Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Συνδηλώσεις, υποδηλώσεις και πύκνωση

Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός
«Επεί­γου­σα α­νά­γκη ε­λέ­ου»
Εκδ. Εστία
Δεκ. 2015

Μέ­σα στο κλί­μα της κρί­σης και συ­να­κό­λου­θα, της θάλ­λου­σας “πε­ζο­γρα­φίας της κρί­σης”, η πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση, που δη­μιουρ­γεί ο τίτ­λος του και­νού­ριου βι­βλίου του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού, εί­ναι ό­τι πα­ρα­πέ­μπει –το πι­θα­νό­τε­ρο με ει­ρω­νι­κή διά­θε­ση– στην έκ­κλη­ση βο­η­θείας, που α­πευ­θύ­νει κά­θε τό­σο η χώ­ρα προς τις ποι­κι­λώ­νυ­μες έ­ξω­θεν δυ­νά­μεις. Η κα­τα­φυ­γή στον αρ­χαίο τύ­πο της λέ­ξης, αρ­σε­νι­κού γέ­νους δευ­τε­ρό­κλι­του, ου­δό­λως ξε­νί­ζει, αν πρό­κει­ται για α­να­γνώ­στες του ε­πι­πέ­δου που προϋπο­θέ­τουν τα βι­βλία του, οι ο­ποίοι, το πρώ­το, που α­να­κα­λούν, εί­ναι το α­ρι­στο­τέ­λειο “δι’ ε­λέ­ου και φό­βου”, και ό­χι βε­βαίως, “τις α­δελ­φές του ε­λέ­ους”. Και με άλ­φα γιώ­τα, ό­μως, να ή­ταν γραμ­μέ­νη η λέ­ξη, και πά­λι, στα δει­νά της χώ­ρας πα­ρα­πέ­μπει το πρώ­το ά­κου­σμα αυ­τής της πα­ρα­κλη­τι­κής αί­τη­σης για έ­λε­ος ή και για έ­λαιο. Του­λά­χι­στον έ­τσι, το πι­θα­νό­τε­ρο να το ε­κλά­βουν πρε­σβύ­τες με κα­το­χι­κές μνή­μες ή και νεό­τε­ροι σι­νε­φί­λ, ως αυ­το­α­πο­κα­λού­νται, που θυ­μού­νται την η­μί­γυ­μνη, α­κό­μη έ­φη­βη, εκ­πορ­νευό­με­νη Χρυ­σό­θε­μη του αγ­γε­λο­πο­λι­κού «Θιά­σου», με “τα στή­θη της σαν μι­σά κα­ρύ­δια”, να ε­κλι­πα­ρεί τον μαυ­ρα­γο­ρί­τη λα­δέ­μπο­ρο για λί­γο λα­δά­κι.

Δεν πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για ε­φεύ­ρη­μα του συγ­γρα­φέα κα­τά την ε­πο­χή της κρί­σης, α­φού εί­ναι τίτ­λος διη­γή­μα­τος δη­μο­σιευ­μέ­νου το 2007. Εξαρ­χής, ό­χι πρω­τό­τυ­πος, αλ­λά δά­νειος α­πό μία μαρ­τυ­ρία διά­σω­σης πο­λυ­με­λούς οι­κο­γέ­νειας της Εβραϊκής Κοι­νό­τη­τας Θεσ­σα­λο­νί­κης, Απρ. 1943, ό­ταν εί­χε αρ­χί­σει η α­πέ­λα­σή τους στα γερ­μα­νι­κά στρα­τό­πε­δα. Σώ­ζε­ται στα Αρχεία, με α­κέ­ραια τα πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία και τα ο­νό­μα­τα. Μό­νο που οι αρ­χειο­θε­τη­μέ­νες μαρ­τυ­ρίες πα­ρέ­χουν στα­τι­στι­κή ει­κό­να του συ­νό­λου, α­φή­νο­ντας τον μι­κρό­κο­σμο της κά­θε οι­κο­γέ­νειας σε χα­ο­τι­κή θέ­ση. Όχι με την κα­τά Ησίο­δο μυ­θο­λο­γι­κή ση­μα­σία της λέ­ξης, αλ­λά με ε­κεί­νη της Φυ­σι­κής, του “μη προ­βλέ­ψι­μου” και της α­τα­ξίας.

“Το χά­ος που σκε­πά­ζουν οι λέ­ξεις”, σύμ­φω­να με το μό­το του βι­βλίου. Εί­ναι οι λέ­ξεις, που δί­νουν μορ­φή στην ι­στο­ρία τριών οι­κο­γε­νειών, μέ­σω της α­φή­γη­σης μιας κό­ρης της δεύ­τε­ρης γε­νιάς, που συ­νι­στά το ση­μείο σύ­ζευ­ξής τους: ό­ντας εκ πα­τρός Λεών, εκ μη­τρός Μόλ­χο και εκ συ­ζύ­γου Καμ­χή. Ο τίτ­λος του διη­γή­μα­τος εί­ναι η φρά­ση του τη­λε­γρα­φή­μα­τος, που έ­στει­λε “ο δια­νοού­με­νος της οι­κο­γέ­νειας” και κε­φα­λή της Ζακ Λεών. Εκεί­νος, ευ­τυ­χώς, δεν σταύ­ρω­σε τα χέ­ρια, το έ­σκα­σε α­πό το γκέ­το και ε­ξέ­πεμ­ψε ι­κε­σία βο­η­θείας. “Διά­βα­ζε τις γρα­φές”, γνώ­ρι­ζε το “ε­λέω Θε­ού”, αλ­λά το α­ντι­λαμ­βα­νό­ταν στην αρ­σε­νι­κή, την ε­νερ­γη­τι­κή, και ό­χι την ου­δέ­τε­ρη, εκ­δο­χή του. Αυ­τό το πα­λαιό­τε­ρο διή­γη­μα το­πο­θε­τεί­ται ως το “ε­ξό­διο” της συλ­λο­γής.

Σε συμ­με­τρία με το “ει­σό­διο”, «Φου­ρα­ντάν», που, ε­πί­σης, ε­στιά­ζει στην οι­κο­γέ­νεια, και πά­λι, με κε­ντρι­κό πρό­σω­πο την κε­φα­λή της. Μία πε­νη­ντά­ρα, κο­ντά εί­κο­σι χρό­νια χή­ρα, με τρεις θυ­γα­τέ­ρες και τον “μι­κρό γιο”, η ο­ποία και αυ­τή, με τον τρό­πο της, δια­φυ­λάσ­σει την οι­κο­γε­νεια­κή συ­νο­χή, που, στη δι­κή της πε­ρί­πτω­ση, ταυ­τί­ζε­ται με την τι­μή των κο­ρι­τσιών. Ακό­μη έ­νας τίτ­λος, που ξε­νί­ζει. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για γνω­στό ε­ντο­μο­κτό­νο, με ι­σχυ­ρή το­ξι­κή δρά­ση, που μπο­ρεί να ε­πι­φέ­ρει τη δη­λη­τη­ρία­ση οι­κό­σι­των ζώων. Σε α­γρο­τι­κές πε­ριο­χές, χρη­σι­μο­ποιεί­ται συ­χνά προς ε­πί­λυ­ση των δια­φο­ρών, που αυ­τά δη­μιουρ­γούν, στέλ­νο­ντας τον θύ­τη στα δι­κα­στή­ρια. Στη δια­δι­κα­σία της α­νά­κρι­σης, θυ­μώ­δεις τύ­ποι ε­ξε­γεί­ρο­νται. Αντι­θέ­τως, η μη­τέ­ρα της α­τι­μα­σμέ­νης κό­ρης, με­τά το θά­να­τό της α­πό φα­κές λα­δω­μέ­νες με ι­κα­νή πο­σό­τη­τα α­πό το εν λό­γω χη­μι­κό πα­ρα­σκεύα­σμα, δια­τη­ρεί την ψυ­χραι­μία της, ό­πως υ­πο­δη­λώ­νουν οι α­πα­ντή­σεις της. Στα­ρά­τες κου­βέ­ντες, δια­φω­τι­στι­κές, που α­πο­κα­θι­στούν την τά­ξη στο χά­ος των πα­θών. Ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει το χω­ριό να εί­ναι κο­ντά στον Πύρ­γο Ηλείας, υιο­θε­τώ­ντας το κλι­σέ του ρέ­πο­ντα προς την αι­μο­μι­ξία Πυρ­γιώ­τη, κα­θό­σον δια­κο­ρευ­τής εί­ναι ο κου­νιά­δος της.  

Ο Βαλ­τι­νός παί­ζει με τη δι­ση­μία λέ­ξεων και φρά­σεων, α­δια­φο­ρώ­ντας για την κα­τα­γω­γή τους και κρα­τώ­ντας, ως μό­νο γνώ­μο­να, τα ευ­τυ­χή πα­ντρέ­μα­τα σε τίτ­λους, μό­το και θέ­μα­τα. Για αυ­τήν την τρί­τη συλ­λο­γή, ε­πι­λέ­γει τίτ­λο με υ­πο­ψία θρη­σκευ­τι­κό­τη­τας, ό­πως αυ­τός της πρώ­της του 1992, «Θα βρεί­τε τα ο­στά μου υ­πό βρο­χήν», ε­κεί­νη με δώ­δε­κα διη­γή­μα­τα, δη­μο­σιευ­μέ­να κα­τά την πρό­τε­ρη 32ε­τία. Αλλά και με κα­θα­ρευου­σιά­νι­κη υ­φή, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει τε­λι­κά την διη­γη­μα­τι­κή του τριά­δα, ό­που η εν­διά­με­ση συλ­λο­γή, αυ­τή του 2003, «Εθι­σμός στη νι­κο­τί­νη», με ε­πί­σης δώ­δε­κα διη­γή­μα­τα, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, το ο­μό­τιτ­λο, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1979.


Το αρ­χι­τε­κτό­νη­μα


Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, δί­νει ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή στη δο­μή. Αυ­τό γί­νε­ται, ως έ­να βαθ­μό, εμ­φα­νές στον τρό­πο, με τον ο­ποίο ο­μα­δο­ποιεί και πα­ρα­τάσ­σει τα διη­γή­μα­τα, εν­θέ­το­ντας εν­δια­μέ­σως, ως ει­σα­γω­γι­κά στις ε­πι­μέ­ρους ε­νό­τη­τες διη­γη­μά­των, ποι­κί­λα μό­το. Μέ­χρι και α­φιε­ρώ­σεις προ­σθέ­τει στα δη­μο­σιευ­μέ­να διη­γή­μα­τα, κρυ­πτι­κές, σε α­ντί­θε­ση με τους νεό­τε­ρους, που δί­νουν ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο μην και χα­θεί ο πα­ρα­λή­πτης. Όλο αυ­τό συ­νι­στά έ­να συγ­γρα­φι­κό παι­χνί­δι, πο­λύ πιο εν­δια­φέ­ρον α­πό τη χρή­ση της δια­κει­με­νι­κό­τη­τας, που έ­χει κα­τα­λή­ξει μη­χα­νι­στι­κή. Μό­νο που, κρί­νο­ντας α­πό τις πα­ρου­σιά­σεις του βι­βλίου, μάλ­λον δεν ε­κτι­μά­ται α­ντί­στοι­χα. Ωστό­σο, το πώς συ­ντέ­θη­κε το κει­με­νι­κό αρ­χι­τε­κτό­νη­μα προϊδεά­ζει για την ποιό­τη­τά του.

Προ τε­τρα­ε­τίας, ο Βαλ­τι­νός εί­χε δη­μο­σιεύ­σει έ­να διή­γη­μα, με τον τίτ­λο «Τρί­πτυ­χο», που α­πο­τε­λεί­το α­πό τρεις μυ­θο­πλα­στι­κές συν­θέ­σεις, με κα­τά σει­ρά τίτ­λους: «Ει­δύλ­λιο», «Βε­νέ­τα Σλά­βε­βα Στοΐλκο­βα», «Η μνή­μη των σω­μά­των». Διή­γη­μα, εν­δια­φέ­ρον ως σύν­θε­ση, που, εν­δε­χο­μέ­νως, έ­δω­σε την ι­δέα για τον τρό­πο δό­μη­σης της συλ­λο­γής α­πό τα δέ­κα ε­πτά δη­μο­σιευ­μέ­να διη­γή­μα­τα, μα­ζί με τέσ­σε­ρα, που γρά­φτη­καν ε­ντός της τε­λευ­ταίας διε­τίας. Με­τά το “ει­σό­διο” διή­γη­μα, πα­ρα­τάσ­σο­νται πέ­ντε Τρί­πτυ­χα διη­γη­μά­των, ό­που το κα­θέ­να συ­μπλη­ρώ­νε­ται με έ­να τέ­ταρ­το διή­γη­μα με­γα­λύ­τε­ρης έ­κτα­σης. Τα διη­γή­μα­τα των Τρι­πτύ­χων εί­ναι σύ­ντο­μα, το πο­λύ δυο σε­λί­δες, που ση­μαί­νει πως δεν υ­περ­βαί­νουν τις 300 λέ­ξεις, ε­νώ τα “ε­ξό­δια” κυ­μαί­νο­νται α­πό τρεις μέ­χρι και δε­κα­πέ­ντε σε­λί­δες. Με άλ­λα λό­για, οι ι­δε­α­τές δια­στά­σεις και α­να­λο­γίες, ώ­στε να λαν­σα­ρι­στούν, τα μεν, ως τα μπον­σάι του Βαλ­τι­νού, τα δε, ως τα βαλ­τί­νια κα­τά Ρέι­μο­ντ Κάρ­βερ. Αυ­τά τα δεύ­τε­ρα, λί­γο χα­ρι­στι­κά, κα­θώς του Βαλ­τι­νού υ­πο­λεί­πο­νται. Εννοού­με, βε­βαίως, ως προς το μή­κος. Άλλω­στε, την σή­με­ρον, αυ­τό συ­νι­στά το κυ­ρίως κρι­τή­ριο των ό­ποιων, κα­τά κα­νό­να, α­τυ­χών συ­γκρί­σεων, ό­πως η εν λό­γω με­τα­ξύ ελ­λη­νι­κής και αγ­γλό­γλωσ­σης εκ­δο­χής του λο­γο­τε­χνι­κού εί­δους του διη­γή­μα­τος.


Θη­λυ­κή πρό­κλη­ση


Όπως και να έ­χει, για τη δό­μη­ση των Τρι­πτύ­χων, δια­λύ­θη­κε  το αρ­χι­κό «Τρί­πτυ­χο» εις τα εξ ων συ­νε­τέ­θη. Τα τρία μέ­ρη του α­πο­τέ­λε­σαν τμή­μα­τα τριών Τρι­πτύ­χω­ν: το πρώ­το και το τρί­το ε­ντά­χθη­καν, α­ντι­στοί­χως, στο Τρί­πτυ­χο Γ΄ και Τρί­πτυ­χο Α΄, ε­νώ το με­σαίο, στο Τρί­πτυ­χο Δ΄. Κα­τά την α­να­σύν­θε­ση, ο συγ­γρα­φέ­ας έ­φε­ρε μό­νο δυο φρα­στι­κές αλ­λα­γές στα δυο πρώ­τα. Σχο­λιά­ζο­ντας προ και­ρού το αρ­χι­κό διή­γη­μα, εί­χα­με προ­τεί­νει, για το πρώ­το και το τρί­το, ως κοι­νό τίτ­λο, το “θη­λυ­κή πρό­κλη­ση”. Αυ­τός ο τίτ­λος θα ταί­ρια­ζε στο «Τρί­πτυ­χο Γ΄», με πρώ­το διή­γη­μα το «Ει­δύλ­λιο». Η πρό­κλη­ση του θη­λυ­κού, με ή χω­ρίς ου­ρά, εγ­χώ­ριας ή βρε­τα­νι­κής προέ­λευ­σης, α­πο­τε­λεί ε­δώ το ε­νο­ποιη­τι­κό στοι­χείο. Το πρώ­το διή­γη­μα πε­ρι­γρά­φει τη χά­ρη του αι­λου­ρο­ει­δούς, ό­που οι προ­δο­τι­κοί του εί­δους προσ­διο­ρι­σμοί, “με την ου­ρά ορ­θω­μέ­νη” ή “με την ου­ρά ψη­λά”, έ­χουν υ­πο­κα­τα­στα­θεί με το “φερ­μά­ρο­ντας”. Εύ­στο­χη ε­πι­λο­γή, κα­θώς, προ­ση­λώ­νο­ντας το βλέμ­μα σε κά­ποιον σαν αυ­τός να εί­ναι ο μο­να­δι­κός, συ­νι­στά την τα­κτι­κή ό­λων των θη­λυ­κών, ό­ταν ε­πι­διώ­κουν να προσ­δώ­σουν με­γα­λύ­τε­ρη έ­ντα­ση στο ξε­κί­νη­μα ε­νός ει­δύλ­λιου.

Δεύ­τε­ρο διή­γη­μα το «Φρει­δε­ρί­κος Γιό­χαν Δάι­νερ», ό­που ο τίτ­λος εί­ναι το ό­νο­μα του κε­ντρι­κού προ­σώ­που, ε­νός λε­βα­ντί­νου ρο­λο­γά, με κα­τά­στη­μα σε γνω­στό δρό­μο του άλ­λο­τε Δυ­τι­κού Βε­ρο­λί­νου. Επι­νο­η­μέ­νο, υ­πάρ­χουν, πά­ντως, του­λά­χι­στον δυο υ­παρ­κτά πρό­σω­πα με αυ­τό το ε­πί­θε­το: ο Ιωάν­νης Δάι­νε­ρ, που με­τέ­φρα­σε το βι­βλίο του Μπόυερ­μαν για την Τρί­πο­λη, και ο Φρει­δε­ρί­κος Δάι­νε­ρ, με χρη­σι­μό­τα­το την σή­με­ρον ε­πάγ­γελ­μα. Το βα­σι­κό, ό­μως, εί­ναι το ά­νοιγ­μα του διη­γή­μα­τος, με την πρό­κλη­ση της ά­γου­ρης έ­φη­βης. Πα­ρο­μοίως, το τρί­το διή­γη­μα, «Λι­γνή μα­κρυ­πό­δα­ρη Έβε­λυν», έ­χει κύ­ριο θέ­μα το γε­φύ­ρι της Πλά­κας, που “ζευ­γνύει τον Άρα­χθο” και ά­ντε­ξε την υ­πο­γρα­φή της ο­μώ­νυ­μης ι­στο­ρι­κής συμ­φω­νίας στις 29 Φεβ. 1944, της πλά­κας, ό­πως α­πο­δεί­χτη­κε, αλ­λά το ο­ποίο ε­νέ­δω­σε στις περ­σι­νές πλημ­μύ­ρες. Ωστό­σο, το ψα­χνό του διη­γή­μα­τος βρί­σκε­ται στο κλεί­σι­μο, με την “έ­κρη­ξη”, ό­χι α­πό την α­να­τί­να­ξη του γε­φυ­ριού, που σχε­δία­ζαν οι Γερ­μα­νοί, ού­τε του Κρις Γου­ντχά­ου­ζ, ε­γκέ­φα­λου της ναυα­γι­σμέ­νης συμ­φω­νίας, αλ­λά την σφο­δρό­τε­ρη, του­λά­χι­στον για την α­νε­ξοι­κείω­τη, κι αυ­τή εκ Με­γά­λης Βρε­τα­νίας, Έβε­λυν. Σε αυ­τά, προ­στί­θε­ται το “ε­ξό­διο” και ε­κτε­νέ­στε­ρο, «Κά­σια Φρά­γκου», που α­πλώ­νει το φά­σμα της θη­λυ­κής πρό­κλη­σης ως την αυ­το­χει­ρία.


Αι­σθη­σια­σμός


Ο τίτ­λος του τρί­του διη­γή­μα­τος του δια­με­λι­σθέ­ντος «Τρι­πτύ­χου», «Η μνή­μη των σω­μά­των», α­πο­δί­δει το ε­νο­ποιη­τι­κό στοι­χείο του νέ­ου Τρι­πτύ­χου Α΄, ό­που το­πο­θε­τεί­ται τρί­το στη σει­ρά. Σε αυ­τό, εί­ναι η μνή­μη του α­φη­γη­τή, που συ­γκρα­τεί μια συ­νεύ­ρε­ση στον δι­κό του ι­διω­τι­κό χώ­ρο, “ψη­λά έ­να με­γά­λο μπαλ­κό­νι”, με έ­να δύ­σκο­λο θη­λυ­κό. Αντί­στοι­χα, στο πρώ­το διή­γη­μα, η μνή­μη “του θείου του Ζα­χα­ρία”, ε­νώ, στο δεύ­τε­ρο, η μνή­μη ε­ρα­σι­τέ­χνη φω­το­γρά­φου, που “ι­διαί­τε­ρα του α­ρέ­σει να φω­το­γρα­φί­ζει γυ­ναί­κες”. Με τίτ­λο το μο­ντέ­λο της μη­χα­νής, του 1984, ο α­φη­γη­τής α­να­φέ­ρε­ται σε “σει­ρά φω­το­γρα­φιώ­ν”, χω­ρίς πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρί­νι­ση για ποια “σει­ρά” πρό­κει­ται. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, το ει­σα­γω­γι­κό μό­το στο Τρί­πτυ­χο, που συ­νι­στά ε­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νη πα­ρα­πο­μπή στο διή­γη­μα της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής, «Agnes: Τριά­ντα κα­ρέ». Τέ­λος, στο “ε­ξό­διο” του εν λό­γω Τρι­πτύ­χου, ξε­δι­πλώ­νε­ται η μνή­μη μιας ο­γδο­ντά­ρας α­πό τους έ­ρω­τες της “ά­τα­κτης” ζωής της.

Από το αρ­χι­κό «Τρί­πτυ­χο» α­πο­μέ­νει το με­σαίο διή­γη­μα, με τίτ­λο, το ό­νο­μα της Βουλ­γά­ρας πα­ρα­δου­λεύ­τρας, κι αυ­τό τρι­με­λές ό­πως του ρο­λο­γά, πρώ­το του Τρι­πτύ­χου Δ΄. Σε αυ­τό, έ­να εμ­φα­νές ε­νο­ποιη­τι­κό στοι­χείο εί­ναι, πως πρό­κει­ται για αν­θρώ­πους, που βρί­σκο­νται μα­κριά α­πό τον τό­πο τους. Οι δυο α­πό αυ­τούς, η Βουλ­γά­ρα α­πό την “πρώην Τζου­μα­γιά” και ο ναυ­τι­κός, έ­χουν την έ­γνοιά τους σε ε­κεί­νους που ά­φη­σαν πί­σω, εγ­γό­νια, μη­τέ­ρα. Ενδια­μέ­σως, το­πο­θε­τεί­ται το α­νέκ­δο­το ε­ρω­τι­κό, «Από ροζ γρα­νί­τη», με μια τρι­με­λή συ­ντρο­φιά, το γνω­στό ι­ψε­νι­κό τρί­γω­νο και πα­λαιό­τε­ρων βι­βλίων, σε τα­ξί­δι α­να­ψυ­χής στην Αί­γυ­πτο. Το διή­γη­μα ε­στιά­ζει σε μία σκη­νή διά­χυ­του αι­σθη­σια­σμού, στο πρό­τυ­πο ε­κεί­νης στο διή­γη­μα «Η μνή­μη των σω­μά­των». Εδώ, ό­μως, εί­ναι ε­ντο­νό­τε­ρη η λα­γνεία, κα­θώς η τολ­μη­ρή πε­ρί­πτυ­ξη το­πο­θε­τεί­ται σε πα­ρο­ντι­κό χρό­νο και δη­μό­σιο χώ­ρο. Η πε­ρι­γρα­φή, και πά­λι α­να­κό­πτε­ται στο ό­ριο του πορ­νι­κού. Μό­νο που το “cut” δεν το ε­πι­τε­λεί η μνή­μη, αλ­λά α­νε­πι­θύ­μη­τοι ει­σβο­λείς.

Στο “ε­ξό­διο” του Τρι­πτύ­χου ξε­δι­πλώ­νε­ται η ι­στο­ρία μιας ζωής, ό­χι μο­να­χι­κής, ό­πως σε ε­κεί­να των δυο προ­η­γού­με­νων, αλ­λά του βίου ε­νός ζευ­γα­ριού, που α­ντέ­χει μι­σό αιώ­να, χω­ρώ­ντας, για τον νο­μι­μό­φρο­να Τρι­πο­λι­τσιώ­τη σύ­ζυ­γο, α­πό το κυ­νη­γη­τό του Περ­κε­ζέ μέ­χρι την πα­λιν­νό­στη­σή του α­πό την Αμε­ρι­κή στα τέ­λη της πλού­σιας σε ε­λέη δε­κα­ε­τίας του ’90. Ενα­πο­μέ­νουν δυο Τρί­πτυ­χα: Το «Τρί­πτυ­χο Β΄», που συ­ντί­θε­ται με μία δη­μο­σιευ­μέ­νη τρι­πλέ­τα διη­γη­μά­των, ό­που, και στα τρία συν το “ε­ξό­διο”, προ­βάλ­λει η οι­κο­γέ­νεια, ως γα­μή­λια ή και μα­ταιω­μέ­νη προο­πτι­κή. Και το «Τρί­πτυ­χο Ε΄», με τρία α­νέκ­δο­τα, που έ­χει ως μο­τί­βο, κρύ­φιους έ­ρω­τες και στα­νι­κές πα­ντρειές.


