τόν το σκο­πό, ε­πι­νο­εί­ται έ­νας Έλλη­νας γραμ­μα­τέ­ας του Ζαν Μω­ρεάς, “ά­μι­σθος” και “φαν­φα­ρό­νος”. Αν και φαί­νε­ται πα­ρά­δο­ξο, ο Μω­ρεάς να ε­μπι­στεύε­ται σε έ­να πα­ρό­μοιο πρό­σω­πο την αλ­λη­λο­γρα­φία του και δη, για μία πρώ­τη α­ξιο­λό­γη­ση δειγ­μά­των γρα­φής που του α­πο­στέλ­λουν φε­ρέλ­πι­δες συγ­γρα­φείς. Θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί ως μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­στο­χία, συ­να­κό­λου­θη της πλο­κής. Δεν α­πο­κλείε­ται, ό­μως, και με αυ­τό, να συ­μπλη­ρώ­νε­ται πλα­γίως η με­τα­μο­ντέρ­να ει­κό­να ε­νός προ­σώ­που, που α­γλαΐζουν οι πα­λαιό­τε­ρες κα­τα­γρα­φές.
Όπως και να έ­χει, ο σα­ρα­ντά­χρο­νος τό­τε Μω­ρεάς –ι­διό­τυ­πος εκ­γαλ­λι­σμός του Ιωάν­νης Πα­πα­δια­μα­ντό­που­λος– α­πο­τε­λεί το τρί­το υ­παρ­κτό πρό­σω­πο, στο ο­ποίο στη­ρί­ζε­ται η πλο­κή. Κα­θό­λου τυ­χαία, κα­θώς εί­ναι ή­δη προ­σω­πι­κό­τη­τα των γαλ­λι­κών γραμ­μά­των, ε­φό­σον φέ­ρε­ται ως ει­ση­γη­τής του συμ­βο­λι­σμού και α­πό το 1891, ι­δρυ­τής της Ρο­μα­νι­κής Σχο­λής. Δεν υ­πάρ­χει πά­ντως, μαρ­τυ­ρία ό­τι ο Κα­βά­φης έ­στει­λε πο­τέ ποιή­μα­τά του σε Έλλη­να ή ξέ­νο συγ­γρα­φέα, πα­ρά μό­νο υ­πό τη μορ­φή των γνω­στών φυλ­λα­δίων. Μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, ω­στό­σο, στέλ­νει στον Μω­ρεάς, τον Απρ. του 1897 και α­φού έ­χει α­πο­φα­σι­στεί το τα­ξί­δι, δυο ποιή­μα­τα, γραμ­μέ­να τον προ­η­γού­με­νο χρό­νο, το «Δέ­η­σις» και «Τα ά­λο­γα του Αχιλ­λέως». Όταν συ­να­ντούν τον γραμ­μα­τέα του, έ­χει αρ­χί­σει να α­νυ­πο­μο­νεί για την α­πά­ντη­ση. Εκεί­νος τους πλη­ρο­φο­ρεί πως ο Μω­ρεάς βρί­σκε­ται α­πό τον Απρ. στην Ελλά­δα και τους ο­δη­γεί στο δια­μέ­ρι­σμά του, προς ε­πί­δει­ξη της “ε­ξαι­ρε­τι­κής βι­βλιο­θή­κης του”.
Πι­στεύου­με πως υ­πάρ­χουν ο­ρι­σμέ­να πραγ­μα­το­λο­γι­κά δε­δο­μέ­να, που μία μυ­θο­πλα­σία μπο­ρεί να πα­ρα­κάμ­ψει, ε­πι­θυ­μη­τό, ό­μως, εί­ναι να μην τα δια­στρέ­ψει. Βε­βαίως, οι με­τα­μο­ντέρ­νες μυ­θι­στο­ρίες, σε μία α­να­θεω­ρη­τι­κή στά­ση της Ιστο­ρίας, αλ­λά και ε­πι­διώ­κο­ντας να α­ντι­κα­το­πτρί­σουν ση­με­ρι­νές α­πό­ψεις δεν θέ­τουν πα­ρό­μοιους πε­ριο­ρι­σμούς. Μό­νο που ο α­νυ­πο­ψία­στος α­πό πα­ρό­μοια μυ­θο­πλα­στι­κά τε­χνά­σμα­τα α­να­γνώ­στης α­πο­κο­μί­ζει έ­να συ­νον­θύ­λευ­μα α­πό πραγ­μα­τι­κά και ε­πι­νο­η­μέ­να στοι­χεία, δη­μιουρ­γώ­ντας κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση ε­σφαλ­μέ­νη ε­ντύ­πω­ση για τα ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα. Η Σω­τη­ρο­πού­λου θέ­λει τον ή­ρωά της έ­να ο­ξυ­μέ­νο κρι­τι­κό πνεύ­μα, γι’ αυ­τό και προ­βάλ­λει στο λό­γο του ση­με­ρι­νές προσ­λαμ­βά­νου­σες. Σε συ­ζή­τη­ση, που γί­νε­ται στις 20 Ιουν. 1897, δη­λα­δή, με το πα­λαιό η­με­ρο­λό­γιο, που ί­σχυε στην Ελλά­δα, 7 Ιουν., ο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός Τζων α­πο­κα­λεί τον πό­λε­μο του 1897, που εί­ναι α­κό­μη α­νοι­κτός, “α­τυ­χή” και ο Κα­βά­φης “βλα­κώ­δη”. Στη συ­νέ­χεια της συ­ζή­τη­σης, ε­κεί­νος α­πο­φαί­νε­ται και για τους πρώ­τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες του 1896, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντάς τους “μία ω­ραία μα­σκα­ρά­τα. Το μό­νο που έ­λει­πε α­πό το τα­λαί­πω­ρο ελ­λη­νι­κό κρά­τος”, ό­πως συ­μπλη­ρώ­νει. Μό­νο που πα­ρό­μοιοι χα­ρα­κτη­ρι­σμοί για τον ελ­λη­νο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο του 1897 εί­ναι με­τα­γε­νέ­στε­ροι. Όσο για την α­πό­δο­ση ση­με­ρι­νών σχο­λίων για τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες του 2004 σε συ­γκαι­ρι­νούς ε­κεί­νων του 1896, δεί­χνει α­μέ­λεια α­πέ­να­ντι στις ε­κά­στο­τε ε­πι­κρα­τού­σες α­ντι­λή­ψεις. Κα­νείς πο­τέ, ού­τε τό­τε ού­τε καν σή­με­ρα, πό­σο μάλ­λον έ­νας Αλε­ξαν­δρι­νός της ε­πο­χής, δεν στά­θη­κε ε­πι­κρι­τι­κός για την α­να­βίω­ση των Αγώ­νων.
Ύστε­ρα, υ­πάρ­χει η ει­κα­σία του Τσίρ­κα, πως το τα­ξί­δι στην Ευ­ρώ­πη α­πο­φα­σί­στη­κε α­πό την Χα­ρί­κλεια και τους γιους της,  με στό­χο να α­πο­τρέ­ψουν τον Κων­στα­ντί­νο να α­κο­λου­θή­σει τους φί­λους του στην Ελλά­δα, ό­που εί­χαν πά­ει προς κα­τά­τα­ξη σε εκ­στρα­τευ­τι­κά σώ­μα­τα ε­θε­λο­ντών, ό­πως ε­κεί­να των Γα­ρι­βαλ­δι­νών. Πα­ρό­τι άλ­λοι βιο­γρά­φοι την θεω­ρούν πα­ρά­λο­γη, δί­νει μία ε­ξή­γη­ση για την κα­θυ­στέ­ρη­ση της α­να­χώ­ρη­σης των δυο α­δελ­φών, ε­νώ η υ­πη­ρε­σια­κή ά­δεια εί­χε ε­γκρι­θεί α­πό τις 30 Μαρ. Για να κα­τα­τα­γεί εί­χε πά­ει στην Ελλά­δα και ο Μω­ρεάς. Ήταν το πρώ­το του τα­ξί­δι ύ­στε­ρα α­πό 19 χρό­νια  α­που­σίας. Τη θλί­ψη του για τα πο­λε­μι­κά α­τυ­χή­μα­τα της χώ­ρας, την πε­ρι­γρά­φει με γλα­φυ­ρό­τη­τα ο Μα­λα­κά­σης. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η φι­λο­πα­τρία του α­πό­ντος συ­ζη­τεί­ται και μά­λι­στα, με α­πα­ξιω­τι­κή χροιά. Οι με­τέ­χο­ντες, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του γραμ­μα­τέα του, δεί­χνουν να α­γνοούν τις α­ντα­πο­κρί­σεις του για τον ελ­λη­νο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο, δη­μο­σιευ­μέ­νες Ιούν. 1897, στο πα­ρι­σι­νό πε­ριο­δι­κό «Κο­σμό­πο­λις», που έ­γι­ναν ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στές στους Γάλ­λους δια­νοού­με­νους. 
Σε αυ­τό το τα­ξί­δι, ο Κα­βά­φης δεν κρα­τού­σε η­με­ρο­λό­γιο. Μό­νο με­ρι­κές “βρα­χυ­γρα­φη­μέ­νες” αγ­γλι­στί ση­μειώ­σεις την πε­ρίο­δο προ­ε­τοι­μα­σίας και με­τά την ε­πι­στρο­φή. Κα­θώς εί­ναι α­πο­κλει­στι­κά ε­στια­σμέ­νες στο ε­ρω­τι­κό του πά­θος, προ­σφέ­ρο­νται για το πλά­σι­μο του κα­τα­πιε­σμέ­νου ο­μο­φυ­λό­φι­λου ή­ρωα. Η α­φή­γη­ση εί­ναι σε τρί­το πρό­σω­πο, δια­τη­ρώ­ντας στα­θε­ρή την ε­σω­τε­ρι­κή ε­στία­ση. Σχε­τι­κά με­γά­λη έ­κτα­ση δί­νε­ται στην α­νά­κλη­ση ε­νυ­πνίων, μι­κρό­τε­ρη στις μνη­μο­νι­κές α­να­δρο­μές στα χρό­νια της ε­φη­βείας στην Αγγλία και σε ε­κεί­να της νεό­τη­τας στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, με α­ντι­κεί­με­νο σκόρ­πιες ε­ρω­τι­κές α­να­μνή­σεις. Μνη­μο­νεύε­ται ο ε­ξά­δελ­φος,  πε­ρισ­σό­τε­ρο “ο πα­ρα­γιός στο σι­δε­ρά­δι­κο του Γε­νί­κιοϊ”, για να το­νι­στεί η φη­μο­λο­γού­με­νη έλ­ξη του Κα­βά­φη προς τον λαϊκό ά­ντρα.
Εκεί­νο που πλέ­κει με δε­ξιό­τη­τα η Σω­τη­ρο­πού­λου εί­ναι το συ­νειρ­μι­κό κομ­φού­ζιο συγ­γρα­φι­κής α­γω­νίας και ε­ρω­τι­κής διέ­γερ­σης. Ανα­κα­λεί δια­βά­σμα­τα του Κα­βά­φη, ό­πως ο Τολ­στόι και ο Μπων­τλέ­ρ, συ­μπλη­ρω­μέ­να με δι­κά της. Η φι­γού­ρα του “γέ­ρου” της κα­βα­φι­κής ποίη­σης έρ­χε­ται κα­τά την πε­ρι­πλά­νη­ση του ή­ρωα, χα­μέ­νου στο ά­γνω­στο γι’ αυ­τόν Πα­ρί­σι, με πε­ρι­γρα­φές που α­ντι­κα­το­πτρί­ζουν “τον άν­θρω­πο του πλή­θους” του Πόε, μέ­σω της κα­τά Βάλ­τερ Μπέν­για­μιν με­λέ­της του Μπων­τλέρ στο Πα­ρί­σι της Δεύ­τε­ρης Αυ­το­κρα­το­ρίας και του σο­νέ­του του «A une passante».
Αρχι­κά, στην πε­ρι­γρα­φή των νυ­κτε­ρι­νών “κα­τά μό­νας η­δο­νώ­ν”, μέ­νει πι­στή στις ση­μειώ­σεις του Κα­βά­φη. Μέ­χρις ό­του εμ­φα­νί­ζε­ται έ­να πα­ρο­ντι­κό α­ντι­κεί­με­νο πό­θου, έ­νας νε­α­ρός Ρώ­σος, μέ­λος ο­μά­δας χο­ρευ­τών, που μέ­νουν στο ί­διο ξε­νο­δο­χείο και κυ­κλο­φο­ρούν στα Κα­φέ με τον ι­μπρε­σά­ριό τους. Το ό­λο σκη­νι­κό και η εξ α­πο­στά­σεως λα­γνεία φέ­ρει α­ντα­να­κλά­σεις α­πό τον «Θά­να­το στη Βε­νε­τία». Η Σω­τη­ρο­πού­λου γρά­φει τις κα­λύ­τε­ρες ε­ρω­τι­κές της σε­λί­δες, πε­ρι­γρά­φο­ντας τον αυ­να­νι­σμό του ποιη­τή, κα­θι­σμέ­νο α­κί­νη­το στο Κα­φέ του ξε­νο­δο­χείου, κοι­τά­ζο­ντας τον νε­α­ρό και σκα­λί­ζο­ντας με το δά­χτυ­λο α­πε­γνω­σμέ­να την ε­πέν­δυ­ση της πο­λυ­θρό­νας. Στη συ­νέ­χεια, η ε­πα­νά­λη­ψη της διέ­γερ­σης σε ε­πό­με­να συ­να­πα­ντή­μα­τα, με την κα­τα­φυ­γή στο δω­μά­τιο προς ε­κτό­νω­ση, δεί­χνει μάλ­λον μη­χα­νι­στι­κή.
Υπάρ­χει, ω­στό­σο, εν κα­τα­κλεί­δι, η νο­ε­ρή συ­νεύ­ρε­ση με τον χο­ρευ­τή ως α­πο­τέ­λε­σμα η­δο­νο­βλε­πτι­κής μα­τιάς στην κλει­δα­ρό­τρυ­πα. “Η α­πο­γείω­ση της η­δο­νής” ε­πι­τε­λεί­ται, ό­ταν “το χέ­ρι του έ­κα­νε κα­μπύ­λη, έ­τσι ώ­στε οι ά­κρες των δα­χτύ­λων του πα­σπά­τευαν τη κε­φα­λή του πέ­ους ε­νώ οι όρ­χεις του νε­α­ρού α­κου­μπού­σαν στην πα­λά­μη του και τρί­βο­νταν ε­λα­φρά, υ­πήρ­χε λοι­πόν μια τρι­χού­λα...” Αυ­τή εί­ναι η α­πά­ντη­ση στον γρι­φώ­δη τίτ­λο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Μια τρι­χού­λα έ­μει­νε α­πό τη νύ­χτα. Κι ό­μως, ό­χι α­κρι­βώς. Κα­θώς δεν έ­βρι­σκε τη δύ­να­μη να την α­πο­χω­ρι­στεί, “εί­πε μέ­σα του, α­πο­λεί­πειν, μια λέ­ξη α­πό τον Πλού­ταρ­χο, πώς βρί­σκεις τη δύ­να­μη να ε­γκα­τα­λεί­ψεις ό,τι σου εί­ναι πιο α­γα­πη­τό...” Έμει­νε και μία λέ­ξη. Στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, το μο­να­δι­κό με τίτ­λο, «Ύμνος στην τρι­χού­λα», ο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός Κα­βά­φης, με έ­τοι­μες τις βα­λί­τσες για το τα­ξί­δι της ε­πι­στρο­φής, α­να­λο­γί­ζε­ται: “Μι­σή ώ­ρα α­κό­μη... Μι­σή ώ­ρα. Δεν θα ή­ταν ά­σχη­μος τίτ­λος για έ­να ποίη­μα.” Ο Κα­βά­φης έ­γρα­ψε,  εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ποίη­μα με αυ­τόν τον τίτ­λο και συ­να­φές πε­ριε­χό­με­νο, που έ­μει­νε στα “κρυμ­μέ­να”. Το «Απο­λεί­πειν ο θεός Αντώ­νιον» το έ­γρα­ψε Νοέ. 1910. Τον ε­πό­με­νο χρό­νο το δη­μο­σίευ­σε και ε­πί έ­ναν αιώ­να σχο­λιά­ζε­ται το αλ­λη­γο­ρι­κό του βά­θος. Μία με­τα­μο­ντέρ­να α­πο­μυ­θο­ποίη­ση ή­ταν το δί­χως άλ­λο α­να­γκαία. 
Προς το τέ­λος, η συγ­γρα­φέ­ας κα­τα­λαμ­βά­νε­ται α­πό βου­λι­μι­κή διά­θε­ση να μην α­φή­σει κα­νέ­να στοι­χείο α­νεκ­με­τάλ­λευ­το. Εμπλέ­κει πνευ­μα­τι­στές, α­ντι­μα­σό­νους, τις «τρε­λές της Salpetriere» και τον ι­δρυ­τή της νευ­ρο­ψυ­χια­τρι­κής Σαρ­κό, μέ­χρι τη θεω­ρία πε­ρί α­ντι­μί­μη­σης του Όσκαρ Ουάιλ­ντ. Θα α­να­με­νό­ταν να τον α­να­φέ­ρει σε συν­δυα­σμό με την α­πο­φυ­λά­κι­σή του, που συ­νέ­πε­σε με την πα­ρα­μο­νή τους στο Λον­δί­νο. Αντ’ αυ­τού τον θέ­λει θα­μώ­να ε­νός κα­κό­φη­μου κέ­ντρου σε υ­πο­βι­βα­σμέ­νη συ­νοι­κία του Πα­ρι­σιού, κρη­σφύ­γε­το του υ­πό­κο­σμου. Με αυ­τό το “ά­ντρο α­κο­λα­σίας” ε­πι­τυγ­χά­νει έ­να ε­ντυ­πω­σια­κό τέ­λος, που το προοι­κο­νο­μεί α­πό τα πρώ­τα κε­φά­λαια, πλά­θο­ντας έ­να μύ­θο γύ­ρω α­πό αυ­τό. Θα­μώ­νες του εί­ναι ό­λοι ό­σοι σκαν­δά­λι­ζαν το Πα­ρί­σι στα τέ­λη του 19ου αι., α­πό τον Ουάιλ­ντ μέ­χρι το ζεύ­γος των βι­κτω­ρια­νών τρα­βε­στί, γνω­στών ως το θε­α­τρι­κό ντουέ­το Στέλ­λα, που δι­κά­στη­καν με την κα­τη­γο­ρία του ποι­νι­κά διώ­ξι­μο τό­τε πρω­κτι­κού σε­ξ, αλ­λά α­θωώ­θη­καν, κα­θώς α­πο­δεί­χθη­καν έ­νο­χοι μό­νο πα­ρεν­δυ­σίας, που δεν εί­χε ποι­νι­κο­ποιη­θεί.
Το κρε­σέ­ντο εί­ναι το δεί­πνο στις αν­δρι­κές τουα­λέ­τες, που συ­νί­στα­ται σε μία ε­πί τό­που “κα­του­ρη­μέ­νη μπα­γκέ­τα”. Ο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός Κα­βά­φης δεν συμ­με­τέ­χει μεν, αλ­λά διε­γεί­ρε­ται, ε­νώ α­να­κα­λεί το κα­τά Πλού­ταρ­χο «Συ­μπό­σιο των ε­πτά σο­φών». Και ό­χι μό­νο αυ­τό, κα­θώς, και πά­λι, κρυ­φο­κοι­τά­ζει, του έρ­χε­ται και πά­λι, στο νου, ως ορ­γα­σμι­κό υ­πο­κα­τά­στα­το, μία λέ­ξη. “Ερδέω­ν”, α­φη­γη­μα­τι­κός σο­λοι­κι­σμός, που α­να­γά­γει την πρά­ξη σε ιε­ρο­τε­λε­στία. Δεν χρειά­ζε­ται να έ­χεις μπάρ­μπα στην Κο­ρώ­νη – στην πε­ρί­πτω­ση της Σω­τη­ρο­πού­λου φί­λο ελ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νό ποιη­τή, που ή­ταν φί­λος α­με­ρι­κα­νού συγ­γρα­φέα, φί­λου του Ζαν Ζε­νέ – για να έ­χεις α­κου­στά την εν λό­γω δια­στρο­φή, το γαλ­λι­κό “souper”, του­τέ­στιν δεί­πνο, μάλ­λον δει­πνη­τής, που α­πο­δί­δε­ται υ­βρι­στι­κά σε α­νί­κα­νους ή και πα­θη­τι­κούς ο­μο­φυ­λό­φι­λους. Όπως φαί­νε­ται, τώ­ρα που η ο­μο­φυ­λο­φι­λία τεί­νει να γί­νει α­πο­δε­κτή α­πό ό­λο και ευ­ρύ­τε­ρα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα, χρεια­ζό­μα­στε να ε­πα­να­κτή­σου­με έ­ναν “α­μαρ­τω­λό” Κα­βά­φη. Αυ­τός δεν μπο­ρεί να εί­ναι έ­νας “στρέι­τ” ο­μο­φυ­λό­φι­λος. Απαι­τεί­ται μία σε­ξουα­λι­κή δια­στρο­φή, που να τον δια­κρί­νει μέ­σα στο Ιμπέ­ριουμ ο­μό­φυ­λων και ο­μό­γλωσ­σων. Για α­κό­μη μια φο­ρά, η λο­γο­τε­χνία προ­η­γεί­ται της Ιστο­ρίας.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/1/2016.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Διακειμενικές συνομιλίες

