Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Ο Καβάφης του Ξενόπουλου

Στο Φι­λο­λο­γι­κό Μνη­μό­συ­νο του Κ. Θ. Δη­μα­ρά (17-19 Φε­βρ. 1993), έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­τό του (18 Φε­βρ. 1992), ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης ε­πέ­λε­ξε να μι­λή­σει για τη σχέ­ση Κα­βά­φη-Ξε­νό­που­λου. Η “α­να­κοί­νω­σή” του δη­μο­σιεύ­τη­κε στο φθι­νο­πω­ρι­νό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Πε­ρί­πλους». Πα­ρου­σιά­ζο­ντας στη σε­λί­δα του Ex Libris (17/10/1993) το δη­μο­σίευ­μα του πε­ριο­δι­κού, πα­ρα­τη­ρού­σα­με, ό­τι η ε­κτε­νέ­στε­ρη φι­λο­λο­γι­κή ερ­γα­σία, στην ο­ποία στη­ρί­χτη­κε η “α­να­κοί­νω­σή” του, θα ά­ξι­ζε αυ­το­τε­λούς δη­μο­σίευ­σης. Κα­τά τον συγ­γρα­φέα, το σχό­λιο έ­φε­ρε την ι­δέα του βι­βλίου. Κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό τις εκ­δό­σεις Ερμής, Ιούν. 1994, με τίτ­λο, «Κ. Π. Κα­βά­φης και Γρ. Ξε­νό­που­λος. Ανα­σύν­θε­ση μιας λο­γο­τε­χνι­κής σχέ­σης 1901-1944». Το μό­το του βι­βλίου εί­ναι α­πό το Ημε­ρο­λό­γιο (στην αγ­γλι­κή) του πρώ­του τα­ξι­διού του Κα­βά­φη στην Ελλά­δα (α­πό­πλους α­πό Αλε­ξάν­δρεια στις 5μ.μ. της 12ης Ιουν. 1901, η­μέ­ρα Πέ­μπτη – κα­τά­πλους ξη­με­ρώ­μα­τα της 5ης Αυγ. 1901, η­μέ­ρα Δευ­τέ­ρα, με το νέο η­με­ρο­λό­γιο, που ί­σχυε στην Αί­γυ­πτο). Οι ε­ντυ­πώ­σεις του κα­τά την ε­πι­στρο­φή α­πό την α­κτή της Αι­για­λείας, ό­πως την α­ντι­κρί­ζει α­πό το πα­ρά­θυ­ρο του τραί­νου στη δια­δρο­μή Πει­ραιά-Πά­τρα, το α­πό­γευ­μα της 29ης Ιουλ. 1901: “The country about Diacophto is one of the most beautiful sights I have ever seen – the gorges, the ravines, the fine mountains, the forest are magnificent.” 
Το μό­το φέ­ρει α­ντί κε­φα­λί­δος α­φιέ­ρω­ση: “Για τον Δη­μή­τρη και την Diana”. Πρό­κει­ται για την Diana Haas, συ­στη­μα­τι­κή με­λε­τή­τρια του Κα­βά­φη α­πό τα χρό­νια του δι­δα­κτο­ρι­κού της δί­πλα στον Δη­μα­ρά και με­τέ­πει­τα συ­νερ­γά­τρια του Σαβ­βί­δη στο Αρχείο Κα­βά­φη, και τον σύ­ζυ­γό της, ζω­γρά­φο Δη­μή­τρη Δια­μα­ντό­που­λο, με τό­πο κα­τοι­κίας τους τον Λόγ­γο Αι­για­λείας, 22 χλμ. α­πό το Δια­κο­φτό. Ένα χρό­νο με­τά την έκ­δο­ση του βι­βλίου, στις 11 Ιουν. 1995, βρά­δυ Κυ­ρια­κής, ο Σαβ­βί­δης α­πε­βίω­σε στο σπί­τι των φί­λων του, ε­πι­στρέ­φο­ντας α­πό την Λευ­κά­δα, ό­που την προ­η­γου­μέ­νη εί­χε α­να­κη­ρυ­χτεί ε­πί­τι­μος δη­μό­της. Στα “ει­σα­γω­γι­κά” του βι­βλίου, θυ­μί­ζει το εν­δια­φέ­ρον του Δη­μα­ρά για τον Κα­βά­φη και τον Ξε­νό­που­λο, το­νί­ζο­ντας  πως η σχέ­ση των δυο σχε­δόν ο­μη­λί­κων συγ­γρα­φέων πα­ρέ­με­νε “σε με­γά­λο βαθ­μό α­διε­ρεύ­νη­τη και α­σχο­λία­στη στο σύ­νο­λό της”. Η α­να­σύν­θε­ση στη­ρί­χτη­κε στα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να των αρ­χών της δε­κα­ε­τίας του 1990 (Βι­βλιο­γρα­φία Γ. Κ. Κα­τσί­μπα­λη) και το Αρχείο Κα­βά­φη, που βρι­σκό­ταν στην κα­το­χή του. Με­τά την έκ­δο­ση του βι­βλίου, συ­νέ­χι­ζε την πε­ρι­συλ­λο­γή στοι­χείων. Αν ο χρό­νος του δεν τε­λείω­νε τό­σο γρή­γο­ρα, το πι­θα­νό­τε­ρο να ε­πα­νερ­χό­ταν με μία πλη­ρέ­στε­ρη μορ­φή. 
Το 2001, στο α­θη­ναϊκό συ­νέ­δριο για τα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Ξε­νό­που­λου, ο Δη­μή­τρης Δα­σκα­λό­που­λος εκ­φώ­νη­σε ο­μι­λία για “τον Γρη­γό­ριο Ξε­νό­που­λο ως κρι­τι­κό του Κ. Π. Κα­βά­φη”, σύμ­φω­να με τον υ­πό­τιτ­λο του κει­μέ­νου της ο­μι­λίας. Ει­σα­γω­γι­κά α­να­φέ­ρει ό­τι η σχέ­ση Κα­βά­φη-Ξε­νό­που­λου “έ­χει α­πο­τυ­πω­θεί με ο­ρι­στι­κό τρό­πο α­πό τον Γ. Π. Σαβ­βί­δη” και πως ο ί­διος, ως βι­βλιο­γρά­φος του Κα­βά­φη, “δεν βλέ­πει να υ­πάρ­χουν ου­σια­στι­κά συ­μπλη­ρώ­μα­τα ή λαν­θά­νου­σες πλη­ρο­φο­ρίες που θα μπο­ρού­σαν να αλ­λοιώ­σουν ε­ντυ­πω­σια­κά την πε­ρι­γρα­φή”. Άρα θεω­ρεί ό­τι “το θέ­μα εί­ναι κλει­σμέ­νο α­πό ε­ρευ­νη­τι­κής α­πό­ψεως” και η δι­κή του πρό­θε­ση εί­ναι “να ε­πι­μεί­νει στην πε­ρί­πτω­ση του Ξε­νό­που­λου ως λο­γο­τε­χνι­κού κρι­τι­κού και, ι­διαι­τέ­ρως, ως κρι­τι­κού του Κα­βά­φη”. 
Για τίτ­λο της ο­μι­λίας του, ε­πι­λέ­γει, α­πό το πρώ­το άρ­θρο του Ξε­νό­που­λου για τον Κα­βά­φη, το 1903, την ο­νο­μα­τι­κή πρό­τα­ση “η ι­σχνό­της του χαρ­το­φυ­λα­κίου”. Αι­τιο­λο­γεί το δά­νειο, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας πως υ­πάρ­χει α­ντι­στοι­χία α­νά­με­σα στον Ξε­νό­που­λο ως κρι­τι­κό της ποιη­τι­κής πα­ρα­γω­γής του Κα­βά­φη μέ­χρι το 1903 και στον ε­αυ­τό του ως κρι­τι­κό του συ­νό­λου των κρι­τι­κών δη­μο­σιευ­μά­των Ξε­νό­που­λου για Κα­βά­φη. Σε αμ­φό­τε­ρες τις περιπτώσεις, δυ­σχε­ραί­νει η πο­σο­τι­κή α­νε­πάρ­κεια του έρ­γου. Εκτός του τίτ­λου, α­κο­λου­θεί τη συλ­λο­γι­στι­κή του Ξε­νό­που­λου στην α­νά­πτυ­ξη του θέ­μα­τος. Ολί­γα μεν τα ποιή­μα­τα, ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί ε­κεί­νος, αλ­λά α­ξιό­λο­γα. Ασχέ­τως αν η ι­σχνό­της ο­φεί­λε­ται στο γε­γο­νός ό­τι δια­σώ­ζει ως ά­ξια μνη­μό­νευ­σης 13 α­πό τα 38 μέ­χρι τό­τε δη­μο­σιευ­μέ­να. Συμ­με­τρι­κά, σύμ­φω­να με τον Δα­σκα­λό­που­λο, σε σα­ρά­ντα χρό­νια, 1903-1943, “ο Ξε­νό­που­λος έ­γρα­ψε συ­νο­λι­κώς δώ­δε­κα κεί­με­να”, α­πό τα ο­ποία “μό­νο δυο μπο­ρούν να θεω­ρη­θούν ως πρω­το­γε­νείς προ­σεγ­γί­σεις”. Επι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί, ό­μως, ό­τι αυ­τά τα δυο έ­χουν την α­ξία τους. Η πα­ράλ­λη­λη α­νά­γνω­ση των κει­μέ­νων Ξε­νό­που­λου-Δα­σκα­λό­που­λου α­φή­νει την ε­ντύ­πω­ση πως αμ­φό­τε­ροι εί­δαν μεν το προς κρί­ση α­ντι­κεί­με­νό τους ι­σχνό­τε­ρο του πραγ­μα­τι­κού, αλ­λά, στην κρι­τι­κή τους, α­ντι­πα­ρέρ­χο­νται τις α­δυ­να­μίες, προ­βάλ­λο­ντας τα ι­σχυ­ρά ση­μεία. Βε­βαίως, στην πε­ρί­πτω­ση του Δα­σκα­λό­που­λου πρό­κει­ται για ο­μι­λία σε ε­πε­τεια­κό συ­νέ­δριο προς τι­μή του Ξε­νό­που­λου. Το κεί­με­νο, ό­μως, α­να­δη­μο­σιεύ­τη­κε σε δυο συ­να­γω­γές κει­μέ­νων του, το 2006 και το 2013, ο­πό­τε και θα μπο­ρού­σαν να γί­νουν κά­ποιες διορ­θω­τι­κές ε­πεμ­βά­σεις.
Εί­κο­σι χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση του βι­βλίου του Σαβ­βί­δη, ε­μείς πι­στεύου­με πως η σχέ­ση Κα­βά­φη-Ξε­νό­που­λου ε­πι­δέ­χε­ται πε­ραι­τέ­ρω σχο­λια­σμού. Τα ση­με­ρι­νά βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να α­φή­νουν το πε­ρι­θώ­ριο για μία α­να­λυ­τι­κό­τε­ρη πα­ρου­σία­ση του κε­φα­λαίου “ο Κα­βά­φης του Ξε­νό­που­λου”. Χω­ρίς, ω­στό­σο, να δια­φω­νού­με ως προς την “ι­σχνό­τη­τα του χαρ­το­φυ­λα­κίου”, αν ως α­ξιό­γρα­φα συ­γκρα­τού­με τα α­μι­γώς κρι­τι­κά κεί­με­να. Μό­νο που στην α­πο­τί­μη­ση του κρι­τι­κού έρ­γου, ο­ρι­σμέ­νες δευ­τε­ρο­γε­νείς προ­σεγ­γί­σεις, ό­πως έ­να σχό­λιο, μία α­πά­ντη­ση σε ε­πι­θε­τι­κό κεί­με­νο, ή η υιο­θέ­τη­ση συ­γκε­κρι­μέ­νης στά­σης, α­πο­βαί­νουν σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις πιο α­πο­κα­λυ­πτι­κές. Ο Σαβ­βί­δης α­να­φέ­ρει ό­τι, στην “α­να­κοί­νω­σή” του, ο Σπύ­ρος Ασδρα­χάς του εί­χε ε­πι­ση­μά­νει ό­τι χρη­σι­μο­ποιού­σε “τρεις με­θο­δο­λο­γι­κές κα­τη­γο­ρίες του Δη­μα­ρά”: τον οι­κο­νο­μι­κό πα­ρά­γο­ντα στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα των λο­γίων, την “δε­ξίω­ση” του λο­γο­τε­χνι­κού έρ­γου και την ση­μα­σία της ε­θι­μο­τυ­πίας στις σχέ­σεις των λο­γίων.
Εδώ, θα προ­σθέ­τα­με ως έ­ναν τέ­ταρ­το πα­ρά­γο­ντα, τις προ­σω­πι­κό­τη­τες των δυο ε­μπλε­κο­μέ­νων και τον ι­διω­τι­κό τους βίο, στον ο­ποίο ο Σαβ­βί­δης δεν ε­πέ­μει­νε, αρ­κού­με­νος σε νύ­ξεις. Αλλά α­κό­μη και έ­τσι, φαί­νε­ται πως ο­ρι­σμέ­νοι εί­χαν ε­νο­χλη­θεί. Ο Δα­σκα­λό­που­λος θεω­ρεί πως “η εν­δε­λε­χής ερ­γα­σία του Σαβ­βί­δη δεν πέ­ρα­σε α­πα­ρα­τή­ρη­τη ε­ξαι­τίας ο­ρι­σμέ­νων φρα­στι­κών α­κρο­τή­των και δυ­σμε­νών χα­ρα­κτη­ρι­σμών που πε­ριεί­χε εις βά­ρος του Ξε­νό­που­λου”. Σή­με­ρα, ό­πως έ­δει­ξε και το ε­πε­τεια­κό 2013, το κλί­μα έ­χει αλ­λά­ξει. Ευ­νο­εί τις ε­λευ­θε­ριά­ζου­σες α­πό­ψεις και α­πο­δέ­χε­ται τον βιο­γρα­φι­σμό. Θα ε­πω­φε­λη­θού­με, για να δεί­ξου­με τους δυο συγ­γρα­φείς α­πό μία δια­φο­ρε­τι­κή ο­πτι­κή γω­νία, ό­πως σε μα­γι­κή ει­κό­να, σαν δυο συγ­χρό­νους μας με τις α­δυ­να­μίες και τα πά­θη τους, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στά στο σι­νά­φι. Από τη μία, έ­ναν πε­ζο­γρά­φο και “ντι­λε­τά­ντε” κρι­τι­κό, α­να­γνω­ρι­σμέ­νο στους α­θη­ναϊκούς κύ­κλους, και α­πό την άλ­λη, έ­ναν ποιη­τή, χω­ρίς γνω­ρι­μίες, που α­γω­νιά για την προ­βο­λή του έρ­γου του. Όπου το “ντι­λε­τά­ντε”, ό­πως αυ­το­α­πο­κα­λεί­ται ο Ξε­νό­που­λος, ση­μαί­νει ε­κεί­νον που α­σκεί την κρι­τι­κή ε­ρα­σι­τε­χνι­κά. Σή­με­ρα θα προ­σθέ­τα­με, α­κό­μη και χα­ρι­στι­κά, εκ­με­ταλ­λευό­με­νος την προ­νο­μιού­χο θέ­ση του ως συ­νερ­γά­τη σε ση­μα­ντι­κά έ­ντυ­πα. 

Φι­λο­φρο­νή­σεις

Ο Σαβ­βί­δης προ­τί­μη­σε την χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη των στοι­χείων. Ως η­με­ρο­μη­νία εκ­κί­νη­σης παίρ­νει την η­μέ­ρα της γνω­ρι­μίας Κα­βά­φη-Ξε­νό­που­λου (2/15η Ιουλ. 1901) και ως κα­τα­λη­κτι­κή, την 16η Δεκ. 1944, τη νύ­χτα που α­να­τι­νά­χτη­κε η οι­κία Ξε­νό­που­λου, Ευ­ρι­πί­δου 38. Σα­ρά­ντα τέσ­σε­ρα έ­τη, που τα χω­ρί­ζει σε τέσ­σε­ρις πε­ριό­δους. Μία α­φη­γη­μα­τι­κή α­να­σύν­θε­ση της σχέ­σης θα έ­δι­νε τη δυ­να­τό­τη­τα α­να­δρο­μής σε προ­η­γού­με­να χρό­νια. Λ.χ., θα α­νέ­φε­ρε τις λο­γο­τε­χνι­κές “συ­να­ντή­σεις” τους στις σε­λί­δες των ε­ντύ­πων που συ­νερ­γά­ζο­νταν. Άλλω­στε, η γνω­ρι­μία δυο συγ­γρα­φέων ε­πη­ρεά­ζε­ται α­πό την ει­κό­να που έ­χει ή­δη σχη­μα­τί­σει ο έ­νας για τον άλ­λο, δη­λα­δή α­πό ό­σα έ­χει α­κού­σει και δια­βά­σει. Στην προ­κεί­με­νη πε­ρί­πτω­ση, το μό­νο που μπο­ρεί να εί­χαν δια­βά­σει ή­ταν δη­μο­σιεύ­σεις σε πε­ριο­δι­κά και ε­φη­με­ρί­δες, κα­θώς αμ­φό­τε­ροι δεν εί­χαν εκ­δώ­σει βι­βλίο. Η πρώ­τη σει­ρά διη­γη­μά­των του Ξε­νό­που­λου μό­λις εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει, Απρ. 1901. 
Ο Κα­βά­φης, στο Ημε­ρο­λό­γιό του, α­να­φέ­ρει ό­τι ο Ξε­νό­που­λος του εί­πε πως θαυ­μά­ζει τα ποιή­μα­τά του και ε­κεί­νος του α­ντα­πό­δω­σε, λέ­γο­ντας ό­τι θαυ­μά­ζει τις “ι­στο­ρίες” του (αγ­γλι­στί, “contes”). Τί­θε­ται το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για φι­λο­φρο­νή­σεις κα­τά το ε­θι­μο­τυ­πι­κό ευ­γε­νείας με­τα­ξύ ο­μο­τέ­χνων. Ο Κα­βά­φης, πά­ντως, συ­μπλη­ρώ­νει, “And I sincerely do”. Σε ποια, ό­μως, έ­ντυ­πα τα διά­βα­σαν; Κα­τ’ αρ­χήν, σε ε­κεί­να που αμ­φό­τε­ροι δη­μο­σιεύουν. Αυ­τά, κα­τά την δε­κα­πε­ντα­ε­τία (ει­κο­σα­ε­τία στην πε­ρί­πτω­ση του Ξε­νό­που­λου) α­πό την πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή τους μέ­χρι την γνω­ρι­μία τους, εί­ναι τέσ­σε­ρα: Το Ημε­ρο­λό­γιο του Σκό­κου, ό­που ο Ξε­νό­που­λος δη­μο­σιεύει διη­γή­μα­τα και με­λε­τή­μα­τα α­πό τον δεύ­τε­ρο τό­μο, του 1887, ε­νώ ο Κα­βά­φης, α­πό τον 13ο, του 1898. Στη Βι­βλιο­θή­κη του δεύ­τε­ρου υ­πάρ­χουν, ε­κτός α­πό τους τό­μους της πε­ριό­δου που συ­νερ­γά­ζε­ται και στους ο­ποίους ο Ξε­νό­που­λος δεν δη­μο­σιεύει διη­γή­μα­τα, οι τό­μοι του 1892 και 1894. Στον πρώ­το, ο Ξε­νό­που­λος δη­μο­σιεύει με­λέ­τη για τον Γε­ρά­σι­μο Μαρ­κο­ρά, ό­που το α­ντί­τυ­πο της Βι­βλιο­θή­κης “φέ­ρει πε­ρι­θω­ρια­κές μο­λυ­βιές και υ­πο­γραμ­μί­σεις”. Στον δεύ­τε­ρο, την “ι­στο­ρία” «Το ό­νει­ρον», η ο­ποία συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στην πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του. Με­τά εί­ναι η ε­φη­με­ρί­δα «Το Άστυ», στην ο­ποία ο Ξε­νό­που­λος πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται με άρ­θρο στις 2/12/1890 και ως έμ­μι­σθος συ­νερ­γά­της, α­να­λαμ­βά­νει το χρο­νο­γρά­φη­μα, αλ­λά δεν δη­μο­σιεύει διη­γή­μα­τα, ε­νώ ο Κα­βά­φης δη­μο­σιεύει δυο ποιή­μα­τα το 1896. Ακό­μη το πε­ριο­δι­κό «Τα Ολύ­μπια», στο ο­ποίο και οι δυο εμ­φα­νί­ζο­νται μέ­σα στο 1896. Ο Ξε­νό­που­λος, ό­μως, με θε­α­τρι­κό, «Ο Τρί­τος», σε συ­νέ­χειες (27/1-28/4/1896), ο Κα­βά­φης με ποίη­μα (8/9/1896). Απο­μέ­νει το πε­ριο­δι­κό, «Αττι­κόν Μου­σείον», στο ο­ποίο  για πρώ­τη φο­ρά δια­σταυ­ρώ­θη­καν, στο ί­διο τεύ­χος, τα ο­νό­μα­τά τους. Στο εν λό­γω πε­ριο­δι­κό, μέσα στη διετία 1891-92, ο Ξε­νό­που­λος δη­μο­σιεύει τέσ­σε­ρα διη­γή­μα­τα και ο Κα­βά­φης τρία ποιή­μα­τα. 
Βε­βαίως, ο Κα­βά­φης μπο­ρεί να εί­χε δια­βά­σει “ι­στο­ρίες” του Ξε­νό­που­λου σε τό­μους του Ημε­ρο­λο­γίου του Σκό­κου, που δεν δια­σώ­θη­καν στη Βι­βλιο­θή­κη του, α­κό­μη να πα­ρα­κο­λου­θού­σε την «Εστία», ό­που ο Ξε­νό­που­λος δη­μο­σίευε κυ­ρίως τα διη­γή­μα­τά του. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, μάλ­λον εί­χε μεί­νει με τις ε­ντυ­πώ­σεις μίας α­νά­γνω­σης “δια­γω­νίως”, ό­πως θα έ­λε­γαν οι αγ­γλό­φω­νοι με­λε­τη­τές του.