Αυ­τή η γυ­ναί­κα


Τα μό­το, έ­να για κά­θε Τρί­πτυ­χο και χω­ρι­στά, έ­να δεύ­τε­ρο, για κά­θε “ε­ξό­διο”, εί­ναι σύ­ντο­μες η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις, των δυο σει­ρών, α­πο­φθεγ­μα­τι­κές, ό­πως ο­ρι­σμέ­νες σκόρ­πιες στο προ 15ε­τίας βι­βλίο του, «Ημε­ρο­λό­γιο 1836-2011». Σε αυ­τές, πα­ρει­σφρέ­ουν έ­νας ευαγ­γε­λι­κός λό­γος ή μία φρά­ση α­πό ψαλ­μό του Δα­βί­δ, ποι­κίλ­μα­τα ται­ρια­στά στα συμ­φρα­ζό­με­να των διη­γη­μά­των, ό­πως και οι μυ­θο­λο­γι­κής υ­φής πα­ρεκ­βά­σεις της α­φή­γη­σης. Συ­νο­ψί­ζο­ντας, α­να­γκα­στι­κά λό­γω χώ­ρου, πα­ρό­τι α­πέ­μει­ναν πλεί­στα ό­σα ε­ρε­θί­σμα­τα για πε­ραι­τέ­ρω σχο­λια­σμό, πρό­κει­ται για μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά ε­ρω­τι­κή. Με ε­λά­χι­στες σκόρ­πιες α­να­φο­ρές σε “κλα­ρί­τες”, ό­πως οι λή­σταρ­χοι “Μπα­μπα­λή­δες Πά­ντος και Λεω­νί­δας”, ή και σε πο­λέ­μαρ­χους του ’40, ως υ­πό­μνη­ση της στα­θε­ρά με­τα-α­να­θεω­ρη­τι­κής ο­πτι­κής του συγ­γρα­φέα.

Ένας τίτ­λος, ό­χι ω­ραίος ως τίτ­λος, ό­πως αυ­τοί, που ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πέ­λε­ξε για τις συλ­λο­γές, αλ­λά συ­να­φής με το πε­ριε­χό­με­νo της πρό­σφα­της, θα ή­ταν, «Αυ­τή η γυ­ναί­κα», σε α­ντι­στοι­χία με  τον τίτ­λο του πρώ­του διη­γή­μα­τος στο Τρί­πτυ­χο Α΄, «Αυ­τή η Γαλ­λί­δα». Σε ε­κεί­νο, εκ­φρά­ζει την ει­κό­να που εί­χε ο πε­λο­πον­νή­σιος, αλ­λά και ευ­ρύ­τε­ρα ελ­λη­νι­κός, πε­ρί­γυ­ρος, για τη Γαλ­λί­δα. Ένα άλ­λο διή­γη­μα, με τίτ­λο, «Ένα κόκ­κι­νο τρια­ντά­φυλ­λο», θα μπο­ρού­σε να ε­πι­γρά­φε­ται «Αυ­τή η Γερ­μα­νί­δα», κα­θώς δί­νει, μέ­σω της στι­χο­μυ­θίας με τον α­φη­γη­τή, την ε­σω­τε­ρι­κή αί­σθη­ση της γυ­ναι­κείας υ­πό­στα­σης, ει­δι­κό­τε­ρα, μιας σκλη­ρής, και με τον ε­αυ­τό της, Γερ­μα­νί­δας.

Στα υ­πό­λοι­πα, εί­ναι η Ελλη­νί­δα, ως τρί­πτυ­χο: “ά­ψο­γη σύ­ζυ­γος”, “πε­νή­ντα έ­ξι χρό­νια χή­ρα με τις δυο βέ­ρες στον δε­ξή πα­ρά­με­σο”, “η φω­τιά” στο χάι­δε­μα. Μέ­σα, ό­μως, α­πό αυ­τό, βγαί­νει ο α­φη­γη­τής. Αυ­τός, με την αλ­λο­τι­νή έν­νοια, σή­με­ρα πα­ρε­ξη­γη­μέ­νη έως και κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή, εί­ναι ο Έλλη­νας αρ­σε­νι­κός. Κτη­τι­κός, λα­τρεύει τη γυ­ναί­κα, την κα­λή στο σεξ. Αν και η συ­χνή ε­στία­ση σε πα­ρελ­θο­ντι­κές σχέ­σεις, κα­τά κα­νό­να, κρυ­φές και φευ­γα­λέες, α­κό­μη, ο τρό­πος που πε­ρι­γρά­φει τη φθο­ρά σω­μά­των και αι­σθη­μά­των, δί­νει στο βι­βλίο πνοή με­λαγ­χο­λίας. Όμοια με την κα­βα­φι­κή «Με­λαγ­χο­λία του Ιά­σω­νος Κλεάν­δρου..», που μνη­μο­νεύε­ται σε έ­να α­πό τα διη­γή­μα­τα. Ωστό­σο, οι πρώ­τοι στί­χοι (“Το γή­ρα­σμα του σώ­μα­τος και της μορ­φής μου.” “Πλη­γή α­πό φρι­κτό μα­χαί­ρι.”), χω­νε­μέ­νοι σαν πρε­λού­διο στο διή­γη­μα, υ­πο­δη­λώ­νουν τη θή­λεια “βιο­λο­γι­κή α­πα­ξίω­ση”. Σε α­ντί­θε­ση με τον α­φη­γη­τή, που μέ­νει “Μά­στο­ρας”, λά­γνος και λα­τρε­μέ­νος.

 Τε­λι­κά, η δυ­στυ­χία του Βαλ­τι­νού δεν εί­ναι που γεν­νή­θη­κε Έλλη­νας και δεν πή­ρε α­κό­μη το Νό­μπελ. Το πρό­βλη­μα, με πιο στε­νή έν­νοια, βρί­σκε­ται αλ­λού. Πα­ρά τα θαυ­μα­στι­κά και βα­ρύ­γδου­πα που του γρά­φουν, δεν κρί­θη­κε ως σή­με­ρα ά­ξιος του Κρα­τι­κού Βρα­βείου Διη­γή­μα­τος. Ει­ρω­νεία ή σύ­μπτω­ση; Μάλ­λον το δεύ­τε­ρο. Η μορ­φή πά­ντως, ό­σο και η α­φη­γη­μα­τι­κή τε­χνι­κή πύ­κνω­σης  του Βαλ­τι­νού, έ­χουν αγ­γί­ξει την κο­ρύ­φω­ση. Χω­ρίς αμ­φι­βο­λία κρα­τά­ει ε­νερ­γά την η­γε­μο­νία στη διη­γη­μα­το­γρα­φία. Ασυ­γκρά­τη­τος ό­μως, να δού­με στην ε­πό­με­νη συλ­λο­γή προς τα πού θα γεί­ρει και τι νέα “α­φη­γη­μα­τι­κά κόλ­πα”  φυ­λά­ει στην κω­λό­τσε­πη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/3/2016.
Φωτογραφία: Η κατά Βαλτινό κρυφοκρέατη Ευρώπη σε μωσαϊκή απεικόνιση.

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Απωθημένες μνήμες

Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου
«Ήμι­συ του πα­ντός»
Εκδ. Πα­τά­κη
Νοέ. 2015

 
Η Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου, με­τά δε­κα­ε­πτά­χρο­νη συγ­γρα­φι­κή πο­ρεία, με το και­νού­ριο της βι­βλίο φαί­νε­ται να αλ­λά­ζει γραμ­μή πλεύ­σης. Με βά­ση τα βιο­γρα­φι­κά, ε­παυ­ξη­μέ­να με πλη­ρο­φο­ρίες που δί­νει κα­τά και­ρούς σε συ­νε­ντεύ­ξεις, τα  προ­η­γού­με­να θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν, πα­ρό­τι ποι­κίλ­λουν οι υ­πο­θέ­σεις τους, σε με­γά­λο βαθ­μό αυ­το­βιο­γρα­φι­κά. Βα­σι­κό­τε­ρο στοι­χείο, σε αυ­τήν τη λαν­θά­νου­σα έκ­θε­ση προ­σω­πι­κών ε­μπει­ριών, εί­ναι ο τό­πος, στον ο­ποίο ε­κτυ­λίσ­σο­νται οι ι­στο­ρίες. Ήδη, α­πό το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Το μα­γείο» (1999), η η­ρωί­δα της, Αθη­ναία, α­πό εύ­πο­ρη οι­κο­γέ­νεια, ταυ­τι­ζό­με­νη με τα συγ­γρα­φι­κά ί­χνη, βρί­σκε­ται στο Εδιμ­βούρ­γο, ό­που εκ­πο­νεί δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή στη γλωσ­σο­λο­γία. Εκεί ε­ρω­τεύε­ται έ­ναν συμ­φοι­τη­τή της. Το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα, «Θερ­μο­κρα­σία δω­μα­τίου» (2006), το­πο­θε­τεί­ται στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα, τον τό­πο του α­γα­πη­μέ­νου της, στον ο­ποίο ε­κεί­νος κα­τά­φε­ρε να διο­ρι­στεί. Εκεί­νη τον α­κο­λου­θεί, πα­ρά τη θέ­ση που έ­χει ε­ξα­σφα­λί­σει στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Χρό­νιν­γκεν. Στο εν λό­γω Πα­νε­πι­στή­μιο, η Κολ­λιά­κου εί­χε πά­ρει υ­πο­τρο­φία για με­τα­δι­δα­κτο­ρι­κό, το ο­ποίο και ο­λο­κλή­ρω­σε.
Πα­ρό­λο που έ­μει­νε στην Ολλαν­δία ε­νά­μι­σι χρό­νο, μυ­θι­στό­ρη­μα που να δια­δρα­μα­τί­ζε­ται σε αυ­τό το ι­στο­ρι­κό ευ­ρω­παϊκό πα­νε­πι­στή­μιο δεν προέ­κυ­ψε, ού­τε καν νου­βέ­λα. Εκεί, ό­μως, γρά­φτη­κε το πρώ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα. Στο Νιού­κα­στλ, ό­που διο­ρί­στη­κε στο Πα­νε­πι­στή­μιο και πα­ρέ­μει­νε κο­ντά μία δε­κα­πε­ντα­ε­τία, θα πρέ­πει να γρά­φτη­κε το δεύ­τε­ρο. Πά­ντως, πριν ε­γκα­τα­λεί­ψει τη θέ­ση της και την Αγγλία, το 2009, ε­ξέ­δω­σε το τρί­το της βι­βλίο. Μία συλ­λο­γή τεσ­σά­ρων ι­στο­ριών, «Η αρ­ρώ­στια των βου­νών», που το­πο­θε­τού­νται στην Αγγλία, με ε­ξαί­ρε­ση μία μυ­θο­πλα­στι­κή πα­ρέκ­βα­ση στο εί­δος του τα­ξι­διω­τι­κού, που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στην Ινδία. Οι ι­στο­ρίες, σε έ­κτα­ση νου­βέ­λας, θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν ο­μό­κε­ντρες, αν λά­βου­με ως κέ­ντρο την η­ρωί­δα, α­φού, α­κό­μη και στη μία, ό­που το κύ­ριο πρό­σω­πο εί­ναι ο ε­ρα­στής, το βιο­γρα­φι­κό του πλά­θε­ται α­πό ε­κεί­νο της συγ­γρα­φέως και του μυ­θο­πλα­στι­κού της alter ego.
Αυ­τές οι θε­μα­τι­κά  με­τα­χρο­νι­σμέ­νες μυ­θο­πλα­σίες δεί­χνουν πως η Κολ­λιά­κου δεν γρά­φει εν θερ­μώ, αλ­λά, εκ των υ­στέ­ρων, και μό­νο για τους τό­πους με τους ο­ποίους δέ­θη­κε συ­ναι­σθη­μα­τι­κά. Χώ­ρα τής μέ­χρι σή­με­ρα αυ­το­βιο­γρα­φι­κής έ­μπνευ­σης στά­θη­κε κυ­ρίως η Αγγλία. Πρώ­τα το Εδιμ­βούρ­γο και με­τά, στο τρί­το μυ­θι­στό­ρη­μά της, «Το πρό­σω­πο του ου­ρα­νού», το Νιού­κα­στλ. Αυ­τό εκ­δό­θη­κε το 2013, γραμ­μέ­νο στο Πα­ρί­σι, ό­πως και το πρό­σφα­το. Κα­τά τα φαι­νό­με­να, το πα­ρι­σι­νό θα πρέ­πει να πε­ρι­μέ­νει την ε­πό­με­νη με­τα­κί­νη­ση της συγ­γρα­φέως σε άλ­λη πό­λη ή και χώ­ρα. Προ­σώ­ρας, κρί­νο­ντας α­πό το πρό­σφα­το, η συγ­γρα­φι­κή έ­μπνευ­ση ξε­κί­νη­σε την οί­κα­δε ε­πι­στρο­φή, α­νε­ξάρ­τη­τα αν οι ση­με­ρι­νοί και­ροί δεν ευ­νοούν τον νό­στο δια­νοου­μέ­νων πα­νε­πι­στη­μια­κού ε­πι­πέ­δου, α­ντι­θέ­τως, ω­θούν σε σχέ­δια με­τα­νά­στευ­σης.
Το πέ­μπτο βι­βλίο της Κολ­λιά­κου εί­ναι το πρώ­το, που ε­κτυ­λίσ­σε­ται εξ ο­λο­κλή­ρου στην Αθή­να. Στον ά­ξο­να Άγιος Στέ­φα­νος, Πλα­τεία Αμε­ρι­κής, Σε­πό­λια, Φι­λο­πάπ­που, Πε­τρά­λω­να, σύμ­φω­να με το πώς ε­πι­λέ­γο­νται οι κα­τοι­κίες των βα­σι­κών προ­σώ­πων. Με τη με­τα­φο­ρά του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού μι­κρό­κο­σμου στον γε­νέ­θλιο τό­πο της, η η­ρωί­δα προσ­γειώ­νε­ται ε­πί γης, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας την πα­ρα­τή­ρη­ση των νε­φών και τις πα­ραλ­λα­γές των σχη­μά­των τους, που χά­ρι­σαν πρω­τό­τυ­πες ει­κό­νες στο προ­η­γού­με­νο. Αντί της πο­δη­λα­σίας στην αγ­γλι­κή ύ­παι­θρο, οι δια­δρο­μές με τον Ηλεκ­τρι­κό α­πο­φέ­ρουν πε­ρι­γρα­φές δυ­σμορ­φίας και κα­κο­σμίας, που αγ­γί­ζουν τα ό­ρια της βδε­λυγ­μίας. Ενώ, ο συγ­χρω­τι­σμός αλ­λο­δα­πών και γη­γε­νών α­πό την τά­ξη των τα­λαί­πω­ρων, πα­ρα­σύ­ρουν σε φυ­λε­τι­κές συ­γκρί­σεις, με έρ­πο­ντα, έ­ναν, μάλ­λον νο­ση­ρό, ε­ρω­τι­σμό.       
Η αλ­λα­γή στη γραμ­μή πλεύ­σης της συγ­γρα­φέως δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στην το­πι­κή με­τά­θε­ση. Ση­μαί­νει, κυ­ρίως, μία δια­φο­ρε­τι­κή η­ρωί­δα, μα­κράν των αυ­το­βιο­γρα­φι­κών προ­δια­γρα­φών. Αθη­ναία και αυ­τή, αλ­λά α­πό τη λαϊκή τά­ξη, ό­πως δη­λώ­νουν ε­ξαρ­χής, η κα­τοί­κη­σή της σε δυ­τι­κή συ­νοι­κία της πρω­τεύου­σας, τα Σε­πό­λια, και η ερ­γα­σία της μη­τέ­ρας της, ως οι­κια­κή βο­η­θός. Δεν ο­νο­μά­ζε­ται Νε­φέ­λη, ό­πως στο προ­η­γού­με­νο, αλ­λά Μαί­ρη, εί­ναι 24 ε­τών, ορ­φα­νή πα­τρός α­πό τα έ­ξι, φοι­τή­τρια αγ­γλι­κής φι­λο­λο­γίας. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο δεν αλ­λά­ζει, ό­πως ε­λά­χι­στα πα­ραλ­λάσ­σει και ο χα­ρα­κτή­ρας. Μό­νο τό­σο, ό­σο χρειά­ζε­ται, ώ­στε να ε­ναρ­μο­νι­στεί με τις και­νού­ριες βιο­γρα­φι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες.
Η ι­διο­συ­γκρα­σία της κο­πέ­λας δια­γρά­φε­ται και σε αυ­τό το βι­βλίο, μέ­σα α­πό τον δι­κό της εν­διά­θε­το λό­γο. Η συγ­γρα­φέ­ας δεν α­πο­πει­ρά­ται να δο­κι­μά­σει δια­φο­ρε­τι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή μορ­φή. Στο τρί­το πρό­σω­πο, με στα­θε­ρή ο­πτι­κή και έ­σω ε­στία­ση, δί­νει την υ­πό­στα­ση μίας συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­να­σφα­λούς και ε­σω­στρε­φούς νε­α­ρής γυ­ναί­κας, που λέει “ναι, για­τί την δυ­σκο­λεύει το ό­χι”, ε­νώ συ­νει­δη­το­ποιεί πως “α­νή­κει στους αν­θρώ­πους, που α­δυ­να­τούν να εν­σω­μα­τω­θούν σε μία ο­μά­δα, νιώ­θο­ντας πά­ντο­τε ε­κτός”. Οι άλ­λοι συ­νι­στούν γι’ αυ­τήν α­πει­λή, κα­θώς κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη δια­πι­στώ­νει πως βρί­σκε­ται στο έ­λεός τους. “Σαν να μην έ­χει η ί­δια κα­θό­λου σύ­νο­ρα, περ­νά­ει μέ­σα της τη διά­θε­ση που α­πο­πνέει αυ­τός ο ε­κά­στο­τε άλ­λος”, κα­τά τη δι­κή της δια­τύ­πω­ση. Η δε­ξιο­τε­χνία στο πλά­σι­μο του χα­ρα­κτή­ρα έ­γκει­ται στο ό­τι η η­ρωί­δα δεν κα­τα­λή­γει στον “μα­ζι­κό άν­θρω­πο”, το χω­ρίς προ­σω­πι­κό­τη­τα, σύ­νη­θες, μι­μη­τι­κό ον. Αυ­τή, στα δύ­σκο­λα α­ντα­πο­κρί­νε­ται, και μά­λι­στα α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα, α­πό τον ά­ντρα, προ­στά­τη ή ε­ρα­στή, που έ­χει δί­πλα της.
Εί­ναι ο ι­δεώ­δης τύ­πος, για να α­πο­τε­λέ­σει τον ά­ξο­να και κι­νη­τή­ριο μο­χλό του και­νού­ριου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, το ο­ποίο, ε­κτός α­πό τον γε­νι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό, κοι­νω­νι­κό-φε­μι­νι­στι­κής α­πό­κλι­σης, ό­πως και τα προ­η­γού­με­να, δια­θέ­τει προς το τέ­λος στοι­χεία ψυ­χο­λο­γι­κού θρί­λε­ρ, ε­νώ δια­τη­ρεί ε­ξαρ­χής το σα­σπέ­νς, πα­ρά τις θε­μα­τι­κά πο­λυ­συλ­λε­κτι­κές πα­ρεκ­βά­σεις, οι ο­ποίες, και σε αυ­τό το μυ­θι­στό­ρη­μα, πλη­θαί­νουν. Χω­ρίς σύν­θε­τη πλο­κή, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της η­ρωί­δας, καλ­λιερ­γεί­ται η υ­πο­ψία, ό­τι στο πα­ρελ­θόν συ­ντε­λέ­στη­καν στο κο­ντι­νό πε­ρι­βάλ­λον της α­ξιό­ποι­νες πρά­ξεις, και ταυ­τό­χρο­να, υ­φέρ­πει ο φό­βος πως άλ­λες πα­ρα­πλή­σιες θα συμ­βούν στο μέλ­λον. Ωστό­σο, και αυ­τό το μυ­θι­στό­ρη­μα θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί “θερ­μο­κρα­σίας δω­μα­τίου”, α­φού ό­λη η δρά­ση πε­ριο­ρί­ζε­ται στους κλει­στούς χώ­ρους οι­κιών και σε πε­ρι­βάλ­λον οι­κο­γε­νεια­κό. Δεν πρό­κει­ται, ό­μως, για την πυ­ρη­νι­κή οι­κο­γέ­νεια, της ο­ποίας τις σκο­τει­νές πλευ­ρές η συγ­γρα­φέ­ας πο­λιορ­κού­σε στα προ­η­γού­με­να βι­βλία της. Ανε­ξάρ­τη­τα αν οι έ­νο­χες πρά­ξεις πε­ρι­χα­ρα­κώ­νο­νται στην ί­δια στε­νή, οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία.
Οι α­κρι­βείς πε­ρι­γρα­φές του χώ­ρου, της έν­δυ­σης, των χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών, έ­τσι ό­πως α­πλώ­νο­νται λε­πτο­με­ρεια­κά με σχε­δόν κα­τα­χρη­στι­κή κα­τα­φυ­γή σε πα­ρο­μοιώ­σεις, έ­χουν ως α­πο­τέ­λε­σμα με­γα­λύ­τε­ρη πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα των σκη­νών, που ε­κτυ­λίσ­σο­νται, καλ­λιερ­γώ­ντας το α­πα­ραί­τη­το κλί­μα για τις ά­νο­μες πρά­ξεις, που υ­παι­νίσ­σο­νται. Όπως οι νύ­ξεις για βίαια συ­μπε­ρι­φο­ρά μέ­χρι σε­ξουα­λι­κά ε­πι­θε­τι­κή α­πό τον πα­τέ­ρα στην μι­κρή κό­ρη, α­πι­στία της συ­ζύ­γου με οι­κο­γε­νεια­κό φί­λο, α­κό­μη, α­μέ­λεια στη φρο­ντί­δα ή και ώ­θη­ση σε αυ­το­χει­ρία του η­λι­κιω­μέ­νου γο­νέα. Η δια­φο­ρά της Κολ­λιά­κου α­πό ο­μή­λι­κες ο­μό­τε­χνές της έ­γκει­ται στην α­πο­φυ­γή της ω­μό­τη­τας, που ο­ρι­σμέ­νες νεό­τε­ρες συ­χνά ε­πι­διώ­κουν, με πι­θα­νό στό­χο την πρό­κλη­ση σκαν­δα­λι­στι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος. Αυ­τή δί­νει βά­ρος στα βα­θιά νε­ρά του φροϋδι­κού α­συ­νεί­δη­του, κα­θώς η η­ρωί­δα της α­διά­κο­πα αυ­το­α­να­λύε­ται και ταυ­τό­χρο­να, διυ­λί­ζει τα λό­για και τις α­ντι­δρά­σεις ε­κεί­νων που βρί­σκο­νται α­πέ­να­ντί της.
Υπο­φέ­ρει α­πό ό,τι θα α­πο­κα­λού­σα­με με­ρι­κή παι­δι­κή α­μνη­σία. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, την βα­σα­νί­ζει μία α­νά­μνη­ση α­πό τον πα­τέ­ρα της, φαι­νο­με­νι­κά α­σή­μα­ντη, που ε­πα­νέρ­χε­ται με ε­ξαι­ρε­τι­κή κα­θα­ρό­τη­τα και εμ­μο­νή. Εί­ναι προ­φα­νές, πως πρό­κει­ται για την α­πο­κα­λού­με­νη α­νά­μνη­ση-προ­κά­λυμ­μα, που δη­μιουρ­γεί­ται α­πό τους α­μυ­ντι­κούς μη­χα­νι­σμούς του Εγώ, προς ε­πι­κά­λυ­ψη α­πω­θη­μέ­νων σε­ξουα­λι­κών ε­μπει­ριών. Ωστό­σο, τον Φρόυ­ντ, που με­λέ­τη­σε πα­ρό­μοιες πε­ρι­πτώ­σεις, τον προ­βλη­μά­τι­σε το δί­λημ­μα, κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για γνή­σιες παι­δι­κές α­να­μνή­σεις. Ή μή­πως εκ­φρά­ζουν φα­ντα­σιώ­σεις, που προ­βάλ­λο­νται α­να­δρο­μι­κά, προ­ερ­χό­με­νες α­πό με­τα­γε­νέ­στε­ρα ε­ρε­θί­σμα­τα. Τη δυ­να­τό­τη­τα ε­νός πα­ρό­μοιου ψυ­χα­να­λυ­τι­κού α­νοίγ­μα­τος, η συγ­γρα­φέ­ας ε­λά­χι­στα την εκ­με­ταλ­λεύε­ται.
Σε αυ­τό το βι­βλίο, ο εν­δε­κα­με­λής μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός θία­σος συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει και έ­να πρό­σω­πο με τα­ραγ­μέ­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα. Πρό­κει­ται για έ­ναν η­λι­κιω­μέ­νο, που πα­θαί­νει πα­ρα­κρού­σεις μέ­χρι και κρί­σεις πα­ρά­νοιας, ο­πό­τε γί­νε­ται ε­πι­θε­τι­κός. Δεί­χνει έρ­μαιο πα­λαιών τραυ­μα­τι­κών βιω­μά­των, που ε­πα­νέρ­χο­νται σαν κα­τα­διω­κτι­κά φά­σμα­τα. Αυ­τός ο χα­ρα­κτή­ρας, που εί­ναι ο δυ­σκο­λό­τε­ρος να στη­θεί, έ­χει πει­στι­κά α­πο­δο­θεί. Πα­ρα­στα­τι­κή εί­ναι και η πε­ρι­γρα­φή της χή­ρας μη­τέ­ρας, που α­γω­νί­ζε­ται να δια­σώ­σει την ευ­πρέ­πεια πα­λαιό­τε­ρων και­ρών. Συ­μπο­νά­ει “τα γε­ρό­ντια”, που έ­χει α­να­λά­βει τη φρο­ντί­δα τους, ε­νώ πα­ρα­μέ­νει πι­στή στα αλ­λο­τι­νά κα­θή­κο­ντα της νοι­κο­κυ­ράς. “Φτιά­χνει πρό­σφο­ρα” για την εκ­κλη­σία και “τρεις φο­ρές την ε­βδο­μά­δα α­πα­ραι­τή­τως πά­ει με ό­λα τα χρεια­ζού­με­να και κα­θα­ρί­ζει τον τά­φο” του συ­ζύ­γου. Κι ό­μως, στα χρό­νια της χη­ρείας, ί­σως και νω­ρί­τε­ρα, έ­νας ερ­γέ­νης α­πό την κα­λή κοι­νω­νία, την νοιά­ζε­ται. Την εί­χε προσ­λά­βει να φρο­ντί­ζει τη μη­τέ­ρα του, αλ­λά ο δε­σμός τους συ­νε­χί­στη­κε και με­τά το θά­να­το ε­κεί­νης.
Η Κολ­λιά­κου σκια­γρα­φεί συ­χνά α­πα­ντώ­με­νους τύ­πους, στους ο­ποίους, ό­μως, δί­νει υ­πό­στα­ση, ε­πι­μέ­νο­ντας στις α­να­με­τα­ξύ τους σχέ­σεις, με τις α­ντι­τι­θέ­με­νες ό­ψεις τους να υ­φέρ­πουν δια­βρω­τι­κά. Όπως ο δε­σμός που α­να­πτύσ­σε­ται α­νά­με­σα στον Αθη­ναίο η­λι­κιω­μέ­νο και την Γεωρ­για­νή πα­ρα­δου­λεύ­τρα. Πα­ρα­δό­ξως, αυ­τή η δεύ­τε­ρη, με ό­λα τα σου­σού­μια της, α­πο­δί­δει την ει­κό­να, που έ­χει α­πο­τυ­πω­θεί α­πό την ε­κτε­τα­μέ­νη πα­ρου­σία αυ­τών των γυ­ναι­κών σε α­θη­ναϊκές οι­κίες, ε­νώ η σκια­γρα­φία της Αθη­ναίας ε­πι­στη­μό­νισ­σας, μο­νί­μου κα­τοί­κου Πα­ρι­σίων, που α­πο­κτά έγ­χρω­μη κό­ρη με “μαύ­ρο”, μάλ­λον υ­στε­ρεί. Τέ­λος, η κε­ντρι­κή ε­ρω­τι­κή σχέ­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, της η­ρωί­δας με τον ά­βου­λο, ή ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, χα­λα­ρό στις α­ντι­δρά­σεις του, γιο της οι­κο­γέ­νειας βο­ρείων προ­α­στίων, ί­σως να χρεια­ζό­ταν έ­να πιο προ­σε­κτι­κό φι­νί­ρι­σμα. Προ­σμε­τρά­ται, πά­ντως, στα μυ­θο­πλα­στι­κά ευ­ρή­μα­τα, η συ­νύ­παρ­ξη της ε­ρω­τι­κής σχέ­σης με την προ­στα­τευ­τι­κή μιας στε­νής φι­λίας. Η “κολ­λη­τή” της α­ντα­να­κλά τη ση­με­ρι­νή εκ­δο­χή της αλ­λο­τι­νής α­ντρο­γυ­ναί­κας, που εν­δια­μέ­σως με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε φε­μι­νί­στρια, για να κα­τα­λή­ξει σε μία γυ­ναί­κα, “θαρ­ρα­λέα στο σώ­μα”, ό,τι μπο­ρεί αυ­τό να ση­μαί­νει, που “τα έ­χει ό­λα δο­κι­μά­σει”, σε­ξουα­λι­κώς αμ­φί­φυ­λη, με ε­ρω­τι­κές βλέ­ψεις για τη φί­λη της.                     
Να ση­μειώ­σου­με κά­ποια ι­διαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των βι­βλίων της Κολ­λιά­κου, τα ο­ποία φαί­νε­ται πως μό­νο ε­μάς ε­ντυ­πω­σιά­ζουν. Κα­τ’ αρ­χήν, η ί­δια χα­ρα­κτη­ρί­ζει τη γλώσ­σα, στην ο­ποία γρά­φει, “λι­τή”. Στην α­φή­γη­ση, ω­στό­σο, πα­ρει­σφρέ­ουν δο­κι­μια­κοί ό­ροι, νο­η­μα­τι­κά μεν α­κρι­βείς, αλ­λά α­νοί­κειοι στο τρέ­χον λε­κτι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Λ.χ., η λέ­ξη “ε­πι­το­νι­σμός”, αν­τλη­μέ­νη α­πό το γλωσ­σο­λο­γι­κό α­πό­θε­μα της συγ­γρα­φέως, σε εκ­φρά­σεις του τύ­που, “φώ­να­ξε τ’ ό­νο­μά μου με ε­πι­το­νι­σμό ε­πί­πλη­ξης”. Επί­σης, μάλ­λον πλε­ο­νά­ζουν οι πα­ρά προσ­δο­κία πα­ρο­μοιώ­σεις, ό­πως “το στό­μα του θυ­μί­ζει πα­ρέν­θε­ση που έ­πε­σε μπρού­μυ­τα”. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, αμ­φό­τε­ρα πα­ρα­πέ­μπουν σε μία ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κή δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, που, στην πε­ρί­πτω­ση της Κολ­λιά­κου, υ­πο­κα­θι­στά την χω­λαί­νου­σα ε­πα­φή της με την ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ενώ, η τυ­πι­κή δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, πε­ριο­ρί­ζε­ται σε κλα­σι­κούς συγ­γρα­φείς, α­πό ε­κεί­νους που δια­βά­ζο­νται στην ε­φη­βεία, με μία μο­να­δι­κή α­θη­ναϊκή πι­νε­λιά, την α­να­φο­ρά στους δια­νοού­με­νους των κα­φέ της ο­δού Καλ­λι­δρο­μίου, ό­πως ο Χρή­στος Βα­κα­λό­που­λος και ο Κω­στής Πα­πα­γιώρ­γης, που δεν κα­το­νο­μά­ζε­ται.
Στις α­ρε­τές του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος υ­πο­λο­γί­ζου­με, την μη έ­ντα­ξή του στην αν­θού­σα “πε­ζο­γρα­φία της κρί­σης”. Μό­λις που υ­παι­νίσ­σο­νται οι δύ­σκο­λοι και­ροί, ό­πως, λ.χ., με την, α­πό μία ά­πο­ψη, δια­σκε­δα­στι­κή σύ­γκρι­ση της οι­κο­νο­μι­κής κα­τά­στα­σης σε Γεωρ­γία και Ελλά­δα. Συ­νο­ψί­ζο­ντας τις α­να­γνω­στι­κές ε­ντυ­πώ­σεις, μάλ­λον πρό­κει­ται για το πιο εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο της Κολ­λιά­κου, αλ­λά με τον πλέ­ον α­τυ­χή τίτ­λο, α­διά­φο­ρο αν προ­σπα­θεί το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου να του δώ­σει κά­ποιο νό­η­μα σε α­ντι­στοι­χία με το θέ­μα του βι­βλίου. Αντι­θέ­τως, στο ε­ξώ­φυλ­λο, το εξ­πρε­σιο­νι­στι­κό πορ­τρέ­το της μη­τέ­ρας του Νορ­βη­γού ζω­γρά­φου Μουν­κ, με την πεί­σμο­να έκ­φρα­ση και το ε­πί­μο­νο βλέμ­μα, α­πο­δί­δει την α­ντί­στοι­χη προ­σπά­θεια της η­ρωί­δας να δια­πε­ρά­σει το η­μι­δια­φα­νές των φα­ντα­σιώ­σεών της, μή­πως και φα­νε­ρω­θούν τα βιω­μα­τι­κά κα­τά­βα­θα.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 21/2/2016.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Ένα όνομα, ένας στίχος, μία συγγραφέας - Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου

Ολι­γά­ριθ­μες εί­ναι οι “γρά­φου­σες” Ελλη­νί­δες, που συ­γκρα­τούν οι Ιστο­ρίες της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας. Ανά­με­σα σε αυ­τές, με­τριού­νται στα δά­χτυ­λα ό­σες ε­πέ­λε­ξαν να εμ­φα­νι­στούν στα γράμ­μα­τα με δι­πλό ε­πί­θε­το. Οι πα­λαιό­τε­ρες εί­ναι ι­σά­ριθ­μες με τους α­ντί­στοι­χους άρ­ρε­νες “γρά­φο­ντες”, που φέ­ρουν δι­πλά ε­πί­θε­τα. Εκεί­νοι τι­μού­σαν τους δυο πα­τρο­γο­νι­κούς τους κλά­δους, ε­κεί­νες, τον πα­τρι­κό και τον γα­μή­λιο. Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, στους 183 πε­ζο­γρά­φους, α­πό ι­δρύ­σεως του ελ­λη­νι­κού κρά­τους μέ­χρι την α­πρι­λια­νή δι­κτα­το­ρία, α­πα­ντώ­νται 25 “γρά­φου­σες”, ό­που μό­νο μία δια­τη­ρεί δι­πλό ό­νο­μα έ­να­ντι τριών αν­δρών. Αντι­στοί­χως, στην ποίη­ση, στους 169, α­πό την ε­πο­χή του Πα­λα­μά μέ­χρι και την πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά, συ­γκρα­τού­νται μό­λις 15, πέ­ντε εξ αυ­τών με δι­πλό ό­νο­μα έ­να­ντι ε­νός αν­δρός.
Κα­τά κα­νό­να, για τις ύ­παν­δρες, το ό­νο­μα το κα­θο­ρί­ζει η σχέ­ση με­τα­ξύ του χρό­νου νύμ­φευ­σης και ε­κεί­νου της πρώ­της συγ­γρα­φι­κής εμ­φά­νι­σης. Ανά­λο­γα, ποιο α­πό τα δυο προ­κύ­πτει πρώ­το. Σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, ω­στό­σο, πα­ρεμ­βαί­νει κα­θο­ρι­στι­κά η προ­σω­πι­κό­τη­τα της “γρά­φου­σας” σε σχέ­ση με ε­κεί­νη του ε­κλε­κτού της. Λ.χ., η Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη ξε­κι­νά ως Αλε­ξίου, ε­πί­σης η Ρί­τα Μπού­μη-Πα­πά, ως Μπού­μη, με­τά το γά­μο, ό­μως, η μεν πρώ­τη δια­γρά­φει το πα­τρι­κό, ε­νώ, η δεύ­τε­ρη το δια­τη­ρεί, προ­σθέ­το­ντας το συ­ζυ­γι­κό. Ως έ­να βαθ­μό, παί­ζει ρό­λο και η ε­πο­χή. Άλλο ο γά­μος το 1911 και άλ­λο το 1936. Όπως δεί­χνει και η πε­ρί­πτω­ση της Τα­τιά­νας Γκρί­τση-Μιλ­λιέ­ξ, που πρω­το­δη­μο­σιεύει συ­ζευγ­μέ­νη, έ­χο­ντας δια­τη­ρή­σει το δι­πλό ε­πώ­νυ­μο.

Ένα ό­νο­μα

Αλλά έ­τσι κι αλ­λιώς, με μο­νό ή δι­πλό ό­νο­μα, οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό τις “γρά­φου­σες”, α­κό­μη και ε­κεί­νες, που το ό­νο­μά τους γρά­φτη­κε στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας, σπα­νίως α­να­φέ­ρο­νται. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, μία “γρά­φου­σα” με δι­πλό ό­νο­μα, α­πό τις πολ­λές που έ­μει­ναν στα ψι­λά γράμ­μα­τα της Ιστο­ρίας, κά­θε τό­σο, ό­λο και κά­ποιος την μνη­μο­νεύει. Αφορ­μή δεν στέ­κε­ται η ί­δια, ού­τε το έρ­γο της. Πρό­κει­ται για την Κλε­α­ρέ­τη Δί­πλα-Μα­λά­μου, που α­πα­ντά­ται και ως Κλε­α­ρέ­τη Μα­λά­μου-Δί­πλα, αλ­λά η πρώ­τη εκ­δο­χή εί­ναι ε­κεί­νη που προ­κα­λεί το εν­δια­φέ­ρον. Την ύ­στε­ρη φή­μη της, κυ­ρίως με­τα­πο­λε­μι­κά, την ο­φεί­λει στον Κ. Γ. Κα­ρυω­τά­κη, που με­τα­μόρ­φω­σε το ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μό της σε στί­χο. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, στον στί­χο του, το Κλε­α­ρέ­τη Δί­πλα-Μα­λά­μου, εί­ναι γραμ­μέ­νο ε­ντός ει­σα­γω­γι­κών ω­σάν τίτ­λος. Μα­ζί με τον στί­χο, που α­κο­λου­θεί, “και δί­πλα σ’ αυ­τό τ’ ό­νο­μά μου”, α­πο­τε­λεί το τρί­το α­πό τα εν­νέα δί­στι­χα, που α­παρ­τί­ζουν το ποίη­μα, «Στα­διο­δρο­μία», α­πό το τρί­το μέ­ρος, «Σά­τι­ρες», της τρί­της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του, «Ελε­γείες και σά­τι­ρες».
Το τε­λευ­ταίο αυ­τό βι­βλίο του Κα­ρυω­τά­κη κυ­κλο­φό­ρη­σε μέ­σα στο τρί­το δε­καή­με­ρο Δεκ. 1927. Ωστό­σο, το συ­γκε­κρι­μέ­νο ποίη­μα μα­ζί με το α­κρι­βώς προ­η­γού­με­νό του στην πα­ρά­τα­ξη του βι­βλίου, «Μι­κρή α­συμ­φω­νία εις α μεί­ζον», έ­τυ­χαν προ­δη­μο­σίευ­σης (σε α­ντί­στρο­φη σει­ρά) προς δια­φή­μι­ση της έκ­δο­σης, στη φι­λο­λο­γι­κή «Κυ­ρια­κή» της εφ. «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα», στις 20 Νοε. Το πρώ­το ποίη­μα, γνω­στό­τε­ρο με τον πρώ­το στί­χο του, “Α! κύ­ριε, κύ­ριε Μα­λα­κά­ση,”, συ­νο­δευό­ταν α­πό την υ­πο­ση­μείω­ση: “Οι στί­χοι αυ­τοί α­πευ­θύ­νο­νται στον κο­σμι­κό κύ­ριο, και ό­χι στον ποιη­τή Μα­λα­κά­ση, του ο­ποίου δε θα μπο­ρού­σε να πα­ρα­γνω­ρί­σει κα­νείς το ση­μα­ντι­κό έρ­γο.” Το δεύ­τε­ρο, κα­θώς ο ποιη­τής το δη­μο­σίευ­σε χω­ρίς ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κή υ­πο­ση­μείω­ση, καλ­λιέρ­γη­σε σε με­τα­γε­νέ­στε­ρους, που α­γνοού­σαν την “γρά­φου­σα”, έ­ναν γρί­φο γύ­ρω α­πό τον συ­γκε­κρι­μέ­νο στί­χο.
Τι ε­πι­ζη­τού­σε ο Κα­ρυω­τά­κης να δεί­ξει; Ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, στη σχο­λια­σμέ­νη έκ­δο­ση των Απά­ντων Κα­ρυω­τά­κη του 1992, α­φή­νει την πι­θα­νό­τη­τα ο δεύ­τε­ρος στί­χος του δί­στι­χου να ε­νέ­χει “τυ­πο­γρα­φι­κή α­βλε­ψία της ε­φη­με­ρί­δας”, προ­τεί­νο­ντας ως σω­στό­τε­ρη την πα­ραλ­λα­γή “και δί­πλα σ’ αυ­τήν τ’ ό­νο­μά μου”. Στην ε­πό­με­νη ει­κο­σα­ε­τία, ο προ­βλη­μα­τι­σμός γύ­ρω α­πό τον γρί­φο του εν λό­γω δί­στι­χου έ­μει­νε με­τέω­ρος  α­νά­με­σα στο πρω­τό­τυ­πο και την διορ­θω­τι­κή ει­κα­σία του Σαβ­βί­δη. Ο Απ. Μπε­νά­τσης, το 2004, στη με­λέ­τη του για τον Κα­ρυω­τά­κη, σχο­λιά­ζει: “Το ποιη­τι­κό υ­πο­κεί­με­νο δεν α­να­φέ­ρει το δι­κό του ό­νο­μα, ε­νώ πα­ρα­θέ­τει ο­λό­κλη­ρο το ε­πώ­νυ­μο της συ­να­δέλ­φου του. Δη­λώ­νει με τρό­πο αυ­τό ό­τι αυ­τή εί­ναι γνω­στή, ε­νώ αυ­τός πα­ρα­μέ­νει ά­γνω­στος... Δια­πι­στώ­νου­με ό­τι το «αυ­τό» α­να­φέ­ρε­ται σε μία γυ­ναί­κα... μι­λά­ει για την Κλε­α­ρέ­τη σαν να μην ή­ταν πρό­σω­πο, αλ­λά πράγ­μα”. Ο Τ. Κα­για­λής σπεύ­δει να τον διορ­θώ­σει, υ­πο­δει­κνύο­ντας πως το ό­νο­μα βρί­σκε­ται ε­ντός ει­σα­γω­γι­κών, ο­πό­τε το ου­δέ­τε­ρο γέ­νος της α­ντω­νυ­μίας εί­ναι ορ­θό. Και συ­νε­χί­ζει, ερ­μη­νεύο­ντας τις προ­θέ­σεις του ποιη­τή: “Εκεί­νο, που φα­ντά­ζε­ται με α­πο­τρο­πια­σμό δί­πλα στο ό­νο­μά του, δεν εί­ναι η συγ­γρα­φέ­ας αυ­το­προ­σώ­πως, αλ­λά το εμ­βλη­μα­τι­κό ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μό της.”
Ο Μπε­νά­τσης συ­νε­χί­ζει, ε­πι­ση­μαί­νο­ντας τη “δια­κει­με­νι­κή σχέ­ση”, που υ­πάρ­χει με­τα­ξύ δί­στι­χου και ποιή­μα­τος του Εγγο­νό­που­λου, με τίτ­λο, «Κλε­α­ρέ­τη Δί­πλα-Μα­λά­μου», α­πό τη συλ­λο­γή «Στην κοι­λά­δα με τους ρο­δώ­νες», που έ­χει ως μό­το: “... Κλε­α­ρέ­τη Δί­πλα-Μα­λά­μου, / και δί­πλα σ’ αυ­τή τ’ ό­νο­μά μου. / Κ. Κα­ρυω­τά­κης”. Ει­κά­ζει α­ντι­πα­ρά­θε­ση του νεό­τε­ρου προς τον πρε­σβύ­τε­ρο ποιη­τή: Ο Εγγο­νό­που­λος “α­πο­κα­θι­στά την Κλε­α­ρέ­τη ως πρό­σω­πο”, ε­νώ το κα­ρυω­τα­κι­κό “αυ­τό” εί­χε “υ­πο­τι­μη­τι­κή ση­μα­σία”. Ο Κα­για­λής ε­πι­μέ­νει: “Όχι μό­νο δεν α­πο­κα­θι­στά τη συγ­γρα­φέα, αλ­λά με­τα­τρέ­πει μια σκω­πτι­κή α­να­φο­ρά στο ό­νο­μά της σε ά­κομ­ψο λί­βε­λο (τον ο­ποίο χρεώ­νει στον Κα­ρυω­τά­κη, η υ­πο­γρα­φή του ο­ποίου εμ­φα­νί­ζε­ται φαρ­διά πλα­τιά κά­τω α­πό τον πα­ραλ­λαγ­μέ­νο στί­χο).”
Σχε­τι­κά με το ποίη­μα του Εγγο­νό­που­λου, υ­πάρ­χει και η πα­λαιό­τε­ρη ερ­μη­νεία του Κ. Βούλ­γα­ρη. Στο βι­βλίο του για τον Κα­ρυω­τά­κη, το 1989, σχο­λιά­ζει τη σχέ­ση των δυο ποιη­τώ­ν: “Η α­γω­νιώ­δης αι­σιο­δο­ξία του Εγγο­νό­που­λου για την α­τέρ­μο­νο ζωή του Κα­ρυω­τά­κη... τον κά­νει να του στέλ­νει καρ­τ-πο­στάλ της Πρέ­βε­ζας με το ποίη­μα «Κλε­α­ρέ­τη Δί­πλα-Μα­λά­μου»”. Αυ­τή η αλ­λη­γο­ρι­κή ερ­μη­νεία βρί­σκε­ται μάλ­λον πλη­σιέ­στε­ρα στα αι­σθή­μα­τα του Εγγο­νό­που­λου, κα­θώς συμ­φω­νεί και με την α­πό­φαν­σή του, “στο Με­σο­πό­λε­μο οι πραγ­μα­τι­κά Με­γά­λοι ή­ταν... αυ­τοί μό­νοι οι τρεις: Κα­ρυω­τά­κης, Παρ­θέ­νης και Κό­ντο­γλους”. Άλλω­στε, το μό­το, με τις πα­ραλ­λα­γές που ε­πι­φέ­ρει στο δί­στι­χο και την υ­πο­γρα­φή του Κα­ρυω­τά­κη χω­ρίς το αρ­χι­κό του πα­τρώ­νυ­μου, έ­χει ά­τυ­πο χα­ρα­κτή­ρα ε­πι­στο­λής. Ένα ποίη­μα δί­κην ε­πι­στο­λής, με την ει­κό­να της Πρέ­βε­ζας, που εί­δε αυ­τός δί­πλα σε ε­κεί­νη με τις “κάρ­γες” ή και τις “κου­ρού­νες” του Αυ­τό­χει­ρα. Ένα ποίη­μα, που το­πο­θε­τεί τον Τρι­πο­λι­τσιώ­τη α­νά­με­σα σε δυο Πρε­βε­ζά­νους, την Δί­πλα-Μα­λά­μου και τον προ­σφι­λή του ή­ρωα, Οδυσ­σέα Ανδρού­τσο, τον “Μου­τσα­νά”, γιο του προ­ε­πα­να­στα­τι­κού Ανδρέα Βρού­τση, γνω­στού και ως Μου­τσα­νά.
Να προ­σθέ­σου­με και μία πτυ­χή του ποιή­μα­τος, που πι­θα­νόν δια­φεύ­γει των ση­με­ρι­νών με­λε­τη­τών. Για τον Εγγο­νό­που­λο, το Δί­πλα-Μα­λά­μου θα πρέ­πει να ή­ταν πράγ­μα­τι εμ­βλη­μα­τι­κό, κα­θώς πά­ντρευε τον Ευ­ρυ­τά­να κλε­φταρ­μα­τω­λό Βα­σί­λη Δί­πλα, νου­νό του Κα­τσα­ντώ­νη, με την Σου­λιώ­τι­κη οι­κο­γέ­νεια των Μα­λα­μαίων. Έτσι, στο ποίη­μα, υ­πάρ­χει συμ­με­τρία α­νά­με­σα σε δυο ζεύ­γη η­ρωι­κώς πε­σό­ντων προ και κα­τά τη διάρ­κεια της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης. Δεν α­πο­κλείε­ται, μά­λι­στα, ο Εγγο­νό­που­λος, με την υ­περ­ρε­α­λι­στι­κή του προ­σέγ­γι­ση, να α­κούει στις κα­ρυω­τα­κι­κές “κάρ­γιες” το στί­χο του δη­μο­τι­κού ά­σμα­τος: “πολ­λή τουρ­κιά μας πλά­κω­σε μαύ­ρη σαν κα­λια­κού­δι”.
Ο Σάβ­βας Παύ­λου, το 2011, στο βι­βλίο του, «Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά και άλ­λα», σχο­λιά­ζει με τον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τρό­πο του, με­τα­ξύ ει­ρω­νείας και ρο­μα­ντι­σμού: “Πρέ­πει να λο­γι­στού­με ό­λοι μας την πί­κρα της ευ­γε­νούς δέ­σποι­νας, ποιή­τριας και πε­ζο­γρά­φου Κλε­α­ρέ­της Δί­πλα-Μα­λά­μου, ό­ταν συ­νει­δη­το­ποίη­σε...πως δεν ή­ταν πα­ρά ο στί­χος του Κα­ρυω­τά­κη.” Κι ό­μως, ε­κεί­νη δεν θα πρέ­πει να πι­κρά­θη­κε, δε­δο­μέ­νου πως, για τους συ­γκαι­ρι­νούς της, ή­ταν μία γνω­στή συγ­γρα­φέ­ας. Το 1929, μά­λι­στα, το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της εί­ναι το πρώ­το βι­βλίο “γρά­φου­σας”, που τι­μά­ται με βρα­βείο της Ακα­δη­μίας Αθη­νών.