Έλενα Μαρούτσου
«Οι χυδαίες ορχιδέες»
Εκδ. Κίχλη
Οκτ. 2015

Τη φα­ντα­σία, την πλέ­ον προ­νο­μιού­χο λει­τουρ­γία του ε­γκε­φά­λου, εί­θι­σται να την δια­κρί­νου­με σε α­να­πα­ρα­γω­γι­κή, κοι­νώς μνη­μο­νι­κή, δη­μιουρ­γι­κή και ε­πι­νο­η­τι­κή. Μό­νο που αυ­τή η ει­δο­λο­γι­κή τα­ξι­νό­μη­ση δεν εί­ναι ε­παρ­κής στην πε­ρί­πτω­ση της συγ­γρα­φι­κής φα­ντα­σίας. Από το γύ­ρι­σμα του αιώ­να, μά­λι­στα, και ό­σο προ­χω­ρού­με στις δε­κα­ε­τίες του 21ου, γί­νε­ται ό­λο και α­νε­παρ­κέ­στε­ρη, κα­θώς κερ­δί­ζει έ­δα­φος έ­να τέ­ταρ­το εί­δος φα­ντα­σίας, που θα μπο­ρού­σε να ο­νο­μα­στεί δια­κει­με­νι­κή. Μάλ­λον λό­γω μι­μη­τι­κής διά­θε­σης, που συ­νι­στά μία άλ­λη ε­δραία αν­θρώ­πι­νη λει­τουρ­γία, πα­ρά α­νε­πάρ­κειας, ο συγ­γρα­φέ­ας της με­τα­μο­ντέρ­νας ε­πο­χής αν­τλεί, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, ή­ρωες, συμ­βά­ντα και κα­τα­στά­σεις α­πό τα κεί­με­να άλ­λων συγ­γρα­φέων. Αυ­τού του εί­δους η πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γία, πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­γκε­φα­λι­κή πα­ρά ψυ­χι­κή, θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί πα­ρα­κλά­δι της ε­πι­νο­η­τι­κής φα­ντα­σίας, κα­θώς ου­σια­στι­κά ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται τις αλ­λό­τριες πα­ρα­στά­σεις, προ­σπα­θώ­ντας να βρει νέ­ους μυ­θο­πλα­στι­κούς συν­δυα­σμούς. Εδώ, το μέ­τρο γο­νι­μό­τη­τας έ­γκει­ται στο βαθ­μό και την έ­κτα­ση α­νά­πλα­σης του δα­νείου. Δη­λα­δή, πό­σο δη­μιουρ­γι­κός α­πο­δει­κνύε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας, που οι­κειο­ποιεί­ται α­πό έ­να α­γα­πη­μέ­νο του βι­βλίο τον έ­τοι­μο ή­ρωα ή την ξέ­νη ε­μπει­ρία και τα συν­δυά­ζει με δι­κά του βιώ­μα­τα ή και νέες νο­η­τι­κές κα­τα­σκευές.

Ως ο­ρια­κή πε­ρί­πτω­ση δια­κει­με­νι­κής “συ­νο­μι­λίας”, θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί η δια­σκευή, ό­που ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τα­πιά­νε­ται με ο­λό­κλη­ρο το ξέ­νο έρ­γο, ε­πι­φέ­ρο­ντας τρο­πο­ποιή­σεις έ­τσι ώ­στε να ι­κα­νο­ποιεί το δι­κό του γού­στο. Αν και σή­με­ρα δεν ελ­κύει η δια­σκευή, που πε­ριο­ρί­ζε­ται στον εκ­μο­ντερ­νι­σμό ε­νός κλα­σι­κού έρ­γου, δη­λα­δή την αλ­λα­γή του τό­που και του χρό­νου, που το συ­νταυ­τί­ζει με τη σύγ­χρο­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Εκεί­νο, που κυ­ρίως  κε­ντρί­ζει  τη φα­ντα­σία του ση­με­ρι­νού δια­σκευα­στή, εί­ναι συ­νή­θως η α­να­τρο­πή του τέ­λους ή και λί­γο πιο συ­ντη­ρη­τι­κά, η συ­μπλή­ρω­σή του. Το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο εί­ναι ο στό­χος του ε­πί­δο­ξου συγ­γρα­φέα. Τι ε­ζή­λω­σε α­πό το κλα­σι­κό έρ­γο, την υ­ψη­λή του α­να­γνω­σι­μό­τη­τα ή την λο­γο­τε­χνι­κή του α­ξία. Άλλες οι βλέ­ψεις ε­κεί­νου που θα ε­να­σχο­λη­θεί με την ε­πέ­κτα­ση του «Όσα παίρ­νει ο ά­νε­μος» κι άλ­λες του α­να­και­νι­στή ε­νός έρ­γου ό­πως «Ο φύ­λα­κας στη σί­κα­λη». Υπάρ­χουν, ω­στό­σο, και κλα­σι­κά βι­βλία, που ε­πι­δέ­χο­νται και τις δυο προ­σεγ­γί­σεις, α­νά­λο­γα με τη διά­θε­ση και τη σκευή του συγ­γρα­φέα. Ένα πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Ντ. Χ. Λώ­ρε­νς, «Ο ε­ρα­στής της λαί­δης Τσά­τερ­λι», που ε­νέ­πνευ­σε πρό­σφα­τα δυο δια­φο­ρε­τι­κές εκ­δο­χές: την α­με­ρι­κα­νι­κή δια­σκευή «Δε­σποι­νίς Τσά­τερ­λι» και τις συ­μπλη­ρω­μα­τι­κές α­να­με­τα­ξύ τους πα­ραλ­λα­γές δυο ελ­λη­νι­κών διη­γη­μά­των, «Οι χυ­δαίες ορ­χι­δέες» και «Για­τί ή­ταν πριν γε­φύ­ρια».

