Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Ποικίλα φορέματα

Nelly’s, «Hπειρώτισσες στις θημωνιές»
(Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείο Μπενάκη).


Σω­τή­ρης Δη­μη­τρίου
«Το κου­μπί και το φό­ρε­μα»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Νοέ­μ­βριος 2012
Ο τί­τ­λος του και­νού­ριου βι­βλίου του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου και τί­τ­λος ε­νός α­πό τα 32 πε­ζά που συ­γκε­ντρώ­θη­καν σε αυ­τό, βγή­κε α­πό μια πα­ροι­μία. “Βρή­κα έ­να κου­μπί και για χά­ρη του έ­ρα­ψα έ­να φό­ρε­μα”, λέει “αυ­τή η ω­ραία πα­ροι­μία”. Δεν την έ­χου­με ξα­να­συ­να­ντή­σει, α­λ­λά για να το δια­βε­βαιώ­νει ο συ­γ­γρα­φέ­ας, που έ­χει το αυ­τί του παι­διό­θεν τε­ντω­μέ­νο στο λαϊκό λό­γο, θα υ­πά­ρ­χει. Εκτός κι αν ε­σκε­μ­μέ­να μας πα­ρα­πλα­νά, ε­πι­νοώ­ντας την πα­ροι­μία έ­τσι που να ται­ριά­ζει στο α­φη­γη­μα­τι­κό τέ­χνα­σμα, που έ­χει κα­τά νου. Όπως ε­ξη­γεί στο ο­πι­σθό­φυ­λ­λο του βι­βλίου, το κου­μπί εί­ναι έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε στοι­χείο α­πό ό­σα κα­θη­με­ρι­νά βλέ­που­με και α­κού­με, που μας ε­ντυ­πω­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρα. Μπο­ρεί να εί­ναι έ­νας τύ­πος α­ν­θρώ­που, μια σκη­νή, α­κό­μη κι έ­νας λό­γος, ό­πως μια πα­ροι­μία. Γυ­ρί­ζει στο μυα­λό μας μέ­χρι με κά­ποιο τρό­πο να ε­ξω­τε­ρι­κευ­θεί. Ει­δά­λ­λως, ως γνω­στόν, κα­τα­χω­νιά­ζε­ται στο υ­πο­συ­νεί­δη­το με­τά ά­λ­λων ε­μ­μο­νών, ό­που μπο­ρούν να λά­βουν χώ­ρα α­πρό­σμε­νες συ­γ­χω­νεύ­σεις και με­τα­μο­ρ­φώ­σεις. Αν, ό­μως, α­νή­κεις στην προ­νο­μιού­χο, του­λά­χι­στον α­πό ψυ­χα­να­λυ­τι­κής α­πό­ψεως, τά­ξη των συ­γ­γρα­φέων, του ρά­βεις έ­να φό­ρε­μα, του­τέ­στιν πλέ­κεις με α­φο­ρ­μή αυ­τό μια ι­στο­ρία. Τώ­ρα, το κα­τά πό­σο ο συ­γ­γρα­φέ­ας ξε­μπε­ρ­δεύει με έ­να φό­ρε­μα και δεν χρειά­ζε­ται δεύ­τε­ρο, κα­μιά φο­ρά και τρί­το, για να α­πα­λ­λα­γεί α­πό την ε­μ­μο­νή του, μέ­νει ζη­τού­με­νο. Από­δει­ξη ο Δη­μη­τρίου και το σα­κού­λι με τα κου­μπιά του. Τύ­ποι α­ν­θρώ­πων, κα­τα­στά­σεις, πα­ροι­μίες, που ό­λο και ε­πα­νέ­ρ­χο­νται στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του. Το θέ­μα, στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι τι εί­δους φό­ρε­μα ρά­βει κά­θε φο­ρά.
Πριν τρία χρό­νια, με α­φο­ρ­μή την προ­η­γού­με­νη συ­λ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Τα ζύ­για του προ­σώ­που», εί­χα­με προ­σπα­θή­σει να δια­κρί­νου­με τις στρο­φές της πο­ρείας του ως διη­γη­μα­το­γρά­φου, σε πα­ρα­λ­λη­λία με τις συ­γ­γρα­φι­κές με­τα­λ­λά­ξεις του. Εξαι­ρώ­ντας την ποιη­τι­κή συ­λ­λο­γή, «Ψη­λα­φή­σεις», που ή­ταν και το πρώ­το βι­βλίο του, το 1985, με­τρού­με πέ­ντε συ­λ­λο­γές διη­γη­μά­των, δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα (1993, 2002) και τρεις ε­κτε­νείς α­φη­γή­σεις (Δεκ. 2005 - Νοέμ. 2011). Απο­μο­νώ­νο­ντας τη σο­δειά των διη­γη­μά­των, α­να­φέ­ρα­με τρεις πε­ριό­δους: τα 30 διη­γή­μα­τα των δυο πρώ­των συ­λ­λο­γών (1987, 1989), τα διη­γή­μα­τα των δυο ε­πό­με­νων (1998, 2001) α­πό 18 ε­κά­στη και τα 25 της πέ­μπτης (Δεκ. 2009). Πε­ρί­που στο τέ­λος κά­θε δε­κα­ε­τίας, ε­μ­φα­νί­ζο­νται οι ό­ποιες α­λ­λα­γές, σαν να κυο­φο­ρού­νται στο ε­ν­διά­με­σο. Σε ε­κεί­νο το σχο­λια­σμό, χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με τα διη­γή­μα­τα της τε­λευ­ταίας συ­λ­λο­γής, “διη­γή­μα­τα της ω­ρι­μό­τη­τας”, και πε­ρι­μέ­να­με τη σο­δειά της έ­κτης συ­λ­λο­γής, που θα τα συ­μπλή­ρω­νε. Η συ­λ­λο­γή δεν ά­ρ­γη­σε, ε­κ­δό­θη­κε Νοέμ. 2012, μό­νο που τα και­νού­ρια πε­ζά εί­ναι ε­τε­ρο­γε­νή και ως σύ­νο­λο η συ­λ­λο­γή δεν έ­ρ­χε­ται σαν συ­νέ­χεια των δια­φο­ρο­ποιή­σεων που ση­μειώ­νο­νταν στην προ­η­γού­με­νη.
Συ­νέ­βη κά­τι που δεν εί­χα­με προ­βλέ­ψει ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, δεν εί­χα­με θε­λή­σει να δού­με πό­σο πι­θα­νό ή­ταν να συ­μ­βεί. Η κει­με­νι­κή ευ­ρυ­χω­ρία που προ­σφέ­ρουν οι ε­κτε­νείς α­φη­γή­σεις, με­γα­λύ­τε­ρη και α­πό ε­κεί­νη της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας, φαί­νε­ται να κε­ρ­δί­ζει τον συ­γ­γρα­φέα. Ο βρα­χύ­λο­γος διη­γη­μα­το­γρά­φος υ­πο­χώ­ρη­σε, πα­ρα­χω­ρώ­ντας έ­δα­φος σε έ­ναν λα­λί­στα­το α­φη­γη­τή. Έτσι κι α­λ­λιώς, το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό που α­λ­λά­ζει στις τρεις πε­ριό­δους της διη­γη­μα­το­γρα­φίας του Δη­μη­τρίου εί­ναι η σχέ­ση α­φη­γη­τή και χα­ρα­κτή­ρων. Αρχι­κά, ο α­φη­γη­τής ε­μ­φα­νί­ζε­ται α­πο­στα­σιο­ποιη­μέ­νος, για να γί­νει στην προ­η­γού­με­νη συ­λ­λο­γή μέ­το­χος των πα­θών τους μέ­χρι και πρω­τα­γω­νι­στής. Αλλά ας δού­με στις λε­πτο­μέ­ρειές τους τα και­νού­ρια φο­ρέ­μα­τα, που έ­ρα­ψε ο Δη­μη­τρίου. Τα πε­ρι­σ­σό­τε­ρα ο­λο­καί­νου­ρ­γα, με­ρι­κά με­τα­ποιη­μέ­να, και κά­ποια πα­λαιό­τε­ρα. Αυ­τά τα τε­λευ­ταία εί­ναι ο­κτώ, ή­δη δη­μο­σιευ­μέ­να. Δη­λα­δή, μό­λις το έ­να τέ­τα­ρ­το της συ­λ­λο­γής, σε α­ντί­θε­ση με την τρέ­χου­σα συ­νή­θεια, σε μια συ­λ­λο­γή, σχε­δόν το σύ­νο­λο να α­πο­τε­λεί­ται α­πό δη­μο­σιευ­μέ­να. Όσο για τα με­τα­ποιη­μέ­να, πρό­κει­ται για ε­κεί­να που δεί­χνουν σαν ε­να­λ­λα­κτι­κές ε­κ­δο­χές πα­λαιό­τε­ρων ι­στο­ριών ή και ως κε­φά­λαια των τριών ε­κτε­νών α­φη­γή­σεων.
Τ’ α­γνά­ντιο
Το πα­λαιό­τε­ρο δη­μο­σιευ­μέ­νο εί­ναι έ­να διή­γη­μα σε συ­λ­λο­γι­κό τό­μο του 2005, με θέ­μα τη μη­τέ­ρα. Ο τί­τ­λος βγαί­νει α­πό την ευ­χή μιας γε­ρό­ντι­σ­σας στη γει­το­νο­πού­λα που της πα­ρα­στε­κό­ταν, α­φού το μο­να­δι­κό παι­δί που της εί­χε α­πο­μεί­νει βρι­σκό­ταν κά­που στα ξέ­να, “Βρύ­σες να ’χεις στο πλευ­ρό σου και νε­ρά να σου τρέ­χου­ν”. Η ευ­χή έ­πια­σε, η γει­το­νο­πού­λα έ­γι­νε “μπά­μπω μ’ α­γ­γό­νια” και με­τρά­ει δε­κα­ε­ν­νιά βρύ­σες έ­να γύ­ρω στη γει­το­νιά της. Κι αυ­τό, μια έ­ν­δει­ξη, ό­τι το χω­ριό ε­κ­συ­γ­χρο­νί­στη­κε. Την η­πει­ρώ­τι­κη, ό­μως, ντο­πιο­λα­λιά την σώ­ζει α­λώ­βη­τη. Το δεί­χνει η κου­βέ­ντα της γει­το­νο­πού­λας με τη φί­λη της για τη γε­ρό­ντι­σ­σα, που, στα τε­λευ­ταία της, ευ­τύ­χη­σε, ό­χι μό­νο να βρει το γιο της, α­λ­λά και να ζή­σει με την φα­μί­λιά του στην Αμε­ρι­κή. Και ό­λα αυ­τά, χά­ρις στο γρά­μ­μα που έ­στει­λαν “στην ε­φη­με­ρί­δα που έ­βγα­ζε στα Γιά­ν­νε­να ο Χρη­στο­βα­σί­λης”. Πρό­κει­ται για την «Ελευ­θε­ρία», που κυ­κλο­φο­ρού­σε δυο φο­ρές την ε­βδο­μά­δα με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Ηπεί­ρου. Ενθου­σια­σμέ­νος τό­τε ο Χρή­στος Χρη­στο­βα­σί­λης, ε­γκα­τέ­λει­ψε την Αθή­να και την «Ακρό­πο­λη» για να γυ­ρί­σει στον τό­πο του και να βγά­λει τη δι­κή του ε­φη­με­ρί­δα, που την ε­ξέ­δι­δε μέ­χρι το θά­να­τό του, το 1937.
Στον Χρη­στο­βα­σί­λη α­να­φέ­ρε­ται και το κα­τα­λη­κτι­κό πε­ζό της συ­λ­λο­γής, «Θε­λε­σου­ριά», δη­μο­σιευ­μέ­νο, Αύ­γου­στο 2011. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­να­κα­λεί το διή­γη­μα του Χρη­στο­βα­σί­λη «Ο γυ­ρι­σμός του ξε­νι­τε­μέ­νου», έ­να α­πό τα πο­λ­λά των σχο­λι­κών α­να­γνω­στι­κών, δη­μο­τι­κού και γυ­μνα­σίου, που α­πο­σύ­ρ­θη­καν ο­λο­σχε­ρώς με τη με­τα­πο­λί­τευ­ση. Εκεί, “σ’ έ­να α­γνά­ντιο” κα­ρ­τέ­ρα­γε για χρό­νια η μά­να το γιο της να γυ­ρί­σει α­πό την ξε­νι­τιά, στο ί­διο μέ­ρος που τον εί­χε α­πο­χαι­ρε­τή­σει. Αντί­στοι­χα, στο πε­ζό, στη “Θε­λε­σου­ριά”, που εί­ναι “μια ρα­χού­λα με ει­κο­νο­στά­σι τ’ Αϊ-Θα­νά­ση”, α­πο­χαι­ρε­τού­σαν οι συ­γ­γε­νείς ό­σους έ­φευ­γαν α­πό την Πό­βλα της Μου­ρ­γκά­νας, κα­τά τα λε­γό­με­να της μά­νας του συ­γ­γρα­φέα. Κά­θε τό­πος και «Τ’ Αγνά­ντε­μά» του, για να θυ­μη­θού­με και το διή­γη­μα του δέ­κα χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρου του Χρη­στο­βα­σί­λη, Πα­πα­δια­μά­ντη. Ή και τους «Κλα­ψό­δε­ντρούς» του, στην ά­κρη των κο­ζα­νί­τι­κων χω­ριών, που α­πα­θα­να­τί­ζουν με τις πρό­σφα­τες ι­στο­ρίες τους, οι συ­νο­μή­λι­κοι του συ­γ­γρα­φέα, Κα­τε­ρί­να Μη­λιού και Γιώ­ρ­γος Σκα­μπα­ρ­δώ­νης.
Εδώ, πρό­κει­ται για μια α­πό τις αυ­το­βιο­γρα­φι­κές α­φη­γή­σεις της πρό­σφα­της συ­λ­λο­γής, που πα­ρα­τί­θε­νται με τη χα­λα­ρή α­φη­γη­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία μιας α­νά­μνη­σης ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, του μνη­μο­νι­κού συ­μ­φυ­ρ­μού πε­ρι­σ­σό­τε­ρων πε­ρι­στα­τι­κών. Μια πα­ρό­μοια α­φή­γη­ση, α­λ­λά δια­φο­ρε­τι­κής πνοής, κα­θώς α­ντ­λεί­ται α­πό πιο πρό­σφα­τες ει­κό­νες και συ­να­ντή­σεις, εί­ναι το «Βό­λια – μπα­ρού­τι». Ο τί­τ­λος εί­ναι ο κα­τα­λη­κτι­κός στί­χος του ποιή­μα­τος του Βί­κτω­ρος Ου­γκώ, «Ελλη­νό­που­λο», για την κα­τα­στρο­φή της Χίου. “Βό­λια, μπα­ρού­τι θέ­λω. Να.”, ό­πως α­πέ­δω­σε ο Πα­λα­μάς την α­πά­ντη­ση του παι­διού, που “κα­θό­ταν ξυ­πό­λυ­το στις ρά­χες”, μο­να­χό και θλι­μ­μέ­νο. Στην α­φή­γη­ση, η μα­θη­τι­κή α­νά­μνη­ση α­πό σχο­λι­κό ε­ο­ρ­τα­σμό της ε­θνι­κής ε­ο­ρ­τής δεν συ­γκρα­τεί το πα­ρα­μι­κρό ί­χνος α­πό το πνεύ­μα ε­θνι­κής α­νά­τα­σης. Αντι­θέ­τως, δια­ν­θί­ζε­ται με μια α­νά­μνη­ση παι­δο­φι­λι­κής ε­ξω­τε­ρί­κευ­σης δα­σκά­λου. Κα­τά τα ά­λ­λα, στο πε­ζό προ­βά­λ­λουν με έ­μ­φα­ση οι γνω­στές α­πό­λυ­τες α­πό­ψεις του συ­γ­γρα­φέα για το κα­τα­πιε­στι­κό σχο­λι­κό σύ­στη­μα, που το έ­χει πα­ρο­μοιά­σει με “κρε­α­το­μη­χα­νή” και ε­δώ, με στρα­το­κρα­τι­κό πει­θα­να­γκα­σμό.
Υπά­ρ­χουν και ά­λ­λα πε­ζά, που το­πο­θε­τού­νται στα χω­ριά της Μου­ρ­γκά­νας ή και στην Αθή­να, με πρω­τα­γω­νι­στές μέ­τοι­κους α­πό ε­κεί­να τα μέ­ρη. Σε αυ­τά, α­να­βιώ­νει, σε μι­κρό­τε­ρη ή με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση, η η­πει­ρώ­τι­κη ντο­πιο­λα­λιά. Σε τρεις α­κό­μη ι­στο­ρίες, κου­βε­ντιά­ζουν κο­πέ­λες και γε­ρό­ντι­σ­σες. Δεί­χνουν σαν πρό­σθε­τα κε­φά­λαια στη δεύ­τε­ρη ε­κτε­νή α­φή­γη­ση, προ πε­ντα­ε­τίας, «Σαν το λί­γο το νε­ρό». Από τη ντο­πιο­λα­λιά, α­ρ­κε­τές εί­ναι οι λέ­ξεις, που η ση­μα­σία τους δεν συ­νά­γε­ται α­πό τα συ­μ­φρα­ζό­με­να. Ωστό­σο, το ε­ν­δια­φέ­ρον της α­φή­γη­σης το δια­φυ­λά­σ­σει, κυ­ρίως στις με­γα­λύ­τε­ρες ι­διω­μα­τι­κές νη­σί­δες, η ποιη­τι­κή της γλώ­σ­σας. Μα­ζί με τη γλώ­σ­σα, τον τρό­πο ζωής, την πα­ρα­κα­τια­νή θέ­ση της κο­πέ­λας, μέ­χρι να της δί­νουν το πα­ρω­νύ­μιο Διώ­χνω, ό­ταν τυ­χαί­νει να εί­ναι η τε­λευ­ταία α­πό έ­ξι κο­πέ­λες πριν το α­ρ­σε­νι­κό, ο α­φη­γη­τής σώ­ζει τα πα­λαιά ο­νό­μα­τα των χω­ριών. Πρώ­το με­τα­ξύ αυ­τών, ο γε­νέ­θλιος τό­πος του συ­γ­γρα­φέα, η Πό­βλα, που σή­με­ρα ο­νο­μά­ζε­ται Αμπε­λώ­νας.
Ένα α­πό τα κα­λύ­τε­ρα α­φη­γή­μα­τα με ε­πή­λυ­δες εξ ε­πα­ρ­χίας εί­ναι «Το νε­ρό της ψυ­χής». Μπο­ρεί αυ­τά τα α­φη­γή­μα­τα να μην ρά­βουν πά­ντο­τε φό­ρε­μα, του­λά­χι­στον με τα μέ­τρα και στα­θ­μά ε­νός α­μι­γούς διη­γή­μα­τος, α­λ­λά σκια­γρα­φούν τύ­πους πα­λαιό­τε­ρων χρό­νων. Ένας α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κός εί­ναι ο ε­βδο­μη­ντά­χρο­νος, που “πέ­θα­νε η γυ­ναί­κα του και η κό­ρη του τον έ­φε­ρε” α­πό το χω­ριό ε­κών ά­κων στην Αθή­να. Μό­νος και έ­ρη­μος, κρε­μα­σμέ­νος στο τη­λέ­φω­νο, ε­πα­να­λά­μ­βα­νε: “Το νε­ρό και το ψω­μί της ψυ­χής εί­ναι η ε­πι­κοι­νω­νία.”
Υπά­ρ­χει και έ­να πε­ζό, που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι κε­φά­λαιο στο βι­βλίο «Τα ο­πω­ρο­φό­ρα δέ­ντρα της Αθή­νας». Ήδη, ο τί­τ­λος του, «Ο κα­ρ­που­ζο­κέ­φα­λος σε νέες πε­ρι­πέ­τειες», προϊδεά­ζει για τη διά­θε­ση του συ­γ­γρα­φέα να σπρώ­ξει πε­ραι­τέ­ρω τη δια­κω­μώ­δη­ση. Όσο, ό­μως, αυ­ξά­νει ο ε­μπαι­γ­μός του γη­γε­νούς κοι­νω­νι­κού πε­ρί­γυ­ρου, τό­σο ε­ξω­ραΐζο­νται α­φη­γη­μα­τι­κά, α­λ­λά και προ­βι­βά­ζο­νται α­πό κο­μπά­ρ­σοι σε πρω­τα­γω­νι­στές, οι εξ Αλβα­νίας ε­ρ­χό­με­νοι. Άλλω­στε, τέ­σ­σε­ρα και­νού­ρια φο­ρέ­μα­τα, το έ­να α­πό αυ­τά δη­μο­σιευ­μέ­νο πέ­ρυ­σι, ρά­βο­νται με κου­μπιά Αλβα­νούς. Δεν πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για συ­γκε­κρι­μέ­νους τύ­πους, α­λ­λά μά­λ­λον για κά­ποιες ψυ­χο­λο­γι­κές κα­τα­στά­σεις πίε­σης και κα­τα­πίε­σης. Όπως το πρώ­το πέ­ρα­σμα της συ­νο­ρια­κής γρα­μ­μής, το κα­τά την α­ντί­στρο­φη πο­ρεία πέ­ρα­σμα στον ε­πα­να­πα­τρι­σμό, την κα­κο­με­τα­χεί­ρι­ση α­πό Έλλη­να α­φε­ντι­κό ή, α­κό­μη, τη με­τα­μ­φίε­ση σε Ιτα­λό προς α­πο­φυ­γή της α­πα­ξίω­σης α­πό τη γει­το­νιά. Φο­ρέ­μα­τα, που δεί­χνουν κο­μ­μέ­να και ρα­μ­μέ­να στο πα­τρόν του πο­λι­τι­κώς ο­ρ­θού.
Τα πο­λύ­τι­μα κου­μπιά
Απο­μέ­νει έ­να σώ­μα εί­κο­σι πε­ζών, με κου­μπιά που κε­ρ­δί­ζουν το ε­ν­δια­φέ­ρον, α­λ­λά, ί­σως, με­ρι­κά α­πό τα φο­ρέ­μα­τα που ρά­φτη­καν για χά­ρη τους, να α­παι­τού­σαν πε­ρι­σ­σό­τε­ρη προ­σο­χή στο φι­νί­ρι­σμα. Θε­μα­τι­κά συ­γ­γε­νεύουν με πα­λαιό­τε­ρες ι­στο­ρίες του Δη­μη­τρίου. Λ.χ., «Ο διο­ρι­σμός» θυ­μί­ζει διη­γή­μα­τα α­πό τις δυο πρώ­τες συ­λ­λο­γές διη­γη­μά­των, που α­ντ­λού­σαν έ­μπνευ­ση α­πό συ­μ­βά­ντα στον το­μέα κα­θα­ριό­τη­τας του Δή­μου Αθη­ναίων. Το συ­γκε­κρι­μέ­νο κου­μπί εί­ναι και ε­πί­και­ρο, κα­θώς δί­νει μια πρω­τό­τυ­πη ε­κ­δο­χή στη σε­ξουα­λι­κή πλευ­ρά του δού­ναι και λα­βείν για έ­ναν διο­ρι­σμό στο Δη­μό­σιο. Με πιο πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα συ­γ­γε­νεύουν δυο πε­ζά, που το­πο­θε­τού­νται πα­ρά θί­ν’ α­λός, στις πα­ρά­πλευ­ρες πα­ρα­λίες Φλοί­σβου και Αλί­μου. Ο α­φη­γη­τής του Δη­μη­τρίου, ε­κτός α­πό την τρέ­λα του για τα ο­πω­ρο­φό­ρα των α­θη­ναϊκών συ­νοι­κιών, νιώ­θει σχε­δόν ε­ρω­τι­κά με τη θά­λα­σ­σα. Στο διή­γη­μα «Προ­σφυ­γά­κια», πλη­θαί­νουν οι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί τύ­ποι. Τό­σα κου­μπιά σε έ­να φό­ρε­μα, και ρα­μ­μέ­να κο­ντά κο­ντά, μέ­χρι να μπλέ­κο­νται τα μο­τί­βα τους, και το φό­ρε­μα α­δι­κούν και ε­κεί­να πά­νε στρά­φι. Θα μπο­ρού­σε ο συ­γ­γρα­φέ­ας να ε­πα­νέ­λ­θει. Άλλω­στε το γκρι­ζο­γά­λα­ζο ψά­ρι, που του έ­δω­σε έ­ναν ά­σχε­το θε­μα­τι­κά α­λ­λά τό­σο ω­ραίο τί­τ­λο, μπο­ρεί να του δώ­σει κι ά­λ­λους πρω­τό­τυ­πους τί­τ­λους, κα­θώς το α­πο­κα­λούν και γου­ρ­λο­μά­τα και τσι­μπλά­κι. Στο δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, ο τί­τ­λος, «Η βα­ρ­βα­ρό­τη­τα του γέ­νους», εί­ναι ό­χι μό­νο ω­ραίος α­λ­λά και πλα­γίως πε­ρι­παι­κτι­κός. Εδώ, το διή­γη­μα ε­πι­τεύ­χ­θη­κε.
Μέ­σα στη θε­μα­τι­κή του συ­γ­γρα­φέα, οι πα­ρά­ξε­νοι τύ­ποι α­ν­θρώ­πων, ά­λ­λο­τε μο­νό­χνο­τοι κι ά­λ­λο­τε α­πο­συ­νά­γω­γοι, κά­πο­τε και τα δυο μα­ζί, εί­ναι α­πό τα πο­λύ­τι­μα κου­μπιά, α­νε­ξά­ρ­τη­τα του φο­ρέ­μα­τος που προ­κύ­πτει. Στο «Μό­σχος και κα­νέ­λα» ε­πι­τυ­γ­χά­νε­ται ο α­συ­νή­θης στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Δη­μη­τρίου συ­γκε­ρα­σμός του ι­λα­ρού με το μο­ρ­φι­κά ε­ντε­λές. Ενώ, στο «Ξέ­νο ο­στούν», τα δά­νεια α­πό δια­βά­σμα­τα και η σώ­ρευ­ση ά­σχε­των πα­θο­λο­γι­κών συ­μπτω­μά­των θο­λώ­νουν το α­πο­τέ­λε­σμα. Ενώ ο χα­ρι­σμα­τι­κός τύ­πος στο πε­ζό «Η ο­μο­ρ­φιά της α­πώ­λειας» μό­λις που σκια­γρα­φεί­ται, πα­ρα­πέ­μπο­ντας στον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό νά­ρ­κι­σ­σο ή­ρωα του Ανδρέα Μή­τσου.
Ένα α­πό τα προ­σφι­λή θέ­μα­τα του Δη­μη­τρίου εί­ναι το στε­νό δέ­σι­μο του γο­νιού με το παι­δί του. Του πα­τέ­ρα με το γιο α­να­δει­κνύε­ται στο προ­τα­σ­σό­με­νο, «Η ση­μα­δού­ρα», ό­που το φό­ρε­μα θα βε­λ­τιω­νό­ταν με α­φαί­ρε­ση ή, έ­στω, με­τρια­σμό του κα­τα­λη­κτι­κού δρα­μα­τι­κού τό­νου. Το δέ­σι­μο μά­νας-γιου, μέ­σα α­πό την ο­πτι­κή του γιου, εί­ναι το θέ­μα σε του­λά­χι­στον δυο διη­γή­μα­τα, πα­ρει­σφρέ­ο­ντας ως δευ­τε­ρεύον και σε ά­λ­λα. Το έ­να, «Η ο­δο­ντό­βου­ρ­τσα», πι­θα­νώς και χά­ρις στη δια­λο­γι­κή μο­ρ­φή, α­πο­κτά τη δρα­στι­κό­τη­τα, που α­να­μέ­νε­ται α­πό έ­να διή­γη­μα. Το ά­λ­λο, «Οι κύ­κλοι της ζωής», στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό το πρό­βλη­μα του ά­γα­μου, που βρί­σκε­ται έ­ρ­μαιο στο κου­τσο­μπο­λιό του μι­κρού πε­ρί­γυ­ρου. Nα ση­μειώ­σου­με πως, για πρώ­τη φο­ρά, ο Δη­μη­τρίου πε­ρι­γρά­φει και θαύ­μα­τα Αγίων στα πε­ζά του. Μά­λι­στα, τη δεύ­τε­ρη φο­ρά, στο διή­γη­μα, «Η λα­μπά­δα», φαί­νε­ται να πα­τά­ει στα βή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Όπως σε ε­κεί­νου «Το νη­σί της Ου­ρα­νί­τσας», έ­τσι και ε­δώ, μια νιό­πα­ντρη ζει με την πε­θε­ρά, κα­θώς ο ά­ντρας της στη βδο­μά­δα πά­νω με­τά το γά­μο έ­φυ­γε στα ξέ­να. Και σε αυ­τήν τυ­χαί­νει α­νε­πι­θύ­μη­τη ε­γκυ­μο­σύ­νη, χω­ρίς ό­μως αυ­το­κτο­νία. Γί­νε­ται το θαύ­μα ε­γκαί­ρως, για να έ­χει η ι­στο­ρία χά­πυ ε­ντ.
Από τα και­νού­ρια θέ­μα­τα εί­ναι η α­γα­μία και με τις δυο ό­ψεις της. Τα πά­θη του γε­ρο­ντο­πα­λί­κα­ρου διε­κ­τρα­γω­δού­νται σε δυο διη­γή­μα­τα, «Το κου­μπί και το φό­ρε­μα» και «Με­γά­λε Μπί­λυ», προ­κρί­νο­ντας μο­ρ­φι­κά την πα­ρά­τα­ξη συ­μ­βά­ντων. Στο δεύ­τε­ρο, η κα­τά­λη­ξη κλεί­νει τον κύ­κλο ζωής ό­χι μό­νο του Τσί­λυ Δή­μου α­λ­λά και ο­λό­κλη­ρου του χω­ριού. Από ζω­ντα­νή κοι­νό­τη­τα, σχε­δόν ε­ρη­μώ­νει, με τις ε­πό­με­νες γε­νιές, σκό­ρ­πιες α­νά τον κό­σμο, να συ­να­ντιού­νται στο Δια­δί­κτυο α­ντί στο κα­φε­νείο των πα­π­πού­δων τους. Σε έ­να τρί­το πε­ζό, «Μην πρά­τ­τεις ό,τι δεν μπο­ρείς να πεις», το συ­νοι­κέ­σιο φέ­ρ­νει έ­στω και με κα­θυ­στέ­ρη­ση τη λύ­ση, μό­νο το φό­ρε­μα μέ­νει σαν η­μι­τε­λές, με με­τέω­ρη την ψυ­χο­γρά­φη­ση. Σε α­ντί­στι­ξη, πά­ντως, υ­πά­ρ­χουν δυο πε­ζά γύ­ρω α­πό τα πά­θη του συ­ζυ­γι­κού ή και γε­νι­κώς ε­ρω­τι­κού δε­σμού: το «Το­πο­τη­ρη­τής ή πα­τριά­ρ­χης» και το ευ­ρη­μα­τι­κό «Τρεις αυ­γου­λιέ­ρες και πα­ρα­λί­γο τέ­σ­σε­ρις». Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως αυ­τό το δεύ­τε­ρο το έ­χου­με δια­βά­σει, καί­τοι α­πό τα α­νέ­κ­δο­τα. Την ί­δια ε­ντύ­πω­ση του γνω­στού μας δη­μιου­ρ­γεί και το «Η βοή­θεια της Πα­να­γίας».
Η ά­λ­λη ό­ψη της α­γα­μίας, αυ­τή της σε­ξουα­λι­κής στέ­ρη­σης, κυ­ρίως του α­νι­κα­νο­ποίη­του, που α­να­ζη­τά το δια­φο­ρε­τι­κό, πο­λιο­ρ­κεί­ται σε τέ­σ­σε­ρα διη­γή­μα­τα. Το πρώ­το, «Κα­ρ­φί με κα­ρ­φί», ξε­κι­νά με μια πυ­κνή σε­λί­δα πε­ρί ε­ρω­τι­κής ε­μ­μο­νής, που προ­ε­τοι­μά­ζει για τα κα­λύ­τε­ρα. Όταν, ό­μως, ε­στιά­ζει στη συ­γκε­κρι­μέ­νη ε­μ­μο­νή του ή­ρωα, το α­πί­θα­νο του ευ­ρή­μα­τος α­πο­δυ­να­μώ­νει την α­φή­γη­ση. Στο ε­πό­με­νο, «Γλύ­κα στα γό­να­τα», η ε­μ­μο­νή δεν ξε­νί­ζει, ε­νώ η ε­μπλο­κή του ψυ­χία­τρου α­να­δει­κνύει το πό­σο δύ­σκο­λη εί­ναι η ε­κλο­γί­κευ­ση των ε­ρω­τι­κών ε­ρε­θι­σμά­των. Κά­τι που φα­νε­ρώ­νε­ται ευ­κρι­νέ­στε­ρα στο ε­πό­με­νο, το «Τι κρί­μα». Και α­πο­μέ­νει, «Το μέ­νος των σω­μά­των», ό­που η ε­μ­μο­νή παί­ρ­νει την ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη μο­ρ­φή του πά­θους και το πε­ζό του διη­γή­μα­τος.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι οι συ­γ­γρα­φείς, σχο­λια­σμούς σαν τον δι­κό μας, τους α­πο­κα­λούν φι­λο­λο­γι­σμούς και τους α­πο­ρ­ρί­πτουν. Ακό­μη και οι κα­λύ­τε­ροι θέ­λουν να τους βα­θ­μο­λο­γείς. Δεν α­πο­δέ­χο­νται, μά­λ­λον δεν κα­τα­δέ­χο­νται, τη συ­νο­μι­λία με τον κρι­τι­κό. Αλλά και ο κρι­τι­κός, ό­ταν βλέ­πει πα­ρα­παίο­ντα τον συ­γ­γρα­φέα, νιώ­θει σχε­δόν υ­πο­χρέω­σή του να το ε­πι­ση­μά­νει.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/7/2013.