Συ­μπτώ­μα­τα κρυ­πτο­μνη­σίας

Ο Ξε­νό­που­λος, στο πρώ­το άρ­θρο του για τον Κα­βά­φη, α­να­φέ­ρει ποια ποιή­μα­τα εί­χε δια­βά­σει. Πα­ρό­τι πρό­κει­ται για άρ­θρο, που υ­πο­τί­θε­ται πως ε­τοί­μα­ζε α­πό και­ρό, εί­ναι προ­φα­νές ό­τι στη­ρί­ζε­ται στη μνή­μη του, μη α­να­τρέ­χο­ντας στις πη­γές. Στην πε­ρί­πτω­ση του πε­ριο­δι­κού «Αττι­κόν Μου­σείον», που στά­θη­κε γι’ αυ­τόν ση­μα­ντι­κό, κα­θώς ε­κεί, ε­κτός α­πό τα διη­γή­μα­τά του, δη­μο­σιεύ­τη­καν η αυ­στη­ρή κρι­τι­κή Μη­τσά­κη για το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μά του και η δι­κή του α­πά­ντη­ση, εμ­φα­νί­ζει συ­μπτώ­μα­τα κρυ­πτο­μνη­σίας, συγ­χέ­ο­ντας πα­ρα­στά­σεις α­πό δια­φο­ρε­τι­κά έ­ντυ­πα. Ξε­κι­νά­ει, α­να­φε­ρό­με­νος αό­ρι­στα στο πρώ­το ποίη­μα του Κα­βά­φη που εί­χε δια­βά­σει: “Εί­ναι πο­λύς και­ρός, δέ­κα ί­σως και δώ­δε­κα χρό­νια, α­φό­του διά­βα­σα εις κά­ποιον Ημε­ρο­λό­γιον το πρώ­τον του ποίη­μα. Επε­γρά­φε­το «Τα­ρα­ντί­νοι».” Ακρι­βο­λο­γεί ως προς τα 12 χρό­νια, μό­νο που δεν ε­πρό­κει­το για Ημε­ρο­λό­γιο αλ­λά για το πε­ριο­δι­κό «Αττι­κόν Μου­σείον». Ού­τε για το ποίη­μα «Οι Τα­ρα­ντί­νοι δια­σκε­δά­ζουν». Αυ­τό εί­χε πράγ­μα­τι δη­μο­σιευ­τεί σε Ημε­ρο­λό­γιο, ε­κεί­νο του Σκό­κου, αλ­λά πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, στον τό­μο του έ­τους 1899. 
Και συ­νε­χί­ζει: “Το ό­νο­μα που εί­δα α­πό κά­τω, το νέ­ον και ό­λως διό­λου ά­γνω­στον – Κων­στα­ντί­νος Π. Κα­βά­φης – μου ε­καρ­φώ­θη α­πό τό­τε.” Μό­νο που σε ό­λα τα ποιή­μα­τα στο Ημε­ρο­λό­γιο του Σκό­κου, στην υ­πο­γρα­φή, το μικρό όνομα συ­γκό­πτε­ται σε Κων­στ. Ολο­γρά­φως το μι­κρό ό­νο­μα υ­πάρ­χει μό­νο στο δεύ­τε­ρο και το τρί­το ποίη­μα του πε­ριο­δι­κού «Αττι­κόν Μου­σείον». Τέ­λος, το­νί­ζει πως “πο­τέ δεν ε­γρά­φη άρ­θρον δι’ αυ­τόν εις ε­φη­με­ρί­δα, και πο­τέ δεν ε­φά­νη τ’ ό­νο­μά του αλ­λού, πα­ρά με­τρη­μέ­νες φο­ρές κά­τω α­πό τους ο­λί­γους στί­χους του.” Κι ό­μως, αυ­τό συ­νέ­βη στο «Αττι­κόν Μου­σείον» και μά­λι­στα, σε τεύ­χος που α­νοί­γει με δι­κό του διή­γη­μα, υ­πο­γε­γραμ­μέ­νο με α­κέ­ραιο το ό­νο­μά του, ού­τε ψευ­δώ­νυ­μο ού­τε συ­γκε­κομ­μέ­νο. Εί­ναι το τεύ­χος της 30ης Σεπ. 1891, ό­που δη­μο­σιεύε­ται η πρώ­τη κρι­τι­κή α­πο­τί­μη­ση για τον Κα­βά­φη α­πό τον Πο­λέ­μη. Εκεί το ό­νο­μά του εμ­φα­νί­ζε­ται συ­γκε­κομ­μέ­νο (Κ. Φ. Καβ.), κα­θώς κα­τα­χω­ρεί­ται στη στή­λη «Συ­ζη­τή­σεις». Ήδη, α­πό αυ­τήν την πρώ­τη “συ­νά­ντη­ση”, ο Κα­βά­φης υ­στε­ρεί σε α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα, ό­πως λέ­νε σή­με­ρα. 

Η πρώ­τη συ­νά­ντη­ση

Στην πρώ­τη τους δια ζώ­σης συ­νά­ντη­ση, θα πρέ­πει να εί­χαν θο­λή ει­κό­να ο έ­νας για το λο­γο­τε­χνι­κό έρ­γο του άλ­λου, με κά­ποιες δεύ­τε­ρες σκέ­ψεις.  Ο Κα­βά­φης α­πο­κα­λεί μεν τον Ξε­νό­που­λο “conteur”, αλ­λά μάλ­λον σκέ­φτε­ται τον κρι­τι­κό. Ενώ ο Ξε­νό­που­λος μπο­ρεί να α­να­φέ­ρε­ται στον ποιη­τή, αλ­λά έ­χει κα­τά νου πε­ρισ­σό­τε­ρο τον Αι­γυ­πτιώ­τη, που ση­μαί­νει τον δίαυ­λο προς “μία πο­λυ­πλη­θή και φι­λό­μου­σο κοι­νό­τη­τα”. Και βε­βαίως, πά­ντο­τε υ­πει­σέρ­χο­νται οι αυ­θόρ­μη­τες α­ντι­δρά­σεις. Ο Κα­βά­φης, στο Ημε­ρο­λό­γιό του, συ­νο­ψί­ζει την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση με τη φρά­ση, “A very nice man”. Να ση­μειώ­σου­με πως, στο Ημε­ρο­λό­γιο, εί­ναι φει­δω­λός στους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς προ­σώ­πων. Για άλ­λες γνω­ρι­μίες, ό­πως του Σκό­κου και του Μι­χα­η­λί­δη, δεν κά­νει κα­νέ­να σχό­λιο. Μό­νο για τον Πο­λέ­μη ση­μειώ­νει: “He looks a serious man, a little pompous. About 60.”  Επει­δή οι η­λι­κίες και συ­να­κό­λου­θα το πα­ρου­σια­στι­κό συμ­βάλ­λουν κα­θο­ρι­στι­κά στην πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση, θυ­μί­ζου­με ό­τι ο 38ε­τής Κα­βά­φης έ­χει α­πέ­να­ντί του τον 47ε­τή Σκό­κο (σύμ­φω­να με πα­λαιό­τε­ρη πε­ρι­γρα­φή του Ξε­νό­που­λου, “στρογ­γυ­λό, κο­ντό, με γε­νά­κια και γυα­λιά”), τον 37ε­τή Μι­χα­η­λί­δη (πά­λι κα­τά Ξε­νό­που­λο, “ω­ραίο με­λα­χρι­νό ά­ντρα, ψη­λό, στι­βα­ρό, με γε­νά­κεια, που τρα­βού­σε τις γυ­ναί­κες ό­πως τον τρα­βού­σαν και ε­κεί­νες”), τον 39ε­τή Πο­λέ­μη, ό­πως τον πε­ρι­γρά­φει πα­ρα­πά­νω ο Κα­βά­φης, και τον 34ε­τή Ξε­νό­που­λο. 
Κα­τά τον Μποέ­μ, ο­κτώ χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, ο Ξε­νό­που­λος εί­ναι “υ­ψη­λός, συ­μπα­θούς φυ­σιο­γνω­μίας, με ζωη­ρούς ο­φθαλ­μούς, με ξαν­θί­ζο­ντα μύ­στα­κα...το μει­δία­μα δεν του λεί­πει α­πό τα χεί­λη και η φυ­σιο­γνω­μία του ε­νέ­χει τι το αν­θη­ρό­ν”. Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι τον Κα­βά­φη τον γο­η­τεύει η προ­σω­πι­κό­τη­τα του Ζα­κύν­θιου, αν, μά­λι­στα, λά­βου­με υ­πό­ψη, ό­τι τον γνω­ρί­ζει ταυ­τό­χρο­να με τον Μι­χα­η­λί­δη, έ­χου­με μία έν­δει­ξη τι τον ελ­κύει σε μία α­ντρι­κή πα­ρου­σία. Εί­ναι και η μό­νη κα­τ’ οί­κον “βί­ζι­τα”, που κά­νει σε ε­κεί­νο το τα­ξί­δι, ε­ξαι­ρου­μέ­νων των συγ­γε­νι­κών του προ­σώ­πων. Και μά­λι­στα, προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη κα­τά τη συ­νά­ντη­σή τους. Τρί­τη έ­γι­νε η γνω­ρι­μία, Σάβ­βα­το η ε­πί­σκε­ψη. Βε­βαίως, η κα­τοι­κία του Ξε­νό­που­λου ταυ­τί­ζε­ται με τα γρα­φεία της «Δια­πλά­σεως». Αλλά για το πε­ριο­δι­κό “των παί­δω­ν”, ο Κα­βά­φης ου­δέν εν­δια­φέ­ρον εί­χε.
Τις ε­ντυ­πώ­σεις του Ξε­νό­που­λου α­πό τη γνω­ρι­μία του με τον Κα­βά­φη τις έ­χου­με μό­νο α­πό το πρώ­το άρ­θρο του. Εκεί, ό­μως, με την πε­ρι­γρα­φή του προ­σώ­που ε­πι­ζη­τά να ελ­κύ­σει το εν­δια­φέ­ρον του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού, πι­θα­νώς και για­τί, ως κρι­τής των ποιη­μά­των του, αι­σθά­νε­ται μάλ­λον α­να­σφα­λής. Τον πα­ρου­σιά­ζει σαν κά­τι το α­ξιο­πε­ρίερ­γο. Τα­κτι­κή που α­κο­λου­θεί και ο Ε. Μ. Φόρ­στερ στο πρώ­το του άρ­θρο. Αυ­τά τα δυο άρ­θρα, που σή­με­ρα α­πο­κα­λού­νται “ι­στο­ρι­κά”, σκια­γρα­φούν τον Κα­βά­φη ως μία εκ­κε­ντρι­κή πα­ρου­σία. Ασχέ­τως αν η δια­τύ­πω­ση του Άγγλου εί­ναι ποιη­τι­κή, ε­νώ, του Ζα­κύν­θιου στο­χεύει στον ε­ντυ­πω­σια­σμό με εκ­φρά­σεις του συρ­μού, κα­θό­λου κο­λα­κευ­τι­κές για το πρό­σω­πο του Κα­βά­φη.  
Ο Σαβ­βί­δης πα­ρα­τη­ρεί ό­τι δί­νει “ά­φθαρ­το το πορ­ταί­το του αν­θρώ­που Κα­βά­φη”. Αυ­τό μπο­ρεί να ι­σχύει, ω­στό­σο ο Ξε­νό­που­λος πο­τέ δεν θα α­πο­τολ­μού­σε πα­ρό­μοια πε­ρι­γρα­φή για έ­ναν Ελλα­δί­τη. Ο Δα­σκα­λό­που­λος πα­ρα­τη­ρεί ό­τι ο Ξε­νό­που­λος “διαν­θί­ζει με α­νά­λο­γες πε­ρι­γρα­φές τις κρί­σεις του για λο­γο­τέ­χνες που γνώ­ρι­σε προ­σω­πι­κώς”. Ακρι­βέ­στε­ρα, α­ντι­στρό­φως α­νά­λο­γες, κα­θώς τους Ελλα­δί­τες τους ε­ξω­ραΐζει, α­κό­μη και τον “α­σχη­μάν­θρω­πο” Κον­δυ­λά­κη. Αντι­στι­κτι­κά ως προς τη συ­μπε­ρι­φο­ρά του Κα­βά­φη, α­πο­δί­δει στους “λο­γίους μας” “σε­μνήν α­πλό­τη­τα, δει­λήν α­φέ­λειαν και α­γα­θήν α­δε­ξιό­τη­τα”. Πριν, ό­μως, φτά­σει στη συ­μπε­ρι­φο­ρά του Κα­βά­φη, σκια­γρα­φεί το πα­ρου­σια­στι­κό. Ως προς την η­λι­κία, χρη­σι­μο­ποιεί την ει­ρω­νι­κής χροιάς έκ­φρα­ση “ό­χι εις την πρώ­την νεό­τη­τα”, ως προς τα φυ­λε­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά με το “βα­θειά με­λα­χρι­νός ως γη­γε­νής της Αι­γύ­πτου” υ­παι­νίσ­σε­ται ε­πι­μι­ξίες μάλ­λον μειω­τι­κές για έ­ναν αμ­φί­πλευ­ρα Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τη, προ­σθέ­το­ντας, “φυ­σιο­γνω­μία που δεν λέ­γει πολ­λά πράγ­μα­τα”, κοι­νώς α­διά­φο­ρη. Τέ­λος, ως προς την πε­ρι­βο­λή χρη­σι­μο­ποιεί την λέ­ξη “κομ­ψευό­με­νος”, το­νί­ζο­ντας τον ε­πι­τη­δευ­μέ­νο χα­ρα­κτή­ρα. Όσο α­φο­ρά την συ­μπε­ρι­φο­ρά του Κα­βά­φη, συ­γκρα­τού­με τους ε­πι­θε­τι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς, που έ­χουν ως κοι­νό πα­ρο­νο­μα­στή την προ­σποίη­ση. Χα­ρα­κτη­ρί­ζει την ο­μι­λία του “σχε­δόν στομ­φώ­δη και υ­περ­βο­λι­κή”, τους τρό­πους του “πά­ρα πο­λύ α­βρούς”, ε­νώ σχο­λιά­ζει “ό­λες ε­κεί­νες τις ευ­γέ­νειές του και τις τσι­ρι­μό­νιες”. Βε­βαίως, α­πο­βλέ­πει στο ρη­το­ρι­κό σχή­μα της α­ντί­θε­σης, κα­τα­λή­γο­ντας με τις “α­στρα­πές των μαύ­ρων μα­τιών, α­πό τα γυα­λιά, που προ­δί­δουν τον άν­θρω­πο της ευ­ρείας σκέ­ψεως και της καλ­λι­τε­χνι­κής ι­διο­φυΐας”. Και συ­νε­χί­ζει, πε­ρι­γρά­φο­ντας με μία φρά­ση το πώς ο ί­διος εί­χε α­ντι­με­τω­πί­σει τον Κα­βά­φη: “Έκα­μα την ε­ρω­τι­κήν μου ε­ξο­μο­λό­γη­σιν προς τον ποιη­τήν μου α­μέ­σως, με την πρώ­την γνω­ρι­μίαν.” Προ­φα­νώς, χα­ρι­το­λο­γεί. Γεν­νά, ω­στό­σο, στον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη την α­πο­ρία κα­τά πό­σο εί­χε διαι­σθαν­θεί, σε ε­κεί­νη την πρώ­τη συ­νά­ντη­ση, τις ο­μο­φυ­λό­φι­λες προ­τι­μή­σεις “του ποιη­τή του”.  
Συ­νέ­χεια στο φύλ­λο της με­θε­πό­με­νης Κυ­ρια­κής.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/6/2014.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Αντικαθρέφτισμα μουσικού ειδώλου

Δη­μή­τρης Σω­τά­κης
«Η α­νά­στα­ση
του Μάι­κλ Τζάκ­σον»
Εκδό­σεις Κέ­δρος
Φε­βρουά­ριος 2014