Πρό­κει­ται για δυο α­πό τις έ­ντε­κα ι­στο­ρίες του πέ­μπτου βι­βλίου και της τρί­της συλ­λο­γής διη­γη­μά­των της Έλε­νας Μα­ρού­τσου, που κυ­κλο­φό­ρη­σε, αλ­λά­ζο­ντας, για α­κό­μη μία φο­ρά, εκ­δο­τι­κό οί­κο, τον τέ­ταρ­το στη σει­ρά. Η Μα­ρού­τσου εί­ναι α­πό τις ό­ψι­μες εμ­φα­νί­σεις της τε­λευ­ταίας συγ­γρα­φι­κής ο­μά­δας του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να. Αυ­τήν που έ­χου­με πα­λαιό­τε­ρα α­πο­κα­λέ­σει και γε­νιά του «Να έ­να μή­λο», α­πό τον τίτ­λο του πε­ριο­δι­κού, που φι­λο­ξέ­νη­σε τους πρώ­τους εμ­φα­νι­σθέ­ντες και σή­με­ρα, γνω­στό­τε­ρους εκ­προ­σώ­πους της. Η Μα­ρού­τσου δεν α­νή­κει σε αυ­τούς, κα­θώς η α­να­γνώ­ρι­ση του τα­λέ­ντου της δεν έ­γι­νε πά­ραυ­τα, με το πρώ­το βι­βλίο, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση του Χρ. Χω­με­νί­δη ή της Αμ. Μι­χα­λο­πού­λου. Ου­σια­στι­κά, δια­κρί­θη­κε με το τρί­το της βι­βλίο, «Με­τα­ξύ συρ­μού και α­πο­βά­θρας», που ή­ταν το πρώ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα και το ο­ποίο εκ­δό­θη­κε το 2008, δέ­κα χρό­νια με­τά την πρώ­τη της εμ­φά­νι­ση. Σε αυ­τό ε­πέ­δει­ξε γό­νι­μη φα­ντα­σία, ε­μπλου­τί­ζο­ντας την ει­κο­νο­πλα­σία με ει­κα­στι­κά ε­ρε­θί­σμα­τα, α­πό το πα­ρά­πλευ­ρο πε­δίο του “κολ­λά­ζ”. Την ι­κα­νό­τη­τά της, ω­στό­σο, στη δια­κει­με­νι­κή “συ­νο­μι­λία”, την α­πο­κά­λυ­ψε στο ε­πό­με­νο βι­βλίο της. Μία νου­βέ­λα, «Το νό­η­μα», γραμ­μέ­νη κα­τά πα­ραγ­γε­λία, ώ­στε να ε­ντα­χθεί σε σει­ρά βι­βλίων συ­γκε­κρι­μέ­νης θε­μα­τι­κής.

Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, το ε­ρέ­θι­σμα στά­θη­κε και πά­λι μία πα­ραγ­γε­λία. Αυ­τήν τη φο­ρά για διή­γη­μα, που θα πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν σε θε­μα­τι­κή αν­θο­λο­γία, γι’ αυ­τό και προ­βλε­πό­ταν, ως προς την έ­κτα­ση, ό­ριο λέ­ξεων. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, που πλη­θαί­νουν τα κα­τά πα­ραγ­γε­λία πε­ζά, ό­πως και οι θε­μα­τι­κές αν­θο­λο­γίες, συμ­βαί­νει, σε ο­ρι­σμέ­νες ευ­τυ­χείς πε­ρι­πτώ­σεις, η πα­ρα­βία­ση των πε­ριο­ρι­σμών να κα­τα­λή­γει σε αυ­το­τε­λή βι­βλία. Το συ­νη­θέ­στε­ρο, πρό­κει­ται για νου­βέ­λες, ό­πως το προ­η­γού­με­νο βι­βλίο του Ηλία Μα­γκλί­νη, «Η α­νά­κρι­ση». Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, κά­πο­τε, προ­κύ­πτει και μυ­θι­στό­ρη­μα, αν τύ­χει πα­λαί­μα­χος συγ­γρα­φέ­ας, που γνω­ρί­ζει το πώς να α­πλώ­νει την μυ­θο­πλα­στι­κή πά­στα. Πα­ρά­δειγ­μα, το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Κώ­στα Μουρ­σε­λά, «Στην ά­κρη της νύ­χτας», το ο­ποίο ξε­κί­νη­σε ως διή­γη­μα, που θα πα­ράλ­λασ­σε το τέ­λος του πα­πα­δια­μα­ντι­κού «Όνει­ρο στο κύ­μα», αλ­λά, μια και ε­ορ­τα­ζό­ταν το ε­πε­τεια­κό για τον Σκια­θί­τη 2011, με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε μυ­θι­στό­ρη­μα.

Η Μα­ρού­τσου, το κα­τά πα­ραγ­γε­λία διή­γη­μα, που προέ­κυ­ψε πο­λύ πέ­ραν των προ­κα­θο­ρι­σμέ­νων ο­ρίων μα­κρο­σκε­λές, δεν το με­τα­μόρ­φω­σε ού­τε σε νου­βέ­λα ού­τε σε μυ­θι­στό­ρη­μα. Έκα­νε κά­τι πιο πρω­τό­τυ­πο. Το πρό­τα­ξε σε έ­να βι­βλίο, ο­μό­τιτ­λο μεν, αλ­λά ο­κτα­πλά­σιας έ­κτα­σης. Αυ­τό το κα­τόρ­θω­σε χά­ρις στην ε­ξημ­μέ­νη δια­κει­με­νι­κή της φα­ντα­σία. Εμπνεύ­στη­κε έ­ντε­κα συ­νο­λι­κά διη­γή­μα­τα, ό­που το κα­θέ­να “συ­νο­μι­λεί” με γνω­στό ξέ­νο λο­γο­τε­χνι­κό έρ­γο, ε­κτός του τε­λευ­ταίου, που “συ­νο­μι­λεί” με το γνω­στό­τα­το ελ­λη­νι­κό διή­γη­μα, «Ο έ­ρω­τας στα χιό­νια» του Πα­πα­δια­μά­ντη. Αν ο Μουρ­σε­λάς τόλ­μη­σε να πλά­σει μία “ά­τα­κτη” Μο­σχού­λα, η Μα­ρού­τσου δεν δι­στά­ζει, στο ε­ρω­τι­κώς ε­λευ­θε­ριά­ζον βι­βλίο της, ό­χι μό­νο να πά­ρει ως ει­σα­γω­γι­κό μό­το φρά­ση α­πό το εν λό­γω διή­γη­μα, αλ­λά και να τιτ­λο­φο­ρή­σει το σύ­ντο­μο διή­γη­μα, που “συ­νο­μι­λεί” με το πα­πα­δια­μα­ντι­κό, «Η μο­να­δι­κή α­πό­χρω­ση του λευ­κού». Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι ο Σκια­θί­της να βρε­θεί συ­νο­μι­λη­τής, έ­στω μέ­σω δια­με­σο­λα­βη­τή, με την Ε. Λ. Τζέι­μς και το πε­ρι­βό­η­το μπε­στ σέ­λερ της, «Πε­νή­ντα α­πο­χρώ­σεις του γκρι».

Στη συλ­λο­γή υ­πάρ­χει και έ­να δεύ­τε­ρο διή­γη­μα με πα­ρα­πλή­σιο τίτ­λο, «Η μο­να­δι­κή α­πό­χρω­ση του μαύ­ρου». Αυ­τό ε­κτε­νέ­στε­ρο και με τολ­μη­ρές πε­ρι­γρα­φές, συ­νι­στά ου­σια­στι­κό­τε­ρη “συ­νο­μι­λία” με το βρε­τα­νι­κό μπε­στ σέ­λερ. Αρκε­τά, πά­ντως, α­πό τα διη­γή­μα­τα “συ­νο­μι­λού­ν” με πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός γνω­στά έρ­γα. Στο συ­γκε­κρι­μέ­νο διή­γη­μα, λ.χ., α­να­μι­γνύο­νται στην υ­πό­θε­ση, η «Σα­λώ­μη» του Όσκαρ Ουάιλ­ντ, η «Μαύ­ρη ντά­λια», μέ­χρι και «Η Αλί­κη στη χώ­ρα των θαυ­μά­των», που συ­νι­στού­σε το δια­κεί­με­νο του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου της. Η Μα­ρού­τσου, πά­ντο­τε ευ­ρη­μα­τι­κή, δεν αρ­κεί­ται στις δια­κει­με­νι­κές “συ­νο­μι­λίες” των ι­στο­ριών, αλ­λά α­πο­κα­θι­στά ε­πι­προ­σθέ­τως, α­να­με­τα­ξύ τους, μυ­θο­πλα­στι­κούς δε­σμούς. Με στό­χο να δη­μιουρ­γή­σει έ­να πιο στέ­ρεο πλαί­σιο, φρο­ντί­ζει η συλ­λο­γή της να έ­χει σπον­δυ­λω­τό χα­ρα­κτή­ρα. Δη­λα­δή, ο­ρι­σμέ­νοι ή­ρωες να εμ­φα­νί­ζο­νται, ή και α­πλώς να α­να­φέ­ρο­νται στην α­φη­γη­μα­τι­κή ροή, σε δυο ή και τρεις ι­στο­ρίες. Σε δυο διη­γή­μα­τα, μά­λι­στα, ελ­λεί­ψει ή­ρωα κα­τάλ­λη­λου να λει­τουρ­γή­σει ως γε­φυ­ρο­ποιός, ε­πι­στρα­τεύε­ται το βι­βλίο «Σα­λώ­μη», που πα­ρα­χω­μέ­νο στην άμ­μο ρο­δί­τι­κης πα­ρα­λίας αλ­λά­ζει χέ­ρια, ο­πό­τε μνη­μο­νεύε­ται σε αμ­φό­τε­ρα.

Στο μυ­θο­πλα­στι­κό “κολ­λά­ζ” της Μα­ρού­τσου, α­πό ό­λα τα ε­ρω­το­γρα­φή­μα­τα, με τα ο­ποία “συ­νο­μι­λού­ν” οι ι­στο­ρίες της, το μό­νο που ε­μπνέει αι­σθη­σια­κές πε­ρι­γρα­φές εί­ναι το λο­γο­κρι­μέ­νο το 1932 ως πορ­νο­γρά­φη­μα μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς, «Ο ε­ρα­στής της λαί­δης Τσά­τερ­λι», και ό­χι, ό­πως πι­θα­νώς θα α­να­με­νό­ταν, το σύγ­χρο­νο της Τζαίη­μς. Όσο, ό­μως, α­φο­ρά τις δια­φο­ρε­τι­κές εκ­δο­χές της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας, με τις ο­ποίες η συγ­γρα­φέ­ας α­πο­πει­ρά­ται να υ­φά­νει τις ι­στο­ρίες της, ο λε­σβια­κός έ­ρω­τας εί­ναι αυ­τός που α­πο­δί­δει συ­νε­κτι­κές, αυ­τάρ­κεις ι­στο­ρίες. Τρεις τον α­ριθ­μό, α­να­δει­κνύουν πτυ­χές, συ­νυ­φα­σμέ­νες συ­νή­θως με τη γυ­ναι­κεία ι­διο­συ­γκρα­σία, ό­πως οι υ­περ­βάλ­λου­σες συ­ναι­σθη­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις, σε ό­λη τη γκά­μα, α­πό την τρυ­φε­ρό­τη­τα μέ­χρι την ε­ξου­σια­στι­κή σκλη­ρό­τη­τα. Μό­νο που αυ­τές οι ι­στο­ρίες, πα­ρα­δό­ξως, υ­στε­ρούν σε ε­ρω­τι­σμό. Ενώ, άλ­λες ι­στο­ρίες, με δια­φο­ρε­τι­κές σε­ξουα­λι­κές εμ­μο­νές, κα­τα­κλύ­ζο­νται α­πό δια­κει­με­νι­κά ευ­ρή­μα­τα, με α­πο­τέ­λε­σμα ο αι­σθη­σια­σμός των ε­ρω­τι­κών σκη­νών, ό­ταν υ­πάρ­χει, να αρ­δεύε­ται α­πό το πρω­τό­τυ­πο.

Ισως, να εί­μα­στε υ­περ­βο­λι­κά α­παι­τη­τι­κοί α­πό μία συλ­λο­γή ε­ρω­τι­κών ι­στο­ριών. Γι’ αυ­τό, ό­μως, ας ό­ψε­ται η συγ­γρα­φέ­ας, που, με την αρ­χι­κή νου­βέ­λα, «Οι χυ­δαίες ορ­χι­δέες», έ­βα­λε ψη­λά τον πή­χυ των προσ­δο­κιών. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, για νου­βέ­λα πρό­κει­ται, ή έ­στω ι­στο­ρία. Διή­γη­μα, πά­ντως, δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν το εν λό­γω πε­ζό. Αλλά και τις ι­στο­ρίες της Αλίς Μουν­ρό διη­γή­μα­τα δεν τις α­πο­κα­λού­με; Όπως και να έ­χει, αν εκ­δι­δό­ταν αυ­το­τε­λώς, θα συ­νι­στού­σε έ­να α­πό τα πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα πε­ζά στο πε­δίο της ε­ρω­τι­κής λο­γο­τε­χνίας.

