Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Τσή γκιόστρας το παιγνίδι




Νά­σος Βα­γε­νάς
«Γκιό­στρα
Κεί­με­να κρι­τι­κής δια­μά­χης»
Εκδό­σεις Μι­κρή Άρκτος
Νοέμ­βριος 2012

Ενας ε­πι­τυ­χη­μέ­νος τίτ­λος ως αρ­χή, εί­ναι το ή­μι­συ του πα­ντός. Πό­σω μάλ­λον, ό­ταν πρό­κει­ται για συ­να­γω­γή κει­μέ­νων, που α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται κα­τά κα­νό­να μεμ­ψί­μοι­ρα α­πό κρι­τι­κούς και ε­πι­τρο­πές βρα­βεύ­σεων. Όπως φαί­νε­ται και α­πό τη μορ­φή λήμ­μα­τος που έ­χουν συ­νή­θως οι α­ντί­στοι­χες βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις, τους δυ­σχε­ραί­νει ο α­πο­σπα­σμα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας αυ­τών των βι­βλίων, που α­παι­τεί προ­σε­κτι­κό­τε­ρη α­νά­γνω­ση. Ενώ, ο συ­χνός α­πο­κλει­σμός πα­ρό­μοιων βι­βλίων α­πό τα βρα­βεία δο­κι­μίου γί­νε­ται με αι­τιο­λο­γία την α­νυ­παρ­ξία ι­σχυ­ρού θε­μα­τι­κού ι­στού. Ανε­ξάρ­τη­τα τού κα­τά πό­σο αυ­τή ευ­στα­θεί και δεν α­πο­τε­λεί προ­σχη­μα­τι­κή δι­καιο­λο­γία α­πόρ­ρι­ψης. Αυ­τήν την κα­λή αρ­χή ε­ξα­σφά­λι­σε ο Νά­σος Βα­γε­νάς με τον ι­διαί­τε­ρα ε­πι­τυ­χη­μέ­νο τίτ­λο του και­νού­ριου βι­βλίου του. Εί­ναι ι­διαί­τε­ρα ε­πι­τυ­χη­μέ­νος, α­κρι­βώς για­τί α­να­δει­κνύει το ι­σχυ­ρό ε­νο­ποιό στοι­χείο των κει­μέ­νων. Σύμ­φω­να και με τον υ­πό­τιτ­λο, πρό­κει­ται για “κρι­τι­κές δια­μά­χες” με­τα­ξύ δυο, κά­πο­τε και τριών, συγ­γρα­φέων, που ε­κτυ­λίσ­σο­νται σε σει­ρά δυο ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων δη­μο­σιευ­μά­των. Συ­νο­λι­κά, πα­ρα­κο­λου­θού­με ε­πτά θε­α­μα­τι­κές “γκιό­στρες”, που έ­λα­βαν χώ­ρα ε­ντός της τε­λευ­ταίας δε­κα­ε­τίας, σε πεί­σμα της κρα­τού­σας α­ντί­λη­ψης, που θεω­ρεί ως πλέ­ον α­πο­δο­τι­κή, ά­ρα και εν­δε­δειγ­μέ­νη, συ­μπε­ρι­φο­ρά για πα­νε­πι­στη­μια­κούς αλ­λά και λοι­πούς συγ­γρα­φείς, την α­πο­φυ­γή πα­ρό­μοιων α­ντι­πα­ρα­θέ­σεων. 

Μά­χη του Σαν Ρο­μά­νο

Ο συ­γκε­κρι­μέ­νος τίτ­λος φέ­ρει το πρό­σθε­το πλε­ο­νέ­κτη­μα της πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τας του με­τα­φο­ρι­κού λό­γου, που συ­μπλη­ρώ­νε­ται με την ει­κό­να του ε­ξω­φύλ­λου. Κα­τά κα­νό­να, οι συγ­γρα­φείς πα­ρα­με­λούν τη μα­κέ­τα ε­ξω­φύλ­λου, α­φή­νο­ντας τη φρο­ντί­δα της στον εκ­δό­τη. Εδώ, ει­κο­νο­ποιεί, κα­τά μο­να­δι­κό τρό­πο, τον τίτ­λο. Πρό­κει­ται για το με­σαίο τμή­μα α­πό το ζω­γρα­φι­κό τρί­πτυ­χο του Φλω­ρε­ντί­νου Πά­ο­λο Ου­τσέ­λο, «Μά­χη του Σαν Ρο­μά­νο». Το τρί­πτυ­χο α­πα­θα­να­τί­ζει την α­να­μέ­τρη­ση Φλω­ρε­ντί­νων και Σιε­νέ­ζων στη μά­χη του 1432 και το θρίαμ­βο των πρώ­των, που σή­μα­νε την ά­νο­δο της δυ­να­στείας των Με­δί­κων. Το πρώ­το τμή­μα δεί­χνει τον αρ­χη­γό των Φλω­ρε­ντί­νων με το στρά­τευ­μά του να προ­σέρ­χε­ται στην α­να­μέ­τρη­ση, το τρί­το α­πει­κο­νί­ζει τον σύμ­μα­χό του, τον ο­ποίο εί­χε ε­σπευ­σμέ­νως κα­λέ­σει σε βοή­θεια, αλ­λά ε­κεί­νος έ­φτα­σε με κα­θυ­στέ­ρη­ση στο τέ­λος της μά­χης, ε­νώ το με­σαίο ε­στιά­ζει στο γκρέ­μι­σμα α­πό το ά­λο­γο του αρ­χη­γού των Σιε­νέ­ζων, δεί­χνο­ντας μό­νο το μα­κρύ δό­ρυ του νι­κη­τή. Δείγ­μα πρώι­μης α­να­γεν­νη­σια­κής τέ­χνης το τρί­πτυ­χο, χρο­νο­λο­γη­μέ­νο πε­ρί το 1438, δί­νει στη μά­χη το χα­ρα­κτή­ρα α­γω­νί­σμα­τος. Ιδίως το με­σαίο που ε­πι­λέ­γε­ται ως ε­ξώ­φυλ­λο, με τον πε­σμέ­νο ιπ­πέα και σε πρώ­το πλά­νο τα α­κό­ντια, θυ­μί­ζει σκή­νη α­πό ι­σχυ­ρό κο­ντα­ρο­χτύ­πη­μα. 

Απώ­λεια γοή­τρου

Για αιώ­νες, η γκιό­στρα συ­νι­στού­σε έ­ναν ι­διαί­τε­ρο τύ­πο κο­ντα­ρο­μα­χίας. Η σύ­γκρου­ση των δυο έ­φιπ­πων α­ντι­πά­λων α­ντι­στοι­χεί θαυ­μά­σια  στην δια της γρα­φί­δας α­ντι­πα­ρά­θε­ση. Μα­κράν των χει­ρο­δι­κιών, με τις ο­ποίες εκ­φρά­ζουν κα­μιά φο­ρά τη δυ­σα­ρέ­σκειά τους οι συγ­γρα­φείς α­πέ­να­ντι στους κρι­τι­κούς. Άλλω­στε, η γκιό­στρα στά­θη­κε α­νέ­κα­θεν α­γώ­νι­σμα των ευ­γε­νών. Και πράγ­μα­τι, στις τέσ­σε­ρις “γκιό­στρες” του βι­βλίου, κο­ντα­ρο­χτυ­πιού­νται πα­νε­πι­στη­μια­κοί, η­με­δα­ποί ή και της αλ­λο­δα­πής, που ση­μαί­νει αν­θρώ­ποι α­πό την άρ­χου­σα πνευ­μα­τι­κή τά­ξη.  Αλλά και στις τρεις, που ο πα­νε­πι­στη­μια­κός συγ­γρα­φέ­ας δεν μά­χε­ται α­πό­ψεις και θέ­σεις συ­να­δέλ­φων του, οι α­ντί­πα­λοι δια­θέ­τουν ε­παρ­κείς τίτ­λους ευ­γε­νείας, κυ­ρίως στον ε­πί­μα­χο χώ­ρο της κρι­τι­κής. 
Ένα άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του εν λό­γω ιπ­πι­κού α­γω­νί­σμα­τος, με βα­ρύ­νου­σα με­τα­φο­ρι­κή ση­μα­σία, εί­ναι ο ε­πι­διω­κό­με­νος στό­χος. Δεν α­πο­σκο­πεί στον τραυ­μα­τι­σμό του α­ντι­πά­λου ού­τε στη θα­νά­τω­σή του, πα­ρά μό­νο στο κρή­μνι­σμά του α­πό το ά­λο­γο, που αλ­λη­γο­ρι­κά θα μπο­ρού­σε να υ­παι­νίσ­σε­ται την α­πώ­λεια του γοή­τρου της αυ­θε­ντίας. Εξ ου το ά­νευ αιχ­μής δό­ρυ, που βρί­σκει το ι­σο­δύ­να­μό του σε μια γρα­φί­δα χω­ρίς ε­μπά­θεια και κα­κο­βου­λία. Μό­νη ε­ξαί­ρε­ση η τε­λευ­ταία “γκιό­στρα”, ό­που ο α­ντί­πα­λος, ερ­χό­με­νος α­πό τη Θεσ­σα­λία και Αφέ­ντης του Ανα­λά­του, δεν φαί­νε­ται να σέ­βε­ται τους ιπ­πο­τι­κούς κα­νό­νες και προ­κα­λεί με αιχ­μές λι­βε­λο­γρα­φίας τον Άρχο­ντα α­πό τη Μα­κε­δο­νία. Γι’ αυ­τό και ε­κεί­νος α­ντε­πι­τί­θε­ται και “ω­σάν τον εί­δεν α­νοι­κτό στής κε­φα­λής τα μέ­ρη,/ και μπή­χνει του ό­λο το σπα­θί εις το λαι­μό α­πο­κά­τω”. 
Οι στί­χοι εί­ναι α­πό τη γκιό­στρα με “α­φέ­ντες και αρ­χο­ντό­που­λα” του «Ερω­τό­κρι­του», ό­πως και το δί­στι­χο, που ε­πι­λέ­γε­ται ως μό­το του βι­βλίου. Σε ε­κεί­νο, ο Βι­τσέ­ντζος Κορ­νά­ρος α­πο­κα­λεί παι­χνί­δι τη γκιό­στρα, που κα­τα­λαμ­βά­νει ο­λό­κλη­ρο το δεύ­τε­ρο μέ­ρος του πε­ντα­με­ρούς έμ­με­τρου ε­ρω­τι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Απο­τε­λεί και αυ­τή έ­ναν α­πό τους τολ­μη­ρούς α­να­χρο­νι­σμούς του ποιη­τή. Την έ­φε­ραν α­πό τη φρα­γκι­κή Δύ­ση οι Σταυ­ρο­φό­ροι, την υιο­θέ­τη­σαν και την ο­νό­μα­σαν τζιού­στρα οι Ρω­μαίοι της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, την δια­τή­ρη­σαν σαν ε­ορ­τα­στι­κή τε­λε­τουρ­γία οι Κερ­κυ­ραίοι κα­τά τη βε­νε­τι­κή κυ­ριαρ­χία. Η αι­μα­τη­ρή “giostre a outrance” με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε “giostre a plaisance”, με το­νι­σμέ­να τα θε­α­τρι­κά στοι­χεία προς τέρ­ψη ε­νός φι­λο­θεά­μο­νος κοι­νού. 
Αυ­τό, α­κρι­βώς, κα­τορ­θώ­νει και η εκ­δο­χή της “γκιό­στρας” ως α­νά­γνω­σμα, που προ­τεί­νει ο Βα­γε­νάς. Μπο­ρεί στις “γκιό­στρες” της γρα­φί­δας να μην προ­βλέ­πε­ται ως έ­πα­θλο νύ­φη α­πό αρ­χο­ντι­κή γε­νιά ού­τε καν πο­λυ­ποί­κιλ­τος στέ­φα­νος, ω­στό­σο, στον πνευ­μα­τι­κό στί­βο η υ­πε­ρί­σχυ­ση μιας πρό­τα­σης σε έ­να θε­μα­τι­κό πε­δίο α­πο­τε­λεί υ­ψη­λή ε­πι­βρά­βευ­ση. Ανε­ξάρ­τη­τα αν η νί­κη σπα­νίως α­να­γνω­ρί­ζε­ται α­πό τον α­ντί­πα­λο, ό­πως γί­νε­ται στις ιπ­πο­τι­κές α­να­με­τρή­σεις. Εξάλ­λου ου­δέ­πο­τε στα ελ­λη­νι­κά πράγ­μα­τα υ­πήρ­ξε πα­ρά­δο­ση δια­λό­γου. Με άλ­λα λό­για, α­που­σιά­ζει η ι­διαί­τε­ρη α­γω­γή α­λη­θι­νού δια­λό­γου ή, σω­στό­τε­ρα, ο διά­λο­γος εί­ναι τέ­χνη, την ο­ποία α­γνοού­με, ε­νώ, κα­τά τα άλ­λα, φε­ρό­μα­στε πρώ­τοι κλη­ρο­νό­μοι των πλα­τω­νι­κών δια­λό­γων. Έτσι, η α­πο­νο­μή ή ό­χι του κο­τί­νου α­πο­μέ­νει στον α­να­γνώ­στη.

Ο Άρχο­ντας α­πό τη Μα­κε­δο­νία

Στις “γκιό­στρες” του βι­βλίου, πα­ρό­τι ο Άρχο­ντας α­πό τη Μα­κε­δο­νία φαί­νε­ται να δια­θέ­τει ό­λες τις πο­λε­μι­κές α­ρε­τές, κα­νέ­να κο­ντα­ρο­χτύ­πη­μα δεν κρί­νε­ται ο­ρι­στι­κά. Ας ό­ψε­ται ο ε­ξο­πλι­σμός των έ­φιπ­πων α­ντι­πά­λων του, που προ­βλέ­πει, ε­κτός α­πό το στο­μω­μέ­νο δό­ρυ, βα­ριά πα­νο­πλία.  Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι οι νι­κη­μέ­νοι φέ­ρουν σαν βα­ριά πα­νο­πλία την πε­ρισ­σή αυ­το­πε­ποί­θη­σή τους, χά­ρις στην ο­ποία, ό­χι μό­νο προ­φυ­λάσ­σο­νται α­πό τραυ­μα­τι­σμούς, αλ­λά και ε­πα­νέρ­χο­νται δρι­μύ­τε­ροι. Ακό­μη και σε μια “γκιό­στρα”, τό­σο πε­ρί­τε­χνή ώ­στε η α­φή­γη­σή της να κα­τα­λαμ­βά­νει σχε­δόν το έ­να τρί­το των σε­λί­δων του βι­βλίου, ε­κεί που ό­λα δεί­χνουν ό­τι ο Άρχο­ντας νι­κά­ει κα­τά κρά­τος, κα­θώς ο α­ντί­πα­λος, που έρ­χε­ται α­πό την Ήπει­ρο και α­φε­ντεύει στην γη­ραιά Αλβιώ­να, εί­ναι έ­τοι­μος να κα­τα­κρη­μνι­σθεί, εμ­φα­νί­ζε­ται δεύ­τε­ρος α­ντί­πα­λος, Αφέ­ντης της Κρή­της αυ­τός, που σπεύ­δει να τον συν­δρά­μει, χω­ρίς κα­λά κα­λά να προ­λά­βει να φο­ρέ­σει την αρ­μα­τω­σιά του. Όπως, δη­λα­δή, συμ­βαί­νει στο τρί­πτυ­χο του Φλω­ρε­ντί­νου ζω­γρά­φου. Μό­νο που ε­δώ, ο ερ­χό­με­νος με κα­θυ­στέ­ρη­ση Άρχο­ντας θεω­ρεί πως η μά­χη δεν έ­χει κρι­θεί και την ξε­κι­νά­ει εκ νέ­ου, σαν έ­να δεύ­τε­ρο γύ­ρο.
Ο α­να­γνώ­στης, ό­λες τις γκιό­στρες, α­πό του «Ερω­τό­κρι­του» μέ­χρι τις ε­πτά του βι­βλίου, τις πα­ρα­κο­λου­θεί μέ­σα α­πό το λό­γο των ποιη­τώ­ν-α­φη­γη­τών. Στην πε­ρί­πτω­ση του βι­βλίου, χρειά­ζε­ται να δεί­ξει ε­μπι­στο­σύ­νη στον α­φη­γη­τή, κα­θώς δη­μο­σιεύο­νται τα κεί­με­να της μιας μό­νο πλευ­ράς. Στην πύ­κνω­ση του α­ντί­πα­λου λό­γου, δο­κι­μά­ζε­ται η δε­ξιό­τη­τα κα­θώς και η ε­ντι­μό­τη­τα του ποιη­τή-α­φη­γη­τή. Ο Βα­γε­νάς α­πο­φεύ­γει την πε­ρι­λη­πτι­κή α­πό­δο­ση, κα­θώς γνω­ρί­ζει ό­τι η ε­πι­λο­γή α­πό τον α­ντί­πα­λο μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης λέ­ξης συ­χνά φω­τί­ζει υ­πεκ­φυ­γές και λαν­θά­νου­σες προ­θέ­σεις. Γι’ αυ­τό πα­ρα­θέ­τει αυ­τού­σια τα κομ­βι­κά και ε­πί­μα­χα α­πο­σπά­σμα­τα, τα ο­ποία γε­φυ­ρώ­νει με συ­νό­ψεις των εν­διά­με­σων πε­ρι­κο­πών. Έλεγ­χος των πρω­τό­τυ­πων κει­μέ­νων στις προ­σι­τές σε ε­μάς πη­γές δεί­χνει ό­τι κα­τορ­θώ­νει να τα με­τα­φέ­ρει χω­ρίς πα­ρα­να­γνώ­σεις και πα­ρα­φρά­σεις. Ενώ, πα­ράλ­λη­λα, δια­τη­ρεί στο α­κέ­ραιο την α­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα του λό­γου, α­πο­φεύ­γο­ντας τους σχο­λα­στι­κι­σμούς.

Ζη­τού­με­νο οι α­παρ­χές

Μια γκιό­στρα, ό­πως ε­κεί­νη του «Ερω­τό­κρι­του», μπο­ρεί να διορ­γα­νώ­νε­ται για να δια­σκε­δά­σει η κό­ρη του Ρή­γα, α­ντι­θέ­τως μια “κρι­τι­κή δια­μά­χη” αν­τλεί, πρω­τί­στως, το εν­δια­φέ­ρον της, κα­θώς και τα κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της, έ­κτα­ση και έ­ντα­ση, α­πό το θέ­μα της. Οι ε­πτά “κρι­τι­κές δια­μά­χες” του βι­βλίου ε­πα­νέρ­χο­νται σε βα­σι­κά προ­βλή­μα­τα της νε­ο­ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας, τα ο­ποία ο Βα­γε­νάς πο­λιορ­κεί συ­στη­μα­τι­κά ε­δώ και χρό­νια. Αυ­τές δεν πα­ρα­τάσ­σο­νται σύμ­φω­να με την ι­στο­ρι­κή ε­παλ­λη­λία, ε­κτός α­πό τις δυο πρώ­τες, που πα­ρα­κο­λου­θούν τη ροή των αρ­χι­κών κε­φα­λαίων της Ιστο­ρίας της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας. 
      Σε κεί­με­νο προ­γε­νέ­στε­ρου βι­βλίου του, ο Βα­γε­νάς πα­ρα­τη­ρεί, ό­τι το σπου­δαιό­τε­ρο ι­στο­ριο­γρα­φι­κό πρό­βλη­μα της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας εί­ναι ο κα­θο­ρι­σμός των α­παρ­χών της. Εκεί συ­νο­ψί­ζει τις ε­ναρ­κτή­ριες χρο­νο­λο­γίες, που υιο­θε­τούν οι Ιστο­ρίες, για να ε­πι­κε­ντρω­θεί σε έ­να Συ­νέ­δριο του 1991, που εί­χε αυ­τό το θέ­μα ως κύ­ριο ζη­τού­με­νο. Το γε­νι­κό­τε­ρα α­πο­δε­κτό συ­μπέ­ρα­σμα ε­κεί­νου του Συ­νε­δρίου ή­ταν ό­τι, για να ε­κλη­φθεί έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο ως ση­μείο εκ­κί­νη­σης, δεν αρ­κεί το κρι­τή­ριο της γλώσ­σας, αλ­λά α­παι­τού­νται πρό­σθε­τα στοι­χεία, που να δεί­χνουν πως ο συγ­γρα­φέ­ας του διέ­θε­τε ελ­λη­νι­κή συ­νεί­δη­ση. Για έ­να α­πό αυ­τά τα στοι­χεία εί­χε κά­νει α­πό νω­ρίς λό­γο ο Κ. Θ. Δη­μα­ράς. Αφο­ρά τη σχέ­ση κά­θε ε­πο­χής με τους Έλλη­νες των αρ­χαίων χρό­νων. Στη μέ­ση και ύ­στε­ρη βυ­ζα­ντι­νή πε­ρίο­δο, πα­ρά τη γλωσ­σι­κή συγ­γέ­νεια, δεν τους θεω­ρού­σαν προ­γό­νους τους, σε α­ντί­θε­ση με τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους Γραι­κούς. Σε αυ­τό το θέ­μα ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται η πρώ­τη “γκιό­στρα”, σε δυο γύ­ρους, με α­ντί­πα­λο πα­νε­πι­στη­μια­κό, που α­φε­ντεύει στη Γερ­μα­νία και ο ο­ποίος ξε­κι­νά­ει την ε­πί­θε­ση. 
Εκμε­ταλ­λευό­με­νος ο προ­κλη­θείς κε­νά στην ε­νη­μέ­ρω­ση του α­ντι­πά­λου, αλ­λά και συ­γκε­κρι­μέ­νες πα­ρα­να­γνώ­σεις του, τις ο­ποίες λε­πτο­με­ρώς α­να­λύει, βρί­σκει την ευ­και­ρία να κά­νει πο­λύ­πλευ­ρη ε­πι­σκό­πη­ση του θέ­μα­τος. Τα δυο συ­νε­χό­με­να κεί­με­να θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν το πρώ­το κε­φά­λαιο σε μια Ιστο­ρία Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας, η ο­ποία, μά­λι­στα, θα α­ντα­πο­κρι­νό­ταν στο αί­τη­μα των ι­στο­ριο­γρά­φων για μια δια­φο­ρε­τι­κή Ιστο­ρία νε­ο­τε­ρι­κής μορ­φής. Ού­τε ε­νιαία α­φή­γη­ση, ού­τε συλ­λο­γι­κή λημ­μα­το­γρά­φη­ση, αλ­λά υ­βρι­δι­κής μορ­φής, με τις α­ρε­τές αμ­φο­τέ­ρων και πρό­σθε­το α­τού την α­να­γνω­σι­μό­τη­τα, χά­ρις στο νεύ­ρο, μάλ­λον τον οί­στρο, που δια­θέ­τει μια “γκιό­στρα”. Μέ­νου­με με την α­πο­ρία, κα­τά πό­σο ο Βα­γε­νάς συ­νει­δη­το­ποιεί αυ­τήν την πλευ­ρά του εν προό­δω δη­μο­σιευ­μέ­νου έρ­γου του. Όπως και να έ­χει, αυ­τός ο πρώ­τος α­ντιρ­ρη­τι­κός λό­γος συμ­βάλ­λει στην α­νά­δει­ξη της πα­λαιό­τε­ρης πρό­τα­σής του για έ­ναν πρώ­το ποιη­τή, που να εί­ναι και ελ­λη­νό­γλωσ­σος και με ελ­λη­νι­κή συ­νεί­δη­ση και ο ο­ποίος α­να­ζη­τεί­ται στη μα­κρά χρο­νι­κή πε­ρίο­δο α­πό τον 11ο αι. μέ­χρι και τα μέ­σα του 17ου. 