Ένας στί­χος

Η πρώ­τη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή της, «Στο διά­βα μου», εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει αρ­χές 1922. Η δεύ­τε­ρη του Κα­ρυω­τά­κη, «Νη­πεν­θή», Αύγ. 1921. Για το δι­κό της βι­βλίο εί­χαν δη­μο­σιευ­τεί του­λά­χι­στον τρεις κρι­τι­κές, με­τα­ξύ των ο­ποίων μία ευ­νοϊκή του Ξε­νό­που­λου, ε­νώ, για του Κα­ρυω­τά­κη έ­ξι. Αμφό­τε­ρα εί­χαν πα­ρου­σια­στεί στο πε­ριο­δι­κό «Ο Νου­μάς», αλ­λά α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς κρι­τι­κούς. Σε έ­να πε­ριο­δι­κό, ό­μως, ο κα­θ’ ύ­λην αρ­μό­διος εί­χε γρά­ψει και για τα δυο βι­βλία. Ήταν ο Μ. Εσπε­ρι­νός στο ε­τή­σιο «Δελ­τίο του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου». Πι­στεύου­με πως ο κα­ρυω­τα­κι­κός στί­χος ορ­μά­ται α­πό αυ­τές τις δυο κρι­τι­κές, που δη­μο­σιεύ­τη­καν στον 10ο τό­μο του 1922 και ο ο­ποίος κυ­κλο­φό­ρη­σε Αύγ. 1923. Αυ­τές ή­ταν και οι τε­λευ­ταίες κρί­σεις για τα ποιη­τι­κά τους βι­βλία. Δη­μο­σιεύ­τη­καν εν πα­ρα­τά­ξει μα­ζί με άλ­λες ε­πτά, συ­γκε­ντρω­μέ­νες στο τέ­λος του τό­μου, με κοι­νό τίτ­λο, «Βι­βλιο­κρι­σίες», και κοι­νή υ­πο­γρα­φή. Τέ­ταρ­τη στη σει­ρά του Κα­ρυω­τά­κη, ό­γδοη της Δί­πλα-Μα­λά­μου. Ο κρι­τι­κός εί­χε στα­θεί αυ­στη­ρός και για τις δυο, πε­ρισ­σό­τε­ρο για ε­κεί­νη του Κα­ρυω­τά­κη. Οπό­ταν θα ταί­ρια­ζε σε αμ­φό­τε­ρες ως συ­μπέ­ρα­σμα, ο πρώ­τος στί­χος α­πό το δεύ­τε­ρο δί­στι­χο του ποιή­μα­τος «Στα­διο­δρο­μία»: “«Οι στί­χοι πα­ρέ­χουν ελ­πί­δες»”. Αυ­τός ο στί­χος ζευ­γα­ρώ­νει με τον στί­χο, “θα γρά­ψουν οι ε­φη­με­ρί­δες.” και προ­η­γεί­ται του δί­στι­χου της Κλε­α­ρέ­της Δί­πλα-Μα­λά­μου.
Ει­κά­ζου­με πως ο Κα­ρυω­τά­κης, με αυ­τό το ποίη­μα, σαρ­κά­ζει την μελ­λο­ντι­κή τύ­χη της τρί­της συλ­λο­γής του, κα­θώς φα­ντα­σιώ­νε­ται πως θα εί­ναι ό­μοια με της προ­η­γού­με­νης. Εκκι­νεί α­πό τον πρώ­το στί­χο του πρώ­του ποιή­μα­τος της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής του, “Δι­κά μου οι Στί­χοι, απ’ το αί­μα μου, παι­διά.”, πα­ραλ­λάσ­σο­ντάς τον, “Τη σάρ­κα, το αί­μα θα βά­λω / σε σχή­μα βι­βλίου με­γά­λο.” Συ­νε­χί­ζει, στο ε­πό­με­νο δί­στι­χο, με την ε­τυ­μη­γο­ρία των κρι­τι­κών. Και κα­τα­λή­γει με την ει­κό­να α­πό τις σε­λί­δες του ε­ντύ­που που φι­λο­ξέ­νη­σε την τε­λευ­ταία κρι­τι­κή πα­ρου­σία­ση του βι­βλίου του, την ο­ποία δια­δέ­χθη­κε σιω­πή και, πι­θα­νώς, α­πού­λη­τα α­ντί­τυ­πα, πα­ρα­κα­τα­θή­κη στο Βι­βλιο­πω­λείο του Βα­σι­λείου, “το στέ­κι του”.  Για­τί, ό­μως, ε­πι­λέ­γει την Δί­πλα-Μα­λά­μου και ό­χι κά­ποιον άλ­λο α­πό τους κρι­νό­με­νους; Συμ­βάλ­λει, σί­γου­ρα, η ο­μοιο­κα­τα­λη­ξία, ε­πι­προ­σθέ­τως, ό­μως, εί­ναι και η πιο α­δύ­να­μη πε­ρί­πτω­ση. Όχι ό­σο α­φο­ρά το βι­βλίο της, που, το πι­θα­νό­τε­ρο, ο Κα­ρυω­τά­κης α­γνο­εί, αλ­λά ε­πει­δή εί­ναι “γρά­φου­σα” και δη πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη. 
Όσο για τον υ­παί­τιο κρι­τι­κό αυ­τής της κει­με­νι­κής ει­κό­νας, εί­ναι ψευ­δώ­νυ­μος. Άνοι­ξη 1924, ο Κα­ρυω­τά­κης γνω­ρί­στη­κε με τον Ε. Ιωάν­νου, γνω­στό ή­δη ως Τέλ­λο Άγρα. Τό­τε, ί­σως και ευ­θύς ε­ξαρ­χής, ή­ξε­ρε πως ε­κεί­νος κρύ­βε­ται πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Μ. Εσπε­ρι­νός, που ο Άγρας χρη­σι­μο­ποίη­σε μό­νο σε αυ­τήν τη δη­μο­σίευ­ση.  Πα­ρα­μέ­νει ζη­τού­με­νο το κα­τά πό­σο το γνώ­ρι­ζε η Δί­πλα-Μα­λά­μου. Ο Άγρας δη­μο­σίευ­σε κρι­τι­κές για δυο α­κό­μη βι­βλία της, αυ­τά πε­ζο­γρα­φι­κά, το 1929, υ­πο­γρά­φο­ντας με τα αρ­χι­κά του, και το 1935, ο­λο­γρά­φως. Πέ­ραν αυ­τών, συ­ντάσ­σει και το α­ντί­στοι­χο λήμ­μα της Με­γά­λης Ελλη­νι­κής Εγκυ­κλο­παι­δείας, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, γραμ­μέ­νων την πε­ρίο­δο κα­τάρ­τι­σής της (1926-1934). Το συ­γκε­κρι­μέ­νο θα πρέ­πει να γρά­φτη­κε λί­γο με­τά την βρά­βευ­σή της α­πό την Ακα­δη­μία, το 1930.
Το λήμ­μα δη­μιούρ­γη­σε έ­ναν α­κό­μη γρί­φο, αυ­τήν τη φο­ρά, γύ­ρω α­πό την η­λι­κία της. Οι σχε­τι­κές α­να­φο­ρές κυ­μαί­νο­νται μέ­σα σε μία δε­κα­τριε­τία, 1886-1898. Ο Νί­κος Σα­ρα­ντά­κος, στη δια­δι­κτυα­κή συ­νο­μι­λία του με τον Παύ­λου, εκ­φρά­ζει την α­πο­ρία του: “Όλες οι πη­γές που συμ­βου­λεύ­τη­κα, δια­δι­κτυα­κές και χάρ­τι­νες, λέ­νε πως γεν­νή­θη­κε το 1897. Σε έ­να βι­βλίο, ω­στό­σο, του 2007, έκ­δο­ση της Εται­ρείας Λευ­κα­δι­κών Με­λε­τών, δί­νε­ται το 1886.” Να ση­μειώ­σου­με πως, στην εν λό­γω έκ­δο­ση, δεν δη­μο­σιεύε­ται η­με­ρο­λό­γιό της, ό­πως α­να­φέ­ρει, αλ­λά οι ο­μι­λίες α­πό εκ­δή­λω­ση, ό­που δί­νο­νται πε­ρι­κο­πές α­πό το η­με­ρο­λό­γιο, που πα­ρα­μέ­νει α­νέκ­δο­το. Πα­ρό­τι στην προ­με­τω­πί­δα, αλ­λά και σε ό­λες τις α­να­φο­ρές του βι­βλίου, α­να­φέ­ρε­ται το 1886, στην πρό­σκλη­ση της εκ­δή­λω­σης, που α­να­πα­ρά­γε­ται στο βι­βλίο, δί­νε­ται το 1897. 

Μία συγ­γρα­φέ­ας

Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον η δια­κύ­μαν­ση του έ­τους γέν­νη­σής της, α­νά­λο­γα και με την πα­λαιό­τη­τα του ε­ντύ­που. Θα ή­ταν, πά­ντως, ά­δι­κο να το α­πο­δώ­σου­με σε δι­κή της πρό­θε­ση προς α­πό­κρυ­ψη της η­λι­κίας της, κα­θώς δη­μο­σιεύει α­πό πο­λύ νω­ρίς. Στο λήμ­μα του Άγρα, φέ­ρε­ται γεν­νη­θεί­σα το 1894. Την κα­τα­χω­ρεί ως Μα­λά­μου-Δί­πλα, με τό­πο γέν­νη­σης την Λευ­κά­δα, α­ντί της Πρέ­βε­ζας. Στα λοι­πά στοι­χεία, τα πά­ει κα­λύ­τε­ρα, αν και α­να­φέ­ρει ε­σφαλ­μέ­να το πε­ριο­δι­κό και το χρό­νο πρώ­της εμ­φά­νι­σης.  Γεν­νη­μέ­νος ο ί­διος το 1899, μάλ­λον στη­ρί­ζε­ται σε προ­γε­νέ­στε­ρες πη­γές. Το 1894, δί­νε­ται και στο σύ­ντο­μο α­νυ­πό­γρα­φο λήμ­μα της Εγκυ­κλο­παί­δειας Ελευ­θε­ρου­δά­κη. Ενώ, ο Νί­κος Σφυ­ρό­ε­ρας, στη συ­νέ­ντευ­ξη, που της παίρ­νει το 1938, δί­νει χρο­νο­λο­γία γέν­νη­σης το 1898.
Στην ε­γκυ­κλο­παί­δεια Πά­πυ­ρος-Λα­ρούς-Μπρι­τά­νι­κα, ο Δημ. Στα­μέ­λος δί­νει το 1897, που υιο­θε­τεί και ο Σαβ­βί­δης στα Άπα­ντα Κα­ρυω­τά­κη. Προ­η­γή­θη­καν η Αθη­νά Ταρ­σού­λη, στο «Ελλη­νί­δες ποιή­τριες» (1951), με χρο­νο­λο­γία το 1897, ο Γ. Κορ­δά­τος, στην «Ιστο­ρία νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας» (1962), το 1898, και ο Μιχ. Πε­ράν­θης, στην πε­ντά­το­μη «Ελλη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία» (1967), που, α­πό τυ­πο­γρα­φι­κή α­βλε­ψία, δί­νει 1897 και 1898. Δυο α­κό­μη  πα­λαιό­τε­ρες Ιστο­ρίες την α­να­φέ­ρουν, του Βου­τιε­ρί­δη, χω­ρίς βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, και του Νί­κου Παπ­πά, με χρο­νο­λο­γία το 1888. Στο έ­κτο μέ­ρος της Ιστο­ρίας του, «Η γυ­ναι­κεία λο­γο­τε­χνία στην Ελλά­δα», ό­που πα­ρα­τάσ­σει τις συγ­γρα­φείς α­νά γε­νιά, την το­πο­θε­τεί σε ε­κεί­νη του 1900-1910, μα­ζί με την Ταρ­σού­λη και την Κα­ζα­ντζά­κη. Ενώ, την Πο­λυ­δού­ρη, στην ε­πό­με­νη, του 1920.
Το 2016, με­τά τη διευ­θέ­τη­ση του έ­τους γέν­νη­σης της Δί­πλα-Μα­λά­μου, χά­ρις στα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, που συ­γκε­ντρώ­νει η Λευ­κα­δί­τισ­σα Να­τα­λία Κα­τη­φό­ρη, ξα­να­συ­να­ντιού­νται ο Κα­ρυω­τά­κης και αυ­τή. Επε­τεια­κό έ­τος για αμ­φο­τέ­ρους, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 120 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του πρώ­του και 130 α­πό ε­κεί­νης. Η ε­πέ­τειος δί­νει μια ευ­και­ρία προς ε­πα­νε­ξέ­τα­ση της ποιή­τριας ό­σο, βέ­βαια, και της πε­ζο­γρά­φου Κλε­α­ρέ­της Δί­πλα-Μα­λά­μου. Την αρ­χή έ­κα­νε η Μά­ρα Ψάλ­τη, με την ε­κτε­νή κρι­τι­κή πα­ρου­σία­ση της ποιή­τριας, ε­στιά­ζο­ντας στην ε­ρω­τι­κή πτυ­χή.  Θα ε­πα­νέλ­θου­με.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/2/2016.

Φωτογραφία:  Προτομή της συγγραφέως στο Δημοτικό Κήπο της πόλης της Λευκάδας.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Συζεύξεις, συμβιώσεις, μεταστροφές

Οι στρο­φές της εγ­χώ­ριας πε­ζο­γρα­φίας προς συ­γκε­κρι­μέ­να θέ­μα­τα δεν εί­ναι και­νούρ­γιο φαι­νό­με­νο. Εμφα­νί­ζε­ται μάλ­λον ως ε­πα­κό­λου­θο κοι­νω­νι­κών τά­σεων, κυ­ρίως, ι­δε­ο­λο­γι­κών και οι­κο­νο­μι­κών. Με το γύ­ρι­σμα του αιώ­να, ω­στό­σο, αυ­τές οι με­τα­στρο­φές εν­δια­φέ­ρο­ντος έ­γι­ναν συ­χνό­τε­ρες. Συμ­βάλ­λει, πι­θα­νώς, η αύ­ξη­ση του εκ­δο­τι­κού ρυθ­μού των συγ­γρα­φέων και ταυ­τό­χρο­να, η πλή­θυν­σή τους, με την πα­ρα­τη­ρού­με­νη συρ­ροή νέων. Εντεί­νε­ται έ­τσι η α­να­ζή­τη­ση θε­μα­το­γρα­φίας, ε­πι­και­ρι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ελ­κυ­στι­κής για έ­να ό­σο το δυ­να­τόν ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Πα­ράλ­λη­λα, ε­πε­κτεί­νε­ται η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση με­τα­ξύ συγ­γρα­φέων, που μπο­ρεί, ό­χι σπά­νια, να πά­ρει και λαν­θά­νου­σα μορ­φή δια­γκω­νι­σμού. Αυ­τό το λαν­θά­νον στοι­χείο κα­τα­γρά­φε­ται στην τρέ­χου­σα πε­ζο­γρα­φία ως μία ε­ντό­πια και συγ­χρο­νι­κή δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Κα­θώς, μά­λι­στα, τα εν λό­γω δά­νεια συ­χνά α­φο­ρούν με­ρι­κούς δια­κρι­τούς έως και ε­ντυ­πω­τι­κούς, θε­μα­τι­κούς πυ­ρή­νες, ελ­κύουν την προ­σο­χή α­κό­μη και του πε­ρι­στα­σια­κού α­να­γνώ­στη, α­νε­ξάρ­τη­τα αν πα­ρα­κά­μπτο­νται α­πό την κρι­τι­κή, μάλ­λον λό­γω δια­κρι­τι­κό­τη­τας.
  Μία πα­ρό­μοια στρο­φή, που α­πο­δεί­χτη­κε μα­κρο­χρό­νια και α­πέ­κτη­σε πο­λυά­ριθ­μους θια­σώ­τες, ή­ταν η μυ­θο­πλα­στι­κή εκ­με­τάλ­λευ­ση της δε­κα­ε­τίας του ’40, με κυ­ρίαρ­χη την πε­ρίο­δο του Εμφυ­λίου. Εί­κο­σι χρό­νια με­τά τα πρώ­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που υιο­θέ­τη­σαν τη με­τα­νεω­τε­ρι­κή –ή μή­πως με­τα-α­να­θεω­ρη­τι­κή;–ο­πτι­κή ε­πά­νω σ’ ε­κεί­νη την τραυ­μα­τι­κή σε ε­θνι­κό ε­πί­πε­δο ε­μπει­ρία, η συ­γκε­κρι­μέ­νη ε­μπό­λε­μη δε­κα­ε­τία ε­ξα­κο­λου­θεί, ί­σως πλέ­ον σε μι­κρό­τε­ρο βαθ­μό, να τρο­φο­δο­τεί την πε­ζο­γρα­φία. Αν και ε­κεί­νο, που κυ­ρίως έ­μει­νε α­πό αυ­τήν την μυ­θο­πλα­στι­κή τά­ση, εί­ναι η με­τα­νεω­τε­ρι­κή ο­πτι­κή, που ε­πε­κτά­θη­κε σε ό­λο το εύ­ρος των κο­ντά 200 ε­τών νε­ο­ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρίας, ξα­κρί­ζο­ντας για μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­να­θεώ­ρη­ση, α­πό τα πρό­σω­πα και τα συμ­βά­ντα, τις κο­ρυ­φώ­σεις. Χρειά­στη­κε να έρ­θει και δη, να στρογ­γυ­λο­κα­θί­σει, η κρί­ση, με το ε­ντυ­πω­σια­κά α­να­πε­πτα­μέ­νο θε­μα­τι­κό φά­σμα, α­πό τα ζω­τι­κά της ε­πι­βίω­σης μέ­χρι τις ι­δε­ο­λο­γι­κές α­να­ψη­λα­φή­σεις, για να πα­ρα­με­ρι­στούν οι με­τα­νεω­τε­ρι­κές α­πο­μυ­θο­ποιή­σεις. Κα­θο­ρι­στι­κός πρέ­πει να στά­θη­κε ο ρό­λος του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού, που ζη­τού­σε “ζω­ντα­νές” ι­στο­ρίες, ως συ­μπλή­ρω­μα α­να­ψυ­χής στην φύ­σει τε­ρα­το­λό­γο τη­λε­ο­πτι­κή ε­νη­μέ­ρω­ση.
