Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Αμφιταλάντευση ή στροφή της γραφής

Ηρώ Νι­κο­πού­λου
«Ασφα­λής πό­λη»
Εκδ. Γα­βριη­λί­δης
Ιούν. 2015
 
Η Ηρώ Νι­κο­πού­λου συ­νι­στά μία δύ­σκο­λα τα­ξι­νο­μού­με­νη πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέα. Αυ­τό, βέ­βαια, δεν ο­φεί­λε­ται στο ό­τι ξε­κί­νη­σε με σπου­δές στην Σχο­λή Κα­λών Τε­χνών α­ντί κά­ποιου τμή­μα­τος της Φι­λο­σο­φι­κής. Ού­τε ό­τι α­σχο­λεί­ται ταυ­τό­χρο­να με τη ζω­γρα­φι­κή. Άλλω­στε, ή­δη α­πό την ε­φη­βεία, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, έ­γρα­φε στί­χους και ζω­γρά­φι­ζε. Με μι­κρή χρο­νι­κή δια­φο­ρά έ­κα­νε την πρώ­τη της ε­πί­ση­μη εμ­φά­νι­ση στους δυο χώ­ρους. Στα δέ­κα ο­κτώ ε­ξέ­δω­σε την πρώ­τη ποιη­τι­κή της συλ­λο­γή, «Ο μύ­θος του ο­δοι­πό­ρου», στα εί­κο­σι συμ­με­τεί­χε, για πρώ­τη φο­ρά, σε ο­μα­δι­κή έκ­θε­ση. Το πρό­βλη­μα ε­νός πι­θα­νού γραμ­μα­το­λό­γου, που α­κό­μη δεν μας έ­χει προ­κύ­ψει, θα βρί­σκε­ται στις με­τα­στρο­φές, που η Νι­κο­πού­λου, κα­τά και­ρούς, α­πο­πει­ρά­ται και στους δυο χώ­ρους, ι­διαί­τε­ρα σε αυ­τόν της λο­γο­τε­χνίας.
Λέ­γο­ντας με­τα­στρο­φές στη λο­γο­τε­χνία, δεν α­να­φε­ρό­μα­στε στο πέ­ρα­σμα α­πό την ποίη­ση στην πε­ζο­γρα­φία, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, δεν έ­χει πά­ρει ο­ρι­στι­κή μορ­φή, α­φού συ­νε­χί­ζει να εκ­δί­δει ποιη­τι­κές συλ­λο­γές. Ού­τε στις με­τα­το­πί­σεις ε­ντός του πε­ζο­γρα­φι­κού πε­δίου, για τις ο­ποίες συ­χνά δί­νε­ται α­πό τους σχο­λια­στές του πε­ζο­γρα­φι­κού της έρ­γου α­να­κρι­βής ει­κό­να. Λ.χ., στις σε­λί­δες για την Νι­κο­πού­λου, που α­φιε­ρώ­νει το πε­ριο­δι­κό, «Ο Σί­συ­φος», α­να­φέ­ρε­ται πως “υ­πήρ­ξε στα­δια­κή ε­γκα­τά­λει­ψη της με­γά­λης φόρ­μας και σχε­δόν ο­λο­κλη­ρω­τι­κή προ­σχώ­ρη­σή της στην μι­κρή φόρ­μα του διη­γή­μα­τος”. Όταν η σχέ­ση της Νι­κο­πού­λου με τη με­γά­λη φόρ­μα αρ­χί­ζει και τε­λειώ­νει με το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό της βι­βλίο. Πρό­κει­ται για το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Σαν σε κα­θρέ­φτη», που ε­ξέ­δω­σε το 2003. Φτά­νει τις 215 σε­λί­δες, ω­στό­σο, α­πό την κρι­τι­κή έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στεί νου­βέ­λα.
Οι ου­σια­στι­κές με­τα­στρο­φές θεω­ρού­με πως α­φο­ρούν τον τρό­πο γρα­φής. Το 2007, για την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της, «Ομε­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια», ξε­χω­ρί­ζα­με ως πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα διη­γή­μα­τα, αυ­τά με “φευ­γά­τους” ή­ρωες, στα ο­ποία υ­πε­ρι­σχύει της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας το υ­πε­ραι­σθη­τό στοι­χείο. Σε α­ντι­δια­στο­λή με ό­σα ορ­γα­νώ­νο­νται ορ­θο­λο­γι­στι­κά, σε αυ­τά τα πε­ρι­γράμ­μα­τα μό­λις που σχε­διά­ζο­νται, ε­νώ η έμ­φα­ση δί­νε­ται στα συ­ναι­σθή­μα­τα. Αυ­τήν την α­φη­γη­μα­τι­κή α­φαί­ρε­ση την α­πο­δί­δα­με τό­τε στη μα­τιά της ζω­γρά­φου. Με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, η ι­σορ­ρο­πία φαί­νε­ται να αλ­λά­ζει, κα­θώς εί­ναι η ρε­α­λι­στι­κή ο­πτι­κή της πε­ζο­γρά­φου, που πα­ρεμ­βαί­νει στις λι­τές ζω­γρα­φι­κές συν­θέ­σεις, ει­σά­γο­ντας ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρα πα­ρα­στα­τι­κά στοι­χεία. Η ί­δια η συγ­γρα­φέ­ας θεω­ρεί ό­τι “η στρο­φή στη γρα­φή της” ξε­κι­νά­ει πο­λύ νω­ρί­τε­ρα. Το 1999, με την τρί­τη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή «Ανέ­μου». Ενδιά­με­σα, υ­πάρ­χει μία δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή, το 1993, «Χει­με­ρι­νοί μορ­φα­σμοί». Έτσι κι αλ­λιώς, ό­μως, η δε­κα­ε­τία του ’90, εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νη στη ζω­γρα­φι­κή.
Αυ­τή “η στρο­φή στη γρα­φή της” ε­ξαρ­τά­ται, ως έ­να βαθ­μό, α­πό τις ε­πι­δρά­σεις που, κά­θε φο­ρά, δέ­χε­ται. Σε συ­νέ­ντευ­ξή της, α­να­φέ­ρει τον Νά­σο Νι­κό­που­λο, ως τον πρώ­το που την μύη­σε στην ποίη­ση. Ποιη­τής της πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κής γε­νιάς ο Νι­κό­που­λος, γεν­νη­μέ­νος το 1926, α­πε­βίω­σε σχε­τι­κά νω­ρίς, το 1991. Πα­ρά τις δώ­δε­κα ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, που ε­ξέ­δω­σε σε διά­στη­μα τρια­κο­ντα­ε­τίας, πα­ρα­μέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στός ως θεω­ρη­τι­κός και κρι­τι­κός του θεά­τρου. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει η θη­τεία του, κα­τά την πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή δε­κα­ε­τία, στην ε­φη­με­ρί­δα, «Αυ­γή», ό­που, μα­ζί με τον νεό­τε­ρό του, Λέ­αν­δρο Πο­λε­νά­κη, κά­λυ­πταν τη κρι­τι­κή θεά­τρου. Την πρώ­τη συλ­λο­γή του, «Έξο­δος α­πό τη νη­νε­μία», την ε­ξέ­δω­σε, ό­ταν η Νι­κο­πού­λου ή­ταν μω­ρό, ε­νώ την προ­τε­λευ­ταία, «Έαρ το ερ­χό­με­νον», την ί­δια χρο­νιά με τη δι­κή της πρώ­τη συλ­λο­γή. Εκεί­νος, κοι­νω­νι­κός ποιη­τής, με “τα τραύ­μα­τα της ήτ­τας”, δεν ε­νέ­δω­σε στην α­πο­θάρ­ρυν­ση και την αμ­φι­σβή­τη­ση. Εκεί­νης οι πρώ­τες δυο συλ­λο­γές, σύμ­φω­να με πα­λαιό­τε­ρη α­πο­τί­μη­ση, που την τα­ξι­νο­μού­σε στη γε­νιά της δε­κα­ε­τίας του ’80, με­τα­φέ­ρουν “την προ­σω­πι­κή της α­γω­νία και α­βε­βαιό­τη­τα μέ­σα σ’ έ­να κλί­μα πε­σι­μι­σμού, ό­που ο θά­να­τος εί­ναι συ­νε­χώς πα­ρό­ν”.
Θα πα­ρου­σία­ζε εν­δια­φέ­ρον η σύ­γκρι­ση των δυο πρώ­των συλ­λο­γών της με τις δυο ε­πό­με­νες, αυ­τές, σε α­πό­στα­ση δε­κα­ε­τίας με­τα­ξύ τους: το 1999, «Ανέ­μου», το 2009, «Μη με ψά­χνε­τε ε­δώ». Όπως και να έ­χει, στο γύ­ρι­σμα του αιώ­να, θα μπο­ρού­σε να το­πο­θε­τη­θεί η αλ­λα­γή του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος α­πό το ο­ποίο δέ­χε­ται ε­πι­δρά­σεις στην πε­ραι­τέ­ρω δια­μόρ­φω­ση της γρα­φής της. Από την πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή  γε­νιά περ­νά στη γε­νιά της αμ­φι­σβή­τη­σης, ό­που, και πά­λι, βρί­σκε­ται σε σχέ­ση μα­θη­τείας. Αυ­τήν τη φο­ρά, η η­λι­κια­κή α­πό­στα­ση με τον μέ­ντο­ρα εί­ναι μι­κρό­τε­ρη, υ­πάρ­χει, ό­μως, με­τα­ξύ τους δια­φο­ρά συγ­γρα­φι­κής ω­ρί­μαν­σης κο­ντά ει­κο­σα­ε­τίας. Και αυ­τός ο δεύ­τε­ρος, εί­ναι μύ­στης της ποίη­σης, δια­πνέε­ται, ό­μως, α­πό ι­διά­ζου­σα “διά­θε­ση α­να­τρο­πής και αυ­τοϋπο­νό­μευ­σης”. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με τις Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, σχο­λιά­ζε­ται η ε­πιρ­ροή του δι­δά­σκο­ντα στον μα­θη­τή, κα­θώς πα­ρα­τη­ρού­νται υ­φο­λο­γι­κές ε­πιρ­ροές, ε­νώ οι ό­ποιες εν­δοοι­κο­γε­νεια­κές συγ­γρα­φι­κές συ­μπτώ­σεις ε­λά­χι­στα α­πα­σχο­λούν. Πι­θα­νώς, για­τί λαν­θά­νει η ά­πο­ψη πως μπο­ρεί να θι­γεί το νεό­τε­ρο μέ­λος, αν δια­γνω­στούν ε­πι­δρά­σεις στο έρ­γο του, α­κό­μη και ό­ταν αυ­τές στέ­κο­νται ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κές. 
Στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού στην Νι­κο­πού­λου, που προ­α­να­φέ­ρα­με, ο σχο­λια­σμός του πε­ζο­γρα­φι­κού της έρ­γου ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται με την πα­ρα­τή­ρη­ση, πως, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, την α­πα­σχο­λεί “η πο­λύ μι­κρή φόρ­μα, το μι­κρο­διή­γη­μα”. Δεν γνω­ρί­ζου­με στις πό­σες λέ­ξεις ή σε­λί­δες οι θεω­ρη­τι­κοί του εί­δους τρα­βά­νε τη δια­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή, ω­στό­σο, εί­μα­στε της γνώ­μης, ό­τι πα­ρό­μοιες δια­κρί­σεις δεί­χνουν προ­κρού­στειες. Ήδη, πά­ντως, α­πο­τε­λούν ι­διαί­τε­ρο μά­θη­μα σε κά­ποιες Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, με τον ει­σα­γό­με­νο τίτ­λο “μπον­ζάι-ι­στο­ρίες”. Ακό­μη μία α­με­ρι­κα­νι­κή ε­πι­νό­η­ση, του­λά­χι­στον στη μορ­φή που καλ­λιερ­γεί­ται στα κα­θ’ η­μάς, για την ο­ποία έ­να τμή­μα του γη­γε­νούς λο­γο­τε­χνι­κού χώ­ρου ε­πι­δει­κνύει μάλ­λον με­γα­λύ­τε­ρο φα­να­τι­σμό α­πό τους ί­διους τους ε­πι­νο­η­τές της.
Στην πε­ρί­πτω­ση της Νι­κο­πού­λου, ε­μείς θα πα­ρα­με­ρί­ζα­με πα­ρό­μοιους δια­χω­ρι­σμούς. Άλλω­στε, δεν εί­ναι ευ­κρι­νές εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, κα­τά πό­σο οι προ­σπά­θειες να γρά­ψει διή­γη­μα μι­κρής έ­κτα­σης συ­νι­στούν α­πόρ­ροια του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντός της ή δι­κή της α­νά­γκη έκ­φρα­σης. Αν κρί­νου­με α­πό την “μπον­ζάι-ι­στο­ρία” της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, «Τα γε­νέ­θλια», η πλά­στιγ­γα κλί­νει υ­πέρ της πρώ­της εκ­δο­χής. Θα ή­ταν προ­τι­μό­τε­ρο, πά­ντως, η διη­γη­μα­τι­κή της σο­δειά να α­ντι­με­τω­πι­στεί ως σύ­νο­λο: τρεις συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, σε λι­γό­τε­ρο α­πό δε­κα­ε­τία. Συ­νο­λι­κά 60 διη­γή­μα­τα, ό­που, ό­σο α­φο­ρά την έ­κτα­σή τους, ση­μειώ­νου­με, ως μία πρώ­τη έν­δει­ξη, σε­λί­δες έ­να­ντι α­ριθ­μού διη­γη­μά­τω­ν: 130 σε­λί­δες η πρώ­τη, με 18 διη­γή­μα­τα, γύ­ρω στις 175, αλ­λά μι­κρό­τε­ρου σχή­μα­τος, οι δυο άλ­λες, με 20 και 22 διη­γή­μα­τα, α­ντι­στοί­χως. Θα δια­χω­ρί­ζα­με τις δυο τε­λευ­ταίες, ε­κεί­νη του 2013, με τίτ­λο, «Ελλη­νι­στί: ο γρί­φος (σχέ­σεις αί­μα­τος)», και την πρό­σφα­τη, κα­θώς θε­μα­τι­κά και μορ­φι­κά δεν δια­φο­ρο­ποιού­νται, α­ντι­θέ­τως δεί­χνουν ως μία ε­νό­τη­τα. Άλλω­στε, έ­χουν εκ­δο­θεί ε­ντός μιας τριε­τίας, πα­ρέ­χο­ντας το ση­με­ρι­νό στίγ­μα της πε­ζο­γρά­φου.
Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, πι­θα­νώς ως α­μυ­ντι­κή τα­κτι­κή α­πέ­να­ντι στο μυ­θι­στό­ρη­μα, οι συγ­γρα­φείς ε­πι­διώ­κουν στα διη­γή­μα­τα μίας συλ­λο­γής θε­μα­τι­κή ε­νό­τη­τα, α­κό­μη και βε­βια­σμέ­νη. Αυ­τήν την ε­νό­τη­τα προ­σπα­θούν να την προ­βάλ­λουν με τα “πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία”: τίτ­λο, υ­πό­τιτ­λο, α­φιε­ρώ­σεις και κυ­ρίως, το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου. Σε έ­να δο­κί­μιο, ε­πι­διώ­κε­ται η ε­στία­ση σε έ­να θέ­μα και η σφαι­ρι­κή ε­ξάν­τλη­σή του. Σε μία συ­γκέ­ντρω­ση διη­γη­μά­των, ό­μως, πα­ρό­μοια τα­κτι­κή προσ­δί­δει προ­γραμ­μα­τι­κό, συ­χνά και μη­χα­νι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα, λει­τουρ­γώ­ντας δε­σμευ­τι­κά, ό­πως πε­ρί­που ο πε­ριο­ρι­σμός του α­ριθ­μού των λέ­ξεων στη συγ­γρα­φή ε­νός διη­γή­μα­τος. Στις συλ­λο­γές της Νι­κο­πού­λου, ω­στό­σο, η θε­μα­τι­κή ε­νό­τη­τα προ­κύ­πτει α­πό εν­δια­φέ­ρον για τις δια­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις. Ήδη, α­πό τις πρώ­τες α­φη­γη­μα­τι­κές της α­πό­πει­ρες, προ­σπα­θεί να συλ­λά­βει ψυ­χι­κές δια­θέ­σεις και τραυ­μα­τι­κές ε­μπει­ρίες, σκια­γρα­φώ­ντας, α­κό­μη και ε­λά­χι­στες, φευ­γα­λέες σω­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις.
Ο υ­πό­τιτ­λος της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής, “σχέ­σεις αί­μα­τος”, δη­λω­τι­κός της εξ αί­μα­τος συγ­γέ­νειας, δεί­χνει να πα­ρα­πέ­μπει στην οι­κο­γέ­νεια ως “στύ­λο” της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας. Εδώ, ό­μως, πρό­κει­ται για την οι­κο­γέ­νεια στην α­στι­κή μορ­φή της, την α­πο­κα­λού­με­νη πυ­ρη­νι­κή, γο­νείς και τέ­κνα. Τα διη­γή­μα­τα ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται, σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά, σε εν­δοοι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις, που α­πο­βαί­νουν τραυ­μα­τι­κές. Κυ­ρίως με­τα­ξύ γο­νέα και τέ­κνου, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση μό­νο α­φο­ρούν και τις εξ αγ­χι­στείας σχέ­σεις με­τα­ξύ δυο συ­ζύ­γων. Συ­νή­θως, ο άλ­λος γο­νέ­ας εί­ναι τό­σο α­δύ­να­μος, ώ­στε η πα­ρου­σία του να α­πο­βαί­νει σκιώ­δης. Έτσι μέ­νει μία δι­πο­λι­κή σχέ­ση, σα­δι­στι­κή, κά­πο­τε, έως σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κή. Από το πρώ­το διή­γη­μα της πρώ­της συλ­λο­γής μέ­χρι το τε­λευ­ταίο της πρό­σφα­της, η Νι­κο­πού­λου ε­πα­νέρ­χε­ται στη σχέ­ση μη­τέ­ρας-κό­ρης. Προ­βάλ­λει ως μία σχέ­ση κα­τα­πίε­σης, α­ντα­γω­νι­σμού, α­δια­φο­ρίας, κα­τά κα­νό­να συ­γκρου­σια­κή, σχε­δόν πο­τέ τρυ­φε­ρή, κα­θώς την πε­ρι­γρά­φει α­πό την ο­πτι­κή γω­νία του παι­διού, της έ­φη­βης, της με­τέ­πει­τα ψυ­χι­κά προ­βλη­μα­τι­κής.
Τε­λι­κά, πρό­κει­ται για έ­ναν υ­πό­τιτ­λο ει­ρω­νι­κό. Το ί­διο ι­σχύει για τον τίτ­λο της πρό­σφα­της, τρί­της συλ­λο­γής, “α­σφα­λής πό­λη”, ό­που οι νο­ση­ρές σχέ­σεις δεν πε­ριο­ρί­ζο­νται στην οι­κο­γέ­νεια, αλ­λά ε­πε­κτεί­νο­νται στους κα­τοί­κους της πό­λης. Κα­τά το ο­πι­σθό­φυλ­λο, δεν πρω­τα­γω­νι­στούν οι ψυ­χι­κά α­σθε­νείς αλ­λά οι “α­να­σφα­λείς”,  που προ­σβλέ­πουν στο μελ­λο­ντι­κό ό­ρα­μα μίας “άλ­λης πό­λης”. Μό­νο που ο σκλη­ρός κό­σμος των ι­στο­ριών δεν α­φή­νει την πα­ρα­μι­κρή χα­ρα­μά­δα για πα­ρό­μοια αι­σιο­δο­ξία. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αυ­τό το κλί­μα α­παν­θρω­πιάς α­πα­ντά­ται ό­λο και συ­χνό­τε­ρα στις ι­στο­ρίες νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, ε­κτός α­πό τις ι­στο­ρίες, που ε­στιά­ζουν σε κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις, υ­πάρ­χουν και με­ρι­κές γύ­ρω α­πό ε­πα­φές και τυ­χαία συ­να­πα­ντή­μα­τα μέ­σα στο πλή­θος. Ιστο­ρίες, με ε­φα­ψίες σε συ­νω­στι­σμέ­να με­τα­φο­ρι­κά μέ­σα, με­τα­νά­στες θύ­μα­τα της εγ­χώ­ριας βίας, νοή­μο­να σκυ­λιά. Αυ­τές συγ­γε­νεύουν με πα­λαιό­τε­ρα διη­γή­μα­τα συγ­γρα­φέων της γε­νιάς του ’80.
Στα και­νού­ρια διη­γή­μα­τα, πα­ρα­μέ­νει κυ­ρίαρ­χη η σχέ­ση με το γο­νέα, σπρωγ­μέ­νη πε­ραι­τέ­ρω σε ό­ρια α­ντι­ζη­λίας, μί­σους αλ­λά και ε­ξάρ­τη­σης. Ενώ, α­πα­σχο­λεί και η σχέ­ση δυο γυ­ναι­κών, ό­που, στο κέ­λυ­φος της φι­λίας, βλα­σταί­νει αρ­πα­κτι­κή διά­θε­ση. Ερω­τι­κές σχέ­σεις, ου­σια­στι­κά, δεν υ­πάρ­χουν, α­φού, και ό­ταν πα­ρει­σφρέ­ουν, κα­τα­κλύ­ζο­νται α­πό τον γυ­ναι­κείο ε­γω­κε­ντρι­σμό. Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η ψυ­χο­γρά­φη­ση της σχέ­σης κα­θη­γη­τή-μα­θη­τή, με τον έρ­πο­ντα ε­ρω­τι­σμό, που κα­τα­λή­γει σε α­προ­κά­λυ­πτα σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κές εκ­δη­λώ­σεις. Κα­τά τα άλ­λα, η Νι­κο­πού­λου, με α­πο­κα­θη­λω­τι­κή διά­θε­ση, βάλ­λει και τον έ­τε­ρο “στύ­λο” της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, την εκ­κλη­σία. Γε­νι­κό­τε­ρα, στα ι­σχυ­ρά ση­μεία των διη­γη­μά­των της Νι­κο­πού­λου, εί­ναι η ε­πι­λο­γή του τίτ­λου και η κα­τα­λη­κτι­κή α­να­τρο­πή των προσ­δο­κιών. Στο διή­γη­μα, «Συ­σκη­νία», γύ­ρω α­πό το α­νίε­ρο πά­θος ε­νός κλη­ρι­κού, συν­δυά­ζο­ντας την λε­κτι­κή αμ­φι­ση­μία με την αμ­φι­θυ­μία των αι­σθη­μά­των, κα­τορ­θώ­νει έ­να ει­ρω­νι­κό διή­γη­μα. Στα κα­λύ­τε­ρα της συλ­λο­γής, αλ­λά και της συ­νο­λι­κής διη­γη­μα­τι­κής σο­δειάς της κα­τά την ε­πο­χή της κρί­σης, θα ε­ντάσ­σα­με το «Η Κα­τά­λΥψη», που θα πρέ­πει να συ­μπε­ρι­λη­φθεί α­πό τα πρώ­τα στην αν­θο­λο­γία με διη­γή­μα­τα του Πο­λυ­τε­χνείου, που κά­πο­τε θα κα­ταρ­τι­στεί. Ακό­μη, το α­κρο­τε­λεύ­τιο διή­γη­μα, «Ικο­νίου 22», για τον τρό­πο, που αι­σθη­το­ποιεί α­φη­γη­μα­τι­κά τη βου­βή θλί­ψη του κο­ρι­τσιού και τα κρα­τή­μα­τα της ψυ­χής του, ό­ταν αυ­τό έρ­χε­ται α­ντι­μέ­τω­πο με την μη­τρι­κή βία.
Τέ­λος, να ση­μειώ­σου­με, ό­τι ε­κεί­νο που μας ώ­θη­σε σε α­να­ζή­τη­ση της συγ­γρα­φι­κής πο­ρείας της Νι­κο­πού­λου, πα­ρό­τι δεν δια­θέ­του­με κα­λή ε­πο­πτεία του αμ­φί­πλευ­ρου έρ­γου της, εί­ναι η ποιο­τι­κή δια­φο­ρά με­τα­ξύ των διη­γη­μά­των της πρό­σφα­της συλ­λο­γής. Σχε­τι­κά με­γά­λη, σαν να μά­χο­νται κα­τά τη σύλ­λη­ψη και γρα­φή τους α­ντίρ­ρο­πες προ­αι­ρέ­σεις.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/11/2015.
Φωτογραφία:  Η έτερη επίδοση της Νικοπούλου. Αυτή στη ζωγραφική.