Ξαρ­μά­τω­τος Αφέ­ντης

Η δεύ­τε­ρη “γκιό­στρα”, η θε­α­μα­τι­κό­τε­ρη, ε­κτυ­λίσ­σε­ται σε τρεις γύ­ρους και με δυο α­ντι­πά­λους. Τα τρία συ­νε­χό­με­να κεί­με­να του βι­βλίου θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν έ­να δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο της Ιστο­ρίας Βα­γε­νά, που θα α­φο­ρού­σε την πε­ζο­γρα­φία της πρώ­της πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας του νε­ο­ελ­λη­νι­κού κρά­τους, 1830-1880, εκ­κι­νώ­ντας α­πό τα Επτά­νη­σα. Θέ­μα ι­διαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρον, που πα­ρα­μέ­νει α­νοι­χτό προς πε­ραι­τέ­ρω διε­ρεύ­νη­ση, κα­θώς η πε­ζο­γρα­φι­κή πα­ρα­γω­γή, πρω­τό­τυ­πη και με­τα­φρα­σμέ­νη, στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της ε­ξα­κο­λου­θεί να λαν­θά­νει σε ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά. Γνω­ρί­ζου­με μό­νο ό­σα διέ­σω­σαν οι αι­σθη­τι­κές προ­τι­μή­σεις των συγ­χρό­νων των συγ­γρα­φέων ή έ­στω, ε­κεί­νες των δυο τριών ε­πό­με­νων γε­νιών. Με­μο­νω­μέ­να ευ­ρή­μα­τα, ω­στό­σο, δεί­χνουν το αυ­το­νό­η­το, δη­λα­δή το πό­σο αυ­τές οι α­ξιο­λο­γή­σεις α­πέ­χουν α­πό τις ση­με­ρι­νές. Γι’ αυ­τό και εί­ναι με­γά­λη η α­πο­ρία του φι­λο­θεά­μο­νος κοι­νού, ό­ταν αιφ­νι­δια­στι­κά ει­σβάλ­λει στον τρί­το γύ­ρο, ό­πως ή­δη α­να­φέ­ρα­με, ο Αφέ­ντης της Κρή­της και ρί­χνει το γά­ντι. 
Με τον αέ­ρα του πα­λαί­μα­χου, α­ντι­πα­ρέρ­χε­ται την αι­τία των δια­ξι­φι­σμών, που ή­ταν η πο­σό­τη­τα ε­κεί­νης της πρώ­της σο­δειάς μυ­θο­πλα­στι­κών πε­ζών, και ο­ρί­ζει ως ζη­τού­με­νο την ποιό­τη­τα των έρ­γων. Στη συ­νέ­χεια, προ­κα­λεί με το ρη­το­ρι­κό ε­ρώ­τη­μα: «Την αι­σθη­τι­κή ή τη στα­τι­στι­κή θα ε­πι­λέ­ξου­με;» Ξέ­θαρ­ρος δεν δι­στά­ζει να α­πο­κα­λύ­ψει πως ήρ­θε ξαρ­μά­τω­τος: «Δη­λώ­νω α­πό την αρ­χή ό­τι, έ­ξω α­πό δύο-τρεις ε­ξαι­ρέ­σεις, τα βι­βλία αυ­τά δεν έ­χουν πε­ρά­σει α­πό τα χέ­ριά μου» Αυ­τός έ­νας πε­πει­ρα­μέ­νος σε πα­ρό­μοια ζη­τή­μα­τα, πώς μπο­ρεί να πα­ρα­βλέ­πει ό­τι η στα­τι­στι­κή δεν ι­σχύει για τα έρ­γα της τέ­χνης και κυ­ρίως, ό­τι η αι­σθη­τι­κή εί­ναι στε­νή συ­νάρ­τη­ση του χρό­νου, αλ­λά και ό­τι αυ­τή έρ­χε­ται πά­ντα ως ύ­στε­ρο στοι­χείο.

Πα­ρά­πλευ­ρες α­πώ­λειες

Μέ­νουν πέ­ντε “γκιό­στρες”. Σε ι­στο­ρι­κή ε­παλ­λη­λία, τρί­τη το­πο­θε­τεί­ται ε­κεί­νη γύ­ρω α­πό τον Κάλ­βο και έ­πο­νται οι “κρι­τι­κές δια­μά­χες” για τον Κα­ρυω­τά­κη και τον Σε­φέ­ρη. Τα κεί­με­να του Βα­γε­νά ε­πι­μέ­νουν στα κοι­νώς πα­ρα­δε­δεγ­μέ­να, σε μια προ­σπά­θεια να ξε­κα­θα­ρι­στεί το το­πίο α­πό πα­ρα­να­γνώ­σεις και αίο­λες ερ­μη­νείες. Ιδιαί­τε­ρα στην πε­ρί­πτω­ση του Σε­φέ­ρη, ό­που τί­θε­ται προς συ­ζή­τη­ση α­πό τον α­ντί­πα­λο α­κό­μη και η συγ­γρα­φι­κή του ε­ντι­μό­τη­τα. Ού­τε λί­γο ού­τε πο­λύ, κα­τη­γο­ρεί­ται για λο­γο­κλο­πή α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη και μά­λι­στα, α­πό κρι­τι­κό ξέ­νης λο­γο­τε­χνίας, που κα­τέ­χει ά­ρι­στα τα της δια­κει­με­νι­κό­τη­τας. Αλλά ο Σε­φέ­ρης βρί­σκε­ται στις πα­ρά­πλευ­ρες α­πώ­λειες και της “γκιό­στρας” πε­ρί τον Κα­ρυω­τά­κη. Ακό­μη και ο Άρχο­ντας α­πό τη Μα­κε­δο­νία, με ε­πι­κε­ντρω­μέ­νη την προ­σο­χή του στους α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρους για την ά­μυ­νά του δια­ξι­φι­σμούς, ε­ξα­να­γκά­ζε­ται να “α­πα­ριθ­μή­σει τα ψε­γά­δια, που εί­χε πα­λαιό­τε­ρα ε­πι­ση­μά­νει στο έρ­γο του Σε­φέ­ρη”. Κι ό­μως, α­πό τό­τε που τα α­νέ­λυ­σε έ­χουν πα­ρέλ­θει τρεις και πλέ­ον δε­κα­ε­τίες. Ένας “σε­φε­ρο­λά­τρης” α­να­γνώ­στης, ό­πως ε­μείς κα­λή ώ­ρα, που δεν έ­χου­με πρό­βλη­μα να το α­πο­δε­χτού­με, θα πρό­τει­νε ε­πα­νε­ξέ­τα­ση, ι­δίως ε­κεί­νης της προ ει­κο­σα­ε­τίας με­λέ­της για τις αι­τίες α­πο­τυ­χίας του πρώ­του σε­φε­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.  Έχει, άλ­λω­στε, ως α­βά­ντα την ε­λα­στι­κό­τη­τα που προ­σφέ­ρουν  τα με­τα­νεω­τε­ρι­κά κρι­τή­ρια. 
Στις πα­ρά­πλευ­ρες α­πώ­λειες της ί­διας “γκιό­στρας” βρί­σκε­ται και ο Γιώρ­γος Κα­τσί­μπα­λης. Μέ­χρι και ο Άρχο­ντας, συμ­με­ρι­ζό­με­νος α­πό­ψεις νεό­τε­ρων, του κα­τα­φέρ­νει ξι­φι­σμό. Πό­σο, ό­μως, κα­λά γνω­ρί­ζου­με το τι πρό­σφε­ρε στην γε­νιά του ’30, ό­ταν το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της συ­χνά σο­φής στή­ρι­ξής του φαί­νε­ται ό­τι διο­χε­τεύ­τη­κε στις κου­βέ­ντες του με τους κύ­ριους εκ­προ­σώ­πους της; Ποιος α­να­ζή­τη­σε τα λι­γο­στά γρα­πτά του; Ακό­μη μέ­χρι πρό­σφα­τα δεν εί­χε ταυ­το­ποιη­θεί ως δι­κό του το ψευ­δώ­νυ­μο Βου­γάς. Με τα ση­με­ρι­νά ι­σχύο­ντα μέ­σα και σταθ­μά προ­βο­λής και χρη­σι­μο­θη­ρίας, μάλ­λον α­δυ­να­τού­με να συλ­λά­βου­με μια φυ­σιο­γνω­μία ό­πως ε­κεί­νη του Κο­λοσ­σού του Μα­ρου­σιού. Του­λά­χι­στον, λοι­πόν, ας υ­πάρ­χει το πε­ρι­θώ­ριο της αμ­φι­βο­λίας.

Ο Κα­ρα­μα­νί­της

Αφή­σα­με για το τέ­λος δυο “γκιό­στρες”, στις ο­ποίες ο Άρχο­ντας α­πό τη Μα­κε­δο­νία θα έ­πρε­πε, κα­τά τη γνώ­μη μας, να μην ε­μπλα­κεί. Δεν α­πο­δέ­χε­σαι κο­ντα­ρο­χτύ­πη­μα με α­ντι­πά­λους που δεν τη­ρούν τους κα­νό­νες ιπ­πο­σύ­νης. Ο έ­νας δεν σέ­βε­ται ού­τε τον πλέ­ον στοι­χειώ­δη, που ο­ρί­ζει ό­τι δεν ε­πι­τί­θε­σαι σε κά­ποιον α­ναί­τια, ε­πει­δή, λ.χ., δεν σου α­ρέ­σει το πα­ρου­σια­στι­κό του. Κα­τ’ α­να­λο­γία, πο­τέ έ­νας κρι­τι­κός δεν α­πο­φαί­νε­ται για βι­βλίο, που δεν έ­χει δια­βά­σει, ε­πει­δή δεν ε­γκρί­νει την η­θι­κή στά­ση του συγ­γρα­φέα του. Ανα­φε­ρό­μα­στε στην “γκιό­στρα”, που γί­νε­ται για το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ρέ­ας Γα­λα­νά­κη, «Αμί­λη­τα, βα­θιά νε­ρά», το ο­ποίο α­πε­ρί­σκε­πτος Αφέ­ντης χα­ρα­κτή­ρι­σε “χυ­δαίο βιο­γρα­φι­σμό”. Το “χυ­δαίος” σε α­ντι­δια­στο­λή προς το σκέ­το βιο­γρα­φι­σμό, ο ο­ποίος, ό­πως α­να­πτύσ­σει, μπο­ρεί να δι­καιο­λο­γη­θεί, λ.χ., στην πε­ρί­πτω­ση που ο συγ­γρα­φέ­ας κά­νει “λο­γο­τε­χνι­κή συ­μπύ­κνω­ση ε­νός α­να­γνω­ρί­σι­μου προ­σώ­που” προς ε­πί­τευ­ξη συ­γκε­κρι­μέ­νου στό­χου. Εδώ, φέρ­νει ως πα­ρά­δειγ­μα τον Τσίρ­κα, που εί­χε ως μέ­λη­μα την πο­λι­τι­κή κρι­τι­κή. Αλλά και η Γα­λα­νά­κη λο­γο­τε­χνι­κή συ­μπύ­κνω­ση κά­νει υ­παρ­κτών προ­σώ­πων, προς α­νά­δει­ξη του δί­πτυ­χου πά­θος-πέν­θος, ό­πως το βίω­νε το ε­ρω­τευ­μέ­νο ζεύ­γος πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών. Πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι ού­τε Γα­λα­νά­κη ού­τε και Τσίρ­κα έ­χει δια­βά­σει ο Αφέ­ντης, ει­δάλ­λως θα μπο­ρού­σε να προ­σά­ψει την ί­δια κα­τη­γο­ρία και στον δεύ­τε­ρο, ό­χι μό­νο για το Ανθρω­πά­κι της Τρι­λο­γίας αλ­λά κυ­ρίως για τον ή­ρωα της «Χα­μέ­νης Άνοι­ξης», που α­κούει στο πα­ρω­νύ­μιο Κα­κο­μοί­ρας. 
Στην ε­να­πο­μέ­νου­σα γκιό­στρα, δεν τί­θε­ται καν θέ­μα κα­νό­νων, α­φού ο α­ντί­πα­λος δεν α­νή­κει στις τά­ξεις της ιπ­πο­σύ­νης. Αφε­ντεύει στο Νέο Κό­σμο και πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ο­πα­δός του δόγ­μα­τος του με­τα­μο­ντέρ­νου σχε­τι­κι­σμού. Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, α­πο­τε­λεί ε­πί­βου­λο εχ­θρό, ό­πως ο Κα­ρα­μα­νί­της του «Ερω­τό­κρι­του», μό­νο που αυ­τός δεν εί­ναι εχ­θρός του έ­θνους αλ­λά της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Μια “γκιό­στρα” μα­ζί του μπο­ρεί να έ­χει κα­κό τέ­λος, κα­θώς γκρε­μι­σμέ­νος α­πό το ά­λο­γο θα α­να­φω­νεί: «The giostre is in fact a meta­physical concept». Πού ση­μαί­νει ό­τι μπο­ρεί να κεί­τε­ται κα­τά γης ή και να μην κεί­τε­ται. 
Κα­τά τα άλ­λα, ο Άρχο­ντας α­πό τη Μα­κε­δο­νία δεν θα πρέ­πει να έ­χει αυ­τα­πά­τες. “Τσή γκιό­στρας το παι­γνί­δι” δεν ε­σκό­λα­σε. Και τους ο­κτώ α­ντι­πά­λους του, ι­διαί­τε­ρα αυ­τόν τον Κα­ρα­μα­νί­τη του Νέ­ου Κό­σμου, θα τους ξα­να­συ­να­ντή­σει στα ί­δια ή και πα­ρά­πλευ­ρα πε­δία. Αλλά έ­κα­στος ε­φ’ ω ε­τάχ­θη. Δι­κή του υ­πο­χρέω­ση εί­ναι να ε­λέγ­χει λά­θη πραγ­μα­το­λο­γι­κά και ερ­μη­νευ­τι­κά, να ε­πι­ση­μαί­νει πα­ρα­λεί­ψεις, να δια­λύει βε­βαιό­τη­τες και μύ­θους.   
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/4/2013.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Στης Εστίας το βιβλιοπωλείον Μια μακρά ιστορία με άδοξο τέλος


Η Μάνια Καραϊτίδη
με φόντο
το Βιβλιοπωλείο
της Εστίας,
στη Σόλωνος.









31 Αυ­γού­στου 1885, ο Γεώρ­γιος Σου­ρής, τό­τε 32 ε­τών και σε με­γά­λη στι­χουρ­γι­κή φόρ­μα, έ­γρα­φε στο ε­βδο­μα­διαίο και έμ­με­τρο σα­τι­ρι­κό φύλ­λο του, τον «Ρω­μηό», που ε­ξέ­δι­δε ή­δη ε­πί τριε­τία, τους στί­χους: «Σύ­στα­σις δι’ εν ω­ραίον / Βι­βλιο­πω­λείον νέ­ον. / Όστις α­νά­γκην έ­χει πα­ντο­δα­πών βι­βλίων, / ας τρέ­ξη στης Εστίας το βι­βλιο­πω­λείον, / εις την ο­δόν Στα­δίου, στου Λά­μπρου α­πό κά­τω, / μ’ Ελλη­νι­κά και ξέ­να συγ­γράμ­μα­τα γε­μά­το. / Με­γά­λως συ­νί­στα­ται εις ό­λους πα­ρ’ η­μών, / διό­τι κι ευ­θη­νίαν θα εύ­ρε­τε τι­μών.»
 Στου Λά­μπρου α­πό κά­τω, λοι­πόν, δεν εί­ναι πα­ρά η οι­κία, ε­πί της ο­δού Στα­δίου 32, του κερ­κυ­ραίου, η­πει­ρω­τι­κής κα­τα­γω­γής, αρ­χαιο­λά­τρη και νο­μι­σμα­το­λό­γου Παύ­λου Λά­μπρου, που πέ­θα­νε δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, σε η­λι­κία 67 ε­τών. Στο ί­διο οί­κη­μα λει­τουρ­γού­σε, α­πό το 1860, το κα­τά­στη­μα αρ­χαιο­τή­των του ι­δίου, με ι­διαί­τε­ρο τμή­μα βι­βλίων.
     Όταν ο Σου­ρής α­να­φέ­ρε­ται στην Εστία, δεν εν­νο­εί πλέ­ον τις βι­βλιο­ε­μπο­ρι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες του ε­βδο­μα­διαίου πε­ριο­δι­κού, που κυ­κλο­φο­ρού­σε ή­δη α­πό τις 4 Ιαν. 1876, αρ­χι­κά, με διευ­θυ­ντή τον Παύ­λο Διο­μή­δη και α­πό την 1η Ιαν. 1881, τον Γεώρ­γιο Κασ­δό­νη, αλ­λά το βι­βλιο­πω­λείο που εί­χε την έ­μπνευ­ση να ι­δρύ­σει ο Κασ­δό­νης, με συ­νε­ταί­ρο τον τζιώ­τη Ιωάν­νη Βρε­τό, που α­πο­χώ­ρη­σε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Τό­τε, το Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας εξ α­νά­γκης με­τα­φέρ­θη­κε στην α­πέ­να­ντι γω­νία των ο­δών Στα­δίου και Πε­σματ­ζό­γλου, κα­θώς, στη θέ­ση της οι­κίας Λά­μπρου, ο αρ­χι­τέ­κτο­νας Αλέ­ξαν­δρος Νι­κο­λού­δης θα έ­χτι­ζε έ­να μέ­γα­ρο κα­τα­στη­μά­των, γρα­φείων και κα­τοι­κίας του. Προέ­κυ­ψε ό­ντως μέ­γα­ρο και μία α­πό τις γνω­στό­τε­ρες στοές των Αθη­νών, η Στοά Νι­κο­λού­δη, έ­χο­ντας δι­πλή πρό­σο­ψη και δίο­δο Πα­νε­πι­στη­μίου - Στα­δίου. Εδώ μια λε­πτο­μέ­ρεια: Η Στοά προς την πλευ­ρά της Στα­δίου σχη­μά­τι­ζε δια­κλά­δω­ση με δι­πλή έ­ξο­δο. Το Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας ε­πα­νήλ­θε ε­κεί, στο δε­ξιό σκέ­λος, το 1936.

Πιά­τσα βι­βλιο­πω­λείων

Ενδια­μέ­σως, λό­γω έ­τε­ρης α­γο­ρα­πω­λη­σίας, το Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας α­να­γκά­στη­κε να με­τα­φερ­θεί για δεύ­τε­ρη φο­ρά, α­πό το γω­νια­κό κα­τά­στη­μα στο δι­πλα­νό, Στα­δίου 44, που ή­ταν και η διεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού «Νέα Εστία», ό­ταν πρω­το­εκ­δό­θη­κε τον Απρί­λιο του 1927. Ταυ­τό­χρο­να, δια­τη­ρού­σε κα­τά­στη­μα στην Ιππο­κρά­τους, α­πέ­να­ντι α­πό το ση­με­ρι­νό βι­βλιο­πω­λείο του Πα­πα­δή­μα, ό­που τό­τε ή­ταν το Λη­ξιαρ­χείο. Πό­λος έλ­ξης, πά­ντως, ή­ταν η Στα­δίου. Άλλα βι­βλιο­πω­λεία και εκ­δο­τι­κοί οί­κοι ε­κεί­νης της ε­πο­χής ή­ταν του Μι­χαήλ Σα­λί­βε­ρου, Στα­δίου 14, α­πέ­να­ντι α­πό το ά­γαλ­μα Κο­λο­κο­τρώ­νη, κα­θώς και το πα­λαιό­τε­ρο Βι­βλιο­πω­λείο Σα­λί­βε­ρου, ο Ερμής, που το διηύ­θυ­νε ο α­δελ­φός του, Χρή­στος Σα­λί­βε­ρος. Ακό­μη, το Βι­βλιο­πω­λείο Δη­μή­τρη Δη­μη­τρά­κου, Στα­δίου 4, στο νεό­κτι­στο, εν έ­τει 1931, κτί­ριο του Με­το­χι­κού Τα­μείου Στρα­τού, και α­πό το 1934, στην πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος. Επί­σης, του Σι­δέ­ρη, του Τζά­κα και του Δε­λα­γραμ­μά­τι­κα, του Γεωρ­γίου Βα­σι­λείου, Στα­δίου 42, και, α­πό το 1901, το Βι­βλιο­πω­λείο του Κώ­στα Ελευ­θε­ρου­δά­κη, Στα­δίου και πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος. Το τε­λευ­ταίο, στο Με­σο­πό­λε­μο, α­να­φέ­ρε­ται ως το πιο ε­ντυ­πω­σια­κό. Το πλη­ρέ­στε­ρο, ω­στό­σο, ή­ταν της Εστίας. Και ό­χι μό­νο το πλη­ρέ­στε­ρο, αλ­λά και τό­πος συ­νά­ντη­σης του λο­γο­τε­χνι­κού σι­να­φιού. Από τό­τε, ό­ποιος ή­θε­λε να α­φή­σει για κά­ποιον έ­να βι­βλίο, στο Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας το ε­μπι­στευό­ταν.

Οι Τη­νια­κοί της Εστίας

Αυ­τές ή­ταν οι δια­δο­χι­κές με­τοι­κε­σίες ε­πί της ο­δού Στα­δίου του πρώ­του κα­τα­στή­μα­τος του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας, ε­νώ ο άν­θρω­πος που κρα­τού­σε το πη­δά­λιο της ε­πι­χεί­ρη­σης άλ­λα­ξε τέσ­σε­ρις φο­ρές μέ­σα σε 93 έ­τη, 1885-1978. Δε­κα­πέ­ντε χρό­νια με­τά τα ε­γκαί­νια, που δια­φη­μί­ζει εμ­μέ­τρως ο Σου­ρής, στις 4 Νοε. 1900, πέ­θα­νε α­πό φυ­μα­τίω­ση ο Κασ­δό­νης. Τη διεύ­θυν­ση του Βι­βλιο­πω­λείου α­νέ­λα­βε ο α­νι­ψιός του Ιωάν­νης Δ. Κολ­λά­ρος, τό­τε τριά­ντα ε­τών. Και οι δύο α­πό τον Πύρ­γο της Τή­νου. Τη­νια­κής κα­τα­γω­γής, α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας του, ή­ταν και ο μα­κρο­βιό­τε­ρος υ­πάλ­λη­λος του Βι­βλιο­πω­λείου. Ο Νί­κος Πα­ντε­λά­κης, που, προ δε­κα­ε­τίας, α­φη­γή­θη­κε την ι­στο­ρία του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας. Μιας μορ­φής α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, με τίτ­λο, «Σαν να διά­βα­σα έ­να βι­βλίο». Χά­ρις στις γνω­ρι­μίες της μη­τέ­ρας του, βρέ­θη­κε, μό­λις δε­κά­χρο­νος, υ­πάλ­λη­λος στο βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας, το 1923. Στην Εστία πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι τον Ιαν. του 2001. Τα 90α γε­νέ­θλιά του τα γιόρ­τα­σε στο Βι­βλιο­πω­λείο σε εκ­δή­λω­ση για το βι­βλίο του, ό­που του α­πο­νε­μή­θη­κε τι­μη­τι­κό δί­πλω­μα. Τό­τε, ο Κυ­ριά­κος Ντε­λό­που­λος τον εί­χε χα­ρα­κτη­ρί­σει “προ­η­λεκ­τρο­νι­κή βά­ση δε­δο­μέ­νω­ν”. Πέ­θα­νε στις 20 Απρ. 2008.
Το 2011, το βι­βλίο του Πα­ντε­λά­κη συ­μπλή­ρω­σε η με­λέ­τη της Άννας Κα­ρα­κα­τσού­λη, «Στη χώ­ρα των βι­βλίων. Η εκ­δο­τι­κή ι­στο­ρία του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας 1885-2010». Επί τρο­χά­δην, η γε­νε­α­λο­γία της Εστίας δια­γρά­φε­ται ως ε­ξής: Ο Ιωάν­νης Δ. Κολ­λά­ρος εί­χε έ­να μο­να­χο­παί­δι, την Ευ­τυ­χία. Αρσα­κειά­δα η Ευ­τυ­χία, πα­ντρεύ­τη­κε τον Κων­στα­ντί­νο Σα­ρα­ντό­που­λο, α­ξιω­μα­τι­κό του Πυ­ρο­βο­λι­κού. Δεν α­να­φέ­ρε­ται χρο­νο­λο­γία γά­μου, πά­ντως άρ­χι­σε να ερ­γά­ζε­ται στην Εστία το 1925, συ­μπτω­μα­τι­κά τρια­ντά­χρο­νος, ό­πως και ο πε­θε­ρός του ό­ταν ξε­κί­νη­σε. Λό­γω της συμ­με­το­χής του στο α­ντε­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα Λε­ο­ναρ­δό­που­λου-Γαρ­γα­λί­δη, Οκτ. 1923, εί­χε α­πο­ταχ­θεί με το βαθ­μό του ταγ­μα­τάρ­χη. Επω­μί­στη­κε μέ­ρος α­πό τις ευ­θύ­νες της Εστίας, ε­νώ ο Κολ­λά­ρος κρά­τη­σε τα τυ­πο­τε­χνι­κά. Ο Κολ­λά­ρος πέ­θα­νε το 1956, σε η­λι­κία 86 ε­τών, και μάλ­λον θα εί­χε πο­λύ νω­ρί­τε­ρα α­πο­τρα­βη­χτεί α­πό την ε­πι­χεί­ρη­ση.

