Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Περί ανθολογιών

«Το ελ­λη­νι­κόν διή­γη­μα
Η αν­θο­λο­γία
του Κων­στ. Φ. Σκό­κου»
Τό­μοι Α΄Β΄
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Κ. Κω­στίου – Ν. Φα­λα­γκάς
Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη
Ια­νουά­ριος 2014

Πα­λαιό­τε­ρα, οι αν­θο­λο­γίες ποιη­μά­των και διη­γη­μά­των α­πο­τε­λού­σαν κα­θρέ­φτη της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας της ε­πο­χής τους. Σή­με­ρα, δεν έ­χουν πα­ρό­μοιο χα­ρα­κτή­ρα, ι­διαί­τε­ρα οι αν­θο­λο­γίες διη­γη­μά­των, που πλη­θαί­νουν και εί­ναι κυ­ρίως θε­μα­τι­κές. Σε αυ­τές, η ε­πι­λο­γή των συγ­γρα­φέων δεν γί­νε­ται με κρι­τή­ριο την α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα του συ­νό­λου, αλ­λά με βά­ση ει­δι­κό­τε­ρων πα­ρα­μέ­τρων, κά­πο­τε ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κών. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λούν ο­ρι­σμέ­νες αν­θο­λο­γίες με α­ξιώ­σεις γραμ­μα­το­λο­γίας. Ως πιο πρό­σφα­τη μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί αυ­τή των εκ­δό­σεων Σο­κό­λη, που ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε το 1998. Στα εν­διά­με­σα χρό­νια, η εν λό­γω αν­θο­λο­γία-γραμ­μα­το­λο­γία, ό­ντας και η μο­να­δι­κή, δεν α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται μό­νο ως μία α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή αν­θο­λό­γη­ση, αλ­λά έ­χει α­πο­κτή­σει την ε­γκυ­ρό­τη­τα της ο­ρι­στι­κής κα­τα­γρα­φής. Αυ­τή η α­πο­δο­χή, χω­ρίς να έ­χει προ­η­γη­θεί η βά­σα­νος της κρι­τι­κής ι­δίως σε ό­τι α­φο­ρά “την πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία μας”, εί­ναι ε­πι­σφα­λής, κα­θώς συ­ντεί­νει στο να α­το­νή­σουν οι πε­ραι­τέ­ρω ε­ρευ­νη­τι­κές προ­σπά­θειες. 
Τη δυ­να­τό­τη­τα ε­νός πρώ­του ε­λέγ­χου της γραμ­μα­το­λο­γι­κής α­ξίας της συ­γκε­κρι­μέ­νης αν­θο­λό­γη­σης προ­σφέ­ρουν οι ε­πα­νεκ­δό­σεις πα­λαιό­τε­ρων αν­θο­λο­γιών. Ανά­με­σα σε αυ­τές, τρεις δια­κρί­νο­νται, λό­γω και του σχε­τι­κά με­γά­λου α­ριθ­μού συγ­γρα­φέων που πε­ρι­λαμ­βά­νουν. Πέ­ραν, ό­μως, του πλή­θους των προ­σώ­πων, το εν­δια­φέ­ρον τους έ­γκει­ται στο ό­τι, καί­τοι έρ­γο ε­νός, το κυ­ρίως σώ­μα των αν­θο­λο­γού­με­νων κέρ­δι­σε το στοί­χη­μα της ε­πι­βε­βαίω­σης. Κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά έκ­δο­σης, έ­χου­με την αν­θο­λο­γία του 1896, τα «Ελλη­νι­κά Διη­γή­μα­τα», με εκ­δό­τη τον Γεώρ­γιο Κασ­δό­νη, και δυο αν­θο­λο­γίες του 1920, τα «55 Ελλη­νι­κά Διη­γή­μα­τα», σε ε­πι­μέ­λεια Κώ­στα Ι. Καρ­ζή, με εκ­δό­τη τον Μι­χαήλ Σ. Ζη­κά­κη, και τη δί­το­μη «Το Ελλη­νι­κόν Διή­γη­μα», σε ε­κλο­γή και ε­πι­μέ­λεια του Κων­στ. Φ. Σκό­κου, με εκ­δό­τη τον Ιωάν­νη Κολ­λά­ρο, διά­δο­χο του Κασ­δό­νη στο Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας.
Χά­ρις στην ε­πι­μο­νή του Γ. Πα­πα­κώ­στα, οι δυο α­πό αυ­τές, του 1896 και η δεύ­τε­ρη του 1920, ε­πα­νεκ­δό­θη­καν μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία. Η πρώ­τη, το 2004, σε ε­πι­μέ­λεια του ι­δίου. Εί­χε προ­η­γη­θεί, το 1998, η ε­πα­νέκ­δο­σή της, σε ε­πι­μέ­λεια Β. Τω­μα­δά­κη, στη Σει­ρά με­λε­τη­μά­των του Ιδρύ­μα­τος Μα­νό­λη Τρια­ντα­φυλ­λί­δη, που δεν έ­τυ­χε πλα­τύ­τε­ρης πα­ρου­σία­σης. Η δεύ­τε­ρη εί­ναι αυτή που επανεκδόθηκε πρόσφατα. Η σύ­γκρι­ση των τριών αν­θο­λο­γιών με ε­κεί­νη του Σο­κό­λη θέ­τει έ­να διτ­τό ε­ρώ­τη­μα. Πρέ­πει να ε­παι­νέ­σου­με τους πα­λαιούς για το α­νε­πτυγ­μέ­νο αι­σθη­τή­ριό τους ή να ψέ­ξου­με τους νεό­τε­ρους για ε­ρευ­νη­τι­κή ο­κνη­ρία και ε­φη­συ­χα­σμό με τα έ­τοι­μα;
Να θυ­μί­σου­με πως το τμή­μα της αν­θο­λο­γίας-γραμ­μα­το­λο­γίας Σο­κό­λη, το α­φιε­ρω­μέ­νο “στην πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία μας”, ο­ρί­ζε­ται χρο­νι­κά “α­πό ι­δρύ­σεως ελ­λη­νι­κού κρά­τους ως τον πρώ­το πα­γκό­σμιο πό­λε­μο” και εί­ναι χω­ρι­σμέ­νο σε τρεις πε­ριό­δους: 1830-1880, 1880-1900, 1900-1914, ό­που α­ντι­στοί­χως αν­θο­λο­γού­νται, 26, 28, 24 συγ­γρα­φείς. Πρό­κει­ται για εν­νέα τό­μους, χω­ρι­σμέ­νους σε τρεις ε­νό­τη­τες, με ε­πί μέ­ρους ε­πι­με­λη­τές τους Ν. Βα­γε­νά, Κ. Στερ­γιό­που­λο, Γ. Δάλ­λα. Επί­σης, να διευ­κρι­νί­σου­με πως οι συ­γκρί­σεις α­φο­ρούν τους συγ­γρα­φείς της γε­νιάς του 1880 και της πρώ­της ο­μά­δας του 20ου αιώ­να. Εξαι­ρού­νται, δη­λα­δή, οι συγ­γρα­φείς της πρώ­της πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, κα­θώς οι τρεις πα­λαιό­τε­ροι αν­θο­λό­γοι πε­ριο­ρί­ζο­νται σε με­τρη­μέ­νους ε­πι­φα­νείς, ή­δη α­πο­θα­νό­ντες το 1920: ο Κασ­δό­νης στους Α. Ρ. Ρα­γκα­βή, Δ. Βι­κέ­λα, Ε. Ροΐδη και Α. Βλά­χο, ο Σκό­κος προ­σθέ­τει σε αυ­τούς τους τέσ­σε­ρις, στον δεύ­τε­ρο τό­μο, τον Ν. Δρα­γού­μη, ε­νώ ο Καρ­ζής αν­θο­λο­γεί μό­νο τους Βι­κέ­λα και Ροΐδη. 
Αρχι­κά, θα πρέ­πει να δώ­σου­με μία ει­κό­να της αν­θο­λο­γίας Καρ­ζή, που δεν έ­χει ε­πα­νεκ­δο­θεί. Στην ει­σα­γω­γή της πρό­σφα­της ε­πα­νέκ­δο­σης της αν­θο­λο­γίας Σκό­κου, δί­νε­ται μία συ­γκρι­τι­κή πε­ρι­γρα­φή, στην ο­ποία ε­ντο­πί­ζο­νται οι ε­ξής α­να­κρί­βειες: Η εν λό­γω αν­θο­λο­γία 55 διη­γη­μά­των πε­ρι­λαμ­βά­νει 52 και ό­χι 50 συγ­γρα­φείς, που ση­μαί­νει ό­τι με δυο διη­γή­μα­τα αν­θο­λο­γού­νται τρεις (Δημ. Κα­μπού­ρο­γλου, Κ. Πα­λα­μάς, Μ. Μη­τσά­κης) και ό­χι πέ­ντε, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται. Επί­σης, οι 52 του Καρ­ζή δεν αν­θο­λο­γού­νται ό­λοι στου Σκό­κου, πα­ρά μό­νο οι 48 (29 στον πρώ­το τό­μο, 19 στον δεύ­τε­ρο). Πα­ρα­λεί­πο­νται οι Γ. Ψυ­χά­ρης, Πολ. Δη­μη­τρα­κό­που­λος, Δημ. Τα­γκό­που­λος, Ηλίας Σταύ­ρου. Με το ί­διο διή­γη­μα στις δυο αν­θο­λο­γίες, Σκό­κου και Καρ­ζή, πα­ρου­σιά­ζο­νται ε­πτά και ό­χι έ­ξι (στους Ι. Πο­λυ­λά, Γ. Δρο­σί­νη, Μη­τσά­κη, Ι. Γκί­κα, Π. Βλα­στό, Ι. Ζερ­βό, που α­να­φέ­ρο­νται, προ­στί­θε­ται ο Εμμ. Λυ­κού­δης με το «Μα­ρα­σμός»). 
Για τις δυο εν­δια­φέ­ρου­σες πε­ριό­δους 1880-1900 και 1900-1914, α­φαι­ρώ­ντας τους πα­λαιό­τε­ρους, η αν­θο­λο­γία του Κασ­δό­νη αν­θο­λο­γεί 30 στους συ­νο­λι­κά 34, του Σκό­κου 63 στους συ­νο­λι­κά 68 (27 πρώ­το τό­μο, 36 δεύ­τε­ρο), του Καρ­ζή 50 στους συ­νο­λι­κά 52 και του Σο­κό­λη 52 ε­πί συ­νό­λου 78. Οι α­ριθ­μοί συ­γκλί­νουν μεν, αλ­λά δια­φο­ρο­ποιού­νται στα ε­πι­μέ­ρους πρό­σω­πα. Ορι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς α­πα­ντώ­νται σε μία ή και σε δυο αν­θο­λο­γίες, αλ­λά δεν δια­σώ­ζο­νται στου Σο­κό­λη. Μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο οι εν λό­γω συγ­γρα­φείς, οι, τρό­πον τι­νά, σή­με­ρα “ά­στε­γοι”, ε­πα­νε­ξε­τά­στη­καν και α­πορ­ρί­φθη­καν. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, πρό­κει­ται για 25 συγ­γρα­φείς, που αν­θο­λο­γού­νται ως ε­ξής: Δυο της γε­νιάς του 1880 (Αρι­στ. Ρού­κης, Θ. Βελ­λια­νί­της) α­πα­ντώ­νται μό­νο στου Κασ­δό­νη. Δυο α­πό τους νεό­τε­ρους (Αντώ­νης Σπη­λιω­τό­που­λος, Λ. Αστέ­ρης) αν­θο­λο­γού­νται στου Κασ­δό­νη και στον δεύ­τε­ρο τό­μο του Σκό­κου. Ενώ, ο δεύ­τε­ρος, που προ­χω­ρά­ει σε μια ευ­ρύ­τε­ρη αν­θο­λό­γη­ση, στον πρώ­το τό­μο συ­γκρα­τεί δυο νεό­τε­ρους (Μα­ρί­νος Σι­γού­ρος, Ευ­στρά­τιος Ευ­στρα­τιά­δης), στον δεύ­τε­ρο άλ­λους 18 (τέσ­σε­ρις πα­λαιό­τε­ρους Δημ. Πα­ντα­ζής, Σκό­κος, Αγαθ. Κων­στα­ντι­νί­δης, Γ. Στρα­τή­γης, και 14 νεό­τε­ρους Π. Αξιώ­της, Γ. Τσο­κό­που­λος, Π. Πα­να­γό­που­λος, Ι. Ζερ­βός, Ι. Γκί­κας, Γ. Αδρα­κτάς, Α. Πα­πα­δό­που­λος, Ν. Πε­τι­με­ζας, Δημ. Κα­λο­γε­ρό­που­λος, Κ. Μα­κρί­δης, Λ. Κα­νελ­λό­που­λος, Μ. Φι­λή­ντας, Σ. Σκί­πης, Γ. Πελ­λε­ρέν). Από αυ­τούς, ο Καρ­ζής συ­γκρα­τεί τους δυο του πρώ­του τό­μου και τους ε­πτά πρώ­τους του δεύ­τε­ρου, ε­νώ προ­σθέ­τει τον νεό­τε­ρο Ηλ. Σταύ­ρου.
Στην ει­σα­γω­γή της πρό­σφα­της ε­πα­νέκ­δο­σης της αν­θο­λο­γίας Σκό­κου, δια­τυ­πώ­νε­ται η ά­πο­ψη πως ο Σκό­κος βα­σί­στη­κε κα­τά πο­λύ στην αν­θο­λο­γία Κασ­δό­νη. Όπως φαί­νε­ται, ως δια­πί­στω­ση, θα πρέ­πει να γε­νι­κευ­θεί. Τό­σο οι δυο αν­θο­λο­γίες του 1920 ό­σο και του Σο­κό­λη υιο­θέ­τη­σαν σχε­δόν στο α­κέ­ραιο τις ε­πι­λο­γές του Κασ­δό­νη. Οι 26 συγ­γρα­φείς του Κασ­δό­νη (α­φού α­φαι­ρέ­σου­με τους 4 “ά­στε­γους”), οι 20 της γε­νιάς του 1880 (Α. Πα­πα­δια­μά­ντης, Α. Μω­ραϊτί­δης, Γ. Βι­ζυη­νός, Μ. Μη­τσά­κης, Ι. Κον­δυ­λά­κης, Αλεξ. Πα­πα­δο­πού­λου, Εμ. Λυ­κού­δης, Ι. Πο­λυ­λάς, Χαρ. Άννι­νος, Γ. Δρο­σί­νης, Δ. Κα­μπού­ρο­γλου, Ι. Δαμ­βέρ­γης, Α. Κουρ­τί­δης, Α. Εφτα­λιώ­της, Χ. Χρη­στο­βα­σί­λης, Α. Καρ­κα­βί­τσας, Κ. Κρυ­στάλ­λης, Γ. Βλα­χο­γιάν­νης, Κ. Πα­λα­μάς, Γ. Ψυ­χά­ρης) και οι έ­ξι της ε­πό­με­νης (Π. Νιρ­βά­νας, Γ. Ξε­νό­που­λος, Ν. Επι­σκο­πό­που­λος, Κώ­στας Πα­σα­γιάν­νης, Δ. Χατ­ζό­που­λος, Γ. Βώ­κος) υ­πάρ­χουν στις δυο αν­θο­λο­γίες του 1920 (με ε­ξαί­ρε­ση τον Ψυ­χά­ρη που α­που­σιά­ζει α­πό τον Σκό­κο και τον Βώ­κο που α­που­σιά­ζει και α­πό τις δυο, ό­που συμ­βάλ­λουν οι ι­διαί­τε­ρες συν­θή­κες του βίου του με­τά το 1913), ε­νώ στου Σο­κό­λη υ­πάρ­χει α­κέ­ραιο το σώ­μα των 26. Αν και στο λήμ­μα του Βώ­κου, το έργο του α­πα­ξιώ­νε­ται, σχε­δόν κα­θ’ ο­λο­κλη­ρία. Πα­ρό­μοιας διά­θε­σης λήμ­μα­τα, ό­που οι ση­με­ρι­νοί α­πορ­ρί­πτουν το έρ­γο του συγ­γρα­φέα που α­νέ­λα­βαν να πα­ρου­σιά­σουν, συ­νι­στούν βα­σι­κή α­δυ­να­μία της εν λό­γω αν­θο­λο­γίας α­πό την ο­πτι­κή του στά­τους τής γραμ­μα­το­λο­γίας που διεκ­δι­κεί. 
Σε αυ­τούς τους 26, του Σο­κό­λη προ­σθέ­τει 13 συγ­γρα­φείς α­πό το κοι­νό σώ­μα των αν­θο­λο­γιών Σκό­κου και Καρ­ζή, δυο της γε­νιάς του 1880 (Κ. Με­τα­ξάς-Βο­σπο­ρί­της, Α. Τραυ­λα­ντώ­νης) και 11 νεό­τε­ρους (Κ. Ρά­δος, Γ. Κα­μπύ­σης, Κ. Χατ­ζό­που­λος, Κ. Θε­ο­τό­κης, Κ. Πα­ρο­ρί­της, Δ. Βου­τυ­ράς, Π. Βλα­στός, Γ. Κα­ζα­ντζά­κη, Ζ. Πα­πα­ντω­νίου, Σπ. Με­λάς, Πλ. Ρο­δο­κα­νά­κης). Επί­σης, τρεις που αν­θο­λο­γού­νται μό­νο α­πό τον Σκό­κο, έ­ναν της γε­νιάς του 1880 (Αρ. Πα­πα­δο­πού­λου) και δυο νεό­τε­ρους (Γ. Κα­μπύ­σης, Σπ. Πα­σα­γιάν­νης). Ακό­μη, δυο που αν­θο­λο­γού­νται μό­νο α­πό τον Καρ­ζή, έ­ναν πα­λαιό­τε­ρο (Πολ. Δη­μη­τρα­κό­που­λος) και έ­να νεό­τε­ρο (Δημ. Τα­γκό­που­λος). Τε­λι­κά, μέ­νει να α­να­φέ­ρου­με ποιους συγ­γρα­φείς “α­να­κά­λυ­ψα­ν” οι γραμ­μα­το­λό­γοι, που δεν υ­πάρ­χουν στις πα­λαιό­τε­ρες αν­θο­λο­γίες. Τρεις της γε­νιάς του 1880 (Αλ. Πάλ­λης, Κ. Παρ­ρέν, Ν. Σπαν­δω­νής) και τέσ­σε­ρις α­πό τους νεό­τε­ρους (Ίων Δρα­γού­μης, Π. Δέλ­τα. Δ. Κόκ­κι­νος, Χρ. Χρη­στο­μά­νος). Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι πρό­κει­ται για ση­μα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες, με έρ­γο ι­στο­ρι­κό, κοι­νω­νι­κό ή και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του τύ­που του α­να­γνώ­σμα­τος. Δηλαδή, όχι αμιγώς λογοτεχνικό. Άρα, αν η αν­θο­λο­γία-γραμ­μα­το­λο­γία Σο­κό­λη συ­νι­στά τον “λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να” για την πε­ρίο­δο 1880-1914, αυ­τός εί­χε δια­μορ­φω­θεί εκ των ε­νό­ντων α­πό τις τρεις αν­θο­λο­γίες. Μό­νο για την πρώ­τη πε­ρίο­δο, 1830-1880, υ­πήρ­ξε έ­ρευ­να που α­πέ­φε­ρε νέα ο­νό­μα­τα. 
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι στην ει­σα­γω­γή της πρό­σφα­της έκ­δο­σης έ­χουν πα­ρει­σφρύ­σει κά­ποιες λαν­θα­σμέ­νες α­να­φο­ρές, που μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν σύγ­χυ­ση. Λ.χ., ό­τι οι αν­θο­λο­γού­με­νοι του Σκό­κου εί­ναι 61 α­ντί 68 ή πως αν­θο­λο­γεί δυο πα­λαιό­τε­ρους α­ντί πέ­ντε. Επί­σης, τα πο­σο­στά της γυ­ναι­κείας πε­ζο­γρα­φίας που δί­νο­νται, 3,4% και 5,9% για τις αν­θο­λο­γίες α­ντι­στοί­χως Κασ­δό­νη και Σκό­κου, συ­σκο­τί­ζουν, δε­δο­μέ­νου ό­τι ο πρώ­τος αν­θο­λο­γεί μό­λις μία, πο­σο­στό 2,9%, και ο δεύ­τε­ρος τέσ­σε­ρις, πο­σο­στό 5,88%. Αλλά και σή­με­ρα, που δί­νου­με ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή στις α­φα­νείς του πα­ρελ­θό­ντος, στου Σο­κό­λη προ­στέ­θη­καν μό­λις τρεις (στην πρώ­τη πε­ρίο­δο η Μ. Μη­χα­νί­δου και οι νεό­τε­ρες Παρ­ρέν, Δέλ­τα), πο­σο­στό 8,97. Στον Σκό­κο, ω­στό­σο, α­πο­δί­δε­ται “με­ρο­λη­ψία και α­πο­δε­κα­τι­στι­κή λο­γι­κή”.  
Γε­νι­κό­τε­ρα, η ει­σα­γω­γή δεν κα­λο­συ­στή­νει τον Σκό­κο. Η ε­πι­λο­γή του να πα­ρα­θέ­σει βιο­γρα­φι­κά ση­μειώ­μα­τα των συγ­γρα­φέων χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται μεν “πο­λύ­τι­μη”, αλ­λά α­κυ­ρώ­νε­ται με την πα­ρα­τή­ρη­ση ό­τι “τα υ­περ­βο­λι­κά πολ­λά πραγ­μα­το­λο­γι­κά λά­θη υ­πο­νο­μεύουν τη χρη­σι­μό­τη­τα αυ­τών των βιο­γρα­φι­κών ση­μειω­μά­τω­ν”. Όπως α­να­φέ­ρε­ται ή­δη α­πό τον πρό­λο­γο, “η Ανθο­λο­γία βρί­θει λα­θώ­ν”, τα ο­ποία  “κρί­θη­κε σκό­πι­μο να διορ­θω­θού­ν”, αλ­λά “σιω­πη­ρώς”. Ωστό­σο, μό­νο τα προ­φα­νή τυ­πο­γρα­φι­κά λά­θη διορ­θώ­νο­νται σιω­πη­ρώς, ε­νώ τα λά­θη του αν­θο­λό­γου έ­χουν την ι­στο­ρι­κό­τη­τά τους. Πα­ρά­δειγ­μα, ο εκ­δη­μο­τι­κι­σμός και οι α­πλο­ποιή­σεις πολ­λών τίτ­λων α­πό τον Σκό­κο. Επί­σης, κά­ποια σφάλ­μα­τα, ό­πως, λ.χ., η α­να­φο­ρά της χρο­νο­λο­γίας έκ­δο­σης του βι­βλίου του Ν. Δρα­γού­μη, «Ιστο­ρι­καί Ανα­μνή­σεις», το 1874, ως η­με­ρο­μη­νία θα­νά­του του. Η σιω­πη­ρή διόρ­θω­ση α­πο­κα­θι­στά την ορ­θή χρο­νο­λο­γία θα­νά­του, το 1879, αλ­λά δεν α­να­φέ­ρει τις χρο­νο­λο­γίες των δυο πρώ­των εκ­δό­σεων του βι­βλίου, 1874 και 1879. Ή, α­κό­μη, η α­να­φο­ρά του 1890 ως χρο­νο­λο­γία έκ­δο­σης της «Πά­πισ­σας Ιωάν­νας» α­ντί του 1866, που, το πι­θα­νό­τε­ρο, ο­φεί­λε­ται σε lapsus του Σκό­κου, κα­θώς το 1890 με­τα­φρά­στη­κε το βι­βλίο, «Η α­λη­θής Πά­πισ­σα Ιωάν­να». 
Ύστε­ρα, με το “σιω­πη­ρώς”, φορ­τώ­νο­νται στον Σκό­κο και λά­θη της πρό­σφα­της ε­πα­νέκ­δο­σης. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Τσο­κό­που­λος για τον ελ­λη­νο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο του 1912, δη­μο­σίευ­σε “φυλ­λά­διο”, με “α­κρι­βή ε­ξι­στό­ρη­ση των α­φορ­μών, προ­πα­ρα­σκευής, ε­ξε­λί­ξεως και α­πο­τε­λε­σμά­των του παμ­βαλ­κα­νι­κού κα­τά της Τουρ­κίας πο­λέ­μου”, αλ­λά και βι­βλίο, «Από τα πε­δία των μα­χών», ως “ε­πι­σκέ­πτης, ό­ταν α­κό­μη τα πτώ­μα­τα ή­ταν ά­τα­φα”. Εντυ­πώ­σεις, λοι­πόν, ό­χι Ιστο­ρία. Τώ­ρα, αν αυ­τές εν­σω­μα­τώ­θη­καν σε “Ιστο­ρία” στην α­ντί­πε­ρα ό­χθη του Ατλα­ντι­κού, θα έ­πρε­πε να διευ­κρι­νί­ζε­ται. Πα­ρο­μοίως, για τα θε­α­τρι­κά του Τσο­κό­που­λου, στου Σκό­κου δί­νε­ται η χρο­νο­λο­γία α­νε­βά­σμα­τος μίας πα­ρά­στα­σης, ε­νώ, οι διορ­θώ­σεις δί­νουν αυ­τήν της έκ­δο­σης βι­βλίου. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση και χω­ρίς διευ­κρί­νι­ση, για το έμ­με­τρο πα­ρα­μύ­θι “Της Ωριάς το κά­στρο”, τίτ­λος που συμ­φω­νεί με το δη­μο­τι­κό ά­σμα, δί­νε­ται η χρο­νο­λο­γία α­νε­βά­σμα­τος, με διορ­θω­μέ­νο τον τίτ­λο, «Το κά­στρο της Ωριάς». Όπως κι αν έ­χει, κα­τα­λή­γου­με με έ­να νό­θο βιο­γρα­φι­κό, που ού­τε το τό­τε α­ντι­κα­το­πτρί­ζει ού­τε για το σή­με­ρα εί­ναι ε­παρ­κές. Τέ­λος, για τους αν­θο­λο­γού­με­νους συγ­γρα­φείς, που δεν υ­πάρ­χουν τα έ­τοι­μα βιο­γρα­φι­κά του Σο­κό­λη, ε­κεί­να του Σκό­κου ε­λά­χι­στα δια­φο­ρο­ποιού­νται, με λαν­θα­σμέ­νες ο­ρι­σμέ­νες διορ­θώ­σεις.
Η πρώ­τη α­πό τις έ­ξι ε­νό­τη­τες της ει­σα­γω­γής α­ναγ­γέλ­λε­ται ό­τι “σκια­γρα­φεί το πορ­τρέ­το του εκ­δό­τη της Ανθο­λο­γίας”. Μό­νο που, για α­κό­μη μία φο­ρά, ο Σκό­κος μέ­νει με έ­να η­μι­τε­λές “πορ­τρέ­το”. Εκτε­νής, ως συ­νή­θως, εί­ναι η α­να­φο­ρά στο Ημε­ρο­λό­γιο, που ε­ξέ­δι­δε, ό­χι “ε­πί τριά­ντα δυο χρό­νια” αλ­λά ε­πί τριά­ντα τρία, α­πό το 1886 (συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου) έως το 1918. Ενώ, για τον βίο του, αν­τλού­νται πλη­ρο­φο­ρίες α­πό το Ημε­ρο­λό­γιο και κυ­ρίως, α­πό τα “αυ­το­βιο­γρα­φι­κά κεί­με­να” του Ξε­νό­που­λου. Μό­νο που αυ­τά γρά­φτη­καν για το πλα­τύ κοι­νό. Έτσι, μα­θαί­νου­με πε­ρισ­σό­τε­ρα για την σύ­ζυ­γο του Σκό­κου, Αδρια­νή, το γέ­νος Επι­σκο­πό­που­λου. Πα­ρά τα κε­νά, στα­χυο­λο­γώ­ντας α­πό­ψεις, η α­πό­φαν­ση εί­ναι κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή: “Ο Σκό­κος υ­πήρ­ξε έ­νας α­κα­τα­πό­νη­τος ερ­γά­της του πνεύ­μα­τος, μια ευ­φρό­συ­νη φω­νή, που α­ντα­πο­κρι­νό­ταν στο μέ­σο γού­στο της ε­πο­χής.” 
Να ση­μειώ­σου­με την ε­ρευ­νη­τι­κή ερ­γα­σία του Ν. Φα­λα­γκά, που πα­ρου­σιά­ζε­ται στο Επί­με­τρο: κρι­τι­κά κεί­με­να για την αν­θο­λο­γία Σκό­κου, συ­γκρι­τι­κός πί­να­κας πε­ριε­χο­μέ­νων με άλ­λες αν­θο­λο­γίες, κα­τά­λο­γος προ­η­γού­με­νων και πρώ­των δη­μο­σιεύ­σεων των διη­γη­μά­των. Μέ­νει ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο πα­ρει­σφρέ­ουν, και ε­δώ, κά­ποια σφάλ­μα­τα. Λ.χ., ο Λυ­κού­δης εμ­φα­νί­ζε­ται να έ­χει δη­μο­σιεύ­σει δια­φο­ρε­τι­κό διή­γη­μα στις αν­θο­λο­γίες Σκό­κου και Καρ­ζή. Σε ει­σα­γω­γι­κό “ση­μείω­μα”, δί­νο­νται “οι εκ­δο­τι­κές αρ­χές” κα­τά τη διόρ­θω­ση. Διευ­κρι­νί­ζε­ται πως “έ­γι­νε προ­σπά­θεια να δια­τη­ρη­θεί μεν η ι­στο­ρι­κό­τη­τα της ορ­θο­γρα­φίας και της γλωσ­σι­κής μορ­φής των κει­μέ­νω­ν”, αλ­λά και να μην α­πο­θαρ­ρύ­νο­νται οι νέ­οι. Στην πρά­ξη, λ.χ., η γραία εκ­συγ­χρο­νί­ζε­ται  σε γριά. Βε­βαίως, αν εί­ναι να προ­σέλ­θουν οι νέ­οι, χα­λά­λι το συγ­γρα­φι­κό ύ­φος. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/7/2014