Πέ­ντε χρό­νια με­τά το θά­να­το του δη­μο­φι­λούς α­με­ρι­κα­νού τρα­γου­δι­στή, συν­θέ­τη και χο­ρευ­τή Μάι­κλ Τζάκ­σον, ο Δη­μή­τρης Σω­τά­κης α­πο­φα­σί­ζει να τον α­να­στή­σει. Λά­τρης ο ί­διος της ποπ μου­σι­κής, ι­διαί­τε­ρα ε­κεί­νης της ε­φη­βείας του, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’80, δη­λα­δή τα χρό­νια που ο Τζάκ­σον με­σου­ρα­νού­σε, τι πιο φυ­σι­κό α­πό το να συ­ντά­ξει τη βιο­γρα­φία του α­πο­κα­λού­με­νου “βα­σι­λιά της πο­π”. Συ­νέ­πε­σε, μά­λι­στα, ό­ταν αυ­τός ξη­με­ρο­βρα­δια­ζό­ταν στο Λον­δί­νο, γρά­φο­ντας μου­σι­κή, με δι­κή του  μπά­ντα, ο Τζάκ­σον, με τις εκ­κε­ντρι­κό­τη­τές του, να γί­νε­ται η πέ­τρα του σκαν­δά­λου. Κι ό­μως, ό­ποιος έ­χει δια­βά­σει Σω­τά­κη, που ση­μαί­νει τα έ­ξι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και τη μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της πρώ­της του συγ­γρα­φι­κής δε­κα­πε­ντα­ε­τίας, έ­να πα­ρό­μοιο βι­βλίο θα το α­πέ­κλειε ως κα­τ’ ε­ξο­χήν ρε­α­λι­στι­κό και προ­βλέ­ψι­μο για να θέλ­ξει έ­ναν ορ­κι­σμέ­νο θια­σώ­τη του πα­ρά­δο­ξου. Το γε­γο­νός ό­τι τα πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, τίτ­λος και ε­ξώ­φυλ­λο, ε­στιά­ζουν σε μία προ­σω­πι­κό­τη­τα, της ο­ποίας τον βίο και την πο­λι­τεία, δη­λα­δή έ­να πλου­σιό­τα­το μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό υ­λι­κό, η α­φή­γη­ση πα­ρα­κά­μπτει, δεί­χνει τον προ­κλη­τι­κό τρό­πο με τον ο­ποίο ο συγ­γρα­φέ­ας γυ­ρί­ζει την πλά­τη στο συμ­βα­τι­κό στή­σι­μο ε­νός μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.
Ο Σω­τά­κης, σε πρό­σφα­τη συ­νέ­ντευ­ξή του, ι­σχυ­ρί­ζε­ται, ό­τι θα μπο­ρού­σε να εί­χε δια­λέ­ξει και το ο­ποιο­δή­πο­τε άλ­λο με­γά­λο α­στέ­ρι της μου­σι­κής, α­να­φέ­ρο­ντας τους Έλβις Πρίσ­λεϋ και Τζων Λέν­νον. Κι ό­μως, ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά που ε­πι­λέ­γει να κρα­τή­σει α­πό τη βιο­γρα­φία του Τζάκ­σον δεί­χνουν πως η ε­πι­λο­γή δεν έ­γι­νε και τό­σο τυ­χαία. Τα στοι­χεία ταύ­τι­σης πραγ­μα­τι­κού και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού Τζάκ­σον, συ­γκρι­νό­με­να με το μύ­θο που έ­χει καλ­λιερ­γη­θεί γύ­ρω α­πό το πρό­σω­πό του, θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν λε­πτο­μέ­ρειες. Ωστό­σο, α­πο­βαί­νουν ση­μα­ντι­κά, κα­θώς φω­τί­ζουν τον άν­θρω­πο πί­σω α­πό τον σταρ. Ξε­κι­νούν με “τα δύ­σκο­λα παι­δι­κά χρό­νια”, που α­να­κα­λεί ο νε­κρα­να­στη­μέ­νος Τζάκ­σον. “Τον πα­τέ­ρα που τον έ­δερ­νε, την αλ­κοο­λι­κή μη­τέ­ρα, τα μαλ­λιά του, που πολ­λές φο­ρές άλ­λα­ζε”. Όταν ο Τζάκ­σον ε­πα­νέρ­χε­ται ε­πί γης, δη­λα­δή ο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας, δεί­χνει σε­μνός, ευαί­σθη­τος και α­γνός, ό­πως α­κρι­βώς πε­ρι­γρά­φουν τον σταρ οι δι­κοί του άν­θρω­ποι. Αδια­φο­ρεί για τη λα­μπρή στα­διο­δρο­μία του, έ­χο­ντας σαν μο­να­δι­κή έ­γνοια να α­να­γνω­ρι­στεί ως ποιη­τής. Αγά­πη στην ποίη­ση έ­τρε­φε και ο πραγ­μα­τι­κός Τζάκ­σον. Εί­χε εκ­δώ­σει και μία μο­να­δι­κή ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, έ­να λυ­ρι­κό ποίη­μα για τον πλα­νή­τη Γη. Η ποιη­τι­κή συλ­λο­γή του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού θα εκ­δο­θεί, ό­ταν θα έ­χουν πια χα­θεί τα ί­χνη της γήι­νης πα­ρου­σίας του. 
Το βα­σι­κό­τε­ρο, ό­μως, στοι­χείο εί­ναι ό­τι ο Τζάκ­σον στά­θη­κε σε ό­λη του τη ζωή άρ­ρω­στα έμ­μο­νος, ό­πως οι προ­σφι­λείς στον Σω­τά­κη ή­ρωες. Ο κε­ντρι­κός ή­ρωας του πρό­σφα­του βι­βλίου του δια­κα­τέ­χε­ται κι αυ­τός α­πό μία έμ­μο­νη ι­δέα. Ο Τζάκ­σον φλέρ­τα­ρε με την αλ­λα­γή του προ­σώ­που του, που σή­μαι­νε, κα­τά μία εκ­δο­χή, της φυ­λε­τι­κής του ταυ­τό­τη­τας. Αλλά εί­τε ε­πε­δίω­κε να γί­νει λευ­κός εί­τε να α­πο­κτή­σει μία πλα­σμα­τι­κή παι­δι­κό­τη­τα, το ό­λο εγ­χεί­ρη­μα τού εί­χε γί­νει έμ­μο­νη ι­δέα, συ­ντε­λώ­ντας στον πρόω­ρο θά­να­τό του. Αντι­στοί­χως, ο και­νού­ριος ή­ρωας του Σω­τά­κη, βυ­θι­σμέ­νος στην κα­τά­θλι­ψη, η­δο­νί­ζε­ται με την ι­δέα της αυ­το­χει­ρίας. Κι αυ­τός μία μο­να­χι­κή ύ­παρ­ξη, ό­πως λέ­γε­ται ό­τι ή­ταν ο Τζάκ­σον, πα­ρά το πλή­θος που τον πε­ριέ­βα­λε.
Μέ­χρι που γεν­νά­ται το ε­ρώ­τη­μα· ο συγ­γρα­φέ­ας, α­πό ποιόν α­πό τους δυο, ξε­κί­νη­σε. Επέ­λε­ξε πρώ­τα τον Τζάκ­σον, πρό­σω­πο πά­ντα στην ε­πι­και­ρό­τη­τα, ε­πι­κου­ρώ­ντας έ­τσι τη συ­ζή­τη­ση, που καλ­λιερ­γούν τα ΜΜΕ γύ­ρω α­πό έ­να βι­βλίο και η ο­ποία α­πο­τε­λεί για έ­ναν συγ­γρα­φέα πρώ­τι­στο ζη­τού­με­νο. Και στη συ­νέ­χεια, με βά­ση αυ­τόν, δη­μιούρ­γη­σε μία συγ­γε­νι­κή ψυ­χή, ώ­στε να εί­ναι ο “ε­κλε­κτός”, τον ο­ποίο θα ε­πι­λέ­ξει ο Τζάκ­σον για να φα­νε­ρω­θεί κα­τά τη δεύ­τε­ρη ε­πί γης πα­ρου­σία του. Ή, α­ντι­στρό­φως, έ­πλα­σε τον πρω­το­πρό­σω­πο α­φη­γη­τή, που δεν ο­νο­μα­τί­ζε­ται αλ­λά α­να­δύε­ται ως ο “ε­κλε­κτός” για το μυ­θι­στό­ρη­μα ι­δεών, που ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι ή­θε­λε να γρά­ψει. Όπως και να έ­χει, εί­ναι έ­να δί­δυ­μο με τα­ραγ­μέ­νο ψυ­χι­σμό, που, αρ­χι­κά, οι για­τροί, τό­σο ε­κεί­νος που πα­ρα­κο­λου­θεί τον α­φη­γη­τή, ό­σο και ο θε­ρά­πων του πραγ­μα­τι­κού Τζάκ­σον, το­πο­θε­τούν στην πε­ριο­χή της ι­δε­ο­ψυ­χα­να­γκα­στι­κής νεύ­ρω­σης. Στη συ­νέ­χεια, ό­μως, ό­ταν ο α­φη­γη­τής πλη­ρο­φο­ρεί τον για­τρό του, ό­τι φι­λο­ξε­νεί στο σπί­τι του τον Μάι­κλ Τζάκ­σον αυ­το­προ­σώ­πως, ε­κεί­νος α­να­σκευά­ζει τη διά­γνω­σή του. Δια­πι­στώ­νει α­πώ­λεια ε­πα­φής με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ταυ­τό­χρο­να, μη συ­νει­δη­το­ποίη­ση α­πό τον α­σθε­νή της νο­ση­ρής του κα­τά­στα­σης, και κυ­ρίως, ε­πι­κρά­τη­ση “φα­ντα­σιω­σι­κών κα­τα­σκευώ­ν”. Προ­φα­νώς, αυ­τά τα συ­μπε­ρά­σμα­τα δεν τα συ­ζη­τά­ει μα­ζί του, δια­φαί­νο­νται, ό­μως, στην αλ­λα­γή πλεύ­σης της ια­τρι­κής υ­πο­στή­ρι­ξης. Ο συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­θέ­τει α­κρι­βο­λό­γο α­να­φο­ρά των χο­ρη­γού­με­νων φαρ­μά­κων για να δεί­ξει τη διά­γνω­ση με­τα­κύ­λι­σης α­πό την βα­ριά κα­τά­θλι­ψη στην σχι­ζο­φρέ­νεια, ό­που τα α­ντι­ψυ­χω­σι­κά παίρ­νουν τη θέ­ση της ο­μά­δας των α­ντι­κα­τα­θλι­πτι­κών, που δο­κί­μα­ζε μέ­χρι τό­τε. 
Ο Σω­τά­κης χρη­σι­μο­ποιεί ως ό­χη­μα την πε­ρί­πτω­ση ε­νός ψυ­χω­σι­κού για να κι­νη­θεί στο χώ­ρο του φα­ντα­στι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Αν, ό­μως, θέ­λου­με να πα­ρα­μεί­νου­με σε ρε­α­λι­στι­κά πλαί­σια, θα μπο­ρού­σα­με να το θεω­ρή­σου­με ως έ­να υ­παρ­ξια­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, που με­τεω­ρί­ζε­ται στα δυ­σκό­λως προ­σεγ­γί­σι­μα ό­ρια της ψυ­χο­πα­θο­λο­γίας. Από μία ά­πο­ψη, πό­σο δια­φέ­ρει ο κό­σμος του ψυ­χω­σι­κού α­πό ε­κεί­νον του φα­ντα­στι­κού α­φη­γή­μα­τος. Μό­νο που, στην πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση, τις α­να­τρε­πτι­κές κα­τα­στά­σεις τις γεν­νά η κα­τ’ ε­ξο­χήν γό­νι­μη φα­ντα­σία του πά­σχο­ντος. Το μυ­θι­στό­ρη­μα θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν “κα­τα­στα­σια­κό”, με την έν­νοια ό­τι ε­ξε­λίσ­σε­ται με βά­ση την δε­δο­μέ­νη ψυ­χο­λο­γι­κή διά­θε­ση του α­φη­γη­τή, χω­ρίς α­να­φο­ρές στο πα­ρελ­θόν του. Σε α­ντί­θε­ση με έ­να ψυ­χο­λο­γι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, που θα α­να­ζη­τού­σε κά­ποια φροϋδι­κή ερ­μη­νεία της κα­τα­θλι­πτι­κής εμ­μο­νής του ή, α­κό­μη, θα έ­κα­νε α­να­δρο­μή στην οι­κο­γε­νεια­κή και ε­ρω­τι­κή ζωή του. Εδώ, η κα­κή ή κα­λή διά­θε­σή του δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό την ερ­γα­σία του ή α­πό τους δυο γεί­το­νές του, τους μο­να­δι­κούς με τους ο­ποίους κά­νει πα­ρέα, αλ­λά α­πό την α­δή­ρι­τη α­νά­γκη της μό­νω­σης, που συ­νι­στά σύ­μπτω­μα της α­σθέ­νειάς του.  
Στο φα­ντα­στι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα του Σω­τά­κη, δια­πλέ­κο­νται δυο λό­γοι, σε ε­ναλ­λασ­σό­με­να κε­φά­λαια, που δια­κρί­νο­νται και με δια­φο­ρε­τι­κά τυ­πο­γρα­φι­κά στοι­χεία. Το α­φη­γη­μα­τι­κό μέ­ρος ή και κυ­ρίως σώ­μα, που χω­ρί­ζε­ται σε έ­ντε­κα α­ριθ­μη­μέ­να κε­φά­λαια, και το, σύμ­φω­να με μία ο­πτι­κή, αυ­το­α­να­λυ­τι­κής φύ­σεως, που με­τρά ο­κτώ κε­φά­λαια, κα­τά πο­λύ συ­ντο­μό­τε­ρα. Όλα ξε­κι­νούν μία κα­λο­και­ριά­τι­κη νύ­χτα με κα­ται­γί­δα, που προ­κρί­νε­ται ως το προ­σφυές σκη­νι­κό για ε­πι­σκέ­πτες α­πό το υ­περ­πέ­ραν. Όπως, κα­λή ώ­ρα, ο Τζάκ­σον, που χτύ­πη­σε την πόρ­τα του α­φη­γη­τή, ζη­τώ­ντας στέ­γη και τρο­φή. Εκτός κι αν πρό­κει­ται για δι­κή του πα­ραί­σθη­ση, που δι­καιο­λο­γεί­ται ως α­νε­πι­θύ­μη­τη πα­ρε­νέρ­γεια του νέ­ου ι­σχυ­ρό­τε­ρου α­ντι­κα­τα­θλι­πτι­κού, που α­νή­κει στην οι­κο­γέ­νεια των τε­τρα­κυ­κλι­κών. Αδιά­φο­ρο, α­φού ε­κεί­νο στο ο­ποίο ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται η α­φή­γη­ση εί­ναι οι κα­τα­στά­σεις που δη­μιουρ­γεί ο ερ­χο­μός του ξέ­νου, ό­πως μία πρώ­τη “βόλ­τα στην πό­λη” και κυ­ρίως, τα προ­βλή­μα­τα που δη­μιουρ­γεί η συ­γκα­τοί­κη­ση. 
“Η δια­χεί­ρι­ση του χρό­νου” α­πό τον ή­ρωα, που έ­χει πα­γι­δευ­θεί στη μο­να­ξιά του, στέ­κε­ται α­δύ­να­τη. Πα­ρό­λο που ο τό­πος, α­πό το σπί­τι του μέ­χρι την πό­λη, πε­ρι­γρά­φο­νται ως “χα­ρι­τω­μέ­να” και το φά­σμα του Τζάκ­σον σαν τέ­ρας δια­κρι­τι­κό­τη­τας. Εμμέ­σως, ο συγ­γρα­φέ­ας ει­ρω­νεύε­ται την αι­σιο­δο­ξία των αν­θρώ­πων πως μπο­ρεί να έ­χουν την ευ­και­ρία μίας και­νού­ριας αρ­χής, που θα τους δώ­σει τη δυ­να­τό­τη­τα να γί­νουν άλ­λοι άν­θρω­ποι. Η α­φή­γη­ση δεί­χνει πως κά­θε προ­σπά­θεια προς αυ­τήν την ευοίω­νη προο­πτι­κή α­ντί­κει­ται στην ί­δια την αν­θρώ­πι­νη συν­θή­κη.                                                                                     Ο Σω­τά­κης το­πο­θε­τεί το μυ­θι­στό­ρη­μά του σε μία πα­ρα­πο­τά­μια πρω­τεύου­σα α­με­ρι­κα­νι­κής πο­λι­τείας, θυ­μί­ζο­ντας πο­λι­τεία του Μισ­σι­σι­πή. Κι ό­μως, οι πε­ρι­γρα­φές της γέ­φυ­ρας, του κό­σμου που συρ­ρέει στα κα­φέ και βα­σι­κά, οι ε­πι­κρα­τού­σες “συν­θή­κες φω­τός και ρα­στώ­νης”, πα­ρα­μέ­νουν ελ­λη­νι­κές. Όπως, άλ­λω­στε, και άλ­λα μυ­θο­πλα­στι­κά ευ­ρή­μα­τα, σαν “την τρύ­πα ε­νός υ­πο­νό­μου την ο­ποία εί­χαν ξε­χά­σει α­κά­λυ­πτη οι ερ­γά­τες ε­νός δη­μο­τι­κού συ­νερ­γείου” και στοί­χι­σε τη ζωή μιας γυ­ναί­κας, σε συν­δυα­σμό με τις α­πα­νω­τές μη­νύ­σεις προς δι­καίω­ση του συ­ζύ­γου, που μέ­νουν ά­καρ­πες. Όλα α­ντα­να­κλούν το γνώ­ρι­μο α­θη­ναϊκό το­πίο. Ο συγ­γρα­φέ­ας στή­νει κω­μι­κές σκη­νές, α­κό­μη και πα­ρα­μορ­φώ­νο­ντας τους χα­ρα­κτή­ρες των η­ρώων του. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Μάι­κλ πα­ρου­σιά­ζε­ται, σε ο­ρι­σμέ­να κε­φά­λαια, ως μία γρα­φι­κή φι­γού­ρα, πλή­ρως χει­ρα­γω­γού­με­νη. Σαν να πρό­κει­ται πε­ρί σκύ­λου, που προ­σφέ­ρε­ται για υιο­θε­σία. Ασχέ­τως αν η χει­ρα­γώ­γη­ση ε­νός σταρ α­πό τους μά­νατ­ζερ δεν δια­φέ­ρει και πο­λύ α­πό τον τρό­πο που ε­πι­δει­κνύει κα­νείς έ­να κα­τοι­κί­διο. 
Κε­ντρι­κός ά­ξο­νας του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος εί­ναι ο στο­χα­σμός, που α­να­πτύσ­σει ο α­φη­γη­τής, πως τί­πο­τα στη ζωή, της ί­διας της ζωής συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης, δεν έ­χει α­ξία. Στις δια­τυ­πώ­σεις των σκέ­ψεών του, πα­ρα­σύ­ρε­ται σε κυ­νι­κές πα­ρα­δο­χές, που δεί­χνουν μάλ­λον κοι­νό­το­πες, κα­θώς ο­λι­σθαί­νουν προς εύ­κο­λα α­ξιώ­μα­τα. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο κε­φά­λαιο με τον τίτ­λο «Πό­λε­μος», οι κά­τοι­κοι της πό­λης δέ­χο­νται ε­πί­θε­ση α­πό έ­ναν ε­χθρό, που α­κούει στο γε­νι­κό­λο­γο, “φα­σί­στες”. Η πε­ρι­γρα­φή πα­ρα­μέ­νει α­σα­φής, πά­ντως α­φή­νουν πί­σω τους “κα­τα­φα­γω­μέ­να σώ­μα­τα”. Ένα α­ντί­στοι­χο κε­φά­λαιο συλ­λο­γι­κού πα­νι­κού, υ­πάρ­χει στο τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Θα­νά­ση Χει­μώ­να, «Ζού­με τις τε­λευ­ταίες μας μέ­ρες». Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, το έ­ναυ­σμα έρ­χε­ται α­πό την πρό­σφα­τη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Από τους “α­γα­να­κτι­σμέ­νους πο­λί­τες” στου Χει­μώ­να, α­πό τους Χρυ­σαυ­γί­τες στου Σω­τά­κη. Μό­νο που ο δεύ­τε­ρος α­φή­νει να φα­νεί, πλην της ορ­γής για τα κα­κώς κεί­με­να, και διά­θε­ση δι­δα­κτι­σμού. Στις πα­ρα­χω­ρή­σεις που κά­νει ο συγ­γρα­φέ­ας προς ά­γραν ε­νός πλα­τύ­τε­ρου κοι­νού, θα υ­πο­λο­γί­ζα­με και την σε­ξουα­λι­κή παν­δαι­σία ε­νός άλ­λου κε­φα­λαίου με τον τίτ­λο «Γιού­πι!».
Σαν ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κά τα πα­ρεμ­βαλ­λό­με­να κε­φά­λαια, δεί­χνουν ε­τε­ρό­κλη­τα και συ­να­κό­λου­θα, μάλ­λον ά­νι­σα, του­λά­χι­στον ως προς την πρω­το­τυ­πία των ε­μπει­ριών που πο­λιορ­κούν. Το πιο εν­δια­φέ­ρον μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, σύμ­φω­να με τη δι­κή μας, πι­θα­νώς και έκ­κε­ντρη α­νά­γνω­ση, βρί­σκε­ται στα κε­φά­λαια και των δυο δια­πλε­κό­με­νων λό­γων, που  πε­ρι­γρά­φουν την αυ­το­κα­τα­στρο­φι­κή διά­θε­ση. Σε αυ­τά, το πώς βιώ­νε­ται ή και φα­ντα­σιώ­νε­ται η ά­φε­ση στην ε­νόρ­μη­ση του θα­νά­του α­πο­δί­δε­ται με την λε­πτο­με­ρή πε­ρι­γρα­φή του αι­σθή­μα­τος της βύ­θι­σης. Σαν μια τε­λε­τουρ­γία αυ­το­χει­ρια­σμού, που προ­χω­ρά­ει μέ­χρι την τα­φή και την ε­πα­να­φο­ρά στη ζωή. Συ­νο­ψί­ζο­ντας τη γε­νι­κό­τε­ρη ε­ντύ­πω­ση, ο Σω­τά­κης, στο και­νού­ριο του μυ­θι­στό­ρη­μα, κα­τορ­θώ­νει να δεί­ξει την ε­πι­σφα­λή γειτ­νία­ση νο­ση­ρού και υ­γιούς, φα­ντα­σια­κού και πραγ­μα­τι­κού. Από μία ά­πο­ψη, κά­νει μία πολ­λά υ­πο­σχό­με­νη εί­σο­δο στην η­λι­κια­κά πέ­μπτη δε­κα­ε­τία του. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 1/6/2014.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Σαν αυτοβιογραφικά

Κα­τε­ρί­να Σχι­νά
«Κα­λή και α­νά­πο­δη.
Ο πο­λι­τι­σμός του πλε­κτού»
Εκδ. Κί­χλη

Χά­ρης Βλα­βια­νός
«Το αί­μα νε­ρό.
Μυ­θι­στό­ρη­μα σε σα­ρά­ντα πέ­ντε
πρά­ξεις»
Εκδ. Πα­τά­κη