Νέα με­τα­κί­νη­ση

Το ζεύ­γος Σα­ρα­ντό­που­λου, ό­πως και το ζεύ­γος Κολ­λά­ρου, α­πέ­κτη­σε έ­να μο­να­χο­παί­δι, την Μα­ρί­να Σα­ρα­ντο­πού­λου, κα­τό­πιν σύ­ζυ­γο του για­τρού Λεω­νί­δα Κα­ραϊτί­δη. Ο Σα­ρα­ντό­που­λος πέ­θα­νε Δεκ. 1972, η Μα­ρί­να, γνω­στή ως Μά­νια, Κα­ραϊτί­δη πή­ρε το πη­δά­λιο σε η­λι­κία 44 ε­τών. Με την α­γο­ρά, το 1977, του Με­γά­ρου Νι­κο­λού­δη α­πό την Τρά­πε­ζα Πί­στεως, το Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας ε­ξα­να­γκά­στη­κε, για άλ­λη μια φο­ρά, σε αλ­λα­γή στέ­γης. Η και­νού­ρια διευ­θύ­ντρια βρέ­θη­κε στα δύ­σκο­λα. Έπρε­πε να ε­πι­λέ­ξει α­νά­με­σα στα σχε­τι­κά μι­κρά δια­θέ­σι­μα κα­τα­στή­μα­τα του κέ­ντρου και τα α­πό­με­ρα αλ­λά ευ­ρύ­χω­ρα προς το Λυ­κα­βητ­τό. Η Κα­ραϊτί­δη βρή­κε έ­να “για­πί” Σό­λω­νος 60, α­νά­με­σα σε Σί­να και Μα­ντζά­ρου. Στη γω­νία της Σί­νας εί­χε ε­γκα­τα­στα­θεί α­πό το 1972 το βι­βλιο­πω­λείο του Μα­νό­λη Μο­σχο­νά «Ενδο­χώ­ρα». Αργό­τε­ρα ήρ­θε και σφη­νώ­θη­κε, α­νά­με­σα σε «Ενδο­χώ­ρα» και Εστία, το πα­λαιο­βι­βλιο­πω­λείο του  Σω­τή­ρη Να­σιώ­τη, με μό­νο υ­πάλ­λη­λο την κό­ρη του. Εκεί­νος κρα­τού­σε πά­ντα το α­χα­νές υ­πό­γειο στην Ηφαί­στου, σω­στή σπη­λιά του Αλί Μπα­μπά για το πα­λαιό βι­βλίο, που έ­κλει­σε τέ­τοια ε­πο­χή πριν τέσ­σε­ρα χρό­νια.
Το βα­σι­κό προ­σόν της α­νε­γει­ρό­με­νης πο­λυ­κα­τοι­κίας ή­ταν ό­τι το με­γά­λο κα­τά­στη­μα του ι­σο­γείου συ­νο­δευό­ταν α­πό έ­να ί­διων δια­στά­σεων υ­πό­γειο. Τα ε­γκαί­νια έ­γι­ναν το 1978. Κρί­μα να μην σώ­ζε­ται ού­τε καν στις φω­το­γρα­φίες η η­με­ρο­μη­νία. Ας την α­να­κα­λύ­ψει στα α­να­μνη­στι­κά της η Μά­νια Κα­ραϊτί­δη, α­φού, έ­τσι κι αλ­λιώς, η ε­πι­λο­γή του κα­τα­στή­μα­τος της Σό­λω­νος κα­τα­γρά­φτη­κε σαν προ­σω­πι­κός της θρίαμ­βος. Κα­τά­φε­ρε, πά­ντως, να με­τα­φέ­ρει την πιά­τσα του βι­βλίου. Μό­λις το 2005, η Στα­δίου πή­ρε και πά­λι κε­φά­λι με το ά­νοιγ­μα του Βι­βλιο­πω­λείου Ια­νός. Ας θυ­μί­σου­με, α­φού το θέ­μα μας εί­ναι το κλεί­σι­μο βι­βλιο­πω­λείων, ό­τι το 1978 ά­νοι­ξε το δι­κό του βι­βλιο­πω­λείο έ­νας άλ­λος Τη­νια­κός, ο Στρα­τής Φι­λιπ­πό­της, βα­φτι­σι­μιός του Κολ­λά­ρου. Εί­χε ξε­κι­νή­σει ως υ­πάλ­λη­λος του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας και διά­λε­ξε για το βι­βλιο­πω­λείο του τη γω­νία Ακα­δη­μίας και Ασκλη­πιού. Από το 1981 με­τα­φέρ­θη­κε Σό­λω­νος 69. Έκλει­σε 2 Φε­βρουα­ρίου 2013.

Η Εστία στα δύο

Το 1998, η Μά­νια Κα­ραϊτί­δη, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας 25 χρό­νια στο τι­μό­νι της Εστίας, α­πο­φά­σι­σε να το ε­γκα­τα­λεί­ψει, καί­τοι μό­λις 70χρο­νη και πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ μά­χι­μη, χά­ρις και στη μα­κρό­χρο­νη ε­μπει­ρία. Το ζεύ­γος Κα­ραϊτί­δη δεν συ­νέ­χι­σε την οι­κο­γε­νεια­κή πα­ρά­δο­ση του ε­νός μο­νά­κρι­βου τέ­κνου. Ευ­τύ­χη­σε να α­πο­κτή­σει δυο. Πρώ­τα, το γιο, το 1951, και τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, την κό­ρη. Ήδη, α­πό το θά­να­το του Σα­ρα­ντό­που­λου, το 1972, ο εγ­γο­νός, με την ε­νη­λι­κίω­σή του, εί­χε πά­ρει το με­ρί­διο ε­κεί­νου. Έτσι, το 1998, η Εστία μοι­ρά­στη­κε στα δυο. Δέ­κα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, εί­χαν δη­μιουρ­γη­θεί δυο ε­ται­ρείες: η εκ­δο­τι­κή και το βι­βλιο­πω­λείο. Άλλο, ό­μως, μια διαί­ρε­ση, που ε­πι­βάλ­λουν λό­γοι νο­μι­κοί και οι­κο­νο­μι­κοί, και άλ­λο ο ου­σια­στι­κός τε­μα­χι­σμός. Στις ο­ρει­νές πε­ριο­χές και στα νη­σιά, τό­τε που η γη ή­ταν πο­λύ­τι­μη, νου­νε­χείς οι αρ­χη­γοί οι­κο­γε­νειών, ά­φη­ναν ο­λό­κλη­ρη την πε­ριου­σία στον πρω­τό­το­κο. Τις κό­ρες τις προί­κι­ζαν, πά­ντως γη σπά­νια μοί­ρα­ζαν. Η Κα­ραϊτί­δη δεν α­κο­λού­θη­σε τους σο­φούς πρό­γο­νους, πα­ρα­γνω­ρί­ζο­ντας ό­τι ο διαι­ρε­μέ­νος κλή­ρος εμ­φα­νί­ζε­ται πιο ευά­λω­τος στις α­ντί­ξο­ες συν­θή­κες. Το 1998, ο Γιάν­νης Κα­ραϊτί­δης πή­ρε την ε­πι­χεί­ρη­ση του  Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας και η Εύα Κα­ραϊτί­δη τον εκ­δο­τι­κό οί­κο, του ο­ποίου την έ­δρα με­τέ­φε­ρε στην ο­δό Ευ­ρι­πί­δου  84. Το Βι­βλιο­πω­λείο της  Εστίας έ­κλει­σε ο­ρι­στι­κά, στις 30 Μαρ. 2013. Συ­μπλη­ρώ­θη­κε μια α­κέ­ραια 35ε­τία για το κα­τά­στη­μα της Σό­λω­νος και κο­ντά 128 έ­τη α­πό το ά­νοιγ­μά του, στις 31 Αυγ. του 1885.
Γρά­φτη­κε στον Τύ­πο, ό­τι η Πο­λι­τεία δεν συ­γκι­νή­θη­κε για το κλεί­σι­μο του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας. Κα­λά η Πο­λι­τεία, αλ­λά η οι­κο­γέ­νεια της Εστίας, η στε­νή εξ αί­μα­τος, δεν θα α­να­με­νό­ταν να φα­νεί αλ­λη­λέγ­γυος! Αλγει­νή ε­ντύ­πω­ση μας προ­κά­λε­σαν οι δη­λώ­σεις της εγ­γο­νής του Κολ­λά­ρου στο Αθη­ναϊκό Πρα­κτο­ρείο Ει­δή­σεω­ν: “Απρό­σκο­πτα θα συ­νε­χί­σουν τη λει­τουρ­γία τους οι εκ­δό­σεις της «Εστίας», που δεν ε­πη­ρεά­ζο­νται κα­τά το πα­ρα­μι­κρό α­πό το κλεί­σι­μο του βι­βλιο­πω­λείου. Οι εκ­δό­σεις της «Εστίας» ε­τοι­μά­ζο­νται να υ­πο­δεχ­θούν στην Ελλά­δα ση­μα­ντι­κούς συγ­γρα­φείς που έ­χουν με­τα­φρά­σει και κυ­κλο­φο­ρούν ή­δη ή πρό­κει­ται να κυ­κλο­φο­ρή­σουν σύ­ντο­μα. Με­τα­ξύ αυ­τών θα εί­ναι ο Μάρ­τιν Βάλ­ζε­ρ, κο­ρυ­φαίο ό­νο­μα της σύγ­χρο­νης γερ­μα­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας, και ο πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος α­με­ρι­κα­νός μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος Ρί­τσαρ­ντ Πά­ουε­ρς... Ο ο­μώ­νυ­μος εκ­δο­τι­κός οί­κος συ­νε­χί­ζει α­κά­θε­κτος προς τα 130 έ­τη”.
Αυ­τά δή­λω­σε η Εύα Κα­ραϊτί­δη, εκ­δό­τρια της «Εστίας», με α­φορ­μή το κλεί­σι­μο του βι­βλιο­πω­λείου της «Εστίας» το πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το, συ­μπλη­ρώ­νει ο δη­μο­σιο­γρά­φος. Ει­ρω­νεία της τύ­χης, οι εκ­δό­σεις δεν φέ­ρουν την ο­νο­μα­σία της «Εστίας» αλ­λά...  «Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας».

Υπο­τί­μη­ση ή λά­θος ε­κτί­μη­ση

Για ό­λα φταίει η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση και οι χα­λε­ποί και­ροί, ό­πως λέ­νε. Τα αί­τια, ό­μως, εί­ναι συ­νή­θως πολ­λα­πλά και κά­ποια ε­ρω­τή­μα­τα μέ­νουν. Πώς θα δια­μορ­φω­νό­ταν η κα­τά­στα­ση εάν η Μά­νια Κα­ραϊτί­δη δεν α­πο­χω­ρού­σε και αν η Εστία δεν κο­βό­ταν στα δυο και μά­λι­στα, κα­τά τό­σο α­πό­λυ­το τρό­πο; Σύμ­φω­να με τον Κω­στή Κα­να­ρά­κη, τον τε­λευ­ταίο διευ­θυ­ντή του βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας: “Και­ρό τώ­ρα, το κα­τά­στη­μα της ο­δού Σό­λω­νος εί­χε πά­ψει να εί­ναι προ­νο­μια­κό ση­μείο πώ­λη­σης των εκ­δό­σεων που γί­νο­νταν α­πό το εκ­δο­τι­κό στρα­τη­γείο της ο­δού Ευ­ρι­πί­δου. Από το 2010, μά­λι­στα, δεν γι­νό­ταν καν πί­στω­ση, η προ­μή­θεια των εκ­δό­σεων της «Εστίας» γι­νό­ταν πλέ­ον τοις με­τρη­τοίς”.
Όπως φαί­νε­ται, οι κλη­ρο­νό­μοι υ­πο­τι­μούν ή δεν ε­κτι­μούν σω­στά τα α­τού της Εστίας και, κυ­ρίως, το κοι­νό της. Το δεί­χνουν οι δη­λώ­σεις της εκ­δό­τριας που ε­τοι­μά­ζε­ται να υ­πο­δεχ­θεί τα με­γά­λα ο­νό­μα­τα της ξέ­νης λο­γο­τε­χνίας. Μό­νο που τον πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νο α­με­ρι­κα­νό μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο τον λαν­σά­ρει κα­λύ­τε­ρα έ­νας Κα­στα­νιώ­της για πα­ρά­δειγ­μα. Άλλα εί­ναι τα δι­κά της “με­τε­ρί­ζια”, που θα της έ­λε­γε και ο Αλέ­ξης Τσί­πρας, ο μό­νος πο­λι­τι­κός αρ­χη­γός, που ε­ξέ­φρα­σε τη θλί­ψη του για το κλεί­σι­μο του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας.
Επί­σης, οι διευ­θύ­νο­ντες του Βι­βλιο­πω­λείου, με την κά­θο­δο των “βι­βλιο­πω­λείων α­λυ­σί­δω­ν”, προ­σπά­θη­σαν να του αλ­λά­ξουν φυ­σιο­γνω­μία για να γί­νει χώ­ρος φι­λι­κό­τε­ρος σε έ­να νεό­τε­ρο κοι­νό. Λη­σμό­νη­σαν, λ.χ., πως το συ­γκε­κρι­μέ­νο κα­τά­στη­μα ε­πι­λέ­χτη­κε κά­πο­τε για το με­γά­λο υ­πό­γειο. Εκεί ή­ταν ο τοί­χος με τα θε­α­τρι­κά και οι άλ­λοι με τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία: μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, διη­γή­μα­τα, τα­ξι­διω­τι­κά, της πα­λαιό­τε­ρης, του Με­σο­πο­λέ­μου και της νεό­τε­ρης. Σχε­δόν ο­λό­κλη­ρη η πε­ζο­γρα­φία της γε­νιάς του Τριά­ντα, κτή­μα του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας. Ακό­μη και με­τά την χρο­νι­κή πε­ρίο­δο των α­πο­κλει­στι­κών δι­καιω­μά­των, 50 ή 70 χρό­νια, ο μύ­θος της α­νή­κει στην Εστία, εκ­δό­σεις και βι­βλιο­πω­λείο. Στο υ­πό­γειο, ό­πως και στο πα­τά­ρι με τα ι­στο­ρι­κά, λα­ο­γρα­φι­κά και λοι­πά δο­κι­μια­κά, ε­κεί πιο στρι­μωγ­μέ­να γύ­ρω α­πό το μπαλ­κο­νά­το ά­νοιγ­μα, υ­πήρ­χαν εκ­δό­σεις η­λι­κίας 20, 30 ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων χρό­νων. Ακό­μη υ­πήρ­χε ο πί­σω τοί­χος του ι­σο­γείου με τα πε­ριο­δι­κά, ε­κτός α­πό τα α­θη­ναϊκά, της ε­παρ­χίας, και πέ­ραν του τρέ­χο­ντος τεύ­χους του­λά­χι­στον δυο, τρία ή και πε­ρισ­σό­τε­ρα πα­λαιό­τε­ρα. Τέ­λος, υ­πήρ­χε σε κε­ντρι­κή θέ­ση η τρά­πε­ζα για τα ορ­φα­νά βι­βλία. Με άλ­λα λό­για, ε­κεί­να που βγή­καν ι­δίοις α­να­λώ­μα­σιν, ό­χι τα ποιη­τι­κά αλ­λά τα πιο πα­ρα­γκω­νι­σμέ­να δο­κι­μια­κά α­πό ε­λάσ­σο­νες, ε­παρ­χιώ­τες και Ιδρύ­μα­τα, που κα­νέ­να βι­βλιο­πω­λείο δεν τους πα­ρα­χω­ρεί μια θέ­ση. Και ε­πρό­κει­το για θέ­ση στον ή­λιο, κα­θώς οι πε­λά­τες ει­δι­κών εν­δια­φε­ρό­ντων πή­γαι­ναν κα­τ’ ευ­θείαν ε­κεί.

Συ­νή­θεις κοι­νο­το­πίες

Το Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας μάλ­λον πρώ­τα υ­πο­βαθ­μί­στη­κε, προ­σπα­θώ­ντας να α­να­νεω­θεί, και με­τά έ­κλει­σε. Όσο για τους συγ­γρα­φείς, καλ­λι­τέ­χνες και εν γέ­νει, πνευ­μα­τι­κούς αν­θρώ­πους, οι δη­λώ­σεις τους δεί­χνουν ό­τι  μάλ­λον συ­νέ­βα­λαν κι αυ­τοί με τον τρό­πο τους. Κα­τ’ αρ­χάς, τα με­γά­λα λό­για, που κα­τα­ντούν χω­ρίς νό­η­μα, ό­πως ε­κεί­να, πε­ρί συμ­βο­λι­κής α­πώ­λειας και κο­πής στα δυο του α­θη­ναϊκού το­πίου, ή πε­ρί τραυ­μα­τι­σμού της ε­θνι­κής συ­νεί­δη­σης και πλήγ­μα­τος της δη­μο­κρα­τίας. Δεί­χνουν κοι­νό­το­πα, λί­γο πο­λύ ται­ρια­στά σε ό­λους τους φο­ρείς πο­λι­τι­σμού που κλεί­νουν και τους θε­σμούς που δύουν. Η ου­σια­στι­κή σχέ­ση με το χώ­ρο φαί­νε­ται α­νύ­παρ­κτη. Μέ­νει κα­νείς με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πή­γαι­ναν στο Βι­βλιο­πω­λείο της Εστίας για δη­μό­σιες σχέ­σεις τα Σάβ­βα­τα ή σε άλ­λες εκ­δη­λώ­σεις ως τι­μώ­με­νοι και τι­μη­τές. Το μό­νο συ­γκε­κρι­μέ­νο χώ­ρο που μνη­μο­νεύουν α­πό το Βι­βλιο­πω­λείο εί­ναι το γρα­φείο της Μά­νιας Κα­ραϊτί­δη. “Με­τά ρα­κο­πο­σίας”, κα­τά δη­μο­σιο­γρα­φι­κή εκ­δο­χή. Στο μέλ­λον, που θα κλεί­νουν τα “βι­βλιο­πω­λεία α­λυ­σί­δες”, λι­γό­τε­ρο ε­στέτ πε­λά­τες θα α­να­φέ­ρο­νται με θλί­ψη στο κλεί­σι­μο της κα­φε­τέ­ριας.

Και οι δια­δι­κτυω­μέ­νοι

Υπάρ­χει, πά­ντως, και η α­ντί­δρα­ση των δια­δι­κτυω­μέ­νων, που θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί πραγ­μα­τί­στι­κη στα ό­ρια του κυ­νι­σμού. Κα­τα­λο­γί­ζουν την α­που­σία προ­σφο­ρών, μειω­μέ­νων τι­μών και ελ­πί­ζουν στη θέ­ση του, Σό­λω­νος 60, να προ­κύ­ψει έ­να κα­λό ί­ντερ­νετ κα­φέ. ό­πως στη θέ­ση της «Ενδο­χώ­ρας» προέ­κυ­ψε κα­τά­στη­μα “α­λυ­σί­δας φούρ­νω­ν”. Στον Τύ­πο, την ά­πο­ψή της δια­δι­κτυα­κής πλειο­ψη­φίας και μάλ­λον ό­χι μό­νο, α­να­πτύσ­σει άρ­θρο στο ΒΗ­Μagazino της Λώ­ρης Κέ­ζα, δη­μο­σιο­γρά­φου που α­σχο­λή­θη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό δέ­κα χρό­νια με το βι­βλίο, ως κρι­τι­κός, εκ­δό­της λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού, συγ­γρα­φέ­ας παι­δι­κών βι­βλίω­ν: “Οι πε­λά­τες σαν και του λό­γου μου περ­νά­με α­πό τα βι­βλιο­πω­λεία αλ­λά δεν  α­νοί­γου­με  το πορ­το­φό­λι. Οι α­γο­ρές γί­νο­νται συ­στη­μα­τι­κά μέ­σω ί­ντερ­νετ. Χω­ρίς  να ση­κω­θού­με α­πό την κα­ρέ­κλα, χω­ρίς να πά­με στο κέ­ντρο της πό­λης, χω­ρίς να  μι­λή­σου­με σε άν­θρω­πο δια­λέ­γου­με τους τίτ­λους, πλη­ρώ­νου­με με paypal και  πε­ρι­μέ­νου­με τον τα­χυ­δρό­μο να φέ­ρει την πρα­μά­τεια στην πόρ­τα. Δε­κά­δες  δι­καιο­λο­γη­τι­κά για τον νέο τρό­πο προ­μή­θειας βι­βλίων. Μια προ­τί­μη­ση στα  ξε­νό­γλωσ­σα και οι ε­ξω­φρε­νι­κά χα­μη­λές τι­μές στα με­τα­χει­ρι­σμέ­να του δια­δι­κτίου  –  ό­ταν λέ­με «με­τα­χει­ρι­σμέ­να» εν­νοού­με «δια­βα­σμέ­να», σε ά­ρι­στη κα­τά­στα­ση, με  τι­μές α­πό 1,5 ευ­ρώ....  Έχω εκ­παι­δεύ­σει τα παι­διά μου στο ψη­φια­κό ε­μπό­ριο. Δεν τα έ­χω μά­θει να  ξε­φυλ­λί­ζουν μέ­σα σε έ­να κα­τά­στη­μα αλ­λά να ε­πι­λέ­γουν βι­βλία μέ­σα α­πό την ο­θό­νη  του υ­πο­λο­γι­στή.” Αν δεν σφάλ­λου­με, πρό­κει­ται για παι­διά πέ­ντε ή έ­ξι χρό­νων.
   
Μάλ­λον ά­δο­ξο το τέ­λος του Βι­βλιο­πω­λείου της Εστίας. Άδο­ξο για­τί φά­ντα­ζε ως τέ­με­νος βι­βλίου σε μια πό­λη πά­σχου­σα α­πό βι­βλιο­θή­κες και σε μια ε­πο­χή που το κα­λό βι­βλίο πολ­το­ποιεί­ται κα­τ’  α­πό­λυ­τη προ­τε­ραιό­τη­τα.

   Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/4/2013.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Κατά μόνας αμαρτίες





Γιώρ­γης Για­τρο­μα­νω­λά­κης
«Τρία α­πρό­σε­κτα διη­γή­μα­τα»
Εκδό­σεις Άγρα
Οκτώ­βριος 2012

Ο τίτ­λος του δω­δέ­κα­του βι­βλίου του Γιώρ­γη Για­τρο­μα­νω­λά­κη, ό­πως άλ­λω­στε και οι έ­ντε­κα προ­η­γού­με­νοι, εκ πρώ­της ό­ψεως ξε­νί­ζει. Οι α­να­γνώ­στες, του­λά­χι­στον ό­σοι α­πό αυ­τούς κα­τέ­χο­νται α­πό την δια­στρο­φή της κυ­ριο­λε­ξίας, θα προ­σπα­θή­σουν να διευ­ρύ­νουν τη ση­μα­σία του α­πρό­σε­κτος, που α­να­φέ­ρε­ται μό­νο σε πρό­σω­πα, και να το ερ­μη­νεύ­σουν ως το α­ντί­θε­το του προ­σε­κτι­κός, που α­πο­δί­δε­ται και σε πρά­ξεις, δη­λώ­νο­ντας το με­τά προ­σο­χής γι­νό­με­νο, α­κό­μη ε­πί λό­γων, ό­που ση­μαί­νει την α­γό­ρευ­ση, την έ­χου­σα την ι­κα­νό­τη­τα να συ­γκρα­τεί την προ­σο­χή του α­κρο­α­τή. Οπό­τε, κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, το α­πρό­σε­κτο διή­γη­μα θα εί­ναι ε­κεί­νο, που δεν προ­σελ­κύει τον α­να­γνώ­στη. Σπεύ­δει, βε­βαίως, ο συ­ντά­κτης του κει­μέ­νου στο ο­πι­σθό­φυλ­λο να διευ­κρι­νί­σει ό­τι το συ­γκε­κρι­μέ­νο ε­πί­θε­το δεν α­να­φέ­ρε­ται στα διη­γή­μα­τα αλ­λά στους ή­ρωές τους και τον τρό­πο που ε­κεί­νοι έ­πρα­ξαν κα­τά μια δε­δο­μέ­νη πε­ρί­στα­ση ή στιγ­μή. Λες και έ­να ε­πί­θε­το και δη, ε­πί­θε­το σε τίτ­λο, έ­χει την ε­λευ­θε­ρία να α­πο­κλί­νει και να λει­τουρ­γεί ποιη­τι­κή α­δεία. 
Όπως και να έ­χει, ε­μείς πα­ρα­κά­μπτου­με την ε­ξή­γη­ση του συ­ντά­κτη του ο­πι­σθό­φυλ­λου, δια­βλέ­πο­ντας στον τίτ­λο διά­θε­ση αυ­το­σαρ­κα­σμού εκ μέ­ρους του συγ­γρα­φέα, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­πρό­σε­κτο το λό­γο του. Γνω­ρί­ζο­ντας αυ­τός τις προ­τι­μή­σεις των ση­με­ρι­νών α­να­γνω­στών για α­στυ­νο­μι­κά και νε­ο­η­θο­γρα­φι­κά ρο­μά­ντσα, για­τί να μην αμ­φι­βάλ­λει για το κα­τά πό­σο η α­φή­γη­σή του θα μπο­ρέ­σει να κερ­δί­σει την προ­σο­χή τους. Άλλω­στε, την έκ­δο­ση την σχε­δία­σε ο εκ­δό­της. Πι­θα­νώς, λοι­πόν, ε­κεί­νος, προς ά­γραν α­να­γνω­στών, να έ­γρα­ψε το κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου, ό­πως ε­πέ­λε­ξε και το ζω­γρα­φι­κό έρ­γο του ε­ξώ­φυλ­λου, που πι­στεύου­με ό­τι δί­νει μο­νο­με­ρή ε­ντύ­πω­ση για τα διη­γή­μα­τα. Το ε­ρω­τι­κό σχε­δία­σμα του Γου­σταύου Κλιμτ προϊδεά­ζει μεν για το έ­ντο­νο ε­ρω­τι­κό στοι­χείο του βι­βλίου, αλ­λά το ει­κα­στι­κό σύ­μπαν του αυ­στρια­κού ζω­γρά­φου, σε α­ντί­θε­ση με ε­κεί­νο του συγ­γρα­φέα, εί­ναι ε­στια­σμέ­νο στο γυ­ναι­κείο φύ­λο. Βε­βαίως, υ­πήρ­ξε ευ­φά­ντα­στος βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής, που α­ντι­λή­φθη­κε ως βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα του διη­γη­μα­τι­κού τρί­πτυ­χου τον πί­να­κα ε­νός άλ­λου Γου­σταύου, του Γάλ­λου Κουρ­μπέ, «L’ origine du monde». Μό­νο που ο ω­μός ρε­α­λι­σμός του δεύ­τε­ρου δεν α­πο­δί­δει τον διά­χυ­το ό­σο και πα­ρεκ­κλί­νο­ντα ε­ρω­τι­σμό των η­ρώων του βι­βλίου. 
Και για να πα­ρα­μεί­νου­με στον τίτ­λο, θυ­μί­ζου­με ό­τι εί­ναι η δεύ­τε­ρη φο­ρά, που ει­δο­λο­γι­κός προσ­διο­ρι­σμός και δη, ο συ­γκε­κρι­μέ­νος, “διή­γη­μα”, υ­πάρ­χει σε τίτ­λο βι­βλίου του Για­τρο­μα­νω­λά­κη. Η πρώ­τη ή­ταν στο τέ­ταρ­το πε­ζο­γρα­φι­κό του, «Το α­νω­φε­λές διή­γη­μα». Κι αυ­τός έ­νας τίτ­λος που ξε­νί­ζει, κα­θώς πρό­κει­ται για το πρώ­το πο­λυ­σέ­λι­δο βι­βλίο του και συ­νά­μα, ε­κεί­νο που πλη­σιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο προς το εί­δος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο, σε σύ­γκρι­ση με τα τρία πε­ζο­γρα­φι­κά που εί­χαν προ­η­γη­θεί, ό­που δυο («Λει­μω­νά­ριο», «Ιστο­ρία») χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και το εν­διά­με­σο («Η Αρρα­βω­νια­στι­κιά») μυ­θι­στο­ρία. Όσο α­φο­ρά γε­νι­κό­τε­ρα τις ε­πι­δό­σεις του στο εί­δος διή­γη­μα, να ση­μειώ­σου­με ό­τι με διή­γη­μα εμ­φα­νί­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά ως πε­ζο­γρά­φος σε συλ­λο­γι­κό τό­μο με­τά άλ­λων ο­μη­λί­κων του και α­πό τό­τε δί­νει το πα­ρών σε κα­τά και­ρούς πα­ραγ­γε­λίες συγ­γρα­φής διη­γή­μα­τος. Έχο­ντας, ό­μως, ε­πί συ­νό­λου εν­νέα πε­ζο­γρα­φι­κών, έ­ξι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, μια μυ­θι­στο­ρία και έ­να α­πο­κα­λού­με­νο βι­βλίο, που ε­ντάχ­θη­κε στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Αν και ό­χι της σει­ράς, κα­θώς δια­θέ­τει δια­κρι­τά και μάλ­λον σπα­νί­ζο­ντα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, χά­ρις στη φι­λο­λο­γι­κή και γλωσ­σι­κή του πε­ριου­σία, την ο­ποία συν­δυά­ζει με ευ­ρεία γκά­μα ει­ρω­νι­κών τρό­πων. Πα­ρα­μέ­νει, ό­μως, και ποιη­τής στη χρή­ση ε­νός με­τω­νυ­μι­κού λό­γου, ό­πως άλ­λω­στε και ξε­κί­νη­σε, α­νε­ξάρ­τη­τα αν ε­ξέ­δω­σε μό­λις τρεις ποιη­τι­κές συλ­λο­γές και οι γραμ­μα­το­λό­γοι, δέ­σμιοι πο­σο­τι­κών κυ­ρίως κρι­τή­ριων, δεν τον συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νουν στους ποιη­τές. 

Τα συ­στε­γα­ζό­με­να

Τα συ­γκε­κρι­μέ­να τρία διη­γή­μα­τα γρά­φτη­καν κα­τά πα­ραγ­γε­λία και μά­λι­στα, δε­σμευ­τι­κή για τη συγ­γρα­φι­κή έ­μπνευ­ση. Τα δυο πρώ­τα ή­ταν για τον δεύ­τε­ρο και τον τέ­ταρ­το τό­μο της σει­ράς, «Κεί­με­να και ει­κό­νες», που ε­πι­με­λεί­το ο Μι­σέλ Φάϊς. Για το πρώ­το, ως θέ­μα εί­χε ο­ρι­σθεί το “γεύ­ση και λο­γο­τε­χνία”, ε­νώ, για το δεύ­τε­ρο, το “βι­βλίο και βι­βλιο­θή­κες”. Το τρί­το διή­γη­μα προο­ρι­ζό­ταν για α­φιέ­ρω­μα στο “ελ­λη­νι­κό διή­γη­μα” του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού «Η Λέ­ξη». Άρα το θέ­μα ή­ταν ε­λεύ­θε­ρο. Δε­σμευό­ταν, ό­μως, ο συγ­γρα­φέ­ας ως προς τη μορ­φή, για ό­σους του­λά­χι­στον ε­πι­μέ­νουν στη διά­κρι­ση διη­γή­μα­τος και ι­στο­ρίας. Το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι δια­φο­ρο­ποιεί­ται α­πό τα δυο άλ­λα, ό­ντας πλη­σιέ­στε­ρο προς τη δο­μή ε­νός ρε­α­λι­στι­κού διη­γή­μα­τος. Αν και η δια­φο­ρά μπο­ρεί να ο­φεί­λε­ται στη χρο­νι­κή α­πό­στα­ση μιας δε­κα­ε­τίας α­πό τα δυο πρώ­τα, που εί­χαν γρα­φτεί στον α­πό­η­χο ε­κεί­νου του μο­να­δι­κού «Βι­βλίον κα­λού­με­νον Ερω­τι­κόν», το έ­κτο στη σει­ρά πε­ζο­γρά­φη­μα του Για­τρο­μα­νω­λά­κη, το ο­ποίο πα­ρα­λεί­φθη­κε  α­πό τον κα­τά­λο­γο των έρ­γων του συγ­γρα­φέα στην α­ρι­στε­ρή σε­λί­δα ε­κεί­νης του τίτ­λου. Αντι­θέ­τως, το τρί­το γρά­φτη­κε στο διά­στη­μα α­να­με­τα­ξύ δυο μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ι­στο­ρι­κό το πρώ­το, «Ο παπ­πούς μου και το κα­κό», πα­ρω­δια­κό το δεύ­τε­ρο, «Το χρο­νι­κό του Δα­ρείου».

Το πρώ­το α­πρό­σε­κτο

Αι­σθη­σια­κό και βλά­σφη­μο το πρώ­το διή­γη­μα, α­φο­ρά πλα­γίως τη σύ­ζευ­ξη γευ­στι­κών α­πο­λαύ­σεων και α­μαρ­τίας, κα­θώς ξε­κι­νά­ει α­πό την υ­πο­γλυ­και­μία, που προ­κα­λεί η έμ­μη­νος ρύ­ση. Εί­ναι γνω­στόν ό­τι η πε­ρίο­δος φέρ­νει στη γυ­ναί­κα “ά­γρια ό­ρε­ξη και λα­χτά­ρα φο­βε­ρή” για πά­σης φύ­σεως γλυ­κί­σμα­τα. Η γα­στρι­μαρ­γία συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα ε­πτά, ή και ο­κτώ κα­τά τους Δυ­τι­κούς, θα­νά­σι­μα α­μαρ­τή­μα­τα, τα­ξι­νο­μη­μέ­νη σε σει­ρά αύ­ξου­σας σο­βα­ρό­τη­τας πέ­μπτη, με ε­πι­τε­τραμ­μέ­νο διά­βο­λο έ­ναν α­πό τους άρ­χο­ντες του Κά­τω Κό­σμου, τον μέ­γα Βελ­ζε­βούλ. Την εμ­φά­νι­ση του αί­μα­τος  της δε­κα­τριά­χρο­νης και δυο μη­νών Ει­ρή­νης α­κο­λού­θη­σε “ά­γνω­στος πό­νος μέ­σα στο κορ­μί της”. Τό­τε, α­κρι­βώς, εμ­φα­νί­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά ο φύ­λα­κας άγ­γε­λός της, ό­πως α­κρι­βώς τον πε­ρι­γρά­φει ο συ­ντά­κτης του «Βι­βλίου κα­λού­με­νου Ερω­τι­κόν», στο τρί­το κε­φά­λαιο, «Πε­ρί των αγ­γε­λι­κών φύ­λων»: “Παν σώ­μα γήι­νον εί­ναι πα­νο­μοιό­τυ­πον με την ου­σίαν του αγ­γέ­λου του, ει­σέ τού­το μό­νον δια­φέ­ρει: ό­τι ε­νώ τα αι­δοία του αν­θρώ­που εί­ναι ω­ρι­σμέ­να και δια­κρι­τι­κά, το φύ­λον του αγ­γε­λι­κού προ­στά­του εί­ναι α­διά­κρι­τον και αό­ρι­στον.” Εκεί­νος της α­πηύ­θυ­νε το λό­γο, ό­πως ο αρ­χάγ­γε­λος Γα­βριήλ στην Παρ­θέ­νο Μα­ρία, με τον ο­ποίο και εκ­κι­νεί το διή­γη­μα, α­φού το κα­κό βρή­κε την κο­ρα­σί­δα την ώ­ρα που θυ­μιά­τι­ζε το ει­κό­νι­σμα του Ευαγ­γε­λι­σμού και α­σύ­νει­δα α­μάρ­τα­νε θαυ­μά­ζο­ντας την ω­ραιό­τη­τα του Αγγέ­λου. Με την εμ­φά­νι­ση, ό­μως, της λαί­μαρ­γης διά­θε­σης και ε­νώ ο άγ­γε­λός της συ­νέ­χι­ζε τις νου­θε­σίες, πα­ρου­σιά­στη­κε “ο πει­ρα­σμός του γλυ­κού”, του­τέ­στιν αυ­το­προ­σώ­πως ο δαί­μο­νας, ό­μοιος και α­πα­ράλ­λα­χτος στην εμ­φά­νι­ση με τον άγ­γε­λό της. Αυ­τός την α­πο­πλά­νη­σε, προ­σφέ­ρο­ντάς της ό­λων των ει­δών τα γλυ­κί­σμα­τα, με πρώ­το ε­κεί­νο των αρ­ρα­βω­νια­σμέ­νων και α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριο, την ά­γνω­στη στην Κρή­τη, του­λά­χι­στον την ε­πο­χή που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται η ι­στο­ρία, τούρ­τα.  
Στα πρώ­τα έμ­μη­να της δε­κα­τριά­χρο­νης, ο Βελ­ζε­βούλ της λαι­μαρ­γίας νι­κά τον προ­στά­τη άγ­γε­λο. Με­τά εί­κο­σι έ­ξι μέ­ρες, ό­μως, στα δεύ­τε­ρα, ε­κεί­νος παίρ­νει τη ρε­βά­νς κρα­τώ­ντας την για τέσ­σε­ρις μέ­ρες ξα­πλω­μέ­νη στην α­γκά­λη του. Στο διή­γη­μα, που έ­χει πα­ρα­μυ­θι­κή χροιά, στο τέ­λος ό­λα βαί­νουν κα­τ’ ευ­χήν. Εί­ναι προ­φα­νές, ω­στό­σο, το σκο­τει­νό της κα­τά­λη­ξης, κα­θώς η έ­φη­βη με­τα­κύ­λη­σε σε έ­τε­ρη βα­ρύ­τε­ρη α­μαρ­τία, ε­κεί­νη της λα­γνείας. Μό­νο που ό­ταν αυ­τή λαμ­βά­νει χώ­ρα κα­τ’ ό­ναρ και δη, με τον ά­φυ­λο φύ­λα­κα άγ­γε­λό της, συ­νι­στά α­φέ­σι­μο πα­ρά­πτω­μα. Οι κα­κές συ­νέ­πειες θα φα­νούν πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν, ό­πως της προ­φή­τε­ψε ο άγ­γε­λός της, έρ­θει η ώ­ρα που “ο γα­μπρός θα πιά­σει τον λα­γό” και ε­κεί­νος, που έ­χει στις δι­κές της θω­πείες συ­νη­θί­σει, α­ντί “να α­φρί­σει”, θα μεί­νει να κοι­μά­ται “βα­θιά στα σκέ­λη μέ­σα”, με το λα­γό­χει­λο κλει­στό. Αλλά πα­ρό­μοιες συ­νέ­πειες ε­φη­βι­κών πα­ρεκ­τρο­πών εί­ναι το θέ­μα του δεύ­τε­ρου διη­γή­μα­τος. 
Για να ο­λο­κλη­ρώ­σου­με τα του πρώ­του διη­γή­μα­τος, θα πρέ­πει να α­να­φερ­θού­με στο χρό­νο που ε­πέ­λε­ξε ο συγ­γρα­φέ­ας να το το­πο­θε­τή­σει, κα­θώς η προ­τί­μη­ση του γε­νέ­θλιου τό­που εί­ναι αυ­το­νό­η­τη για έ­ναν Κρη­τι­κό. Η ε­πι­λο­γή του Σαβ­βά­του, πα­ρα­μο­νή της Σταυ­ρο­προ­σκυ­νή­σεως, για την εμ­φά­νι­ση του πρώ­του αί­μα­τος, ό­ταν ο Σταυ­ρός με­τα­φέ­ρε­ται στο κέ­ντρο της Εκκλη­σίας για προ­σκύ­νη­ση και άρ­χε­ται η τρί­τη ε­βδο­μά­δα της Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στής, η ε­βδο­μά­δα του Σταυ­ρού, ως προ­ε­τοι­μα­σία για τον πό­νο της Σταύ­ρω­σης, μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί ως αλ­λη­γο­ρι­κή για την τύ­χη της γυ­ναί­κας. Με­γά­λη Πα­ρα­σκευή, την η­μέ­ρα της Απο­κα­θή­λω­σης, βλά­σφη­μη η α­φή­γη­ση, το­πο­θε­τεί την ε­ρω­τι­κή ε­νύ­πνια φα­ντα­σίω­ση με έ­ναν αγ­γε­λι­κά “ζα­χα­ρέ­νιο ε­ρα­στή”. Ο συγ­γρα­φέ­ας προ­ει­δο­ποιεί ό­τι τα διη­γή­μα­τα υ­πέ­στη­σαν την α­πα­ραί­τη­τη ε­πε­ξερ­γα­σία. Αυ­τή, ό­πως δια­πι­στώ­νου­με, εί­ναι πρω­τί­στως λε­κτι­κή. Μέ­νει, ω­στό­σο, η α­πο­ρία ως προς τις συν­δη­λώ­σεις μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης αλ­λα­γής. Στην αρ­χι­κή εκ­δο­χή, η ι­στο­ρία το­πο­θε­τεί­ται “το σω­τή­ριον έ­τος 19...”, ε­νώ, στο βι­βλίο, ο χρό­νος γί­νε­ται συ­γκε­κρι­μέ­νος, το 1913. Μή­πως ο ποιη­τής θυ­μί­ζει στους Πα­λαιο­ελ­λα­δί­τες το Πά­σχα του 1913, το πρώ­το Πά­σχα που η Με­γα­λό­νη­σος το γιόρ­τα­σε σαν κομ­μά­τι της Ελλά­δας. Πα­ρό­τι δεν εί­χαν α­κό­μη υ­πο­γρα­φεί οι ε­πί­ση­μες συν­θή­κες, η μό­νη κυ­μα­τί­ζου­σα ση­μαία ή­ταν η γα­λα­νό­λευ­κη. Εκ των υ­στέ­ρων, μά­λι­στα, τό­σο το ό­νο­μα ό­σο και η η­λι­κία της κο­ρα­σί­δας μπο­ρούν να ε­κλη­φθούν ως αλ­λη­γο­ρι­κή πα­ρα­πο­μπή “στην Πο­λι­τεία του Κρη­τός”.

Το δεύ­τε­ρο α­πρό­σε­κτο

Όσο ευ­θύς εί­ναι ο τίτ­λος του πρώ­του διη­γή­μα­τος, «Η πε­ρίο­δος της Ει­ρή­νης», τό­σο α­κα­τά­λη­πτος ει­κά­ζου­με ό­τι θα φα­νεί αυ­τός του δεύ­τε­ρου, «Τελ­χί­νες σή­τες βί­βλων». Στην πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση του διη­γή­μα­τος στην αν­θο­λο­γία, «Άρω­μα βι­βλίου», ο Άρης Μπερ­λής, που γρά­φει τον πρό­λο­γο, τον με­τα­φρά­ζει ως “κα­κά σκου­λή­κια των βι­βλίω­ν”, προσ­διο­ρί­ζο­ντας ό­τι εί­ναι α­πό σκω­πτι­κό ποίη­μα της Πα­λα­τι­νής Ανθο­λο­γίας. Ακρι­βέ­στε­ρα, οι “κα­κοή­θεις βι­βλιο­σκώ­λη­κες” του α­λε­ξαν­δρι­νού ποιη­τή δεί­χνουν μάλ­λον ως πο­νη­ροί δαί­μο­νες. Όσο α­φο­ρά, πά­ντως, το νό­η­μα του διη­γή­μα­τος, δεν φταίει η βι­βλιο­φι­λία του α­φη­γη­τή, ού­τε η μα­κρά πα­ρα­μο­νή του στις βι­βλιο­θή­κες, για τις ποι­κί­λες δια­στρο­φές που ε­ξο­μο­λο­γεί­ται. Και αυ­τό το διή­γη­μα στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τις σο­βα­ρές συ­νέ­πειες, που μπο­ρεί να έ­χουν οι ε­φη­βι­κές πα­ρεκ­τρο­πές. Ιδιαί­τε­ρα, ό­ταν εγ­γρά­φο­νται στο υ­πο­συ­νεί­δη­το ως πα­ρα­βά­σεις α­πό το λό­γο ε­κεί­νων που ε­ξου­σιά­ζουν τη νε­α­ρά ύ­παρ­ξη, ό­πως γο­νείς, δά­σκα­λοι, Κα­τη­χη­τι­κό, Εκκλη­σία. Σύμ­φω­να με τις προ­ει­δο­ποιή­σεις των με­γά­λων, την “ι­διω­τεία” φο­βό­ταν ο α­φη­γη­τής σαν ε­πα­κό­λου­θο “της κα­τά μό­νας α­μαρ­τίας”, την ο­ποία προ­κα­λού­σε η α­νά­γνω­ση μιας ε­κλαϊκευ­μέ­νης Σε­ξο­λο­γίας, κα­θώς και συ­γκε­κρι­μέ­νων λημ­μά­των ε­νός ε­γκυ­κλο­παι­δι­κού λε­ξι­κού. Δεν τον εί­χαν, δυ­στυ­χώς, προ­ει­δο­ποιή­σει για τον πραγ­μα­τι­κό κίν­δυ­νο. Πό­σο δε­σμευ­τι­κός στέ­κε­ται ο αρ­χι­κός τρό­πος ι­κα­νο­ποίη­σης για τις συ­νευ­ρέ­σεις του ε­νή­λι­κα. Κα­θό­λου τυ­χαία, στη γυ­ναί­κα της ζωής του α­πευ­θύ­νει ο α­φη­γη­τής τη διή­γη­ση του ι­στο­ρι­κού της δια­στρο­φής του, της μο­να­δι­κής που συμ­βι­βά­στη­κε με την α­νά­γκη του για υ­πο­κα­τά­στα­τα και συ­νυ­πήρ­ξε μα­ζί τους.
Σε αυ­τό το διή­γη­μα, οι πα­ρεμ­βά­σεις στη δεύ­τε­ρη εκ­δο­χή ευ­ρύ­νουν το φά­σμα των ε­φη­βι­κών φα­ντα­σιώ­σεων. Η λέ­ξη αι­δοίο εμ­φα­νί­ζε­ται και στον πλη­θυ­ντι­κό, ό­πως στο δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο του «Βι­βλίου κα­λού­με­νου Ερω­τι­κόν», «Πε­ρί αι­δοίων και ε­ρω­το­πα­θών ορ­γά­νων», ό­που και διευ­κρι­νί­ζε­ται ό­τι αυ­τά εί­ναι “τρία κα­τά το εί­δος τω­ν: τα άρ­ρε­να, τα θή­λεα και τα ε­πί­κοι­να”. Άλλω­στε και η Σε­ξο­λο­γία δεν εί­ναι μια ο­ποια­δή­πο­τε ε­κλαϊκευ­μέ­νη, που πα­ρου­σιά­ζει τις πα­ρα­δο­σια­κές θέ­σεις, αλ­λά “του Havelock Ellis πι­θα­νό­τα­τα”, του πρώ­του Βρε­τα­νού, που υ­πε­ρα­μύν­θη­κε της “ι­σο­τι­μίας” των αι­δοίων. Ακό­μη, η λέ­ξη “αι­δοιο­λεί­κτης” α­πο­κτά βά­θος χρό­νου με την προ­σθή­κη της φρά­σης, “αυ­τός ο ά­θλιος σκε­ρός του Ησυ­χίου”. Όπου εν­νο­εί­ται ο Ησύ­χιος ο Αλε­ξαν­δρεύς, ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος των Ελλή­νων λε­ξι­κο­γρά­φων, που συ­γκέ­ντρω­σε σπά­νιες λέ­ξεις και τύ­πους λέ­ξεων. Όπως πα­ρα­τη­ρεί ο α­φη­γη­τής οι λέ­ξεις συ­χνά χά­νουν τη δύ­να­μή τους κα­τά τη με­τα­γλώτ­τι­ση. Λ.χ., η με­τα­φο­ρά του «Με­γά­λου Ανα­το­λι­κού» στη δη­μο­τι­κή θα μπο­ρού­σε να α­πο­τρέ­ψει, αν ό­χι ο­λο­σχε­ρώς, πά­ντως σε με­γά­λο βαθ­μό, “τις κα­τά μό­νας α­μαρ­τίες” ε­φή­βων τε και ε­νη­λί­κων. Αντι­στοί­χως, τα δυο πρώ­τα διη­γή­μα­τα του βι­βλίου θα έ­χα­ναν την ε­ρε­θι­στι­κό­τη­τά τους χω­ρίς την γλωσ­σι­κή ευ­φο­ρία, που τους προσ­δί­δει η α­νά­μι­ξη του λό­γιου λε­κτι­κού του α­φη­γη­τή με ε­δά­φια α­πό θε­ο­λο­γι­κά και ε­πι­στη­μο­νι­κά κεί­με­να.