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Η Πόλη μιας Πολίτισσας

Ιώ Τσο­κώ­να
«Το Πέ­ρα των Ελλή­νω­ν
Στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη 
του χθες και του σή­με­ρα»
Εκδό­σεις Με­ταίχ­μιο
Απρί­λιος 2014

Ακό­μη σή­με­ρα, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη μας α­πα­σχο­λεί. Όχι σαν μία ση­μα­ντι­κή πό­λη του σύγ­χρο­νου κό­σμου, η με­γα­λύ­τε­ρη της γεί­το­νος χώ­ρας, ού­τε σαν έ­νας ε­πί­λε­κτος τα­ξι­διω­τι­κός προο­ρι­σμός. Αλλά σαν να πρό­κει­ται για μία δι­κή μας πό­λη. Δεν μας εν­δια­φέ­ρει ό­πως το Πα­ρί­σι ή το Λον­δί­νο, ού­τε, ό­μως, με τον τρό­πο της Αλε­ξάν­δρειας ή με ε­κεί­νον της “χα­μέ­νης πα­τρί­δας”, σαν την Σμύρ­νη. Θα λέ­γα­με πως μας α­πα­σχο­λεί ό­πως η Θεσ­σα­λο­νί­κη. Του­λά­χι­στον αυ­τό το συ­μπέ­ρα­σμα προ­κύ­πτει α­πό τον α­ριθ­μό των βι­βλίων γύ­ρω α­πό αυ­τήν, που εκ­δί­δο­νται τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Κι αυ­τό, πα­ρό­λο που ό­λοι οι μύ­θοι της έ­χουν, προ πολ­λού, ξε­φτί­σει. Από την χι­λιό­χρο­νη πρω­τεύου­σα του Βυ­ζα­ντίου α­πο­μέ­νουν κά­ποιες σχε­δόν πα­ρα­μυ­θι­κές ο­νο­μα­σίες, ό­πως Βα­σι­λεύου­σα, Θε­ο­φρού­ρη­τος, Βα­σι­λί­δα των πό­λεων. Μα­ζί έ­χουν χα­θεί και οι θρύ­λοι της, ού­τε στα παι­δι­κά βι­βλία δεν δια­σώ­ζο­νται ί­χνη τους. “Χρω­μα­τι­σμέ­νους ζε­στά α­πό τα μη­τρι­κά χεί­λη” εί­χαν α­κού­σει οι άν­θρω­ποι της η­λι­κίας του Άγγε­λου Τερ­ζά­κη για τα ε­φτά μι­σο­τη­γα­νι­σμέ­να ψά­ρια στο Μπα­λου­κλί και για την βου­λιαγ­μέ­νη στη θά­λασ­σα του Μαρ­μα­ρά ά­για Τρά­πε­ζα της Αγια-Σο­φιάς. Με δε­σπό­ζο­ντα, τον θρύ­λο για τον μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιά. 
Μέ­σα στους αιώ­νες, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη αλ­λά­ζει ο­νο­μα­σίες. Βυ­ζα­ντίς, Augusta Antonioni, Nova Roma, Με­γα­λό­πο­λις και Επτά­λο­φος, η ε­πί σχε­δόν εν­νια­κό­σια χρό­νια πρω­τεύου­σα του Βυ­ζα­ντίου, “το καύ­χη­μα των ζώ­ντων υ­πό την  του η­λίου α­να­το­λή­ν”, που έ­πε­σε την 29η Μαΐου 1453, “την τε­λευ­ταία μέ­ρα του κό­σμου για την χρι­στια­νι­κή Δύ­ση”. Η Πό­λη, με το κε­φα­λαίο πι, χω­ρίς έ­τε­ρο προσ­διο­ρι­στι­κό. Κέ­ντρο του κό­σμου πα­ρέ­μει­νε και για τους νέ­ους δι­καιού­χους της, που ε­ξά­λει­ψαν το ό­νο­μα Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό τον χάρ­τη, ο­νο­μα­το­ποιώ­ντας στη θέ­ση του τη φρά­ση “εις την Πό­λι­ν”, τουρ­κι­στί Ισταν­μπούλ. Όσο για τους έκ­πτω­τους νο­μείς της, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη στά­θη­κε η κε­ντρο­μό­λος, έ­στω και α­νο­μο­λό­γη­τα, ψυ­χή της Με­γά­λης Ιδέ­ας για τα κο­ντά 80 χρό­νια, που αυ­τή τους να­νού­ρι­σε. Από την 14η Ιαν. 1844, που ο Ιωάν­νης Κω­λέτ­της σο­φί­στη­κε και εκ­στό­μι­σε α­πό τα έ­δρα­να της Βου­λής αυ­τήν την η­χη­ρή αλ­λά και κρυ­πτι­κή έκ­φρα­ση, μέ­χρι την Κα­τα­στρο­φή του 1922. “Γεν­νη­θή­κα­με κά­τω α­πό τον α­στε­ρι­σμό της Με­γά­λης Ιδέ­ας και ζή­σα­με την Κα­τα­στρο­φή πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν τα­πεί­νω­ση”, έ­γρα­φαν ε­κεί­νοι της γε­νιάς του ’30. 
Οι πα­λαιό­τε­ροι, της γε­νιάς του 1880, ό­ταν για πρώ­τη φο­ρά “πα­τούν τη Στα­μπού­λ”, ό­πως ο Ανδρέ­ας Καρ­κα­βί­τσας, τη Δευ­τέ­ρα, 4 του Γε­νά­ρη 1893, θλί­βο­νται, που τη θέ­ση του α­να­στη­λω­μέ­νου α­πό τον Μέ­γα Κων­στα­ντί­νο Σταυ­ρού τον έ­χει πά­λι πά­ρει το μι­σο­φέγ­γα­ρο. “Και ποιος η­ξέ­ρει για πό­σον και­ρόν α­κό­μη”, α­να­ρω­τιό­ταν. Πα­τριώ­της, συ­νε­παρ­μέ­νος με το ό­ρα­μα της Με­γά­λης Ιδέ­ας, εί­ναι σί­γου­ρος ό­τι θα συμ­βεί κά­πο­τε. Ο Καρ­κα­βί­τσας έρ­χε­ται προ­σκυ­νη­τής πε­ρα­στι­κός στην Πό­λη, δεν γνω­ρί­ζει την ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, ού­τε στρέ­φει σε αυ­τήν τις προ­σμο­νές του. Αντι­θέ­τως, ο Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­της Σταύ­ρος Βου­τυ­ράς, 24 χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρός του, κι αυ­τός θερ­μός πα­τριώ­της, μπο­ρεί να μην ντύ­νε­ται στο χα­κί αλ­λά πο­λε­μά­ει σε έ­να ε­ξί­σου δύ­σκο­λο με­τε­ρί­ζι, ό­πως θα έ­λε­γαν οι ση­με­ρι­νοί δια­νοού­με­νοι που δια­σκε­δά­ζουν με ε­κεί­νους τους γρα­φι­κούς πα­τριώ­τες. Ο Βου­τυ­ράς εκ­δί­δει την ε­φη­με­ρί­δα, ο «Νε­ο­λό­γος». Ίσως, “το πιο εκ­φρα­στι­κό δη­μο­σιο­γρα­φι­κό όρ­γα­νο των Ελλή­νων της Πό­λης στο δεύ­τε­ρο μι­σό του 19ου”, ό­ταν θάλ­λει η Με­γά­λη Ιδέα. Αυ­τό, σύμ­φω­να με τον ι­στο­ρι­κό Κων­στα­ντί­νο Σβο­λό­που­λο, που δί­νει στην ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα “την πρω­το­πο­ρία στα γράμ­μα­τα και τις ε­πι­στή­μες υ­πό την ο­θω­μα­νι­κή αυ­το­κρα­το­ρία”. “Κο­λυμ­βή­θρα δια την α­να­γέν­νη­σιν της Ανα­το­λής” α­πο­κα­λεί ο Βου­τυ­ράς στην ε­φη­με­ρί­δα του, εν έ­τει 1873, τους Ρω­μιούς της Πό­λης.
Ο Καρ­κα­βί­τσας και ο Βου­τυ­ράς πέ­θα­ναν και οι δυο σε κα­κή κα­τά­στα­ση, α­πό φυ­μα­τίω­ση του λά­ρυγ­γα ο πρώ­τος, τυ­φλός και πάμ­φτω­χος ο δεύ­τε­ρος. Μό­λις που πρό­λα­βαν να μά­θουν τα κα­κά μα­ντά­τα, το α­νε­πί­τευ­κτο της Με­γά­λης Ιδέ­ας. Ο Σταύ­ρος Βου­τυ­ράς, τον ο­ποίο έ­χου­με αρ­κε­τές φο­ρές μνη­μο­νεύ­σει, στά­θη­κε η α­φορ­μή να ξε­χω­ρί­σου­με έ­να α­πό τα και­νού­ρια βι­βλία για την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Θα πρέ­πει να ο­μο­λο­γή­σου­με πως η πα­ρα­πο­μπή της συγ­γρα­φέως σε σχε­τι­κό κεί­με­νό μας κο­λά­κε­ψε την λαν­θά­νου­σα φι­λαυ­τία μας. Ασχέ­τως αν μας στε­νο­χώ­ρη­σε, κα­θώς μας α­να­φέ­ρει ως α­νή­κο­ντες στο πρώ­το φύλ­λο. Από­λυ­τα δι­καιο­λο­γη­μέ­νη, με το αρ­χί­γραμ­μα του μι­κρού ο­νό­μα­τος, που έ­χου­με ε­πι­λέ­ξει ως υ­πο­γρα­φή, α­πό το φό­βο πως τα δι­σύλ­λα­βα  θη­λυ­κά υ­πο­κο­ρι­στι­κά στε­ρού­νται σο­βα­ρό­τη­τας. Όπως και να έ­χει, πρό­κει­ται για το πρώ­το βι­βλίο της Ιούς Τσο­κώ­να, το πιο πρό­σφα­το σε μία σει­ρά α­πό εν­δια­φέ­ρο­ντα βι­βλία συγ­γρα­φέων ποι­κί­λης προέ­λευ­σης, η­λι­κίας και ά­ρα, προο­πτι­κής. 
Επι­λε­κτι­κά, θα μπο­ρού­σα­με να α­να­φέ­ρου­με το φι­λό­δο­ξο ο­δοι­πο­ρι­κό του Αλέ­ξαν­δρου Μασ­σα­βέ­τα στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, “την Πό­λη των Από­ντω­ν”, που ση­μαί­νει ό­λων των “Άλλω­ν”, του­τέ­στιν Ελλή­νων, Λε­βα­ντί­νων, Εβραίων, Αρμε­νίων, Ρώ­σων. Το βι­βλίο α­πέ­σπα­σε το Βρα­βείο Χρο­νι­κού-Μαρ­τυ­ρίας για την εκ­δο­τι­κή σο­δειά του 2011. Επί­σης, το πα­λαιό­τε­ρο α­στυ­νο­μι­κό του Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τη Πέ­τρου Μάρ­κα­ρη, «Πα­λιά, πο­λύ πα­λιά», που, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στην γε­νέ­τει­ρά του. Την ί­δια χρο­νιά, το 2008, εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει και το μυ­θι­στό­ρη­μα του Γιάν­νη Ξαν­θού­λη, αυ­τός γεν­νη­μέ­νος στην Αλε­ξαν­δρού­πο­λη με κα­τα­γω­γή α­πό την Ανα­το­λι­κή Θρά­κη, «Κων­στα­ντι­νού­πο­λη των α­σε­βών μου πό­θων». Το 2012, εκ­δό­θη­καν δυο α­κό­μη εν­δια­φέ­ρο­ντα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Το με­τα­μο­ντέρ­νας σύλ­λη­ψης, «Από­πει­ρα συ­νά­ντη­σης», της Ισμή­νης Κα­ρυω­τά­κη, που πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη αλ­λά μνη­μο­νεύει μό­νο την Ισταν­μπού­λ, και το βρα­βευ­μέ­νο μπέ­στ σέ­λερ του Θω­μά Κο­ρο­βί­νη, το «’55». Όπως δη­λώ­νει ο τίτ­λος, ε­στιά­ζει στον Σε­πτέμ­βριο του 1955, ό­ταν οι Τούρ­κοι ε­ξα­πέ­λυ­σαν το με­γά­λο πο­γκρόμ ε­να­ντίον ό­σων Ρω­μιών α­πέ­με­ναν. 
Τέ­λος, πέ­ρυ­σι, εκ­δό­θη­κε το αυτοβιο­γρα­φι­κό, «Η πό­λη που γεν­νή­θη­κα. Ισταν­μπούλ 1926-1946», του Μά­ριο Βίτ­τι. Αυ­τός εί­ναι α­πό Ιτα­λό πα­τέ­ρα και Ρω­μιά μη­τέ­ρα, “με ση­μα­ντι­κούς Φα­να­ριώ­τες προ­γό­νους α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας της και κα­λο­στε­κού­με­νους Καπ­πα­δό­κες α­πό την πλευ­ρά του πα­τέ­ρα της”. Τα πρώ­τα εί­κο­σι χρό­νια της ζωής του στην Πό­λη τα έ­ζη­σε στο Πέ­ραν ή και Πέ­ρα, τουρ­κι­στί Μπέ­γιο­γλου. Πε­ριο­χή, που άρ­χι­σε να παίρ­νει αυ­το­δύ­να­μη υ­πό­στα­ση με­τά την Άλω­ση, με την ε­γκα­τά­στα­ση σε αυ­τήν των ευ­ρω­παϊκών πρε­σβειών. Εκεί έ­ζη­σε τα α­ντί­στοι­χα πρώ­τα δέ­κα ε­πτά χρό­νια της ζωής του ο Γιώρ­γος Θε­ο­το­κάς, γι’ αυ­τό και στο μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Ο Λεω­νής», πε­ρι­γρά­φει με τό­ση ζω­ντά­νια τον δη­μο­τι­κό κή­πο του Τα­ξι­μιού. Και α­κό­μη πα­λαιό­τε­ρα, τον 19ο αι., ε­κεί βρέ­θη­κε στα δε­κα­τέσ­σε­ρά του ο Ευ­ρυ­τά­νας Δη­μή­τριος Πα­πα­δό­που­λος, αρ­χι­κά ως μα­θη­τής και έ­μει­νε κο­ντά τριά­ντα χρό­νια. Το μυ­θι­στό­ρη­μά του, α­πό τα πρώ­τα μπέ­στ σέ­λερ της δε­κα­ε­τίας του 1920, «Η Ωραία του Πέ­ραν», που ε­ξέ­δω­σε με το ψευ­δώ­νυ­μο Τυμ­φρη­στός, συ­ναρ­πά­ζει τις ρο­μα­ντι­κές ψυ­χές με τον τρα­γι­κό έ­ρω­τα της ω­ραίας Ερμιό­νης για τον φτω­χό Αι­μί­λιο, αλ­λά και με τα ει­δυλ­λια­κά το­πία μέ­σα στα ο­ποία ε­κτυ­λίσ­σε­ται. 
Αυ­τό «Το Πέ­ρα των Ελλή­νων» πα­ρου­σιά­ζει η Τσο­κώ­να, ό­πως το έ­ζη­σε αυ­τή τα δέ­κα ο­κτώ πρώ­τα χρό­νια της ζωής της. 80 χρό­νια με­τά τον Τυμ­φρη­στό, 60 με­τά τον Θε­ο­το­κά και κο­ντά 40 με­τά τον Βίτ­τι, κα­θό­σον γεν­νη­μέ­νη το 1964. Ο Κο­ρο­βί­νης γρά­φει τον πρό­λο­γο στο βι­βλίο της με την οι­κειό­τη­τα του οι­κο­γε­νεια­κού φί­λου. Θεσ­σα­λο­νι­κιός αυ­τός, φι­λό­λο­γος στη Μέ­ση Εκπαί­δευ­ση, δί­δα­ξε κο­ντά μία δε­κα­ε­τία, α­πό το 1988 μέ­χρι το 1996, στο Ζάπ­πειο και το Κε­ντρι­κό Παρ­θε­να­γω­γείο της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης. Στον πρό­λο­γό του α­να­φέ­ρει δυο άλ­λα μέ­λη της οι­κο­γέ­νειας, τη μη­τέ­ρα της συγ­γρα­φέως Ολυ­μπία, διευ­θύ­ντρια της Αστι­κής Σχο­λής Κο­ντο­σκα­λίου, και τον α­δελ­φό της, Αρι­στο­τέ­λη, σή­με­ρα κα­θη­γη­τή του Ζω­γρα­φείου, με συγ­γρα­φι­κή δρά­ση. Και τα δυο α­δέλ­φια μας εί­ναι γνω­στά α­πό τα δη­μο­σιεύ­μα­τά τους στο πε­ριο­δι­κό «Κιν­στέρ­να». Στο βι­βλίο, υ­πάρ­χει ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Ο “Άρης” και η “Ιώ”», σε α­νω­φε­ρή τα ο­νό­μα­τα, κα­θώς γί­νε­ται λό­γος για την προέ­λευ­σή τους. Με πλά­γιο τρό­πο, η συγ­γρα­φέ­ας διαν­θί­ζει τις α­να­μνή­σεις της με μύ­θους και ι­στο­ρι­κά στοι­χεία. Στο πρώ­το κε­φά­λαιο, συ­στή­νε­ται ως κό­ρη δα­σκά­λων, α­φιε­ρώ­νο­ντας το βι­βλίο στον πα­τέ­ρα της. Λη­σμο­νεί να α­να­φέ­ρει το ό­νο­μά του, τον ζω­ντα­νεύει ό­μως ως δά­σκα­λο στα Τα­ταύ­λα. Ενώ, σε έ­να άλ­λο κε­φά­λαιο, δί­νει το λι­γό­τε­ρο γνω­στό ι­στο­ρι­κό του σχο­λείου της μη­τέ­ρας της, ό­που φοί­τη­σε και η ί­δια. Η α­φή­γη­ση ξε­τυ­λί­γε­ται με χρο­νο­λο­γι­κή τά­ξη, δια­τη­ρώ­ντας έ­ναν α­νά­λα­φρα ευ­φρό­συ­νο τό­νο. Όλα συμ­βαί­νουν μέ­σα σε μία α­γα­πη­μέ­νη οι­κο­γέ­νεια και σε μία ευη­με­ρού­σα κοι­νό­τη­τα. Τα δυ­σά­ρε­στα, ω­στό­σο, δεν μέ­νουν στα πα­ρα­λει­πό­με­να. Ανα­φέ­ρο­νται στις ε­πι­μέ­ρους ι­στο­ρι­κές α­να­δρο­μές, με τον εν­δει­κνυό­με­νο για έ­να πα­ρό­μοιο βι­βλίο τρό­πο· α­κρι­βόλογα και χωρίς δραματικούς τόνους. Τα Σε­πτεμ­βρια­νά, οι α­πε­λά­σεις του ’64, με­τά τις τα­ρα­χές με­τα­ξύ Ελλη­νο­κυ­πρίων και Τουρ­κο­κυ­πρίων, και πά­λι το ’74. 
Η ι­στο­ρία της Τσο­κώ­να  ξε­κι­νά α­πό το Φα­νά­ρι ό­που γεν­νή­θη­κε, το Πα­τριαρ­χείο ό­που βα­φτί­στη­κε και τη Με­γά­λη του Γέ­νους Σχο­λή, ό­που ή­ταν μα­θη­τής ο α­δελ­φός της. Στο Φα­νά­ρι ή­ταν το σπί­τι των γο­νιών της μη­τέ­ρας της, που την κα­κό­μα­θαν μεν με τα χά­δια τους, ό­πως γρά­φει, αλ­λά  έ­πλα­σαν με τις ι­στο­ρίες τους μία Ελλη­νί­δα γνη­σιό­τε­ρη α­πό τις συ­νο­μή­λι­κές της Ελλα­δί­τισ­σες. Όταν αυ­τό το ξύ­λι­νο σπί­τι, πλάι στο Με­τό­χι του Αγίου Τά­φου, κά­η­κε, η μι­κρή Ιώ πα­ρα­θέ­ρι­ζε στην Πρώ­τη, στα Πρι­γκη­πό­νη­σα. Την ι­στο­ρία του και τη φρί­κη της φω­τιάς την πε­ρι­γρά­φει ο α­δελ­φός της σε βι­βλίο του. Οι δι­κές της α­να­μνή­σεις γί­νο­νται πιο ζωη­ρές με την ε­γκα­τά­στα­ση της οι­κο­γέ­νειας στο δια­μέ­ρι­σμα του Τζι­χαν­γκί­ρ, προά­στιου του Πέ­ρα. Αυ­τή ή­ταν η πρώ­τη γει­το­νιά και του Μασ­σα­βέ­τα, ο­πό­τε οι πε­ρι­γρα­φές των δυο συγ­γρα­φέων για τις πο­λυ­κα­τοι­κίες και τις γει­το­νιές τους βαί­νουν πα­ρα­λή­λως. Κε­ντρι­κό ση­μείο και στις δυο α­φη­γή­σεις εί­ναι ο Ίσιος ή Με­γά­λος Δρό­μος του Πέ­ρα. Από τα πρώ­τα ι­δρύ­μα­τα που πα­ρου­σιά­ζει η συγ­γρα­φέ­ας εί­ναι το Ζω­γρά­φειο, που λει­τουρ­γεί μέ­χρι σή­με­ρα έ­στω και με 40 μα­θη­τές. Ακο­λου­θούν το Ζάπ­πειο, που ή­ταν το σχο­λείο της και τα υ­πό­λοι­πα σχο­λεία του Πέ­ρα. Ως κα­τα­κλεί­δα, πε­ρι­γρά­φει την α­γα­πη­μέ­νη της Πρώ­τη, το νη­σί τους. Στις παι­δι­κές α­να­μνή­σεις, α­να­μι­γνύο­νται ι­στο­ρι­κές πλη­ρο­φο­ρίες, ό­πως ε­κεί­νο το με­γά­λο λευ­κό κιο­νό­κρα­νο στην α­λά­να έ­ξω α­πό την Παι­δό­πο­λη ή το νη­σί ως τό­πος ε­ξο­ρίας τα βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια.  
Η Τσο­κώ­να, α­φού ο­λο­κλη­ρώ­νει, σε έ­να πρώ­το μέ­ρος του βι­βλίου, τις α­να­μνή­σεις των παι­δι­κών και ε­φη­βι­κών χρό­νων, α­πο­πει­ρά­ται μία συ­στη­μα­τι­κή πα­ρου­σία­ση “του Πέ­ρα των Ελλή­νω­ν”, κρα­τώ­ντας έ­τσι στο α­κέ­ραιο την υ­πό­σχε­ση του τίτ­λου. Με πλη­ρό­τη­τα, αλ­λά χω­ρίς κα­τα­γρα­φι­κό φι­λο­λο­γι­σμό, πα­ρου­σιά­ζει συ­στη­μα­τι­κά α­ξιο­θέ­α­τα και Ιδρύ­μα­τα. Εί­ναι πο­λύ­τι­μη αυ­τή η πε­ρι­γρα­φή, για­τί τις λε­πτο­μέ­ρειες που έ­χει συ­γκρα­τή­σει η μνή­μη, ο ε­ρευ­νη­τής δεν τις ε­ντο­πί­ζει, ό­σο κι αν κο­πιά­σει. Με­τα­φρά­στρια σή­με­ρα α­πό τα ελ­λη­νι­κά στα τουρ­κι­κά, πλου­τί­ζει πε­ραι­τέ­ρω την α­φή­γη­σή της. Δί­νει το προ­βά­δι­σμα στα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά έρ­γα και τις αί­θου­σες, χά­ρις στην “μα­νιώ­δη σι­νε­φί­λ” μη­τέ­ρα, α­κο­λου­θούν έ­να ε­κτε­νές κε­φά­λαιο για τις εκ­κλη­σίες και μι­κρό­τε­ρα, για τα προ­ξε­νεία και τα θέ­α­τρα, αυ­τά χά­ρις και στον θε­α­τρό­φι­λο πα­τέ­ρα. Ιδιαί­τε­ρα κε­φά­λαια α­φιε­ρώ­νο­νται στα α­ξιο­θέ­α­τα, την πλα­τεία Τα­ξί­μ, το κο­σμο­πο­λί­τι­κο Σταυ­ρο­δρό­μι και τον Γα­λα­τά. Η συγ­γρα­φέ­ας δεν λη­σμο­νεί να α­να­φερ­θεί στον ελ­λη­νι­κό Τύ­πο, κα­θώς και σε ο­ρι­σμέ­νες προ­σω­πι­κό­τη­τες του Πέ­ρα, αλ­λά και σε κά­ποιους γρα­φι­κούς τύ­πους.
Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον έ­χει η α­να­φο­ρά της στην ό­γδοη Τέ­χνη, τη φω­το­γρα­φία. Κα­τά μία εκ­δο­χή, ε­πει­δή η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη δεν εί­χε πολ­λούς ντό­πιους ζω­γρά­φους, πλή­θυ­ναν οι φω­το­γρά­φοι. Από το 1850 και ύ­στε­ρα, στον Ίσιο Δρό­μο α­νοί­γουν φω­το­γρα­φεία. Πρώ­τος ο Βα­σι­λά­κης Καρ­γό­που­λος, μετά ο γιος του Κων­στα­ντί­νος, αλ­λά κυ­ρίως, ο Αχιλ­λέ­ας Σα­μα­ντζής και ο γα­μπρός του Ευ­γέ­νιος Δα­λέ­ζιος, τους ο­ποίους πρω­το­γνω­ρί­σα­με πέ­ρυ­σι με την έκ­θε­ση των φω­το­γρα­φιών τους στην Αγιο­ρεί­τι­κη Εστία της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Η πα­ρου­σία­ση α­πό την Τσο­κώ­να του Σα­μα­ντζή συ­νι­στά μία μο­να­δι­κή μαρ­τυ­ρία γι’ αυ­τόν τον ε­ρα­σι­τέ­χνη φω­το­γρά­φο, “α­στό, πο­λύ­γλωσ­σο και κο­σμο­πο­λί­τη”. Το 1936 ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Αθή­να, ό­που και πέ­θα­νε το 1942, τυ­φλός και σε κα­κή οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση, ό­πως ο Βου­τυ­ράς. Αυ­τός δέ­κα χρό­νια νεό­τε­ρος, στα 72. Το βι­βλίο ει­κο­νο­γρα­φεί­ται  με 30 α­πό τις συ­νο­λι­κά 120 φω­το­γρα­φίες που τρά­βη­ξε ε­πί τού­του ο φί­λος της συγγραφέως, φω­το­γρά­φος Σα­μί Σολ­μάζ.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/7/2014.