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Οδοιπορίες αναστοχασμού

Ιωάν­να Κα­ρυ­στιά­νη
«Το φα­ράγ­γι»
Εκδ. Κα­στα­νιώ­τη
Οκτ. 2015

Η σχέ­ση συγ­γρα­φέ­α-κρι­τι­κού, ι­δίως α­πό την ο­πτι­κή γω­νία, ό­χι του πρω­τα­γω­νι­στή, αλ­λά του κο­μπάρ­σου, που εί­ναι ο κρι­τι­κός, και ως δια­με­σο­λα­βη­τής, ό­χι πά­ντο­τε α­πα­ραί­τη­τος, συ­χνά και α­νε­πι­θύ­μη­τος, πα­ρα­μέ­νει α­φα­νής. Ου­σια­στι­κά, τον μό­νον, που εν­δια­φέ­ρει αυ­τή η σχέ­ση, εί­ναι τον ί­διο. Μπο­ρεί, ό­μως, και αυ­τόν να τον κα­τα­λά­βει κα­μιά φο­ρά ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κή διά­θε­ση. Το νο­σταλ­γείν αν­θρώ­πι­νον.
Ήταν στο μέ­σον της δε­κα­ε­τίας του ’90, συ­γκε­κρι­μέ­να ά­νοι­ξη 1995, το Ex Libris μό­λις εί­χε σκά­σει μύ­τη στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας και α­να­ζη­τού­σε κα­λούς ή και φε­ρέλ­πι­δες διη­γη­μα­το­γρά­φους. Από τις εκ­δό­σεις Κα­στα­νιώ­τη, που στά­θη­καν α­πό τους πρώ­τους τρο­φο­δό­τες μας, ήρ­θε τό­τε το πρώ­το βι­βλίο της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Η κυ­ρία Κα­τά­κη». Την γνω­ρί­ζα­με ως σκι­τσο­γρά­φο, με υ­πο­γρα­φή το βα­πτι­στι­κό Ιωάν­να. Οι ι­στο­ρίες της μας ά­ρε­σαν, πε­ρισ­σό­τε­ρο οι ή­ρωες που έ­πλα­θε. Τε­λι­κά, δεν σχο­λιά­σα­με το βι­βλίο. Κά­ποιος, μάλ­λον για να μας πα­ρα­κι­νή­σει να γρά­ψου­με, μας πλη­ρο­φό­ρη­σε, α­κρι­βές ή ό­χι, ό­τι έ­πα­σχε α­πό καρ­κί­νο. Η εί­δη­ση μας α­πέ­τρε­ψε. Ανέ­κα­θεν πι­στεύα­με πως έ­νας α­σθε­νής συγ­γρα­φέ­ας ε­πη­ρεά­ζει συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­νά­γνω­ση και κρί­ση.
Έτσι χά­σα­με την ευ­και­ρία να εί­μα­στε α­νά­με­σα στους πρώ­τους, που θα εί­χαν πα­ρου­σιά­σει μία α­πό τις πιο πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νες μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους της ει­κο­σα­ε­τίας. Την α­φορ­μή, για να θυ­μη­θού­με αυ­τήν την πα­λιά ι­στο­ρία, μας την έ­δω­σαν δυο άλ­λοι καρ­κί­νοι. Της ζω­γρά­φου Άννας Πα­λιε­ρά­κη, που οι πί­να­κές της α­πο­τε­λούν δια­κρι­τι­κό στοι­χείο των βι­βλίων της Κα­ρυ­στιά­νη. Από το πρώ­το, με το εξ­πρε­σιο­νι­στι­κό πορ­τρέ­το της “κυ­ρίας Κα­τά­κη”, μέ­χρι το πρό­σφα­το, με πί­να­κα του ’94. Ανθρω­πο­κε­ντρι­κή ζω­γρά­φος, εί­χε πει­θαρ­χή­σει στη θε­μα­τι­κή γκά­μα των μυ­θι­στο­ρη­μά­των της νεό­τε­ρής της συ­ντο­πί­τισ­σας. Εκεί­νος ο καρ­κί­νος στά­θη­κε τε­λε­σί­δι­κος, η Πα­λιε­ρά­κη α­πε­βίω­σε τον περ­σι­νό Απρί­λιο. Ο δεύ­τε­ρος, σε συγ­γρα­φέα μία ει­κο­σα­ε­τία νεό­τε­ρη της Πα­λιε­ρά­κη, ητ­τή­θη­κε και έ­γι­νε μυ­θι­στό­ρη­μα, που κυ­κλο­φό­ρη­σε ταυ­τό­χρο­να με το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρυ­στιά­νη, δια­φη­μι­ζό­με­νο στον Τύ­πο σε πα­ρά­πλευ­ρες σε­λί­δες Βι­βλίου. Σε ε­μάς, το εν λό­γω μυ­θι­στό­ρη­μα, γέν­νη­σε έ­να διτ­τό ε­ρώ­τη­μα. Πρώ­τα, για τον βαλ­λό­με­νο, ποια εί­ναι η κα­λύ­τε­ρη, α­πό ψυ­χο­λο­γι­κή ά­πο­ψη, α­ντι­με­τώ­πι­ση, η πα­λαιό­τε­ρη, εν κρυ­πτώ και πα­ρα­βύ­στω, ή η ση­με­ρι­νή, “κοι­νω­νι­κά δι­κτυω­μέ­νος”; Και ύ­στε­ρα, για τον άλ­λον, πό­σο βο­η­θά­ει “το χρο­νι­κό του καρ­κί­νου” στο ξέ­νο στή­θος ή μή­πως, μό­νο ε­παυ­ξά­νει τον τρό­μο; Ιδιαί­τε­ρα, του ά­νερ­γου ή και ό­λου “του κό­σμου των τα­πει­νώ­ν”, που δεν έ­χει τη δυ­να­τό­τη­τα της ά­με­σης και κα­τά κα­νό­να, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κής ια­τρι­κής πα­ρέμ­βα­σης.
Η Κα­ρυ­στιά­νη, με α­φορ­μή το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μά της, ε­πα­νέ­φε­ρε το θέ­μα των α­νέρ­γων, αλ­λά και την έν­νοια της αν­θρω­πιάς, που τεί­νει προς ο­λι­κή ε­ξα­φά­νι­ση, ε­νώ α­νε­μί­ζουν ση­μαίες οι ρη­το­ρείες αλ­λη­λεγ­γύης. Μπο­ρεί να μην έ­γι­νε η πρώ­τη γυ­ναί­κα πρό­ε­δρος της ελ­λη­νι­κής δη­μο­κρα­τίας, ό­πως συ­ζη­τιό­ταν πριν την ε­κλο­γή προέ­δρου, αρ­χές Φε­βρ., αλ­λά με­τά τις πρό­σφα­τες ε­κλο­γές, της 20ης Σεπ., στις αρ­χές Οκτ., πή­ρε στις ε­φη­με­ρί­δες τη με­ρί­δα του λέ­ο­ντος α­πό τις σε­λί­δες με συ­νε­ντεύ­ξεις δια­ση­μο­τή­των, ε­πι­σκιά­ζο­ντας σχε­δόν ά­πα­ντες τους ε­κλεγ­μέ­νους. Όταν, βε­βαίως, πρό­κει­ται για συγ­γρα­φέα, που μό­λις ε­ξέ­δω­σε βι­βλίο, το πο­λύ ε­γκώ­μιο βλά­πτει σο­βα­ρά την υ­γεία, κυ­ρίως του πο­νή­μα­τός της. Ωστό­σο, στην πε­ρί­πτω­ση της Κα­ρυ­στιά­νη, ό­πως και σε ε­κεί­νες της Μα­ρώς Δού­κα ή της Ρέ­ας Γα­λα­νά­κη, που οι συγ­γρα­φείς εκ­φρά­ζο­νται, πέ­ραν του βι­βλίου, για την γε­νι­κό­τε­ρη κα­τά­στα­ση, οι συ­νε­ντεύ­ξεις υ­πο­κα­θι­στούν έ­ναν ελ­λεί­πο­ντα διά­λο­γο. Γε­γο­νός που ε­λά­χι­στα φαί­νε­ται να το έ­χουν ε­πί­γνω­ση οι συ­νε­ντευ­ξια­στές, δια­φο­ρε­τι­κά δεν θα συ­γκέ­ντρω­ναν τα δη­μο­σιεύ­μα­τα σε έ­να τριή­με­ρο, σαν χά­πε­νιν­γκ συ­να­κό­λου­θο της έκ­δο­σης.
Κα­τά τα άλ­λα, η συ­μπα­ρά­τα­ξη α­πό τους βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές των τριών κρη­τι­κής κα­τα­γω­γής συγ­γρα­φέων και ο συ­νυ­πο­λο­γι­σμός των πρό­σφα­των μυ­θι­στο­ρη­μά­των τους δεί­χνει μη­χα­νι­στι­κός. Συ­νο­μή­λι­κες οι δυο πρώ­τες, α­πό­φοι­τες του Ιστο­ρι­κού της Φι­λο­σο­φι­κής, εμ­φα­νί­ζο­νται αρ­χές της με­τα­πο­λί­τευ­σης στα 27-28, με λο­γο­τε­χνι­κούς τρό­πους της γε­νιάς του ’70 και θε­μα­τι­κό ά­νοιγ­μα προς τους ι­στο­ρι­κούς χρό­νους. Με­ρι­κά χρό­νια νεό­τε­ρη η Κα­ρυ­στιά­νη, εμ­φα­νί­ζε­ται, μέ­σα δε­κα­ε­τίας ’90, κα­βα­ντζα­ρι­σμέ­να τα 40, με τους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων ε­κεί­νων των χρό­νων, αλ­λά με δια­φο­ρε­τι­κές θε­μα­τι­κές ε­στιά­σεις. Βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της εί­ναι το προ­φο­ρι­κό στοι­χείο της α­φή­γη­σης, ε­νώ κυ­ρίαρ­χο θέ­μα το ε­κά­στο­τε πα­ρόν ε­νός τμή­μα­τος της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας. Ει­δι­κό­τε­ρα, αυ­τό που α­πο­κα­λεί­ται, λαϊκά στρώ­μα­τα, του­τέ­στιν χα­μη­λό ει­σό­δη­μα, ελ­λι­πής μόρ­φω­ση.
Επί μία ει­κο­σα­ε­τία δεν αλ­λά­ζει ού­τε τα λε­γό­με­να “πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία” των βι­βλίων της, ού­τε τους ή­ρωές της. Ο ί­διος εκ­δό­της, η ί­δια ει­κο­νο­γρά­φος, α­πό την ί­δια κοι­νω­νι­κή τά­ξη οι ή­ρωές της. Εν ο­λί­γοις, δεν εν­δί­δει στις μό­δες. Πι­στή στους Έλλη­νες, δεν α­γιο­ποιεί τον με­τα­νά­στη. Πι­στή στον α­νώ­νυ­μο του πλή­θους, δεν α­να­ζη­τά­ει τους ή­ρωές της στα ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα, ού­τε τους πλά­θει κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­ση ε­πω­νύ­μων. Ακό­μη, αν­θί­στα­ται στη νε­ο­λα­τρεία της ε­πο­χής μας, δια­φο­ρε­τι­κή α­πό τη νε­ο­λα­τρεία του 20ου αιώ­να, που χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε α­πό τους ι­στο­ρι­κούς “ο μα­κρύς αιώ­νας των νέω­ν”.  Πρό­κει­ται μάλ­λον για μία με­τα­νε­ο­τε­ρι­κή εκ­δο­χή, που συν­δυά­ζει τον οι­κο­νο­μι­κό μι­σο­νεϊσμό με την πο­λι­τι­κή έως και πο­λι­τι­στι­κή νε­ο­κρα­τία. Κά­τι α­ντί­στοι­χο, με το “σκο­τώ­νουν τ’ ά­λο­γα ό­ταν γε­ρά­σου­ν”, που ή­ταν ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό το οι­κο­νο­μι­κό κραχ του 1929. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αυ­τή η και­νο­φα­νής νε­ο­λα­τρεία έ­χει πλή­ξει και τον χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας. Μά­στο­ροι πε­ζο­γρά­φοι α­πο­κα­λού­νται πλέ­ον οι κά­τω των σα­ρά­ντα. Κα­λύ­τε­ροι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι χρί­ζο­νται οι γυ­μνα­σιό­παι­δες. Ενώ η τά­ξη των  βι­βλιο­πα­ρου­σια­στών συ­νε­χώς α­να­νεώ­νε­ται. Πρώ­τα θύ­μα­τα εί­ναι οι συγ­γρα­φείς, κα­θώς οι αό­ρι­στες α­να­φο­ρές στο έρ­γο τους συ­χνά φλου­τά­ρουν την ο­λι­κή ει­κό­να, αλ­λά ε­κεί­νοι μέ­νουν ευ­χα­ρι­στη­μέ­νοι, α­φού τα πο­νή­μα­τά τους ε­γκω­μιά­ζο­νται δεό­ντως.
Όπως και να έ­χει, και μό­νο το γε­γο­νός πως η Κα­ρυ­στιά­νη πά­ει α­να­πό­τα­μα στις τρέ­χου­σες μό­δες, α­ξί­ζει ε­παί­νου. Μι­μη­τι­κές οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό αυ­τές τις τά­σεις, ε­ντός και ε­κτός λο­γο­τε­χνίας, γί­νο­νται προς ευ­θυ­γράμ­μι­ση με τον υ­πό­λοι­πο α­με­ρι­κα­νο­ει­δή κό­σμο. Εκεί­νη, στη νε­ο­λα­τρεία α­πα­ντά με ή­ρωες μέ­σης η­λι­κίας και προς τα πά­νω. Σε δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, α­πό εν­νέα ι­στο­ρίες η κά­θε μία, και ε­πτά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ο δι­κός τους έν­δον λό­γος ξε­δι­πλώ­νε­ται. Εμείς, μάλ­λον αυ­θαί­ρε­τα, δια­κρί­νου­με τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της στα “σκλη­ρά” και τα “ή­πια”, ό­που, στα πρώ­τα υ­πε­ρι­σχύουν οι νο­ση­ρές σχέ­σεις και η μο­να­ξιά, στα δεύ­τε­ρα οι πά­σης φύ­σεως έ­ρω­τες, ευ­λο­γη­μέ­νοι με το δε­σμό του γά­μου, πα­ρά­νο­μοι ή και κοι­νω­νι­κά α­πο­διο­πο­μπαίοι. Θα ο­μο­λο­γή­σου­με πως, α­πό μιας αρ­χής, ε­κεί­νο που μας στε­νο­χω­ρού­σε στα βι­βλία της ή­ταν η έλ­λει­ψη μέ­τρου. Στα “σκλη­ρά” μέ­να­με με την ε­ντύ­πω­ση πως υ­πε­ρέ­βα­λε σε τρα­χύ­τη­τα, ε­νώ, στα ε­ρω­τι­κά ή και νο­σταλ­γι­κά, σε τρυ­φε­ρό­τη­τα. Μάλ­λον, ό­μως, η συγ­γρα­φέ­ας εκ­φρά­ζει το γού­στο ε­νός κοι­νού με με­γα­λύ­τε­ρες α­ντο­χές στη συ­γκι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση. 
Οπως ή­ταν α­να­με­νό­με­νο, και την πο­λύ­πλευ­ρη κρί­ση της τε­λευ­ταίας πε­ντα­ε­τίας, μέ­σα α­πό την ο­πτι­κή γω­νία αυ­τής της η­λι­κια­κής ζώ­νης την σχο­λιά­ζει σε δυο βι­βλία της, που θα τα ε­ντάσ­σα­με στα “τρυ­φε­ρά”. Στη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Και­ρός σκε­πτι­κός», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Οκτ. 2011, με εν­νέα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κες ι­στο­ρίες α­πό τα πρώ­τα Χρι­στού­γεν­να εν και­ρώ κρί­σης, του 2010, ό­που συ­ντα­ξιού­χος η­ρωί­δα της, α­ντί για έ­λα­το, στό­λι­σε “τον χει­μω­νι­κό βα­σι­λι­κό” ή, αλ­λιώς, α­γιο­ρεί­τι­κο. Και στο πρό­σφα­το, έ­βδο­μο μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­που ε­πτά α­δέλ­φια, η­λι­κίας α­πό 52 έως 72 ε­τών, την Κυ­ρια­κή 11 Μαΐ. 2014, διορ­γα­νώ­νουν πε­ζο­πο­ρι­κή ε­ξόρ­μη­ση στο φα­ράγ­γι της Ασφέ­ντου του δή­μου Σφα­κίων.
Στα πε­ζά, διη­γή­μα­τα και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που α­να­φέ­ρο­νται στην πε­ρίο­δο της κρί­σης, έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει να ε­πι­λέ­γε­ται ως πα­ρο­ντι­κός χρό­νος, η­μέ­ρες συν­δε­δε­μέ­νες με κά­ποια ση­μα­ντι­κά συμ­βά­ντα, ό­πως δια­δη­λώ­σεις ή ε­κλο­γές. Η εκ­δρο­μή των ε­πτά το­πο­θε­τεί­ται μία ε­βδο­μά­δα πριν τις πρό­σφα­τες Δη­μο­τι­κές ε­κλο­γές και δυο πριν α­πό ε­κεί­νες της Ευ­ρω­βου­λής. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη Κυ­ρια­κή δεν α­πο­τε­λεί μέ­ρος της μυ­θο­πλα­σίας. Οποια­δή­πο­τε Κυ­ρια­κή του 2014 κι αν ε­πι­λε­γό­ταν, οι πα­ράλ­λη­λες α­να­δρο­μές των ε­πτά στα πα­ρελ­θο­ντι­κά πά­θη τους δεν θα άλ­λα­ζαν. Η ε­πι­λο­γή μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί μάλ­λον σαν μια αλ­λη­γο­ρία για το δύ­σκο­λο πέ­ρα­σμα, που ση­μα­το­δο­τεί για τη χώ­ρα μία ε­κλο­γι­κή α­να­μέ­τρη­ση, με τις δυο ό­ψεις, της μι­κρής το­πι­κής κλί­μα­κας και της υ­πε­ρε­θνι­κής.
Συ­μπτω­μα­τι­κά ε­πτά κόμ­μα­τα συμ­με­τέ­χουν στη Βου­λή, που προέ­κυ­ψε α­πό τις πρό­σφα­τες ε­κλο­γές. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το κα­θέ­να α­πό τα ε­πτά α­δέλ­φια προ­γραμ­μά­τι­ζε, με την ευ­και­ρία της συ­νο­δοι­πο­ρίας, ε­ξο­μο­λο­γή­σεις και ξο­μπλιά­σμα­τα. Τε­λι­κά, ό­μως, συ­νει­δη­το­ποιούν, κα­θώς α­να­στο­χά­ζο­νται κα­τά μό­νας τα δει­νά τους, πως αυ­τό δεν θα ω­φε­λού­σε. Για το γε­νι­κό­τε­ρο κα­λό, των ί­διων, των συ­ντρό­φων τους, συν των παι­διών και των εγ­γο­νιών τους, ο­μο­νοούν. Μή­πως τα ε­πτά κόμ­μα­τα της Βου­λής θα πρέ­πει να α­κο­λου­θή­σουν το πα­ρά­δειγ­μά τους κυ­ρίως για το κα­λό “του κό­σμου των τα­πει­νώ­ν”; Κα­τά τα άλ­λα, μπο­ρεί τα κόμ­μα­τα της Βου­λής να μην ε­πι­δέ­χο­νται συμ­βο­λι­κές προ­ε­κτά­σεις σχε­τι­κά με το τι μπο­ρεί το κα­θέ­να να εκ­φρά­ζει, ό­μως οι μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί ή­ρωες προ­σφέ­ρο­νται.
Όπως ο α­ριθ­μός ε­πτά α­να­λύε­ται συμ­βο­λι­κά σε ά­θροι­σμα του τρία για τα πνευ­μα­τι­κά πράγ­μα­τα και του τέσ­σε­ρα για τα υ­λι­κά, έ­τσι και τα α­δέλ­φια μοι­ρά­ζο­νται στα δυο φύ­λα. Τρία εί­ναι τα θη­λυ­κά, τέσ­σε­ρα τα αρ­σε­νι­κά. Στο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό κό­σμο της Κα­ρυ­στιά­νη, οι γυ­ναί­κες εκ­φρά­ζουν τα με­γά­λα αι­σθή­μα­τα. Κα­τά η­λι­κια­κή πα­ρά­τα­ξη, μια χή­ρα εκ­προ­σω­πεί το α­πό­λυ­το του έ­ρω­τα, μια ζω­ντο­χή­ρα τη νο­σταλ­γία για τον πα­ρά­δει­σο της παι­δι­κής η­λι­κίας και μια γε­ρο­ντο­κό­ρη το με­τα­φυ­σι­κό δέ­ος του θα­νά­του. Αυ­τή η τε­λευ­ταία, η πιο βα­σα­νι­σμέ­νη α­δελ­φή, εί­ναι ζω­γρά­φος, ο­νό­μα­τι Θεώ­νη, έ­νας ρο­μα­ντι­κός χα­ρα­κτή­ρας, ό­πως η ζω­γρά­φος Θε­ο­νύμ­φη στην «Άκρα τα­πεί­νω­ση» της Γα­λα­νά­κη. Αυ­τή γέρ­νει προς το τρα­γι­κό, της Γα­λα­νά­κη δια­σκε­δά­ζε­ται με κω­μι­κές νό­τες.
Στην υ­λι­κή τε­τρά­δα –γη, φω­τιά, νε­ρό, αέ­ρας– θα μπο­ρού­σε α­ντί­στοι­χα να πα­ρα­τα­χθού­ν: Ο πρε­σβύ­τε­ρος α­πό­λυ­τα γήι­νος, φούρ­να­ρης το ε­πάγ­γελ­μα, εί­ναι ο φα­να­τι­κός πε­ζο­πό­ρος των ο­ρέων της δυ­τι­κής Κρή­της και λά­τρης των φα­ραγ­γιών της. Ο δευ­τε­ρό­το­κος, άν­θρω­πος της ε­πα­να­στα­τι­κής φω­τιάς, καί­τοι ι­δε­ο­λό­γος α­ρι­στε­ρός, α­πο­μέ­νει με ε­λά­χι­στα ψι­χία α­ξιο­πρέ­πειας. Ο βε­νια­μίν, δέ­σμιος α­πό τα 23 του με τον ε­φιάλ­τη του νε­ρού, δεν μί­λη­σε πο­τέ για τον λευ­κό καρ­χα­ρία, που σαν άλ­λος Μό­μπι Ντικ κα­τέ­στρε­ψε τη δι­κή του ζωή. Για τον αέ­ρα, ται­ριά­ζει ο “α­χα­μνός” τρι­τό­το­κος, που φέ­ρει το ό­νο­μα του προ­φή­τη Ελι­σαίου, και για­τί ό­χι, α­φού στά­θη­κε υ­πε­ρα­σπι­στής, ό­χι της θρη­σκευ­τι­κής, αλ­λά της ε­ρω­τι­κής του αυ­το­διά­θε­σης.
Μό­νο έ­νας, ε­κτός οι­κο­γέ­νειας, αυ­το­κτο­νεί. Η μυ­θο­πλα­σία α­φή­νει με­τέω­ρη τη δι­καίω­ση της πρά­ξης του με κί­νη­τρο τη διά­σω­ση της α­ξιο­πρέ­πειάς του, ό­πως και την ευό­δω­ση της α­νά­γκης, που οι ή­ρωες εκ­δη­λώ­νουν πλα­γίως, για αν­θρω­πιά. Μή­πως, και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οι δυο αυ­τές έν­νοιες σαν με­τέω­ρες δεν μοιά­ζουν; Το αί­σιο, πά­ντως, τέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που ε­πι­λέ­γει η Κα­ρυ­στιά­νη, εκ­φρά­ζει ή, σω­στό­τε­ρα, υ­πο­δη­λώ­νει, συ­γκε­κρι­μέ­νη τά­ση της κι­νη­μα­τι­κής δια­νό­η­σης. Εί­ναι το ί­διο, με ε­κεί­νο της τε­λευ­ταίας χρι­στου­γεν­νιά­τι­κης ι­στο­ρίας του 2010. Στην ι­στο­ρία, πρό­κει­ται για το τρα­πέ­ζω­μα, που κά­νει το ο­μο­φυ­λό­φι­λο ζευ­γά­ρι των η­ρώων, με­τά συμ­βίω­ση μιας τρια­κο­ντα­ε­τίας, στις δυο μα­νά­δες τους. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η α­φή­γη­ση τε­λειώ­νει με τις προ­ε­τοι­μα­σίες της οι­κο­γε­νεια­κής συ­νε­στία­σης, τις ο­ποίες κά­νει ο Ιτα­λός σύ­ντρο­φος του Ελι­σαίου, για την υ­πο­δο­χή των πε­ζο­πό­ρων στο ε­ξο­χι­κό, που του ά­φη­σε η κρη­τι­κιά μη­τέ­ρα του κα­λού του. Σε αμ­φό­τε­ρες τις πε­ρι­πτώ­σεις, η πε­ρι­γρα­φή υ­περ­χει­λί­ζει τρυ­φε­ρό­τη­τας. Αυ­τή η ει­κό­να, η πιο φω­τει­νή του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού κό­σμου της Κα­ρυ­στιά­νη, ό­ταν το­πο­θε­τεί­ται στην καρ­διά της Κρή­της - της λε­γό­με­νης άλ­λο­τε και “λε­βε­ντο­γέν­νας” - θέ­λει κό­τσια. Σί­γου­ρα πιο γε­ρά, α­πό ό­σο η υ­πε­ρά­σπι­ση της ση­με­ρι­νής κυ­βέρ­νη­σης, που α­πο­πει­ρά­ται η συγ­γρα­φέ­ας στις πρό­σφα­τες  συ­νε­ντεύ­ξεις της. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 8/11/2015.