Σε αυ­τό, η Μα­ρού­τσου α­πλώ­νει χρο­νι­κά το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς, με κε­ντρι­κή η­ρωί­δα την εγ­γο­νή της Λαί­δης Τσά­τερ­λι και του δα­σο­φύ­λα­κα Μέλ­λο­ρς. Η εγ­γο­νή ζει έ­ναν έ­ρω­τα α­ντί­στοι­χο με ε­κεί­νον της για­γιάς της. Δη­λα­δή, η ι­στο­ρία ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, δί­νε­ται μία εκ­συ­χρο­νι­στι­κή εκ­δο­χή, ό­πως στην πρό­σφα­τη α­με­ρι­κα­νι­κή δια­σκευή. Η εγ­γο­νή της Λαί­δης δια­τη­ρεί μα­ζί με τον σύ­ζυ­γό της φυ­τώ­ριο κα­κτο­ει­δών. Οπό­τε, α­ντί του δα­σο­φύ­λα­κα, μπαί­νει στην οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία κη­που­ρός. Για να δια­τη­ρη­θεί, ό­μως, η κοι­νω­νι­κή δια­φο­ρά του πα­ρεί­σα­κτου με το ζεύ­γος, εί­ναι έ­νας νέ­γρος, με­τα­νά­στης α­πό τη Νι­γη­ρία. Αυ­τή η ε­πι­λο­γή το­νί­ζει τον σαρ­κι­κό και μό­νο έ­ρω­τα, που νιώ­θει γι’ αυ­τόν η στε­ρη­μέ­νη εγ­γο­νή. Για­τί μπο­ρεί ο Άγγλος σύ­ζυ­γος να μην εί­ναι α­νά­πη­ρος ό­πως ο Λόρ­δος Τσά­τερ­λι, πα­ρου­σιά­ζε­ται, ό­μως, ως “α­γα­θός γί­γα­ντας”, ε­λά­χι­στα ε­ρω­τι­κός. Όπως και στην  α­με­ρι­κα­νι­κή εκ­δο­χή, μό­νο που ε­κεί πρό­κει­ται για έ­ναν α­διά­φο­ρο γιά­πη. Αμφό­τε­ροι, πά­ντως, πε­ρι­γρά­φο­νται βο­λι­κοί ως σύ­ζυ­γοι, που ση­μαί­νει πως, εί­τε δεν α­ντι­λαμ­βά­νο­νται το ο­λί­σθη­μα της συ­ζύ­γου εί­τε το συγ­χω­ρούν.

Ο Λώ­ρε­νς, α­ντι­θέ­τως, α­φή­νει α­νοι­χτό το τέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Όταν η Λαί­δη Τσά­τερ­λι κα­τα­λα­βαί­νει ό­τι πε­ρι­μέ­νει παι­δί, ε­γκα­τα­λεί­πει το συ­ζυ­γι­κό μέ­γα­ρο, το ί­διο και ο δα­σο­φύ­λα­κας. Εκεί­νη κα­τα­φεύ­γει στην α­δελ­φή της, ε­κεί­νος πιά­νει δου­λειά σε α­γρό­κτη­μα, αμ­φό­τε­ροι σε α­να­μο­νή των δια­ζυ­γίων της, ελ­πί­ζο­ντας πως θα ξα­να­σμί­ξουν. Την κα­τά­λη­ξη του έ­ρω­τά τους την φα­ντα­σιώ­νε­ται η Μα­ρού­τσου. Τη Λαί­δη, στα 77 της, τη σκο­τώ­νει ο ε­ρα­στής της, σύ­ζυ­γός της πλέ­ον, και με­τά αυ­το­κτο­νεί. Έτσι εί­χαν συμ­φω­νή­σει να “φύ­γου­ν”, ό­ταν πλέ­ον δεν θα ε­παρ­κού­σαν σω­μα­τι­κά για ε­ρω­τι­κές συ­νευ­ρέ­σεις. Κά­πως με­λό, ό­πως δρα­μα­τι­κός πλά­θε­ται και ο βίος της κό­ρης τους, που πρω­τα­γω­νι­στεί στο προ­τε­λευ­ταίο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, το ο­ποίο συ­νι­στά α­ντιε­ρω­τι­κό πό­λο στο «Χυ­δαία ορ­χι­δέ­α», πα­ρά την κοι­νή τους μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή πη­γή. Κα­τά τα άλ­λα, η δια­κει­με­νι­κή “συ­νο­μι­λία” με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς α­ντι­πα­ρέρ­χε­ται την κρι­τι­κή του για την κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση της ε­πο­χής του και την πί­στη του, πως έ­να νέο κα­θε­στώς σχέ­σεων των δυο φύ­λων θα διόρ­θω­νε τα τρω­τά. Ανα­με­νό­με­νο, α­φού τα ό­ποια τρω­τά του πο­λι­τι­σμού, σή­με­ρα πλέ­ον, ε­λά­χι­στα ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό τις σχέ­σεις των δυο φύ­λων. Άλλω­στε, ποια­νών φύ­λων;  

Εκεί­νο, πά­ντως, που θα ζή­λευε α­κό­μη και έ­νας Ντ. Χ. Λώ­ρε­νς στη νου­βέ­λα της Μα­ρού­τσου, εί­ναι η διάν­θι­ση των ε­ρω­τι­κών πε­ρι­γρα­φών με ποι­κι­λία α­πό ορ­χι­δέες, δι­κής της ο­νο­μα­το­θε­σίας, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την “χυ­δαία” ορ­χι­δέα του τίτ­λου. Πράγ­μα­τι, η ορ­χι­δέα, αυ­τή κα­θαυ­τή, προ­σφέ­ρε­ται για ι­στο­ρίες με σε­ξουα­λι­κές συν­δη­λώ­σεις. Ωστό­σο, συ­νή­θως, ως τίτ­λος μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ο συμ­βο­λι­σμός α­φο­ρά άλ­λες ι­διό­τη­τές της, ό­πως η α­ντο­χή της στις ε­ξω­τε­ρι­κές συν­θή­κες στο πα­λαιό­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα της Καί­της Οι­κο­νό­μου, «Λευ­κή ορ­χι­δέ­α». Κι ό­μως, η όρ­χις η άρ­ρην εί­ναι έ­να προ­κλη­τι­κά αμ­φί­φυ­λο φυ­τό, ό­που η μεν ο­νο­μα­σία ο­φεί­λε­ται στους δυο ρι­ζι­κούς κον­δύ­λους, αλ­λά το άν­θος, με τη διά­τα­ξη σέ­πα­λων και πε­τά­λων, προ­σο­μοιά­ζει με αι­δοίο.

Για ε­ξώ­φυλ­λο, ε­πι­λέ­χθη­κε ο πί­να­κας της α­με­ρι­κα­νί­δας ζω­γρά­φου Τζώρτ­ζιας Ο’Κη­φ, συ­νο­μή­λι­κης του Ντ. Χ. Λώ­ρε­νς, «Μαύ­ρη Ίρις ΙΙ», έρ­γο του 1936. Ενώ, ο προ­η­γού­με­νος, «Μαύ­ρη Ίρις Ι», εί­ναι της ί­διας ε­πο­χής με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς. Λε­σβία η Ο’Κη­φ, στους πιο εν­δια­φέ­ρο­ντες πί­να­κές της, ει­κο­νί­ζει με­γε­θυ­μέ­να άν­θη και όρ­γα­να φυ­τών, που ε­πι­δέ­χο­νται συμ­βο­λι­κές ερ­μη­νείες. Με­τα­ξύ άλ­λων, φι­λο­τε­χνεί πί­να­κες με ορ­χι­δέες και ί­ρι­δες, σε­ξουα­λι­κώς τολ­μη­ρούς, με τα άν­θη σύμ­φυ­τα θη­λυ­κά. Ποια ά­ρα­γε α­πό τις τρεις γυ­ναί­κες συ­νερ­γούς στην έκ­δο­ση – συγ­γρα­φέα, εκ­δό­τρια, σχε­διά­στρια ε­ξω­φύλ­λου – εί­χε την ι­δέα να ταυ­τί­σει την «Μαύ­ρη Ίρι­δα» με την «Χυ­δαία ορ­χι­δέ­α»;

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/1/2016.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Τύχες Παπατσώνη

Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου
«Τά­κης Πα­πα­τσώ­νης»
Εκδ. Γα­βριη­λί­δης
Απρ. 2009