Τα ποιητικά της Πολυδούρη

Μα­ρία Πο­λυ­δού­ρη
«Τα ποιή­μα­τα»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια –ε­πί­με­τρο 
Χρι­στί­να Ντου­νιά
Εκδό­σεις Εστίας
Φε­βρουά­ριος 2014

Την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, η πε­ρί­πτω­ση της Χρι­στί­νας Ντου­νιά ως με­λε­τή­τριας της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, χά­ρις στις θε­μα­τι­κές με­τα­το­πί­σεις που α­πο­τολ­μά, πα­ρό­τι πα­ρα­μέ­νει στην ί­δια πά­ντο­τε χρο­νι­κή πε­ρίο­δο. Τις εκ­πλή­ξεις των πρό­σφα­των βι­βλίων της δεν τις προ­μή­νυε η α­κα­δη­μαϊκή της πο­ρεία, που θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν τυ­πι­κή. Θέ­μα της δια­τρι­βής της, που εκ­δό­θη­κε το 1996, ή­ταν “τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά της α­ρι­στε­ράς στο Με­σο­πό­λε­μο”. Το 2000,  μία δεύ­τε­ρη με­λέ­τη για την πρόσ­λη­ψη του έρ­γου του Κα­ρυω­τά­κη α­πέ­σπα­σε βρα­βείο δο­κι­μίου. Στη συ­νέ­χεια, στρά­φη­κε σε πα­ρα­γκω­νι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς, με κοι­νό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, το ε­κρη­κτι­κό τους τα­μπε­ρα­μέ­ντο και τις αι­ρε­τι­κές τους ε­πι­λο­γές, που προ­κά­λε­σαν θό­ρυ­βο στην ε­πο­χή τους. Όπως θό­ρυ­βο στον Τύ­πο του 21ου, προ­κα­λούν τα βι­βλία που τους α­φιε­ρώ­νει η Ντου­νιά. Η υ­πο­δο­χή εί­ναι το ί­διο θερ­μή, με ε­κεί­νη που ε­πι­φυ­λάσ­σε­ται σε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα στρε­φό­με­να γύ­ρω α­πό αμ­φι­λε­γό­με­να ι­στο­ρι­κά θέ­μα­τα και πρό­σω­πα. Και τα μεν και τα δε α­ντα­πο­κρί­νο­νται στην τρέ­χου­σα διά­θε­ση α­να­σκευής της Ιστο­ρίας. Την ε­πι­τυ­χία που η Ντου­νιά δεν γνώ­ρι­σε ως πε­ζο­γρά­φος («Βρέ­χει σ’ αυ­τό το ό­νει­ρο», 1998), την α­πο­λαμ­βά­νει ως με­λε­τή­τρια. Κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο παί­ζει η χρο­νι­κή πε­ρίο­δος που έ­χει ε­πι­λέ­ξει· η δε­κα­ε­τία του ’20, με “τον χα­μη­λό­φω­νο λυ­ρι­σμό των ποιη­τών της και την α­ντι­κομ­φορ­μι­στι­κή στά­ση τους α­πέ­να­ντι στη ζωή”, ό­πως η ί­δια συ­νο­ψί­ζει. Συμ­βάλ­λει, ό­μως, και ο τρό­πος που χει­ρί­ζε­ται τα πρό­σω­πα, λί­γο σαν Ρο­μπέν των Δα­σών, υ­πε­ρα­σπι­στής των α­δυ­νά­των.
Αρχι­κά, την α­πα­σχό­λη­σε η ι­διό­τυ­πη πε­ρί­πτω­ση του Νί­κου Βέλ­μου και του πε­ριο­δι­κού του. Με­τά, Νοέ. 2005, προ­κά­λε­σε σά­λο, συ­γκρι­νό­με­νο σε το­πι­κό ε­πί­πε­δο με ε­κεί­νον της πρό­σφα­της ται­νίας «Η ζωή της Αντέλ», ε­πα­νεκ­δί­δο­ντας το μυ­θι­στό­ρη­μα «Η ε­ρω­μέ­νη της» της Ντό­ρας Ρω­ζέτ­τη. Ο σχο­λια­σμός της καλ­λιέρ­γη­σε την προ­σμο­νή πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Ρω­ζέτ­τη να κρύ­βε­ται μία γνω­στή συγ­γρα­φέ­ας, ό­πως η Μέλ­πω Αξιώ­τη ή η Έλλη Πα­πα­δη­μη­τρίου. Μέ­χρι βρα­διά διορ­γα­νώ­θη­κε, με ε­ξέ­χο­ντες ο­μι­λη­τές, γι’ αυ­τό το λε­σβια­κό “ρο­μά­ντζο”, που η δη­μο­σιο­γρα­φι­κή υ­περ­βο­λή το ή­θε­λε να διεκ­δι­κεί θέ­ση στην ο­μό­λο­γη ευ­ρω­παϊκή λο­γο­τε­χνία. Όταν η Ελέ­νη Μπα­κο­πού­λου, γνω­στή α­πό τη δε­κα­ε­τία του 1970 με την α­γω­νι­στι­κή της πα­ρου­σία στο φε­μι­νι­στι­κό κί­νη­μα, α­πο­κά­λυ­ψε πως δεν πρό­κει­ται για κά­ποια γνω­στή συγ­γρα­φέα, ο Τύ­πος το α­ντι­πα­ρήλ­θε, ό­πως α­ντι­πα­ρήλ­θε και την με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση του βι­βλίου της, το 2012.

Δί­το­μα Άπα­ντα

Στη διε­τία 2009-2010, η Ντου­νιά ε­πα­νέ­φε­ρε στο προ­σκή­νιο τον Πέ­τρο Πι­κρό, με ε­πι­μέ­λεια των τριών πρώ­των τό­μων των Απά­ντων του. Τέ­λος, ε­νώ α­να­με­νό­ταν η συ­νέ­χεια Πι­κρού, ήρ­θε η α­να­κοί­νω­ση δί­το­μων Απά­ντων Μα­ρίας Πο­λυ­δού­ρη,  συ­μπλη­ρω­μέ­να με τη βιο­γρα­φία της. Προ­σώ­ρας εκ­δό­θη­κε ο πρώ­τος τό­μος των Απά­ντων, με τα ποιή­μα­τα, ε­πί­με­τρο και ε­κτε­νές βιο­γρα­φι­κό σχε­δία­σμα. Μία πρώ­τη μορ­φή του σχε­διά­σμα­τος, με λι­γό­τε­ρα στοι­χεία α­πό το αρ­χεια­κό υ­λι­κό, εί­χε δη­μο­σιευ­τεί στο «Ημε­ρο­λό­γιο 2005: Μα­ρία Πο­λυ­δού­ρη», που εί­χε ε­τοι­μά­σει η Ντου­νιά. Εί­θε να υ­πάρ­ξει συ­νέ­χεια. Μό­νο που η Ντου­νιά δί­νε­ται μεν με πά­θος στους φι­λο­λο­γι­κούς της έ­ρω­τες, αλ­λά έ­χει δεί­ξει πως εί­ναι μάλ­λον ά­στα­τη. Ού­τε στον Βέλ­μο ού­τε στην Ρω­ζέτ­τη ε­πα­νήλ­θε, πα­ρό­λο που και στα δυο θέ­μα­τα υ­πάρ­χουν φι­λο­λο­γι­κά κε­νά. Ακό­μη και τον Πι­κρό, φαί­νε­ται να τον ε­γκα­τέ­λει­ψε.               
Οι α­παι­τή­σεις, πά­ντως, α­πό τον πρό­σφα­το τό­μο εί­ναι υ­ψη­λές, α­φού η με­λε­τή­τρια θέ­τει ως στό­χο “να βγά­λει την Πο­λυ­δού­ρη α­πό τη σκιά του Κα­ρυω­τά­κη”. Αυ­τό ση­μαί­νει νέα θεώ­ρη­ση του ποιη­τι­κού της έρ­γου, α­νε­ξάρ­τη­τη α­πό τον βίο της και α­πό το έρ­γο του Κα­ρυω­τά­κη. Ο πρό­λο­γος α­φή­νει την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πρό­κει­ται για έ­να με­γα­λύ­τε­ρο ποιη­τι­κό σώ­μα α­πό το δη­μο­σιευ­μέ­νο στα προ τρια­κο­ντα­ε­τίας Άπα­ντα, που εί­χε κα­ταρ­τί­σει ο Τά­κης Μεν­δρά­κος. Η σύ­γκρι­ση, ω­στό­σο, δεί­χνει ό­τι έ­χουν προ­στε­θεί μό­λις δώ­δε­κα ποιή­μα­τα, α­πό τα ο­ποία τρία α­νή­κουν στα “η­μι­τε­λή”, και ε­πτά εί­ναι με­τα­φρά­σεις. Τα “η­μι­τε­λή”, μα­ζί με έ­να α­πό τα υ­πό­λοι­πα, «Απ’ τα Σο­νέ­τα του Κυ­νη­γού», και πέ­ντε α­πό τις με­τα­φρά­σεις, έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί α­πό τον Κώ­στα Πα­πα­ντω­νό­που­λο, το 1989, που το Αρχείο Πο­λυ­δού­ρη ε­να­πο­τέ­θη­κε στο Ε.Λ.Ι.Α., στο πε­ριο­δι­κό του Ιδρύ­μα­τος. Μέ­νουν ο­χτώ ποιή­μα­τα και δυο με­τα­φρά­σεις, που έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί σε διά­φο­ρα έ­ντυ­πα. Αθη­σαύ­ρι­στα ποιή­μα­τα δεν υ­πάρ­χουν, κα­θώς η έ­ρευ­να πε­ριο­ρί­στη­κε στο Αρχείο· το δι­κό της και ε­κεί­νο που βρέ­θη­κε σε συγ­γε­νι­κά ή και φι­λι­κά χέ­ρια. Στα πρό­σφα­τα Άπα­ντα, η τα­ξι­νό­μη­ση εί­ναι α­να­λυ­τι­κό­τε­ρη, ε­νώ έ­χει προ­στε­θεί φι­λο­λο­γι­κός σχο­λια­σμός. Στα προ­η­γού­με­να, με­τά τις δυο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές της, του 1928 «Οι τρί­λλιες που σβή­νουν», ό­που συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και με­τα­φρά­σεις, και του 1929 «Ηχώ στο χά­ος», πα­ρα­τί­θε­νται τα “α­νέκ­δο­τα”. Στα πρό­σφα­τα, αυ­τά κα­τα­με­ρί­ζο­νται, στα “πρώι­μα (1918-1920)”, σε ε­κεί­να της πε­ριό­δου 1922-1927 με τον προσ­διο­ρι­σμό “Αθή­να-Πα­ρί­σι”, στα ποιή­μα­τα της “«Σω­τη­ρίας»”, ό­που νο­ση­λεύ­τη­κε α­πό την 4η Απρ. 1928 μέ­χρι την 13η Φε­βρ. 1930, στα “η­μι­τε­λή” και στις “με­τα­φρά­σεις”.  