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Κρυμμένη σελήνη ή Φάκα dei Greci

Αντί σχο­λια­σμού της έκ­θε­σης «Η Αθή­να ε­λεύ­θε­ρη», ι­στο­ρι­κής έκ­θε­σης, ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε, μια και ση­μα­το­δο­τεί τη νέα α­ντί­λη­ψη των ση­με­ρι­νών ι­στο­ρι­κών για ό­σα δια­δρα­μα­τί­στη­καν τό­τε, ε­μείς ε­πα­νερ­χό­μα­στε στο τρέ­χον τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Κον­δυ­λο­φό­ρος» και ει­δι­κό­τε­ρα, στο με­λέ­τη­μα του Μι­χαήλ Πα­σχά­λη για τον Σε­φέ­ρη. Ο τίτ­λος εί­ναι «Σιω­πές α­γα­πη­μέ­νες της σε­λή­νης», με πλα­γιο­γρά­φη­ση, κα­θώς πρό­κει­ται για στί­χο ποιή­μα­τος, το ο­ποίο προσ­διο­ρί­ζει ο υ­πό­τιτ­λός, “Ζη­τή­μα­τα δια­κει­με­νι­κό­τη­τας στον «Τε­λευ­ταίο σταθ­μό» του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη»”.
Η μα­κρο­χρό­νια ε­να­σχό­λη­ση του Πα­σχά­λη με “τον δια­κει­με­νι­κό διά­λο­γο ελ­λη­νι­κής και ι­τα­λι­κής λο­γο­τε­χνίας”, σε με­γά­λο βά­θος χρό­νου, α­πό ε­κεί­νον της ελ­λη­νι­στι­κής πε­ριό­δου με την λα­τι­νι­κή γραμ­μα­τεία, τον κα­θι­στά ει­δή­μο­να ε­πί του θέ­μα­τος. Από μία ά­πο­ψη, εί­ναι έ­νας ε­πί­φο­βος μαι­τρ σε αυ­τόν τον ι­διά­ζο­ντα το­μέα “δια­κει­με­νι­κό­τη­τας”. Εί­ναι γε­γο­νός, πως πολ­λούς ελ­κύουν οι “δια­κει­με­νι­κοί διά­λο­γοι”, προ­τι­μούν, ό­μως, πε­ρισ­σό­τε­ρο βα­τά “δια­κεί­με­να”, ό­πως η αγ­γλό­γλωσ­ση, κα­τά κα­νό­να σύγ­χρο­νη, λο­γο­τε­χνία. Αυ­τοί, ό­μως, δεν βά­ζουν σε δο­κι­μα­σία τη γη­γε­νή λο­γο­τε­χνία, α­φού, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, να α­πο­δεί­ξουν ξε­νι­κές ε­πι­δρά­σεις στο έρ­γο του άλ­φα ή του βή­τα Έλλη­να συγ­γρα­φέα. Ενώ, ο Πα­σχά­λης, α­σχο­λού­με­νος συ­στη­μα­τι­κά με τους κο­ρυ­φαίους της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, τεί­νει να την α­πορ­φα­νί­σει. Και κα­λά, οι δυο Ζα­κύν­θιοι, Κάλ­βος-Σο­λω­μός, αλ­λά ο Σε­φέ­ρης; Μέ­χρι προ­χτές βαλ­λό­ταν για ελ­λη­νο­κε­ντρι­σμό, και τώ­ρα να χρειά­ζε­ται υ­πε­ρά­σπι­ση για δυ­τι­κό­φι­λη “δια­κει­με­νι­κό­τη­τα”;    
Πα­ρό­μοια συ­νη­γο­ρία συ­νι­στά δύ­σκο­λο έρ­γο, ό­ταν η εν λό­γω διά­γνω­ση έρ­χε­ται α­πό έ­ναν βρα­βευ­μέ­νο κλα­σι­κό φι­λό­λο­γο. Δε­δο­μέ­νου, ό­μως, ό­τι πα­ρα­μέ­νου­με στην ε­πο­χή του α­να­γνώ­στη, ως δη­μιουρ­γι­κού παρ­τε­ναί­ρ, μα­κράν του πα­θη­τι­κού α­πο­δέ­κτη, που α­ντι­λαμ­βα­νό­ταν η γε­νιά του ’30, θα εκ­θέ­σου­με ευ­θαρ­σώς τις α­πο­ρίες μας. 
Μία πρώ­τη α­πο­ρία γεν­νά το ι­διαί­τε­ρα με­γά­λο βά­ρος, που ο με­λε­τη­τής α­πο­δί­δει στα “πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία” έ­να­ντι των κει­με­νι­κών, δη­λα­δή του ι­δίου του ποιή­μα­τος. Συ­γκε­κρι­μέ­να, α­να­φέ­ρε­ται στον τίτ­λο, τους χρο­νο­λο­γι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς και τις συ­νο­δευ­τι­κές ση­μειώ­σεις. Επί­σης, στις αλ­λα­γές τους κα­τά τις δια­δο­χι­κές εκ­δό­σεις, κα­θώς και, λό­γω ύ­παρ­ξης στην πε­ρί­πτω­ση Σε­φέ­ρη αρ­χεια­κού υ­λι­κού, σε δια­φο­ρο­ποιή­σεις στα χει­ρό­γρα­φα “σχε­διά­σμα­τα”. Εκ προοι­μίου, ε­ξαί­ρει το ρό­λο τους ως “ερ­μη­νευ­τι­κό ερ­γα­λείο”. Στη συ­νέ­χεια, δια­χω­ρί­ζει έ­να “πα­ρα­κει­με­νι­κό στοι­χείο”, συ­γκε­κρι­μέ­να, μία α­πό τις ση­μειώ­σεις, ό­που ως πρό­τυ­πο ε­νός στί­χου του ποιή­μα­τος, ε­κεί­νου που ε­πι­λέ­γει και ως τίτ­λο του με­λε­τή­μα­τός του, “σιω­πές α­γα­πη­μέ­νες της σε­λή­νης”, υ­πο­δει­κνύε­ται η­μι­στί­χιο α­πό την «Αι­νειά­δα» του Βιρ­γί­λιου, “amica silentia lunae”. Στό­χος του να δεί­ξει πως το εν λό­γω η­μι­στί­χιο, ο­μού με­τά των συμ­φρα­ζο­μέ­νων του, “α­πο­τε­λούν δο­μι­κό στοι­χείο της σκη­νο­θε­σίας του «Τε­λευ­ταίου σταθ­μού»”, ά­ρα “το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο δια­κεί­με­νο του ποιή­μα­τος”. Σε α­ντί­θε­ση, το πρω­το­γε­νές κει­με­νι­κό στοι­χείο, τον στί­χο του ποιή­μα­τος, τον σχο­λιά­ζει υ­πο­βο­η­θη­τι­κά προς το τέ­λος του κει­μέ­νου του.
Ο με­λε­τη­τής α­πο­πει­ρά­ται ερ­μη­νεία του ποιή­μα­τος και δη, μέ­σω ε­πι­σφα­λούς “δια­κει­με­νι­κό­τη­τας”: “Ο καμ­βάς πά­νω στον ο­ποίο στή­νε­ται ο «Τε­λευ­ταίος σταθ­μός» εί­ναι η δια­κει­με­νι­κή σκη­νο­θε­σία που προ­ε­τοι­μά­ζει την ά­λω­ση της Τροίας στην «Αι­νειά­δα» του Βιρ­γι­λίου.” Με άλ­λα λό­για, αν πα­ρα­κο­λου­θού­με την “δια­κει­με­νι­κού” τύ­που συλ­λο­γι­στι­κή, εν­σφη­νώ­νο­ντας στο ποίη­μα τον εν λό­γω στί­χο, α­να­κα­λεί­ται η σκη­νή με τον στό­λο των Αχαιών να ξε­κι­νά­ει α­πό την Τέ­νε­δο για την α­φρού­ρη­τη, χά­ρις στον “αρ­χε­τυ­πι­κό δό­λο” του Δού­ρειου Ίππου, στο έ­λεός τους, Τροία. Αυ­τό υ­πο­τί­θε­ται πως ε­πέ­χει θέ­ση προ­φη­τείας στο σε­φε­ρι­κό ποίη­μα  για ό­σα πρό­κει­ται να συμ­βούν με­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση της Αθή­νας απ’ τις ορ­δές της Βέρ­μα­χτ.
“Κά­θε ε­ξή­γη­ση ποιή­μα­τος εί­ναι, μου φαί­νε­ται, ε­ξω­φρε­νι­κή...”, δια­τεί­νε­ται ο Σε­φέ­ρης το 1949, ό­ταν η Τζού­λια Κρί­στε­βα ή­ταν παι­δά­κι στην Βουλ­γα­ρία και ο Ζε­ράρ Ζε­νέ­τ, πρω­το­ε­τής της φι­λο­λο­γίας. Τό­τε, η λε­γό­με­νη “transtextualite” υ­πήρ­χε μό­νο σαν “πε­τρο­κα­λα­μή­θρα που κυ­βερ­νά τον ποιη­τή, έ­να έν­στι­κτο που ξέ­ρει, πριν απ’ ό­λα, να φέ­ρει στο φως και να βυ­θί­ζει στο μού­χρω­μα της συ­νεί­δη­σης τα πράγ­μα­τα...” Για το ποίη­μα «Τε­λευ­ταίος σταθ­μός», ο Σε­φέ­ρης ε­ξη­γού­σε σε νεό­τε­ρο κρι­τι­κό: “Εί­ναι έ­να ποίη­μα που α­πορ­ρό­φη­σε κά­μπο­ση πεί­ρα και πί­κρα μιας ε­πο­χής της ζωής μου που δε γνώ­ρι­σες, α­φού εί­ταν σκη­νο­θε­τη­μέ­νη έ­ξω α­πό την πα­τρί­δα...”. Ενώ, σε προ­σφι­λή του, ο­μή­λι­κο φί­λο, γί­νε­ται α­να­λυ­τι­κό­τε­ρος: “Αφού μας χρειά­ζε­ται, α­διά­φο­ρο αν α­ξί­ζει τον κό­πο, μια κλω­στή της Αριάδ­νης, βρί­σκω πως δεν εί­ναι κα­κή αυ­τή που μας δα­νεί­ζει η πε­ρι­κο­πή της Οδύσ­σειας με το ε­πει­σό­διο της Κίρ­κης και τη Νε­κυο­μα­ντεία... ποιος ξέ­ρει, μπο­ρεί να υ­πήρ­χε και να ε­νερ­γού­σε αό­ρα­τος μέ­σα μου ο ειρ­μός αυ­τός, ό­ταν κα­τα­πιά­στη­κα να συ­ναρ­μο­λο­γή­σω ε­μπει­ρίες που εί­χα δο­κι­μά­σει, και κά­πο­τε ση­μειώ­σει, α­πό τον Οχτώ­βρη του ’44 που γύ­ρι­σα στην Ελλά­δα α­πό τη Μέ­ση Ανα­το­λή και την Ιτα­λία. Το βίω­μα, κα­θώς λέ­νε, της «Κί­χλης» αρ­χί­ζει ε­κεί που τε­λειώ­νει το «Ημε­ρο­λό­γιο κα­τα­στρώ­μα­τος β΄», με τον «Τε­λευ­ταίο σταθ­μό»”. 
Βε­βαίως, η α­να­ζή­τη­ση ι­τα­λι­κού “δια­κεί­με­νου” δεν ξε­νί­ζει, α­φού ο Σε­φέ­ρης, στην Ιτα­λία, ξε­κί­νη­σε να γρά­φει το ποίη­μα. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στην Cava dei Tirreni, “έ­να χω­ριου­δά­κι πά­νω α­πό το Σα­λέρ­νο”, την έ­δρα των βρε­τα­νι­κών στρα­τιω­τι­κών δυ­νά­μεων. Στο ξε­νο­δο­χείο του, μέ­νει “σύσ­σω­μο το Υπουρ­γείο Εξω­τε­ρι­κών. Ψη­λό­τε­ρα δυο βί­λες δε­σπό­ζουν, της Αγγλι­κής Πρε­σβείας και του Έλλη­να πρω­θυ­πουρ­γού”. Στη Βίλ­λα Ricciardi, φι­λο­ξε­νή­θη­κε ο Γεώρ­γιος Πα­παν­δρέ­ου. Στην πα­ρα­κεί­με­νη πό­λη της Κα­ζέρ­τας, έ­δρα του αγ­γλι­κού αρ­χη­γείου, δέ­κα μέ­ρες με­τά την ά­φι­ξή του, 26 Σεπ. 1944, υ­πο­γρά­φτη­κε η πε­ριώ­νυ­μη Συμ­φω­νία, που ό­ρι­ζε αρ­χι­στρά­τη­γο αγ­γλι­κών και ελ­λη­νι­κών δυ­νά­μεων τον Σκό­μπυ. Αυ­τό κα­θό­λου τυ­χαία. Πρό­κει­ται για υ­ψη­λό­βαθ­μο α­ξιω­μα­τι­κό με μό­νι­μη θη­τεία στις βρε­τα­νι­κές α­ποι­κίες. Την 1η Οκτ., ο Σε­φέ­ρης ση­μειώ­νει στο Ημε­ρο­λό­γιό του: “Ο στρα­τη­γός – βά­φτι­σε την Cava dei Tirreni, Φά­κα dei Greci.” Στην ο­ρι­στι­κή έκ­δο­ση του ποιή­μα­τος, υ­πάρ­χει η η­με­ρο­μη­νία, “5 Οκτω­βρίου ’44”. Στην πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του, Μάρ. του 1947, η  η­με­ρο­μη­νία εί­ναι “15 Οκτω­βρίου 1944”. Στα Ημε­ρο­λό­για, αυ­τές οι η­με­ρο­μη­νίες δεν έ­χουν εγ­γρα­φές, μό­νο τη “Δευ­τέ­ρα, 16 Οκτώ­βρη”: “Χτες ό­λο το α­πό­γε­μα δο­κί­μα­σα να συ­νε­χί­σω έ­να ποίη­μα που άρ­χι­σα ε­δώ και λί­γες μέ­ρες («Τε­λευ­ταίος σταθ­μός»). Ανα­γκά­στη­κα να το α­φή­σω· βα­ρύς το βρά­δυ.” Άλλο η­με­ρο­λο­για­κό ί­χνος των χει­ρο­γρά­φων του ποιή­μα­τος, μέ­χρι τη δη­μο­σίευ­σή του, δη­λα­δή σε έ­να μα­κρύ διά­στη­μα δυο χρό­νων και τριών μη­νών, δεν υ­πάρ­χει. Άρα­γε, σώ­θη­καν αυ­τά τα δυο πρώ­τα “σχε­διά­σμα­τα”; Με πρό­σβα­ση στο Αρχείο ο Πα­σχά­λης, δεν πλη­ρο­φο­ρεί σχε­τι­κά. Ανα­φέ­ρει μό­νο, πως υ­πάρ­χει “σχε­δία­σμα” με έν­δει­ξη, “5.15 Οκτ. 44, Ιούλ. 46”.   
Για το ποίη­μα, ω­στό­σο, έ­χουν δια­σω­θεί “σχε­διά­σμα­τα” μέ­χρι “τυ­πο­γρα­φι­κά δο­κί­μια”, που δεί­χνουν ση­μα­ντι­κές αλ­λα­γές. Οπό­τε, θα α­να­με­νό­ταν να δο­θούν α­να­λυ­τι­κά οι δια­δο­χι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις του ε­πί­μα­χου στί­χου. Αντ’ αυ­τού, α­να­φέ­ρε­ται πως “στα σχε­διά­σμα­τα του ποιή­μα­τος δεν υ­πάρ­χει ο στί­χος”, χω­ρίς να προσ­διο­ρί­ζε­ται ποιο εί­ναι αυ­τό το σύ­νο­λο “σχε­δια­σμά­τω­ν” χω­ρίς τον στί­χο. Αμέ­σως με­τά προ­σθέ­τει, πως “σε έ­να σχε­δία­σμα δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τα”, ε­νώ “σε άλ­λο σχε­δία­σμα εμ­φα­νί­ζε­ται” ο στί­χος με δια­φο­ρε­τι­κή α­πό­δο­ση του λα­τι­νι­κού προ­τύ­που, το­πο­θε­τη­μέ­νος σε δια­φο­ρε­τι­κή θέ­ση ε­ντός του ποιή­μα­τος. Ού­τε κά­ποια, έ­στω και κα­τ’ ει­κα­σία, χρο­νο­λό­γη­ση αυ­τών των δυο σχε­δια­σμά­των, ού­τε σχο­λια­σμός της ση­μα­σίας πα­ρό­μοιων δε­δο­μέ­νων. Οπό­τε, γεν­νά­ται το εύ­λο­γο ε­ρώ­τη­μα πως μπο­ρεί να έ­χει τό­ση βα­ρύ­τη­τα για τη σύλ­λη­ψη ε­νός ποιή­μα­τος, για­τί ει­κά­ζου­με πως αυ­τό εν­νο­εί­ται ως “σκη­νο­θε­σία”, έ­νας στί­χος που σε κά­ποια –έ­να, δυο, πε­ρισ­σό­τε­ρα;– δεν υ­πάρ­χει καν, ε­νώ, καί­τοι δο­μι­κό στοι­χείο του ποιη­τι­κού χώ­ρου και χρό­νου, με­τα­το­πί­ζε­ται α­πό σχε­δία­σμα σε σχε­δία­σμα ως δευ­τε­ρεύον στοι­χείο δια­κο­σμη­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Αν, ό­μως, οι με­τα­βο­λές των κει­με­νι­κών στοι­χείων δεν σχο­λιά­ζο­νται, ά­ρα δεν κρί­νο­νται βα­ρύ­νου­σες στη “σκη­νο­θε­σία”, πως εί­ναι δυ­να­τόν να α­πο­βαί­νει ση­μα­ντι­κή η ση­μείω­ση για αυ­τό το ε­λά­χι­στα ση­μα­ντι­κό κει­με­νι­κό στοι­χείο;
Ως α­ντι­στάθ­μι­σμα, θα ή­ταν χρή­σι­μη σύ­ντο­μη πα­ρου­σία­ση των αλ­λα­γών στο κεί­με­νο του ποιή­μα­τος, ό­πως διε­ξο­δι­κά τις σχο­λιά­ζει ο Ξε­νο­φών Κο­κό­λης στο βι­βλίο του «Σε­φε­ρι­κά μιας ει­κο­σα­ε­τίας» (1993). Όσο α­φο­ρά το κύ­ριο “πα­ρα­κει­με­νι­κό στοι­χείο”, που εί­ναι ο τίτ­λος του ποιή­μα­τος, μέ­νει η ε­ντύ­πω­ση πως έ­γι­νε μια μό­νο αλ­λα­γή, α­πό τον αρ­χι­κό με το ι­τα­λι­κό το­πω­νύ­μιο στον ο­ρι­στι­κό, ε­νώ πρό­κει­ται για τρι­πλή ή και πολ­λα­πλή αλ­λα­γή (αρ­χι­κά, στις 5/10/1944, το το­πω­νύ­μιο ι­τα­λι­στί, στις 15/10/1944 ο ο­ρι­στι­κός, εν­δια­μέ­σως, σε “σχε­διά­σμα­τα”, ε­πα­νέρ­χε­ται το το­πω­νύ­μιο, για να διορ­θω­θεί δεύ­τε­ρη φο­ρά “πά­νω στο μάρ­μα­ρο του τυ­πο­γρα­φείου”). 
Αλλά οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πο­ρίες α­να­κύ­πτουν α­πό τις α­πο­φάν­σεις του με­λε­τη­τή σχε­τι­κά με τις προ­θέ­σεις του Σε­φέ­ρη και τη λα­τι­νο­μά­θειά του. Κα­τ’ αρ­χήν, υ­πο­στη­ρί­ζει πως ο ποιη­τής δια­τή­ρη­σε την πρώι­μη χρο­νο­λό­γη­ση για να προσ­δώ­σει στο ποίη­μά του προ­φη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Επι­στρα­τεύει και τον ι­στο­ριο­γρα­φι­κό ό­ρο “προ­φη­τεία ex eventu”, για να α­πο­φύ­γει φορ­τι­σμέ­νες εκ­φρά­σεις, ό­πως, λ.χ., δο­λίως πα­ρα­πλα­νη­τι­κή “σκη­νο­θε­σία”. Δεν λαμ­βά­νει μάλ­λον υ­πό­ψη, ό­τι το ποίη­μα, στην πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση, φέ­ρει τον υ­πό­τιτ­λο, “Συ­μπλή­ρω­μα στο «Ημε­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος, Β΄»” και ό­τι, στην ο­ρι­στι­κή έκ­δο­ση, το­πο­θε­τεί­ται πριν την «Κί­χλη», που φέ­ρει η­με­ρο­μη­νία “31 του Οχτώ­βρη 1946”. Όχι μό­νο εί­ναι α­πό­λυ­τος στα συ­μπε­ρά­σμα­τά του, αλ­λά προ­χω­ρά και σε σε­νά­ρια σχε­τι­κά με το πώς λει­τούρ­γη­σε ο ποιη­τής, δα­νει­ζό­με­νος το η­μι­στί­χιο α­πό την «Αι­νειά­δα».
Σχο­λιά­ζει πως “η λα­τι­νο­μά­θεια του ή­ταν ε­ξαι­ρε­τι­κά πε­ριο­ρι­σμέ­νη”, για να κα­τα­λή­ξει πως “η φρά­ση ή­ταν ο­λο­φά­νε­ρα γνω­στή στον Σε­φέ­ρη, εί­τε α­πό τον Hugo εί­τε α­πό τον Gide εί­τε α­πό τον Yeats εί­τε α­πό πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό μία πη­γές.” Δη­λα­δή, ο Σε­φέ­ρης, α­πό­φοι­τος του Προ­τύ­που Γυ­μνα­σίου της Αθή­νας, δεν εί­χε δια­βά­σει με­τα­φρά­σεις της «Αι­νειά­δας», δεν εί­χε α­κού­σει τις διι­στά­με­νες α­πό­ψεις σχε­τι­κά με αυ­τό το προ­βλη­μα­τι­κό η­μι­στί­χιο στο Δεύ­τε­ρο Βι­βλίο της. Προ­βλη­μα­τι­κό, κα­θώς μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί ό­τι ση­μαί­νει εί­τε “φεγ­γα­ρό­φω­το” εί­τε “κρυμ­μέ­νη σε­λή­νη”. Ο Πα­σχά­λης α­πο­φαί­νε­ται: “Το βέ­βαιο εί­ναι ό­τι στον «Τε­λευ­ταίο σταθ­μό» οι σιω­πές της σε­λή­νης δεν έ­χουν να κά­νουν με το σκο­τά­δι.” Μή­πως, ό­μως, κοι­τά­ζει τον Σε­φέ­ρη με σύγ­χρο­να μα­το­γυά­λια; Ο Δά­ντης και ο Μίλ­των, αλ­λά και οι πα­λαιό­τε­ροι με­τα­φρα­στές της «Αι­νειά­δας» στα ελ­λη­νι­κά, τις “σιω­πές της σε­λή­νης” τις ερ­μή­νευαν ως σκό­τος. Ακό­μη, ο κο­ρυ­φαίος ου­μα­νι­στής Angelo Poliziano. Την ά­πο­ψη του τε­λευ­ταίου την α­ντι­κρούει ο Πα­σχά­λης, πα­ρα­πέ­μπο­ντας στη σύγ­χρο­νη α­με­ρι­κα­νι­κή φι­λο­λο­γία γύ­ρω α­πό το θέ­μα. Αυ­τή στη­ρί­ζε­ται σε με­τα­γε­νέ­στε­ρους ου­μα­νι­στές, του 16ου αιώ­να, που άν­τλη­σαν την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία τους α­πό την «Μι­κρή Ιλιά­δα» και άλ­λα έρ­γα των “κύ­κλιων ε­πι­κών ποιη­τώ­ν”, που θέ­λη­σαν να συ­μπλη­ρώ­σουν την ο­μη­ρι­κή Ιλιά­δα. Για­τί, ό­μως, πα­ρό­μοια ε­πι­χει­ρή­μα­τα να δί­νουν τε­λε­σί­δι­κη α­πά­ντη­ση;
Οι δυο με­τα­φρα­στι­κές εκ­δο­χές του Σε­φέ­ρη, στο “σχε­δία­σμα” και στο ο­ρι­στι­κό, θα μπο­ρού­σαν να ο­φεί­λο­νται, ό­πως σχο­λιά­ζει ο ί­διος με α­φορ­μή την «Κί­χλη» που γρά­φτη­κε στον Πό­ρο, στην έλ­λει­ψη βο­η­θη­μά­των, ό­ντας και τό­τε ε­κτός έ­δρας. Όσο για τον πλη­θυ­ντι­κό “σιω­πές”, ό­πως και στο λα­τι­νι­κό πρω­τό­τυ­πο, οι πλη­θυ­ντι­κοί ται­ριά­ζουν στην ποίη­ση. Για το φι­λι­κός, που έ­γι­νε α­γα­πη­μέ­νος, δη­λα­δή α­πό ε­πι­θε­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός μιας προ­σω­πο­ποιη­μέ­νης σε­λή­νης με­τα­βλή­θη­κε σε διά­θε­ση του ποιη­τή, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι, σύμ­φω­να με τις ση­μειώ­σεις, σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, δα­νεί­ζε­ται συ­ναι­σθη­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις για το ποιη­τι­κό υ­πο­κεί­με­νο, τον α­φη­γη­τή. Στο ό­τι ση­μαί­νει σκό­τος και ό­χι φεγ­γα­ρό­φω­το, συ­νη­γο­ρεί και η πρώ­τη θέ­ση που έ­χει ο στί­χος στο “σχε­δία­σμα”, με­τά το στί­χο 10, ό­που γί­νε­ται λό­γος, πρώ­τον για φεγ­γά­ρι “στη χά­ση” (στ8) και στη συ­νέ­χεια, για α­δύ­να­μα “φεγ­γα­ρό­φω­τα σε πο­λι­τείες του βο­ριά”. Στον 12ο στί­χο, υ­πάρ­χει ο χρο­νι­κός προσ­διο­ρι­σμός: “Χτες βρά­δυ... στην ά­κρη /μιας φθι­νο­πω­ρι­νής μπό­ρας, το φεγ­γά­ρι /ξε­πέ­ρα­σε τα σύν­νε­φα”. Στο τώ­ρα της α­φή­γη­σης, την ε­πο­μέ­νη, το α­πό­γε­μα της 15ης Οκτ., εί­ναι “βρο­χε­ρό φθι­νό­πω­ρο σ’ αυ­τή γού­βα”.
Τέ­λος, ο με­λε­τη­τής με­τα­φρά­ζει ο ί­διος το ε­πί­μα­χο η­μι­στί­χιο, “ tacitae per amica silentia lunae” ως “κά­τω α­πό τη φι­λι­κή σι­γή της σιω­πη­λής σε­λή­νης” ή, κα­τά λέ­ξη, “κά­τω α­πό τις φι­λι­κές σιω­πές της βου­βής σε­λή­νης”. Θεω­ρεί πως η σιω­πή “μνη­μο­νεύε­ται εμ­φα­τι­κά με δυο ό­ρους (tacitae, silentia)”. Δεν θα μπο­ρού­σε, ό­μως, το ε­πί­θε­το “tacitus” να α­πο­δο­θεί και ως κρύ­φιος, κε­κρυμ­μέ­νος; Άρα, της κρυμ­μέ­νης σε­λή­νης; 