Eνα ζεύ­γος συγ­γρα­φέων αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται. Ακρι­βέ­στε­ρα, πρώην ζεύ­γος, με συμ­βίω­ση που, αν δεν σφάλ­λου­με, κρά­τη­σε γύ­ρω στα εί­κο­σι χρό­νια. Και πά­λι, ό­μως, δεν α­κρι­βο­λο­γού­με, α­φού ο κα­θέ­νας αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται - στο βαθ­μό που πρό­κει­ται για αυ­το­βιο­γρά­φη­ση - κα­τά μό­νας. Συ­νέ­βη, ό­μως, τα οιο­νεί αυ­το­βιο­γρα­φι­κά τους πο­νή­μα­τα να έρ­θουν ταυ­τό­χρο­να στο φως της δη­μο­σιό­τη­τας. Μάρτιος 2014. Και μά­λι­στα, στην κυ­ριο­λε­ξία ταυ­τό­χρο­να, την ί­δια η­μέ­ρα, την 21η Μαρτίου, η­μέ­ρα της ποίη­σης. Σύ­μπτω­ση; Μάλ­λον α­πί­θα­νο, κα­θώς, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, η η­με­ρο­μη­νία έκ­δο­σης του βι­βλίου ε­νός γνω­στού συγ­γρα­φέα έ­χει α­να­βαθ­μι­στεί σε πο­λι­τι­στι­κό γε­γο­νός, που δια­φη­μί­ζε­ται και­ρό νω­ρί­τε­ρα. Όπως και να έ­χει, τυ­χαίος ή σχε­δια­σμέ­νος ο συγ­χρο­νι­σμός, δεν α­πο­κλείε­ται να ξε­κι­νά­ει α­πό μία προ­η­γού­με­νη, γε­νε­σιουρ­γό σύ­μπτω­ση. Από ό­σο μπο­ρεί κα­νείς να ει­κά­σει, η κυο­φο­ρία των δυο βι­βλίων, ή του­λά­χι­στον η κυ­ρίως φά­ση της, ό­ταν το νε­φέ­λω­μα ι­δέ­ας και υ­λι­κού αρ­χί­ζει να μορ­φο­ποιεί­ται σε εμ­βρυα­κή εκ­δο­χή, θα πρέ­πει να ξε­κί­νη­σε πε­ρί­που την ί­δια ε­πο­χή. Οπό­τε, με βά­ση το μέ­σο ό­ρο διάρ­κειας της κυο­φο­ρίας ε­νός βι­βλίου –εν­νοού­με ε­νός σο­βα­ρού βι­βλίου, υ­ψη­λών α­παι­τή­σεων ό­πως τα εν λό­γω– που εί­ναι δυο με τρία χρό­νια, προ­κύ­πτει μία τρί­τη σύ­μπτω­ση. Οι δυο συγ­γρα­φείς πο­λύ πι­θα­νόν να ε­πι­δό­θη­καν στο συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρο γρά­ψι­μο των προ­σω­πι­κών τους βι­βλίων, ταυ­τό­χρο­να με τη διά­λυ­ση του κοι­νού τους νοι­κο­κυ­ριού. 
Με αυ­τές, ό­μως, τις πα­ρα­τη­ρή­σεις πα­ρα­πλα­νού­με τον α­να­γνώ­στη, που με τον ό­ρο “πρώη­ν” θα σχη­μα­τί­σει την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πρό­κει­ται για δυο ορ­γι­σμέ­νους που λύ­νουν δη­μο­σίως και ά­ρα, κα­τά τρό­πο με­λο­δρα­μα­τι­κό, τις δια­φο­ρές τους. Κα­λή ώ­ρα, ό­πως οι σταρ. Από μία ά­πο­ψη, με τα γη­γε­νή μέ­τρα και σταθ­μά, έ­να εί­δος σταρ στο χώ­ρο του βι­βλίου εί­ναι οι δυο συγ­γρα­φείς. Δεν α­πο­κλείε­ται, μά­λι­στα, μελ­λο­ντι­κά να γί­νουν και ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στοί. Του­λά­χι­στον Εκεί­νος, που προ­βάλ­λε­ται α­πό τώ­ρα ως υ­πο­ψή­φιος για διε­θνείς δια­κρί­σεις. Ο χρό­νος, έ­τσι κι αλ­λιώς, εί­ναι με το μέ­ρος και των δυο. Μπο­ρεί ο Τζου­ζέ­πε Το­μά­ζι ντι Λα­μπε­ντού­ζα να θεω­ρού­σε την αυ­το­βιο­γρά­φη­ση γε­ρο­ντι­κή ε­να­σχό­λη­ση έως και υ­πο­χρέω­ση, το συ­γκε­κρι­μέ­νο ζεύ­γος, ό­μως, α­πο­φά­σι­σε να αρ­χί­σει την αυ­το­βιο­γρα­φι­κή α­πέκ­δυ­ση σε ώ­ρι­μη φά­ση. Πά­ντως, στα βι­βλία τους δεν υ­πάρ­χουν α­να­φο­ρές προς αλ­λή­λους, ού­τε μνείες σε συμ­βά­ντα του κοι­νού τους βίου. Αμφό­τε­ροι, την ε­ρω­τι­κή και έγ­γα­μη ζωή τους, την κοι­νή ή με άλ­λους συ­ντρό­φους, την κρα­τούν α­πόρ­ρη­τη, α­κό­μη και στις συ­νε­ντεύ­ξεις τους. Δεί­χνουν μό­νο την τραυ­μα­τι­κή πε­ριο­χή, κά­τι σαν το παι­δί που δεί­χνει το χτυ­πη­μέ­νο του γό­να­το. Αυ­τή η με­ρι­κή έκ­θε­ση της ι­διω­τι­κής πε­ριο­χής γί­νε­ται σε δια­φο­ρε­τι­κή έ­κτα­ση και έ­ντα­ση, στα δυο βι­βλία, μά­λι­στα σε Εκεί­νης, σχε­δόν λαν­θά­νει.
Ένας φροϋδι­στής, ω­στό­σο, α­κό­μη και έ­τσι, θα εύ­ρι­σκε “ψα­χνό” σε αυ­τήν την συγ­χρο­νι­κή έκ­θε­ση παι­δι­κών τραυ­μά­των ή, έ­στω, ε­μπει­ριών. Οι σχέ­σεις με τα γο­νι­κά πρό­τυ­πα και τα, κα­τά και­ρούς, υ­πο­κα­τά­στα­τά τους ε­πα­νέρ­χο­νται και στα δυο βι­βλία. Με ό­σα α­να­κα­λούν, με τον τρό­πο που τα α­να­κα­λούν, αλ­λά και με ό­σα δεν μνη­μο­νεύουν, ως α­σή­μα­ντα ή και α­πό­κρυ­φα, α­πο­κα­λύ­πτο­νται δυο χα­ρα­κτή­ρες. Δεν πα­ρι­στά­νου­με τους ψυ­χο­λό­γους, κα­θώς δεν έ­χου­με ού­τε καν μια εκ του σύ­νεγ­γυς ει­κό­να των δυο συγ­γρα­φέων. Ωστό­σο, τα γρα­πτά εί­ναι έ­νας κα­θρέ­φτης. Άλλω­στε, ο­ρι­σμέ­νες συ­μπτώ­σεις και δια­φο­ρές δεν στε­ρού­νται εν­δια­φέ­ρο­ντος. Για πα­ρά­δειγ­μα, αμ­φό­τε­ροι ε­πι­λέ­γουν τίτ­λους, που α­να­κα­λούν λαϊκές ρή­σεις, πα­ρα­μέ­νο­ντας α­νοι­κτοί και σε άλ­λες ερ­μη­νείες. Εκεί­νου θυ­μί­ζει “το αί­μα νε­ρό δε γί­νε­ται”, πα­ρα­πέ­μπει, ό­μως, και στο “αί­μα νε­ρό” που α­νέ­βλυ­σε α­πό την “ζωο­ποιό” πλευ­ρά του Ιη­σού με­τά τον σταυ­ρι­κό του θά­να­το. Εκεί­νης, α­να­κα­λεί το “α­πό την κα­λή και α­πό την α­νά­πο­δη”. Αλλά «Η κα­λή και η α­νά­πο­δη» εί­ναι και ο τίτ­λος του πρώ­του βι­βλίου του Αλμπέρ Κα­μύ, για το ο­ποίο ι­σχυ­ρι­ζό­ταν ό­τι πε­ριεί­χε τους πυ­ρή­νες ό­λων των κα­το­πι­νών του έρ­γων. Έρχε­ται, ό­μως, ο υ­πό­τιτ­λος και πε­ριο­ρί­ζει τον τίτ­λο στο “μία κα­λή μία α­νά­πο­δη” ε­νός πλε­κτού.  
Αμφό­τε­ροι οι υ­πό­τιτ­λοι δεί­χνουν να έ­χουν και τον χα­ρα­κτή­ρα προ­κα­λύμ­μα­τος. Εκεί­νος τιτ­λο­φο­ρεί αυ­τό το πρώ­το πε­ζό του “μυ­θι­στό­ρη­μα” αλ­λά ταυ­τό­χρο­να, κά­νει λό­γο για “πρά­ξεις” και ό­χι για κε­φά­λαια. Αν προ­σώ­ρας πα­ρα­με­ρί­σου­με τις πι­θα­νές δια­κει­με­νι­κές συ­νο­μι­λίες του ποιη­τή, δεί­χνει να το πα­ρου­σιά­ζει σαν μυ­θι­στό­ρη­μα αλ­λά και σαν θε­α­τρι­κό, το­πο­θε­τώ­ντας το δί­πλα σε ποιή­μα­τά του, εκ­πο­ρευό­με­να α­πό το ί­διο βιω­μα­τι­κό υ­λι­κό. Κά­τι σαν λο­γο­τε­χνι­κές με­ταμ­φιέ­σεις μιας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας πο­λύ κο­ντι­νής για να κα­θρε­φτι­στεί α­κά­λυ­πτη. Εκεί­νη, που δεν έρ­χε­ται α­πό την ποίη­ση, βρί­σκει προ­κά­λυμ­μα στον οι­κείο της χώ­ρο του δο­κι­μίου. Επι­βλη­τι­κός, ί­σως και κά­πως με­γα­λε­πή­βο­λος, ο υ­πό­τιτ­λος, “ο πο­λι­τι­σμός του πλε­κτού”, έρ­χε­ται σε α­ντί­θε­ση με τους χα­μη­λούς τό­νους της α­φή­γη­σης, στην ο­ποία θα ταί­ρια­ζε και έ­νας πιο με­τριο­πα­θής τίτ­λος, ό­πως, λ,χ., η πα­ρά­δο­ση του πλε­κτού. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, και στο δι­κό της βι­βλίο έ­να «Πα­ράρ­τη­μα ποιη­τι­κόν», ό­που στα­χυο­λο­γού­νται πέ­ντε ποιή­μα­τα ι­σά­ριθ­μων ποιη­τών γύ­ρω α­πό το πλε­κτό. Ο ποιη­τής, του ο­ποίου το ποίη­μα προ­τάσ­σε­ται, ή­ταν λεμ­βού­χος στον Τά­με­σι. Ποιη­τής του 17ου αιώ­να, α­να­φέ­ρε­ται ως ποιη­τής του νε­ρού. Κα­τά τα άλ­λα, με­τα­φρά­στρια κυ­ρίως μυ­θι­στο­ρη­μά­των, αυ­τές τις με­τα­φρα­στι­κές α­πό­πει­ρες ποίη­σης, τις κρύ­βει πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Ει­ρή­νη Φω­κια­νού. Έτσι, μέ­νουν συν­δε­τι­κοί κρί­κοι των δυο βι­βλίων, το νε­ρό και μία Ει­ρή­νη, που εμ­φα­νί­ζε­ται στις α­φιε­ρώ­σεις αμ­φο­τέ­ρων.

Εκεί­νης

Και στα δυο βι­βλία, υ­πάρ­χει η μη­τέ­ρα. Στο βι­βλίο Εκεί­νης, λό­γω και του θέ­μα­τος, αυ­τό δεν εκ­πλήσ­σει. Άλλω­στε, ού­τε πα­τέ­ρας ού­τε παπ­πού­δες α­να­φέ­ρο­νται. Μό­νο μία τριών γε­νεών μη­τριαρ­χία ξε­δι­πλώ­νε­ται, ό­που οι ά­ντρες στη ζωή της α­φη­γή­τριας - ο α­δελ­φός και οι κα­λοί της για τους ο­ποίους πλέ­κει που­λό­βερ - έ­χουν φευ­γα­λέα μό­νο πα­ρου­σία. Ωστό­σο, στην πρώ­τη κιό­λας πα­ρά­γρα­φο συ­νο­ψί­ζε­ται η σχέ­ση με τη μη­τέ­ρα ως ελ­λεί­που­σα, α­φού “πο­τέ δεν κα­τορ­θώ­θη­κε”. Η α­φη­γή­τρια συ­νε­χί­ζει: “Κα­τά­φε­ρα να της μοιά­σω ό­σο η ί­δια δεν εί­χε πο­τέ ελ­πί­σει.” Από­φαν­ση, που θα την προέ­βλε­πε ο θείος Φρόυ­ντ. Το κυ­ρίως σώ­μα, πά­ντως, εί­ναι έ­να ε­κλαϊκευ­τι­κού τύ­που α­φη­γη­μα­τι­κό δο­κί­μιο, α­πό αυ­τά που αν­θούν σή­με­ρα στον υ­πό­λοι­πό, ε­κτός Ελλά­δος, Δυ­τι­κό κό­σμο. Τα κε­φά­λαια εκ­κι­νούν α­πό πυ­ρή­νες προ­σω­πι­κής υ­φής για να α­πλω­θούν α­φη­γη­μα­τι­κά με α­πό­ψεις άλ­λων και πο­λυ­συλ­λε­κτι­κές ι­στο­ρίες, ε­νώ α­να­φέ­ρο­νται βι­βλία ε­πί του θέ­μα­τος, συγ­γρα­φείς, καλ­λι­τέ­χνες και ε­πι­στή­μο­νες. 
Για πα­ρά­δειγ­μα, οι ε­ντυ­πώ­σεις της α­φη­γή­τριας α­πό έ­ναν πε­ρί­πα­το στο Βρα­ζι­λιά­νι­κο δά­σος, α­ντί να ο­δη­γούν συ­νειρ­μι­κά στον σύ­ντρο­φο αυ­τού του πε­ρι­πά­του, που ή­ταν το πι­θα­νό­τε­ρο Εκεί­νος, κα­τα­λή­γουν σε μια πε­ρι­γρα­φή των προ­σπα­θειών να δο­θούν ο­πτι­κές α­πει­κο­νί­σεις της θεω­ρίας του χά­ους με πλε­κτά. Οι μα­θη­μα­τι­κοί έ­φτια­χναν ο­πτι­κο­ποιή­σεις με κομ­μά­τια χαρ­τιού, που συ­γκολ­λού­σαν κα­ταλ­λή­λως. Αυ­τά τα φθαρ­τά χάρ­τι­να μο­ντέ­λα α­ντέ­γρα­ψαν γυ­ναί­κες μα­θη­μα­τι­κοί με ε­πι­δό­σεις στην πλε­κτι­κή. Εκεί­νη, ως δό­κι­μη με­τα­φρά­στρια, κα­τα­βάλ­λει συ­νε­πή προ­σπά­θεια να κο­λυ­μπή­σει στους το­πο­λο­γι­κούς χώ­ρους και τη γε­νι­κή θεω­ρία της σχε­τι­κό­τη­τας. Μέ­νει, ό­μως, ζη­τού­με­νο αν η α­ντί­στοι­χη ο­ρο­λο­γία –“αρ­νη­τι­κές” και “θε­τι­κές κυρ­τό­τη­τες”, “υ­περ­βο­λο­ει­δή” και “πα­ρα­βο­λι­κά πα­ρα­βο­λο­ει­δή”– λέει κά­τι στον α­μύη­το. Πό­σω μάλ­λον, ό­ταν οι ό­ροι, που έχουν υιοθετηθεί στα ελ­λη­νι­κά, είναι, ως ε­πί το πλεί­στον, α­δό­κι­μοι, με α­πο­τέ­λε­σμα να μην πα­ρά­γουν νό­η­μα ού­τε για τον ει­δι­κό. Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, τα “manifolds”, το­πο­λο­γι­κοί χώ­ροι, που προ­κύ­πτουν ως λύ­σεις συ­στη­μά­των μη γραμ­μι­κών δια­φο­ρι­κών ε­ξι­σώ­σεων, έ­χουν α­πο­δο­θεί ως πολ­λα­πλό­τη­τες, λέ­ξη που δη­λώ­νει μό­νο την ι­διό­τη­τα του πολ­λα­πλού. Αντι­θέ­τως, ο ό­ρος “πο­λύ­πτυ­χο μόρ­φω­μα”, ό­λο και κά­τι πιο σα­φές θα υ­πο­δή­λω­νε.
“Η αυ­το­βιο­γρα­φία μιας πλέκ­τριας”, ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­ζει το βι­βλίο της, α­πο­βαί­νει έν­θερ­μος λό­γος υ­πε­ρά­σπι­σης της πλε­κτι­κής. Το­νί­ζο­ντας κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη τις συμ­βο­λι­κές δια­στά­σεις της, α­πο­δί­δει στην εν λό­γω  ε­να­σχό­λη­ση πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία α­πό ε­κεί­νη της α­πλής χει­ρω­να­κτι­κής ερ­γα­σίας. Ως προς το δο­κι­μια­κό εύ­ρος, σί­γου­ρα, δεν υ­στε­ρεί σε πο­σό­τη­τα δε­δο­μέ­νων, μό­νο σε ο­ρι­σμέ­να κε­φά­λαια, ό­πως ή­δη το υ­παι­νι­χθή­κα­με, πι­θα­νώς αυ­τά να χρειά­ζο­νταν με­γα­λύ­τε­ρη ε­κλαΐκευ­ση. Στην α­νά­γκη, α­κό­μη και πα­ρά­λει­ψη κά­ποιων στοι­χείων, κα­θώς, με την παν­σπερ­μία τους, ε­ντυ­πω­σιά­ζουν μεν αλ­λά μπο­ρεί κά­που και να δυ­σχε­ραί­νουν τον ειρ­μό της α­νά­γνω­σης. Πά­ντως, κα­τά τη γνώ­μη μας, ως δο­κί­μιο πλε­κτι­κής, κερ­δί­ζει με τα κε­φά­λαια α­νά­λα­φρου τό­νου, ό­πως, λ.χ., ε­κεί­νο για “τη φα­νέ­λα του στρα­τιώ­τη”. Αυ­τά για την “συ­ναρ­μο­λό­γη­ση”, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του τε­λευ­ταίου κε­φα­λαίου. Σε αυ­τό, Εκεί­νη ξε­κι­νά­ει, α­πο­κα­λώ­ντας υ­πο­τι­μη­τι­κά το πό­νη­μά της, που το “κοι­λο­πο­νού­σε χρό­νια ο­λό­κλη­ρα”, “αυ­τό το βι­βλια­ρά­κι”, πα­ρα­δε­χό­με­νη ταυ­τό­χρο­να, ό­τι εί­ναι η δι­κή της αυ­το­βιο­γρα­φία. Πράγ­μα­τι, ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο στο δο­κί­μιο πε­ρί πλε­κτι­κής υ­πάρ­χει έ­να “βι­βλια­ρά­κι” με ε­πτά ι­στο­ρίες μιας γυ­ναί­κας. Θα τις χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με λυ­πη­μέ­νες ι­στο­ρίες. Εί­ναι ο τρό­πος, ο πά­ντα πλά­γιος μέ­σω ε­νός πλε­κτού, που γί­νε­ται λό­γος για μα­ταιω­μέ­νες σχέ­σεις και α­νι­στο­ρού­νται κά­ποιες α­να­μνή­σεις. Το βι­βλίο συ­στή­νει την πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη δο­κι­μιο­γρά­φο, το “βι­βλια­ρά­κι” την δυ­νά­μει πε­ζο­γρά­φο. Στις στρο­φές της ζωής, γί­νο­νται οι ε­πι­λο­γές. Συ­νή­θως λαν­θα­σμέ­νες. Έτσι κι αλ­λιώς, ό­λα εί­ναι σχε­τι­κά ή και θέ­μα ο­πτι­κής.  

Εκεί­νου

Στο βι­βλίο Εκεί­νου, ο πρω­τα­γω­νι­στι­κός, ή έ­στω συ­μπρω­τα­γω­νι­στι­κός, ρό­λος της μη­τέ­ρας εκ­πλήσ­σει. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει η φω­το­γρα­φία ε­ξω­φύλ­λου, αλ­λά και οι συ­νε­ντεύ­ξεις του, που ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στην προ­σω­πι­κό­τη­τα του πα­τέ­ρα. Ο συγ­γρα­φέ­ας, συ­νά­μα κε­ντρι­κός ή­ρωας, στή­νει συ­νο­μι­λία με τον ε­αυ­τό του, ε­νώ­πιος ε­νω­πίω. Υπε­ρε­γώ και Εγώ, θα έ­λε­γε ο θείος Φρόυ­ντ, για να φα­νεί η μο­να­ξιά και η στέ­ρη­ση τρυ­φε­ρό­τη­τας, αλ­λά χω­ρίς δρα­μα­τι­κή φόρ­τι­ση. Λό­γος ελ­λει­πτι­κός, δί­κην η­με­ρο­λο­για­κών κα­τα­γρα­φών. Θα μπο­ρού­σε να ε­πι­γρά­φε­ται Ημε­ρο­λό­γιο 1960 – 2010 (Εκεί­νος α­πό τριών μέ­χρι 53). Ή μή­πως να λη­φθούν υ­πό­ψιν οι α­κραίοι α­να­φε­ρό­με­νοι στο κεί­με­νο χρό­νοι, κα­τά το πρό­τυ­πο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού, «Ημε­ρο­λό­γιο 1836-2011». Πά­ντως, τα κε­φά­λαια-“πρά­ξεις”, μι­σής σε­λί­δας ή μο­νο­σέ­λι­δα, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση δυο σε­λί­δων, εί­ναι μό­νο 45. Ωστό­σο, κρα­τιέ­ται στην πα­ρά­τα­ξη η χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά. 
Στην πρώ­τη και την τε­λευ­ταία “πρά­ξη”, Εκεί­νος εί­ναι μό­νος. Η πρώ­τη κλεί­νει με την εμ­φά­νι­ση της μη­τέ­ρας. Μια πο­λύ ό­μορ­φη γυ­ναί­κα, που πρω­τα­γω­νι­στεί στις ε­πό­με­νες έ­ντε­κα “πρά­ξεις”, ό­που ξε­δι­πλώ­νε­ται η τα­ρα­χώ­δης συμ­βίω­ση μα­ζί της α­πό το χω­ρι­σμό της με τον πα­τέ­ρα του, το 1961, μέ­χρι τα δώ­δε­κα, που ο πα­τέ­ρας τον βά­ζει ε­σω­τε­ρι­κό σε σχο­λείο. Σε αυ­τά τα κε­φά­λαια, ε­πί σκη­νής, πα­ρου­σιά­ζε­ται ο­λό­κλη­ρος ο θία­σος ε­ρω­τι­κών συ­ντρό­φων και συ­νο­λι­κά, τεσ­σά­ρων συ­ζύ­γων. Ενώ, σε τέσ­σε­ρις α­κό­μη “πρά­ξεις”, α­να­δει­κνύε­ται ο ά­στα­τος και σπά­τα­λος χα­ρα­κτή­ρας αυ­τής της ε­σα­εί α­κα­τα­στά­λα­κτης γυ­ναί­κας. Κο­μπάρ­σοι τα δυο παι­διά της α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς γά­μους, ο πα­τέ­ρας και η μη­τέ­ρα της. Οι α­νιό­ντες και των δυο πλευ­ρών, μα­ζί με ε­ρω­μέ­νες και ε­ρα­στές, ω­ραίες γυ­ναί­κες και ά­ντρες με πολ­λά πά­θη, πρω­τα­γω­νι­στούν σε αυ­το­τε­λείς ι­στο­ρίες. 
Βα­σι­κός ή­ρωας σε ό­σες “πρά­ξεις” ε­να­πο­μέ­νουν εί­ναι ο πα­τέ­ρας, κά­νο­ντας γρή­γο­ρα πε­ρά­σμα­τα ή πρω­τα­γω­νι­στώ­ντας δια της α­που­σίας του. Στα λί­γα κε­φά­λαια, που πα­ρα­μέ­νει ε­πί σκη­νής, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως α­μί­λη­τος σκα­κι­στής, ή ως σιω­πη­λός συν­δαι­τυ­μό­νας. Απο­κα­λύ­πτε­ται, ω­στό­σο, ο χα­ρα­κτή­ρας του, δυ­να­μι­κός και ε­πι­τυ­χη­μέ­νος. Σχε­τι­κά με το γιο του, πί­στευε ό­τι έ­πρατ­τε τα πρέ­πο­ντα. Όπως πι­στεύει και ο  κε­ντρι­κός ή­ρωας, ο γιος του, για τα παι­διά, που, με τη σει­ρά του, α­πό­κτη­σε α­πό δυο γά­μους. Επι­λο­γι­κά και εν συ­ντο­μία, αλ­λά με ό­λες τις κλι­νι­κής υ­φής λε­πτο­μέ­ρειες, πε­ρι­γρά­φο­νται οι θά­να­τοι μη­τέ­ρας-πα­τέ­ρα. Σε ό­λη τη διάρ­κεια αυ­τής της συ­νο­μι­λίας, το Εγώ δεί­χνει τα α­πω­θη­μέ­να ε­να­ντίον του πα­τρός, ε­νώ το Υπε­ρε­γώ δεν ε­πι­τρέ­πει ού­τε φαί­νε­ται να ε­πι­θυ­μεί την πα­τρο­κτο­νία. Το γο­νι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα κα­τα­λή­γει με τους στί­χους του Φί­λιπ Λάρ­κι­ν: “They fuck you up, your mum and dad. / They may not mean to, but they do.” Ο α­φη­γη­τής δεν συ­νε­χί­ζει με τους άλ­λους δυο του τε­τρά­στι­χου: “They fill you with the faults they had / And add some extra, just for you.” Ού­τε πα­ρα­θέ­τει τους κα­τα­λη­κτι­κούς: “Get out as early as you can, / And don’t have any kids yourself.” Πά­ντως, Εκεί­νος α­κο­λού­θη­σε τον πρώ­το, ε­νώ α­ψή­φη­σε τον δεύ­τε­ρο. 
Το βι­βλίο συ­στή­νει τον υ­πο­σχό­με­νο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο πε­ζο­γρά­φο, πέ­ρα α­πό τη βα­ριά σκιά του ποιη­τή. Τώ­ρα, το πρό­βλη­μα που τί­θε­ται, εί­ναι ο ει­δο­λο­γι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός των δυο βι­βλίων, ώ­στε την ώ­ρα των βρα­βεύ­σεων να μην συ­μπέ­σουν στη βρα­χεία λί­στα για το Βρα­βείο Μαρ­τυ­ρίας-Βιο­γρα­φίας-Χρο­νι­κού και δια­τα­ρα­χθεί η σχέ­ση των συγ­γρα­φέων τους, πά­ντο­τε α­στα­θής ό­ταν πρό­κει­ται για “πρώη­ν”.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/5/2014.