Έρωτας με φόντο τους Αγανακτισμένους


Θα­νά­σης Χει­μω­νάς
«Ζού­με τις τε­λευ­ταίες μας μέ­ρες»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Φε­βρουά­ριος 2013
Τα τε­λευ­ταία δυο χρό­νια γρά­φο­νται διη­γή­μα­τα για την κρί­ση, α­ρ­χι­κά α­πό ε­πι­λο­γή του συ­γ­γρα­φέα, στη συ­νέ­χεια προ­στέ­θη­καν τα κα­τά πα­ρα­γ­γε­λία. Συ­χνά η κρί­ση μνη­μο­νεύε­ται και σε διη­γή­μα­τα με δια­φο­ρε­τι­κή θε­μα­το­λο­γία, κα­θώς φαί­νε­ται ό­τι έ­χει ή­δη κα­τα­λή­ξει κά­τι σαν χρο­νι­κός προ­σ­διο­ρι­σμός. Μέ­χρι πρό­τι­νος, πά­ντως, μυ­θι­στό­ρη­μα δεν εί­χε ε­μ­φα­νι­στεί. Πρό­σφα­τα, ω­στό­σο, ε­κ­δό­θη­καν και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα με φό­ντο την κρί­ση. Που ση­μαί­νει ό­τι λα­μ­βά­νουν χώ­ρα ε­δώ και τώ­ρα, ή, έ­στω, μέ­σα στην τε­λευ­ταία τριε­τία. Εξα­κο­λου­θούν, ό­μως, να ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε κά­ποιο δια­φο­ρε­τι­κό θέ­μα, το ο­ποίο πα­ρα­μέ­νει στο φά­σμα των θε­μα­τι­κών προ­τι­μή­σεων της τε­λευ­ταίας δε­κα­ε­τίας. Συ­χνή ε­πι­λο­γή εί­ναι οι πα­ρε­λ­θο­ντι­κές πε­ρι­πέ­τειες της χώ­ρας, με προ­τί­μη­ση στις δε­κα­ε­τίες ’40 και ’50 και λι­γό­τε­ρο, την ε­πτα­ε­τία της Δι­κτα­το­ρίας. Φαί­νε­ται να έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει η ά­πο­ψη ό­τι δια της α­ντι­πα­ρα­θέ­σεως του τό­τε με το τώ­ρα φω­τί­ζε­ται δια­φο­ρε­τι­κά το τό­τε. Για­τί οι συ­γ­γρα­φείς, πα­ρό­λο που ε­κεί­νο το τό­τε δεν το έ­ζη­σαν, κό­πτο­νται για την α­λή­θειά του. Οι νέες γε­νιές συ­γ­γρα­φέων θέ­τουν με­τ’ ε­πι­τά­σεως το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο, σή­με­ρα, μας α­φο­ρά αυ­τό το τραυ­μα­τι­κό για τη χώ­ρα πα­ρε­λ­θόν. Ενώ, ό­σοι σώ­ζουν ε­μπει­ρίες α­πό πρώ­το χέ­ρι ή ως γο­νι­κή κλη­ρο­νο­μιά, έ­χουν κα­τα­πια­στεί με την α­να­μό­ρ­φω­σή του, ώ­στε να συ­μ­φω­νεί με το θεω­ρού­με­νο σή­με­ρα ως ο­ρ­θό.
Το πώς βλέ­πουν το τώ­ρα μέ­νει προ­σώ­ρας ζη­τού­με­νο. Σύ­μ­φω­να με δη­λώ­σεις τους στον Τύ­πο, συ­μπά­σχουν με τους πει­να­λέ­ους, τους ο­ποίους συ­να­ντούν κα­τά τις βρα­δι­νές ε­ξό­δους τους χω­μέ­νους στους κά­δους α­πο­ρ­ρι­μ­μά­των. Ωστό­σο, το­νί­ζουν ό­τι, γε­νι­κό­τε­ρα, α­ντι­λα­μ­βά­νο­νται την κρί­ση ως ευ­και­ρία κα­λ­λι­τε­χνι­κής δη­μιου­ρ­γίας. Όσο για τις ε­κ­δη­λώ­σεις του πλή­θους, αυ­τές φαί­νε­ται να τις πα­ρα­κο­λου­θούν σαν θέ­α­μα, ό­πως, ά­λ­λω­στε, και έ­να κο­μ­μά­τι, ό­χι ευ­κα­τα­φρό­νη­της έ­κτα­σης, των πο­λι­τών. Από μια ά­πο­ψη, αυ­τό, α­κρι­βώς, το τε­λευ­ταίο ση­μείο, θί­γει το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα του Θα­νά­ση Χει­μω­νά.
Ιστο­ρία έ­ρω­τος
Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση σε σχέ­ση με τα πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που έ­χουν φό­ντο την κρί­ση, σε αυ­τό του Χει­μω­νά, το κυ­ρίως θέ­μα, α­ντί για τον Εμφύ­λιο, τους οι­κο­νο­μι­κούς με­τα­νά­στες και τα πα­ρε­πό­με­νά τους, εί­ναι μια ι­στο­ρία τρε­λού έ­ρω­τα και με τις δυο ση­μα­σίες της λέ­ξης τρε­λός, τό­σο αυ­τή της πα­ρα­φο­ράς ό­σο και της α­πε­ρι­σκε­ψίας. Ένας έ­ρω­τας μο­νό­πλευ­ρος και τε­λι­κά, α­νε­κ­πλή­ρω­τος, ό­πως ό­λοι οι με­γά­λοι έ­ρω­τες, γε­νι­κώς και ό­χι μό­νο στη λο­γο­τε­χνία, κα­τα­πώς το ει­δι­κεύει ο συ­γ­γρα­φέ­ας στις συ­νε­ντεύ­ξεις του. Πρό­κει­ται για το έ­βδο­μο βι­βλίο του Χει­μω­νά, που συ­μπλη­ρώ­νει δε­κα­πε­ντα­ε­τία συ­γ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας, πα­ρα­μέ­νο­ντας α­μι­γής μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και πι­στός στη θε­μα­τι­κή του πε­ριο­χή. Με τη δη­μο­σίευ­ση μιας ε­ρω­τι­κής ι­στο­ρίας σε ε­φη­με­ρί­δα έ­κα­νε το ντε­μπού­το του και με το πλέ­ξι­μο ε­ρω­τι­κών ι­στο­ριών συ­νε­χί­ζει. Το ε­ν­δια­φέ­ρον στοι­χείο των ι­στο­ριών του εί­ναι οι ε­κά­στο­τε ε­ρω­τευ­μέ­νοι, α­φού οι ε­μπλε­κό­με­νοι σε αυ­τήν εί­ναι ε­κεί­νοι που ρυ­θ­μί­ζουν τις δια­κυ­μά­ν­σεις της, τις κα­τα­στά­σεις τα­ρα­χής και πα­θών α­πό τις ο­ποίες πε­ρ­νά­ει, κα­θώς και τον χα­ρα­κτή­ρα της κα­τά­λη­ξής της.
Οι ή­ρωες του Χει­μω­νά κα­λύ­πτουν ό­λη τη γκά­μα αυ­τού που συ­νή­θως α­πο­κα­λού­με ά­ν­θρω­πο α­στα­θούς, κά­πο­τε και τα­ρα­γ­μέ­νου, ψυ­χι­σμού. Εί­ναι α­να­σφα­λείς, συ­μπλε­γ­μα­τι­κοί, κα­τα­θλι­πτι­κοί, πά­σχουν α­πό φο­βίες, έ­χουν κρί­σεις πα­νι­κού. Γι’ αυ­τούς ο έ­ρω­τας έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μιας σχε­δόν πα­θο­λο­γι­κής κα­τά­στα­σης. Σε α­ντί­θε­ση με ό,τι α­πο­κα­λού­με υ­γιή έ­ρω­τα, αν υ­πο­θέ­σου­με πως κά­τι τέ­τοιο υ­πά­ρ­χει, οι ε­κ­φά­ν­σεις του δι­κού τους έ­ρω­τα βρί­σκο­νται σε ά­με­ση συ­νά­ρ­τη­ση με τον πε­ρί­γυ­ρο, τον στε­νό α­λ­λά και τον ευ­ρύ­τε­ρο. Σε αυ­τό το ση­μείο, υ­πει­σέ­ρ­χε­ται και παί­ζει υ­πο­γείως κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο η ση­με­ρι­νή κρί­ση. Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα δεν α­πο­τε­λεί μό­νο το σκη­νι­κό κά­ποιων συ­μ­βά­ντων και θέ­μα των πα­ρε­πό­με­νων πε­ρι­στα­σια­κών στι­χο­μυ­θιών, α­λ­λά φαί­νε­ται να λει­του­ρ­γεί σαν α­πο­ρ­ρυ­θ­μι­στι­κός πα­ρά­γων. Εδώ, δεν πρό­κει­ται για την οι­κο­νο­μι­κή ή την πο­λι­τι­κή κρί­ση. Αυ­τές οι πλευ­ρές της ου­δό­λως α­φο­ρούν τους πρω­τα­γω­νι­στές της ι­στο­ρίας. Ανα­φέ­ρο­νται μό­νο σε ο­ρι­σμέ­νες σκη­νές και ε­κεί, α­πό τρί­τα πρό­σω­πα, α­κρι­βώς, για να φα­νεί πό­σο τους α­φή­νουν α­διά­φο­ρους.
Εκεί­νο που τους α­πο­διο­ρ­γα­νώ­νει, ω­θώ­ντας τους σε σπα­σμω­δι­κές α­ντι­δρά­σεις, εί­ναι η α­τμό­σφαι­ρα της έ­ντα­σης, που ε­πι­κρα­τού­σε το 2011, στο ο­ποίο το­πο­θε­τεί­ται η υ­πό­θε­ση. Τό­τε που υ­πή­ρ­χαν α­κό­μη Αγα­να­κτι­σμέ­νοι, οι ο­ποίοι ε­ξέ­φρα­ζαν την ο­ρ­γή τους δη­μο­σίως, δια­δη­λώ­νο­ντας. Πο­λ­λοί εί­ναι αυ­τοί που δη­λώ­νουν ό­τι δεν τους ε­ν­δια­φέ­ρει η πο­λι­τι­κή. Κυ­ρίως, γυ­ναί­κες, ό­πως η Κα­τε­ρί­να του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Εκεί­να τα γε­γο­νό­τα, ό­μως, στο κέ­ντρο της Αθή­νας, πα­ρέ­συ­ραν στη δί­νη τους α­ρ­κε­τούς και α­πό αυ­τούς. Όπως, ά­λ­λω­στε, και τα πα­λαιό­τε­ρα του 2008, α­λ­λά και οι ε­πε­τεια­κές πο­ρείες του Πο­λυ­τε­χνείου. Σε ό­λες αυ­τές τις ε­κ­δη­λώ­σεις υ­πά­ρ­χει το στοι­χείο του θεά­μα­τος, που α­πο­δει­κνύε­ται α­κα­τα­μά­χη­το. Κυ­ρίως τα τε­λευ­ταία χρό­νια, χά­ρις στα ΜΜΕ, που τις πα­ρου­σιά­ζουν σαν να δια­φη­μί­ζουν ται­νία σα­σπέ­νς, η ο­ποία ε­ν­δέ­χε­ται να ε­ξε­λι­χ­θεί σε θρί­λε­ρ, με διά­ση­μους πλέ­ον πρω­τα­γω­νι­στές τους γνω­στούς-ά­γνω­στους. Οπό­τε και ο α­διά­φο­ρος, που δεν χά­νει ού­τε έ­να ε­πει­σό­διο α­πό το α­με­ρι­κα­νι­κό «LOST», α­φή­νει την πο­λυ­θρό­να του και πε­τά­γε­ται να δει, εκ του σύ­νε­γ­γυς, το ε­λ­λη­νι­κό σί­ριαλ στην Πλα­τεία Συ­ντά­γ­μα­τος. Αν, μά­λι­στα, κα­τοι­κεί στο Κο­λω­νά­κι, ό­πως οι δυο φί­λες και συ­γκά­τοι­κοι στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η Κα­τε­ρί­να και η Κλέ­λια, πά­ει με τα πό­δια. Κι αυ­τές για το χα­βα­λέ πά­νε και ό­χι για­τί τις πεί­θει το λο­γί­δριο ε­νός πρώην ε­ρα­στή της Κα­τε­ρί­νας, που ε­μ­φα­νί­ζε­ται αι­φ­νι­δίως, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας με πά­θος ό­τι κα­νείς δεν μπο­ρεί να μεί­νει α­μέ­το­χος. Ως “λυ­ρι­κό ξέ­σπα­σμα” ε­κλα­μ­βά­νουν τη δρα­μα­τι­κή του ε­πί­κλη­ση: “Το χρω­στά­με στα παι­διά μας, ρε γα­μώ­το!”
Απ’ την πλευ­ρά της γυ­ναί­κας
Η Κα­τε­ρί­να πλη­σιά­ζει τα τριά­ντα. Δού­λευε ως δα­σκά­λα γα­λ­λι­κών, α­λ­λά, στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης, εί­ναι ά­νε­ρ­γη, χω­ρίς αυ­τό να την στε­νο­χω­ρεί. Γε­νι­κώς, “προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για το τι θα κά­νει στη ζωή της”. Συ­γ­γε­νείς πρώ­του βα­θ­μού δεν έ­χει ε­κτός α­πό τη μη­τέ­ρα της που δια­τη­ρεί μα­γα­ζί στην Ελα­σ­σό­να και δεν της “πο­λυ­μι­λά”. Ένας, μά­λ­λον ο τε­λευ­ταίος, δε­σμός της έ­χει δια­λυ­θεί πριν τρία χρό­νια. Η α­φή­γη­ση α­φή­νει να ε­ν­νο­η­θεί κοι­νή συ­ναι­νέ­σει. Στις πα­ραι­νέ­σεις της φί­λης της να μην δε­σμευ­τεί με κά­ποιον, που δεν τον έ­χει δο­κι­μά­σει στο κρε­βά­τι, α­πα­ντά ό­τι “σεξ έ­χει κά­νει α­ρ­κε­τό στη ζωή της”. Αυ­τό που νιώ­θει για τον Παύ­λο, τον ά­ντρα που ή­ρ­θε ου­ρα­νο­κα­τέ­βα­τος και έ­γι­νε το κέ­ντρο του κό­σμου, “εί­ναι σε έ­να α­νώ­τε­ρο ε­πί­πε­δο”.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι η φί­λη της Κλέ­λια πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν μια προ­σ­γειω­μέ­νη κο­πέ­λα. Ο ρό­λος της στο μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι βο­η­θη­τι­κός, προς α­νά­δει­ξη της ευαί­σθη­της ψυ­χο­σύ­ν­θε­σης της συ­γκα­τοί­κου της, που εί­ναι το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο. Εδώ, πρό­κει­ται για μια κλα­σι­κή πε­ρί­πτω­ση του έ­ρω­τα ως ε­μ­μο­νή. Όσο ο ά­λ­λος α­δια­φο­ρεί, τό­σο η ε­ρω­τευ­μέ­νη ε­πι­μέ­νει. Ού­τε η α­πό­ρ­ρι­ψη την κά­μπτει. Ο Παύ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος μοιά­ζει με κι­νού­με­νη ά­μ­μο, δεν α­πο­κα­λύ­πτει κα­νέ­να στοι­χείο ταυ­τό­τη­τας, συ­νε­χώς ε­ξα­φα­νί­ζε­ται, πα­ρου­σιά­ζει α­πό­το­μες α­λ­λα­γές διά­θε­σης. Ακρι­βώς, ό­λα ε­κεί­να, που με­γα­λώ­νουν την ε­πι­θυ­μία μιας ε­ρω­τευ­μέ­νης γυ­ναί­κας. Από την πλευ­ρά της, συ­μ­βά­λ­λει η πα­ντε­λής έ­λ­λει­ψη ε­ν­δια­φε­ρό­ντων, α­πα­σχό­λη­σης, φί­λων, που κά­νει τη σκέ­ψη της να στρέ­φε­ται συ­νε­χώς γύ­ρω α­πό ε­κεί­νον. Κα­τά τον πα­π­πού Φρόυ­ντ, πρό­κει­ται για μα­ζο­χι­στι­κό πει­θα­να­γκα­σμό, που δη­μιου­ρ­γεί στους ά­λ­λους την ε­ντύ­πω­ση της πα­ρά­νοιας.
Ο Χει­μω­νάς πε­ρι­γρά­φει αυ­τήν τη σχέ­ση α­πό την πλευ­ρά της γυ­ναί­κας, δη­μιου­ρ­γώ­ντας α­τμό­σφαι­ρα μυ­στη­ρίου γύ­ρω α­πό τα αί­τια της συ­μπε­ρι­φο­ράς του Παύ­λου. Η λύ­ση, που δί­νει στα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια, εί­ναι ι­κα­νο­ποιη­τι­κή για έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα που δεν φι­λο­δο­ξεί πλο­κή α­στυ­νο­μι­κού τύ­που. Το βα­σι­κό εί­ναι η α­πο­κά­λυ­ψη, ό­τι ο Παύ­λος “κα­τά­γε­ται α­πό έ­να α­πό τα πιο α­ρι­στο­κρα­τι­κά σό­για της Αθή­νας”, με ε­πι­χει­ρή­σεις στο Λο­ν­δί­νο. Δη­λα­δή, πρό­κει­ται για έ­ναν τύ­πο, που α­νή­κει σε ε­κεί­νο το μι­κρό μέ­ρος του πλη­θυ­σμού, που δεν το α­γ­γί­ζει η κρί­ση. Ίσως, μό­νο, να το βυ­θί­ζει βα­θύ­τε­ρα στις “σκο­τει­νές” δο­σο­λη­ψίες του. Η μυ­θο­πλα­σία φρο­ντί­ζει να δι­καιο­λο­γή­σει την αμ­φί­θυ­μη διά­θε­σή του με το σοκ ε­νός θα­να­τη­φό­ρου τραυ­μα­τι­σμού.
Τα πρό­σω­πα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­πο­βαί­νουν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά, α­κρι­βώς για­τί εί­ναι ε­γκλω­βι­σμέ­να στον μι­κρό­κο­σμό τους. Την Κα­τε­ρί­να δεν την ε­ν­δια­φέ­ρουν οι πο­ρείες, οι φα­σα­ρίες, τα ΜΑ­Τ, τα χη­μι­κά, ού­τε ο πι­θα­νός νε­κρός δια­δη­λω­τής. Μό­νο ο Παύ­λος. Πριν χά­σει τε­λείως τον συ­ναι­σθη­μα­τι­κό έ­λε­γ­χο, α­πο­πει­ρά­ται να δια­φύ­γει. Ακο­λου­θεί τον πρώην της για μό­νι­μη ε­γκα­τά­στα­ση στο Πα­ρί­σι. Αλλά η α­νία και η έ­λ­λει­ψη κά­ποιου αι­σθη­μα­τι­κού α­ντι­πε­ρι­σπα­σμού την φέ­ρ­νουν πί­σω. Το ε­ρώ­τη­μα που θέ­τει πλα­γίως το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χει­μω­νά εί­ναι μή­πως χα­ρα­κτή­ρες, ό­πως αυ­τοί που σκια­γρα­φεί, α­πο­τε­λούν α­να­πό­σπα­στο κο­μ­μά­τι της ση­με­ρι­νής κοι­νω­νίας και της ε­πο­χής μας, το ί­διο ε­πι­τυ­χη­μέ­νοι με τους πα­λαιό­τε­ρους ή­ρωές του.
Επι­ση­μά­ν­θη­κε ως α­δυ­να­μία του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος το ό,τι πα­ρου­σιά­ζει την Ελλά­δα της κρί­σης να μην α­γ­γί­ζει κα­νέ­ναν α­πό τους πρω­τα­γω­νι­στές. Μή­πως, ό­μως, αυ­τό α­κρι­βώς εί­ναι το σύ­μπτω­μα μιας με­ρί­δας του συ­λ­λο­γι­κού σώ­μα­τος; Στα γε­γο­νό­τα, ό­ταν γί­νε­ται “σκο­τω­μός, μπά­τσοι, κου­κου­λο­φό­ροι, δα­κρυ­γό­να”, οι πρω­τα­γω­νι­στές δεν τρέ­χουν α­λ­λό­φρο­νες, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν. Σύ­μ­φω­να με το μυ­θι­στό­ρη­μα, πά­νε για να χα­ζέ­ψουν και με­τά την “κά­νου­ν”. Ο κα­θέ­νας προς τα ό­που μπο­ρεί. Άλλος για το Πα­ρί­σι, ά­λ­λος για το γε­νέ­θλιο τό­πο κι ά­λ­λος, το συ­νη­θέ­στε­ρο, στην α­να­παυ­τι­κή πο­λυ­θρό­να της τη­λεό­ρα­σης.
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 21/7/2013.