Μ. Θε­οδ­σο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 1/11/2015.
Φωτο:  Φωτογραφία από την τρέχουσα έκθεση «Η Αθήνα ελεύθερη».

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Εκδοχές σ’ ένα θέμα

Σπύ­ρος Γιαν­να­ράς
«Ο βα­σι­λιάς έρ­χε­ται
ό­πο­τε του κα­πνί­σει»
Εκδό­σεις Άγρα
Μάιος 2015
 
“Ο βα­σι­λιάς έρ­χε­ται ό­πο­τε του κα­πνί­σει” εί­ναι ο τίτ­λος της τρί­της συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του Σπύ­ρου Γιαν­να­ρά. Όπου, ο συγ­γρα­φέ­ας σπεύ­δει, στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, να ε­πε­ξη­γή­σει την προ­σω­πο­ποίη­ση: “Ο έ­ρω­τας έρ­χε­ται ό­πο­τε του κα­πνί­σει”. Άρι­στα πράτ­τει, κα­θώς οι υ­πο­ψή­φιοι α­γο­ρα­στές του βι­βλίου, το πι­θα­νό­τε­ρο α­να­γνώ­στες των δυο προ­η­γού­με­νων συλ­λο­γών, το σύ­νο­λο τρία συν έ­ξι διη­γή­μα­τα, μό­νο στον έ­ρω­τα δεν θα τους πά­ει ο νους. Μάλ­λον ως σαρ­κα­στι­κή α­να­φο­ρά στον θά­να­το θα την ε­κλά­βουν. Διή­γη­μα και θά­να­τος, το πή­γαι­νε ο Γιαν­να­ράς. Ποι­κί­λους θα­νά­τους έ­χει ε­μπνευ­στεί για τα διη­γή­μα­τά του, με μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση το προ­τασ­σό­με­νο της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής, που έ­χει ε­ρω­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο. Αλλά και α­πό αυ­τό α­που­σιά­ζει ο έ­ρω­τας, κα­θώς ε­μπλέ­κο­νται μό­νο δον­ζουάν και κε­ρα­σφό­ροι σύ­ντρο­φοι. Οπό­τε, μία συλ­λο­γή και μά­λι­στα, αυ­τήν τη φο­ρά, έ­ντε­κα διη­γη­μά­των, με σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κό θέ­μα τον έ­ρω­τα - μό­νο σε έ­να διή­γη­μα α­που­σιά­ζει - α­πο­τε­λεί έκ­πλη­ξη.
Ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­ποιεί­ται την αρ­χαία προ­σω­πο­ποίη­ση του έ­ρω­τα θε­ού, ό­πως α­πο­κλείει και τις προ­σω­πο­ποιή­σεις του έ­ρω­τα ως ί­με­ρου και πό­θου. Εννέα ι­στο­ρίες και ού­τε μία σκη­νή κλι­νο­πά­λης, ού­τε καν “γυ­μνός γυ­μνή συ­γκα­τα­κλι­νείς”. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, υ­πάρ­χει μια σκη­νή, που θα μπο­ρού­σε κά­πως έ­τσι να συ­νο­ψι­στεί, αλ­λά, πα­ρό­λο που α­να­φέ­ρε­ται σε πρωι­νό ξύ­πνη­μα ε­ρω­τευ­μέ­νων, στε­ρεί­ται της πα­ρα­μι­κρής ε­ρω­τι­κής δρά­σης. Ο “δεύ­τε­ρος πα­τέ­ρας” του, ό­πως ο Γιαν­να­ράς α­πο­κα­λεί τον Κω­στή Πα­πα­γιώρ­γη, θα του τρα­βού­σε το αυ­τί. Μαύ­ρο το φό­ντο των ι­στο­ριών, ού­τε καν “μπλε βα­θύ σχε­δόν μαύ­ρο”, προς συμ­φω­νία με τον α­γα­πη­μέ­νο του συγ­γρα­φέα Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό.
Αν και ε­φέ­τος, πρό­σθε­σε στην ο­μά­δα “των ε­ξαί­ρε­των Ελλή­νων διη­γη­μα­το­γρά­φω­ν”, που, μέ­χρι πρό­τι­νος, α­νέ­φε­ρε σε συ­νε­ντεύ­ξεις και δη­μο­σιεύ­μα­τα, τον Γιώρ­γο Ιωάν­νου, χρί­ζο­ντας αυ­τόν “το με­γά­λο σχο­λείο γρα­φής”. Μάλ­λον συ­νέ­βα­λε ο ε­ορ­τα­σμός της ε­πε­τείου των τριά­ντα χρό­νων α­πό τον θά­να­τό του. Το  μό­το του τε­λευ­ταίου, σύ­ντο­μου διη­γή­μα­τος της πρό­σφα­της συλ­λο­γής του, το αν­τλεί α­πό το πε­ζο­γρά­φη­μα του Ιωάν­νου, «Ομί­χλη», της συλ­λο­γής «Η μό­νη κλη­ρο­νο­μιά». Βι­βλίο του 1974. Ίσως, το συ­γκε­κρι­μέ­νο διή­γη­μα και κά­ποια άλ­λα της νέ­ας συλ­λο­γής, να γέρ­νουν προς το πε­ζο­γρά­φη­μα. Ο τρό­πος γρα­φής του Γιαν­να­ρά, πά­ντως, εί­ναι ξέ­νος προς ε­κεί­νον του Θεσ­σα­λο­νι­κιού πε­ζο­γρά­φου.
Ένα συ­γκε­κρι­μέ­νο εί­δος έ­ρω­τα πο­λιορ­κεί με τα ε­ρω­τι­κά του ο Γιαν­να­ράς, τον α­πο­κα­λού­με­νο κε­ραυ­νο­βό­λο, που εκ­δη­λώ­νε­ται στη θέα και μό­νο του άλ­λου. Όταν ο ε­γκέ­φα­λος ση­μαί­νει συ­να­γερ­μό και αρ­χί­ζει να εκ­κρί­νει κά­θε εί­δους ορ­μό­νες, δη­μιουρ­γώ­ντας την αί­σθη­ση μίας α­κα­τα­νί­κη­της έλ­ξης για έ­να ά­γνω­στο πρό­σω­πο. Ωστό­σο, ο συγ­γρα­φέ­ας αμ­φιρ­ρέ­πει με­τα­ξύ του έ­ρω­τα κα­τά Πλά­τω­να και κα­τά Φρόυ­ντ. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο έ­ρω­τας του α­φη­γη­τή, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­κο­πές του ο­μό­τιτ­λου διη­γή­μα­τος, με­ταγ­γί­ζει κά­τι τις α­πό “θεία τρέ­λα”. Εκεί­νο το πα­ρα­λή­ρη­μα, το ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό τον θεό, για το ο­ποίο ρη­το­ρεύει η Διο­τί­μα. Από την άλ­λη, έ­τε­ρος α­φη­γη­τής, α­να­κα­λώ­ντας την πρώ­τη συ­νά­ντη­ση με τον με­γά­λο του έ­ρω­τα, συ­μπτω­μα­τι­κά σε έ­να ε­στια­τό­ριο με την ο­νο­μα­σία Duende, μνη­μο­νεύει το λορ­κι­κό ντουέ­ντε, που εί­χε προ­κα­λέ­σει στην πο­θη­τή γυ­ναί­κα, κα­τα­πώς του ε­ξο­μο­λο­γή­θη­κε με­τά την ι­κα­νο­ποίη­ση των σε­ξουα­λι­κών τους ε­νορ­μή­σεων, η θέα α­πό το κα­τά­σαρ­κα φο­ρε­μέ­νο σκού­ρο φα­νε­λά­κι του. Όσο για την ψυ­χα­νά­λυ­ση ε­πι­μέ­νει, πως ε­ρω­τευό­μα­στε ό­ταν οι συ­γκυ­ρίες μας ε­τοι­μά­ζουν για αλ­λα­γή.
Δεν θα βά­λου­με, βε­βαίως, τον συγ­γρα­φέα στο ψυ­χα­να­λυ­τι­κό α­νά­κλι­ντρο. Άλλω­στε, μας προ­λαμ­βά­νει, δια­βε­βαιώ­νο­ντας σε συ­νέ­ντευ­ξή του με α­φορ­μή το πρό­σφα­το βι­βλίο του, πως, σε αυ­τό, το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό στοι­χείο εί­ναι μι­κρό. Ωστό­σο, κα­θώς έ­χει τά­ση στις ε­ξο­μο­λο­γή­σεις των προ­σω­πι­κών του, ο α­να­γνώ­στης, του­λά­χι­στον ο υ­πο­ψια­σμέ­νος, σε κά­ποια διη­γή­μα­τα, θα δια­κρί­νει ταυ­τί­σεις με τα βιώ­μα­τα του α­φη­γη­τή. Λ.χ., στο πα­λαιό­τε­ρο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, το «Υπο­ψή­φια για α­πο­χώ­ρη­ση», δη­μο­σιευ­μέ­νο πριν την έκ­δο­ση της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής, ο συγ­γρα­φέ­ας στή­νει την υ­πό­θε­ση, α­να­μι­γνύο­ντας τη στε­νο­χώ­ρια α­πό μία ερ­γα­σια­κή α­πό­λυ­ση με την α­νη­συ­χία για έ­ναν καρ­κί­νο, βιώ­μα­τα α­κό­μη τό­τε νω­πά για τον ί­διο. Αυ­τό, βε­βαίως, δεν ση­μαί­νει, ό­τι ταυ­τί­ζε­ται με τον α­φη­γη­τή, που εί­χε προ πε­ντα­ε­τίας στέ­κι το ε­στια­τό­ριο Duende, ού­τε πως τό­τε που έ­χα­σε τη μη­τέ­ρα του, ή­ταν που ε­ρω­τεύ­τη­κε μία γυ­ναί­κα στο μη­τρι­κό πρό­τυ­πο, ό­πως ψυ­χα­να­λυ­τι­κά προ­βλέ­πε­ται, αλ­λά και ό­πως συ­νέ­βη σε α­φη­γη­τή του, τρε­λά ε­ρω­τευ­μέ­νο με μία γυ­ναί­κα, την ο­ποία προι­κί­ζει με μη­τρι­κής υ­φής ι­διό­τη­τες και ταυ­τό­χρο­να, με “τρυ­φε­ρή ψυ­χή παι­δί­σκης”.
Ο Γιαν­να­ράς, η­θε­λη­μέ­να ή ό­χι, ε­ξε­ρε­θί­ζει με την πλη­θώ­ρα των πε­ρι­κει­με­νι­κών στοι­χείων την πε­ριέρ­γεια του α­να­γνώ­στη. Ει­δι­κό­τε­ρα, με τις ε­κτε­τα­μέ­νες α­να­φο­ρές στους ε­πώ­νυ­μους που έ­χει γνω­ρί­σει και σε ε­κεί­νους που, κα­τά και­ρούς, συ­να­να­στρέ­φε­ται, ό­πως ε­πί­σης, με τις α­φιε­ρώ­σεις και τα μό­το κά­θε κει­μέ­νου, αλ­λά και τις συ­νο­μι­λίες με τα κεί­με­να άλ­λων συγ­γρα­φέων και τα συ­να­κό­λου­θα δά­νεια, εμ­φα­νή ή λαν­θά­νο­ντα, ω­θεί τον βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή στον βιο­γρα­φι­σμό. Από την άλ­λη, τον κά­νει να δι­στά­ζει στη δια­τύ­πω­ση α­δυ­να­μιών, κα­θώς ο ί­διος συ­στή­νει ε­αυ­τόν ως κρι­τι­κό λο­γο­τε­χνίας και τε­λευ­ταία, ως με­λε­τη­τή. Και μά­λι­στα, με θεω­ρη­τι­κή σκευή κα­θό­λου α­με­λη­τέα, ό­πως δεί­χνει η ε­κτε­τα­μέ­νη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, κα­θώς και το πε­ρί διη­γή­μα­τος δο­κί­μιο, που εν­σω­μα­τώ­νει στη συλ­λο­γή με τίτ­λο, «Αντί προ­λό­γου: ε­πί­λο­γος».
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των ζώ­ντος συγ­γρα­φέα, εκ­δι­δό­με­νη με πρω­το­βου­λία του ι­δίου, α­πό πού κι ως πού χρή­ζει “προ­λό­γου”; Αλλά α­πο­ρία προ­κα­λεί και ο τρό­πος, με τον ο­ποίο εί­ναι γραμ­μέ­νος αυ­τός ο, εν τέ­λει, “ε­πί­λο­γος”. Έτσι, ό­πως α­πο­φαί­νε­ται κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά πε­ρί ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας και ελ­λη­νι­κού διη­γή­μα­τος, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, οι υ­περ­θε­τι­κοί χα­ρα­κτη­ρι­σμοί με­γα­λύν­σεως, που χρη­σι­μο­ποιεί για τα διη­γή­μα­τα πα­λαιό­τε­ρων και νεό­τε­ρων, κα­θώς και οι α­νε­πι­φύ­λα­κτες ιε­ραρ­χή­σεις και α­πο­κλει­σμοί που α­πο­κα­θι­στά. Συ­γκρα­τού­με, ω­στό­σο, την ε­πι­σή­μαν­σή του, πως οι διη­γη­μα­το­γρά­φοι α­πο­τε­λούν μειο­ψη­φία α­νά­με­σα στους συγ­γρα­φείς ι­στο­ριών. Μειο­ψη­φία, στην ο­ποία το­πο­θε­τεί τον ε­αυ­τό του, πα­ρό­λο που ει­σα­γω­γι­κά πα­ρα­τη­ρεί: “Το κα­τά πό­σο, βέ­βαια, κα­τα­φέρ­νω να γρά­ψω διή­γη­μα, και δη με τους ό­ρους που θα το ε­πι­θυ­μού­σα, εί­ναι αλ­λου­νού πα­πά ευαγ­γέ­λιο”. Μάλ­λον, ό­μως, πρό­κει­ται για ρη­το­ρι­σμό, α­φού δη­λώ­νε­ται πολ­λα­πλώς η βε­βαιό­τη­τά του, του­λά­χι­στον ως προς το πρώ­το σκέ­λος.
Όπως και να έ­χει, αυ­τός “ο άλ­λος πα­πάς” θα α­να­με­νό­ταν να εί­ναι ο κρι­τι­κός των βι­βλίων του. Δια­βά­ζο­ντας, ω­στό­σο, το σώ­μα των μέ­χρι σή­με­ρα κρι­τι­κών για τις τρεις συλ­λο­γές διη­γη­μά­των του, πα­ρό­μοιας φύ­σεως πα­ρα­τη­ρή­σεις δεν γί­νο­νται. Κυ­ριαρ­χεί ευ­με­νής στά­ση, που, με την τρί­τη συλ­λο­γή, κα­τα­λή­γει α­νε­πι­φύ­λα­κτα ε­παι­νε­τι­κή. Σε α­ντί­θε­ση, ε­μείς πι­στεύου­με, πως ό­σο ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της γρα­φής του ε­παυ­ξά­νο­νται, τό­σο α­πο­μα­κρύ­νε­ται α­πό τις α­ρε­τές του πρώ­του, προ ε­πτα­ε­τίας, βι­βλίου του και α­ντί­στοι­χα, α­πό ε­κεί­νες του διη­γή­μα­τος. Ήδη, στην προ­η­γού­με­νη συλ­λο­γή, χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με δυ­σα­νά­λο­γη τη χρή­ση των πα­ρο­μοιώ­σεων, κά­πο­τε και ά­στο­χη. Έγκρι­τη, πά­ντως, κρι­τι­κός θεω­ρού­σε τις πα­ρο­μοιώ­σεις “ευ­στο­χό­τα­τες, ευ­ρη­μα­τι­κές και λει­τουρ­γι­κές”. Στην πρό­σφα­τη, οι ε­πιρ­ρη­μα­τι­κοί προσ­διο­ρι­σμοί σύ­γκρι­σης, ό­πως και σαν, τεί­νουν να ε­κλά­βουν συ­χνό­τη­τα συ­μπλε­κτι­κού συν­δέ­σμου. Η ε­ντύ­πω­ση υ­περ­βο­λής, που καλ­λιερ­γεί­ται, ε­ντεί­νε­ται α­πό την ε­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση της με­τα­φο­ράς.
Εμμέ­νο­ντας στα κα­λο­λο­γι­κά στοι­χεία, με τα ο­ποία ε­πι­ζη­τεί ο συγ­γρα­φέ­ας να χτί­σει “το π῾῾ρο­σω­πι­κό του ύ­φος”, πα­ρα­τη­ρού­με να πλη­θαί­νουν τα ε­πί­θε­τα, ι­δίως τα σύν­θε­τα και ε­πί­λε­κτα. Ένας οί­στρος, α­πό τον ο­ποίο συ­χνά προ­κύ­πτουν α­δό­κι­μες εκ­φρά­σεις. Σε αυ­τό το ε­πι­διω­κό­με­νο “προ­σω­πι­κό ύ­φος”, προ­βάλ­λει ως βα­σι­κή συ­νι­στώ­σα η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Μό­νο που και αυ­τή πυ­κνώ­νει. Όταν, μά­λι­στα, γί­νε­ται υ­πό τη μορ­φή πα­ρα­πο­μπής, φαί­νε­ται να ε­πι­διώ­κε­ται βι­βλιο­γρα­φι­κή πλη­ρό­τη­τα δο­κι­μίου. Σαν ο α­φη­γη­τής να δί­νει ε­ξε­τά­σεις λο­γιό­τη­τας.
Δο­κι­μια­κού τύ­που προ­σέγ­γι­ση στο θέ­μα του έ­ρω­τα δεί­χνει και ο πε­ρι­πτω­σιο­λο­γι­κός τρό­πος, με τον ο­ποίο εί­ναι δο­μη­μέ­νη η συλ­λο­γή. Ακρι­βέ­στε­ρα, α­να­δει­κνύο­νται πτυ­χές της ε­ρω­τι­κής σχέ­σης α­πό την ο­πτι­κή του ί­διου πά­ντο­τε σκέ­λους, που, σε ό­λες τις ι­στο­ρίες, πλην μίας πα­ρά­ται­ρης, νε­ο­η­θο­γρα­φι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, εί­ναι ο άν­δρας. Ενά­ντια στους μέ­σους ό­ρους, αυ­τός πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ο πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­ρω­τευ­μέ­νος, ε­πί­μο­να και ρο­μα­ντι­κά, ο­πό­τε και κα­θί­στα­ται ο πιο ευά­λω­τος α­νά­με­σα στους δύο πό­λους. Ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­νας μα­ζο­χι­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας, που α­πο­λαμ­βά­νει τα­πει­νώ­σεις και ε­γκα­τα­λεί­ψεις. Με εν­νέα ι­στο­ρίες κα­λύ­πτε­ται σει­ρά πε­ρι­πτώ­σεων, που μπο­ρούν να πα­ρα­τα­χθούν στον ά­ξο­να του χρό­νου, σύμ­φω­να με τη διάρ­κεια της σχέ­σης: Το μπι­γκ μπαν­γκ ε­νός έ­ρω­τα, ό­ταν το γυ­ναι­κείο βλέμ­μα “δια­περ­νά σαν βέ­λος” τον ά­ντρα. Ού­τε βδο­μά­δας ζευ­γά­ρι, γέν­νη­μα κε­ραυ­νο­βό­λου έ­ρω­τα, που α­να­κα­λύ­πτει α­συμ­φω­νία α­πό­ψεων. Έτε­ρο ζεύ­γος, με δε­σμό ε­τών, που φι­λο­νι­κεί για την α­πό­κτη­ση τέ­κνου, κα­θώς ε­κεί­νη δια­καώς το ε­πι­θυ­μεί. Τρί­το ζεύ­γος, με σο­βα­ρό δε­σμό και ε­κεί­νον να φα­ντα­σιώ­νει πρό­τα­ση γά­μου στο σε­λη­νό­φως, που, αίφ­νης, συ­νει­δη­το­ποιεί α­συμ­φω­νία χα­ρα­κτή­ρων. Τέ­ταρ­το, με χα­λα­ρό πε­ντα­ε­τή δε­σμό και ε­κεί­νη, εν δια­στά­σει και με δυο κό­ρες, να του κά­νει γυ­μνά­σια. Ένα άλ­λο, προ­σφά­τως χω­ρι­σμέ­νο, με ε­κεί­νον σε φά­ση ο­δυ­νη­ρής α­πε­ξάρ­τη­σης. Ακό­μη, ζεύ­γος δια­ζευγ­μέ­νων, προ τριών ε­τών, που δια­πλη­κτί­ζε­ται για το μοί­ρα­σμα του χρό­νου ε­πο­πτείας της κό­ρης τους, με ε­κεί­νη να  τον δυ­σκο­λεύει στα πα­τρι­κά του κα­θή­κο­ντα. Μέ­νουν δυο σύ­ντο­μα πε­ζά, διαν­θι­σμέ­να με σκέ­ψεις γύ­ρω α­πό τις ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις και τον βα­σα­νι­σμό τους.  
Από ι­στο­ρία σε ι­στο­ρία, δια­φο­ρο­ποιεί­ται ο σκη­νι­κός χώ­ρος. Σο­φά ο συγ­γρα­φέ­ας, την α­να­κά­λυ­ψη α­συμ­φω­νίας α­πό­ψεων και χα­ρα­κτή­ρων, αλ­λά και τα γυ­ναι­κεία κα­μώ­μα­τα, τα το­πο­θε­τεί στο χρό­νο δια­κο­πών, σε νη­σί. “Κά­ποιο κο­ντι­νό”, Αστυ­πά­λαια ή και Κύ­θη­ρα, που ε­πα­νέρ­χο­νται. Κα­τά τα άλ­λα, μπο­ρεί η α­φή­γη­ση να πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό την ε­ρω­τι­κή α­πελ­πι­σία ε­κεί­νου, ό­μως το ζη­τού­με­νο του ε­ρω­τευ­μέ­νου και ά­ρα, το κυ­ρίως θέ­μα, εί­ναι η γυ­ναί­κα, ως πο­θη­τή ύ­παρ­ξη αλ­λά και πρό­τυ­πο. Σε τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες, η δο­μή στη­ρί­ζε­ται στην α­ντί­στι­ξη της σύγ­χρο­νης γυ­ναί­κας, στις τρέ­χου­σες πα­ραλ­λα­γές, με την γυ­ναί­κα σε πα­λαιό­τε­ρα χρό­νια. Αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη την εμ­φα­νί­ζει σαν τη βα­σα­νι­σμέ­νη Ρω­μιά του Πα­πα­δια­μά­ντη. Πι­θα­νώς, ως μυ­στι­κή συ­νο­μι­λία με τις «Ρω­μιές» του “Δά­σκα­λου” Λο­ρε­ντζά­του. Η α­ντί­στι­ξη δεν ευ­τυ­χεί πά­ντα α­φη­γη­μα­τι­κά. Λ.χ., στο δια­δρα­μα­τι­ζό­με­νο «Εντός του συρ­μού», με την ό­μορ­φη κο­πέ­λα και το ε­ξα­θλιω­μέ­νο η­λι­κιω­μέ­νο ζευ­γά­ρι, ε­ξαί­ρε­ται μό­νο η α­ντί­θε­ση στην εμ­φά­νι­σή τους, ε­νώ οι συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νες σκέ­ψεις του α­φη­γη­τή, α­ντί να λει­τουρ­γούν συν­δυα­στι­κά, δί­νουν στο πε­ζό χρο­νο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Αντι­θέ­τως, ευ­τυ­χούν «Το ξό­δι», με Κυ­θή­ριο γέ­ρο­ντα, προ­σκολ­λη­μέ­νο στη γυ­ναί­κα που του α­ντι­στοι­χεί, και «Το μαύ­ρο ά­λο­γο», με τη νη­σιώ­τισ­σα Ρω­μιά γραία.
Τέ­λος, να ση­μειώ­σου­με, πως το α­κρο­τε­λεύ­τιο σύ­ντο­μο πε­ζό της συλ­λο­γής, με τίτ­λο, «Βα­σα­νί­ζο­μαι», παίρ­νει έ­μπνευ­ση –χω­ρίς να α­πο­κλείε­ται η σύ­μπτω­ση– α­πό το τε­λευ­ταίο α­φή­γη­μα, «Κο­ντά στην κοι­λιά», του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου, που ξε­κι­νά­ει με την ί­δια μο­νο­λε­κτι­κή έκ­φρα­ση πό­νου. Πρό­κει­ται για έ­να γκρά­φι­τι, που φτά­νει να “πιά­νει δυο ο­ρό­φους πο­λυ­κα­τοι­κίας”, ως δια­κό­σμη­ση των τοί­χων της Αθή­νας στα χρό­νια της κρί­σης. Οι α­φη­γη­τές των δυο συγ­γρα­φέων το βρί­σκουν συ­νε­χώς μπρο­στά τους. Του Δη­μη­τρίου, το θεω­ρεί σή­μα κα­τα­τε­θέν της κρί­σης, του Γιαν­να­ρά, του έ­ρω­τα. Όπως και να έ­χει, ο Δη­μη­τρίου δεν α­να­φέ­ρε­ται στον κα­τά Γιαν­να­ρά λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να του Επι­λό­γου.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 18/10/2015.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Μολυβδο - Κονδυλοφόρος