Το τρί­το και τρα­γι­κό­τε­ρο

Τε­λι­κά, τα τρία διη­γή­μα­τα, με τη συ­στέ­γα­ση, πέ­ραν του τίτ­λου και του ε­ξώ­φυλ­λου, α­πο­κτούν, με τη σει­ρά που το­πο­θε­τού­νται, ε­νω­τι­κό νή­μα και νό­η­μα. Το “πι­πί­λι­σμα” της έ­φη­βης Ει­ρή­νης συ­νι­στά την α­παρ­χή του αυ­το­ε­ρω­τι­σμού. Ο ε­ρε­θι­σμός του έ­φη­βου στην οι­κο­γε­νεια­κή κρε­βα­το­κά­μα­ρα κα­τά την α­νά­γνω­ση ο­ρι­σμέ­νων λέ­ξεων και πρά­ξεων, α­πο­τε­λεί την πρώ­τη με­τα­βι­βα­στι­κή ε­πέν­δυ­ση  της πε­ρι­βό­η­της λί­μπι­ντο, που γί­νε­ται μεν τυ­χαία, α­νά­λο­γα με συ­μπτω­μα­τι­κή, ε­ξω­τε­ρι­κά ερ­χό­με­νη, διέ­γερ­ση, φέρ­νει, ό­μως, την κα­θή­λω­ση σε συ­γκε­κρι­μέ­νο τρό­πο. Αργά ή γρή­γο­ρα, για να θυ­μη­θού­με και “τα μα­θή­μα­τα” του Μι­σέλ Φου­κώ, το “μη κα­νο­νι­κό” ά­το­μο βρί­σκε­ται α­ντι­μέ­τω­πο με τη δι­καιο­σύ­νη και τον ι­δρυ­μα­τι­κό ε­γκλει­σμό, ό­πως συ­νέ­βη στον α­φη­γη­τή. 
Τέ­λος, το τρί­το διή­γη­μα, «Νυ­χτε­ρι­νές πτή­σεις του κυ­ρίου Χά­ρη», ει­σά­γει στο παι­χνί­δι, ευ­κρι­νέ­στε­ρα α­πό ό­τι τα αλ­λά δυο, το Υπε­ρε­γώ, που ση­μαί­νει ο­δυ­νη­ρό­τε­ρο ε­γκλει­σμό α­πό ε­κεί­νον των έ­ξω­θεν ε­πι­βαλ­λό­με­νων α­παι­τή­σεων και α­πα­γο­ρεύ­σεων. Ο ή­ρωας της ι­στο­ρίας εί­ναι έ­νας ε­πι­στή­μο­νας, τύ­πος και υ­πο­γραμ­μός. Κυ­ρίως α­πο­φεύ­γει τα σκο­τει­νά μέ­ρη, που συ­νι­στούν ση­μειο­λο­γι­κή πα­ρα­πο­μπή στις σκο­τει­νές πρά­ξεις. Ακρι­βώς, ό­πως, με­τά υ­πο­μο­νής και ε­πι­μο­νής, τον έ­φτια­ξε η μη­τέ­ρα του. Το φα­ντα­στι­κό τέ­λος, που δί­νε­ται στη ρε­α­λι­στι­κή υ­πό­θε­ση του διη­γή­μα­τος, μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί σαν φα­ντα­σίω­ση πε­τάγ­μα­τος του δέ­σμιου Δαί­δα­λου, ό­που το τσά­κι­σμά του δη­λώ­νει το α­δύ­να­το της α­πο­δέ­σμευ­σης. 
Πέ­ραν αυ­τής της πα­ρά­ται­ρης, πι­θα­νό­τα­τα και α­πρό­σε­κτης, α­νά­γνω­σης, ση­μειώ­νου­με, ό­τι ο ή­ρωας του τρί­του διη­γή­μα­τος ε­τοι­μά­ζε­ται για έ­να τα­ξί­δι στα Κύ­θη­ρα, άλ­λο­τε πο­τέ τό­πο ε­κτο­πι­σμού των ι­δε­ο­λο­γι­κά α­νε­πι­θύ­μη­των. Σε ε­κεί­νο το νη­σί γρά­φτη­κε το «Λει­μω­νά­ριο», ό­χι του Ιωάν­νου Μό­σχου του Ευ­κρα­τά, αλ­λά του Γιώρ­γη Για­τρο­μα­νω­λά­κη του Κρη­τός, δε­κα­τρείς αιώ­νες με­τα­γε­νέ­στε­ρου του βυ­ζα­ντι­νού θε­ο­λό­γου, α­πό το ο­ποίο σα­φώς προοιω­νι­ζό­ταν το ι­διαί­τε­ρο της πε­ρί­πτω­σής του.     

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 31/3/2013.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Επιλεκτικές αναδρομές



















Το Δημαρχείο του Πύργου Ηλείας σε καρτ ποστάλ εποχής. Αποτελούσε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά κτίρια στην κεντρική πλατεία της πόλης. Σήμερα, σώζεται μόνο σε φωτογραφική αποτύπωση. Στη θέση του δεσπόζει το Λάτσειο Δημοτικό Μέγαρο. Κοντή μνήμη, επιλήσμονες κάτοικοι, τον μίτο της Ιστορίας τον κρατούν οι μαρτυρίες. Η άκρη του μίτου βρίσκεται ακριβώς στην εποχή που ανατρέχει η Μαρία Ηλιού. 



Μα­ρία Ηλιού
«Παι­χνί­δια πο­λέ­μου»
Αφη­γή­σεις
Εκδό­σεις
Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Σε­πτέμ­βριος 2012 

Ο τίτ­λος του βι­βλίου πα­ρα­πέ­μπει συ­νειρ­μι­κά σε μια κα­τη­γο­ρία παι­χνι­διών ι­διαί­τε­ρα δια­δε­δο­μέ­νων σή­με­ρα. Εί­ναι τα α­πο­κα­λού­με­να βί­ντεο γκέι­μς, ό­που, ως γνω­στόν, τα “παι­χνί­δια πο­λέ­μου” α­πο­τε­λούν τη δη­μο­φι­λέ­στε­ρη υ­πο­κα­τη­γο­ρία τους, κα­θώς προ­σφέ­ρο­νται και για εκ­παι­δευ­τι­κούς σκο­πούς προς ε­ξοι­κείω­ση, των ε­φή­βων και ό­χι μό­νο, με τις συν­θή­κες πραγ­μα­τι­κού πο­λέ­μου. Ως προς το κα­τά πό­σο εί­ναι ε­πι­βλα­βή τα η­λεκ­τρο­νι­κά  παι­χνί­δια, οι α­πό­ψεις των κοι­νω­νιο­λό­γων διί­στα­νται. Άλλοι δια­τεί­νο­νται ό­τι δη­μιουρ­γούν προ­βλή­μα­τα συ­μπε­ρι­φο­ράς και άλ­λοι, ό­τι, ε­νι­σχύο­ντας την αυ­το­πε­ποί­θη­ση, ε­παυ­ξά­νουν τις κοι­νω­νι­κές δε­ξιό­τη­τες, ό­πως η ι­κα­νό­τη­τα να συ­νά­πτουν φι­λίες. Καί­τοι κοι­νω­νιο­λό­γος η Μα­ρία Ηλιού, δεν σχο­λιά­ζει τις βλα­βε­ρές ή μη συ­νέ­πειες α­πό τα εν λό­γω παι­χνί­δια, για­τί, προ­φα­νώς, ε­κεί­νη σε άλ­λα παι­χνί­δια α­να­φέ­ρε­ται. Τα “παι­χνί­δια πο­λέ­μου” προέ­κυ­ψαν σαν έ­νας πια­σά­ρι­κος τίτ­λος, για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με έ­ναν δη­μο­σιο­γρα­φί­ζο­ντα α­με­ρι­κα­νι­σμό. 

Homo ludens

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, παι­χνί­δια εν και­ρώ πο­λέ­μου πε­ρι­γρά­φει  στο βι­βλίο της. Απο­τε­λεί σχε­δόν κα­νό­να, ό­ταν οι συγ­γρα­φείς α­να­φέ­ρο­νται στα παι­δι­κά τους χρό­νια, να α­φιε­ρώ­νουν σε­λί­δες και στα παι­χνί­δια. Ορι­σμέ­νοι, που συ­νέ­πε­σε να με­γα­λώ­σουν σε τα­ραγ­μέ­νη ε­πο­χή, ό­πως η δε­κα­ε­τία του ’40, δια­σκε­δά­ζουν την ε­πί­φο­βη α­τμό­σφαι­ρα με τη χα­ρού­με­νη διά­θε­ση, που αυ­τά δη­μιουρ­γούν. Με­ρι­κά α­πό τα κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τα της με­τα­πο­λε­μι­κής πε­ζο­γρα­φίας έ­χουν θέ­μα τα παι­χνί­δια σε αλ­λο­τι­νές γει­το­νιές και α­λά­νες. Πα­ρά­δειγ­μα, η πα­λαιό­τε­ρη συλ­λο­γή πε­ζών, «Παι­χνί­δια στον πα­ρά­δει­σο», του Μάρ­κου Μέ­σκου, ή και το πρό­σφα­το α­φή­γη­μα ε­νός άλ­λου, νεό­τε­ρου, Εδεσ­σαίου, του Σά­κη Τότ­λη, «Το ά­γρα­φο χαρ­τί». Συ­νή­θως, πρό­κει­ται για συγ­γρα­φείς, που κα­τα­τάσ­σο­νται στη δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά, κά­πο­τε και πρώι­μες πε­ρι­πτώ­σεις της γε­νιάς του ’70. Αφο­ρούν, κυ­ρίως, παι­χνί­δια στο ύ­παι­θρο και για να α­κρι­βο­λο­γού­με, παι­χνί­δια μό­νο των παι­διών, με τη ση­μα­σία, που εί­χε η λέ­ξη παι­δί ε­κεί­να τα χρό­νια. Τό­τε, που κά­ποιος ό­ρι­ζε ό­τι εί­χε τό­σα παι­διά και τό­σα κο­ρί­τσια, ό­πως θα έ­λε­γε τό­σα πρό­βα­τα τό­σα γί­δια. Σε δυο πρό­σφα­τες πε­ρι­πτώ­σεις, που γυ­ναί­κες συγ­γρα­φείς α­να­τρέ­χουν στο πα­ρελ­θόν, η Τζί­να Πο­λί­τη και η Ρέα Γα­λα­νά­κη, θυ­μού­νται μό­νο τα παι­χνί­δια με κού­κλες και κου­κλί­στι­κα σερ­βί­τσια.
Εδώ, δια­φο­ρο­ποιεί­ται η Ηλιού. Πε­ρι­γρά­φει παι­χνί­δια ε­σω­τε­ρι­κού χώ­ρου, ό­πως το “δα­χτυ­λί­δι” και το “μπι­ζ”. Στο “κα­τα­φύ­γιο”, την ώ­ρα του νυ­κτε­ρι­νού συ­να­γερ­μού, τα έ­παι­ζαν α­να­γκα­στι­κά α­γό­ρια και κο­ρί­τσια μα­ζί. Το ί­διο και το “κρυ­φτό στα σκο­τει­νά” ή και τα ε­πι­τρα­πέ­ζια, τις βρα­δι­νές ώ­ρες που οι γει­το­νιές δεν προ­σφέ­ρο­νταν για να παί­ξουν το “στρα­τό”. Όταν, πά­ντως, έ­παι­ζε με τον με­γα­λύ­τε­ρο ε­ξά­δελ­φό της, οι ρό­λοι στο εν λό­γω παι­χνί­δι ή­ταν δε­δο­μέ­νοι, α­ξιω­μα­τι­κός ε­κεί­νος και στρα­τιώ­της, ο­νό­μα­τι Μά­ριος, ε­κεί­νη. Εκτός α­πό το πρώ­το κε­φά­λαιο, που εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο στα “παι­χνί­δια πο­λέ­μου”, στο βι­βλίο πα­ρα­τάσ­σο­νται έ­ντε­κα α­κό­μη κεί­με­να. Στον υ­πό­τιτ­λο, α­πο­κα­λού­νται “α­φη­γή­σεις”. Η συγ­γρα­φέ­ας, ω­στό­σο, ει­σα­γω­γι­κά, σπεύ­δει να τα χα­ρα­κτη­ρί­σει “α­προσ­διό­ρι­στης ταυ­τό­τη­τας κεί­με­να”. Αυ­τό α­πο­τε­λεί μια πρώ­τη νύ­ξη για την α­να­μέ­τρη­ση της α­φη­γή­τριας με το ε­πι­στη­μο­νι­κό alter ego της παι­δα­γω­γού και κοι­νω­νιο­λό­γου, που δια­κρί­νε­ται α­πό την πρώ­τη μέ­χρι την τε­λευ­ταία σε­λί­δα. Εί­ναι προ­φα­νές, ό­τι η συγ­γρα­φέ­ας θα χρεια­στεί έ­να δεύ­τε­ρο πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο για να α­παλ­λα­γεί ο­ρι­στι­κά α­πό τον σφι­χτό κορ­σέ του ε­πι­στη­μο­νι­κού ορ­θο­λο­γι­σμού, ο ο­ποίος, κα­τά τη γνώ­μη μας, α­πο­βαί­νει ζη­μιο­γό­νος.  

Κοι­νω­νιο­λο­γι­κή ο­πτι­κή

Εμείς θα τα κα­τα­τάσ­σα­με στις εν­δια­φέ­ρου­σες βιω­μα­τι­κές α­φη­γή­σεις, κα­θώς σκια­γρα­φούν πα­ρελ­θο­ντι­κά το­πία με πλα­γίως ει­ρω­νι­κή ο­πτι­κή. Όταν, βε­βαίως, αυ­τές δεν ναρ­κο­θε­τού­νται α­πό τα δι­δα­κτι­κά φάλ­τσα της παι­δα­γω­γού και τις α­νη­συ­χίες της κοι­νω­νιο­λό­γου μην και δια­τα­ραχ­θούν οι νόρ­μες του πο­λι­τι­κά ορ­θού. Αυ­τό συμ­βαί­νει, κυ­ρίως, στο προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα και το ε­πί­με­τρο, που προ­δια­θέ­τουν αρ­νη­τι­κά, δε­δο­μέ­νου ό­τι, σε μια συλ­λο­γή πε­ζών, ο α­να­γνώ­στης ξε­κι­νά συ­χνά α­πό ε­κεί για να σχη­μα­τί­σει μια πρώ­τη ει­κό­να. 
Απο­ρίες της μορ­φής, “για­τί να εν­δια­φερ­θούν α­να­γνώ­στες για τη δι­κή μου ζωή”, ή και α­πο­φάν­σεις του τύ­που, “δεν έ­χω κα­θό­λου μυ­θο­πλα­στι­κές ι­κα­νό­τη­τες”, που δια­τυ­πώ­νο­νται ει­σα­γω­γι­κά, πέ­ραν της α­στο­χίας τους, προ­δί­δουν α­να­σφά­λεια. Όσο για την α­νη­συ­χία που εκ­φρά­ζε­ται πε­ρί “κα­τα­σκευα­σμέ­νης α­νά­μνη­σης”, αυ­τή μπο­ρεί και να έ­μει­νε κα­τά­λοι­πο α­πό το μα­κρό­χρο­νο συγ­χρω­τι­σμό με έ­ναν ι­στο­ρι­κό, που α­φιέ­ρω­σε πο­λύ χρό­νο για να α­να­θεω­ρή­σει τις μνη­μο­νι­κές κα­τα­σκευές. Τέ­λος, ο α­πο­λο­γη­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας του ε­πί­με­τρου, το ο­ποίο ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στο πα­λαιό­τε­ρο παι­δα­γω­γι­κό σύ­στη­μα που εί­χε ως α­κρο­γω­νιαίο λί­θο το “ξύ­λο” και τους γο­νείς που το υιο­θε­τού­σαν, μό­νο ψυ­χα­να­λυ­τι­κά, ως κεί­με­νο ε­νο­χι­κής κό­ρης, μπο­ρεί να ερ­μη­νευ­θεί.
Στην κα­τά­τα­ξη του υ­λι­κού, φαί­νε­ται πως υ­πε­ρί­σχυ­σε η α­ντί­λη­ψη της ε­πι­στή­μο­νος. Αντί της χρο­νο­λο­γι­κής σει­ράς, που θα έ­στρω­νε μια αυ­το­βιο­γρα­φι­κή α­φή­γη­ση, προ­κρί­θη­κε η θε­μα­τι­κή πα­ρου­σία­ση. Ωστό­σο, η α­να­σύν­θε­ση των τριών τεσ­σά­ρων ε­κτε­νέ­στε­ρων κε­φα­λαίων μα­ζί με το ά­πλω­μα και τη συσ­σω­μά­τω­ση των υ­πο­λοί­πων θα έ­δι­νε έ­να πρώ­το τό­μο αυ­τής της υ­πο­θε­τι­κής αυ­το­βιο­γρά­φη­σης. Αν κρα­τού­σα­με ως κέ­ντρο βά­ρος της μαρ­τυ­ρίας τους τό­πους, θα ή­ταν ο τό­μος Βέ­ροια-Πύρ­γος Ηλείας-Αθή­να, ό­που θα έ­με­νε και υ­πό­λοι­πο για έ­ναν δεύ­τε­ρο, Αθή­να-Πα­ρί­σι. 
Όπως και να έ­χει, αυ­τή η πρώ­τη α­πό­πει­ρα αυ­το­βιο­γρά­φη­σης εν­σω­μα­τώ­νει ποι­κί­λες, δια­φο­ρε­τι­κού τύ­που, μαρ­τυ­ρίες. Από την πα­ρα­στα­τι­κή πε­ρι­γρα­φή για το πώς με­γά­λω­νε άλ­λο­τε έ­να κο­ρί­τσι και το πό­σο δε­σμευ­τι­κό στε­κό­ταν το φύ­λο ό­σο α­φο­ρού­σε τη συμ­με­το­χή στις κοι­νω­νι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, μέ­χρι μαρ­τυ­ρίες γύ­ρω α­πό τους τό­πους και την ε­πο­χή. Κι αυ­τό, χά­ρις στις δια­σταυ­ρώ­σεις οι­κο­γε­νειών δια­φο­ρε­τι­κής προέ­λευ­σης, αλ­λά και τις συ­γκυ­ρίες, α­πό τις ο­ποίες κρα­τά­νε οι α­να­μνή­σεις της α­φη­γή­τριας. 
Ας δώ­σου­με συ­νο­πτι­κά τα τέσ­σε­ρα γε­νε­α­λο­γι­κά δέ­ντρα, κα­θώς, λό­γω της θε­μα­τι­κής πα­ρά­τα­ξης, δεν προ­βάλ­λουν ευ­κρι­νώς. Πρό­κει­ται για τη ζωή της Μα­ρίας Ηλιού, το γέ­νος Γεωρ­γίου Πα­πα­γιάν­νη, “ε­πι­κτη­νία­τρου με βαθ­μό ταγ­μα­τάρ­χη και νο­μο­κτη­νία­τρου”, και της Πι­πί­νας Ζα­ντέ. Γιος ο πα­τέ­ρας του Θα­νά­ση Πα­πα­γιάν­νη, γνω­στού υ­φα­σμα­τέ­μπο­ρου στον Πύρ­γο Ηλείας, και της Αθη­ναίας, α­πο­φοί­του του Αρσα­κείου, Μα­ρί­κας Φω­κά. Κό­ρη η μη­τέ­ρα του Αντώ­νη, γιου του Τι­μο­λέ­ο­ντα Ζα­ντέ, με τον Πύρ­γο στο Βαλ­τε­σι­νί­κο και της Μα­ρίας Ανα­γνω­στο­πού­λου α­πό τη γνω­στή πυρ­γιώ­τι­κη οι­κο­γέ­νεια. Συ­νο­λι­κά, τρεις οι πυρ­γιώ­τι­κες οι­κο­γέ­νειες, που, ό­πως οι πε­ρισ­σό­τε­ρες εύ­πο­ρες ε­κεί­νης της ε­πο­χής, μοί­ρα­ζαν το χρό­νο α­νά­με­σα στο σπί­τι της πό­λης, στην πε­ριο­χή του Επαρ­χείου για τους πρού­χο­ντες, και το χτή­μα τους. Τα “μυ­θι­κά χτή­μα­τα” στον κά­μπο, γραμ­μέ­να με κε­φα­λαίο χι. 