Μια α­φή­γη­ση

Αφού, ου­σια­στι­κά, το ποιη­τι­κό σώ­μα εί­ναι δε­δο­μέ­νο, η νέα θεώ­ρη­ση στη­ρί­ζε­ται στη με­λέ­τη, που δη­μο­σιεύε­ται ως ε­πί­με­τρο. Δεν πρό­κει­ται για έ­να α­μι­γώς δο­κι­μια­κό κεί­με­νο, αλ­λά για μία α­φή­γη­ση, με γλα­φυ­ρούς τό­νους και δο­μι­κό στοι­χείο τα πολ­λά και ε­κτε­νή α­πο­σπά­σμα­τα α­πό δη­μο­σιεύ­μα­τα άλ­λων. Η ε­πι­λο­γή των α­πο­σπα­σμά­των εί­ναι μεν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή, αλ­λά ό­χι και α­ξιο­λο­γι­κή. Ξε­δια­λέ­γο­νται ε­κεί­να που κρί­νο­νται πρό­σφο­ρα, ώ­στε η α­φή­γη­ση να α­να­σκευά­σει ό­σες πα­λαιό­τε­ρες α­πό­ψεις ε­κτι­μώ­νται ως ε­σφαλ­μέ­νες και να α­να­δια­τυ­πώ­σει ό­σες ε­ξαί­ρουν πτυ­χές της ποίη­σης της Πο­λυ­δού­ρη. Με τη βοή­θεια αυ­τών των ξέ­νων λό­γων, η Ντου­νιά αρ­θρώ­νει τον δι­κό της. Έτσι δί­νει ευ­κο­λό­τε­ρα υ­πό­στα­ση στη ρη­ξι­κέ­λευ­θη σύλ­λη­ψη της Πο­λυ­δού­ρη ως “της πιο συ­ναρ­πα­στι­κής ποιή­τριας του με­σο­πο­λέ­μου και μίας α­πό τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ποιη­τι­κές φω­νές της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας του ει­κο­στού αιώ­να”. 
Η με­λέ­τη χω­ρί­ζε­ται σε εν­νέα κε­φά­λαια με­τά ει­σα­γω­γής. Το πρώ­το πε­ρι­γρά­φει τα δυο τε­λευ­ταία χρό­νια στη «Σω­τη­ρία», α­πο­τε­λώ­ντας κε­φά­λαιο βιο­γρα­φίας. Μέ­ρος του τίτ­λου, «Μα­τω­μέ­νος λυ­ρι­σμός», και το στίγ­μα της ε­πο­χής, τα παίρ­νει α­πό κεί­με­νο του Άγγε­λου Τερ­ζά­κη, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1961 για τα πρώ­τα Άπα­ντα Πο­λυ­δού­ρη της Λι­λής Ζω­γρά­φου. Η α­φή­γη­ση συρ­ρά­πτει και σχο­λιά­ζει, με τη ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή, σκαν­δα­λο­θη­ρι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα και κυ­ρίως, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό μαρ­τυ­ρίες φί­λων της Πο­λυ­δού­ρη, ό­πως ο Ου­ρά­νης, ο Σι­κε­λια­νός, ο Ρί­τσος ή και η Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη. Πά­ντο­τε αυ­το­βιο­γρα­φι­κή στις μυ­θο­πλα­σίες της η Κα­ζα­ντζά­κη, πλά­θει μία συγ­γε­νι­κή της Πο­λυ­δού­ρη η­ρωί­δα στο μυ­θι­στό­ρη­μά της «Γυ­ναί­κες», που εκ­δί­δει το 1933. Με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος δί­νει η Ντου­νιά σε έ­να άλ­λο μυ­θι­στό­ρη­μα, την «Εκά­τη» του Κο­σμά Πο­λί­τη, που εκ­δίδεται το ί­διο έ­τος, α­φιε­ρώ­νο­ντάς του το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο της με­λέ­της. Σύμ­φω­να με νεό­τε­ρους με­λε­τη­τές, το μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό πρό­σω­πο της Έρσης, εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό την Πο­λυ­δού­ρη. Επι­σή­μαν­ση, που δεν κά­νει η Νό­ρα Ανα­γνω­στά­κη στην πα­λαιό­τε­ρη διε­ξο­δι­κή α­νά­λυ­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Μπο­ρεί, ό­μως, η ο­μοιό­τη­τα Έρσης-Πο­λυ­δού­ρη και οι πα­ραλ­λαγ­μέ­νοι ή αυ­τού­σιοι στί­χοι της, που χρη­σι­μο­ποιεί ο Πο­λί­της, να ε­κλη­φθούν ως ε­γκώ­μιο για την ποίη­σή της;  
Τα δυο εν­διά­με­σα κε­φά­λαια της με­λέ­της ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στην α­πο­τί­μη­ση του έρ­γου της Πο­λυ­δού­ρη α­πό κρι­τι­κούς και ι­στο­ρι­κούς της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Ανα­φέ­ρο­νται τα γνω­στά πε­ρί πε­ριο­ρι­σμέ­νης α­να­φο­ράς των ποιη­τριών στις Ιστο­ρίες και γε­νι­κό­τε­ρα, η φυ­λε­τι­κή συγ­γρα­φή της Ιστο­ρίας. Το ζη­τού­με­νο εί­ναι η θέ­ση μέ­σα σε αυ­τό το πε­δίο της Πο­λυ­δού­ρη. Υπο­τι­μη­μέ­νη τη θεω­ρεί η Ντου­νιά. Θα μπο­ρού­σε, ό­μως, να χα­ρα­κτη­ρι­στεί και υ­περ­τι­μη­μέ­νη. Λ.χ., μό­νο στην Ιστο­ρία του Αρί­στου Κα­μπά­νη δεν α­να­φέ­ρε­ται, ε­νώ, σε ε­κεί­νη του Ηλία Βου­τιε­ρί­δη, υ­πάρ­χει το ό­νο­μά της στον κα­τά­λο­γο της γε­νιάς του ’20. Αντι­θέ­τως, στην Ιστο­ρία του Νί­κου Παπ­πά, μνη­μο­νεύε­ται ως “η μο­να­δι­κή α­ξιό­λο­γη ποιή­τρια αυ­τής της γε­νιάς”. Επί­σης, ο Δημ. Τσά­κω­νας δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη ό­τι “η Πο­λυ­δού­ρη ε­ξε­λίσ­σει βαθ­μιαία την ποίη­σή της”. Αυ­τές τις Ιστο­ρίες, η Ντου­νιά δεν τις α­να­φέ­ρει. Εμμέ­νει στην υ­πο­τί­μη­ση της Πο­λυ­δού­ρη α­πό την τριά­δα Δη­μα­ράς - Βίτ­τι – Πο­λί­της, α­σχέ­τως αν σε αυ­τούς το στοι­χείο της πα­ρα­γνώ­ρι­σης α­φο­ρά γε­νι­κό­τε­ρα τη γε­νιά του ’20. Δη­λω­τι­κοί εί­ναι οι τίτ­λοι των α­ντί­στοι­χων κε­φα­λαίω­ν: «Το ά­τολ­μο ξε­κί­νη­μα του μο­ντερ­νι­σμού» στον Βίτ­τι, «Η ποίη­ση  ως το 1930» στον Πο­λί­τη.

Τρεις ι­στο­ρι­κοί

Η Ντου­νιά υ­περ­τι­μά ο­ρι­σμέ­νες Ιστο­ρίες, ό­πως του Πο­λί­τη, που θεω­ρεί ό­τι “α­πο­τυ­πώ­νει τον λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να” ή του Ρό­ντρικ Μπή­τον, ό­τι συ­νι­στά “μία νεό­τε­ρη α­πο­τί­μη­ση της λο­γο­τε­χνίας μας”. Αντι­θέ­τως, ε­πι­τι­μά την Ιστο­ρία του Αλέξ. Αργυ­ρίου, με α­να­κρι­βείς α­να­φο­ρές. Λ.χ., στη λο­γο­τε­χνία του με­σο­πο­λέ­μου δεν α­φιε­ρώ­νει “έ­ναν τό­μο 556 σε­λί­δω­ν”  αλ­λά δυο συ­νο­λι­κά 1166 σε­λί­δων. Στον πρώ­το, συ­νο­ψί­ζει την ά­πο­ψή του ως κρι­τι­κός για τις δυο συλ­λο­γές της Πο­λυ­δού­ρη, την ο­ποία συ­μπλη­ρώ­νει στον δεύ­τε­ρο, ό­που “το ί­χνος της Πο­λυ­δού­ρη” φτά­νει τις δυό­μι­σι σε­λί­δες, με βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία και πα­ρά­θε­ση ποιη­μά­των πα­ρα­πλή­σιας έ­κτα­σης με ε­κεί­νη για τους άλ­λους της ο­μά­δας. Ού­τε θα συμ­φω­νού­σα­με πως ο λό­γος που την κρί­νει αυ­στη­ρά εί­ναι η σύ­γκρι­ση με τη γε­νιά του ’30. Μάλ­λον α­ξιο­λο­γεί πε­ρισ­σό­τε­ρο ο­ρι­σμέ­νους πα­ρα­γκω­νι­σμέ­νους α­ντί των προ­βε­βλη­μέ­νων, Πο­λυ­δού­ρη και Λα­πα­θιώ­τη. 
Ένα ση­μα­ντι­κό ση­μείο, που φαί­νε­ται να μη λα­βαί­νει υ­πό­ψη της η με­λε­τή­τρια, εί­ναι οι ό­ροι υ­πό τους ο­ποίους γρά­φε­ται μία κρι­τι­κή α­πο­τί­μη­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πο­δέ­χε­ται τη θε­τι­κή γνώ­μη των τεσ­σά­ρων “ε­γκυ­ρό­τε­ρω­ν”, ό­πως τους χα­ρα­κτη­ρί­ζει, “κρι­τι­κών του με­σο­πο­λέ­μου”, Πα­ρά­σχου, Άγρα, Ου­ρά­νη, Κα­ρα­ντώ­νη, χω­ρίς να προ­σμε­τρά το στοι­χείο, ό­τι δη­μο­σιεύουν τις α­πο­τι­μή­σεις τους κο­ντά στο θά­να­το της Πο­λυ­δού­ρη, ε­πη­ρε­α­σμέ­νοι α­πό την συ­ναι­σθη­μα­τι­κή συ­γκυ­ρία. Ενώ, τις πα­ρα­τη­ρή­σεις μίας με­τα­γε­νέ­στε­ρης κρι­τι­κής του Κα­ρα­ντώ­νη, τις παίρ­νει ως ά­ξο­να της με­λέ­της της, λη­σμο­νώ­ντας πως πρό­κει­ται για πα­ρου­σία­ση των πρώ­των Απά­ντων Πο­λυ­δού­ρη του 1961. Οπό­τε το συ­μπέ­ρα­σμα της βιω­σι­μό­τη­τας της ποίη­σής της αλ­λά και η το­πο­θέ­τη­ση του ζεύ­γους Κα­ρυω­τά­κη-Πο­λυ­δού­ρη σε ε­ξέ­χου­σα θέ­ση μέ­σα στη γε­νιά, έ­στω και κά­πως στα­νι­κά για την δεύ­τε­ρη, έρ­χο­νται ως α­βρό­τη­τα προς υ­πο­στή­ρι­ξη του εγ­χει­ρή­μα­τος. 
Γε­νι­κό­τε­ρα, φαί­νε­ται να μην δί­νει την πρέ­που­σα ση­μα­σία στα πρό­σω­πα που δια­τυ­πώ­νουν μία ά­πο­ψη, εν­δια­φε­ρό­με­νη πε­ρισ­σό­τε­ρο για το θε­τι­κό ή αρ­νη­τι­κό πρό­ση­μο της κρι­τι­κής τους. Ιε­ραρ­χεί τους κρι­τι­κούς με βά­ση τις α­νά­γκες της ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γίας, πα­ρα­βλέ­πο­ντας το ε­κτό­πι­σμά τους. Λ.χ., ε­ξαί­ρει “τον κρι­τι­κό Κώ­στα Στα­μα­τίου”, για­τί αυ­τός, στα “α­να­βρύ­σμα­τα της στιγ­μής” μέ­σα στην ποίη­ση της Πο­λυ­δού­ρη,  ε­ντο­πί­ζει νεω­τε­ρι­κά στοι­χεία α­πό τον πα­ρι­σι­νό ντα­νταϊσμό και υ­περ­ρε­α­λι­σμό,  ή “τη φε­μι­νί­στρια κρι­τι­κό Καί­τη Ζέγ­γε­λη”, για­τί α­πο­φαί­νε­ται πως “η Πο­λυ­δού­ρη έ­χει στο­χα­στι­κό πνεύ­μα”. Την ά­πο­ψη, μά­λι­στα, της κρι­τι­κού ό­τι πρό­κει­ται για “μια δια­νοού­με­νη που την κυ­βερ­νά το έν­στι­κτο”, την χρη­σι­μο­ποιεί ως τίτ­λο στο έ­κτο κε­φά­λαιο, με θέ­μα τη στή­ρι­ξη της Πο­λυ­δού­ρη α­πό δυο φε­μι­νι­στι­κά πε­ριο­δι­κά, «Ο Αγώ­νας της γυ­ναί­κας» που ε­ξέ­δι­δε ο Σύν­δε­σμος για τα δι­καιώ­μα­τα της γυ­ναί­κας και το «Ελλη­νίς» του Εθνι­κού Συμ­βου­λίου Ελλη­νί­δων. Έχουν, ό­μως, α­ξία οι α­πό­ψεις της εν λό­γω κρι­τι­κού του δεύ­τε­ρου πε­ριο­δι­κού; Η Ντου­νιά α­πα­ντά κα­τα­φα­τι­κά, με τον μάλ­λον σα­θρό συλ­λο­γι­σμό, ό­τι “οι γυ­ναί­κες κρι­τι­κοί γνω­ρί­ζουν τον δύ­σκο­λο και πο­λυ­μέ­τω­πο α­γώ­να μιας νέ­ας γυ­ναί­κας”, χω­ρίς να λαμ­βά­νει υ­πό­ψη πως το 1930  τα εν λό­γω πε­ριο­δι­κά ζη­τού­σαν με α­γω­νι­στι­κή διά­θε­ση να α­να­βαθ­μί­σουν το γυ­ναι­κείο πρό­τυ­πο. 

Πα­ρα­δο­σια­κή ή μο­ντέρ­να

Πα­ρο­μοίως, στο ό­γδοο κε­φά­λαιο, ό­που πο­λιορ­κεί το ε­ρώ­τη­μα “πα­ρα­δο­σια­κή ή μο­ντέρ­να” η ποίη­ση της Πο­λυ­δού­ρη, α­να­φέ­ρε­ται “στον συ­σχε­τι­σμό των ποιη­μά­των της  με την ποίη­ση του Σο­λω­μού”, που δια­τυ­πώ­νει ο ε­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της, α­φα­νής σή­με­ρα, Γιάν­νης Χον­δρο­γιάν­νης. Στο προ­η­γού­με­νο κε­φά­λαιο, έ­χουν ε­ντο­πι­στεί “ε­κλε­κτι­κές συγ­γέ­νειες” της Πο­λυ­δού­ρη με τους Γάλ­λους “κα­τα­ρα­μέ­νους” ποιη­τές, αν και κά­πως έμ­με­σες. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η Ζέγ­γε­λη α­να­φέ­ρει ως πρό­γο­νό της την Γαλ­λί­δα ποιή­τρια του 19ου αιώ­να, Μαρ­σε­λίν Βαλ­μό­ρ, η ο­ποία, χά­ρις στο θαυ­μα­σμό του Μπων­τλαίρ και την με­γά­λη ε­κτί­μη­ση του Ρε­μπώ, συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε α­πό τον Βερ­λαίν στους “κα­τα­ρα­μέ­νους” ποιη­τές. Από ε­κεί και πέ­ρα, ε­πι­ση­μαί­νε­ται συγ­γέ­νεια στα βιο­γρα­φι­κά Βαλ­μό­ρ-Πο­λυ­δού­ρη (έ­νας με­γά­λος έ­ρω­τας που τε­λείω­σε γρή­γο­ρα αλ­λά έ­δω­σε το ποιη­τι­κό υ­πο­κεί­με­νο των στί­χων τους), ε­νώ, στην ποίη­ση αμ­φο­τέ­ρων, υ­πάρ­χει “το χά­ρι­σμα της ε­ξο­μο­λό­γη­σης”. Κα­τά τη Ντου­νιά, το ό­τι “η Πο­λυ­δού­ρη πε­ριέ­λα­βε δυο ποιή­μα­τα της Βαλ­μόρ στις λι­γο­στές με­τα­φρά­σεις της έμ­με­σα υ­πο­γραμ­μί­ζει τη συγ­γέ­νειά της”. Ωστό­σο, να θυ­μί­σου­με πως αυ­τές οι με­τα­φρά­σεις έ­γι­ναν το 1929 και ό­τι η Πο­λυ­δού­ρη στά­θη­κε ε­τε­ρό­φω­τη στις με­τα­φρα­στι­κές ε­πι­λο­γές της. Επί­σης, ό­τι εί­χε προ­η­γη­θεί η εν­θου­σιώ­δης πα­ρου­σία­ση της Βαλ­μόρ α­πό τον Από­στο­λο Με­λα­χρι­νό στο «Φρα­γκέ­λιο», Ιαν. 1928, με ποίη­μά της με­τα­φρα­σμέ­νο α­πό τον Α. Σκου­ζέ και την α­δελ­φή του Βέλ­μου, Τα­τια­νή. Ενώ, στο ε­πό­με­νο φύλ­λο, προ­στί­θε­νται ποιή­μα­τα σε με­τα­φρά­σεις Ν. Γιο­κα­ρί­νη, Με­λα­χρι­νού και Μή­τσου Πα­πα­νι­κο­λά­ου. Αν και ο Βέλ­μος εί­χε πα­ρου­σιά­σει την Βαλ­μόρ πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, ό­ταν η Πο­λυ­δού­ρη ή­ταν α­κό­μη μα­θή­τρια στην Κα­λα­μά­τα.
    Μέ­νει το πέ­μπτο κε­φά­λαιο, ό­που η Ντου­νιά πα­ρου­σιά­ζει κρι­τι­κά, χω­ρίς τους λό­γους των άλ­λων, τις δυο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές της Πο­λυ­δού­ρη, ε­πι­κα­λού­με­νη ω­στό­σο και το γε­γο­νός ό­τι η δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή  “γνώ­ρι­σε την ο­μό­φω­νη κρι­τι­κή α­πο­δο­χή”. Πώς αλ­λιώς, Δεκ. 1929, ό­ταν κά­θε ελ­πί­δα για α­νά­καμ­ψη της υ­γείας της εί­χε ε­κλεί­ψει. Εδώ, η με­λε­τή­τρια α­να­φέ­ρει και το μυ­θι­στό­ρη­μα της Πο­λυ­δού­ρη, που θα α­πο­τε­λεί το κυ­ρίως μέ­ρος του δεύ­τε­ρου τό­μου των Απά­ντων, με τα Πε­ζά. Η πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του έ­γι­νε στα Άπα­ντα του Μεν­δρά­κου, η μελ­λο­ντι­κή θα πα­ρου­σιά­ζει δυο ε­ναλ­λα­κτι­κές γρα­φές και θα συ­νο­δεύε­ται α­πό σχό­λια. Το προ­α­ναγ­γέλ­λει ως “ε­ξαι­ρε­τι­κά εν­δια­φέ­ρον έρ­γο” λό­γω  “α­φη­γη­μα­τι­κής τόλ­μης” και  “μο­ντέρ­νας δο­μής”. Όπως πα­ρου­σία­ζε και ε­κεί­νο της Ρω­ζέτ­τη. Άλλη μία σύ­μπτω­ση, στο τέ­λος του 1926, η Πο­λυ­δού­ρη πα­ρα­δί­δει στον εκ­δό­τη Χρυ­σό­στο­μο Γαν­νιά­ρη το μυ­θι­στό­ρη­μά της, τέ­λη 1927 παίρ­νει την αρ­νη­τι­κή α­πά­ντη­ση. Φθι­νό­πω­ρο 1929, ο Γαν­νιά­ρης εκ­δί­δει το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ρω­ζέτ­τη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/7/2014.