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Το ερυθρόν ανθύλλιον

Β. Μ. Γκάρ­σι­ν
«Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι»
Με­τά­φρα­ση:
Δημ. Β. Τρια­ντα­φυλ­λί­δης
Εκδό­σεις Πό­λις
Μάρ­τιος 2014    

Στη με­τά­φρα­ση ε­νός πε­ζού, κα­τά κα­νό­να, δεν δί­νε­ται η α­νά­λο­γη ση­μα­σία. Κι ό­μως, το με­τά­φρα­σμα εί­ναι αυ­τό που δια­βά­ζου­με. Για τη λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα του πρω­τό­τυ­που στη­ρι­ζό­μα­στε α­να­γκα­στι­κά στις α­πό­ψεις των ο­μό­γλωσ­σων του συγ­γρα­φέα. Ιδίως, ό­ταν πρό­κει­ται για μία γλώσ­σα ό­πως τα ρω­σι­κά, που λι­γο­στοί, του­λά­χι­στον α­να­λο­γι­κά με τους αγ­γλο­μα­θείς ή και γαλ­λο­μα­θείς, κα­τέ­χουν στο βαθ­μό να εί­ναι σε θέ­ση να ε­κτι­μή­σουν το ύ­φος. Γι’ αυ­τό το λό­γο εί­ναι ευ­πρόσ­δε­κτες οι πέ­ραν της μίας με­τα­φρά­σεις στην πε­ρί­πτω­ση α­ξιό­λο­γων έρ­γων. Πό­σω μάλ­λον ό­ταν πρό­κει­ται για έ­να διή­γη­μα, που α­νή­κει στην πα­ρα­κα­τα­θή­κη των κλα­σι­κών, ό­πως «Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι» του Βσέ­βο­λο­ντ Μι­χαή­λο­βι­τς Γκάρ­σιν. Δυ­στυ­χώς, μό­νο ε­πι­λε­κτι­κά γνω­ρί­ζου­με τις προ­η­γού­με­νες α­πο­δό­σεις του, κα­θώς οι ε­κά­στο­τε με­τα­φρα­στές και ε­πι­με­λη­τές δεν δί­νουν το ι­στο­ρι­κό τους. Δεν α­ξιο­λο­γούν να μνη­μο­νεύ­σουν ού­τε καν την πρώ­τη με­τά­φρα­ση. 
Πά­ντως, το εν λό­γω διή­γη­μα έ­χει α­πό πο­λύ νω­ρίς με­τα­φρα­στεί στα κα­θ’ η­μάς και δη­μο­σιευ­θεί σε πε­ριο­δι­κά. Επί­σης, έ­χει, κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη, συ­μπε­ρι­λη­φθεί σε συλ­λο­γές διη­γη­μά­των του Γκάρ­σιν, ό­που συ­νή­θως προ­τάσ­σε­ται και με αυ­τό τιτ­λο­φο­ρεί­ται η συλ­λο­γή. Μία, πι­θα­νώς, α­πό τις πρώ­τες, με έ­ξι διη­γή­μα­τα και τίτ­λο, «Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι και άλ­λα διη­γή­μα­τα», κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1921, σε με­τά­φρα­ση Άννας Στα­μα­τε­λά­του, χω­ρίς να προσ­διο­ρί­ζε­ται α­πό ποια γλώσ­σα έ­γι­νε η με­τά­φρα­ση. Ενώ, στην τε­λευ­ταία συλ­λο­γή με αυ­τόν τον τίτ­λο, του 2006, η με­τά­φρα­ση της Τά­νιας Ια­κώ­βου-Ραχ­μα­τού­λι­να εί­ναι α­πό το πρω­τό­τυ­πο. Όπως και μία α­πό τις πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές, της Κο­ρα­λίας Μα­κρή. Μό­νο που σε αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη, το προ­βά­δι­σμα δί­νε­ται σε έ­τε­ρο διή­γη­μα α­πό τα συ­νο­λι­κά τέσ­σε­ρα, που συ­στε­γά­ζο­νται, με τον τίτ­λο, «Καλ­λι­τέ­χνες». Στην έκ­δο­ση του 2006, πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται τα έ­ξι ε­κεί­νης του 1921 («Τέσ­σε­ρις μέ­ρες», «Ένα πο­λύ σύ­ντο­μο ρο­μά­ντζο», «Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι», «Ένα πε­ρι­στα­τι­κό», «Νά­ντιαζ­ντα Νι­κο­λά­γιεβ­να», «Το πα­ρα­μύ­θι του βα­τρά­χου και του ρό­δου») και α­κό­μη τρία («Attalea princeps», «Αυ­τό που δεν έ­γι­νε», «Το σι­νιά­λο»), σε  αυ­τά, η με­τα­πο­λε­μι­κή προ­σθέ­τει μό­νο έ­να, το ο­μό­τιτ­λο. Έτσι, α­πό τα εί­κο­σι διη­γή­μα­τα, που ο Γκάρ­σιν φέ­ρε­ται να έ­χει συ­νο­λι­κά δη­μο­σιεύ­σει, ε­μείς γνω­ρί­ζου­με δη­μο­σιευ­μέ­να στη γλώσ­σα μας μό­λις τα μι­σά.  
Στην πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, το διή­γη­μα δη­μο­σιεύε­ται μό­νο του. Ίσως εί­ναι η πρώ­τη ελ­λη­νι­κή του α­πό­δο­ση, που αυ­το­νο­μεί­ται σε βι­βλίο. Του α­ξί­ζει, κα­θώς πρό­κει­ται για μία α­πό τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ι­στο­ρίες τρέ­λας της πα­λαιό­τε­ρης ρω­σι­κής λο­γο­τε­χνίας, η ο­ποία, ως γνω­στόν, έ­χει να ε­πι­δεί­ξει την ε­κλε­κτό­τε­ρη σο­δειά αυ­τής της ι­διά­ζου­σας θε­μα­τι­κά πε­ριο­χής. «Το κόκ­κι­νο λου­λου­δι», δη­μο­σιευ­μέ­νο για πρώ­τη φο­ρά το 1883, το­πο­θε­τεί­ται σε έ­να ευ­ρύ φά­σμα πα­ρό­μοιων ι­στο­ριών, που θα μπο­ρού­σε να ο­ριο­θε­τη­θεί με δυο α­πό τα γνω­στό­τε­ρα πε­ζά με ή­ρωες ψυ­χω­τι­κούς, «Το η­με­ρο­λό­γιο ε­νός τρε­λού» του Γκό­γκο­λ, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1835, και το «Θά­λα­μος Νο 6» του Τσέ­χωφ, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1892, που α­πο­τέ­λε­σε στρο­φή στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του συγ­γρα­φέα του. Στο διή­γη­μα του Τσέ­χωφ υ­πάρ­χουν ε­πι­δρά­σεις α­πό «Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι». Και τα δυο δια­δρα­μα­τί­ζο­νται σε έ­να ψυ­χια­τρι­κό ά­συ­λο, μό­νο που στου Τσέ­χωφ η έμ­φα­ση δί­νε­ται στην κοι­νω­νι­κή κρι­τι­κή. Κα­τά κα­λή σύ­μπτω­ση, τα δυο διη­γή­μα­τα μπο­ρούν να δια­βα­στούν πα­ράλ­λη­λα, κα­θώς το «Θά­λα­μος Νο 6» ε­πα­νεκ­δό­θη­κε πρό­σφα­τα σε με­τά­φρα­ση Άρη Αλε­ξάν­δρου. Επε­τεια­κή έκ­δο­ση για τα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό την πρώ­τη έκ­δο­ση της εν λό­γω με­τά­φρα­σης του διη­γή­μα­τος. 
Ο Γκάρ­σιν α­φιε­ρώ­νει το διή­γη­μά του “στη μνή­μη του Ιβάν Σερ­γκέ­γιε­βι­τς Τουρ­γκέ­νιε­φ”, που τον γνώ­ρι­ζε και μά­λι­στα, σε μία κρί­σι­μη για ε­κεί­νον πε­ρίο­δο εί­χε βρει κα­τα­φύ­γιο στο κτή­μα του. Έτσι έ­χου­με εμ­μέ­σως μία α­κρι­βέ­στε­ρη χρο­νο­λό­γη­ση της πρώ­της δη­μο­σίευ­σης του διη­γή­μα­τος, για την ο­ποία δεν δί­νε­ται ού­τε το έ­ντυ­πο ού­τε η α­κρι­βής η­με­ρο­μη­νία. Ο Τουρ­γκέ­νιεφ α­πε­βίω­σε στις 3 Σεπ. 1883, σε η­λι­κία 65 ε­τών. Οπό­τε το διή­γη­μα θα πρέ­πει να δη­μο­σιεύ­τη­κε προς το τέ­λος ε­κεί­νης της χρο­νιάς, που α­να­φέ­ρε­ται ως μία α­πό τις λί­γες ευ­τυ­χι­σμέ­νες στο σύ­ντο­μο βίο του Γκάρ­σιν. Με μία δεύ­τε­ρη α­φιέ­ρω­ση συ­μπλη­ρώ­νε­ται η ά­λυ­σος α­πό­τι­σης φό­ρου τι­μής α­νά­με­σα στους τρεις Ρώ­σους διη­γη­μα­το­γρά­φους, τον πρε­σβύ­τε­ρο κα­τά μία και πλέ­ον γε­νιά Τουρ­γκέ­νιεφ και τους δυο νεό­τε­ρους. Ο Τσέ­χω­φ, πέ­ντε χρό­νια μι­κρό­τε­ρος του Γκάρ­σιν, ό­ταν ε­κεί­νος πε­θαί­νει, α­φιε­ρώ­νει στη μνή­μη του έ­να διή­γη­μά του. 
Συμ­με­τρι­κά, στο ευ­ρω­παϊκό στε­ρέω­μα της διη­γη­μα­το­γρα­φίας, πέ­ντε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος του Γκάρ­σιν ο Γάλ­λος διη­γη­μα­το­γρά­φος Γκυ ντε Μω­πασ­σάν, συμ­βα­δί­ζει μα­ζί του. Με έ­να χρό­νο δια­φο­ρά δη­μο­σιεύουν το πρώ­το τους διή­γη­μα. Να θυ­μί­σου­με πως ο Μω­πασ­σάν εί­ναι συ­νο­μή­λι­κος της δι­κής μας δυά­δας, Βι­ζυη­νού - Πα­πα­δια­μά­ντη. Για ό­σους τους γο­η­τεύουν οι συ­μπτώ­σεις, αυ­τοί οι τρεις γεν­νή­θη­καν σε διά­στη­μα δυο ε­τώ­ν: Βι­ζυη­νός 8 Μαρ. 1849, Μω­πασ­σάν 24 Ιουλ. 1850, Πα­πα­δια­μά­ντης 4 Μαρ. 1851. Ο Μω­πασ­σάν, ό­πως και ο Γκάρ­σιν, έ­γρα­ψε με­ρι­κά ε­κλε­κτά διη­γή­μα­τα με θέ­μα την τρέ­λα. Σε α­ντί­θε­ση με τον Βι­ζυη­νό, ε­πί­σης νο­σού­ντα, που δεν ά­φη­σε ι­στο­ρίες τρέ­λας. Γε­νι­κό­τε­ρα στα κα­θ’ η­μάς, πα­ρό­τι δεν έ­λει­ψαν οι κα­τά και­ρούς θα­μώ­νες του Δρο­μο­καΐτειου, αυ­τοί “οι ω­ραίοι τρε­λοί”, με­ρι­κοί α­πό τους ο­ποίους έ­γρα­ψαν α­πό τις ω­ραιό­τε­ρες ι­στο­ρίες, δεν ά­φη­σαν ι­στο­ρίες τρέ­λας. Με­τα­ξύ Γκάρ­σιν και Βι­ζυη­νού, έ­να κοι­νό ση­μείο εί­ναι ο μι­κρός α­ριθ­μός διη­γη­μά­των τους. Γύ­ρω στα εί­κο­σι ο Ρώ­σος, ό­λα σε έ­κτα­ση διη­γή­μα­τος. Πέ­ντε ο Βι­ζυη­νός, αλ­λά ε­κτε­νή, θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ριστούν νου­βέ­λες. Όπως και να έ­χει, και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, έ­νας τό­μος αρ­κεί.
Αλλά ποιος εί­ναι αυ­τός ο μάλ­λον ά­γνω­στος σή­με­ρα Ρώ­σος συγ­γρα­φέ­ας, που η ι­στο­ρι­κός της ρω­σι­κής λο­γο­τε­χνίας Ρουθ Τσέρ­νο­βα χα­ρα­κτη­ρί­ζει, στο α­πό­σπα­σμα που ε­πι­λέ­γε­ται ως ε­πί­με­τρο του πρό­σφα­του βι­βλια­ρίου, ως “ε­λάσ­σο­να κλα­σι­κό”; Κι αυ­τός έ­νας ψυ­χα­σθε­νής. Όχι θύ­μα α­φρο­δί­σιου νο­σή­μα­τος ό­πως οι Βι­ζυη­νός και Μω­πασ­σάν, αλ­λά  λό­γω κλη­ρο­νο­μι­κό­τη­τας, α­πό την πλευ­ρά του πα­τέ­ρα του. Κα­τά μία εκ­δο­χή, ή­ταν πα­ρών, ο­κτώ ε­τών, ό­ταν ε­κεί­νος αυ­το­κτό­νη­σε. Οι μα­νιο­κα­τα­θλι­πτι­κές κρί­σεις άρ­χι­σαν να εμ­φα­νί­ζο­νται α­πό νω­ρίς, ή­δη α­πό την ε­φη­βεία. Οι πε­ρίο­δοι ε­γκλει­σμού σε ψυ­χια­τρι­κά ι­δρύ­μα­τα ε­ναλ­λάσ­σο­νταν με δια­στή­μα­τα κα­νο­νι­κού βίου, κα­τά τα ο­ποία έ­γρα­φε μα­νιω­δώς. Το γρά­ψι­μο, ό­μως, τον α­να­στά­τω­νε, τα­ρά­ζο­ντας  την ευαί­σθη­τη ι­σορ­ρο­πία του. 