Εφέ­τος, στις 26 Ιου­λίου, συ­μπλη­ρώ­νο­νται 40 χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη. Λη­σμο­νη­μέ­νος την πρώ­τη 25ε­τία, τα τε­λευ­ταία χρό­νια ό­λο και κά­ποιοι τον θυ­μού­νται. Αν και ό­χι συ­στη­μα­τι­κά, δεί­χνουν μάλ­λον ως με­μο­νω­μέ­νες πρω­το­βου­λίες. Ενδει­κτι­κά α­να­φέ­ρου­με, ό­τι οι βα­σι­κές τρεις συ­να­γω­γές των δο­κι­μίων του, το δί­το­μο «Ο τε­τρα­πέ­ρα­τος κό­σμος» (1966 & 1976) και το «Όπου ην κή­πος» (1972), εί­ναι ε­δώ και χρό­νια ε­ξαν­τλη­μέ­νες. Οι δυο εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, στους ο­ποίους στε­γά­ζε­ται το έρ­γο του, φαί­νε­ται να μην έ­χουν α­ντί­λη­ψη του κε­νού, που αυ­τή η α­μέ­λεια δη­μιουρ­γεί στην προ­σέγ­γι­ση του έρ­γου του. Δο­θέ­ντος, βε­βαίως, ό­τι ζού­με σε μία χώ­ρα, που το εί­δος δα­νει­στι­κή βι­βλιο­θή­κη έ­χει προ πολ­λού ε­κλεί­ψει για τους πλη­βείους των γραμ­μά­των. Στα βι­βλιο­πω­λεία δια­τί­θε­νται ο τό­μος με την ποίη­σή του και τα τα­ξι­διω­τι­κά του.
Δη­μο­σιεύο­νται, πά­ντως, α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών. Ο Πα­πα­τσώ­νης, εν ζωή και πα­ρά την μα­κρο­η­μέ­ρευ­σή του, χά­ρη­κε μό­λις δυο, κι αυ­τά την στερ­νή του τε­τρα­ε­τία, κο­ντά ο­γδο­ντά­χρο­νος, ό­ντας α­κα­δη­μαϊκός. Το πρώ­το α­φιέ­ρω­μα, μά­λι­στα, το 1973, εί­ναι α­πό το κυ­πρια­κό πε­ριο­δι­κό «Πνευ­μα­τι­κή Κύ­προς» του Κύ­πρου Χρυ­σάν­θη. Έγι­νε με κυ­πρια­κή πρω­το­βου­λία, πα­ρό­τι ο κο­σμο­γυ­ρι­σμέ­νος Πα­πα­τσώ­νης την Κύ­προ δεν την εί­χε ε­πι­σκε­φθεί, ε­κεί­νη τον τί­μη­σε, ό­πως γρά­φει συ­γκι­νη­μέ­νος στον Χρυ­σάν­θη. Να ση­μειώ­σου­με πως τα πρώ­τα α­φιε­ρώ­μα­τα στον Κα­βά­φη και τον Πα­λα­μά εί­ναι ε­πί­σης α­πό κυ­πρια­κά πε­ριο­δι­κά. Αυ­τή η φρο­ντί­δα των Κυ­πρίων για την ελ­λα­δι­κή λο­γο­τε­χνία δεν έ­χει α­ντί­στοι­χα ε­πι­ση­μαν­θεί και ε­κτι­μη­θεί. Αντί­θε­τα, η ελ­λα­δι­κή αυ­τα­ρέ­σκεια καλ­λιερ­γεί την ε­ντύ­πω­ση, πως ο λο­γο­τε­χνι­κός χώ­ρος της Μη­τρό­πο­λης στη­ρί­ζει την κυ­πρια­κή λο­γο­τε­χνία.
Εντός της τε­λευ­ταίας πε­ντα­ε­τίας, ω­στό­σο, τρία λο­γο­τε­χνι­κά έ­ντυ­πα α­ξιο­λό­γη­σαν α­φιέ­ρω­μα στον Πα­πα­τσώ­νη: α) Ιούλ. 2011 το περ. «Μα­νι­φέ­στο», β) Ιούν. 2013 η «Αθη­ναϊκή ε­πι­θεώ­ρη­ση του βι­βλίου» και  γ) Φεβ. 2015 το περ. «Κου­κού­τσι». Ενώ, Ιούν. 2015, ε­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε αυ­τό­νο­μο το πρώ­το, ως α­φιέ­ρω­μα στα “120 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Πα­πα­τσώ­νη”. Αθροί­ζο­νται συ­νο­λι­κά 20 συ­νερ­γά­τες, με τρεις α­πό αυ­τούς να συμ­με­τέ­χουν σε δυο α­φιε­ρώ­μα­τα. Κυ­ριαρ­χούν οι ποιη­τές, με­τρη­μέ­νοι οι με­λε­τη­τές, εάν μεί­νου­με στην κύ­ρια ι­διό­τη­τα του κα­θε­νός. Πέ­ντε-έ­ξι της γε­νιάς του ’70, α­που­σιά­ζει η γε­νιά του ’80, κυ­ριαρ­χούν οι με­τα­γε­νέ­στε­ροι, γεν­νη­μέ­νοι στην 25ε­τία, 1960-1985.
Τα τρία α­φιε­ρώ­μα­τα δια­κρί­νο­νται α­πό το  διτ­τό εν­δια­φέ­ρον που α­νέ­κα­θεν προ­κα­λού­σε το έρ­γο του Πα­πα­τσώ­νη, με τους πρω­το­στα­τού­ντες να παίρ­νουν τη σκυ­τά­λη α­πό τους πα­λαιό­τε­ρους. Της «Επι­θεώ­ρη­σης του βι­βλίου» ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη νεω­τε­ρι­κό­τη­τα της στι­χουρ­γι­κής του, ε­νώ, των δυο πε­ριο­δι­κών, στη θε­ο­λο­γι­κή διά­στα­ση του έρ­γου του. Στο θέ­μα της στι­χουρ­γι­κής, ο Νά­σος Βα­γε­νάς συ­νε­χί­ζει στη γραμ­μή του Αλέξ. Αργυ­ρίου, που, α­πό τη θέ­ση του γραμ­μα­το­λό­γου, το­πο­θέ­τη­σε τον Πα­πα­τσώ­νη χρο­νο­λο­γι­κά πρώ­το στους νεω­τε­ρι­κούς ποιη­τές του Με­σο­πο­λέ­μου. Από τη θέ­ση του κα­θη­γη­τή, ω­θεί νεό­τε­ρους στην εκ­πό­νη­ση σχε­τι­κών δι­δα­κτο­ρι­κών δια­τρι­βών, ό­πως τους δυο συ­νερ­γά­τες στο α­φιέ­ρω­μα, Δ. Ελευ­θε­ρά­κη και Β. Ρούσ­σου.
Τα δυο άλ­λα έρ­χο­νται ως συ­νέ­χεια του α­φιε­ρω­μέ­νου στον Πα­πα­τσώ­νη πρώ­του «Τε­τρά­διου Ευ­θύ­νης», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Μάι. 1976 και το ο­ποίο, ο ί­διος, μό­λις που πρό­λα­βε να χα­ρεί και να ευ­χα­ρι­στή­σει τον φί­λο και εκ­δό­τη του, Κώ­στα Τσι­ρό­που­λο. Φί­λοι του Τσι­ρό­που­λου και συ­νε­χι­στές  του πε­ριο­δι­κού του, οι δυο Δη­μή­τρη­δες, Κο­σμό­που­λος και Αγγε­λής, που, συ­νερ­γά­τες α­κό­μη το 2011, στή­νουν το α­φιέ­ρω­μα του περ. «Μα­νι­φέ­στο», ό­που ο δεύ­τε­ρος κα­ταρ­τί­ζει το Χρο­νο­λό­γιο. Στο έ­τε­ρο α­φιέ­ρω­μα, η ε­πι­λο­γή κει­μέ­νων εί­ναι του Λα­μιώ­τη ποιη­τή Κώ­στα Ρι­ζά­κη.
Στην ι­σχνή βι­βλιο­γρα­φία Πα­πα­τσώ­νη, το 2008 προ­στέ­θη­κε και έ­να βι­βλίο. Ο Αργυ­ρίου συ­γκέ­ντρω­σε τα κεί­με­νά του για τον Πα­πα­τσώ­νη: δυο πα­λαιό­τε­ρα (1964, 1973) και, ως κυ­ρίως σώ­μα, έ­να α­δη­μο­σίευ­το, που προέ­κυ­ψε α­πό τέσ­σε­ρεις ο­μι­λίες-μα­θή­μα­τα του 1984, ό­ταν συ­μπλη­ρώ­νο­νταν 50 χρό­νια α­πό την πρώ­τη έκ­δο­ση της πρώ­της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του, «Εκλο­γή, Α΄». Πα­ρό­τι τα κεί­με­να δεν υ­πο­βλή­θη­καν σε ε­πι­πλέ­ον βά­σα­νο με την προο­πτι­κή της έκ­δο­σης, ο α­φη­γη­μα­τι­κός τρό­πος τους α­πο­κα­θι­στά τη συ­νέ­χεια. Ο Αργυ­ρίου πα­ρου­σιά­ζει τον Πα­πα­τσώ­νη σε α­ντι­πα­ρα­βο­λή με τους Κα­ρυω­τά­κη και Σε­φέ­ρη. Με αυ­τόν τον τρό­πο, σχη­μα­τί­ζει μία τριαν­δρία της νεω­τε­ρι­κής πρω­το­πο­ρίας, την ο­ποία δια­χω­ρί­ζει α­πό τους α­μέ­σως προ­η­γού­με­νους, “της α­να­νεω­μέ­νης πα­ρά­δο­σης”, τους ο­ποίους α­φή­νει ως βά­θος πε­δίου στο ξε­τύ­λιγ­μα της συλ­λο­γι­στι­κής του: “Τρεις ποιη­τές που γεν­νή­θη­καν μέ­σα σε μια ε­ξα­ε­τία 1895-1900, δη­λα­δή σε έ­να πε­ρι­βάλ­λον χω­ρίς αι­σθη­τές με­τα­βο­λές τό­σο στο κοι­νω­νι­κό ό­σο και στο καλ­λι­τε­χνι­κό πε­δίο, φαί­νε­ται πε­ρίερ­γο να πα­ρου­σιά­ζουν τό­σες δια­φο­ρές στο έρ­γο τους.”
Το δυ­σε­ξή­γη­το προ­κύ­πτει, του­λά­χι­στον εν μέ­ρει, α­πό τον μη συ­νυ­πο­λο­γι­σμό του οι­κο­γε­νεια­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Απο­φεύ­ξι­μος μεν ο βιο­γρα­φι­σμός, αλ­λά η δια­κρι­τι­κή χρή­ση του συ­χνά φω­τί­ζει κα­τα­στά­σεις. Ανε­ξάρ­τη­τα α­πό τα ό­ποια τα­λέ­ντα τους, οι δυο α­πό αυ­τούς βρή­καν το δρό­μο α­νοι­χτό μπρο­στά τους. Εκτός α­πό τη σχε­τι­κά μι­κρή η­λι­κια­κή δια­φο­ρά, έ­να άλ­λο κοι­νό ση­μείο εί­ναι ό­τι και οι τρεις σπου­δά­ζουν νο­μι­κά. Οι δυο με­γα­λύ­τε­ροι, Μω­ραΐτες στην κα­τα­γω­γή, στο Αθή­νη­σι και μά­λι­στα, πα­ρά τη δια­φο­ρά η­λι­κίας, κο­ντά δυο χρό­νια, εγ­γρά­φο­νται την ί­δια χρο­νιά στο Πα­νε­πι­στή­μιο, Σεπ. 1913. Ο Μι­κρα­σιά­της Σε­φέ­ρης στο Πα­ρί­σι, που ση­μαί­νει ευ­θύς ε­ξαρ­χής δια­φο­ρε­τι­κό πο­λι­τι­στι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Εκεί α­πο­κτά τον δια βίου φί­λο, έως και με­τα­θα­νά­τιο α­ρω­γό, Γιώρ­γο Κα­τσί­μπα­λη. Σε α­ντί­στοι­χο ρό­λο, ο Κα­ρυω­τά­κης, τον Χα­ρί­λαο Σα­κελ­λα­ριά­δη. Έχουν προ­η­γη­θεί οι γυ­μνα­σια­κές σπου­δές, ό­που οι τύ­χες των τριών στά­θη­καν τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κές. Σχο­λή Σαι­ντ Ζο­ζέφ ο Πα­πα­τσώ­νης, ε­νώ οι δυο άλ­λοι αλ­λά­ζουν σχο­λεία· γυ­μνά­σια της ε­παρ­χίας ο Κα­ρυω­τά­κης, πρό­τυ­πα σε Σμύρ­νη και Αθή­να ο Σε­φέ­ρης.
Κοι­νό ση­μείο, η εκ­μά­θη­ση ξέ­νων γλωσ­σών. Οι δυο πρε­σβύ­τε­ροι φέ­ρε­ται να την ο­φεί­λουν σε μη­τέ­ρες, που κρα­τούν α­πό αρ­χο­ντι­κές οι­κο­γέ­νειες. Άλλο, βε­βαίως, ευ­γε­νείς της Ανκό­να και άλ­λο, Τρι­πο­λι­τσιώ­τες άρ­χο­ντες. Όπως και να έ­χει, ο Πα­πα­τσώ­νης α­πο­φοι­τά το 1917 και το 1918 προσ­λαμ­βά­νε­ται στο Υπουρ­γείο Οι­κο­νο­μι­κών. Ο Κα­ρυω­τά­κης παίρ­νει την ά­δεια δι­κη­γό­ρου Ιαν. 1919 και Οκτ. διο­ρί­ζε­ται στη Νο­μαρ­χία Θεσ­σα­λο­νί­κης. Στα 18 του φέ­ρε­ται να έ­χει βλέ­ψεις για στα­διο­δρο­μία δι­πλω­μά­τη. Αυ­τήν την ε­ξα­σφά­λι­σε ο Σε­φέ­ρης, γιος κα­θη­γη­τή Πα­νε­πι­στη­μίου. Και του Κα­ρυω­τά­κη ή­ταν ε­πι­στή­μο­νας, αλ­λά νο­μο­μη­χα­νι­κός. Το ε­πάγ­γελ­μα του πα­τρός Πα­πα­τσώ­νη λεί­πει στα χρο­νο­λό­για, ω­στό­σο εί­ναι γό­νος Μεσ­σή­νιων προ­ε­στών, που αν­δρα­γά­θη­σαν στην Επα­νά­στα­ση, με ε­ξέ­χου­σες θέ­σεις με­τε­πα­να­στα­τι­κά.            
Στα προ­γο­νι­κά του Πα­πα­τσώ­νη, ο Αργυ­ρίου συγ­χέει τον βίο του παπ­πού του, Πα­να­γιώ­τη Πα­πα­τσώ­νη, με ε­κεί­νους των δυο α­δελ­φών του. Ο με­γα­λύ­τε­ρος, ο Δη­μή­τρης, ή­ταν αυ­τός που πο­λέ­μη­σε δί­πλα στον Κο­λο­κο­τρώ­νη, φυ­λα­κί­στη­κε μα­ζί του και σκο­τώ­θη­κε μα­χό­με­νος κα­τά του Ιμπραή­μ, το 1825. Ενώ, υ­πα­σπι­στής του Όθω­να χρη­μά­τι­σε ο μι­κρό­τε­ρος α­δελ­φός, ο Ιωάν­νης. Ο Πα­να­γιώ­της δια­δέ­χθη­κε τον α­δελ­φό του στην αρ­χη­γία πο­λυά­ριθ­μου έ­νο­πλου σώ­μα­τος. Με­τε­πα­να­στα­τι­κά ε­ξε­λέ­γη κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη δή­μαρ­χος. Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, ά­φη­σε α­πο­μνη­μό­νευ­μα για τους α­γώ­νες της οι­κο­γέ­νειας και την οι­κο­νο­μι­κή βοή­θεια, που αυ­τή πρό­σφε­ρε στον Αγώ­να. Για­τί ο προ­πάπ­πος, Ανα­γνώ­στης Πα­πα­τσώ­νης, προ­ε­στός, με την εύ­νοια Σουλ­τά­νου και ντό­πιου Πα­σά, δια­τη­ρού­σε την ε­πι­καρ­πία α­πό τσι­φλί­κι 40-45 χω­ριών, ο­λό­κλη­ρη ε­παρ­χία, αυ­τήν του Εμβλα­κίου Μεσ­ση­νίας, ση­με­ρι­νής Εύας. Να ση­μειώ­σου­με, πως η οι­κο­γέ­νεια Πα­πα­τσώ­νη συγ­γε­νεύει με τον Κα­νέλ­λο Δε­λη­γιάν­νη, αλ­λά και τον Τέλ­λο Άγρα, τον Μα­κε­δο­νο­μά­χο.
Ο Αργυ­ρίου α­πο­πει­ρά­ται α­να­σύ­στα­ση του βίου του, ό­σο του ε­πι­τρέ­πουν τα βιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, που ε­ξα­κο­λου­θούν να πα­ρου­σιά­ζουν κε­νά. Ση­μειώ­νει την έλ­λει­ψη στοι­χείων “για την κα­τα­γω­γή του που θα μπο­ρού­σαν εν­δε­χο­μέ­νως να ε­ξη­γή­σουν και τον κα­θο­λι­κι­σμό του”, σχε­τι­κά με τον ο­ποίο προ­χω­ρά σε υ­πο­θέ­σεις. Οπωσ­δή­πο­τε εύ­λο­γες, αλ­λά α­παι­τούν τεκ­μη­ρίω­ση. Ο Κί­μων Φράιερ τον α­να­φέ­ρει, χω­ρίς σχε­τι­κή πα­ρα­πο­μπή, ως “κα­τευ­θείαν α­πό­γο­νο της Μαρ­κη­σίας di Bartoli di Ancona, πα­λαιάς οι­κο­γέ­νειας κα­θο­λι­κών, που α­νέ­δει­ξε πολ­λούς σπου­δαίους κλη­ρι­κούς”.  Ως πλη­ρο­φο­ρία ε­λά­χι­στα δια­φω­τί­ζει την θρη­σκευ­τι­κή ταυ­τό­τη­τα και στά­ση ζωής του ποιη­τή. Όσο για τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό nobilissimus, ο Πα­πα­τσώ­νης μπο­ρεί να τον ε­πι­στρα­τεύει ως δη­λω­τι­κό “υ­πε­ρο­χής”, μάλ­λον, ό­μως, ως τίτ­λος τι­μής, α­νή­κει στην οι­κο­γέ­νεια. Αλλά και πά­λι, ό­χι ως “κα­τα­γό­με­νης α­πό τη βυ­ζα­ντι­νή αυ­το­κρα­το­ρι­κή οι­κο­γέ­νεια των Κο­μνη­νώ­ν”. Το νω­βε­λίσ­σι­μος, ο ευ­γε­νέ­στα­τος, εί­ναι τι­μη­τι­κός τίτ­λος της βυ­ζα­ντι­νής αυ­λι­κής ιε­ραρ­χίας, που, μέ­χρι τους Κο­μνη­νούς, δι­νό­ταν μό­νο σε μέ­λη της αυ­το­κρα­το­ρι­κής οι­κο­γέ­νειας, ε­νώ, με­τέ­πει­τα, πα­ρα­χω­ρεί­το και ως προ­νό­μιο.
Σχε­τι­κά με τα βιο­γρα­φι­κά κε­νά, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, σε άρ­θρο, που ε­πέ­χει θέ­ση νε­κρο­λο­γίας, σχο­λιά­ζει: “Προϋπό­θε­ση για ο­ποια­δή­πο­τε σο­βα­ρή με­λέ­τη πά­νω στον ποιη­τή και το έρ­γο, εί­ναι η συ­στη­μα­τι­κή έ­ρευ­να του αρ­χείου του... Η έ­ρευ­να αυ­τή θα βο­η­θού­σε ση­μα­ντι­κά να συ­ντα­χθούν με κά­ποια ε­πάρ­κεια δυο βα­σι­κά όρ­γα­να με­λέ­της: η Βι­βλιο­γρα­φία... και το χρο­νο­λό­γιο των έρ­γων και η­με­ρών, τό­σο του δη­μό­σιου ά­ντρα ό­σο και του λο­γο­τέ­χνη.” Ωστό­σο, με το θά­να­το της συ­ζύ­γου του Πα­πα­τσώ­νη, θα πρέ­πει να α­ντι­λή­φθη­κε το α­νέ­φι­κτο πα­ρό­μοιων σχε­δια­σμών. Εκεί­νη ε­τοί­μα­ζε την έκ­δο­ση τρί­του τό­μου, μία στα­χυο­λό­γη­ση α­πό τα ευ­ρι­σκό­με­να, ως «Εκλο­γή, Γ΄», με τη βοή­θεια του Τσι­ρό­που­λου. Η κό­ρη του, Μα­ρία, μο­να­δι­κή πλέ­ον κλη­ρο­νό­μος, μα­ταίω­σε την έκ­δο­ση, α­να­κοι­νώ­νο­ντας πως δεν θα προ­βεί ού­τε θα ε­πι­τρέ­ψει κα­μία δη­μο­σίευ­ση και έκ­δο­ση έρ­γου του ή ι­διω­τι­κών εγ­γρά­φων του, ό­πως ε­πι­στο­λές. Για το α­λη­θές του λό­γου, οι ε­πι­στο­λές του προς Γιο­λά­ντα Πέ­γκλη, που εκ­δό­θη­καν σε βι­βλίο το 1994, α­πο­σύρ­θη­καν.
Ο Σαβ­βί­δης ή­θε­λε να “α­ντα­πο­κρι­θεί στο χρέ­ος που το έρ­γο του Πα­πα­τσώ­νη α­παι­τεί για λο­γα­ρια­σμό των ου­σια­στι­κών πνευ­μα­τι­κών του κλη­ρο­νό­μων, δη­λα­δή για το πλα­τύ και ο­λοέ­να α­να­νε­ού­με­νο κοι­νό α­να­γνω­στών της με­γά­λης ποίη­σης.” Αλλά και η κό­ρη, νυμ­φευό­με­νη τον δι­πλω­μά­τη και με­τέ­πει­τα πρέ­σβη Αλέ­ξαν­δρο Κου­ντου­ριώ­τη, γιο του ε­πί­σης πρέ­σβη Ανδρέα Κου­ντου­ριώ­τη, μάλ­λον ο­χυ­ρω­νό­ταν α­πέ­να­ντι στην ε­ρευ­νη­τι­κή πε­ριέρ­γεια, που θα προ­κα­λού­σαν οι θη­σαυ­ροί του αρ­χείου του, ό­πως τους πε­ρι­γρά­φει ο Σαβ­βί­δης, γνω­ρί­ζο­ντάς τον προ­σω­πι­κά. Κι ό­μως, σα­ρά­ντα χρό­νια με­τά, ο α­πο­κλει­σμός έκ­δο­σης, του­λά­χι­στον του έρ­γου, φαί­νε­ται υ­περ­βο­λι­κός. Μέ­χρι και ά­δι­κος α­πέ­να­ντι σε έ­ναν δη­μιουρ­γό, που κου­βα­λού­σε την πι­κρία του α­δι­κη­μέ­νου.  
Επα­νερ­χό­με­νοι στην τριαν­δρία, ο Αργυ­ρίου σκια­γρα­φεί τη σχέ­ση Σε­φέ­ρη-Πα­πα­τσώ­νη. Ο Βα­γε­νάς στο βι­βλίο του «Η πα­ρα­μόρ­φω­ση του Κα­ρυω­τά­κη» συ­γκε­ντρώ­νει τα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να αυ­τής της σχέ­σης, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας πως η φι­λία τους δια­τα­ρά­χτη­κε μεν το 1931, με την έκ­δο­ση της πρώ­της συλ­λο­γής του Σε­φέ­ρη και του βι­βλίου για τον Σε­φέ­ρη του Ανδρέα Κα­ρα­ντώ­νη, αλ­λά ε­πα­νήλ­θε. Ο Αργυ­ρίου δεί­χνει ε­πι­φυ­λα­κτι­κός, του­λά­χι­στον ως προς τα αι­σθή­μα­τα του Πα­πα­τσώ­νη. Αμφό­τε­ροι, πά­ντως, α­πο­δέ­χο­νται τον φι­λέ­ται­ρο και μα­κρό­θυ­μο Σε­φέ­ρη.
Ωστό­σο, η αλ­λη­λο­γρα­φία Κα­τσί­μπα­λη-Σε­φέ­ρη δί­νει μάλ­λον δια­φο­ρε­τι­κή ει­κό­να για τη σχέ­ση τους. Λ.χ., η αλ­λη­λο­ε­κτί­μη­ση πριν το 1931 δεν δεί­χνει δε­δο­μέ­νη, ό­ταν ο Σε­φέ­ρης, το 1932, τον α­πο­κα­λεί “υ­στε­ρι­κή πά­πισ­σα”. Επί­σης, τη μη δη­μο­σίευ­ση της α­πα­ντη­τι­κής ε­πι­στο­λής του στην ε­πί­θε­ση Πα­πα­τσώ­νη δεν την α­πο­φά­σι­σε ο ί­διος. Ο Κα­τσί­μπα­λης την συμ­βού­λευ­σε, για­τί την εύ­ρι­σκε “α­δύ­να­τη”, δη­λα­δή ό­χι αρ­κε­τά πει­στι­κή, ο­πό­τε και θεω­ρού­σε πως “θα τον έ­βλα­πτε”. Πα­ρό­τι ο Κα­τσί­μπα­λης ή­ταν συ­νο­μή­λι­κός του, λει­τουρ­γού­σε ως φύ­λα­κας άγ­γε­λος της δη­μό­σιας ει­κό­νας του. Αντί­θε­τα, η συ­ζυ­γι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία Σε­φέ­ρη, στην ο­ποία ο Βα­γε­νάς πα­ρα­πέ­μπει, στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις Μα­ρώς-“Πα­πα­τσώ­νη­δω­ν” και ε­λά­χι­στα προ­σφέ­ρε­ται ως μαρ­τυ­ρία αι­σθη­μά­των. Όπως και να έ­χει, το ε­πι­στέ­γα­σμα των ε­ξαρ­χής σε α­πό­κλι­ση συγ­γρα­φι­κών κα­τευ­θύν­σεων έρ­χε­ται το 1963, ό­ταν, στον Σε­φέ­ρη, α­πο­νέ­με­ται το βρα­βείο Νό­μπελ και στον Πα­πα­τσώ­νη, το Α΄ Κρα­τι­κό Βρα­βείο Ποίη­σης.
Όσο για το κυ­ρίως θέ­μα, τον σχο­λια­σμό του ποιη­τι­κού και δο­κι­μια­κού έρ­γου του Πα­πα­τσώ­νη, μάλ­λον δεν εν­δια­φέ­ρει τον α­να­γνώ­στη, που αυ­τές τις “ά­γιες η­μέ­ρες” α­νυ­πο­μο­νεί να ε­νη­με­ρω­θεί α­πό τους ει­δή­μο­νες για τις γιορ­τα­στι­κές προ­τά­σεις τους. Άλλω­στε κά­θε ε­φη­με­ρί­δα έ­χει το α­να­γνω­στι­κό της κοι­νό.  Αυ­τό της δι­κής μας, πι­θα­νόν να έ­δει­χνε κά­ποιο εν­δια­φέ­ρον για το μο­να­δι­κό βι­βλίο του, που ε­πα­νεκ­δό­θη­κε στον τρέ­χο­ντα αιώ­να. Πρό­κει­ται για το ο­δοι­πο­ρι­κό «Άσκη­ση στον Άθω». Αυ­τό λοι­πόν, προέ­κυ­ψε το 1927 ύ­στε­ρα α­πό πε­ντά­μη­νη ε­κεί δια­μο­νή, εκ­δό­θη­κε το 1963 και το 2011, που η πλη­γή της κρί­σης άρ­χι­σε να κα­κο­φορ­μί­ζει, έ­γι­νε η ε­πα­νέκ­δο­ση. Στα υ­πό­λοι­πα, ό­σα του­λά­χι­στον α­που­σιά­ζουν, προ­βλέ­πε­ται ε­πα­νέκ­δο­ση... του α­γίου πο­τέ. Με άλ­λα λό­για, αυ­τές εί­ναι οι τύ­χες σε ι­διό­τυ­πες πε­ρι­πτώ­σεις, ό­πως αυ­τή του Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/1/2016.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Γεύση μιας επετείου