Δια­σταυ­ρού­με­νες μαρ­τυ­ρίες

Οι μαρ­τυ­ρίες δί­νουν στα γε­γο­νό­τα ι­διαί­τε­ρη υ­πό­στα­ση, δια­φο­ρε­τι­κή α­πό ε­κεί­νη της ι­στο­ρι­κής τους κα­τα­γρα­φής. Ενώ οι δια­σταυ­ρώ­σεις μαρ­τυ­ριών ε­ντεί­νουν την αί­σθη­ση ό­τι ο πα­ρελ­θο­ντι­κός κό­σμος νε­κρα­να­σταί­νε­ται. Μι­κρή ση­μα­σία έ­χει, αν πρό­κει­ται για α­προ­σχη­μά­τι­στες μαρ­τυ­ρίες ή συ­γκε­κα­λυμ­μέ­νες σε διη­γη­μα­τι­κή μορ­φή. Πε­ρι­συλ­λέ­γου­με, εν­δει­κτι­κά, με­ρι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα α­πό τις “α­φη­γή­σεις” της Ηλιού, σε πα­ράλ­λη­λη α­νά­γνω­ση με κά­ποια άλ­λα α­πό προ­γε­νέ­στε­ρα βι­βλία. Εί­ναι α­πό την Κα­το­χή, στον Πύρ­γο Ηλείας. Δυο παι­διά δια­βά­ζουν ι­στο­ρίες του Αλφόν­σου Ντω­ντέ: Η ο­χτά­χρο­νη Μα­ρία Πα­πα­γιάν­νη, σε έ­να δω­μά­τιο, που “εί­χε το α­νε­κτί­μη­το προ­σόν ε­νός βα­θειού περ­βα­ζιού στο πα­ρα­θύ­ρι...ό­που μπο­ρού­σες να σκαρ­φα­λώ­νεις με το βι­βλίο σου...” Και ο έ­φη­βος α­φη­γη­τής στο διή­γη­μα «Η δε­κα­ο­χτού­ρα» του Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου, “δί­πλα στο πα­ρά­θυ­ρο, που τύ­λι­ξε τα πό­δια του με μια μάλ­λι­νη κου­βέρ­τα και πή­ρε το μι­κρό, χο­ντρό βι­βλίο...” Ήταν ο «Ταρ­τα­ρί­νος ο εκ Τα­ρα­σκό­νης», το γνω­στό­τε­ρο του Ντω­ντέ, γραμ­μέ­νο το 1872 και με­τα­φρα­σμέ­νο 22 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Η Μα­ρία δεν στά­θη­κε τό­σο τυ­χε­ρή, της έ­τυ­χε «Το Μι­κρού­λι­κο», γραμ­μέ­νο τέσ­σε­ρα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, που χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως μια πρω­τό­λεια αυ­το­βιο­γρά­φη­ση του συγ­γρα­φέα. Το πι­θα­νό­τε­ρο, ή­ταν η δια­σκευή του Νί­κου Κα­ζα­ντζά­κη. Θυ­μά­ται ό­τι δεν την εν­θου­σία­σε. 
Εκεί­νη “νο­σταλ­γού­σε” για χρό­νια το «Πε­τά­ει, πε­τά­ει ο άν­θρω­πος», που εί­χε δια­βά­σει λί­γο νω­ρί­τε­ρα στο αρ­χο­ντι­κό του Πο­λυ­ζωί­δη, πι­θα­νώς κουρ­νια­σμέ­νη στο περ­βά­ζι ε­νός άλ­λου με­γά­λου πα­ρα­θυ­ριού, στη Βέ­ροια, ό­που υ­πη­ρε­τού­σε ο πα­τέ­ρας της πριν με­τα­κι­νη­θεί προς το Αλβα­νι­κό Μέ­τω­πο. Μέ­σα στην α­να­στά­τω­ση της ε­σπευ­σμέ­νης α­να­χώ­ρη­σης της υ­πό­λοι­πης οι­κο­γέ­νειας για την Αθή­να, το βι­βλίο πα­ρά­πε­σε. Χρό­νια με­τά το α­να­ζη­τού­σε στα πα­λαιο­πω­λεία και ταυ­τό­χρο­να, έ­ψα­χνε για το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα, που δεν το εί­χε συ­γκρα­τή­σει. Κά­πο­τε, ε­ντο­πί­στη­κε ο συγ­γρα­φέ­ας. Πρό­κει­ται για τον Πέ­τρο Πι­κρό. Αργό­τε­ρα, α­να­κά­λυ­ψε το βι­βλίο και το ξα­να­διά­βα­σε. “Ξαφ­νιά­στη­κα”, γρά­φει, “για το πώς έ­να τέ­τοιο βι­βλίο μπο­ρού­σε να δώ­σει τό­ση ευ­χα­ρί­στη­ση σε έ­να παι­δί ε­κεί­νης της η­λι­κίας.” Να θυ­μί­σου­με ό­τι ο Πι­κρός το εί­χε α­φιε­ρώ­σει στην α­νι­ψιά του, μα­θή­τρια του δη­μο­τι­κού το 1931, που εκ­δό­θη­κε το βι­βλίο, με τον υ­πό­τιτ­λο, «Μυ­θι­στό­ρη­μα για γνω­στι­κά παι­διά». Φαί­νε­ται πως έ­να τέ­τοιο κο­ρί­τσι ή­ταν και η Μα­ρία. Πα­ρου­σιά­ζει, ό­μως, εν­δια­φέ­ρον η ε­πι­λε­κτι­κή μνή­μη του παι­διού ή, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, του κο­ρι­τσιού. Συ­γκρά­τη­σε το α­με­ρι­κα­νό­που­λο, τον Τζων, και ό­χι τον έ­φη­βο, Έλλη­να με­τα­νά­στη στην Αμε­ρι­κή, Δή­μα. Όπως και να έ­χει, εί­ναι έ­να α­πό ε­κεί­να τα βι­βλία του Πι­κρού που δεν γνώ­ρι­σαν δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση. Εί­χα­με ελ­πί­σει με την α­να­κοί­νω­ση Απά­ντων Πι­κρού α­πό τις εκ­δό­σεις Άγρα, αλ­λά, ό­πως ό­λα τα φι­λό­δο­ξα σχέ­δια, έ­τσι και τα Άπα­ντα Πι­κρού στα­μά­τη­σαν  στους πρώ­τους τό­μους.
Η δια­σταύ­ρω­ση, ό­μως, των μαρ­τυ­ριών Ηλιού - Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου α­φο­ρά κυ­ρίως τα “μυ­θι­κά χτή­μα­τα” στον Πύρ­γο Ηλείας. Μο­να­δι­κό και κυ­ρίαρ­χο το πα­τρι­κό χτή­μα στις πα­ρυ­φές της πό­λης στα διη­γή­μα­τα του δεύ­τε­ρου, ε­νώ, στο βι­βλίο της Ηλιού, α­να­φέ­ρο­νται και συγ­γε­νι­κά χτή­μα­τα. Έτσι, πά­ντως, κα­θώς μνη­μο­νεύο­νται στις α­φη­γή­σεις της, πολ­λα­πλώς και ε­πί τρο­χά­δην, α­πο­μέ­νουν σαν το α­δρό πε­ρί­γραμ­μα μιας α­φή­γη­σης, που δεν γρά­φτη­κε α­κό­μη. Συ­γκρα­τού­με α­πό τις πυρ­γιώ­τι­κες α­να­μνή­σεις της την α­να­φο­ρά στην Ελε­ο­νώ­ρα, “τη χο­ντρή της γει­το­νιάς” της. Εί­ναι η δα­σκά­λα του ι­διαί­τε­ρου των γαλ­λι­κών στο ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα του Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου. Την “α­πα­θα­νά­τι­σε συ­ναρ­πα­στι­κά”, σχο­λιά­ζει η Ηλιού. Μάλ­λον την α­νά­κλη­ση των παι­δι­κών του φα­ντα­σιώ­σεων “α­πα­θα­νά­τι­σε” σα­ρά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα ο συγ­γρα­φέ­ας, τωό­ντι, συ­ναρ­πα­στι­κά.    

Γερ­μα­νοί και Ιτα­λοί

Αντι­στρέ­φου­με τον τίτ­λο του έ­βδο­μου κε­φα­λαίου, «Ιτα­λοί και Γερ­μα­νοί». Γερ­μα­νοί και Ιτα­λοί και πά­λι Γερ­μα­νοί. Οι μαρ­τυ­ρίες αλ­λη­λο­συ­μπλη­ρώ­νο­νται, ε­νώ συ­χνά συμ­βαί­νει στα ε­πί μέ­ρους να α­ντι­φά­σκουν. Πα­ρα­μέ­νο­ντας στον Πύρ­γο Ηλείας, έ­να πα­ρά­δειγ­μα α­πό τις η­μέ­ρες πο­λέ­μου εί­ναι εν­δει­κτι­κό. Η Μα­ρία θυ­μά­ται: “Ήχη­σε η σει­ρή­να του συ­να­γερ­μού και συγ­χρό­νως κα­τέ­φθα­σαν τα γερ­μα­νι­κά Στού­κας... Από τις έ­ξι, νο­μί­ζω, βόμ­βες που έ­πε­σαν στον Πύρ­γο, κα­μιά δεν έ­κα­νε ου­σια­στι­κή ζη­μιά, ού­τε υ­πήρ­ξαν θύ­μα­τα. «Έβα­λε το χέ­ρι του ο Άγιος Χα­ρά­λα­μπος και α­στό­χη­σαν οι Γερ­μα­να­ρά­δες», ή­ταν η ά­πο­ψη που κυ­κλο­φό­ρη­σε στη γει­το­νιά... Λί­γες μέ­ρες με­τά, βρι­σκό­μουν στο κα­τά­στη­μα των κο­ρι­τσιών, στην κε­ντρι­κή ε­μπο­ρι­κή ο­δό της πό­λης, την ο­δό Ερμού. Τα κο­ρί­τσια ή­ταν οι τέσ­σε­ρες α­δερ­φές Σταυ­ρο­πού­λου...κρα­τού­σαν το ε­μπο­ρι­κό κα­τά­στη­μα κα­πέ­λων... Από την πόρ­τα του κα­πε­λά­δι­κου... ά­κου­σα και εί­δα να προ­χω­ρούν στην πό­λη τα πρώ­τα γερ­μα­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα κα­το­χής. Εμπρός έ­νας μο­το­συ­κλε­τι­στής  και α­κο­λου­θού­σαν διά­φο­ρα τρο­χο­φό­ρα και στρα­τός...”
Την Κυ­ρια­κή, 27 Απρι­λίου 1941, α­φού την προ­η­γού­με­νη εί­χαν κα­τα­λη­φθεί Πά­τρα και Αί­γιο, “δυο ι­τα­λι­κά α­ε­ρο­πλά­να έ­ρι­ξαν πέ­ντε έ­ξι βόμ­βες στον Πύρ­γο”, ο συ­νο­μή­λι­κός της Γιώρ­γος Σκου­λα­ρί­κος πε­ρι­γρά­φει α­να­λυ­τι­κά τις δια­δρο­μές τους: “Η μια έ­πε­σε σε μια χα­μο­κέ­λα στο α­διέ­ξο­δο στε­νό πί­σω α­πό την ο­δό Αχό­λου και σκό­τω­σε έ­να γαϊδα­ρο. Η δεύ­τε­ρη στην πλα­τεία Αυ­γε­ρι­νού. Η τρί­τη α­νά­με­σα στου Ξυ­στρή και στου Πι­τσι­νού χω­ρίς να ε­κρα­γεί. Οι υ­πό­λοι­πες πέ­σα­νε μα­ζε­μέ­νες στα Μπε­ρε­τσαίι­κα, στου Συ­ντέ­του το Λιο­στά­σι.” Στις 5 Μαΐου 1941, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην πό­λη σώ­μα 700 Ιτα­λών στρα­τιω­τών. 
Για το Τάγ­μα Ασφα­λείας, που ε­γκα­τα­στά­θη­κε στις 20 Μαΐου 1943, με ε­πι­κε­φα­λής τον ταγ­μα­τάρ­χη Γεώρ­γιο Κοκ­κώ­νη, κα­θώς και για την α­να­χώ­ρη­ση των Γερ­μα­νών και ό­σα α­κο­λού­θη­σαν, στο βι­βλίο της Ηλιού, οι μαρ­τυ­ρίες δί­νο­νται έμ­με­σα, μέ­σα α­πό τα τεκ­μή­ρια που εν­σω­μα­τώ­νο­νται στην α­φή­γη­ση: έ­να υ­πη­ρε­σια­κό ση­μείω­μα του Κοκ­κώ­νη, με η­με­ρο­μη­νία 6 Ιου­λίου 1944, και α­πό­σπα­σμα μα­θη­τι­κής έκ­θε­σης, με θέ­μα «Η η­μέ­ρα της ο­δο­μα­χίας». Αυ­τό το δεύ­τε­ρο α­να­φέ­ρε­ται στη μά­χη με­τα­ξύ Ελα­σι­τών και αν­δρών του Κοκ­κώ­νη, που στή­ρι­ζαν τη ντό­πια δύ­να­μη της Χω­ρο­φυ­λα­κής. Η σύ­γκρου­ση άρ­χι­σε  στις 8 Μαΐου 1944 και κρά­τη­σε δυο μέ­ρες. Η α­φή­γη­ση έ­χει βο­η­θη­τι­κό ρό­λο για το τι βίω­σε “τις μέ­ρες των ο­δο­μα­χιών ε­κεί­νη η γω­νιά της πό­λης, περ­νώ­ντας κά­θε τό­σο α­πό τη μία ε­ξου­σία στην άλ­λη, ε­νώ βαλ­λό­ταν α­διά­κο­πα α­πό τα α­ντι­κρι­στά κα­μπα­να­ριά της Αγια-Κυ­ρια­κής και του Αϊ-Νι­κό­λα που εί­χαν κα­τα­λη­φθεί α­πό τους ε­μπό­λε­μους... Τα Τάγ­μα­τα Ασφα­λείας νι­κή­θη­καν. Ο Κοκ­κώ­νης σκο­τώ­θη­κε.” Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον η ση­μα­το­δό­τη­ση του χώ­ρου της ο­δο­μα­χίας με τα κα­μπα­να­ριά, σε σύ­γκρι­ση με άλ­λη πε­ρι­γρα­φή, που στη­ρί­ζε­ται στα δη­μό­σια κτί­ρια: “Ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες και χω­ρο­φύ­λα­κες εί­χαν πιά­σει τρία κτί­ρια –Δη­μαρ­χείο, Επαρ­χείο και Δι­κα­στι­κό Μέ­γα­ρο– με αρ­κε­τό και βα­ρύ ο­πλι­σμό δεν πα­ρα­δί­δο­νταν... ”   

Απο­ρίες

Αυ­τός εί­ναι ο τίτ­λος της τε­λευ­ταίας, δω­δέ­κα­της α­φή­γη­σης και στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό το ε­ρώ­τη­μα, “πώς να φυ­τρώ­νουν τα παι­διά στην κοι­λιά της μα­μάς τους”. Θα μπο­ρού­σε, ω­στό­σο, να έ­χει τον ί­διο τίτ­λο με το πρώ­το  διή­γη­μα του Γιώρ­γη Για­τρο­μα­νω­λά­κη στο νέο του βι­βλίο, «Τρία α­πρό­σε­κτα διη­γή­μα­τα», «Η πε­ρίο­δος της Ει­ρή­νης». Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον η θε­μα­τι­κή συ­νά­ντη­ση μιας βιω­μα­τι­κής α­φή­γη­σης με μια α­μι­γώς μυ­θο­πλα­στι­κή. Κο­ρί­τσι χή­ρας μη­τέ­ρας η Μα­ρία, δεν έ­λυ­σε τις α­πο­ρίες της ού­τε στα έ­ξι ού­τε ό­ταν κο­πέ­λα εί­δε τις πρώ­τες “στα­γό­νες αί­μα”. Τό­τε για τα φι­λο­πε­ρίερ­γα παι­διά, των κο­ρα­σί­δων συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων, υ­πήρ­χαν οι Εγκυ­κλο­παί­δειες και τα λε­ξι­κά. Από ε­κεί έ­μα­θε τό­σο ο ή­ρωας του δεύ­τε­ρου διη­γή­μα­τος του Για­τρο­μα­νω­λά­κη ό­σο και η Μα­ρία, ό­τι τα αι­δοία ή­ταν τρία και ό­χι έ­να. 
Αυ­τό το κε­φά­λαιο, ό­πως και τα άλ­λα σύ­ντο­μα του βι­βλίου, ξε­κι­νούν α­φη­γη­μα­τι­κά, μό­νο που στην α­νά­πτυ­ξη του συ­γκε­κρι­μέ­νου θέ­μα­τος, για να α­γκα­λιά­σουν ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, συ­ντο­μεύουν τις πε­ρι­γρα­φές. Σαν να μην υ­πάρ­χει το α­να­γκαίο πε­ρι­θώ­ριο χώ­ρου και χρό­νου. Σε α­ντί­θε­ση, το ε­ναρ­κτή­ριο, “παι­χνί­δια πο­λέ­μου”, και δυο α­κό­μη, η “σχο­λι­κή πε­ρι­διά­βα­ση” και το “έ­να δι­κό σου δω­μά­τιο”, έ­χουν την α­φη­γη­μα­τι­κή έ­κτα­ση, που α­παι­τούν πρό­σω­πα και κα­τα­στά­σεις. Όσο για το μο­να­δι­κό δη­μο­σιευ­μέ­νο κεί­με­νο, «Αφα­νείς δια­δρο­μές στη δε­κα­ε­τία του ’40», ό­ντας γραμ­μέ­νο για πε­ριο­δι­κό, α­να­γκα­στι­κά συ­μπυ­κνώ­νει έ­να υ­λι­κό, που θα χρεια­ζό­ταν να του δο­θεί πε­ρισ­σό­τε­ρος χώ­ρος. Με άλ­λα λό­για, οι συ­γκε­κρι­μέ­νες α­να­δρο­μές βίου συ­νι­στούν μεν έ­να εν­δια­φέ­ρον α­νά­γνω­σμα, αλ­λά πι­στεύου­με ό­τι ε­μπε­ριέ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ψα­χνό, που έ­μει­νε ε­κτός. Αυ­τά, για ό­ση α­ξία έ­χει η γνώ­μη ε­νός συ­στη­μα­τι­κού α­να­γνώ­στη. Εν α­να­μο­νή, λοι­πόν, δεύ­τε­ρου τό­μου. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/3/2013.

Πολλαπλό αφηγηματικό αρχιτεκτόνημα



Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου
«Το πρό­σω­πο του ου­ρα­νού»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Φε­βρουά­ριος 2013