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Ο Κα­βά­φης του Ξε­νό­που­λου ΙΙI

Ο κρι­τι­κός Ξε­νό­που­λος

Ο Ξε­νό­που­λος α­κο­λου­θεί σε ό­λα τα κεί­με­νά του, συ­ντο­μό­τε­ρα και ε­κτε­νέ­στε­ρα, συ­γκι­νη­σια­κής ή κρι­τι­κής διά­θε­σης, την ί­δια ρη­το­ρι­κή. Αρχι­κά συμ­φω­νεί με τον αυ­στη­ρό κρι­τή, αν πρό­κει­ται για α­πα­ντή­σεις σε σχό­λια, ή με τις δια­τυ­πω­μέ­νες ε­πι­κρί­σεις για την ποίη­ση του Κα­βά­φη, αν πρό­κει­ται για τα κρι­τι­κά κεί­με­να, πα­ρα­θέ­το­ντας πα­ρελ­κυ­στι­κά σχό­λια και ε­πι­μέ­ρους υ­πε­ρα­σπι­στι­κές εν­στά­σεις. Στη συ­νέ­χεια, πε­ριο­ρί­ζει το κα­βα­φι­κό σώ­μα σε έ­να μι­κρό α­ριθ­μό ποιη­μά­των. Απα­ραί­τη­τη σε αυ­τό το ση­μείο, αν δεν έ­χει α­πο­τε­λέ­σει το ξε­κί­νη­μα, εί­ναι η υ­πό­μνη­ση της δι­κής του συμ­βο­λής με ε­κεί­νο το πρώ­το άρ­θρο του. Στα συ­ναι­σθη­μα­τι­κής φύ­σης κεί­με­να, α­να­φέ­ρε­ται και στις δυο πρώ­τες συ­να­ντή­σεις τους. Ως προς τα ποιή­μα­τα, εί­ναι πά­ντο­τε τα ί­δια. Τα ο­κτώ, που πα­ρα­θέ­τει στο πρώ­το άρ­θρο του, και τα άλ­λα εν­νέα στη δεύ­τε­ρη ο­μι­λία, 30 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­που τέσ­σε­ρα ε­πα­να­λαμ­βά­νο­νται. Σύ­νο­λο 13, γραμ­μέ­να τα 8 στην πε­ρίο­δο 1893-1901, δυο το 1910 και έ­να το 1917. Όσα ψευ­δοϊστο­ρι­κά και ι­στο­ρι­κο­φα­νή, τα προσ­λαμ­βά­νει, α­πό κοι­νού με τα υ­πό­λοι­πα που ξε­χω­ρί­ζει, ως ποιή­μα­τα υ­παρ­ξια­κής α­γω­νίας. Αυ­τά ε­γκω­μιά­ζει, αλ­λά και πά­λι, με­τά ε­πι­φυ­λά­ξεων.
Στα εν λό­γω δυο κεί­με­να, πα­ρα­θέ­τει τα ποιή­μα­τα με συ­νο­δευ­τι­κό σχο­λια­σμό. Έτσι πα­ρα­κά­μπτει την πά­για δυ­σκο­λία της κρι­τι­κής να εκ­φρα­στεί ε­πί του συ­νο­λι­κού έρ­γου. Δεν πα­ρα­λεί­πει να σχο­λιά­σει ρυθ­μό, στι­χουρ­γία και γλώσ­σα, αλ­λά ως πε­δία στα ο­ποία ο Κα­βά­φης δεν διεκ­δι­κεί μια α­ξιό­λο­γη θέ­ση. Αρε­τές βρί­σκει στην ει­κο­νο­ποιία και  την οι­κο­νο­μία του ποιή­μα­τος. Από ε­κεί και πέ­ρα, δια­βά­ζει τα ποιή­μα­τα ως δο­κί­μια, α­να­λύο­ντας θαυ­μα­στι­κά το στο­χα­στι­κό τους πε­ριε­χό­με­νο. Το πρώ­το άρ­θρο, που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι στο­χεύει στην α­νά­δει­ξη του ποιη­τή, κα­τα­λή­γει με την α­πό­φαν­ση: “Θα ή­το δι­καιω­μα­τι­κώ­τε­ρα πο­λί­της εις των Ιδεών την Πό­λιν.” Και 30 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ξε­κι­νά τη μία και μο­να­δι­κή με­τά το θά­να­το του Κα­βά­φη, ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ο­μι­λία του,  α­κρι­βώς α­πό το ση­μείο που τε­λείω­νε το άρ­θρο, α­πό τη φι­λο­σο­φία και το σκο­πό της, “να συν­διαλ­λά­ξη τον Άνθρω­πο με το Θά­να­το.” Ο τίτ­λος της διά­λε­ξης, «Το αν­θρώ­πι­νο στην ποίη­ση του Κα­βά­φη», α­να­φέ­ρε­ται στην αν­θρώ­πι­νη δυ­στυ­χία, που, ό­πως α­να­πτύσ­σει, α­ντέ­χου­με εί­τε με τους λο­γι­κούς τρό­πους της φι­λο­σο­φίας εί­τε με τους συ­γκι­νη­σια­κούς της ποίη­σης. Να θυ­μί­σου­με ό­τι το Αρι­στείο του α­πο­νε­μή­θη­κε για το θε­α­τρι­κό έρ­γο του, «Το αν­θρώ­πι­νο», που εί­χε γρά­ψει ε­πη­ρε­α­σμέ­νος α­πό την αρ­ρώ­στια και το θά­να­το του φί­λου του Δη­μη­τρα­κό­που­λου α­πό καρ­κί­νο (28/7/1922). Με­τά μα­κριά ει­σα­γω­γή, με συ­γκα­τα­βα­τι­κή, χα­λα­ρά υ­πε­ρα­σπι­στι­κή, α­να­φο­ρά στα “α­νή­θι­κα” και τα ι­στο­ρι­κά ποιή­μα­τα, έρ­χε­ται στο αν­θρώ­πι­νο στοι­χείο που βρί­σκου­με στην ποίη­σή του. Στα ποιή­μα­τα που πα­ρα­θέ­τει υ­πο­δει­κνύει την αν­θρώ­πι­νη δυ­στυ­χία, στην ο­ποία έ­κα­στο α­να­φέ­ρε­ται. Επι­μέ­νει σε ε­κεί­να που τον αγ­γί­ζουν προ­σω­πι­κά, ε­πα­νερ­χό­με­νος για πολ­λο­στή φο­ρά στα πε­ρί­φη­μα «Τεί­χη». 

Μία α­φιέ­ρω­ση

Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, έ­να λήμ­μα της Βι­βλιο­γρα­φίας α­φο­ρά α­φιέ­ρω­ση του Ξε­νό­που­λου στον Κα­βά­φη. Στη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Ο Μι­νώ­ταυ­ρος κι άλ­λα νέα διη­γή­μα­τα (1921-1924)», του α­φιε­ρώ­νει το ο­μό­τιτ­λο (στα Άπα­ντα Ξε­νό­που­λου α­πό τις εκδ. Βλάσ­ση η α­φιέ­ρω­ση έ­χει α­πα­λει­φθεί). Στομ­φώ­δης η α­φιέ­ρω­ση, “Στον ποιη­τή Κ. Π. Κα­βά­φη, τον με­γά­λο και α­γα­πη­μέ­νο μου, α­φιέ­ρω­μα”, γεν­νά το ε­ρώ­τη­μα, τυ­χόν σκο­πι­μό­τη­τας. Η συλ­λο­γή εκ­δό­θη­κε το 1925, ό­ταν ο Κα­βά­φης εί­ναι το πρό­σω­πο της η­μέ­ρας σε Αλε­ξάν­δρεια και Αθή­να, με πολ­λούς νέ­ους Απο­στό­λους του έρ­γου του. Ανα­με­νό­με­νο, ο Ξε­νό­που­λος να διεκ­δι­κεί δάφ­νες για την πρω­τιά της “α­να­κά­λυ­ψής” του. Ιδιαί­τε­ρα, ό­ταν πρό­κει­ται για μία έκ­δο­ση α­πό οί­κο της Αλε­ξάν­δρειας, τα Γράμ­μα­τα, που έ­χει ως πρώ­το κοι­νό τους Αι­γυ­πτιώ­τες. Ο κτη­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας της α­φιέ­ρω­σης συ­νι­στά κι αυ­τός έ­ναν τρό­πο διεκ­δί­κη­σης  των ο­φει­λό­με­νων στο κρι­τι­κό του αι­σθη­τή­ριο. Ύστε­ρα, δεν α­πο­κλείε­ται ο Κα­βά­φης να εί­χε με­σο­λα­βή­σει στον εκ­δό­τη Στέ­φα­νο Πάρ­γα για την έκ­δο­ση, κα­θώς ο αι­γυ­πτιώ­τι­κος κύ­κλος γνω­ρι­μιών του Ξε­νό­που­λου μάλ­λον πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε κά­ποιες α­θη­ναϊκές φι­λίες. Δυο α­κό­μη βι­βλία, που τύ­πω­σε στην Αλε­ξάν­δρεια, το 1923 το μυ­θι­στό­ρη­μα «Ισα­βέλ­λα» και το 1926 «Ο τρελ­λός με τους κόκ­κι­νους κρί­νους» εί­ναι α­πό τον εκ­δο­τι­κό οί­κο του Άγγε­λου Κα­σι­γό­νη, τον ο­ποίο γνώ­ρι­ζε πριν ε­κεί­νος ε­γκα­τα­στα­θεί στην Αλε­ξάν­δρεια.
Σχε­τι­κά με το διή­γη­μα, ο Σαβ­βί­δης σχο­λιά­ζει πως πρό­κει­ται για “το πιο τολ­μη­ρό α­πό κοι­νω­νιο­λο­γι­κή, ψυ­χο­γρα­φι­κή, μα και σε­ξουα­λι­κήν ά­πο­ψη”, πα­ρο­τρύ­νο­ντας “να ε­ξε­τα­στεί κρι­τι­κά ως ποιόν βαθ­μό ο Ξε­νό­που­λος μπο­ρεί να ταύ­τι­ζε τον πρω­τα­γω­νι­στή του διη­γή­μα­τός του με τον Κα­βά­φη.”  Στη συλ­λο­γή συ­γκε­ντρώ­νο­νται 12 διη­γή­μα­τα, ό­που το ο­μό­τιτ­λο εί­ναι το ε­κτε­νέ­στε­ρο. Το διή­γη­μα «Ο Μι­νώ­ταυ­ρος» έ­χει μία μι­κρή προϊστο­ρία. Πρω­το­εκ­δό­θη­κε σε συ­νέ­χειες στην πρωι­νή κα­θη­με­ρι­νή ε­φη­με­ρί­δα «Ελεύ­θε­ρος Λό­γος», που ξε­κί­νη­σε στις 17 Ιουν. 1923, με τον Ξε­νό­που­λο να γρά­φει το φι­λο­λο­γι­κό χρο­νο­γρά­φη­μα. Συ­νο­λι­κά, 22 συ­νέ­χειες, 26/9/1923-17/10/1923, ό­που, στην τε­λευ­ταία, υ­πάρ­χει ση­μείω­ση ό­τι “γρά­φτη­κε τον Γε­νά­ρη του 1922”. Πα­ρό­τι στην ε­φη­με­ρί­δα δη­μο­σιεύο­νται, α­πό τον πρώ­το χρό­νο, ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη και άρ­θρα που κά­νουν α­να­φο­ρά στην ποίη­σή του, τα ο­ποία βι­βλιο­γρα­φού­νται, το διή­γη­μα δια­φεύ­γει. Και δι­καίως, α­φού σε αυ­τήν την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση δεν υ­πάρ­χει η α­φιέ­ρω­ση στον Κα­βά­φη. Σε α­ντί­θε­ση με άλ­λα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής, κα­θώς και της τα­κτι­κής του Ξε­νό­που­λου να αν­θο­λο­γεί το ί­διο διή­γη­μα σε πε­ρισ­σό­τε­ρες συλ­λο­γές, αυ­τό δεν α­να­δη­μο­σιεύ­τη­κε. Ίσως, α­κρι­βώς, λό­γω του τολ­μη­ρού του χα­ρα­κτή­ρα. Το γε­γο­νός, πά­ντως, ό­τι γρά­φτη­κε τρία χρό­νια πριν την έκ­δο­ση της συλ­λο­γής, ε­πι­τρέ­πει την ει­κα­σία, με άλ­λες δια­θέ­σεις ο Ξε­νό­που­λος να έ­στη­σε την υ­πό­θε­ση του διη­γή­μα­τος και με άλ­λες να πρό­σθε­σε την α­φιέ­ρω­ση. Στις αρ­χές του 1922, εί­ναι νω­πή η διά­λε­ξη του Άγρα, που, αρ­χι­κά, θα πρέ­πει να τον δυ­σα­ρέ­στη­σε, κα­θώς έ­νας νεό­τε­ρος τον πα­ρα­γκώ­νι­ζε προ­βάλ­λο­ντας πρώ­τος σε έ­να νεό­τε­ρο κοι­νό τον Κα­βά­φη. Ασχέ­τως αν στο κεί­με­νο της ο­μι­λίας του, ά­νοι­ξη 1923, την πα­ρου­σιά­ζει εν­θου­σιω­δώς, δράτ­το­ντας της ευ­και­ρίας να υ­πεν­θυ­μί­σει το πρώ­το άρ­θρο του. Άλλω­στε, λει­τουρ­γώ­ντας με πε­ρί­σκε­ψη, δεν θα πα­ρευ­ρι­σκό­ταν στην εκ­δή­λω­ση. Δεν εί­χε πά­ρει α­κό­μη το πο­λυ­πό­θη­το Αρι­στείο, πρώ­το βή­μα προς τον α­κα­δη­μαϊκό θώ­κο. 
Το διή­γη­μα φέ­ρει τον υ­πό­τιτ­λο «Μια πο­λύ πα­λιά ζα­κυ­θι­νή ι­στο­ρία» και “α­ντί προ­λό­γου”, ση­μείω­μα, που το­πο­θε­τεί την ι­στο­ρία 130 χρό­νια πί­σω, δη­λα­δή στα 1792. Αλλη­γο­ρι­κός ο τίτ­λος, πα­ρα­πέ­μπει στο μύ­θο του Μι­νώ­ταυ­ρου και του Θη­σέα, ε­νώ, για το στή­σι­μο της υ­πό­θε­σης, ο συγ­γρα­φέ­ας πο­ρί­ζε­ται και α­πό το μύ­θο του Δού­ρειου Ίππου και του πο­νη­ρού Οδυσ­σέα. Ο Μι­νώ­ταυ­ρος του διη­γή­μα­τος εί­ναι “ο άρ­χο­ντας Κούρ­πας”, που ο­ρί­ζει μία ο­λό­κλη­ρη γει­το­νιά. Το πα­λά­τι του φρά­ζει με τον ψη­λό τοί­χο του πε­ρι­βο­λιού το κε­ντρι­κό κα­ντού­νι. “Αμπο­δά­ει τον αέ­ρα, τον ή­λιο, το φως, τη λευ­τε­ριά...”. “Απ’ ό,τι έ­κα­ναν, ό,τι έ­βγα­ζαν ή­ταν υ­πο­χρεω­μέ­νοι να στέλ­νουν και στο πα­λά­τι...”. “Άμα δεν έ­δι­νε κα­νείς το πρά­μα του ή το κο­ρί­τσι του με το κα­λό, του το ’παιρ­νε με τη βία.” “Ήταν ε­ν’ ά­γρα­φο αρ­χο­ντι­κό δι­καίω­μα, έ­να προ­νό­μιο πα­λιό, έ­να φέ­ου­δο αλ­λιώ­τι­κο, που η αρ­χή του χα­νό­ταν στα σκο­τά­δια του με­σαίω­να: έ­νας φό­ρος αί­μα­τος παρ­θε­νι­κού.”
Σε α­ντί­θε­ση με τη θυ­σία στον Μι­νώ­ταυ­ρο, που ή­ταν 14 α­γό­ρια και κο­ρί­τσια ευ­γε­νών οι­κο­γε­νειών, ο Ζα­κύν­θιος άρ­χο­ντας αρ­κεί­το σε “κο­ρα­σι­δού­λες, δε­κα­τεσ­σά­ρω χρο­νώ”, ά­ντε δε­κα­πέ­ντε. Με “πρό­σω­πο πο­λύ παι­διά­τι­κο, α­γνό, α­θώο”, που έ­δει­χναν α­κό­μη μι­κρό­τε­ρες. Ει­δάλ­λως, ο συγ­γρα­φέ­ας θα ξε­περ­νού­σε τα ό­ρια της ε­λευ­θε­ριό­τη­τας, που ε­πι­τρέ­πει “η πα­λιά ζα­κυ­θι­νή ι­στο­ρία”. Τον Αφέ­ντη τον πε­ρι­γρά­φει με τους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, “έ­νας έκ­φυ­λος, ά­σω­τος, λά­γνος”. Στο ε­ρώ­τη­μα του Σαβ­βί­δη, α­πα­ντά­ει η πε­ρι­γρα­φή του: “Ήταν ψη­λός, μάλ­λον α­δύ­να­τος, άσ­προς σα φιλ­ντι­σέ­νιος, γε­μά­τος φλε­βί­τες γα­λά­ζιες και μα­βιές, με μαύ­ρα μά­τια κά­τω α­πό πυ­κνά φρύ­δια και με μα­κρου­λό πρό­σω­πο ο­λωσ­διό­λου ξυ­ρι­σμέ­νο... Η λα­γνεία – το κυ­ριό­τε­ρό του χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό – ε­νέ­δρευε θα ’λε­γες στη μύ­τη, την πε­λώ­ρια, ευ­κο­λο­κί­νη­τη και φου­σκω­μέ­νη στα πλά­για...” Η μύ­τη του Κα­βά­φη α­πο­τέ­λε­σε το κα­τ’ ε­ξο­χήν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του, που ε­νέ­πνευ­σε τους γε­λοιο­γρά­φους.
Αντι­μέ­τω­πος με τον Αφέ­ντη βρί­σκε­ται έ­νας νιό­πα­ντρος “σκα­φτιάς”, ο Τζώρτ­ζης, που δεν βρή­κε τη γυ­ναί­κα του παρ­θέ­να και θέ­λει να εκ­δι­κη­θεί. Ο συγ­γρα­φέ­ας  δί­νει δι­δα­κτι­κό ε­πί­χρι­σμα στην ι­στο­ρία του. “Τρα­κό­σια χρό­νια πλα­κω­μέ­νοι”, που ση­μαί­νει α­να­δρο­μή στην αρ­χή της Ενε­το­κρα­τίας, “ο­ποια α­ντί­στα­ση κά­ποιος α­πο­τολ­μά κα­τα­πνί­γε­ται σαν α­νταρ­σία κι ε­πα­νά­στα­ση.” Το 1792, ό­μως, έρ­χο­νται τα νέα α­πό τη Φρά­ντζα. “Στα Πα­ρί­σια, οι ξυ­πό­λυ­τοι ση­κώ­σα­νε με­γά­λο ρε­μπε­λιό. Κά­να­νε γιου­ρού­σι στην Μπα­στίλ­λια”. Στην Ζά­κυν­θο, οι Γάλ­λοι έρ­χο­νται πέ­ντε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και γί­νο­νται δε­κτοί ως ε­λευ­θε­ρω­τές. Ο “σκα­φτιάς” θα βά­λει σε πρά­ξη το πα­ρά­δειγ­μά τους. Ως άλ­λος Οδυσ­σέ­ας, θα μπει με δό­λο στο πα­λά­τι και θα βά­λει φω­τιά. Ο ψη­λός τοί­χος θα γκρε­μι­στεί. Όλοι οι φο­βι­σμέ­νοι της γει­το­νιάς θα πι­στέ­ψουν ό­τι εί­ναι Θε­ού έρ­γο. Κα­τά τα άλ­λα, και τον Τζώρτ­ζη τον βά­ζουν σε πει­ρα­σμό οι κο­ρα­σί­δες. “Τις κα­θί­ζει στα γό­να­τά του.” “Το θερ­μό, το πο­νη­ρό σω­μα­τά­κι που κρα­τού­σε, δεν του ’κα­νε καρ­διά να τ’ α­φή­σει.” Πι­στεύει, ό­μως, πως μό­νο αν βρει τη δύ­να­μη να α­ντι­στα­θεί στον πει­ρα­σμό, θα μπο­ρέ­σει να εκ­δι­κη­θεί, να κά­ψει το πα­λά­τι και να γκρε­μί­σει τον τοί­χο που φρά­ζει το κα­ντού­νι. 
Άρα­γε, ως ποιο βαθ­μό ο “σκα­φτιάς” μπο­ρεί να α­ντα­να­κλά βιώ­μα­τα του συγ­γρα­φέα. Μή­πως ο Ξε­νό­που­λος, με το δί­πο­λο των η­ρώων, συ­νο­μι­λεί με τον ποιη­τή, δια­γκω­νι­ζό­με­νος μα­ζί του στο πε­δίο της ε­λευ­θε­ριό­τη­τας. Ο Αφέ­ντης έ­χει α­φε­θεί στην α­σέλ­γεια. Ο Τζώρτ­ζης πο­λε­μά­ει τον Διά­βο­λο. Τε­λι­κά, νι­κά­ει, ρί­χνει τα “Τεί­χη”. Ένας ε­ναλ­λα­κτι­κός τίτ­λος του διη­γή­μα­τος θα μπο­ρού­σε να εί­ναι, τα “Τεί­χη”, ο­πό­τε και η α­να­φο­ρά στον Κα­βά­φη θα γι­νό­ταν ευ­θεία. Μέ­νει ε­ρώ­τη­μα το πώς “ταί­ρια­ζε” στη ζωή του Ξε­νό­που­λου το εν λό­γω ποίη­μα. Σύμ­φω­να με “κου­σέ­λια της δε­κα­ε­τίας του ’60, που πρό­λα­βε” ο Σαβ­βί­δης, ο Ξε­νό­που­λος “έ­χει τη φή­μη του παι­δε­ρα­στή”. Βε­βαίως, οι φή­μες για τους συγ­γρα­φείς α­πο­τε­λούν συ­χνά α­πόρ­ροια ά­κρα­του ή, κα­μιά φο­ρά και ψευ­δούς βιο­γρα­φι­σμού. Όσο για σή­με­ρα, η ση­μα­σία ο­ρι­σμέ­νων λέ­ξεων με σε­ξουα­λι­κό πε­ριε­χό­με­νο έ­χει με­τα­κυ­λί­σει μάλ­λον σκο­πί­μως. Έτσι, ο παι­δό­φι­λος, που ση­μαί­νει ο α­γα­πών τα παι­διά, ταυ­τί­στη­κε με τον παι­δε­ρα­στή, και η ο­μο­φυ­λία με την ο­μο­φυ­λο­φι­λία, για να α­πο­κα­θαρ­θούν του κα­κό­ση­μου φορ­τίου τους οι δεύ­τε­ρες. Μό­νο που έ­τσι, οι πρώ­τες έ­μει­ναν χω­ρίς εν­νοιο­λο­γι­κό α­ντί­κρι­σμα. Δια­τη­ρώ­ντας τις λέ­ξεις μα­κριά α­πό στρε­βλω­τι­κές σκο­πι­μό­τη­τες, θα λέ­γα­με ό­τι ο Ξε­νό­που­λος στά­θη­κε δια βίου παι­δό­φι­λος, α­πό τα 27 του αρ­χι­συ­ντά­κτης της «Διά­πλα­σης των παί­δων» και με­τά το 1941 εκ­δό­της. Μο­να­δι­κή πα­ρα­χώ­ρη­ση προς μία οιο­νεί παι­δε­ρα­στία, ο έ­ρω­τάς του για την μι­κρού­λα Τί­τα, “το κο­ρι­τσά­κι της Δια­πλά­σεως”, που κα­τέ­λη­ξε σε γά­μο με την α­πό­λυ­τα συμ­βα­τή δια­φο­ρά η­λι­κίας των 13 χρό­νων.
Ένα πρό­χει­ρο συ­μπέ­ρα­σμα θα ή­ταν πως ο Ξε­νό­που­λος ως κρι­τι­κός του Κα­βά­φη  δεί­χνει α­νε­παρ­κής. Ένα δεύ­τε­ρο, πιο εν­δια­φέ­ρον για ε­μάς σή­με­ρα, εί­ναι πως η γνω­ρι­μία συγ­γρα­φέ­α-κρι­τι­κού κα­θι­στά α­δύ­να­τη την α­να­σύν­θε­ση της σχέ­σης τους με βά­ση μό­νο τα κρι­τι­κά κεί­με­να. Στοι­χεία δευ­τε­ρο­γε­νή, συ­χνά ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά, ό­χι μό­νο συ­μπλη­ρώ­νουν την ει­κό­να, αλ­λά ε­πι­τρέ­πουν σω­στό­τε­ρη στάθ­μι­ση των κρι­τι­κών κει­μέ­νων. Αν ο Ξε­νό­που­λος α­σχο­λεί­το με τον Κα­βά­φη αρ­γό­τε­ρα, χω­ρίς γνω­ρι­μία και ε­πι­στο­λι­κές ε­πα­φές, α­πηλ­λαγ­μέ­νος α­πό τη διεκ­δί­κη­ση κρι­τι­κών πρω­τείων, η κρι­τι­κή του θα κό­μι­ζε πα­ρα­τη­ρή­σεις με α­ντο­χή στο χρό­νο. Ιδίως, αν δεν διηύ­θυ­νε το πε­ριο­δι­κό “των παί­δω­ν” και αν δεν ή­ταν Ακα­δη­μαϊκός, δη­λα­δή αν μπο­ρού­σε να εκ­φρα­στεί ε­λεύ­θε­ρα για το σύ­νο­λο των κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/6/2014.