Νά­σος Βα­γε­νάς
«Η Πα­ρα­μόρ­φω­ση
του Κα­ρυω­τά­κη»
Εκδ. Μι­κρή Άρκτος
Νοέ. 2015

 
Το 2016, με­τα­ξύ άλ­λων ε­πε­τείων, πα­ρα­τάσ­σο­νται και δυο ση­μα­ντι­κών λο­γο­τε­χνώ­ν· ε­νός της πε­ζο­γρα­φίας και ε­νός της ποίη­σης. Ως ε­πέ­τειος, βα­ραί­νει αυ­τή του Μι­χαήλ Μη­τσά­κη, κα­θώς πρό­κει­ται για ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα α­πό τον θά­να­τό του. Ως λο­γο­τε­χνι­κό ό­νο­μα, ό­μως, μάλ­λον κερ­δί­ζει ο Κώ­στας Κα­ρυω­τά­κης, με τη συ­μπλή­ρω­ση 120 ε­τών α­πό τη γέν­νη­σή του. Συ­μπτω­μα­τι­κά, σε αυ­τούς τους δυο, σταυ­ρώ­νο­νται οι γεν­νή­σεις με τους θα­νά­τους τους. Το 2018, θα συ­μπλη­ρώ­νο­νται ε­νά­μι­σι αιώ­νας α­πό τη γέν­νη­ση του Μη­τσά­κη (αν δε­χτού­με, ό­πως έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει, το 1868 ως έ­τος γέν­νη­σης και ό­χι το 1863) και 90 έ­τη α­πό την αυ­το­χει­ρία του Κα­ρυω­τά­κη. Κα­τά τα άλ­λα, το 1896, η γέν­νη­ση του Κα­ρυω­τά­κη συ­μπί­πτει με τον “δια­νο­η­τι­κό θά­να­το” του Μη­τσά­κη, τον ο­ποίο ση­μα­το­δο­τεί ο ε­γκλει­σμός του στο Δρο­μο­καΐτειο, στις 17 Απρ. 1896. Υπό μία έν­νοια ό­μως, θα μπο­ρού­σε να εί­χε κι αυ­τός εγ­γρα­φεί στους αυ­τό­χει­ρες της λο­γο­τε­χνίας. Αρκεί, το 1894, η πι­στο­λιά της Πά­τρας να εί­χε συ­ντε­λε­σθεί. Μη έ­χο­ντας, ό­μως, ο Μη­τσά­κης την α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα του αυ­τό­χει­ρα της Πρέ­βε­ζας, συ­νέ­χι­σε το τα­ξί­δι του για την Κέρ­κυ­ρα, έ­γρα­ψε τον «Αυ­τό­χει­ρα» και ε­πέ­στρε­ψε στην Αθή­να. Αυ­τός έ­στει­λε τον «Αυ­τό­χει­ρα» στην ε­φημ. «Ακρό­πο­λη» προς δη­μο­σίευ­ση και οι δι­κοί του τον ί­διο πί­σω στο Άσυ­λο της Κέρ­κυ­ρας.   
Το 1986, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, σε α­να­κοί­νω­σή του στο Επι­στη­μο­νι­κό Συ­μπό­σιο για τον Κα­ρυω­τά­κη, αυ­το­σαρ­κα­ζό­με­νος, α­πο­κα­λεί ε­αυ­τόν “φι­λο­λο­γι­κό χα­φιέ”, σχο­λιά­ζο­ντας: “Τρια­ντά­χρο­νος ο Κα­ρυω­τά­κης, έ­μει­νε α­νύ­πα­ντρος διό­τι ή­ταν συ­φι­λι­δι­κός - ό­πως ο Βι­ζυη­νός ή ο Μη­τσά­κης ή ο Φι­λύ­ρας, οι ο­ποίοι πέ­θα­ναν τρε­λοί.” Πα­ρά μία σφαί­ρα, λοι­πόν, ο έ­νας έ­μει­νε στους τρε­λούς και ο άλ­λος στους αυ­τό­χει­ρες. Κα­τά τα άλ­λα, πέ­ρα­σαν α­πό τα ί­δια μέ­ρη - στα έ­δρα­να της Νο­μι­κής του Αθή­νη­σι, στην Πά­τρα - αλ­λά, με η­λι­κια­κή δια­φο­ρά μίας γε­νιάς, δεν συ­να­ντή­θη­καν. Συ­μπτω­μα­τι­κά, ο Κα­ρυω­τά­κης, και τις δυο φο­ρές, που βρέ­θη­κε στην Πά­τρα - στα 13 και τα 32 του – α­σχο­λεί­το με τον πε­ζό λό­γο. Θα μπο­ρού­σε ά­ρα­γε να εί­χε δια­βά­σει Μη­τσά­κη; Η δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του Κώ­στα Στερ­γιό­που­λου, «Οι ε­πι­δρά­σεις στο έρ­γο του Κα­ρυω­τά­κη», πε­ριο­ρί­ζε­ται στον ποιη­τή. Πιο ε­πί­και­ρη εί­ναι η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο, το 2016, θα μνη­μο­νευ­θούν οι συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­πέ­τειοι. Με τα Ιδρύ­μα­τα να υ­πο­λει­τουρ­γούν, διό­λου α­πί­θα­νο να μην μνη­μο­νευ­θεί κα­μία ε­πέ­τειος. Για τις συ­γκε­κρι­μέ­νες, πι­θα­νόν να υ­πάρ­ξουν με­μο­νω­μέ­νες δη­μο­σιεύ­σεις, ί­σως και κά­ποιο α­φιέ­ρω­μα πε­ριο­δι­κού. Κι αυ­τό, αν έ­χει α­πο­μεί­νει σε φι­λό­λο­γους και συγ­γρα­φείς έ­στω και λί­γη α­πό την διά­θε­ση, που εί­χαν ε­πι­δεί­ξει προς τα τέ­λη του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να και τα πρώ­τα χρό­νια του τρέ­χο­ντος, για ξα­να­κοί­ταγ­μα και α­να­θεώ­ρη­ση α­πό­ψεων.
Προ ει­κο­σα­ε­τίας, Δεκ. 1996, στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Αντί» για τα ε­κα­τό χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Κα­ρυω­τά­κη, α­να­φέ­ρε­ται, ει­σα­γω­γι­κά, το πό­σο ε­πί­και­ρη εί­ναι η ε­πα­να­νά­γνω­σή του, δε­δο­μέ­νου “του ε­ρευ­νη­τι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος και των ε­πιρ­ροών του στη σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή ποίη­ση”. Τό­τε, σε άλ­λο α­φιέ­ρω­μα, ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου εί­χε δη­μο­σιεύ­σει «Μία συλ­λο­γή βι­βλιο­γρα­φίας του Κ. Γ. Κα­ρυω­τά­κη», προς υ­πο­γράμ­μι­ση, ό­πως σχο­λιά­ζει, “της α­δι­καιο­λό­γη­της έλ­λει­ψης α­νά­λο­γης ερ­γα­σίας για έ­ναν ποιη­τή που δεν έ­πα­ψε να με­λε­τά­ται α­πό τις πρώ­τες εμ­φα­νί­σεις του.” Ο Αργυ­ρίου τα­ξι­νο­μεί­ται στους κρι­τι­κούς, για τους ο­ποίους η βι­βλιο­γρα­φι­κή κα­τα­γρα­φή εί­ναι α­να­γκαία για να δο­μή­σουν τη συλ­λο­γι­στι­κή τους. Σε έ­να α­πό τα πα­λαιό­τε­ρα κεί­με­νά του για τον Κα­ρυω­τά­κη πα­ρα­τη­ρεί: “Δυ­στυ­χώς δεν έ­χο­με βι­βλιο­γρα­φία α­πό τον Γιώρ­γο Κα­τσί­μπα­λη για να α­πο­κο­μί­σου­με μια κα­θα­ρή ει­κό­να της πο­ρείας της κρι­τι­κής σκέ­ψης γι’ αυ­τόν.”