Η πε­ζο­γρα­φία της κρί­σης, ό­πως την έ­χουν ή­δη βα­φτί­σει, πα­ρα­κο­λου­θεί την κρί­ση α­πό το ξε­κί­νη­μά της. Αν θεω­ρη­θεί ως α­φε­τη­ρία η α­να­κοί­νω­ση της έ­ντα­ξης της χώ­ρας στο ΔΝΤ α­πό τον τό­τε πρω­θυ­πουρ­γό, στις 23 Απρ. 2010, α­πό το α­κρι­τι­κό Κα­στε­λό­ρι­ζο, τό­τε, ως πρώ­το βι­βλίο της εν λό­γω κα­τη­γο­ρίας, θα πρέ­πει να εγ­γρα­φεί η νου­βέ­λα του Γιάν­νη Μα­κρι­δά­κη, «Λα­γού μαλ­λί». Κα­θώς η κρί­ση, α­ντί να υ­πο­χω­ρή­σει, δυ­νά­μω­νε και ε­πε­κτει­νό­ταν, άρ­χι­σαν να πλη­θαί­νουν τα σχε­τι­κά πε­ζά. Ορι­σμέ­να ε­πι­κε­ντρώ­νο­νταν σε κά­ποια α­πό τα ε­πι­μέ­ρους συμ­βά­ντα, κο­ντά ό­μως σε αυ­τά, πολ­λά πε­ζά με δια­φο­ρε­τι­κή ε­στία­ση, ε­πέ­λε­γαν το σκη­νι­κό της κρί­σης ως φό­ντο. Η φαι­νο­με­νι­κή ευ­κο­λία ε­νός θέ­μα­τος, που πα­ρέ­με­νε στο κέ­ντρο της ε­πι­και­ρό­τη­τας, προ­σέλ­κυ­σε αρ­χι­κά τους νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, πα­ρα­κι­νώ­ντας και αρ­κε­τούς πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­κό­μη στα “θρα­νία” των σε­μι­να­ρίων δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής. Στη συ­νέ­χεια, προέ­κυ­ψαν διη­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, μέ­χρι συλ­λο­γές ι­στο­ριών και συ­να­γω­γές διη­γη­μά­των πε­ρισ­σό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Με τα πρό­σφα­τα μπε­στ-σέ­λερ της Ρέ­ας Γα­λα­νά­κη, «Η ά­κρα τα­πεί­νω­ση», ε­στια­σμέ­νο στην κρί­ση, και της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Το φα­ράγ­γι», πλα­γίως συ­σχε­τι­σμέ­νο, ό­λα δεί­χνουν πως η πε­ζο­γρα­φία της κρί­σης δεν έ­χει κλεί­σει τον κύ­κλο της.  Αντι­θέ­τως,  συ­νε­χί­ζε­ται.
Στην πρό­σφα­τη σο­δειά, ω­στό­σο, αρ­χί­ζει να δια­κρί­νε­ται ευ­κρι­νέ­στε­ρα, μία α­πό ε­δώ και αρ­κε­τό και­ρό εκ­κο­λα­πτό­με­νη τά­ση, που συν­δυά­ζε­ται με αλ­λα­γή ο­πτι­κής, αυ­τή τη φο­ρά, ό­χι σε ε­πί­πε­δο ι­δε­ο­λο­γίας, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση των α­να­σκευα­σμέ­νων ι­στο­ρι­κών μυ­θι­στο­ρη­μά­των, αλ­λά στο χώ­ρο των η­θών. Εί­ναι μία στρο­φή της πε­ζο­γρα­φίας, αν, βε­βαίως, ε­ξε­λι­χθεί σε στρο­φή, προς τον ε­ρω­τι­κό το­μέα. Όπως φαί­νε­ται, ως α­ντι­στάθ­μι­σμα στην γε­νι­κό­τε­ρη ψυ­χο­συ­ναι­σθη­μα­τι­κή και δια­νο­η­τι­κή κα­τα­πό­νη­ση α­πό την κρί­ση, δεν προ­σέλ­κυ­σε το πρό­τυ­πο των ρο­μά­ντσων, αλ­λά η σε­ξουα­λι­κή ό­ψη των αι­σθη­μα­τι­κών ι­στο­ριών. Πρό­κει­ται, ό­μως, για πα­ρε­πό­με­νο της κρί­σης, α­ντί­στοι­χο με ε­κεί­νο της κα­τά­κλυ­σης των α­στι­κών κέ­ντρων α­πό χώ­ρους πό­σης και ε­στία­σης; Ή, εί­ναι και ε­πα­κό­λου­θο των κοι­νω­νι­κών αλ­λα­γών σε θέ­μα­τα ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σμού του φυ­σιο­λο­γι­κού στις σε­ξουα­λι­κές πρά­ξεις και ορ­μές; Αυ­τό το δεύ­τε­ρο ε­ρώ­τη­μα προ­κύ­πτει ως πι­θα­νό, δε­δο­μέ­νου ό­τι ο θό­ρυ­βος, που προ­κα­λεί το «Σύμ­φω­νο συμ­βίω­σης ο­μο­φύ­λων», ε­πι­σκία­σε ή μάλ­λον δια­σκέ­δα­σε την α­φό­ρη­τη ε­πι­και­ρό­τη­τα της κρί­σης. Κά­πως έ­τσι, πλή­θυ­ναν και στην πε­ζο­γρα­φία οι ο­μο­φυ­λό­φι­λοι έ­ρω­τες, κα­θώς και άλ­λες  σε­ξουα­λι­κές α­πο­κλί­σεις. Ως γνω­στόν, ό,τι α­πα­σχο­λεί τα ΜΜΕ, ε­πη­ρεά­ζει έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό και βε­βαίως, τους συγ­γρα­φείς. Κα­θώς έ­χουν τις κε­ραίες τους τε­ντω­μέ­νες, α­ντι­λή­φθη­καν τά­χι­στα πως έ­χουν πλέ­ον το ε­λεύ­θε­ρο να πλά­θουν “βι­τσιό­ζους” ή­ρωες και να πε­ρι­γρά­φουν τις λε­γό­με­νες άλ­λο­τε “α­νω­μα­λίες”, χω­ρίς να φο­βού­νται πως τα βι­βλία τους θα α­πε­μπο­λη­θούν α­πό τα σχο­λι­κά εγ­χει­ρί­δια. 
Άλλω­στε, πριν α­πό τους συγ­γρα­φείς, πρώ­τοι οι νεό­τε­ροι λε­ξι­κο­γρά­φοι φρό­ντι­σαν να α­πο­κα­θά­ρουν τους ο­ρι­σμούς ο­ρι­σμέ­νων λέ­ξεων, με πρώ­τον αυ­τόν της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας, α­πό σπι­λω­τι­κές συν­δη­λώ­σεις, ώ­στε να συμ­βα­δί­ζουν με το ση­με­ρι­νό πο­λι­τι­κώς ορ­θό. Λ.χ., το «Λε­ξι­κό της Πρωίας», του 1933, ο­ρί­ζει την ο­μο­φυ­λο­φι­λία ως γε­νε­τή­σιο δια­στρο­φή. Το «Μέ­γα λε­ξι­κόν της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σης» του Δ. Δη­μη­τρά­κου, που εκ­δί­δει τον πρώ­το τό­μο το 1936 και τον έ­να­το το 1950, στον έ­κτο τό­μο, υιο­θε­τεί για την ο­μο­φυ­λο­φι­λία τον ί­διο α­κρι­βώς ο­ρι­σμό. Ού­τε το «Λε­ξι­κόν της νέ­ας ελ­λη­νι­κής γλώσ­σης» του Ιωαν. Στα­μα­τά­κου, έκ­δο­ση του 1971, δια­φο­ρο­ποιεί­ται. Ωστό­σο, τα δυο «Λε­ξι­κά της κοι­νής νε­ο­ελ­λη­νι­κής», του Ιδρύ­μα­τος Μ. Τρια­ντα­φυλ­λί­δη και του Γ. Μπα­μπι­νιώ­τη, εκ­δό­σεις του 1998, πα­ρα­κά­μπτουν τα πε­ρί δια­στρο­φής, με τον πε­ρι­γρα­φι­κό ο­ρι­σμό, που πα­ρα­τί­θε­ται ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κά και στα πα­λαιό­τε­ρα λε­ξι­κά: “σε­ξουα­λι­κή σχέ­ση α­τό­μου προς ά­το­μο του ι­δίου φύ­λου”. Δια­τη­ρούν, πά­ντως, για άλ­λες πα­ρεκ­κλί­σεις, ό­πως, λ.χ., για την κο­προ­λα­γνεία (στου Τρια­ντα­φυλ­λί­δη με ει, κα­θώς η λα­τι­νι­κή εκ­δο­χή coprolagnea ε­τυ­μο­λο­γεί­ται ως δά­νειο της ελ­λη­νι­κής, στου Μπα­μπι­νιώ­τη, με ι, ε­τυ­μο­λο­γώ­ντας τη λέ­ξη α­πό την αγ­γλι­κή, coprolagnia), τη λέ­ξη δια­στρο­φή. Με ει α­πα­ντά­ται η λέ­ξη και στην ε­γκυ­κλο­παί­δεια Πά­πυ­ρος-Λα­ρούς-Μπρι­τάν­νι­κα. Εκεί, ό­μως, ο­ρί­ζε­ται ως σε­ξουα­λι­κή α­πό­κλι­ση, ε­νώ, για την ο­μο­φυ­λο­φι­λία ε­πι­λέ­γε­ται η πε­ρι­γρα­φι­κή α­πό­δο­ση.  Στου Μπα­μπι­νιώ­τη, κα­τα­χω­ρεί­ται, για πρώ­τη φο­ρά σε ελ­λη­νι­κό λε­ξι­κό ή και ε­γκυ­κλο­παί­δεια, η λέ­ξη ου­ρο­λα­γνία, ε­πί­σης με ι ως αγ­γλι­κό δά­νειο.
Μην βια­στεί­τε να πε­ρι­γε­λά­σε­τε την λε­ξι­κο­γρα­φι­κή μας ε­ντρύ­φη­ση. Αν την συμ­με­ρί­ζο­νταν οι συ­ντά­κτες του πε­ρι­βό­η­του Συμ­φώ­νου, και βε­βαίως οι πο­λι­τι­κοί, κα­θώς και οι εκ­κλη­σια­στι­κοί πα­ρά­γο­ντες, δεν θα διέ­πρατ­ταν αυ­τήν τη με­γά­λη α­δι­κία α­πέ­να­ντι σε μία μειο­ψη­φία, που μό­νη της α­μαρ­τία στά­θη­κε η μη α­νο­χή άλ­λου κά­τω α­πό την ί­δια στέ­γη. Να θυ­μί­σου­με πως η πρω­ταρ­χι­κή υ­πο­χρέω­ση των έγ­γα­μων εί­ναι η συ­γκα­τοί­κη­ση. Αυ­στη­ρό το οι­κο­γε­νεια­κό δί­κιο, α­να­γνω­ρί­ζει ως αυ­το­τε­λή, ό­πως λέ­γε­ται, λό­γο δια­ζυ­γίου την ε­γκα­τά­λει­ψη της συ­ζυ­γι­κής στέ­γης. Αυ­τή η δέ­σμευ­ση, με το πε­ρι­βό­η­το Σύμ­φω­νο, ε­πε­κτεί­νε­ται σε ό­λες τις συ­γκα­τοι­κή­σεις δύο α­τό­μων, που πλη­ρούν του­λά­χι­στον το έ­να α­πό τα ε­ξής δυο: να εί­ναι του αυ­τού βιο­λο­γι­κού φύ­λου ή ο­μο­ε­θνείς. Για πα­ρά­δειγ­μα, δεν προ­στα­τεύε­ται α­πό το Σύμ­φω­νο η συμ­βίω­ση Έλλη­να με αλ­λο­δα­πή, αλ­λά αυ­τοί έ­χουν τον πο­λι­τι­κό γά­μο. Δεν θα αρ­γή­σει κά­ποιος μο­νή­ρης να κα­τα­φύ­γει στο Ευ­ρω­παϊκό Δι­κα­στή­ριο, ο­πό­τε θα γί­νει με­γα­λύ­τε­ρος θό­ρυ­βος και βε­βαίως, θα προ­κύ­ψουν νέα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Προς το πα­ρόν, ας δού­με, με βά­ση το τρέ­χον πο­λι­τι­κώς ορ­θό, τι δεν θεω­ρεί­ται πλέ­ον “δια­στρο­φή”, για να γνω­ρί­ζουν και οι συγ­γρα­φείς τις κόκ­κι­νες γραμ­μές των σχο­λι­κών βι­βλίων. Κά­πο­τε, εί­θε ό­σο το δυ­να­τόν αρ­γό­τε­ρα, θα φύ­γει η γαλ­λι­κή φι­νέ­τσα α­πό το ΥΠ­ΠΟ και μπο­ρεί να ε­πα­νέλ­θει τρι­πο­λι­τσιώ­τι­κη μα­γκού­ρα.
Οπως και να έ­χει, η στρο­φή της πε­ζο­γρα­φίας προς τα ε­ρω­τι­κά δεν συ­νά­ντη­σε α­ντι­δρά­σεις, ό­πως η πα­λαιό­τε­ρη στα χω­ρία της Ιστο­ρίας. Οι συγ­γρα­φείς, με­τά τα πρώ­τα α­νοίγ­μα­τα, μάλ­λον διε­ρευ­νη­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, προς μία ε­λευ­θε­ριά­ζου­σα ο­πτι­κή, ε­γκα­τέ­λει­ψαν την ε­πι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα του υ­παι­νι­κτι­κού και ελ­λει­πτι­κού λό­γου. Οι υ­πο­θέ­σεις των πε­ζών τους έ­γι­ναν τολ­μη­ρό­τε­ρες, οι πε­ρι­γρα­φές ω­μό­τε­ρες, ο ρε­α­λι­σμός σκλη­ρό­τε­ρος. Ως θέ­μα η αν­δρι­κή ο­μο­φυ­λο­φι­λία, που ή­ταν για χρό­νια η πιο συ­χνά α­πα­ντώ­με­νη μορ­φή ο­μο­φυ­λο­φι­λίας, έ­χει υ­πο­χω­ρή­σει, πα­ρα­χω­ρώ­ντας την πρώ­τη θέ­ση στον λε­σβια­σμό. Στην πε­ζο­γρα­φι­κή σο­δειά του 2015, κα­τα­γρά­φου­με τον λε­σβια­κό έ­ρω­τα στο μυ­θι­στό­ρη­μα, «Η Αλε­ξάν­δρα», του Ανδρέα Μή­τσου, που θα ή­ταν μάλ­λον ε­ντε­λέ­στε­ρο χω­ρίς αυ­τόν. Άλλη σκευή α­παι­τεί η πε­ρι­γρα­φή του α­φη­γη­τή να παίρ­νει μά­τι, ό­πως σε έ­να α­πό τα πρώ­τα του διη­γή­μα­τα, και άλ­λη το πλά­σι­μο γυ­ναι­κείου ο­μο­φυ­λό­φι­λου χα­ρα­κτή­ρα. Επί­σης, τα λε­σβια­κά διη­γή­μα­τα της Έλ. Μα­ρού­τσου, στη συλ­λο­γή, «Οι χυ­δαίες ορ­χι­δέες», και ως διάν­θι­σμα, την μο­νό­πλευ­ρη ε­ρω­τι­κή έλ­ξη προς τη φί­λη της, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ήμι­συ του πα­ντός» της Δ. Κολ­λιά­κου.
Στην τρέ­χου­σα πα­ρα­γω­γή, ω­στό­σο, η πιο α­ρε­στή μορ­φή ο­μο­φυ­λο­φι­λίας εί­ναι η ρέ­που­σα προς την παι­δε­ρα­στία, ό­που, συ­χνό­τε­ρα, πρό­κει­ται για ά­το­μο στην ε­φη­βεία. Θυ­μί­ζου­με α­πό την σο­δειά του 2014, το  μυ­θι­στό­ρη­μα, «7 θυ­μοί», του Χρή­στου Βού­που­ρα. Και βε­βαίως, το πρό­σφα­το του Μέ­νη Κου­μα­ντα­ρέα, «Η σει­ρή­να της ε­ρή­μου». Πα­ρα­μέ­νο­ντας στην σε­ξουα­λι­κή α­πό­κλι­ση της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας, έ­να άλ­λο ση­μείο, που δεν φαί­νε­ται δευ­τε­ρεύον, στο ο­ποίο δια­φο­ρο­ποιεί­ται η πρό­σφα­τη πε­ζο­γρα­φι­κή τά­ση α­πό την α­πο­κα­λού­με­νη “γκέι λο­γο­τε­χνία”, εί­ναι η σε­ξουα­λι­κή ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέα. Πα­λαιό­τε­ρα, που ο βιο­γρα­φι­σμός α­πο­τε­λού­σε μέ­ρος της κρι­τι­κής προ­σέγ­γι­σης, ή­ταν γνω­στό πως η ο­μο­φυ­λό­φι­λη λο­γο­τε­χνία γρα­φό­ταν, κυ­ρίως, με βά­ση προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες. Στα ση­με­ρι­νά πε­ζά, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με και λό­γω του ό­τι η ο­μο­φυ­λό­φι­λη ταυ­τό­τη­τα δεν α­πο­κρύ­βε­ται πλέ­ον, αυ­τός ο κα­νό­νας δεν ι­σχύει. Άλλω­στε, τα α­νοίγ­μα­τα των συγ­γρα­φέων προς σε­ξουα­λι­κές α­πο­κλί­σεις, που ε­ξα­κο­λου­θούν, του­λά­χι­στον λε­ξι­κο­γρα­φι­κά, να α­πο­δί­δο­νται ως στρε­βλώ­σεις του σε­ξουα­λι­κού εν­στί­κτου ή και ψυ­χο­πα­θο­λο­γι­κές δια­στρο­φές, δεί­χνουν πως θα πρέ­πει να πρό­κει­ται για α­να­ζη­τή­σεις, μα­κράν του βιω­μα­τι­κού πε­δίου.
Έδα­φος κερ­δί­ζει και η αι­μο­μι­ξία, που ξε­κί­νη­σε α­πό θείους και α­νί­ψια, ως τρυ­φε­ρές ο­μο­φυ­λό­φι­λες ε­πα­φές ή και α­σελ­γείς ε­τε­ρο­φυ­λό­φι­λες. Συν τω χρό­νω, το εν­δια­φέ­ρον των συγ­γρα­φέων στρά­φη­κε στις σε­ξουα­λι­κές σχέ­σεις με­τα­ξύ εξ αί­μα­τος συγ­γε­νών πρώ­του βαθ­μού, του­τέ­στιν γο­νέων με­τά τέ­κνων. Από τους τέσ­σε­ρις συν­δυα­σμούς, στην πρό­σφα­τη πε­ζο­γρα­φία κα­τα­γρά­φο­νται οι τρεις. Μέ­νει τα­μπού η σχέ­ση πα­τή­ρ-υιός, που πέ­ρα­σε στον κι­νη­μα­το­γρά­φο, στην εκ­δο­χή, ο υιός τρα­βε­στί-ο πα­τήρ εν α­γνοία της ταυ­τό­τη­τας του ε­ρω­τι­κού συ­ντρό­φου του. Στην εν λό­γω α­πό­κλι­ση, θα ε­πα­νέλ­θου­με με α­φορ­μή τη συλ­λο­γή, «Τα ό­νει­ρα μού δέ­λουν», του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου. Για να ο­λο­κλη­ρώ­σου­με, ό­μως, με τις πιο σκαν­δα­λιά­ρι­κες πε­ρι­πτώ­σεις της πρό­σφα­της ε­ρω­τι­κής στρο­φής, κα­τα­γρά­φου­με στα  και­νο­φα­νή, του­λά­χι­στον στα κα­θ’ η­μάς, την ου­ρο­λα­γνία ή και ου­ρο­φι­λία, ό­που, σύμ­φω­να με τον ο­ρι­σμό, η σε­ξουα­λι­κή διέ­γερ­ση προ­κα­λεί­ται α­πό τη θέα, την ό­σφρη­ση ή και την κα­τά­πο­ση ού­ρων, συ­χνό­τε­ρα, πρό­κει­ται για υ­γρά προ­σφι­λούς προ­σώ­που. Σε δυο πρό­σφα­τα βι­βλία, το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ε. Σω­τη­ρο­πού­λου, «Τι μέ­νει α­πό τη νύ­χτα», και τα διη­γή­μα­τα του Δη­μη­τρίου, πε­ρι­γρά­φο­νται πε­ρι­στα­τι­κά βρώ­σης τρο­φί­μου ή πι­πι­λί­σμα­τος πράγ­μα­τος, ε­μπο­τι­σμέ­νου στα σω­μα­τι­κά υ­γρά.
Όταν α­νοί­γεις το πα­ρά­θυ­ρο σε νέ­ους α­νέ­μους, κά­ποιες πρώ­τες ε­πι­ση­μάν­σεις με κρι­τι­κή διά­θε­ση εί­ναι μάλ­λον α­να­γκαίες. Βε­βαίως, μό­νο α­πό αι­σθη­τι­κής πλευ­ράς, κα­θώς οι θε­μα­τι­κές ε­πι­λο­γές α­νή­κουν πλέ­ον στο α­πυ­ρό­βλη­το. Ου­δείς κρι­τι­κός κα­τα­φεύ­γει σή­με­ρα στη χρή­ση του ξε­χα­σμέ­νου ό­ρου “α­σε­μνο­λο­γία”. Αυ­τός βρί­σκε­ται βα­θιά θαμ­μέ­νος στα νε­κρο­τα­φεία των λε­ξι­κών. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/2/2016.