«Κον­δυ­λο­φό­ρος»
Tό­μος 13. 2014
University Studio Press
Ιού­λιος 2015
 
 Στα­θε­ρά ε­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νη, αλ­λά χω­ρίς να α­θε­τεί το ε­τή­σιο ρα­ντε­βού της, κυ­κλο­φό­ρη­σε και ε­φέ­τος αυ­τή η μο­να­δι­κή, αν δεν σφάλ­λου­με, “έκ­δο­ση νεό­τε­ρης ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας”. Η ί­δια τα­κτι­κό­τη­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζει και τη δο­μή κά­θε τεύ­χους: το κυ­ρίως σώ­μα, με σχε­δόν στα­θε­ρό α­ριθ­μό με­λε­τη­μά­των, των ο­ποίων προ­τάσ­σο­νται νε­κρο­λο­γίες, η ε­νό­τη­τα «Μο­νο­κο­ντυ­λιές» με συ­ντο­μό­τε­ρα κεί­με­να, μία δεύ­τε­ρη, μι­κρό­τε­ρη σε έ­κτα­ση, ε­νό­τη­τα, το «Με­λα­νο­δο­χείο», με βι­βλιο­κρι­σίες, που, κα­τά κα­νό­να, πε­ριο­ρί­ζε­ται στην πα­ρου­σία­ση μίας μό­νο έκ­δο­σης, και την α­κρο­τε­λεύ­τια νεό­τευ­κτη ε­νό­τη­τα, την βι­βλιο­γρα­φι­κή. Συ­στα­τι­κά στοι­χεία των συ­νερ­γα­τών του τεύ­χους δεν δί­νο­νται, ε­κτός α­πό την α­να­γρα­φή στο τέ­λος κά­θε κει­μέ­νου της πα­νε­πι­στη­μια­κής έ­δρας του συγ­γρα­φέα.
Ξε­κι­νού­με με την τε­λευ­ταία πο­λύ­τι­μη ε­νό­τη­τα, κα­θώς η βι­βλιο­γρά­φη­ση δεν θεω­ρεί­ται α­πό τους φι­λο­λό­γους ως α­πα­ραί­τη­το έρ­γο, προ­τασ­σό­με­νο θεω­ρη­τι­κών δια­νοί­ξεων. Στο πρό­σφα­το τεύ­χος, βι­βλιο­γρα­φεί­ται α­πό την Χρ. Ηλιά­δου το τρι­μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό «Αργώ», έ­να α­πό τα τρία λο­γο­τε­χνι­κά με αυ­τήν τη μυ­θο­λο­γι­κή ο­νο­μα­σία. Πρό­κει­ται για το πρώ­το, το α­λε­ξαν­δρι­νό, και το μα­κρο­βιό­τε­ρο, α­φού έ­φτα­σε τα 19 τεύ­χη σε μία πε­ρίο­δο τεσ­σε­ρά­μι­σι ε­τών (Απρ. 1923-Δεκ. 1927). Ενώ, η πει­ραϊκή «Αργώ», δε­κα­εν­νιά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, εκ­κι­νώ­ντας τον χει­μώ­να της με­γά­λης πεί­νας, δε­κα­πεν­θή­με­ρη, έ­μει­νε στα 12 τεύ­χη σε 14 μή­νες. Όσο, για την κα­βα­λιώ­τι­κη, εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στην “κου­τσή ά­νοι­ξη” της δε­κα­ε­τίας του ’60, μη­νιαία, μό­λις που συ­μπλή­ρω­σε έ­ξι τεύ­χη μέ­χρι Σεπ. 1962. Πα­ρα­δό­ξως, και οι τρεις ά­φη­σαν το ί­χνος τους, εν μέ­ρει, χά­ρις και στους ψευ­δώ­νυ­μους συ­νερ­γά­τες τους.
Η με­τα­πο­λε­μι­κή με τον Θα­νά­ση Χι­λιώ­τη, η κα­το­χι­κή με τον Σω­τή­ρη Λεω­νι­δά­κη, τον ο­ποίον δεν α­να­φέ­ρει η συ­ντάκ­τρια του Λήμ­μα­τος της πρό­σφα­της «Εγκυ­κλο­παί­δειας του ελ­λη­νι­κού τύ­που», προ­φα­νώς α­γνοώ­ντας σε ποιόν α­νή­κει το ψευ­δώ­νυ­μο, και τέ­λος, η α­λε­ξαν­δρι­νή, χά­ρις στην “δρά­κα των νέων Αλε­ξα­ντρι­νώ­ν”, που την δη­μιούρ­γη­σαν. Κα­τ’ α­νά­γκη, ψευ­δώ­νυ­μοι, πει­θαρ­χού­ντες στην συ­ντη­ρη­τι­κή α­λε­ξαν­δρι­νή κοι­νω­νία της ε­πο­χής. Σύμ­φω­να με μαρ­τυ­ρία ε­νός α­πό αυ­τούς (δεν α­πο­κλείου­με να πρό­κει­ται για τον α­ταύ­τι­στο Άλκη, που συ­ντάσ­σει τη μό­νι­μη στή­λη των «Ση­μειω­μά­των»), δύο α­πό αυ­τούς, με το πρώ­το τεύ­χος α­να χεί­ρας, πή­ραν το θάρ­ρος και ε­πι­σκέ­φτη­καν τον Κα­βά­φη, που ή­ταν ή­δη ε­νή­με­ρος για την έκ­δο­ση του νέ­ου πε­ριο­δι­κού α­πό σχε­τι­κή κα­τα­χώ­ρη­ση στη «Νέα Ζωή», το μο­να­δι­κό λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, Απρ. 1923. Γλα­φυ­ρή η πε­ρι­γρα­φή του ει­κο­σα­ε­τούς συ­ντά­κτη, ευ­φρα­δής ο ί­διος, φαί­νε­ται πως τον έ­πει­σαν. Άνοι­ξε το συρ­τά­ρι και τους έ­δω­σε δυο ποιή­μα­τα σε πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση. Και κα­λά το “ι­στο­ριο­γε­νές” «Άννα Κο­μνη­νή», που φύ­λα­γε κο­ντά πε­ντα­ε­τία, αλ­λά τους πα­ρέ­δω­σε και το “η­δο­νι­κό” «Να μεί­νει».   
Αν το πρό­σφα­το τεύ­χος του «Κον­δυ­λο­φό­ρου» κλεί­νει με την Βι­βλιο­γρα­φία ε­νός α­λε­ξαν­δρι­νού πε­ριο­δι­κού, α­νοί­γει με τη μνη­μό­νευ­ση δυο θα­νό­ντων ε­ντός του έ­τους, μη Θεσ­σα­λο­νι­κέων, οι ο­ποίοι, ό­μως, έ­ζη­σαν και δί­δα­ξαν στην πό­λη. Του Εμμα­νουήλ Κρια­ρά και του Δη­μή­τρη Σπά­θη. Το έρ­γο α­να­λαμ­βά­νουν, α­ντι­στοί­χως, η φι­λό­λο­γος Κ. Δ. Πη­δώ­νια, πρώ­τη τη τά­ξει συ­νερ­γά­τρια του Κρια­ρά, που συ­ντάσ­σει μία γλα­φυ­ρά στρογ­γυ­λε­μέ­νη νε­κρο­λο­γία, και η θε­α­τρο­λό­γος Δηώ Καγ­γε­λά­ρη, που δη­μο­σιεύει έ­ναν υ­φο­λο­γι­κά ε­πι­με­λη­μέ­νο ε­πι­κή­δειο λό­γο. Γεν­νη­θείς ο Κρια­ράς στις 28 Νοε. 1906, στον Πει­ραιά, με κα­τα­γω­γή α­πό τα Σφα­κιά Κρή­της, α­πε­βίω­σε α­πό α­να­κο­πή καρ­διάς, στο σπί­τι του, αρ­γά το βρά­δυ, Πα­ρα­σκευή, 22 Αυγ. 2014. Νεό­τε­ρος ο Σπά­θης, γεν­νη­θείς στις 11 Νοε. 1925, στο Κάι­ρο, α­πε­βίω­σε α­πό ο­ξύ πνευ­μο­νι­κό οί­δη­μα, σε α­θη­ναϊκό νο­σο­κο­μείο, πρωί Δευ­τέ­ρας, 29 Δεκ. 2014. Πα­ρό­μοιες πλη­ρο­φο­ρίες δεν δί­νο­νται α­πό τις δυο “μα­θή­τριές” τους. Δεν δι­καιού­νται, ό­μως, οι τε­θνεώ­τες, ως μία ύ­στα­τη έν­δει­ξη σε­βα­σμού, την α­κρι­βο­λό­γο α­να­φο­ρά της α­να­χώ­ρη­σής τους, α­ντί ε­κεί­νου του στε­ρού­με­νου νοή­μα­τος, “πλή­ρης η­με­ρώ­ν”, που κα­λύ­πτει η­λι­κια­κό φά­σμα του­λά­χι­στον ει­κο­σα­ε­τίας; Ή, για τους μη συ­μπλη­ρώ­σα­ντες την η­λι­κια­κή πλη­ρό­τη­τα, της α­να­φο­ράς δυο η­λι­κιών, κα­θώς ο γρά­φων δεν α­να­τρέ­χει σε ε­ξα­κρί­βω­ση της η­με­ρο­μη­νίας γεν­νή­σεως; Ύστε­ρα, σε ό­ποια η­λι­κία κι αν βρί­σκε­ται κά­ποιος, α­πό κά­τι πη­γαί­νει, και έ­χει ση­μα­σία, αν βρι­σκό­ταν στο κρε­βά­τι του και αν εί­χε κά­ποιο δι­κό του δί­πλα, ή, λό­γω η­λι­κίας, του πα­ρά­στε­κε μό­νο η αλ­λο­δα­πή οι­κια­κή βο­η­θός.
Βε­βαίως, οι νε­κρο­λο­γίες ε­στιά­ζουν και ορ­θά στον άν­θρω­πο και το έρ­γο. Ού­τε, ό­μως, ως προς αυ­τό φαί­νε­ται να α­κρι­βο­λο­γούν, κα­θώς δεν α­να­φέ­ρο­νται στις ι­διό­τη­τες του προ­σώ­που, αλ­λά ε­ξαί­ρουν τις α­ρε­τές του. Πα­ρο­μοίως, δεν δί­νουν τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του έρ­γου του, αλ­λά το εκ­θειά­ζουν. Αυ­τή η α­δυ­να­μία πρό­τα­ξης μίας στοι­χειώ­δους α­ντι­κει­με­νι­κής α­να­φο­ράς δεν ε­πι­δει­κνύε­ται μό­νο στις νε­κρο­λο­γίες, αλ­λά α­πλώ­νε­ται σε ο­λό­κλη­ρο το φά­σμα κρι­τι­κού λό­γου. Από νε­κρο­λο­γίες μέ­χρι βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο τεύ­χος, ο Γ. Πα­πα­θε­ο­δώ­ρου πα­ρου­σιά­ζει τη μο­νο­γρα­φία της Έ. Φι­λο­κύ­πρου για “την ποιη­τι­κή πε­ρι­πέ­τεια του Τά­σου Λει­βα­δί­τη”, που εκ­δό­θη­κε το 2013, με τη συ­μπλή­ρω­ση 25ε­τίας α­πό το θά­να­τό του. Σχο­λια­σμός α­μι­γώς ε­παι­νε­τι­κός, τό­σο στα ε­πί μέ­ρους ό­σο και ε­πί του συ­νό­λου. Πα­νε­πι­στη­μια­κός πα­νε­πι­στη­μια­κού μό­νο κα­λό λό­γο χρω­στά­ει. Με αυ­τήν, ό­μως, την τα­κτι­κή, δεν καλ­λιερ­γεί­ται διά­λο­γος γύ­ρω α­πό τα κεί­με­να, που θα μπο­ρού­σε να α­πο­βεί χρή­σι­μος για τους συγ­γρα­φείς, αλ­λά και για την συ­ντα­κτι­κή ο­μά­δα του πε­ριο­δι­κού κα­τά την α­ξιο­λό­γη­ση του τεύ­χους και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, των συ­νερ­γα­τών.
Ενίο­τε, ω­στό­σο, πα­νε­πι­στη­μια­κός πα­νε­πι­στη­μια­κού μά­τι βγά­ζει. Στα 26 χρό­νια ύ­παρ­ξης του πε­ριο­δι­κού, α­πό το 1989 μέ­χρι το 2000, με τον τίτ­λο «Μο­λυ­βδο­κον­δυ­λο­πε­λε­κη­τής» για τους πρώ­τους ε­πτά τό­μους, και α­πό το 2002 μέ­χρι σή­με­ρα, με τον τίτ­λο «Κον­δυ­λο­φό­ρος» για τους 13 ε­πό­με­νους, δεν υ­πήρ­ξε κα­μία α­πο­τί­μη­ση του εγ­χει­ρή­μα­τος. Του­λά­χι­στον σε έ­ντυ­πο ευ­ρύ­τε­ρης κυ­κλο­φο­ρίας, προ­σι­τό σε κά­ποιον, ό­πως ε­μείς, που δεν α­νή­κει στην πα­νε­πι­στη­μια­κή κοι­νό­τη­τα, ού­τε καν στον φι­λο­λο­γι­κό χώ­ρο. Εξαι­ρεί­ται μία πρό­σφα­τη, συ­νο­πτι­κή, σε ο­μι­λία, που εκ­φω­νή­θη­κε σε βρα­διά α­φιε­ρω­μέ­νη στον ι­δρυ­τή του πε­ριο­δι­κού, Γ. Π. Σαβ­βί­δη, με τη συ­μπλή­ρω­ση ει­κο­σα­ε­τίας α­πό τον θά­να­τό του. Δεν θα την χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με λι­βε­λο­γρα­φι­κή, κα­θώς ο λί­βε­λος στρέ­φε­ται ε­μπα­θώς ε­να­ντίον ε­νός προ­σώ­που ή ο­μά­δας προ­σώ­πων, χω­ρίς α­να­γκα­στι­κά να στρε­βλώ­νει τα δε­δο­μέ­να. Γι’ αυ­τό και εί­ναι κα­λή ι­δέα, οι λί­βε­λοι να μέ­νουν χω­ρίς α­πά­ντη­ση. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη, ό­μως, α­να­φο­ρά δεν α­κρι­βο­λο­γεί. Επι­προ­σθέ­τως, η ε­σφαλ­μέ­νη ει­κό­να που δη­μιουρ­γεί­ται, θί­γει τον α­πο­θα­νό­ντα τι­μώ­με­νο. Πα­ρα­δό­ξως, δεν υ­πήρ­ξε α­πά­ντη­ση, διορ­θω­τι­κή των δε­δο­μέ­νων, ό­ταν η εν λό­γω ο­μι­λία δη­μο­σιεύ­τη­κε, μα­ζί με τις άλ­λες δυο ε­κεί­νης της τι­μη­τι­κής βρα­διάς, σε “Πε­ριο­δι­κό των βι­βλίω­ν”, ευ­ρείας κυ­κλο­φο­ρίας.
Η σε­λί­δα του Ex Libris, ό­που έ­χου­με πα­ρου­σιά­σει αρ­κε­τά τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού, δεν έ­χει ού­τε το έ­να χι­λιο­στό της α­να­γνω­σι­μό­τη­τας του “Πε­ριο­δι­κού των βι­βλίω­ν”, ω­στό­σο, για να εί­μα­στε συ­νε­πείς στο δι­κό μας με­τρη­μέ­νο κοι­νό, ση­μειώ­νου­με τα α­κρι­βή δε­δο­μέ­να σχε­τι­κά με το πε­ριο­δι­κό του Σαβ­βί­δη και της με­τα­θα­νά­τιας συ­νέ­χι­σής του. Δυ­σκο­λίες ως προς την ε­ξεύ­ρε­ση εκ­δό­τη εί­χε ο Σαβ­βί­δης, ή­δη α­πό τον τέ­ταρ­το τό­μο, του 1992, ό­ταν δια­κό­πη­κε η σχέ­ση με τις εκ­δό­σεις Νε­φέ­λη. Με κα­θυ­στέ­ρη­ση, ο τέ­ταρ­τος τό­μος εκ­δό­θη­κε το 1993 α­πό την Βι­κε­λαία Δη­μο­τι­κή Βι­βλιο­θή­κη και την έν­δει­ξη Β΄ Πε­ρίο­δος. Να ση­μειώ­σου­με, πως ο Σαβ­βί­δης εί­χε ε­πι­λέ­ξει για τον ε­αυ­τό του τον τίτ­λο “Διευ­θυ­ντής Συ­ντά­ξεως”. Στον 4ο τό­μο, προ­στί­θε­ται ως “Συν­διευ­θύ­ντρια συ­ντά­ξεως” η Μ. Μη­τσού, που α­να­λαμ­βά­νει και την ε­πι­μέ­λεια έκ­δο­σης. Ακο­λου­θεί ο πέ­μπτος, δι­πλός 1995-6, με­τά τον θά­να­τό του, με “Υπεύ­θυ­νη συ­ντά­ξεως” την Μη­τσού. Με τον θά­να­το, 23 Μαρ. 1998, του διευ­θυ­ντή της Βι­κε­λαίας, Νί­κου Γιαν­να­δά­κη, α­να­ζη­τεί­ται και πά­λι εκ­δό­της. Οι δυο ε­πό­με­νοι τό­μοι, ο έ­κτος, δι­πλός 1998-9, και ο έ­βδο­μος του 2000, εκ­δί­δο­νται α­πό το Σπου­δα­στή­ριο Νέ­ου Ελλη­νι­σμού και την έν­δει­ξη Γ΄ Πε­ρίο­δος. Πα­ρα­μέ­νει η ί­δια “Υπεύ­θυ­νη συ­ντά­ξεως”, ε­νώ κα­ταρ­τί­ζε­ται ε­πτα­με­λής Συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή (Ν. Βα­γε­νάς, D. Haas, Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου, R. Lavagnini, P. Mackidge, Μ. Πιε­ρής, Α. Πο­λί­της). Με την α­νά­λη­ψη, το 1999, της Μη­τσού θέ­σης κα­θη­γη­τή στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Μο­νά­χου και την εκ­πε­φρα­σμέ­νη ε­πι­θυ­μία του Διευ­θυ­ντή του Σπου­δα­στη­ρίου, Μα­νό­λη Σαβ­βί­δη, να χρη­σι­μο­ποιή­σει τον τίτ­λο σε πα­ρεμ­φε­ρή έκ­δο­ση, η Συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή ε­ξα­σφα­λί­ζει, μέ­σω του ε­νός Θεσ­σα­λο­νι­κιού μέ­λους της, εκ­δό­τη στη συ­μπρω­τεύου­σα, και με­τα­κο­μί­ζει την έ­δρα του πε­ριο­δι­κού ε­κεί. Η Συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή γί­νε­ται ο­κτα­με­λής, κα­θώς προ­στί­θε­ται η Μη­τσού, ε­νώ την “Γραμ­μα­τεία σύ­ντα­ξης” α­να­λαμ­βά­νει ο Κα­ρά­ο­γλου. Από τό­τε, το σχή­μα μέ­νει στα­θε­ρό, μό­νο, στον 10ο τό­μο, α­πο­χω­ρεί ο Πιε­ρής και α­να­λαμ­βά­νει η Ν. Δε­λη­γιαν­νά­κη. Όσο για την α­να­γκαία αλ­λα­γή τίτ­λου, τι­μώ­ντας τη μνή­μη του ι­δρυ­τή, ε­λά­χι­στα τον δια­φο­ρο­ποίη­σαν. Ο “παι­χνι­διά­ρι­κος” χα­ρα­κτή­ρας του θυ­σιά­στη­κε, ό­μως το πε­ριο­δι­κό πα­ρέ­μει­νε το ί­διο. Πι­στό στις θε­μα­τι­κές εμ­μο­νές του ι­δρυ­τή του, ό­πως δεί­χνουν τα Ευ­ρε­τή­ρια, που κα­τήρ­τι­σε η Μ. Σα­κελ­λα­ρίου και δη­μο­σιεύ­θη­καν στον 11ο τό­μο.
Στο πε­ριο­δι­κό της πρώ­της πε­ριό­δου, υ­πάρ­χει ως μό­το η “α­θη­σαύ­ρι­στη πα­ραλ­λα­γή”, που εί­χε ε­μπνεύ­σει τον τίτ­λο: “Εκκλη­σιά πε­λε­κη­τή,/ ποίος σε πε­λέ­κη­σε,/ -Ο γιός του πε­λε­κη­τή.  –Νά ’χα ε­γώ τα σύ­νερ­γα του γιού του πε­λε­κη­τή,/ θα σε πε­λε­κού­σα,/ πο­λύ κα­λύ­τε­ρ’ α­πό το γιό του πε­λε­κη­τή.” Μή­πως, τε­λι­κά, πε­λε­κη­τής πε­λε­κη­τή έ­βγα­λε το μά­τι, α­πό θαυ­μα­σμό για την Εκκλη­σιά, την κον­δυ­λο­πε­λε­κη­τή; Όπως και να έ­χει, έ­να πε­ριο­δι­κό δεν κρί­νε­ται α­πό τον “πα­λιο­μο­δί­τι­κο” ή μο­ντέρ­νο τίτ­λο του, για­τί τό­τε σύ­μπα­σα η φι­λο­λο­γι­κή κοι­νό­τη­τα θα έ­πρε­πε να α­γκα­λιά­σει τα πε­ριο­δι­κά με­γά­λου σχή­μα­τος, με τους μο­δά­τους αγ­γλι­στί τίτ­λους. Κά­ποια, ω­στό­σο, μέ­λη της εν­δί­δουν, αλ­λά, κα­τά το ρη­τό, “τον πλού­το πολ­λοί ε­μί­ση­σαν, την δό­ξαν (διά­βα­ζε: α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα, λό­γω και α­ναρ­τή­σεως στα πε­ρί­πτε­ρα) ου­δείς”. Εμείς, πά­ντως, πι­θα­νώς “πα­λιο­μο­δί­τι­κα”, ε­πι­μέ­νου­με, πως έ­να πε­ριο­δι­κό κρί­νε­ται μό­νο εκ των κει­μέ­νων.
Στο τρέ­χον τεύ­χος, δη­μο­σιεύο­νται εν­νέα με­λε­τή­μα­τα, σε χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη σύμ­φω­νη με το θέ­μα. Προ­τάσ­σο­νται δυο κεί­με­να για τον «Από­κο­πο» του Μπερ­γα­δή και α­κο­λου­θούν δυο για Κα­βά­φη. Η συ­νέ­χεια με ποιη­τές του 20ου: η γε­νιά του ’30, με κεί­με­να για Σε­φέ­ρη και Βρετ­τά­κο, η πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή, με Ανα­γνω­στά­κη,  η δεύ­τε­ρη, με τον Κύ­πριο Θε­ο­δό­ση Νι­κο­λά­ου, δέ­κα χρό­νια α­πό το θά­να­τό του. Το τε­λευ­ταίο κεί­με­νο, του Γ. Μι­χα­η­λί­δη α­πό το Πα­νε­πι­στή­μιο του Μο­νά­χου, έ­χει ως θέ­μα την «Άνθι­ση και κρί­ση του βι­βλίου στην Ελλά­δα του Με­σο­πο­λέ­μου», ε­στιά­ζο­ντας στην, “ευ­ρω­παϊκού χα­ρα­κτή­ρα”, κρί­ση των ε­τών 1930-31. Όπου δί­νο­νται σχε­τι­κά πε­ριο­ρι­σμέ­να στοι­χεία για την ελ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση, ε­νώ η πα­ρα­τή­ρη­ση, πως θα πρέ­πει να δια­χω­ρι­στεί η κρί­ση των εκ­δο­τι­κών οί­κων α­πό την κρί­ση του ελ­λη­νι­κού λο­γο­τε­χνι­κού βι­βλίου και την κρί­ση της α­νά­γνω­σης εί­ναι γε­νι­κό­τε­ρης ι­σχύος και για να συ­ζη­τη­θεί θα πρέ­πει να ο­ρι­στεί το πως νοού­νται οι δυο τε­λευ­ταίες κρί­σεις.
Αφε­νός μεν η στε­νό­τη­τα χώ­ρου, αλ­λά, κυ­ρίως, η α­ναρ­μο­διό­τη­τά μας, ό­ταν, μά­λι­στα, τα εν λό­γω φι­λο­λο­γι­κά με­λε­τή­μα­τα κα­λύ­πτουν τό­σο ευ­ρύ θε­μα­τι­κό φά­σμα, βά­ζουν φρα­γή στην πε­ραι­τέ­ρω κρί­ση της Εκκλη­σιάς της κον­δυ­λο­πε­λε­κη­τής. Μό­νο μία πα­ρα­τή­ρη­ση: Αφο­ρά τρία με­λε­τή­μα­τα, ό­που, αν δι­νό­ταν στο δια­θέ­σι­μο ε­ρευ­νη­τι­κό υ­λι­κό μία πιο συ­ντο­μευ­μέ­νη μορ­φή, η ει­κό­να πι­στεύου­με πως θα ή­ταν ευ­κρι­νέ­στε­ρη. Στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, που οι συγ­γρα­φείς βρί­σκο­νται στις αρ­χές της πα­νε­πι­στη­μια­κής τους πο­ρείας, αυ­τή η υ­στέ­ρη­ση ως προς την οι­κο­νο­μία του κει­μέ­νου, μπο­ρεί να κα­τα­νο­η­θεί. Μέ­νουν προς σχο­λια­σμό δυο με­λε­τή­μα­τα, που ε­μείς του­λά­χι­στον κρί­νου­με ως ση­μα­ντι­κά, το έ­να α­πό τα δυο κα­βα­φι­κά και ε­κεί­νο για τον Σε­φέ­ρη. Εν α­να­μο­νή του ε­πό­με­νου τό­μου, του 2015, ει­κά­ζου­με α­φιε­ρω­μέ­νου στον ι­δρυ­τή του πε­ριο­δι­κού. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, ευ­κταίο θα ή­ταν, να μην κυ­κλο­φο­ρή­σει ε­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­να.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/10/2015.
 
Φωτογραφία: Ο θεατρολόγος Δημήτρης Σπάθης, για τον οποίο δημοσιεύεται νεκρολογία στον τόμο.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Ύστατο απόθεμα γραφής