Στην πε­ζο­γρα­φι­κή σο­δειά της περ­σι­νής χρο­νιάς, στα­θε­ρό στοι­χείο της υ­πό­θε­σης ε­κτε­νέ­στε­ρων και συ­ντο­μό­τε­ρων έρ­γων α­πο­τε­λεί η τρέ­χου­σα κρί­ση. Σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, προ­βάλ­λει ως το κυ­ρίως θέ­μα, συ­χνό­τε­ρα α­να­φέ­ρε­ται δευ­τε­ρευό­ντως, ως πα­ρά­γων, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο, κα­θο­ρι­στι­κός στη ζωή των η­ρώων. Γε­νι­κό­τε­ρα, φαί­νε­ται να ο­ρί­ζει το φό­ντο, στο ο­ποίο ε­κτυ­λίσ­σο­νται ό­σα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και διη­γή­μα­τα το­πο­θε­τού­νται σε πα­ρο­ντι­κό χρό­νο. Πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν το α­να­πό­φευ­κτο πλαί­σιο, μέ­σα α­πό τη στε­ρεό­τυ­πη μορ­φή, που της έ­χουν δώ­σει ο Τύ­πος και η τη­λεό­ρα­ση, με την έμ­φα­ση στις οι­κο­νο­μι­κές ε­πι­πτώ­σεις. Η Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου, χω­ρίς να βιά­ζε­ται, δια­τη­ρώ­ντας τους συγ­γρα­φι­κούς της ρυθ­μούς, έ­να βι­βλίο πε­ρί­που α­νά τριε­τία, έ­γρα­ψε και αυ­τή έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα συ­νυ­φα­σμέ­νο με την κρί­ση. Μό­νο που, στο δι­κό της βι­βλίο, η κρί­ση δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στις ελ­λη­νι­κές της δια­στά­σεις. Το κέ­ντρο του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού της χώ­ρου μέ­νει το­πο­θε­τη­μέ­νο στην Αγγλία, ει­δι­κό­τε­ρα, ό­πως και στις προ­η­γού­με­νες ι­στο­ρίες της, στη βο­ρειο­α­να­το­λι­κή πλευ­ρά της χώ­ρας. Εκεί ε­γκα­τα­στά­θη­κε πριν δώ­δε­κα χρό­νια η η­ρωί­δα της για σπου­δές και ε­κεί πα­ρα­μέ­νει. Αλλά­ζει μό­νο η πό­λη, κα­θώς η κα­τοι­κία με­τα­φέ­ρε­ται λί­γο νο­τιό­τε­ρα, α­πό το Εδιμ­βούρ­γο στις δί­δυ­μες πό­λεις, Νιού­κασλ και Σά­ντερ­λα­ντ. Η μυ­θο­πλα­σία, ω­στό­σο, δεν ε­μπλου­τί­ζε­ται α­πό τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των βρε­τα­νι­κών πό­λεων, που ε­πι­λέ­γο­νται. Για πα­ρά­δειγ­μα, οι συ­γκε­κρι­μέ­νες δυο πό­λεις φαί­νε­ται να προ­τι­μώ­νται για τις α­νά­γκες της πλο­κής, λό­γω της γειτ­νία­σής τους, και ό­χι για την ι­στο­ρία και τη φυ­σιο­γνω­μία τους, ό­πως η α­να­με­τα­ξύ τους δια­μά­χη, που κρα­τά­ει α­πό τον 16ο αιώ­να, με­ταλ­λασ­σό­με­νη στο εν­διά­με­σο α­πό οι­κο­νο­μι­κή σε πο­δο­σφαι­ρι­κή. 
Το βα­σι­κό στοι­χείο, που προ­σελ­κύει το εν­δια­φέ­ρον στα βι­βλία της Κολ­λιά­κου, εί­ναι η η­ρωί­δα της. Πι­θα­νώς να συ­νι­στά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των ε­φή­βων να δια­λέ­γουν τα α­γα­πη­μέ­να τους α­να­γνώ­σμα­τα με βά­ση τους ή­ρωές τους και να μέ­νουν προ­σκολ­λη­μέ­νοι σε αυ­τά, α­νυ­πο­μο­νώ­ντας να δια­βά­σουν τις και­νού­ριες πε­ρι­πέ­τειες του πρω­τα­γω­νι­στή, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν ο συγ­γρα­φέ­ας τον πα­ρα­κο­λου­θεί να με­γα­λώ­νει και να με­τα­βάλ­λο­νται τα προ­βλή­μα­τα και οι κα­τα­στά­σεις που α­ντι­με­τω­πί­ζει. Κά­πο­τε, ό­μως, ι­σχύει το ί­διο και για τους ε­νή­λι­κες, του­λά­χι­στον ό­σους έ­χουν τά­ση ταύ­τι­σης με χα­ρα­κτή­ρες συ­γκε­κρι­μέ­νου τύ­που. Ακρι­βο­λο­γώ­ντας, η εν λό­γω η­ρωί­δα δεν πα­ρα­μέ­νει η ί­δια. Αλλά­ζει ό­νο­μα, κα­θώς και άλ­λα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, αν και γε­νι­κώς, ε­λά­χι­στες ή και α­νύ­παρ­κτες εί­ναι οι πλη­ρο­φο­ρίες για την ε­ξω­τε­ρι­κή της εμ­φά­νι­ση. Εκεί­νο, που πα­ρα­μέ­νει α­με­τά­βλη­το και α­πλώς, ε­μπλου­τί­ζε­ται με πε­ρισ­σό­τε­ρες λε­πτο­μέ­ρειες, ώ­στε να προ­βάλ­λει ευ­κρι­νέ­στε­ρα η ι­διαι­τε­ρό­τη­τά του, εί­ναι ο χα­ρα­κτή­ρας της. Ευ­θύς εξ αρ­χής, πα­ρου­σιά­ζε­ται συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­να­σφα­λής, με ό­λα τα συ­να­κό­λου­θα στους τρό­πους συ­μπε­ρι­φο­ράς, τα ο­ποία, ό­μως, φα­νε­ρώ­νο­νται, σι­γά σι­γά, μέ­σα α­πό τις νέες δυ­σκο­λίες, που πα­ρου­σιά­ζο­νται, οι­κο­δο­μώ­ντας αρ­τιό­τε­ρα έ­ναν α­να­γνω­ρί­σι­μο τύ­πο. Η η­ρωί­δα της Κολ­λιά­κου μη­ρυ­κά­ζει συ­νε­χώς ό­σα της συμ­βαί­νουν, διυ­λί­ζο­ντας συ­μπε­ρι­φο­ρές προς α­να­ζή­τη­ση κι­νή­τρων και προ­θέ­σεων. Με μειω­μέ­νη αυ­το­ε­κτί­μη­ση, ε­ξαρ­τά­ται σχε­δόν πα­θο­λο­γι­κά α­πό τη γνώ­μη των άλ­λων, ε­πι­ζη­τώ­ντας ε­πι­βε­βαίω­ση και τρέ­μο­ντας την α­πόρ­ρι­ψη. Κά­πως έ­τσι κα­τα­λή­γει να χά­νει την προ­σω­πι­κό­τη­τά της, ε­τε­ρο­προσ­διο­ρι­ζό­με­νη α­πό τον σύ­ζυ­γο, τον ε­ρα­στή ή και κά­ποιο φι­λι­κό πρό­σω­πο. Κι αν πρώ­τη αυ­τή τορ­πι­λί­ζει τη συ­ζυ­γι­κή σχέ­ση με την εύ­ρε­ση ε­ρα­στή, ο τρό­πος που συ­γκα­λύ­πτει την πα­ρα­σπον­δία της δεν εί­ναι πα­ρά μια ε­πι­πλέ­ον έν­δει­ξη της α­νω­ρι­μό­τη­τάς της.
Για μια πα­ρό­μοια η­ρωί­δα, η καλ­λιέρ­γεια νέων σχέ­σεων αλ­λά και η δια­τή­ρη­ση, κυ­ρίως η δια­κο­πή, των πα­λαιών δε­σμών προσ­λαμ­βά­νουν δια­στά­σεις πε­ρι­πέ­τειας, με ε­κεί­νη με­τέω­ρη α­νά­με­σα σε α­κραίες συ­μπε­ρι­φο­ρές εν­δο­τι­κό­τη­τας και ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας ή, η­πιό­τε­ρα, κα­χυ­πο­ψίας. Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα, η η­ρωί­δα έ­χει φθά­σει αι­σίως τα τριά­ντα ο­κτώ και οι προ­βλη­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις, που α­ντι­με­τω­πί­ζει, συμ­βα­δί­ζουν με την η­λι­κία της. Υπάρ­χει και πά­λι σύ­ζυ­γος, Άγγλος. Μό­νο που, με­τά δε­κα­πε­ντα­ε­τή συμ­βίω­ση, με­τρώ­ντας και την προ­γα­μιαία στην Αθή­να, ό­που και εί­χαν γνω­ρι­στεί, η σχέ­ση κλυ­δω­νί­ζε­ται. Εκεί­νος ε­γκα­θί­στα­ται προ­σω­ρι­νά σε άλ­λο τό­πο, ε­νώ ε­πι­κρέ­μα­ται η α­πει­λή του ο­ρι­στι­κού χω­ρι­σμού. Εδώ, ό­μως, οι νέες πε­ρι­πέ­τειες ο­φεί­λο­νται, κυ­ρίως, στο δε­κα­ε­τή γιο. Σχέ­ση, έ­τσι κι αλ­λιώς, προ­βλη­μα­τι­κή λό­γω της η­λι­κίας του, που γί­νε­ται α­κό­μη δυ­σκο­λό­τε­ρη για μια φύ­σει ε­νο­χι­κή μη­τέ­ρα, η ο­ποία νιώ­θει δυ­σά­ρε­στα με την πα­ρα­μι­κρή πρω­το­βου­λία. Σε αυ­τήν την πυ­ρη­νι­κή οι­κο­γέ­νεια, προ­στί­θε­ται και πά­λι η μη­τέ­ρα της η­ρωί­δας, ό­που, ό­μως, σκια­γρα­φεί­ται έ­νας κά­πως δια­φο­ρε­τι­κός τύ­πος. Για τις α­νά­γκες της μυ­θο­πλα­σίας, δια­κα­τέ­χε­ται α­πό “κα­το­χι­κά σύν­δρο­μα”, κα­τα­λή­γο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­στα­τευ­τι­κή ό­σο και κα­τα­πιε­στι­κή, με μό­νι­μο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το σχε­δόν α­δύ­να­το της συ­νεν­νό­η­σης κό­ρης και μη­τέ­ρας. Σε α­ντί­θε­ση, με τον γε­μά­το κα­τα­νό­η­ση πα­τέ­ρα, α­πο­θα­νό­ντα στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης, ό­πως και τα πε­θε­ρι­κά της, για τους ο­ποίους ε­πι­νο­εί­ται έ­να τρα­γι­κό ι­στο­ρι­κό. Από ψυ­χο­λο­γι­κής ά­πο­ψης, πι­θα­νώς και α­να­γκαίο, για να αι­τιο­λο­γη­θεί ο α­κα­τα­στά­λα­κτος, κα­τα­πιε­σμέ­νος, αλ­λά και συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­να­σφα­λής, σύ­ζυ­γος.
Σε τρί­το πρό­σω­πο ο κυ­ρίως κορ­μός της α­φή­γη­σης, μοι­ρά­ζε­ται στον εν­διά­θε­το λό­γο των δυο ε­σω­στρε­φών συ­ζύ­γων, ό­που φα­νε­ρώ­νε­ται η ε­κα­τέ­ρω­θεν αλ­λη­λο­ε­ξάρ­τη­ση, χω­ρίς να δί­νε­ται ο­ρι­στι­κή λύ­ση στην α­να­με­τα­ξύ τους συ­ναι­σθη­μα­τι­κή εκ­κρε­μό­τη­τα. Αυ­τό το α­νοι­χτό τέ­λος, που η συγ­γρα­φέ­ας προ­τι­μά στις ι­στο­ρίες της, α­φαι­ρεί την έκ­πλη­ξη της α­να­τρο­πής. Ίσως, ό­μως, και να μην χρειά­ζε­ται σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα με τό­σα θε­μα­τι­κά ευ­ρή­μα­τα. Κα­τ’ αρ­χάς, μια υ­πό­θε­ση, που στρέ­φε­ται ποι­κι­λο­τρό­πως γύ­ρω α­πό τα σύν­νε­φα, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το ό­νο­μα της η­ρωί­δας. Μια Νε­φέ­λη, που μπο­ρεί μεν να μην έ­τε­κε, ό­πως η μυ­θο­λο­γι­κή, Κέ­νταυ­ρους, αλ­λά ο γιος της δεν α­πέ­χει και πο­λύ α­πό έ­να τε­ρα­τά­κι τύ­που Χά­ρι Πό­τερ. Μια Νε­φέ­λη, που συ­νή­θι­σε να ζει κά­τω α­πό έ­ναν μο­νί­μως νε­φε­λώ­δη ου­ρα­νό, ε­νώ α­πει­λη­τι­κά σύν­νε­φα πλη­θαί­νουν στη ζωή της. Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά το στε­νά υ­παρ­ξια­κού και κοι­νω­νι­κού χα­ρα­κτή­ρα πλαί­σιο. Το μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­μως, εμ­φα­νί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο φι­λό­δο­ξο, κα­θώς α­να­μι­γνύει στο μύ­θο σύγ­χρο­νους ε­φιάλ­τες. Ξε­κι­νώ­ντας α­πό τα σύν­νε­φα, μέ­ρος της μυ­θο­πλα­σίας α­να­φέ­ρε­ται στις ε­πεμ­βά­σεις, που ε­πι­χει­ρού­νται στα και­ρι­κά φαι­νό­με­να, τό­σο για κα­λούς ό­σο και για δό­λιους σκο­πούς, ό­πως ο ψε­κα­σμός των νε­φών με δη­λη­τη­ριώ­δη χη­μι­κά για την εκ­κα­θά­ρι­ση α­νε­πι­θύ­μη­των πλη­θυ­σμών.
Αυ­τήν την οι­κου­με­νι­κή προ­βο­λή την ε­πι­τυγ­χά­νει με την πα­ρεμ­βο­λή, ε­ναλ­λάξ με τα κε­φά­λαια του κυ­ρίως κορ­μού, κε­φα­λαίων α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα, που συγ­γρά­φει ο πα­νε­πι­στη­μια­κός σύ­ζυ­γος της Νε­φέ­λης, ό­ταν τον α­πο­λύουν. Συ­νο­λι­κά δέ­κα ε­φτά, τα δέ­κα τέσ­σε­ρα με τίτ­λους, τα υ­πό­λοι­πα τρία εν­σω­μα­τω­μέ­να στη διή­γη­σή του, πα­ρου­σιά­ζο­νται να έ­χουν ως πρό­τυ­πο τη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή ά­λυ­σο του «Χά­ρι Πό­τερ». Από ε­κεί δα­νεί­ζε­ται ο ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας τα ο­νό­μα­τα των η­ρώων του, και σε μια προ­σπά­θεια συ­νο­μι­λίας με τα α­να­γνώ­σμα­τα του γιου του. Τε­λι­κά, ω­στό­σο, αυ­τό το μί­νι μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρα­πέ­μπει  πε­ρισ­σό­τε­ρο στους α­διέ­ξο­δους κό­σμους του Όργουε­λ, λει­τουρ­γώ­ντας σαν μια δυ­στο­πία ε­νός ό­χι και τό­σο μα­κρι­νού  μέλ­λο­ντος. 
Όσο για τα σύν­νε­φα ως έ­να α­πό τα κε­ντρι­κά μο­τί­βα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, δεν α­πο­κλείε­ται η συγ­γρα­φέ­ας να πή­ρε την ι­δέα α­πό το προ ε­ξα­ε­τίας αγ­γλι­κό μπε­στ σέ­λερ «The cloudspotter’s guide». Το βι­βλίο με­τα­φρά­στη­κε στα ελ­λη­νι­κά, αλ­λά δεν μπή­κε στα ευ­πώ­λη­τα, πα­ρά την πα­ραλ­λα­γή στην α­πό­δο­ση του τίτ­λου, «Οδη­γός του α­νέ­με­λου πα­ρα­τη­ρη­τή των νε­φών», σε μια α­πό­πει­ρα να δο­θεί έ­νας α­νά­λα­φρος τό­νος στον ο­νο­μα­το­λο­γι­κό φόρ­το. Της συγ­γρα­φέως, πά­ντως, δεν θα της χρειά­στη­κε έ­νας τό­σο διε­ξο­δι­κός ο­δη­γός ού­τε για το ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο ού­τε για το κυ­ρίως μυ­θι­στό­ρη­μα. Στο πρώ­το, για­τί το βά­ρος δί­νε­ται στις πρα­κτι­κές δυ­σκο­λίες των χει­ρι­στών ε­νός α­νε­μό­πτε­ρου βομ­βαρ­δι­στι­κού νε­φών και λι­γό­τε­ρο στις συ­ναι­σθη­μα­τι­κές τους με­τα­πτώ­σεις, ό­ταν α­ντι­κρί­ζουν τις ποι­κι­λίες νε­φών. Και στο δεύ­τε­ρο, για­τί τα νέ­φη γί­νο­νται μεν θέ­μα συ­ζή­τη­σης, με α­φορ­μή τον γιο, που γρά­φει εκ­θέ­σεις α­ντι­γρά­φο­ντας τον πα­τέ­ρα του, κα­θώς και χά­ρις σε έ­ναν πρό­σθε­το ή­ρωα, κα­νέ­νας, ό­μως, δεν πεί­θει για πα­θια­σμέ­νος πα­ρα­τη­ρη­τής νε­φών. 
Στα βι­βλία της, η Κολ­λιά­κου ε­πα­να­λαμ­βά­νει ο­ρι­σμέ­νες σκη­νές, ό­πως, λ.χ., οι κω­μι­κο­τρα­γι­κές σε ο­δο­ντια­τρείο, κα­θώς και κά­ποια μυ­θο­πλα­στι­κά τε­χνά­σμα­τα. Ένα α­πό αυ­τά εί­ναι η ε­μπλο­κή στην υ­πό­θε­ση μιας η­ρωί­δας ε­κτός οι­κο­γε­νεια­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, που λει­τουρ­γεί ως κα­τα­λύ­της στις ό­ποιες ε­ξε­λί­ξεις. Στη νου­βέ­λα «Λώ­ρος» του προ­η­γού­με­νου βι­βλίου, ε­πρό­κει­το για μια δυ­να­μι­κή γυ­ναί­κα, που συμ­βιώ­νει με τη σύ­ντρο­φό της και α­να­λαμ­βά­νει το ρό­λο του πα­τέ­ρα κα­τά την ε­γκυ­μο­σύ­νη της. Εδώ, εί­ναι μια ε­ξί­σου αυ­τάρ­κης και δυ­να­μι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα, που πα­ρου­σιά­ζε­ται ως “συλ­λέκ­τρια νε­φώ­ν”. Αυ­τό ση­μαί­νει, ό­πως ε­ξη­γεί, ό­τι φω­το­γρα­φί­ζει σύν­νε­φα και κα­τα­γρά­φει ποια εί­δη βλέ­πει. Κα­μία ο­μοιό­τη­τα, ω­στό­σο, με τον Για­πω­νέ­ζο ή­ρωα του γαλ­λι­κού μπε­στ σέ­λε­ρ, «La theorie des nuages», με τον ο­ποίο έ­σπευ­σε να την συ­γκρί­νει βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής. Κι αυ­τό, ό­χι για­τί δεν συλ­λέ­γει και ε­κεί­νη ο­τι­δή­πο­τε έ­χει σχέ­ση με την πα­ρα­τή­ρη­ση των νε­φών, αλ­λά για­τί την συγ­γρα­φέα δεν φαί­νε­ται να την α­πα­σχο­λεί το πλά­σι­μο ε­νός ι­διαί­τε­ρου ή­ρωα, ό­πως ο έμ­μο­νος, ί­σως και ρο­μα­ντι­κός, χα­ρα­κτή­ρας ε­νός πα­ρό­μοιου πα­ρα­τη­ρη­τή και φω­το­γρά­φου νε­φών. Αρκεί­ται σε μια κά­πως πα­ρά­ξε­νη πα­ρου­σία, με την ο­ποία γε­φυ­ρώ­νει τα τρία τμή­μα­τα του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού της αρ­χι­τε­κτο­νή­μα­τος. Το κυ­ρίως σώ­μα, το μί­νι μυ­θι­στό­ρη­μα ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας και έ­να τρί­το, ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο υ­πό τη μορ­φή ε­νός ε­κτε­νούς κε­φα­λαίου. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, αυ­τό το τε­λευ­ταίο εμ­φα­νί­ζε­ται συμ­με­τρι­κό προς το έ­τε­ρο ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο, κα­θώς α­να­φέ­ρε­ται στο πα­ρελ­θόν. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στη Μά­χη της Κρή­της. Πρό­κει­ται για μια α­κό­μη ε­ξι­στό­ρη­ση, αλ­λά, κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη πε­νή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα α­πό Βρε­τα­νό στρα­τιώ­τη, που φω­τί­ζει τη λι­γό­τε­ρο γνω­στή πτυ­χή για την  εκ­κέ­νω­ση της νή­σου α­πό τα βρε­τα­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα. 
Πα­ρά την προ­σπά­θεια σύν­δε­σης των τριών ε­πι­μέ­ρους μυ­θο­πλα­σιών, το μυ­θι­στό­ρη­μα δια­τη­ρεί α­πο­σπα­σμα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ε­νώ ο κυ­ρίως κορ­μός μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει και αυ­το­τε­λώς. Σε αυ­τόν σκια­γρα­φεί­ται η πε­ρίο­δος της κρί­σης. Ξε­κι­νώ­ντας η συγ­γρα­φέ­ας α­πό την πε­ρι­γρα­φή της ση­με­ρι­νής τά­ξης πραγ­μά­των στην Αγγλία, της ο­ποίας κά­ποιες πλευ­ρές α­πο­τυ­πώ­νο­νται και στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο της, δί­νει μια ει­κό­να για το πώς βιώ­νει τις συ­νέ­πειες της κρί­σης ο πα­νε­πι­στη­μια­κός χώ­ρος. Πε­ρι­γρά­φει δο­μι­κές αλ­λα­γές και νο­ση­ρές με­ταλ­λά­ξεις στις νοο­τρο­πίες διευ­θυ­ντι­κών στε­λε­χών και δι­δα­σκό­ντων. Όσο για την ελ­λα­δι­κή κρί­ση, η ει­κό­να α­πο­βαί­νει στε­ρεό­τυ­πη, κα­θώς σκια­γρα­φεί­ται μέ­σα α­πό τις οι­κο­νο­μι­κές δυ­σκο­λίες της συ­ντα­ξιού­χου μη­τέ­ρας και τον α­πα­ξιω­τι­κό τρό­πο α­ντι­με­τώ­πι­σης των Ελλή­νων στην γη­ραιά Αλβιώ­να. Πέ­ραν της κρί­σης, με­γα­λύ­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν οι προ­σπά­θειες του συ­ζύ­γου της Νε­φέ­λης για την έκ­δο­ση του βι­βλίου του, κα­θώς ό­λα αυ­τά γύ­ρω α­πό τους λο­γο­τε­χνι­κούς ατ­ζέ­ντη­δες και τα κρι­τή­ρια ε­πι­λο­γής των προς έκ­δο­ση βι­βλίων, αρ­γά ή γρή­γο­ρα, θα έρ­θουν και σε ε­μάς. Ή, μή­πως, έ­χουν ή­δη έρ­θει; Όπως και να έ­χει, συ­γκρα­τού­με μια φρά­ση, μάλ­λον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή, για τον τρό­πο, που γί­νε­ται ευ­ρύ­τε­ρα α­ντι­λη­πτή η συγ­γρα­φή ε­νός μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ο ε­πί­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας δια­λο­γί­ζε­ται: “Κα­λό και σκό­πι­μο ή­ταν να βά­λει α­πό μό­νος του μια προ­θε­σμία λή­ξης – το χα­σο­μέ­ρι ού­τε στο γρά­ψι­μο έ­κα­νε κα­λό.”     
Τέ­λος, τα σύν­νε­φα ε­νέ­πνευ­σαν στην Κολ­λιά­κου τον τέ­ταρ­το πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο της, κα­θώς αυ­τά δεν εί­ναι πα­ρά “μια έκ­φρα­ση στο πρό­σω­πο του ου­ρα­νού”. Από την άλ­λη, έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό αυ­τά πρό­σφε­ρε μια ευ­και­ρία να δεί­ξει τη διτ­τή της ι­διό­τη­τα, της γλωσ­σο­λό­γου και της πε­ζο­γρά­φου. Τα τρία δια­φο­ρε­τι­κά μυ­θο­πλα­στι­κά πλαί­σια ε­πέ­βα­λαν, έ­στω και στοι­χειω­δώς, δια­κρι­τές με­τα­ξύ τους γλωσ­σι­κές δια­φο­ρές. Αλλά κά­τι τέ­τοιο θα χρεια­ζό­ταν χα­σο­μέ­ρι στο γρά­ψι­μο, που έ­νας ε­παγ­γελ­μα­τίας δεν θεω­ρεί ού­τε κα­λό ού­τε σκό­πι­μο, ό­πως θα α­ντέ­τει­νε το πα­νε­πι­στη­μια­κό alter ego της Κολ­λιά­κου. Θα μπο­ρού­σε, πά­ντως, να α­φε­θεί, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, να την συ­ναρ­πά­σουν τα σύν­νε­φα, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται σε συ­νέ­ντευ­ξή της πώς της συ­νέ­βη πο­δη­λα­τώ­ντας στην αγ­γλι­κή ε­ξο­χή.  
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου  

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/3/2013.

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Το περιοδικό του Μάνου Χατζιδάκι



Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος
«ΤΟ ΤΕ­ΛΕΥ­ΤΑΙΟ ΤΕ­ΤΑΡ­ΤΟ
Ένα ελ­λη­νι­κό χρο­νι­κό»
Εκδό­σεις Πό­λις
Οκτώ­βριος 2012

 Το τελευταίο τεύχος
υπό την διεύθυνση
του Μάνου Χατζιδάκι.











Μό­λις τέσ­σε­ρις μή­νες με­τά την πα­ρου­σία­ση  του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου, «Η ε­πι­δη­μία», έκ­δο­ση του 2011, ε­πα­νερ­χό­μα­στε με α­φορ­μή το και­νού­ριο του βι­βλίο. Τε­λι­κά, ά­δι­κοι οι φό­βοι μας. Ως ά­ψο­γος ε­παγ­γελ­μα­τίας συγ­γρα­φέ­ας, δεν α­θέ­τη­σε ού­τε ε­φέ­τος το ο­κτω­βρια­νό ρα­ντε­βού του με τους α­να­γνώ­στες. Απλώς, το βι­βλίο του διέ­λα­θε α­πό τους “100 νέ­ους τίτ­λους του φθι­νο­πώ­ρου”, κα­θώς δεν υ­πά­γε­ται στη συ­νή­θη δυα­δι­κή τα­ξι­νό­μη­ση μυ­θι­στο­ρή­μα­τα-δο­κί­μια. Πα­ρά τα μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά του στοι­χεία και τη δο­κι­μια­κή του χροιά, κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, δεν ε­ντάσ­σε­ται σε κα­μία α­πό τις δυο κα­τη­γο­ρίες. Αλλά και σε πεί­σμα του υ­πό­τιτ­λου, ού­τε στα χρο­νι­κά μπο­ρεί να συ­μπε­ρι­λη­φθεί, α­φού πόρ­ρω α­πέ­χει μιας λε­πτο­με­ρούς ε­ξι­στό­ρη­σης γε­γο­νό­των σε κά­ποια χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά. Ήδη, α­πό τις πρώ­τες σε­λί­δες, κα­θί­στα­ται εμ­φα­νές ό­τι της εύ­τα­κτης α­νά­πτυ­ξης υ­πε­ρι­σχύει η συ­νειρ­μι­κή α­να­δρο­μή, ε­νώ η ε­ξι­στό­ρη­ση ε­στιά­ζε­ται στο ε­πί μέ­ρους, φω­τί­ζο­ντας πλα­γίως τη συ­νο­λι­κή ει­κό­να. Και τα δυο αυ­τά συ­νι­στούν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μάλ­λον μυ­θι­στο­ρή­μα­τος πα­ρά χρο­νι­κού. Πλην, ό­μως, ό­πως προσ­διο­ρί­ζει ο υ­πό­τιτ­λος, ε­δώ πρό­κει­ται για “έ­να ελ­λη­νι­κό χρο­νι­κό”, που, με τη ση­με­ρι­νή χρή­ση της λέ­ξης ελ­λη­νι­κός α­πό τους λοι­πούς Ευ­ρω­παίους, μπο­ρεί να ση­μαί­νει και τρε­λό, με την έν­νοια του πα­ρά­λο­γου, που ε­νυ­πάρ­χει κά­πο­τε στις μυ­θο­πλα­σίες.
Στον πρό­λο­γο, πά­ντως, ο συγ­γρα­φέ­ας δη­λώ­νει ό­τι πρό­θε­σή του ή­ταν “να γρά­ψει το χρο­νι­κό της πε­ρι­πέ­τειας του «Τέ­ταρ­του»”, την ο­ποία το­πο­θε­τεί στο τε­λευ­ταίο έ­τος της πρώ­της δια­κυ­βέρ­νη­σης ΠΑ­ΣΟΚ και στο ξε­κί­νη­μα της δεύ­τε­ρης. Κα­τά τα άλ­λα, λαμ­βά­νει ως δε­δο­μέ­νο, ό­τι ό­σοι α­νοί­ξουν το βι­βλίο γνω­ρί­ζουν τι εί­ναι αυ­τό το «Τέ­ταρ­το». Ο ί­διος το α­να­φέ­ρει σαν έ­να πε­ριο­δι­κό, που “δεν έ­γρα­ψε Ιστο­ρία”, ού­τε “ση­μά­δε­ψε τα πνευ­μα­τι­κά πράγ­μα­τα του τό­που”. Προ­χω­ρά­ει, ω­στό­σο, και δι­καιο­λο­γεί την πρό­θε­σή του. Όταν α­να­φέ­ρε­ται στην “πε­ρι­πέ­τεια του πε­ριο­δι­κού”, δεν εν­νο­εί αυ­τό κα­θ’ αυ­τό το πε­ριο­δι­κό, ως έ­να πε­ριο­δι­κό υ­ψη­λής στάθ­μης, α­φού, ό­πως ι­σχυ­ρί­ζε­ται, ού­τε καν κοί­τα­ξε τα τεύ­χη, αλ­λά το πώς αυ­τό προέ­κυ­ψε και μπή­κε σε εκ­δο­τι­κή πο­ρεία. Κι αυ­τό, για­τί τον εν­δια­φέ­ρουν τα πρό­σω­πα και οι κα­τα­στά­σεις, με ε­πί­κε­ντρο τη σύ­γκρι­ση τού τό­τε με το σή­με­ρα. Τον εν­δια­φέ­ρουν, κυ­ρίως, οι δυο βα­σι­κοί ε­μπλε­κό­με­νοι στην “πε­ρι­πέ­τεια του πε­ριο­δι­κού”. Ο διευ­θυ­ντής του, Μά­νος Χατ­ζι­δά­κις και ο εκ­δό­της του, Γιώρ­γος Κο­σκω­τάς. Και πά­λι, ό­μως, ό­χι σαν α­το­μι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, αλ­λά σαν εκ­πρό­σω­ποι δυο εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­των α­ντι­λή­ψεων. Κα­τά τον συγ­γρα­φέα, έ­κα­στος α­πο­τέ­λε­σε κά­τι σαν σή­μα κα­τα­τε­θέν μιας ο­ρι­σμέ­νης νοο­τρο­πίας. 