Φωτο:  Ένα από τα 12 σχέδια του Νταίηβιντ Χώκνεϋ για 14 ερωτικά ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη, σε αγγλική μετάφραση του 1967.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Ίσκιοι, φοβίες και μυστήρια

Στά­θης Κο­ψα­χεί­λης
«Η Δρα­κο­ντιά»
Εκδ, Με­λά­νι
Οκτ. 2015
Αν δια­βά­ζε­τε βι­βλιο­κρι­τι­κές, θα έ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει ό­τι εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο δια­φω­τι­στι­κές, ό­ταν α­φο­ρούν μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ή και ι­στο­ρίες. Αντι­θέ­τως, ό­ταν ει­σέρ­χο­νται στην πε­ριο­χή του διη­γή­μα­τος, προ­σφεύ­γουν σε αό­ρι­στες δια­τυ­πώ­σεις, υ­πο­κει­με­νι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Για πα­ρά­δειγ­μα, σε έ­να διή­γη­μα, που θέ­λουν να προσ­δώ­σουν λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές, α­να­φέ­ρο­νται στις αι­σθη­τι­κές ε­ντυ­πώ­σεις που δη­μιουρ­γεί, προ­σο­μοιά­ζο­ντάς τες με ε­κεί­νες ποιη­μά­των. Ανε­ξάρ­τη­τα αν στις κρι­τι­κές ποιη­τι­κών συλ­λο­γών χω­λαί­νουν α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Επί­σης, ε­πι­στρα­τεύουν χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, που έ­χουν κα­θιε­ρω­θεί ως ε­παι­νε­τι­κοί μέ­σα α­πό τη χρή­ση τους για τους α­πο­κα­λού­με­νους με­γά­λους ξέ­νους συγ­γρα­φείς. Κα­τά προ­τί­μη­ση, α­πο­τε­λού­με­νους α­πό ό­ρους α­σα­φώς προσ­διο­ρι­σμέ­νους, ώ­στε να α­φή­νουν πε­ρι­θώ­ρια αμ­φι­ση­μίας. Ένας άλ­λος τρό­πος δια­φυ­γής, εί­ναι η ε­κτε­νής α­να­φο­ρά σε προ­η­γού­με­να βι­βλία του ί­διου συγ­γρα­φέα, για τα ο­ποία έ­χουν ή­δη δια­τυ­πω­θεί κά­ποιες κρί­σεις, ο­πό­τε πα­τούν σε πιο στέ­ρεο έ­δα­φος. Ακό­μη, σε πε­ρι­πτώ­σεις νέων συγ­γρα­φέων, κά­νουν ει­κα­σίες για την μελ­λο­ντι­κή τους πο­ρεία. Ενώ δεν έ­χει στε­γνώ­σει το με­λά­νι του τυ­πο­γρα­φείου, α­να­ρω­τιού­νται προς τα πού θα γεί­ρει το ε­πό­με­νο.
Γε­νι­κό­τε­ρα, στις βι­βλιο­κρι­σίες, ε­πι­κρα­τεί μία με­ρο­λη­πτι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση των λέ­ξεων, κα­θώς ευ­νοού­νται οι με­τα­γλωτ­τί­σεις ό­ρων της αγ­γλό­γλωσ­σης κρι­τι­κής, ε­νώ οι λι­γο­στοί α­μι­γώς ελ­λη­νι­κοί κα­τα­χω­ρού­νται στους κα­κό­ση­μους και α­πευ­κταίους, συ­χνά πα­ρα­κά­μπτο­ντας το εν­νοιο­λο­γι­κό τους πε­ριε­χό­με­νο. Πα­ρά­δειγ­μα, η λέ­ξη η­θο­γρα­φία, που ό­χι μό­νο ε­γκα­τα­λεί­φθη­κε, αλ­λά, στις πε­ρι­πτώ­σεις ε­νός πε­ζού, που το­πο­θε­τεί­ται σε χω­ριό, γε­νι­κό­τε­ρα σε μη α­στι­κή πε­ριο­χή, και σε πα­λαιό­τε­ρους χρό­νους, θεω­ρεί­ται α­πα­ραί­τη­το να διευ­κρι­νι­σθεί πως δεν πρό­κει­ται για η­θο­γρα­φία. Αυ­τό γί­νε­ται πλα­γίως, κα­τα­φεύ­γο­ντας σε με­τα­φο­ρι­κές εκ­φρά­σεις, που α­πά­δουν μεν του δο­κι­μια­κού λό­γου, αλ­λά προ­σφέ­ρουν κα­λύ­τε­ρη κά­λυ­ψη. Όπως μία αρ­κού­ντως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή, που δια­βά­σα­με πρό­σφα­τα: “κλεί­νει το μά­τι στην η­θο­γρα­φία αλ­λά συ­νο­μι­λεί και με νεω­τε­ρι­κές α­φη­γή­σεις”. Από την πλευ­ρά τους, οι συγ­γρα­φείς, κου­βα­λώ­ντας τα δι­κά τους σύν­δρο­μα μειο­νε­ξίας, σπεύ­δουν να διευ­κρι­νί­σουν, πως “προ­σέ­χουν να μην πέ­σουν στην πα­γί­δα της η­θο­γρα­φίας”.
Κο­ντός ψαλ­μός αλ­λη­λούια για έ­να βι­βλίο, που θα θέ­λα­με να σχο­λιά­σου­με, αλ­λά συ­νει­δη­το­ποιού­με πως δεν δια­θέ­του­με το εν­δε­δειγ­μέ­νο λε­ξι­λό­γιο. Οι άλ­λο­τε πο­τέ εύ­φη­μες λέ­ξεις φαί­νε­ται πως, σή­με­ρα πλέ­ον, α­νή­κουν σε ε­κεί­νες που θεω­ρού­νται πα­ρω­χη­μέ­νες ή και αρ­νη­τι­κής χροιάς, ε­νώ οι α­πο­δε­κτές ως κα­τάλ­λη­λες, μάλ­λον δεν συ­νται­ριά­ζουν εν­νοιο­λο­γι­κά. Ο λό­γος για τη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη, η ο­ποία α­να­σταί­νει μια δα­ψι­λή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και έ­να βά­θος ζωής, που συ­νι­στού­σαν άλ­λο­τε τον κα­θη­με­ρι­νό βίο. Στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, γί­νε­ται λό­γος για μα­γι­κό ρε­α­λι­σμό. Χα­ρα­κτη­ρι­σμό, που οι βι­βλιο­κρι­σίες ε­πι­φυ­λάσ­σουν για τα κα­λύ­τε­ρα α­πό τα μη ρε­α­λι­στι­κά βι­βλία. Μό­νο που, εις μά­την, α­να­ζη­τή­σα­με, σύμ­φω­να με τον ο­ρι­σμό του εν λό­γω ό­ρου, μη ρε­α­λι­στι­κά στοι­χεία στο δε­δο­μέ­νο ρε­α­λι­στι­κό χω­ρο­χρο­νι­κό πλαί­σιο των διη­γη­μά­των του βι­βλίου. Σε ο­ρι­σμέ­να α­πό τα δε­καέ­ξι διη­γή­μα­τα της προ­η­γού­με­νης, πρώ­της συλ­λο­γής του, «Πα­ρα­μι­λη­τά», υ­πήρ­χαν πράγ­μα­τι μη ρε­α­λι­στι­κά στοι­χεία. Ανε­ξάρ­τη­τα αν ε­μείς δεν θα τα χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με ε­ξω­πραγ­μα­τι­κά. Για πα­ρά­δειγ­μα, η συ­να­να­στρο­φή με φά­σμα­τα νε­κρών και τα φα­νε­ρώ­μα­τα α­γίων, ή α­κό­μη και τα συ­να­πα­ντή­μα­τα με τον κα­βα­λά­ρη Χά­ρο­ντα, μπο­ρεί μεν να κα­τα­τάσ­σο­νται στα υ­περ­βα­τι­κά ή και τα φα­ντα­στι­κά στοι­χεία, αλ­λά, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα των αν­θρώ­πων πα­λαιό­τε­ρων και­ρών, συ­νι­στού­σαν βιώ­μα­τα του δι­κού τους μι­κρό­κο­σμου.
Μία πα­ρό­μοια ι­στο­ρία συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται και στην και­νού­ρια δω­δε­κά­δα. Τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Πριν σα­ρα­ντί­σει» και δεν α­να­φέ­ρε­ται σε το­κε­τό, αλ­λά σε θά­να­το, στις 40 η­μέ­ρες, που η ψυ­χή πε­ρι­φέ­ρε­ται στο σπί­τι και τους οι­κείους της χώ­ρους. Μία πί­στη, σε πα­λαιό­τε­ρους και­ρούς, τό­σο βα­θιά και ευ­ρέως δια­δε­δο­μέ­νη, που ο­ποιο­δή­πο­τε κά­πως πα­ρά­ται­ρο ση­μείο – μία πε­τα­λού­δα ι­πτά­με­νη πε­ρί την νε­κρι­κή κα­ντή­λα ή μία λά­μπα που φέγ­γει σε ά­δειο σπί­τι – να ε­κλαμ­βά­νε­ται σαν φα­νέ­ρω­μα της ψυ­χής. Αρκεί ο συγ­γρα­φέ­ας να έ­χει την ι­κα­νό­τη­τα να καλ­λιερ­γή­σει την α­νά­λο­γη μυ­στη­ρια­κή α­τμό­σφαι­ρα. Κα­τά τα άλ­λα, ό­σο το πα­πα­δια­μα­ντι­κό «Μια ψυ­χή» εί­ναι μα­γι­κός ρε­α­λι­σμός, άλ­λο τό­σο εί­ναι και το διή­γη­μα του Κο­ψα­χεί­λη.
Και α­πό μία δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία, την ο­μό­τιτ­λη της συλ­λο­γής, έ­νας νεό­τε­ρος α­να­γνώ­στης μπο­ρεί να θεω­ρή­σει πως α­να­δύε­ται μα­γι­κός ρε­α­λι­σμός. Πρώ­τον, για­τί α­γνο­εί το δρα­κό­ντιο ή δρα­κο­ντιά, κι ας α­πα­ντά­ται σε Ιππο­κρά­τη και Διο­σκου­ρί­δη, ό­χι ό­μως στον χρη­στι­κό Μπα­μπι­νιώ­τη. Δεύ­τε­ρον, για­τί δεν έ­χει την πα­ρα­μι­κρή ε­ξοι­κείω­ση με τον μυ­στη­ρια­κό κό­σμο των φυ­τών. Ού­τε με τον πο­λυ­τε­χνί­τη πρα­κτι­κό για­τρό, που έ­χει βα­θιά πί­στη στις θε­ρα­πευ­τι­κές τους ι­διό­τη­τες και ο ο­ποίος α­να­πλά­θε­ται μέ­σα α­πό την πε­ρι­γρα­φή των ε­πι­νο­η­τι­κών ε­να­σχο­λή­σεών του. Ωστό­σο, ο Κο­ψα­χεί­λης, σε αυ­τήν την ι­στο­ρία, έ­χα­σε την ευ­και­ρία να στή­σει έ­να μο­να­δι­κό διή­γη­μα, τύ­που “μπον­σάι”, κα­τά το τρέ­χον ι­διό­λε­κτο. Αρκεί να α­φαι­ρού­σε την πα­ρελ­θο­ντι­κή α­να­δρο­μή, κρα­τώ­ντας την πρώ­τη μα­κριά πα­ρά­γρα­φο και τη συ­νέ­χειά της, στο τε­λευ­ταίο τμή­μα, που ε­πέ­χει θέ­ση ε­πί­λο­γου. Αυ­τό θα μπο­ρού­σε να έ­χει έ­ναν αι­σώ­πειο τίτ­λο, ό­πως «Ο κά­βου­ρας και το φι­δό­χορ­το» και ως πα­ραλ­λα­γή στο γνω­στό μύ­θο, «Ο κά­βου­ρας και το φί­δι». Ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­μως, μάλ­λον φο­βή­θη­κε, πως, χω­ρίς την ε­γκι­βω­τι­σμέ­νη ι­στο­ρία του πα­ρά­ξε­νου αν­θρώ­που της φύ­σης, θα γι­νό­ταν υ­περ­βο­λι­κά ελ­λει­πτι­κός.
Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, ο Κο­ψα­χεί­λης κι­νεί­ται συ­χνά σε δυο δια­φο­ρε­τι­κά χρο­νι­κά ε­πί­πε­δα, προ­τάσ­σο­ντας έ­να πρό­σφα­το συμ­βάν, που έ­τυ­χε στον α­φη­γη­τή, το ο­ποίο δέ­νει έ­ντε­χνα με μία α­να­δρο­μι­κή διή­γη­ση. Με αυ­τόν τον τρό­πο, η ι­στο­ρία στρογ­γυ­λεύε­ται, ω­στό­σο το α­πο­τέ­λε­σμα θα εί­χε δια­φο­ρε­τι­κή έ­ντα­ση, αν η πα­ρελ­θο­ντι­κή α­φή­γη­ση αυ­το­νο­μεί­το, με το ξε­κί­νη­μα “in media res”. Πα­ρά­δειγ­μα, το «Σφα­χτό», ό­που το ει­σα­γω­γι­κό τμή­μα προοι­κο­νο­μεί, ό­πως λέ­γε­ται σή­με­ρα, την ε­ξέ­λι­ξη, αλ­λά με­τριά­ζει την έκ­πλη­ξη του α­προσ­δό­κη­του. Πό­σον μάλ­λον, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ό­που, μέ­σα α­πό τη δρα­μα­τι­κή πα­ρου­σία­ση της πα­ρά­κρου­σης ε­νός ψυ­χα­σθε­νούς, α­να­δει­κνύο­νται οι συ­νέ­πειες μιας πα­λαιάς ι­στο­ρίας αλ­λά και μιας ε­πο­χής, τό­σο κα­θο­ρι­στι­κής ό­σο ε­κεί­νη της Κα­το­χής.
Ένα άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των “κα­λώ­ν” διη­γη­μα­το­γρά­φων, που α­πο­δί­δε­ται με­τ’ ε­πι­μο­νής σε διη­γη­μα­το­γρά­φους, που κι­νού­νται θε­μα­τι­κά στην πε­ριο­χή του Κο­ψα­χεί­λη, εί­ναι το “χα­μη­λό­φω­νος”. Κι ό­μως, υ­πάρ­χουν στις συλ­λο­γές του διη­γή­μα­τα σκλη­ρού ρε­α­λι­σμού, ό­που ο τό­νος δεν μπο­ρεί πα­ρά να έ­χει έ­ντα­ση. Την ε­πι­τάσ­σει μία τρα­χύ­τη­τα, σύμ­φυ­τη των αλ­λο­τι­νών και­ρών, ό­ταν, στις μι­κρές κοι­νω­νίες της υ­παί­θρου, τα ή­θη και οι αρ­χέ­γο­νες πρα­κτι­κές συ­νι­στού­σαν α­να­γκαίο ό­ρο ε­πι­βίω­σης. Πώς, αλ­λιώς, μπο­ρείς να α­φη­γη­θείς το θά­ψι­μο ε­νός βρέ­φους ή το πώς “χά­θη­κε η κλή­ρα” ε­νός “βαρ­βά­του γάι­δα­ρου”; Το ό­τι το πρώ­το συ­νι­στά α­πό­δο­ση ε­θι­μι­κού δι­καίου και το δεύ­τε­ρο α­να­γκαία ε­πέμ­βα­ση για τη χρη­σι­μο­ποίη­ση του ζω­ντα­νού και συ­να­κό­λου­θα τον βιο­πο­ρι­σμό του ι­διο­κτή­τη του, δεν με­τριά­ζουν την σκλη­ρό­τη­τα, που ε­νέ­χει η ε­νέρ­γεια. Όλη η τέ­χνη της α­φή­γη­σης βρί­σκε­ται στην α­φαί­ρε­ση των ψι­μυ­θίων, ω­στό­σο η κα­τ’ α­κρι­βο­λο­γίαν α­να­φο­ρά δεν μπο­ρεί πα­ρά να έ­χει υ­ψη­λούς τό­νους. Πά­ντως, το «Πί­στο­μα» του Θε­ο­τό­κη το ε­ντάσ­σουν στην “α­γρο­τι­κή η­θο­γρα­φία”.
Η βα­σι­κή δια­φο­ρά της και­νού­ριας συλ­λο­γής του Κο­ψα­χεί­λη α­πό την πρώ­τη του έ­γκει­ται στη θε­μα­τι­κή με­τα­τό­πι­ση προς αυ­τό, που έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει να α­πο­κα­λούν “με­τα­μνή­μη”. Νεω­τε­ρι­κός ό­ρος, που χρη­σι­μο­ποιεί­ται κυ­ρίως για το ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα της πο­λε­μο­χα­ρούς δε­κα­ε­τίας του ’40. Ση­μα­το­δο­τεί τη μνή­μη α­πό δεύ­τε­ρο χέ­ρι ή και τη δια­με­σο­λα­βη­μέ­νη, που α­να­φέ­ρε­ται στα τραυ­μα­τι­κά βιώ­μα­τα των ε­πι­ζώ­ντων α­πό ε­κεί­να τα χρό­νια, ό­πως αυ­τά περ­νούν στη μνή­μη των ε­πι­γό­νων τους. Αν μπο­ρεί να γί­νει λό­γος για “με­τα­μνή­μη” στα διη­γή­μα­τα του Κο­ψα­χεί­λη, εί­ναι λό­γω του α­φη­γη­μα­τι­κού τρό­που, που ε­πι­λέ­γει. Όπως εί­χε υ­πο­σχε­θεί σε συ­νέ­ντευ­ξή του, σε αυ­τό το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, “γί­νε­ται η δια­σταύ­ρω­ση με τη Με­γά­λη Ιστο­ρία” του μι­κρό­κο­σμου των αν­θρώ­πων της το­πι­κής κοι­νω­νίας. Αυ­τήν τη δια­σταύ­ρω­ση την ε­πι­χει­ρεί μέ­σω του α­φη­γη­τή, συν­δέ­ο­ντας α­φη­γη­μα­τι­κά τη δι­κή του κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα με ό­σα του έ­χουν παι­διό­θεν ε­ντυ­πω­θεί α­πό διη­γή­σεις, ει­κό­νες ή και συ­μπε­ρι­φο­ρές των με­γά­λων στο σπί­τι ή και των η­λι­κιω­μέ­νων του χω­ριού. 
Πα­ρεν­θε­τι­κά να πα­ρα­τη­ρή­σου­με πως η ελ­λη­νι­κή με­τα­γλώτ­τι­ση, “με­τα­μνή­μη”, του αγ­γλι­κού ό­ρου postmemory δη­μιουρ­γεί σύγ­χυ­ση, κα­θώς, στην αγ­γλι­κή, υ­πάρ­χει και ο ό­ρος  metamemory, με τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κή έν­νοια. Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος ε­πι­νοή­θη­κε το 1971 στο πλαί­σιο των σπου­δών συ­μπε­ρι­φο­ράς α­πό α­με­ρι­κα­νό ψυ­χο­λό­γο, που ή­θε­λε να α­να­φερ­θεί στη συ­νει­δη­το­ποίη­ση α­πό τον άν­θρω­πο της ύ­παρ­ξης μνή­μης ως αυ­θυ­πό­στα­της λει­τουρ­γίας. Εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, προέ­κυ­ψε ο δεύ­τε­ρος, ό­ταν εί­χε αρ­χί­σει να με­γα­λώ­νει το εν­δια­φέ­ρον για το Ολο­καύ­τω­μα και το φορ­τίο που κλη­ρο­δό­τη­σε στη διά­δο­χη γε­νιά. Δε­κα­πέ­ντε χρό­νια με­τά, το 2006, ό­ταν ξε­κί­νη­σε και στην Ελλά­δα η με­λέ­τη της μνή­μης κυ­ρίως α­πό τον Εμφύ­λιο, ήρ­θε στο ε­πί­κε­ντρο του ε­ρευ­νη­τι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος και η μνή­μη των παι­διών, που με­τα­κι­νή­θη­καν α­πό τον Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό στις Ανα­το­λι­κές χώ­ρες. Η Ρί­κη Βαν Μπού­σχο­τεν ή­ταν η πρώ­τη, που έ­κα­νε λό­γο για “με­τα-μνή­μη”, ως α­πό­δο­ση του postmemory, πι­θα­νώς και α­γνοώ­ντας το metamemory, που α­πα­σχο­λεί πε­ρισ­σό­τε­ρο τους εκ­παι­δευ­τι­κούς. Ει­δάλ­λως, η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα εί­ναι πρό­σφο­ρη, ό­χι μό­νο για δά­νεια, αλ­λά και για ε­πι­νοή­σεις. Λ.χ., το postmemory θα μπο­ρού­σε να α­πο­δο­θεί και ως υ­στε­ρο­γε­νής μνή­μη.
Όσο για τις ι­στο­ρίες του Κο­ψα­χεί­λη,  μάλ­λον δεν “δια­σταυ­ρώ­νο­νται με την Ιστο­ρία”. Ακρι­βέ­στε­ρα, μπαί­νουν στη σκιά της Ιστο­ρίας, χω­ρίς σε κα­μία να γί­νε­ται ο­λι­κή έ­κλει­ψη του το­πι­κού μι­κρό­κο­σμου. Εί­ναι προ­φα­νές πως η κε­ντρι­κή ι­δέα πα­ρα­μέ­νει η ί­δια, να α­να­δει­χθούν οι χα­ρα­κτή­ρες και ό­χι πρό­σω­πα και γε­γο­νό­τα, που κα­τέ­γρα­ψε η Ιστο­ρία. Μό­νο σε μία ι­στο­ρία, «Το αυ­γό», α­που­σιά­ζει το α­φη­γη­μα­τι­κό πλαί­σιο, ως μορ­φή γείω­σης στο πα­ρόν. Το 1942, έ­νας ε­ξη­ντά­χρο­νος, στην κα­λύ­βα του, πο­λε­μά­ει την α­σι­τία με κλη­μα­τσί­δες και έ­να αυ­γό κά­θε δυο τρεις μέ­ρες α­πό τις δυο κό­τες, που α­πό­μει­ναν στο κο­τέ­τσι, μέ­χρις ό­του εμ­φα­νί­ζε­ται μια ο­χιά που το διεκ­δι­κεί. Από το πλή­θος των σχε­τι­κών διη­γή­σεων, ο συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει μία, α­πο­κα­θαρ­μέ­νη βιο­γρα­φι­κών λε­πτο­με­ρειών, δεί­χνο­ντας τις ψυ­χι­κές α­ντο­χές, που α­παι­τού­σε στην Κα­το­χή το κρά­τη­μα στη ζωή.
“Όλες αυ­τές οι ι­στο­ρίες πυρ­πο­λού­σαν την παι­δι­κή μου φα­ντα­σία, κά­νο­ντάς με να ξα­γρυ­πνώ... πα­λεύο­ντας με τους ί­σκιους, τις φο­βίες και τα μυ­στή­ρια”, α­να­λο­γί­ζε­ται ο α­φη­γη­τής σε έ­να διή­γη­μα. Αυ­τήν την έ­ντα­ση δια­τη­ρεί η α­φή­γη­ση, κα­θώς χω­νεύει στο ξε­τύ­λιγ­μά της ξέ­νες και προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες. Ο συγ­γρα­φέ­ας βρή­κε έ­ναν τρό­πο να α­να­στή­σει το πα­ρελ­θόν, α­να­ζη­τώ­ντας σε αυ­τό τον ε­αυ­τό του. Από τα γε­γο­νό­τα σε Κα­το­χή και Εμφύ­λιο συ­γκρα­τού­νται τα το­πω­νύ­μια, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό χω­ριά του Κά­τω Ολύ­μπου, κά­ποιες ση­μα­δια­κές η­με­ρο­μη­νίες, 8 Ιουν. 1942 ή 31 Μαρ. 1946, ο­νό­μα­τα προ­σώ­πων και ορ­γα­νώ­σεων, για ό­σους α­πό­η­χους ό­λα αυ­τά μπο­ρεί να φέρ­νουν. Κα­τά τα άλ­λα, ού­τε βίοι ού­τε συμ­βά­ντα α­νι­στο­ρού­νται. Απο­μέ­νουν και κά­ποιες λέ­ξεις να ε­πι­πλέ­ουν σε ά­σμα­τα. Όπως ε­κεί­νο το “μπου­ρα­ντά­δες”, που “εί­πε ψι­θυ­ρι­στά μέ­σα απ’ τα δό­ντια του ο πα­τέ­ρας” και το παι­δί θυ­μή­θη­κε το ά­σμα που του εί­χε μά­θει: “Ήρθ’ έ­να βρά­δυ ο Ντου­σμά­νος / ο σύν­δε­σμος του Μπου­ρα­ντά, / κι εί­πε πως θα γί­νει γλέ­ντι, / θα έ­χει και βιο­λιά.” Ή, το “τσου­τσου­λιά­νος”, ό­πως λέ­νε τους κο­ρυ­δαλ­λούς στα μέ­ρη του α­φη­γη­τή, αλ­λά και τους Ελα­σί­τες οι ΠΑ­Οτζή­δες: “Σκό­τω­σα έ­ναν τσου­τσου­λιά­νο, μπρε, / γιό­μ’σαν τα χα­ντά­κια αί­μα, μπρε,...” Ας μην μπερ­δευ­τούν οι νεό­τε­ροι, τα αρ­χι­κά δεν α­να­φέ­ρο­νται στον Πα­να­θη­ναϊκό Αθλη­τι­κό Όμι­λο αλ­λά στη με­τα­γε­νέ­στε­ρη, Πα­νελ­λή­νια Απε­λευ­θε­ρω­τι­κή Οργά­νω­ση, που ι­δρύ­θη­κε ά­νοι­ξη του 1943, προς “τή­ρη­σιν της τά­ξεως και της ε­θνι­κής συ­νο­χής”.
Στους χα­ρα­κτή­ρες που προ­βάλ­λουν τα διη­γή­μα­τα, οι α­ντάρ­τες υ­περ­τε­ρούν. Ωστό­σο, ο πιο ε­ντυ­πω­σια­κός εί­ναι ο α­πο­κα­λού­με­νος Κό­ρα­κας, κα­θώς “α­πό την ε­πο­χή του Με­τα­ξά φο­ρού­σε συ­νε­χώς μαύ­ρα ρού­χα”, α­πό κλή­ρα α­πο­βρα­σμά­των, “φό­βος και τρό­μος των χω­ρια­νώ­ν”. Ο τίτ­λος του διη­γή­μα­τος, «Κό­ρα­κας κο­ρά­κου...», που α­πο­δί­δει την κε­ντρι­κή ι­δέα για ε­κεί­νους τους και­ρούς, προϊδεά­ζει και για την ευ­ρη­μα­τι­κή κα­τά­λη­ξη. Στο διή­γη­μα, ό­πως και στα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό ε­κεί­να που δια­σταυ­ρώ­νο­νται με την Ιστο­ρία, λαν­θά­νει πι­κρή ει­ρω­νεία, που την συ­μπλη­ρώ­νει, αν α­πο­κρυ­πτο­γρα­φού­με σω­στά, τον μι­κρό­κο­σμο του α­φη­γη­τή, το α­φιε­ρω­μα­τι­κό μό­το, “Στους Δη­μη­τρά­κη και Γιάν­νη Τσι­τσι­λί­κα”. Το πα­λι­κά­ρι, με το ψευ­δώ­νυ­μο  Λα­ο­κρά­της, που σκό­τω­σαν στην Πλά­κα Ολύ­μπου, το 1947, και ο Κό­ρα­κας έ­φτυ­νε και κλό­τσα­γε το κου­φά­ρι του, ή­ταν ο ταγ­μα­τάρ­χης του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού Δη­μή­τρης Τσι­τσι­λί­κας.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το διή­γη­μα «Φο­βία για τα μα­νι­τά­ρια» μας θύ­μι­σε το μυ­θι­στό­ρη­μα του Παύ­λου Με­θε­νί­τη «Αμα­νί­τα Μου­σκά­ρια». Δια­φο­ρε­τι­κοί οι τό­ποι, αλ­λά αμ­φό­τε­ρα δια­δρα­μα­τί­ζο­νται σε πυ­κνό δά­σος, δια­φο­ρε­τι­κοί πι­θα­νώς και οι χρό­νοι, πά­ντως, μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’40, μια ο­μά­δα ε­γκλω­βι­σμέ­νων α­νταρ­τών δο­κι­μά­ζει “τα ζουρ­λο­μα­νί­τα­ρα”. Τέ­λος, να πα­ρα­τη­ρή­σου­με, πως, ο Κο­ψα­χεί­λης, ε­κτός α­πό την ά­ρι­στη “με­τα­μνή­μη” που δια­σώ­ζει, ε­πι­δει­κνύει ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα στο γε­φύ­ρω­μα των ε­πι­μέ­ρους χρο­νι­κών ε­πι­πέ­δων, κα­τορ­θώ­νο­ντας α­προσ­δό­κη­τες εκ­πλή­ξεις και σε ο­ρι­σμέ­να, ευ­φρό­συ­νες ή έ­στω κα­θη­συ­χα­στι­κές, κα­τα­λη­κτι­κές α­να­τρο­πές της διά­θε­σης. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/1/2016.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Παρισινός Καβάφης