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Φιλόδοξο βήμα

Φράνσις
Μπέικον,
«Σπουδή για
προσωπογραφία», 1971.



Πά­νος Τσί­ρος
«Δεν εί­ν’ έ­τσι;»
Εκδό­σεις Μι­κρή Άρκτος
Μάρ­τιος 2013

Πέ­ντε χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση του πρώ­του βι­βλίου του Πά­νου Τσί­ρου, «Φέρ­τε μου το κε­φά­λι της Μα­ρίας Κέν­σο­ρα», εκ­δό­θη­κε το δεύ­τε­ρο. Πρό­κει­ται και πά­λι για έ­να ο­λι­γο­σέ­λι­δο βι­βλίο με διη­γή­μα­τα. Συ­μπτω­μα­τι­κά, τα δυο βι­βλία α­ριθ­μούν τον ί­διο α­ριθ­μό σε­λί­δων, 92. Αλλά­ζουν, ό­μως, το σχή­μα και η τυ­πο­τε­χνι­κή φυ­σιο­γνω­μία, κα­θώς άλ­λα­ξε ο εκ­δό­της. Από τις εκ­δό­σεις Γα­βριη­λί­δης το πρώ­το, α­πό την δι­σκο­γρα­φι­κή και εκ­δο­τι­κή ε­ται­ρεία Μι­κρή Άρκτος το δεύ­τε­ρο. Μι­κρός και ο δεύ­τε­ρος εκ­δο­τι­κός οί­κος, σύμ­φω­να και με την ε­πω­νυ­μία του, δέ­κα ε­πτά έ­τη με­τά την ί­δρυ­σή του, βου­τά στον ω­κε­α­νό της πε­ζο­γρα­φίας, δια­ψεύ­δο­ντας το ι­σχύον για την “α­εί­πο­τε πε­ρί τον πό­λον στρε­φό­με­νη­ν” Μι­κρή Άρκτο, το “μη­δέ­πο­τε εις τον ω­κε­α­νόν βυ­θι­ζο­μέ­νη­ν”. Ο εκ­δό­της, Πα­ρα­σκευάς Κα­ρα­σού­λος, με­τά την περ­σι­νή δι­πλή ε­πέ­τειο της συ­μπλή­ρω­σης πέ­ντε δε­κα­ε­τιών βίου και δυό­μι­σι στι­χουρ­γι­κής πα­ρου­σίας, και α­φού φρό­ντι­σε καλ­λι­τέ­χνες και ποιη­τές, α­πο­φά­σι­σε να κά­νει τό­πο και στους πε­ζο­γρά­φους. Ξε­κι­νά με τη διη­γη­μα­το­γρα­φία. Το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του Τσί­ρου εί­ναι το πρώ­το, ό­πως α­να­κοί­νω­σε, στη σει­ρά «Διη­γή­σεις».
Οκτώ χρό­νια νεό­τε­ρός του ο Τσί­ρος, πα­ρου­σιά­στη­κε με ε­κεί­νο το πρώ­το βι­βλίο, χω­ρίς προ­η­γού­με­νες δη­μο­σιεύ­σεις σε έ­ντυ­πα. Δεν έ­μει­νε α­μνη­μό­νευ­το το πό­νη­μά του. Επι­σή­μως, κα­τα­γρά­φτη­καν τέσ­σε­ρις πα­ρου­σιά­σεις, που συ­να­γω­νί­ζο­νται σε ε­παί­νους. Διά­κρι­ση δεν α­πέ­σπα­σε, ού­τε καν πρό­κρι­ση στη βρα­χεία λί­στα του Βρα­βείου Δια­βά­ζω για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους. Εκεί­νη τη χρο­νιά, το Βρα­βείο δό­θη­κε στην Σταυ­ρού­λα Σκα­λί­δη, ε­νώ, του διη­γή­μα­τος, στην ε­πί­σης πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη Μα­ρία Κου­γιουμτ­ζή. Το Κρα­τι­κό Βρα­βείο διη­γή­μα­τος –πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου δεν εί­χε α­κό­μη προ­κύ­ψει– στην Ευ­γε­νία Φα­κί­νου. Πά­ντως, το βι­βλίο δεν λη­σμο­νή­θη­κε. Υπήρ­ξαν αρ­γο­πο­ρη­μέ­νες πα­ρου­σιά­σεις, πι­θα­νώς α­πόρ­ροια των σχέ­σεων, που εί­χε αρ­χί­σει να έ­χει ο συγ­γρα­φέ­ας με το χώ­ρο του βι­βλίου. Άλλω­στε, δεν θα πρέ­πει να εί­ναι τυ­χαία η με­τα­στέ­γα­σή του σε εκ­δο­τι­κό οί­κο ο­μό­τε­χνού του.
Το βιο­γρα­φι­κό στο αυ­τά­κι του βι­βλίου έ­μει­νε το ί­διο, πλην της προ­σθή­κης της έκ­δο­σης του πρώ­του βι­βλίου και φω­το­γρα­φίας. Μια πλη­ρο­φο­ρία, που κα­νείς συ­γκρα­τεί, εί­ναι το θέ­μα των με­τα­πτυ­χια­κών σπου­δών του στο Λον­δί­νο. Ασχο­λή­θη­κε με το «Tractatus Logico-Philosophicus» του Βίτ­γκεν­σταϊν. Στη συ­νέ­χεια, ε­γκα­τέ­λει­ψε τις σπου­δές φι­λο­σο­φίας για τη Μέ­ση Εκπαί­δευ­ση. Αν και πο­τέ δεν ξέ­ρεις. Και ο Βίτ­γκεν­σταϊν διέ­κο­ψε την ε­να­σχό­λη­σή του με τη φι­λο­σο­φία και με­τά δέ­κα χρό­νια ε­πα­νήλ­θε. Όπως και να έ­χει, ε­κεί­νο το πρώ­το έρ­γο του αυ­στρια­κού φι­λό­σο­φου ε­ξα­κο­λου­θεί να τον α­πα­σχο­λεί. Μά­λι­στα, το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του δεί­χνει ό­τι τον έ­χει ε­πη­ρεά­σει ο φι­λο­σο­φι­κός στο­χα­σμός και της δεύ­τε­ρης πε­ριό­δου του Βίτ­γκεν­σταϊν. Αν τα πρώ­τα διη­γή­μα­τά του α­ντα­να­κλούν τον προ­βλη­μα­τι­σμό του νε­α­ρού Βίτ­γκεν­σταϊν, το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του α­κο­λου­θεί τον αυ­στρια­κό φι­λό­σο­φο στις α­να­ζη­τή­σεις του κα­τά τα ύ­στε­ρα χρό­νια, ό­πως αυ­τές κα­τα­γρά­φτη­καν στο δεύ­τε­ρο με­γά­λο έρ­γο του, τις «Φι­λο­σο­φι­κές έ­ρευ­νες».
Ήδη, στο πρώ­το διή­γη­μα του πρώ­του βι­βλίου, με τίτ­λο, «Χω­ρίς στό­μα», λαν­θά­νει η έ­βδο­μη και τε­λευ­ταία πρό­τα­ση της «Λο­γι­κό-Φι­λο­σο­φι­κής Πραγ­μα­τείας» (ό­πως α­πο­δό­θη­κε ο τίτ­λος του «Tractatus...» στα ελ­λη­νι­κά, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο του πρω­τό­τυ­που «Logisch-Philosophische Abhandlung»): “Για ό­σα δεν μπο­ρεί να μι­λά­ει κα­νείς, πρέ­πει να σω­παί­νει.” Το τι μπο­ρεί να ει­πω­θεί και να γί­νει κα­τα­νο­η­τό α­πό τον άλ­λο, δη­λα­δή η φύ­ση της γλώσ­σας, ή­ταν το θε­με­λιώ­δες πρό­βλη­μα, που έ­θε­σε ο αυ­στρια­κός φι­λό­σο­φος. Η α­πά­ντη­ση, στην ο­ποία κα­τέ­λη­ξε, γκρό­σο μό­ντο, ή­ταν ό­τι οι μό­νες κα­τα­νο­η­τές προ­τά­σεις εί­ναι ε­κεί­νες που δί­νουν μια ει­κό­να της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Από τα ό­ρια της γλώσ­σας, έ­νας συγ­γρα­φέ­ας περ­νά­ει σε ε­κεί­να της λο­γο­τε­χνίας. Στα πρώ­τα διη­γή­μα­τα, ο Τσί­ρος δο­κι­μά­ζει τα ό­ρια της ρε­α­λι­στι­κής α­φή­γη­σης. Οι ή­ρωές του, ε­κτός α­πό τους αν­θρώ­πους του πε­ρί­γυ­ρού τους, συγ­χρω­τί­ζο­νται με τους νε­κρούς τους, ό­πως και με τους προ­σφι­λείς τους πα­ρελ­θο­ντι­κών χρό­νων, με την υ­πό­στα­ση που ε­κεί­νοι εί­χαν τό­τε. Στο πα­ρόν, μπο­ρεί να εί­ναι μεν ζω­ντα­νοί, ό­μως εί­ναι άλ­λοι, κα­θώς, στο πέ­ρα­σμα του χρό­νου, δια­φο­ρο­ποιή­θη­κε η υ­πό­στα­σή τους. Αυ­τή η συμ­βίω­ση, που νο­ε­ρά γί­νε­ται σαν προέ­κτα­ση των κα­θη­με­ρι­νών συ­να­να­στρο­φών, δεν χω­ρά­ει στον πραγ­μα­τι­κό χώ­ρο. Η ε­πι­τυ­χία των διη­γη­μά­των έ­γκει­ται στον τρό­πο με τον ο­ποίο η α­φή­γη­ση περ­νά­ει στο χώ­ρο του φα­ντα­στι­κού ή συ­μπλη­ρώ­νει μια ει­κό­να της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας με προ­σφυ­γές στο πα­ρά­λο­γο.
Στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο, κερ­δί­ζει έ­δα­φος η ρε­α­λι­στι­κή α­φή­γη­ση. Δεν υ­πάρ­χουν πα­ρεκ­βά­σεις προς το φα­ντα­στι­κό, ε­νώ το πα­ρά­λο­γο πε­ριο­ρί­ζε­ται στο χώ­ρο των ο­νεί­ρων, τα ο­ποία και πλη­θαί­νουν. Οκτώ τα διη­γή­μα­τα του πρώ­του βι­βλίου, δέ­κα τέσ­σε­ρα τα πε­ζά του δεύ­τε­ρου, που χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται και αυ­τά διη­γή­μα­τα. Ωστό­σο, δια­βά­ζο­ντάς τα δη­μιουρ­γεί­ται η αί­σθη­ση της συ­νέ­χειας, με το τε­λευ­ταίο πε­ζό να θέ­τει υ­πό αί­ρε­ση τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του βι­βλίου ως συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Αυ­τό το δέ­κα­το τέ­ταρ­το πε­ζό φέ­ρει τον τίτ­λο, «Επί­λο­γος», και έ­χει, σε μι­κρο­γρα­φία, τη μορ­φή του «Tractatus...», ό­πως ε­πι­ση­μαί­νει και ο α­φη­γη­τής. Απο­τε­λεί­ται α­πό μια σει­ρά πα­ρα­τη­ρή­σεις πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νες και α­ριθ­μη­μέ­νες με δε­κα­δι­κή α­ρίθ­μη­ση. Δη­λα­δή, κα­θε­μία α­πό τις κύ­ριες πα­ρα­τη­ρή­σεις α­κο­λου­θεί­ται α­πό ά­λυ­σο προ­τά­σεων, που φέ­ρουν έ­να δεύ­τε­ρο δε­κα­δι­κό ψη­φίο. Οι κύ­ριες προ­τά­σεις του «Επι­λό­γου» εί­ναι έ­ξι, έ­να­ντι των ε­πτά θέ­σεων του «Tractatus...».
Στη δεύ­τε­ρη πρό­τα­ση του «Επι­λό­γου», ο α­φη­γη­τής ση­μειώ­νει: “Όλες οι προ­η­γού­με­νες ι­στο­ρίες α­φο­ρούν ά­με­σα ή έμ­με­σα τον φί­λο μου.” Ου­σια­στι­κά, α­να­τρέ­πει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό διη­γή­μα­τα, προϊδεά­ζο­ντας για την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή υ­φή του βι­βλίου του. Μά­λι­στα, μο­ντερ­νί­στι­κη, α­φού, σε μια ε­πό­με­νη πρό­τα­ση, δη­λώ­νει ό­τι δεν α­κο­λού­θη­σε “ευ­θύ­γραμ­μη ο­μα­λή α­φή­γη­ση”. Ενώ, σε μια άλ­λη, κα­το­πι­νή της πρό­τα­ση, δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη πως “μια ι­στο­ρία κα­τα­σκευά­ζε­ται ό­πως έ­να παζλ. Δεν έ­χει ση­μα­σία ποιο κομ­μά­τι θα βά­λεις πρώ­τα.” Γε­γο­νός που μπο­ρεί να ι­σχύει για τον τρό­πο γρα­φής, μό­νο που αυ­τός ο ά­ναρ­χος τρό­πος α­πο­βαί­νει προ­βλη­μα­τι­κός, ό­ταν δια­τη­ρεί­ται στην τε­λι­κή μορ­φή. Οι ε­πό­με­νες προ­τά­σεις, ω­στό­σο, υ­πε­ρα­σπί­ζο­νται την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα πα­ρό­μοιων α­φη­γη­μα­τι­κών πει­ρα­μα­τι­σμών. Στην τε­λευ­ταία πρό­τα­ση της πέ­μπτης α­λύ­σου, συ­νο­ψί­ζει: “Αλλά αυ­τό που θέ­λου­με να πού­με κα­θρε­φτί­ζε­ται μέ­σα σ’ αυ­τό που γρά­φου­με.”
Τι θέ­λει, λοι­πόν, να πει ο συγ­γρα­φέ­ας; Έμμε­σα δί­νε­ται η α­πά­ντη­ση, με τους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους που υιο­θε­τεί, τη δο­μή που δί­νει στο βι­βλίο, και, πρώ­τα α­π’ ό­λα, με τον τίτ­λο. Το “δεν εί­ν’ έ­τσι;” του τίτ­λου, εκ­φρά­ζει την α­βε­βαιό­τη­τα του α­φη­γη­τή. Δυο α­πό τα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια στις «Φι­λο­σο­φι­κές έ­ρευ­νες» του Βίτ­γκεν­σταϊν φέ­ρουν τους τίτ­λους, «Πε­ρί α­βε­βαιό­τη­τας» και «Τα ε­ντός μας». Το ε­ρώ­τη­μα που ε­κεί­νος έ­θε­τε ή­ταν το πώς μπο­ρώ να γνω­ρί­ζω τα αι­σθή­μα­τα και τις σκέ­ψεις του άλ­λου. Δεν μπο­ρώ να ε­ξο­μοιώ­σω την ε­μπει­ρία του με τη δι­κή μου, αλ­λά ού­τε και να στη­ρι­χτώ στη δι­κή του λε­κτι­κή δια­τύ­πω­ση για το τι αι­σθά­νε­ται. Ακό­μη κι αν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι ο άλ­λος εί­ναι ει­λι­κρι­νής και δεν υ­πο­κρί­νε­ται. Ο α­φη­γη­τής του Τσί­ρου πε­ρι­γρά­φει δρά­σεις και α­ντι­δρά­σεις των χα­ρα­κτή­ρων, με­τα­φέ­ρο­ντας ό­σα του λέ­νε. Για τις σκέ­ψεις και τα αι­σθή­μα­τά τους, ό­μως, ελ­λο­χεύει πά­ντο­τε η αμ­φι­βο­λία, δη­λα­δή κα­τά πό­σο εί­ναι πράγ­μα­τι έ­τσι.
Ένας τρό­πος πα­ρου­σία­σης του βι­βλίου θα ή­ταν η α­να­διά­τα­ξη του παζ­λ, σε μια α­πό­πει­ρα να α­πο­κα­τα­στα­θεί η χρο­νι­κή αλ­λη­λου­χία. Με ε­ξαί­ρε­ση το έ­βδο­μο κε­φά­λαιο, στα υ­πό­λοι­πα θα μπο­ρού­σε ο α­φη­γη­τής να εί­ναι κοι­νός. Οι τέσ­σε­ρις τό­ποι, στους ο­ποίους ε­κεί­νος βρί­σκε­ται σε δια­φο­ρε­τι­κούς χρό­νους, ο­δη­γούν σε τέσ­σε­ρις πε­ριό­δους της ζωής του. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μέ­νει α­πο­ρία, για­τί ως ε­ξώ­φυλ­λο ε­πι­λέχ­θη­κε πί­να­κας α­πό μια πέ­μπτη πό­λη, το Βε­λι­γρά­δι. Στην πρώ­τη χρο­νι­κά ε­νό­τη­τα, πέ­ντε κε­φα­λαίων (2,4,6,8,11), με τίτ­λους τα ο­νό­μα­τα προ­σώ­πων και συμ­βά­ντων γύ­ρω α­πό τα ο­ποία στρέ­φε­ται το κά­θε κε­φά­λαιο, ο α­φη­γη­τής κά­νει με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, σχε­τι­κές με τη φι­λο­σο­φία και τον Βίτ­γκεν­σταϊν, ό­πως λέει στην κο­πέ­λα του μπαρ που φλερ­τά­ρει. Της διη­γεί­ται και την υ­πό­θε­ση μιας ται­νίας που εί­δε τε­λευ­ταία, τον «Κρυμ­μέ­νο» του Μί­κα­ελ Χά­νε­κε. Πρό­κει­ται για α­φη­γη­μα­τι­κό τέ­χνα­σμα, ώ­στε να α­να­φερ­θεί πλα­γίως στο τι ση­μαί­νει πα­ρα­κο­λου­θώ τις ζωές των άλ­λων.
Σε αυ­τήν την ε­νό­τη­τα, υ­πάρ­χει μια υ­πο­τυ­πώ­δης πλο­κή. Πα­ρου­σιά­ζε­ται ο φί­λος του α­φη­γη­τή, που εί­ναι, σύμ­φω­να με τον «Επί­λο­γο», “ο ά­ξο­νας του βι­βλίου”. Τον α­να­φέ­ρει ως Δ. και εί­ναι συ­γκά­τοι­κός του. Ο α­φη­γη­τής πε­ρι­γρά­φει συ­γκε­κρι­μέ­να γε­γο­νό­τα, ό­πως η ε­πί­σκε­ψη των γο­νιών του Δ. και οι τυ­χαίες συ­να­ντή­σεις με γνω­στά του πρό­σω­πα. Η συ­νέ­χεια δί­νε­ται στο μο­να­δι­κό κε­φά­λαιο της δεύ­τε­ρης ε­νό­τη­τας (12), στο ο­ποίο ο α­φη­γη­τής εί­ναι φα­ντά­ρος στην Κο­μο­τη­νή. Αυ­τή η ε­νό­τη­τα, α­ντί του εκ των υ­στέ­ρων δη­λω­τι­κού τίτ­λου, «Χη­μι­κό ερ­γα­στή­ρι», θα μπο­ρού­σε να έ­χει τον κυ­ριο­λε­κτι­κό, «Το τη­λε­φώ­νη­μα», κα­θώς το μό­νο που συμ­βαί­νει εί­ναι έ­να τη­λε­φώ­νη­μα α­πό τον Δ., πα­ρα­μο­νή Πρω­το­χρο­νιάς, στο στρα­τό­πε­δο. Εκεί­νος εί­ναι α­κό­μη φοι­τη­τής στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και του ζη­τά­ει βοή­θεια. Η έκ­βα­ση δί­νε­ται ε­πι­γραμ­μα­τι­κά στον «Επί­λο­γο», σε ε­πί μέ­ρους πρό­τα­ση της υ­π’ α­ριθ­μό τρί­της α­λύ­σου: “Τε­λι­κά τη βοή­θεια που μου ζή­τη­σε δεν του την έ­δω­σα. Δεν ή­θε­λα να μπλέ­ξω.”
Σύ­ντο­μες και κο­φτές οι προ­τά­σεις, πε­ριο­ρί­ζο­νται στην πε­ρι­γρα­φή δρά­σεων και τη με­τα­φο­ρά δια­λό­γων, που δεί­χνουν κοι­νό­το­ποι, κα­θώς α­να­πα­ρά­γουν ό­σα συ­νή­θως λέ­γο­νται σε πα­ρό­μοιες πε­ρι­στά­σεις. Κά­ποιοι χα­ρα­κτή­ρες διη­γού­νται πα­ρελ­θο­ντι­κές ι­στο­ρίες, τις ο­ποίες ε­πί­σης με­τα­φέ­ρει ο α­φη­γη­τής. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, αυ­τός δεν σχο­λιά­ζει, σαν να κρα­τά α­πο­στά­σεις. Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, δί­νει α­φη­γη­μα­τι­κή υ­πό­στα­ση στη θέ­ση του αυ­στρια­κού δα­σκά­λου του ό­τι ε­κεί­νο που μπο­ρεί να πε­ρι­γρα­φεί εί­ναι οι εκ­φρά­σεις της αν­θρώ­πι­νης ζωής. Από ό,τι ε­ξω­τε­ρι­κεύε­ται και μό­νο, συ­νά­γου­με χα­ρα­κτή­ρες και αι­σθή­μα­τα. Οδη­γού­με­νοι α­πό αυ­τά, θα μπο­ρού­σα­με να ταυ­τί­σου­με τον ελ­λεί­πο­ντα α­φη­γη­τή του έ­βδο­μου κε­φα­λαίου με έ­ναν α­πό τους γνω­στούς τού κυ­ρίως α­φη­γη­τή. Συ­γκε­κρι­μέ­να, τον αλ­κοο­λι­κό Λά­ζα­ρο του έ­κτου κε­φα­λαίου. Χω­ρίς να εί­ναι α­πα­ραί­τη­το, κα­θώς τα πε­ζά δια­τη­ρούν την αυ­το­νο­μία τους. Με­ρι­κά, μά­λι­στα, δια­θέ­τουν α­ρε­τές διη­γή­μα­τος
Στην τρί­τη ε­νό­τη­τα, τεσ­σά­ρων κε­φα­λαίων (5,9,10,13), με πε­ρι­φρα­στι­κούς ή και αλ­λη­γο­ρι­κούς τίτ­λους, ο α­φη­γη­τής εί­ναι πα­ντρε­μέ­νος στην Αθή­να με γυ­ναί­κα έ­γκυο στον έ­κτο μή­να. Εδώ, ε­στιά­ζει στον ε­αυ­τό του. Ένας έν­δον λό­γος, που α­να­κυ­κλώ­νει σκέ­ψεις, αι­σθή­μα­τα και ε­νο­χές, για­τί δεν κα­τά­λα­βε τι ζη­τού­σαν οι άλ­λοι α­πό αυ­τόν. Όλοι πά­σχο­ντες, που α­γω­νιού­σαν να ξε­πε­ρά­σουν τις ε­ξαρ­τή­σεις τους α­πό αν­θρώ­πους, αλ­κοό­λ, ναρ­κω­τι­κές ου­σίες. Για το μό­νο πρό­σω­πο, που ο α­φη­γη­τής εκ­δη­λώ­νει συ­ναι­σθη­μα­τι­κή έ­γνοια, εί­ναι η σύ­ζυ­γος του. Κι αυ­τό, για­τί κυο­φο­ρεί την κό­ρη του. Κα­θρέ­φτης της ψυ­χι­κής του κα­τά­στα­σης εί­ναι τα ό­νει­ρα. Λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­φιαλ­τι­κά, τα κα­τα­γρά­φει με τη ζω­ντά­νια που δια­τη­ρούν για έ­ναν ε­λά­χι­στο χρό­νο με­τά το ξύ­πνη­μα. Ως κύ­ρια μορ­φή σε αυ­τά, προ­βάλ­λει ο πα­τέ­ρας. Γύ­ρω α­πό αυ­τόν και τα φροϋδι­κά υ­πο­κα­τά­στα­τά του στρέ­φο­νται δυο α­πό τα κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τα του βι­βλίου, το «Χαρ­τα­ε­τός» και το «Ο γέ­ρος στο σπί­τι», που θα μπο­ρού­σαν να δώ­σουν τρο­φή σε ε­κτε­νή ψυ­χα­να­λυ­τι­κή α­νά­πτυ­ξη.
Σε μια α­πό τις πα­ρα­τη­ρή­σεις του «Επι­λό­γου», ο α­φη­γη­τής προσ­διο­ρί­ζει: “Την πε­ρίο­δο που έ­γρα­ψα την ι­στο­ρία πε­ρί­με­να τη γέν­νη­ση της κό­ρης μου.” Αν δώ­σου­με βά­ση στο λό­γο του, η ε­να­πο­μέ­νου­σα ε­νό­τη­τα, δυο κε­φά­λαιων (1,3), με τους πα­ρά­ξε­νους τίτ­λους, «Δια­χεί­ρι­ση ποιό­τη­τας» και «Έχω δώ­σει τη ζωή μου», μέ­νει ε­κτός χρο­νι­κής αλ­λη­λου­χίας. Σε αυ­τήν ο α­φη­γη­τής ερ­γά­ζε­ται στο Λον­δί­νο και κα­τοι­κεί μα­ζί με τη σύ­ζυ­γό και την πε­θε­ρά του. Στην πρώ­τη πρό­τα­ση του πρώ­του κε­φα­λαίου, με το που α­νοί­γει το βι­βλίο, ε­κεί­νος μνη­μο­νεύει τη σο­βού­σα οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, πε­ρι­γρά­φο­ντας το ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο λον­δρέ­ζι­κο κέ­ντρο. Ανα­φέ­ρε­ται στον ε­αυ­τό του, την κα­θη­με­ρι­νή ρου­τί­να της ερ­γα­σίας του σε μια ε­ται­ρεία, ε­πι­μέ­νει σε κι­νή­σεις και συ­να­ντή­σεις. Χρη­σι­μο­ποιεί προ­σε­κτι­κή γλώσ­σα, ε­πι­δει­κνύο­ντας ορ­θο­λο­γι­στι­κή διά­θε­ση, που έ­χει κά­τι το μη­χα­νι­στι­κό, σαν να δί­νει α­να­φο­ρά σε α­νώ­τε­ρό του. Ο τό­νος αλ­λά­ζει ό­ταν α­πο­μα­κρύ­νε­ται α­πό τον τό­πο ερ­γα­σίας, στα συ­να­πα­ντή­μα­τα με με­τα­νά­στες στις δι­κές τους γει­το­νιές. Με τα δυο κε­φά­λαια αυ­τής της ε­νό­τη­τας, δη­μιουρ­γεί­ται α­πό την αρ­χή μια ορ­γουε­λι­κή α­τμό­σφαι­ρα, που, α­κο­λου­θώ­ντας την πα­ρά­τα­ξη των πε­ζών στο βι­βλίο, γί­νε­ται ό­λο και πιο α­πει­λη­τι­κή, φθά­νο­ντας να ε­ξαν­τλή­σει τις α­ντο­χές του α­φη­γη­τή, που βρί­σκε­ται τε­λι­κά σπρωγ­μέ­νος ε­κτός κοι­νω­νι­κού πε­ρί­γυ­ρου.
Το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του Τσί­ρου εί­ναι φι­λό­δο­ξο. Μπο­ρεί α­πό την κρι­τι­κή να ε­κτι­μη­θεί λι­γό­τε­ρο α­πό το πρώ­το, ό­πως συ­νέ­βη με το δεύ­τε­ρο έρ­γο του Βίτ­γκεν­σταϊν, που θεω­ρή­θη­κε αι­νιγ­μα­τι­κό. Εκεί­νος το εί­χε γρά­ψει με τους πό­νους του καρ­κι­νο­πα­θούς, αρ­νού­με­νος τη νο­σο­κο­μεια­κή πε­ρί­θαλ­ψη. Εί­χε προ­τι­μή­σει να συ­νε­χί­σει τις φι­λο­σο­φι­κές του έ­ρευ­νες, στο­χα­ζό­με­νος πά­νω στην έν­νοια του πό­νου. Πέ­θα­νε την ί­δια μέ­ρα με τον Κα­βά­φη, 18 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­πι­βιώ­νο­ντας δυο χρό­νια πε­ρισ­σό­τε­ρα. Το 1951, στα 72. Το φι­λο­σο­φι­κό πνεύ­μα που ε­πι­κρα­τού­σε τό­τε ή­ταν ξέ­νο προς τον δι­κό του στο­χα­σμό. Όπως, κα­λή ώ­ρα, το πνεύ­μα που ε­πι­κρα­τεί στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας ως προς το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του Τσί­ρου. Μό­νο που αυ­τός εί­ναι έ­νας μά­χι­μος, ε­τών 43. Εδώ, το ε­ρώ­τη­μα εί­ναι αν θα κρα­τή­σει ψη­λά τον πή­χυ των ε­πι­διώ­ξεων ή θα εν­δώ­σει.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/7/2013.

Λίγο απ’ όλα για την κρίση















Σύν­θη­μα σε βι­τρί­να α­δεια­νού κα­τα­στή­μα­τος της ο­δού Στα­δίου. Αδεια­νό α­πό το 1997, ό­ταν η κρί­ση της α­γο­ράς άρ­χι­σε να χτυ­πά­ει τις πρώ­τες ελ­λη­νι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις. Πρό­κει­ται για το άλ­λο­τε γνω­στό κα­τά­στη­μα
των Αθη­νών Άκρο­ν-Ίλιο­ν-Κρυ­στά­λ, Στα­δίου 26.


«Το α­πο­τύ­πω­μα της κρί­σης»
Ιστο­ρίες
Επι­μέ­λεια:
Ελέ­νη Μπού­ρα, Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη
Εκδό­σεις Με­ταίχ­μιο
Φε­βρουά­ριος 2013