Στο ί­διο ση­μείο βρι­σκό­μα­στε και σή­με­ρα, χω­ρίς κα­θα­ρή ει­κό­να ού­τε της πο­ρείας ού­τε του τρέ­χο­ντος στίγ­μα­τος της κρι­τι­κής σκέ­ψης. Εξα­κο­λου­θεί ό­μως και σε ποια έ­κτα­ση να α­πα­σχο­λεί το φαι­νό­με­νο Κα­ρυω­τά­κη; Ισχύει το πα­ρά­δο­ξο του Κα­ρυω­τά­κη, ό­πως το ό­ρι­ζε, προ ει­κο­σα­ε­τίας, ο Νά­σος Βα­γε­νάς, δη­λα­δή το πώς η ώ­ρι­μη ποίη­σή του, με την τε­χνο­τρο­πία της πα­λαιάς, της πριν τη νε­ο­τε­ρι­κή ποίη­σης, κα­τορ­θώ­νει και δί­νει την αί­σθη­ση του και­νούρ­γιου; Μή­πως η κα­τά Βα­γε­νά ι­διο­τυ­πία της ποίη­σής του, “η γεύ­ση να υ­περ­βαί­νει την τε­χνο­τρο­πία”, α­πα­λεί­φο­ντας την πα­λαιό­τη­τά της, α­ντί να ερ­μη­νευ­θεί, πα­ρα­κάμ­φθη­κε με την γε­νι­κό­τε­ρη ε­πί­τα­ση της γεύ­σης; Πα­ρά­δειγ­μα, τα ε­ρω­τι­κά του Κα­βά­φη, που ιε­ραρ­χού­νται βά­ση της ε­λευ­θε­ριό­τη­τας της γεύ­σης, δη­λα­δή του αι­σθή­μα­τος α­πό την ε­μπει­ρία της α­νά­γνω­σης, και ό­χι της ό­ποιας στι­χουρ­γι­κής τους, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­λευ­θε­ρω­μέ­νης. 
Προ­σώ­ρας, α­να­μέ­νο­ντας η ε­πέ­τειος να α­πο­τε­λέ­σει κί­νη­τρο “ε­πα­νεκ­κί­νη­σης”, που θα ξε­θο­λώ­σει το το­πίο, στο 56ο Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης, προ­βλή­θη­κε η ται­νία του Κύ­πριου σκη­νο­θέ­τη και σε­να­ριο­γρά­φου Κύ­ρου Πα­πα­βα­σι­λείου, «Οι ε­ντυ­πώ­σεις ε­νός πνιγ­μέ­νου», ε­νώ, στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, που κυ­ρίως εν­δια­φέ­ρει, η με­λέ­τη του Βα­γε­νά, «Η πα­ρα­μόρ­φω­ση του Κα­ρυω­τά­κη», κυ­κλο­φό­ρη­σε σε ε­παυ­ξη­μέ­νη (με την προ­σθή­κη δυο με­λε­τών, που σχε­δόν δι­πλα­σιά­ζουν τις σε­λί­δες)  δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση α­πό άλ­λον εκ­δό­τη. Η πρώ­τη, προ δε­κα­ε­τίας, δεν α­πο­τέ­λε­σε έ­ναυ­σμα για συ­ζη­τή­σεις γύ­ρω α­πό την ει­κό­να του Κα­ρυω­τά­κη. Πα­ρό­λο που, τό­τε α­κό­μη, δη­μο­σιεύο­νταν κά­ποιες α­νταλ­λα­γές α­πό­ψεων. Αν και γε­νι­κό­τε­ρα, ι­σχύει η πα­ρα­τή­ρη­ση του Τί­μου Μα­λά­νου: “Δυό ρω­μιοί που, κα­τ’ αρ­χήν, δε συμ­φω­νούν πά­νω σ’ έ­να ζή­τη­μα, εί­ναι μοι­ραίο να μη συμ­φω­νή­σουν πο­τέ, ό­σο και αν συ­νε­χί­σουν τη συ­ζή­τη­σή τους.” Αλλά και μό­νο η συ­ζή­τη­ση, γεν­νά πρό­σθε­τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα, που λει­τουρ­γούν δια­φω­τι­στι­κά. Τα κεί­με­να του Βα­γε­νά, μά­λι­στα, ε­κτός α­πό το εν­δια­φέ­ρον των θε­μά­των, που ε­πι­ση­μαί­νουν ή και α­να­κι­νούν, προ­κα­λούν, και μό­νο με τον α­ντιρ­ρη­τι­κό τους τό­νο, συ­ζή­τη­ση.  

Μία δι­κή μας α­πο­ρία, με­τέω­ρη α­πό την πρώ­τη έκ­δο­ση, α­φο­ρά τον τίτ­λο, κα­θώς έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι λει­τουρ­γεί πα­ρα­πλα­νη­τι­κά. Καλ­λιερ­γεί λαν­θα­σμέ­νες προσ­δο­κίες, δε­δο­μέ­νου ό­τι η πα­ρα­μόρ­φω­ση ως πρώ­τη και κυ­ρίαρ­χη έν­νοια, μο­να­δι­κή, μά­λι­στα, σε έ­να λε­ξι­κό της δη­μο­τι­κής ό­πως του Κρια­ρά, έ­χει την αλ­λα­γή προς το χει­ρό­τε­ρο. Ωστό­σο, η ε­πι­χει­ρού­με­νη α­να­θεώ­ρη­ση της ει­κό­νας του Κα­ρυω­τά­κη ή α­κρι­βέ­στε­ρα, της ποίη­σής του, στην ο­ποία ο Βα­γε­νάς α­να­φέ­ρε­ται, δεν με­τα­βάλ­λει ε­πί τα χεί­ρω το πρό­σω­πο του ποιη­τή, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, το με­γα­λύ­νει. Οι εν λό­γω α­να­θεω­ρη­τι­κοί δεν α­σκούν αρ­νη­τι­κή κρι­τι­κή, αλ­λά θε­τι­κή, α­νε­ξάρ­τη­τα αν οι ε­πι­ση­μάν­σεις τους μπο­ρεί να α­πο­δει­χθούν με­ρι­κώς ή και εν ό­λω λαν­θα­σμέ­νες. Βε­βαίως, χα­ρα­κτη­ρι­σμοί της μορ­φής θε­τι­κός-αρ­νη­τι­κός εί­ναι συ­νάρ­τη­ση της ε­πο­χής που εκ­φέ­ρο­νται. Όπως, άλ­λω­στε, και ε­κεί­νοι που α­πο­δί­δο­νται στον Κα­ρυω­τά­κη: πο­λι­τι­κός ποιη­τής, α­ρι­στε­ρός, “α­ντιελ­λη­νο­κε­ντρι­κός”. Από την ε­πο­χή του Κα­ρυω­τά­κη και για κο­ντά μι­σό αιώ­να α­πό τον θά­να­τό του, το μεν ελ­λη­νο­κε­ντρι­κός συ­νι­στού­σε έ­παι­νο, το δε α­ρι­στε­ρός ψό­γο. Για να φτά­σου­με σή­με­ρα, που η με­λέ­τη του Βα­γε­νά ε­πα­νεκ­δί­δε­ται, οι έν­νοιες να τρα­μπα­λί­ζο­νται ε­πι­σφα­λώς.

Το 2003, ο Βα­γε­νάς ε­πέ­λε­ξε τον τίτ­λο για μία διά­λε­ξη στο Ίδρυ­μα Τά­κη Σι­νό­που­λου, ε­νταγ­μέ­νη στον δεύ­τε­ρο θε­μα­τι­κό κύ­κλο 2002-2003, με τίτ­λο, «Μα­τιές στη Νεώ­τε­ρη Ελλη­νι­κή Ποίη­ση (1930-1960)», τον ο­ποίο διορ­γά­νω­νε το νεό­τευ­κτο τό­τε Σπου­δα­στή­ριο Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Ποίη­σης, που εί­χε δη­μιουρ­γη­θεί υ­πό τη σκέ­πη του Ιδρύ­μα­τος. Το ε­πό­με­νο έ­τος, η διά­λε­ξη πή­ρε τη μορ­φή σει­ράς ο­κτώ ε­πι­φυλ­λί­δων και το με­θε­πό­με­νο, βι­βλίου. Σε ό­λες αυ­τές τις με­τα­μορ­φώ­σεις, μέ­χρι και την πρό­σφα­τη, ο τίτ­λος πα­ρα­μέ­νει. Ως μό­το του βι­βλίου ε­πι­λέ­γε­ται στί­χος α­πό ε­ρω­τι­κό σαιξ­πη­ρι­κό σο­νέ­το, στο ο­ποίο ο ε­ρω­τευ­μέ­νος ε­κλι­πα­ρεί την κα­λή του, που τον α­πα­τά: O, call me not to justify the wrong. Η με­τα­φο­ρά του στί­χου α­πό τον ε­ρω­τευ­μέ­νο στον με­λε­τη­τή μοιά­ζει δί­ση­μη: τι δεν μπο­ρεί να α­πο­δε­χθεί ο με­λε­τη­τής, την α­δι­κία που γί­νε­ται στον ποιη­τή ή το σφάλ­μα;  Ήδη, ό­μως, α­πό το 1992, που ο Βα­γε­νάς χρη­σι­μο­ποιεί για πρώ­τη φο­ρά τη λέ­ξη πα­ρα­μόρ­φω­ση για έ­ναν ποιη­τή, τό­τε τον Κάλ­βο, έ­χει δώ­σει την α­πά­ντη­ση. Δεν υ­πο­φέ­ρει τη στρέ­βλω­ση της α­λή­θειας, ό­πως αυ­τός την τεκ­μη­ριώ­νει, κα­θώς σε αμ­φό­τε­ρες τις πε­ρι­πτώ­σεις, τό­σο στον Κάλ­βο ό­σο και στον Κα­ρυω­τά­κη, με ό,τι α­πο­κα­λεί πα­ρα­μόρ­φω­ση, α­πό μία ά­πο­ψη, το πρό­σω­πο του ποιη­τή φω­τί­ζε­ται. Στην πε­ρί­πτω­ση του Κάλ­βου, ως ελ­λη­νο­κε­ντρι­κού ποιη­τή, με α­γνό­η­ση των ι­τα­λι­κών έρ­γων του. Αντι­στρό­φως, σε ε­κεί­νη του Κα­ρυω­τά­κη, ως υ­πε­ρε­θνι­κού.