Έρση Σω­τη­ρο­πού­λου
«Τι μέ­νει α­πό τη νύ­χτα»
Εκδ. Πα­τά­κη
Νοέ. 2015

Οι­κου­με­νι­κός α­πο­κα­λεί­ται ο Κα­βά­φης, αλ­λά μία βιο­γρα­φία Κα­βά­φη α­ντί­στοι­χου α­ντι­κρί­σμα­τος δεν υ­πάρ­χει. Ανε­ξάρ­τη­τα αν η κυ­ριαρ­χού­σα ε­ντύ­πω­ση εί­ναι πως γνω­ρί­ζου­με τα πά­ντα για τον βίο και το έρ­γο του. Ου­δέν κα­κόν α­μι­γές κα­λού. Αν έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, εί­τε για­τί εί­ναι θια­σώ­της του Κα­βά­φη εί­τε για­τί τον ελ­κύει η πα­γκο­σμιό­τη­τα που ε­κεί­νος α­πο­λαμ­βά­νει, ε­πι­χει­ρή­σει μία μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία, η ε­λευ­θε­ρία κι­νή­σεων, δη­λα­δή μυ­θο­πλα­στι­κών ε­πι­νοή­σεων, εί­ναι με­γά­λη. Κι ό­μως, με ε­ξαί­ρε­ση τον «Αμαρ­τω­λό» του Μι­χαήλ Πε­ράν­θη, που κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1953, στον ε­πό­με­νο μι­σό αιώ­να, άλ­λο μυ­θι­στό­ρη­μα για τον Αλε­ξαν­δρι­νό δεν προέ­κυ­ψε. Ο Πε­ράν­θης εί­χε α­πο­κτή­σει ευ­χέ­ρεια στη συγ­γρα­φή μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κών βιο­γρα­φιών. Πριν τον «Αμαρ­τω­λό», εί­χε εκ­δώ­σει τον «Τσέ­λι­γκα» (Κρυ­στάλ­λη) και τον «Κο­σμο­κα­λό­γε­ρο» (Πα­πα­δια­μά­ντη). Επί­σης, εί­χε τρι­βή με την ι­στο­ρι­κή έ­ρευ­να γύ­ρω α­πό πρό­σω­πα της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ό­πως δεί­χνουν οι γραμ­μα­το­λο­γι­κές αν­θο­λο­γή­σεις, που ε­ξέ­δω­σε. Σε α­ντί­θε­ση, με τον ά­πρα­γο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό βιο­γρά­φο του Κα­βά­φη, που προέ­κυ­ψε στα με­θεόρ­τια του ε­πε­τεια­κού του έ­τους. Όταν, ό­μως, πρό­κει­ται για την Έρση Σω­τη­ρο­πού­λου, το πράγ­μα αλ­λά­ζει. Από μιας αρ­χής, στη συγ­γρα­φι­κή της πο­ρεία, στά­θη­κε τολ­μη­τίας, ρι­ψο­κιν­δυ­νεύο­ντας κά­θε φο­ρά πλεύ­σης ε­κτός χω­ρι­κών υ­δά­των.
Κα­θα­ρό­αι­μη μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ε­ξαρ­χής, πρώ­τη φο­ρά κα­τα­πιά­νε­ται με ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα και μά­λι­στα, με κε­ντρι­κό ή­ρωα πρό­σω­πο υ­παρ­κτό. Όντας α­πό γε­νέ­σεως συγ­γρα­φέ­ας ε­ρω­τι­κή, ε­πι­κε­ντρώ­νει την α­φή­γη­ση στην πλευ­ρά, που εί­χε ελ­κύ­σει και τον Πε­ράν­θη. Μό­νο που, σή­με­ρα πλέ­ον, ό­ποιου α­πο­κα­λέ­σει την ο­μο­φυ­λο­φι­λία α­μαρ­τία του βά­ζου­με πι­πέ­ρι στο στό­μα. Με έ­ναν γρι­φώ­δη τίτ­λο, κι­νεί­ται στις πα­ρυ­φές των βιο­γρα­φι­κών δε­δο­μέ­νων, σκια­γρα­φώ­ντας με με­τα­μο­ντέρ­να ο­πτι­κή τον “α­μαρ­τω­λό” Κα­βά­φη. Στις συ­νε­ντεύ­ξεις της, δεν δη­λώ­νει θια­σώ­της του. Δια­τεί­νε­ται πως την εν­διέ­φε­ρε η πε­ρί­πτω­ση Κα­βά­φη, που “ξε­κι­νά ως ποιη­τής, μέ­τριος, α­δέ­ξιος, κα­τα­πιε­σμέ­νος στην προ­σω­πι­κή του ζωή”, ο ο­ποίος κα­τορ­θώ­νει να κά­νει “το μα­γι­κό άλ­μα”. Σαν να γνω­ρί­ζει α­πό πρώ­το χέ­ρι, κά­νει λό­γο για “ε­πώ­δυ­νη πο­ρεία, που α­παι­τεί θυ­σίες και παίρ­νει πά­ρα πο­λύ χρό­νο, ά­χα­ρο χρό­νο”.
Το πρώ­το κεί­με­νό της για τον Κα­βά­φη χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό το 1984. Εί­ναι έ­να σύ­ντο­μο ει­σα­γω­γι­κό, που συ­νέ­τα­ξε ως μορ­φω­τι­κή α­κό­λου­θος στη Ρώ­μη, υ­πεύ­θυ­νη για την ε­πε­τεια­κή έκ­θε­ση, στον τό­μο που εκ­δό­θη­κε με το φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό και ση­μα­ντι­κά κεί­με­να, ό­πως ε­κεί­νο του Γ. Π. Σαβ­βί­δη, ό­που α­πα­ριθ­μού­νται ό­λα τα α­νε­ξε­ρεύ­νη­τα ε­ρω­τή­μα­τα γύ­ρω α­πό τη σχέ­ση Κα­βά­φη και Ιτα­λίας. Ού­τε η Σω­τη­ρο­πού­λου α­να­φέ­ρε­ται στη σχέ­ση του με την Ιτα­λία, άλ­λω­στε το δι­κό της μυ­θι­στό­ρη­μα, για την κο­ντά δε­κα­ε­τία που έ­ζη­σε ε­κεί, μάλ­λον δεν το έ­χει α­κό­μη ξε­κι­νή­σει. Προ­σώ­ρας, μέ­σω Κα­βά­φη, γρά­φει έ­να “μυ­θι­στό­ρη­μα ε­πο­χής” για το Πα­ρί­σι. Αυ­τόν τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό τον κερ­δί­ζει ε­πά­ξια, χά­ρις στην διε­ξο­δι­κή α­να­φο­ρά σε πα­λαιά κα­φέ, ε­στια­τό­ρια, κέ­ντρα δια­σκέ­δα­σης, με μνεία στους συγ­γρα­φείς και καλ­λι­τέ­χνες που σύ­χνα­ζαν σε αυ­τά. Επί­σης, με τις ε­κτε­νείς πε­ρι­γρα­φές ι­στο­ρι­κών γε­γο­νό­των, ό­πως η πυρ­κα­γιά του Bazar de la Charite, η καρ­να­βα­λι­κή πα­ρέ­λα­ση καλ­λι­τε­χνών της Μον­μάρ­της, γνω­στής ως  Promenade de la Vache, ή και οι  ιπ­πο­δρο­μίες στο Δά­σος της Βου­λώ­νης. Βε­βαίως, με τις δια­θέ­σι­μες σή­με­ρα πη­γές, βι­βλιο­γρα­φι­κές και λο­γο­τε­χνι­κές, οι  πλη­ρο­φο­ρίες για τη ει­κό­να του Πα­ρι­σιού στα τέ­λη του 19ου αιώ­να α­φθο­νούν. Εκεί­νη, ό­μως, κα­τορ­θώ­νει να δώ­σει αί­σθη­ση μιας πει­στι­κής α­τμό­σφαι­ρας.
Η “μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία” που φτιά­χνει εί­ναι σε χρο­νι­κή έ­κτα­ση το ή­μι­συ της κα­νο­νι­κής, α­φού ο ή­ρωάς της βρί­σκε­ται με­σο­στρα­τίς του βίου του, στα 34. Οπό­τε, το χρεια­ζού­με­νο βιο­γρα­φι­κό υ­λι­κό για το μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό πα­ρόν και τις α­να­δρο­μές εί­ναι μι­κρό. Και μά­λι­στα, α­να­ντί­στοι­χα μι­κρό ως προς την η­λι­κία του, α­φού έ­χει δη­μο­σιεύ­σει μό­νο ο­κτώ ποιή­μα­τα σε μό­λις τρία α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα, ό­λα α­πό τα με­τέ­πει­τα α­πο­κη­ρυγ­μέ­να, πέ­ραν κά­ποιων αι­γυ­πτιώ­τι­κων δη­μο­σιεύ­σεων,  και αυ­τών με­τρη­μέ­νων. (Αν και έ­να α­φη­γη­μα­τι­κό lapsus δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση πως ή­ταν πολ­λά τα πε­ριο­δι­κά, στα ο­ποία εί­χαν δη­μο­σιευ­τεί ποιή­μα­τά του.) Εί­ναι έ­νας Κα­βά­φης, δι­πλά κα­τα­πιε­σμέ­νος, κα­θώς συ­γκα­τοι­κεί με την μη­τέ­ρα του και τους δυο α­δελ­φούς του, τον Παύ­λο και τον Τζων, τρία και δυο χρό­νια α­ντί­στοι­χα με­γα­λύ­τε­ρούς του. Έχει μό­λις συ­μπλη­ρώ­σει πέ­ντε χρό­νια ως δη­μό­σιος υ­πάλ­λη­λος και στις 6 Μαρ. 1897 ζη­τά την πρώ­τη κα­νο­νι­κή ά­δεια για τα­ξί­δι στο ε­ξω­τε­ρι­κό.
Από αυ­τόν τον Κα­βά­φη ξε­κι­νά­ει το πλά­σι­μο του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού. Με ι­σχνά βιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, α­να­συ­στή­νο­νται μό­λις τρεις η­μέ­ρες α­πό το πρώ­το τα­ξί­δι α­να­ψυ­χής στην Ευ­ρώ­πη, που κά­νει μα­ζί με τον Τζων. Το τα­ξί­δι διήρ­κε­σε 53 η­μέ­ρες, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων ε­κεί­νων των δια­δρο­μών Πει­ραιάς-Μασ­σα­λία-Πα­ρί­σι-Λον­δί­νο, με­τά­βα­ση και ε­πι­στρο­φή, α­πό τις 7 Μαΐ. μέ­χρι τις 28 Ιουν. Επι­λέ­γε­ται, ως πλέ­ον πρό­σφο­ρο, το τριή­με­ρο πα­ρα­μο­νής τους στο Πα­ρί­σι κα­τά την ε­πι­στρο­φή, που σχο­λιά­ζε­ται μό­νο στην αγ­γλι­κή βιο­γρα­φία του Ρ. Λί­ντε­λ, με την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι πή­γαν στις ιπ­πο­δρο­μίες και εί­δαν τον «Οι­δί­πο­δα Τύ­ραν­νο», που δεν χώ­ρε­σε στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Άλλω­στε, η α­να­φο­ρά σε ο­λό­κλη­ρο το εν λό­γω τα­ξί­δι στις βιο­γρα­φίες με­τά βίας κα­λύ­πτει μία πε­ρι­κο­πή. Με αυ­τήν την χρο­νι­κή ε­πι­λο­γή, πα­ρα­με­ρί­ζε­ται η πε­ρι­γρα­φή του­ρι­στι­κού τύ­που για τα πα­ρι­σι­νά α­ξιο­θέ­α­τα και δί­νε­ται η έμ­φα­ση στην α­να­κά­λυ­ψη του κο­σμο­πο­λί­τι­κου Πα­ρι­σιού της γη­γε­νούς ε­λί­τ, πλού­σιας ό­σο και “ά­τα­κτης”.
Προς τού­το, ό­μως, α­παι­τεί­ται έ­νας ξε­να­γός των δυο α­δελ­φών, πα­ρα­τρε­χά­με­νος της κα­λής κοι­νω­νίας, αλ­λά και σχε­τι­κός με το χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, ώ­στε να ευ­νοού­νται α­ντί­στοι­χες συ­ζη­τή­σεις. Για αυ­τόν το σκο­πό, ε­πι­νο­εί­ται έ­νας Έλλη­νας γραμ­μα­τέ­ας του Ζαν Μω­ρεάς, “ά­μι­σθος” και “φαν­φα­ρό­νος”. Αν και φαί­νε­ται πα­ρά­δο­ξο, ο Μω­ρεάς να ε­μπι­στεύε­ται σε έ­να πα­ρό­μοιο πρό­σω­πο την αλ­λη­λο­γρα­φία του και δη, για μία πρώ­τη α­ξιο­λό­γη­ση δειγ­μά­των γρα­φής που του α­πο­στέλ­λουν φε­ρέλ­πι­δες συγ­γρα­φείς. Θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί ως μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­στο­χία, συ­να­κό­λου­θη της πλο­κής. Δεν α­πο­κλείε­ται, ό­μως, και με αυ­τό, να συ­μπλη­ρώ­νε­ται πλα­γίως η με­τα­μο­ντέρ­να ει­κό­να ε­νός προ­σώ­που, που α­γλαΐζουν οι πα­λαιό­τε­ρες κα­τα­γρα­φές.
Όπως και να έ­χει, ο σα­ρα­ντά­χρο­νος τό­τε Μω­ρεάς –ι­διό­τυ­πος εκ­γαλ­λι­σμός του Ιωάν­νης Πα­πα­δια­μα­ντό­που­λος– α­πο­τε­λεί το τρί­το υ­παρ­κτό πρό­σω­πο, στο ο­ποίο στη­ρί­ζε­ται η πλο­κή. Κα­θό­λου τυ­χαία, κα­θώς εί­ναι ή­δη προ­σω­πι­κό­τη­τα των γαλ­λι­κών γραμ­μά­των, ε­φό­σον φέ­ρε­ται ως ει­ση­γη­τής του συμ­βο­λι­σμού και α­πό το 1891, ι­δρυ­τής της Ρο­μα­νι­κής Σχο­λής. Δεν υ­πάρ­χει πά­ντως, μαρ­τυ­ρία ό­τι ο Κα­βά­φης έ­στει­λε πο­τέ ποιή­μα­τά του σε Έλλη­να ή ξέ­νο συγ­γρα­φέα, πα­ρά μό­νο υ­πό τη μορ­φή των γνω­στών φυλ­λα­δίων. Μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, ω­στό­σο, στέλ­νει στον Μω­ρεάς, τον Απρ. του 1897 και α­φού έ­χει α­πο­φα­σι­στεί το τα­ξί­δι, δυο ποιή­μα­τα, γραμ­μέ­να τον προ­η­γού­με­νο χρό­νο, το «Δέ­η­σις» και «Τα ά­λο­γα του Αχιλ­λέως». Όταν συ­να­ντούν τον γραμ­μα­τέα του, έ­χει αρ­χί­σει να α­νυ­πο­μο­νεί για την α­πά­ντη­ση. Εκεί­νος τους πλη­ρο­φο­ρεί πως ο Μω­ρεάς βρί­σκε­ται α­πό τον Απρ. στην Ελλά­δα και τους ο­δη­γεί στο δια­μέ­ρι­σμά του, προς ε­πί­δει­ξη της “ε­ξαι­ρε­τι­κής βι­βλιο­θή­κης του”.
Πι­στεύου­με πως υ­πάρ­χουν ο­ρι­σμέ­να πραγ­μα­το­λο­γι­κά δε­δο­μέ­να, που μία μυ­θο­πλα­σία μπο­ρεί να πα­ρα­κάμ­ψει, ε­πι­θυ­μη­τό, ό­μως, εί­ναι να μην τα δια­στρέ­ψει. Βε­βαίως, οι με­τα­μο­ντέρ­νες μυ­θι­στο­ρίες, σε μία α­να­θεω­ρη­τι­κή στά­ση της Ιστο­ρίας, αλ­λά και ε­πι­διώ­κο­ντας να α­ντι­κα­το­πτρί­σουν ση­με­ρι­νές α­πό­ψεις δεν θέ­τουν πα­ρό­μοιους πε­ριο­ρι­σμούς. Μό­νο που ο α­νυ­πο­ψία­στος α­πό πα­ρό­μοια μυ­θο­πλα­στι­κά τε­χνά­σμα­τα α­να­γνώ­στης α­πο­κο­μί­ζει έ­να συ­νον­θύ­λευ­μα α­πό πραγ­μα­τι­κά και ε­πι­νο­η­μέ­να στοι­χεία, δη­μιουρ­γώ­ντας κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση ε­σφαλ­μέ­νη ε­ντύ­πω­ση για τα ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα. Η Σω­τη­ρο­πού­λου θέ­λει τον ή­ρωά της έ­να ο­ξυ­μέ­νο κρι­τι­κό πνεύ­μα, γι’ αυ­τό και προ­βάλ­λει στο λό­γο του ση­με­ρι­νές προσ­λαμ­βά­νου­σες. Σε συ­ζή­τη­ση, που γί­νε­ται στις 20 Ιουν. 1897, δη­λα­δή, με το πα­λαιό η­με­ρο­λό­γιο, που ί­σχυε στην Ελλά­δα, 7 Ιουν., ο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός Τζων α­πο­κα­λεί τον πό­λε­μο του 1897, που εί­ναι α­κό­μη α­νοι­κτός, “α­τυ­χή” και ο Κα­βά­φης “βλα­κώ­δη”. Στη συ­νέ­χεια της συ­ζή­τη­σης, ε­κεί­νος α­πο­φαί­νε­ται και για τους πρώ­τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες του 1896, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντάς τους “μία ω­ραία μα­σκα­ρά­τα. Το μό­νο που έ­λει­πε α­πό το τα­λαί­πω­ρο ελ­λη­νι­κό κρά­τος”, ό­πως συ­μπλη­ρώ­νει. Μό­νο που πα­ρό­μοιοι χα­ρα­κτη­ρι­σμοί για τον ελ­λη­νο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο του 1897 εί­ναι με­τα­γε­νέ­στε­ροι. Όσο για την α­πό­δο­ση ση­με­ρι­νών σχο­λίων για τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες του 2004 σε συ­γκαι­ρι­νούς ε­κεί­νων του 1896, δεί­χνει α­μέ­λεια α­πέ­να­ντι στις ε­κά­στο­τε ε­πι­κρα­τού­σες α­ντι­λή­ψεις. Κα­νείς πο­τέ, ού­τε τό­τε ού­τε καν σή­με­ρα, πό­σο μάλ­λον έ­νας Αλε­ξαν­δρι­νός της ε­πο­χής, δεν στά­θη­κε ε­πι­κρι­τι­κός για την α­να­βίω­ση των Αγώ­νων.
Ύστε­ρα, υ­πάρ­χει η ει­κα­σία του Τσίρ­κα, πως το τα­ξί­δι στην Ευ­ρώ­πη α­πο­φα­σί­στη­κε α­πό την Χα­ρί­κλεια και τους γιους της,  με στό­χο να α­πο­τρέ­ψουν τον Κων­στα­ντί­νο να α­κο­λου­θή­σει τους φί­λους του στην Ελλά­δα, ό­που εί­χαν πά­ει προς κα­τά­τα­ξη σε εκ­στρα­τευ­τι­κά σώ­μα­τα ε­θε­λο­ντών, ό­πως ε­κεί­να των Γα­ρι­βαλ­δι­νών. Πα­ρό­τι άλ­λοι βιο­γρά­φοι την θεω­ρούν πα­ρά­λο­γη, δί­νει μία ε­ξή­γη­ση για την κα­θυ­στέ­ρη­ση της α­να­χώ­ρη­σης των δυο α­δελ­φών, ε­νώ η υ­πη­ρε­σια­κή ά­δεια εί­χε ε­γκρι­θεί α­πό τις 30 Μαρ. Για να κα­τα­τα­γεί εί­χε πά­ει στην Ελλά­δα και ο Μω­ρεάς. Ήταν το πρώ­το του τα­ξί­δι ύ­στε­ρα α­πό 19 χρό­νια  α­που­σίας. Τη θλί­ψη του για τα πο­λε­μι­κά α­τυ­χή­μα­τα της χώ­ρας, την πε­ρι­γρά­φει με γλα­φυ­ρό­τη­τα ο Μα­λα­κά­σης. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η φι­λο­πα­τρία του α­πό­ντος συ­ζη­τεί­ται και μά­λι­στα, με α­πα­ξιω­τι­κή χροιά. Οι με­τέ­χο­ντες, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του γραμ­μα­τέα του, δεί­χνουν να α­γνοούν τις α­ντα­πο­κρί­σεις του για τον ελ­λη­νο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο, δη­μο­σιευ­μέ­νες Ιούν. 1897, στο πα­ρι­σι­νό πε­ριο­δι­κό «Κο­σμό­πο­λις», που έ­γι­ναν ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στές στους Γάλ­λους δια­νοού­με­νους. 
Σε αυ­τό το τα­ξί­δι, ο Κα­βά­φης δεν κρα­τού­σε η­με­ρο­λό­γιο. Μό­νο με­ρι­κές “βρα­χυ­γρα­φη­μέ­νες” αγ­γλι­στί ση­μειώ­σεις την πε­ρίο­δο προ­ε­τοι­μα­σίας και με­τά την ε­πι­στρο­φή. Κα­θώς εί­ναι α­πο­κλει­στι­κά ε­στια­σμέ­νες στο ε­ρω­τι­κό του πά­θος, προ­σφέ­ρο­νται για το πλά­σι­μο του κα­τα­πιε­σμέ­νου ο­μο­φυ­λό­φι­λου ή­ρωα. Η α­φή­γη­ση εί­ναι σε τρί­το πρό­σω­πο, δια­τη­ρώ­ντας στα­θε­ρή την ε­σω­τε­ρι­κή ε­στία­ση. Σχε­τι­κά με­γά­λη έ­κτα­ση δί­νε­ται στην α­νά­κλη­ση ε­νυ­πνίων, μι­κρό­τε­ρη στις μνη­μο­νι­κές α­να­δρο­μές στα χρό­νια της ε­φη­βείας στην Αγγλία και σε ε­κεί­να της νεό­τη­τας στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, με α­ντι­κεί­με­νο σκόρ­πιες ε­ρω­τι­κές α­να­μνή­σεις. Μνη­μο­νεύε­ται ο ε­ξά­δελ­φος,  πε­ρισ­σό­τε­ρο “ο πα­ρα­γιός στο σι­δε­ρά­δι­κο του Γε­νί­κιοϊ”, για να το­νι­στεί η φη­μο­λο­γού­με­νη έλ­ξη του Κα­βά­φη προς τον λαϊκό ά­ντρα.
Εκεί­νο που πλέ­κει με δε­ξιό­τη­τα η Σω­τη­ρο­πού­λου εί­ναι το συ­νειρ­μι­κό κομ­φού­ζιο συγ­γρα­φι­κής α­γω­νίας και ε­ρω­τι­κής διέ­γερ­σης. Ανα­κα­λεί δια­βά­σμα­τα του Κα­βά­φη, ό­πως ο Τολ­στόι και ο Μπων­τλέ­ρ, συ­μπλη­ρω­μέ­να με δι­κά της. Η φι­γού­ρα του “γέ­ρου” της κα­βα­φι­κής ποίη­σης έρ­χε­ται κα­τά την πε­ρι­πλά­νη­ση του ή­ρωα, χα­μέ­νου στο ά­γνω­στο γι’ αυ­τόν Πα­ρί­σι, με πε­ρι­γρα­φές που α­ντι­κα­το­πτρί­ζουν “τον άν­θρω­πο του πλή­θους” του Πόε, μέ­σω της κα­τά Βάλ­τερ Μπέν­για­μιν με­λέ­της του Μπων­τλέρ στο Πα­ρί­σι της Δεύ­τε­ρης Αυ­το­κρα­το­ρίας και του σο­νέ­του του «A une passante».
Αρχι­κά, στην πε­ρι­γρα­φή των νυ­κτε­ρι­νών “κα­τά μό­νας η­δο­νώ­ν”, μέ­νει πι­στή στις ση­μειώ­σεις του Κα­βά­φη. Μέ­χρις ό­του εμ­φα­νί­ζε­ται έ­να πα­ρο­ντι­κό α­ντι­κεί­με­νο πό­θου, έ­νας νε­α­ρός Ρώ­σος, μέ­λος ο­μά­δας χο­ρευ­τών, που μέ­νουν στο ί­διο ξε­νο­δο­χείο και κυ­κλο­φο­ρούν στα Κα­φέ με τον ι­μπρε­σά­ριό τους. Το ό­λο σκη­νι­κό και η εξ α­πο­στά­σεως λα­γνεία φέ­ρει α­ντα­να­κλά­σεις α­πό τον «Θά­να­το στη Βε­νε­τία». Η Σω­τη­ρο­πού­λου γρά­φει τις κα­λύ­τε­ρες ε­ρω­τι­κές της σε­λί­δες, πε­ρι­γρά­φο­ντας τον αυ­να­νι­σμό του ποιη­τή, κα­θι­σμέ­νο α­κί­νη­το στο Κα­φέ του ξε­νο­δο­χείου, κοι­τά­ζο­ντας τον νε­α­ρό και σκα­λί­ζο­ντας με το δά­χτυ­λο α­πε­γνω­σμέ­να την ε­πέν­δυ­ση της πο­λυ­θρό­νας. Στη συ­νέ­χεια, η ε­πα­νά­λη­ψη της διέ­γερ­σης σε ε­πό­με­να συ­να­πα­ντή­μα­τα, με την κα­τα­φυ­γή στο δω­μά­τιο προς ε­κτό­νω­ση, δεί­χνει μάλ­λον μη­χα­νι­στι­κή.
Υπάρ­χει, ω­στό­σο, εν κα­τα­κλεί­δι, η νο­ε­ρή συ­νεύ­ρε­ση με τον χο­ρευ­τή ως α­πο­τέ­λε­σμα η­δο­νο­βλε­πτι­κής μα­τιάς στην κλει­δα­ρό­τρυ­πα. “Η α­πο­γείω­ση της η­δο­νής” ε­πι­τε­λεί­ται, ό­ταν “το χέ­ρι του έ­κα­νε κα­μπύ­λη, έ­τσι ώ­στε οι ά­κρες των δα­χτύ­λων του πα­σπά­τευαν τη κε­φα­λή του πέ­ους ε­νώ οι όρ­χεις του νε­α­ρού α­κου­μπού­σαν στην πα­λά­μη του και τρί­βο­νταν ε­λα­φρά, υ­πήρ­χε λοι­πόν μια τρι­χού­λα...” Αυ­τή εί­ναι η α­πά­ντη­ση στον γρι­φώ­δη τίτ­λο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Μια τρι­χού­λα έ­μει­νε α­πό τη νύ­χτα. Κι ό­μως, ό­χι α­κρι­βώς. Κα­θώς δεν έ­βρι­σκε τη δύ­να­μη να την α­πο­χω­ρι­στεί, “εί­πε μέ­σα του, α­πο­λεί­πειν, μια λέ­ξη α­πό τον Πλού­ταρ­χο, πώς βρί­σκεις τη δύ­να­μη να ε­γκα­τα­λεί­ψεις ό,τι σου εί­ναι πιο α­γα­πη­τό...” Έμει­νε και μία λέ­ξη. Στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, το μο­να­δι­κό με τίτ­λο, «Ύμνος στην τρι­χού­λα», ο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός Κα­βά­φης, με έ­τοι­μες τις βα­λί­τσες για το τα­ξί­δι της ε­πι­στρο­φής, α­να­λο­γί­ζε­ται: “Μι­σή ώ­ρα α­κό­μη... Μι­σή ώ­ρα. Δεν θα ή­ταν ά­σχη­μος τίτ­λος για έ­να ποίη­μα.” Ο Κα­βά­φης έ­γρα­ψε,  εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ποίη­μα με αυ­τόν τον τίτ­λο και συ­να­φές πε­ριε­χό­με­νο, που έ­μει­νε στα “κρυμ­μέ­να”. Το «Απο­λεί­πειν ο θεός Αντώ­νιον» το έ­γρα­ψε Νοέ. 1910. Τον ε­πό­με­νο χρό­νο το δη­μο­σίευ­σε και ε­πί έ­ναν αιώ­να σχο­λιά­ζε­ται το αλ­λη­γο­ρι­κό του βά­θος. Μία με­τα­μο­ντέρ­να α­πο­μυ­θο­ποίη­ση ή­ταν το δί­χως άλ­λο α­να­γκαία. 
Προς το τέ­λος, η συγ­γρα­φέ­ας κα­τα­λαμ­βά­νε­ται α­πό βου­λι­μι­κή διά­θε­ση να μην α­φή­σει κα­νέ­να στοι­χείο α­νεκ­με­τάλ­λευ­το. Εμπλέ­κει πνευ­μα­τι­στές, α­ντι­μα­σό­νους, τις «τρε­λές της Salpetriere» και τον ι­δρυ­τή της νευ­ρο­ψυ­χια­τρι­κής Σαρ­κό, μέ­χρι τη θεω­ρία πε­ρί α­ντι­μί­μη­σης του Όσκαρ Ουάιλ­ντ. Θα α­να­με­νό­ταν να τον α­να­φέ­ρει σε συν­δυα­σμό με την α­πο­φυ­λά­κι­σή του, που συ­νέ­πε­σε με την πα­ρα­μο­νή τους στο Λον­δί­νο. Αντ’ αυ­τού τον θέ­λει θα­μώ­να ε­νός κα­κό­φη­μου κέ­ντρου σε υ­πο­βι­βα­σμέ­νη συ­νοι­κία του Πα­ρι­σιού, κρη­σφύ­γε­το του υ­πό­κο­σμου. Με αυ­τό το “ά­ντρο α­κο­λα­σίας” ε­πι­τυγ­χά­νει έ­να ε­ντυ­πω­σια­κό τέ­λος, που το προοι­κο­νο­μεί α­πό τα πρώ­τα κε­φά­λαια, πλά­θο­ντας έ­να μύ­θο γύ­ρω α­πό αυ­τό. Θα­μώ­νες του εί­ναι ό­λοι ό­σοι σκαν­δά­λι­ζαν το Πα­ρί­σι στα τέ­λη του 19ου αι., α­πό τον Ουάιλ­ντ μέ­χρι το ζεύ­γος των βι­κτω­ρια­νών τρα­βε­στί, γνω­στών ως το θε­α­τρι­κό ντουέ­το Στέλ­λα, που δι­κά­στη­καν με την κα­τη­γο­ρία του ποι­νι­κά διώ­ξι­μο τό­τε πρω­κτι­κού σε­ξ, αλ­λά α­θωώ­θη­καν, κα­θώς α­πο­δεί­χθη­καν έ­νο­χοι μό­νο πα­ρεν­δυ­σίας, που δεν εί­χε ποι­νι­κο­ποιη­θεί.
Το κρε­σέ­ντο εί­ναι το δεί­πνο στις αν­δρι­κές τουα­λέ­τες, που συ­νί­στα­ται σε μία ε­πί τό­που “κα­του­ρη­μέ­νη μπα­γκέ­τα”. Ο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός Κα­βά­φης δεν συμ­με­τέ­χει μεν, αλ­λά διε­γεί­ρε­ται, ε­νώ α­να­κα­λεί το κα­τά Πλού­ταρ­χο «Συ­μπό­σιο των ε­πτά σο­φών». Και ό­χι μό­νο αυ­τό, κα­θώς, και πά­λι, κρυ­φο­κοι­τά­ζει, του έρ­χε­ται και πά­λι, στο νου, ως ορ­γα­σμι­κό υ­πο­κα­τά­στα­το, μία λέ­ξη. “Ερδέω­ν”, α­φη­γη­μα­τι­κός σο­λοι­κι­σμός, που α­να­γά­γει την πρά­ξη σε ιε­ρο­τε­λε­στία. Δεν χρειά­ζε­ται να έ­χεις μπάρ­μπα στην Κο­ρώ­νη – στην πε­ρί­πτω­ση της Σω­τη­ρο­πού­λου φί­λο ελ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νό ποιη­τή, που ή­ταν φί­λος α­με­ρι­κα­νού συγ­γρα­φέα, φί­λου του Ζαν Ζε­νέ – για να έ­χεις α­κου­στά την εν λό­γω δια­στρο­φή, το γαλ­λι­κό “souper”, του­τέ­στιν δεί­πνο, μάλ­λον δει­πνη­τής, που α­πο­δί­δε­ται υ­βρι­στι­κά σε α­νί­κα­νους ή και πα­θη­τι­κούς ο­μο­φυ­λό­φι­λους. Όπως φαί­νε­ται, τώ­ρα που η ο­μο­φυ­λο­φι­λία τεί­νει να γί­νει α­πο­δε­κτή α­πό ό­λο και ευ­ρύ­τε­ρα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα, χρεια­ζό­μα­στε να ε­πα­να­κτή­σου­με έ­ναν “α­μαρ­τω­λό” Κα­βά­φη. Αυ­τός δεν μπο­ρεί να εί­ναι έ­νας “στρέι­τ” ο­μο­φυ­λό­φι­λος. Απαι­τεί­ται μία σε­ξουα­λι­κή δια­στρο­φή, που να τον δια­κρί­νει μέ­σα στο Ιμπέ­ριουμ ο­μό­φυ­λων και ο­μό­γλωσ­σων. Για α­κό­μη μια φο­ρά, η λο­γο­τε­χνία προ­η­γεί­ται της Ιστο­ρίας.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/1/2016.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Διακειμενικές συνομιλίες

Έλενα Μαρούτσου
«Οι χυδαίες ορχιδέες»
Εκδ. Κίχλη
Οκτ. 2015

Τη φα­ντα­σία, την πλέ­ον προ­νο­μιού­χο λει­τουρ­γία του ε­γκε­φά­λου, εί­θι­σται να την δια­κρί­νου­με σε α­να­πα­ρα­γω­γι­κή, κοι­νώς μνη­μο­νι­κή, δη­μιουρ­γι­κή και ε­πι­νο­η­τι­κή. Μό­νο που αυ­τή η ει­δο­λο­γι­κή τα­ξι­νό­μη­ση δεν εί­ναι ε­παρ­κής στην πε­ρί­πτω­ση της συγ­γρα­φι­κής φα­ντα­σίας. Από το γύ­ρι­σμα του αιώ­να, μά­λι­στα, και ό­σο προ­χω­ρού­με στις δε­κα­ε­τίες του 21ου, γί­νε­ται ό­λο και α­νε­παρ­κέ­στε­ρη, κα­θώς κερ­δί­ζει έ­δα­φος έ­να τέ­ταρ­το εί­δος φα­ντα­σίας, που θα μπο­ρού­σε να ο­νο­μα­στεί δια­κει­με­νι­κή. Μάλ­λον λό­γω μι­μη­τι­κής διά­θε­σης, που συ­νι­στά μία άλ­λη ε­δραία αν­θρώ­πι­νη λει­τουρ­γία, πα­ρά α­νε­πάρ­κειας, ο συγ­γρα­φέ­ας της με­τα­μο­ντέρ­νας ε­πο­χής αν­τλεί, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, ή­ρωες, συμ­βά­ντα και κα­τα­στά­σεις α­πό τα κεί­με­να άλ­λων συγ­γρα­φέων. Αυ­τού του εί­δους η πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γία, πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­γκε­φα­λι­κή πα­ρά ψυ­χι­κή, θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί πα­ρα­κλά­δι της ε­πι­νο­η­τι­κής φα­ντα­σίας, κα­θώς ου­σια­στι­κά ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται τις αλ­λό­τριες πα­ρα­στά­σεις, προ­σπα­θώ­ντας να βρει νέ­ους μυ­θο­πλα­στι­κούς συν­δυα­σμούς. Εδώ, το μέ­τρο γο­νι­μό­τη­τας έ­γκει­ται στο βαθ­μό και την έ­κτα­ση α­νά­πλα­σης του δα­νείου. Δη­λα­δή, πό­σο δη­μιουρ­γι­κός α­πο­δει­κνύε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας, που οι­κειο­ποιεί­ται α­πό έ­να α­γα­πη­μέ­νο του βι­βλίο τον έ­τοι­μο ή­ρωα ή την ξέ­νη ε­μπει­ρία και τα συν­δυά­ζει με δι­κά του βιώ­μα­τα ή και νέες νο­η­τι­κές κα­τα­σκευές.