Ακρι­βώς μια γε­νιά

Ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος χρη­σι­μο­ποιεί τη λέ­ξη νοο­τρο­πία, η ο­ποία ε­στιά­ζε­ται στον τρό­πο του σκέ­πτε­σθαι, α­πο­φεύ­γο­ντας τη λέ­ξη η­θι­κή, που εί­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη με τους κα­νό­νες συ­μπε­ρι­φο­ράς. Κι ό­μως, ε­πι­διώ­κει να θέ­σει τον δά­κτυ­λο εις τον τύ­πον των ή­λων, ζη­τώ­ντας τα συ­μπτώ­μα­τα της ελ­λη­νι­κής “με­τάλ­λα­ξης”, που έ­λα­βε χώ­ρα στη διάρ­κεια μιας γε­νιάς. Αν ε­μείς, κά­πως αυ­θαί­ρε­τα, με­τρή­σου­με τη γε­νιά α­πό την 1η Ια­νουα­ρίου 1981, την η­με­ρο­μη­νία ε­πί­ση­μης έ­ντα­ξης της Ελλά­δας στην Ευ­ρω­παϊκή Κοι­νό­τη­τα, και την ε­πε­κτεί­νου­με στο κο­ντι­νό μέλ­λον, μέ­χρι την αρ­χή του 2014, ο­πό­ταν ο­ρι­σμέ­νοι προ­φή­τες κα­κών το­πο­θε­τούν την κα­τάρ­ρευ­ση, θα έ­χου­με μια α­κέ­ραια γε­νιά, 33 ε­τών. Έτσι, πι­θα­νώς και να α­να­δει­κνύε­ται πλη­ρέ­στε­ρα το κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο, που ό­λοι βιώ­νου­με και για το ο­ποίο οι ει­δι­κοί ε­πι­στρα­τεύουν αυ­τόν τον δά­νειο α­πό τη βιο­λο­γία ό­ρο. Ωστό­σο, ό­ποιος κά­νει λό­γο για “με­τάλ­λα­ξη”, δη­λα­δή  τρο­πο­ποίη­ση της κλη­ρο­νο­μι­κής σύ­στα­σης ε­νός κυτ­τά­ρου, που κα­τα­λή­γει σε γε­νε­τι­κή αλ­λα­γή του ορ­γα­νι­σμού, α­πο­δέ­χε­ται πως το εν λό­γω κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο έ­χει δυο βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά.
Πρώ­τον, ό­τι, κα­τά την εκ­κί­νη­ση, υ­πε­ρί­σχυε, ως κλη­ρο­νο­μι­κή ι­διο­συ­στα­σία, η α­το­μι­κή η­θι­κή και αν πρό­κει­ται για πνευ­μα­τι­κούς δη­μιουρ­γούς, η ευαι­σθη­σία, η ο­ποία και κυ­ρίως εκ­φρα­ζό­ταν με την καλ­λι­τε­χνι­κή δη­μιουρ­γία. Και δεύ­τε­ρον, ό­τι, στην τε­λι­κή φά­ση, έ­χει πα­ρα­με­ρι­στεί η προ­σω­πι­κή ευ­θύ­νη και έ­χει α­πο­κα­τα­στα­θεί η δη­μο­κρα­τία των μέ­σων ό­ρων ή και “μα­ζι­κή δη­μο­κρα­τία”. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, ε­στιά­ζο­ντας στο χώ­ρο του πο­λι­τι­σμού, αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι, για το τι συ­νι­στά έρ­γο τέ­χνης, μπο­ρεί να α­πο­φαί­νε­ται ο κα­θέ­νας. Γεν­νά­ται, ω­στό­σο, το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο συμ­φω­νεί ο συγ­γρα­φέ­ας ό­τι αυ­τό το δεύ­τε­ρο στοι­χείο α­πο­τε­λεί ση­μείο κα­τά­πτω­σης του ση­με­ρι­νού κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος. Από την ε­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φία του, ό­πως, λ.χ., σχε­τι­κά με τα χρυ­σαυ­γί­τι­κα στο Χυ­τή­ριο, κά­τι τέ­τοιο δεν εί­ναι σα­φές. Κά­πο­τε, φαί­νε­ται να πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό τις α­πό­ψεις των πε­πτω­κό­των δια­νοού­με­νων, ό­πως ο ί­διος ο­ρί­ζει εύ­στο­χα τους “κουλ­του­ριά­ρη­δες”. Στο βι­βλίο, πά­ντως, ο α­φη­γη­τής υ­πεκ­φεύ­γει.

Ρη­ξι­κέ­λευ­θες ι­δέες

Πέ­ραν του προ­λό­γου και των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων, το βι­βλίο θα ι­κα­νο­ποιή­σει ό­σους γνω­ρί­ζουν μέ­σες ά­κρες “την πε­ρι­πέ­τεια του «Τέ­ταρ­του»”, αλ­λά και ό­σους δεν το έ­χουν ού­τε α­κου­στά. Τους πρώ­τους, α­φού τους δί­νει την ευ­και­ρία να ρί­ξουν μια μα­τιά στο πα­ρα­σκή­νιο, α­νε­ξάρ­τη­τα αν, ξε­κι­νώ­ντας την α­νά­γνω­ση, πι­θα­νώς να ήλ­πι­ζαν σε πε­ρισ­σό­τε­ρα. Τους δεύ­τε­ρους, για­τί θα πά­ρουν μια γεύ­ση για το πώς λει­τουρ­γού­σε ο εκ­δο­τι­κός χώ­ρος πριν κο­ντά τώ­ρα τριά­ντα χρό­νια. Άλλω­στε, α­κό­μη και να θέ­λουν να ε­ξα­κρι­βώ­σουν την α­λή­θεια ή το α­νυ­πό­στα­το ό­σων ε­ξι­στο­ρού­νται, τα ί­χνη του πε­ριο­δι­κού έ­χουν σχε­δόν α­πα­λει­φθεί. Στις δυο πρό­σφα­τες δε­κα­ε­τίες, κα­τά το γύ­ρι­σμα του αιώ­να, υ­πο­τι­μή­θη­κε το πα­ρελ­θόν έ­να­ντι του πα­ρό­ντος και κυ­ρίως, του μέλ­λο­ντος. Ποιος θα α­σχο­λη­θεί με τον Τύ­πο α­πό την Με­τα­πο­λί­τευ­ση και ε­δώ­θε. Όσο για το Δια­δί­κτυο, που α­πο­τε­λεί την κυ­ρίαρ­χη πλέ­ον πη­γή ε­νη­μέ­ρω­σης, στο ε­ρώ­τη­μα, πε­ριο­δι­κό «Τέ­ταρ­το», δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για το πα­τρι­νό free press «Τέ­ταρ­το».
Το πλέ­ον εν­δια­φέ­ρον στοι­χείο του βι­βλίου βρί­σκε­ται μάλ­λον στο ά­τυ­πο α­πο­μνη­μό­νευ­μα πα­ρά στο τεκ­μη­ριω­μέ­νο δο­κί­μιο. Άλλω­στε, τον χα­ρα­κτή­ρα του “memoir”, ό­πως το α­πο­κά­λε­σε ευ­ρω­παΐζων κρι­τι­κός, προ­δί­δουν και τα α­πο­κα­λού­με­να πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, με πρώ­το τη φω­το­γρα­φία ε­ξω­φύλ­λου. Πρό­κει­ται για λε­πτο­μέ­ρεια φω­το­γρα­φίας δη­μο­σιευ­μέ­νης στο τεύ­χος του Ιου­νίου 1985, το ο­ποίο θα πρέ­πει να κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τά τις ε­κλο­γές της 2ας Ιου­νίου, που έ­φε­ραν έ­να ΠΑ­ΣΟΚ του 46%, μείον μό­λις δυο μο­νά­δες α­πό την θριαμ­βι­κή εί­σο­δό του δυό­μι­σι και κά­τι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Αυ­τό προ­δί­δει το “editorial” του Χατ­ζι­δά­κι, με τίτ­λο, «Μια μωβ σκιά Μαΐου». Μπο­ρεί το πε­ριε­χό­με­νο του να μην α­να­φέ­ρε­ται στην πο­λι­τι­κή ε­πι­και­ρό­τη­τα, ω­στό­σο κα­τα­λή­γει με “την μωβ σκιά” της ε­κλο­γι­κής νί­κης. Η μα­σκα­ρι­σμέ­νη φω­το­γρα­φία συ­γκρα­τεί δυο μό­νο πρό­σω­πα, τους πρω­τα­γω­νι­στές του “memoir”. Τον συγ­γρα­φέα και τον Χατ­ζι­δά­κι, σε μια κά­πως πα­ρά­ξε­νη στά­ση. Με­τω­πι­κά, χα­μο­γε­λα­στούς, με σταυ­ρω­μέ­να στο στή­θος τα χέ­ρια, σαν έ­τοι­μους για κά­ποια α­να­μέ­τρη­ση. Πρό­κει­ται για την τυ­πο­ποιη­μέ­νη φω­το­γρα­φι­κή πό­ζα πο­δο­σφαι­ρι­κής ο­μά­δας πριν τον α­γώ­να. 
Η φω­το­γρα­φία εί­ναι α­πό την ει­κο­νο­γρά­φη­ση του «Φα­ντα­στι­κού κα­φε­νείου» ε­κεί­νου του τεύ­χους, που ή­ταν α­φιε­ρω­μέ­νο στο πο­δό­σφαι­ρο. Η εν λό­γω ρου­μπρί­κα ή­ταν μια α­πό τις πρω­τό­τυ­πες ή και ρη­ξι­κέ­λευ­θες ι­δέες του Χατ­ζι­δά­κι. Εκεί­νος ό­ρι­ζε το θέ­μα, ε­πέ­λε­γε τους συ­νο­μι­λη­τές και συμ­με­τεί­χε ως κο­ρυ­φαίος, προ­σπα­θώ­ντας να στή­σει “κα­φε­νεια­κή κου­βέ­ντα”. Ως σύλ­λη­ψη στό­χευε να εί­ναι ο α­ντί­λο­γος της νεό­κο­πης α­κό­μη τό­τε τη­λε­ο­πτι­κής “στρογ­γυ­λής τρά­πε­ζας”. Στην πρά­ξη, ό­μως, η ι­δέα θα πρέ­πει να α­πο­δείχ­θη­κε ου­το­πι­κή, α­φού πραγ­μα­το­ποιή­θη­καν μό­λις πέ­ντε πα­ρό­μοιες συ­ζη­τή­σεις. Αλλά και ο­λό­κλη­ρο το «Τέ­ταρ­το» του Χατ­ζι­δά­κι, με μό­λις έ­ντε­κα τεύ­χη, μή­πως δεν α­πο­δείχ­θη­κε ου­το­πι­κό. Το ρη­το­ρι­κό ε­ρώ­τη­μα, που θέ­τει ο συγ­γρα­φέ­ας στο ε­πι­λο­γι­κό κε­φά­λαιο, κα­τά πό­σο “ή­ταν κα­λό πε­ριο­δι­κό”, δεν εί­ναι το πιο πρό­σφο­ρο. Το πε­ριο­δι­κό έ­μει­νε ως μύ­θος στο χώ­ρο του πο­λι­τι­σμού. Κά­τι σαν τον συγ­γρα­φέα του ε­νός αλ­λά ση­μα­δια­κού βι­βλίου. Ως α­νά­μνη­ση της ε­πο­χής πριν την “με­τάλ­λα­ξη”, ό­ταν η ποιό­τη­τα α­πο­τε­λού­σε α­κό­μη το κρι­τή­ριο ε­πι­λο­γών και πρά­ξεων.

Με την ο­πτι­κή του α­φη­γη­τή

Στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα βι­βλία, συ­νη­θί­ζε­ται τε­λευ­ταία ο συγ­γρα­φέ­ας να ει­κο­νί­ζε­ται στο ε­ξώ­φυλ­λο. Εδώ, ω­στό­σο. ο α­φη­γη­τής πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­να δια­φο­ρε­τι­κό πρό­σω­πο, με κά­ποιες γο­η­τευ­τι­κά α­ντι­φα­τι­κές ι­διό­τη­τες. Το δια­φο­ρε­τι­κό ι­σχύει και σε σχέ­ση με τους α­φη­γη­τές των μυ­θο­πλα­στι­κών και λοι­πών βι­βλίων του Θε­ο­δω­ρό­που­λου. “Νο­μάς” αλ­λά και “ερ­γα­σιο­μα­νής”, μπλα­ζέ και “παι­δί του Δια­φω­τι­σμού”, αρ­χαιο­λά­τρης δια της γαλ­λι­κής καλ­λιέρ­γειας πα­ρα­κα­μπτη­ρίου, αν και κά­πο­τε χω­ρίς την αί­σθη­ση του μέ­τρου, πα­ρορ­μη­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας ως Βαλ­κά­νιος και συ­νά­μα, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, α­πρό­σμε­να φλεγ­μα­τι­κός. Ενδια­φέ­ρει ι­διαί­τε­ρα ως πρό­σω­πο, ό­πως άλ­λω­στε ό­λοι οι α­φη­γη­τές, α­φού τους άλ­λους ε­μπλε­κό­με­νους “στην πε­ρι­πέ­τεια του πε­ριο­δι­κού” τους γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό τη δι­κή του “υ­πο­κει­με­νι­κώς α­ντι­κει­με­νι­κή” σκια­γρά­φη­ση.
Σε αυ­τόν, εμ­μέ­σως, πι­θα­νώς και να α­να­φέ­ρε­ται ο τίτ­λος. Όταν Χατ­ζι­δά­κις, Γκά­τσος και Θε­ο­δω­ρό­που­λος α­να­ζη­τού­σαν τίτ­λο για το πε­ριο­δι­κό, ο Χατ­ζι­δά­κις πρό­τει­νε «Το τε­λευ­ταίο τέ­ταρ­το του ει­κο­στού», α­φού αυ­τό διή­νυαν. Ο Γκά­τσος α­πέρ­ρι­ψε τον τίτ­λο ως μα­κρι­νά­ρι. Σύμ­φω­να με τον α­φη­γη­τή, χά­ρις στην πα­ρέμ­βα­ση του τρί­του της πα­ρέ­ας, συ­ντο­μεύ­τη­κε στον τίτ­λο, «Το Τέ­ταρ­το», ώ­στε το πε­ριο­δι­κό να δεί­χνει ως δια­δο­χή του ε­πι­τυ­χη­μέ­νου ρα­διο­φω­νι­κού προ­γράμ­μα­τος, «Το Τρί­το», του Χατ­ζι­δά­κι. Κα­τά τα άλ­λα, ό­μως, ε­κεί­νο το τέ­ταρ­το του αιώ­να ή­ταν το τέ­ταρ­το του βίου του Γκά­τσου, το τρί­το του Χατ­ζι­δά­κι, γεν­νη­μέ­νου το 1925, και το δεύ­τε­ρο του α­φη­γη­τή. Οι δυο με­γα­λύ­τε­ροι δεν το έ­ζη­σαν μέ­χρι τέ­λους (1991 α­να­χώ­ρη­σε ο πρώ­τος, 1994 ο δεύ­τε­ρος). 
Σή­με­ρα, ο μι­κρό­τε­ρος πλη­σιά­ζει στην η­λι­κία, που εί­χε ο Χατ­ζι­δά­κις του «Τέ­ταρ­του», και ή­δη άγ­χε­ται α­πό το φό­βο του μοι­ραίου. Απο­κα­λύ­πτο­ντας μια συ­ναι­σθη­μα­τι­κή πτυ­χή, α­φιε­ρώ­νει έ­να κε­φά­λαιο στο θά­να­το του πα­τέ­ρα του σε πα­ρα­πλή­σια η­λι­κία. Κά­που αλ­λού, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι του “α­ρέ­σει να γρά­φει υ­πό πίε­ση χρό­νου”. Κα­τά μια εκ­δο­χή, στο δι­κό του τε­λευ­ταίο τέ­ταρ­το α­να­φέ­ρε­ται ο τίτ­λος. Εξ ου και το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό ά­νοιγ­μα. Πι­θα­νόν, η αί­σθη­ση ό­τι “ο χρό­νος τον πιέ­ζει” να α­πο­βεί και πε­ραι­τέ­ρω γο­νι­μο­ποιός. Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι το βι­βλίο το α­φιε­ρώ­νει στην κό­ρη του, που προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό την α­φή­γη­ση σαν το μο­να­δι­κό στα­θε­ρό ση­μείο του νο­μα­δι­κού του βίου και η ο­ποία γεν­νή­θη­κε στο ξε­κί­νη­μα “της πε­ρι­πέ­τειας του «Τέ­ταρ­του»”, Μάρ­τιο 1984. 

Προ­ξε­νη­τής

Στην εν λό­γω “πε­ρι­πέ­τεια”, ο α­φη­γη­τής εμ­φα­νί­ζε­ται ως ο “εν­διά­με­σος” στη συ­νερ­γα­σία ή και ως προ­ξε­νη­τής στον εκ­δο­τι­κό “γά­μο”, Χατ­ζι­δά­κι-Κο­σκω­τά. Αφή­νο­ντας η­μι­τε­λές έ­να δι­δα­κτο­ρι­κό γύ­ρω α­πό τη γυ­ναί­κα και τη νό­σο στην ελ­λη­νι­κή τρα­γω­δία, νο­σού­ντος του ι­δίου α­πό έ­ρω­τα, α­κο­λου­θεί τη γυ­ναί­κα. Τε­λι­κά, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας Πα­ρί­σι, Νέα Υόρ­κη και γυ­ναί­κα, ε­πι­στρέ­φει και δη­μο­σιο­γρα­φεί σε πε­ριο­δι­κό ποι­κί­λης ύ­λης, που διευ­θύ­νει ε­πί τριε­τία ο Παύ­λος Μπα­κο­γιάν­νης, ο ο­ποίος, ε­πί­σης, έ­χει ε­γκα­τα­λεί­ψει Μό­να­χο και Ρα­διο­φω­νία, α­κο­λου­θώ­ντας μια γυ­ναί­κα. Ο δεύ­τε­ρος, ό­μως, για κα­κό του κε­φα­λιού του, δεν α­πα­γκι­στρώ­νε­ται α­πό τη γυ­ναί­κα, λό­γος για τον ο­ποίο και α­πο­λύε­ται α­πό το πε­ριο­δι­κό. Κά­πως έ­τσι, ο α­φη­γη­τής βρί­σκε­ται με α­φε­ντι­κό τον Κο­σκω­τά. Επί Μπα­κο­γιάν­νη α­κό­μη, Πρω­το­χρο­νιά 1984, έ­χει γνω­ρί­σει τον Χατ­ζι­δά­κι ως σε­νε­ντευ­ξια­στής του. Εκεί­νος φαί­νε­ται ό­τι εξ αρ­χής έ­χει ε­κτι­μή­σει τις ι­κα­νό­τη­τές του και του προ­τεί­νει συ­νερ­γα­σία στο πε­ριο­δι­κό, που έ­χει κα­τά νου να εκ­δώ­σει. Στη συ­νέ­χεια, δεν ε­πα­νέρ­χε­ται.
Αρχές κα­λο­και­ριού, ο α­φη­γη­τής εί­ναι έ­τοι­μος να ε­γκα­τα­λεί­ψει τη δη­μο­σιο­γρα­φία για την με­γά­λη ε­ρω­μέ­νη, τη συγ­γρα­φή, που έ­χει κο­ντά μια δε­κα­ε­τία πα­ρα­με­λή­σει. Τό­τε, εμ­φα­νί­ζε­ται ο Κο­σκω­τάς, που ε­τοι­μά­ζε­ται να ει­σέλ­θει και στο χώ­ρο του Τύ­που με πε­ριο­δι­κό. Κι αυ­τός έ­χει ε­κτι­μή­σει τις ι­κα­νό­τη­τές του και του προ­τεί­νει να το α­να­λά­βει. Ο ί­διος, ω­στό­σο, καί­τοι γαλ­λο­τρα­φείς δια­νοού­με­νος, που ε­κεί­να του­λά­χι­στον τα χρό­νια σή­μαι­νε διά­νος φου­σκω­μέ­νος, δια­θέ­τει αυ­το­γνω­σία και ε­φαρ­μό­ζει το “στρί­βειν δια του αρ­ρα­βώ­νος”, ό­πως θα λέ­γα­με άλ­λο­τε. Μέ­σα σε λι­γό­τε­ρο α­πό ε­ξά­μη­νο, Πρω­το­χρο­νιά 1985, συμ­βάλ­λει στο να κλεί­σει η συμ­φω­νία  των δυο ε­πί­δο­ξων ερ­γο­δο­τών του για “μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό πο­λι­τι­κής και τέ­χνης”. Η τέως εκ­δο­τι­κή ε­ται­ρεία Μπα­κο­γιάν­νη και ή­δη Κο­σκω­τά εί­ναι ο ι­διο­κτή­της, εκ­δό­της - διευ­θυ­ντής α­να­λαμ­βά­νει ο Χατ­ζι­δά­κις και ο “εν­διά­με­σος” εμ­φα­νί­ζε­ται ως “διευ­θυ­ντής σύ­ντα­ξης”.
Πέ­ντε τεύ­χη πα­ρέ­μει­νε στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού (Μάιο-Σε­πτ. 1985), για τα ε­πό­με­να έ­ξι του Χατ­ζι­δά­κι, “διευ­θυ­ντής σύ­ντα­ξης” δεν υ­πάρ­χει, με­τά τη θέ­ση αμ­φο­τέ­ρων κα­λύ­πτει πο­λυ­με­λής συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή, α­πό την ο­ποία, α­πό έ­να ση­μείο και ύ­στε­ρα, προ­κύ­πτει “υ­πεύ­θυ­νος για την έκ­δο­ση”. Τέσ­σε­ρα τα “σχό­λια της σύ­ντα­ξης” που υ­πο­γρά­φει, τα ο­ποία θα πρέ­πει να α­πο­τε­λούν το ε­ναρ­κτή­ριο λά­κτι­σμα του με­τέ­πει­τα ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φου. Η α­φή­γη­ση γί­νε­ται α­πό μνή­μης, ού­τε καν η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις δεν ε­πι­κα­λεί­ται. Κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη, ο α­φη­γη­τής ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι δεν θυ­μά­ται τίτ­λους πε­ριο­δι­κών και η­με­ρο­μη­νίες. Όσο για τα πρό­σω­πα, α­κο­λου­θεί την αρ­χή “ο­νό­μα­τα δεν λέ­με, οι­κο­γέ­νειες δεν θί­γου­με”. Μπο­ρεί, ό­μως, και να υιο­θε­τεί την ε­πι­κρα­τού­σα ά­πο­ψη, ό­τι η Ιστο­ρία δεν γρά­φε­ται με ο­νό­μα­τα. Μό­νο δυο συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­δι­κού α­να­φέ­ρο­νται, κι αυ­τοί με ψευ­δώ­νυ­μα, τα ο­ποία, ό­μως, ο α­φη­γη­τής ε­πι­λέ­γει αρ­κού­ντως διά­φα­να για τους Ιε­ρο­σο­λυ­μί­τες. Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον ό­τι ο μο­να­δι­κός α­πό το χώ­ρο του Τύ­που και των Γραμ­μά­των, που κα­το­νο­μά­ζε­ται, εί­ναι έ­νας κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας. Σε αυ­τό το ση­μείο, υ­πε­ρι­σχύει η συγ­γρα­φι­κή ψυ­χο­σύν­θε­ση, που, α­δυ­να­τώ­ντας να α­πο­δεχ­θεί τις τυ­χόν ε­πι­κρί­σεις του κρι­τι­κού, φα­ντα­σιώ­νε­ται πλεί­στους ό­σους ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κούς λό­γους. Κα­τά την ε­μπει­ρία μας, αυ­τή η συγ­γρα­φι­κή α­γκύ­λω­ση δεν βελ­τιώ­νε­ται ού­τε με την η­λι­κία ού­τε με την καλ­λιέρ­γεια. 
Στην πε­ρι­γρα­φή των προ­σώ­πων, ο α­φη­γη­τής προ­σπα­θεί να α­να­συ­στή­σει τις πρώ­τες ε­ντυ­πώ­σεις ε­κεί­νης της ε­πο­χής, α­πο­φεύ­γο­ντας το ρε­του­σά­ρι­σμα ή την α­μαύ­ρω­ση α­πό τον χρό­νο και την με­τέ­πει­τα πεί­ρα. Από το πώς πε­ρι­γρά­φει τα πρό­σω­πα, λ.χ. τον Χατ­ζι­δά­κι έ­να­ντι του Γκά­τσου, συ­μπλη­ρώ­νε­ται το δι­κό του προ­φίλ. Συ­νο­ψί­ζο­ντας, θα προ­τι­μού­σα­με λι­γό­τε­ρη δο­κι­μια­κή χροιά στο πρώ­το και το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του βι­βλίου. Ο λό­γος της τρέ­χου­σας δια­νό­η­σης, που κα­ταγ­γέλ­λει ό­σα συμ­βαί­νουν σαν η ί­δια να μην συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους κα­τοί­κους της χώ­ρας, α­πο­μα­κρύ­νει τον α­να­γνώ­στη. Έτσι κι αλ­λιώς, τα κα­λύ­τε­ρα γρά­φο­νται ε­ρή­μην των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων. Εδώ, υ­πάρ­χει η α­φή­γη­ση, που κι­νεί­ται σε τε­θλα­σμέ­νη γραμ­μή και διαν­θί­ζε­ται με ο­ξείς συ­γκρί­σεις του τό­τε και του σή­με­ρα, αιφ­νι­διά­ζο­ντας με εύ­στο­χες πα­ρα­τη­ρή­σεις για κα­τα­στά­σεις και πρω­τό­τυ­πες χα­ρα­κτη­ρο­λο­γι­κές α­πο­χρώ­σεις στις σκια­γρα­φή­σεις ε­πι­φα­νών.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου      

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/3/2013.