Η διά­λε­ξη του Βα­γε­νά εκ­κι­νεί α­πό τον Σε­φέ­ρη και τη δι­κή του πα­ρα­μόρ­φω­ση α­πό ό­σους “προ­βαί­νουν σε πα­ρα­νά­γνω­ση του έρ­γου του”, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντάς το ελ­λη­νο­κε­ντρι­κό. Το πρώ­το κε­φά­λαιο κα­τα­λή­γει με την προς α­πό­δει­ξη θέ­ση, ό­τι η πα­ρα­νά­γνω­ση του Σε­φέ­ρη φέ­ρει ως “πα­ρά­πλευ­ρες”, τις α­ντί­στοι­χης φύ­σεως πα­ρα­να­γνώ­σεις Κα­βά­φη και Κα­ρυω­τά­κη. Στην πα­ρα­νά­γνω­ση του πρώ­του α­φιε­ρώ­νει το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο του Πα­ραρ­τή­μα­τος, ε­νώ σε ε­κεί­νη του δεύ­τε­ρου, το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο του βι­βλίου, συ­νε­ξε­τά­ζο­ντας ε­κεί την πε­ρί­πτω­ση Εγγο­νό­που­λου. Τε­λι­κά, ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί πως πρό­κει­ται για τρεις ελ­λη­νο­κε­ντρι­κούς ποιη­τές. Δια­φέ­ρει, ω­στό­σο, η έμ­φα­ση με την ο­ποία α­πο­δί­δε­ται ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός. Ο Κα­βά­φης εί­ναι “πραγ­μα­τι­κά ελ­λη­νο­κε­ντρι­κός”, ό­πως και ο Εγγο­νό­που­λος, κα­τά δι­κή του πα­ρα­δο­χή.

Δια­φο­ρο­ποιεί­ται η πε­ρί­πτω­ση του Κα­ρυω­τά­κη, που ε­ξε­τά­ζε­ται πλα­γίως σε δυο συμ­με­τρι­κά κε­φά­λαια, με α­ντί­στοι­χα συμ­με­τρι­κούς τίτ­λους («Μια άλ­λη α­νά­γνω­ση του Κα­ρυω­τά­κη» και «Μια άλ­λη του Σε­φέ­ρη»), ό­που η ποίη­ση ε­νός ε­κά­στου α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται με τον τρό­πο, που οι α­να­θεω­ρη­τι­κοί κρι­τι­κοί διά­βα­σαν την ποίη­ση του άλ­λου. Σε αυ­τά, ο Βα­γε­νάς ε­πι­ση­μαί­νει, σε στί­χους και βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, του μεν πρώ­του πα­τριω­τι­κά και α­ντι­δρα­στι­κά ί­χνη, του δε δεύ­τε­ρου τον “βα­θύ πο­λι­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα”. Κα­τα­λή­γει με τη δια­πί­στω­ση, πως η λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή του έρ­γου του Κα­ρυω­τά­κη πε­ριο­ρί­ζε­ται “στη δια­τύ­πω­ση α­ντι­σε­φε­ρι­κών αι­σθη­μά­τω­ν”. Ενώ, στο ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο «Ο Κα­ρυω­τά­κης και η γε­νιά του ’30», αμ­φι­σβη­τεί “την κυ­ρίαρ­χη κρι­τι­κή βε­βαιό­τη­τα ό­τι η γε­νιά του ’30 υ­πήρ­ξε ε­χθρι­κή προς την ποίη­ση του Κα­ρυω­τά­κη”. Το εν­δια­φέ­ρον, ό­μως, ε­δώ, δεν έ­γκει­ται τό­σο στα προ­σκο­μι­ζό­με­να τεκ­μή­ρια, ό­σο στην εκ προοι­μίου α­πό­φαν­ση, που ου­σια­στι­κά ε­πα­να­λαμ­βά­νει ε­κεί­νη του προ­η­γού­με­νου κε­φα­λαίου, ό­τι “ο μύ­θος αυ­τός εί­ναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρά­γω­γο της ψυ­χο­λο­γι­κής α­νά­γκης για α­να­κού­φι­ση ό­σων αι­σθά­νο­νται βα­ρειά τη σκιά του Σε­φέ­ρη.”

Ακό­μη και τον ε­κτο­πι­σμό του Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη α­πό “τον ρό­λο του ως του πρώ­του Έλλη­να μο­ντερ­νι­στή”, ο Βα­γε­νάς τον α­πο­δί­δει στην αί­γλη που α­πο­λάμ­βα­νε ο Σε­φέ­ρης και η ο­ποία ε­νο­χλού­σε τους α­να­θεω­ρη­τές. Αυ­τοί, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’80, ό­ταν αρ­χί­ζουν να αλ­λά­ζουν τα κρι­τή­ρια α­ξιο­λό­γη­σης και να προ­τάσ­σο­νται στοι­χεία πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τη­τας και ε­τε­ρό­τη­τας, διέ­γρα­ψαν τον Πα­πα­τσώ­νη και πρό­βα­λαν τον Κα­ρυω­τά­κη. Όχι, ό­μως, σαν αυ­τα­ξία, αλ­λά ως πλέ­ον κα­τάλ­λη­λο να α­πο­τε­λέ­σει “το α­ντί­πα­λο δέ­ος του Σε­φέ­ρη”. Προς α­πό­δει­ξη αυ­τής της στρε­βλω­τι­κής υ­πο­κα­τά­στα­σης, προ­στέ­θη­καν τα δυο με­λε­τή­μα­τα της ε­παυ­ξη­μέ­νης έκ­δο­σης του βι­βλίου. Το συ­ντο­μό­τε­ρο «Ο Κα­ρυω­τά­κης και ο δε­κα­πε­ντα­σύλ­λα­βος», χω­ρίς α­να­φο­ρά πρώ­της δη­μο­σίευ­σης, και το ε­κτε­νές «Ο Τ. Κ. Πα­πα­τσώ­νης και η πρω­το­πο­ρια­κό­τη­τα».

Ο λό­γος του Βα­γε­νά εί­ναι διαυ­γής και αυ­στη­ρά δο­μη­μέ­νος. Πα­ρα­τάσ­σει σει­ρά συλ­λο­γι­σμών, ε­πα­κρι­βώς τεκ­μη­ριω­μέ­νων, με ε­παρ­κώς αι­τιο­λο­γη­μέ­να τα εν­διά­με­σα στά­δια, μη δια­φεύ­γο­ντας ού­τε στιγ­μή α­πό το κοι­νώς α­πο­δε­κτό ως α­λη­θές. Προ­τε­ρή­μα­τα, που τα βρί­σκου­με και στο λό­γο του Αργυ­ρίου. Δια­φέ­ρουν, ω­στό­σο, σε δυο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κα­τα­γω­γι­κά της παι­δείας τους, τα ο­ποία δια­φο­ρο­ποιούν την πει­στι­κό­τη­τα των λό­γων τους και ως συ­νάρ­τη­ση του α­πο­δέ­κτη. Ο Αργυ­ρίου δί­νει σχε­δόν μα­θη­μα­τι­κή δο­μή στη δια­λε­κτι­κή δια­δι­κα­σία της πο­λιορ­κίας ε­νός θέ­μα­τος, με α­πο­τέ­λε­σμα να ει­σχω­ρεί και σε πιο κρυ­φές πτυ­χές. Γε­γο­νός που μπο­ρεί να ε­κτι­μη­θεί α­πό έ­να πιο ει­δι­κό ε­πί του θέ­μα­τος κοι­νό. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, ως κρι­τι­κός, έ­φε­ρε δια βίου ως μειο­νε­ξία την α­που­σία πα­νε­πι­στη­μια­κού ε­πι­πέ­δου φι­λο­λο­γι­κών σπου­δών. Αυ­τό, συ­χνά, τον ο­δη­γεί σε α­πο­λο­γη­τι­κές αυ­το­α­να­φο­ρές, που λει­τουρ­γούν πα­ρελ­κυ­στι­κά, συ­σκο­τί­ζο­ντας τις α­πο­φάν­σεις. Αντί­θε­τα, ο λό­γος του Βα­γε­νά, χαί­ρει την α­πό κα­θέ­δρας ι­σχύ, σε συν­δυα­σμό με την ά­νε­ση της τρι­βής του δα­σκά­λου. Άρα, εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρης εμ­βέ­λειας. Και ε­πει­δή το ύ­φος εί­ναι ο άν­θρω­πος, η ει­ρω­νεία τους δια­φέ­ρει. Του Αργυ­ρίου κρα­τά τη δια­κρι­τι­κή αιχ­μη­ρό­τη­τα του Αλε­ξαν­δρι­νού των πρώ­των δε­κα­ε­τιών του 20ου. Του Βα­γε­νά, δια­τη­ρεί την ευ­θύ­τη­τα του μη πρω­τευου­σιά­νου και λί­γο α­πό το φι­λο­πό­λε­μο του πο­δο­σφαι­ρι­στή, που έρ­χε­ται α­πό την “πο­δο­σφαι­ρο­μά­να Δρά­μα” της δε­κα­ε­τίας του ’50.

Αυ­τά α­πορ­ρέ­ουν α­πό τα κεί­με­να, ό­πως δεί­χνει, λ.χ., η συ­να­νά­γνω­ση δυο βι­βλίων τους: του Αργυ­ρίου για τον Πα­πα­τσώ­νη (το στερ­νό του, έκ­δο­ση Απρ. 2009, θά­να­τος 22 Μαί. 2009) και το πρό­σφα­το του Βα­γε­νά για τον Κα­ρυω­τά­κη. Συ­μπτω­μα­τι­κά, έ­χουν ως κοι­νό ση­μείο, ό­τι εκ­κι­νούν α­πό δια­λέ­ξεις. Μία α­πο­κλει­στι­κή βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση για το δεύ­τε­ρο θα μπο­ρού­σε να ξε­κι­νή­σει, πα­ρα­φρά­ζο­ντας τον στί­χο του Σι­νό­που­λου: “Εί­μαι έ­νας άν­θρω­πος που έρ­χε­ται συ­νε­χώς α­πό τον Πύρ­γο.” Ο Βα­γε­νάς εί­ναι έ­νας με­λε­τη­τής που έρ­χε­ται συ­νε­χώς α­πό τον Σε­φέ­ρη. Ήδη, στη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, το 1979, “η εκ­φρα­στι­κή τόλ­μη του Σε­φέ­ρη σε ποιή­μα­τα της πρώ­της συλ­λο­γής του” ε­κτι­μά­ται “ρι­ζο­σπα­στι­κό­τε­ρη α­πό ε­κεί­νη του Κα­ρυω­τά­κη”, ξε­χω­ρί­ζο­ντας, “α­πό την πρώ­τη κιό­λας στιγ­μή, τον ποιη­τή της γε­νιάς του ’30 α­πό τον ποιη­τή της γε­νιάς του ’20”. Ενώ, το πρό­σφα­το βι­βλίο δεί­χνει ως λό­γος υ­πε­ρα­σπι­στι­κός του Σε­φέ­ρη.  Λ.χ., ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως οι ποιη­τές της γε­νιάς του ’30 ό­σες φο­ρές μί­λη­σαν για τον Κα­ρυω­τά­κη ή­ταν “α­πό ε­παι­νε­τι­κοί έως υ­μνη­τι­κοί”, ε­ντο­πί­ζο­ντας στον Σε­φέ­ρη έ­ξι α­να­φο­ρές, “που ό­λες εκ­φρά­ζουν θαυ­μα­σμό”.
Ωστό­σο, ό­πως συμ­βαί­νει σε πα­ρό­μοιες πε­ρι­πτώ­σεις, το συ­μπέ­ρα­σμα ε­ξαρ­τά­ται α­πό την φρά­ση που ε­πι­λέ­γε­ται. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Σε­φέ­ρης, στην α­λε­ξαν­δρι­νή ο­μι­λία του, 10 Ιουν. 1941, χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον Κα­ρυω­τά­κη “ποιη­τή με ε­ξαι­ρε­τι­κή ευαι­σθη­σία και με έρ­γο που λο­γα­ριά­ζει ω­σάν σταθ­μός στη λο­γο­τε­χνία μας”. Αλλά, λί­γο πιο κά­τω, προ­σθέ­τει, “ο Κα­ρυω­τά­κης τρα­γού­δη­σε, με τη χο­ρευ­τι­κή φα­ντα­σία του, τους τρα­γι­κούς γύ­ψους της κά­μα­ράς του”, ό­που εί­ναι ευ­διά­κρι­τος έ­νας τό­νος ει­ρω­νείας, που γνέ­φει προς “μία ποίη­ση χω­ρίς ο­ρί­ζο­ντα”, ό­πως ε­κεί­νη που α­πο­δί­δει στους “κα­ρυω­τα­κι­κούς ποιη­τές”. Ύστε­ρα, υ­πάρ­χουν και α­να­φο­ρές του Σε­φέ­ρη στον Κα­ρυω­τά­κη, ι­διω­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ό­πως οι ε­πι­στο­λι­κές, αρ­κού­ντως α­πορ­ρι­πτι­κές. Στα­χυο­λο­γού­με τη γνώ­μη του για το ποίη­μα του Κα­ρυω­τά­κη, «Εις Ανδρέ­αν Κάλ­βον», που “δια­βά­ζουν το 1931 ε­πει­δή εί­ναι γραμ­μέ­νο σε μια βα­βυ­λω­νι­κή κα­θα­ρεύου­σα και το βρί­σκουν νό­στι­μο. Η νο­στι­μιά ό­μως εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο ψε­γά­δι στην τέ­χνη”. Αλλά και τη σω­ρευ­τι­κή για ό­λους τους στί­χους του Κα­ρυω­τά­κη, που τους βρί­σκει κα­τώ­τε­ρους α­πό το ποίη­μα «Πε­λε­γρί­νος ή το τρα­γού­δι του δει­λι­νού» του α­φα­νούς σή­με­ρα, Κα­λύ­μνιου ποιη­τή, Γιάν­νη Ζερ­βού. Τε­λι­κά, εί­ναι α­πο­ρίας ά­ξιο, για­τί δεν έ­χουν συ­γκε­ντρω­θεί σε βι­βλίο τα με­λε­τή­μα­τα του Βα­γε­νά για την πα­ρα­μόρ­φω­ση του Σε­φέ­ρη, ό­που ο τίτ­λος θα κρα­τού­σε τη δυ­να­μι­κή του. Ένα πα­ρό­μοιο βι­βλίο λεί­πει.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/12/2015.