Εκ πρώ­της ό­ψεως, ο τίτ­λος του βι­βλίου δεί­χνει πο­λύ ευ­ρύς για μια θε­μα­τι­κή συλ­λο­γή ι­στο­ριών. Δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται το­πι­κά, ο­πό­τε μπο­ρεί να α­φο­ρά την κρί­ση σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα ή σε συ­γκε­κρι­μέ­νο τμή­μα του πλα­νή­τη, ό­πως ο ευ­ρω­παϊκός νό­τος, ή, α­κό­μη στε­νό­τε­ρα, μια χώ­ρα, αλ­λά και α­κό­μη πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, την πρω­το­πό­ρο στον συ­γκε­κρι­μέ­νο στί­βο, Ελλά­δα. Επί­σης, α­φή­νει α­νοι­χτή τη σφαί­ρα, στην ο­ποία α­να­φέ­ρε­ται. Πο­λι­τι­κή, οι­κο­νο­μι­κή, πο­λι­τι­σμι­κή. Ακό­μη και μό­νο η πρώ­τη λέ­ξη του τίτ­λου, το α­πο­τύ­πω­μα, ε­πι­δέ­χε­ται δια­φο­ρε­τι­κές ερ­μη­νείες, κα­θώς δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται ε­πί ποιου σώ­μα­τος δη­μιουρ­γεί­ται αυ­τό το α­πο­τύ­πω­μα. Του ε­θνι­κού, του κοι­νω­νι­κού ή του προ­σω­πι­κού ως έν­δει­ξη ο­ρι­σμέ­νης ψυ­χο­λο­γι­κής κα­τά­στα­σης.
Αυ­τήν την ευ­ρύ­τη­τα, ω­στό­σο, πε­ριο­ρί­ζει, ή­δη με τον τίτ­λο του, ο πρό­λο­γος των δυο ε­πι­με­λη­τριών, της Ελέ­νης Μπού­ρα και της Μι­κέ­λας Χαρ­του­λά­ρη, «Το λο­γο­τε­χνι­κό α­πο­τύ­πω­μα της ελ­λη­νι­κής ε­πι­και­ρό­τη­τας». Σύμ­φω­να με το κεί­με­νό τους, “οι ι­στο­ρίες λει­τουρ­γούν ως με­γε­θυ­ντι­κός φα­κός αλ­λά και μαρ­τυ­ρίες για την κρί­ση στην Ελλά­δα α­πό το 2010”. Πού ση­μαί­νει την τριε­τία α­πό τις 23 Απρ. 2010, που ο τό­τε πρω­θυ­πουρ­γός Γιωρ­γά­κης Πα­παν­δρέ­ου, α­πό το α­κρι­τι­κό Κα­στε­λό­ρι­ζο, α­να­κοί­νω­νε την προ­σφυ­γή της χώ­ρας στον τρι­πλό μη­χα­νι­σμό οι­κο­νο­μι­κής στή­ρι­ξης μέ­χρι το χρό­νο γρα­φής των ι­στο­ριών, που προσ­διο­ρί­ζε­ται α­πό τον Μάρ. μέ­χρι τον Οκτ. του 2012. Μέ­νει να φα­νεί κα­τά πό­σο οι ι­στο­ρίες ε­πα­λη­θεύουν τις ε­ξαγ­γε­λίες τους. Ή, μή­πως κά­ποιοι α­πό τους συμ­με­τέ­χο­ντες συγ­γρα­φείς πα­ρε­ξέ­κλι­ναν, δε­λε­α­σμέ­νοι α­πό τον γε­νι­κό­λο­γο τίτ­λο. Αλλά και ό­σοι πε­ριο­ρί­στη­καν στο ε­δώ και τώ­ρα, κα­τά πό­σο λει­τούρ­γη­σαν με τον τρό­πο που τους ζη­τή­θη­κε, δη­λα­δή ως αυ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες.
Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, πρό­κει­ται για μια συλ­λο­γή 17 ι­στο­ριών α­πό ι­σά­ριθ­μους συγ­γρα­φείς, των ο­ποίων τα ο­νό­μα­τα α­να­γρά­φο­νται στο ε­ξώ­φυλ­λο και το ο­πι­σθό­φυλ­λο. Και τις δυο φο­ρές, ό­πως και στην πα­ρά­τα­ξη των ι­στο­ριών τους, υιο­θε­τεί­ται η αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά. Άλλω­στε, ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη τά­ξη μάλ­λον δεν θα γι­νό­ταν α­πο­δε­κτή α­πό τους συμ­με­τέ­χο­ντες. Μια δια­φο­ρε­τι­κή, ω­στό­σο, δια­δο­χή των ι­στο­ριών, πι­θα­νώς να έ­δι­νε έ­να α­φη­γη­μα­τι­κά πιο εν­δια­φέ­ρον α­πο­τέ­λε­σμα. Δεν πρό­κει­ται για αν­θο­λό­γη­μα, α­φού δεν έ­γι­νε στα­χυο­λό­γη­ση α­πό κά­ποια πα­ρα­κα­τα­θή­κη ή­δη δη­μο­σιευ­μέ­νων ι­στο­ριών, αλ­λά για ε­πι­λο­γή συ­γκε­κρι­μέ­νων συγ­γρα­φέων, που έ­γρα­ψαν “εν θερ­μώ” τις ι­στο­ρίες τους. Σύμ­φω­να με σχε­τι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα, οι συμ­με­τέ­χο­ντες πι­θα­νώς να ή­ταν πε­ρισ­σό­τε­ροι ή, ί­σως, να προ­τι­μώ­ντο κά­ποιοι άλ­λοι, που αρ­νή­θη­καν λό­γω α­νω­τέ­ρας βίας, του­τέ­στιν έλ­λει­ψης χρό­νου ή και δο­θεί­σης υ­πό­σχε­σης α­πό­λυ­της πί­στης στον εκ­δό­τη τους. Επι­δίω­ξη, πά­ντως, των ε­πι­με­λη­τριών ή­ταν να ε­πι­λε­γούν “οι πλέ­ον πα­ρεμ­βα­τι­κοί και εν­δια­φέ­ρο­ντες έλ­λη­νες συγ­γρα­φείς”. Με­γά­λη κου­βέ­ντα, α­πό ε­κεί­νες που συ­νη­θί­ζο­νται σε δια­φη­μι­στι­κά σλό­γκαν. Όταν, ό­μως, έρ­χε­ται α­πό δυο ε­πι­τυ­χη­μέ­νες μά­νατ­ζερ στο χώ­ρο του βι­βλίου, που δρα­στη­ριο­ποιού­νται σε αυ­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο της ει­κο­σα­ε­τίας, ως ε­πι­με­λή­τρια η πρώ­τη και ως βι­βλιο­πα­ρου­σιά­στρια η δεύ­τε­ρη, α­πο­κτά δια­φο­ρε­τι­κή βα­ρύ­τη­τα. “Κόου­τς” διά­ση­μων συγ­γρα­φέων χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται η Μπού­ρα, ελ­λη­νι­κό ι­σο­δύ­να­μο του Μπερ­νάρ Πι­βώ η Χαρ­του­λά­ρη, ά­ρα κά­τι θα γνω­ρί­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό ε­μάς για το τι συ­νι­στά σή­με­ρα τον πα­ρεμ­βα­τι­κό και εν­δια­φέ­ρο­ντα συγ­γρα­φέα. Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι δεν ε­πι­λέ­γουν τους κα­τέ­χο­ντες υ­ψη­λές θέ­σεις, ού­τε ό­σους έ­χουν κα­τέ­βει στον πο­λι­τι­κό στί­βο, ού­τε καν τους γνω­στούς ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φους. Ανε­ξάρ­τη­τα, πά­ντως, με το πό­σο πα­ρεμ­βαί­νουν στα κοι­νά οι 17 ε­πι­λεχ­θέ­ντες ή το πό­σο εν­δια­φέ­ρο­ντα μπο­ρεί να κρι­θούν τα βι­βλία τους, υ­πάρ­χει σα­φής προ­τί­μη­ση στους κα­τοί­κους της Αθή­νας, ό­πως και στους άρ­ρε­νες.
Οι ε­πι­λο­γές τους, γραμ­μα­το­λο­γι­κά, πε­ριο­ρί­ζο­νται σε δυο ο­μά­δες συγ­γρα­φέω­ν: Επτά τα­ξι­νο­μού­νται στους προ­βε­βλη­μέ­νους της λε­γό­με­νης γε­νιάς του ’80, ό­που δυο τρεις α­πό αυ­τούς θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν και πα­ρεμ­βα­τι­κοί. Και δέ­κα - α­νε­ξαρ­τή­τως η­λι­κίας, τρεις εί­ναι συ­νη­λι­κιώ­τες των προ­η­γού­με­νων - ε­ντάσ­σο­νται στην ε­πό­με­νη ο­μά­δα, που εμ­φα­νί­στη­κε με την αν­θο­φο­ρία της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’90 και φτά­νει μέ­χρι τις πα­ρα­μο­νές της κρί­σης. Και ε­δώ, δυο τρεις πι­θα­νώς και να χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν πα­ρεμ­βα­τι­κοί, με βά­ση το πό­σο συ­χνά εμ­φα­νί­ζο­νται με κά­ποια δή­λω­ση στα ΜΜΕ. Αν και αυ­τήν τη δια­ση­μό­τη­τα την ο­φεί­λουν μάλ­λον στις ε­παγ­γελ­μα­τι­κές τους δρα­στη­ριό­τη­τες πα­ρά στη συγ­γρα­φι­κή τους ι­διό­τη­τα. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, πο­τέ, ού­τε πα­λαιό­τε­ρα ού­τε σή­με­ρα, το πα­ρεμ­βα­τι­κός δεν ση­μαί­νει και εν­δια­φέ­ρων συγ­γρα­φέ­ας, χω­ρίς και να το α­πο­κλείει.
Θε­μα­τι­κές προ­τι­μή­σεις
Η γε­νι­κό­τε­ρη ε­ντύ­πω­ση α­πό τις ι­στο­ρίες τους εί­ναι ό­τι οι μι­κρό­τε­ροι η­λι­κια­κά συγ­γρα­φείς στά­θη­καν πιο πει­θαρ­χι­κοί, πι­θα­νώς και για­τί έ­χουν συ­νη­θί­σει να γρά­φουν ι­στο­ρίες κα­τά πα­ραγ­γε­λία για ποι­κί­λα έ­ντυ­πα και θε­μα­τι­κές αν­θο­λο­γίες. Αυ­τοί πε­ριο­ρί­στη­καν στο συ­γκε­κρι­μέ­νο θέ­μα της ελ­λη­νι­κής κρί­σης, ε­πι­λέ­γο­ντας ως ε­στία­ση, άλ­λοι τα αί­τια, που α­πλώ­νο­νται σε με­γα­λύ­τε­ρο βά­θος χρό­νου, και άλ­λοι τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα, ό­πως τα βιώ­νου­με σή­με­ρα. Αντι­θέ­τως, οι συγ­γρα­φείς της πρώ­της ο­μά­δας ά­νοι­ξαν τον θε­μα­τι­κό ο­ρί­ζο­ντα, μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, έ­μει­ναν προ­σκολ­λη­μέ­νοι στις δι­κές τους θε­μα­τι­κές προ­τι­μή­σεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση δυο συ­νο­μή­λι­κων, α­πό τους πο­λυ­γρα­φό­τε­ρους αυ­τής της ο­μά­δας, της Σώ­της Τρια­ντα­φύλ­λου και του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη. Από μια ά­πο­ψη, οι ι­στο­ρίες τους δεί­χνουν το α­πο­τύ­πω­μα της πα­γκό­σμιας κρί­σης, ή και ει­δι­κό­τε­ρα, τη βαρ­βα­ρό­τη­τα του ύ­στε­ρου κα­πι­τα­λι­σμού, που ξε­σπί­τω­σε α­πό Ιρα­κι­νούς μέ­χρι Αφρι­κα­νούς, δη­μιουρ­γώ­ντας το με­τα­να­στευ­τι­κό ρεύ­μα οι­κο­νο­μι­κών και πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων.
Αν και η ι­λα­ρο­τρα­γι­κή ι­στο­ρία του νε­α­ρού ά­ντρα α­πό το Μπε­νίν της Δυ­τι­κής Αφρι­κής έ­χει δια­φο­ρε­τι­κά αί­τια. Ο α­νή­συ­χος ή­ρωας της Τρια­ντα­φύλ­λου δι­ψά­ει για πε­ρι­πέ­τειες. Το ί­διο του κά­νει αν θα κα­τα­λή­ξει σε μια α­φρι­κα­νι­κή με­γα­λού­πο­λη ή σε μια ευ­ρω­παϊκή. Αρκεί να εί­ναι γαλ­λό­φω­νη, κα­θό­σον η χώ­ρα του, το πα­λαιό βα­σί­λειο της Δα­χο­μέ­ης, υ­πήρ­ξε γαλ­λι­κή α­ποι­κία. Κι αν δεν ε­γκα­θί­στα­ται τε­λι­κά στην Ελλά­δα, δεν φταίει η κρί­ση και η α­νερ­γία. Ένας κα­λός τε­χνί­της ό­πως αυ­τός, και μά­λι­στα, μαρ­μα­ράς, που κά­νει α­πό τα­φό­πλα­κες μέ­χρι με­ρε­μέ­τια μπά­νιου, δεν έ­χει πρό­βλη­μα. Το δι­κό του δρά­μα στά­θη­κε ε­ρω­τι­κό. Αντα­να­κλά το πα­λαιό και μέ­γα πρό­βλη­μα για έ­να ζευ­γά­ρι, αυ­τό του δια­φο­ρε­τι­κού θρη­σκεύ­μα­τος, που συ­νε­πά­γε­ται και άλ­λους η­θι­κούς κώ­δι­κες. Όταν, μά­λι­στα, ε­κεί­νος δεν εί­ναι μου­σουλ­μά­νος, ό­πως ο συ­μπα­τριώ­της του, που ε­πέ­δει­ξε ευε­λι­ξία και αλ­λα­ξο­πί­στη­σε, αλ­λά α­σπά­ζε­ται το βου­ντού, την πα­νάρ­χαια α­φρι­κα­νι­κή θρη­σκεία των θε­ο­ποιη­μέ­νων προ­γό­νων και των πνευ­μά­των τους, που α­πλώ­θη­κε στην α­με­ρι­κα­νι­κή ή­πει­ρο με τους σκλά­βους και την κυ­ρίευ­σε, το χά­σμα α­πο­βαί­νει α­γε­φύ­ρω­το. Η ι­στο­ρία έρ­χε­ται ως συ­νέ­χεια των α­φρι­κα­νι­κών μυ­θι­στο­ρη­μά­των της Τρια­ντα­φύλ­λου, με τίτ­λο, «Voodoo child», δά­νειο α­πό μι­κρού μή­κους, βρα­βευ­μέ­νη ται­νία.
Δια­φο­ρε­τι­κή εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση του Κούρ­δου α­πό το Ιρά­κ, που ήρ­θε πρό­σφυ­γας στην Ελλά­δα μέ­σω Τουρ­κίας αλ­λά τε­λι­κά έ­φυ­γε, ό­πως προϊδεά­ζει ο τίτ­λος της ι­στο­ρίας του Γρη­γο­ριά­δη, «Ο ξέ­νος που έ­φυ­γε». Σύμ­φω­να με την α­φή­γη­σή του, πε­ρισ­σό­τε­ρο τον α­πα­σχο­λεί το α­πο­τυ­χη­μέ­νο ζευ­γά­ρω­μά του με μια Αθη­ναία. Όπως ο ή­ρωας της Τρια­ντα­φύλ­λου, έ­τσι κι αυ­τός, δου­λειά βρί­σκει εύ­κο­λα στις οι­κο­δο­μές, ρα­τσι­στι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές και ξε­νο­φο­βία δεν α­να­φέ­ρει. Το μό­νο πα­ρά­πο­νό του εί­ναι η με­τα­να­στευ­τι­κή πο­λι­τι­κή, την ο­ποία συ­γκρί­νει με ε­κεί­νη των σκαν­δι­να­βι­κών χω­ρών, ό­που κα­τα­φεύ­γει στη συ­νέ­χεια. Τε­λι­κά, το βα­θύ­τε­ρο α­πο­τύ­πω­μα εί­ναι ε­κεί­νο του νό­στου, α­φού κα­τα­λή­γει να ε­πι­στρέ­ψει στο Ιράκ και ε­κεί να νοι­κο­κυ­ρευ­τεί.
Μια τρί­τη πε­ρί­πτω­ση εί­ναι αυ­τή του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου, κα­θώς η ι­στο­ρία του δεί­χνει σαν συ­νέ­χεια των πρό­σφα­των δη­μο­σιευ­μά­των του. Ήταν α­πό τους πρώ­τους, που έ­γρα­ψε διη­γή­μα­τα με πε­ρι­θω­ριο­ποιη­μέ­νους ε­σω­τε­ρι­κούς με­τα­νά­στες, και τώ­ρα, θα α­να­με­νό­ταν να τον ε­μπνεύ­σει “το νέο προ­λε­τα­ριά­το” της Αθή­νας. Όπως, ε­πί­σης, “η έ­ξο­δος προς την πε­ρι­φέ­ρεια” ή, έ­στω, η ε­πι­στρο­φή των με­τοί­κων της Αθή­νας στον γε­νέ­θλιο τό­πο τους. Αλλά ο Δη­μη­τρίου περ­νά­ει προ­σώ­ρας φά­ση αυ­το­βιο­γρά­φη­σης. Αφη­γεί­ται μια ε­πί­σκε­ψη στην Ηγου­με­νί­τσα, α­ντι­πα­ρα­θέ­το­ντας ει­κό­νες των αρ­χών του ’60 με ση­με­ρι­νές, στις ο­ποίες το­νί­ζε­ται η με­τα­μόρ­φω­ση της υ­παί­θρου, α­πό λου­λου­δια­σμέ­νες πλα­γιές με μο­νο­πά­τια σε πυ­κνά και εις ύ­ψος δο­μη­μέ­νη πε­ριο­χή. Αυ­τά εί­ναι τα “ξέ­να ρού­χα”, που, κα­τά τον τίτ­λο, φό­ρε­σε ο­λό­κλη­ρη η χώ­ρα. Δεν εί­ναι, βε­βαίως, ά­στο­χη ως πα­ρα­τή­ρη­ση, αν και δεί­χνει ε­πι­σφα­λής στη με­ρι­κό­τη­τά της .Όπως και ο πε­ριο­ρι­σμός των δει­νο­πα­θού­ντων στους Αλβα­νούς.