Τα πρώ­τα του δη­μο­σιεύ­μα­τα εί­ναι τε­χνο­κρι­τι­κά άρ­θρα και ποιή­μα­τα. Ο Γκάρ­σιν, γεν­νη­μέ­νος το 1855, στά­θη­κε έ­νας μύ­θος για τους νεό­τε­ρους. Ο πρω­το­πό­ρος Ρώ­σος θε­α­τράν­θρω­πος Μέ­γερ­χολ­ντ, εί­κο­σι χρό­νια μι­κρό­τε­ρος του Γκάρ­σιν, άλ­λα­ξε το βα­πτι­στι­κό του, υιο­θε­τώ­ντας το δι­κό του. Γιος α­ξιω­μα­τι­κού ο Γκάρ­σιν, καί­τοι νε­α­ρός υ­πήρ­ξε ει­ρη­νι­στής, κα­τε­τά­γη ε­θε­λο­ντής, ως χρέ­ος στη μνή­μη του α­ξιω­μα­τι­κού πα­τέ­ρα του, στον ρω­σο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο του 1877-78. Αί­σθη­ση προ­κά­λε­σε έ­να α­πό τα πρώ­τα διη­γή­μα­τά του, «Οι τέσ­σε­ρις μέ­ρες», ό­που ο ή­ρωάς του μέ­νει πλη­γω­μέ­νος στο πε­δίο της μά­χης ε­πί τέσ­σε­ρις η­μέ­ρες. Στον ε­σω­τε­ρι­κό μο­νό­λο­γο, α­ντα­να­κλώ­νται τα βιώ­μα­τα του συγ­γρα­φέα, που πλη­γώ­θη­κε σε μία α­πό τις τε­λευ­ταίες μά­χες ε­κεί­νου του Πο­λέ­μου, μέ­νο­ντας ε­πί τό­που α­βοή­θη­τος, πρό­σω­πο με πρό­σω­πο με τον Οθω­μα­νό στρα­τιώ­τη, που εί­χε πέ­σει νε­κρός α­πό δι­κή του σφαί­ρα. 
Ο Γκάρ­σιν μό­λις που πρό­λα­βε να συ­μπλη­ρώ­σει τα 33. Στις 19 Μαρ. 1888, στην Αγία Πε­τρού­πο­λη, πη­δά­ει στο κλι­μα­κο­στά­σιο, α­πό το κε­φα­λό­σκα­λο του δια­με­ρί­σμα­τός του στον πέ­μπτο ό­ρο­φο. Απο­βιώ­νει πέ­ντε η­μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα. Τό­σο η αυ­το­κτο­νία του ό­σο και η πί­στη του στο κα­λό και το ω­ραίο γο­η­τεύουν τη ρω­σι­κή δια­νό­η­ση στο γύ­ρι­σμα προς τον 20ό αιώ­να  Η διά­χυ­τη α­παι­σιο­δο­ξία στα διη­γή­μα­τά του α­πη­χεί τα αι­σθή­μα­τα των πρώ­των Ρώ­σων σο­σια­λι­στών. Ενστερ­νι­ζό­με­νοι οι Να­ρό­ντνι­κοι, ό­πως α­πο­κα­λού­νται, μαρ­ξι­στι­κές ι­δέες, ε­πε­δίω­ξαν α­γρο­τι­κή κι­νη­το­ποίη­ση, αλ­λά προ­σέ­κρου­σαν στην πα­θη­τι­κό­τη­τα των μου­ζί­κων. Στα διη­γή­μα­τα, πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές α­να­φο­ρές μέ­νουν λαν­θά­νου­σες στις πα­ρα­μυ­θι­κής υ­φής αλ­λη­γο­ρίες. Με α­πο­τέ­λε­σμα, κα­μία ερ­μη­νεία τους να μην εί­ναι τε­λε­σί­δι­κη, ό­πως και κα­μία ε­ξι­στό­ρη­ση της ζωής του α­ξιό­πι­στη. Για τον βίο και το έρ­γο του υ­πάρ­χουν πα­ρα­πλή­σιες, κά­πο­τε και α­ντι­κρουό­με­νες εκ­δο­χές, κά­τι που φαί­νε­ται εν μέ­ρει στον πρό­λο­γο και το ε­πί­με­τρο της πρό­σφα­της έκ­δο­σης.  
«Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι» εί­ναι τυ­πι­κό του εί­δους διη­γή­μα­τος και του τύ­που του ε­σω­τε­ρι­κού μο­νό­λο­γου, που ο Γκάρ­σιν καλ­λιέρ­γη­σε. Ο ή­ρωάς του θυ­μί­ζει τον Δον Κι­χώ­τη, που ε­κλαμ­βά­νει τους α­νε­μό­μυ­λους για γί­γα­ντες και χυ­μά­ει ε­να­ντίον τους με α­κό­ντιο και α­σπί­δα. Αυ­τός ε­πι­τί­θε­ται σε δυο κα­τα­κόκ­κι­να λου­λού­δια, που εί­χαν φυ­τρώ­σει στον κή­πο του ψυ­χια­τρείου, κα­θώς σε αυ­τά βλέ­πει εν­σω­μα­τω­μέ­νο ό­λο το κα­κό της αν­θρω­πό­τη­τας. Αυ­το­προ­σώ­πως τον Αρι­μάν, τον θεό του θα­νά­του στη ζω­ρο­α­στρι­κή λα­τρεία, που φέ­ρε­ται ως μια μυ­στη­ριώ­δης ό­σο και τρο­μα­κτι­κή ύ­παρ­ξη, ε­χθρι­κή προς τον Θεό. Για τον ε­αυ­τό του, φα­ντα­σιώ­νει πως εί­ναι ο α­να­με­νό­με­νος Μεσ­σίας, ο αν­δρείος, που θα α­φα­νί­σει το κα­κο­ποιό πνεύ­μα. Εί­ναι έ­τοι­μος να θυ­σια­στεί. Με­τά την πρώ­τη μά­χη, ξε­ρι­ζώ­νο­ντας το έ­να λου­λού­δι, πέ­φτει ε­ξαν­τλη­μέ­νος. Συ­νέρ­χε­ται και συ­νε­χί­ζει. Το κό­ψι­μο ε­νός τρί­του λου­λου­διού, που μό­λις έ­χει προ­βάλ­λει, γί­νε­ται νύ­χτα, ό­ταν ο φύ­λα­κας α­πο­κοι­μιέ­ται. Η πε­ρι­γρα­φή του ά­θλου του εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κή. Κα­τορ­θώ­νει να λύ­σει τα δε­σμά του, που ση­μαί­νει να α­παλ­λα­γεί α­πό τον ζουρ­λο­μαν­δύα. Να πε­ρά­σει μέ­σα α­πό το κα­γκε­λό­φρα­κτο πα­ρά­θυ­ρο, να πη­δή­ξει τον φρά­χτη, γρα­τσου­νι­σμέ­νος να κό­ψει το άν­θος και να ε­πι­στρέ­ψει. Το άλ­λο πρωί, στο νε­κρό πλέ­ον πρό­σω­πό του έ­χει α­πο­τυ­πω­θεί ο θρίαμ­βος του νι­κη­τή. Το κόκ­κι­νο λου­λού­δι εί­ναι το τρό­παιο μίας μά­χης, νο­ε­ρής μεν αλ­λά, ό­χι γι’ αυ­τό, λι­γό­τε­ρο ά­γριας. Κα­τά μία αλ­λη­γο­ρι­κή α­νά­γνω­ση, εί­ναι έ­νας ε­πα­να­στά­της, δέ­σμιος, που υ­φί­στα­ται βα­σα­νι­στή­ρια. Άλλω­στε, η νο­ση­λεία στα ψυ­χια­τρι­κά ά­συ­λα ε­κεί­νης της ε­πο­χής α­κο­λου­θού­σε τις κα­τα­σταλ­τι­κές με­θό­δους της φυ­λα­κής. 
Η α­ξία του διη­γή­μα­τος ε­ντο­πί­ζε­ται στη δύ­να­μη της υ­πο­βο­λής που δια­θέ­τει η α­φή­γη­ση. Πέ­ραν της σημασίας που έ­χει ως μαρ­τυ­ρία για το πώς έ­νας ψυ­χω­τι­κός συ­νει­δη­το­ποιεί την α­σθέ­νειά του. Λ.χ., πε­ρι­γρά­φει τη σύ­ντο­μη α­να­λα­μπή διαύ­γειας κα­τά το πρωι­νό ξύ­πνη­μα, προ­τού κα­τα­κλυ­σθεί α­πό τους ε­ρε­θι­σμούς των ε­ξω­γε­νών ε­ντυ­πώ­σεων, που ε­πα­να­φέ­ρουν την κα­τά­στα­ση της πα­ρά­νοιας. Ακό­μη, αι­σθη­το­ποιεί τις τε­ρά­στιες σω­μα­τι­κές δυ­νά­μεις, οι ο­ποίες δα­πα­νώ­νται με την υ­πε­ρε­νερ­γη­τι­κό­τη­τα, που προ­κα­λεί μία ψυ­χω­τι­κή κρί­ση. Τέ­λος, α­να­συ­σταί­νει κα­τά μο­να­δι­κό τρό­πο την α­πο­πνι­κτι­κή α­τμό­σφαι­ρα του ψυ­χια­τρι­κού α­σύ­λου, α­νυ­πό­φο­ρα κα­τα­πιε­στι­κή, ό­πως ε­κεί­νη που ε­πι­κρα­τεί σε χώ­ρους βα­σα­νι­σμού.
Η νέα με­τά­φρα­ση δεν ε­πι­διώ­κει την αυ­το­λε­ξεί α­πό­δο­ση αλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο φρο­ντί­ζει την αι­σθη­τι­κή της α­φή­γη­σης. Η προ­σπά­θεια εκ­συγ­χρο­νι­σμού κά­ποιων ό­ρων ξε­νί­ζει. Λ.χ., α­να­φέ­ρε­ται ό­τι “ο Γκάρ­σιν γεν­νή­θη­κε στην ε­παρ­χία Μπαχ­μού­τσκι” α­ντί σε κω­μό­πο­λη της πε­ρι­φέ­ρειας του Αι­κα­τε­ρί­νοσ­λα­β, το ση­με­ρι­νό Ντνι­προ­πε­τρόφ­σκ της Δυ­τι­κής Ου­κρα­νίας, στις ό­χθες του Δνεί­πε­ρου, που τό­τε α­πο­κα­λεί­το Μι­κρο­ρω­σία. Εκεί το­πο­θε­τεί­ται το ψυ­χια­τρι­κό ί­δρυ­μα του διη­γή­μα­τος, ο­πό­τε έ­νας γη­γε­νής θα έ­πρε­πε να α­πο­κλη­θεί Μι­κρο­ρώ­σος και ό­χι “χα­χό­λος”, που δεν κυ­ριο­λε­κτεί και φέ­ρει κα­κό­ση­μη φόρ­τι­ση. Επί­σης η αμ­φι­τα­λά­ντευ­ση του για­τρού, αν θα πρέ­πει να χο­ρη­γή­σει μορ­φί­νη ή χλω­ρά­λη, δεν θα έ­πρε­πε να α­πα­λει­φθεί. Ού­τε, ό­μως, η χλω­ρά­λη να α­πο­δο­θεί ως χλω­ρο­φόρ­μιο, ό­πως γί­νε­ται σε άλ­λες με­τα­φρά­σεις. Δεί­χνει τα αλ­λο­τι­νά φαρ­μα­κευ­τι­κά μέ­σα, ό­ταν η χλω­ρά­λη χρη­σι­μο­ποιεί­το ως η­ρε­μι­στι­κό. Ύστε­ρα, το γλωσ­σι­κό ύ­φος του με­τα­φρά­σμα­τος το μο­λύ­νουν κά­ποιες λέ­ξεις ξέ­νες προς τα συμ­φρα­ζό­με­να της ε­πο­χής. Λ.χ., η φρά­ση “ο­ρι­σμέ­νοι που α­κο­λου­θού­σαν βελ­τιω­μέ­νη δια­τρο­φή, έ­τρω­γαν χω­ρι­στά” δεν α­πο­δί­δει τη δια­φο­ρε­τι­κή με­τα­χεί­ρι­ση των α­σθε­νών με βά­ση τα τα­ξι­κά τους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και τα χρή­μα­τα που διέ­θε­ταν οι οι­κείοι τους. 
Στις διάφορες μεταφράσεις, οι α­πο­δό­σεις του τίτ­λου ποι­κίλ­λουν. Το ε­πί­θε­το α­πο­δί­δε­ται ως κόκ­κι­νο, ε­ρυ­θρό ή και ά­λι­κο και το ου­σια­στι­κό ως λου­λού­δι ή και άν­θος. Ο γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρος τίτ­λος εί­ναι ε­κεί­νος της πρώ­της ελ­λη­νι­κής με­τά­φρα­σης του διη­γή­μα­τος, χά­ρις στη ρο­μα­ντι­κή του α­χλή. Ο Γκάρ­σιν α­πο­βιώ­νει στις 24 Μαρ. 1888, στις 8 Μαΐ. δη­μο­σιεύε­ται στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις», «Το ε­ρυ­θρόν αν­θύλ­λιον», σε με­τά­φρα­ση Θεό­δω­ρου Βελ­λια­νί­τη. Φοι­τη­τής τό­τε ο Βελ­λια­νί­της, μό­λις εί­χε ε­πι­στρέ­ψει  α­πό τη Ρω­σία κι εί­χε ξε­κι­νή­σει να γρά­φει στην ε­φη­με­ρί­δα του Γα­βριη­λί­δη πε­ρί ρω­σι­κής φι­λο­λο­γίας και να με­τα­φρά­ζει ρω­σι­κά έρ­γα, έμ­με­τρα και πε­ζά. Από τους Πα­ξούς η οι­κο­γέ­νεια Βελ­λια­νί­τη, κα­τα­χω­ρη­μέ­νη στο Λί­μπρο ντ’ Όρο, με τον παπ­πού Μι­χαήλ να στα­διο­δρο­μεί στον ρω­σι­κό στρα­τό. Έτσι, ο Πει­ραιώ­της Βελ­λια­νί­της βρέ­θη­κε παι­δί οι­κο­γε­νεια­κώς στην Οδησ­σό και α­πέ­κτη­σε η λο­γο­τε­χνία μας έ­ναν ά­ρι­στο με­τα­φρα­στή α­πό την ρω­σι­κή στην ελ­λη­νι­κή. Ο ε­πό­με­νος και πρε­σβύ­τε­ρος στην η­λι­κία με­τα­φρα­στής, ο Σκυ­ρια­νός Αγα­θο­κλής Κων­στα­ντι­νί­δης, με­τοί­κη­σε α­πό την Ρω­σία στην Αθή­να τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Εί­ναι ο πρώ­τος, που με­τα­φρά­ζει και δη­μο­σιεύει στο πε­ριο­δι­κό, «Εκλε­κτά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα», χει­μώ­να 1892, το έ­τε­ρο γνω­στό­τε­ρο διή­γη­μα του Γκάρ­σιν, «Τέσ­σα­ρες η­μέ­ραι ε­πί του πε­δίου της μά­χης». Αλλά ποιος έ­χει α­κου­στά και ποιος έ­χει πο­τέ α­σχο­λη­θεί με τον Μι­κρο­ρώ­σο Γκάρ­σιν και τους Έλλη­νες ο­μη­λί­κους με­τα­φρα­στές του! Αυ­τά θεω­ρού­νται φι­λο­λο­γι­κή πε­ριτ­το­λο­γία χω­ρίς κα­νέ­να στις μέ­ρες μας α­ντί­κρι­σμα. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/5/2014.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Ιστορίες με καθαρό ψαχνό