Ο Κα­βά­φης του Ξε­νό­που­λου ΙΙ

Επι­στο­λι­κές ε­πα­φές

Την ευ­χα­ρί­στη­ση της γνω­ρι­μίας, ο Κα­βά­φης την δια­τή­ρη­σε, ε­πι­στρέ­φο­ντας στην Αλε­ξάν­δρεια, ε­νώ του Ξε­νό­που­λου την έ­σβη­σαν οι βιο­τι­κές μέ­ρι­μνες. Αυ­τό του­λά­χι­στον τεκ­μαί­ρε­ται α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία τους, που ο Σαβ­βί­δης α­να­δη­μο­σιεύει στο βι­βλίο του.  Ακό­μη μία αλ­λη­λο­γρα­φία του Κα­βά­φη, με­τά ε­κεί­νη με τον Φόρ­στε­ρ, που δια­σώ­θη­κε χά­ρις στην ε­πι­μέ­λειά του. Ισχνή, πε­ριο­ρί­ζε­ται στην πε­ρίο­δο 1901-1908, με μό­νο μία ε­πι­στο­λή του Κα­βά­φη και έ­να ευ­χα­ρι­στή­ριο ση­μείω­μα του Ξε­νό­που­λου στα με­τα­γε­νέ­στε­ρα χρό­νια. Σε αυ­τήν την πε­ρίο­δο, σώ­ζο­νται τέσ­σε­ρις ε­πι­στο­λές Ξε­νό­που­λου, η μία προ της δη­μο­σίευ­σης του πρώ­του άρ­θρου του και τρεις με­τά (26/1/1906, 21/2/1906, 14/2/1907),  και τέσ­σε­ρα σχέ­δια ε­πι­στο­λών του Κα­βά­φη, ό­λα με­τά τη δη­μο­σίευ­ση. Στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή Ξε­νό­που­λου, α­να­φέ­ρο­νται δυο, μη σω­ζό­με­νες, ε­πι­στο­λές Κα­βά­φη. Η αλ­λη­λο­γρα­φία πε­ριο­ρί­ζε­ται στις συγ­γρα­φι­κές ε­να­σχο­λή­σεις τους και την ε­κα­τέ­ρω­θεν α­πο­στο­λή των πο­νη­μά­των τους, κυ­ρίως των συλ­λο­γών του Ξε­νό­που­λου και των συν­δρο­μών που ο Κα­βά­φης μπο­ρεί να ε­ξα­σφα­λί­σει γι’ αυ­τές. Όπως και στην αλ­λη­λο­γρα­φία με τον Φόρ­στε­ρ, πλη­ρο­φο­ρίες προ­σω­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα α­που­σιά­ζουν. Ενδει­κτι­κά, ο Ξε­νό­που­λος, στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή του, με η­με­ρο­μη­νία 23 Φεβ. 1902, δεν α­να­φέ­ρει τη γέν­νη­ση της κό­ρης του, στις 5 Φε­βρ.
Η πρώ­τη ε­πι­στο­λή Κα­βά­φη θα πρέ­πει να στάλ­θη­κε κο­ντά στην η­με­ρο­μη­νία ε­πι­στρο­φής του στην Αλε­ξάν­δρεια, η δεύ­τε­ρη προς το τέ­λος του 1901, ό­ταν αρ­χί­ζει να α­πο­γο­η­τεύε­ται με τη σιω­πή του νέ­ου του φί­λου. Σε αυ­τές ε­σω­κλείει  χει­ρό­γρα­φα ποιή­μα­τα, κα­θώς και α­ντί­τι­μο 12 φρά­γκων για 4 συν­δρο­μές της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του Ξε­νό­που­λου. Στην ε­πι­στο­λή του, ο Ξε­νό­που­λος δι­καιο­λο­γεί­ται για τη σιω­πή του, δια­βε­βαιώ­νο­ντας για τον θαυ­μα­σμό του. Για το α­λη­θές του λό­γου, α­να­φέ­ρει ό­τι έ­χει ή­δη πα­ρα­δώ­σει στον Μι­χα­η­λί­δη άρ­θρο για την ποίη­σή του, που θα δη­μο­σιευ­τεί στα «Πα­να­θή­ναια». Οι δι­καιο­λο­γίες, πως κω­λυ­σιέρ­γη­σε να δώ­σει το άρ­θρο, για­τί φο­βό­ταν άρ­νη­ση του εκ­δό­τη, δεί­χνουν μάλ­λον προ­σχη­μα­τι­κές. Το γε­γο­νός ό­τι το άρ­θρο δη­μο­σιεύ­θη­κε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, στις 30 Νοε. 1903, α­φή­νει το εν­δε­χό­με­νο να μην εί­χε καν γρα­φεί. Ενδια­μέ­σως, μπο­ρεί να υ­πήρ­ξαν κι άλ­λες ε­πι­στο­λές Κα­βά­φη, ε­νώ πραγ­μα­το­ποιεί­ται το δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι του στην Αθή­να (Αυγ.-Οκτ. 1903), και μία δεύ­τε­ρη ε­πί­σκε­ψη στην και­νού­ρια κα­τοι­κία του Ξε­νό­που­λου, που εν­δέ­χε­ται να μην ή­ταν η μο­να­δι­κή.
Αμέ­σως με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του άρ­θρου, ο Κα­βά­φης τον ευ­χα­ρι­στεί με έ­να ο­λι­γό­λο­γο δελ­τά­ριο, στο ο­ποίο α­πα­ντά ο Ξε­νό­που­λος κι αυ­τός με δελ­τά­ριο. Αμφό­τε­ρα μη σω­ζό­με­να. Σώ­ζε­ται, ό­μως, σχέ­διο α­χρο­νο­λό­γη­της ε­πι­στο­λής του Κα­βά­φη, ό­που δια­βε­βαιώ­νει τον Ξε­νό­που­λο ό­τι “του ή­ρε­σε πο­λύ” το άρ­θρο, αλ­λά “ηρ­κέ­σθην εις δυο λέ­ξεις” δια να μη τον ε­νο­χλή­σει με ε­πι­στο­λή. Αυ­τές οι ε­πι­στο­λι­κές ε­πα­φές τους κα­θρε­φτί­ζουν τις σχέ­σεις συγ­γρα­φέ­α-κρι­τι­κού. Το άρ­θρο μάλ­λον α­πο­γοή­τευ­σε τον ποιη­τή, που θα το α­νέ­με­νε, ό­πως το εί­χε προ­α­ναγ­γεί­λει ο Ξε­νό­που­λος, στο ύ­ψος των ε­γκω­μίων του. Από την πλευ­ρά του ο κρι­τι­κός, πρέ­πει να θεώ­ρη­σε ό­τι στά­θη­κε γεν­ναιό­δω­ρος και να πε­ρί­με­νε α­ντί­στοι­χες ευ­χα­ρι­στίες. Πά­ντως, ο Κα­βά­φης, εί­τε α­πό ευ­γέ­νεια εί­τε α­πό σκο­πι­μό­τη­τα, δια­τη­ρεί το φι­λι­κό κλί­μα. Αν και η φρά­ση “να σας ε­πα­να­λά­βω πό­σην χα­ράν με προ­ξε­νεί το ό­τι ε­κτι­μά­τε – το ό­τι ε­κτι­μά κρι­τι­κός ως σείς – τα ποιή­μα­τά μου”, μάλ­λον ε­νέ­χει ει­ρω­νι­κή α­πό­χρω­ση. 

Το δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι

Οι πλη­ρο­φο­ρίες για το δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι του Κα­βά­φη στην Αθή­να εί­ναι λι­γο­στές. Στο χρο­νο­λό­γιο του Τσίρ­κα α­να­φέ­ρε­ται ό­τι στις 22 Ιουν. 1903 ζή­τη­σε ά­δεια για τα­ξί­δι στο ε­ξω­τε­ρι­κό και του δό­θη­κε τρί­μη­νη, αρ­χό­με­νη στις 3 Αυγ. Όπως και στο πρώ­το τα­ξί­δι, έρ­χε­ται με τον α­δελ­φό του Αλέ­ξαν­δρο. Γνω­ρί­ζε­ται με τον Λά­μπρο Πορ­φύ­ρα. Συ­νά­ντη­ση για την ο­ποία δεν δί­νε­ται κα­νέ­να στοι­χείο. Ενδε­χο­μέ­νως, ο Ξε­νό­που­λος να πα­ρευ­ρι­σκό­ταν, κα­θώς στο άρ­θρο του α­να­φέ­ρει τον Πορ­φύ­ρα ως πα­ρά­δειγ­μα λο­γίου των Αθη­νών με τον ο­ποίο  συ­γκρί­νει τον Κα­βά­φη. Πά­ντως, τον Ξε­νό­που­λο “τον ε­πι­σκέ­φθη­κε πα­ρά την πε­ρι­πα­θή ε­μπλο­κή του με τον ε­λάσ­σο­να ποιη­τή, και συ­νερ­γά­τη των «Πα­να­θη­ναίων», Αλέ­ξαν­δρο Μαυ­ρου­δή”, ό­πως σχο­λιά­ζει ο Σαβ­βί­δης. Μή­πως θα ή­ταν α­κρι­βέ­στε­ρο ό­τι τον ε­πι­σκέ­φθη­κε α­κρι­βώς λό­γω του Μαυ­ρου­δή ή έ­στω, λό­γω και ε­κεί­νου; 
Ο Μαυ­ρου­δής, ως συ­νερ­γά­της των «Πα­να­θη­ναίων», πα­ρου­σιά­ζε­ται μό­λις το 1905. Ως εκ­κο­λα­πτό­με­νος, ό­μως, θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας, εί­ναι α­πό νω­ρίς μέ­λος της συ­ντρο­φιάς Ξε­νό­που­λου-Πο­λύ­βιου Δη­μη­τρα­κό­που­λου. Αργό­τε­ρα, “στα­διο­δρό­μη­σε ως ε­φή­με­ρος δρα­μα­τουρ­γός στο Πα­ρί­σι”, ό­πως α­να­φέ­ρει στο Χρο­νο­λό­γιο ο Δα­σκα­λό­που­λος. Όχι και τό­σο ε­φή­με­ρος, α­φού, ε­πί μία ει­κο­σα­ε­τία, θε­α­τρι­κά έρ­γα του πα­ρου­σιά­ζο­νταν στη σκη­νή και κά­ποια γυ­ρί­ζο­νταν ται­νίες σε δι­κό του σε­νά­ριο. Ο Ξε­νό­που­λος α­να­φέ­ρει την ε­πί­σκε­ψη του Κα­βά­φη σπί­τι του σε ε­πι­φυλ­λί­δα, που δη­μο­σιεύει μία ε­βδο­μά­δα με­τά το θά­να­τό του: “Ύστε­ρα ήλ­θε κ’ ε­κεί­νος στο σπί­τι μου, στο ί­διο σπί­τι, που ή­ξε­ρε και θυ­μό­ταν... Τι α­να­μνή­σεις, τι σπα­ραγ­μός, μα και τι ευ­τυ­χία! Έβλε­πα τον άν­θρω­πο που εί­χε ζή­σει τό­σο δυ­να­τά...” Ένα τα­ξί­δι και έ­νας έ­ρω­τας, λοι­πόν, που έ­δω­σαν α­φορ­μή για ποι­κί­λες ει­κα­σίες. Θα συμ­φω­νού­σα­με με την πα­ρα­τή­ρη­ση του Κώ­στα Ου­ρά­νη πως “ο Ξε­νό­που­λος δεν έ­ζη­σε δυ­να­τά” και ί­σως, η φρά­ση του να κρύ­βει και κά­ποιο φθό­νο.

Αφα­νείς θια­σώ­τες

Ο Ξε­νό­που­λος α­να­φέ­ρε­ται για πρώ­τη φο­ρά στον Κα­βά­φη με την ευ­και­ρία της πα­ρου­σία­σης του Ημε­ρο­λο­γίου του Σκό­κου του 1903, στο τεύ­χος της 30ης Νο­εμ. 1902 των «Πα­να­θη­ναίων». Τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει “ι­διόρ­ρυθ­μο”, “και­νό­τρο­πο” και “βα­θύ ποιη­τή”, ε­νώ το δη­μο­σιευ­μέ­νο ποίη­μα, «Το πρώ­το σκα­λί», “θαυ­μά­σιο­ν” μεν αλ­λά “μαλ­λια­ρό­ν”. Κο­ντά έ­να μή­να αρ­γό­τε­ρα, στις 25 Σεπ. 1903, δη­μο­σιεύε­ται το ποίη­μα, «Δέ­η­σις», του Κα­βά­φη στην ε­φη­με­ρί­δα του Δη­μή­τρη Κα­κλα­μά­νου «Το Νέ­ον Άστυ» και με­τά δυο μέ­ρες, α­κο­λου­θεί α­νυ­πό­γρα­φο δη­μο­σίευ­μα, με τίτ­λο «Η σπα­νία ποίη­σις». Ο Σαβ­βί­δης θεω­ρεί “την α­πό­δο­ση της πα­τρό­τη­τάς του στον Ξε­νό­που­λο εύ­λο­γη”, κα­θώς ε­κεί­νος, στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή του, δια­τεί­νε­ται πως το άρ­θρο του ή­θε­λε αρ­χι­κά να το δη­μο­σιεύ­σει σε κά­ποια ε­φη­με­ρί­δα. Πι­στεύου­με, ω­στό­σο, ό­τι ο Ξε­νό­που­λος δεν θα το δη­μο­σίευε α­νυ­πό­γρα­φο. Ανε­πι­φύ­λα­κτα ε­γκω­μια­στι­κό αυ­τό το δη­μο­σίευ­μα, δια­φο­ρο­ποιεί­ται α­πό το γνω­στό άρ­θρο του Ξε­νό­που­λου στα «Πα­να­θή­ναια» σε ο­ρι­σμέ­νες ε­πι­μέ­ρους πα­ρα­τη­ρή­σεις: Εκεί­νος ε­γκω­μιά­ζει τον Πορ­φύ­ρα, το δη­μο­σίευ­μα τον ει­ρω­νεύε­ται – ε­κεί­νος α­πο­κα­λεί έ­μπο­ρο τον Κα­βά­φη, το δη­μο­σίευ­μα φι­λό­λο­γο – ε­κεί­νος α­πο­φεύ­γει τους υ­περ­θε­τι­κούς ε­πι­θε­τι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς, το δη­μο­σίευ­μα χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον Κα­βά­φη “ε­ξαι­ρε­τι­κόν ποιη­τή­ν” και τα ποιή­μα­τά του “τέ­λεια”. Με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του άρ­θρου του Ξε­νό­που­λου, α­κο­λου­θεί δεύ­τε­ρο α­νυ­πό­γρα­φο ση­μείω­μα στο «Νέ­ον Άστυ», στις 6 Δεκ. 1903, α­να­φε­ρό­με­νο στο άρ­θρο, το πι­θα­νό­τε­ρο α­πό τον ί­διο συ­ντά­κτη. Πι­στεύου­με πως και τις δυο φο­ρές πρό­κει­ται για τον Κα­κλα­μά­νο, που γνώ­ρι­ζε τα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη του­λά­χι­στον α­πό το 1896, που δη­μο­σιεύ­θη­καν δυο στο «Άστυ».
Ενίο­τε, α­κό­μη και έ­νας ε­πι­θε­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός μπο­ρεί να εί­ναι εν­δει­κτι­κός του συγ­γρα­φι­κού ύ­φους. Ο Ξε­νό­που­λος, α­πό το πρώ­το ση­μείω­μα μέ­χρι και την πρώ­τη πα­ρου­σία­ση στη «Νέα Εστία» 28 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον Κα­βά­φη “ι­διόρ­ρυθ­μο”, και αλ­λού, ε­ναλ­λα­κτι­κά,“πε­ρίερ­γο”. Ενώ, στο δη­μο­σίευ­μα α­να­φέ­ρε­ται ως “πα­ρά­δο­ξος ποιη­τι­κή προ­σω­πι­κό­της”. Όπως και να έ­χει, ο Κα­κλα­μά­νος, μα­ζί με τους Μι­χα­η­λί­δη και Σκό­κο, εί­ναι α­πό τους πρώ­τους θια­σώ­τες του Κα­βά­φη στην Αθή­να. Ο Μι­χα­η­λί­δης, στα «Πα­να­θή­ναια», δη­μο­σιεύει ποίη­μα του Κα­βά­φη στο τεύ­χος της 31ης Αυγ. 1901, δη­λα­δή έ­να μή­να με­τά την α­να­χώ­ρη­σή του ποιη­τή α­πό την Αθή­να, δυο ποιή­μα­τα μέ­σα στο 1904 και στην τε­τρα­ε­τία, 1905-1908, έ­να ποίη­μα κα­τ’ έ­τος. Αντί­στοι­χα, στο Ημε­ρο­λό­γιο του Σκό­κου δη­μο­σιεύο­νται ποιή­μα­τά του μέ­χρι και τον τό­μο του 1907. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις έ­χου­με μία κο­ντά δε­κα­ε­τή συ­νερ­γα­σία του Κα­βά­φη (στα «Πα­να­θή­ναια» 1901-1908, Σκό­κου 1898-1907). Σε α­ντί­θε­ση, ό­μως, με τον Ξε­νό­που­λο, αυ­τοί οι τρεις δεν το δια­λά­λη­σαν και η Κα­βα­φο­λο­γία τους προ­σπέ­ρα­σε. Όπως προ­σπέ­ρα­σε και τους διευ­θυ­ντές δυο άλ­λων πε­ριο­δι­κών, που τον κα­λο­συ­σταί­νουν στις α­να­μνή­σεις τους α­πό την Αί­γυ­πτο. Το 1894 ο Φρα­γκί­σκος Πρί­ντε­ζης, το 1896, ο Γεώρ­γιος Τσο­κό­που­λος.     