Τε­λι­κά, για τους συγ­γρα­φείς, το μέ­τρο της κοι­νω­νι­κής ευαι­σθη­σίας φαί­νε­ται πως εκ­φρά­ζε­ται μέ­σω των Αλβα­νών. Ένας άλ­λος συγ­γρα­φέ­ας της ί­διας γε­νιάς, ο Κώ­στας Ακρί­βος, δί­νει στην ι­στο­ρία του τη μορ­φή ε­πι­στο­λής, που ά­φη­σε μα­θη­τής στο γρα­φείο του κα­θη­γη­τή-α­φη­γη­τή. Με στό­χο να α­να­δεί­ξει το φαι­νό­με­νο του ρα­τσι­σμού, στή­νει έ­να δί­πο­λο: α­πό τη μια, ο Αλβα­νός που έ­γρα­ψε το γράμ­μα και α­πό την άλ­λη, ε­κεί­νος που “ζω­γρα­φί­ζει πά­νω στο θρα­νίο α­γκυ­λω­τούς σταυ­ρούς”. Η ι­στο­ρία α­γλαΐζει τον Αλβα­νό, ή­δη α­πό το πα­ρά­πο­νο που εκ­φρά­ζε­ται με τον τίτ­λο, «Δεν θα γί­νω Έλλη­νας πο­τέ;». Το έ­τε­ρο ά­κρο του δί­πο­λου, ό­που βρί­σκε­ται “το α­πο­τύ­πω­μα της κρί­σης” και για το ο­ποίο φέ­ρει ευ­θύ­νη και ο κα­θη­γη­τής, ε­κεί­νος το α­ντι­πα­ρέρ­χε­ται με την κα­τα­λη­κτι­κή πα­ρά­γρα­φο: Στην ε­πέ­τειο του Πο­λυ­τε­χνείου προ­γραμ­μα­τί­ζει να δι­δά­ξει τη «Δή­λω­ση» του Σε­φέ­ρη. “Η πρώ­τη για φέ­τος δο­κι­μα­σία”, α­πο­φθέγ­γε­ται. Απο­ρού­με, τι θέ­λει να πει ο συγ­γρα­φέ­ας. Να πα­ρα­τη­ρή­σου­με ό­τι η ι­στο­ρία του Ακρί­βου εί­ναι κα­θο­ρι­στι­κής ση­μα­σίας για την ε­ντύ­πω­ση που δη­μιουρ­γεί ο α­να­γνώ­στης, κα­θώς με αυ­τήν α­νοί­γει το βι­βλίο. Του δί­νει την πρώ­τη γεύ­ση της κρί­σης.
Άρω­μα κρί­σης
Δυο συγ­γρα­φείς της πρώ­της ο­μά­δας, η Έρση Σω­τη­ρο­πού­λου και ο Τά­σος Κα­λού­τσας, γρά­φουν ι­στο­ρίες ε­πι­κε­ντρω­μέ­νες στην ελ­λη­νι­κή κρί­ση της σή­με­ρον, με ή­ρωες γη­γε­νείς, στρι­μωγ­μέ­νους οι­κο­νο­μι­κά. Στην ι­στο­ρία της Σω­τη­ρο­πού­λου, το κύ­ριο πρό­σω­πο εί­ναι μια ά­νερ­γη και το θέ­μα η πο­λυ­πό­θη­τη, α­κό­μη και α­πό κα­θ’ ό­λα μά­χι­μους με­σή­λι­κες, συ­ντα­ξιο­δό­τη­ση. Η ι­στο­ρία πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό τη συ­νά­ντη­σή της με έ­ναν λο­γι­στή. Υπο­τί­θε­ται ό­τι εί­ναι ο άν­θρω­πος κλει­δί, α­φού γνω­ρί­ζει δι­κη­γό­ρους και ερ­γα­το­λό­γους, ά­ρα εί­ναι σε θέ­ση να α­νοί­γει πα­ρά­θυ­ρα στους νό­μους. «Ελά­τε στο γρα­φείο μου» εί­ναι ο τίτ­λος και εύ­στο­χη η ι­δέα της συγ­γρα­φέως να πλά­σει έ­ναν συ­ντα­ξιού­χο λο­γι­στή, που χρη­σι­μο­ποιεί για γρα­φείο την κα­φε­τέ­ρια πο­λυ­κα­τα­στή­μα­τος, κα­θώς α­ντα­να­κλά μια και­νού­ρια συ­νή­θεια των Αθη­ναίων να ε­πι­λέ­γουν τις κα­φε­τέ­ριες για πα­ρα­δό­σεις μα­θη­μά­των, ε­παγ­γελ­μα­τι­κά ρα­ντε­βού, α­να­γνω­στή­ρια και πλεί­στα άλ­λα. Η κου­βέ­ντα α­νέρ­γου και λο­γι­στή έ­χει το στε­ρεό­τυ­πο χα­ρα­κτή­ρα πα­ρό­μοιων συ­ζη­τή­σεων. Η συγ­γρα­φέ­ας δί­νει έ­ναν σου­ρε­α­λι­στι­κό τό­νο στις στι­χο­μυ­θίες και την πε­ρι­γρα­φή της ε­πι­κρα­τού­σας α­τμό­σφαι­ρας, σε μια προ­σπά­θεια να α­πο­τυ­πώ­σει την έ­κρυθ­μη κα­τά­στα­ση της κρί­σης. Όσο για την ά­νερ­γο, ο ε­σω­τε­ρι­κός της μο­νό­λο­γος ται­ριά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο σε μια αρ­γό­σχο­λη.
Ο Κα­λού­τσας ε­πι­λέ­γει έ­ναν θεσ­σα­λο­νι­κιό οι­κο­γε­νειάρ­χη, μι­σθω­τό, που ξε­χρεώ­νει δά­νειο. Τον στε­νο­χω­ρούν τα κλει­σμέ­να κα­τα­στή­μα­τα και οι έ­ρη­μοι δρό­μοι. Προ πά­ντων φο­βά­ται, κα­θώς κα­τα­τρύ­χε­ται α­πό τις τη­λε­ο­πτι­κές ει­δή­σεις για λη­στείες και φό­νους. Άλλα, ό­μως, εί­ναι ε­κεί­να που μαυ­ρί­ζουν τη ζωή του και α­να­ζη­τά μια α­νά­σα στην προο­πτι­κή της τριή­με­ρης “δρα­πέ­τευ­σης” στο σπι­τά­κι του χω­ριού. Έχει προ­βλη­μα­τι­κό παι­δί και ο ί­διος πά­σχει α­πό εκ γε­νε­τής βλά­βη στην καρ­διά. Εί­ναι έ­να διή­γη­μα με φό­ντο την κρί­ση, κα­θώς το­πο­θε­τεί­ται στις αρ­χές Μαρ. 2011, ό­ταν αρ­χί­ζουν οι μα­ζι­κές δια­δη­λώ­σεις στην Αθή­να.
Στο ε­δώ και τώ­ρα της κρί­σης πει­θαρ­χεί και ο έ­βδο­μος της πρώ­της ο­μά­δας, ο Βα­σί­λης Γκου­ρο­γιάν­νης. Οι δι­κοί του ή­ρωες δεν έ­χουν οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα. Η ι­στο­ρία του έ­χει τη μορ­φή συ­ζή­τη­σης τεσ­σά­ρων φί­λων και συ­να­δέλ­φων. Νο­μι­κοί, η­λι­κίας ά­νω των 55, ε­κεί που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι τους α­πα­σχο­λεί η κρί­ση, αρ­χί­ζουν τις α­μπε­λο­φι­λο­σο­φίες πε­ρί ζωής και ευ­θύ­νης του Θε­ού. Την α­φορ­μή τους τη δί­νει η α­πο­κά­λυ­ψη του μπο­ζο­νίου, του λε­γό­με­νου σω­μα­τι­δίου του Θε­ού. Ακρο­βα­τούν με­τα­ξύ Φυ­σι­κής και πο­λι­τι­κής, για να κα­τα­λή­ξουν στο συλ­λο­γι­σμό πως, αν ο Έλλη­νας πιά­σει πά­το, θα α­πο­δεχ­θεί ό­τι εί­ναι μη­δε­νι­κό και θα αρ­χί­σει να α­να­ζη­τά την α­ξία του. Μια α­πλου­στευ­τι­κή σκέ­ψη, που τε­λευ­ταία ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται σαν κα­ρα­μέ­λα. Κα­λοί οι πα­ραλ­λη­λι­σμοί τους, αλ­λά πα­ρα­βλέ­πουν τα στοι­χειώ­δη α­πό τις γυ­μνα­σια­κές σπου­δές. Το σω­μα­τί­διο του Θε­ού έ­χει μη­δε­νι­κή μά­ζα, αλ­λά δια­θέ­τει το ι­σο­δύ­να­μο, κα­τά τον παπ­πού Αϊνστάιν, σε ε­νέρ­γεια.
Άρω­μα α­πό την κρί­ση έ­χουν και ι­στο­ρίες των συ­νο­μη­λί­κων τους, που άρ­γη­σαν να εμ­φα­νι­στούν και ε­ξέ­δω­σαν το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό τους βι­βλίο με­τά το 2000. Ο Μι­χά­λης Μο­δι­νός, α­πό την ε­μπει­ρία του ως πε­ρι­βαλ­λο­ντο­λό­γος, πλέ­κει μια ι­στο­ρία, που δια­κω­μω­δεί τις α­πο­τυ­χη­μέ­νες προ­σπά­θειες για την “πρά­σι­νη α­νά­πτυ­ξη”, κα­θώς και τους πο­νη­ρούς τρό­πους για τη νο­μι­μο­ποίη­ση οι­κι­στι­κών πα­ρα­νο­μιών. Ό ή­ρωας της Ελέ­νης Γιαν­να­κά­κη, κο­ντά ο­γδό­ντα χρό­νων, δεν μπο­ρεί να βγά­λει α­πό το μυα­λό του έ­ναν α­κό­μη που πή­δη­ξε α­πό την τα­ρά­τσα του. Τα δι­κά του προ­βλή­μα­τα, ω­στό­σο, που εί­ναι τα γε­ρά­μα­τα, η οι­κο­νο­μι­κή στε­νό­τη­τα και ο πα­ντρε­μέ­νος γιος στη Γερ­μα­νία, υ­πήρ­χαν και α­νε­ξάρ­τη­τα της κρί­σης. Συγ­γε­νεύει με το διή­γη­μα του Κα­λού­τσα, κα­θώς και οι δυο συγ­γρα­φείς ε­ντο­πί­ζουν το α­πο­τύ­πω­μα της κρί­σης στους η­λι­κια­κά με­γα­λύ­τε­ρους και οι­κο­γε­νειάρ­χες, δη­λα­δή στους πιο ευά­λω­τους στην τρο­μο­κρά­τη­ση που α­σκούν τα ΜΜΕ.
Σα­τι­ρι­κές εκ­δο­χές
Δια­φο­ρε­τι­κή η πε­ρί­πτω­ση του Νί­κου Κου­νε­νή, που κα­λύ­πτει έ­να με­γά­λο κε­νό ό­χι μό­νο της συλ­λο­γής αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα. Την α­που­σία της σά­τι­ρας α­πό το ι­διαί­τε­ρα πρό­σφο­ρο για δια­κω­μώ­δη­ση πα­ρόν της κρί­σης. Στο στοι­χείο του ο συγ­γρα­φέ­ας, α­πο­πει­ρά­ται μια γε­λοιο­γρα­φι­κή τα­ξι­νό­μη­ση των πο­λι­τών της χώ­ρας με βά­ση την ε­παγ­γελ­μα­τι­κή τους ι­διό­τη­τα και συ­να­κό­λου­θα, το πό­σο πλήτ­το­νται α­πό την κρί­ση. Μιας μορ­φής σά­τι­ρα προ­σπα­θεί να στή­σει και έ­νας α­πό τους νεό­τε­ρους, ο Κώ­στας Κα­τσου­λά­ρης. Εκεί­νος, ό­μως, ε­πι­λέ­γει να κι­νη­θεί στο χώ­ρο της μελ­λο­ντο­λο­γίας, ό­που α­παι­τεί­ται άλ­λου εί­δους ε­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα. Το σκη­νι­κό που στή­νει κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­ση του ση­με­ρι­νού, σε συν­δυα­σμό με το δι­δα­κτι­κό μύ­θο της ι­στο­ρίας, α­πο­δυ­να­μώ­νει το α­πο­τέ­λε­σμα. Στο ί­διο σα­τι­ρι­κό πνεύ­μα κι­νεί­ται και ο Χρή­στος Αστε­ρίου, πλά­θο­ντας την κα­ρι­κα­τού­ρα ε­νός πο­λι­τευό­με­νου. Στα χρό­νια που το κόμ­μα του κα­τεί­χε την ε­ξου­σία, έ­κα­νε έ­να πλή­θος δη­μό­σια έρ­γα στον γε­νέ­θλιο τό­πο του, έ­να ο­ρει­νό χω­ριό, με α­πώ­τε­ρο στό­χο τη δη­μαρ­χία. Ανα­κα­τώ­νο­ντας ο συγ­γρα­φέ­ας γνω­στές πε­ρι­πτώ­σεις σπα­τά­λη­σης κον­δυ­λίων για μου­σεία στη μέ­ση του που­θε­νά και έρ­γα τύ­που Κα­λα­τρά­βα, κα­τα­λή­γει σε μια μάλ­λον πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νη ι­λα­ρο­τρα­γω­δία.
Υπάρ­χουν και δυο ι­στο­ρίες, που α­πο­τυ­πώ­νουν τη δυ­να­μι­κή της κρί­σης, χά­ρις στους ή­ρωές τους. Τους νέ­ους, χω­ρίς οι­κο­γε­νεια­κά βά­ρη, με δυ­να­τό­τη­τες να προ­κό­ψουν, που υ­πε­ρε­κτί­μη­σαν τις δυ­νά­μεις τους, δεν στάθ­μι­σαν σω­στά τις υ­πο­σχέ­σεις των γύ­ρω τους, και κα­τέ­λη­ξαν ά­νερ­γοι στα ό­ρια της ε­ξα­θλίω­σης. Εί­ναι οι ι­στο­ρίες της Λέ­νας Κι­τσο­πού­λου και της Κάλ­λιας Πα­πα­δά­κη, που εμ­φα­νί­ζο­νται σαν έ­τοι­μες α­πό και­ρό για πα­ρό­μοιες ι­στο­ρίες. Με­γα­λύ­τε­ρης εμ­βέ­λειας της Πα­πα­δά­κη, κα­θώς δεί­χνει το α­πο­τύ­πω­μα της κρί­σης και μέ­σω του χώ­ρου της λε­γό­με­νης κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σης, κα­θώς και την α­πει­λη­τι­κή εγ­γύ­τη­τα για πολ­λούς της κα­τά­στα­σης του ά­στε­γου.
Νου­νε­χή θα χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με τον Νί­κο Πα­να­γιώ­τα­που­λο, που πε­ριο­ρί­στη­κε στο μό­νο χώ­ρο, α­πό τον ο­ποίο έ­χει βιω­μα­τι­κή ε­μπει­ρία των συ­νε­πειών της κρί­σης. Στην ι­στο­ρία του, ζω­ντα­νεύει τον μι­κρό­κο­σμο της πο­λυ­κα­τοι­κίας κα­τά τη διάρ­κεια μιας κω­μι­κο­τρα­γι­κής συ­νέ­λευ­σης των ε­νοί­κων. Απρό­σμε­νος α­πο­δει­κνύε­ται ο Χρή­στος Οι­κο­νό­μου. Προ τριε­τίας ε­ξέ­δω­σε μια συλ­λο­γή με με­ρι­κά α­πό τα πρώ­τα διη­γή­μα­τα, που έ­φε­ραν το α­πο­τύ­πω­μα της κρί­σης, και τώ­ρα, που θα α­να­με­νό­ταν α­κό­μη έ­να, λ.χ., με α­γα­να­κτι­σμέ­νους πο­λί­τες ή αυ­τό­χει­ρες, που ου­σια­στι­κά α­που­σιά­ζουν α­πό τη συλ­λο­γή, ε­κεί­νος πλά­θει έ­ναν “φευ­γά­το”. Προ­φα­νώς και υ­πάρ­χει το ά­ρω­μα κρί­σης, α­φού πα­ρό­μοιοι ή­ρωες ζουν μο­νί­μως σε κα­τα­στά­σεις κρί­σης. Ο ή­ρωάς του, ο­νό­μα­τι Τά­σος Δε­λιάς, εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τον Σμυρ­νιό Ανέ­στη Δε­λιά. Ήταν α­πό τα πρώ­τα μπου­ζού­κια του Πει­ραιά, αλ­λά και πρώ­τος πρε­ζά­κιας. Τον βρή­καν νε­κρό στο πε­ζο­δρό­μιο της Βαρ­βα­κείου Αγο­ράς, το 1944, μό­λις πα­τη­μέ­να τα 30.
Απο­μέ­νει η τε­λευ­ταία ι­στο­ρία της συλ­λο­γής, ση­μα­ντι­κή για τη συ­νο­λι­κή ε­ντύ­πω­ση του βι­βλίου ό­πως και η πρώ­τη. Εί­ναι του Χρή­στου Χρυ­σό­που­λου, που φαί­νε­ται σαν να γρά­φει έ­να ε­πι­πλέ­ον κε­φά­λαιο στο περ­σι­νό βι­βλίο του, «Φα­κός στο στό­μα». Ο ά­στε­γος, η κρί­ση, η Αθή­να, α­πό τη γω­νία ε­νός α­πο­στα­σιο­ποιη­μέ­νου πε­ρι­πα­τη­τή. Μια πα­ρα­τή­ρη­ση για τις σκέ­ψεις, που ε­κεί­νος κά­νει με α­φορ­μή το γκρά­φι­τι σε βι­τρί­να α­δεια­νού κα­τα­στή­μα­τος (η ει­κό­να που πα­ρα­θέ­του­με). Ο α­φη­γη­τής βλέ­πει σε αυ­τό α­δυ­να­μία να ο­νει­ρευ­τού­με, κα­θώς η α­νι­σό­τη­τα στο γκρά­φι­τι του θυ­μί­ζει το σύν­θη­μα, “η φα­ντα­σία στην ε­ξου­σία”. Εμείς πι­στεύου­με ό­τι οι γκρα­φι­τά­δες εί­ναι πιο προσ­γειω­μέ­νοι α­πό τους συγ­γρα­φείς. Εδώ, το γκρά­φι­τι πα­ρα­πέ­μπει στην ε­πο­χή των δα­νείων και των υ­πο­σχέ­σεων, ό­ταν δυο συν δυο μπο­ρού­σαν να ι­σού­νται με ο­τι­δή­πο­τε.
Τε­λι­κά, η συλ­λο­γή γεν­νά το ε­ρώ­τη­μα: μή­πως οι ι­στο­ρίες για την τρέ­χου­σα κρί­ση δεν γρά­φο­νται και τό­σο εύ­κο­λα α­πό τη θέ­ση του πα­ρα­τη­ρη­τή; Υπήρ­ξαν, πα­λαιό­τε­ρα, συγ­γρα­φείς, που έ­ζη­σαν για έ­να με­γά­λο χρο­νι­κό διά­στη­μα στις συν­θή­κες και τις κα­τα­στά­σεις, στις ο­ποίες ή­θε­λαν να το­πο­θε­τή­σουν τους ή­ρωές τους. Με άλ­λα λό­για, να βρε­θείς ο ί­διος με το “φα­κό στο στό­μα”. Άλλο, δη­λα­δή, πα­ρα­τη­ρη­τής και άλ­λο πα­θών. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, και ο συ­γκε­ρα­σμός αυ­τών των δύο, α­π’ τον ο­ποίο προ­κύ­πτει ο πα­θια­σμέ­νος πα­ρα­τη­ρη­τής.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

​Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/7/2013.

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Αλλη­λο­γρά­φος Κα­βά­φης





















Το ε­ξώ­φυλ­λο του πο­λυ­σέ­λι­δου κα­βα­φι­κού α­φιε­ρώ­μα­τος στην «Επι­θεώ­ρη­ση Τέ­χνης». Κυ­κλο­φό­ρη­σε Δεκ. του 1963, στους πρώ­τους ε­πί­ση­μους ε­πε­τεια­κούς ε­ορ­τα­σμούς για τον Κα­βά­φη. Τα κεί­με­να των Στρα­τή Τσίρ­κα, Γ. Π. Σαβ­βί­δη, αλ­λά και ο­ρι­σμέ­νων άλ­λων ε­πι­φα­νών λογίων, κα­θι­στούν το α­φιέ­ρω­μα έ­να α­πό τα πλέ­ον α­ξιό­λο­γα, αν ό­χι το πιο α­ξιό­λο­γο, στην πρώ­τη με­τα­θα­νά­τια κα­βα­φι­κή πε­ρίο­δο. Το πιο ουσιαστικό, όμως, είναι η αναθεώρηση της Αριστεράς απέναντι στην καβαφική ποίηση.






















Ο Κ. Π. Κα­βά­φης σε σκί­τσο του Σό­φο (Σοφ. Αντω­νιά­δη). Δη­μο­σιεύ­τη­κε στο λαϊκό πε­ριο­δι­κό «Μπου­κέ­το» (17 Ιουλ. 1932), με τη διευ­κρι­νι­στι­κή λε­ζά­ντα: «Ο δια­κε­κρι­μέ­νος Αλε­ξαν­δρι­νός ποιη­τής Κ. Π. Κα­βά­φης, ό­στις ευ­ρί­σκε­ται κα­τ’ αυ­τάς εν Αθή­ναις, α­σθε­νών σο­βα­ρώς.». Γνώ­ρι­μος του Κα­βά­φη ο σκι­τσο­γρά­φος, το σκί­τσο πρέ­πει να φι­λο­τε­χνή­θη­κε μέ­σα στο δεύ­τε­ρο ή το τρί­το πεν­θή­με­ρο του Ιουλ. του 1932, κα­θώς ο Κα­βά­φης έρ­χε­ται για ια­τρι­κούς λό­γους στην Αθή­να και πα­ρα­μέ­νει προς εγ­χεί­ρι­ση και α­νάρ­ρω­ση α­πό 4 Ιουλ έως 28 Οκτ. 1932.

«E.M.FORSTER - Κ.Π.ΚΑ­ΒΑ­ΦΗ­Σ
Φί­λοι σε ε­λα­φρήν α­πό­κλι­ση»
Επι­μέ­λεια - Σχό­λια Peter Jeffreys 
Με­τά­φρα­ση Κα­τε­ρί­να Γκί­κα
Εκδό­σεις Ίκα­ρος
Μάρ­τιος 2013

Tο Έτος Κα­βά­φη, με­τά την 29η Απρι­λίου, η­μέ­ρα της δι­πλής ε­πε­τείου γέν­νη­σης και θα­νά­του, αρ­χί­ζει να παίρ­νει μπρος. Ανή­με­ρα, πα­ρό­τι Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα, α­πό την πλευ­ρά της Γε­νι­κής Γραμ­μα­τείας Πο­λι­τι­σμού, α­να­κοι­νώ­θη­καν 45 εκ­δη­λώ­σεις, ε­ντός του έ­τους, διε­θνώς. Ο προσ­διο­ρι­σμός διε­θνώς ε­ντυ­πω­σιά­ζει μεν, αλ­λά δη­μιουρ­γεί και ε­πι­φυ­λά­ξεις. Ως γνω­στόν, ό­σο α­πλώ­νεις την πί­τα, τό­σο πιο φτε­νή γί­νε­ται. Πά­ντως, στους Δελ­φούς, με διορ­γα­νω­τή το ε­κεί Ευ­ρω­παϊκό Πο­λι­τι­στι­κό Κέ­ντρο, θα λά­βει χώ­ρα το, εν Ελλά­δι, Συ­μπό­σιο Κα­βά­φη. Εκτός κι αν προ­κύ­ψει και δεύ­τε­ρο, α­φού, στα κα­θ’ η­μάς, εί­ναι να μην γί­νει η αρ­χή. Ο νέ­ος ι­διο­κτή­της του Αρχείου Κα­βά­φη μια φο­ρά, πα­ρό­τι φρό­ντι­σε η α­γο­ρά και η με­τα­βί­βα­ση να ο­λο­κλη­ρω­θούν τις πα­ρα­μο­νές του ε­πε­τεια­κού έ­τους, α­δρα­νεί. Όταν, στην αρ­χή του Έτους, εκ­φρά­ζα­με τις α­νη­συ­χίες μας για το ξε­σπί­τω­μα του Αρχείου Κα­βά­φη, α­κου­στή­κα­με σαν Κασ­σάν­δρες. Κα­τά τα φαι­νό­με­να, δεν δια­ψευ­στή­κα­με. Το Αρχείο, “ορ­φα­νό σε ξέ­να χέ­ρια”, μέ­νει ε­ξο­ρι­σμέ­νο α­πό το Έτος του ή, με άλ­λα λό­για, α­μέ­το­χο. 
Πέ­ραν των εκ­δη­λώ­σεων, ό­σον α­φο­ρά τις εκ­δό­σεις, οι ε­ξαγ­γε­λίες εί­ναι με­τρη­μέ­νες, με το βά­ρος στον με­τα­φρα­ζό­με­νο Κα­βά­φη. Ο α­πο­λο­γι­σμός του πρώ­του ε­ξα­μή­νου του Έτους κα­τα­γρά­φει ως μό­νες εκ­δό­σεις την αλ­λη­λο­γρα­φία Κα­βά­φη - Ε. Μ. Φόρ­στερ και έ­να εν­δια­φέ­ρον δο­κί­μιο του Κώ­στα Κου­τσου­ρέ­λη («Κ. Π. Κα­βά­φης», εκδ. Με­λά­νι, Μάι. 2013). Το δεύ­τε­ρο, αν και ο­λι­γο­σέ­λι­δο (σ.138), θέ­τει ου­σιώ­δη θέ­μα­τα προς συ­ζή­τη­ση ε­πί του κα­βα­φι­κού με­γέ­θους, τα ο­ποία δεν α­ντι­με­τω­πί­ζο­νται πρό­χει­ρα ή α­πο­φθεγ­μα­τι­κά. Ας το προ­σπε­ρά­σου­με, του­λά­χι­στον ε­δώ. Όσο για το πρώ­το, κα­τα­χρη­στι­κώς α­πο­κα­λεί­ται και­νού­ρια έκ­δο­ση, α­φού πρό­κει­ται για με­τά­φρα­ση. Πά­ντως, ό,τι σχε­τι­κό με Κα­βά­φη κυ­κλο­φο­ρεί, προ­βάλ­λε­ται ι­διαι­τέ­ρως στον Τύ­πο. Πό­σω μάλ­λον ο τό­μος της Αλλη­λο­γρα­φίας, του ο­ποίου η υ­πο­δο­χή στά­θη­κε εν­θου­σιώ­δης, ε­νώ ο κρι­τι­κός σχο­λια­σμός, για τον τρό­πο που α­ντι­με­τω­πί­στη­κε φι­λο­λο­γι­κά, ή­ταν πε­ριο­ρι­σμέ­νος. Ού­τε ε­μείς θα ε­πι­χει­ρή­σου­με α­να­λυ­τι­κή ε­ξέ­τα­ση, στο πλαί­σιο μιας βι­βλιο­πα­ρου­σία­σης. Δεν α­ντέ­χου­με, ω­στό­σο, στον πει­ρα­σμό να μην δια­τυ­πώ­σου­με ο­ρι­σμέ­νες α­πο­ρίες. Μπο­ρεί κά­ποιοι να τις κρί­νουν παι­δα­ριώ­δεις, γεν­νή­μα­τα α­πλοϊκής συλ­λο­γι­στι­κής. Ει­δάλ­λως, πώς συμ­βαί­νει να α­πα­σχο­λούν μό­νον ε­μάς. 