Πέ­τρος Κου­τσια­μπα­σά­κος
«Δρό­μοι»
Εκδό­σεις Πα­τά­κης
Μάιος 2015
Ο Πέ­τρος Κου­τσια­μπα­σά­κος, στην πρό­σφα­τα εκ­δο­θεί­σα, δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, δο­κι­μά­ζει δια­φο­ρε­τι­κούς α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους. Δεν φαί­νε­ται να στο­χεύει στην ε­ξά­σκη­ση προς τε­λειο­ποίη­ση της τε­χνι­κής του, ού­τε στην ε­πί­δει­ξη μέ­ρι­μνας πε­ρί τη μορ­φή. Πρό­θε­σή του εί­ναι μάλ­λον να α­να­δεί­ξει το θέ­μα του, που, κα­τά μία ά­πο­ψη, πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρό στα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής. Αν και ως προς αυ­τό, δεν υ­πάρ­χει ο­μο­φω­νία. Κα­τ’ ε­μάς, ο κυ­ρίως θε­μα­τι­κός καμ­βάς, πά­νω στον ο­ποίο υ­φαί­νε­ται ο ι­στός των ι­στο­ριών, α­νή­κει στο πε­δίο της κοι­νω­νι­κής ψυ­χο­λο­γίας. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, α­φο­ρά την ψυ­χι­κή κα­τά­στα­ση, α­πό δυ­σά­ρε­στη μέ­χρι και δρα­μα­τι­κή, που βρί­σκε­ται κά­ποιος, ε­πει­δή κου­βα­λά ελ­λι­πή πρόσ­λη­ψη της ε­ξω­τε­ρι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Οι Άλλοι, που τον πε­ρι­βάλ­λουν, δί­νουν ως σή­μα­τα της διά­θε­σης και των προ­θέ­σεών τους, κι­νή­σεις, πρά­ξεις, λό­για. Με αυ­τά, ό­μως, μό­νο πλα­σμα­τι­κές εκ­δο­χές μπο­ρεί ε­κεί­νος να φα­ντα­σιώ­σει για ό­σα δια­δρα­μα­τί­ζο­νται γύ­ρω του. Εί­ναι έ­νας πρω­τα­γω­νι­στής, που στη­ρί­ζει το πλά­σι­μο του ρό­λου του, δη­λα­δή τις δι­κές του κι­νή­σεις α­ντα­πό­κρι­σης, πρά­ξεις και α­πα­ντή­σεις, σε α­μι­γώς υ­πο­κει­με­νι­κές ερ­μη­νείες και συ­χνά στρε­βλές α­ντι­λή­ψεις.
Με άλ­λα λό­για, το θέ­μα εί­ναι οι δια­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις, ό­πως δια­μορ­φώ­νο­νται και ε­πη­ρεά­ζουν την αν­θρώ­πι­νη συ­μπε­ρι­φο­ρά. Ένα α­ντι­κεί­με­νο, για το ο­ποίο έ­χουν δια­τυ­πω­θεί πλεί­στες ό­σες κοι­νω­νιο-ψυ­χο­λο­γι­κές θεω­ρίες, σε συν­δυα­σμό με έ­ρευ­νες, που ε­στιά­ζουν στην κα­θη­με­ρι­νή ε­μπει­ρία του α­στι­κού χώ­ρου. Μό­νο, ό­μως,  μέ­σα α­πό μία α­φή­γη­ση ε­σω­τε­ρι­κής ε­στία­σης, η ε­πι­κοι­νω­νία με τον Άλλο α­να­δει­κνύε­ται σε δια­νο­η­τι­κή και συ­ναι­σθη­μα­τι­κή δο­κι­μα­σία, αλ­λά και πε­ρι­πέ­τεια. Το πό­σο ε­πώ­δυ­νη μπο­ρεί αυ­τή να α­πο­βεί, ε­ξαρ­τά­ται α­πό το ε­γώ της δρά­σης. Γι’ αυ­τό και η α­φή­γη­ση πο­λιορ­κεί το σκε­πτό­με­νο ε­γώ σε πρώ­το πρό­σω­πο και σε ε­νε­στω­τι­κό χρό­νο. Για το πα­ρελ­θόν του δί­νο­νται - σε ό­σες ι­στο­ρίες δί­νο­νται - λι­γο­στές και ως ε­πί το πλεί­στον, έμ­με­σες πλη­ρο­φο­ρίες. Το πρό­σω­πο πα­ρα­μέ­νει ε­σκεμ­μέ­να αό­ρι­στο, κα­θώς εν­δια­φέ­ρει η α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα ε­νός συ­γκε­κρι­μέ­νου αν­θρώ­πι­νου τύ­που και ό­χι, η φροϋδι­κή σκια­γρά­φη­ση μίας ψυ­χο­σύ­στα­σης.
Στη γε­νι­κό­τη­τά του, το θέ­μα στε­ρεί­ται πρω­το­τυ­πίας. Τον Κου­τσια­μπα­σά­κο, ό­μως, τον α­πα­σχο­λεί συ­γκε­κρι­μέ­νος χα­ρα­κτή­ρας, που κι αυ­τός δεν δεί­χνει ε­ξαι­ρε­τι­κός, κα­θώς α­νή­κει στην με­γά­λη ο­μά­δα, ε­κεί­νων που δυ­σκο­λεύο­νται στις κοι­νω­νι­κές ε­πα­φές. Τον πο­λιορ­κεί συ­στη­μα­τι­κά, σε ό­λο το φά­σμα των συ­να­να­στρο­φών του, ε­παγ­γελ­μα­τι­κές, φι­λι­κές, ε­ρω­τι­κές. Στη συλ­λο­γή, υ­πάρ­χουν διη­γή­μα­τα για κα­θε­μία α­πό αυ­τές τις πτυ­χές κοι­νω­νι­κό­τη­τας. Εναλ­λάσ­σε­ται το πρό­σω­πο, αλ­λά μό­νο γραμ­μα­τι­κά, κα­θώς ο συγ­γρα­φέ­ας δο­κι­μά­ζει τη δια­φο­ρε­τι­κή αί­σθη­ση, μιας κά­ποιας α­πο­στα­σιο­ποίη­σης, έ­στω και σχη­μα­τι­κής, που καλ­λιερ­γεί το τρί­το έ­να­ντι του πρώ­του προ­σώ­που. Σκια­γρα­φεί έ­ναν τύ­πο, που δεν δια­κρί­νε­ται στις πα­ρέες. Αυ­τόν που μι­λά­ει λί­γο και, κα­τά κα­νό­να, συμ­φω­νεί με τη γνώ­μη του Άλλου. Συ­χνά την ε­πι­κρο­τεί με εν­θου­σια­σμό, σαν να ε­πι­διώ­κει να ε­ξα­σφα­λί­σει έ­τσι με­γα­λύ­τε­ρη συμ­με­το­χή. Τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες σκέ­ψεις του δεν τις εκ­στο­μί­ζει, μό­νο τις α­να­κυ­κλώ­νει εν­δο­μύ­χως.
Από την πλευ­ρά της πρόσ­λη­ψης, δυ­σκο­λεύε­ται να α­πο­δε­χτεί φι­λι­κές χει­ρο­νο­μίες, α­κό­μη κι ό­ταν δεί­χνουν αυ­θόρ­μη­τες. Στις συ­μπε­ρι­φο­ρές των Άλλων, υ­πο­ψιά­ζε­ται σκο­τει­νά κί­νη­τρα και συ­νω­μο­σίες. Ακό­μη και στην πε­ρί­πτω­ση ε­νός ζη­τιά­νου στο συρ­μό του Ηλεκ­τρι­κού, δεν εν­δί­δει σε φι­λαν­θρω­πι­κά αι­σθή­μα­τα, αλ­λά δυ­σπι­στεί, υ­πο­ψια­ζό­με­νος πως πρό­κει­ται για ε­παγ­γελ­μα­τία του εί­δους. Αντί, πά­ντως, της ε­πί­θε­σης ή έ­στω της ε­πι­θε­τι­κής ά­μυ­νας, λ.χ., στην ορ­γα­νω­μέ­νη γλωσ­σο­φα­γιά των συ­να­δέλ­φων του, ε­πι­λέ­γει τη  φυ­γή α­πό τις πα­ρέες και τέ­λος, α­κό­μη και α­πό τη θέ­ση ερ­γα­σίας του. Εί­ναι γνω­στό πως μο­να­δι­κή λύ­ση του α­να­σφα­λούς α­πο­μέ­νει η πα­ραί­τη­ση. Η α­να­σύν­θε­ση των συ­νειρ­μών, έ­τσι ό­πως α­να­κα­λούν σω­ρευ­τι­κά πα­ρα­πλή­σια συμ­βά­ντα, συ­νο­ψί­ζο­ντας τα αι­σθή­μα­τα που αυ­τά γεν­νούν, α­ντι­κα­το­πτρί­ζουν τη βά­σα­νο του πνευ­μα­τι­κού λε­πτο­λο­γή­μα­τος, ως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό συ­να­κό­λου­θο της ε­σω­στρέ­φειας. Το πώς αυ­τή η ε­σω­στρε­φής τά­ση προσ­λαμ­βά­νε­ται διαι­σθη­τι­κά α­πό τον Άλλο και τον τρέ­πει σε φυ­γή, το δεί­χνει ε­πι­γραμ­μα­τι­κά σε μία ι­στο­ρία η έκ­βα­ση της ε­ρω­τι­κής προ­σέγ­γι­σης που ο ή­ρωας για χρό­νια ε­πι­θυ­μού­σε. “Το πρωί, δεν εί­παν να ξα­να­βρε­θούν. Και οι δυο το εί­δαν ό­ταν ξύ­πνη­σαν ό,τι συ­νέ­βη, συ­νέ­βη για ε­κεί­νο το βρά­δυ.” Ένας πα­ρό­μοιος τύ­πος μπο­ρεί να αι­σθαν­θεί ά­νε­τα μό­νο μέ­σα σε μία ο­μά­δα κοι­νω­νι­κά μειο­νε­κτού­ντων. Στο διή­γη­μα, ε­πι­λέ­γο­νται οι με­τα­νά­στες, αλ­λά θα μπο­ρού­σε να εί­ναι και ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη.
Σε αυ­τήν την ι­στο­ρία, ο χα­ρα­κτή­ρας φω­τί­ζε­ται σε σχε­τι­κά με­γά­λη κλί­μα­κα χρό­νου, κα­λύ­πτο­ντας τα πρώ­τα χρό­νια του ε­παγ­γελ­μα­τι­κού του βίου. Σαν α­πο­τέ­λε­σμα, η ε­σω­τε­ρι­κή α­σφυ­ξία ε­νός γρα­φείου σε Τρά­πε­ζα α­πο­τυ­πώ­νε­ται με πα­ρα­στά­σεις, που δη­μιουρ­γού­νται με ε­πάλ­λη­λες συ­νει­δη­σια­κές ζυ­μώ­σεις. Σε α­ντί­θε­ση, με το ε­πό­με­νο, ό­που ο χρό­νος ε­κτεί­νε­ται σε έ­να πρωι­νό. Εύ­στο­χα η α­φή­γη­ση εκ­κι­νεί α­πό το πρωι­νό ξύ­πνη­μα, ό­ταν η έ­ντα­ση μιας αγ­χώ­δους νεύ­ρω­σης εί­ναι υ­ψη­λή, κα­θώς τρο­φο­δο­τεί­ται πα­ρα­σι­τι­κά α­πό τις ζωο­γό­νες δυ­νά­μεις του ύ­πνου. Μό­νη λύ­ση α­πο­βαί­νει η κί­νη­ση. Στην ά­φω­νη α­πο­μό­νω­ση της κα­τ’ ι­δίαν συ­νο­μι­λίας, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι το ξε­κί­νη­μα του μο­νό­λο­γου. Μία προ­στα­κτι­κή α­πό­τα­ση προς ε­αυ­τόν, που ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται: “Το θέ­μα εί­ναι το κε­φά­λι να μέ­νει ψη­λά...Οι σκέ­ψεις να μην το βα­ραί­νουν...Το βλέμ­μα να στε­νεύει, κά­θε­το να γυ­ρί­ζει σε σέ­να...Το έ­να πό­δι μπρο­στά, το άλ­λο πί­σω. Το άλ­λο μπρο­στά, το έ­να πί­σω...” Πε­ρί­πα­τος στο κέ­ντρο της πό­λης, με εμ­φα­νή προ­σπά­θεια, η ροή των ε­ντυ­πώ­σεων α­πό την ε­ξω­τε­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα να ε­ξο­στρα­κί­ζει την  ε­φιαλ­τι­κά ε­πι­τα­χυ­νό­με­νη δί­νη των σκέ­ψεων. “Το βλέμ­μα κρέ­με­ται σε πρό­σω­πα.” Σχε­δόν α­συ­ναί­σθη­τα α­να­λο­γί­ζε­ται: “Γε­νι­κά η ευ­δαι­μο­νία δεν με κα­θη­συ­χά­ζει... Προ­τι­μώ τα στε­νά...” Τό­σο πλα­γίως, ο συγ­γρα­φέ­ας συ­στή­νει τον α­γο­ρα­φο­βι­κό ή­ρωά του.
Επτά τα διη­γή­μα­τα αυ­τής της συλ­λο­γής, ε­πτά και της πρώ­της, εκ­δο­μέ­νης πριν δέ­κα χρό­νια. Για την α­κρί­βεια, στην πρώ­τη ή­ταν ο­κτώ, μό­νο που στο τε­λευ­ταίο, «Αδεια­νή κα­ρέ­κλα», ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­πει­ρά­ται να συν­δέ­σει χα­λα­ρά τα διη­γή­μα­τα α­να­με­τα­ξύ τους, με κά­ποιους ή­ρωες να ε­πα­νεμ­φα­νί­ζο­νται, ε­νώ α­φη­γη­τής εί­ναι έ­νας συγ­γρα­φέ­ας που α­να­ζη­τεί θέ­μα για το βι­βλίο του. Κα­τά τα άλ­λα, ε­κτός α­πό την πε­ρι­γρα­φι­κή δει­νό­τη­τα, που πα­ρα­μέ­νει κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του Κου­τσια­μπα­σά­κου, τα δυο βι­βλία δια­φέ­ρουν ου­σια­στι­κά. Στο πρώ­το, υ­πήρ­χαν οι τό­ποι –η ο­μί­χλη στη λί­μνη της Κα­στο­ριάς, το πε­τρώ­δες και ε­ρη­μι­κό της Πίν­δου– α­κό­μη, η τρυ­φε­ρό­τη­τα του έ­ρω­τα, εί­τε μα­ταιω­μέ­νου εί­τε με αί­σια κα­τά­λη­ξη, κυ­ρίως, η νο­σταλ­γία. Στη δεύ­τε­ρη, η α­φή­γη­ση ποι­κίλ­λει, με στα­θε­ρή πα­ρά­με­τρο την α­πο­στα­σιο­ποίη­ση. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, «Ψ συν Χ», γραμ­μέ­νο σαν σε μορ­φή σε­να­ρίου. Το θέ­μα εί­ναι η ψυ­χο­γρά­φη­ση μίας ε­ρω­τι­κής σχέ­σης και μέ­σω αυ­τής δυο διι­στά­με­νων χα­ρα­κτή­ρων. Σε τρί­το πρό­σω­πο η α­φή­γη­ση, ε­στιά­ζει στη γυ­ναί­κα. Με δυ­σκο­λία στις ε­ρω­τι­κές της σχέ­σεις, ό­ταν δη­μιουρ­γεί έ­ναν δε­σμό, α­φο­σιώ­νε­ται εξ ο­λο­κλή­ρου. Αδυ­να­τεί να συλ­λά­βει τον ψυ­χι­σμό ε­κεί­νου και το συ­ναι­σθη­μα­τι­κό του μοί­ρα­σμα α­νά­με­σα στην ί­δια και την πρώην, ό­πως αυ­τό εκ­δη­λώ­νε­ται με α­φορ­μή την εμ­φά­νι­ση καρ­κί­νου, που λει­τουρ­γεί ως προ­αγ­γε­λία θα­νά­του. Χω­ρίς κα­τα­φυ­γές στον θείο Φρόυ­ντ, η α­φή­γη­ση, μάλ­λον λα­κω­νι­κή, το δεί­χνει με ε­νάρ­γεια. Μό­νο που σε αυ­τό το διή­γη­μα η πα­ραί­τη­ση της γυ­ναί­κας φτά­νει μέ­χρι τα ό­ρια της αυ­το­χει­ρίας.