Βι­βλιο­γρα­φι­κά

Στο  Γε­νι­κό Ευ­ρε­τή­ριο της Βι­βλιο­γρα­φίας Κα­βά­φη, το ό­νο­μα του Ξε­νό­που­λου, α­πό το 1902 μέ­χρι τον θά­να­τό του, 24 Ιαν. 1951, α­να­φέ­ρε­ται σε 32 λήμ­μα­τα. Αν ε­πε­κτα­θού­με μέ­χρι και το ε­πε­τεια­κό 1953, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νου­με τέσ­σε­ρις α­να­δρο­μι­κές α­να­φο­ρές (το άρ­θρο του Δη­μα­ρά, «Ο τε­χνι­κός της κρι­τι­κής», στο με­τα­θα­νά­τιο α­φιέ­ρω­μα της «Νέ­ας Εστίας» στον Ξε­νό­που­λο, Χρι­στού­γεν­να 1951, ε­πι­στο­λή του Ξε­νό­που­λου προς την Κα­τί­να Πα­πά με η­με­ρο­μη­νία 12/5/1922, α­να­δη­μο­σίευ­ση του πρώ­του άρ­θρου του στο α­φιέ­ρω­μα της «Νέ­ας Εστίας» του 1953 και έ­να δη­μο­σίευ­μα, που αμ­φι­σβη­τεί τα πρω­τεία του στην α­να­κά­λυ­ψη του Κα­βά­φη). Τα λήμ­μα­τα φτά­νουν τα 36. Σε 24 α­πό αυ­τά, ο Ξε­νό­που­λος εί­ναι ο συγ­γρα­φέ­ας, ε­νώ στα υ­πό­λοι­πα μνη­μο­νεύε­ται.
Θα προ­σθέ­τα­με μία νε­κρο­λο­γία του Κα­βά­φη α­πό τον Ξε­νό­που­λο, στη «Διά­πλα­ση των παί­δων», που υ­πο­δει­κνύει ο Σαβ­βί­δης, αλ­λά πα­ρα­μέ­νει α­βι­βλιο­γρά­φη­τη. Ακό­μη, 12 α­νυ­πό­γρα­φα κεί­με­να στη «Νέα Εστία» (το ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα στο πρώ­το ποίη­μα Κα­βά­φη, που δη­μο­σιεύε­ται στις 1/1/1930, και  11 ση­μειώ­μα­τα της στή­λης «Πε­ριο­δι­κά και ε­φη­με­ρί­δες» κα­τά την πρώ­τη πε­ρίο­δο, με διευ­θυ­ντή τον Ξε­νό­που­λο, στα ο­ποία α­να­φέ­ρε­ται ο Κα­βά­φης και οι σύγ­χρο­νοί τους τα α­πέ­δι­δαν στον Ξε­νό­που­λο). Συ­νο­λι­κά, 37 εί­ναι του Ξε­νό­που­λου. Αριθ­μός που, σε συν­δυα­σμό με την χρο­νο­λο­γι­κή κα­τα­νο­μή τους, δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση διαρ­κούς ε­να­σχό­λη­σης με τον Κα­βά­φη. Εν μέ­ρει, αυ­τό α­λη­θεύει. Το άρ­θρο του 1903 τον ε­μπλέ­κει στην υ­πό­θε­ση Κα­βά­φη, ι­δίως στις ε­πι­θέ­σεις ε­να­ντίον του. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό ό­τι ε­πτά κεί­με­να (α­πό το 1906 έως το 1944) συ­νι­στούν α­πα­ντή­σεις σε δη­μο­σιεύ­μα­τα ε­χθρι­κά ή και α­πλώς αυ­στη­ρά για τον Κα­βά­φη, στις ο­ποίες ε­κεί­νος υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται τον Κα­βά­φη ή και ε­αυ­τόν, ό­που α­να­φέ­ρε­ται. 
Με­τά το πρώ­το άρ­θρο του Ξε­νό­που­λου, την ε­πο­μέ­νη του ε­γκω­μια­στι­κού ση­μειώ­μα­τος στο «Νέ­ον Άστυ», δη­μο­σιεύ­εται το πρώ­το πε­ρι­γε­λα­στι­κό σχό­λιο για την ποίη­ση του Κα­βά­φη στο πε­ριο­δι­κό «Ο Νου­μάς». Ένα τε­τρά­στι­χο του εκ­δό­τη Δ. Τα­γκό­που­λου: “Θαυ­μά­ζει ο Ξερ­νό­που­λος / τον Κώ­στα τον Κα­βά­φη / για­τί έ­να ποίη­μα / τον κά­θε χρό­νο γρά­φει”. Το θυ­μά­ται ο Ξε­νό­που­λος 40 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, α­πα­ντώ­ντας σε δη­μο­σίευ­μα του Γ. Ι. Φου­σά­ρα. Μέ­σα στην ε­πό­με­νη τριε­τία, με­τρού­με δυο πα­ρό­μοια σχό­λια, με έ­ναυ­σμα ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη στα «Πα­να­θή­ναια»: Στις 15/8/1904 δη­μο­σιεύ­εται το «Φω­νές», στις 17/8/1904, στην ε­φη­με­ρί­δα του Γεωρ­γίου Πωπ «Αθή­ναι» υπάρχει α­νώ­νυ­μο σχό­λιο, ε­στια­σμέ­νο στη γλώσ­σα, “Τό­σον μαλ­λια­ρή πλέ­ον, ώ­στε και να μη κτε­νί­ζε­ται καν εις ο­μοιο­κα­τα­λη­ξίας και μέ­τρο­ν”. Στις 15/6/1906, το «Bα­σι­λεύς Δη­μή­τριος», στις 24/9/1906, ψευ­δώ­νυ­μο κο­ροϊδευ­τι­κό σχό­λιο στο «Νου­μά», στο ο­ποίο σπεύ­δει να α­πα­ντή­σει, υ­πό μορ­φή ε­πι­στο­λής, ο Ξε­νό­που­λος, κα­θό­σον α­να­φέ­ρε­ται ο­νο­μα­στι­κά ως ε­κεί­νος που α­να­κή­ρυ­ξε τον Κα­βά­φη “βαρ­βά­το ποιη­τή”. Ο Σαβ­βί­δης χα­ρα­κτη­ρί­ζει την α­πά­ντη­ση μει­λί­χια, ε­πι­κα­λού­με­νος ε­παι­νε­τι­κό σχό­λιο του Δη­μα­ρά για τον Ξε­νό­που­λο, ό­τι “μας δι­δά­σκει πως να λέ­με το σω­στό χω­ρίς να γι­νό­μα­στε χυ­δαίοι”. Η α­πά­ντη­ση δεί­χνει πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν α­να­δί­πλω­ση. Αρχι­κά, συ­μπλέει με τους χλευα­στές, ε­πα­να­λαμ­βά­νο­ντας στη συ­νέ­χεια το ε­πι­χεί­ρη­μα του άρ­θρου του, ό­τι ο Κα­βά­φης έ­χει γρά­ψει πέ­ντε-έ­ξη ποιή­μα­τα “με­γά­λα”, με κο­ρυ­φαίο, τα «Τεί­χη». 
Αραιό­τε­ρα, ό­πο­τε δί­νε­ται α­φορ­μή α­πό δη­μο­σίευ­μα ή βι­βλίο, ε­πα­νέρ­χε­ται. Τη συ­νε­χή α­νά­μι­ξή του στην υ­πό­θε­ση Κα­βά­φη δεί­χνουν και άλ­λες ε­νέρ­γειες, ό­πως η υ­πο­γρα­φή του σε δια­μαρ­τυ­ρία δια­νοου­μέ­νων (11/4/1924), αλ­λά και τρεις συ­νε­ντεύ­ξεις του (σε έ­ρευ­να για τον Κα­βά­φη του Μ. Βαϊά­νου 21/5/1924, στο πε­ριο­δι­κό «Πα­ναι­γύ­πτια» 29/2/1936, στην Τε­ρέ­ντσιο 1/5/1949), που έ­χουν κύ­ριο θέ­μα τον Κα­βά­φη. Ενδει­κτι­κή εί­ναι και  η κα­βα­φι­κή σχο­λιο­γρα­φία στο πε­ριο­δι­κό του. Με ε­ξαί­ρε­ση έ­να ει­ρω­νι­κό σχό­λιο γε­νι­κώς για τους λο­γίους της Αλε­ξάν­δρειας, ό­που οι βο­λές πιά­νουν και τον Κα­βά­φη, τα υ­πό­λοι­πα τάσ­σο­νται στο πλευ­ρό ό­σων τον θαυ­μά­ζουν, στρε­φό­με­να κα­τά υ­βρι­στών του, ό­πως ο Τα­γκό­που­λος, ή και διορ­θώ­νο­ντας αυ­στη­ρές κρι­τι­κές για ε­πι­μέ­ρους ποιή­μα­τα ό­πως του Μα­λά­νου. 
Ο Ξε­νό­που­λος δεν δη­λώ­νει μό­νο λο­γο­τε­χνι­κό εν­δια­φέ­ρον. Προ­βάλ­λει την προ­σω­πι­κή τους σχέ­ση, με κεί­με­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­να, ό­πως ε­κεί­νο για το τε­λευ­ταίο τα­ξί­δι του Κα­βά­φη στην Αθή­να και οι τρεις νε­κρο­λο­γίες. Ενδει­κτι­κή σχε­τι­κά εί­ναι και η ε­πι­στο­λή στην φί­λη του Κα­τί­να Πα­πά. Όσο για τα κεί­με­να του κρι­τι­κού Ξε­νό­που­λου, κα­τα­λαμ­βά­νουν 11 λήμ­μα­τα: Το πρώ­το σχό­λιο του 1902, δυο γε­νι­κό­λο­γες α­να­φο­ρές πε­ρί νε­ο­ελ­λη­νι­κής ποίη­σης και α­λε­ξαν­δρι­νής λο­γο­τε­χνίας, το ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα για το πρώ­το ποίη­μα Κα­βά­φη στη «Νέα Εστία», υ­πο­γε­γραμ­μέ­νο α­πό την σύ­ντα­ξη του πε­ριο­δι­κού, και ε­πτά λήμ­μα­τα, που α­ντι­στοι­χούν σε τρία κεί­με­να. Αυ­τά εί­ναι το πρώ­το άρ­θρο και δυο ο­μι­λίες, με τις α­να­δη­μο­σιεύ­σεις τους (τρεις φο­ρές δη­μο­σιεύ­τη­κε το πρώ­το άρ­θρο, 1903, 1933 και 1953 στα α­ντί­στοι­χα α­φιε­ρώ­μα­τα της «Νέ­ας Εστίας», ά­παξ η δεύ­τε­ρη ο­μι­λία και τρις η τρί­τη). Το ει­δο­λο­γι­κό φά­σμα των κει­μέ­νων συ­μπλη­ρώ­νε­ται με μία α­φιέ­ρω­ση διη­γή­μα­τος του Ξε­νό­που­λου στον Κα­βά­φη.

Λαν­θά­νον Ιω­βη­λαίο

Θυ­μί­ζου­με πως η πρώ­τη ο­μι­λία προο­ρι­ζό­ταν για τι­μη­τι­κή εκ­δή­λω­ση στην Αλε­ξάν­δρεια, το “Ιω­βη­λαίο” του κα­τά τον Ξε­νό­που­λο, πι­θα­νώς Απρ. 1923. Λαν­θά­νει στα Χρο­νο­λό­για. Ίσως την μα­ταίω­σε ο θά­να­τος του α­δελ­φού του, Τζων,  στις 9 Φε­βρ. 1923. Πα­ρό­τι ο Ξε­νό­που­λος εί­χε προ­σκλη­θεί α­πό την ορ­γα­νω­τι­κή ε­πι­τρο­πή, δεν σκό­πευε να πα­ρευ­ρε­θεί. Έστει­λε το κεί­με­νο της ο­μι­λίας του, που δη­μο­σιεύ­θη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα στο πε­ριο­δι­κό του Βαϊά­νου «Νέα Τέ­χνη». Φόρ­τος ερ­γα­σίας ή συ­ντη­ρη­τι­κή στά­ση; Ενώ, η δεύ­τε­ρη, με τίτ­λο, «Το αν­θρώ­πι­νο στην ποίη­ση του Κα­βά­φη», πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε στο Ελλη­νι­κό Ωδείο στις 29/11/1933, ε­πα­να­λή­φθη­κε με αλ­λα­γές στις 30/4/1940 στο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης και στις 8/6/1943 στο Θέ­α­τρο Κυ­βέ­λη. Δη­μο­σιεύ­θη­καν τα κεί­με­να της πρώ­της και της τρί­της μορ­φής,  για την εν­διά­με­ση υ­πάρ­χουν α­να­φο­ρές στον Τύ­πο.   
Ο Ξε­νό­που­λος, στην πρώ­τη συ­να­γω­γή κρι­τι­κών κει­μέ­νων του, το 1923, δεν πε­ρι­λαμ­βά­νει το άρ­θρο του 1903. Στην δεύ­τε­ρη, το 1937, πε­ρι­λαμ­βά­νει το πρώ­το και ε­κεί­νο της δεύ­τε­ρης ο­μι­λίας. Και πράγ­μα­τι, το κεί­με­νο της πρώ­της ο­μι­λίας δεν συ­νι­στά κρι­τι­κή α­πο­τί­μη­ση. Μνη­μο­νεύει το πρώ­το άρ­θρο του, ε­ξο­μο­λο­γού­με­νος τους αλ­λο­τι­νούς φό­βους του για το πώς θα α­ντι­δρού­σε ο κύ­κλος του πε­ριο­δι­κού, οι α­να­γνώ­στες, α­κό­μη και ο ί­διος ο ποιη­τής, αλ­λά και για το κα­τά πό­σο ο χρό­νος θα δι­καίω­νε την κρί­ση του. Αυ­τή η πε­ρι­πό­θη­τη δι­καίω­ση ήρ­θε, ό­πως α­να­φέ­ρει, σε μία γιορ­τή προς τι­μή του Κα­βά­φη, που έ­γι­νε προ δυο χρό­νων στην Αθή­να. Τον δι­καίω­σαν ό­σα εί­πε ο ο­μι­λη­τής αλ­λά κυ­ρίως η α­ντί­δρα­ση του νε­α­ρού α­κρο­α­τη­ρίου. Δεν ο­νο­μα­τί­ζει τον ο­μι­λη­τή, μό­νο τον πε­ρι­γρά­φει: “Νέ­ος λο­γο­τέ­χνης, α­πό τους κα­λύ­τε­ρους, τους κρι­τι­κώ­τε­ρους της γε­νεάς του, – α­γέν­νη­τος ί­σως ό­ταν πρω­τό­γρα­φα ε­γώ στα «Πα­να­θή­ναια»”. Αγέν­νη­τος ό­χι, αλ­λά μό­λις τε­τρα­ε­τής. Πρό­κει­ται για τον Τέλ­λο Άγρα και την διά­λε­ξή του στο Ελλη­νι­κό Ωδείο στις 30 Μαρ. 1921. Συ­μπλη­ρώ­νει την ει­κό­να με την α­παγ­γε­λία ποιη­μά­των: “Δί­πλα του, μια νέα κο­πέ­λα, αι­σθα­ντι­κή, φι­λο­λο­γι­κά μορ­φω­μέ­νη και γυ­μνα­σμέ­νη στη θε­α­τρι­κή τέ­χνη, τ’ α­πάγ­γει­λε θαυ­μά­σια.” Εί­ναι η Μπα­τι­στά­του του θιά­σου του Βα­σι­λι­κού Θεά­τρου. Σε κρε­σέ­ντο η κα­τα­κλεί­δα: “Α, τι χα­ρά που μπο­ρώ τώ­ρα να φω­νά­ζω ως τ’ α­στέ­ρια την α­γά­πη μου και τον θαυ­μα­σμό μου για τον Κα­βά­φη!” 
Το α­ξιο­πε­ρίερ­γο για τους δύο αυ­τούς κρι­τι­κούς της κα­βα­φι­κής ποίη­σης εί­ναι το ε­ξής: Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, στο κα­βα­φι­κό πε­ριο­δι­κό «Αλε­ξαν­δρι­νή Τέ­χνη» (1926 - 1931), ε­νώ ο Ξε­νό­που­λος α­που­σιά­ζει ως συ­νερ­γά­της, ο Άγρας, α­ντι­στρό­φως,  συ­να­ντά­ται α­νά­με­σα στους τα­κτι­κούς συ­νερ­γά­τες.  Η α­πά­ντη­ση στο για­τί ο Ξε­νό­που­λος ε­ξαι­ρεί­ται, μέ­νει με­τέω­ρη.
Συ­νέ­χεια και τέ­λος την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/6/2014.