Σει­ρά πα­ρά­θε­σης

Μια πρώ­τη α­πο­ρία που γεν­νά η έκ­δο­ση της ε­πι­στο­λι­κής ε­πι­κοι­νω­νίας με­τα­ξύ Κα­βά­φη και Φόρ­στερ α­φο­ρά την ε­πι­λο­γή του τίτ­λου. Συ­γκε­κρι­μέ­να, ξε­νί­ζει η σει­ρά στην πα­ρά­θε­ση των ο­νο­μά­των. Για­τί η αλ­λη­λο­γρα­φία Κα­βά­φη-Φόρ­στε­ρ, την ο­ποία κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη α­νέ­φε­ρε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης και για της ο­ποίας την έκ­δο­ση δη­μο­σίευ­σε άρ­θρο, με τίτ­λο «Cavafy and Forster» στο «The Times Literary Supplement» στις 14 Νοεμ. 1975, έ­γι­νε αλ­λη­λο­γρα­φία Φόρ­στερ - Κα­βά­φη; Ακό­μη, το 2004, ο Δη­μή­τρης Δα­σκα­λό­που­λος, σε ο­μι­λία του για τον ε­πι­στο­λο­γρά­φο Κα­βά­φη, α­να­φέ­ρε­ται “στην αλ­λη­λο­γρα­φία Κα­βά­φη - Ε. Μ. Φόρ­στερ”. Βε­βαίως, ο τίτ­λος δεν εμ­φα­νί­ζε­ται ε­δώ για πρώ­τη φο­ρά, δε­δο­μέ­νου ό­τι πρό­κει­ται για με­τά­φρα­ση. Εί­ναι ο τίτ­λος της αγ­γλό­γλωσ­σης –προ τε­τρα­ε­τίας– έκ­δο­σης της Αλ­λη­λο­γρα­φίας α­πό το Αμε­ρι­κα­νι­κό Πα­νε­πι­στή­μιο στο Κάι­ρο. Ακρι­βέ­στε­ρα, ο τίτ­λος εί­ναι «The Forster – Cavafy Letters», ό­που α­πα­λεί­φθη­κε η λέ­ξη ε­πι­στο­λές, αλ­λά δεν άλ­λα­ξε η σει­ρά των ο­νο­μά­των. Και πά­λι, ό­μως, μέ­νει η α­πο­ρία για την ε­πι­λο­γή του ε­πι­με­λη­τή Πα­να­γιώ­τη Τσα­φα­ρά. Υπάρ­χουν στοι­χεία ε­νός βι­βλίου, τα ο­ποία α­νή­κουν στο πε­δίο των ε­πι­λο­γών του ε­πι­με­λη­τή, ό­πως η α­να­γρα­φή των αγ­γλι­κών ε­πω­νύ­μων με λα­τι­νι­κούς χα­ρα­κτή­ρες ή και το ό­νο­μα με το ο­ποίο αυ­τός υ­πο­γρά­φει. Λ.χ., ο Τσα­φα­ράς χρη­σι­μο­ποιεί και στην ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση το Peter Jeffreys, ό­πως έ­χει εγ­γρα­φεί στην πα­νε­πι­στη­μια­κή του κα­ριέ­ρα στις Η­ΠΑ. Το κυ­ρίως, ό­μως, πρό­σω­πο και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, το θέ­μα του βι­βλίου, εί­ναι εξ α­ντι­κει­μέ­νου δε­δο­μέ­να. Και στην εν λό­γω αλ­λη­λο­γρα­φία, ό­πως και να το δει κα­νείς, πρω­τα­γω­νι­στής εί­ναι ο Κα­βά­φης. 
Ένα πα­λαιό­τε­ρο άρ­θρο του ε­πι­με­λη­τή, με θέ­μα τις συ­γκλί­σεις και τις α­πο­κλί­σεις των δυο συγ­γρα­φέων, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 2001, στο «Journal of Modern Greek Studies», έ­χει τίτ­λο, «Cavafy, Forster and the Eastern Question». Το συ­γκε­κρι­μέ­νο άρ­θρο μάλ­λον συ­νι­στά την πρώ­τη κα­βα­φι­κή του δη­μο­σίευ­ση και α­πο­τέ­λε­σε τον πυ­ρή­να για το πρώ­το βι­βλίο του στις κα­βα­φι­κές σπου­δές, το «Eastern Questions: Hellenism and Orientalism in the Writings of E.M.Forster and C.P.Cavafy», που εκ­δό­θη­κε, το 2005, α­πό τις εκ­δό­σεις του Πα­νε­πι­στη­μίου της Βό­ρειας Κα­ρο­λί­νας. Σε ε­κεί­νο, έ­γι­νε η α­ντι­στρο­φή της σει­ράς των ο­νο­μά­των και δι­καιο­λο­γη­μέ­να, α­φού ε­ξε­τά­ζο­νται σε με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση τα γρα­πτά του Φόρ­στερ. Κα­τά τα άλ­λα, εκ­πλήσ­σει, που, για έ­να εγ­χεί­ρη­μα ό­πως η έκ­δο­ση της συ­γκε­κρι­μέ­νης αλ­λη­λο­γρα­φίας στα ελ­λη­νι­κά, ε­πι­λέ­γο­νται νέα πρό­σω­πα της κα­βα­φι­κής φι­λο­λο­γίας. Και οι δυο συ­ντε­λε­στές της ελ­λη­νι­κής έκ­δο­σης, ε­πι­με­λη­τής και με­τα­φρά­στρια, εμ­φα­νί­στη­καν στην κα­βα­φι­κή βι­βλιο­γρα­φία κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία. Η Κα­τε­ρί­να Γκί­κα φέ­ρε­ται μεν ως η “ψυ­χή” του Αρχείου Κα­βά­φη στην προ­η­γού­με­νη στέ­γη του (Σπου­δα­στή­ριο Νέ­ου Ελλη­νι­σμού), αλ­λά δεν ε­ντο­πί­ζε­ται άλ­λη σχε­τι­κή με­τα­φρα­στι­κή ερ­γα­σία της.
Πα­ρα­μέ­νο­ντας στον τίτ­λο της πρό­σφα­της έκ­δο­σης, α­πο­ρία προ­κα­λεί και το δεύ­τε­ρο σκέ­λος του. Ως προς αυ­τό, ζη­τού­με­νο μέ­νει το κα­τά πό­σο συ­νι­στά εύ­στο­χη ε­πι­λο­γή. Πρό­κει­ται για δά­νειο του ε­πι­με­λη­τή α­πό το άρ­θρο του Φόρ­στερ για τον Κα­βά­φη, ό­που ε­κεί­νος ει­κά­ζει το πώς βλέ­πουν οι Αλε­ξαν­δρι­νοί τον Κα­βά­φη, ό­ταν δια­σταυ­ρώ­νο­νται μα­ζί του στο δρό­μο. Εί­ναι “έ­νας Έλλη­νας κύ­ριος με ψα­θά­κι, που στέ­κει α­πο­λύ­τως α­κί­νη­τος σε ε­λα­φρή α­πό­κλι­ση προς το σύ­μπαν”. Η με­τά­φρα­ση του άρ­θρου στα ελ­λη­νι­κά και η ποιη­τι­κή α­πό­δο­ση της συ­γκε­κρι­μέ­νης φρά­σης έ­γι­νε α­πό τον Σαβ­βί­δη για το α­φιέ­ρω­μα της «Επι­θεώ­ρη­σης Τέ­χνης» στα τρια­ντά­χρο­να α­πό το θά­να­το του Κα­βά­φη, Δεκ. 1963. Αν αυ­τό το “at a slight angle to the universe”, κρί­νε­ται προ­σφυές για τη σχέ­ση ποιη­τή και σύ­μπα­ντος, ου­δό­λως ται­ριά­ζει για τους δυο αλ­λη­λο­γρά­φους. Ο ί­διος ο ε­πι­με­λη­τής, στα κεί­με­νά του έ­χει πολ­λα­πλώς σχο­λιά­σει την ση­μα­ντι­κή α­πό­κλι­σή τους ως προς το πώς έ­βλε­παν το ι­στο­ρι­κό πα­ρελ­θόν του ελ­λη­νι­σμού και την πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση στην ε­πο­χή τους. Και ε­πα­νέρ­χε­ται σε αυ­τήν την α­πό­κλι­ση, σχο­λιά­ζο­ντάς την, εν ε­κτά­σει, στην ει­σα­γω­γή του. 

Πρω­τα­γω­νι­στής ο Φόρ­στερ

Και για να προ­χω­ρή­σου­με α­πό τον τίτ­λο στο βι­βλίο, ξε­κι­νού­με με τις α­πο­ρίες, που προ­κα­λεί η Ει­σα­γω­γή του ε­πι­με­λη­τή. Όπως ο τίτ­λος, έ­τσι και το ει­σα­γω­γι­κό κεί­με­νο εί­ναι κυ­ρίως ε­πι­κε­ντρω­μέ­νο στον Φόρ­στερ. Από μια ά­πο­ψη, α­να­με­νό­με­νο, α­φού γρά­φτη­κε για το αγ­γλό­φω­νο κοι­νό. Δεν θα χρεια­ζό­ταν, ό­μως, δια­φο­ρο­ποίη­ση, αν ό­χι α­να­σύν­θε­ση, για την ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση, ώ­στε να μην δεί­χνει τό­σο α­νι­σο­με­ρές, αλ­λά και για να προ­σφέ­ρει την α­νά­λο­γη ό­σο και α­πα­ραί­τη­τη κα­τα­τό­πι­ση; Με­γα­λύ­τε­ρη, ό­μως, α­πο­ρία γεν­νά η α­πό­κλι­ση της ει­σα­γω­γής α­πό τα πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία, που κο­μί­ζει η Αλλη­λο­γρα­φία. Με βά­ση αυ­τά, η συμ­βο­λή του Φόρ­στερ στην προώ­θη­ση του Κα­βά­φη στο αγ­γλι­κό και το ευ­ρύ­τε­ρο ευ­ρω­παϊκό κοι­νό, θα πρέ­πει να ε­πα­νε­κτι­μη­θεί. 
Ο ε­πι­με­λη­τής μάλ­λον υ­περ­βάλ­λει, ό­ταν α­να­φέ­ρε­ται “στην ά­κα­μπτη ε­πι­μο­νή του Φόρ­στερ να προω­θή­σει την λο­γο­τε­χνι­κή στα­διο­δρο­μία του Κα­βά­φη” στην Αγγλία. Οπωσ­δή­πο­τε, εί­ναι ο πρώ­τος ξέ­νος που δη­μο­σιεύει άρ­θρο για τον Κα­βά­φη και την ποίη­σή του, ό­που εν­σω­μα­τώ­νει τους τε­λευ­ταίους στί­χους α­πό δύο κα­βα­φι­κά ποιή­μα­τα («Η πό­λις», «Ιθά­κη»), ε­νώ πα­ρα­θέ­τει τρία α­κέ­ραια («Θά­λασ­σα του πρωιού», «Αλε­ξαν­δρι­νοί βα­σι­λείς», «Εν τω μη­νί Αθύ­ρ»). Ανα­δη­μο­σιεύει, μά­λι­στα, το εν λό­γω άρ­θρο του 1919 στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο του για την Αλε­ξάν­δρεια, «Φά­ρος και Φα­ρί­σκος», το 1923. Σε αυ­τό προ­σθέ­τει έ­να τέ­ταρ­το α­κέ­ραιο ποίη­μα («Απο­λεί­πειν ο θεός Αντώ­νιο­ν») ως γέ­φυ­ρα στα δυο μέ­ρη του βι­βλίου, τα α­φιε­ρω­μέ­να στην αρ­χαία πό­λη και την νεό­τε­ρη, που ε­κεί­νος γνώ­ρι­σε. Το ί­διο ποίη­μα εί­χε δη­μο­σιεύ­σει την προ­η­γού­με­νη χρο­νιά στο πρώ­το α­λε­ξαν­δρι­νό του βι­βλίο, «Alexandria: A History and a Guide». Και πά­λι, ως γέ­φυ­ρα α­νά­με­σα στα δυο μέ­ρη του βι­βλίου, την ι­στο­ρι­κή α­να­δρο­μή και τον Οδη­γό της πό­λης. Το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του γνώ­ρι­σε ι­διαί­τε­ρη ε­πι­τυ­χία και χά­ρις σε αυ­τό έ­γι­ναν γνω­στά τα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη στην α­φρό­κρε­μα της αγ­γλι­κής δια­νό­η­σης, ό­πως κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη έ­χει το­νι­στεί. 
Αν πε­ριο­ρι­στού­με, ό­μως, στα τεκ­μή­ρια και ό­χι στην α­πή­χη­ση που το κα­θέ­να α­πό αυ­τά εί­χε, με­τρού­με δυο λον­δρέ­ζι­κα πε­ριο­δι­κά, «The Athenaeum» και «The Nation», στα ο­ποία ο Φόρ­στερ προώ­θη­σε προς δη­μο­σίευ­ση συ­νο­λι­κά έ­ξι με­τα­φρα­σμέ­να ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη. Ου­σια­στι­κά, πρό­κει­ται για έ­να πε­ριο­δι­κό, α­φού, το 1921, «The Athenaeum», του ο­ποίου η κυ­κλο­φο­ρία, πλη­σιά­ζο­ντας τον έ­ναν αιώ­να α­πό την ί­δρυ­σή του, εί­χε πε­ριο­ρι­στεί, εν­σω­μα­τώ­θη­κε στο νεό­τε­ρο, «The Nation». Τα τρία πρώ­τα ποιή­μα­τα συ­νό­δευαν το προ­α­να­φερ­θέν πρώ­το δι­κό του άρ­θρο, ε­νώ το τέ­ταρ­το («Ο Δα­ρείος») δη­μο­σιεύ­θη­κε το 1923 και τα δυο ε­πό­με­να («Η πό­λις», «Ο Θεό­δο­τος») εμ­φα­νί­στη­καν σε χω­ρι­στές δη­μο­σιεύ­σεις, το 1924. Επί­σης, προώ­θη­σε έ­να ποίη­μα («Ένας θεός τω­ν») στον Βρε­τα­νό ποιη­τή Χά­ρολ­ντ Μόν­ρο, ο ο­ποίος, α­πό το 1919, ε­ξέ­δι­δε «The Chapbook». Πριν τον Πό­λε­μο, εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει δυο πε­ριο­δι­κά ποίη­σης. Το τρί­το, σύμ­φω­να και με τον υ­πό­τιτ­λο, ή­ταν “ε­τή­σια σύμ­μι­κτα”, α­νοι­κτό, ό­πως και τα προ­η­γού­με­να δυο, και σε λι­γό­τε­ρο γνω­στούς συγ­γρα­φείς ή και πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους. Το ποίη­μα του Κα­βά­φη δη­μο­σιεύ­τη­κε στον τε­λευ­ταίο τό­μο του 1925, α­νά­με­σα στα ποιή­μα­τα των Αμε­ρι­κα­νών Κόν­ρα­ντ Άι­κεν και Τζων Γκουλ­ντ Φλέ­τσερ. Ο ε­πι­με­λη­τής, στην Ει­σα­γω­γή, θέ­λο­ντας να το­νί­σει την τι­μή, που, χά­ρις στον Φόρ­στε­ρ, ε­ξα­σφα­λί­στη­κε για το ποίη­μα και το ό­νο­μα του Κα­βά­φη, ε­πι­λέ­γει α­πό την πλειά­δα συγ­γρα­φέων του τό­μου τους γνω­στό­τε­ρους σή­με­ρα, κα­θώς ο Ζαν Κο­κτώ και ο Άλ­ντους Χάξ­λεϋ. Όπως και να έ­χει, με­τρού­με ε­πτά με­τα­φρα­σμέ­να ποιή­μα­τα στην πε­ρίο­δο 1919-1925. 
Στα άλ­λα δυο πε­ριο­δι­κά, στα ο­ποία δη­μο­σιεύ­θη­καν α­κό­μη ε­πτά ποιή­μα­τα, την πρω­το­βου­λία την εί­χε ο ί­διος ο Κα­βά­φης. Το έ­να εί­ναι το πε­ριο­δι­κό του Τ. Σ. Έλιοτ, «The Criterion», που ξε­κί­νη­σε Οκτ. 1922. Η ε­πα­φή Κα­βά­φη-Ελιοτ δεν ο­φεί­λε­ται σε “δια­συν­δέ­σεις” του Φόρ­στε­ρ, ού­τε η δη­μο­σίευ­ση των τριών ποιη­μά­των του Κα­βά­φη στο πε­ριο­δι­κό (έ­να ποίη­μα, «Ιθά­κη», το 1924 και δυο, «Για τον Αμμό­νη, που πέ­θα­νε 29 ε­τών, στα 610» και «Εί­γε ε­τε­λεύ­τα», το 1928). Στον Έλιο­τ, ο Φόρ­στερ δεν εί­χε προω­θή­σει ποιή­μα­τα Κα­βά­φη, για­τί, ό­πως του γρά­φει, το 1924, “δεν του εί­χε πε­ρά­σει α­πό το μυα­λό ό­τι θα εν­δια­φε­ρό­ταν για το υ­λι­κό”. Το άλ­λο πε­ριο­δι­κό εί­ναι έκ­δο­ση των φοι­τη­τών του Πα­νε­πι­στη­μίου της Οξφόρ­δης, «The Oxford Outlook». Η δη­μο­σίευ­ση σε αυ­τό τεσ­σά­ρων ποιη­μά­των («Ιω­νι­κό­ν», «Μάρ­τιαι ει­δοί», «Μα­νουήλ Κο­μνη­νός», «Επέ­στρε­φε») του Κα­βά­φη, το 1924, ο­φει­λό­ταν στον νε­α­ρό συ­νερ­γά­τη του πε­ριο­δι­κού, Ζαν ντε Με­να­σέ, α­πό ι­σχυ­ρή σε­φα­ρα­δί­τι­κη οι­κο­γέ­νεια της Αι­γύ­πτου, γνω­στής στον Κα­βά­φη. Πα­ρα­δό­ξως, αυ­τή η δη­μο­σίευ­ση δεν κα­τα­γρά­φε­ται στη Βι­βλιο­γρα­φία Δα­σκα­λό­που­λου, ού­τε στο Συ­μπλή­ρω­μά της, ό­που προ­στί­θε­ται η δη­μο­σίευ­ση στο «The Chapbook». Όπως και να έ­χει, το ά­θροι­σμα εί­ναι 14 ποιή­μα­τα σε πε­ριο­δι­κά, που γί­νο­νται 15, αν συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με ε­κεί­να στα δυο βι­βλία του Φόρ­στε­ρ, α­πό το 1919 μέ­χρι το 1928. O Φόρ­στε­ρ, πά­ντως, στά­θη­κε ο σύν­δε­σμος με τους εκ­δό­τες και των τεσ­σά­ρων πε­ριο­δι­κών για την α­πο­στο­λή με­τα­φρά­σεων και α­ντι­τύ­πων. Όσο για την έκ­δο­ση βι­βλίου Κα­βά­φη, του εί­χε ε­ξα­σφα­λί­σει τον εκ­δό­τη του, ε­νώ τον έ­φε­ρε σε ε­πα­φή με α­κό­μη έ­ναν Άγγλο εκ­δό­τη. Όλα αυ­τά, εν θερ­μώ, στην πρώ­τη πε­ρίο­δο. Με­τά το 1925, το εν­δια­φέ­ρον του α­το­νεί, πα­ρό­λο που ο Κα­βά­φης ε­ξα­κο­λου­θεί να στέλ­νει με­τα­φρα­σμέ­να ποιή­μα­τα. Μά­λι­στα, τα τε­λευ­ταία, του 1929, ό­χι μό­νο δεν δη­μο­σιεύ­θη­καν, αλ­λά χά­θη­καν και τα ί­χνη τους. 

Ετε­ρο­βα­ρείς ε­κτι­μή­σεις

Στην Ει­σα­γω­γή, υ­πάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­νες α­πό­λυ­τες στη δια­τύ­πω­σή τους α­πό­ψεις, που ε­λέγ­χο­νται για την α­κρί­βειά τους. Λ.χ., α­να­φε­ρό­με­νος ο ε­πι­με­λη­τής στη σχέ­ση των δύο συγγραφέων την ε­πο­χή της γνω­ρι­μίας τους, στην καρ­διά του Α΄ Πα­γκο­σμίου πο­λέ­μου, χα­ρα­κτη­ρί­ζει “διά­ση­μο μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο” τον Φόρ­στερ και “ά­ση­μο ποιη­τή” τον Κα­βά­φη. Σφα­λε­ρή ε­κτί­μη­ση για αμ­φο­τέ­ρους, α­κό­μη κι αν ο γρά­φων έ­χει κα­τά νου μό­νο τον αγ­γλό­φω­νο κό­σμο. Με το μυ­θι­στό­ρη­μα «Χά­ουαρ­ντς Εντ», που ε­ξέ­δω­σε ο Φόρ­στερ το 1910, άρ­χι­σε να γί­νε­ται ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στός, αλ­λά ό­χι και διά­ση­μος. Όσο για τον Κα­βά­φη, εί­χε ή­δη κα­τα­κτή­σει α­ξιό­λο­γη θέ­ση στους Αι­γυ­πτιώ­τες και τη λο­γο­τε­χνι­κή σκη­νή της Αθή­νας. Ύστε­ρα, ο ε­πι­με­λη­τής προ­βαί­νει σε υ­πο­κει­με­νι­κές ε­κτι­μή­σεις, συ­στή­νο­ντας τον πρώ­το ως “α­ντιρ­ρη­σία συ­νεί­δη­σης, πα­ρα­τη­ρη­τή του πο­λέ­μου στην Αλε­ξάν­δρεια”, ε­νώ α­να­φέ­ρει τον δεύ­τε­ρο, σαν “τον μι­κρο-γρα­φειο­κρά­τη υ­πάλ­λη­λο στον δα­ντι­κό Τρί­το Κύ­κλο Αρδεύ­σεων”. Πα­ρό­μοιοι χα­ρα­κτη­ρι­σμοί, με το εν­νοιο­λο­γι­κό βά­ρος που έ­χουν σή­με­ρα οι λέ­ξεις, προ­κα­τα­λαμ­βά­νουν.
Εκεί­νο, πά­ντως, που θα α­να­με­νό­ταν ει­σα­γω­γι­κά, εί­ναι η πα­ρου­σία­ση του αλ­λη­λο­γρά­φου Κα­βά­φη. Ο ε­πι­με­λη­τής χα­ρα­κτη­ρί­ζει “δει­νούς αλ­λη­λο­γρά­φους” και τους δυο, α­να­φέ­ρο­ντας τις κο­ντά δε­κα­πέ­ντε χι­λιά­δες σω­ζό­με­νες ε­πι­στο­λές του Φόρ­στε­ρ, ε­νώ, για τον Κα­βά­φη, πα­ρα­πέ­μπει στην ο­μι­λία Δα­σκα­λό­που­λου. Πρό­κει­ται για το μό­νο κεί­με­νο που α­να­φέ­ρε­ται στον “Κα­βά­φη ως ε­πι­στο­λο­γρά­φο” και σχο­λιά­ζει α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το, δη­λα­δή τον πε­ριο­ρι­σμέ­νο χα­ρα­κτή­ρα της αλ­λη­λο­γρα­φίας του. Γε­νι­κό­τε­ρα, οι ση­μειώ­σεις της Ει­σα­γω­γής πά­σχουν ως προς την α­κρι­βο­λο­γία τους. Λ.χ., η ο­μι­λία Δα­σκα­λό­που­λου γί­νε­ται “δο­κί­μιο” και α­να­φέ­ρε­ται ό­τι εκ­δό­θη­κε ως μέ­ρος “με­λέ­της” α­ντί του ορ­θού, συ­να­γω­γής κει­μέ­νων. 
Επί­σης, στην Ει­σα­γω­γή δεν α­να­φέ­ρε­ται ό­τι πρό­κει­ται για τη δεύ­τε­ρη αυ­το­τε­λή έκ­δο­ση αλ­λη­λο­γρα­φίας Κα­βά­φη. Η προ­η­γού­με­νη, το 1979, πα­ρου­σία­ζε το έ­να μό­νο σκέ­λος, 43 ε­πι­στο­λές του Κα­βά­φη προς τον Μά­ριο Βαϊά­νο, σταλ­μέ­νες στο διά­στη­μα 1924-1931 (σε ση­μείω­ση, δί­νε­ται πα­ρα­πο­μπή ό­χι εξ αυ­το­ψίας). Σε α­ντί­θε­ση με την έκ­δο­ση της αλ­λη­λο­γρα­φίας του με τον Φόρ­στε­ρ, που πε­ρι­λαμ­βά­νει και τα δυο σκέ­λη. Μό­νο που δια­σώ­θη­κε αμ­φι­με­ρώς μεν, αλ­λά χά­ρις σε μο­νο­με­ρές εν­δια­φέ­ρον. Ακρι­βέ­στε­ρα, οι ε­πι­στο­λές Φόρ­στερ φυ­λάχ­θη­καν α­πό τον Κα­βά­φη, μα­ζί με τα προ­σχέ­δια των δι­κών του ε­πι­στο­λών προς Φόρ­στερ. Μό­νο δυο ε­πι­στο­λές του δια­σώ­θη­καν στο πρω­τό­τυ­πο, 1/8/1924 και 15/10/1929. Το κοι­νό ση­μείο τους εί­ναι η α­να­φο­ρά στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Φόρ­στερ «Το πέ­ρα­σμα στην Ινδία». Στην Ει­σα­γω­γή α­να­φέ­ρε­ται ό­τι “οι ε­πι­στο­λές του Κα­βά­φη πι­θα­νό­τα­τα κά­η­καν σε κά­ποια α­πό τις με­τα­κο­μί­σεις του Φόρ­στερ”, ε­νώ, σε ση­μείω­ση, γί­νε­ται λό­γος για “ε­κτε­τα­μέ­νη εκ­κα­θά­ρι­ση στην αλ­λη­λο­γρα­φία του” α­πό τον ί­διο κα­τά τη με­τα­κό­μι­ση του 1946. Δη­λα­δή, να συ­μπε­ρά­νου­με ό­τι ο Φόρ­στερ δεν α­ξιο­λό­γη­σε προς φύ­λα­ξη τις ε­πι­στο­λές Κα­βά­φη, αλ­λά πε­ριέ­σω­σε τις συ­γκε­κρι­μέ­νες δυο χά­ριν των ε­παι­νε­τι­κών τό­νω­ν; Εάν ναι, τό­τε α­ξί­ζει έ­παι­νος στον Φόρ­στε­ρ, ό­χι μό­νο για το πό­σο τι­μού­σε τη φι­λία του με τον Αλε­ξαν­δρι­νό, αλ­λά, κυ­ρίως, την ποίη­σή του.