Ως ο­ρια­κή πε­ρί­πτω­ση δια­κει­με­νι­κής “συ­νο­μι­λίας”, θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί η δια­σκευή, ό­που ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τα­πιά­νε­ται με ο­λό­κλη­ρο το ξέ­νο έρ­γο, ε­πι­φέ­ρο­ντας τρο­πο­ποιή­σεις έ­τσι ώ­στε να ι­κα­νο­ποιεί το δι­κό του γού­στο. Αν και σή­με­ρα δεν ελ­κύει η δια­σκευή, που πε­ριο­ρί­ζε­ται στον εκ­μο­ντερ­νι­σμό ε­νός κλα­σι­κού έρ­γου, δη­λα­δή την αλ­λα­γή του τό­που και του χρό­νου, που το συ­νταυ­τί­ζει με τη σύγ­χρο­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Εκεί­νο, που κυ­ρίως  κε­ντρί­ζει  τη φα­ντα­σία του ση­με­ρι­νού δια­σκευα­στή, εί­ναι συ­νή­θως η α­να­τρο­πή του τέ­λους ή και λί­γο πιο συ­ντη­ρη­τι­κά, η συ­μπλή­ρω­σή του. Το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο εί­ναι ο στό­χος του ε­πί­δο­ξου συγ­γρα­φέα. Τι ε­ζή­λω­σε α­πό το κλα­σι­κό έρ­γο, την υ­ψη­λή του α­να­γνω­σι­μό­τη­τα ή την λο­γο­τε­χνι­κή του α­ξία. Άλλες οι βλέ­ψεις ε­κεί­νου που θα ε­να­σχο­λη­θεί με την ε­πέ­κτα­ση του «Όσα παίρ­νει ο ά­νε­μος» κι άλ­λες του α­να­και­νι­στή ε­νός έρ­γου ό­πως «Ο φύ­λα­κας στη σί­κα­λη». Υπάρ­χουν, ω­στό­σο, και κλα­σι­κά βι­βλία, που ε­πι­δέ­χο­νται και τις δυο προ­σεγ­γί­σεις, α­νά­λο­γα με τη διά­θε­ση και τη σκευή του συγ­γρα­φέα. Ένα πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Ντ. Χ. Λώ­ρε­νς, «Ο ε­ρα­στής της λαί­δης Τσά­τερ­λι», που ε­νέ­πνευ­σε πρό­σφα­τα δυο δια­φο­ρε­τι­κές εκ­δο­χές: την α­με­ρι­κα­νι­κή δια­σκευή «Δε­σποι­νίς Τσά­τερ­λι» και τις συ­μπλη­ρω­μα­τι­κές α­να­με­τα­ξύ τους πα­ραλ­λα­γές δυο ελ­λη­νι­κών διη­γη­μά­των, «Οι χυ­δαίες ορ­χι­δέες» και «Για­τί ή­ταν πριν γε­φύ­ρια».

Πρό­κει­ται για δυο α­πό τις έ­ντε­κα ι­στο­ρίες του πέ­μπτου βι­βλίου και της τρί­της συλ­λο­γής διη­γη­μά­των της Έλε­νας Μα­ρού­τσου, που κυ­κλο­φό­ρη­σε, αλ­λά­ζο­ντας, για α­κό­μη μία φο­ρά, εκ­δο­τι­κό οί­κο, τον τέ­ταρ­το στη σει­ρά. Η Μα­ρού­τσου εί­ναι α­πό τις ό­ψι­μες εμ­φα­νί­σεις της τε­λευ­ταίας συγ­γρα­φι­κής ο­μά­δας του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να. Αυ­τήν που έ­χου­με πα­λαιό­τε­ρα α­πο­κα­λέ­σει και γε­νιά του «Να έ­να μή­λο», α­πό τον τίτ­λο του πε­ριο­δι­κού, που φι­λο­ξέ­νη­σε τους πρώ­τους εμ­φα­νι­σθέ­ντες και σή­με­ρα, γνω­στό­τε­ρους εκ­προ­σώ­πους της. Η Μα­ρού­τσου δεν α­νή­κει σε αυ­τούς, κα­θώς η α­να­γνώ­ρι­ση του τα­λέ­ντου της δεν έ­γι­νε πά­ραυ­τα, με το πρώ­το βι­βλίο, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση του Χρ. Χω­με­νί­δη ή της Αμ. Μι­χα­λο­πού­λου. Ου­σια­στι­κά, δια­κρί­θη­κε με το τρί­το της βι­βλίο, «Με­τα­ξύ συρ­μού και α­πο­βά­θρας», που ή­ταν το πρώ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα και το ο­ποίο εκ­δό­θη­κε το 2008, δέ­κα χρό­νια με­τά την πρώ­τη της εμ­φά­νι­ση. Σε αυ­τό ε­πέ­δει­ξε γό­νι­μη φα­ντα­σία, ε­μπλου­τί­ζο­ντας την ει­κο­νο­πλα­σία με ει­κα­στι­κά ε­ρε­θί­σμα­τα, α­πό το πα­ρά­πλευ­ρο πε­δίο του “κολ­λά­ζ”. Την ι­κα­νό­τη­τά της, ω­στό­σο, στη δια­κει­με­νι­κή “συ­νο­μι­λία”, την α­πο­κά­λυ­ψε στο ε­πό­με­νο βι­βλίο της. Μία νου­βέ­λα, «Το νό­η­μα», γραμ­μέ­νη κα­τά πα­ραγ­γε­λία, ώ­στε να ε­ντα­χθεί σε σει­ρά βι­βλίων συ­γκε­κρι­μέ­νης θε­μα­τι­κής.

Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, το ε­ρέ­θι­σμα στά­θη­κε και πά­λι μία πα­ραγ­γε­λία. Αυ­τήν τη φο­ρά για διή­γη­μα, που θα πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν σε θε­μα­τι­κή αν­θο­λο­γία, γι’ αυ­τό και προ­βλε­πό­ταν, ως προς την έ­κτα­ση, ό­ριο λέ­ξεων. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, που πλη­θαί­νουν τα κα­τά πα­ραγ­γε­λία πε­ζά, ό­πως και οι θε­μα­τι­κές αν­θο­λο­γίες, συμ­βαί­νει, σε ο­ρι­σμέ­νες ευ­τυ­χείς πε­ρι­πτώ­σεις, η πα­ρα­βία­ση των πε­ριο­ρι­σμών να κα­τα­λή­γει σε αυ­το­τε­λή βι­βλία. Το συ­νη­θέ­στε­ρο, πρό­κει­ται για νου­βέ­λες, ό­πως το προ­η­γού­με­νο βι­βλίο του Ηλία Μα­γκλί­νη, «Η α­νά­κρι­ση». Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, κά­πο­τε, προ­κύ­πτει και μυ­θι­στό­ρη­μα, αν τύ­χει πα­λαί­μα­χος συγ­γρα­φέ­ας, που γνω­ρί­ζει το πώς να α­πλώ­νει την μυ­θο­πλα­στι­κή πά­στα. Πα­ρά­δειγ­μα, το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Κώ­στα Μουρ­σε­λά, «Στην ά­κρη της νύ­χτας», το ο­ποίο ξε­κί­νη­σε ως διή­γη­μα, που θα πα­ράλ­λασ­σε το τέ­λος του πα­πα­δια­μα­ντι­κού «Όνει­ρο στο κύ­μα», αλ­λά, μια και ε­ορ­τα­ζό­ταν το ε­πε­τεια­κό για τον Σκια­θί­τη 2011, με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε μυ­θι­στό­ρη­μα.

Η Μα­ρού­τσου, το κα­τά πα­ραγ­γε­λία διή­γη­μα, που προέ­κυ­ψε πο­λύ πέ­ραν των προ­κα­θο­ρι­σμέ­νων ο­ρίων μα­κρο­σκε­λές, δεν το με­τα­μόρ­φω­σε ού­τε σε νου­βέ­λα ού­τε σε μυ­θι­στό­ρη­μα. Έκα­νε κά­τι πιο πρω­τό­τυ­πο. Το πρό­τα­ξε σε έ­να βι­βλίο, ο­μό­τιτ­λο μεν, αλ­λά ο­κτα­πλά­σιας έ­κτα­σης. Αυ­τό το κα­τόρ­θω­σε χά­ρις στην ε­ξημ­μέ­νη δια­κει­με­νι­κή της φα­ντα­σία. Εμπνεύ­στη­κε έ­ντε­κα συ­νο­λι­κά διη­γή­μα­τα, ό­που το κα­θέ­να “συ­νο­μι­λεί” με γνω­στό ξέ­νο λο­γο­τε­χνι­κό έρ­γο, ε­κτός του τε­λευ­ταίου, που “συ­νο­μι­λεί” με το γνω­στό­τα­το ελ­λη­νι­κό διή­γη­μα, «Ο έ­ρω­τας στα χιό­νια» του Πα­πα­δια­μά­ντη. Αν ο Μουρ­σε­λάς τόλ­μη­σε να πλά­σει μία “ά­τα­κτη” Μο­σχού­λα, η Μα­ρού­τσου δεν δι­στά­ζει, στο ε­ρω­τι­κώς ε­λευ­θε­ριά­ζον βι­βλίο της, ό­χι μό­νο να πά­ρει ως ει­σα­γω­γι­κό μό­το φρά­ση α­πό το εν λό­γω διή­γη­μα, αλ­λά και να τιτ­λο­φο­ρή­σει το σύ­ντο­μο διή­γη­μα, που “συ­νο­μι­λεί” με το πα­πα­δια­μα­ντι­κό, «Η μο­να­δι­κή α­πό­χρω­ση του λευ­κού». Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι ο Σκια­θί­της να βρε­θεί συ­νο­μι­λη­τής, έ­στω μέ­σω δια­με­σο­λα­βη­τή, με την Ε. Λ. Τζέι­μς και το πε­ρι­βό­η­το μπε­στ σέ­λερ της, «Πε­νή­ντα α­πο­χρώ­σεις του γκρι».

Στη συλ­λο­γή υ­πάρ­χει και έ­να δεύ­τε­ρο διή­γη­μα με πα­ρα­πλή­σιο τίτ­λο, «Η μο­να­δι­κή α­πό­χρω­ση του μαύ­ρου». Αυ­τό ε­κτε­νέ­στε­ρο και με τολ­μη­ρές πε­ρι­γρα­φές, συ­νι­στά ου­σια­στι­κό­τε­ρη “συ­νο­μι­λία” με το βρε­τα­νι­κό μπε­στ σέ­λερ. Αρκε­τά, πά­ντως, α­πό τα διη­γή­μα­τα “συ­νο­μι­λού­ν” με πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός γνω­στά έρ­γα. Στο συ­γκε­κρι­μέ­νο διή­γη­μα, λ.χ., α­να­μι­γνύο­νται στην υ­πό­θε­ση, η «Σα­λώ­μη» του Όσκαρ Ουάιλ­ντ, η «Μαύ­ρη ντά­λια», μέ­χρι και «Η Αλί­κη στη χώ­ρα των θαυ­μά­των», που συ­νι­στού­σε το δια­κεί­με­νο του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου της. Η Μα­ρού­τσου, πά­ντο­τε ευ­ρη­μα­τι­κή, δεν αρ­κεί­ται στις δια­κει­με­νι­κές “συ­νο­μι­λίες” των ι­στο­ριών, αλ­λά α­πο­κα­θι­στά ε­πι­προ­σθέ­τως, α­να­με­τα­ξύ τους, μυ­θο­πλα­στι­κούς δε­σμούς. Με στό­χο να δη­μιουρ­γή­σει έ­να πιο στέ­ρεο πλαί­σιο, φρο­ντί­ζει η συλ­λο­γή της να έ­χει σπον­δυ­λω­τό χα­ρα­κτή­ρα. Δη­λα­δή, ο­ρι­σμέ­νοι ή­ρωες να εμ­φα­νί­ζο­νται, ή και α­πλώς να α­να­φέ­ρο­νται στην α­φη­γη­μα­τι­κή ροή, σε δυο ή και τρεις ι­στο­ρίες. Σε δυο διη­γή­μα­τα, μά­λι­στα, ελ­λεί­ψει ή­ρωα κα­τάλ­λη­λου να λει­τουρ­γή­σει ως γε­φυ­ρο­ποιός, ε­πι­στρα­τεύε­ται το βι­βλίο «Σα­λώ­μη», που πα­ρα­χω­μέ­νο στην άμ­μο ρο­δί­τι­κης πα­ρα­λίας αλ­λά­ζει χέ­ρια, ο­πό­τε μνη­μο­νεύε­ται σε αμ­φό­τε­ρα.

Στο μυ­θο­πλα­στι­κό “κολ­λά­ζ” της Μα­ρού­τσου, α­πό ό­λα τα ε­ρω­το­γρα­φή­μα­τα, με τα ο­ποία “συ­νο­μι­λού­ν” οι ι­στο­ρίες της, το μό­νο που ε­μπνέει αι­σθη­σια­κές πε­ρι­γρα­φές εί­ναι το λο­γο­κρι­μέ­νο το 1932 ως πορ­νο­γρά­φη­μα μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς, «Ο ε­ρα­στής της λαί­δης Τσά­τερ­λι», και ό­χι, ό­πως πι­θα­νώς θα α­να­με­νό­ταν, το σύγ­χρο­νο της Τζαίη­μς. Όσο, ό­μως, α­φο­ρά τις δια­φο­ρε­τι­κές εκ­δο­χές της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας, με τις ο­ποίες η συγ­γρα­φέ­ας α­πο­πει­ρά­ται να υ­φά­νει τις ι­στο­ρίες της, ο λε­σβια­κός έ­ρω­τας εί­ναι αυ­τός που α­πο­δί­δει συ­νε­κτι­κές, αυ­τάρ­κεις ι­στο­ρίες. Τρεις τον α­ριθ­μό, α­να­δει­κνύουν πτυ­χές, συ­νυ­φα­σμέ­νες συ­νή­θως με τη γυ­ναι­κεία ι­διο­συ­γκρα­σία, ό­πως οι υ­περ­βάλ­λου­σες συ­ναι­σθη­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις, σε ό­λη τη γκά­μα, α­πό την τρυ­φε­ρό­τη­τα μέ­χρι την ε­ξου­σια­στι­κή σκλη­ρό­τη­τα. Μό­νο που αυ­τές οι ι­στο­ρίες, πα­ρα­δό­ξως, υ­στε­ρούν σε ε­ρω­τι­σμό. Ενώ, άλ­λες ι­στο­ρίες, με δια­φο­ρε­τι­κές σε­ξουα­λι­κές εμ­μο­νές, κα­τα­κλύ­ζο­νται α­πό δια­κει­με­νι­κά ευ­ρή­μα­τα, με α­πο­τέ­λε­σμα ο αι­σθη­σια­σμός των ε­ρω­τι­κών σκη­νών, ό­ταν υ­πάρ­χει, να αρ­δεύε­ται α­πό το πρω­τό­τυ­πο.

Ισως, να εί­μα­στε υ­περ­βο­λι­κά α­παι­τη­τι­κοί α­πό μία συλ­λο­γή ε­ρω­τι­κών ι­στο­ριών. Γι’ αυ­τό, ό­μως, ας ό­ψε­ται η συγ­γρα­φέ­ας, που, με την αρ­χι­κή νου­βέ­λα, «Οι χυ­δαίες ορ­χι­δέες», έ­βα­λε ψη­λά τον πή­χυ των προσ­δο­κιών. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, για νου­βέ­λα πρό­κει­ται, ή έ­στω ι­στο­ρία. Διή­γη­μα, πά­ντως, δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν το εν λό­γω πε­ζό. Αλλά και τις ι­στο­ρίες της Αλίς Μουν­ρό διη­γή­μα­τα δεν τις α­πο­κα­λού­με; Όπως και να έ­χει, αν εκ­δι­δό­ταν αυ­το­τε­λώς, θα συ­νι­στού­σε έ­να α­πό τα πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα πε­ζά στο πε­δίο της ε­ρω­τι­κής λο­γο­τε­χνίας.

Σε αυ­τό, η Μα­ρού­τσου α­πλώ­νει χρο­νι­κά το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς, με κε­ντρι­κή η­ρωί­δα την εγ­γο­νή της Λαί­δης Τσά­τερ­λι και του δα­σο­φύ­λα­κα Μέλ­λο­ρς. Η εγ­γο­νή ζει έ­ναν έ­ρω­τα α­ντί­στοι­χο με ε­κεί­νον της για­γιάς της. Δη­λα­δή, η ι­στο­ρία ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, δί­νε­ται μία εκ­συ­χρο­νι­στι­κή εκ­δο­χή, ό­πως στην πρό­σφα­τη α­με­ρι­κα­νι­κή δια­σκευή. Η εγ­γο­νή της Λαί­δης δια­τη­ρεί μα­ζί με τον σύ­ζυ­γό της φυ­τώ­ριο κα­κτο­ει­δών. Οπό­τε, α­ντί του δα­σο­φύ­λα­κα, μπαί­νει στην οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία κη­που­ρός. Για να δια­τη­ρη­θεί, ό­μως, η κοι­νω­νι­κή δια­φο­ρά του πα­ρεί­σα­κτου με το ζεύ­γος, εί­ναι έ­νας νέ­γρος, με­τα­νά­στης α­πό τη Νι­γη­ρία. Αυ­τή η ε­πι­λο­γή το­νί­ζει τον σαρ­κι­κό και μό­νο έ­ρω­τα, που νιώ­θει γι’ αυ­τόν η στε­ρη­μέ­νη εγ­γο­νή. Για­τί μπο­ρεί ο Άγγλος σύ­ζυ­γος να μην εί­ναι α­νά­πη­ρος ό­πως ο Λόρ­δος Τσά­τερ­λι, πα­ρου­σιά­ζε­ται, ό­μως, ως “α­γα­θός γί­γα­ντας”, ε­λά­χι­στα ε­ρω­τι­κός. Όπως και στην  α­με­ρι­κα­νι­κή εκ­δο­χή, μό­νο που ε­κεί πρό­κει­ται για έ­ναν α­διά­φο­ρο γιά­πη. Αμφό­τε­ροι, πά­ντως, πε­ρι­γρά­φο­νται βο­λι­κοί ως σύ­ζυ­γοι, που ση­μαί­νει πως, εί­τε δεν α­ντι­λαμ­βά­νο­νται το ο­λί­σθη­μα της συ­ζύ­γου εί­τε το συγ­χω­ρούν.

Ο Λώ­ρε­νς, α­ντι­θέ­τως, α­φή­νει α­νοι­χτό το τέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Όταν η Λαί­δη Τσά­τερ­λι κα­τα­λα­βαί­νει ό­τι πε­ρι­μέ­νει παι­δί, ε­γκα­τα­λεί­πει το συ­ζυ­γι­κό μέ­γα­ρο, το ί­διο και ο δα­σο­φύ­λα­κας. Εκεί­νη κα­τα­φεύ­γει στην α­δελ­φή της, ε­κεί­νος πιά­νει δου­λειά σε α­γρό­κτη­μα, αμ­φό­τε­ροι σε α­να­μο­νή των δια­ζυ­γίων της, ελ­πί­ζο­ντας πως θα ξα­να­σμί­ξουν. Την κα­τά­λη­ξη του έ­ρω­τά τους την φα­ντα­σιώ­νε­ται η Μα­ρού­τσου. Τη Λαί­δη, στα 77 της, τη σκο­τώ­νει ο ε­ρα­στής της, σύ­ζυ­γός της πλέ­ον, και με­τά αυ­το­κτο­νεί. Έτσι εί­χαν συμ­φω­νή­σει να “φύ­γου­ν”, ό­ταν πλέ­ον δεν θα ε­παρ­κού­σαν σω­μα­τι­κά για ε­ρω­τι­κές συ­νευ­ρέ­σεις. Κά­πως με­λό, ό­πως δρα­μα­τι­κός πλά­θε­ται και ο βίος της κό­ρης τους, που πρω­τα­γω­νι­στεί στο προ­τε­λευ­ταίο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, το ο­ποίο συ­νι­στά α­ντιε­ρω­τι­κό πό­λο στο «Χυ­δαία ορ­χι­δέ­α», πα­ρά την κοι­νή τους μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή πη­γή. Κα­τά τα άλ­λα, η δια­κει­με­νι­κή “συ­νο­μι­λία” με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς α­ντι­πα­ρέρ­χε­ται την κρι­τι­κή του για την κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση της ε­πο­χής του και την πί­στη του, πως έ­να νέο κα­θε­στώς σχέ­σεων των δυο φύ­λων θα διόρ­θω­νε τα τρω­τά. Ανα­με­νό­με­νο, α­φού τα ό­ποια τρω­τά του πο­λι­τι­σμού, σή­με­ρα πλέ­ον, ε­λά­χι­στα ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό τις σχέ­σεις των δυο φύ­λων. Άλλω­στε, ποια­νών φύ­λων;  

Εκεί­νο, πά­ντως, που θα ζή­λευε α­κό­μη και έ­νας Ντ. Χ. Λώ­ρε­νς στη νου­βέ­λα της Μα­ρού­τσου, εί­ναι η διάν­θι­ση των ε­ρω­τι­κών πε­ρι­γρα­φών με ποι­κι­λία α­πό ορ­χι­δέες, δι­κής της ο­νο­μα­το­θε­σίας, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την “χυ­δαία” ορ­χι­δέα του τίτ­λου. Πράγ­μα­τι, η ορ­χι­δέα, αυ­τή κα­θαυ­τή, προ­σφέ­ρε­ται για ι­στο­ρίες με σε­ξουα­λι­κές συν­δη­λώ­σεις. Ωστό­σο, συ­νή­θως, ως τίτ­λος μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ο συμ­βο­λι­σμός α­φο­ρά άλ­λες ι­διό­τη­τές της, ό­πως η α­ντο­χή της στις ε­ξω­τε­ρι­κές συν­θή­κες στο πα­λαιό­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα της Καί­της Οι­κο­νό­μου, «Λευ­κή ορ­χι­δέ­α». Κι ό­μως, η όρ­χις η άρ­ρην εί­ναι έ­να προ­κλη­τι­κά αμ­φί­φυ­λο φυ­τό, ό­που η μεν ο­νο­μα­σία ο­φεί­λε­ται στους δυο ρι­ζι­κούς κον­δύ­λους, αλ­λά το άν­θος, με τη διά­τα­ξη σέ­πα­λων και πε­τά­λων, προ­σο­μοιά­ζει με αι­δοίο.

Για ε­ξώ­φυλ­λο, ε­πι­λέ­χθη­κε ο πί­να­κας της α­με­ρι­κα­νί­δας ζω­γρά­φου Τζώρτ­ζιας Ο’Κη­φ, συ­νο­μή­λι­κης του Ντ. Χ. Λώ­ρε­νς, «Μαύ­ρη Ίρις ΙΙ», έρ­γο του 1936. Ενώ, ο προ­η­γού­με­νος, «Μαύ­ρη Ίρις Ι», εί­ναι της ί­διας ε­πο­χής με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Λώ­ρε­νς. Λε­σβία η Ο’Κη­φ, στους πιο εν­δια­φέ­ρο­ντες πί­να­κές της, ει­κο­νί­ζει με­γε­θυ­μέ­να άν­θη και όρ­γα­να φυ­τών, που ε­πι­δέ­χο­νται συμ­βο­λι­κές ερ­μη­νείες. Με­τα­ξύ άλ­λων, φι­λο­τε­χνεί πί­να­κες με ορ­χι­δέες και ί­ρι­δες, σε­ξουα­λι­κώς τολ­μη­ρούς, με τα άν­θη σύμ­φυ­τα θη­λυ­κά. Ποια ά­ρα­γε α­πό τις τρεις γυ­ναί­κες συ­νερ­γούς στην έκ­δο­ση – συγ­γρα­φέα, εκ­δό­τρια, σχε­διά­στρια ε­ξω­φύλ­λου – εί­χε την ι­δέα να ταυ­τί­σει την «Μαύ­ρη Ίρι­δα» με την «Χυ­δαία ορ­χι­δέ­α»;

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/1/2016.