Δύο α­πό τα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής εί­ναι μι­κρής έ­κτα­σης και φαι­νο­με­νι­κά, δια­φο­ρο­ποιού­νται θε­μα­τι­κά. Από μία ά­πο­ψη, ο κε­ντρι­κός ή­ρωας θα μπο­ρού­σε να ε­ξει­κο­νί­ζει η­λι­κια­κά το πριν και το με­τά ε­κεί­νου των διη­γη­μά­των, που α­πο­τε­λούν τον κυ­ρίως κορ­μό της συλ­λο­γής. Στο έ­να, πε­ρι­γρά­φε­ται μία έ­ξο­δος α­πό την Παι­δό­πο­λη ε­νός α­γο­ριού, που έ­χει ε­κεί με­γα­λώ­σει. Αφορ­μή μία Πρω­το­χρο­νιά και η φι­λο­ξε­νία, που του προ­σφέ­ρει έ­να ζευ­γά­ρι, το πι­θα­νό­τε­ρο ως συμ­με­το­χή σε φι­λαν­θρω­πι­κή χει­ρο­νο­μία, αλ­λά και δι­κής του α­νά­γκης, κα­θό­σον ά­κλη­ρο με στο­μω­μέ­να τα αι­σθή­μα­τα, ι­δίως τα μη­τρι­κά της γυ­ναί­κας. Το διή­γη­μα αν­τλεί­ται α­πό το ί­διο βιω­μα­τι­κό υ­λι­κό με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Κου­τσια­μπα­σά­κου, «Πό­λη παι­διών». Υπαι­νι­κτι­κό, πα­ρα­κο­λου­θεί την ο­πτι­κή του παι­διού, κα­τορ­θώ­νο­ντας να α­πο­δώ­σει την αμ­φι­θυ­μία του α­πέ­να­ντι στους δυο τό­σο δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους δια­βίω­σης: τον ι­δρυ­μα­τι­κό και τον οι­κο­γε­νεια­κό. Στο δεύ­τε­ρο σύ­ντο­μο διή­γη­μα, ο συγ­γρα­φέ­ας κι­νεί­ται σε έ­να με­τα­φυ­σι­κό πε­δίο, πο­λιορ­κώ­ντας την ι­δέα μίας ε­νύ­πνιας ε­πί­σκε­ψης του Χά­ρο­ντα. Δεν εί­ναι πα­ρά ε­φιάλ­της, που θα μπο­ρού­σε να ξε­κι­νά­ει α­πό πα­λαιές ε­μπει­ρίες βίαιης α­πο­μά­κρυν­σης α­πό την οι­κο­γε­νεια­κή του ε­στία. Πρό­κει­ται για α­φη­γη­μα­τι­κή α­πό­πει­ρα, που θα χρεια­ζό­ταν ε­πι­πλέ­ον ε­πε­ξερ­γα­σία. Το ί­διο και σε κά­ποια άλ­λα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής. Εκεί, ο­ρι­σμέ­νες λε­κτι­κές ε­πι­λο­γές μοιά­ζουν ά­στο­χες, ε­νώ κά­ποια  με­τα­φο­ρι­κά σχή­μα­τα φαί­νε­ται να πά­σχουν νο­η­μα­τι­κά. Αυ­τά, κα­τα­πώς προϊδεά­ζουν τα δυο προ­η­γού­με­να βι­βλία του, ο Κου­τσια­μπα­σά­κος θα τα ε­πι­με­λεί­το δεό­ντως.
Μό­νο που, α­πό αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, δεν γεύ­τη­κε την ευ­χα­ρί­στη­ση της έκ­δο­σης. Όχι, για­τί την α­πέρ­ρι­ψαν οι εκ­δό­τες, αλ­λά για­τί δεν πρό­λα­βε να την υ­πο­βάλ­λει στην κρί­ση τους. Εκδό­θη­κε έ­να χρό­νο με­τά τον θά­να­τό του (8/1/2014), με πρω­το­βου­λία φί­λων του, που ε­ντό­πι­σαν τα ε­πτά διη­γή­μα­τα σε έ­ντυ­πη και η­λεκ­τρο­νι­κή μορ­φή. Βρί­σκο­νταν ε­ντός φα­κέ­λου, ό­που στην έ­ντυ­πη υ­πήρ­χε σε­λί­δα με τους τίτ­λους των διη­γη­μά­των, ε­νώ στην η­λεκ­τρο­νι­κή, ο τίτ­λος του συ­νό­λου, «Δρό­μοι». Οι ε­πι­με­λη­τές της έκ­δο­σης δεν δί­νουν πλη­ρο­φο­ρίες για τις πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις, ού­τε για το πό­τε γρά­φτη­καν τα διη­γή­μα­τα. Ο συγ­γρα­φέ­ας, πά­ντως, σε συ­νέ­ντευ­ξή του (27/4/2013), δη­λώ­νει πως, ε­κεί­νον τον και­ρό, δεν έ­γρα­φε τί­πο­τα, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας ε­πι­γραμ­μα­τι­κά, “Αγρα­νά­παυ­ση”. Τον Οκτ. του 2012 εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει το μυ­θι­στό­ρη­μά του. Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, ό­χι μό­νο φι­λο­λο­γι­κό, αν τα διη­γή­μα­τα γρά­φτη­καν πα­ράλ­λη­λα. Ας πλη­ρο­φο­ρού­σαν, του­λά­χι­στον, για την η­με­ρο­μη­νία που φέ­ρει ο η­λεκ­τρο­νι­κός φά­κε­λος. Αντ’ αυ­τού, παίρ­νουν ο­ρι­σμέ­νες πρω­το­βου­λίες, που πι­στεύου­με πως προ­δί­δουν το συγ­γρα­φι­κό ύ­φος και ή­θος.
Προ­σθέ­τουν Πα­ράρ­τη­μα με δέ­κα κεί­με­να του Κου­τσια­μπα­σά­κου. Σύμ­φω­να με το Επί­με­τρο του Κώ­στα Κα­βα­νό­ζη, που ε­πέ­χει θέ­ση ει­σα­γω­γής στο Πα­ράρ­τη­μα, τα ο­κτώ ε­πι­λέ­γο­νται α­πό το η­λεκ­τρο­νι­κό μπλο­γκ μιας ε­ξα­με­λούς πα­ρέ­ας συ­νο­μη­λί­κων, με πρε­σβύ­τε­ρο τον Κου­τσια­μπα­σά­κο, γεν­νη­μέ­νο το 1965, και νεό­τε­ρο, τον Σπύ­ρο Γιαν­να­ρά, το 1972. Ενώ, δυο κεί­με­να εμ­φα­νί­ζο­νται ως συρ­ρα­φές. Φαί­νε­ται να τα έ­γρα­ψαν οι ε­πι­ζώ­ντες, α­να­κα­λώ­ντας κου­βέ­ντες του α­πο­θα­νό­ντος στις δια ζώ­σης συ­να­ντή­σεις της ο­μά­δας. Δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται, ποια εί­ναι αυ­τά τα δυο. Πά­ντως, το προ­τασ­σό­με­νο, με τίτ­λο «Το κω­λα­ρά­κι», αλ­λά και το δεύ­τε­ρο στη σει­ρά, δεί­χνουν ε­κτός του δι­κού του α­φη­γη­μα­τι­κού κλί­μα­τος. Όπως και να έ­χει, τα κεί­με­να α­ξιο­λο­γού­νται α­πό τους ε­πι­με­λη­τές ως ε­φά­μιλ­λα των διη­γη­μά­των. Υπό­σχο­νται, μά­λι­στα, έκ­δο­ση του συ­νό­λου. Αν την πραγ­μα­το­ποιή­σουν, του­λά­χι­στον, ας προσ­διο­ρί­σουν ποια εί­ναι του Κου­τσια­μπα­σά­κου.
Με­γα­λύ­τε­ρη α­πο­ρία προ­κα­λεί η ει­σα­γω­γή του Σπύ­ρου Γιαν­να­ρά. Κα­τ’ αρ­χήν, οι λαν­θα­σμέ­νες α­να­φο­ρές, ό­πως ό­τι τα κεί­με­να του Πα­ραρ­τή­μα­τος εί­ναι εν­νέα α­ντί για δέ­κα ή ό­τι ο Κου­τσια­μπα­σά­κος πέ­θα­νε σα­ρα­ντα­ε­πτά­χρο­νος α­ντί σα­ρα­ντα­εν­νιά­χρο­νος ή έ­στω σα­ρα­ντα­ο­χτά­χρο­νος, α­να­λό­γως με την η­με­ρο­μη­νία γεν­νή­σεως. Με­τά ο τρό­πος, που α­να­φέ­ρε­ται στους ο­μό­τε­χνούς του, δί­νει ε­ντύ­πω­ση α­φ’ υ­ψη­λού, σαν ο ί­διος να μην α­νή­κει στο σι­νά­φι τους. Επί­σης, ο τρό­πος, με τον ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζει τον α­πο­βιώ­σα­ντα, ό­σο και να εί­ναι ει­λι­κρι­νής, λε­κτι­κά δεί­χνει υ­περ­βο­λι­κός. Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση, πως με­τα­θα­νά­τιες εκ­δό­σεις, ό­πως αυ­τή του Κου­τσια­μπα­σά­κου, ε­πι­βάλ­λουν πιο δια­κρι­τι­κή με­τα­χεί­ρι­ση. Κο­χλά­ζο­ντα συ­ναι­σθή­μα­τα και α­νε­ξέ­λε­γκτοι εν­θου­σια­σμοί η­θι­κού χρέ­ους πρέ­πει να φιλ­τρά­ρο­νται ε­πι­με­λώς. Σε α­ντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση, κα­τα­λή­γουν ζη­μιο­γό­να. 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/10/2015.

Το κοίτασμα της γενέτειρας

Ηλίας Λ. Πα­πα­μό­σχος
«Η α­λε­πού της σκά­λας
και άλ­λες ι­στο­ρίες»
Εκδό­σεις Κί­χλη
Ιού­νιος 2015
 
Αι­σίως, τα ε­κα­τό­στι­σε ο Ηλίας Πα­πα­μό­σχος, με ά­κλει­στα τα πε­νή­ντα και πα­ρό­τι ξε­κί­νη­σε σχε­τι­κά αρ­γά, κο­ντά σα­ρα­ντά­ρης. Ανα­φε­ρό­μα­στε, προ­φα­νώς, στα διη­γή­μα­τά του, ει­δι­κό­τε­ρα, τα δη­μο­σιευ­μέ­να σε βι­βλίο, κα­θώς, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με τα μπλο­γκ και τις λοι­πές η­λεκ­τρο­νι­κές α­ναρ­τή­σεις, τα δη­μο­σιο­ποιη­μέ­να μπο­ρεί να εί­ναι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα. Καί­τοι μό­νι­μος κά­τοι­κος Κα­στο­ριάς, ε­δώ και σχε­δόν μία ει­κο­σα­ε­τία, κα­τόρ­θω­σε να σπά­σει το φράγ­μα του 0λύ­μπου, που αρ­κε­τούς Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες συγ­γρα­φείς, ι­δίως διη­γη­μα­το­γρά­φους, εί­χε α­να­κό­ψει στο πα­ρελ­θόν, και να εκ­δώ­σει πέ­ντε συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, μέ­σα σε έ­ντε­κα χρό­νια, σε τρεις εκ­δο­τι­κούς οί­κους, α­θη­ναϊκούς, δυο με­γά­λους και τον τρί­το, προ­σώ­ρας μι­κρό, αλ­λά με τη φή­μη ε­πί­λε­κτων εκ­δό­σεων. Η πρό­σφα­τη συλ­λο­γή εί­ναι η πιο ο­λι­γο­σέ­λι­δη, αν και με­τρά 23 διη­γή­μα­τα. Όταν, προ τε­τρα­ε­τίας, σχο­λιά­ζα­με την τέ­ταρ­τη συλ­λο­γή, α­θροί­ζα­με λαν­θα­σμέ­να το σύ­νο­λο του τό­τε έρ­γου του σε 76 διη­γή­μα­τα, ε­νώ α­νερ­χό­ταν σε 77.
Η α­βλε­ψία εί­χε προ­κύ­ψει, για­τί στη­ρι­ζό­μα­στε στις σε­λί­δες των πε­ριε­χο­μέ­νων, ό­που, στο πρώ­το βι­βλίο, κα­τα­γρά­φο­νται 15 διη­γή­μα­τα α­ντί 16, κα­θώς πα­ρα­λεί­πε­ται το τε­λευ­ταίο, με τίτ­λο «Νό­στος». Σε αυ­τό, ο συγ­γρα­φέ­ας δη­λώ­νει ευ­θέως τον αυ­το­βιο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα των γρα­πτών του, ε­ξο­μο­λο­γού­με­νος τον δι­κό του νό­στο. “Γύ­ρι­σα στο γε­νέ­θλιο το­πίο, το διαυ­γές και γεν­ναιό­δω­ρο, που υ­πο­μο­νε­τι­κά τό­σα χρό­νια με πε­ρί­με­νε, φυ­λά­γο­ντας στο χώ­μα του τους πό­θους που δεν κάρ­πι­σαν αλ­λού...” Κα­τα­λη­κτι­κά, προ­σθέ­τει, “Την ευ­τυ­χία μου μη­ρυ­κά­ζω και πί­σω δεν κοι­τώ...” Υπερ­βάλ­λει ως προς την διάρ­κεια και το ε­πώ­δυ­νο της α­πο­δη­μίας του, κα­τα­πώς κά­νουν συ­νή­θως οι μυ­θο­πλά­στες. Μό­λις δώ­δε­κα χρό­νια κρά­τη­σε ο ξε­νι­τε­μός του, συ­νυ­πο­λο­γι­ζο­μέ­νων των σπου­δών. Κι ό­μως, σε συ­νέ­ντευ­ξη, προ τριε­τίας, εμ­μέ­νει: “Στην Αθή­να δη­μιούρ­γη­σα συν­θή­κες α­σφυ­ξίας. Ήξε­ρα πως το κοί­τα­σμα βρι­σκό­ταν στη γε­νέ­τει­ρα.”   