Λαν­θά­νου­σα ε­πι­στο­λή

Για την πρό­σφα­τη αλ­λη­λο­γρα­φία δί­νε­ται πί­να­κας 86 ε­πι­στο­λών κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά. Από αυ­τές οι 52 συ­νι­στούν την αλ­λη­λο­γρα­φία Φόρ­στε­ρ-Κα­βά­φη, ό­που μια δί­νε­ται σε δυο προ­σχέ­δια, ά­ρα πρό­κει­ται για 51 ε­πι­στο­λές: 28 του Φόρ­στερ και 23 του Κα­βά­φη. Αν τις συ­γκρί­νου­με με την κα­τα­γρα­φή του 1975 α­πό τον Σαβ­βί­δη, λεί­πει μια ε­πι­στο­λή του Φόρ­στε­ρ, αυ­τή της 24/7/1924. Πα­ρα­δό­ξως, η πα­ρά­λει­ψή της, λό­γω λά­θους ή εν­διά­με­σης α­πώ­λειας, ου­δό­λως σχο­λιά­ζε­ται. Σε αυ­τό το ε­πι­στο­λι­κό σώ­μα, προ­στί­θε­νται 34 ε­πι­στο­λές προς τρί­τους, κα­τα­νε­μη­μέ­νες ως ε­ξής: 18 Φόρ­στερ - Γιώρ­γου Βα­λα­σό­που­λου (17 προς Βα­λα­σό­που­λο και μια προς Φόρ­στερ), τρεις του Φόρ­στερ προς Αλέ­κο Σε­γκό­που­λο και α­πό μια προς Σαβ­βί­δη και Τ. Σ. Έλιο­τ, και τρεις προς τον Φόρ­στερ του ι­στο­ρι­κού Άρνολδ Τόυν­μπη, του νο­τιο­α­φρι­κα­νού συγ­γρα­φέα Ουίλ­λιαμ Πλό­μερ και του εκ­δό­τη Λε­ο­νάρ­ντ Βουλφ. Επί­σης, δυο ε­πι­στο­λές Κα­βά­φη προς τον Βουλφ και μια προς τον φι­λο­λό­γο Μπο­να­μά Ντο­μπρέ, κα­θώς και πέ­ντε προς Κα­βά­φη, δυο του Βουλφ και α­πό μια, του ποιη­τή Χά­ρολ­ντ Μον­ρό, του Πλό­μερ και των εκ­δό­σεων Χό­γκαρθ. Που ση­μαί­νει ό­τι στα­χυο­λο­γού­νται 24 ε­πι­στο­λές α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία του Φόρ­στερ και ο­κτώ α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία του Κα­βά­φη με ξέ­νους.
Με­τρού­με, ε­κτός των δυο αλ­λη­λο­γρά­φων, εν­νέα πρό­σω­πα (3 Έλλη­νες) και έ­ναν εκ­δο­τι­κό οί­κο. Βα­σι­κό­τε­ρος ο Βα­λα­σό­που­λος, ο ο­ποίος, ω­στό­σο, ό­πως και οι άλ­λοι Αι­γυ­πτιώ­τες που α­να­φέ­ρο­νται στην Αλλη­λο­γρα­φία, δεν συ­στή­νε­ται ε­παρ­κώς. Ανα­φέ­ρε­ται λαν­θα­σμέ­να ως συμ­φοι­τη­τής του Φόρ­στε­ρ, ε­νώ, ό­ντας έ­ντε­κα χρό­νια νεό­τε­ρός του, τον γνω­ρί­ζει ως φοι­τη­τής στο Κέ­μπριτζ. Από οι­κο­γέ­νεια πα­λαιών Αι­γυ­πτιω­τών, ή­ταν φί­λος του Κα­βά­φη και ο ε­πι­λεγ­μέ­νος α­πό αυ­τόν με­τα­φρα­στής στα αγ­γλι­κά της ποίη­σής του. 
Το χρο­νι­κό ά­νοιγ­μα της κυ­ρίως αλ­λη­λο­γρα­φίας, Φόρ­στε­ρ-Κα­βά­φη εί­ναι 16 χρό­νια (1917-1932), με τρία κε­νά έ­τη (1918, 1920,1928). Η συ­χνό­τη­τα εί­ναι έ­να με δυο γράμ­μα­τα για τα έ­ξη α­πό αυ­τά. Οπό­τε μέ­νουν ε­πτά έ­τη τα­κτι­κό­τε­ρης α­νταλ­λα­γής ε­πι­στο­λών (1919, 1922-1926, 1929), με δια­κύ­μαν­ση α­πό τρία έως ο­κτώ γράμ­μα­τα α­νά έ­τος.

Πρώ­τη συ­νά­ντη­ση

Το κυ­ρίως, ό­μως, εν­δια­φέ­ρον ε­νός ε­πι­στο­λι­κού σώ­μα­τος, ό­πως άλ­λω­στε ό­λων των τεκ­μη­ρίων, δεν εί­ναι το μέ­γε­θος, αλ­λά το πε­ριε­χό­με­νο. Δη­λα­δή, η μορ­φή της ε­πι­κοι­νω­νίας των δυο αλ­λη­λο­γρά­φων, που έρ­χε­ται, σε πεί­σμα του τίτ­λου, να δεί­ξει την αι­σθη­τή α­πό­κλι­σή τους. Πα­ρεν­θε­τι­κά, πριν την α­νά­γνω­ση των ε­πι­στο­λών, να ση­μειώ­σου­με τα της πρώ­της τους συ­νά­ντη­σης. Ο ε­πι­με­λη­τής δί­νει την α­κρι­βή η­με­ρο­μη­νία, 7 Μαρ. 1916, και τον α­κρι­βή τό­πο, το Club Mohammed Ali, το ση­με­ρι­νό Center of Arts της Αλε­ξάν­δρειας. Ενώ, προσ­διο­ρί­ζει ό­τι τους συ­νέ­στη­σε ο Ρό­μπερτ Φέρ­νες, φί­λος του Φόρ­στερ α­πό τα φοι­τη­τι­κά τους χρό­νια, τον ο­ποίο α­να­φέ­ρει και ο Φόρ­στερ σε ε­πι­στο­λή του. Σε ση­μείω­ση, ο ε­πι­με­λη­τής σχο­λιά­ζει την πι­θα­νό­τη­τα ο με­σο­λα­βη­τής να ή­ταν ο Ζωρζ Αντό­νιους ή ο Πε­ρι­κλής Ανα­στα­σιά­δης, ό­πως α­να­φέ­ρουν άλ­λες πη­γές. 
Από μια ά­πο­ψη, η ση­μείω­ση πε­ριτ­τεύει, α­φού και οι τρεις ερ­γά­ζο­νταν στην Υπη­ρε­σία Λο­γο­κρι­σίας Τύ­που, ό­που ο ελ­λη­νι­στής Φέρ­νες ή­ταν ο προϊστά­με­νος. Εκεί­νον τον εί­χε συ­στή­σει στον Κα­βά­φη ο φί­λος του Ανα­στα­σιά­δης, σύμ­φω­να και με τον βιο­γρά­φο του Κα­βά­φη, Ρό­μπερτ Λί­ντελ. Το πό­σο ση­μα­ντι­κή στά­θη­κε για τον ποιη­τή, η φι­λία του με τον Ανα­στα­σιά­δη, το σχο­λιά­ζει εν ε­κτά­σει ο Τσίρ­κας. Υπάρ­χουν, μά­λι­στα, και ε­πι­στο­λές Φόρ­στε­ρ-Ανα­στα­σιά­δη, οι ο­ποίες θα α­να­με­νό­ταν να συ­μπε­ρι­λη­φθούν με­τα­ξύ των άλ­λων ε­πι­στο­λών προς τρί­τους, κα­θώς φω­τί­ζουν τη σχέ­ση Κα­βά­φη-Φόρ­στερ. Δη­λα­δή, πλη­ρούν το κρι­τή­ριο, που έ­θε­σε ο ε­πι­με­λη­τής για τη συ­μπε­ρί­λη­ψη ε­πι­στο­λών προς τρί­τους.
Λεί­πει, ω­στό­σο, ση­μείω­ση του ε­πι­με­λη­τή για την πη­γή της α­κρι­βούς η­με­ρο­μη­νίας της συ­νά­ντη­σης Κα­βά­φη-Φόρ­στε­ρ, ό­ταν, μά­λι­στα, δεν α­να­φέ­ρε­ται ού­τε στη “χρο­νο­γρα­φία” των Δα­σκα­λό­που­λου - Μ. Στα­σι­νο­πού­λου. Βι­βλιο­γρα­φι­κά ε­νη­με­ρω­μέ­νη η “χρο­νο­γρα­φία” με βά­ση την Αλλη­λο­γρα­φία, ό­πως και ση­μειώ­νε­ται, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει τους ξέ­νους και τις δη­μο­σιεύ­σεις με­τα­φρα­σμέ­νων ποιη­μά­των που α­να­φέ­ρο­νται στις ε­πι­στο­λές, με ε­ξαί­ρε­ση τον νε­α­ρό Με­να­σέ και τη δη­μο­σίευ­ση των με­τα­φρά­σεων στο πε­ριο­δι­κό των φοι­τη­τών του Πα­νε­πι­στη­μίου της Οξφόρ­δης. Επα­νερ­χό­με­νοι στον υ­πο­μνη­μα­τι­σμό της Αλλη­λο­γρα­φίας, να ση­μειώ­σου­με ό­τι υ­στε­ρεί ως προς το ελ­λη­νι­κό σκέ­λος, ό­σο α­φο­ρά πρό­σω­πα και δη­μο­σιεύ­σεις. 

Μο­νο­θε­μα­τι­κές 

Απο­μο­νώ­νο­ντας τις 22 ε­πι­στο­λές Κα­βά­φη (19 σε προ­σχέ­διο, μια σε δυο προ­σχέ­δια και δυο σω­ζό­με­νες), έ­χου­με πε­ρί τις 14 σε­λί­δες (αν υ­πο­λο­γί­σου­με α­ραιο­γραμ­μέ­νες σε­λί­δες ε­πι­στο­λο­γρα­φίας, με πε­ρί­που 34 σει­ρές και 10 λέ­ξεις α­νά σει­ρά). Από τα σχε­διά­σμα­τα φαί­νε­ται προ­σπά­θεια πύ­κνω­σης ως προς το θε­μα­τι­κό τους ά­νοιγ­μα, ό­που α­πα­λεί­φο­νται μέ­χρι και ο­λό­κλη­ρες προ­τά­σεις. Συ­χνά α­πα­ντά­ει α­να­δρο­μι­κά σε δυο ή και πε­ρισ­σό­τε­ρες ε­πι­στο­λές του Φόρ­στερ. Θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν μο­νο­θε­μα­τι­κές. Επι­κε­ντρώ­νο­νται στις με­τα­φρά­σεις ποιη­μά­των του, που ε­τοι­μά­ζει ο Βα­λα­σό­που­λος, και τις δη­μο­σιεύ­σεις τους στα δυο βι­βλία του Φόρ­στερ και στα λον­δρέ­ζι­κα έ­ντυ­πα. Ο Κα­βά­φης, για ό­λες τις δη­μο­σιεύ­σεις και τα α­ντί­τυ­πα που λα­βαί­νει, ευ­χα­ρι­στεί, με ε­ξαί­ρε­ση το έ­να ποίη­μα στο πρώ­το βι­βλίο του Φόρ­στε­ρ, τον Οδη­γό της Αλε­ξάν­δρειας, στο ο­ποίο δεν γί­νε­ται κα­μία α­να­φο­ρά. Επί­σης, ευ­χα­ρι­στεί και για μνη­μο­νεύ­σεις της ποίη­σής του, προ­πα­ντός για το πρώ­το σχε­τι­κό άρ­θρο του Φόρ­στερ. Απο­φεύ­γει, ό­μως, α­να­φο­ρά στα λά­θη της πρώ­της δη­μο­σίευ­σης. Η πα­ρα­πο­μπή, μά­λι­στα, στη διορ­θω­μέ­νη α­να­δη­μο­σίευ­ση του πε­ριο­δι­κού, στις 9/5/1919, δεν δί­νε­ται ού­τε α­πό τον ε­πι­με­λη­τή. Υπο­δει­κνύει λά­θη, μό­νο ό­ταν αυ­τό εί­ναι α­να­γκαίο, λό­γω α­να­δη­μο­σίευ­σης των ί­διων με­τα­φρα­σμέ­νων ποιη­μά­των στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο του Φόρ­στερ. Ωστό­σο, σε ε­πι­στο­λή, στις 20/8/1923, ό­που ο Φόρ­στερ του κά­νει λό­γο, για πρώ­τη φο­ρά, σχε­τι­κά με έκ­δο­ση βι­βλίου με ποιή­μα­τά του στον δι­κό του εκ­δό­τη, ε­κεί­νος δεν α­πα­ντά. Το α­να­φέ­ρει, ω­στό­σο, πα­ρεν­θε­τι­κά σε ε­πι­στο­λή ε­νά­μι­σι χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν ο Φόρ­στερ με­σο­λα­βεί σε δεύ­τε­ρο εκ­δό­τη. Ού­τε στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή του εκ­δό­τη του Φόρ­στε­ρ, που α­κο­λου­θεί έ­να μή­να αρ­γό­τε­ρα, α­πα­ντά­ει. Θα α­πα­ντή­σει στη δεύ­τε­ρη, δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­τι ε­πι­φυ­λάσ­σε­ται, ό­ταν συ­μπλη­ρω­θεί ο ζη­τού­με­νος α­ριθ­μός με­τα­φρα­σμέ­νων ποιη­μά­των. Δεν θα συμ­φω­νού­σα­με, ω­στό­σο, με τη δια­τύ­πω­ση του ε­πι­με­λη­τή ό­τι “ο Κα­βά­φης δεν υ­πήρ­ξε πο­λύ ει­λι­κρι­νής στην ε­πι­στο­λι­κή του ε­πι­κοι­νω­νία με τον Φόρ­στερ”. Η Αλ­λη­λο­γρα­φία δεί­χνει μια δι­πλω­μα­τι­κή στά­ση, κα­θώς και δια­φο­ρε­τι­κές ε­κτι­μή­σεις για τον κα­λύ­τε­ρο τρό­πο προ­βο­λής ε­νός έρ­γου. Ο Κα­βά­φης πι­στεύει στην α­ξία της δη­μο­σίευ­σης ε­νός ποιή­μα­τος σε έ­ντυ­πο, ε­νώ ο Άγγλος θεω­ρεί ό­τι το παν εί­ναι η έκ­δο­ση βι­βλίου. 
Πά­ντα ευ­γε­νι­κός ο Κα­βά­φης, συ­μπλη­ρώ­νει τις ε­πι­στο­λές του με ει­δή­σεις για κοι­νούς φί­λους ή και γνω­στούς του Φόρ­στε­ρ, που τον ε­πι­σκέ­πτο­νται συ­στη­μέ­νοι α­πό ε­κεί­νον. Στις έ­ξι ε­πι­στο­λές της τε­λευ­ταίας τε­τρα­ε­τίας 1929-1932, α­να­φέ­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στις λο­γο­τε­χνι­κές και πα­νε­πι­στη­μια­κές ε­πι­τυ­χίες του Φόρ­στερ και σε βι­βλία τρί­των που ε­κεί­νος του στέλ­νει, ε­νώ μνη­μο­νεύει και δη­μο­σίευ­ση ποιη­μά­των του σε α­θη­ναϊκό πε­ριο­δι­κό. Στις ε­πι­στο­λές του, δεν α­να­φέ­ρει τη γνω­ρι­μία τους, ε­νώ μνη­μο­νεύει τις δυο ε­πι­σκέ­ψεις του Φόρ­στε­ρ, Ιαν. 1922 και στις 14 Σεπ. 1929, η­μέ­ρα Τρί­τη. Του­λά­χι­στον αυ­τήν την η­με­ρο­μη­νία α­να­κοι­νώ­νει ο Φόρ­στερ στις υ­περ­δι­πλά­σιες σε­λί­δες των ε­πι­στο­λών του. 

Πε­ρί οι­κειό­τη­τας

Η Αλλη­λο­γρα­φία δεί­χνει ό­τι στη σχέ­ση τους δεν υ­πήρ­χε ε­κεί­νη η οι­κειό­τη­τα, που θα ε­πέ­τρε­πε α­νοίγ­μα­τα ε­πί των προ­σω­πι­κών τους. Ο Φόρ­στε­ρ, α­κό­μη και στην τε­λευ­ταία ε­πί­σκε­ψή του, “δεν του εί­πε ό­τι έ­χει γρά­ψει έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα και με­ρι­κά διη­γή­μα­τα που δεν μπο­ρούν να δη­μο­σιευ­θούν και που θα ή­θε­λε να τα εί­χε δει” ο Κα­βά­φης, ό­πως του γρά­φει εκ των υ­στέ­ρων, στις 26 Σεπ. 1929. Υπαι­νίσ­σε­ται το μυ­θι­στό­ρη­μα «Μω­ρίς» και διη­γή­μα­τα, γραμ­μέ­να πριν τη γνω­ρι­μία τους, που στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό ο­μο­φυ­λό­φι­λες ε­μπει­ρίες. Γι’ αυ­τό και προ­κα­λεί α­πο­ρία η α­να­γρα­φή στο Ευ­ρε­τή­ριο της λέ­ξης ο­μο­φυ­λο­φι­λία ως θε­μα­τι­κή υ­πο­κα­τη­γο­ρία στο ό­νο­μα Φόρ­στερ. Η πα­ρα­πο­μπή α­φο­ρά ση­μείω­ση της Ει­σα­γω­γής. Εκεί, ο ε­πι­με­λη­τής σχο­λιά­ζει ό­τι “το θέ­μα της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας κα­θώς και η ση­μα­ντι­κή ε­πί­δρα­ση του Κα­βά­φη στην ε­ρω­τι­κή πο­ρεία του Φόρ­στερ ε­ξε­τά­ζο­νται σε βά­θος” στη σχε­τι­κή με­λέ­τη του, προ­σθέ­το­ντας, “η αλ­λη­λο­γρα­φία προ­φα­νώς α­πο­φεύ­γει ο­ποια­δή­πο­τε α­νοι­χτή μνεία του θέ­μα­τος.” Ακρι­βέ­στε­ρα, η με­λέ­τη α­να­φέ­ρε­ται στην ε­πί­δρα­ση της ε­ρω­τι­κής ποίη­σης του Κα­βά­φη στο έρ­γο του Φόρ­στερ. 
Όσο για την Αλλη­λο­γρα­φία, δεν δια­φαί­νε­ται η πα­ρα­μι­κρή τά­ση α­πό­κρυ­ψης ή α­πο­φυ­γής, α­φού δεν γί­νε­ται λό­γος για κα­μιάς μορ­φής ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις. Μό­νο στην Ει­σα­γω­γή, ο ε­πι­με­λη­τής πα­ρα­θέ­τει την ε­ρω­τι­κή σχέ­ση του Φόρ­στερ με νε­α­ρό Αι­γύ­πτιο, για­τί θεω­ρεί ό­τι στά­θη­κε κα­θο­ρι­στι­κή στη συγ­γρα­φι­κή του ε­ξέ­λι­ξη, αλ­λά και για­τί υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι την α­να­φέ­ρει πλα­γίως ο Φόρ­στερ στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή του προς Κα­βά­φη, στις 12/5/1917. Η εν λό­γω ε­πι­στο­λή ξε­κι­νά με την κρυ­πτι­κή φρά­ση: “I think I will herald my resurrection by a letter.” (“Σκέ­πτο­μαι να α­ναγ­γεί­λω την α­νά­στα­σή μου δι’ ε­πι­στο­λής.”) Με τη λέ­ξη “α­νά­στα­ση” θα μπο­ρού­σε χιου­μο­ρι­στι­κά να α­να­φέ­ρε­ται στην ε­πα­νεμ­φά­νι­σή του με­τά α­πό πολ­λές ε­βδο­μά­δες που εί­χε να τον ε­πι­σκε­φθεί, ό­πως γρά­φει στη συ­νέ­χεια. Ο ε­πι­με­λη­τής, ό­μως, θεω­ρεί ό­τι υ­πο­νο­εί την ε­ρω­τι­κή του σχέ­ση. Κα­τ’ αυ­τόν, “his first full-fledged romantic relationship” (“την πρώ­τη ου­σια­στι­κή αι­σθη­μα­τι­κή σχέ­ση”). Στην Ει­σα­γω­γή, πα­ραλ­λάσ­σει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό σε “πρώ­τη ου­σια­στι­κή σε­ξουα­λι­κά σχέ­ση”. Με άλ­λα λό­για, το θέ­μα της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας μπή­κε α­πό το πα­ρά­θυ­ρο στην Αλλη­λο­γρα­φία, με ερ­μη­νείες ε­λα­φρώς τρα­βηγ­μέ­νες α­πό τα μαλ­λιά. Από μια ά­πο­ψη, ω­στό­σο, θα ή­ταν πα­ρά­λει­ψη, σε έ­να βι­βλίο για τον Κα­βά­φη κα­τά το ε­πε­τεια­κό 2013, να μην υ­πάρ­χει ού­τε λέ­ξη πε­ρί ο­μο­φυ­λο­φι­λίας και δη, ως “ου­σια­στι­κής σε­ξουα­λι­κά σχέ­σης” και ό­χι, ως “full-fledged romantic”. 
Η Αλλη­λο­γρα­φία εί­ναι, τε­λι­κά, ό­χι μό­νο α­τε­λής, του­λά­χι­στον στο φι­λο­λο­γι­κό μέ­ρος, αλ­λά και με­ρο­λη­πτι­κή υ­πέρ ο­ρι­σμέ­νων πτυ­χών.


Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/6/2013.