Αλέ­ξαν­δρος Κυ­πριώ­της
«Μ’ έ­να κα­λά α­κο­νι­σμέ­νο μα­χαί­ρι.
Ιστο­ρίες αν­θρώ­πων»
Εκδό­σεις Ίνδι­κτος
Ιού­νιος 2013

Πα­ρά τον προϊδε­α­σμό του τίτ­λου του βι­βλίου, αλ­λά και σε πεί­σμα ο­ρι­σμέ­νων κρι­τι­κών πα­ρου­σιά­σεων, οι ή­ρωες στις ι­στο­ρίες του Αλέ­ξαν­δρου Κυ­πριώ­τη δεν σκο­τώ­νουν ε­κεί­νους που τους ε­νο­χλούν ού­τε για σο­βα­ρούς λό­γους ού­τε για α­σή­μα­ντους. Εξαι­ρού­νται δυο ι­στο­ρίες α­πό τις συ­νο­λι­κά δέ­κα του βι­βλίου, αν και στη μία μπο­ρεί να μην πρό­κει­ται για θα­να­τη­φό­ρο χτύ­πη­μα. Η άλ­λη έ­χει τον πα­ρα­πλα­νη­τι­κό τίτ­λο, «Ευ­τυ­χία». Και σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, πά­ντως, ο φό­νος δεν γί­νε­ται “μ’ έ­να κα­λά α­κο­νι­σμέ­νο μα­χαί­ρι”, ού­τε καν με ο­ποιο­δή­πο­τε άλ­λο αιχ­μη­ρό μέ­σο. Αλλά δια πνιγ­μού. Ο ή­ρωας πνί­γει τη γυ­ναί­κα με την ο­ποία “έ­βγαι­νε ε­πτά μή­νες και τρεις η­μέ­ρες”, πα­ρό­λο που λε­γό­ταν Ευ­τυ­χία και μό­λις του εί­χε α­ναγ­γεί­λει ό­τι θα γεν­νού­σε το δι­κό του παι­δί. Την πνί­γει με τα ί­δια του τα χέ­ρια, ό­ταν ε­κεί­νη “ση­κώ­νε­ται στις μύ­τες των πο­διών της να τον φι­λή­σει”. Από την πρά­ξη του, δη­λα­δή εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, συ­νά­γε­ται ό­τι πρό­κει­ται για ψυ­χα­σθε­νή. Κα­τά τα άλ­λα, τί­πο­τα στη συ­μπε­ρι­φο­ρά του δεν έ­δει­χνε ό­τι μπο­ρεί κά­τι να μην πη­γαί­νει κα­λά. Εί­ναι έ­νας α­πό τους πολ­λούς ψυ­χι­κά νο­σού­ντες, που βρί­σκο­νται ε­κτός ι­δρυ­μά­των. Δεί­χνουν φυ­σιο­λο­γι­κοί, ε­κτός α­πό τη στιγ­μή, που κα­τα­λαμ­βά­νο­νται α­πό σφο­δρά αι­σθή­μα­τα. Όλοι οι άν­θρω­ποι πέ­φτουν σε κρί­σεις ορ­γής και θυ­μού, μό­νο που αυ­τοί με τα­ραγ­μέ­νο ψυ­χι­σμό εμ­φα­νί­ζουν α­ντι­δρά­σεις υ­περ­βο­λι­κά έ­ντο­νες ως προς τα αί­τια που τις προ­κα­λούν. Στις συ­ναι­σθη­μα­τι­κές κα­ται­γί­δες με­τα­βάλ­λο­νται σε έρ­μαια των εν­στί­κτων τους, ό­πως ε­κεί­νος της εν λό­γω ι­στο­ρίας. Η γυ­ναί­κα δεν τον πρό­σβα­λε, ού­τε του φα­νέ­ρω­σε κά­τι ε­πι­λή­ψι­μο ή δυ­σά­ρε­στο. Απλώς, με την ε­γκυ­μο­σύ­νη της του α­πέ­κλειε τη δυ­να­τό­τη­τα να πραγ­μα­το­ποιή­σει το ό­νει­ρό του, που ή­ταν να α­πο­κτή­σει “έ­να δι­κό του σπί­τι στη Νί­συ­ρο”. Δεν γνώ­ρι­ζε το νη­σί, τυ­χαία το εί­χε ε­πι­λέ­ξει, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας μια ται­νία που ε­ξε­λισ­σό­ταν ε­κεί. Για να έ­χει κι αυ­τός, ό­πως ό­λοι οι φυ­σιο­λο­γι­κοί άν­θρω­ποι, έ­να σχέ­διο για το μέλ­λον που να του ζε­σταί­νει τα φυλ­λο­κάρ­δια, ό­ταν τον πά­γω­νε ο φό­βος. Εκεί­νη α­δια­φό­ρη­σε για την ε­πι­θυ­μία του, ε­πι­βάλ­λο­ντας τη δι­κή της προο­πτι­κή για το κοι­νό τους μέλ­λον. Τό­τε τον κα­τέ­κλυ­σε το αί­σθη­μα της α­δι­κίας και μα­ζί ο τρό­μος μπρο­στά στη δι­κή του εκ­μη­δέ­νι­ση.
Ο ψυ­χα­σθε­νής, ό­πως το παι­δί, τα αι­σθή­μα­τά του ού­τε να τα ε­λέγ­ξει μπο­ρεί, ού­τε να τα εκ­φρά­σει. Μο­να­δι­κό ό­πλο του η σω­μα­τι­κή βία α­πέ­να­ντι στον άλ­λο ή, αν αυ­τό εί­ναι α­δύ­να­το, η κα­τα­φυ­γή στην α­πο­μό­νω­ση. Όπως συμ­βαί­νει σε μία άλ­λη ι­στο­ρία, ό­που τον ή­ρωα “τον πιά­νουν κρί­σεις πα­νι­κού”. Ο τίτ­λος της ι­στο­ρίας, «Κά­θε φο­ρά», θα μπο­ρού­σε να α­να­φέ­ρε­ται σε ο­τι­δή­πο­τε κα­θη­με­ρι­νό. Εδώ, ό­μως, πρό­κει­ται για έ­ναν α­νε­ξέ­λε­γκτο φό­βο, που παίρ­νει “κά­θε φο­ρά” τις δια­στά­σεις μίας πρό­βας θα­νά­του. Μό­λις μία σε­λί­δα εί­ναι η έ­κτα­ση αυ­τής της δεύ­τε­ρης ι­στο­ρίας. Τό­σος χώ­ρος χρειά­στη­κε στον συγ­γρα­φέα για να πε­ρι­γρά­ψει την α­δυ­να­μία του ή­ρωα, κα­θώς φου­σκώ­νει το κύ­μα του πα­νι­κού, με α­κρι­βο­λό­γο α­να­φο­ρά των σω­μα­τι­κών συ­μπτω­μά­των, κα­τα­λή­γο­ντας με την α­νυ­πό­φο­ρη αί­σθη­ση θα­να­τε­ρής μο­να­ξιάς. 
Και στις δυο ι­στο­ρίες, η α­φή­γη­ση δεν δρα­μα­το­ποιεί. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει η χρή­ση σε ό­λες τις ι­στο­ρίες του τρί­του προ­σώ­που, πα­ρό­λο που η ε­στία­ση πα­ρα­κο­λου­θεί έ­ναν εν­διά­θε­το λό­γο. Αντι­θέ­τως, ε­πι­διώ­κε­ται α­πο­δρα­μα­το­ποίη­ση των τρα­γι­κών στοι­χείων, που ε­νυ­πάρ­χουν στις πε­ρι­γρα­φό­με­νες ψυ­χο­πα­θο­λο­γι­κές κα­τα­στά­σεις. Ιδίως, στη δεύ­τε­ρη, ό­που δεν ε­πι­τε­λεί­ται α­φη­γη­μα­τι­κά η α­πο­κλι­μά­κω­ση της συ­ναι­σθη­μα­τι­κής έ­ντα­σης ό­πως στην πρώ­τη. Έτσι, ό­μως, σαν να χά­νε­ται κά­τι α­πό το “ψα­χνό” του θέ­μα­τος. Ίσως, να χρεια­ζό­ταν κι αυ­τή η ι­στο­ρία με­γα­λύ­τε­ρο κει­με­νι­κό χώ­ρο, ώ­στε να ο­λο­κλη­ρω­θεί η ει­κό­να της κρί­σης πα­νι­κού. Τα ο­ξεία συ­μπτώ­μα­τα να τα δια­δε­χό­ταν η πε­ρι­γρα­φή της ψυ­χο­λο­γι­κής βύ­θι­σης, που φθά­νει μέ­χρι την κα­τα­θλι­πτι­κή α­πά­θεια. Με άλ­λα λό­για, η αί­σθη­ση της μο­να­ξιάς του θα­νά­του να α­πο­τυ­πω­νό­ταν α­ντί να συ­νο­ψί­ζε­ται με την πα­ρά­θε­ση μίας α­φο­ρι­στι­κής σκέ­ψης. Πρό­κει­ται, ά­ρα­γε, για συγ­γρα­φι­κή α­δυ­να­μία λό­γω έλ­λει­ψης α­ντί­στοι­χης ε­μπει­ρίας ή πε­ρί αι­σθη­τι­κής ε­πι­λο­γής; Την α­πά­ντη­ση την δί­νει ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας στο βι­βλίο. 
Καί­τοι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος ο Κυ­πριώ­της, φρο­ντί­ζει να εκ­θέ­σει την ποιη­τι­κή του, ε­νιαία, του­λά­χι­στον γι’ αυ­τήν την πρώ­τη δε­κά­δα ι­στο­ριών. Δεν την α­να­πτύσ­σει δο­κι­μια­κά, ως εί­θι­σται, αλ­λά πλά­θο­ντας ε­πί τού­του μία ι­στο­ρία. Συ­γκε­κρι­μέ­να, την ο­μό­τιτ­λη. Σε αυ­τήν πρω­τα­γω­νι­στεί έ­νας με­τα­φρα­στής α­πό την γερ­μα­νι­κή, ό­πως ο ί­διος, που α­να­κα­λύ­πτει έ­ναν διη­γη­μα­το­γρά­φο ο­νό­μα­τι Σλά­χτε­ρ, που “θα πει σφα­γέ­ας”. Αυ­τός γρά­φει ι­στο­ρίες “με κα­θη­με­ρι­νούς αν­θρώ­πους”. Ο με­τα­φρα­στής διευ­κρι­νί­ζει πως στις ι­στο­ρίες τού Σλά­χτε­ρ, το ση­μα­ντι­κό δεν εί­ναι το πε­ριε­χό­με­νο αλ­λά η μορ­φή. “Κά­θε του πρό­τα­ση εί­ναι α­κρι­βώς ό­ση πρέ­πει. Λες και εί­ναι κομ­μέ­νη με μπαλ­τά. Και ξε­κο­κα­λι­σμέ­νη.” Εκ πρώ­της ό­ψεως, η πα­ρο­μοίω­ση εί­ναι α­πω­θη­τι­κή, κα­θώς πα­ρα­πέ­μπει μάλ­λον σε χα­σά­πη πα­ρά σε λε­πτουρ­γό τε­χνί­τη, ό­πως φα­ντα­ζό­μα­στε στα κα­θ’ η­μάς έ­ναν διη­γη­μα­το­γρά­φο. Αλλά ο με­τα­φρα­στής της ι­στο­ρίας συ­νε­χί­ζει. “Μ’ έ­να κα­λά α­κο­νι­σμέ­νο μα­χαί­ρι. Κά­θε πρό­τα­ση έ­χει μό­νο ό,τι εί­ναι α­πα­ραί­τη­το. Μό­νο ψα­χνό.” Άλλω­στε, μό­νο με πα­ρό­μοιους δια­λο­γι­σμούς, που έ­χουν την πνοή σκο­τει­νών κέλ­τι­κων μύ­θων, τε­λεί­ται και στην ο­μό­τιτ­λη ι­στο­ρία έ­να φο­νι­κό πλήγ­μα. Έστω και κα­τά φα­ντα­σία, σαν κα­τά­λη­ξη της εκ­δο­χής α­πόρ­ρι­ψης που α­να­πτύσ­σει νο­ε­ρά ο με­τα­φρα­στής α­να­μέ­νο­ντας συ­νά­ντη­ση με τον εκ­δό­τη των ι­στο­ριών του Σλά­χτερ. Δεν α­πο­κλείε­ται, ω­στό­σο, να α­πο­βεί μία αυ­το­εκ­πλη­ρού­με­νη προ­φη­τεία, ό­πως στο γνω­στό α­νέκ­δο­το με τον γρύ­λο, αν κά­πο­τε η εμ­μο­νή του με­τα­φρα­στή με τον Σλά­χτερ ε­ξε­λι­χθεί σε νευ­ρα­σθέ­νεια. Υπάρ­χει και μία α­κό­μη ι­στο­ρία, η προ­τασ­σό­με­νη στο βι­βλίο, που ξε­κι­νά­ει ό­πως το εν λό­γω α­νέκ­δο­το. Εκεί, εί­ναι έ­νας άν­θρω­πος υ­πό ια­τρι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση, που φα­ντα­σιώ­νε­ται τον φό­νο σαν ε­πα­νερ­χό­με­νο ε­φιάλ­τη.  
Ο Κυ­πριώ­της, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, δια­τεί­νε­ται πως την ι­δέα για έ­να διή­γη­μα την πυ­ρο­δο­τεί μία ει­κό­να, μία φρά­ση, μία α­νά­μνη­ση, ο­τι­δή­πο­τε. Για­τί ό­χι και έ­να α­νέκ­δο­το ή και έ­να ό­νο­μα, ό­πως του ο­πα­δού της Ευαγ­γε­λι­κής Εκκλη­σίας Φρα­νς Όυ­γκεν Σλά­χτε­ρ, που, στις αρ­χές του 20ου αιώ­να με­τέ­φρα­σε και ε­ξέ­δω­σε υ­πό τη μορ­φή βι­βλίου τσέ­πης τη Βί­βλο στα γερ­μα­νι­κά. Όταν, πά­ντως, ζη­τή­θη­κε του Κυ­πριώ­τη, α­πό μία ε­φη­με­ρί­δα, να γρά­ψει έ­να κεί­με­νο προς δια­φή­μι­ση του βι­βλίου του, ε­κεί­νος συ­νέ­θε­σε μία εν­δέ­κα­τη ι­στο­ρία με τίτ­λο «Το τσε­κού­ρι». To θέ­μα της εί­ναι οι ε­ντυ­πώ­σεις, που δη­μιουρ­γούν σε υ­πο­ψή­φια α­γο­ρά­στρια του βι­βλίου του τα λε­γό­με­να πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, ό­πως τίτ­λος, ει­κό­να ε­ξω­φύλ­λου, βιο­γρα­φι­κό, κεί­με­νο ο­πι­σθό­φυλ­λου, και α­κό­μη, δυο τρεις φρά­σεις α­πό τις ι­στο­ρίες του, που ε­κεί­νη α­λιεύει στην τύ­χη, κα­θώς το ξε­φυλ­λί­ζει. Πε­ρι­γρά­φε­ται η πε­ρί­πτω­ση ι­διά­ζου­σας κλε­πτο­μα­νούς, που ο­ρι­σμέ­να βι­βλία της α­σκούν μία μο­να­δι­κή έλ­ξη. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ο τίτ­λος του βι­βλίου της θυ­μί­ζει “το τσε­κού­ρι της Γώ­γου”, αλ­λά και “το τσε­κού­ρι του Κάφ­κα”.
Εδώ, ο συγ­γρα­φέ­ας θεω­ρεί γνω­στό τοις πά­σι τον στί­χο της Γώ­γου, “Μο­να­ξιά / η μο­να­ξιά μας λέω. Για τη δι­κή μας λέω / εί­ναι τσε­κού­ρι στα χέ­ρια μας / που πά­νω α­πό τα κε­φά­λια σας γυ­ρί­ζει γυ­ρί­ζει γυ­ρί­ζει γυ­ρί­ζει”, κα­θώς και την σχε­τι­κή ά­πο­ψη του Κάφ­κα, “Τα βι­βλία που χρεια­ζό­μα­στε εί­ναι αυ­τά που ε­πι­δρούν α­πά­νω μας σαν κα­κο­τυ­χία, αυ­τά που μας κά­νουν να υ­πο­φέ­ρου­με, ό­πως υ­πο­φέ­ρου­με για το θά­να­το κά­ποιου, που α­γα­πά­με πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους ε­αυ­τούς μας, αυ­τά που μας κά­νουν να αι­σθα­νό­μα­στε σαν να εί­μα­στε στα ό­ρια της αυ­το­κτο­νίας, ή χα­μέ­νοι σ’ έ­να α­πό­με­ρο δά­σος - έ­να βι­βλίο πρέ­πει να χρη­σι­μεύει ως τσε­κού­ρι για την πα­γω­μέ­νη θά­λασ­σα ε­ντός μας.” Και οι δυο συγ­γρα­φείς φέ­ρο­νται ως πρό­σω­πα με τα­ραγ­μέ­νο ψυ­χι­σμό και νευ­ρω­τι­κές εμ­μο­νές, ά­ρα συγ­γε­νή με τους “κα­θη­με­ρι­νούς αν­θρώ­πους των ι­στο­ριώ­ν” του Κυ­πριώ­τη. 
Εμάς, πά­ντως, ο Σλά­χτερ και η αι­μα­τη­ρή πα­ρο­μοίω­ση πε­ρί συγ­γρα­φής μας θύ­μι­σαν το α­πό­φθεγ­μα του δη­μο­φι­λούς Γερ­μα­νού συγ­γρα­φέα Άρμιν Σέ­ν­γκμπους: “Εμείς οι συγ­γρα­φείς εί­μα­στε ό­πως οι χα­σά­πη­δες, μό­νο που ε­μείς προ­σπα­θού­με την α­γε­λά­δα να την ε­πα­να­συ­ναρ­μο­λο­γή­σου­με.” Αν δε­χθού­με τον πα­ραλ­λη­λι­σμό συγ­γρα­φέα και χα­σά­πη, τί­θε­ται το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο στις ι­στο­ρίες του βι­βλίου έ­γι­νε κα­λή δου­λειά κα­τά την α­φαί­ρε­ση του λί­πους. Σε ποιες ι­στο­ρίες το ε­να­πο­μεί­ναν εί­ναι κα­θα­ρό “ψα­χνό”. Ή μή­πως, α­ντι­στρό­φως, κά­που ο μπαλ­τάς έ­φα­γε ξώ­φαλ­τσα και “ψα­χνό”, ό­πως έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι συ­νέ­βη, για πα­ρά­δειγ­μα, σε ε­κεί­νη γύ­ρω α­πό τις “κρί­σεις πα­νι­κού”; Αν, ε­πι­προ­σθέ­τως, δια­κρί­νου­με την ερ­γα­σία του συγ­γρα­φέα α­πό ε­κεί­νη του χα­σά­πη με βά­ση το ξα­να­μο­ντά­ρι­σμα της α­γε­λά­δας, ό­πως προ­τεί­νει ο Σέν­γκμπους, α­πο­κτού­με έ­να πρό­σθε­το α­ξιο­λο­γι­κό κρι­τή­ριο. Για να διευ­κο­λύ­νου­με τον ε­πί μέ­ρους σχο­λια­σμό των ι­στο­ριών, αυ­τές θα μπο­ρού­σαν να τα­ξι­νο­μη­θούν α­νά­λο­γα με το πε­ρι­βάλ­λον μέ­σα στο ο­ποίο κυο­φο­ρεί­ται και εκ­δη­λώ­νε­ται η εμ­μο­νή ή και η νεύ­ρω­ση των η­ρώων, σε οι­κο­γε­νεια­κές, υ­παρ­ξια­κές και σε ε­κεί­νες της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ή και ε­ρα­σι­τε­χνι­κής ε­να­σχό­λη­σης.
Πέ­ντε α­νή­κουν στην πρώ­τη κα­τη­γο­ρία: Το «Ευ­τυ­χία», που ή­δη α­να­φέ­ρα­με. Το «Barbie», ό­που η ε­ξαρ­χής φορ­τι­σμέ­νη α­φή­γη­ση, πυ­ρο­δο­τη­μέ­νη α­πό συμ­βά­ντα μίας βίαιης ε­πι­και­ρό­τη­τας, α­πο­βαί­νει ε­πι­σφα­λής ε­πι­λο­γή για το στή­σι­μο ε­νός διη­γή­μα­τος. Η ε­ρω­τι­κή ι­στο­ρία, «Η α­γά­πη κερ­δί­ζε­ται», που σκια­γρα­φεί με πρω­τό­τυ­πο τρό­πο τη σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κή σχέ­ση δυο αν­δρών. Σε ό­λες τις ι­στο­ρίες του βι­βλίου, το κυ­ρίαρ­χο σχή­μα λό­γου και ως το πλέ­ον κα­τάλ­λη­λο για την α­νά­δει­ξη της νευ­ρω­τι­κής κα­τά­στα­σης των η­ρώων, εί­ναι η ε­πα­νά­λη­ψη. Εδώ, η εν λό­γω πει­ρα­μα­τι­κή μορ­φή μάλ­λον σπρώ­χνε­ται στα ό­ριά της, κα­θώς μία πα­ρά­γρα­φος των 58 λέ­ξεων ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται αυ­τού­σια 17 φο­ρές, για να α­κο­λου­θή­σει ως κα­τα­κλεί­δα, μια 18η φο­ρά σε πα­ραλ­λα­γή, κα­θώς  σε αυ­τήν α­ντι­στρέ­φο­νται οι ρό­λοι ε­νερ­γη­τι­κού και πα­θη­τι­κού μέ­χρι, πι­θα­νώς, και τε­λι­κής ε­ξό­ντω­σης του πρώ­του. Το διή­γη­μα θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί και σαν αλ­λη­γο­ρία της σχέ­σης δυ­νά­στη και δυ­να­στευό­με­νου. Αν, ό­μως, α­πο­δώ­σου­με μία πα­ρό­μοια πρό­θε­ση στον συγ­γρα­φέα, τό­τε ε­κεί­νος θα πρέ­πει να βλέ­πει με α­παι­σιο­δο­ξία τις πά­σης φύ­σεως ε­ξε­γέρ­σεις. Το «Η α­χα­ρι­στία της ψυ­χής», που  εί­ναι η τέ­ταρ­τη, με την α­χα­ρι­στία να πε­ρι­γρά­φε­ται κά­τι σαν λέ­πρα της ψυ­χής, που ο­δη­γεί στην α­πο­μό­νω­ση. Αυ­τή α­πέ­χει μορ­φι­κών πει­ρα­μα­τι­σμών, εί­ναι ελ­λει­πτι­κή ό­σο χρειά­ζε­ται, με άλ­λα λό­για, κα­θα­ρό “ψα­χνό”. Τέ­λος, η ε­ντε­λέ­στε­ρη με θέ­μα την οι­κο­γέ­νεια ως νο­σο­γό­νο ε­στία, το «Και τοις εν τοις μνή­μα­σι ζωήν χα­ρι­σά­με­νος», στη­ριγ­μέ­νο στο λαϊκό λό­γο, α­να­δει­κνύει πα­ρα­δο­σια­κές γυ­ναι­κείες νοο­τρο­πίες. Ο πα­σχά­λιος τίτ­λος καλ­λιερ­γεί προσ­δο­κίες για μία ευοίω­νη κα­τά­λη­ξη, που α­να­τρέ­πο­νται α­πό το κα­λο­στη­μέ­νο “στρί­ψι­μο της βί­δας”. Εδώ, η ψυ­χα­σθέ­νεια της γυ­ναί­κας έ­χει μια πρώ­της τά­ξεως πα­θο­λο­γι­κή αι­τία, τις πολ­λές εκ­τρώ­σεις. Πά­ντως, ο φό­νος μέ­νει και πά­λι ως προο­πτι­κή. 
Τρεις ι­στο­ρίες υ­παρ­ξια­κού άγ­χους: «Τα κλει­διά του» και το «Κά­θε φο­ρά», που έ­χου­με σχο­λιά­σει, και το «Κόκ­κι­νο», ό­που ο συγ­γρα­φι­κός “μπαλ­τάς” θα μπο­ρού­σε να εί­χε α­φή­σει και μία ι­δέα “ψα­χνού”. Εί­ναι μάλ­λον προ­φα­νές πως το διή­γη­μα τύ­που μπον­ζάι δεν ται­ριά­ζει στον συγ­γρα­φέα. Μέ­νουν οι δυο ι­στο­ρίες της τρί­της κα­τη­γο­ρίας, δη­λα­δή ε­κεί­νες της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ή και ε­ρα­σι­τε­χνι­κής ε­να­σχό­λη­σης. Εί­ναι η ο­μό­τιτ­λη της συλ­λο­γής και το «Μία σκέ­ψη α­πλή». Στην πρώ­τη, η συ­ντα­γή του Σλά­χτερ τε­λε­σφό­ρη­σε. Η δεύ­τε­ρη εί­ναι η ε­κτε­νέ­στε­ρη και μά­λι­στα, με στο­χα­στι­κές φι­λο­δο­ξίες. Αφορ­μά­ται α­πό τον ζω­δια­κό κύ­κλο και τον α­στρο­λο­γι­κό χάρ­τη, α­να­συ­σταί­νο­ντας τους συ­νειρ­μούς ε­νός θια­σώ­τη των ε­πι­στη­μο­νι­κο­φα­νών θεω­ριών α­νά­λυ­σης της προ­σω­πι­κό­τη­τας, που κα­τέ­λη­ξε σκε­πτι­κι­στής. Εδώ η α­φή­γη­ση υ­πο­σκά­πτει τη λο­γι­κή ό­σων δί­νουν πί­στη στην ύ­παρ­ξη υ­πε­ραι­σθη­τών δυ­νά­μεων, αλ­λά και ό­σων πι­στεύουν στα πε­ρι­θώ­ρια ε­πί­τευ­ξης της α­πό­λυ­της γνώ­σης. Μό­νο που το μο­ντά­ρι­σμα ό­λου αυ­τού του γνω­στι­κού υ­λι­κού φαί­νε­ται σαν να έ­γι­νε για έ­ναν πο­λύ ει­δι­κό α­να­γνώ­στη. Όσο “ψα­χνό” κρα­τή­θη­κε, α­παρ­τί­ζε­ται α­πό έν­νοιες και ό­ρους ά­γνω­στους στους α­μύη­τους. Θα χρεια­ζό­ταν η έ­κτα­ση του­λά­χι­στον νου­βέ­λας για τη λι­γό­τε­ρο κρυ­πτι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη ε­νός πα­ρό­μοιου θέ­μα­τος.
Επι­τέ­λους, και έ­νας πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του 2013, που δεν α­νε­μί­ζει ση­μαία τις σπου­δές δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής και τις δια­κρί­σεις στους ποι­κί­λους δια­γω­νι­σμούς διη­γή­μα­τος. Ού­τε πα­ρου­σιά­ζε­ται ταυ­το­χρό­νως, εν μία νυ­κτί, ως πε­ζο­γρά­φος και κρι­τι­κός. Μό­νο με­τα­φρα­στής γερ­μα­νι­κής λο­γο­τε­χνίας δη­λώ­νει. Όσο για τη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, που στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ση­μαί­νει πι­θα­νή “συ­νο­μι­λία” με τους με­τα­φρα­ζό­με­νους συγ­γρα­φείς, δεν δια­λα­λεί­ται και έ­τσι μέ­νει λαν­θά­νου­σα για τους πολ­λούς, που α­γνοούν τα πρω­τό­τυ­πα έρ­γα. Το βα­σι­κό­τε­ρο οι “ι­στο­ρίες αν­θρώ­πω­ν” του Κυ­πριώ­τη δεν μο­λύ­νο­νται με γλωσ­σι­κούς ξε­νι­σμούς. Αν εί­ναι κά­τω των 35 ε­τών, συ­νι­στά μίας πρώ­της τά­ξεως υ­πο­ψη­φιό­τη­τα για το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "H Εποχή" στις 4/5/2011.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Τα­ξί­δι στα παι­δι­κά χρό­νια


Δι­σέ­λι­δο α­πό «Το σε­ντού­κι με τις πέ­ντε κλει­δα­ριές» του Ευ­γέ­νιου Τρι­βι­ζά, με ει­κο­νο­γρά­φη­ση Βαγ­γέ­λη Ελευ­θε­ρίου.