Γεω­λό­γος σπού­δα­σε ο Πα­πα­μό­σχος, πα­ρά τις εν­διά­με­σες αλ­λό­τριες α­πα­σχο­λή­σεις του, σε ε­πι­χει­ρή­σεις βι­βλίων και δερ­μά­των, θα θυ­μά­ται πως η συσ­σώ­ρευ­ση ο­ρυ­κτών κα­τάλ­λη­λων προς εκ­με­τάλ­λευ­ση πε­ριο­ρί­ζε­ται σε ο­ρι­σμέ­να μό­νο στρώ­μα­τα γης. Του­τέ­στιν “το κοί­τα­σμα” κά­πο­τε σώ­ζε­ται. Εξαρ­χής, έ­τυ­χε ευ­νοϊκής κρι­τι­κής υ­πο­δο­χής, που κα­τέ­λη­ξε ε­γκω­μια­στι­κή, κα­θώς πα­λαιό­τε­ροι μά­στο­ρες διη­γη­μα­το­γρά­φοι τού έ­δω­σαν το χρί­σμα, ο­πό­τε και οι νεό­τε­ροι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές α­νε­βά­ζουν τους τό­νους. Αυ­τή η ευ­θυ­νό­φο­βη τα­κτι­κή εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή της λο­γο­τε­χνι­κής κρι­τι­κής, ι­δίως τα τε­λευ­ταία χρό­νια, και δεί­χνει τον ε­τε­ρό­φω­το τρό­πο που γρά­φε­ται. Αυ­τό μπο­ρεί να το εκ­με­ταλ­λευ­θεί έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, που διαι­σθά­νε­ται πως η έ­μπνευ­σή του στραγ­γί­ζει. Όντας σί­γου­ρος πως δεν θα γί­νει α­ντι­λη­πτό, νο­θεύει ε­λα­φρώς την πρα­μά­τειά του με ό,τι του βρί­σκε­ται.
Ένας, ό­μως, που δια­θέ­τει λο­γο­τε­χνι­κή συ­νεί­δη­ση, δεν πρέ­πει να ε­φη­συ­χά­ζει, κα­θώς ο κίν­δυ­νος έκ­πτω­σης κα­ρα­δο­κεί, ι­δίως ό­ταν προ­σεγ­γί­ζει τα μο­λυ­σμέ­να α­θη­ναϊκά ύ­δα­τα. Με αυ­τό το σκε­πτι­κό, μέ­νει ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο ο Πα­πα­μό­σχος τα ε­κα­τό­στι­σε τα διη­γή­μα­τά του. Ή μή­πως η και­νού­ρια συλ­λο­γή α­πο­τε­λεί­ται μεν α­πό 23 σύ­ντο­μα πε­ζά, αλ­λά πο­λύ λι­γό­τε­ρα εί­ναι τα αν­τλη­μέ­να α­πό “το κοί­τα­σμα”. Προς κα­θη­σύ­χα­ση, ο συγ­γρα­φέ­ας πρό­σθε­σε το σύ­ντο­μο κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου: “Αν κά­τι δέ­νει τις ι­στο­ρίες αυ­τού του βι­βλίου, σ’ έ­να βα­θύ­τε­ρο ε­πί­πε­δο, αυ­τό εί­ναι ο τό­πος... ” Μα ο τό­πος δέ­νει τις ι­στο­ρίες και των τεσ­σά­ρων προ­η­γού­με­νων βι­βλίων του. Για­τί, σε αυ­τό ει­δι­κά, υ­ψώ­νει ση­μαία την ε­ντο­πιό­τη­τα. Μας θυ­μί­ζει τους ι­διο­κτή­τες αυ­θαι­ρέ­των οι­κο­δο­μη­μά­των, που σπεύ­δουν, τε­λειώ­νο­ντας την κα­τα­πά­τη­ση, να α­ναρ­τή­σουν την γα­λα­νό­λευ­κη. Κα­τά τα άλ­λα, ο Πα­πα­μό­σχος φαί­νε­ται να θεω­ρεί, πως η γλώσ­σα, κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση και το ύ­φος, αρ­κούν για να χα­ρα­κτη­ρι­στεί το πε­ζό, διή­γη­μα. Κι ό­μως, το διή­γη­μα εί­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Αλλά οι σχοι­νο­τε­νείς ι­στο­ρίες, α­πό την μία, που σερ­βί­ρο­νται δί­κην διη­γή­μα­τος, και στο άλ­λο ά­κρο, το βά­φτι­σμα του οιου­δή­πο­τε σύ­ντο­μου πε­ζού, μέ­χρι και της μίας φρά­σης, σε μπον­ζάι διή­γη­μα, ό­που, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αμ­φό­τε­ρα μπο­ρεί να δια­θέ­τουν ύ­φος, μάλ­λον έ­χουν θο­λώ­σει  την πε­ρί διη­γή­μα­τος α­ντί­λη­ψη. Όπως και να έ­χει, αυ­τήν τη φο­ρά, δεν α­να­φέ­ρε­ται στο ο­πι­σθό­φυλ­λο ως τό­πος η Κα­στο­ριά, αλ­λά πιο αό­ρι­στα, πως “η πυ­ξί­δα των ι­στο­ριών ση­μα­δεύει τον βορ­ρά.”
Από τα πε­ζά της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, που πι­στεύου­με ό­τι δια­φο­ρο­ποιού­νται, εί­ναι και τα 13 που εί­χαν πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση σε έ­ντυ­πο. Και στις προ­η­γού­με­νες συλ­λο­γές, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται ο­ρι­σμέ­νες ι­στο­ρίες, που έ­χουν πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις. Ξε­κι­νούν α­πό την ε­φη­με­ρί­δα «Οδός» της Κα­στο­ριάς, ε­νώ, α­πό την τρί­τη συλ­λο­γή, προ­στί­θε­νται δη­μο­σιεύ­σεις σε έ­να θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο πε­ριο­δι­κό και τρία α­θη­ναϊκά. Στην πρό­σφα­τη, υ­πάρ­χουν δη­μο­σιεύ­σεις, ε­πι­προ­σθέ­τως, σε δυο α­θη­ναϊκές ε­φη­με­ρί­δες. Αυ­τές έ­χουν τον δια­φο­ρε­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα ε­νός κα­τά πα­ραγ­γε­λία κει­μέ­νου. Λ.χ., το κα­τα­λη­κτι­κό διή­γη­μα δη­μο­σιεύ­θη­κε σε ει­δι­κή έκ­δο­ση ε­φη­με­ρί­δας για το Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο του 2013, η ο­ποία έ­χει τον τίτ­λο, «Μή­τηρ Θε­ού, μη­τέ­ρα των αν­θρώ­πων». Οκτώ άλ­λα δη­μο­σιεύ­τη­καν στη στή­λη με “πρω­τό­τυ­πα σύ­ντο­μα κεί­με­να” που κρα­τού­σε ο συγ­γρα­φέ­ας το 2011 σε έν­θε­το έ­τε­ρης ε­φη­με­ρί­δας. Σε αυ­τά, ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πα­νέρ­χε­ται στα θέ­μα­τα των διη­γη­μά­των του, ό­πως τα κυ­νή­για ή τα πά­θη της για­γιάς. Δια­φέ­ρει, ό­μως, η α­φή­γη­ση. Λεί­πει το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πει­σι­θά­να­το κλί­μα, που α­πο­τε­λεί α­να­γνω­ρι­στι­κό στοι­χείο των διη­γη­μά­των του. Σαν να γί­νο­νται πα­ρα­χω­ρή­σεις μην και χα­λά­σει η διά­θε­ση του α­να­γνώ­στη ε­φη­με­ρί­δας. Επι­πλέ­ον, ε­κεί­να της μό­νι­μης στή­λης συ­χνά ε­πι­διώ­κουν κά­ποιον ε­πι­και­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ε­νώ προσ­δί­δουν δι­δα­κτι­κή χροιά στο δέ­σι­μο του μύ­θου, ε­πι­στρα­τεύο­ντας, προς έμ­φα­ση, α­πο­φθεγ­μα­τι­κές φρά­σεις.
Ει­δι­κά, το ε­πε­τεια­κό του Δε­κα­πε­νταύ­γου­στου τεί­νει προς μια “πρό­ζα που πά­ει να χο­ρέ­ψει”, μα­κράν “της πυ­κνό­τη­τας του ποιη­τι­κού λό­γου”.  Αλλά και με­ρι­κά α­πό τα α­νέκ­δο­τα, ό­πως το ο­μό­τιτ­λο, που, σε έ­να κρε­σέ­ντο ζωο­φι­λίας, προ­σθέ­τει έ­ναν α­κό­μη τίτ­λο με α­λε­πού­δες, αυ­τή “στη σκά­λα”, ε­νώ η προ­η­γού­με­νη, του Ιά­κω­βου Ανυ­φα­ντά­κη, εί­ναι “στην πλα­γιά”. “Ο Σε­φέ­ρης εί­ναι για μέ­να σχο­λείο. Εί­ναι έ­να χει­ρουρ­γείο της γλώσ­σας”, έ­χει δη­λώ­σει ο συγ­γρα­φέ­ας σε συ­νέ­ντευ­ξή του. Ο Σε­φέ­ρης, λοι­πόν, έ­χει α­πο­φαν­θεί, πως πα­ρό­μοια πρό­ζα εί­ναι “κα­κή πρό­ζα”. Μπο­ρεί να έ­χει δί­κιο ο ποιη­τής, ται­ριά­ζει, ω­στό­σο, σε έ­να κεί­με­νο α­φιε­ρω­μέ­νο στην Κοί­μη­ση της Θε­ο­τό­κου, ή στη νε­κρο­λο­γία α­γα­πη­τής φί­λης, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Κο­τσύ­φι» και εί­ναι το έ­να α­πό τα δυο κεί­με­να τα δη­μο­σιευ­μέ­να στην κα­στο­ρια­νή ε­φη­με­ρί­δα. Σε αυ­τό, ο α­φη­γη­τής, κα­θώς προ­σπα­θεί να συ­νται­ριά­σει τις ρο­διές με τον μύ­θο της Περ­σε­φό­νης, πα­ραλ­λάσ­σο­ντας και συ­μπλη­ρώ­νο­ντας τον μύ­θο του κό­τσυ­φα, φαί­νε­ται σαν να δο­κι­μά­ζε­ται α­φη­γη­μα­τι­κά. Κά­τι, που γί­νε­ται εμ­φα­νέ­στε­ρο στην κα­τα­κλεί­δα του διη­γή­μα­τος, ό­που και δυ­σκο­λεύε­ται να δέ­σει τα πα­ρά­ται­ρα ευ­ρή­μα­τα. Η ο­πτι­κή αλ­λά­ζει, με την α­φιέ­ρω­ση του κει­μέ­νου, “στη Νέ­νη Τσα­δή­λα”, και την η­με­ρο­μη­νία δη­μο­σίευ­σης, 5/2/2015. Σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κη του συγ­γρα­φέα η Ελέ­νη Τσα­δή­λα, η­θο­ποιός, σκη­νο­θέ­τις, κυ­ρίως  δη­μιουρ­γός του Πο­λι­τι­στι­κού Συλ­λό­γου «Το σπα­σμέ­νο ρό­δι», α­πε­βίω­σε, μό­λις συ­μπλη­ρω­μέ­να τα πε­νή­ντα, στις 15/1/2015.
Ο Πα­πα­μό­σχος συ­νη­θί­ζει α­φιε­ρώ­σεις και μό­το. Μέ­χρι που υ­πάρ­χει και μό­νι­μος, σε κά­θε συλ­λο­γή, α­πο­δέ­κτης α­φιε­ρω­μα­τι­κού διη­γή­μα­τος. Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, αν δεν σφάλ­λου­με, οι α­φιε­ρώ­σεις δεί­χνουν προς Κα­στο­ρια­νούς. Για τα μό­το, προ­τι­μά ξέ­νους συγ­γρα­φείς και α­πό Έλλη­νες, μό­νο ποιη­τές. Στην πρό­σφα­τη, τα δυο μό­το, με στί­χους α­πό το «ΥΓ.» του Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, ση­μα­το­δο­τούν εμ­μέ­σως ως σκη­νι­κό χώ­ρο των διη­γη­μά­των την Θεσ­σα­λο­νί­κη, ε­νώ ο κυ­ρίως κορ­μός μέ­νει ε­ντός της γε­νέ­θλιας πε­ρι­μέ­τρου. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, προ­βλέ­πε­ται μό­το για ο­λό­κλη­ρη τη συλ­λο­γή, αλ­λά ό­χι κά­τι η­χη­ρό, ό­πως το α­πό­φθεγ­μα α­πό την “βί­βλο” των Τα­οϊστών του πρώ­του βι­βλίου, ού­τε ε­μπει­ρί­κειο, ό­πως στο τρί­το. Πρό­κει­ται για δά­νεια φρά­ση α­πό διή­γη­μα Κα­στο­ρια­νού, του Γιώρ­γου Γκο­λο­μπία. Στο σχο­λια­σμό της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής, με α­φορ­μή το ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα, «Ο μυς της καρ­διάς», που έ­χει ως θέ­μα τον ο­δυ­νη­ρό θά­να­το “του φί­λου του Γιώρ­γου”, πα­ρα­τη­ρού­σα­με πως θα α­να­με­νό­ταν να τον ο­νο­μα­τί­ζει. Εί­χε προ­η­γη­θεί, στην τρί­τη συλ­λο­γή, έ­να α­φιε­ρω­μέ­νο σε ε­κεί­νον διή­γη­μα, «Τούρ­τα τάρ­τα», α­πό ε­κεί­να τα λι­γο­στά εύ­θυ­μα, με τις μι­κρο­α­πο­λαύ­σεις, τα χού­για και τα πά­θη για­γιά­δων και παπ­πού­δων.
Με το μό­το της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, ε­ξο­φλεί τα δά­νεια α­πό το φί­λο του, ό­πως, με­τα­ξύ άλ­λων, οι γε­ρό­ντισ­σες, αλ­λά και η βα­ριά, λι­μναία α­τμό­σφαι­ρα. Τα ε­ξο­φλεί ή μή­πως, τα δι­καιο­λο­γεί, κα­θώς, με το μό­το, φαί­νε­ται να διεκ­δι­κεί με­ρί­διο: “Μπο­ρεί ό­μως κι α­πό μό­νος μου να ή­ξε­ρα την ι­στο­ρία.” Αυ­τό, πά­ντως, θα ή­ταν πλη­ρέ­στε­ρο, με α­να­φο­ρά του συ­γκε­κρι­μέ­νου διη­γή­μα­τος, «Το άρ­ρω­στο σπί­τι», α­πό το ο­ποίο έ­χει αν­τλη­θεί. Εί­ναι έ­να α­πό τα ε­πτά διη­γή­μα­τα της μίας και μο­να­δι­κής, με­τα­θα­νά­τιας συλ­λο­γής, που α­πέ­κτη­σε ο Γκο­λο­μπίας, με τίτ­λο, «Ψά­χνο­ντας το χρυ­σά­φι». Εκεί, θα πρέ­πει να το διά­βα­σε ο Πα­πα­μό­σχος. Αν και η πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του εί­ναι στο δεύ­τε­ρο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Το Πα­ρα­μι­λη­τό», χει­μώ­νας 1988-89. Μό­λις πέ­ντε χρό­νια δια­φο­ρά η­λι­κίας έ­χουν ο Γκο­λο­μπίας και ο Πα­πα­μό­σχος, ό­μως υ­πάρ­χει αι­σθη­τή δια­φο­ρά. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό, πως ο Γκο­λο­μπίας και δυο-τρεις φί­λοι της γε­νιάς του ’80, για να εκ­φρα­στούν, έ­φτια­ξαν «Το Πα­ρα­μι­λη­τό», ε­νώ ο Πα­πα­μό­σχος, ο Πέ­τρος Κου­τσια­μπα­σά­κος και τέσ­σε­ρις α­κό­μη, ό­λοι πρω­το­εμ­φα­νι­σθέ­ντες μέ­σα στη πρώ­τη δε­κα­ε­τία του 21ου συ­γκρό­τη­σαν “μια κλει­στή η­λεκ­τρο­νι­κή πα­ρέα σε έ­να μπλο­γκ”.
Στον Κου­τσια­μπα­σά­κο, ό­μως, θα ε­πα­νέλ­θου­με. Σε α­πό­στα­ση η­με­ρών, εί­χαν εκ­δώ­σει την πρώ­τη συλ­λο­γή τους ο Κου­τσια­μπα­σά­κος και ο Πα­πα­μό­σχος, Φεβ.-Μάρ. 2004, σε μι­κρή α­πό­στα­ση και την τε­λευ­ταία, Μάρ.-Ιούν. 2015. Μό­νο που για τον πρώ­το, ή­ταν με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση, φρο­ντί­δα δυο φί­λων, ό­πως και ε­κεί­νη του Γκο­λο­μπία. Κα­τά σύ­μπτω­ση, με ε­πτά διη­γή­μα­τα την εί­χε ο­ρί­σει ο Κου­τσια­μπα­σά­κος, πριν την σώ­σει σε “φά­κε­λο”. Και σε αυ­τόν α­φιε­ρώ­νει διή­γη­μα ο Πα­πα­μό­σχος, το συ­ντο­μό­τε­ρο της συλ­λο­γής, μό­λις έ­ντε­κα σει­ρές, με τίτ­λο, «Η ζωή εί­ναι». Κρυ­πτι­κό: στο γρα­φείο των χει­ρούρ­γων, σε γυά­λα μια έ­κτο­πη κύη­ση, στον μαυ­ρο­πί­να­κα, σχε­δια­σμέ­νη μια μή­τρα με τη συ­νο­δευ­τι­κή  φρά­ση, “η ζωή εί­ναι ο ψαλ­μός 129”, δη­λα­δή η «Ωδή των α­να­βαθ­μών», “…ήλ­πι­σεν η ψυ­χή μου ε­πί τον Κύ­ριον α­πό φυ­λα­κής πρωίας μέ­χρι νυ­κτός...” Έμμε­ση μνεία της πε­ρι­πέ­τειας, που πέ­ρα­σαν και οι δυο σε νο­σο­κο­μείο, α­πό ό­που μό­νο ο έ­νας ε­ξήλ­θε.
Μπο­ρεί το διή­γη­μα να χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται μπον­ζάι, πά­ντως, εί­ναι έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, ό­που ξε­χω­ρί­ζουν πε­ρί τα δέ­κα, που πο­λιορ­κούν το ί­διο πά­ντο­τε θέ­μα, το τρί­πτυ­χο, αρ­ρώ­στια-θά­να­τος-πέν­θος. Ο συγ­γρα­φέ­ας σκια­γρα­φεί πρό­σω­πα, με μέ­λη­μα να πε­ρι­γρά­ψει, μέ­σα α­πό τη δι­κή τους  ο­δύ­νη, τον πα­νι­κό “που του ορ­γώ­νει την κοι­λιά”. Μό­νο για την α­σθέ­νεια και τον θά­να­το της Νέ­νης Τσα­δή­λα, κα­τα­φεύ­γει στους μύ­θους. Πι­θα­νώς να συμ­βάλ­λει η δη­μο­σίευ­ση του κει­μέ­νου στην ε­φη­με­ρί­δα του τό­που τους.
Θα μπο­ρού­σε, ω­στό­σο, να ε­μπνευ­στεί μία ι­στο­ρία για το συ­να­πά­ντη­μά της με τον Γκο­λο­μπία. Δι­κή της ι­δέα ή­ταν η με­τα­μόρ­φω­ση ε­νός διη­γή­μα­τος του Γκο­λο­μπία σε θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση. Χά­ρις σε ε­κεί­νη το διή­γη­μα, «Ο ά­γιος Ζα­μπλα­κάς», που εί­χε πα­ρα­λη­φθεί στη συλ­λο­γή, βγή­κε α­πό το πε­ρι­θώ­ριο, το χά­ρη­καν οι Κα­στο­ρια­νοί σε πα­ρά­στα­ση και με­τά, σε βι­βλιά­ριο. Ήταν ε­κεί­νοι οι δυο πρόω­ρα α­πο­χω­ρή­σα­ντες, που εί­χαν εκ­φρά­σει την α­ντι­συμ­βα­τι­κό­τη­τά τους και με αυ­τό το “ά­τα­κτο” διή­γη­μα, πλα­σμέ­νο “α­πό πα­ρα­μύ­θι του λα­ού”. Πιο κομ­φορ­μι­στές οι ε­πι­ζώ­ντες, μέ­νουν στους κα­τη­χη­τι­κούς μύ­θους. Στο βι­βλίο του Πα­πα­μό­σχου, μό­νο “πε­τει­νοί λα­λί­στα­τοι” ζευ­γα­ρώ­νουν, μό­νο “λι­βε­λού­λες” φτά­νουν στον “ε­ρω­τι­κό πα­ρο­ξυ­σμό”. Εί­θε, μέ­χρι να τα ε­κα­το­στί­σει, ο­λί­γον να τα αρ­τύ­σει κι ας α­μαρ­τή­σει.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
 
Φωτογραφία: Λιβελούλες σε στιγμή συνεύρεσης.
 
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/9/2015.