Ιστορίες της Θεσσαλονίκης

Γιώρ­γος Γκό­ζης
«Αφή­στε με να ο­λο­κλη­ρώ­σω»
Εκδό­σεις Πό­λις
Μάρ­τιος 2014

Ακρι­βώς πριν δώ­δε­κα χρό­νια, Μάρ­τιο 2002, μία τριά­δα κρι­τι­κών χαι­ρέ­τι­ζε την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του Θεσ­σα­λο­νι­κιού Γιώρ­γου Γκό­ζη, που μό­λις εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει. Επρό­κει­το για την α­φρό­κρε­μα της κρι­τι­κής, ό­χι λό­γω των προ­σώ­πων, για τα ο­ποία ο κα­θέ­νας μπο­ρεί να έ­χει τη δι­κή του ά­πο­ψη, αλ­λά με βά­ση τις έ­γκρι­τες ε­φη­με­ρί­δες, στις ο­ποίες τό­τε δη­μο­σιεύο­νταν τα κεί­με­νά τους. Δεν ή­ταν μία α­πλώς ευ­με­νής υ­πο­δο­χή. Συ­νι­στού­σε ο­μό­φω­νη ε­πι­δο­κι­μα­σία, η ο­ποία συ­νε­χί­στη­κε με άλ­λες κρι­τι­κές που α­κο­λού­θη­σαν. Επρό­κει­το για ο­μο­βρο­ντία ε­παί­νων, που έ­θε­τε υ­ψη­λές     α­παι­τή­σεις για το ε­πό­με­νο βι­βλίο του. Τώ­ρα, κα­τά πό­σο το α­νέ­βα­σμα του πή­χη των προσ­δο­κιών συ­νέ­τει­νε στην κα­θυ­στέ­ρη­ση της δεύ­τε­ρης εμ­φά­νι­σης του εν λό­γω πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου, μέ­νει ζη­τού­με­νο. 
Υπάρ­χουν πε­ρι­πτώ­σεις που η κα­λή υ­πο­δο­χή ο­δή­γη­σε σε κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη ε­πα­νεμ­φά­νι­ση ή, α­κό­μη, και σε σιω­πή. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση του Γιάν­νη Πα­τσώ­νη, που ε­ξέ­δω­σε στην ί­δια η­λι­κία με τον Γκό­ζη, αλ­λά εί­κο­σι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, το 1982 και με­τά το 1984, δυο ο­λι­γο­σέ­λι­δες συλ­λο­γές και α­πό τό­τε σιώ­πη­σε. Χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι στα­μά­τη­σε το πά­λε­μα με τη γρα­φή. Θεσ­σα­λο­νι­κιός κι ε­κεί­νος. Γε­νι­κό­τε­ρα, πα­ρό­μοιες συγ­γρα­φι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές α­πα­ντώ­νται σε ευαί­σθη­τους Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες. Σε α­ντί­θε­ση με τους Αθη­ναίους, που, ό­ταν τύ­χουν θερ­μής υ­πο­δο­χής, α­ντι­δρούν  “υ­γιώς”, εκ­δί­δο­ντας, στη συ­νέ­χεια, με στα­θε­ρή τα­κτι­κό­τη­τα. Μπο­ρεί να υ­πο­χω­ρούν ποιο­τι­κώς, αλ­λά εγ­γρά­φο­νται στους ε­παγ­γελ­μα­τίες συγ­γρα­φείς. Αν δια­θέ­τουν, ε­πι­προ­σθέ­τως, τις πλά­τες ε­νός δρα­στή­ριου εκ­δό­τη, γί­νο­νται μό­νι­μοι τρό­φι­μοι των ΜΜΕ. Αρχι­κά των πο­λι­τι­στι­κών σε­λί­δων και εκ­πο­μπών, αρ­γό­τε­ρα και με βά­ση τους ρυθ­μούς που αυ­ξά­νε­ται η α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τά τους, κοι­νώς η φα­σα­ρία που κά­νουν γύ­ρω α­πό το πρό­σω­πό τους, βγαί­νουν και στα τη­λε­πα­ρά­θυ­ρα. 
Ο τίτ­λος του πρώ­του βι­βλίου του Γκό­ζη, «Ο νυ­χτε­ρι­νός στο βά­θος», κρυ­πτι­κός στην πο­λυ­ση­μία του, προ­σι­διά­ζει σε ε­κεί­νη τη συλ­λο­γή των έ­ντε­κα διη­γη­μά­των. Εί­ναι έ­νας τίτ­λος τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κός α­πό τον πρό­σφα­το. Δι­καιο­λο­γη­μέ­να, άλ­λω­στε, α­φού το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του εί­ναι ε­ντε­λώς άλ­λης σύλ­λη­ψης. Ου­δό­λως κρυ­πτι­κός ο νέ­ος τίτ­λος, κα­θώς πρό­κει­ται για την α­γα­να­κτι­σμέ­νη κραυ­γή των προ­σκε­κλη­μέ­νων στις πά­σης φύ­σεως τη­λε­ο­πτι­κές εκ­πο­μπές, που α­ντη­χεί στα αυ­τιά ό­λων μας. Ιδιαί­τε­ρα στις εκ­πο­μπές πο­λι­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, στις ο­ποίες χρω­μα­τί­ζε­ται με υ­στε­ρι­κούς τό­νους, κα­θί­στα­ται, για τον μη ε­θι­σμέ­νο τη­λε­θε­α­τή, σχε­δόν ε­φιαλ­τι­κή. Με αυ­τόν τον εμ­φα­τι­κό τίτ­λο, ε­πι­λέ­γει ο Γκό­ζης να δη­λώ­σει την αλ­λα­γή συγ­γρα­φι­κής πλεύ­σης, που θα πρέ­πει  να α­πη­χεί και αλ­λα­γή ρό­τας στην προ­σω­πι­κή του ζωή. Σύμ­φω­να με τα βιο­γρα­φι­κά στο “αυ­τά­κι” των δυο βι­βλίων του, α­φού ο­λο­κλή­ρω­σε, με­τα­πτυ­χια­κού συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου, σπου­δές Θε­ο­λο­γίας, βρή­κε δου­λειά σε ναυ­τι­λια­κό γρα­φείο. Ίσως, βοή­θη­σε η κα­το­χή τριών ξέ­νων γλωσ­σών, που α­να­φέ­ρε­ται στο πρώ­το βιο­γρα­φι­κό. Οπό­τε, πι­θα­νώς, και λό­γω γλωσ­σο­μά­θειας, α­πω­λέ­σα­με έ­ναν δυ­νά­μει ε­πί­λε­κτο διη­γη­μα­το­γρά­φο και κερ­δί­σα­με έ­ναν καυ­στι­κό και χυ­μώ­δη πε­ζο­γρά­φο. Η δια­φο­ρε­τι­κή, πά­ντως, θυ­μι­κή διά­θε­ση, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει το πρό­σφα­το βι­βλίο, θα πρέ­πει να α­πο­δο­θεί στη γε­νι­κό­τε­ρη μό­λυν­ση της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, στην ο­ποία ο συγ­γρα­φέ­ας μέ­νει σή­με­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο έκ­θε­τος λό­γω των ε­παγ­γελ­μα­τι­κών του α­πα­σχο­λή­σεων. Ο και­νού­ριος Γκό­ζης φαί­νε­ται πως α­δυ­να­τεί “να λύ­σει τους κά­βους” και να α­νοι­χθεί στην υ­πε­ραι­σθη­τή “ρά­δα”, γρά­φο­ντας έ­να διή­γη­μα ό­πως το υ­πο­βλη­τι­κό «Κα­τά­φω­τη η Σύ­να­ξις», δη­μο­σιευ­μέ­νο το 2000, ό­ταν α­κό­μη, του­λά­χι­στον η Θεσ­σα­λο­νί­κη, διέ­σω­ζε την ψυ­χή της.  
Ου­σια­στι­κά, ο τίτ­λος του βι­βλίου α­πο­τε­λεί τον τίτ­λο του  κει­μέ­νου στο ο­πι­σθό­φυλ­λο, που έ­χει ως θέ­μα τα τη­λε­πα­ρά­θυ­ρα και την α­κα­τά­σχε­τη πο­λυ­λο­γία των προ­σκε­κλη­μέ­νων. Το λε­κτι­κό μα­στί­γω­μα, που τους ε­πι­φυ­λάσ­σει ο συγ­γρα­φέ­ας, προ­ε­τοι­μά­ζει για τη στρο­φή του στη σά­τι­ρα. Ο Γκό­ζης, με έ­να παι­χνί­δι­σμα αυ­το­σαρ­κα­σμού στο τέ­λος του εν λό­γω κει­μέ­νου, ζη­τά εμ­μέ­σως την α­νο­χή μας για το βι­βλίο που τε­λι­κά ο­λο­κλή­ρω­σε. Όχι, ό­μως, με δέ­κα ε­τών κα­θυ­στέ­ρη­ση, ό­πως α­να­φέ­ρει, αλ­λά με δώ­δε­κα. Εκτός κι αν α­παι­τού­νται δυο χρό­νια για την κά­θο­δο ε­νός Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τη συγ­γρα­φέα στην α­θη­ναϊκή εκ­δο­τι­κή πα­λαί­στρα. Όπως και να έ­χει, πρό­κει­ται για μία συλ­λο­γή δέ­κα ο­κτώ ι­στο­ριών, χω­ρίς α­να­φο­ρά κα­μίας προ­δη­μο­σίευ­σης. Ενώ, στο πρώ­το βι­βλίο, τα εν­νέα α­πό τα έ­ντε­κα διη­γή­μα­τα εί­χαν δη­μο­σιευ­θεί μέ­σα σε μια τε­τρα­ε­τία πριν την έκ­δο­σή του. Συν τη βρά­βευ­ση ε­νός α­πό αυ­τά σε δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος του 2001, ό­που, σε α­ντί­θε­ση με τους ση­με­ρι­νούς, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή, του­λά­χι­στον ο­ρι­σμέ­να α­πό τα μέ­λη της, διέ­θε­τε αι­σθη­τι­κό κρι­τή­ριο. Άρα, η δη­κτι­κή δια­κω­μώ­δη­ση των δη­μό­σιων η­θών, που, σε κά­ποιες α­πό τις και­νού­ριες ι­στο­ρίες, μορ­φο­ποιεί­ται σε ορ­γί­λη σά­τι­ρα, για την ο­ποία ε­λά­χι­στα προϊδέ­α­ζε η υ­πο­νο­μευ­τι­κή ει­ρω­νεία σε ο­ρι­σμέ­να α­πό τα πα­λαιό­τε­ρα διη­γή­μα­τα, καλ­λιερ­γή­θη­κε, χω­ρίς έ­ξω­θεν εν­θάρ­ρυν­ση, κα­τά μό­νας.  
Από μία ά­πο­ψη, ο σα­τι­ρι­στής εί­ναι έ­νας α­νε­πι­θύ­μη­τος έως και α­πο­συ­νά­γω­γος, α­φού καυ­τη­ριά­ζει τρέ­χου­σες συ­μπε­ρι­φο­ρές. Πα­ρο­μοίως, ο νο­σταλ­γός πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών συ­χνά κη­ρύσ­σε­ται α­πό­βλη­τος ως πα­ρω­χη­μέ­νος. Ο Γκό­ζης πε­ρι­σώ­ζε­ται, ι­δίως ό­ταν ε­πα­να­φέ­ρει μνή­μες της ε­φη­βείας με σκω­πτι­κό τό­νο. Αντι­θέ­τως, ό­ταν εν­δί­δει στη νο­σταλ­γι­κή ε­ντρύ­φη­ση, οι ι­στο­ρίες του βου­λιά­ζουν στο συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό. Ακό­μη και ι­στο­ρίες, που έ­γι­νε προ­σπά­θεια να α­να­δει­χθούν με μορ­φι­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις, ό­πως η ε­πι­στο­λι­κή «...και δε με λες, σ’ α­ρέ­σει ο που­ρές;» ή η πα­ρα­μυ­θι­κής υ­φής, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο της, «Πα­ρα­μύ­θι για έ­να Αγό­ρι».
Αυ­τή η δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία θα πρέ­πει, κα­τά τις εν­δεί­ξεις, να έ­δω­σε την ι­δέα του ε­ξω­φύλ­λου. Ευ­ρη­μα­τι­κό ό­σο και ε­ντυ­πω­σια­κό, α­φού πρό­κει­ται για λε­πτο­μέ­ρεια φω­το­γρα­φίας του Γερ­μα­νού Άλφρε­ντ Αϊζεν­στά­ντ, που πο­λι­το­γρα­φή­θη­κε Αμε­ρι­κα­νός τις πα­ρα­μο­νές του τε­λευ­ταίου Πο­λέ­μου και στά­θη­κε ο δια­ση­μό­τε­ρος φω­το­γρά­φος του πε­ριο­δι­κού «Λάιφ». Κο­ντά ε­κα­τό χρό­νια έ­ζη­σε ο Αϊζεν­στά­ντ, την α­θα­να­σία ό­μως την κέρ­δι­σε με έ­να κλι­κ, ε­κεί­νο που α­πα­θα­νά­τι­σε τον εν­θου­σια­σμό για τη λή­ξη του Πο­λέ­μου με το φι­λί ε­νός ναύ­τη σε ά­γνω­στή του νο­σο­κό­μα, α­νά­με­σα στο πλή­θος, στο Τάι­μς Σκουέρ της Νέ­ας Υόρ­κης. Με βά­ση το ό­νο­μα του φω­το­γρά­φου, χω­ρίς ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κή λε­ζά­ντα, η ε­πι­λο­γή της φω­το­γρα­φίας χρεώ­νε­ται στην τα­λα­ντού­χο μα­κε­τί­στρια Μα­ρία Τσου­μα­χί­δου. Με βά­ση, ό­μως, το θέ­μα, δεί­χνει τον συγ­γρα­φέα. Τα παι­διά με τα γε­μά­τα α­γω­νία, ί­σως και τρό­μο, μά­τια, που κοι­τά­ζουν με­τω­πι­κά τον φα­κό, πα­ρα­κο­λου­θούν, σε μία υ­παί­θρια πα­ρά­στα­ση, τον Άι-Γιώρ­γη να σκο­τώ­νει τον Δρά­κο. Όχι στη Θεσ­σα­λο­νί­κη αλ­λά στο Πα­ρί­σι, πριν πε­νή­ντα χρό­νια.      
Ανη­λεής δεί­χνε­ται ο σα­τι­ρι­κός λό­γος, ό­ταν ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται, ό­πως το κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου, σε τύ­πους και κα­τα­στά­σεις πα­νελ­λη­νίως σή­με­ρα α­να­γνω­ρί­σι­μους. Λ.χ., στο διή­γη­μα, με τον εύ­στο­χο τίτ­λο, «Θε­ρά­πων υ­πουρ­γός», κα­τά το “θε­ρά­πων ια­τρός”, προ­βάλ­λε­ται έ­να πρό­τυ­πο υ­πουρ­γού, που προ­κύ­πτει α­πό τον δια­παι­δα­γω­γη­μέ­νο ως κομ­μα­τι­κό θε­ρά­πο­ντα, ε­νώ στο διή­γη­μα «Το Πλοίο της Αγά­πης», ό­πως α­πο­κα­λούν οι φα­ντά­ροι, προ­σπα­θώ­ντας να δια­τη­ρή­σουν το χιού­μορ τους, “το σκου­πι­διά­ρι­κο στο στρα­τό”, η σά­τι­ρα βρί­σκει πρό­σφο­ρο στό­χο στην ε­λεει­νή κα­τά­στα­ση, που ε­πι­κρα­τεί στο στρα­τό­πε­δο. Ασχέ­τως αν ο λό­γος, ε­πι­διώ­κο­ντας να γί­νει καυ­στι­κός, εκ­πί­πτει στον ω­μό ρε­α­λι­σμό, ε­ξαν­τλώ­ντας την πε­ρι­γρα­φι­κή του δει­νό­τη­τα στην λε­πτο­με­ρή α­πό­δο­ση α­η­δια­στι­κών σκη­νών. Και πά­λι, ό­μως, α­φη­γη­μα­τι­κά το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι πιο ι­κα­νο­ποιη­τι­κό α­πό την ελ­λο­χεύου­σα πα­ρεκ­τρο­πή μίας δι­δα­κτι­κής τά­σης, που δεν α­πο­φεύ­γε­ται στη σκια­γρά­φη­ση ε­νός άλ­λου εί­δους αν­θρώ­που, που βγαί­νει στα τη­λε­πα­ρά­θυ­ρα. Του “αυ­τό­πτη” μάρ­τυ­ρα, στο ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα. Όχι του συ­μπτω­μα­τι­κά αυ­τό­πτη, αλ­λά του συ­στη­μα­τι­κού, που λα­χτα­ρά­ει την τη­λε­ο­πτι­κή δη­μο­σιό­τη­τα. Αυ­τός εί­ναι ι­κα­νός πολ­λές φο­ρές να πε­ρι­γρά­φει “και ό,τι δεν συμ­βαί­νει” ή αν στα­θεί τυ­χε­ρός και έ­χει συμ­βεί, να το διο­γκώ­νει, ώ­στε να κρι­θεί ά­ξιο για πε­ρισ­σό­τε­ρο τη­λε­ο­πτι­κό χρό­νο, ά­ρα και με­γα­λύ­τε­ρη δι­κή του δη­μό­σια έκ­θε­ση.
Εκτός α­πό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς τύ­πους, σε ο­ρι­σμέ­νες ι­στο­ρίες, στο στό­χα­στρο βρί­σκο­νται κά­ποιες κα­τα­στά­σεις, που, κα­τά μία ο­πτι­κή, αγ­γί­ζουν τα ό­ρια της νο­ση­ρό­τη­τας. Ο α­φη­γη­τής πα­ρι­στά­νει ό­τι ε­ξυ­μνεί τις συ­γκε­κρι­μέ­νες συν­θή­κες, ε­νώ, με τις υ­περ­βάλ­λου­σες λε­κτι­κές δια­τυ­πώ­σεις, που ε­πι­στρα­τεύει, το­νί­ζει τη γε­λοιό­τη­τα των προ­σώ­πων. Δυο ι­στο­ρίες με κω­μι­κά ευ­ρή­μα­τα α­φο­ρούν πε­ρι­στά­σεις, που έ­χουν σχε­τι­κά πρό­σφα­τα προ­κύ­ψει ως α­πό­το­κα της ψη­φια­κής τε­χνο­λο­γίας. Το «Τη­λε­κη­δείες live» και κυ­ρίως, το «Ακη­δία.com» δια­θέ­τουν την οι­κο­νο­μία του διη­γή­μα­τος και δια­σκε­δα­στι­κές α­τά­κες. Κά­τι που δεν ι­σχύει για δυο άλ­λα διη­γή­μα­τα, που κα­τα­πιά­νο­νται με το ε­πί­σης και­νο­φα­νές θέ­μα δι­δα­σκα­λίας της συγ­γρα­φι­κής τέ­χνης. Τα μα­θή­μα­τα δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής εί­ναι τό­σο της μό­δας, α­πό τό­τε που τα ει­σα­γά­γα­με, που α­πο­τε­λούν τα­μπού για τη σά­τι­ρα. Πό­σω μάλ­λον α­πό νεό­τε­ρο συγ­γρα­φέα. Ο Γκό­ζης το α­πο­τολ­μά στο «Ασκή­σεις Δη­μιουρ­γι­κής Αντί-Γρα­φής», αλ­λά αρ­κεί­ται σε μία ξε­δο­ντια­σμέ­νη πα­ρω­δία. Ενώ το «Συ­ντα­γή μα­γει­ρι­κής: Διη­γή­μα­τα ρο­λά­κι» τρα­βά­ει εις μά­κρος με ά­σφαι­ρα πυ­ρά και λο­γο­παί­γνια. Κι ό­μως, σε τέ­τοια θέ­μα­τα, που α­παι­τούν πνευ­μα­τώ­δη α­νά­πτυ­ξη, δο­κι­μά­ζε­ται ο σα­τι­ρι­στής και ό­χι στους εύ­κο­λους στό­χους, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Έλλη­νας σύ­ζυ­γος που ε­ζή­λω­σε τις ε­πι­δό­σεις του Τούρ­κου “πη­δη­χτα­ρά” και υ­πο­βλή­θη­κε σε «Απο­κο­πή χα­λι­νού».    
Ως το μο­να­δι­κό, ί­σως, στα­θε­ρό ση­μείο στις μυ­θο­πλα­σίες του, τις πα­λαιές και τις πρό­σφα­τες, προ­βάλ­λει η Θεσ­σα­λο­νί­κη. Εί­ναι η ό­ψη της πό­λης α­πό την ο­πτι­κή γω­νία ε­νός που άρ­χι­σε να την περ­πα­τά­ει αρ­χές δε­κα­ε­τίας του ’80. Στις α­μι­γώς θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κες ι­στο­ρίες, ο Γκό­ζης δεί­χνει τη με­γά­λη α­φη­γη­μα­τι­κή του ά­νε­ση και το λε­κτι­κό εύ­ρος που δια­θέ­τει. Αυ­τές δεν στή­νο­νται, ό­πως οι πα­λαιό­τε­ρες της γε­νέ­τει­ρας, γύ­ρω α­πό κά­ποιο συμ­βάν ή τις κι­νή­σεις ε­νός χα­ρα­κτη­ρι­στι­κού προ­σώ­που. Εδώ α­φο­ρούν, σύμ­φω­να και με τον συ­γκε­ντρω­τι­κό τίτ­λο τριών εξ αυ­τών, “τις φυ­λές της πό­λης”, τις ο­ποίες ζω­ντα­νεύει μυ­θο­πλα­στι­κά με οί­στρο ο συγ­γρα­φέ­ας. Στη Θεσ­σα­λο­νί­κη του, μία αν­δρο­κρα­τού­με­νη πό­λη, το πα­ρε­μπό­ριο στις πλα­τείες το έ­χουν α­να­λά­βει “οι Πρί­γκι­πες”, τις ε­πι­κίν­δυ­νες σφή­νες οι “Πα­πό­βιοι Άγγε­λοι”, ε­νώ το ε­πί­λε­κτο κοι­νό, το πλέ­ον “εν­θου­σιώ­δες και εκ­δη­λω­τι­κό”, στα δυο α­νοι­χτά θέ­α­τρα του Κ.Θ.Β.Ε., το α­παρ­τί­ζουν οι “Εφο­πλι­στές του Βου­νού”, μία ό­λως ι­διαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση τζα­μπατ­ζί­δων. Σε μία άλ­λη τριά­δα ι­στο­ριών, α­ντα­να­κλά­ται η πό­λη σε ε­κεί­νη τη “με­τα­βα­τι­κή” για τη χώ­ρα δε­κα­ε­τία. Συμ­με­τέ­χου­με νο­ε­ρά σε δια­δρο­μές με το λεω­φο­ρείο και σε πε­ρι­πά­τους. Σαν σε μα­γι­κή ει­κό­να, προ­βάλ­λουν τα αλ­λο­τι­νά κα­φέ και τα μπα­ρά­κια, με τους θα­μώ­νες τους. Κά­θε στέ­κι και μία άλ­λη “φυ­λή”, με σή­μα κα­τα­τε­θέν τους ε­πώ­νυ­μους της ε­πο­χής. Λ.χ., τον Τά­κη Κα­νελ­λό­που­λο ή τον Κω­στή Μο­σκώφ.
Μία α­πό τις ι­στο­ρίες, το «Play Bouzouki», ξε­φεύ­γει α­πό την οι­κο­νο­μία που ε­πι­βάλ­λει η μυ­θο­πλα­στι­κή σύν­θε­ση. Αυ­τή στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τις “φυ­λές” των η­με­ρή­σιων θε­ρι­νών εκ­δρο­μέων. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, των συ­νε­πι­βα­τών στο λεω­φο­ρείο με προο­ρι­σμό “την κοι­νο­τι­κή πλαζ Επα­νω­μής στο Κτή­μα του Κα­ρα­γκιό­ζη”. Υπαρ­κτό το το­πω­νύ­μιο, αν και α­γνώ­στου σε μας ε­τυ­μο­λο­γίας, δεί­χνει πε­ρισ­σό­τε­ρο ως μυ­θο­πλα­στι­κό εύ­ρη­μα. Η ε­ξι­στό­ρη­ση ό­σων συμ­βαί­νουν ε­ντός του λεω­φο­ρείου κα­τά τη δια­δρο­μή δια­στέλ­λε­ται, α­πο­τε­λώ­ντας το κυ­ρίως θέ­μα. Η ι­στο­ρία μα­κραί­νει, δο­κι­μά­ζο­ντας τις α­ντο­χές της, με την πε­ρι­γρα­φή της κα­σέ­τας, που α­πο­τε­λεί τη μία και μο­να­δι­κή μου­σι­κή υ­πό­κρου­ση. Πα­ρα­τί­θε­ται πλή­ρης α­να­φο­ρά τρα­γου­δι­στών και α­σμά­των. Ονό­μα­τα και στί­χοι που σή­με­ρα, του­λά­χι­στον για τον κά­τοι­κο πρω­τευού­σης, εί­ναι πα­ντε­λώς ά­γνω­στα. Κι ό­μως, α­κό­μη κι αν τα ο­νό­μα­τα δεν κου­βα­λούν το α­να­λο­γούν συ­γκι­νη­σια­κό φορ­τίο, ο σχο­λια­σμός της κά­θε πε­ρί­πτω­σης, πά­ντο­τε σε χιου­μο­ρι­στι­κή σύ­ζευ­ξη με τα λό­για των τρα­γου­διών, φτιά­χνει στο α­κέ­ραιο την α­τμό­σφαι­ρα. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ό­ποιος γκά­γκα­ρος κρι­τι­κός α­πο­κα­λεί πα­ρό­μοιες ι­στο­ρίες η­θο­γρα­φία εί­ναι ά­γευ­στος ποιή­σεως.
Ο Γιώρ­γος Γκό­ζης ο­λο­κλή­ρω­σε, έ­στω και με κα­θυ­στέ­ρη­ση, το βι­βλίο του. Μό­νο που δεν ή­ταν αυ­τό που ε­μείς πε­ρι­μέ­να­με. Ωστό­σο, με τις πρό­σφα­τες ι­στο­ρίες του έ­δει­ξε κι άλ­λες εμ­μο­νές και δια­φο­ρε­τι­κές ι­κα­νό­τη­τες. Έτσι εμ­φα­νί­ζε­ται με­τέω­ρος μεν, αλ­λά εν­δια­φέ­ρων. Κά­που με­τα­ξύ Αγιο­λο­γίας και Ναυ­τι­λίας, με­τα­ξύ θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κης μυ­θο­λο­γίας και σά­τι­ρας, τον πε­ρι­μέ­νου­με να ξα­να­δώ­σει δυ­να­μι­κά το πα­ρόν. Όμως αυ­τή τη φο­ρά σε λι­γό­τε­ρο α­πό δώ­δε­κα χρό­νια.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημρίδα "Η Εποχή" στις 15/6/2014.