Τό­σα χρό­νια α­σχο­λού­μα­στε με τη βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση, αλ­λά παι­δι­κό βι­βλίο δεν εί­χα­με δια­βά­σει, ού­τε καν φυλ­λο­με­τρή­σει. Μέ­να­με στο θεω­ρη­τι­κό ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο έ­χει υ­πό­στα­ση ο ό­ρος παι­δι­κή λο­γο­τε­χνία, με άλ­λα λό­για σε έ­να ά­γο­νο δί­λημ­μα, ό­πως, άλ­λω­στε, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι φι­λο­λο­γι­σμοί. Αυ­τά μέ­χρι προ­χτές, που μία βι­βλιό­φι­λος κυ­ρία α­πό το δρα­στή­ριο δυ­να­μι­κό του εκ­δο­τι­κού οί­κου Κέ­δρος εί­χε την κα­λή ι­δέα να μας στεί­λει μα­ζί με τα πα­σχα­λιά­τι­κα λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία και με­ρι­κά παι­δι­κά. Ήδη α­πό το πρώ­το ξε­φύλ­λι­σμα, μας έ­φτια­ξε τη διά­θε­ση η ει­κο­νο­γρά­φη­ση. Ιδιαί­τε­ρα, οι ει­κό­νες στα βι­βλία για παι­διά προ­σχο­λι­κής και πρω­το­σχο­λι­κής η­λι­κίας. Αλλά και στα βι­βλία για τα με­γα­λύ­τε­ρα παι­διά, ε­κεί­να των δυο τε­λευ­ταίων τά­ξεων του δη­μο­τι­κού και των πρώ­των γυ­μνα­σια­κών, κα­θώς ού­τε α­πό αυ­τά λεί­πουν οι ο­λο­σέ­λι­δες ει­κό­νες ή και τα ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να “σα­λό­νια”. Από τα βι­βλία για 15 ε­τών και ά­νω, μέ­νει το κεί­με­νο χω­ρίς το ο­πτι­κό δε­κα­νί­κι, να κερ­δί­σει μό­νο του τον έ­φη­βο α­να­γνώ­στη. Ένα πρώ­το ό­νο­μα ει­κο­νο­γρά­φου, στα βι­βλία που έ­φθα­σαν στα χέ­ρια μας, κέρ­δι­σε την προ­σο­χή μας. Του Βαγ­γέ­λη Ελευ­θε­ρίου. Από την αρ­χι­κή του ε­να­σχό­λη­ση με τη γε­λοιο­γρα­φία φαί­νε­ται να κρά­τη­σε την κω­μι­κή πα­ρα­μόρ­φω­ση, προ­σθέ­το­ντας στις φι­γού­ρες ζω­γρα­φι­κό πλα­σμό και τις λε­πτές χρω­μα­τι­κές α­πο­χρώ­σεις της α­κουα­ρέ­λας. Εμφα­νείς εί­ναι ε­πί­σης και οι ε­πι­δρά­σεις α­πό τη ζω­γρα­φι­κή γκρά­φι­τι. Στο βιο­γρα­φι­κό του, ο α­πο­λο­γι­σμός α­να­φέ­ρει 130 βι­βλία μέ­σα σε μία ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία. Με­τα­ξύ αυ­τών, σε κά­ποια πρό­σφα­τα, εμ­φα­νί­ζε­ται και ως συγ­γρα­φέ­ας με οι­κο­λο­γι­κές ευαι­σθη­σίες, ό­πως τα «Έλα στη φύ­ση, έ­λα στο πρά­σι­νο», «Έλα στη φύ­ση, έ­λα στο μπλε». 
Αυ­τά τα δυο τε­λευ­ταία χω­ρίς αυ­το­ψία, πλη­ρο­φο­ρια­κά. Στο χέ­ρι κρα­τά­με έ­να πα­λαιό­τε­ρο βι­βλίο με δι­κή του ει­κο­νο­γρά­φη­ση, «Το σε­ντού­κι με τις πέ­ντε κλει­δα­ριές». Συγ­γρα­φέ­ας του εί­ναι ο Ευ­γέ­νιος Τρι­βι­ζάς “ο πα­ρα­μυ­θάς”. Αυ­τόν τον γνω­ρί­ζα­με ως ό­νο­μα, χω­ρίς να τον έ­χου­με δια­βά­σει. Ακρι­βέ­στε­ρα, τον εί­χα­με κα­τα­χω­ρη­μέ­νο στις α­πώ­λειες, αν ό­χι της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, σί­γου­ρα, πά­ντως, του α­στυ­νο­μι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Συ­νο­μή­λι­κος του Πέ­τρου Μαρ­τι­νί­δη, αυ­τός με σπου­δές, ό­χι αρ­χι­τε­κτο­νι­κής και ψυ­χο­λο­γίας ό­πως ο Θεσ­σα­λο­νι­κιός, αλ­λά τις χρη­σι­μό­τε­ρες για τη συγ­γρα­φή α­στυ­νο­μι­κών, νο­μι­κής και ε­γκλη­μα­το­λο­γίας, θα μπο­ρού­σε να α­να­δει­χθεί σε μαιτρ του εί­δους. Κά­τι α­νά­με­σα σε Μαρ­τι­νί­δη και στον κα­τά δέ­κα χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρό τους, Πέ­τρο Μάρ­κα­ρη. Με τον δεύ­τε­ρο έ­χει κοι­νό ση­μείο το χιού­μο­ρ, μό­νο που του  Τρι­βι­ζά εί­ναι αγ­γλι­κής γεύ­σης, πιο λε­πτό και λι­γό­τε­ρο α­ψύ. Τε­λι­κά, α­να­γκα­στή­κα­με να α­να­σκευά­σου­με τα πε­ρί α­πώ­λειας. Άρκε­σε η α­νά­γνω­ση ε­νός κε­φα­λαίου α­πό το παι­δι­κό βι­βλίο, σε ε­κεί­νο που “ο Τζιμ ο α­τρό­μη­τος θη­ριο­δα­μα­στής” συ­να­ντά “τον Τι­μό­θεο Πέ­περ­μιντ, Λον­δρέ­ζο κα­θη­γη­τή πιά­νου και κουρ­δι­στή”, για να πει­στού­με ό­τι δεν ε­πρό­κει­το για α­πώ­λεια αλ­λά για κέρ­δος στον δύ­σκο­λο το­μέα της δια­σκε­δα­στι­κής συγ­γρα­φής, που η­λι­κία δεν κοι­τά­ει. Βρί­σκε­ται, πά­ντως, στην κα­τάλ­λη­λη η­λι­κία, α­ντί να ε­φη­συ­χά­ζει στις δάφ­νες του, να δο­κι­μά­σει και κά­τι για το ε­νή­λι­κο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό.  
Αλλά ας ε­πα­νέλ­θου­με στους α­να­γνώ­στες μι­κρής η­λι­κίας. Στις πρό­σφα­τες εκ­δό­σεις, στα με­τα­φρα­σμέ­να παι­δι­κά βι­βλία, ε­ντυ­πω­σια­κό χά­ρις στον τίτ­λο και το έγ­χρω­μο ε­ξώ­φυλ­λο ι­τα­λι­κής αι­σθη­τι­κής, ό­πως και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση του κει­μέ­νου, πρό­βα­λε έ­να χο­ντρό βι­βλίο, κο­ντά 400 σε­λί­δων, με σκλη­ρό ε­ξώ­φυλ­λο. Έχει τον ελ­κυ­στι­κό, για κά­θε η­λι­κία, τίτ­λο, «Τα­ξί­δι στο βα­σί­λειο της φα­ντα­σίας». Ενώ, στο ε­ξώ­φυλ­λο ει­κο­νί­ζε­ται έ­νας κου­στου­μα­ρι­σμέ­νος διο­πτρο­φό­ρος πο­ντι­κός, κα­βά­λα σε έ­να τέ­ρας προϊστο­ρι­κής ε­πο­χής. Δεν δεί­χνει φο­βι­σμέ­νος. Αντι­θέ­τως, εί­ναι μέ­σα στην κα­λή χα­ρά. Από συ­νή­θεια α­να­ζη­τή­σα­με το ό­νο­μα του με­τα­φρα­στή, αλ­λά δεν υ­πήρ­χε. Ού­τε ό­νο­μα συγ­γρα­φέα. Το Τζε­ρό­νι­μο Στίλ­τον, που α­να­γρά­φε­ται πά­νω α­πό τον τίτ­λο εί­ναι το ό­νο­μα του εν λό­γω πο­ντι­κού. Πρό­κει­ται για έ­ναν πο­λύ μορ­φω­μέ­νο “κά­τοι­κο της Πο­ντι­κο­νή­σου”, η ο­ποία το­πο­θε­τεί­ται κά­που στον “Νό­τιο Τρω­κτι­κό Ωκε­α­νό”. Ο Τζε­ρό­νι­μο τυγ­χά­νει “εκ­δό­της και διευ­θυ­ντής της με­γα­λύ­τε­ρης ε­φη­με­ρί­δας της νή­σου, με τον ε­πι­βλη­τι­κό τίτ­λο, «Ηχώ των τρω­κτι­κών»”. Στον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο του, για­τί ό­λα δεί­χνουν πως πρό­κει­ται για έ­ναν πο­λύ ερ­γα­τι­κό πο­ντι­κό, συγ­γρά­φει βι­βλία με τις πε­ρι­πέ­τειές του. Ωστό­σο, αυ­τός ο εκ­πο­λι­τι­σμέ­νος πο­ντι­κός εί­ναι πλά­σμα γυ­ναι­κείας φα­ντα­σίας. 
Η Ελί­ζα­μπεθ Ντά­μι εί­χε την έ­μπνευ­ση να γρά­ψει βι­βλία με ή­ρωα έ­ναν πο­ντι­κό. Ιτα­λί­δα, γεν­νη­μέ­νη στο Μι­λά­νο και κό­ρη εκ­δό­τη, άρ­χι­σε να γρά­φει α­πό τα 18 της, που ση­μαί­νει γύ­ρω στο 1976. Τις πο­ντι­κοϊστο­ρίες τις ξε­κί­νη­σε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα. Το 2000, ε­ξέ­δω­σε την πρώ­τη της σει­ράς. Από τό­τε με­τα­φρά­ζο­νται σε πλεί­στες ό­σες γλώσ­σες και πω­λού­νται σε ε­κα­τομ­μύ­ρια α­ντί­τυ­πα. Στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες του βι­βλίου, μα­ζί με το ό­νο­μα της Ντά­μι, ε­ντο­πί­σα­με και ε­κεί­νο της μό­νι­μης με­τα­φρά­στριας των πε­ρι­πε­τειών του Τζε­ρό­νι­μο, Βί­κυς Λια­νού. Το τα­ξί­δι στη χώ­ρα της φα­ντα­σίας ε­ξε­λίσ­σε­ται σε πραγ­μα­τι­κή ο­δύσ­σεια, με τον πο­ντι­κοή­ρωα να περ­νά­ει ό­λων των ει­δών τις δο­κι­μα­σίες, αλ­λά να βγαί­νει πά­ντα σώος και α­βλα­βής, χά­ρις στις ι­στο­ρίες, τους μύ­θους και τα α­νέκ­δο­τα που ξέ­ρει τό­σο κα­λά να α­φη­γεί­ται. Μέ­χρι και λε­ξι­κό προ­βλέ­πε­ται γι’ αυ­τό το ε­ξω­τι­κό τα­ξί­δι, γραμ­μέ­νο α­πό τον ι­διαί­τε­ρα “μορ­φω­μέ­νο βά­τρα­χο Μου­ντζού­ρη”, σύ­ντρο­φο και ο­δη­γό του ή­ρωα σε ό­λη τη δια­δρο­μή. Όταν ο πο­λυ­μα­θής Τζε­ρό­νι­μο, ε­πι­στρέ­φο­ντας, α­φη­γεί­ται τις ι­στο­ρίες του, ε­ξη­γεί και τι τε­λο­σπά­ντων εί­ναι αυ­τό που α­πο­κα­λού­με  φα­ντα­σία. “Εί­ναι”, λέει, “η ι­κα­νό­τη­τα να βλέ­που­με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με δια­φο­ρε­τι­κή μα­τιά”, δη­λα­δή με αι­σιό­δο­ξα μα­το­γυά­λια, και “να βρί­σκου­με την Αρμο­νία ε­κεί που υ­πάρ­χει Δυ­σαρ­μο­νία, το Κα­λό ε­κεί που φαί­νε­ται να θριαμ­βεύει το Κα­κό, το Φως ε­κεί που φαί­νε­ται να κυ­ριαρ­χεί το Σκο­τά­δι”. Πα­ρό­μοιας δυ­να­μι­κής φα­ντα­σία θα πρέ­πει να δια­θέ­τουν ό­λοι αυ­τοί οι Άγγλοι, Γάλ­λοι, Πορ­το­γά­λοι, που πα­σχα­λιά­τι­κα τα­ξι­δεύουν στην τε­ρα­τού­πο­λη των Αθη­ναίων. Το βι­βλίο, πά­ντως, συ­νί­στα­ται για η­λι­κίες κά­τω των δώ­δε­κα.
Με στα­θε­ρό γνώ­μο­να τα λε­γό­με­να πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, μας τρά­βη­ξε την προ­σο­χή έ­να σχε­τι­κά ο­λι­γο­σέ­λι­δο βι­βλίο με­γά­λου σχή­μα­τος. Κα­θο­ρι­στι­κός πό­λος έλ­ξης, και πά­λι, ο τίτ­λος, αλ­λά και τα φω­τει­νά χρώ­μα­τα του ε­ξώ­φυλ­λου. Πα­ρό­τι συ­στή­νε­ται για παι­διά α­πό 5 έως 8 ε­τών, ο τίτ­λος του, «Μια βόλ­τα στα βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια», θα συ­γκι­νή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο τον παπ­πού τους. Για­τί, έ­να τό­σο μι­κρό παι­δί, τι μπο­ρεί να γνω­ρί­ζει για το Βυ­ζά­ντιο. Γεν­νιέ­ται το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο έ­χει α­κου­στά α­κό­μη και τη λέ­ξη Βυ­ζά­ντιο. Αν δεν σφάλ­λου­με, το πρώ­το σχο­λι­κό βι­βλίο Ιστο­ρίας το πιά­νει στα χέ­ρια του στην Τρί­τη Δη­μο­τι­κού, ε­νώ εί­ναι ε­κεί­νο της Πέ­μπτης, που α­φιε­ρώ­νε­ται στα βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια. Άρα, η συγ­γρα­φέ­ας Εύη Τσι­τι­ρί­δου α­να­μέ­νε­ται με το βι­βλίο της να ε­πι­τε­λέ­σει τον ά­θλο της πρώ­της γνω­ρι­μίας. Για­τί, βε­βαίως, οι παπ­που­δο­για­γιά­δες, που τους ά­ρε­σε να α­φη­γού­νται ι­στο­ρίες για “τον μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιά” έ­χουν προ πολλού ε­κλεί­ψει. Το βι­βλίο ε­ντάσ­σε­ται σε μία σει­ρά με τον γε­νι­κό τίτ­λο «Με ξε­να­γό την Ιστο­ρία», που σκο­πό έ­χει να δεί­ξει σε παι­διά αυ­τής της η­λι­κίας την κα­θη­με­ρι­νή ζωή των αν­θρώ­πων σε διά­φο­ρες ι­στο­ρι­κές πε­ριό­δους. Θυ­μί­ζει τη σει­ρά για ε­νή­λι­κες, «Η κα­θη­με­ρι­νή ζωή στην τά­δε πε­ρίο­δο», ό­που, αν δεν σφάλ­λου­με, δεν υ­πάρ­χει βι­βλίο για την α­ντί­στοι­χη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο.   
Τη “βόλ­τα” την κά­νουν δυο α­γα­πη­μέ­νοι φί­λοι α­πό το νη­πια­γω­γείο. Όχι, ό­μως, του ί­διου φύ­λου, αλ­λά ο Αστέ­ρης και η Βά­για, ώ­στε να α­ντα­να­κλώ­νται δυο δια­φο­ρε­τι­κές ο­πτι­κές. Αυ­τή η πε­ριή­γη­ση  σε αλ­λο­τι­νά χρό­νια και τό­πους γί­νε­ται χά­ρις σε έ­να φο­βε­ρό τε­τρά­πο­δο, τον Γκά­ρι. Πρό­κει­ται για “έ­να γαϊδου­ρά­κι, πού ό­χι μό­νο μι­λά­ει με αν­θρώ­πι­νη φω­νή”, ό­πως ό­λα τα κα­τοι­κί­δια στα ελ­λη­νι­κά σί­ρια­λ, “αλ­λά και τα­ξι­δεύει στο χρό­νο”, ό­χι με την τα­χύ­τη­τα του φω­τός, αλ­λά κα­τά τρό­πο μα­γι­κό. Το ό­νο­μα Αστέ­ρης θυ­μί­ζει τον τίτ­λο ε­νός προ­πέρ­σι­νου παι­δι­κού βι­βλίου, «Ο Αστέ­ρης το νε­α­ρό α­στέ­ρι», του Κώ­στα Ζα­φει­ρίου. Μό­νο που ε­κεί­νος ο Αστέ­ρης ξε­κί­νη­σε για α­στρι­κό τα­ξί­δι. Στο τα­ξί­δι στα χι­λιό­χρο­να βά­θη του χρό­νου, τα παι­διά ξε­κι­νούν τις ε­πι­σκέ­ψεις α­πό το βυ­ζα­ντι­νό σπί­τι. Δί­πα­το, με το πλυ­στα­ριό και τους στά­βλους για τα ζώα στον πρώ­το ό­ρο­φο, τα α­πο­γο­η­τεύει. Μάλ­λον θα έ­πρε­πε να προ­η­γη­θεί έ­να τα­ξί­δι πριν έ­ναν - ε­νά­μι­σι αιώ­να στην η­πει­ρω­τι­κή Ελλά­δα. Στο σπί­τι των Βυ­ζα­ντι­νών, βλέ­πουν με α­πο­ρία τη γυ­ναί­κα στον αρ­γα­λειό και το κο­ρι­τσά­κι της να την πα­ρα­κο­λου­θεί να υ­φαί­νει. Και πά­λι, έ­νας κά­ποιος προϊδε­α­σμός, πως ό­λα αυ­τά δεν συ­νέ­βαι­ναν μό­νο στα βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια, θα ή­ταν μάλ­λον α­να­γκαίος. Με­τά οι δυο μι­κροί πε­ριη­γη­τές πη­γαί­νουν στο σχο­λείο. Εκεί, ό­μως, που ζωη­ρεύει η κου­βέ­ντα τους με το σο­φό υ­πο­ζύ­γιο εί­ναι στην βυ­ζα­ντι­νή κου­ζί­να. Ακο­λου­θούν κε­φά­λαια για την α­γο­ρά, την εκ­κλη­σία, το μο­να­στή­ρι, το λι­μά­νι, φθά­νο­ντας μέ­χρι και στο πα­λά­τι. Ο Γκά­ρυ δεν πα­ρα­λεί­πει να τους δεί­ξει τους αν­θρώ­πους ε­κεί­νης της ε­πο­χής σε χει­ρο­να­κτι­κές α­σχο­λίες ε­ντός και ε­κτός οι­κίας, κα­θώς και στις ώ­ρες της δια­σκέ­δα­σης. Με τις ζω­γρα­φιές της πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νης στο χώ­ρο του παι­δι­κού βι­βλίου Λέ­λας Στρού­τση, το τα­ξί­δι δί­νει μία πρώ­τη γεύ­ση α­πό την βυ­ζα­ντι­νή Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, την άλ­λο­τε πο­τέ α­πο­κα­λού­με­νη “βα­σι­λί­δα των πό­λεω­ν”.
Ένα βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό που δια­φο­ρο­ποιεί το ση­με­ρι­νό παι­δι­κό βι­βλίο α­πό ε­κεί­νο πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών εί­ναι η έγ­χρω­μη ει­κο­νο­γρά­φη­ση, λό­γω κα­λύ­τε­ρων τυ­πο­τε­χνι­κών μέ­σων αλ­λά και με­γα­λύ­τε­ρης α­γο­ράς, που ε­πι­τρέ­πει πιο α­κρι­βές πα­ρα­γω­γές. Όπως δια­βε­βαιώ­νουν οι α­σχο­λού­με­νοι με το παι­δι­κό βι­βλίο, αυ­τό α­πο­βαί­νει πο­λύ πιο προ­σο­δο­φό­ρο α­πό τα α­να­γνώ­σμα­τα ε­νη­λί­κων. Συ­μπέ­ρα­σμα ό­χι τό­σο ευ­χά­ρι­στο, α­σχέ­τως αν οι πά­ντες το α­ντι­με­τω­πί­ζουν ως α­πο­λύ­τως φυ­σιο­λο­γι­κό. Βε­βαίως, ο ση­με­ρι­νός γο­νέ­ας κά­νει στε­ρή­σεις για να μην λεί­ψει τί­πο­τα α­πό το παι­δί του. Από μία άλ­λη ά­πο­ψη, ό­μως, μπο­ρεί και να δια­σκε­δά­ζει τις ε­νο­χές του, κα­θώς δεν έ­χει διά­θε­ση –χρό­νο ι­σχυ­ρί­ζε­ται– να δια­βά­σει ού­τε έ­να βι­βλίο το χρό­νο.  Φαι­νό­με­νο που α­πα­ντά­ται σε γο­νείς με α­νώ­τα­τη παι­δεία. Συ­χνά, μά­λι­στα, πρό­κει­ται για αν­θρώ­πους κοι­νω­νι­κούς και πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νους, τους λε­γό­με­νους αν­θρώ­πους με υ­ψη­λή καλ­λιέρ­γεια. 
Ίσως γι’ αυ­τό να φταίει, που, στα παι­δι­κά τους χρό­νια, στά­θη­καν πα­θη­τι­κοί α­να­γνώ­στες. Όπως φαί­νε­ται, έ­να τε­λείως και­νού­ριο στοι­χείο της τρέ­χου­σας παι­δα­γω­γι­κής εί­ναι η προ­σπά­θεια δη­μιουρ­γίας ε­νερ­γη­τι­κών α­να­γνω­στών. Οι τε­λευ­ταίες σε­λί­δες των πε­ρισ­σό­τε­ρων παι­δι­κών βι­βλίων α­φιε­ρώ­νο­νται στο σχε­δια­σμό “εκ­παι­δευ­τι­κών δρα­στη­ριο­τή­τω­ν”, ό­πως α­πο­κα­λού­νται. Η Τσι­τι­ρί­δου, που έ­χει την ε­μπει­ρία μίας δε­κα­ε­τούς θη­τείας στη δη­μό­σια εκ­παί­δευ­ση, ε­ξη­γεί πως “η ε­μπέ­δω­ση της γνώ­σης ε­πι­διώ­κε­ται μέ­σα α­πό την ε­νερ­γη­τι­κή συμ­με­το­χή και την ά­σκη­ση των προ­σω­πι­κών τους δε­ξιο­τή­των, με τρό­πο παι­γνιώ­δη και συμ­βα­τό με την η­λι­κία τους, κα­θώς και με τις ι­διαί­τε­ρες α­νά­γκες και δυ­να­τό­τη­τές τους”. 
Κλεί­νο­ντας αυ­τά τα πρώ­τα παι­δι­κά βι­βλία του 21ου αιώ­να, που δια­βά­σα­με  –για­τί, τε­λι­κά, τα δια­βά­σα­με, μας κέρ­δι­σαν ο Τζε­ρό­νι­μο, ο Αργύ­ρης και η Βά­για, α­κό­μη και ο Τι­μό­θε­ος Πέ­περ­μι­ντ – μας κα­τέ­λα­βε θλί­ψη, με τη σκέ­ψη, πως αυ­τά θα εί­ναι τα πρώ­τα που θα χα­θούν κα­τά την πλή­ρη ε­πι­κρά­τη­ση της ψη­φια­κής ε­πο­χής. Ας σπεύ­σουν, λοι­πόν, οι γο­νείς με πι­τσι­ρί­κια, ό­σο α­κό­μη υ­πάρ­χουν. Αλλά και οι υ­πό­λοι­ποι. Υπάρ­χει πά­ντο­τε το πρό­σχη­μα για έ­να δω­ρά­κι σε παι­δί φί­λου. Με την ευ­και­ρία, το δια­βά­ζουν και αυ­τοί, για να μην ξε­χά­σουν τε­λείως και την α­νά­γνω­ση, με­τά τη γρα­φή, που έ­χουν ε­δώ και και­ρό ε­γκα­τα­λεί­ψει.   

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/4/2014.